Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Η «απροσάρμοστη» Αριστερά – Ο νέος ΣΥΡΙΖΑ και τα «βαρίδια» του παρελθόντος…

stefanou3

Με τον όρο «απροσάρμοστη» εννοώ την Αριστερά που από τη Μεταπολίτευση και δώθε, για να μην πάμε πιο πίσω, ουσιαστικά λειτούργησε στα πλαίσια του συστήματος με  έναν κύρια καταγγελτικό λόγο, με αγκυλώσεις και δογματισμούς, με γραφειοκρατική πολιτική αντίληψη και (αριστερούς)βερμπαλισμούς, αναξιόπιστη (και λόγω της πολυδιάσπασής της),   χωρίς να αποτελεί για τους εργαζόμενους τον πειστικό φορέα της εναλλακτικής κοινωνικής αλλαγής, κάτι που τώρα αρχίζει να εκδηλώνεται κάτω από το ασήκωτο βάρος της κρίσης.

Παρά τις όποιες προσπάθειες του παρελθόντος (ΚΚΕ εσ., ΕΑΡ, ενιαίος ΣΥΝ) για ανανέωση τόσο του πολιτικού της λόγου όσο και της οργανωτικής της δομής, δεν κατάφερε να προσαρμοστεί στις επιταγές των καιρών, στις νέες απαιτήσεις που βγήκαν στο πολιτικό προσκήνιο, κυρίως μετά την κατάρρευση του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού».

Μόνον τα δυο τελευταία χρόνια, με την εκτίναξη των εκλογικών ποσοστών του ΣΥΡΙΖΑ/ΕΚΜ στο 27% και με την πρόταση διακυβέρνησης της χώρας, η (ριζοσπαστική) Αριστερά προσπαθεί να αρθρώσει έναν αξιόπιστο αριστερό πολιτικό λόγο, να «εκσυγχρονίσει» την πολιτική της πρακτική, να ανανεώσει, ή να αναζωογονήσει καλύτερα, τις ιδεολογικές, πολιτικές και οργανωτικές της δομές, χωρίς ωστόσο να καταφέρει ως τα τώρα να απαλλαγεί εντελώς από τις παθογένειες του παρελθόντος, ώστε να είναι κυβερνητικά αξιόπιστη σ’ ένα ευρύτερο, πλειοψηφικό, εκλογικό σώμα.

Εκείνο το κομμάτι της Αριστεράς που δε λέει να αλλάξει με τίποτα, αποτελώντας έτσι τον κύριο αρνητικό παράγοντα για τη δημιουργία ενός μεγάλου αριστερού πλειοψηφικού ρεύματος στην ελληνική κοινωνία, είναι το Κ.Κ.Ε. Όσοι, έστω λίγοι, ανέμεναν ότι το Κ.Κ.Ε., μετά και τον εκλογικό του καταποντισμό των τελευταίων εκλογών, θα ανανέωνε και αναπροσάρμοζε τη στείρα, σεχταριστική του πολιτική διαψεύστηκαν οικτρά.

Για να βρεθεί το Κ.Κ.Ε. στη σημερινή, προβληματική θέση, χρειάστηκε να συνδυάσει… επιτυχώς τρία στοιχεία. Τη σταλινική φόδρα, τη χιλιαστική αντίληψη για το σοσιαλιστικό μέλλον, και (πολιτικά) τη μοναχική, οιηματικού τύπου, πορεία.

Το σύμπλεγμα της απόλυτης καθαρότητας και της «αγνής» ιδεολογικής ορθοδοξίας οδήγησε το ΚΚΕ σε μία… θριαμβική απομόνωση. Το απέκοπτε σταδιακά από την κοινωνία, καθώς οι μυωπικές επιλογές του στο μέτωπο των εργατικών αγώνων και των κινητοποιήσεων περιφρονούσαν τη συμπόρευση με άλλες δυνάμεις της Αριστεράς. Η ηγεσία του Περισσού νόμιζε ότι έτσι θα αναδυθούν και θα αναδειχθούν ως η μόνη δύναμη που μάχεται πειστικά και δυναμικά το υφιστάμενο σύστημα, αλλά και τις οξειδωτικές, για την αντίληψή τους, παρουσίες της άλλης Αριστεράς.

Ταυτόχρονα, το ΚΚΕ επεδείκνυε προφανή δυσανεξία προς παν το «λαϊκόν», όταν δεν ήλεγχε τη δυναμική του. Κλασικό παράδειγμα οι «Αγανακτισμένοι»… Εννοείται ότι οι προσεγγίσεις του για συναφή εκρηκτικά πεδία, όπως ο Δεκέμβρης, είχαν παντελώς καθεστωτική χροιά. Γι αυτό, και συχνά εισέπραττε εύσημα από κορυφαίους του δικομματισμού. Όταν δε το καθεστώς είδε να απειλείται άμεσα από την ιλιγγιώδη άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ, τα εύσημα πήραν τη μορφή υμνωδίας για τη «σοβαρή και υπεύθυνη στάση» του ΚΚΕ, καθώς πλειάς στελεχών του δικομματισμού και σωρεία αρθρογράφων του καθεστωτικού Τύπου έπλεκαν το εγκώμιο της κυρίας Παπαρήγα…

Δε θέλω να αναφερθώ στη ΔΗΜΑΡ του Κουβέλη, γιατί το κόμμα αυτό έχει υποστεί τέτοια μετάλλαξη με τη συμμετοχή του στην μνημονιακή τρικομματική κυβέρνηση του Σαμαρά που η πολιτική του πλέον δεν έχει σχεδόν καμιά σχέση με την Αριστερά και όσοι από τους ψηφοφόρους του νιώθουν τους εαυτούς τους ακόμα αριστερούς είναι σίγουρο ότι θα το εγκαταλείψουν αναζητώντας κομματική στέγη είτε στο ΣΥΡΙΖΑ είτε σ’ άλλα αριστερά σχήματα.

Σημειώνω ότι η ελληνική Αριστερά δεν αποτελεί τη μοναδική προβληματική περίπτωση παγκοσμίως και ίσως να είναι καλύτερη, με τα όποια κουσούρια της, απ’ τους περισσότερους ομόδοξους φορείς στην Ευρώπη που απαξιώθηκαν και κατέρρευσαν.

mpaloni-thumb-large

-Ο νέος ΣΥΡΙΖΑ και τα «βαρίδια»  του παρελθόντος…

Σήμερα, η προσκόλληση στις σαθρές βάσεις του παρελθόντος θέτει σε κίνδυνο τη συγκρότηση του νέου ΣΥΡΙΖΑ. Η εμμονή στους παλιούς μηχανισμούς και τις παγιωμένες ομαδοποιήσεις και, ταυτόχρονα, η πλήρης χαλαρότητα στην οργανωτική συγκρότηση του νέου φορέα και η υστέρηση στη λειτουργία δημοκρατικών θεσμών και δικλείδων, μπορεί να υπονομεύσουν όλο το εγχείρημα. Με σοβαρές ευθύνες όχι μόνο των ηγετικών επιτελείων, αλλά και των μελών του νέου ΣΥΡΙΖΑ που κρατώντας παθητική στάση ίσως οδηγήσουν το νέο φορέα σε συνθήκες δημοκρατικά μη βιώσιμες. Να μην ξεχνάμε ότι χάρη στους μηχανισμούς και το έλλειμμα δημοκρατίας διατηρούσαν τα ηγετικά τους πόστα στην Αριστερά οι Λυκούδηδες και οι Μαργαρίτηδες επί δεκαετίες, χωρίς έργο και χωρίς λογοδοσία!

Μακάρι, αυτό το καθεστώς αναξιοκρατίας να το έπαιρναν εξ ολοκλήρου μαζί τους στη ΔΗΜΑΡ, που άρχισε την ανεξάρτητη πορεία της με διαγραφές διαφωνούντων. Μόνο με συνεχή ροή ιδεών και προτάσεων και διαρκή ζύμωση σε όλο το φορέα, εκμαίευση, επεξεργασία και μεταφορά των απόψεων, αναγκών και απαιτήσεων των εργαζομένων οριζοντίως και καθέτως μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ, εκλογές χωρίς μεθοδεύσεις, ανάδειξη με αξιοκρατία, λειτουργία όλων των οργάνων και των ατόμων με διαφάνεια, προσέλκυση νέων ικανών, ταλαντούχων και μαχητικών πολιτών, κήρυξη πολέμου στη γραφειοκρατία, κατάργηση των μηχανισμών και της επετηρίδας, μπορεί να πάρει σάρκα η ελπίδα για ένα φορέα ικανό να σταματήσει την καταστροφή της Ελλάδας.

Γιατί, άραγε, 30 χιλιάδες μέλη του ΣΥΡΙΖΑ παραμένουν στην πλειοψηφία τους ανενεργά; Τι εμποδίζει κι άλλους αξιόλογους ανθρώπους, εργάτες, αγρότες, επιστήμονες, δασκάλους, φοιτητές… να ενταχθούν και να παλέψουν μαζί μας οργανωμένα; Πώς θα εκφραστούν μέσα από τον ΣΥΡΙΖΑ 1.650.000 πολίτες που τον ψήφισαν; Πώς θα διευρυνθεί και πώς θα βαθύνει αυτή η πρωτόγνωρη και εύθραυστη σχέση με την κοινωνία; Με ανοίγματα στον Πρωτόπαπα και την Ξενογιαννακοπούλου ή με συνεργασία και αφοσίωση στον εργαζόμενο και τον άνεργο;

Πολλοί άνθρωποι αισθάνονται ότι ο νέος ΣΥΡΙΖΑ παραμένει παλιός και πολλοί περισσότεροι ότι είναι κλειστός, αφιλόξενος, προσωποπαγής. Δυσκολεύεται να ενταχθεί ένας πολίτης που δεν είναι και δεν θέλει να είναι σε τάση ή συνιστώσα, με το ένα ή το άλλο στέλεχος. Πώς, λοιπόν, θα φτιάξουμε ένα ΣΥΡΙΖΑ της κοινωνίας και όχι ένα ΣΥΡΙΖΑ κλειστών ομάδων και εδραιωμένων παραγόντων που επιβάλλονται στην κοινωνία; Πώς θα αποφύγουμε τις ευκολίες; Και πώς θα δώσουμε το καλό παράδειγμα; Η Αριστερά πρέπει να διδάσκεται από τους πολίτες, αλλά και να αποτελεί χειροπιαστό υπόδειγμα του μελλοντικού κόσμου που εξαγγέλλει.

Για να σκέφτεται δημοκρατικά η κοινωνία και να προχωρήσουμε στην αληθινή δημοκρατία πρέπει να λειτουργεί δημοκρατικά η Αριστερά, προκαταβολικά. Αυτά τα ζητήματα που αφορούν το χαρακτήρα και την οργάνωση του νέου ΣΥΡΙΖΑ ακόμα δεν έχουν απασχολήσει την Κεντρική Επιτροπή. Κι ας είμαστε σε εμπόλεμη κατάσταση…

Δεν ζω σε άλλο πλανήτη, δεν κάνω συγκρίσεις με ιδανικές πολιτείες. Δεν υποτιμώ ό,τι έχουμε καταφέρει μέχρι σήμερα, ούτε υπερτιμώ μια κοινωνία που έχει υποστεί σοβαρή διάβρωση από μία κυρίαρχη κουλτούρα διαφθοράς και αδιαφορίας. Η κοινωνία εθίστηκε μακροχρόνια στην αντίληψη της ανάθεσης και αποδέχτηκε παθητικά τον εκφυλισμό της δημοκρατίας σε όλα τα επίπεδα. Κι αυτό θα δυσκολέψει τα κινήματα, θα καθυστερήσει την αλλαγή. Πιστεύω, εντούτοις, ότι στα όρια του εφικτού η Αριστερά μπορεί και πρέπει να επιδιώκει συνειδητά τη δική της αναβάθμιση συμβάλλοντας αποφασιστικά στον εκδημοκρατισμό της κοινωνίας ολάκερης.

Οι συνθήκες είναι τραγικές, η Ελλάδα αποσυντίθεται, τα καθήκοντα τεράστια. Με μπαλώματα και αναπαλαιώσεις κόμμα ανατροπής, αλλαγής και ανοικοδόμησης δύσκολα φτιάχνεται. Ο νέος ΣΥΡΙΖΑ έχει τις δυνατότητες να γίνει ποιοτικά ανώτερος από τον προηγούμενο εαυτό του, για να μπορέσει να ανταποκριθεί στο αίτημα να ανατραπεί το σάπιο για να εγκαθιδρυθεί το νέο, το φρέσκο, το υγιές. Όντας δημοκρατικός, διαυγής και μαχητικός δεν θα σπαταληθεί σαν άλλη μια χαμένη ευκαιρία.

 

 

 

 

 

 

Πες το με ποίηση (9ο): «ΚΟΚΚΙΝΟ»…

-Καίτη Δρόσου: «ΚΟΚΚΙΝΟ φόρεμα φορώ/ και καίγονται τα σύννεφα

και στα χωράφια σεργιανώ/ και καίω τις παπαρούνες»!

 

-Γιάννης Ρίτσος: «Πίσω απ’ τα χρυσά βουνά, λιοκαμένο παλικάρι

ΚΟΚΚΙΝΟ σου αγόρασα πουκάμισο, ΚΟΚΚΙΝΑ παπούτσια στο παζάρι.

Τ’ άλογο έφυγε στη θάλασσα, ο ήλιος κόπηκε στη μέση-

τώρα τα χρυσά, τώρα τα ΚΟΚΚΙΝΑ ποιος θα τα φορέσει;»!

(Γ. Ρίτσος, Παιχνίδια τ’ ουρανού και του νερού, Κέδρος)

 272478

-Οδυσσέας Ελύτης:

(ΕΤΣΙ ΣΥΧΝΑ ΟΤΑΝ ΜΙΛΩ ΠΑ ΤΟΝ ΗΛΙΟ
ΜΠΕΡΔΕΥΕΤΑΙ ΣΤΗ ΓΛΩΣΣΑ ΜΟΥ ΕΝΑ
ΜΕΓΑΛΟ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ ΚΑΤΑΚΟΚΚΙΝΟ.
ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΒΟΛΕΤΟ ΝΑ ΣΩΠΑΣΩ)

 

-«ΠΑΡΑΛΛΑΓΕΣ ΠΑΝΩ ΣΕ ΜΙΑΝ ΑΧΤΙΔΑ»

ΚΟΚΚΙΝΟ

Το στόμα που είναι δαίμονας μιλιά κρατήρας
Φαΐ της παπαρούνας αίμα του καημού
Που είναι μεγάλο κίμινο της άνοιξης
Το στόμα σου μιλάει με τετρακόσια ρόδα
Δέρνει τα δέντρα λιγώνει όλη τη γη
Χύνει μες στο κορμί την πρώτη ανατριχίλα.

 

Σπουδαία του δάχτυλου ευωδιά το πάθος μου πληθαίνει
Το μάτι μου ανοιχτό πονάει στ’ αγκάθια
Δεν είναι η βρύση που ποθεί των δυο στηθιών τα ορνίθια
Όσο το βούισμα της σφήκας στους γυμνούς γοφούς.

 

Δώστε μου την ουλή του αμάραντου τα μάγια

Της κλώστρας κοπελιάς

Το αντίο το έρχομαι το θα σου δώσω

Σπηλιές υγείας θα το πιούνε στην υγεία του ήλιου

Ο κόσμος θα ‘ναι ή ο χαμός ή το διπλό ταξίδι

Εδώ στου ανέμου το σεντόνι εκεί στου απείρου τη θωριά.

Βίτσα τουλίπα μάγουλο της έγνοιας

Σπλάχνο δροσάτο της φωτιάς

Θα ρίξω ανάσκελα τον Μάη θα τον σφίξω στα μπράτσα μου

Θα τον δείρω τον Μάη θα τον σπαράξω.»

(Ο. Ελύτης, Ήλιος ο πρώτος, Ίκαρος)

OLYMPUS DIGITAL CAMERA-Γιάννης ΡΙΤΣΟΣ: «Γυμνό Σώμα»

«Είπε: ψηφίζω το γαλάζιο.
Εγώ το κόκκινο.
Κι εγώ.
Το σώμα σου ωραίο
Το σώμα σου απέραντο.
Χάθηκα στο απέραντο.
Διαστολή της νύχτας.
Διαστολή του σώματος.
Συστολή της ψυχής.
Όσο απομακρύνεσαι
Σε πλησιάζω.
Ένα άστρο
έκαψε το σπίτι μου.
Οι νύχτες με στενεύουν
στην απουσία σου.
Σε αναπνέω.
Η γλώσσα μου στο στόμα σου
η γλώσσα σου στο στόμα μου-
σκοτεινό δάσος.
Οι ξυλοκόποι χάθηκαν
και τα πουλιά.
Όπου βρίσκεσαι
υπάρχω.
Τα χείλη μου
περιτρέχουν τ’ αφτί σου.
Τόσο μικρό και τρυφερό
πως χωράει
όλη τη μουσική;
Ηδονή-
πέρα απ’ τη γέννηση,
πέρα απ’ το θάνατο.
Τελικό κι αιώνιο
παρόν.
Αγγίζω τα δάχτυλα
των ποδιών σου.
Τι αναρίθμητος ο κόσμος.
Μέσα σε λίγες νύχτες
πως πλάθεται και καταρρέει
όλος ο κόσμος;
Η γλώσσα εγγίζει
βαθύτερα απ’ τα δάχτυλα.
Ενώνεται.
Τώρα
με τη δική σου αναπνοή
ρυθμίζεται το βήμα μου
κι ο σφυγμός μου.
Δυο μήνες που δε σμίξαμε.
Ένας αιώνας
κι εννιά δευτερόλεπτα.
Τι να τα κάνω τ’ άστρα
αφού λείπεις;
Με το κόκκινο του αίματος
είμαι.
Είμαι για σένα.»

(Αθήνα 18.11.80, από “Τα Ερωτικά” εκδόσεις “ΚΕΔΡΟΣ” 1981)

 

 

-Τεντ Χιουζ: «Κόκκινο ήταν το χρώμα σου.…

Η βελούδινη μακριά σου φούστα, ένας αιμάτινος επίδεσμος…

Το δωμάτιό μας ήταν κόκκινο…

Κι έξω απ’ το παράθυρο

παπαρούνες ντελικάτες κι εύθραυστες…

Τα χείλη σου ένα βαμμένο, βαθύ κόκκινο…

Οτιδήποτε έβαφες, το έβαφες λευκό

κι ύστερα το ‘πνιγες στα τριαντάφυλλα…

τριαντάφυλλα που έκλαιγαν,

ακόμα περισσότερα τριαντάφυλλα

και μερικές φορές, ανάμεσά τους, ένα μικρό γαλαζοπούλι.»

*(Τεντ Χιουζ, Άγγλος ποιητής, σύζυγος της Αμερικανίδας ποιήτριας, Σύλβια Πλαθ, που την εγκατέλειψε κι αυτό ήταν η κύρια αιτία για την αυτοκτονία της. Οι παραπάνω στίχοι είναι από το βιβλίο του «Γράμματα γενεθλίων» που το ‘γραψε για την Πλαθ αρκετά χρόνια μετά την αυτοκτονία της, ίσως για να ξορκίσει τις τύψεις του)

 

 

– Κατερίνα Αγγελάκη- Ρουκ, «Το κόκκινο φεγγάρι»

«Πίσω απ’ τους μουντούς μπερντέδες των δέντρων
-κάτι στο χώμα ανάμεσα στη βίαιη γονιμότητα και στο σάπιο κρέας-
κόκκινο το φεγγάρι ανεβαίνει σαν φόβος πια και μόνο.
Ο σκύλος, με το στομάχι του βαρύ απ’ όλη την τρυφερότητα
της άσπορης καρδιάς μου, αδειάζει τα σωθικά του στο μαύρο χώμα.
Το σπίτι μουγκό, φιμωμένο με γάζες-ενοχές, γάζες-μνήμες·
ξανθές γυναίκες χαμογελούν και χάνονται κάτω από πεσμένους
σοβάδες. Άντρες γυμνοί μελαγχολούν στο άδειο της νύχτας.
Όλα ανασαίνουν βαριά σαν να’ χαν καταπιεί το κώνειο
κι η παραλυσία να προχωρούσε αργά, όπως το ασημένιο φώς
στις πλάκες.
Ξαφνικά σαν μπουντρούμι φαίνεται η ζωή
κι η κάθε εποχή ν’ αρχίζει μια νέα, τη δικιά της καταστροφή.
Μες’ απ’ τον άλογο πόνο του ζώου, τρεμουλιαστή ανέβαινε η ώρα·
σπάνια είχε ποτέ κανείς τόση μικρή ελπίδα.
Μύρισαν δάκρυα τα χόρτα κι όπως έμπαινε μια άνοιξη
κάπου… από κάπου, το πεύκο, στο σκοτεινό του μέλλον βυθισμένο,
ελάχιστ’ από τους κίτρινους ανθούς θελγόταν.
Κάποιος άνεμος σηκώθηκε βάρβαρος
σαν βιαστικός εραστής χωρίς φαντασία
κι όλα τα ποιήματα που είχα ακούσει στη ζωή μου
ξανάρχονταν από μακριά να με κηδέψουν.
Κι ήταν σαν να ταξίδευα με τρένο,
ν’ άφηνα πίσω μου τη γη κάποιου κεφιού
και να’ μπαίνε το σώμα μου σε μελανό δρυμό.
Έφταιγε ο σκύλος που υπόφερε, έφταιγαν κι εκείνα τα ποιήματα,
πού σαν φαντάσματα τριγύριζαν στον κήπο·
αλλιώς τα ήξερα, όταν ένας άγγελος, που θα’ χει κιτρινίσει πιά,
τα σκέπαζε με δάχτυλα μακριά κι έχυνε
μια άλιωτη μυρωδιά στα πρόσκαιρα στιχάκια.
Τώρα μοιάζει με παραίσθηση πώς πράγματα αιώνια
σαν τις πέτρες, στις ρομαντικές σκηνές της ζωής μας, καταδέχτηκαν
να παίξουν ένα ρόλο. Ανάτειλε ο φόβος
μια κόκκινη σήψη. Λές : έχει προχωρήσει
κι εσύ έχεις κλείσει τα μάτια.»

0 bandiera_rossa

-PIER PAOLO PASOLINI, «ΣΤΗΝ ΚΟΚΚΙΝΗ ΣΗΜΑΙΑ»

«Για όποιον γνωρίζει μόνο το χρώμα σου, Κόκκινη Σημαία,
οφείλεις να υπάρχεις στ’ αλήθεια, γιατί κι εκείνος υπάρχει.
Όποιος είταν καλυμμένος με κρούστα είναι καλυμμένος με πληγές,
ο μεροκαματιάρης χειρώνακτας γίνεται ζητιάνος,
ο ναπολιτάνος καλαβρέζος, ο καλαβρέζος αφρικάνος,
ο αναλφάβητος βόιδι ή ζαγάρι.
Όποιος γνώριζε έστω μόλις το χρώμα σου, Κόκκινη Σημαία,
δεν σε αναγνωρίζει τώρα πια, ούτε καν με τις αισθήσεις.
Εσύ που τόσες και τόσες δόξες σημάδεψες,
και της αστικής και της εργατικής τάξης,
ξανάγινες κουρέλι, και ο πιο φτωχός απ’ όλους σε ανεμίζει.»
(Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής)

Μανωλάδα: «φράουλες και αίμα»…

1b5

«ΞΕΝΟΣ ΕΙΜΙ»

«Ξένος ειμί και μισθοφόρος –
κάθε φορά που στη στροφή βλέπω τη θάλασσα
το νιώθω. 

Όλη τη μέρα πολεμώ σε ξένο τόπο
τα βράδια, κάτω από το λύχνο,
καθώς με πιάνει η νοσταλγία της πατρίδας
συγγράφω την ανάβασή μου.

Ξένος ειμί και μισθοφόρος –
αν τη διαβάσετε να είστε επιεικείς,
στην εποχή μου
δεν υπήρχε άλλος τρόπος να πεθαίνεις.»

(Χρήστος Ρουμελιωτάκης, Ξένος ειμί κι άλλα ποιήματα)

Ήταν εκείνη η παλιά καλή ταινία της δεκαετίας του ’70 με τίτλο «Φράουλες και αίμα» με θέμα της την εξέγερση των φοιτητών και τις συγκρούσεις τους με την αστυνομία στο πανεπιστήμιο Columbia της Νέας Υόρκης. Απ’ αυτή την ταινία δανεισμένος και ο τίτλος τούτου του κειμένου απ’ αφορμή το άγριο ρατσιστικό συμβάν στη Μανωλάδα της Ηλείας.

Η καλή παλιά ταινία λοιπόν ξαναγυρίζεται με διαφορετικό θέμα εδώ και μερικά χρόνια στην πατρίδα μας με θύματα αδύναμους, απελπισμένους μετανάστες, που τους ξέβρασε το μεταναστευτικό τσουνάμι στα μέρη μας.

Η άγρια εγκληματική ενέργεια κατά των μπαγκλαντεσιανών εργατών γης, αυτών των σύγχρονων σκλάβων, στη Μανωλάδα, είναι μια ακόμα σκληρή, αιματοβαμμένη, σκηνή της «ταινίας» που γυρίζεται στη χώρα μας με υπαρκτά πρόσωπα και όχι ηθοποιούς.

Όμως, αν από την αμερικανική ταινία δανειζόμαστε το τίτλο της, θα μπορούσαμε, για να είμαστε πιο κοντά στη σύγχρονη σκληρή πραγματικότητα, να θυμηθούμε την επίσης πολύ καλή παλιά ελληνική ταινία, του Βασίλη Γεωργιάδη, «Το χώμα βάφτηκε κόκκινο», θέμα της οποίας ήταν η αγριότητα με την οποία αντιμετωπίζονταν οι κολλήγοι της Θεσσαλίας (κι αλλού) από τους τσιφλικάδες, σε μια εποχή που η ζωή των αυτόχθονων εργατών γης (κολλήγων) δεν είχε και ιδιαίτερη αξία.

Γυρίσαμε λοιπόν έναν αιώνα και παραπάνω πίσω… «Ματωμένες φράουλες»… Οι σύγχρονοι «κολλήγοι»- μετανάστες έρμαια των μεγαλοαφεντικών, των νεοτσιφλικάδων, και των επιστατών τους, που αντιμετωπίζονται χειρότερα από ζώα, που δουλεύουν από την ανατολή ως τη δύση στις γεωργικές καλλιέργειες, που στοιβάζονται σε αποθήκες για ύπνο, που δεν τους πληρώνονται τα δεδουλευμένα, που τους έχουν ανασφάλιστους, που εν τέλει δεν το ‘χουν και σε τίποτα να σηκώσουν τις καραμπίνες τους και να βαράνε στο ψαχνό, ωσάν να επρόκειτο ότι βρίσκονται σε κυνήγι άγριων ζώων ή πουλιών!

Στο εγκληματικό συμβάν της Μανωλάδας πρωταγωνιστές δεν ήταν πατενταρισμένοι χρυσαυγίτες που μαχαιρώνουν μετανάστες, αλλά πολίτες  που μπορεί να ψηφίζουν Ν.Δ. ή ΠΑΣΟΚ ή κάτι άλλο, κι αυτό δείχνει πόσο διάχυτος είναι ο ρατσισμός στην ελληνική κοινωνία που κάποιες φορές γίνεται εγκληματικός. Κι ύστερα απορούμε πώς οι νεοναζιστές της Χ. Α. παίρνουν ποσοστά πάνω από 10%, όπως δείχνουν οι δημοσκοπήσεις!

Το πρόβλημα δεν είναι μόνον η Μανωλάδα και η ευρύτερη περιοχή της Ηλείας, όπου συνέβησαν τα τελευταία χρόνια παρόμοια άγρια περιστατικά (θυμηθείτεανατριχιάντας και το άγριο συμβάν με τους δυο μετανάστες δεμένους πίσω από το αγροτικό αυτοκίνητο να σύρονται στην πλατεία του χωριού), αλλά είναι πρόβλημα ολόκληρης της ελληνικής κοινωνίας και του κράτους – του κράτους των Σαμαροδένδιων που αν δεν προπαγανδίζουν φανερά την ξενοφοβία και το ρατσισμό τα υποθάλπουν ή τα σιγοντάρουν «υπογείως» με την ελπίδα, οι μωροί, ότι θα ανακόψουν την άνοδο της Χ.Α. και ότι θα κερδίσουν ψήφους!

Επιπλέον επιβεβαιώνεται για άλλη μια φορά με τον πιο σκληρό τρόπο ο μύθος του «φιλόξενου Έλληνα» που έχει τάχα μου εγγεγραμμένα από αρχαιοτάτων χρόνων στο DNA του τα γονίδια της φιλοξενίας, ενώ στην πραγματικότητα η πλειοψηφία των Ελλήνων στην καλύτερη των περιπτώσεων αδιαφορεί για τους μετανάστες ή  νιώθει αποστροφή γι αυτούς και στη χειρότερη συμπεριφέρεται ανοιχτά άγρια ρατσιστικά.

Οι πυροβολισμοί που δέχθηκαν εργαζόμενοι μετανάστες στη Μανωλάδα, που διεκδικούσαν τα δεδουλευμένα τους, είναι μια καθαρά εγκληματική, ρατσιστική πράξη, η οποία δεν πρέπει απλώς να μας ανησυχήσει ή να μας φοβίσει, αλλά να μας συγκλονίσει και να μας αφυπνίσει πριν να είναι αργά, πριν να μετατραπεί η χώρα μας σε «Άγρια Δύση», όπου στη θέση των μακελεμμένων Ινδιάνουν θα βρεθούν οι σύγχρονοι μετανάστες!

534828_509074925795155_41599015_n

-«Μετανάστες, καραβάνια ελπίδας»

 

“Ταξίδι πανάρχαιο καβάλα στον άνεμο

Σμήνη πουλιών, ουράνια μπαλέτα

Κερδίζουν την αυγή σε κάθε φτερούγισμα

Σμήνη πουλιών, μυστήριο δυσεξήγητο

Χαράζουν πορεία στον ουράνιο χάρτη

Για τις παλιές φωλιές που περιμένουν

Για των παλιών φίλων την καλημέρα

Πουλιά, πλούτος ατέλειωτος

Μορφών, κελαϊδισμάτων και χρωμάτων

 

Ταξίδι ατέλειωτο καβάλα στην άμμο

Καραβάνια ελπίδας και ονείρου

Κωπηλατούν στα κύματα της Ερήμου

Για νέους κόσμους , για νέους θεούς

Μετανάστες, πλούτος ατέλειωτος

Γλωσσών, εθίμων και πολιτισμών

 

Γενοκτονίες πουλιών

Που σκοτώνουν την πλήξη

Βολεμένων αστών

Πουλιά που δηλητηριάζονται

Για το άπληστο κέρδος

Πουλιά που χάσανε τα δένδρα τους

Δένδρα που πεθαίνουν μόνα τους,

από πλήξη, χωρίς κελαϊδίσματα,

Χωρίς φωλιές, χωρίς αγάπη

 

Δολοφονίες ανθρώπων

Σαπιοκάραβα που βουλιάζουν

Σφαχτάρια σε ψυγεία κρεάτων

Θάνατος και πείνα στα ερειπωμένα σπίτια

Ανώνυμοι νεκροί, χωρίς ταυτότητα

Στα αζήτητα

Και όνειρα που δραπετεύουν

Μέσα από τρύπιες στέγες

Προς τα καλοκαιρινά φεγγάρια

Νοσταλγίες που πλέκουν

Οι βρόχινες κλωστές του φθινοπώρου

Για μια μάνα που περιμένει

Για ένα κορίτσι με κατάμαυρα μάτια

Για ένα άγγιγμα, για ένα φιλί, για έναν όρκο

 

Βίοι παράλληλοι πουλιών και ανθρώπων

Χαμένες φωλιές, χαμένες πατρίδες

Χαμένα πρόσωπα στις πολύβουες πόλεις

 

Και οργή μεγάλη,

Που προετοιμάζει το αύριο

Για την εκδίκηση των ονείρων,

πουλιών και ανθρώπων.”

(Γιάννης Ποταμιάνος, Ιούνιος 2009)

Η βία των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης (Μ.Μ.Ε.)….

Από την καλύτερη ίσως ταινία όλων των εποχών: "Πολίτης Κέιν".

Από την καλύτερη ίσως ταινία όλων των εποχών: «Πολίτης Κέιν».

«Καταδικάζεις τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται;», αυτό είναι το απειλητικό ερώτημα των διάφορων τηλεαστέρων από τηλεάμβωνος προς όποιον επιχειρεί να πει πως η απάντηση δεν μπορεί να είναι «άσπρο – μαύρο», πως η βία είναι κοινωνικό – πολιτικό φαινόμενο και ότι υπάρχουν αιτίες που το γεννούν, ότι δεν αρκεί η προφορική καταδίκη για να εξαλείψεις τη βία «ως διά μαγείας», ότι η βία έχει πολλές μορφές, ότι κάποιες φορές «νομιμοποιείται» κιόλας (σε συνθήκες λαϊκής εξέγερσης ή επανάστασης) και ότι δεν μπορείς να εξισώνεις για παράδειγμα τη φασιστική βία ή την κρατική βία, που στα τρία αυτά μνημονιακά χρόνια μοιάζει ανεξέλεγκτη, με τους λαϊκούς αγώνες, αντιδράσεις και διαμαρτυρίες, όταν καταπατώνται βάναυσα βασικά πολιτικά και εργασιακά δικαιώματα.

Παρ’ όλα αυτά οι τηλε- δικαστές, οι «διανοούμενες πόρνες», όπως τους ονόμασε παλιότερα ένας  δικός τους άνθρωπος, ο Αμερικανός δημοσιογράφος, John Swinton, επιμένουν με την ανάλογη αυστηρότητα να απαιτούν να καταδικάσεις με ένα «ναι» ή ένα «όχι» «τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται»! Κι αν δε το κάνεις, ε, τότε, είσαι «μουζαχεντίν», «ταλιμπάν», «γκαζάκιας», «βομβιστής» ή δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο!

Έτσι, δεν έχει πλέον νόημα η όποια συζήτηση μαζί τους, αφού οι περισσότεροι των τηλε- αστέρων δικαστών είναι εγκάθετα «ανθρωπάκια» του συστήματος, μίσθαρνα όργανα των μεντιαρχών και πολιτικών αφεντικών τους και εκτελούν «διατεταγμένη υπηρεσία».

Θα μπορούσε όμως κάποιος να τους μιλήσει, «σε ώτα μη ακουώντων», βέβαια, για τη δική τους καθημερινή βία επί τηλεθεατών, ακροατών και αναγνωστών, για τη βία που γεννούν και επιβάλλουν τα ίδια τα Μ.Μ.Ε., για πολίτες που «κρεμάστηκαν» σε ξύλινους πρωτοσέλιδους τίτλους σαν αρχιτρομοκράτες και δεν γλίτωσαν από το σταυρό τους ακόμα κι όταν αθωώθηκαν πανηγυρικά στα δικαστήρια, για τις χιλιάδες «Καταρίνες Μπλουμ» που στοχοποίησαν, διαπόμπευσαν και πέταξαν στον αδηφάγο «δημοσιογραφικό Καιάδα».

Η βία που ασκείται από τα Μ.Μ.Ε. , είτε ηθελημένα  είτε και μόνο εκ της φύσεώς τους, έχει ποικίλες μορφές:

558232_517294941618736_302278527_n

1. Πολιτική βία: Εν ονόματι της μίας και μόνης Αλήθειας, την οποία κάθε φορά κατέχει κάθε Μέσο, και την οποία πάντως εύκολα τη αντικαθιστά αν πνεύσουν διαφορετικοί (πολιτικοί) άνεμοι, ευνοϊκότεροι για τους σχεδιασμούς του ιδιοκτήτη του, τα «πρωτοσέλιδα» έντυπα και τηλεοπτικά μετατρέπονται σε λάβαρα κάποιου κόμματος ή κάποιου ηγέτη, έστω κι αν το ίδιο κόμμα ή ο ίδιος ο ηγέτης έχει δεινώς κατηγορηθεί λίγο νωρίτερα από το ίδιο Μέσο. Ο «αυριανισμός», βλέπετε, δεν πέθανε, κάπως πιο «εκλεπτυσμένος μεν αλλά πιο δόλιος κι επικίνδυνος ζει και βασιλεύει και στις μέρες μας!

Δημοσιογραφικοί χαμαιλέοντες, που μεταλλάχτηκαν ουκ ολίγες φορές, που έκαναν πάμπολλες θεαματικές κωλοτούμπες, πιστοί οπαδοί του «Όπου Φυσάει ο Άνεμος»!

Εν πάση περιπτώσει, το Καθεστώς, το πολιτικό και πολιτισμικό Καθεστώς, δεν ταυτίζεται μόνο με τους εκάστοτε πολιτικούς διαχειριστές του, Καθεστώς ασάλευτο και δεσποτικό, είναι και οι, εκτός θεσμών μάλιστα, μεντιακοί συντηρητές και επιτηρητές του.

3

2. Ιδεολογική βία: Τα Μ.Μ.Ε., ως διακινητές στερεοτύπων και ως θεράποντες της «Μίας και Μοναδικής Σκέψης», ως οι εισηγητές δηλαδή του «πνεύματος της εποχής», επιβάλλουν διά της υπερπροβολής ή διά της υποβολής ορισμένες ιδέες, πρότυπα και στάσεις και απαξιώνουν συστηματικά κάποιες άλλες. Ιδεολογικής συστάσεως λοιπόν είναι, πρώτον, η εθνοφυλετική συμβολική βία που ασκείται εναντίον όσων χαρακτηρίζονται με περισσή ευκολία εθνοπροδότες ή και εξωνημένοι επειδή και μόνον αντιτίθενται στον επιβεβλημένο μέσο όρο ή δεν συμφωνούν μέχρι κεραίας με το κανονικό «εθνικό αφήγημα», δεν αποδέχονται, ας πούμε, ότι είμαστε εκ κληροδοσίας περιούσιος, ιστορικά μοναδικός και αυταποδείκτως φιλόξενος και ενάρετος.

Ιδεολογικής καταγωγής είναι, δεύτερον, η φαλλοκρατική, σεξιστική βία (πρόσφατο θύμα η βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, Ζωή Κωνσταντοπούλου) που ασκείται με τη συστηματική παρουσίαση της γυναίκας ως ενός πλάσματος που το μοναδικό του προσόν είναι τα σάρκινα κάλλη του.

Ιδεολογικού τύπου είναι, τρίτον, η ρατσιστική βία που ασκείται με τη συνεχή μείωση του άλλου, του ξένου, του μειονοτικού, ο οποίος καταγράφεται ή εικονίζεται συνήθως σαν χαρακτήρας ρκ προοιμίου παραβατικός, αναπόδραστα κακό και δόλιος και οπωσδήποτε υποδεέστερος έναντι της δικής μας κληρονομημένης υπεροχής μας.

3. Αισθητική βία: Υπό το πρόσχημα ότι τα Μ.Μ.Ε. απλώς απεικονίζουν το γούστο του κοινού, νοθεύουν την αισθητική του και την παραχαράσσουν, εκμεταλλευόμενα συν τοις άλλοις τα αβέβαιης εντιμότητας πορίσματα της πανδαμάτειρας AGB. Μας υποχρεώνουν παρ’ όλα αυτά να αποδεχτούμε ότι το κοινωνικό σώμα στο σύνολό του έχει δηλώσει υπακοή στην αυτοκρατορία του «κιτς», ότι μόνο για το χυδαίο και ρηχό (επιφανέστατο παράδειγμα ο φασίζων, ο Θέμος Αναστασιάδης), το κίβδηλο και το βάναυσο είμαστε ικανοί.

4. Συναισθηματική βία: Προσφιλή χρώματα των Μ.Μ.Ε., προπάντων των ηλεκτρονικών και των λαϊκίστικων εντύπων: το κίτρινο, το μαύρο, το κόκκινο του αίματος. Προσφιλή θέματα: οι φόνοι, οι τσελέμπριτι, το ακατάσχετο και ανόητο «κους κους», η πολιτική αβάντα για τους φίλους πολιτικούς και η λασπολογία και καταδίκη για τους πολιτικούς εχθρούς.

Προσφιλείς μορφές λόγου: οι τηλεοπτικοί καβγάδες, οι κραυγές, τα επιφωνήματα, τα μονοσύλλαβα. Και ενόσω ο άμοιρος πολίτης βομβαρδίζεται μ’ αυτές και τις καταναλώνει, αυτές του καταβροχθίζουν ψυχή και πνεύμα, εγκλωβίζοντάς τον σε ό, τι οι Ιάπωνες αποκαλούν «Otaku», εννοώντας το σύνδρομο εκείνο εξαιτίας του οποίου οι μανιώδεις εικονοφάγοι  αποσύρονται σταδιακά από το κοινωνικό τους περιβάλλον και καταποντίζονται σε έναν πλασματικό κόσμο, βλέποντας έτσι τη ζωή τους σαν σε βίντεο και φτάνοντας κάποτε να εφαρμόσουν μέχρι φόνου τα αιματηρά μηνύματα που έχουν εγγραφεί στον αλλοιωμένο ή μάλλον αλωμένο ψυχισμό τους.

5. Γλωσσική βία: Τα Μ.Μ.Ε. δεν διαμορφώνουν μόνον την κοινή γνώμη παρά και την κοινή γλώσσα, μια γλώσσα πρόχειρη, ολιγόλεξη, επιφωνηματική, άχαρη και χρησιμοθηρική, ξενόπληκτη, ρητορική και σε πολλά ανελλήνιστη. Η καθήλωση των κοινωνιών του θεάματος σε ένα προ- πολιτισμικό και προ- λογικό στάδιο έλκει κι από δω, από τη γλωσσική ένδεια και παραχάραξη, την καταγωγή της.

     Θα μπορούσε κανείς να παρατείνει την κωδικοποίηση ετούτη και να υπερβάλλει σε καταγγελτικό τόνο, παραγνωρίζοντας έτσι τις αντιστάσεις ευαισθησίας που υπάρχουν, τις φωλιές αισθητικής και πολιτισμού που δημιουργούνται μέσα στα Μ.Μ.Ε., εκμεταλλευόμενες τη  ίδια τους την ενύπαρκτη ανάγκη να φαίνονται, τάχα μου, πολυφωνικά. Θα μπορούσε επίσης να παρηγορηθεί κανείς αριθμώντας κοινωνικές αντιδράσεις στη μεντιοκρατία- λόγω χάρη το σύνθημα «σπάστε τις οθόνες κι αφήστε τις πολυθρόνες» που έχει γραφτεί σε πολλούς τοίχους των πόλεων (αλλά πώς σπάει κανείς την ψευδαίσθηση ότι η οθόνη ταυτίζεται με την ολότητα του κόσμου και ότι η ύψιστη ελευθερία είναι η ελευθερία του ζάπιγκ;) ή πάλι το σύνθημα «αλήτες – ρουφιάνοι – δημοσιογράφοι» που ακούγεται σε συγκεντρώσεις και πορείες διαμαρτυρίας, και ο ισοπεδωτικός χαρακτήρας του οποίου, εγγενής άλλωστε στα συνθήματα, δεν αναιρεί μιαν αλήθεια που έχει στο βάθος του.

(Γ. Π. Τζ.)

Πες το με ποίηση (8ο): «Απουσία ή Και εσύ να λείπεις»….

απουσια

-«Ο μόνος αξιόπιστος μάρτυρας ότι ζήσαμε είναι η απουσία μας» (Κική Δημουλά)

-«Η απουσία σου βροχή που πέφτει λίγη λίγη κι έγιν’ ο κόσμος γύρω μου θάλασσα και με πνίγει.» (Κρητική μαντινάδα)….

lectora-distraida matisse

-Κική Δημουλά, «Γη των απουσιών» (απόσπασμα)

«[…] Στὴν ψυχή σου δὲν φθάνει κανεὶς
οὔτε διὰ ξηρᾶς οὔτε διὰ θαλάσσης.

Αὐτὸ τὸ δισκίο,
τὸ ἀκουμπισμένο στὸ μαῦρο ἀτμοσφαιρικὸ τραπέζι,
ποὺ τὸ περνᾷς κι ἐσύ, ὅπως κι οἱ ἄλλοι, γιὰ φεγγάρι,
ἄσ᾿ το, δὲν εἶναι φεγγάρι.
Εἶναι τὸ βραδινό μου χάπι
τὸ ψυχοτρόπο.»

(Κική Δημουλά, Ποιήματα, Ίκαρος)

image

-Γιάννης Ρίτσος, «Και εσύ να λείπεις»

«Σκέψου η ζωή να τραβάει το δρόμο της,

Και εσύ να λείπεις,

Να’ ρχονται οι Άνοιξες

με πολλά διάπλατα παράθυρα,

Και εσύ να λείπεις,

Να’ ρχονται τα κορίτσια στα παγκάκια του

κήπου

με χρωματιστά φορέματα,

Και εσύ να λείπεις,

Οι νέοι να κολυμπάνε το μεσημέρι,

Και εσύ να λείπεις,

Ένα ανθισμένο δέντρο να σκύβει στο νερό,

Πολλές σημαίες ν’ ανεμίζουν στα μπαλκόνια,

Και εσύ να λείπεις,

Και ύστερα ένα κλειδί να στρίβει

Η κάμαρα να’ ναι σκοτεινή,

Δύο στόματα να φιλιούνται στον ίσκιο,

Και εσύ να λείπεις,

Σκέψου δυο χέρια να σφίγγονται

Και σένανε να σου λείπουν τα χέρια,

Δυο κορμιά να παίρνονται,

Και συ να κοιμάσαι κάτου απ’ το χώμα,

Και τα κουμπιά του σακακιού σου

ν’ αντέχουν πιότερο από σένα,

Κάτου από το χώμα,

Και η σφαίρα σφηνωμένη στην καρδιά σου

να μην λιώνει..

Όταν η καρδιά σου,

που τόσο αγάπησε τον κόσμο,

θα έχει λιώσει.

Να λείπεις –δεν είναι τίποτα να λείπεις .

Αν έχεις λείψει για ό, τι πρέπει,

Θα ‘σαι για πάντα μέσα σ’ όλα εκείνα

που για αυτά έχεις λείψει,

Θα’ σαι για πάντα μέσα σε αυτόν τον κόσμο…»

(Γιάννης Ρίτσος, Ποιήματα, τ. Β’, Κέδρος)

*Μπορείτε να  διαβάσετε και το ποίημα του Γιάννη Ρίτσου «Σχήμα απουσίας» εδώ…

*Στο βίντεο: Πάμπλο Νερούντα, «Ίσως η απουσία σου είναι παρουσία»…

-Κλείτος Κύρου, «ΑΠΟΥΣΙΑ»

Γαλάζιες μέρες φουσκοθαλασσιά
Υάκινθοι, ψηλή θερμοκρασία.
Των δυο χεριών σου η άσπλαχνη απουσία
Τις νύχτες μας γεμίζει απελπισιά

Ο ήλιος που μας έσμιγε παλιά,
Δίκοπος τώρα ήλιος μας χωρίζει
Με θέρμη όπως σαν πρώτα πια δε σφύζει
Κι όλο προδοτικά σκορπάει φιλιά.

Αιμόφυρτα τα πόδια σου θωρώ
Και στην καρδιά σου πέτρινο στεφάνι.
Στα μάτια σου το εξαίσιο πυροφάνι
Κοντεύει να σβηστεί με τον καιρό.

Τα βράδια μας ορφάνεψαν, θαρρώ,
Και φύτρωσαν αγκάθια οι προσδοκίες.
Σε λίγο θε ν’ ανθίσουν οι ακακίες,
θ’ ανοίξει πάλι το «Τροκαντερό».

Τα ρόδα, τα φεγγάρια, τα πουλιά,
Θε νά ’ρθουν ρυθμικά πάλι σαν πάντα.
Μα εσύ δε θ’ ανασαίνεις τη λεβάντα
Κι εγώ θε ν’ αλυχτάω με τα σκυλιά.
(Από το βιβλίο: «Εν όλω, Συγκομιδή 1943-1997», Εκδόσεις Άγρα)

Για το 19ο συνέδριο του Κ.Κ.Ε. που άρχισε σήμερα: Μια ερμηνεία για τα όσα «ακατανόητα» και «ύποπτα» συμβαίνουν στο ΚΚΕ….

baltos1

Επ’ ευκαιρία της έναρξης του 19ου συνεδρίου του Κ.Κ.Ε., είχα προγραμματίσει να γράψω ένα κείμενο κριτικής σ΄ ό, τι αφορά την απροκάλυπτα σεχταριστική πολιτική που ακολουθεί τα τελευταία χρόνια η ηγεσία του ιστορικού κόμματος και που το οδήγησε (σύμφωνα και με το τελευταίο εκλογικό αποτέλεσμα) στην ανυποληψία και τον απομονωτισμό, δεν βρήκα όμως το χρόνο να ασχοληθώ, κι γι αυτό παραθέτω εδώ το άρθρο (κριτική στα «πεπραγμένα» του ΚΚΕ) γραμμένο από τον  Κυριάκο Ζηλάκο, έναν από τους 14 απολυμένους δημοσιογράφους του Ριζοσπάστη μετά από 25 χρόνια παρουσίας στην εφημερίδα:

«Η διαπίστωση πως «αν οι εχθροί του ΚΚΕ μπορούσαν να υπαγορεύσουν στην ηγεσία του κάποια πολιτική αυτά θα της έλεγαν να κάνει», περιέχει τον πυρήνα της εκτίμησης για όσα συμβαίνουν στο Κόμμα και είναι μια βάση ερμηνείας των όσων «ακατανόητων» έως και «ύποπτων» συντελούνται σ’ αυτό τα τελευταία χρόνια. Η διαπίστωση αυτή ερμηνεύει, ως ένα βαθμό, τόσο την πολιτική που ακολουθεί η κομματική ηγεσία όσο και την οργανωτική δομή που έχει εγκαταστήσει και τη χρησιμοποιεί για να υπηρετήσει αυτή την πολιτική.

Αυτό που παρατηρείται εδώ και καιρό είναι η συστηματική εγκατάλειψη του ενός μετά το άλλο των μετώπων, που προνομιακά θα μπορούσε να παίξει ρόλο το ΚΚΕ, οδηγώντας τον κομματικό οργανισμό – οργανώσεις και κάθε μορφής παρέμβαση στην κοινωνία – σε μια απονεύρωση και σε παροπλισμό:

Εγκαταλείφθηκε το μαζικό λαϊκό κίνημα αλλά και το εργατικό κίνημα, παρά τον ρόλο και την παρουσία του ΠΑΜΕ. Αυτό γιατί η παρουσία μιας «πρωτοπορίας» από μόνη της ούτε αποτελεί ούτε δημιουργεί κίνημα, καθώς το ζητούμενο δεν είναι κάποιοι ακτιβισμοί επιλεγμένων στελεχών αλλά η σχέση αλληλοτροφοδότητησης με τις εργατικές και λαϊκές μάζες, πράγμα που το αποτρέπει, αν δεν το απαγορεύει, η αποστειρωμένη παρουσία αυτής της «πρωτοπορίας», που θέτει πάντα σαν προαπαιτούμενο για την όποια συμπόρευση, τη συμφωνία με την «λαϊκή εξουσία» και τη στρατηγική του ΚΚΕ. Τελικά όλα δείχνουν πως κάποιοι δεν θέλουν να εκδηλωθεί η λαϊκή οργή και να γίνει οργανωμένη πάλη και όχι πως δεν είναι οι συνθήκες ώριμες για να γίνει αυτό.

παπαρηγαΕγκαταλείφθηκαν έννοιες όπως «πατριωτισμός», «εθνικό», «ανεξαρτησία», «κυριαρχικά δικαιώματα». Επίσης ο όρος «αριστερά» έγινε απαγορευμένος και εγκαταλείφθηκε με ό,τι αυτός σήμαινε στη συλλογική μνήμη του λαού. Ετσι λοιπόν, αντί να δοθεί η μάχη για ν’ αποκτήσουν αυτές οι έννοιες, που είναι ριζωμένες στο συλλογικό υποσυνείδητο των ριζοσπαστικών στρωμάτων της κοινωνίας, τέτοιο περιεχόμενο που ν’ ανταποκρίνεται στις σύγχρονες συνθήκες καπιταλιστικής ανάπτυξης και να υπηρετούν την λαϊκή πάλη, αφέθηκαν – μάλιστα σε συνθήκες γενικευμένης καπιταλιστικής κρίσης – στην τύχη τους και μαζί τους τμήματα του ελληνικού λαού έγιναν έρμαια κάθε είδους πολιτικών μορφωμάτων ακόμα και φασιστικών. Τελικά το ΚΚΕ, δηλαδή η ηγεσία του, παρέδωσε τα όπλα του στους αντιπάλους του και στους εχθρούς του λαού.

Το ιδεολογικό περιτύλιγμα βρέθηκε στο όνομα της καθαρότητας της γραμμής και από ‘κει και πέρα έγιναν ιδεολογικές κατασκευές για να υπηρετήσουν αυτή τη γραμμή. Πρόκειται για μια ολοκληρωτική αναθεώρηση της ιστορίας του ΚΚΕ και του λαϊκού κινήματος που έφθασε μέχρι το σημείο να θεωρείται το ΕΑΜ (Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο) ως «οπορτουνιστικό», γιατί τάχα δεν έβαλε το ζήτημα της «λαϊκής εξουσίας», απαγορεύοντας μάλιστα στους αγωνιστές αυτού του κινήματος που παραμένουν στους κόλπους του ΚΚΕ, να συμμετέχουν στις εκδηλώσεις και να καταθέτουν στεφάνια στις επετείους της 28ης Οκτωβρίου 1940 και της 25ης Μαρτίου 1821.

Κατασκευάστηκε το ιδεολόγημα περί συμμετοχής της Ελλάδας στην «ιμπεριαλιστική πυραμίδα», το οποίο δεν απαντάει σε τίποτα, παρά μόνο εξασφαλίζει τον παροπλισμό και την αποστράτευση του λαϊκού κινήματος τόσο από το αντιμονοπωλιακό, όσο και από το αντιιμπεριαλιστικό μέτωπο. Είναι χαρακτηριστικό ότι απαγορεύτηκε ακόμα και η χρήση σε κείμενα του «Ριζοσπάστη» λέξεων όπως «κατοχή», «εξάρτηση», «υποτέλεια». Μα και επί γερμανικής κατοχής (1941-1944) τμήματα της ελληνικής άρχουσας τάξης συμμετείχαν και τότε στο ιμπεριαλιστικό σύστημα, πολύ περισσότερο μάλιστα που και τμήματα του πολιτικού κόσμου, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, συνεργάστηκαν με τους κατακτητές αλλά δεν έπαψε να υπάρχει κατοχή. Και μη σπεύσει κάποιος να πει ότι τώρα βρισκόμαστε στον «ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού που είναι ο ιμπεριαλισμός» γιατί ούτε αυτό είναι κάτι καινούργιο.

Τα αποτελέσματα είναι τραγικά.Σε μια περίοδο που ο λαός έχει ανάγκη το ΚΚΕ και αν δεν υπήρχε θα το έφτιαχνε, το σημερινό ΚΚΕ, δηλαδή η ηγεσία του – τα στελέχη του αρέσκονται να λένε πως «το Κόμμα είναι η καθοδήγησή του» – κάνει μια συστηματική προσπάθεια να αποστασιοποιείται από τις επείγουσες ανάγκες του λαού παραπέμποντας τα πάντα στη «λαϊκή εξουσία». Δηλαδή αφήνει το λαό ξεκρέμαστο. Στην πραγματικότητα η εργατική τάξη ο ελληνικός λαός παραδόθηκε αμαχητί στα αρπακτικά, ξένα και ντόπια. Αυτοί που ήταν ταγμένοι να τον υπερασπιστούν και να οργανώσουν τον αγώνα του αρκέστηκαν σε κάποιες αποστειρωμένες από το λαό «παρελάσεις» και «περιπάτους» για την τιμή των όπλων.

Μάλιστα, κάποια στιγμή ο εργαζόμενος λαός και η νεολαία, μέσα στην απελπισία τους, πήραν των ομματιών τους και βγήκαν σαν «αγανακτισμένοι» στις πλατείες, κουβαλώντας ο καθένας ό,τι είχε πάνω του, προσπαθώντας να συνδέσει τη δική του πολιτική συνείδηση με την ανάγκη «κάτι να γίνει». Δεν βρέθηκαν, όμως, αντιμέτωποι στο Σύνταγμα μόνο με τα ΜΑΤ και τα δακρυγόνα της κυβέρνησης αλλά και με την συκοφαντία από την ηγετική ομάδα του ΚΚΕ, πως τάχα το… «αυθόρμητο δεν είναι πολιτικό» πως είναι… «ακροδεξιοί» (ομιλία της Α.Παπαρήγα στη Βουλή) πως η Πλατεία είναι… «χώρος διακίνησης ναρκωτικών» (ρεπορτάζ «Ριζοσπάστη») κλπ.

Μια γενικευμένη επιχείρηση καταστολής του «κινήματος της Πλατείας» αποτέλεσε η προβοκάτσια της 20ης Οκτώβρη 2011, όπου η δήθεν «περικύκλωση της Βουλής» από το ΠΑΜΕ εξελίχθηκε σε περιφρούρηση της Βουλής σε ρόλο ΜΑΤ και τελικά σε ένα «μπάχαλο» που έδιωξε τον κόσμο από την Πλατεία. Είχε προηγηθεί ο Δεκέμβρης του 2008, όπου η κομματική ηγεσία μέσω του «Ριζοσπάστη» προσπάθησε με κάθε τρόπο να συκοφαντήσει τη νεανική οργή.

Για όλα τα παραπάνω έγιναν πολλές και αξιόλογες προσπάθεις, κυρίως στα πλαίσια του προσυνεδριακού διαλόγου για το 19ο Συνέδριο του ΚΚΕ, τόσο για ερμηνεία της πολιτικής που ακολουθεί η ηγεσία του Κόμματος όσο και για την δικαιολόγηση αυτής της πολιτικής. Ωστόσο, αυτό που λείπει είναι μια απάντηση σ’ ένα μεγάλο «ΓΙΑΤΙ;» ακολουθείται αυτή η πορεία.

Στην προσπάθεια ν’ απαντηθεί αυτό το «γιατί», δεν μπορεί παρά να αναζητούνται λύσεις του «αινίγματος» του σημερινού ΚΚΕ και στην απάντηση του ερωτήματος «τελικά ποιός ωφελείται;». Σαν μεθοδολογία ερμηνείας πολιτικών φαινομένων και γεγονότων είναι προσφιλής στην ηγεσία του ΚΚΕ. Δηλαδή, εκ του αποτελέσματος να αναζητούνται τα αίτια και αυτοί που το προκάλεσαν και τα τυχόν κίνητρα τους. Το αποτέλεσμα λοιπόν είναι οπαροπλισμός του ΚΚΕ και η εγκατάλειψη του λαού στην τύχη του.

Είναι γεγονός πως καλύτερο δώρο σε όσους επί τόσα χρόνια επιβουλεύονταν το ΚΚΕ και προσπαθούσαν να το βάλουν στο χέρι, δεν θα μπορούσε να υπάρξει. Εφθασε στο σημείο το κόμμα που ήταν «καρφί στο μάτι τους» να μην τους ενοχλεί σε τίποτα και ελεύθεροι να εφαρμόζουν τα καταστροφικά για τη χώρα και το λαό σχέδιά τους, ενώ η ηγεσία του ΚΚΕ διατείνεται πως «το θέμα δεν είναι το χρέος», «το θέμα δεν είναι τα μνημόνια», «το θέμα δεν είναι η έξοδος από την ευρωζώνη», «το θέμα δεν είναι η έξοδος από την ΕΕ», «το θέμα δεν είναι η έξοδος από το ΝΑΤΟ», «το θέμα δεν είναι να μη γίνονται απολύσεις», «το θέμα δεν είναι…» αυτό ή το άλλο αποτέλεσμα της καπιταλιστικής κρίσης αλλά ο ίδιος ο καπιταλισμός, αυτός φταίει και άρα η λύση είναι η «λαϊκή εξουσία» και ως τότε… τίποτα. Ετσι συντελείται το πρωτοφανές: παραίτηση από την πολιτική πάλη, παραίτηση από την ίδια την ταξική πάλη.

Εφθασε στο σημείο το κόμμα, το ΚΚΕ που ήταν καρφί στο μάτι των ιμπεριαλιστικών επιτελείων και στη γεωστρατηγική τους σκακιέρα ήταν μια εχθρική σταθερά, να παροπλίζεται με το ιδεολόγημα της ελληνικής συμμετοχής στο ιμπεριαλιστικό σύστημα, που οδηγεί στο συμπέρασμα πως δεν έχει νόημα το μέτωπο απέναντι στον ιμπεριαλισμό, αφού η αφού η Ελλάδα δεν είναι μια εξαρτημένη χώρα αλλά είναι μέρος της ιμπεριαλιστικής πυραμίδας και συνεπώς το θέμα είναι ανατροπή του καπιταλισμού….»

(το υπόλοιπο του κειμένου εδώ…)

«Το τραγούδι του έμπορα» και «Αιώνας εμπορίου»…

capitalist

Μπ. Μπρεχτ, «Το τραγούδι του έμπορα»

«Ρύζι έχει κει κάτω κοντά στο ποτάμι
Εκεί ψηλά στο βουνό χρειάζουνται ρύζι
Αν το ρύζι το κρύψουμε στις αποθήκες
θ’ ακριβύνει το ρύζι γι’ αυτούς εκεί πάνω
Οι μαούνες του ρυζιού θα ‘χουν λιγότερο ρύζι
και το ρύζι φτηνότερο θα ‘ναι για μένα

Τι είναι στ’ αλήθεια το ρύζι
Πού να ξέρω το ρύζι τι είναι
Ποιος να το ξέρει τάχα
Δεν ξέρω το ρύζι τι είναι
Ξέρω την τιμή του μονάχα

Φτάνει χειμώνας και χρειάζουνται ρούχα
Πρέπει μπαμπάκι λοιπόν ν’ αγοράσουμε
και το μπαμπάκι να μην το πουλήσουμε
Σαν θα ‘ρθει το κρύο, θ’ ακριβύνουν τα ρούχα
Τα κλωστήρια πληρώνουν πολύ ψηλά μεροκάματα
Κι έπειτα υπάρχει πάρα πολύ μπαμπάκι

Τι είναι στ’ αλήθεια το μπαμπάκι
Πού να ξέρω το μπαμπάκι τι είναι
Ποιος να το ξέρει τάχα
Δεν ξέρω το μπαμπάκι τι είναι
Ξέρω την τιμή του μονάχα

Κι ο άνθρωπος παρατρώει φαΐ
γι’ αυτό κι ο άνθρωπος όλο ακριβαίνει
Για να φτιάξεις φαΐ, χρειάζεσαι ανθρώπους
Οι μάγειροι κάνουν φτηνότερο το φαΐ
αλλάοι φαγάδες όλο και τ’ ακριβαίνουν
Κι έπειτα υπάρχουν πάρα πολλοί άνθρωποι

Τι είναι στ’ αλήθεια ο άνθρωπος
Πού να ξέρω ο άνθρωπος τι είναι
Ποιος να το ξέρει τάχα
Δεν ξέρω ο άνθρωπος τι είναι
Ξέρω την τιμή του μονάχα»
(Από το θεατρικό έργο «Η απόφαση» 1930)

(Μπ. Μπρεχτ, Ποιήματα, μτφ. Μάριου Πλωρίτη, Θεμέλιο)

 2986374831_2ce4b67954

Τάσος Λειβαδίτης, «Αιώνας Εμπορίου»

«H προσφορά κι η ζήτηση ρυθμίζουνε την κοινωνία
έλεγε ο μεγάλος αδερφός μου Mαρξ. Ένα μικρό, ανήθικο
εμπόριο
κάθε χειρονομία, κάθε λέξη, κι η πιο κρυφή σου σκέψη ακόμα,
μεγάλα λόγια στις γωνιές των δρόμων, οι ρήτορες σαν τους
λαχειοπώλες
διαφημίζοντας όνειρα για μελλοντικές κληρώσεις
τα αισθήματα στο Xρηματιστήριο, στα λογιστικά βιβλία
δούναι και λαβείν, πίστωση, χρέωση,
ισολογισμοί, εκπρόθεσμες συναλλαγματικές, μετοχές,
χρεώγραφα
κι ας κλαίει αυτή η γυναίκα στο δρόμο, τί σημασία έχει;
«ζούμε σε μια μεγάλη εποχή», οι παπαγάλοι δεν κάνουν
ποτέ απεργία
μικροί, ανάπηροι μισθοί αγορασμένοι με νεκρές
περηφάνειες
γνώση αβέβαιη, πληρωμένη μ’ όλη τη βέβαιη νειότη σου,
βρέχει νομίσματα, οι άνθρωποι τρέχουν σαν τρελλοί να τα
μαζέψουν
νομίσματα όλων των εποχών, ελληνικά, ρωμαϊκά, της Bαβυλώνας,
δολλάρια ασημένια
η βροχή είναι πυκνή, ανελέητη, πολλοί σκοτώνονται
πλανόδιοι έμποροι αγοράζουνε τα πτώματα ― θα χρειαστούν
μεθαύριο
σαν ανεξόφλητες αποδείξεις της «μεγάλης μας εποχής»,
κι αυτούς τους λίγους στίχους χρειάστηκε ένα ολόκληρο
θησαυροφυλάκιο πόνου, για να τους αποσπάσω
απ’ τη φιλάργυρη αιωνιότητα, σαν τοκογλύφοι οι μέρες μας
μάς κλέβουν τη ζωή, τί ζέστη, Θε μου, κι όμως βρέχει,
τί καιρός, μα δε θα μου τη σκάσετε εμένα, κύριοι,
είμαι ιδιοφυία στο είδος σας, πίστωση, χρέωση,
ο Pοκφέλλερ άρχισε
πουλώντας καρφίτσες. Θα χτίσω, λοιπόν, κι εγώ ένα μεγάλο
προστατευτικό σπίτι
με τις πέτρες που μου ρίξατε
σ’ όλη τη ζωή μου.»
(Τάσος Λειβαδίτης, Ποίηση 1950-1966 τ. 1ος, εκδ. Κέδρος)

Πες το με ποίηση (7ο): «Όσο πάει η αγάπη μας και λιγοστεύει…»…

 tz08d

 «…Μες στον καθρέφτη η αγάπη μας, πώς πάει και λιγοστεύει
μέσα στον ύπνο τα όνειρα, σκολειό της λησμονιάς
μέσα στα βάθη του καιρού, πώς η καρδιά στενεύει
και χάνεται στο λίκνισμα μιας ξένης αγκαλιάς…»

(Γ. Σεφέρης, απόσπασμα από τον «Ερωτικό λόγο»)

 33925

Τάσος Λειβαδίτης, «Οι τελευταίοι» (απόσπασμα)

 

«Τώρα τι απόμεινε απ’ το έρωτα; Δίπλα σου ζει μια ξένη,

που δε σε γνώρισε

κι ούτε τη γνώρισες ποτέ σου. Τα μαλλιά της γεράσανε

και πάνω στα ωχρά της χείλη

σαπίζουν αρχαία μακρόσυρτα φιλιά και παλιά ανοιξιάτικα

λόγια.

Ανάμεσά σας, σα μια μεγάλη ξενιτιά, έστεκε ο ανίκητος

χρόνος.»

 

Τάσος Λειβαδίτης, «Αναπότρεπτο»

 

«Όλα δείχναν πως είχε τελειώσει η αγάπη μας.

Τα χάδια μας ξυπνούσαν τώρα πιότερο την ανάμνηση

παρά το ίδιο μας το κορμί. Κι όμως δε θέλαμε να το πιστέ-

ψουμε,

επιμέναμε. Σκεπάζοντας ρωγμές του χρόνου

με όρκους, δάκρυα, ασέλγειες, κι άλλες τέτοιες υπέροχες

και μάταιες υπερβολές.

 

Μα όταν εκείνο το βράδυ σηκωθήκαμε και ντυθήκαμε σιωπηλοί

κι έφυγες χωρίς να σε σταματήσω ή να σε καλέσω πίσω

και το κρεβάτι έμεινε βουλιαγμένο κι άδειο, σαν ένας τάφος

που ζητάει το νεκρό του,

και βρέθηκες μονάχη στη μέση του δρόμου, κι εγώ καταμό-

ναχος στην άδεια παγωμένη κάμαρα,

έκλαψα – έκλαψα τότε ατέλειωτα,

καθώς είδα με τρόμο ξαφνικά, πόσο είχαμε σταθεί για πάντα

ξένοι.

(Τάσος Λειβαδίτης, Ποίηση, τ. 1ος, Κέδρος)

 _1_~1

Βύρων Λεοντάρης, «Η Μαρία στο παράθυρο» (απόσπασμα)

 

“Εγώ είμαι που είχα  πει: θα σ’ αγαπώ για πάντα.

Μα όσο περνούν τα χρόνια το για πάντα

όλο και τρέμει πιο πολύ σαν αναφιλητό

κι η αγάπη είναι μια λέξη που αποφεύγουμε

όπως τα μάτια αυτών που γύρισαν από εξορία – και που

θα ξαναπάν…»

(Βύρων Λεοντάρης, Ψυχοστασία, Ύψιλον/βιβλία)

  fasianos_-_eros_aggelos

Ελίζαμπεθ Τζέννιγκς, «Σαρξ μία»

 

«Τώρα δεν πλαγιάζουν μαζί, έχουν κρεβάτια χωριστά,

Μ’ ένα βιβλίο εκείνος, έχει το φως αναμμένο,

Σαν κορίτσι εκείνη τα νιάτα ονειροπολεί,

Όλοι είναι φευγάτοι- καινούρια περιστατικά

Θαρρείς πως καρτερούν:  το βιβλίο αφημένο,

Το βλέμμα της στην οροφή τους ίσκιους παρακολουθεί.

 

Σαν ναυάγια τους ξέβρασε κάποιο πάθος αλλοτινό,

Δίχως καν ένα άγγιγμα, πλαγιάζουν παγωμένοι,

Μα κι αν τυχόν αγγίζονται μοιάζει με ομολογία

Πως λίγη θέρμη απόμεινε, ή και πολύ, στους δυο.

Η αγνότητα, σαν προορισμός, τώρα τους απομένει

Που σ’ όλη τους τη ζωή στάθηκε σαν μια προετοιμασία.

 

Κι οι δυο παράξενα μακριά, κι όμως παράξενα κοντά,

Ανάμεσά τους η σιωπή τους συγκρατεί σαν νήμα

Χωρίς να τους τυλίγει. Κι ο χρόνος είναι ένα φτερό

Που τους αγγίζει ελαφρά. Το ξέρουν άραγε καλά

Πως γέρασαν αυτοί οι δυο, οι άμοιροι γονιοί μου

Πως η φωτιά τους πάγωσε, απ’ όπου βγήκα έναν καιρό;»

(Ξένη ποίηση του 20ου αιώνα, Μαρία Λαΐνά, Ελληνικά Γράμματα)

*(Ελίζαμπεθ Τζέννιγκς (1926-2001): Αμερικανίδα ποιήτρια. Γεννήθηκε στη Βοστώνη. Ανήκει στην ομάδα των πρώτων μεταπολεμικών ποιητών, που έγινε γνωστή με το όνομα «Το κίνημα.»)

 

Μιχάλης Γκανάς, «Προσωπικό» (απόσπασμα)

 «Επειδή η ζωή μας μοιάζει να φυραίνει
μέρα τη μέρα, δε θα πει πως η ζωή
δεν αξίζει τον κόπο.

 Επειδή σ’ αγάπησα και σ’ αγαπώ ακόμη
κι ας μην είναι όπως παλιά,
δε θα πει πως πέθανε η αγάπη,
κουράστηκε ίσως, σαν καθετί που ανασαίνει….»

Μ. Γκανάς, Γιάλυνα Γιάννενα, Καστανιώτης)

 

[Του κόσμου οι αδικητάδες] (από την «Αληθινή απολογία του Σωκράτη», του Κ. Βάρναλη)…

330498_varn1_485641732

Ο Κώστας Βάρναλης είναι περισσότερο γνωστός σαν ποιητής, αλλά εκτός από ποίηση έγραψε και πρόζα (πεζογραφία)… Όλο του το έργο, ποιητικό και πεζό,  διαπνέεται από τη φλογερή υπεράσπιση των φτωχών και αδικημένων ενάντια στους αδικητάδες όπου γης.

Παραθέτω εδώ ένα απόσπασμα από το γνωστό πεζογράφημα του Κώστα Βάρναλη, «Η αληθινή απολογία του Σωκράτη»:

[Του κόσμου οι αδικητάδες]:

(μιλάει ο Σωκράτης στο δικαστήριο) «… “Ουδείς εκών κακός” (κανείς κακός με τη θέλησή του). Αυτό όμως θα πει: μην τιμωρείτε του αδικητάδες, γιατί θα τους… αδικήσετε. Είναι αθώοι! Δεν ξέρουν ότι κάνουν κακό! Υπομονή! Άμα τους διδάξουμε τι  ‘ναι καλό και τι κακό, θα λείψουν από τον κόσμο κάκητα κι αδικεμός και θα βασιλέψ’ η καλοσύνη… Χρειάζονται σκολειά. Και τα σκολειά θα τα χτίζουν οι αδικητάδες. Ξέρετε γιατί; Καλό και δίκαιο και χρέος είναι μονάχα η σακούλα τους. Θα μαθαίνουνε λοιπόν οι ίδιοι στα παιδιά του λαού να μην αντιστέκονται στην αδικιά, όταν μεγαλώσουν.

Έτσ’ η φιλοσοφία μου στύλωσε το καθεστώς της ανισότητας, “το του κρείττονος συμφέρον”. Φυσικά δεν έπρεπε να με σκοτώσετε γι αυτό! Άμβωνας, Θρανίο, Εφημερίδα και Κλομπ θα δουλεύουν αδερφικά να χωρίζουνε τους πολίτες σε χορτάτους και σε κορόιδα και να ταιριάζουνε τα’ αταίριαστα με την “αρμονία των τάξεων”. Αυτηνής της αρμονίας στάθηκα πρώτος μαέστρος.  Κι ας με σκοτώνετε για άθεο. Τα δικά μου μαθήματα θα τα κάνουνε μεθαύριο θρησκεία τους οι Χριστιανοί. Θα με τιμήσουνε για προφήτη του Θεού τους και θα ζωγραφίσουνε τα μούτρα μου στις εκκλησιές τους με πλατύ χρυσοστέφανο γύρω στα τσουλούφια μου.» […]

βαρναλης

(μιλάει ο Σωκράτης) «… Θα πήγαινα, που λέτε, στους λαϊκούς μαχαλάδες της Αθήνας, στα βρομοχώρια της Αττικής από τις Κάβο Κολόνες ίσαμε τα Κούντουρα κι από την Κούλουρη ίσαμε το Καπαντρίτι. Θα κατέβαινα στα σκοτεινά χαμόσπιτα, γεμάτα κοριούς και χτίκιασμα, θα ‘μπαινα στα μικρομάγαζα της φτωχολογιάς, στα καρβουνιάρικα του λιμανιού, γεμάτα λέρα και μπόχα. Και θα ‘λεγα: “Λέφτεροι πολίτες! Αυτός ο τόπος, κι αν ακόμα βρισκότανε στη μακρινή Σκυθία, όπου σπάνια ξεμυτίζει ο ήλιος ανάμεσα από μαύρα σύννεφα και πάνω σ’ άλυωτα χιόνια, πάλε θα ‘τανε ο καλύτερος απ’ όλους, γιατί το θέλει η καρδιά σας. Είναι η πατρίδα. Δικιά σας η πατρίδα, μα τίποτα δικό σας μέσα σ’ αυτήνε: χωράφια και παλάτια, καράβια και χρήμα, Θεοί κ’ εξουσία, σκέψη και θέληση – όλα ξένα! Λιγοστοί σας έχετε τόσο μέρος, όσο να  τρυπώνετε ζωντανοί και να θάβεστε ζωντανοί, και τόση λεφτεριά, όσο να κάνετε τη φυσική σας ανάγκη στη ρεματιά, όταν δε σας βλέπει ο χωροφύλακας… Κι όταν βυθίζετε το μάτι σας πέρα στο γαλάζιο πέλαγος, όπου πάνε κι έρχονται καΐκια και φρεγάδες κουβαλώντας από το στόμα του Νείλου κι απ’ τον Κιμμέριο Βόσπορο κι από τις Ηράκλειες Στήλες σιτάρι, χάλκωμα, μετάξι και γυναίκες, περηφανεύεστε, πως είναι δικά σας, γιατί ‘ναι «εθνικά!». Και κανένας δε συλλογάται, πως όλα τ’ αγαθά μαζεύονται σε λίγα χέρια. Ατζέμηδες, Μοραΐτες, Θηβαίοι και Κορθιανοί σας σκοτώνουνε μια φορά οι ξένοι, με τα χέρια τ’ αδερφικά σας σφίγγουνε το καρύδι του λαρυγγιού σ’ όλη σας τη ζωή και σας δολοφονούνε κάθε μέρα. Όχι μονάχα τίποτα δικό σας γύρα, μα κι όλος ο εαυτός σας κ’ η ψυχή σας είναι δικά τους….

Θρακιώτες, Ασιάτες, Αφρικανοί και Σκύθες και Ρωμιοί! Οικέτες, θεράποντες, επιστάτες, παιδαγωγοί, τσογλάνια. Μαντινούτες του γυναικωνίτη κι άγιες πόρνες των Θεών και των ανθρώπων. Σκλάβοι δημόσιοι και σκλάβ’ ιδιωτικοί. Η ξετσίπωτη φιλοσοφία δασκαλεύει, πως είσαστε γεννημένοι σκλάβοι. Μα μήτε Θεοί μήτε κ’ η φύση διατάξανε το σπέρμα του πατέρα σας να σας γεννήσει τέτοιους. Η τύχη σας έκανε κ’ η συνήθεια σας αποτελείωσε. Είσαστε σκλάβοι εσείς για να ‘ναι ουλ’ οι αδικητάδες λέφτεροι. Σηκώστε το κεφάλι… Είσαστε το μεγάλο ψυχομέτρι. Νιώστε τη δύναμή σας κι ενωθείτε μ’ όλους τους αδικημένους. Να σηκώσετε μοναχά τα σφυριά, τα δρεπάνια, τα πελέκια, τα κρικέλια σας και θα γίνει κουρνιαχτός ολάκερ’ η δημοκρατία των «αρίστων». Να τους πάρετε τ’ αγαθά και να του βάνετε να δουλεύουν για να τρώνε” –“Και θα καθόμαστ’ εμείς”, θ’ απαντούσανε μερικοί μαθημένοι να σέρνονται σα ραγιάδες στην κοιλιά μπροστά στους δυνατούς και να ξεκοιλιάζουνε τους αδύνατους. – “Όχι”, θα φώναζα εγώ. “Θα δουλεύουνε κ’ αυτοί κ’ εσείς. Κοινή δουλειά, κοινά τα’ αγαθά κι η λεφτεριά…” – “Αμ τότες ας λείπει τέτοια λεφτεριά. Δε μας κάνει…” – “Μην πειράζεστε! Σαν έρτει κειν’ η ώρα, θα μπείτε στο δρόμο να γίνετε ανθρώποι, να λυτρώσετε θέλοντας και μη, το σώμα σας, την ψυχή σας και το πνέμα σας”…»

(Κ. Βάρναλης, Η αληθινή απολογία του Σωκράτη, Κέδρος)

 

«Δε δίνω λέξεις παρηγόρια

δίνω μαχαίρι σ’ ολουνούς

καθώς το μπήγω μες στο χώμα

γίνεται φως, γίνεται νους.

 

Άκου πώς παίρνουνε οι αγέρες

χιλιάδων χρόνων τη φωνή!

Μέσα στο λόγο το δικό μου

ολ’ η ανθρωπότητα πονεί.»

(Κ. Βάρναλης, Ποιητικά, Κέδρος)

 

*Διαβάστε «Ο Σωκράτης του Βάρναλη» εδώ…

Εμείς, οι αρχαίοι και η προγονοπληξία μας…

raphael-school-of-athens

«Προγονοπληξία και ψευδοκλασικισμός (δηλαδή τυπολατρεία), κυριάρχησαν μέχρι τούδε εις τας τάξεις των πνευματικών ιθυντόρων… Από την τοιαύτην προγονοπληξία και τον τοιούτον ψευδοκλασικισμόν, πρέπει να απαλλαγεί η παιδεία. Εις την λατρείαν και την καλλιέργειαν τοιούτων ιδανικών όσον περισσότερας ώρας παρέχεις, τόσον μεγαλυτέρας βλάβης γίνεσαι πρόξενος…».

Τα παραπάνω έγραφε ο διανοούμενος της κομμουνιστικής Αριστεράς, Δημήτρης Γληνός, το 1914, στο άρθρο του «Προγονοπληξία και Προγονολατρεία» που περιέχεται στο βιβλίο του «Ένας άταφος νεκρός» (Αθήνα, 1925).

Εν προκειμένω «Ο άταφος νεκρός» του Γληνού είναι η αρχαιοελληνική κληρονομιά την οποία έχουμε κάνει (εθνική) παντιέρα που την υψώνουμε υπερηφάνως εν παντί καιρώ και με κάθε ευκαιρία για να δηλώσουμε, καυσιολογώντας αμετροεπώς, την ένδοξη καταγωγή μας, επιχειρώντας έτσι να συγκαλύψουμε άρον άρον τη σύγχρονή μας πολιτισμική, ηθική, κοινωνική και πολιτική μας ένδεια παραπέμποντας στο ένδοξο παρελθόν των «προγόνων» μας, επειδή έτυχε να γεννηθούμε σε τούτο τον τόπο όπου αυτοί, 2.500 χρόνια πριν, μεγαλούργησαν.

Βάζω τη λέξη «πρόγονοι» σε εισαγωγικά, γιατί είναι αστειότητες το να μιλάμε για «εξ αίματος» καταγωγή από τους αρχαίους Έλληνες, καθώς σε τούτο τον τόπο στο διάβα των αιώνων πέρασαν φυλές και φυλές, εθνότητες κι εθνότητες, και «Κύριος οίδε» από που κρατάει η σκούφια του καθενός μας.

«Εμείς και οι αρχαίοι»… Εμείς και μια κληρονομιά που ώρες ώρες μας βαραίνει μέχρι συνθλίψεως και μας πείθει είτε πως δεν μπορούμε να πράξουμε τίποτα το καλό και το άξιο, αφού «αυτοί τα είπαν και τα έπραξαν όλα, κι όλα θαυμάσια», είτε πως δεν οφείλουμε να πράξουμε τίποτε, εφόσον έχουμε στη μοιραία κατοχή μας μια προίκα αμύθητη για να συντηρεί τη μακαριότητά μας, να μας φέρνει τουρίστες για να απολαμβάνουν τα ένδοξα μνημεία τους, να μας φέρνει μελέτες αλλογενών για τα μνημειώδη γραπτά τους, να μας φέρνει τους ξένους εσαεί χρεώστες και ταπεινούς προσκυνητές στο μεγαλείο τους, που εμείς οι σύγχρονοι Έλληνες εκλαμβάνουμε σαν καταδικό μας μεγαλείο. Κι ας μένουμε ενεοί μη μπορώντας να δώσουμε απάντηση στο εύλογο ερώτημα κάποιου ξένου: «Καλά, οι αρχαίοι “πρόγονοί” σας μεγαλούργησαν, εσείς οι σύγχρονοι “απόγονοί” τους, αν όχι κάτι το μεγαλειώδες, τι το άξιο λόγου δημιουργήσατε;».

«Εμείς και οι αρχαίοι»… Διχασμένο το βλέμμα μας, διχασμένα και τα αισθήματα, κι οι σκέψεις βραχυκυκλωμένες ή και διχαστικές, όταν διατυπώνονται με  την αυταρέσκεια του δογματίζοντος θυμού. Αγαπάμε τους αρχαίους αλλά η αγάπη μας αυτή όλο και πιο σπάνια ωριμάζει μέσα στη γνώση, απλώς την κληρονομούμε και αυτήν, σαν ένα σχήμα, σαν ένα σταθερό στοιχείο του περιβάλλοντός μας, όπως η θάλασσα ή ο πάλαι ποτέ αττικός ουρανός, ή σαν ένα χρέος ανάμεσα σε τόσα άλλα.

Κι αν μετρήσει κανείς πόσοι είναι, και πόσο επικίνδυνοι, οι ωμοί έμποροι αυτής της αγάπης, καθώς και οι παραχαράκτες  και οι μυθολόγοι της, αν μετρήσει πόσε φορές η «ευγενής καταγωγή» έγινε άθλιο ιδεολόγημα στο άναρθρο στόμα και στα βίαια χέρια αυταρχικότατων, αντιδημοκρατικών καθεστώτων, αν μετρήσει πόσα ανομήματα, αστοχίες και υπερβολές αθωώνουμε με το άλλοθι των γονιδίων, αν μετρήσει πόσες εκδοχές του εθνικισμού στρέβλωσαν, καταφαύλισαν και στραγγάλισαν τον αρχαίο λόγο για να αναζητήσουμε εκεί τη νομιμοποίηση του παράφορου μεγαλοϊδεατισμού, του φαιού σωβινισμού τους (κλέβοντας μισή φράση εδώ, νοθεύοντας αγρίως μια άλλη παρακάτω ή παριστάνοντας σαν αυθεντική μιαν αποδεδειγμένα κίβδηλη, ώστε να βολευτούν τα σχηματάκια που έχει προκατασκευάσει το παραλήρημά τους), καταλήγει να σκεφτεί και να πιστέψει ότι ο πλούτος που μας κληρώθηκε δεν είναι πάντοτε και μόνο ευλογία αλλά και κατάρα, σαν ένα φως που μας τυφλώνει, σαν μια σειρήνα που μας παίρνει τα μυαλά και μας καταποντίζει, ενόσω εμείς αποκοιμιόμαστε στον ίσκιο της ψευδαίσθησής μας ότι απολαμβάνουμε την αίγλη των «προγόνων» μας.

Με ιδεολογικοποιημένη μονοτονία κι άφρονα προγονοπληξία, εξάγουμε το μεγαλείο της αρχαιότητας και στηρίζουμε στη φήμη της την ψευδαίσθηση της εθνικής μας καταξίωσης συμπεριφερόμενοι ωσάν όλοι οι λαοί της γης να μας χρωστάνε, κι όλα τα σχέδιά μας για να προσελκύσουμε τουρίστες, κι άλλους τουρίστες, θεωρούμε όμως αδιανόητο και απολίτιστο το δικαίωμα των ξένων να διαμαρτύρονται με επιστολές στις εφημερίδες της πατρίδας τους για την κατάντια των μουσείων μας και γενικότερα των αρχαιολογικών χώρων, αλλ’ εμείς έχουμε και πάλι εύκολη την απάντηση, ξεσπαθώνοντας για άλλη μια φορά εναντίον των ανθελλήνων που έχουν ψωμοτύρι τις εις βάρος μας συνωμοσίες.

Ακόμα κι αν δηλώνουμε αποκλειστικοί ιδιοκτήτες και διαχειριστές της αρχαιότητας, η στοιχειώδης εντιμότητα επιβάλλει να μη λησμονούμε ότι τη μισή- τουλάχιστον- γνώση των αρχαίων την οφείλουμε και θα την οφείλουμε για πάντα σε μη Έλληνες, το μόχθο των οποίων καρπωνόμαστε, συχνά μάλιστα χωρίς την παραμικρή ευχαριστήρια αναφορά. Αλλά και την αγάπη των αρχαίων τη χρωστάμε εν πολλοίς στους ξένους, καθώς αυτοί τους αγαπούσαν τα χρόνια που εδώ τα πλάκωνε η σκλαβιά, όταν ελάχιστοι εδώ μνημόνευαν την αρχαιότητα, τη μελετούσαν και αυτοαναγνωρίζονταν σ’ αυτήν και στο όνομα «Έλλην».

Post Navigation