Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (8ο): «Απουσία ή Και εσύ να λείπεις»….

απουσια

-«Ο μόνος αξιόπιστος μάρτυρας ότι ζήσαμε είναι η απουσία μας» (Κική Δημουλά)

-«Η απουσία σου βροχή που πέφτει λίγη λίγη κι έγιν’ ο κόσμος γύρω μου θάλασσα και με πνίγει.» (Κρητική μαντινάδα)….

lectora-distraida matisse

-Κική Δημουλά, «Γη των απουσιών» (απόσπασμα)

«[…] Στὴν ψυχή σου δὲν φθάνει κανεὶς
οὔτε διὰ ξηρᾶς οὔτε διὰ θαλάσσης.

Αὐτὸ τὸ δισκίο,
τὸ ἀκουμπισμένο στὸ μαῦρο ἀτμοσφαιρικὸ τραπέζι,
ποὺ τὸ περνᾷς κι ἐσύ, ὅπως κι οἱ ἄλλοι, γιὰ φεγγάρι,
ἄσ᾿ το, δὲν εἶναι φεγγάρι.
Εἶναι τὸ βραδινό μου χάπι
τὸ ψυχοτρόπο.»

(Κική Δημουλά, Ποιήματα, Ίκαρος)

image

-Γιάννης Ρίτσος, «Και εσύ να λείπεις»

«Σκέψου η ζωή να τραβάει το δρόμο της,

Και εσύ να λείπεις,

Να’ ρχονται οι Άνοιξες

με πολλά διάπλατα παράθυρα,

Και εσύ να λείπεις,

Να’ ρχονται τα κορίτσια στα παγκάκια του

κήπου

με χρωματιστά φορέματα,

Και εσύ να λείπεις,

Οι νέοι να κολυμπάνε το μεσημέρι,

Και εσύ να λείπεις,

Ένα ανθισμένο δέντρο να σκύβει στο νερό,

Πολλές σημαίες ν’ ανεμίζουν στα μπαλκόνια,

Και εσύ να λείπεις,

Και ύστερα ένα κλειδί να στρίβει

Η κάμαρα να’ ναι σκοτεινή,

Δύο στόματα να φιλιούνται στον ίσκιο,

Και εσύ να λείπεις,

Σκέψου δυο χέρια να σφίγγονται

Και σένανε να σου λείπουν τα χέρια,

Δυο κορμιά να παίρνονται,

Και συ να κοιμάσαι κάτου απ’ το χώμα,

Και τα κουμπιά του σακακιού σου

ν’ αντέχουν πιότερο από σένα,

Κάτου από το χώμα,

Και η σφαίρα σφηνωμένη στην καρδιά σου

να μην λιώνει..

Όταν η καρδιά σου,

που τόσο αγάπησε τον κόσμο,

θα έχει λιώσει.

Να λείπεις –δεν είναι τίποτα να λείπεις .

Αν έχεις λείψει για ό, τι πρέπει,

Θα ‘σαι για πάντα μέσα σ’ όλα εκείνα

που για αυτά έχεις λείψει,

Θα’ σαι για πάντα μέσα σε αυτόν τον κόσμο…»

(Γιάννης Ρίτσος, Ποιήματα, τ. Β’, Κέδρος)

*Μπορείτε να  διαβάσετε και το ποίημα του Γιάννη Ρίτσου «Σχήμα απουσίας» εδώ…

*Στο βίντεο: Πάμπλο Νερούντα, «Ίσως η απουσία σου είναι παρουσία»…

-Κλείτος Κύρου, «ΑΠΟΥΣΙΑ»

Γαλάζιες μέρες φουσκοθαλασσιά
Υάκινθοι, ψηλή θερμοκρασία.
Των δυο χεριών σου η άσπλαχνη απουσία
Τις νύχτες μας γεμίζει απελπισιά

Ο ήλιος που μας έσμιγε παλιά,
Δίκοπος τώρα ήλιος μας χωρίζει
Με θέρμη όπως σαν πρώτα πια δε σφύζει
Κι όλο προδοτικά σκορπάει φιλιά.

Αιμόφυρτα τα πόδια σου θωρώ
Και στην καρδιά σου πέτρινο στεφάνι.
Στα μάτια σου το εξαίσιο πυροφάνι
Κοντεύει να σβηστεί με τον καιρό.

Τα βράδια μας ορφάνεψαν, θαρρώ,
Και φύτρωσαν αγκάθια οι προσδοκίες.
Σε λίγο θε ν’ ανθίσουν οι ακακίες,
θ’ ανοίξει πάλι το «Τροκαντερό».

Τα ρόδα, τα φεγγάρια, τα πουλιά,
Θε νά ’ρθουν ρυθμικά πάλι σαν πάντα.
Μα εσύ δε θ’ ανασαίνεις τη λεβάντα
Κι εγώ θε ν’ αλυχτάω με τα σκυλιά.
(Από το βιβλίο: «Εν όλω, Συγκομιδή 1943-1997», Εκδόσεις Άγρα)

Για το 19ο συνέδριο του Κ.Κ.Ε. που άρχισε σήμερα: Μια ερμηνεία για τα όσα «ακατανόητα» και «ύποπτα» συμβαίνουν στο ΚΚΕ….

baltos1

Επ’ ευκαιρία της έναρξης του 19ου συνεδρίου του Κ.Κ.Ε., είχα προγραμματίσει να γράψω ένα κείμενο κριτικής σ΄ ό, τι αφορά την απροκάλυπτα σεχταριστική πολιτική που ακολουθεί τα τελευταία χρόνια η ηγεσία του ιστορικού κόμματος και που το οδήγησε (σύμφωνα και με το τελευταίο εκλογικό αποτέλεσμα) στην ανυποληψία και τον απομονωτισμό, δεν βρήκα όμως το χρόνο να ασχοληθώ, κι γι αυτό παραθέτω εδώ το άρθρο (κριτική στα «πεπραγμένα» του ΚΚΕ) γραμμένο από τον  Κυριάκο Ζηλάκο, έναν από τους 14 απολυμένους δημοσιογράφους του Ριζοσπάστη μετά από 25 χρόνια παρουσίας στην εφημερίδα:

«Η διαπίστωση πως «αν οι εχθροί του ΚΚΕ μπορούσαν να υπαγορεύσουν στην ηγεσία του κάποια πολιτική αυτά θα της έλεγαν να κάνει», περιέχει τον πυρήνα της εκτίμησης για όσα συμβαίνουν στο Κόμμα και είναι μια βάση ερμηνείας των όσων «ακατανόητων» έως και «ύποπτων» συντελούνται σ’ αυτό τα τελευταία χρόνια. Η διαπίστωση αυτή ερμηνεύει, ως ένα βαθμό, τόσο την πολιτική που ακολουθεί η κομματική ηγεσία όσο και την οργανωτική δομή που έχει εγκαταστήσει και τη χρησιμοποιεί για να υπηρετήσει αυτή την πολιτική.

Αυτό που παρατηρείται εδώ και καιρό είναι η συστηματική εγκατάλειψη του ενός μετά το άλλο των μετώπων, που προνομιακά θα μπορούσε να παίξει ρόλο το ΚΚΕ, οδηγώντας τον κομματικό οργανισμό – οργανώσεις και κάθε μορφής παρέμβαση στην κοινωνία – σε μια απονεύρωση και σε παροπλισμό:

Εγκαταλείφθηκε το μαζικό λαϊκό κίνημα αλλά και το εργατικό κίνημα, παρά τον ρόλο και την παρουσία του ΠΑΜΕ. Αυτό γιατί η παρουσία μιας «πρωτοπορίας» από μόνη της ούτε αποτελεί ούτε δημιουργεί κίνημα, καθώς το ζητούμενο δεν είναι κάποιοι ακτιβισμοί επιλεγμένων στελεχών αλλά η σχέση αλληλοτροφοδότητησης με τις εργατικές και λαϊκές μάζες, πράγμα που το αποτρέπει, αν δεν το απαγορεύει, η αποστειρωμένη παρουσία αυτής της «πρωτοπορίας», που θέτει πάντα σαν προαπαιτούμενο για την όποια συμπόρευση, τη συμφωνία με την «λαϊκή εξουσία» και τη στρατηγική του ΚΚΕ. Τελικά όλα δείχνουν πως κάποιοι δεν θέλουν να εκδηλωθεί η λαϊκή οργή και να γίνει οργανωμένη πάλη και όχι πως δεν είναι οι συνθήκες ώριμες για να γίνει αυτό.

παπαρηγαΕγκαταλείφθηκαν έννοιες όπως «πατριωτισμός», «εθνικό», «ανεξαρτησία», «κυριαρχικά δικαιώματα». Επίσης ο όρος «αριστερά» έγινε απαγορευμένος και εγκαταλείφθηκε με ό,τι αυτός σήμαινε στη συλλογική μνήμη του λαού. Ετσι λοιπόν, αντί να δοθεί η μάχη για ν’ αποκτήσουν αυτές οι έννοιες, που είναι ριζωμένες στο συλλογικό υποσυνείδητο των ριζοσπαστικών στρωμάτων της κοινωνίας, τέτοιο περιεχόμενο που ν’ ανταποκρίνεται στις σύγχρονες συνθήκες καπιταλιστικής ανάπτυξης και να υπηρετούν την λαϊκή πάλη, αφέθηκαν – μάλιστα σε συνθήκες γενικευμένης καπιταλιστικής κρίσης – στην τύχη τους και μαζί τους τμήματα του ελληνικού λαού έγιναν έρμαια κάθε είδους πολιτικών μορφωμάτων ακόμα και φασιστικών. Τελικά το ΚΚΕ, δηλαδή η ηγεσία του, παρέδωσε τα όπλα του στους αντιπάλους του και στους εχθρούς του λαού.

Το ιδεολογικό περιτύλιγμα βρέθηκε στο όνομα της καθαρότητας της γραμμής και από ‘κει και πέρα έγιναν ιδεολογικές κατασκευές για να υπηρετήσουν αυτή τη γραμμή. Πρόκειται για μια ολοκληρωτική αναθεώρηση της ιστορίας του ΚΚΕ και του λαϊκού κινήματος που έφθασε μέχρι το σημείο να θεωρείται το ΕΑΜ (Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο) ως «οπορτουνιστικό», γιατί τάχα δεν έβαλε το ζήτημα της «λαϊκής εξουσίας», απαγορεύοντας μάλιστα στους αγωνιστές αυτού του κινήματος που παραμένουν στους κόλπους του ΚΚΕ, να συμμετέχουν στις εκδηλώσεις και να καταθέτουν στεφάνια στις επετείους της 28ης Οκτωβρίου 1940 και της 25ης Μαρτίου 1821.

Κατασκευάστηκε το ιδεολόγημα περί συμμετοχής της Ελλάδας στην «ιμπεριαλιστική πυραμίδα», το οποίο δεν απαντάει σε τίποτα, παρά μόνο εξασφαλίζει τον παροπλισμό και την αποστράτευση του λαϊκού κινήματος τόσο από το αντιμονοπωλιακό, όσο και από το αντιιμπεριαλιστικό μέτωπο. Είναι χαρακτηριστικό ότι απαγορεύτηκε ακόμα και η χρήση σε κείμενα του «Ριζοσπάστη» λέξεων όπως «κατοχή», «εξάρτηση», «υποτέλεια». Μα και επί γερμανικής κατοχής (1941-1944) τμήματα της ελληνικής άρχουσας τάξης συμμετείχαν και τότε στο ιμπεριαλιστικό σύστημα, πολύ περισσότερο μάλιστα που και τμήματα του πολιτικού κόσμου, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, συνεργάστηκαν με τους κατακτητές αλλά δεν έπαψε να υπάρχει κατοχή. Και μη σπεύσει κάποιος να πει ότι τώρα βρισκόμαστε στον «ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού που είναι ο ιμπεριαλισμός» γιατί ούτε αυτό είναι κάτι καινούργιο.

Τα αποτελέσματα είναι τραγικά.Σε μια περίοδο που ο λαός έχει ανάγκη το ΚΚΕ και αν δεν υπήρχε θα το έφτιαχνε, το σημερινό ΚΚΕ, δηλαδή η ηγεσία του – τα στελέχη του αρέσκονται να λένε πως «το Κόμμα είναι η καθοδήγησή του» – κάνει μια συστηματική προσπάθεια να αποστασιοποιείται από τις επείγουσες ανάγκες του λαού παραπέμποντας τα πάντα στη «λαϊκή εξουσία». Δηλαδή αφήνει το λαό ξεκρέμαστο. Στην πραγματικότητα η εργατική τάξη ο ελληνικός λαός παραδόθηκε αμαχητί στα αρπακτικά, ξένα και ντόπια. Αυτοί που ήταν ταγμένοι να τον υπερασπιστούν και να οργανώσουν τον αγώνα του αρκέστηκαν σε κάποιες αποστειρωμένες από το λαό «παρελάσεις» και «περιπάτους» για την τιμή των όπλων.

Μάλιστα, κάποια στιγμή ο εργαζόμενος λαός και η νεολαία, μέσα στην απελπισία τους, πήραν των ομματιών τους και βγήκαν σαν «αγανακτισμένοι» στις πλατείες, κουβαλώντας ο καθένας ό,τι είχε πάνω του, προσπαθώντας να συνδέσει τη δική του πολιτική συνείδηση με την ανάγκη «κάτι να γίνει». Δεν βρέθηκαν, όμως, αντιμέτωποι στο Σύνταγμα μόνο με τα ΜΑΤ και τα δακρυγόνα της κυβέρνησης αλλά και με την συκοφαντία από την ηγετική ομάδα του ΚΚΕ, πως τάχα το… «αυθόρμητο δεν είναι πολιτικό» πως είναι… «ακροδεξιοί» (ομιλία της Α.Παπαρήγα στη Βουλή) πως η Πλατεία είναι… «χώρος διακίνησης ναρκωτικών» (ρεπορτάζ «Ριζοσπάστη») κλπ.

Μια γενικευμένη επιχείρηση καταστολής του «κινήματος της Πλατείας» αποτέλεσε η προβοκάτσια της 20ης Οκτώβρη 2011, όπου η δήθεν «περικύκλωση της Βουλής» από το ΠΑΜΕ εξελίχθηκε σε περιφρούρηση της Βουλής σε ρόλο ΜΑΤ και τελικά σε ένα «μπάχαλο» που έδιωξε τον κόσμο από την Πλατεία. Είχε προηγηθεί ο Δεκέμβρης του 2008, όπου η κομματική ηγεσία μέσω του «Ριζοσπάστη» προσπάθησε με κάθε τρόπο να συκοφαντήσει τη νεανική οργή.

Για όλα τα παραπάνω έγιναν πολλές και αξιόλογες προσπάθεις, κυρίως στα πλαίσια του προσυνεδριακού διαλόγου για το 19ο Συνέδριο του ΚΚΕ, τόσο για ερμηνεία της πολιτικής που ακολουθεί η ηγεσία του Κόμματος όσο και για την δικαιολόγηση αυτής της πολιτικής. Ωστόσο, αυτό που λείπει είναι μια απάντηση σ’ ένα μεγάλο «ΓΙΑΤΙ;» ακολουθείται αυτή η πορεία.

Στην προσπάθεια ν’ απαντηθεί αυτό το «γιατί», δεν μπορεί παρά να αναζητούνται λύσεις του «αινίγματος» του σημερινού ΚΚΕ και στην απάντηση του ερωτήματος «τελικά ποιός ωφελείται;». Σαν μεθοδολογία ερμηνείας πολιτικών φαινομένων και γεγονότων είναι προσφιλής στην ηγεσία του ΚΚΕ. Δηλαδή, εκ του αποτελέσματος να αναζητούνται τα αίτια και αυτοί που το προκάλεσαν και τα τυχόν κίνητρα τους. Το αποτέλεσμα λοιπόν είναι οπαροπλισμός του ΚΚΕ και η εγκατάλειψη του λαού στην τύχη του.

Είναι γεγονός πως καλύτερο δώρο σε όσους επί τόσα χρόνια επιβουλεύονταν το ΚΚΕ και προσπαθούσαν να το βάλουν στο χέρι, δεν θα μπορούσε να υπάρξει. Εφθασε στο σημείο το κόμμα που ήταν «καρφί στο μάτι τους» να μην τους ενοχλεί σε τίποτα και ελεύθεροι να εφαρμόζουν τα καταστροφικά για τη χώρα και το λαό σχέδιά τους, ενώ η ηγεσία του ΚΚΕ διατείνεται πως «το θέμα δεν είναι το χρέος», «το θέμα δεν είναι τα μνημόνια», «το θέμα δεν είναι η έξοδος από την ευρωζώνη», «το θέμα δεν είναι η έξοδος από την ΕΕ», «το θέμα δεν είναι η έξοδος από το ΝΑΤΟ», «το θέμα δεν είναι να μη γίνονται απολύσεις», «το θέμα δεν είναι…» αυτό ή το άλλο αποτέλεσμα της καπιταλιστικής κρίσης αλλά ο ίδιος ο καπιταλισμός, αυτός φταίει και άρα η λύση είναι η «λαϊκή εξουσία» και ως τότε… τίποτα. Ετσι συντελείται το πρωτοφανές: παραίτηση από την πολιτική πάλη, παραίτηση από την ίδια την ταξική πάλη.

Εφθασε στο σημείο το κόμμα, το ΚΚΕ που ήταν καρφί στο μάτι των ιμπεριαλιστικών επιτελείων και στη γεωστρατηγική τους σκακιέρα ήταν μια εχθρική σταθερά, να παροπλίζεται με το ιδεολόγημα της ελληνικής συμμετοχής στο ιμπεριαλιστικό σύστημα, που οδηγεί στο συμπέρασμα πως δεν έχει νόημα το μέτωπο απέναντι στον ιμπεριαλισμό, αφού η αφού η Ελλάδα δεν είναι μια εξαρτημένη χώρα αλλά είναι μέρος της ιμπεριαλιστικής πυραμίδας και συνεπώς το θέμα είναι ανατροπή του καπιταλισμού….»

(το υπόλοιπο του κειμένου εδώ…)

«Το τραγούδι του έμπορα» και «Αιώνας εμπορίου»…

capitalist

Μπ. Μπρεχτ, «Το τραγούδι του έμπορα»

«Ρύζι έχει κει κάτω κοντά στο ποτάμι
Εκεί ψηλά στο βουνό χρειάζουνται ρύζι
Αν το ρύζι το κρύψουμε στις αποθήκες
θ’ ακριβύνει το ρύζι γι’ αυτούς εκεί πάνω
Οι μαούνες του ρυζιού θα ‘χουν λιγότερο ρύζι
και το ρύζι φτηνότερο θα ‘ναι για μένα

Τι είναι στ’ αλήθεια το ρύζι
Πού να ξέρω το ρύζι τι είναι
Ποιος να το ξέρει τάχα
Δεν ξέρω το ρύζι τι είναι
Ξέρω την τιμή του μονάχα

Φτάνει χειμώνας και χρειάζουνται ρούχα
Πρέπει μπαμπάκι λοιπόν ν’ αγοράσουμε
και το μπαμπάκι να μην το πουλήσουμε
Σαν θα ‘ρθει το κρύο, θ’ ακριβύνουν τα ρούχα
Τα κλωστήρια πληρώνουν πολύ ψηλά μεροκάματα
Κι έπειτα υπάρχει πάρα πολύ μπαμπάκι

Τι είναι στ’ αλήθεια το μπαμπάκι
Πού να ξέρω το μπαμπάκι τι είναι
Ποιος να το ξέρει τάχα
Δεν ξέρω το μπαμπάκι τι είναι
Ξέρω την τιμή του μονάχα

Κι ο άνθρωπος παρατρώει φαΐ
γι’ αυτό κι ο άνθρωπος όλο ακριβαίνει
Για να φτιάξεις φαΐ, χρειάζεσαι ανθρώπους
Οι μάγειροι κάνουν φτηνότερο το φαΐ
αλλάοι φαγάδες όλο και τ’ ακριβαίνουν
Κι έπειτα υπάρχουν πάρα πολλοί άνθρωποι

Τι είναι στ’ αλήθεια ο άνθρωπος
Πού να ξέρω ο άνθρωπος τι είναι
Ποιος να το ξέρει τάχα
Δεν ξέρω ο άνθρωπος τι είναι
Ξέρω την τιμή του μονάχα»
(Από το θεατρικό έργο «Η απόφαση» 1930)

(Μπ. Μπρεχτ, Ποιήματα, μτφ. Μάριου Πλωρίτη, Θεμέλιο)

 2986374831_2ce4b67954

Τάσος Λειβαδίτης, «Αιώνας Εμπορίου»

«H προσφορά κι η ζήτηση ρυθμίζουνε την κοινωνία
έλεγε ο μεγάλος αδερφός μου Mαρξ. Ένα μικρό, ανήθικο
εμπόριο
κάθε χειρονομία, κάθε λέξη, κι η πιο κρυφή σου σκέψη ακόμα,
μεγάλα λόγια στις γωνιές των δρόμων, οι ρήτορες σαν τους
λαχειοπώλες
διαφημίζοντας όνειρα για μελλοντικές κληρώσεις
τα αισθήματα στο Xρηματιστήριο, στα λογιστικά βιβλία
δούναι και λαβείν, πίστωση, χρέωση,
ισολογισμοί, εκπρόθεσμες συναλλαγματικές, μετοχές,
χρεώγραφα
κι ας κλαίει αυτή η γυναίκα στο δρόμο, τί σημασία έχει;
«ζούμε σε μια μεγάλη εποχή», οι παπαγάλοι δεν κάνουν
ποτέ απεργία
μικροί, ανάπηροι μισθοί αγορασμένοι με νεκρές
περηφάνειες
γνώση αβέβαιη, πληρωμένη μ’ όλη τη βέβαιη νειότη σου,
βρέχει νομίσματα, οι άνθρωποι τρέχουν σαν τρελλοί να τα
μαζέψουν
νομίσματα όλων των εποχών, ελληνικά, ρωμαϊκά, της Bαβυλώνας,
δολλάρια ασημένια
η βροχή είναι πυκνή, ανελέητη, πολλοί σκοτώνονται
πλανόδιοι έμποροι αγοράζουνε τα πτώματα ― θα χρειαστούν
μεθαύριο
σαν ανεξόφλητες αποδείξεις της «μεγάλης μας εποχής»,
κι αυτούς τους λίγους στίχους χρειάστηκε ένα ολόκληρο
θησαυροφυλάκιο πόνου, για να τους αποσπάσω
απ’ τη φιλάργυρη αιωνιότητα, σαν τοκογλύφοι οι μέρες μας
μάς κλέβουν τη ζωή, τί ζέστη, Θε μου, κι όμως βρέχει,
τί καιρός, μα δε θα μου τη σκάσετε εμένα, κύριοι,
είμαι ιδιοφυία στο είδος σας, πίστωση, χρέωση,
ο Pοκφέλλερ άρχισε
πουλώντας καρφίτσες. Θα χτίσω, λοιπόν, κι εγώ ένα μεγάλο
προστατευτικό σπίτι
με τις πέτρες που μου ρίξατε
σ’ όλη τη ζωή μου.»
(Τάσος Λειβαδίτης, Ποίηση 1950-1966 τ. 1ος, εκδ. Κέδρος)

Πες το με ποίηση (7ο): «Όσο πάει η αγάπη μας και λιγοστεύει…»…

 tz08d

 «…Μες στον καθρέφτη η αγάπη μας, πώς πάει και λιγοστεύει
μέσα στον ύπνο τα όνειρα, σκολειό της λησμονιάς
μέσα στα βάθη του καιρού, πώς η καρδιά στενεύει
και χάνεται στο λίκνισμα μιας ξένης αγκαλιάς…»

(Γ. Σεφέρης, απόσπασμα από τον «Ερωτικό λόγο»)

 33925

Τάσος Λειβαδίτης, «Οι τελευταίοι» (απόσπασμα)

 

«Τώρα τι απόμεινε απ’ το έρωτα; Δίπλα σου ζει μια ξένη,

που δε σε γνώρισε

κι ούτε τη γνώρισες ποτέ σου. Τα μαλλιά της γεράσανε

και πάνω στα ωχρά της χείλη

σαπίζουν αρχαία μακρόσυρτα φιλιά και παλιά ανοιξιάτικα

λόγια.

Ανάμεσά σας, σα μια μεγάλη ξενιτιά, έστεκε ο ανίκητος

χρόνος.»

 

Τάσος Λειβαδίτης, «Αναπότρεπτο»

 

«Όλα δείχναν πως είχε τελειώσει η αγάπη μας.

Τα χάδια μας ξυπνούσαν τώρα πιότερο την ανάμνηση

παρά το ίδιο μας το κορμί. Κι όμως δε θέλαμε να το πιστέ-

ψουμε,

επιμέναμε. Σκεπάζοντας ρωγμές του χρόνου

με όρκους, δάκρυα, ασέλγειες, κι άλλες τέτοιες υπέροχες

και μάταιες υπερβολές.

 

Μα όταν εκείνο το βράδυ σηκωθήκαμε και ντυθήκαμε σιωπηλοί

κι έφυγες χωρίς να σε σταματήσω ή να σε καλέσω πίσω

και το κρεβάτι έμεινε βουλιαγμένο κι άδειο, σαν ένας τάφος

που ζητάει το νεκρό του,

και βρέθηκες μονάχη στη μέση του δρόμου, κι εγώ καταμό-

ναχος στην άδεια παγωμένη κάμαρα,

έκλαψα – έκλαψα τότε ατέλειωτα,

καθώς είδα με τρόμο ξαφνικά, πόσο είχαμε σταθεί για πάντα

ξένοι.

(Τάσος Λειβαδίτης, Ποίηση, τ. 1ος, Κέδρος)

 _1_~1

Βύρων Λεοντάρης, «Η Μαρία στο παράθυρο» (απόσπασμα)

 

“Εγώ είμαι που είχα  πει: θα σ’ αγαπώ για πάντα.

Μα όσο περνούν τα χρόνια το για πάντα

όλο και τρέμει πιο πολύ σαν αναφιλητό

κι η αγάπη είναι μια λέξη που αποφεύγουμε

όπως τα μάτια αυτών που γύρισαν από εξορία – και που

θα ξαναπάν…»

(Βύρων Λεοντάρης, Ψυχοστασία, Ύψιλον/βιβλία)

  fasianos_-_eros_aggelos

Ελίζαμπεθ Τζέννιγκς, «Σαρξ μία»

 

«Τώρα δεν πλαγιάζουν μαζί, έχουν κρεβάτια χωριστά,

Μ’ ένα βιβλίο εκείνος, έχει το φως αναμμένο,

Σαν κορίτσι εκείνη τα νιάτα ονειροπολεί,

Όλοι είναι φευγάτοι- καινούρια περιστατικά

Θαρρείς πως καρτερούν:  το βιβλίο αφημένο,

Το βλέμμα της στην οροφή τους ίσκιους παρακολουθεί.

 

Σαν ναυάγια τους ξέβρασε κάποιο πάθος αλλοτινό,

Δίχως καν ένα άγγιγμα, πλαγιάζουν παγωμένοι,

Μα κι αν τυχόν αγγίζονται μοιάζει με ομολογία

Πως λίγη θέρμη απόμεινε, ή και πολύ, στους δυο.

Η αγνότητα, σαν προορισμός, τώρα τους απομένει

Που σ’ όλη τους τη ζωή στάθηκε σαν μια προετοιμασία.

 

Κι οι δυο παράξενα μακριά, κι όμως παράξενα κοντά,

Ανάμεσά τους η σιωπή τους συγκρατεί σαν νήμα

Χωρίς να τους τυλίγει. Κι ο χρόνος είναι ένα φτερό

Που τους αγγίζει ελαφρά. Το ξέρουν άραγε καλά

Πως γέρασαν αυτοί οι δυο, οι άμοιροι γονιοί μου

Πως η φωτιά τους πάγωσε, απ’ όπου βγήκα έναν καιρό;»

(Ξένη ποίηση του 20ου αιώνα, Μαρία Λαΐνά, Ελληνικά Γράμματα)

*(Ελίζαμπεθ Τζέννιγκς (1926-2001): Αμερικανίδα ποιήτρια. Γεννήθηκε στη Βοστώνη. Ανήκει στην ομάδα των πρώτων μεταπολεμικών ποιητών, που έγινε γνωστή με το όνομα «Το κίνημα.»)

 

Μιχάλης Γκανάς, «Προσωπικό» (απόσπασμα)

 «Επειδή η ζωή μας μοιάζει να φυραίνει
μέρα τη μέρα, δε θα πει πως η ζωή
δεν αξίζει τον κόπο.

 Επειδή σ’ αγάπησα και σ’ αγαπώ ακόμη
κι ας μην είναι όπως παλιά,
δε θα πει πως πέθανε η αγάπη,
κουράστηκε ίσως, σαν καθετί που ανασαίνει….»

Μ. Γκανάς, Γιάλυνα Γιάννενα, Καστανιώτης)

 

[Του κόσμου οι αδικητάδες] (από την «Αληθινή απολογία του Σωκράτη», του Κ. Βάρναλη)…

330498_varn1_485641732

Ο Κώστας Βάρναλης είναι περισσότερο γνωστός σαν ποιητής, αλλά εκτός από ποίηση έγραψε και πρόζα (πεζογραφία)… Όλο του το έργο, ποιητικό και πεζό,  διαπνέεται από τη φλογερή υπεράσπιση των φτωχών και αδικημένων ενάντια στους αδικητάδες όπου γης.

Παραθέτω εδώ ένα απόσπασμα από το γνωστό πεζογράφημα του Κώστα Βάρναλη, «Η αληθινή απολογία του Σωκράτη»:

[Του κόσμου οι αδικητάδες]:

(μιλάει ο Σωκράτης στο δικαστήριο) «… “Ουδείς εκών κακός” (κανείς κακός με τη θέλησή του). Αυτό όμως θα πει: μην τιμωρείτε του αδικητάδες, γιατί θα τους… αδικήσετε. Είναι αθώοι! Δεν ξέρουν ότι κάνουν κακό! Υπομονή! Άμα τους διδάξουμε τι  ‘ναι καλό και τι κακό, θα λείψουν από τον κόσμο κάκητα κι αδικεμός και θα βασιλέψ’ η καλοσύνη… Χρειάζονται σκολειά. Και τα σκολειά θα τα χτίζουν οι αδικητάδες. Ξέρετε γιατί; Καλό και δίκαιο και χρέος είναι μονάχα η σακούλα τους. Θα μαθαίνουνε λοιπόν οι ίδιοι στα παιδιά του λαού να μην αντιστέκονται στην αδικιά, όταν μεγαλώσουν.

Έτσ’ η φιλοσοφία μου στύλωσε το καθεστώς της ανισότητας, “το του κρείττονος συμφέρον”. Φυσικά δεν έπρεπε να με σκοτώσετε γι αυτό! Άμβωνας, Θρανίο, Εφημερίδα και Κλομπ θα δουλεύουν αδερφικά να χωρίζουνε τους πολίτες σε χορτάτους και σε κορόιδα και να ταιριάζουνε τα’ αταίριαστα με την “αρμονία των τάξεων”. Αυτηνής της αρμονίας στάθηκα πρώτος μαέστρος.  Κι ας με σκοτώνετε για άθεο. Τα δικά μου μαθήματα θα τα κάνουνε μεθαύριο θρησκεία τους οι Χριστιανοί. Θα με τιμήσουνε για προφήτη του Θεού τους και θα ζωγραφίσουνε τα μούτρα μου στις εκκλησιές τους με πλατύ χρυσοστέφανο γύρω στα τσουλούφια μου.» […]

βαρναλης

(μιλάει ο Σωκράτης) «… Θα πήγαινα, που λέτε, στους λαϊκούς μαχαλάδες της Αθήνας, στα βρομοχώρια της Αττικής από τις Κάβο Κολόνες ίσαμε τα Κούντουρα κι από την Κούλουρη ίσαμε το Καπαντρίτι. Θα κατέβαινα στα σκοτεινά χαμόσπιτα, γεμάτα κοριούς και χτίκιασμα, θα ‘μπαινα στα μικρομάγαζα της φτωχολογιάς, στα καρβουνιάρικα του λιμανιού, γεμάτα λέρα και μπόχα. Και θα ‘λεγα: “Λέφτεροι πολίτες! Αυτός ο τόπος, κι αν ακόμα βρισκότανε στη μακρινή Σκυθία, όπου σπάνια ξεμυτίζει ο ήλιος ανάμεσα από μαύρα σύννεφα και πάνω σ’ άλυωτα χιόνια, πάλε θα ‘τανε ο καλύτερος απ’ όλους, γιατί το θέλει η καρδιά σας. Είναι η πατρίδα. Δικιά σας η πατρίδα, μα τίποτα δικό σας μέσα σ’ αυτήνε: χωράφια και παλάτια, καράβια και χρήμα, Θεοί κ’ εξουσία, σκέψη και θέληση – όλα ξένα! Λιγοστοί σας έχετε τόσο μέρος, όσο να  τρυπώνετε ζωντανοί και να θάβεστε ζωντανοί, και τόση λεφτεριά, όσο να κάνετε τη φυσική σας ανάγκη στη ρεματιά, όταν δε σας βλέπει ο χωροφύλακας… Κι όταν βυθίζετε το μάτι σας πέρα στο γαλάζιο πέλαγος, όπου πάνε κι έρχονται καΐκια και φρεγάδες κουβαλώντας από το στόμα του Νείλου κι απ’ τον Κιμμέριο Βόσπορο κι από τις Ηράκλειες Στήλες σιτάρι, χάλκωμα, μετάξι και γυναίκες, περηφανεύεστε, πως είναι δικά σας, γιατί ‘ναι «εθνικά!». Και κανένας δε συλλογάται, πως όλα τ’ αγαθά μαζεύονται σε λίγα χέρια. Ατζέμηδες, Μοραΐτες, Θηβαίοι και Κορθιανοί σας σκοτώνουνε μια φορά οι ξένοι, με τα χέρια τ’ αδερφικά σας σφίγγουνε το καρύδι του λαρυγγιού σ’ όλη σας τη ζωή και σας δολοφονούνε κάθε μέρα. Όχι μονάχα τίποτα δικό σας γύρα, μα κι όλος ο εαυτός σας κ’ η ψυχή σας είναι δικά τους….

Θρακιώτες, Ασιάτες, Αφρικανοί και Σκύθες και Ρωμιοί! Οικέτες, θεράποντες, επιστάτες, παιδαγωγοί, τσογλάνια. Μαντινούτες του γυναικωνίτη κι άγιες πόρνες των Θεών και των ανθρώπων. Σκλάβοι δημόσιοι και σκλάβ’ ιδιωτικοί. Η ξετσίπωτη φιλοσοφία δασκαλεύει, πως είσαστε γεννημένοι σκλάβοι. Μα μήτε Θεοί μήτε κ’ η φύση διατάξανε το σπέρμα του πατέρα σας να σας γεννήσει τέτοιους. Η τύχη σας έκανε κ’ η συνήθεια σας αποτελείωσε. Είσαστε σκλάβοι εσείς για να ‘ναι ουλ’ οι αδικητάδες λέφτεροι. Σηκώστε το κεφάλι… Είσαστε το μεγάλο ψυχομέτρι. Νιώστε τη δύναμή σας κι ενωθείτε μ’ όλους τους αδικημένους. Να σηκώσετε μοναχά τα σφυριά, τα δρεπάνια, τα πελέκια, τα κρικέλια σας και θα γίνει κουρνιαχτός ολάκερ’ η δημοκρατία των «αρίστων». Να τους πάρετε τ’ αγαθά και να του βάνετε να δουλεύουν για να τρώνε” –“Και θα καθόμαστ’ εμείς”, θ’ απαντούσανε μερικοί μαθημένοι να σέρνονται σα ραγιάδες στην κοιλιά μπροστά στους δυνατούς και να ξεκοιλιάζουνε τους αδύνατους. – “Όχι”, θα φώναζα εγώ. “Θα δουλεύουνε κ’ αυτοί κ’ εσείς. Κοινή δουλειά, κοινά τα’ αγαθά κι η λεφτεριά…” – “Αμ τότες ας λείπει τέτοια λεφτεριά. Δε μας κάνει…” – “Μην πειράζεστε! Σαν έρτει κειν’ η ώρα, θα μπείτε στο δρόμο να γίνετε ανθρώποι, να λυτρώσετε θέλοντας και μη, το σώμα σας, την ψυχή σας και το πνέμα σας”…»

(Κ. Βάρναλης, Η αληθινή απολογία του Σωκράτη, Κέδρος)

 

«Δε δίνω λέξεις παρηγόρια

δίνω μαχαίρι σ’ ολουνούς

καθώς το μπήγω μες στο χώμα

γίνεται φως, γίνεται νους.

 

Άκου πώς παίρνουνε οι αγέρες

χιλιάδων χρόνων τη φωνή!

Μέσα στο λόγο το δικό μου

ολ’ η ανθρωπότητα πονεί.»

(Κ. Βάρναλης, Ποιητικά, Κέδρος)

 

*Διαβάστε «Ο Σωκράτης του Βάρναλη» εδώ…

Εμείς, οι αρχαίοι και η προγονοπληξία μας…

raphael-school-of-athens

«Προγονοπληξία και ψευδοκλασικισμός (δηλαδή τυπολατρεία), κυριάρχησαν μέχρι τούδε εις τας τάξεις των πνευματικών ιθυντόρων… Από την τοιαύτην προγονοπληξία και τον τοιούτον ψευδοκλασικισμόν, πρέπει να απαλλαγεί η παιδεία. Εις την λατρείαν και την καλλιέργειαν τοιούτων ιδανικών όσον περισσότερας ώρας παρέχεις, τόσον μεγαλυτέρας βλάβης γίνεσαι πρόξενος…».

Τα παραπάνω έγραφε ο διανοούμενος της κομμουνιστικής Αριστεράς, Δημήτρης Γληνός, το 1914, στο άρθρο του «Προγονοπληξία και Προγονολατρεία» που περιέχεται στο βιβλίο του «Ένας άταφος νεκρός» (Αθήνα, 1925).

Εν προκειμένω «Ο άταφος νεκρός» του Γληνού είναι η αρχαιοελληνική κληρονομιά την οποία έχουμε κάνει (εθνική) παντιέρα που την υψώνουμε υπερηφάνως εν παντί καιρώ και με κάθε ευκαιρία για να δηλώσουμε, καυσιολογώντας αμετροεπώς, την ένδοξη καταγωγή μας, επιχειρώντας έτσι να συγκαλύψουμε άρον άρον τη σύγχρονή μας πολιτισμική, ηθική, κοινωνική και πολιτική μας ένδεια παραπέμποντας στο ένδοξο παρελθόν των «προγόνων» μας, επειδή έτυχε να γεννηθούμε σε τούτο τον τόπο όπου αυτοί, 2.500 χρόνια πριν, μεγαλούργησαν.

Βάζω τη λέξη «πρόγονοι» σε εισαγωγικά, γιατί είναι αστειότητες το να μιλάμε για «εξ αίματος» καταγωγή από τους αρχαίους Έλληνες, καθώς σε τούτο τον τόπο στο διάβα των αιώνων πέρασαν φυλές και φυλές, εθνότητες κι εθνότητες, και «Κύριος οίδε» από που κρατάει η σκούφια του καθενός μας.

«Εμείς και οι αρχαίοι»… Εμείς και μια κληρονομιά που ώρες ώρες μας βαραίνει μέχρι συνθλίψεως και μας πείθει είτε πως δεν μπορούμε να πράξουμε τίποτα το καλό και το άξιο, αφού «αυτοί τα είπαν και τα έπραξαν όλα, κι όλα θαυμάσια», είτε πως δεν οφείλουμε να πράξουμε τίποτε, εφόσον έχουμε στη μοιραία κατοχή μας μια προίκα αμύθητη για να συντηρεί τη μακαριότητά μας, να μας φέρνει τουρίστες για να απολαμβάνουν τα ένδοξα μνημεία τους, να μας φέρνει μελέτες αλλογενών για τα μνημειώδη γραπτά τους, να μας φέρνει τους ξένους εσαεί χρεώστες και ταπεινούς προσκυνητές στο μεγαλείο τους, που εμείς οι σύγχρονοι Έλληνες εκλαμβάνουμε σαν καταδικό μας μεγαλείο. Κι ας μένουμε ενεοί μη μπορώντας να δώσουμε απάντηση στο εύλογο ερώτημα κάποιου ξένου: «Καλά, οι αρχαίοι “πρόγονοί” σας μεγαλούργησαν, εσείς οι σύγχρονοι “απόγονοί” τους, αν όχι κάτι το μεγαλειώδες, τι το άξιο λόγου δημιουργήσατε;».

«Εμείς και οι αρχαίοι»… Διχασμένο το βλέμμα μας, διχασμένα και τα αισθήματα, κι οι σκέψεις βραχυκυκλωμένες ή και διχαστικές, όταν διατυπώνονται με  την αυταρέσκεια του δογματίζοντος θυμού. Αγαπάμε τους αρχαίους αλλά η αγάπη μας αυτή όλο και πιο σπάνια ωριμάζει μέσα στη γνώση, απλώς την κληρονομούμε και αυτήν, σαν ένα σχήμα, σαν ένα σταθερό στοιχείο του περιβάλλοντός μας, όπως η θάλασσα ή ο πάλαι ποτέ αττικός ουρανός, ή σαν ένα χρέος ανάμεσα σε τόσα άλλα.

Κι αν μετρήσει κανείς πόσοι είναι, και πόσο επικίνδυνοι, οι ωμοί έμποροι αυτής της αγάπης, καθώς και οι παραχαράκτες  και οι μυθολόγοι της, αν μετρήσει πόσε φορές η «ευγενής καταγωγή» έγινε άθλιο ιδεολόγημα στο άναρθρο στόμα και στα βίαια χέρια αυταρχικότατων, αντιδημοκρατικών καθεστώτων, αν μετρήσει πόσα ανομήματα, αστοχίες και υπερβολές αθωώνουμε με το άλλοθι των γονιδίων, αν μετρήσει πόσες εκδοχές του εθνικισμού στρέβλωσαν, καταφαύλισαν και στραγγάλισαν τον αρχαίο λόγο για να αναζητήσουμε εκεί τη νομιμοποίηση του παράφορου μεγαλοϊδεατισμού, του φαιού σωβινισμού τους (κλέβοντας μισή φράση εδώ, νοθεύοντας αγρίως μια άλλη παρακάτω ή παριστάνοντας σαν αυθεντική μιαν αποδεδειγμένα κίβδηλη, ώστε να βολευτούν τα σχηματάκια που έχει προκατασκευάσει το παραλήρημά τους), καταλήγει να σκεφτεί και να πιστέψει ότι ο πλούτος που μας κληρώθηκε δεν είναι πάντοτε και μόνο ευλογία αλλά και κατάρα, σαν ένα φως που μας τυφλώνει, σαν μια σειρήνα που μας παίρνει τα μυαλά και μας καταποντίζει, ενόσω εμείς αποκοιμιόμαστε στον ίσκιο της ψευδαίσθησής μας ότι απολαμβάνουμε την αίγλη των «προγόνων» μας.

Με ιδεολογικοποιημένη μονοτονία κι άφρονα προγονοπληξία, εξάγουμε το μεγαλείο της αρχαιότητας και στηρίζουμε στη φήμη της την ψευδαίσθηση της εθνικής μας καταξίωσης συμπεριφερόμενοι ωσάν όλοι οι λαοί της γης να μας χρωστάνε, κι όλα τα σχέδιά μας για να προσελκύσουμε τουρίστες, κι άλλους τουρίστες, θεωρούμε όμως αδιανόητο και απολίτιστο το δικαίωμα των ξένων να διαμαρτύρονται με επιστολές στις εφημερίδες της πατρίδας τους για την κατάντια των μουσείων μας και γενικότερα των αρχαιολογικών χώρων, αλλ’ εμείς έχουμε και πάλι εύκολη την απάντηση, ξεσπαθώνοντας για άλλη μια φορά εναντίον των ανθελλήνων που έχουν ψωμοτύρι τις εις βάρος μας συνωμοσίες.

Ακόμα κι αν δηλώνουμε αποκλειστικοί ιδιοκτήτες και διαχειριστές της αρχαιότητας, η στοιχειώδης εντιμότητα επιβάλλει να μη λησμονούμε ότι τη μισή- τουλάχιστον- γνώση των αρχαίων την οφείλουμε και θα την οφείλουμε για πάντα σε μη Έλληνες, το μόχθο των οποίων καρπωνόμαστε, συχνά μάλιστα χωρίς την παραμικρή ευχαριστήρια αναφορά. Αλλά και την αγάπη των αρχαίων τη χρωστάμε εν πολλοίς στους ξένους, καθώς αυτοί τους αγαπούσαν τα χρόνια που εδώ τα πλάκωνε η σκλαβιά, όταν ελάχιστοι εδώ μνημόνευαν την αρχαιότητα, τη μελετούσαν και αυτοαναγνωρίζονταν σ’ αυτήν και στο όνομα «Έλλην».

1η Απρίλη 2013… Καλό μήνα με το ποίημα του μήνα: Ο. Ελύτης, [Θυμάμαι ήταν Απρίλης] – Γ. Ρίτσος, [Τέσσερις Απρίληδες] – Κ. Καρυωτάκης, [Τριαντάφυλλο τ’ Απρίλη]….

68

Οδυσσέας Ελύτης, [Θυμάμαι ήταν Απρίλης]

“… Θυμάμαι ήταν Απρίλης όταν ένιωσα πρώτη φορά

το ανθρώπινο βάρος σου

Το ανθρώπινο σώμα σου πηλό κι αμαρτία

Όπως την πρώτη μέρα μας στη γη

Γιόρταζαν τις αμαρυλλίδες- Μα θυμάμαι πόνεσες

Ήτανε μια βαθιά δαγκωματιά στα χείλια

Μια βαθιά νυχιά στο δέρμα κατά κει που χαράζεται

Παντοτινά του ο χρόνος

 

Σ’ άφησα τότες

 

Και μια βουερή πνοή σήκωσε τ’ άσπρα σπίτια

Τ’ άσπρα αισθήματα φρεσκοπλυμένα επάνω

Στον ουρανό που φώτιζε μ’ ένα μειδίαμα.

 

Τώρα θα ‘χω σιμά μου ένα λαγήνι αθάνατο νερό

Θα ‘χω ένα σχήμα λευτεριάς ανέμου που κλονίζει

Κι εκείνα τα χέρια όπου θα τυραννιέται ο Έρωτας

Κι εκείνο το κοχύλι σου όπου θ’ αντηχεί το Αιγαίο.”

(Ο. Ελύτης, Προσανατολισμοί, Ίκαρος)

 3-marzo-copia

Γιάννης Ρίτσος, [Τέσσερις Απρίληδες]

 

“… Ένα καροτσάκι

τέσσερις Απρίληδες το σέρνουν

στο στρατί – στρατί του γαλαξία,

τέσσερις Απρίληδες με σέρνουν

μες στον ουρανό.

 

Μια κουνουπιέρα

τούλινο καραβάκι

οι ανάσες των πουλιών, των αστεριών

παίρνουν το καραβάκι

καταμεσίς στον ωκεανό

-πού πάμε, κοριτσάκι;

 

Μεγάλος που ‘ναι ο κόσμος,

μεγάλος, τι μεγάλος-

 

Τέσσερις τοίχοι

ένα παιδάκι

μια μητέρα

οι στίχοι

ένα καροτσάκι-

μην τρέχεις,

πώς να σε φτάσω;

 

Δεν έχει τοίχους η χαρά

δεν έχει χώρισμα η αγάπη…”

(Γιάννης Ρίτσος, Πρωινό άστρο, Κέδρος)

 primavera

Κώστας Καρυωτάκης, «Χαμόγελο»

Χωρίς να το μάθει ποτέ, εδάκρυσε,

ίσως γιατί έπρεπε να δακρύσει,

ίσως γιατί οι συφορές έρχονται.

 

Απόψε είναι σαν όνειρο το δείλι

απόψε η λαγκαδιά στα μάγια μένει.

Δε βρέχει πια. Κι η κόρη αποσταμένη

στο μουσκεμένο ξάπλωσε τριφύλλι.

 

Σα δυο κεράσια χώρισαν τα χείλη

κι έτσι βαθιά, γιομάτα ως ανασαίνει,

στο στήθος της ανεβοκατεβαίνει

το πλέον αδρό τριαντάφυλλο τ’ Απρίλη.

 

Ξεφεύγουνε απ’ το σύννεφον αχτίδες

και κρύβονται στα μάτια της, τη βρέχει

μια λεμονιά με δυο δροσοσταλίδες

 

που στάθηκαν στο μάγουλο διαμάντια

και που θαρρείς το δάκρυ της πως τρέχει

καθώς χαμογελάει στον ήλιο αγνάντια.”

(Κώστας Καρυωτάκης, Άπαντα, εκδ. Πέλλα)

Πες το με ποίηση (6ο): «Κατάσταση πολιορκίας»…

-Νάνος Βαλαωρίτης, «Κατάσταση πολιορκίας»

«Πολιορκούμεθα λοιπόν

Πολιορκούμεθα από ποιον

Από σένα κι από μένα απ’ τον τάδε και τον δείνα

Πολιορκούμεθα στενά

Από σύνορα, τελωνεία, ελέγχους διαβατηρίων, την Ιντερπόλ, τη στρατιωτική

Αστυνομία, τα τανκς, τη ρητορεία, τη βλακεία,

Απ’ τα παράσημα, τις στολές, τους εκφωνηθέντας λόγους

Τις υποσχέσεις, τις ψευτιές, την κουτοπονηριά

Τη δήθεν αγανάκτηση των ιθυνόντων, την υποκρισία

Την τηλεόραση, τη ραδιοφωνία, τα σαπούνια, τ’ απορρυπαντικά

Τις διαφημίσεις, τον τουρισμό, τα οργανωμένα ταξίδια, τις κρουαζιέρες

Τις γκαζιέρες, τα ψυγεία, τις κατασκηνώσεις, τους προσκόπους,

Τ’ άρθρα για την εκπαίδευση, την πολυκοσμία, τη σκόνη, τις ποιητικές συλλογές

Την έλλειψη ύδατος, τα λιπάσματα, τα νεύρα, την κακή χώνεψη, τη φαλάκρα,

Τους εφοπλιστές, το ποδόσφαιρο, τα λεωφορεία, την ακρίβεια, τις παθήσεις

Της σπονδυλικής στήλης, τη γραφειοκρατία, την καθυστέρηση, τις διαβεβαιώσεις,

Τις κριτικές, την εκκλησία, τα βασανιστήρια, τους καιροσκόπους,

Την υποψία, τους κατατρεγμούς, το φόβο, τη θρασύτητα, τους διαγωνισμούς

Καλλονής, την έλλειψη χρημάτων, την έλλειψη δικαιωμάτων, πολιορκούμεθα από τους βάναυσους

Τους άναρθρους, από τις μαύρες σκέψεις μας. Από τον εαυτό μας

Κι απ’ ό,τι άλλο βάλει ο νους σας πολιορκούμεθα στενά.»

Ρένα Χατζηδάκη (Μαρίνα), «Κατάσταση Πολιορκίας»

                       (απόσπασμα)

 

«…Ο Χρόνος παραμορφώθηκε,

Τα χρόνια που έρχονται παραμορφώθηκαν.

Ξέρεις πού θα με βρεις,

Εγώ ο Φόβος.

Εγώ ο θάνατος.

Εγώ η μνήμη, ανήμερη.

Εγώ η θύμηση της τρυφεράδας του χεριού σου,

εγώ ο καημός της χαλασμένης μας ζωής.

Θα πολιορκώ το «κοίταζε τη δουλειά σου» με τη αγωνία μου.

Θα θρυμματίζω τον ύπνο τους μ’ άσεμνα, φρικιαστικά βεγγαλικά.

Σφαίρες αμέτρητες θα πέφτουν στους αδιάφορους διαβάτες,

ώσπου ν’ αρχίσουν να σφαδάζουν

ώσπου ν’ αρχίσουν ν’ αναρωτιούνται.

Εμένα δε θα μπορούν να με σκοτώσουν.

Όμως θαρρώ, οι μόνοι που -ίσως -καταλάβουν θα ναι τα παιδιά,

πλούσια απ’ την κληρονομιά μας

πρώτη φορά, τα παιδιά

σκληρά στη μνήμη, σκληρά σε μας,

θα διαβάσουν ίσως έγκαιρα

τ’ αδέξια μηνύματα των προτελευταίων ναυαγών

διορθώνοντας τα λάθη,

σβήνοντας τα ψέματα,

ονοματίζοντας σωστά, χωρίς ρομαντισμούς τα παιδιά,

χωρίς αναγραμματισμούς ηλικίας

σημαδεμένα από την αστραπή

τη γνώση της μοναξιάς της δύναμης

που σε μας άργησε τόσο πολύ να ‘ρθει.»

(http://www.poiein.gr/archives/18854/index.html)

*Και μια διαφορετική, εαρινή, «κατάσταση πολιορκίας»…

 Γιάννης Π. Τζήκας, «Εάλω η πόλις μου!»

 «Την επαύριον του Πάσχα

Η άνοιξη που κελαηδεί

Εξ όρθρου βαθέως

Εαρινή σύναξη συναισθημάτων

Με πολιορκεί

Αδύναμος να προστατευτώ

Πρωτίστως τα βέλη του έρωτα

Αδυνατώ να αποκρούσω

Επί ματαίω η αντίστασις

Εάλω η πόλις μου αμαχητί»

«ΦΑΣΙΣΜΟΣ – ΝΑΖΙΣΜΟΣ – ΝΕΟΝΑΖΙΣΜΟΣ: “Εάν αυτό είναι άνθρωπος” – «Μαθήματα από τη δημοκρατία της Βαϊμάρης»…

Αφίσα

Προχθές, Τετάρτη, 27-3-’13, το Πολιτιστικό Τμήμα του ΣΥΡΙΖΑ/ΕΚΜ Μαγνησίας –πραγματοποίησε αντιφασιστική εκδήλωση με θέμα: «ΦΑΣΙΣΜΟΣ – ΝΑΖΙΣΜΟΣ – ΝΕΟΝΑΖΙΣΜΟΣ: “Εάν αυτό είναι άνθρωπος”».

Ομιλητές στην εκδήλωση ήσαν: Ο Δημήτρης Παπαχρήστος (εκφωνητής στα γεγονότα του Πολυτεχνείου ’73), συγγραφέας, δημοσιογράφος,  ο Πολυμέρης Βόγλης, καθηγητής ιστορίας στο Παν/μιο Θεσσαλίας και η Ρίκα Μπενβενίστε, επίσης ιστορικός, καθηγήτρια στο Παν/μιο Θεσσαλίας.

Ακούστηκαν μουσική και τραγούδια από το δίσκο του Μίκη Θεοδωράκη «Μαουτχάουζεν» από τους συντρόφους Γιάννο Νικολάου και Εύα Δημοκωστούλα.

Ποιήματα του Μπρεχτ και του Ρίτσου απήγγειλαν οι ηθοποιοί  Σταμάτης Παγασαίος και Δήμητρα Κυρατσούδη.

Ο υπότιτλος του θέματος της εκδήλωσης: «Εάν αυτό είναι άνθρωπος» παραπέμπει στον τίτλο του περίφημου βιβλίου του Ιταλοεβραίου συγγραφέα Πρίμο Λέβι ο οποίος έζησε τη φρίκη των ναζιστικών στρατοπέδων στο Άουσβιτς.

«Πολλοί λαοί ή άτομα συμβαίνει να θεωρούν περισσότερο ή λιγότερο συνειδητά ότι “κάθε ξένος είναι εχθρός” (…) Όταν αυτή η ανομολόγητη αλυσίδα αποτελέσει τη μείζονα πρόταση ενός συλλογισμού, τότε στο τέλος της αλυσίδας βρίσκονται τα στρατόπεδα.

Το Άουσβιτς υπήρξε – και το Άουσβιτς δεν τέλειωσε ποτέ: τα Άουσβιτς υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν επειδή τα φτιάχνουν άνθρωποι σαν όλους εμάς, ή όλοι εμείς· κι ακόμη, πως όσο λησμονούμε τη βεβαιότητα να ακουστεί ξανά το κοφτό σιγανό “wstawac” (εγέρθειτι) ένα πρωί, τόσο μεγαλώνει ο κίνδυνος να είμαστε εκείνοι που θα το προφέρουμε. Και μετά τις θηριωδίες του ναζισμού ο φασισμός ήταν ακόμα παρών, αλλά κρυμμένος μέσα στο κουκούλι του. Προετοίμαζε την αλλαγή του για να εμφανιστεί ξανά με καινούργιο πρόσωπο, μη αναγνωρίσιμο, πιο αξιοσέβαστο, προσαρμοσμένος στις καινούργιες συνθήκες ενός κόσμου ο οποίος έβγαινε από την καταστροφή που ο ίδιος ο φασισμός είχε προκαλέσει…» (Πρίμο Λέβι, Εάν αυτό είναι άνθρωπος)

Τώρα που το «αυγό του φιδιού έσπασε» και το «τέρας» κυκλοφορεί ανάμεσά μας και μας απειλεί και πάλι, χρέος κάθε αριστερού, δημοκρατικού και προοδευτικού πολίτη είναι να αντισταθεί ατομικά και συλλογικά με όλες του τις δυνάμεις, για να μην επιτρέψουμε στο «τέρας» να μας επιβληθεί, για να μην ξαναζήσει η πατρίδα μας και η Ευρώπη μια νέα τραγωδία, τη φρίκη του νεοναζισμού… ΠΟΤΕ ΞΑΝΑ ΦΑΣΙΣΜΟΣ!

«Δεν έχω να υποδείξω τίποτα σε κανένα. Περιορίζομαι μόνο να θυμίσω ότι υπάρχουν δύο μεγάλες αρετές: η ανεκτικότητα και ο σεβασμός στη διαφορετικότητα. Κι αυτό είναι ένα μάθημα που το μάθαμε πληρώνοντας ακριβά και που δεν πρέπει να το ξεχάσουμε ποτέ» (Κλοντ Λεβί-Στρος)

(από το δελτίο τύπου για την εκδήλωση)

-«Μαθήματα από τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης»…

Bundesarchiv_Bild_183-S38324,_Tag_von_Potsdam,_Adolf_Hitler,_Paul_v__Hindenburg

(Στις 30 Ιανουαρίου 1933 ο Χίντενμπουργκ ανέθεσε στον Χίτλερ την καγκελαρία του Ράιχ, υπογράφοντας την πράξη θανάτου της δημοκρατίας και την επικράτηση των απολυταρχικών και εθνικιστικών δυνάμεων. Ήδη από το 1923 Βαυαροί στασιαστές, μεταξύ των οποίων ο Αδόλφος Χίτλερ, είχαν συλληφθεί έπειτα από την αποτυχία του Πραξικοπήματος του Μονάχου για την ανατροπή της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης.)

-Παραθέτω εδώ τη μία από τις τρεις ομιλίες της εκδήλωσης, αυτή του καθηγητή Πολυμέρη Βόγλη, με τίτλο «Μαθήματα από τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης»:

«Το Εθνικοσοσιαλιστικό Γερμανικό Εργατικό Κόμμα, όπως είναι η πλήρης ονομασία του ναζιστικού κόμματος, εισβάλει ξαφνικά στην κεντρική πολιτική σκηνή της Γερμανίας στις εκλογές του 1930. Ενώ μέχρι τότε ήταν ένα μικρό κόμμα, τότε μετατρέπεται σε μεγάλη πολιτική δύναμη. Στις εκλογές του 1928 το ναζιστικό κόμμα είχε λάβει 809.000 ψήφους (2.5%) και είχε εκλέξει 12 βουλευτές, δύο χρόνια μετά έλαβε 6.400.000 ψήφους (18.3%) και είχε εκλέξει 107 βουλευτές. Τον Ιούλιο του 1932, δύο χρόνια μετά, επρόκειτο να γίνει το πρώτο κόμμα με το εντυπωσιακό ποσοστό 37,4%.

Το ναζιστικό κόμμα ήταν ένα σχετικά καινούργιο κόμμα, είχε ιδρυθεί το 1920 ως μετεξέλιξη του Γερμανικού nazismo%20(61)_414x290Εργατικού Κόμματος το οποίο είχε ιδρυθεί το 1919. Το Εθνικοσιαλιστικό Κόμμα ήταν ένα από τα πολλά εθνικιστικά κόμματα και οργανώσεις που είχαν ξεπηδήσει μετά τη λήξη του Α ΠΠ και την ήττα της Γερμανίας. Ο εθνικισμός, είχε βαθιές ρίζες στη Γερμανία όπως και σ’ όλη την Ευρώπη, αλλά δεν υποχώρησε λόγω του πολέμου αντίθετα μετά το 1918 διαδόθηκε και έγινε πολύ πιο επιθετικός. Οι λόγοι για τον παροξυσμό του εθνικισμού στη Γερμανία ήταν βασικά δύο: αφενός η ήττα της Γερμανίας και η συνθήκη των Βερσαλλιών και αφετέρου η απειλή του κομμουνισμού. Το ναζιστικό κόμμα θα μπολιάσει τον εθνικισμό με τον αντισημιτισμό, ο οποίος είχε ιδιαίτερη απήχηση στη γερμανική κοινωνία.
Ο ναζισμός έχει απήχηση, όπως έχει επισημάνει ο Πάξτον σε μια εξαιρετική μελέτη του, επειδή δεν απευθύνεται τόσο στη λογική όσο στα υφέρποντα πάθη και το συναίσθημα. Στις ομιλίες του ο Χίτλερ συστηματικά και επιδέξια καλλιεργούσε τα συναισθήματα του φόβου και του μίσους. Από τη μια ήταν ο φόβος της κοινωνικής αποσύνθεσης και της ηθικής και βιολογικής παρακμής του έθνους, ο κίνδυνος των εξωτερικών και εσωτερικών εχθρών που κινούνταν συνομωτικά κατά της πατρίδας και της φυλής. Από την άλλη πλευρά ήταν το μίσος ως κίνητρο για τη δράση εναντίον όλων όσοι ήταν υπεύθυνοι για την παρακμή του έθνους.
Η άνοδος της δύναμης του ναζιστικού κόμματος στη δεκαετία του 1920 μπορεί να μην ήταν εντυπωσιακή αλλά reichstagπάντως ήταν αξιοπρόσεκτη. Το 1921 είχε 3.000 μέλη, δύο χρόνια αργότερα το 1923 είχε 55.000 μέλη. Την ίδια εποχή είναι που θα επιχειρήσει για πρώτη φορά να εισβάλει βίαια στην κεντρική πολιτική σκηνή, με το «πραξικόπημα της μπυραρίας» στο Μόναχο το Νοέμβριο του 1923. Ο Χίτλερ καταδικάστηκε σε πέντε χρόνια φυλακή αλλά βγήκε από τη φυλακή 8 μήνες μετά την καταδίκη του. Το εθνικοσιαλιστικό κόμμα τέθηκε εκτός νόμου, το 1925 ήταν ξανά νόμιμο. Η ευμένεια της δικαιοσύνης απέναντι στους εθνικιστές και τους ναζί οφείλεται στο ότι η Δημοκρατία της Βαϊμάρης σε όλους τους τομείς και τους θεσμούς, όπως στρατός, εκπαίδευση, δικαιοσύνη συνέχισε να στελεχώνεται από ανθρώπους που είχαν υπηρετήσει τον Κάιζερ. Έτσι στην καρδιά των θεσμών συνέχισαν να υπηρετούν άτομα κυρίως από ανώτερα στρώματα, γαλουχημένοι με τα ιδανικά του εθνικισμού και της αυτοκρατορίας, συντηρητικούς, χωρίς καμιά εμπιστοσύνη στη δημοκρατία.
Η οικονομική κρίση του 1929 έθεσε σε δοκιμασία το πολιτικό σύστημα της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Ο «συνασπισμός» της Βαϊμάρης, δηλαδή η συνεργασία του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος με τα φιλελεύθερα-κεντρώα κόμματα (το Κόμμα του Κέντρου, το Δημοκρατικό Κόμμα και το Λαϊκό Κόμμα) κλονίστηκε. Σχηματοποιώντας λίγο, θα έλεγα ότι στο υπόβαθρο της πολιτικής κρίσης ήταν η διάλυση της συναίνεσης μεταξύ εργατικών και μεσαίων στρωμάτων, που εκφραζόταν μέσα από το «συνασπισμό» της Βαϊμάρης. Οι διαφωνίες για την αντιμετώπιση της ανεργίας και του δημοσιονομικού προβλήματος θα βρεθεί στο επίκεντρο της διαμάχης των εταίρων της κυβέρνησης Μύλλερ. Από τη μια πλευρά οι Σοσιαλδημοκράτες υποστήριζαν την αύξηση της φορολογίας για να καλυφθούν οι δαπάνες των επιδομάτων ανεργίας, και από την άλλη το Γερμανικό Λαϊκό Κόμμα που υποστήριζε μείωση των επιδομάτων της ανεργίας και αύξηση των εισφορών των εργαζομένων. Η πτώση της κυβέρνησης Μύλλερ τον Μάρτιο του 1930 και στην αρχή του τέλους της Βαϊμάρης. Η πολιτική του επόμενοι καγκελάριου Μπρύνινγκ κινήθηκε στην κατεύθυνση της συντριβής του κοινωνικού κράτους που είχε οικοδομηθεί στα χρόνια της Βαϊμάρης. Τα αποτελέσματα ήταν τραγικά: ούτε η κατάσταση της γερμανικής οικονομίας, ενώ η ανεργία σημείωσε ρεκόρ φθάνοντας το 40% του ενεργού πληθυσμού το 1932. Πάντως δεν ήταν οι άνεργοι αυτοί που στράφηκαν στον Χίτλερ. Το 1932 το μεγαλύτερο ποσοστό των ψηφοφόρων του Ναζιστικού Κόμματος προερχόταν από τα μεσαία στρώματα και τις αγροτικές περιοχές –άλλωστε τα 2/3 των μελών του Ναζιστικού Κόμματος προερχόταν από μικροαστικά στρώματα. Άρα δεν ήταν η ανεργία και η περιθωριοποίηση που έσπρωξαν ένα μεγάλο τμήμα της γερμανικής κοινωνίας στους ναζί, αλλά περισσότερο ο φόβος της προλεταριοποίησης των μεσαίων στρωμάτων.

Υπήρχε δυνατότητα να αποτραπεί η άνοδος του Χίτλερ στην εξουσία; Το ενδιαφέρον είναι ότι η εκλογική δύναμη του ναζιστικού κόμματος για πρώτη φορά φαινόταν να συρρικνώνεται. Μεταξύ των εκλογών του Ιουλίου και των 18bdd04e288fc232234be2fb5ea8bf38_xlεκλογών του Νοεμβρίου 1932 το ποσοστό του μειώθηκε κατά 10%. Για μια σειρά από λόγους τα κόμματα δεν έκαναν τίποτα για να αποτρέψουν την κατάληψη της εξουσίας από τον Χίτλερ. Η ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας σε βάρος της κοινοβουλευτικής και η πολιτική αστάθεια, οδήγησαν τα συντηρητικά κόμματα να αναζητήσουν αυταρχικές λύσεις. Προτιμήθηκε η λύση Χίτλερ επειδή θεωρούσαν ότι θα μπορούσαν να τον ελέγχουν. Εάν οι αστικές δυνάμεις ήταν διατεθειμένες να συνεργαστούν με τον Χίτλερ, το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα και το Κομμουνιστικό Κόμμα δεν μπόρεσαν να συνεργαστούν για να αποτρέψουν αυτήν την εξέλιξη.
Η συζήτηση για την άνοδο του ναζισμού στη Γερμανία και την κατάλυση της δημοκρατίας της Βαϊμάρης νομίζω ότι μπορεί να είναι πολλαπλά χρήσιμη σήμερα. Ο ναζισμός δεν αναπτύχθηκε σε «ιστορικό κενό», δεν έχει να κάνει με την ιδιοσυγκρασία των Γερμανών ούτε ήταν απλά το επίτευγμα ενός παράφρονα δημαγωγού. Ο ναζισμός εμφανίστηκε σε ένα περιβάλλον που ήταν ήδη πολύ διαδεδομένες οι ιδέες του εθνικισμού, του αντικομμουνισμού και του αντισημιτισμού. Ο ναζισμός μπόρεσε να αναπτυχθεί γιατί συνάντησε την ανοχή του κράτους και θεσμών όπως η δικαιοσύνη, ο στρατός και η εκπαίδευση. Τέλος, ο ναζισμός μπόρεσε να εδραιωθεί ως πολιτική δύναμη σε μια συγκυρία βαθιάς οικονομικής και πολιτικής κρίσης. Η αδυναμία των πολιτικών κομμάτων να αντιμετωπίσουν μια οικονομική κρίση που διέλυε την κοινωνία είχε ως συνέπειες αφενός να κλονιστεί το πλαίσιο του πολιτικού συστήματος που επέτρεπε τις συνεργασίες και αφετέρου να διοχετευθεί η κοινωνική δυσαρέσκεια και ο φόβος σε αντιδημοκρατικές δυνάμεις. Ίσως, τελικά το τελευταίο να είναι και το πιο σημαντικό. Στα τελευταία χρόνια της δημοκρατίας της Βαϊμάρης, όλο και λιγότερες δυνάμεις πίστευαν στην αξία της δημοκρατίας, όλο και λιγότερες δυνάμεις ήταν διατεθειμένες να την υπερασπιστούν. Σε κάθε περίπτωση, μάλλον δεν είχαν καν αντιληφθεί το μέγεθος της απειλής που συνιστούσε ο Χίτλερ όχι μόνο για τη Γερμανία αλλά για ολόκληρο τον κόσμο.»

Ο Σεφέρης και ο Ρίτσος για την Κύπρο…

602858_581574395188622_1790189186_n

«Στον Κόσμο της Κύπρου, Μνήμη και Αγάπη

…Κύπρον, ου μ’ εθέσπισεν…»

(Γ. Σεφέρης, Ημερολόγιο Καταστρώματος, Γ’)

 

-Γ. Σεφέρης: “…Μεγάλος πόνος είχε πέσει στην Ελλάδα.

Τόσα κορμιά ριγμένα

στα σαγόνια της θάλασσας στα σαγόνια της γης.

τόσες ψυχές δοσμένες στις μυλόπετρες, σαν το σιτάρι…

Δακρυσμένο πουλί,

στην Κύπρο τη θαλασσοφίλητη…

δεν το ‘χει μες στη μοίρα του ν’ ακούσει

μαντατοφόρους που έρχουνται να πούνε

πως τόσος πόνος τόση ζωή

πήγαν στην άβυσσο

για ένα πουκάμισο αδειανό για μιαν Ελένη.

(απόσπασμα από το ποίημα «Ελένη»)

 9skitso--6-thumb-small

Γ. Σεφέρης, «ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ»

         (Στον ζωγράφο Διαμαντή)

 

«Η μικρή κουκουβάγια ήτανε πάντα εκεί

σκαρφαλωμένη στ’ ανοιχτάρι τ’ Άγιου Μάμα,

παραδομένη τυφλά στο μέλι του ήλιου

εδώ ή αλλού, τώρα, στα περασμένα: χόρευε

μ’ ένα τέτοιο ρυθμό το φθινόπωρο.

Άγγελοι ξετυλίγανε τον ουρανό

και χάζευε ένας πέτρινος καμαροφρύδης

σε μια γωνιά της στέγης.

Τότες ήρθε ο καλόγερος· σκουφί, κοντόρασο, πέτσινη ζώνη,

κι έπιασε να πλουμίζει την κολόκα.

Άρχισε απ’ το λαιμό: φοινικιές, λέπια, και δαχτυλίδια.

Έπειτα, κρατώντας στην πλατιά παλάμη τη στρογγυλή κοιλιά,

έβαλε τον παραυλακιστή, τον παραζυγιαστή, τον παραμυλωνά, και τον κατάλαλο·

έβαλε την αποστρέφουσα τα νήπια και την αποκαλόγρια·

και στην άκρη, σχεδόν απόκρυφο, τ’ ακοίμητο σκουλήκι.

Ήταν ωραία όλ’

αυτά, μια περιδιάβαση.

Όμως το ξύλινο μαγγανοπήγαδο— τ’ αλακάτιν,

κοιμισμένο στον ίσκιο της καρυδιάς

μισό στο χώμα και μισό μέσα στο νερό,

γιατί δοκίμασες να το ξυπνήσεις;

Είδες πως βόγκηξε. Κι εκείνη την κραυγή

βγαλμένη απ’ τα παλιά νεύρα του ξύλου

γιατί την είπες φωνή πατρίδας;»

 (Γ. Σεφέρης, Ποιήματα, Ίκαρος)

*Ακούστε μελοποιημένο το ποίημα του Γ. Σεφέρη, «Αγιανάπα Β’ (Κάτω από τη γέρικη συκομουριά) τραγουδισμένο από τη Νένα Βενετσάνου, εδώ…

 2skitso--6-thumb-large

-Γιάννης Ρίτσος, “Ύμνος και θρήνος για την Κύπρο”
Νησί πικρό, νησί γλυκό, νησί τυραγνισμένο
κάνω τον πόνο σου να πω και προσκυνώ και μένω.
Εσύ της θάλασσας ρυθμός, ολάνθιστο κλωνάρι,
πώς σου μαδήσαν τ΄άνθια σου διπλοί, τριπλοί βαρβάροι.
Τι θλιβερά που σεργιανάν τριγύρω σου τα ψάρια
κι αντίχριστοι να παίζουνε την τύχη σου στα ζάρια.
Κουράγιο, μικροκόρη μας, που μας εγίνης μάνα
Ύμνος και Θρήνος της ζωής κι ανάστασης καμπάνα.

Post Navigation