Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

2.013: έτος Κ. Π. Καβάφη!… Ο ΣΥΡΙΖΑ/ΕΚΜ Μαγνησίας τιμά το παγκόσμιο ποιητή μας: «Ο πολιτικός Καβάφης»…

Καβάφης afisa

Απ’ αφορμή το «Έτος Καβάφη, 2013» το Πολιτιστικό Τμήμα του ΣΥΡΙΖΑ/ΕΚΜ Μαγνησίας, τιμώντας τον παγκόσμιο ποιητή μας, διοργανώνει εκδήλωση με θέμα «Ο πολιτικός Καβάφης».

Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί την Τετάρτη, 12 Ιούνη 2013, και ώρα  8.30 μ. μ., στον «Πολυχώρο Τέχνης – Φουντούλη», Αντωνοπούλου 17 (ανάμεσα Δημητριάδος και Ιάσονος).

Ομιλητές: – Χρήστος Αλεξίου, πανεπιστημιακός, δ/ντής του περιοδικού «Θέματα λογοτεχνίας»: «Ο Καβάφης του Σεφέρη και του Ρίτσου»

-Κώστας Κρεμύδας, ποιητής, εκδότης του λογοτεχνικού περιοδικού «Μανδραγόρας»:

                                          «Αριστερά και Καβάφης»

Μουσική και τραγούδι: Γιάννος Νικολάου – Εύα Δημοκωστούλα

Απαγγέλουν οι ηθοποιοί: Γιάννης Τράντας – Σταμάτης Παγασαίος

Χαιρετισμό θα απευθύνει ο υπεύθυνος του Πανελλαδικού Πολιτιστικού Τμήματος του ΣΥΡΙΖΑ/ΕΚΜ, σ. Σωτήρης Σιώκος.

Πλάι και πέρα από τον «ηδονικό», τον «ιστορικό» ή τον «φιλοσοφικό», υπάρχει και ο πολιτικός Καβάφης, όχι βέβαια με την έννοια του πολιτευόμενου ή του «στρατευμένου», αλλά μ’ εκείνη του ανθρώπου που συνεχίζει την οικογενειακή του παράδοση να ενδιαφέρεται για τα κοινά. Με τη βαθιά του αίσθηση της ιστορίας και της πολιτικής, στοχάστηκε πολύ πάνω στις τύχες του Ελληνισμού και προσπάθησε, με τα ιστορικά του σύμβολα, να σκιαγραφήσει μια “πολιτική” για την επιβίωση του ελληνικού κόσμου και της ελληνικής λαλιάς.

 Σύμφωνα με την μελέτη του Στρατή Τσίρκα, «Ο πολιτικός Καβάφης»,  ο ποιητής «δεν επιλέγει για τους μύθους των ποιημάτων του την ελληνιστική και ελληνορωμαϊκή εποχή, επειδή τάχα σ’ αυτές μπορούσε να μιλήσει πιο ελεύθερα για τον έρωτά του. Αλλά γιατί, κάτω από το προσωπείο του ιμπεριαλισμού της Ρώμης, υπάρχουν αναλογίες ευάρμοστες, με τον ιμπεριαλισμό της Μεγάλης Βρετανίας, στο χώρο της Ανατολικής Μεσογείου, όλα εκείνα τα χρόνια, από τη γέννηση του ποιητή ως το θάνατό του. Δεν είναι τυχαίο πως ζητά από το 1891 να γυρίσουν τα Ελγίνεια Μάρμαρα στην πατρίδα τους, κι από το 1893 να ενωθεί η Κύπρος με την Ελλάδα». Μέσα από την ποίησή του αναδεικνύεται μια πολιτική στάση. Ο Καβάφης σαρκάζει και καταγγέλλει την παρακμή ενός κόσμου, ενός κόσμου που ότι κι αν κάνει, όσες προσπάθειες κι αν καταβάλλει είναι καταδικασμένος: «όμως η πτώσις μας είναι βεβαία./ Επάνω, στα τείχη, άρχισεν ήδη ο θρήνος» (Κ. Π. Καβάφης, Τρώες).

Ο Γιάννης Ρίτσος σ’ ένα από τα 12 ποιήματα που έγραψε για τον Καβάφη γράφει γι αυτόν:

«Κι εκείνος… ο μέγας αναμάρτητος,
ανάμεσα στο ναι και στο όχι, στην επιθυμία και τη μετάνοια,
σαν ζυγαριά στο χέρι του θεού ταλαντεύεται ολόκληρος,
ενώ το φως του παραθύρου πίσω απ’ το κεφάλι του
τοποθετεί ένα στέφανο συγγνώμης κι αγιοσύνης.
“Αν άφεση δεν είναι η ποίηση, –ψιθύρισε μόνος του–
τότε, από πουθενά μην περιμένουμε έλεος”.»

935747_3051534143995_725073875_n

-Για το ποίημα, «27 Ιουνίου 1906, 2 μ.μ.»…

Ο Καβάφης εμπνέεται από ένα τραγικό πολιτικό- κοινωνικό γεγονός και γράφει το σπαρακτικό ποίημα «27 Ιουνίου 1906, 2 μ.μ.»… Οι αποικιοκράτες Άγγλοι σε μια παρωδία δίκης καταδικάζουν σε θάνατο διά της κρεμάλας, για αντίσταση κατά της Αρχής, 4 Αιγύπτιους χωρικούς, ανάμεσά τους κι ένα 17χρονο παλικάρι… Αυτός ο τραγικός κι άδικος χαμός του παλικαριού και το σπαρακτικό μοιρολόι της μάνας του, είναι η πηγή έμπνευσης του ποιητή… Ένα ποίημα προάγγελος του «Επιτάφιου» του Γιάννη Ρίτσου και της «Μάνας του Χριστού» του Κώστα Βάρναλη…

Κ. Π. Καβάφης, «27 Iουνίου 1906, 2 μ.μ.»

“Σαν το ’φεραν οι Xριστιανοί να το κρεμάσουν
το δεκαεφτά χρονώ αθώο παιδί,
η μάνα του που στην κρεμάλα εκεί κοντά
σέρνονταν και χτυπιούνταν μες στα χώματα
κάτω απ’ τον μεσημεριανό, τον άγριον ήλιο,
πότε ούρλιαζε, και κραύγαζε σα λύκος, σα θηρίο
και πότε εξαντλημένη η μάρτυσσα μοιρολογούσε
«Δεκαφτά χρόνια μοναχά με τα ’ζησες, παιδί μου».
Κι όταν το ανέβασαν την σκάλα της κρεμάλας
κι επέρασάν το το σκοινί και το ’πνιξαν
το δεκαεφτά χρονώ αθώο παιδί,
κ’ ελεεινά κρεμνιούνταν στο κενόν
με τους σπασμούς της μαύρης του αγωνίας
το εφηβικόν ωραία καμωμένο σώμα,
η μάνα η μάρτυσσα κυλιούντανε στα χώματα
και δεν μοιρολογούσε πια για χρόνια τώρα·
«Δεκαφτά μέρες μοναχά», μοιρολογούσε,
«δεκαφτά μέρες μοναχά σε χάρηκα, παιδί μου».”

(Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993)

 

-Ο Βάρναλης για τον Καβάφη…

Η ποίηση του Καβάφη δε φαίνεται να βγαίνει από την καρδιά παρά από το μυαλό. Πώς λοιπόν μας συγκινεί;

Γιατί η ποίηση αυτή φαίνεται μεν λυρική στο σχήμα, στο βάθος της όμως είναι δραματική. Έχει κίνηση, ηθοποιία, ζωντάνια, επιγραμματική λιτότητα, έχει πολλή σκέψη και πικρήν ειρωνεία… Και τα δράμα αυτών των ποιημάτων έχει ένα μεγάλο προσόν, την καθολικότητα. Δεν είναι το δράμα ενός ατομικού «ήρωα», παρά ολάκερης της ανθρωπότητας…

Η «ιδέα» του Καβάφη μπορεί να καθαρίζεται μέσα στο μυαλό του, μα βγαίνει απ’ την καρδιά του και αποτείνεται στην καρδιά του «θεατή». Κι αυτή η ιδέα, επειδή δεν προσφέρεται δογματικά, σα μια γνωσιολογική αντίληψη, μα «δραματοποιείται», μετουσιώνεται από αναισθητική (διανοητική) σε αισθητική (ποιητική), γίνεται δηλαδή «ωραία» και συγκινεί.

Όταν τα ποιήματα αυτά τα πάρουμε για μινιατούρες δραμάτων, τότε θα καταλάβουμε γιατί δεν τα βλάπτει ούτε η αντιλυρική τους στιχουργία και διάθεση ούτε η πεζολογική διατύπωσή τους.

(Κώστας Βάρναλης, Ζωντανοί άνθρωποι)

Advertisements

Ο «χορός» των ανιστόρητων…

15628661

Πριν δέκα μέρες περίπου, όταν η ιστορικός και βουλευτής της ΔΗΜΑΡ, Μαρία Ρεπούση, βρέθηκε και πάλι στην επικαιρότητα με τις γνωστές δηλώσεις της για το «Χορό του Ζαλόγγου» και τη «Γενοκτονία των Ποντίων», ανάρτησα στο προφίλ μου στο fb το παρακάτω κείμενο υποστηρίζοντας την ιστορικό Ρεπούση και όχι την πολιτικό. Για την ανάρτησή μου αυτή δέχτηκα έντονες επικρίσεις έως κι αναθέματα σε σχόλια διάφορων «φίλων» που μάλλον δεν τους ενδιαφέρει ή που κυρίως αγνοούν την ιστορική αλήθεια και που επιμένουν σε μια «εθνοκεντρική ιστορία» που δεν εδράζεται στην ιστορική έρευνα αλλά σε μια στρεβλή, παραχαραγμένη, «γνώση» της ιστορίας διαποτισμένης από πλήθος (ιστορικών) θρύλων, μύθων και παραδόσεων ήτοι σε μια εθνικά «παραμυθητική ιστορία» και όχι σε μια «επιστημονική ιστορία».

-Το κείμενό μου στη σελίδα μου στο fb:

Η Ρεπούση και ο «Χορός του Ζαλόγγου»…

Μην «πυροβολείτε» την ιστορικό Ρεπούση… Πολιτικά την κρίνουμε, την κατακρίνουμε και τη «μαυρίζουμε», αλλά στα επίμαχα ιστορικά θέματα που θέτει επιστημονικά έχει δίκιο… Η εθνική μας ιστορία (όπως κι άλλων λαών) βρίθει θρύλων και μύθων τους οποίους διδάσκουμε στα παιδιά μας σαν αληθινά ιστορικά γεγονότα, κι αυτό επιστημονικά είναι απαράδεκτο!
«Ο χορός του Ζαλόγγου»:

-Τι συνέβη τον Δεκέμβριο του 1803 στο Σούλι; Καταδιωκόμενη από στρατιωτικό απόσπασμα του Αλή Πασά, μια ομάδα από Σουλιώτες κατέφυγε στους πρόποδες του Ζαλόγγου. Στις εχθροπραξίες, κάποιοι παραδόθηκαν, κάποιοι κατάφεραν να ξεφύγουν και ορισμένες γυναίκες κατέφυγαν σε έναν κοντινό βράχο, η απόληξη του οποίου ήταν γκρεμός.
Σύμφωνα με την ιστορικό Βάσω Ψιμούλη, συγγραφέα του βιβλίου «Σούλι και Σουλιώτες» (Εθνικό Ιδρυμα Ερευνών, 1998), «στη διάρκεια της διεξαγόμενης, σε στενωπούς και μονοπάτια του όρους, μάχης, μέρος των γυναικόπαιδων κατακρημνίστηκε, είτε απωθούμενο στην άκρη του γκρεμού από τους οπισθοχωρούντες μαχητές είτε με απόφαση των γυναικών να προτιμήσουν γι’ αυτές και τα παιδιά τους τον εκούσιο θάνατο παρά μια οδυνηρή αιματοχυσία και αιχμαλωσία».

Ο καθηγητής Αλέξης Πολίτης, από τη σκοπιά του, δεν αρνείται το περιστατικό, αλλά κάνει λόγο για μυθοποιητική χρήση του την οποία εντοπίζει «στην εξιδανίκευση, στον χορό. Αυτό άλλωστε είναι το διαφορετικό και το εξαιρετικό, επειδή αυτοκτονίες απελπισμένων, ακόμη και ομαδικές, δεν είναι κάτι πρωτόγνωρο στην ανθρώπινη ιστορία» («Ο χορός του Ζαλόγγου», στον τόμο «Μύθοι και ιδεολογήματα στη σύγχρονη Ελλάδα», Εταιρεία Σπουδών Σχολής Μωραΐτη, 2007).

Σε όσους μάλιστα επικαλούνται το τραγούδι «Εχε γεια καημένε κόσμε» ως απόδειξη του περιστατικού, σημειώνει ότι είναι δημιούργημα του 1908.

*Τέλος σε ό, τι αφορά τις «γενοκτονίες» (και των Ποντίων) η Ρεπούση είπε το αυτονόητο: ότι η αναγνώρισή τους δεν είναι υπόθεση των Κοινοβουλίων αλλά των ιστορικών και της ιστορικής έρευνας.

-Απάντηση σε επικριτικό σχόλιο «φίλου»:

Οι συμβολισμοί, οι εθνικοί θρύλοι και μύθοι, οι παραδόσεις έχουν την εθνική τους σημασία, αλλά δεν είναι Ιστορία!… Τη Ρεπούση, με την οποία πολιτικά διαφωνώ, την κρίνω γι αυτά που λέει σαν ιστορικός, και έχει το θάρρος σ’ «ευαίσθητα ιστορικά» θέματα να λέει ιστορικές αλήθειες, αποδομώντας τα παρα-μυθητικά «ανιστόρητα ταμπού»… Βλέπω τώρα και το δεύτερο σχόλιό σου για το «χορό (του Ζαλόγγου)» και τη σύνδεσή του με το θέατρο ή την αρχαία τραγωδία: Η ιστορία δε γράφεται με συμβολισμούς…Αυτό που αναπαρήχθη για κοντά δυο αιώνες- από τα σχολικά εγχειρίδια ως την προφορική παράδοση- ώσπου (ο θρύλος) να παγιωθεί σαν «ιστορική αλήθεια» είναι ο χορός των γυναικών που τραγουδούν το συγκεκριμένο τραγούδι και πέφτουν στο γκρεμό. Κάτι που δεν τεκμαίρεται ιστορικά.  Η Ιστορία δεν είναι «θεατρική σκηνή», είναι επιστήμη και ως εκ τούτου οφείλει να στηρίζεται στην έρευνα…. Δεν είμαι κατά των θρύλων και των παραδόσεων αλλά πρέπει να τα διαχωρίζουμε από την ιστορική επιστήμη και τα πραγματικά (ιστορικά) γεγονότα…

«Εθνικόν είναι ό, τι το αληθές», έγραψε ο Διονύσιος Σολωμός!

 

"Κρυφό σχολειό": ο πιο εδραιομένος ιστορικός μύθος.

«Κρυφό σχολειό»: ο πιο εδραιομένος ιστορικός μύθος.

-Σχετικά παραθέτω και δυο κείμενα που δημοσιεύτηκαν χθες (Κυριακή, 9/6/’13): το πρώτο είναι του Στρατή Μπουρνάζου δημοσιευμένο στα Ενθέματα της Κυριακάτικης ΑΥΓΗΣ και το δεύτερο του Παντελή Μπουκάλα δημοσιευμένο στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ:

 

  • Στρατής Μουρνάζος: «Ο χορός της ακροδεξιάς»:

Πρέπει σήμερα, επειδή οι γνωστοί «πατριωταράδες» το θέλησαν, να μιλήσουμε για τον Χορό του Ζαλόγου; Πρέπει να ασχολούμαστε με ό,τι απίθανο διακινούν περί «ξαναγραψίματος» της Ιστορίας; Πρέπει, τέλος, να υπερασπιζόμαστε μια ιστορικό η οποία είναι βουλευτίνα της ΔΗΜΑΡ, έχει ψηφίσει τα Μνημόνια και ενδεχομένως δεν μας είναι ιδιαίτερα συμπαθής;

Η απάντηση για μένα είναι αναμφισβήτητα καταφατική. Γιατί το διακύβευμα δεν είναι ούτε το Ζάλογγο ούτε η προσωπικότητα και το έργο της Μ. Ρεπούση. Διακυβεύεται κάτι πολύ συνολικότερο και σοβαρότερο: η ελευθερία της επιστημονικής έρευνας και έκφρασης. Όπως ακριβώς με την Ιστορία της ΣΤ΄ Δημοτικού: η κουβέντα ξεκίνησε από τα προτερήματα και τις αδυναμίες του βιβλίου, από μεθοδολογικά και διδακτικά ζητήματα, αλλά στην πορεία υπερέβη εντελώς το βιβλίο, αγγίζοντας ένα μείζον για την παιδεία και τη δημοκρατία ζήτημα: αν η Ιστορία είναι υπόθεση της επιστημονικής έρευνας ή αν μετριέται με τη «μεζούρα» της εθνικοφροσύνης, αν χρειάζεται την «έγκριση» της Εκκλησίας, του Σαράντου Καργάκου και άλλων πλειοδοτών της εθνικοφροσύνης.

Με λίγα λόγια, δεν υπερασπιζόμαστε τη Μ. Ρεπούση, αλλά το βασικό δικαίωμα της ελευθερίας της επιστημονικής έκφρασης και έρευνας, δικαίωμα όλων, άρα και δικό μας. Σύμφωνοι, αλλά γιατί πρέπει να υπερασπιστούμε και τη Ρεπούση προσωπικά; θα αναρωτηθεί κανείς. Γιατί, πολύ απλά, είναι δώρον άδωρον να μιλάς γενικά και αφηρημένα. Το 1992, λ.χ., το κρίσιμο δεν ήταν να βγάζεις φλογερούς λόγους υπέρ του διεθνισμού· το κρίσιμο ήταν να μιλήσεις κατά της πολιτικής του ελληνικού κράτους έναντι της ΠΓΔΜ και να υπερασπιστείς όσους καταδικάστηκαν σε φυλάκιση για μια «αντεθνική προκήρυξη», όπως έκαναν οι «169» διανοούμενοι — κι ας μην συμφωνούσαν, ούτε όλοι ούτε πλήρως, με τους καταδικασθέντες. Αυτό πρέπει να κάνουμε τώρα. Επειδή το επίδικο δεν είναι ο Κίτσος Τζαβέλας, η Γκόλφω και η κυρα-Φροσύνη, αλλά ο χορός της ακροδεξιάς.

Σημ.: Παραπέμπω στο ωραίο άρθρο του Νίκου Σαραντάκου «Το Ζάλογγο και οι μύθοι» (http://goo.gl/nFfCj).

Και, για τα ιστορικά γεγονότα, στη μελέτη της Βάσως Ψιμούλη Σούλι και Σουλιώτες (εκδ. Εστία) και το σχετικό άρθρο του Αλέξη Πολίτη (http://goo.gl/a9d46).

 

  • Παντελής Μπουκάλας: «Η ιστορία και ο διάλογος που δε γίνεται»:

Αν δεν πολιτικολογούμε μαζικά και φανατικά, θα γλωσσολογούμε. Κι αν δεν γλωσσολογούμε, θα ιστοριολογούμε. Κι αν δεν ιστοριολογούμε, θα θρησκειολογούμε ή θα θεολογούμε. Ή μάλλον, για να είμαστε πιο κοντά στην αλήθεια, πολιτικολογούμε, πάντοτε ες μνήμην του Αριστοτέλη, είτε με τα γλωσσικά καταπιανόμαστε είτε με την ιστορία, τη θρησκεία, το ποδόσφαιρο, τη μαγειρική, τον τουρισμό. Ιδιαίτερα η Ιστορία είναι το πάθος μας. Και μακάρι αυτό να μας είχε οδηγήσει σε διάβασμα, πολύ διάβασμα, απροκατάληπτο και ανεξίθρησκο. Τώρα μάλιστα που διαθέτουμε πολλές δωρεάν ψηφιακές βιβλιοθήκες ελληνικών και ξένων πανεπιστημίων, μπορούμε να συνεχίσουμε να σφαζόμαστε για το δείνα γεγονός ή το τάδε πρόσωπο, σκύβοντας κι εμείς λίγο στις πηγές και όχι αρκούμενοι σε όσα φέρνει ώς τ’ αυτιά μας το σπασμένο τηλέφωνο· θραύσματα θραυσμάτων δηλαδή.

Οπως και να το κάνουμε, δύσκολα τα βγάζουμε πέρα σε έναν πραγματικό διάλογο καταφεύγοντας σε όσα θυμόμαστε (ή νομίζουμε ότι θυμόμαστε) από τα σχολικά μας χρόνια. Το ζητούμενο άλλωστε είναι να προσπαθήσουμε κάποια στιγμή να καλύψουμε μόνοι μας, μελετώντας, τα κενά που μας άφησε η «καθαρισμένη» ιστοριογραφία των σχολικών θρανίων. Και να μικρύνουμε την απόσταση που χωρίζει ανέκαθεν την επίσημη (κρατική ή εθνική) ιστορία, που υπακούει σε ιδεολογήματα και σκοπιμότητες και πάντως δεν μένει ίδια με το πέρασμα του χρόνου, αφού υπόκειται στην πολιτική, από την επιστημονική, που κι αυτή δεν είναι μία, μονοφωνική και παγιωμένη.

Ας υποθέσουμε λοιπόν, δοθέντος του ιστοριολογικού πάθους μας, ότι ένα πρωινό κάποιος με εκπομπή στο ραδιόφωνο ρωτάει (από φιλομάθεια ή με προβοκατόρικη διάθεση) έναν ιστορικό ποια γνώμη έχει για τον Ανδρέα Μιαούλη. Ο ιστορικός μας, εξόφθαλμα προβοκάτορας αυτός, απαντάει δι’ ερωτήσεως: «Για ποιον Μιαούλη λέτε; Εκείνον που έβαλε φωτιά στη φρεγάτα του ελληνικού στόλου, την “Ελλάδα”, στον ναύσταθμο του Πόρου; Εκείνον που την πράξη του αυτή τη χαρακτήρισε κακούργημα και προδοσία ολόκληρος Κανάρης;». Πριν ο ιστορικός μας προλάβει να δώσει την παραμικρή εξήγηση, τα τόπια παίρνουν φωτιά. Τα τηλέφωνα στο κέντρο του σταθμού σπάνε από τις κλήσεις των εξαγριωμένων ακροατών· το twitter πολιτικών, ιεραρχών και δημοσιολογούντων κατακαλύπτεται από τιτιβίσματα, αναθέματα και κατάρες για τον ιερόσυλο· οι εθνοφύλακες του Ιντερνετ αρχίζουν να συγκεντρώνουν υπογραφές για τον εξοστρακισμό του εθνοπροδότη ιστορικού από την Ελλάδα, ει δυνατόν και από τον πλανήτη· στη Βουλή, οι εκπρόσωποι του έθνους ανταγωνίζονται ποιος θα καταθέσει πρώτος τη δριμύτατη επερώτησή του· στο υπουργείο Παιδείας, ψάχνουν να δουν πού φοίτησε ο ιταμός ψευτοκουλτουριάρης, ώστε να τον αποβάλουν αναδρομικά από όλα τα δημοτικά και τα γυμνάσια της χώρας· οι καμπάνες στις μισές μητροπόλεις θα σημαίνουν πένθιμα. Και όσα άλλα μπορεί να εικάσει κανείς χωρίς τον κίνδυνο να τον πουν φαντασιοκόπο. Ακούς εκεί. Πυρπολητής του ελληνικού στόλου ο Μιαούλης… Και κακούργος… Και προδότης…

Ας κάνουμε μολαταύτα μία επιπλέον υπόθεση: Οτι ο ανθέλλην καταφέρνει να βγει σώος από τον πολιορκούμενο ραδιοφωνικό σταθμό και ότι του επιτρέπεται να προσκομίσει κάποια στοιχεία στο μεγάλο δικαστήριο της τηλεόρασης που θα στηθεί το ίδιο βράδυ, κάπως σαν Γυάλινος Πάγος. Πελιδνός φυσικά, ακούει το κατηγορητήριο μία-δύο-πέντε φορές από τον εισαγγελέα, τον πρόεδρο και τους «ενόρκους» τής ούτω ειπείν συζήτησης, ακούει και την καταδικαστική απόφαση, κι ύστερα, λίγο πριν από τις διαφημίσεις, του δίνουν το περιθώριο μιας κάποιας απολογίας. Βγάζει λοιπόν κι αυτός μια φωτοτυπία από την τσέπη του και αρχίζει να διαβάζει: «Ο Μιαούλης βλέπων τον Ρώσον ναύαρχον ενεργούντα μονομερώς, αποκλείοντα τον ναύσταθμον και κωλύοντα πάσαν κομιδήν τροφών, (…) εν τη υπερτάτη στιγμή φόβου και απογνώσεως απεφάσισε να καταστρέψη μάλλον τα υπ’ αυτόν πλοία ή να ίδη αυτά καταλαμβανόμενα υπό Ρώσων και έκαυσε την ωραίαν φρεγάδα “Ελλάδα” ης επέβαινε· είτα κατεστράφη και η κορβέτα “Υδρα”. Ταύτα εγένοντο τη 1 Αυγούστου 1831». «Αίσχος!» τον διακόπτουν εξαγριωμένοι οι «συνομιλητές» του, τρέμοντας από ιερή οργή. «Ποιο κουμμούνι τα λέει όλα αυτά τα αναίσχυντα; Ο Κορδάτος; Ή ο Σκαρίμπας;» «Μα όχι…/ ψελλίζει ο κατηγορούμενος, που κι αυτός τρέμει, για άλλους λόγους όμως. «Ποιος Κορδάτος και ποιος Σκαρίμπας. Δεν ακούσατε τι σας διάβασα; Ηταν στην καθαρεύουσα. Από την “Ιστορία του Ελληνικού Εθνους” ήταν. Του Παπαρρηγόπουλου. Του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου. Αφήστε να…» Δεν τον αφήνουν. Γιατί «τελείωσε ο χρόνος». Και δεν άκουσαν έτσι τον μάρτυρά του, τον Παπαρρηγόπουλο, τον εθνικό μας ιστοριογράφο, να συμπεραίνει πως «η πράξις του Μιαούλη δεν δύναται να χαρακτηρισθή πάντως ως έμπνευσις φιλοπατρίας», να μνημονεύει τον Αλέξανδρο Ραγκαβή που «εχαρακτήρισε την πράξιν ως μεγαλουργόν κακούργημα» και να προσθέτει ότι «εστιγμάτισαν δ’ αυτήν και ο Κυβερνήτης και ο Κανάρης ως προδοσίαν και κακούργημα». Δεν άκουσαν καν την απολογία του ίδιου του Μιαούλη, που, σύμφωνα με όσα «είπεν βραδύτερον εις τον Σ. Τρικούπην, εθεώρει το έργον αυτού προϊόν εξάψεως υπερτάτης και ελυπείτο ότι εκείνην την στιγμήν δεν ευρέθη τις παρ’ αυτώ ανήρ της περιωπής Τρικούπη ή Μαυροκορδάτου, ίνα κρατήση την χείρα αυτού».

Φυσικά και δεν έπαψε να είναι ήρωας της Επανάστασης ο Μιαούλης επειδή κάποια στιγμή θόλωσε ο νους του. Ηρωας ήταν βέβαια και ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, και ας πέρασαν κάμποσες δεκαετίες μετά τη δολοφονία του στην Ακρόπολη ώσπου να τον αναγνωρίσει επίσημα η ελληνική πολιτεία. Ηρωας και ο Κομνάς Τράκας, συμπολεμιστής του Ανδρούτσου στο Χάνι της Γραβιάς, κι ας ακούμε τώρα φθαρμένο το άγνωστό μας όπως φαίνεται όνομά του στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση, στα ρεπορτάζ για τον κ. Τζοχατζόπουλο και τα σπίτια του: «Στην οδό Κόμνα Τράκα», «στην οδό Κομνατράκα», μόνο Κόμνα Τράγκα δεν τον έχουν πει ακόμα. Κι αν θυμήθηκα τώρα το περιστατικό στον ναύσταθμο του Πόρου και προσπάθησα να το αναπαραστήσω τηλεθεατρικά, είναι επειδή μια τέτοια εικόνα δίνει ώρες ώρες ο δημόσιος διάλογος, είτε την Ιστορία αφορά (το Ζάλογγο ας πούμε ή το Κρυφό Σχολειό) είτε σχεδόν οτιδήποτε άλλο. Μια εικόνα γεμάτη ειρωνικούς ή και υβριστικούς χαρακτηρισμούς, όπου η λειψή γνώση και η αδιαφορία για τις «πηγές» μετασχηματίζονται σε δογματισμό και αυταρέσκεια.

Πες το με ποίηση (14ο): «Ελληνικό καλοκαίρι»…

Πίνακας του Νικηφόρου Λύτρα

Πίνακας του Νικηφόρου Λύτρα

«Χάρμα η ξιπολιά σε καλοκαίρια ρωμαίικα!» (Νίκος Καρούζος)…

 

«Τόσο το θέρος, τόσα τα πουλιά, και σε μέγα βάθος

Η πάντων και πασών Ελληνίς η θάλασσα» (Ο. Ελύτης, Εκ του πλησίον)

 

“Καρδιά καλοκαιριού… Κατακόκκινο ανοιχτό καρπούζι στα χέρια μικρού παιδιού καβάλα στα καπούλια του ήλιου… Φωτοχυσία… Μέρα ξανθή, του ήλιου ανταμοιβή και του Έρωτα… Πυρόξανθο μαστίγωμα… Στο στεντόρειο μεσημέρι τα τζιτζίκια μαίνονται… «Αδυσώπητον και δρεπανηφόρον θέρος»…. Πόθου ελευθερωτής… Σώματα γυμνά καμένα στο αίσθημα…

Και η φύσις να γροικά τα πάθη του κορμιού και της ψυχής…

Κι ο Έρωτας, ο πιο ξανθός αρχάγγελος του Παραδείσου, βοά και λέγει στο κάθε που άγγιξε κορμί: τα ρούχα πέτα, γδύσου, τίποτε μη φοβάσαι…. «Ακόμη λίγη θάλασσα, ακόμη λίγο αλάτι. Έπειτα θάθελα να κυλιστώ στην αμμουδιά μαζί σου.»”….

GALLERY_14-STATHOPOULOS 

-Οδυσσέας Ελύτης, «Το ελληνικό καλοκαίρι κατά τον Ε. Teriade»

 

“Στάλα στάλα συνάζει μέσα της η καρυδιά τη σκοτεινή δροσιά. Το κυπαρίσσι ερημώνει γύρω του τα πάντα κι απομένει δασύ, κυρίαρχο. Ίδια και ο πλάτανος. Προστάτες φασματικοί των κάμπων της Αργολίδας και της Αρκαδίας.

Η συκιά σταυρώνει τα χλωμά της μέλη, τεντώνεται μες στο πετσί της το γυαλιστερό και χνουδάτο, τέλος, κάποτε, στρογγυλοκάθεται μέσα στην ίδια της την ευωδιά.

Οι ροδιές ανάβουνε σαν κοκόρια. Η ελιά, δίχως να το πολυσκεφτεί, δίνεται στον ήλιο, στον άνεμο, σ’ όλα τα στοιχεία που ρημάζουνε το κορμί της.

Οι ροδοδάφνες, που μοσκοβολούνε πικραμύγδαλο, σαλεύουνε, όμοια νερό, βαθιά στις κοίτες των ξεροπόταμων.

Σιγά σιγά, μες στο κατακαλόκαιρο, το φως αφανίζει την Ελλάδα. Χωνεύει τα νησιά, εξουδετερώνει τις θάλασσες, αχρηστεύει τους ουρανούς. Μήτε που βλέπεις πια βουνά, μήτε δέντρα, μήτε πολιτείες, μήτε χώμα και νερό. Άφαντα όλα.

Πιωμένος φως – μονάχα μια σκιά μαύρη – ο άνθρωπος. Μια σκιά που μεγαλώνει, δυσανάλογα προστατευμένη από την ίδια του τη θυσία.

Η αντίσταση σ’ ένα τέτοιο φως: να ποιο είναι το βαθύτερο νόημα της ελληνικής αρχιτεκτονικής.

Μέσα στη διαφάνεια, ποιο διάφανος ακόμη, πιο λευκός, ο Παρθενώνας δικαιώνει μυστηριακά την ύπαρξή του την ώρα που το μεσημέρι το αττικό φτάνει στη μεγαλύτερή του ένταση κι όπου μονάχα νεράιδες τριγυρνάν μες στο θαμπωτικό διάστημα.

Η Ελλάδα στους χάρτες ανύπαρχτη.

Λες και βρήκε ο κόσμος το μακαρισμένο τέλος του σ’ αυτή την απόλυτη ισότητα.

Κι όμως, το ίδιο αυτό φως, το αστραφταβόλο, το καταιγιστικό, που αναιρεί την Ελλάδα μες στα μεσημέρια, την αποκαθιστά πάλι το ηλιοβασίλεμα κάτω από τα φαντασμαγορικά πυροτεχνήματα του δειλινού και αργότερα κάτω από την τρυφερή παρουσία της Σελήνης.

Τότε ξαναβρίσκει τον εαυτό της η Ελλάδα. Ξαναγίνεται αυτό που πραγματικά είναι. Ξαναπαίρνει στους χάρτες τη θέση που της αξίζει. Θέλω να πω τη θέση των ονείρων.”

(Ο. Ελύτης, Εν λευκώ, Ίκαρος)

 sally-swatland-summer-on-long-island

-Γιάννης Ρίτσος, «Παιχνίδια τ’ ουρανού και του νερού»

XXX

“Η αλυσιδίτσα στο λαιμό σου,

τ’ αστράκι της αυγής στα φύλλα,

σκοινιά, καράβια και φανάρια,

γλάροι, καθρέφτες και καρποί-

τα κατάρτια μπουμπουκιάσανε.

 

Όμορφη, Θε μου, που ‘ναι η πλάση,

μύρια ποτήρια του νερού

φρεσκοπλυμένα, σκουπισμένα

στο περιγιάλι αστράφτουνε.

 

 Απ’ όλα πίνω το γαλάζιο,

κι ακόμη, γιε μου, να μεθύσω.”

 

XXXIX

“Στα μεγάλα κόσκινα του καλοκαιριού,

κοκκινίζεις του ήλιου το κριθάρι,

το φλουρί, το κεχριμπάρι

παίζει στο λαιμό σου,

παίζει στα δυο σου χέρια

και στο κούτελό σου.

 

Κι όλο κοσκινίζεις

και ψωμί δε φτιάχνεις.

Πώς χορταίνει κι αυγαταίνεις;

Πώς χορταίνουνε τα δέντρα σου

και τα πρόβατά σου;

 

Κι ο γιαλός, ο αστραφτερός

σα γαλάζιος σκύλος

κάθεται στα πισινά του

και σαλεύει την ουρά του,

και του ρίχνεις μια ματιά

στα πεταχτά

και χορταίνει, – πώς χορταίνει

τέτοιος σκύλος;

 

Μες στον κάμπο η κόκκινη εκκλησιά

και στη ράχη ο άσπρος μύλος.

 

Και προτού το δείλι γείρει

έφτιαξες τον ήλιο όλο μελοπίτες

και κουλούρες του χορού

για τους κυνηγούς και τ’ άτια του νερού

για της Άγιας Πελαγίας το πανηγύρι.”

(Γιάννης Ρίτσος, «Παιχνίδια τ’ ουρανού και του νερού», Κέδρος)

 

 

Είμαστε «Η φάρμα των ζώων»…

Animal-Farm-George-Orwell-5_thumb

“Τα ζώα απ’ έξω κοιτούσαν πότε τα γουρούνια και πότε τους ανθρώπους, πότε τους ανθρώπους και πότε τα γουρούνια, ύστερα πάλι τα γουρούνια και πάλι τους ανθρώπους, αλλά ήταν αδύνατον να διακρίνουν ποιος ήταν ποιος.”

(Τζωρτζ Όργουελ, Η φάρμα των ζώων)

 

Το αλληγορικό βιβλίο του Τζορτζ Όργουελ «Η φάρμα των ζώων» πάνε χρόνια, δεκαετίες μάλλον, που το διάβασα. Το ξανάπιασα όμως στα χέρια μου αυτές τις μέρες και το ξαναδιάβασμά του, μ’ όλα αυτά που συμβαίνουν στη χώρα μας αλλά και στον κόσμο, μ’ έβαλε σε πολλές σκέψεις και στοχασμούς.

Η υπόθεση του βιβλίου είναι απλή: το αφεντικό μιας φάρμας εξοντώνει στη δουλειά τα ζώα του και επιπλέον τα παραμελεί. Τότε, με πρωτοστάτες τα γουρούνια, τα ζώα εξεγείρονται εναντίον του αγρότη και τον πετάνε έξω. Επιχειρούν να εγκαθιδρύσουν μια κοινωνία ισότητας και αδελφοσύνης. Επειδή όμως μερικά ζώα, δηλαδή τα γουρούνια, είναι… πιο ίσα από τα άλλα, μια νέα κυρίαρχη κάστα αναδύεται και το παλιό παιχνίδι εξουσιαστή – εξουσιαζόμενου ξαναπαίζεται από την αρχή… Ο Όργουελ έγραψε αυτήν την παρωδία με προφανή σκοπό την καταγγελία του σταλινικού μοντέλου και την παρεπόμενη αποτυχία του σοβιετικού πειράματος. Το έργο όμως, όπως συμβαίνει με όλα τα σημαντικά έργα, υπερβαίνει τα άμεσα συμφραζόμενά του και υπερακοντίζει την αρχική του στόχευση.

Ποτέ άλλοτε ένα βιβλίο με ζώα (με στοιχεία ανθρωπομορφισμού βεβαίως) στη θέση των πρωταγωνιστών δεν προκάλεσε τόσες αντιδράσεις, δεν δέχθηκε τόσες απορρίψεις, δεν κινήθηκε στη σφαίρα της παρανομίας και του θρύλου, όσο η «Φάρμα των Ζώων». Κι όμως, παρά την απατηλή πρώτη εντύπωση που θα έδινε, δίχως άλλο, το πρώτο χειρόγραφο στους εκδότες – την επαγγελία μίας παραμυθένιας ιστορίας, με στοιχεία διδακτισμού και ηθικοπλαστικό μήνυμα – το μυθιστόρημα του Όργουελ ήταν μία βόμβα, μία «καυτή πατάτα» όπως θα έλεγε κανείς στα αγγλικά: μία αμείλικτη, απροκάλυπτη αλληγορία της διαφθοράς του κάθε αντιδημοκρατικού, αυταρχικού, δυναστικού καθεστώτος.

eksofilo1Ο Όργουελ αναδιατυπώνει ένα ερώτημα παντός καιρού: «Γιατί το φως να γίνεται μια νέα τυραννία; Πώς γίνεται κι από το λίκνο της εξέγερσης ενάντια στον καταπιεστή βγαίνει πάνοπλος ένας νέος δυνάστης; Πότε θα σπάσει, αν σπάσει ποτέ, αυτή η αλυσίδα με τους τρεις κρίκους σε αιώνια εναλλαγή: καταπίεση – εξέγερση – καταπίεση; Φταίει η ανθρώπινη φύση που βιάζεται να αναπαραγάγει την κακοποιό διαφορά και την οικονομική ανισότητα; Η πνευματική οκνηρία που γρήγορα παραδίδει τα ηνία σε καπάτσους, δημαγωγούς και εγκληματίες; Το κακό ριζικό του ικέτη που πάντα αναζητά έναν ηγέτη;».

 Αυτά και άλλα πολλά διαλογίζεται ο Όργουελ, και τα ίδια και χειρότερα μπορεί να στοχαστεί ο κάθε νοήμων ή υποψιασμένος πολίτης και στις μέρες μας.

Το συμπέρασμα εντούτοις παραμένει ένα: ο «γουρουνίσιος άνθρωπος» δεν είναι καλύτερος από το ζώο γουρούνι. Καθώς ξαναδιάβαζα το βιβλίο σκεφτόμουν θεατροποιημένη την πλοκή του. Φανταζόμουν τους ηθοποιούς να υποδύονται με μάσκες τα ζώα και σκέφτηκα ότι οι μάσκες που παριστάνουν τα γουρούνια είναι περιττές καθώς αυτές χωρίς υπερβολή μπορούν να αντικατασταθούν από τα πρόσωπα-μάσκες πλείστων πολιτικών γουρουνιών που μας κυβέρνησαν και μας κυβερνούν ακόμα… Και στα καθ’ ημάς πρώτο και καλύτερο  το πολιτικό γουρούνι που ονομάζεται Θόδωρος Πάγκαλος!

Αυτά τα σύγχρονα γουρούνια της πολιτικής μας σκηνής που δυστυχώς εκλέγονται από μας!

Και το μέγα ερώτημα αενάως παραμένει επίκαιρο: Θα πάρει μια ανάσα επιτέλους ο κόσμος, θα γυρίσουμε επιτέλους σελίδα, θα στείλουμε τα πολιτικά γουρούνια στον αγύριστο; Ως πότε θα ανεχόμαστε να διαβιούμε στο «χοιροστάσι» που μας επιβάλλουν;

Φοβάμαι ότι, όπως και ιστορικά έως τώρα έχει αποδειχτεί, η πεσιμιστική αντίληψη του Όργουελ επικρατεί: πάντα θα υπάρχουν τα ονειροπόλα ζώα γεμάτα ελπίδες για έναν καλύτερο κόσμο, έναν κόσμο ελευθερίας, ισότητας και αλληλεγγύης, αλλά πάντα θα κυριαρχούν τελικά τα γουρούνια! Δυστυχώς….

Είναι η μοίρα μας; Μάλλον… Κι αν είναι έτσι ας προσπαθούμε, ας αντιστεκόμαστε κι ας αγωνιζόμαστε να βάζουμε, τουλάχιστον, ένα γερό χαλινό στα κυρίαρχα γουρούνια, να μην τ’ αφήνουμε ασύδοτα, άπληστα και παμφάγα!

 

Οδυσσέας Ελύτης: «Είναι η βαρβαρότητα!» και «Το περιττό»…

ελυτης

– «Είναι η βαρβαρότητα!», όταν ο Ελύτης «προφήτευε»:

«Ήδη, σας το είπα. Είναι η βαρβαρότητα. Τη βλέπω να ‘ρχεται μεταμφιεσμένη, κάτω από άνομες συμμαχίες και προσυμφωνημένες υποδουλώσεις. Δεν θα πρόκειται για τους φούρνους του Χίτλερ ίσως, αλλά για μεθοδευμένη και οιονεί επιστημονική καθυπόταξη του ανθρώπου. Για τον πλήρη εξευτελισμό του. Για την ατίμωσή του.

Οπότε αναρωτιέται κανείς: Για τι παλεύουμε νύχτα μέρα κλεισμένοι στα εργαστήριά μας; Παλεύουμε για ένα τίποτα, που ωστόσο είναι το παν. Είναι οι δημοκρατικοί θεσμοί, που όλα δείχνουν ότι δεν θ’ αντέξουν για πολύ. Είναι η ποιότητα, που γι’ αυτή δεν δίνει κανείς πεντάρα. Είναι η οντότητα του ατόμου, που βαίνει προς την ολική της έκλειψη. Είναι η ανεξαρτησία των μικρών λαών, που έχει καταντήσει ήδη ένα γράμμα νεκρό. Είναι η αμάθεια και το σκότος. Ότι οι λεγόμενοι «πρακτικοί άνθρωποι» -κατά πλειονότητα, οι σημερινοί αστοί- μας κοροϊδεύουν, είναι χαρακτηριστικό. Εκείνοι βλέπουν το τίποτα. Εμείς το πάν. Που βρίσκεται η αλήθεια, θα φανεί μια μέρα, όταν δεν θα ‘μαστε πια εδώ. Θα είναι, όμως, εάν αξίζει, το έργο κάποιου απ’ όλους εμάς. Και αυτό θα σώσει την τιμή όλων μας -και της εποχής μας.»

(Από συνέντευξη στη Σούλα Αλεξανδροπούλου, «Η Καθημερινή», 2/11/1975)

Τα παραπάνω «προφητικά» περί βαρβαρότητας, καθώς ξέρουμε ο Ελύτης τα αποτύπωσε και ποιητικά στο «Άξιον εστί»:

«Χρόνους πολλούς μετά την Αμαρτία που την είπανε Αρετή μέσα
στις εκκλησίες και την ευλόγησαν. Λείψανα παλιών άστρων και γω-
νιές αραχνιασμένες τ’ ουρανού σαρώνοντας η καταιγίδα που θα γεν-
νήσει ο νους του ανθρώπου. Και των αρχαίων Κυβερνητών τα έργα
πληρώνοντας η Χτίσις, θα φρίξει. Ταραχή θα πέσει στον Άδη, και
το σανίδωμα θα υποχωρήσει από την πίεση τη μεγάλη του ήλιου.
Που πρώτα θα κρατήσει τις αχτίδες του, σημάδι ότι καιρός να λάβου-
νε τα όνειρα εκδίκηση. Και μετά θα μιλήσει, να πει: εξόριστε Ποιη-
τή, στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις;

-Βλέπω τα έθνη, άλλοτες αλαζονικά, παραδομένα στη σφήκα και

στο ξινόχορτο.                      

-Βλέπω τα πελέκια στον αέρα σκίζοντας προτομές Αυτοκρατόρων

και Στρατηγών.

-Βλέπω τους εμπόρους να εισπράττουν σκύβοντας το κέρδος των

δικών τους πτωμάτων.

-Βλέπω την αλληλουχία των κρυφών νοημάτων…»

(Ο. Ελύτης, «Προφητικόν» από το «Άξιον εστί»)

 198753_10151014129497093_1305963375_n

-Ο. Ελύτης: «ΤΟ ΠΕΡΙΤΤΟ ΣΕ ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΕΙ ΑΠΟ ΤΟ ΟΥΣΙΩΔΕΣ, ΣΕ ΔΙΑΛΥΕΙ»:

«Όπως βλέπετε, σ’ αυτά τα πενήντα τετραγωνικά εργάζομαι και ζω εδώ και πολλά χρόνια. Ούτε είχα ούτε θα ήθελα να έχω ποτέ περισσότερα. Οχι ότι παρασταίνω τον ασκητή. Ο άνθρωπος, πιστεύω, δεν πρέπει να στερείται από τίποτα. Πρέπει, όμως, να αρκείται και στα απαραίτητα. Η πολυτέλεια, το περιττό, σε απομακρύνουν από το ουσιώδες, σε διαλύουν.

Είμαι υ π έ ρ της «β α σ ι κ ή ς ζ ω ή ς» και α…υτή θα έπρεπε νομίζω να εξασφαλίζει σε όλους μια ιδανική πολιτεία. Σημειώστε ότι χρειάστηκε να φτάσω στα μισά της ζωής μου για να την εξασφαλίσω κι εγώ. Ναι, αγαπώ τα’ αντικείμενα και ζω μαζί τους. Όταν ταξιδεύω, μου λείπουν. Τίποτα απ’ ό, τι βλέπετε εδώ δεν είναι ακριβό ή πολύτιμο. Έχουν, όμως, όλα για μένα μια σημασία, συνδέονται με την ποίησή μου, τη ζωή μου, τα ταξίδια μου. (…)»

(Από συνέντευξη στη Σούλα Αλεξανδροπούλου, «Η Καθημερινή», 2/11/ 1975)

 

«Άδειασα και ξαναγέμισα τον ταξιδιωτικό μου σάκο: “Μόνον τα απαραίτητα”, είπα. Κι ήταν αρκετά γι αυτή τη ζωή και για πολλές άλλες ακόμα.» ( Ο. Ελύτης, Ο μικρός ναυτίλος)

 

(1η Ιουνίου 2013)… Καλό μήνα με το ποίημα του μήνα: [αθέριστος Ιούνιος μήνας]…

P1010479

Τάκης ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ, «Η τελευταία κραυγή»

                     (απόσπασμα)

“Στεγνός επύρωνε κι αθέριστος Ιούνιος μήνας

σε  τούτο το ύψωμα σε φωτεινούς αγρούς…

Τι να ‘ναι αναρωτήθηκα τούτο το κάλεσμα

που έτσι γλυκά σα μέθη ολάκερο με πλημμυρίζει…

Κι όπως λαχτάραγα να σηκωθώ στον ώμο μ’ άγγιξε

το χέρι ανάλαφρο δίνοντας με ταραχή βαθιά.

Σχήμα δεν έβλεπα μα το άγγιγμα…

της παρουσίας αυτής που μ’ αιχμαλώτιζε

μέσα μου εξύπναγε τ’ ανθρώπινο κι η δίψα

πρωτόγονη ακυβέρνητη…

κι εχτύπαγε με δύναμη τις σφραγισμένες θύρες.

Μνήμες δεσπόζουσες τυφλές μαινάδες μνήμες

εντός μου εκραύγαζαν ανάστατες…

Και τότε ορθώθηκα

κι άνοιξα διάπλατα τα κοιμισμένα μάτια κι είδα

το καύχημα του σώματος σε νικητήριαν άνθηση…

Πρώτη ήρθε η Σκίλα ελάφι ανήσυχο…

Καταμεσής στα μάτια ορθή σάρκα μονάχα σάρκα

με τους ηδονικούς αρμούς ολόγυμνους…

κι οι λόγοι που δεν λέγονταν την έκαιγαν σαν δάδα.

Ύστερα η Άλμα με το μαύρο βλέμμα

χαμόγελο αινιγματικό λιγνή κυπάρισσος…

Το σώμα διαφανές μονάχα σώμα η Άλμα

και διαχυθήκαμε κι ιδρώσαμε φριχτά…

Και τελευταία η Λάουρα. Εσμίξαμε γυμνοί

στον αλμυρό γιαλό η θάλασσα έκαιγε το δέρμα.

Για να κερδίσουμε τα έξαλλα σώματα

δοθήκαμε στον άδειο πυρετό.

Κι η Λάουρα χάθηκε όλα χαθήκαν κι ιδού γυμνός

σε τούτο το ύψωμα στον πυρωμένο αγρό.

Κι είπα καιρός να φύγω η μνήμη γίνηκε

μες στο ακυβέρνητο κορμί φωτιά αδυσώπητη…”

(Σύγχρονη ερωτική ποίηση, 42 Έλληνες ποιητές, Καστανιώτης)

 

 

 

Ο «Κεμάλ», του Νίκου Γκάτσου και η φασιστική ηλιθιότητα!…

Υπηρέτησα 35 ολόκληρα χρόνια τη δημόσια εκπαίδευση και δεν περίμενα ότι θα φτάσουμε στο σημείο η φασιστική ηλιθιότητα να «φωλιάσει» στα σχολεία!… Νέο περιστατικό φασιστικής συμπεριφοράς και ηλιθιότητας από γονιό και διευθύντρια σχολείου (!!!) κατά συναδέλφισσας δασκάλας που την κατηγόρησαν για ισλαμική προπαγάνδα, γιατί θέλησε να διδάξει στους μαθητές της το ποίημα «Κεμάλ» του Νίκου Γκάτσου που μελοποίησε υπέροχα ο Μάνος Χατζιδάκις!… Τι να πεις, σηκώνεις τα χέρια ψηλά! Η βλακεία είναι ανίκητη, μόνο που αρχίζει να γίνεται επικίνδυνη!

Αναδημοσιεύω εδώ το σχετικό άρθρο του Γ. Αναδρανιστάκη από τη σημερινή (30-5-’13) ΑΥΓΗ:

“Η βλακεία και ο φασισμός είναι άρρηκτα συνδεδεμένα, συχνά δεν μπορείς να ξεχωρίσεις που αρχίζει το ένα και που τελειώνει το άλλο, σαν τη θάλασσα και τον ουρανό που αγκαλιάζονται στο βάθος του ορίζοντα. Βλακεία και φασισμός, σαν τον γονιό που πήγε στο σχολείο, για να καταγγείλει τη δασκάλα ότι κάνει ισλαμική προπαγάνδα, μέσω του «Κεμάλ» του Χατζιδάκι και του Γκάτσου. Σαν τη διευθύντρια του σχολείου, που αντί να πετάξει έξω το γονιό, επέπληξε τη δασκάλα, επειδή δίδασκε στα παιδιά τον «Κεμάλ».
Παλαιότερα ίσως γελούσαμε με το γεγονός, ίσως το διηγούμασταν στις παρέες ως ένδειξη της περιρρέουσας γραφικότητας. Σήμερα που οι εποχές είναι σκοτεινές και εγκυμονούσες, τα γέλια παγώνουν στο στόμα. Τίποτε δεν πρέπει να πέφτει κάτω, εξ όνυχος τον λέοντα, αν και εδώ δεν πρόκειται για όνυχα, πρόκειται για ολόκληρο το πόδι. Διαβάστε την καταγγελία που έκανε μια δασκάλα στο εκπαιδευτικό σάιτ alfavita.gr και φρίξτε: «Γονιός ήρθε στο σχολείο να διαμαρτυρηθεί στη διευθύντρια, επειδή δίδαξα στα παιδιά (Ε΄ δημοτικού) τον Κεμάλ του Χατζιδάκι στο μάθημα της μουσικής κατηγορώντας με για ισλαμική προπαγάνδα. Αντίδραση διευθύντριας; Μπήκε στην τάξη και μάζεψε από τα παιδιά τις φωτοτυπίες που είχα μοιράσει. Έπειτα με κάλεσε στο γραφείο της και αφού δήλωσε απογοητευμένη από τη δουλειά μου, μου ανέλυσε για ποιους λόγους στο δημοτικό μόνο μας μέλημα οφείλει να είναι να μαθαίνουμε στα παιδιά να αγαπούν την πατρίδα και να τονώνουμε το εθνικό τους φρόνημα».
Από πού να αρχίσεις και που να τελειώσεις. Πήγε ο πατέρας να διαμαρτυρηθεί για την ισλαμική προπαγάνδα του «Κεμάλ», νομίζοντας ότι πρόκειται για τον Κεμάλ Ατατούρκ. Τον Κεμάλ που διέλυσε τον Τουρκικό ισλαμισμό, για να εγκαθιδρύσει το κοσμικό κράτος. Άσε που ο Γκάτσος δεν αναφέρεται καν στον Ατατούρκ, αλλά στον Κεμάλ, το νεαρό πρίγκιπα της Ανατολής, που ήθελε να αλλάξει τον κόσμο, ανατρέποντας το καθεστώς. Για λάθος λόγους μπουκάρατε στο σχολείο, φιλόστοργε πατέρα. Η δασκάλα δεν δίδασκε στο βλαστάρι σας τον ισλαμισμό, δίδασκε την επανάσταση.

Και καλά ο πατέρας, μπορεί να είχε φάει κατακέφαλα κάποια από τις πέτρες που του πετάει καθημερινά η τηλεόραση. Η διευθύντρια, η διορισμένη από το κράτος, η εκπρόσωπος του κράτους στο σχολείο; Αντί να πετάξει έξω τον εισβολέα, αντί να υπερασπιστεί την υφισταμένη της, αντί να υπερασπιστεί την πολιτιστική κληρονομιά, στην οποία ανήκει αναμφισβήτητα ο «Κεμάλ», μπήκε στην τάξη και μάζεψε τις φωτοτυπίες, για να μην μολυνθούν τα ελληνόπαιδα από τον ισλαμισμό.

Πριν από 80 χρόνια και είκοσι ημέρες, στις 10 Μαίου του 1933, ναζιστές φοιτητές έκαψαν στην Μπάμπελ Πλατς του Βερολίνου βιβλία εχθρικά προς την Γερμανία και το λαό της. Βιβλία του Μαν, του Τσβάιχ, του Ρεμάρκ, του Φρόιντ, τους τετρακόσιους έφτασαν οι συγγραφείς που έπεσαν στην πυρά. Θα μπορούσαμε να βρούμε κι εμείς μια πλατεία, την Ομόνοια ίσως, και να κάψουμε τραγούδια που προωθούν τον Ισλαμισμό: Την Γιουλμπαχάρ, την Σεράχ, την Ζεχρά, το Ένα τραγούδι απ΄τ΄ Αλγέρι, το Κάιρο, Ναύπλιο, Χαρτούμ, τον Γουίλι τον Μαύρο Θερμαστή από το Τζιμπουτί, το Μεσ΄ του Βοσπόρου τα στενά, το Η μάνα η Τούρκα και η Μάνα η Γκρέκα, το Αραπίνες λάγνες ερωτιάρες και εκατοντάδες άλλα.
Αν πάτε σήμερα στην Μπάμπελ Πλατς, θα δείτε άδεια ράφια βιβλιοθηκών και μια πλακέτα με τη ρήση του Heinrich Heine: «Εκεί που καίγονται βιβλία, στο τέλος θα καούν άνθρωποι». Μόνο που όταν τοποθετήθηκε η πλακέτα, οι άνθρωποι είχαν καεί ήδη. Διότι «πικρές οι βουλές του Αλλάχ και σκοτεινές οι ψυχές των ανθρώπων»”.

 

Φυλετισμός και εθνικισμός ασύμβατοι με την οικουμενικότητα του χριστιανισμού – Χρυσή Αυγή και Εκκλησία…

thumb_640

-Ανιχνεύοντας την ιδεολογική παραφθορά του χριστιανικού μηνύματος της οικουμενικότητας και της αγάπης (ακόμα και του εχθρού σου)…

 

«Ουκ ένι Ιουδαίος ή Έλλην, περιτομή ή ακροβυστία, Σκύθης, βάρβαρος, ελεύθερος

ή δούλος, αλλά τα πάντα και εν πάσι Χριστός.» (απ. Παύλος)

 

Σήμερα οι ορθόδοξοι αρχιερείς φέρουν αμφίεση παρόμοια μ’ εκείνη του βυζαντινού αυτοκράτορα· ένα τυπολογικό ιδίωμα που διατηρείται προκειμένου να επισημανθεί η νοητή συνέχεια της Χριστιανικής Αυτοκρατορίας της Ανατολής. Παρότι ο τύπος εμμένει, η ουσία επιλανθάνεται. Και τούτο δεν έχει να κάνει αποκλειστικά με τη θεολογία αλλά και με την «κοσμοθεωρία» της αυτοκρατορίας. Το Βυζάντιο ήταν πολυεθνικό και «υπερεθνικό» σε όλες τις κοινωνικές βαθμίδες. Αφομοίωνε και ενέτασσε λαούς όχι με εθνολογικούς αλλά με πολιτιστικούς όρους. Και οι «αλλοεθνείς» έφθαναν έως το ύπατο αξίωμα. Ο αρμενικής καταγωγής Ηράκλειος ήταν αυτός που θέσπισε ως επίσημη γλώσσα της αυτοκρατορίας την ελληνική. Τη δυναστεία του Ηρακλείου διαδέχθηκε η συριακή δυναστεία των Ισαύρων, για ν’ ακολουθήσουν οι Φρύγες του Αμορίου. Έναντι, λοιπόν, ποιας πολιτιστικής κληρονομιάς ή παράδοσης μπορεί ένας ιεράρχης να ιδεολογικοποιεί τον ρατσισμό, να προπηλακίζει τους μετανάστες ως ανεπιθύμητους, να μιλάει για εθνική καθαρότητα;

Ο μακαριστός Μητροπολίτης Κίτρους Βαρνάβας, ανάστημα κεφαλαιώδες για την Εκκλησία της Ελλάδος, αναρωτήθηκε κάποτε: «Πώς μπορούμε εγώ και ο αδελφός μου από την άλλη μεριά των συνόρων, ως ορθόδοξοι επίσκοποι, να ευλογούμε στρατεύματα, που αν χρειαστεί, θα διεξάγουν μια φονική μάχη μεταξύ τους;». Οι λόγοι αυτοί εκφράζουν την αναγκαία θεολογική ευαισθησία, το συνειδησιακό ενέργημα, του χριστιανού ποιμένα, ο οποίος αντιλαμβάνεται το σύνορο ως εμπόδιο της αδελφοσύνης. Εδώ έγκειται και η διαφορά, εκκλησιολογική και κανονική, της περιφεριοποίησης της εκκλησιαστικής διοίκησης, που υφίστατο από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες για την εξυπηρέτηση ποιμαντικών αναγκών με τον ψευδο-νεωτερικό εθνικό διαχωρισμό των Εκκλησιών.

Η πράξη του εθνικού διαχωρισμού συνιστά αίρεση για την Ορθόδοξη Εκκλησία σύμφωνα με τον Όρο της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου (Κωνσταντινούπολη, 1872). Το κείμενο του Όρου αποκόπτει από το εκκλησιαστικό σώμα όσους πρεσβεύουν ή εφαρμόζουν εθνοφυλετικές αντιλήψεις και πρακτικές: «Αποκηρύττουμε, επικρίνοντας και καταδικάζοντας, τον φυλετισμό, δηλαδή τις φυλετικές διακρίσεις και τις εθνικές έριδες και φθόνους και διαιρέσεις στην Εκκλησία του Χριστού […]. Εκείνους που αποδέχονται αυτόν τον φυλετισμό και πάνω του τολμούν να θεμελιώνουν καινοφανείς φυλετικές παρασυναγωγές, τούς κηρύττουμε, σύμφωνα με τους Ιερούς Κανόνες, αποκομμένους από τη μία Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, και ως εκ τούτου σχισματικούς».

Η απάντηση, λοιπόν, στους ιερωμένους που σηκώνουν τα εθνικιστικά λάβαρα δεν είναι ότι δεν έχουν δικαίωμα να μιλούν γιατί είναι «εκκλησιαστικοί». Έχουν το δικαίωμα να εκφράζονται, όπως κάθε κοινωνική τάξη σε μια δημοκρατική χώρα. Η απάντηση, που οφείλει να δοθεί από τους προοδευτικούς φορείς, είναι ότι αυτές οι θέσεις τους είναι απροκάλυπτα αντιχριστιανικές και τους καθιστούν υπόλογους στην ίδια την Εκκλησία. Ο Μέγας Βασίλειος χαρακτήριζε αυτούς τους επισκόπους «λύκους βαρείς, που διασπούν το ποίμνιο του Χριστού»· και είναι όντως «λύκοι βαρείς» όσοι εγκολπώνονται τον ρατσισμό, τη μισαλλοδοξία και τον ναζισμό, ειδικά όταν οι ίδιοι φέρουν εγκόλπιο με τη μορφή του Χριστού.

 169FC693B8655C3BB8CEBCFBECF5BDAF

-Χρυσή αυγή και εκκλησία…

Για ποιο λόγο ένας ιεράρχης, όπως ο Πωγωνιανής Ανδρέας, αποκαλεί τα μέλη της Χρυσής Αυγής «τα παιδιά τα καλά, τα αγωνιστικά»; Ή τους καλεί, όπως ο Αιγιαλείας Αμβρόσιος, να αποφεύγουν «κάποιες ανωφελείς ακρότητες» ώστε «να είναι περισσότερο ωφέλιμοι και να καταστούν μια γλυκιά ελπίδα για τον απελπισμένο πολίτη»; Γιατί θεωρείται από πολλούς φυσιολογική η ανταπόκριση που βρίσκει η εθνικιστική και ακροδεξιά ρητορική της νεοναζιστικής οργάνωσης στους κόλπους της Ορθόδοξης Εκκλησίας; Γιατί όσοι ιεράρχες καταγγέλλουν την εγκληματική δράση των ρατσιστών αντιμετωπίζονται ως πεφωτισμένες εξαιρέσεις; Γιατί η επίσημη Εκκλησία αρκείται σε δηλώσεις εναντίον της βίας και δεν απαξιώνει τους φουσκωτούς ιδεολόγους που ταυτίζουν την πολιτική με τη σωματική βία;

Αυτά τα ερωτήματα θέτει και σ’ αυτά προσπαθεί να δώσει απάντηση ο Σταύρος Ζουμπουλάκης στα κείμενά του που φιλοξενούνται στο βιβλίο «Χρυσή Αυγή και εκκλησία» και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις. Μια οπτική γωνιά άκρως ενδιαφέρουσα. Πρώτον, γιατί αποσυνδέει τη ρητορική της Χρυσής Αυγής από την παράδοση του τρίγωνου «Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια». Δεύτερον, γιατί προτάσσει ένα δέον: θεωρεί ότι μόνον η επίσημη Εκκλησία έχει τη δυνατότητα και οφείλει να απομονώσει κοινωνικά και πολιτικά το νεοναζιστικό μόρφωμα. Αποψη μάλλον αισιόδοξη, που έχει να κάνει περισσότερο με αυτά που ο συγγραφέας προσδοκά από την Εκκλησία και λιγότερο με την πραγματικότητα. Αποψη όμως που ανοίγει μιαν νέα οπτική για την αντιμετώπιση του κατ’ εξοχήν προβλήματος του δημόσιου βίου μας, την ανταπόκριση που βρίσκει η δράση της Χρυσής Αυγής σε στρώματα που μπορεί να μην έχουν καμία σχέση με τη ναζιστική παραφροσύνη, όμως στέλνουν τους εκπροσώπους της στο Κοινοβούλιο. Παιδιά της εθνικιστικής και ξενόφοβης Ακροδεξιάς, οι ιδεολόγοι της Χρυσής Αυγής έχουν κάνει κι αυτοί τη μικρή τους επανάσταση. Εκεί που οι πρόδρομοί τους στήριζαν την ύπαρξή τους στον ιερό δεσμό έθνους και Εκκλησίας, οι ίδιοι ανακάλυψαν τη γοητεία του παγανισμού. Ως εκ τούτου, όπως εξηγεί αναλυτικά ο Ζουμπουλάκης, δεν μπορούν να έχουν καμιά σχέση με την Ορθοδοξία. Η λατρεία της γης, του χώματος και της καθαρής φυλής βρίσκονται στους αντίποδες της χριστιανικής πίστης. Τη χρησιμοποιούν όπως οι προπάτορές τους, Γερμανοί και Ιταλοί, μόνον και μόνον για να μη θίξουν τα αισθήματα του κοινού στο οποίο απευθύνονται. «Μόλις η Χρυσή Αυγή γίνεται μαζική οργάνωση, εγκαταλείπει στον προς τα έξω λόγο της την παγανιστική και αντιχριστιανική ρητορική, από καθαρό πολιτικό καιροσκοπισμό, διότι στον εσωτερικό της λόγο τη συνεχίζει». Ποια κρυφά -ή όχι και τόσο κρυφά- χαρίσματα συνθέτουν τη γοητεία που ασκεί η Χρυσή Αυγή σε ορισμένους λαλίστατους ιεράρχες; Ο αταβιστικός αντικομμουνισμός που κληρονόμησε η Ορθοδοξία από την εποχή του Εμφυλίου και τη συνόδευσε σε όλη τη μεταπολεμική της θητεία. Μια καιροσκοπική, εκ μέρους τους, συμπεριφορά την οποία υιοθέτησαν μετά τη δημοφιλία τής «πάνω πλατείας»; Γιατί όμως η επίσημη Εκκλησία αντιμετωπίζει με τη σιωπή της τους λαλίστατους κήρυκές της και δεν καταδικάζει τους φουσκωτούς με τα ξυρισμένα κεφάλια που η μόνη πολιτική τους πρόταση είναι το ξύλο μέχρι θανάτου; Η απάντηση του Ζουμπουλάκη είναι καίρια: πρόκειται για την αδυναμία αυτοκριτικής που διακατέχει την Ορθόδοξη Εκκλησία, αδυναμία να «επανατοποθετήσει τη στάση της μέσα στην κοινωνία, στον σύγχρονο κόσμο».

(αποσπάσματα των παραπάνω κειμένων είναι από άρθρα δημοσιευμένα στα Ενθέματα της Κυριακάτικης ΑΥΓΗΣ)

Πες το με ποίηση (13ο): «ΧΕΡΙΑ»…

prova_a%20prendermi_acrilico_su_tela_80x80

«Τα χέρια είναι η προέκταση της ψυχής»…..

 

-Αργύρης Χιόνης, «Χέρια»

  

“Οι άνθρωποι το πιο συχνά
δεν ξέρουν τι να κάνουνε τα χέρια τους
Τα δίνουν – τάχα χαιρετώντας – σ’ άλλους
Τ’ αφήνουνε να κρέμονται σαν αποφύσεις άνευρες
Ή – το χειρότερο – τα ρίχνουνε στις τσέπες τους
και τα ξεχνούνε
Στο μεταξύ ένα σωρό κορμιά μένουν αχάιδευτα
Ένα σωρό ποιήματα άγραφα”
(Από τη συλλογή Λεκτικά τοπία, 1983)

 2011_40541_89643

-Robert Desnos: «Χέρια»

 

“Χέρι μαυρισμένο απ’ το μελάνι του θλιβερού μαθητή
Χέρι κόκκινο πάνω στον τοίχο απ’ την κάμαρα του εγκλήματος
Χέρι χλωμό της πεθαμένης
Χέρια που βαστούν ένα μαχαίρι ή ένα ρεβόλβερ.
Χέρια ανοιχτά
Χέρια κλειστά
Χέρια τιποτένια που βαστούν έναν κοντυλοφόρο
Ω χέρι μου εσύ επίσης εσύ επίσης
Χέρι μου με τις γραμμές σου κι’ όμως έτσι είναι
Γιατί να σπιλώσω τις μυστηριώδεις γραμμές σου
Γιατί; καλύτερα οι χειροπέδες καλύτερα να σ’ ακρωτηριάσω καλύτερα καλύτερα
Γράψε γράψε γιατί γράφεις ένα γράμμα σ’ εκείνη
κι’ αυτό το βέβηλο μέσο είν’ ένα μέσο να την αγγίξεις

Χέρια που απλώνονται χέρια που προσφέρονται

Υπάρχει μήπως ένα ειλικρινές χέρι αναμεσά τους

Α! δεν τολμώ πια να σφίξω τα χέρια

Χέρια που λένε ψέματα χέρια λιγόψυχα που τα μισώ

Χέρια που ομολογούν και που τρέμουν όταν

Κοιτάζω τα μάτια…

Χέρια χέρια όλο τα χέρια

Ένας άνθρωπος πνίγεται ένα χέρι βγαίνει απ’ τα κύματα

Ένας άνθρωπος φεύγει ένα χέρι κουνιέται

Ένα χέρι συσπάται μια καρδιά υποφέρει

Ένα χέρι σφίγγεται ω θείος θυμός

Ένα χέρι ακόμα ένα χέρι

Ένα χέρι πάνω στον ώμο μου

Ποιος είναι;

Είσαι συ επιτέλους

Είναι πολύ σκοτεινά! τι σκοτάδια!

Δεν ξέρω πια τίνος είναι τα χέρια

Τι θέλουν

Τι λένε

Τα χέρια μας ξεγελούν

Θυμούμαι ακόμα λευκά χέρια μες στο σκοτάδι

Απλωμένα πάνω σ’ ένα τραπέζι, μέσα στην προσμονή

Θυμούμαι χέρια που τ’ αγκάλιασμά τους μου ήταν αγαπητό

Και πια δεν ξέρω

Υπάρχουν πολλοί προδότες πολλοί ψεύτες

Α! ακόμα και το χέρι μου που γράφει

Ένα μαχαίρι! Ένα όπλο! Ένα εργαλείο!

Όλα εκτός απ’ το γράψιμο

Αίμα αίμα

Υπομονή η μέρα αυτή θ’ ανατείλει.”

(μτφ. Tάκης Βαρβιτσιώτης)

(Ανθολογία γαλλικής ποίησης- από τον Μπωντλαίρ ως τις μέρες μας, Καστανιώτης)

 2396125369_98729893ae - Αντίγραφο - Αντίγραφο

-Οκτάβιο Παζ, «Ψηλαφώντας»

 

“Τα χέρια μου

το τέμπλο του είναι σου ανοίγουν

μ’ άλλην γυμνότητα σε ντύνουν

ανακαλύπτουνε τα δώματα του σώματός σου

τα χέρια μου

άλλο κορμί σκαρώνουν στο κορμί σου.”

(Οκτάβιο Παζ, Η πέτρα του ήλιου, Ίκαρος)

 Council-have-started-prov-007 - Αντίγραφο - Αντίγραφο

-Μιχάλης Γκανάς, «Τα χέρια»

 

“Κοιτάζει τα χέρια της. Πώς έγιναν έτσι; Πού βρέθηκαν τόσες φλέβες, τόσες ελιές και σημάδια, τόσες ρυτίδες στα χέρια της;

Εβδομήντα χρόνια τα κουβαλάει μαζί της και ποτέ δεν γύρισε να τα κοιτάξει. Ούτε τότε που ήταν χλωρά, ούτε που μέστωσαν, ούτε που μαράθηκαν, ώσπου ξεράθηκαν.

Όλα αυτά τα χρόνια η έγνοια της ήταν αλλού, όχι στα χέρια της: μην κοπεί, μην καεί, μην τρυπηθεί, μην το παρακάνει το βράδυ με τον άντρα της –όποτε τύχαινε, μια στις τόσες– κι ακούσει πάλι τα λόγια του, καρφί στην καρδιά της “πού τα ‘μαθες αυτά μω γυναίκα;”
Κοιτάζει τα χέρια της σαν να τα βλέπει πρώτη φορά. Ξένα της φαίνονται, καθώς κάθονται άνεργα πάνω στη μαύρη ποδιά της, σαν προσφυγάκια. Έτσι της έρχεται να τα χαϊδέψει.

Και τι δεν τράβηξαν αυτά τα χεράκια, στα κρύα και στα λιοπύρια, στη φωτιά, στα νερά, στα χώματα, στα κάτουρα και στα σκατά. Πέντε χρόνια κατάκοιτη η πεθερά της, αλύχτησε ώσπου να της βγει η ψυχή.

Κοιτάζει πάλι τα χέρια της. Τι θα τα κάνει; Να τα κρύψει κάτω από την ποδιά της να μην τα βλέπει, να τα χώσει στην περούκα της διπλανής, που κοιμάται με το κεφάλι γουλί, να τα βάλει στις μάλλινες κάλτσες που της έφερε ο γιος της μόλις του ‘πε ότι κρυώνει εδώ στο γηροκομείο που την έριξε η μοίρα της; Τόσα χρόνια δεν γύρισε να τα κοιτάξει και τώρα δεν μπορεί να πάρει τα μάτια της από πάνω τους. Κι όταν δεν τα κοιτάει ή κάνει πως δεν τα κοιτάει, την κοιτάνε αυτά.

Άνεργα χέρια, τι περιμένεις, αφού δεν έχουν δουλειά κάθονται και κοιτάνε. Δεν είναι που κοιτάνε, άσ’ τα να κοιτάνε, είναι που κοιτάνε σαν να θέλουνε κάτι. Ξέρει τι θέλουν: να τα χαϊδέψει.
Δεν θα τους κάνει τη χάρη. Ντρέπεται, γριά γυναίκα, να χαϊδεύεται στα καλά καθούμενα.
Τα κοιτάζει κλεφτά και βλέπει μια σκουριά από καφέ στο δεξί. Σηκώνεται και πάει στο μπάνιο, πιάνει το μοσχοσάπουνο και πλένει τα χέρια της. Τα πλένει, τα ξαναπλένει, δεν λέει ν’ αφήσει το σαπούνι, της αρέσει έτσι που γλιστρούν απαλά, το ένα μέσα στο άλλο, “κοίτα”, λέει, “που μ’ έβαλαν να τα χαϊδέψω θέλοντας και μη, τα σκασμένα” και γελάει από μέσα της που δεν την κοιτάνε τώρα όπως πριν, χαμένα μέσα στους αφρούς και τα χάδια, σαν να ‘χουν κλείσει τα μάτια, μην τους πάει σαπούνι και τα πάρουν τα δάκρυα.”

(Από το βιβλίο “Γυναικών – μικρές και πολύ μικρές ιστορίες, εκδ. Μελάνι”)

 

«2013, έτος Καβάφη»: Τέσσερα ποιήματα για τον Καβάφη (Λειβαδίτης, Ρίτσος, Καρούζος, Εγγονόπουλος)…

935747_3051534143995_725073875_n Τιμώντας τον παγκόσμιο ποιητή μας, επιλέγω να δημοσιεύσω εδώ, όχι κάποιο ποίημα του Καβάφη, του οποίου τα περισσότερα είναι άλλωστε γνωστά, αλλά τέσσερα ποιήματα που γράφτηκαν γι αυτόν από τους μεγάλους μας ποιητές: Λειβαδίτη, Ρίτσο, Καρούζο και Εγγονόπουλο…

Προσωπογραφία του Καβάφη διά χειρός Νίκου Εγγονόπουλου.

Προσωπογραφία του Καβάφη διά χειρός Νίκου Εγγονόπουλου.

-Τάσος Λειβαδίτης, «ΚΑΒΑΦΗΣ»

“Νύχτες ακόλαστες, πιοτά, σφοδρά συμπλέγματα, γιγάντιες

σα θόλοι ναού, ηδονές. Κι άγνωστες, πέρ’ από κάθε πρόσχημα,

τραχιές, σα νίκες, αμαρτίες.

Και το πρωί επέστρεφε μόνος κι εξαντλημένος κι ώριμος

κομίζοντας, σα μια καινούργια αγνότητα, το νέο αμαρτωλό του

ποίημα.”

 

-Ο Γιάννης Ρίτσος έγραψε «12 ποιήματα για τον Καβάφη»… Το πρώτο απ’ αυτά είναι:
«Ο ΧΩΡΟΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ»

“Το μαύρο, σκαλιστό γραφείο, τα  δυο ασημένια κηροπήγια,
η κόκκινη πίπα του. Κάθεται, αόρατος σχεδόν, στην πολυθρόνα,
έχοντας πάντα το παράθυρο στη ράχη του. Πίσω από τα
  γυαλιά του,
πελώρια και περίσκεπτα, παρατηρεί τον συνομιλητή του,
στ’ άπλετο φως, αυτός κρυμμένος μες στις λέξεις του,
μέσα στην ιστορία, σε πρόσωπα δικά του, απόμακρα, άτρωτα,
παγιδεύοντας την προσοχή των άλλων στις λεπτές ανταύγειες
ενός σαπφείρου που φορεί στο δάχτυλό του, κι όλος έτοιμος
γεύεται τις εκφράσεις τους, την ώρα που οι ανόητοι έφηβοι
υγραίνουν με τη γλώσσα τους θαυμαστικά τα χείλη τους.
  Κι εκείνος
πανούργος, αδηφάγος, σαρκικός, ο μέγας αναμάρτητος,
ανάμεσα στο ναι και στο όχι, στην επιθυμία και τη μετάνοια,
σαν ζυγαριά στο χέρι του θεού ταλαντεύεται ολόκληρος,
ενώ το φως του παραθύρου πίσω απ’ το κεφάλι του
τοποθετεί ένα στέφανο συγγνώμης κι αγιοσύνης.
«Αν άφεση δεν είναι η ποίηση, –ψιθύρισε μόνος του–
τότε, από πουθενά μην περιμένουμε έλεος».”

 

-Νίκος Καρούζος, «Non multa sed multum»

(ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΚΙ ΑΝΥΨΩΣΗ ΤΟΥ ΚΑΒΑΦΗ)

 

“Κανένας παλαιότερος τόσο σημερινός στη ρωμιοσύνη,
τη γλώσσα τη χειραγώγησε στην ύπνωση
της ακέραιης φλόγας οπού μάταια
σηκώνει των σκοταδιώνε τα καπάκια,
τη γλώσσα του την πήρε δώθε-κείθε και την έκανε
μια σύριγγα για ενδοφλέβιο τραγούδι
καταναλίσκοντας αργά τους δύσκολους
ενιαυτούς των ελληνίδων λέξεων
αποστηθίζοντας ολάκερο το θάνατο
σε δέκα-δεκαπέντε στίχους
μ’ εκείνη τη μαβιά φωτιά στα μάτια του Φερνάζη
με εκλεκτή συγκίνηση με ιδεώδη λάθη
με χάρισμα χαρούμενο στα ερειπωμένα βάθη.
Τι είναι όμως που κομίζει τα ποιήματα
τι είναι που με δαύτα επωάζει την άβυσσο;
Φεγγάρι μου στη σκοτεινιά ζεστό βυζί της νύχτας
τι είναι – λέγε μου εσύ – τα θάλλοντα ποιήματα;
Μην είναι τα ασημοφώτιστα οστά της Ειμαρμένης;”

 

-Εγγονόπουλος Nίκος, «Σύντομος Βιογραφία του Ποιητού Kωνσταντίνου Kαβάφη (και του καθενός μας – άλλωστε)»

 

…δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
K. KABAΦH H πόλις

νταλγκαδιασμένος και βαρύς
γυρνάει τα στενορρύμια
της πολιτείας της άχαρης
που τρώει τα σωθικά του

σ’ αυτήν εδώ γεννήθηκε
σ’ αυτή θε ν’ αποθάνη
εδώ πίκρες τον πότισαν κρουνηδόν

εδώ τον βασανίσαν
μόνος του
πίστεψε – φορές –
πως τη χαράν ευρήκε σπανίως

κάποτε θέλησε κι’ αυτός
κάπου μακρυά να φύγη
μα εκατέβη στο γιαλό
και δεν είχε καράβι

(από το “Στην Kοιλάδα με τους Pοδώνες”, Ίκαρος 1992)

Post Navigation