Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Η ανεκδοτολογική όψη της οικονομικής κρίσης…

3ff39e299ef63fe83d193df39960e398_XL

Η κρίση, που τη ζούμε επί χρόνια και θα συνεχίσει να μας βασανίζει παρά το «φως στο τούνελ» (το οποίο, άλλωστε, κατά το μπαγιάτικο πια ανέκδοτο, είναι του τρένου που έρχεται απειλητικό), λειτουργεί σαν μηχανή παραγωγής ανεκδότων. Δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς. Δίχως ξεσπάσματα, δίχως το μελαγχολικό έστω γέλιο, η πίεση θα είχε σμπαραλιάσει κι εμάς και τους εν κρίσει αδερφούς Κυπρίους, Πορτογάλους, Ισπανούς, Ιρλανδούς, Ιταλούς. Την περιλάλητη «πνευματική αντίσταση στην κρίση» ίσως την υπηρετεί αποτελεσματικότερα η διακίνηση (αυτο)κριτικών ανεκδότων παρά μια συναυλία-αρπαχτή ή μια τηλεραμμένη θεατρική παράσταση, όπου στην αρχή οι καλλιτέχνες θα πουν λόγια παρηγοριάς, «εμείς οι Ελληνες…» κ.τλ.

Στις 18 Ιουλίου δημοσιεύτηκε στην «Καθημερινή», αντλημένο από την «International Herald Tribiun», το άρθρο του Raphael Minder «Νέο λεξιλόγιο λόγω… κρίσης», με υπότιτιλο «Προσθέτει νότα πικρόχολου χιούμορ στις ζωές των πολύπαθων Ευρωπαίων». Οσο φτωχαίνει η ζωή των Νοτιοευρωπαίων τόσο εμπλουτίζεται το λεξιλόγιό τους, τόσο πληθαίνουν οι εμβληματικές φράσεις, όπως οι ημεδαπές «λεφτά υπάρχουν», «μαζί τα φάγαμε» και «success story». «Οι γλωσσικές προσθήκες», λέει ο αρθρογράφος, «είναι τόσο πολλές, που τον περασμένο Ιούνιο η Ισπανική Βασιλική Ακαδημία εξέδωσε ένα ανανεωμένο λεξικό της ισπανικής γλώσσας με 200 νέες λέξεις που δημιουργήθηκαν ή απέκτησαν νέες σημασίες. […] Με τον ίδιο τρόπο πραγματοποιήθηκαν προσθήκες και στο γερμανικό λεξικό Duden, ενώ η Γαλλία απέκτησε το δικό της βιβλίο με τον τίτλο «Λέξεις της κρίσης», που αναλύει τις φράσεις που έχουν εφευρεθεί ή εισήχθησαν στη γαλλική γλώσσα τα τελευταία χρόνια. Η έννοια της λιτότητας χρησιμοποιείται σχεδόν παντού στις ζωές των Ευρωπαίων. Εάν μια γυναίκα φοράει πολύ κοντή φούστα, μπορεί να ρωτηθεί αν βρίσκεται σε «λιτότητα»». Και οι δικοί μας λεξικογράφοι οφείλουν να προσθέσουν στα παλιά λήμματα τις νεοαποκτηθείσες σημασίες, βάζοντας στην αρχή τη βραχυγραφία «σχετλ.» του σχετλιασμού. Είναι φανερό ότι λέξεις όπως «διαπραγμάτευση», «απαγκίστρωση», «κινητικότητα», «διαθεσιμότητα», «ευθύνη», «ποτέ», «τολμήστε» σημαίνουν πια εντελώς άλλα πράγματα από εκείνα που όρισε η φύτρα τους.

Οσο ξέρω, ελληνόγραπτο βιβλίο με τις «Λέξεις της κρίσης» δεν έχει εκδοθεί. Ενα τομίδιο, πάντως, με «Ανέκδοτα της κρίσης», με τη συναγωγή και ταξινόμηση των κυκλοφορούντων, πιθανότατα θα γινόταν μπεστ σέλερ, ιδίως αν στο εξώφυλλο είχε τον ορισμό της κρίσης: «Κρίση είναι να σε ταΐζουν τα περιστέρια στο Σύνταγμα». Το χειμώνα λ.χ., με το πετρέλαιο σε τιμή σαμπάνιας, κυκλοφόρησαν αρκετά θερμαντικά ανέκδοτα. Αντιγράφω: «Το λεωφορείο έχει θέρμανση. Αν βάλει και Ιντερνετ, μετακομίζω». «Ηρθε ένας καινούργιος στην πολυκατοικία και θέλει ν’ ανάψει καλοριφέρ. Μαζεύουμε υπογραφές να τον διώξουμε». «Λέμε σόκιν στο καλοριφέρ, μπας κι ανάψει». «Είμαστε η γενιά που πρόλαβε τα καλοριφέρ αναμμένα». Κοντά στο πετρέλαιο η βενζίνη, στην ακρίβεια της οποίας χρωστάμε την κάποια ανακούφιση του κυκλοφοριακού, αλλά μας χρωστάει την επιβάρυνση του κυκλοφορικού μας. Ιδού ένα από τα βενζινοκίνητα ανέκδοτα: «Εβαλα πενήντα ευρώ αμόλυβδη. Ο βενζινάς μού προξένεψε την κόρη του».

Πριν από το συντομότερο υπουργικό ανέκδοτο «Αδωνις-υπουργός Υγείας», δίκην ηρεμιστικών ή ευφραντικών κυκλοφορούσαν ήδη κάμποσα υγειονομικά ανέκδοτα, ακούσιοι πνευματικοί πατέρες των οποίων είναι ο κ. Αβραμόπουλος, ο κ. Ν. Κακλαμάνης, ο κ. Λοβέρδος, ο κ. Λυκουρέντζος. Δείγμα: «Πήγα στο φαρμακείο να πάρω αντιβηχικό. Τριάντα ευρώ μού λέει ο φαρμακοποιός. Μου κόπηκε ο βήχας. Μαχαίρι». «Φήμες λένε ότι το ΙΚΑ θα μετονομαστεί σε ΙΚΕΑ με σλόγκαν «Θεραπεύσου μόνος σου»». «Το μόνο θετικό που βρίσκω σήμερα είναι η ομάδα του αίματός μου». Και: «Πέρασα κατάθλιψη. Με άριστα» Περνάμε έτσι στα ακαδημαϊκά ανέκδοτα: «Αναπολώ την εποχή που χρωστούσαμε μόνο μαθήματα». Και: «Πάμε πανεπιστήμιο και δεν μας μαθαίνουν να κρατάμε δίσκο με καφέδες χωρίς να μας πέσει. Αντε μετά να κάνεις καριέρα». Υπάρχουν πολλά ακόμα, Ιντερνετικά («Μην ξεχάσουμε, πριν παραδώσουμε τον κόσμο στα παιδιά μας, να πατήσουμε delete history». «Πληκτρολόγησα στο Google.gr. “Happy new year” και μου απάντησε “Not available in your country”»), ενδογλωσσικά («Επειδή δεν ήμασταν σίγουροι αν το σωστό είναι παράγει, παράξει ή παραγάγει, συμφωνήσαμε να μην παράγουμε τίποτα»), αυτοκριτικά («Ξυπνάω και τι να δω: είμαι ήδη δύο ώρες στη δουλειά») και βαθιά λυπημένα: «Να δείτε που όλοι αυτοί οι καλύτεροι εαυτοί μας που δώσαμε κατά καιρούς είναι μαζεμένοι κάπου και γελάνε μαζί μας». Επειδή, πάντως, είναι εποχή διακοπών, ιδού ένα από τα νοστιμότερα: «Εψαχνα για διακοπές. Γύρος Γαλλίας: 1.700. Γύρος Ιταλίας: 1.100. Γύρος Πελοποννήσου: 850. Τελικά, διάλεξα γύρο με πίτα: Δύο και είκοσι…».

(απόσπασμα από άρθρο του Παντελή Μπουκάλα στην Καθημερινή)

 

Advertisements

Πες το με ποίηση (20ο): «Ουρανός»…

 

«Ουρανέ, όχι δε θα πω το ναι
ουρανέ, φίλε μακρινέ
πώς να δεχτώ άλλης αγκαλιάς τη στοργή
πώς να δεχτώ, μάνα μου είναι η γη πώς ν’ αρνηθώ της ζωής το φως το ξανθό
αχ ουρανέ πόνε μακρινέ…»

(Νίκος Γκάτσος)

 

«Nα λες ουρανός κι ας μην είναι»

( Γ. Ρίτσος, από τα Μονόχορδα)

 

 «Θαυμάσια που τρέχει ο ουρανός ,αν κρίνεις απ’ τα σύννεφα»

(Ελύτης, Εκ του πλησίον)

 

«Μες στο βαθύ ουρανό

Κάθε βουνό κι η υπογραφή του»

(Ελύτης, Εκ του πλησίον)

 

999845_216923335129693_740109328_n

-Μανόλης Αναγνωστάκης, «Ο  ουρανός»

 

“Πρώτα να πιάσω τα χέρια σου

Να ψηλαφίσω το σφυγμό σου

Ύστερα να πάμε μαζί στο δάσος

Ν` αγκαλιάσουμε τα μεγάλα δέντρα

Που στον κάθε κορμό έχουμε χαράξει

Εδώ και χρόνια τα ιερά ονόματα

Να τα συλλαβίσουμε μαζί

Να τα μετρήσουμε ένα-ένα

Με τα μάτια ψηλά στον ουρανό σαν προσευχή.

 

Το δικό μας δάσος δεν το κρύβει ο ουρανός.

 

Δεν περνούν από δω οι ξυλοκόποι.”

(Μανόλης Αναγνωστάκης, Τα ποιήματα, Νεφέλη)

 

 

-Μίλτος Σαχτούρης, «Ο ουρανός»

 

“Πουλιά μαύρες σαΐτες της δύσκολης πίκρας

δεν ειν’ εύκολο ν’ αγαπήσετε τον ουρανό

πολύ μάθατε να λέτε πως είναι γαλάζιος

ξέρετε τις σπηλιές το δάσος τους βράχους του;

έτσι καθώς περνάτε φτερωτές σφυρίχτρες

ξεσκίζετε τη σάρκα σας πάνω στα τζάμια του

κολλούν τα πούπουλά σας στην καρδιά του

 

Και σαν έρχεται η νύχτα με φόβο απ’ τα δέντρα

κοιτάτε τ’ άσπρο μαντίλι το φεγγάρι του

τη γυμνή παρθένα που ουρλιάζει στην αγκαλιά του

το στόμα της γριάς με τα σάπια τα δόντια του

τ’ άστρα με τα σπαθιά και με τους χρυσούς σπάγκους

την αστραπή τον κεραυνό τη βροχή του

τη μακριά ηδονή του γαλαξία του”

(Μίλτος Σαχτούρης, «Ποιήματα, 1945-1971», Κέδρος)

1012437_499195833489773_1283723884_n

 

-Νίκος Καρούζος, «Σχέδιο για το μέλλον του ουρανού»

 

“Ουρανέ ολόκληρε ανοίγει το άνθος

της φωνής μου ψηλά

έφυγαν όλα τα πουλιά, μου τον χειμώνα

δεν προσμένω σ’ αυτούς τους τόπους ελευθερώνω

αγγίζοντας έρημος το γερασμένο τοίχο της βροχής

κι όπως έρχεται απ’ την αύριο

με το φάσμα του τρόμου διασταυρώνομαι πάλι.

Λεν είναι, πια η Άνοιξη

δεν είναι καλοκαίρι μα εγώ

ας ανοίξω το βήμα κ’ εδώ λησμονημένος

να δείξω την αιωνιότητα.

Έχω άλλωστε τα φτερά ταξιδεύω

πάνω απ’ τα γλυκύτερα

βάσανα του καλοκαιριού την ομορφιά του έαρος.

 

Ακούω τους ήχους των τύμπανων σου Μελλοντικέ

όμως λυτρώσου από μας

πίσω δεν πάει ο καιρός μονάχα σέβεται

το κορμί με τ’ άνθη του

ιδού λοιπόν γιατί το συντρίβει.

Λησμόνησε μας.

 

Ακούω τη χαρά σου πολιτεία του θεού υπάρχεις

αλήθεια και δρόμος αργυρόχρωμα

κλαδιά κάτω απ’ τη σελήνη

η μυρωμένη η πορτοκαλιά το ρόδι

ευτυχισμένο λάλημα του πετεινού.

 

Όταν λαλεί ο πετεινός πώς σχίζει την καρδιά μου

τι ερημιά διαλαλεί στο σάπιο μεσημέρι.

Από χειμώνα σε αισθάνομαι πολιτεία του έρωτα

ο ήλιος ανατέλλει και τους πεθαμένους ίσκιους

ένα φως πανάρχαιο σάβανο τυλίγει δένοντας

σε λάμψεις τη μουσική μου.

 

Μεγάλη η νύχτα κ’ η ποίηση

τόσο χαμηλή για τους αναγκασμένους.

Χιλιάδες πόλεμοι συμβαίνουν στο κορμί μου.

Πού είναι τα χρόνια των υακίνθων…

Ο ήλιος σου μάτωνε τα γόνατα κ’ οι άνθρωποι

φαίνονταν ευεξήγητοι

σαν τα φυτά τη βροχή τον ουρανό!

Και τώρα να η μοίρα σου

στην πόλη μέσα τη φρικτή

μ’ ενάντιο σπίτι εναντίον άνεμο.

 

Έρημος τώρα ο βράχος της αγάπης —

μη με λησμονήσεις

πάνω του στα βραδινά πετρώματα

με το φεγγάρι καθαρό πουκάμισο.

Μη με λησμονήσεις βαθύτατε αέρα.

 

Τη νύχτ’ αναστενάζουμε.

Γλυκύτατη σελήνη φωτίζει τα πεύκα μου

έχει περάσει πια το μεσονύχτι

κ’ εγώ στρέφομαι στην πικρή κλίνη

είμ’ ένας έρημος με δάφνες ένας μοναχικός

που χάθηκε στους κρυστάλλινους μακρινούς ήχους.

 

Της καρδιάς μου τα πικρά και μαύρα φύλλα

πνοή που να ‘βγει απ’ τον ευλογημένο εντός μου

δεν τα κίνησε. Τώρα σε δίνες

έχω χαθεί κάποτε υπήρξα.

ο άγγελος των ορατών όπως αγάπησε βαθιά.

 

Σε ακούω Εκτυφλωτικέ —

πώς έρχεται η φωνή σου απ’ τον ύπαιθρο

ήχοι μου ταπεινοί πλαγιαύλων

υπάρχω κι ακούω το ελεγείο.

 

Εγώ τότε τραγουδούσα:

Έρωτα με κατοίκησες πολύ

φύγε απ αυτό το σπίτι.

Δεν έχει ούτ’ ένα παράθυρο να βγει.

στα δέντρα η ερημιά μου

σκόνες μονάχα και σύνεργα της ψυχής.

Οι άγιες εικόνες δεν υπάρχουν

έρωτα μη σημαίνεις-πια.

Πρέπει ν’ αρχίσω απ’ τη λησμονιά.

Μη δείχνεις — είμαι ο ανώφελος το ξέρω

σώμα για θάνατο και θάνατο

που ελπίζει σ’ ένα φύλλο δέντρου.

Η φωνή μου λυγίζει.

Αλλά δεν παραδίδομαι αντίκρυ

σ’ αυτή τη δύση τρομαγμένος

εγώ με όλο το αίμα μου

έτσι όπως πόνεσα στους δρόμους ατελείωτα

με τόσο σπαραγμό στα σύνορα μου.

 

Ο ουρανός είναι στον βαθυκύανο χειμώνα.

Το φως φωνάζει με τον κεραυνό.

Να με σώσουν τα όνειρα ή να με συντρίψουν

— ένα τ’ ονομάζω.”

(Νίκος Καρούζος, Τα ποιήματα, τ. Α’, Ίκαρος)

 

*Μπορείτε ακόμα να διαβάσετε τα ποιήματα της συλλογής του Οδυσσέα Ελύτη, «Έξι και μία τύψεις για τον ουρανό», εδώ…

1η Αυγούστου 2013… Καλό μήνα με το ποίημα του μήνα: «Στίχοι Ελύτη για τον Αύγουστο»…

kouros-kori-skiniko

«Και σε θραύσμα Βρισηίδας βρίσκεται και σε κοχύλι Ευρίπου

εκείνο που εννοώ. Θέλει να ‘χει άγριες πείνες άπνοιας

ο Αύγουστος για να ζητάει μελτέμι

ώστε στο φρύδι ν’ αφήνει λίγο αλάτι και

στον ουρανό ένα μπλε που τ’ όνομά του μέσα στα πολλά τ’ ακούς ευώνυμο

στο βάθος όμως είναι μπλε Ιουλίτας…»

(Ο. Ελύτης, Δυτικά της λύπης)

 

Joadoor - Tutt'Art@ - (28) «…Σαν να μόνο τα ονειρεύεται η Σελήνη

μα πραγματικά τα βλέπει εκείνη.

Και την ώρα που κλαίμε ή τα μάτια κλείνουμε να φανταστούμε τι

γραμμένο ακόμη απομένει κατακέφαλά μας να βρει

αναστεναγμός ακούγεται άλλος

κι από κει που πηγάζουνε οι ροδώνες

μια δροσιά μυριστική με συνοδεία κιθάρας χύνεται.

Ποταμός του Αυγούστου μες στις πεδιάδες.

Πού και πού επιπλέον σπίτια και συστάδες ανθρώπων που μισούνται

κι ερωτεύονται κάτω από τις φιστικιές ανάβουν

τα πάλαι ποτέ φιλιά

ξανά και ξανά στις μύτες των ποδιών ο ίδιος όρκος

και τα ίδια εναντίον της μοίρας λόγια πικρά…»

(Ο. Ελύτης, Το φωτόδεντρο και η 14η ομορφιά)

 

 «…Σε μια παλάμη θάλασσας γεύτηκες τα πικρά χαλίκια

δύο η ώρα το πρωί περιδιαβάζοντας τον έρημο Αύγουστο

είδες το φως του φεγγαριού να περπατεί μαζί σου

βήμα χαμένο. Ή αν δεν ήταν η καρδιά στη  θέση της

ήταν η θύμηση της γης με την ωραία γυναίκα

η ευχή που λαχτάρησε μεσ’ απ’ τοε κόρφους του βασιλικού

να τη φυσήξει ο άνεμος της Παναγίας!…»

(Ο. Ελύτης, Προσανατολισμοί)

 

 Guillaum Seignac - Tutt'Art@ (5)«…Κι η μέρα χώριζε από το κορμί σου, ανέβαινε, άνοιγε,

μεγάλη ευχή πάνω στα ηλιοτρόπια

Τι ξέρει τώρα ο τζίτζικας από την ιστορία που άφησες, τι ξέρει ο γρύλος

η καμπάνα του χωριού που ανοίγεται στον άνεμο

η κάμπια, ο κρόκος, ο αχινός, το αλφάκι του νερού

μυριάδες στόματα φωνάζουνε και σε καλούν

έλα λοιπόν από την αρχή να ζήσουμε τα χρώματα

ν’ ανακαλύψουμε τα δώρα του γυμνού νησιού

ρόδινοι και γαλάζιοι τρούλοι θ’ αναστήσουν το αίσθημα

γενναίο σαν στήθος το αίσθημα έτοιμο να ξαναπετάξει

έλα λοιπόν να στρώσουμε το φως

να κοιμηθούμε το γαλάζιο φως στα πέτρινα σκαλιά του Αυγούστου…»

(Ο . Ελύτης, Προσανατολισμοί)

 

 «…Αχ ομορφιά συ θα με παραδώσεις καθώς ο Ιούδας

θα ‘ναι νύχτα κι Αύγουστος.

Πελώριες άρπες πού και πού

θ’ ακούγονται και

με το λίγο της ψυχής μου κυανό η Όξω Πέτρα μεσ’ απ’ τη μαυρίλα

θ’ αρχίσει να αναδύεται…»

(Ο. Ελύτης, Τα ελεγεία της Οξώπετρας)

 

 «Οι δυνάμεις που απαιτούνται για να ολοκληρωθεί ένα καρπούζι τον

Αύγουστο είναι κατά πολύ ανώτερες απ’ τις άλλες που συντρέχουν

για να συντελεστεί ένα κακούργημα σε οποιαδήποτε στιγμή του χρόνου»

(Ο. Ελύτης, Εκ του πλησίον)

 

 «Αύγουστε μήνα, μήνα και Θεέ

σε σένα ορκιζόμαστε

πάλι του χρόνου να μας βρεις

στο βράχο να φιλιόμαστε…»

(O. Ελύτης, Τα ρω του έρωτα).

 

Πες το με ποίηση (19ο): «Αγάπης αγώνας δύσκολος»

«Το να μη σ’ αγαπούν είναι μια κακοτυχία. Αλλά αν δεν μπορείς ν’ αγαπάς εσύ είναι συμφορά» (Αλμπέρ  Καμύ)….

«Εγώ δεν είμαι για να μοιράζομαι έχθρες αλλ’ αγάπη», λέει η Αντιγόνη, η ηρωίδα του Σοφοκλή, στην ομώνυμη τραγωδία. «Αγαπώ, άρα υπάρχω», γράφει ο Νικηφόρος Βρεττάκος σ’ ένα ποίημά του. Είναι εύκολο όμως ν’ αγαπάς, ώστε «να υπάρχεις»; Καθόλου!… «Αγάπης αγώνας δύσκολος», όπως γράφω και στον τίτλο της ανάρτησής μου, κατά παράφραση του τίτλου του γνωστού θεατρικού έργου του Σαίξπηρ, «Αγάπης αγώνας άγονος»…

«Γαλάζιος μακριά πολύ, θα γυρίσω
άνθη κρατώντας.
Είναι ρωγμή στο στήθος η αγάπη.»

(Νίκος Καρούζος)

«Αγάπη, αγάπη

οντολογικό ικρίωμα»

(Νίκος Καρούζος)

-Νικηφόρος Βρεττάκος, «Η τραγωδία της Αντιγόνης»

“Συνόδεψα νεκρούς
τραγούδησα ήρωες
για την αγάπη σου.

Σημαίες στον ήλιο σήκωσαν
τα χέρια μου, απηγορευμένες,
για την αγάπη σου.

Μπόρεσα κι είδα το αίμα
στο λερωμένο χιόνι
για την αγάπη σου.

Είδα σπαθιά, τουφέκια
και δήμιους χωρίς μίσος
για την αγάπη σου.

Και μ’’ όλο που συγγνώμη
ποτέ δε θα ζητήσω
για την αγάπη σου,

σε μάρμαρο το γράφω:
Ξέχασα την αγάπη
για την αγάπη σου.”

-Λουίς Αραγκόν, «ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΓΑΠΗ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΗ»

“Τίποτα δε χαρίστηκε στον άνθρωπο ποτέ. Μηδέ η δύναμή του,
Μηδέ αδυναμία, μηδέ καρδιά. Κι όταν νομίζει πως
Τα χέρια ανοίγει, ο ίσκιος του είναι σωστός σταυρός
Και μνέσκει μες τη χούφτα του της ευτυχίας του ο σποδός
Είναι μια προδοσία φριχτή κι αλλόκοτ’ η ζωή του.
Δεν υπάρχει αγάπη ευτυχισμένη.

Η ζωή του… Μοιάζει σε στρατιώτες με στολές
Μα δίχως όπλα, για έναν άγνωστο σκοπό ταγμένους.
Τι κι αν τους εύρης το πρωί ετοιμασμένους,
Αυτούς, οπού το βράδυ θα τους δειςς αβέβαιους, νικημένους;
Πείτε μονάχα* η ζωή μου! Και βαστήχτε των δακρύων σας τις πηγές…
Δεν υπάρχει αγάπη ευτυχισμένη.

Ωραία μου αγάπη, καλή μου αγάπη, οδύνη και πλάνη,
Μαζί μου σέχω, μέσα μου, σαν πουλί πληγωμένο*
Κι όλοι γύρω μας βλέπουν μένα βλέμμα χαμένο,
Ξαναλέγοντας, πίσω μου, κάθε λόγο που είχα πλεγμένο
Στα μεγάλα τα μάτια σου- κι έχει τώρα πεθάνει…
Δεν υπάρχει αγάπη ευτυχισμένη.

Ο καιρός να μάθουμε να ζούμε έχει διαβεί…
Κλαίνε στην ένωσή τους οι καρδιές μας κάθε βράδυ,
Για το σπαθί της δυστυχιάς που της χαράς το υφάδι
κόβει, για τις λύπες που πληρώνουν ένα χάδι,
Τα όσα δάκρυα για μια κιθάρας πνοή.
Δεν υπάρχει αγάπη ευτυχισμένη.

Δεν υπάρχει αγάπη, σαν κισσός στον πόνο να μη στρέφεται,
Δεν υπάρχει αγάπη που να μη σε πεθαίνει,
Δεν υπάρχει αγάπη που να μη σε μαραίνει,
Και της πατρίδας όχι πιότερο η αγάπη η βλογημένη
Δεν υπάρχει αγάπη που απ’ το κλάμα να μη θρέφεται.
Δεν υπάρχει αγάπη ευτυχισμένη.

Κι όμως, μ’ αγάπη εμείς οι δυο ‘μαστε δεμένοι!”

(Γαλλική ανθολογία ποίησης, Καστανιώτης)

-Μανόλης Αναγνωστάκης,  [Η αγάπη είναι ο φόβος]

Η αγάπη είναι ο φόβος που μας ενώνει με τους άλλους.
Όταν υπόταξαν τις μέρες μας και τις κρεμάσανε σα δάκρυα
Όταν μαζί τους πεθάνανε σε μιαν οικτρή παραμόρφωση
Τα τελευταία μας σχήματα των παιδικών αισθημάτων
Και τί κρατά τάχα το χέρι που οι άνθρωποι δίνουν;
Ξέρει να σφίξει γερά εκεί που ο λογισμός μας ξεγελά
Την ώρα που ο χρόνος σταμάτησε και η μνήμη ξεριζώθηκε
Σα μιαν εκζήτηση παράλογη πέρα από κάθε νόημα;
(Κι αυτοί γυρίζουν πίσω μια μέρα χωρίς το μυαλό ή μια ρυτίδα
Βρίσκουνε τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους που μεγάλωσαν
Πηγαίνουνε στα μικρομάγαζα και στα καφενεία της συνοικίας
Διαβάζουνε κάθε πρωί την εποποιία της καθημερινότητας.)
Πεθαίνουμε τάχα για τους άλλους ή γιατί έτσι νικούμε τη ζωή
Ή γιατί έτσι φτύνουμε ένα-ένα τιποτένια ομοιώματα
Και μια στιγμή στο στεγνωμένο νου τους περνά μιαν ηλιαχτίδα
Κάτι σα μια θαμπήν ανάμνηση μιας ζωικής προϊστορίας.
Φτάνουνε μέρες που δεν έχεις πια τί να λογαριάσεις
Συμβάντα ερωτικά και χρηματιστηριακές επιχειρήσεις
Δε βρίσκεις καθρέφτες να φωνάξεις τ’ όνομά σου
Απλές προθέσεις ζωής διασφαλίζουν μιαν επικαιρότητα
Ανία, πόθοι, όνειρα, συναλλαγές, εξαπατήσεις
Κι αν σκέφτομαι είναι γιατί η συνήθεια είναι πιο προσιτή από την τύψη.
Μα ποιος θάρθει να κρατήσει την ορμή μιας μπόρας που πέφτει;
Ποιος θα μετρήσει μια-μια τις σταγόνες πριν σβήσουν στο χώμα
Πριν γίνουν ένα με τη λάσπη σαν τις φωνές των ποιητών;
Επαίτες μιας άλλης ζωής της Στιγμής λιποτάχτες
Ζητούνε μια νύχτα απρόσιτη τα σάπια τους όνειρα.
Γιατί η σιωπή μας είναι ο δισταγμός για τη ζωή και το θάνατο.
(από τη συλλογή «Εποχές 3» (1951))

«Ένας εχθρός του λαού» και το κοινωνικό πογκρόμ….

PP0029P0001v00

-«Ένας εχθρός του λαού»…

«Το εναντιούμενον τω δυναστεύοντι δήμος ωνόμασται» (Θουκυδίδης)

(«αυτό που εναντιώνεται στο δυνάστη ονομάζεται λαός» ή στην πιο σύγχρονη εκδοχή εχθρός λαός, κύριοι της κυβέρνησης!)

-Κι ένας επίκαιρος «Εχθρός του Λαού», του Ίψεν που γράφτηκε το 1882:

«Νόμιζα πως αυτοί οι άνθρωποι θέλουν το καλό μας. Αλλά αυτοί είναι αληθινοί δικτάτορες. Μόνο η εξουσία τους ενδιαφέρει και τίποτα άλλο, ακόμα και να χρειαστεί να δηλητηριάσουν ολόκληρη την πόλη, ακόμα κι αν χρειαστεί να απολύσουν όλο τον κόσμο. Ο κόσμος δηλητηριάζεται, παιδιά δηλητηριάζονται. Αν θέλουμε να συνεχιστεί αυτή η κατάσταση και να κοιτάμε τη βόλεψη μας καλά να πάθουμε. Αλλά αν θέλουμε να αντισταθούμε ας βγούμε στα χαρακώματα γιατί η αλήθεια έρχεται. Σε λίγο θα γυρίζει στο δρόμο σα λιοντάρι. Ένα μόνο θα σας πω και θέλω να το θυμάστε όλοι σας. Να θυμάστε ότι πολεμάμε για την αλήθεια γι αυτό είμαστε μόνοι μας, αλλά αυτό μας κάνει δυνατούς. Είμαστε οι δυνατότεροι άνθρωποι στον κόσμο. Γιατί νικήσαμε το φόβο. Ας κοιτάξουμε το φως, ας κοιτάξουμε το μέλλον κι έτσι δε θα επιτρέψουμε να μας διαλύσουν»
(Λόγια του γιατρού Στόκμαν από το έργο του Ίψεν)

 2_-J-F-FAVRE-france_le_peuple_des_pauvres_favre

-Κοινωνικό πογκρόμ…

«’Ολοι εσείς
που κολυμπάτε στα μάτια μου
κάποτε
θα κλάψω και θα σας πνίξω»

(Γιάννης Βαρβέρης)

Κοινωνικό πογκρόμ κάνουν ο Σαμαράς και ο Βενιζέλος. Απολύουν χιλιάδες εκπαιδευτικούς, χιλιάδες εργαζόμενους στα νοσοκομεία, χιλιάδες εργαζόμενους στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, χιλιάδες δημοτικούς αστυνομικούς και πάει λέγοντας. Σε εργασιακό νεκροταφείο έχουν μετατρέψει τη χώρα. Κατά εκατοντάδες χιλιάδες οι Ελληνες πετιούνται στη χωματερή των ανέργων από την κυβερνητική πολιτική που ασκείται κατ’ εντολήν των Γερμανών και της ΕΕ. Η κοινωνική εξαθλίωση απλώνεται με καλπάζοντες ρυθμούς. Ο πρωθυπουργός νομίζει ότι αφού δεν ξεσηκώθηκε ο κόσμος μέχρι τώρα, αποκλείεται να ξεσηκωθεί και στο μέλλον. Πολύ σύντομα θα διαπιστώσει ότι αυτός ο συλλογισμός του είναι εντελώς λανθασμένος.

Η οργή ξεχειλίζει. Διεισδύει σε κοινωνικές ομάδες που ούτε τις φαντάζεται η κυβέρνηση – συμπεριλαμβανομένων των στρατιωτικών αλλά και των αστυνομικών, με την εξαίρεση των «πραιτωριανών» των ΜΑΤ. Αλλάζουν οι διαθέσεις των πολιτών. «Γιατί δεν ξεσηκώνεται ο κόσμος;» ρωτούσαν μέχρι τώρα όλοι, βγάζοντας τον εαυτό τους απέξω. «Είμαστε τόσο ηλίθιοι και δεν ξεσηκωνόμαστε;» είναι η φράση που ακούμε τους τελευταίους δύο μήνες. Η επάνοδος του πρώτου πληθυντικού δεν προοιωνίζεται τίποτα καλό για την κυβέρνηση ΝΔ – ΠΑΣΟΚ. Είναι το τελευταίο στάδιο πριν από την κυοφορούμενη νέα κοινωνική έκρηξη.

Πού θα οδηγήσει η έκρηξη αυτή δεν το γνωρίζουμε. Το τυφλό μίσος εναντίον όλων των πολιτικών που έχουν συμμετάσχει στη διακυβέρνηση της χώρας, αυτοί ή τα κόμματά τους, είναι το συναίσθημα που κυριαρχεί. Σε εκατοντάδες χιλιάδες άτομα με κατώτερο πολιτικό κριτήριο συμπαρασύρει μάλιστα το μίσος αυτό και τα κόμματα που δεν έχουν ποτέ κυβερνήσει.

Αριστερή στροφή, πάντως, προς μια φιλολαϊκή μετατόπιση της ασκούμενης πολιτικής είναι αδύνατη, αν προηγουμένως δεν υπάρχει ηγεμονία της αριστερής πολιτικής – και κάτι τέτοιο δεν παρατηρείται στην Ελλάδα σήμερα.

Το «κοινωνικό αντάρτικο» που διεξάγουν όλο και περισσότερες δεκάδες χιλιάδες εργαζομένων με δυναμικό ή ηπιότερο τρόπο αναζητεί επειγόντως πολιτική διέξοδο. Αν δεν μπορέσει να του τη δώσουν ο ΣΥΡΙΖΑ και η υπόλοιπη Αριστερά, τότε θα καταστεί εφικτός ο εγκλωβισμός αυτών των μαζών στην «αντισυστημική» υποκρισία της Ακροδεξιάς. Ας ελπίσουμε ότι δεν θα εξελιχθούν έτσι τα πράγματα.

«Μικρό δοξαστικό ελεγείο, στο Σωτήρη Πέτρουλα»…

Petroulas 02

Σαν σήμερα, στις 21 Ιούλη του 1965, το βράδυ έπεφτε νεκρός στην Αθήνα από τα χτυπήματα των αστυνομικών ο νεολαίος αγωνιστής, στέλεχος της Δημοκρατικής Νεολαίας Λαμπράκη Σωτήρης Πέτρουλας. Το όνομα του γίνεται τραγούδι. Η μνήμη του τιμάται μέχρι σήμερα μαζί με άλλους αγωνιστές που πότισαν με το αίμα τους το δένδρο της λευτεριάς.

-Ο Γιάννης Ρίτσος τιμώντας τον έγραψε το «Μικρό δοξαστικό ελεγείο, στο Σωτήρη Πέτρουλα»:

“Είχες το κάλλος  και το φως, το δίκιο και τα νιάτα

κι ορθός τη στράτα τράβαγες κι ας σου ‘κραζαν «σταμάτα».

Σπαθάκι- λεϊμονόφυλλο στο χέρι σου όλο κι όλο,

μπρος στη δαγκάνα του σκορπιού και της οχιάς το δόλο.

Μα η λεβεντιά σου βρόνταγε ψηλά στα χρυσαλώνια

χίλια κανόνια κι άλλα δυο- της λευτεριάς κανόνια.

Κι αγάλλονταν οι κορασιές στα ρόδινα περγιάλια

και μες στις σκοτεινές μονιές λουφάζαν τα τσακάλια.

Αχ, πώς σε βρήκε το κακό με το καυτό μολύβι

και τ’ ανθισμένο θώρι σου μ’ ωχρόν αχνό μας κρύβει;

Για δες, καλέ μας, γύρω σου τι γήλιος και τι μύρα

και τι σημαίες και τι καρδιές- τη νίκησες τη μοίρα.

Γιατί όποιος πράττει το καλό κι όποιος γι αυτό πεθαίνει,

πίνει τ’ αθάνατο νερό και στο καλό απομένει.

Και με τα νιάτα η νιότη σου ζυμώνεται κι αντρειεύει,

σπαθί- δαφνόφυλλο από φως που καταλύει τα ερέβη.”

(Γιάννης Ρίτσος, Συντροφικά τραγούδια, εκδ. Σ. Ε.)

 

 

*Περισσότερα για τη δολοφονία του Σωτήρη Πέτρουλα και τα «Ιουλιανά» εδώ…

Πες το με ποίηση (18ο): «Νύχτα»…

V. Van Gogh, Έναστρη νύχτα. 1889

V. Van Gogh, Έναστρη νύχτα. 1889

«Είναι αξημέρωτη νύχτα η ζωή» (Νίκος Καρούζος)

-Νίκος Καρούζος, «Η νύχτα με συμφέρει»

“Πράγματι η νύχτα με συμφέρει.
Πρώτα-πρώτα ελαττώνει τις φιλοδοξίες· ύστερα
διορθώνει τις σκέψεις· έπειτα συμμαζώνει τη θλίψη και την κάνει υποφερτότερη
τη σιωπὴ με σέβας ανατέμνει·
εξαίρει την όσφρηση μα προπάντων η νύχτα περιζώνει.”

-Κώστας Καρυωτάκης, «Νύχτα»

“Στις μεσονύχτιες στράτες περπατάνε
αποσταμένοι οι έρωτες
κι οι γρίλιες των παράθυρων εστάξανε
τον πόνο που κρατάνε

Στις στέγες εκρεμάστη το φεγγάρι
σκυμμένο προς τα δάκρυα του
κι η μυρωμένη λύπη των τριαντάφυλλων
το δρόμο της θα πάρει

Ολόρθο το φανάρι μας σωπαίνει
χλωμό και μυστηριώδικο
κι η πόρτα του σπιτιού μου είναι σα ν’ άνοιξε
και λείψανο να βγαίνει.

Σαρκάζει το κρεβάτι τη χαρά τους
κι αυτοί λέν πως έτριξε·
δε λεν πως το κρεβάτι οραματίζεται
μελλοντικούς θανάτους.

Και κλαίνε οι αμανέδες στις ταβέρνες
τη νύχτα την αστρόφεγγη
που θα ‘πρεπε η αγάπη ναν την έπινε
και παίζουν οι λατέρνες.

Χυμένες στα ποτήρια καρτερούνε
οι λησμονιές γλυκύτατες·
οι χίμαιρες τώρα θα ειπούν το λόγο τους
και οι άνθρωποι θ’ ακούνε

Καθημερνών χαμώνε κοιμητήρι
το πάρκον ανατρίχιασε
την ώρα που νεκρός κάποιος εκίνησε
να πάει στη χλόη να γείρει.”

V. Van Gogh, Έναστρη νύχτα πάνω από το Rhone. 1889

V. Van Gogh, Έναστρη νύχτα πάνω από το Rhone. 1889

-Φ.  Γκ. Λόρκα , «Νύχτα του Άγρυπνου Έρωτα»

“Νύχτα πάνω από τους δυο με πανσέληνο,

εγώ βάλθηκα να κλαίω κι εσύ γελούσες.

Η καταφρόνια σου ήταν ένας Θεός, τα δικά μου παράπονα

στιγμές και περιστέρια αλυσοδεμένα.

Νύχτα κάτω από τους δυο. Κρύσταλλο οδύνης,

έκλαιγες εσύ από βάθη απόμακρα.

Ο πόνος μου ήταν ένας σωρός από αγωνίες

πάνω στην αδύναμη καρδιά σου από άμμο.

Η αυγή μας έσμιξε πάνω στο κρεβάτι,

τα στόματα βαλμένα πάνω στο παγωμένο σιντριβάνι

του αίματος τ αστείρευτου που χύνεται.

Κι ο ήλιος μπήκε απ το κλειστό μπαλκόνι

και το κοράλλι της ζωής άπλωσε το κλαδί του

πάνω στην καρδιά μου τη σαβανωμένη.”

Edv. Munch, Φεγγαρόφως. 1895

Edv. Munch, Φεγγαρόφως. 1895

-Πάμπλο Νερούντα, «Τη νύχτα σ’ ένα  νησί»

    (από τα 100 ερωτικά σονέτα)

“ Όλη τη νύχτα κοιμήθηκα μαζί σου κοντά στη θάλασσα, στο νησί. Ήσουν άγρια και γλυκιά ανάμεσα στην ηδονή και στον ύπνο ανάμεσα στη φωτιά και στο νερό.

Ίσως πολύ αργά ενώθηκαν τα όνειρά μας, στα ψηλά ή στα βαθιά, στα ψηλά σαν κλαδιά που κουνάει ο ίδιος άνεμος, στα χαμηλά σαν κόκκινες ρίζες που αγγίζονται.

Ίσως το όνειρό σου χωρίστηκε από το δικό μου και στη σκοτεινή θάλασσα με έψαχνε όπως πρώτα υπήρχες όταν δεν ακόμα, όταν χωρίς να σε διακρίνω έπλεα στο πλάι σου, και τα μάτια σου έψαχναν αυτό που τώρα – ψωμί, κρασί, έρωτα και θυμό – σου δίνω με γεμάτα χέρια, γιατί εσύ είσαι το κύπελλο που περίμενε τα δώρα της ζωής μου.

Κοιμήθηκα μαζί σου όλη τη νύχτα, ενώ η σκοτεινή γη γυρίζει με ζωντανούς και νεκρούς, και σαν ξύπνησα ξάφνου καταμεσής στη σκιά το μπράτσο μου τύλιγε τη μέση σου. Ούτε η νύχτα, ούτε ο ύπνος μπόρεσαν να μας χωρίσουν.

Κοιμήθηκα μαζί σου και ξύπνησα με το στόμα σου βγαλμένο από τον ύπνο να μου δίνει τη γεύση από τη γη, από τη θάλασσα, από τα φύκια, από το βάθος της ζωής σου, και δέχτηκα το φιλί σου μουσκεμένο από την αυγή σαν να έφθανε

από τη θάλασσα που μας περιβάλλει.”

 Novalis_Hymnen_Ex_thumb

*Επιπλέον μπορείτε να διαβάσετε τους «Ύμνους στη  νύχτα», του Novalis (19ος αιων.) εδώ…

«Γιάννη μου το μαντήλι σου» και «ραντεβού στα γουναράδικα»!….

images

Και «Γιάννη μου το μαντήλι σου», αν έλεγε στη Βουλή ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, Βαγγέλης Διαμαντόπουλος, θα έβγαινε στο «MEGA μου» ο Γιάννης Πρετεντέρης και θα σχολίαζε πως αυτοί οι «ακραίοι» Συριζαίοι θέλουν να μας πνίξουν με τα μαντήλια μας!… Πώς αλλιώς να εξηγήσεις, εκτός από διαστροφική αντισυριζική συνήθεια,  το γεγονός ότι διαστρέβλωσε το νόημα της ιστορικής φράσης του Άρη Βελουχιώτη «ραντεβού στα γουναράδικα» σχολιάζοντας στο χθεσινό δελτίο ειδήσεων ότι αυτοί οι «αιμοσταγείς» του ΣΥΡΙΖΑ «θέλουν να μας γδάρουν» (το «ζωντανούς» δεν το συμπλήρωσε είναι αλήθεια)!!!!

Όχι, Γιάννη μου, το «Ραντεβού στα γουναράδικα» είναι αντίστοιχο του “Ψυχή Βαθειά”, χαιρετισμό που έλεγαν αναμεταξύ τους οι αντάρτες, και δεν αναφέρεται στον εχθρό αλλά στον εαυτό σου. Δηλώνει την απόφαση για αγώνα και αυτοθυσία.

«Το αντάμωμα στα γουναράδικα είναι μια φράση νίκης πάνω στο φόβο», όπως δήλωσε ο στοχοποιημένος βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, απαντώντας στον ανιστόρητο διαστροφικό σχολιασμό του Πρετεντέρη!

Όσοι γνωρίζουν λίγη ιστορία, ξέρουν πως τη φράση “ραντεβού στα γουναράδικα” την έλεγε ο Άρης στους συντρόφους τους, όταν ξεκινούσαν για παράτολμες επιχειρήσεις εναντίον των Γερμανών κατακτητών (αυτό το “εναντίον των Γερμανών” επιμελώς κάποιοι το ξεχνάνε). Για όσους έχουν μεγαλώσει στην ελληνική ύπαιθρο, ξέρουν πως αυτή η φράση είναι δάνειο από λαϊκό μύθο. Όταν έβγαιναν λέει οι αλεπούδες να κυνηγήσουν, ήξεραν πως μπορεί να καταλήξουν οι ίδιες θύματα από τους κυνηγούς και στο τέλος το δέρμα τους να βρεθεί σε κάποιο γουναράδικο. Αλλά έπρεπε να το κάνουν. Έτσι, ξεκινώντας για αναζήτηση τροφής, έλεγαν το “ραντεβού στα γουναράδικα” που δήλωνε αυτή τη γνώση και την αποφασιστικότητα.

Αλγεινότατη εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι ο παρακαθήμενός του τηλεσχολιαστής, πρώην κομμουνιστής αυτός (τρομάρα του!), Παύλος Τσίμας, δεν αισθάνθηκε την ανάγκη να παρέμβη και να διορθώσει το συνάδελφό του και να αποδώσει το ακριβές νόημα της φράσης του Άρη, που ασφαλώς γνώριζε… «Που ‘σαι νιότη που ‘λεγες πως θα γινόμουν άλλος»!

-Σχετικά με καυστικότατο χιούμορ γράφει ο Αναδρανιστάκης στην ΑΥΓΗ:

Γιάννη μου, αυτοί οι αριστεροί έφτασαν στα άκρα, απειλούν ότι θα μας πάρουν μέχρι και τις γούνες μας, μέχρι τα Van Cleef and Arpels θα μας αρπάξουνε οι αντάρτες. Μην ανησυχείς, Όλγα μου, δεν θα μας πάρουνε τις γούνες, θα μας γδάρουνε απλώς στα γουναράδικα. Ευτυχώς, Γιάννη μου, ήρθε η καρδιά μου στη θέση της, προς στιγμήν νόμισα ότι θα χάσω το μινκ μου, που έφτυσα αίμα για να το αποκτήσω. Ποιανού το αίμα, Όλγα μου;

Σφόδρα ηνιάθησαν, για να επικαλεστούμε τον Ελύτη που τόσο τους αρέσει, οι παντός είδους δεξιοί από τον Διαμαντόπουλο που μίλησε για τον Βελουχιώτη και τα γουναράδικα και από την Σακοράφα που αναφέρθηκε σε Κατοχή και χαφιέδες. Έξαλλοι έγιναν οι Κεδίκογλοι, οι Λυκουρέντζοι και οι λοιποί σαμαροδεξιοί, άρχισαν να σκούζουν για τρομοκράτες, για εμφυλίους, για ασκούς του Αιόλου. Έσκουζαν τόσο, που με ενέβαλαν στο πειρασμό του ψυχολογισμού, να εικάσω δηλαδή ότι η αναφορά στον Βελουχιώτη και στην Κατοχή χτύπησε κάποιες ευαίσθητες χορδές τους.

Διότι όταν ο Βελουχιώτης πολεμούσε τους Γερμανούς, ευάριθμοι εκ των δεξιών προγόνων τους, ευάριθμοι όχι όλοι, τα είχανε κάνει πλακάκια με τους κατακτητές. Ήταν δοσίλογοι, χίτες, ταγματασφαλίτες, χαφιέδες, μαυραγορίτες, γερμανοτσολιάδες. Κι όταν τέλειωσε ο πόλεμος και η Κατοχή, έγιναν η άρχουσα τάξη της χώρας, στο όνομα της απόκρουσης του κομμουνισμού. Η δικαιοσύνη δεν αποδόθηκε ποτέ, οι θύτες παρέμειναν θύτες και τα θύματα, θύματα κι αυτή είναι μια αγιάτρευτη πληγή στο σώμα της Ελλάδας.

Σήμερα, εβδομήντα χρόνια μετά, στο όνομα και πάλι της απόκρουσης του κομμουνισμού και της τρομοκρατίας, έχουνε ξαναβάλει σε λειτουργία τον χαφιεδισμό και την καταστολή, αυτήν τη φορά πιο κυριλέ, με σόσιαλ μίντια, υψηλές τεχνολογίες και μονταζιέρες. Με το ένα χέρι μοντάρουν και με το άλλο χέρι κάνουν τη δουλειά των Γερμανών, φέρνουν την οικονομία στα μέτρα του Σόιμπλε, για να διευκολυνθούν οι μεγάλες μπίζνες. Μπίζνες από τις οποίες θα γλύψουν και οι ίδιοι κανένα κοκαλάκι, με μπόλικο κρεατάκι.

Είδα ότι στο άκουσμα του Βελουχιώτη ταράχθηκαν και κάτι πασόκοι και τούτο μου θύμισε ότι τη δεκαετία του ‘70 και στις αρχές του ‘80, δίπλα στη φωτογραφία του Αντρέα που κοσμούσε τα γραφεία τους, είχαν και τη φωτογραφία του Άρη. Μετά κατέβασαν τον Βελουχιώτη και δίπλα στον Αντρέα έβαλαν τον Σημίτη, μετά τον ΓΑΠ, μετά τον Παπαδήμο, μετά τον Σαμαρά και οσονούπω θα αναρτήσουν τη φωτογραφία του Βορίδη.

Εκτός ορίων…

130425a

«Άνευ ορίων άνευ όρων» (Ανδρέας Εμπειρίκος)

Είναι η κυβέρνηση των δύο σε μια χώρα που την κατάντησαν «αποικία χρέους», είναι η κυβέρνηση της υποτέλειας και του ραγιαδισμού, του Σαμαρά και του Βενιζέλου, η κυβέρνηση ΝΔ και ΠΑΣΟΚ, μια κυβέρνηση που σχηματίστηκε από τα κόμματα που  εξασφάλισαν τις ψήφους τους στις εκλογές εξαπατώντας  χοντρά τον κόσμο υποσχόμενα επαναδιαπραγμάτευση του μνημονίου», και «κανένα άλλο μέτρο».

Είναι αυτοί που κυβερνούν ξεχνώντας πως είναι υπόλογοι, όχι απέναντι στο Σόιμπλε και την τοκογλυφική παρέα των δανειστών, αλλά απέναντι στον λαό.

Το όποιο επικοινωνιακό παιχνιδάκι στήνεται κάθε φορά για τη δόση (με δόσεις) που εξασφαλίζουν τα τζιμάνια της νεοφιλελεύθερης Νέας Ελλάδας, της ΠΑΣΟΚΟΝΕΟΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,  είναι φανερό ότι δεν μπορεί να δημιουργεί πια καμία εντύπωση. Το «έργο» τους το ‘χουμε ξαναδεί, έχει παλιώσει και έχει φθαρεί δεν πείθει και δεν εντυπωσιάζει κανένα πια!

Δεν έχει όρια η υποτέλεια και ο ραγιαδισμός τους!… Οδήγησαν μια κοινωνία ολόκληρη «εκτός ορίων», μια κοινωνία γονατισμένη, μια κοινωνία λίγο πριν το «τετέλεσται»… Διαλύουν, ξεπουλούν, απολύουν ακαριαία! Γεμίσαμε «ξαφνικούς θανάτους»!

Το κόστος των δόσεων λοιπόν, είναι απτό και στάζει αίμα:
·  Διαθεσιμότητα 25.000 εργαζομένων
·  Απολύσεις  12.000 εργαζομένων
·  Πλειστηριασμοί και κατασχέσεις πρώτων κατοικιών
·  Ξεπούλημα δημόσιων επιχειρήσεων, λιμανιών, αεροδρομίων, φιλέτων του δημοσίου
·  Υποθήκευση μελλοντικών εσόδων

Μια εξαθλιωμένη κοινωνία σε μια λεηλατημένη χώρα. Αυτή η κοινωνική εξαθλίωση πολλαπλασιάζεται από την απογειωμένη ανεργία (ευρωπαϊκό ρεκόρ) από την ανεργία των νέων (ρεκόρ παγκόσμιου επιπέδου) από την επιμονή των τιμών να παραμένουν από τις υψηλότερες στην Ευρώπη, από τη διάλυση του Συστήματος Υγείας (όποιος δεν έχει καβατζωμένα χρήματα , απλώς πεθαίνει), από τη διάλυση της παιδείας (μετά τα πανεπιστήμια διαλύονται συστηματικά και τα σχολεία μέσης εκπαίδευσης, ακόμη και τα νηπιαγωγεία.

Αυτή είναι η πετυχημένη ελληνική ιστορία (success story) για την οποία μιλάει ο Σαμαράς. Και έχει δίκιο, μόνο που  περιγράφει την απόλυτη επιτυχία των τοκογλύφων δανειστών οι οποίοι ανακυκλώνουν τα δανεικά τους, βλέποντας τα πανωτόκια  τους να πολλαπλασιάζονται σε τέτοια ύψη  ανάλογα με το βάθος του Καιάδα ο οποίος έχει ανοίξει και περιμένει ολοένα και μεγαλύτερο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας.

ΥΓ: Ξεχνούν ίσως οι δανειστές και σίγουρα δεν λαμβάνουν υπόψη οι υπερόπτες εγχώριοι υποτελείς τους, ότι οι κυβερνήσεις μιας χώρας είναι απαραίτητο να εξασφαλίζουν ένα ελάχιστο συναίνεσης. Ή με πιο απλά λόγια, έχει και η υποτέλεια τα όριά της… Κι αυτοί έχουν πια (από καιρό) ξεπεράσει τα όρια!

Σύγχρονοι ραγιάδες και δούλοι…

311672_437347169629135_1411173136_n

(Δυο κείμενα του Κώστα Βάρναλη γραμμένα δεκαετίες πριν αλλά τόσο επίκαιρα και σήμερα στην Ελλάδα των μνημονίων, της οικονομικής εξαθλίωσης, της φτώχειας, της ανεργίας και εν γένει της καπιταλιστικής βαρβαρότητας. Είμαστε άραγε οι σύγχρονοι ραγιάδες ή και δούλοι που δεν τολμούμε να σηκώσουμε κεφάλι και να αντιπαρατεθούμε στη σύγχρονη βαρβαρότητα που μας συνθλίβει! Θα μείνουμε υποταγμένοι ραγιάδες ή θα ορθώσουμε πύργο αντίστασης με «αρετήν και τόλμην» καθώς μας είπε ο μεγάλος μας ποιητής, Ανδρέας Κάλβος: «Όσοι το χάλκεον χέρι/ βαρύ του φόβου αισθάνονται,/ ζυγόν δουλείας ας έχωσι·/ θέλει αρετήν και τόλμην η ελευθερία»)

-Κώστας Βάρναλης,  «Το φως που καίει»

«- Ελα δω, ραγιά, που σε διατάζω.
– Και ποιος είσαι του λόγου σου, που λες ραγιά. Ελα συ εδώ.
– Κύριός σου είμαι. Ομολογιούχος. Πέσε!
… – Και για ποιόνε με πήρες; Για Ελληνικό Κράτος;
– Πού το βρήκες το Ελληνικό Κράτος; Εμείς οι ξένοι είμαστε κράτος.
Κράτη εν κράτει, ομολογιούχοι, Ούλεν, Πάουερ, διομολογήσεις, ετεροδικίες, «σύμβουλοι»…
– Κι από μένα τι ζητάς;
– Να πλερώσεις!
– Τι να πλερώσω; Δεν ξέρω τίποτα.
– Ξέραν οι πρόγονοί σου πριν από εκατόν τριάντα χρόνια… Εθνικοί άνδρες ήσαν, εθνικά δάνεια κάνανε χάρις σ’ εμάς τους… φιλέλληνες!
– Ποια δάνεια; Τα πλερώσαμε δέκα φορές ως τώρα. Μας χρεώνατε χίλιες λίρες και μας δίνατε στο χέρι εκατό. Οχι μονάχα μια φορά. Πάντα! Τρεις το λάδι τρεις το ξύδι κι έξι το λαδόξυδο. Η προμήθεια, τ’ ασφάλιστρα, τα χρεώλυτρα, οι μεσιτείες, οι προκαταβολές των τόκων τρώγανε τη μάννα. Μ’ αυτά τα πρώτα δυο «εθνικά δάνεια» φέρατε την Ελλάδα στα «πρόθυρα της καταστροφής».
– Δε σηκώνω κουβέντες. Πλέρω και βιάζομαι…
– Να κάνεις τι;
– Αμ’ το ξέρεις από άλλοτες και συ κι οι όμοιοί σου… Η τιμή είναι ανώτερη από κάθε αδυναμία… Μπορείς δε μπορείς, πρέπει να μείνεις τίμιος… Υπόγραψες, νεαρέ μου, και θα τα «κυλίσεις»!
– Και το αίμα που εμείς χύσαμε για σας; Είναι φτηνότερο από το δικό σας το χρυσάφι, που δε μας το δίνατε κιόλας; Για τη δικιά σας την αυτοκρατορία και τα δικά σας τα πετρέλαια και για τα δικά σας τα κεφάλαια χύσαμε το αίμα μας, στην Ουκρανία, στη Μικρά Ασία, στην Αφρική… Και στον τόπο μας! Τι ζητάτε τώρα από τους πεθαμένους;
– Πλέρω!
– Δεν έχω!
– Εχεις και παραέχεις. Οταν μπορείς να πετάς τα λεφτά σου από το παράθυρο, θα πει πως έχεις!
– Δε μούμεινε λάδι.
– Θα σφίξουμε λιγάκι το μάγγανο και θα βγάλεις. Θα βγάζεις, όσο και να σε στίβουμε. Κι όσο περισσότερο σε στίβουμε και βγάζεις, τόσο περισσότερο γίνεσαι άγγελος της ελευθερίας, διότι δεν σου μένει… κουκούτσι να νογάς τι σου γίνεται και τι σου μέλλεται…
– «Ουκ, αν λάβεις παρά του μη έχοντος».
– Θ’ αγοράζεις ψωμί και θα το τρώω εγώ με τους εμμέσους φόρους. Πού θα μου πας; Και άκουσ’ εδώ ένα πράγμα. Αν δεν βάζαμ’ εμείς όλα μας τα δυνατά η δικιά σας η ολιγαρχία θα είχε εξαφανιστεί. Αυτή μας χρωστάει και την ύπαρξή σου!
– Τη δικιά μου;
– Και βέβαια! Από σένα θα πάρει για να δώσει σ’ εμάς. Η μια ολιγαρχία στην άλλη… Ετσι γίνεται πάντα. Οι λαοί δίνουν και το αίμα και το χρήμα κι οι ολιγαρχίες παχαίνουν…
– Φεύγεις ή δε φεύγεις;
– Κουτέ. Οσο μακρύτερα φύγω, τόσο περισσότερο θα τρέχεις για να με πλερώσεις. Δούλε!…»

-Κώστας Βάρναλης, “Τα 4 Λάθη «ΤΟΥ ΑΓΝΩΣΤΟΥ»”

Πρώτο σου λάθος: από κούνια νά σαι δούλος.

Δέφτερο, δούλος σε κατάδουλη εποχή.

Τρίτο, δεν είσουν μόνο δέρμα, αλλά ψυχή.

Τέταρτο, δεν πουλήθηκες στον ξένο μούλος.

Αν είσουν ως τα κόκκαλα ραγιάς και σάπιος,

δεν θά σουν τώρα σκοτωμένος, αλλά «κάποιος».

Κι ο τελεφταίος δε θα σουν «άγνωστος» μπατίρης,

μα πρώτος και γνωστός, ακόμα και βεζίρης!

Μηδέ θα σε κορόιδεβαν οι λαοπλάνοι,

ντόπιοι και ξένοι, μ’ ένα ψέφτικο στεφάνι·

μα δήμιος του λαού και μάβρος με τους μάβρους,

θα κολυμπούσες τώρα στους μεγαλοστάβρους!

(Κώστας Βάρναλης, Πρόλογος, από τον «Ελεύθερο Κόσμο»)

-Και κάτι ακόμα από το «Ζητιάνο», του Ανδρέα Καρκαβίτσα:

«’Μην με πιστεύεις ελεύθερο! Σκλάβος τους είμαι!

Μην τους ακούς που λέγονται αντιπρόσωποι μου, τύραννοι μου είναι!

Μην το λες πως είμαι κόμμα τους εγώ. Το κόμμα τους είναι λίγοι πέντεδέκα, εγώ πάω κοντά τους από ανάγκη.

Γιατί έχουνε μαζί τους κάθε της πολιτείας αντιπρόσωπο, κάθε της εξουσίας όργανο και Αρχή…»

Post Navigation