Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (13ο): «ΧΕΡΙΑ»…

prova_a%20prendermi_acrilico_su_tela_80x80

«Τα χέρια είναι η προέκταση της ψυχής»…..

 

-Αργύρης Χιόνης, «Χέρια»

  

“Οι άνθρωποι το πιο συχνά
δεν ξέρουν τι να κάνουνε τα χέρια τους
Τα δίνουν – τάχα χαιρετώντας – σ’ άλλους
Τ’ αφήνουνε να κρέμονται σαν αποφύσεις άνευρες
Ή – το χειρότερο – τα ρίχνουνε στις τσέπες τους
και τα ξεχνούνε
Στο μεταξύ ένα σωρό κορμιά μένουν αχάιδευτα
Ένα σωρό ποιήματα άγραφα”
(Από τη συλλογή Λεκτικά τοπία, 1983)

 2011_40541_89643

-Robert Desnos: «Χέρια»

 

“Χέρι μαυρισμένο απ’ το μελάνι του θλιβερού μαθητή
Χέρι κόκκινο πάνω στον τοίχο απ’ την κάμαρα του εγκλήματος
Χέρι χλωμό της πεθαμένης
Χέρια που βαστούν ένα μαχαίρι ή ένα ρεβόλβερ.
Χέρια ανοιχτά
Χέρια κλειστά
Χέρια τιποτένια που βαστούν έναν κοντυλοφόρο
Ω χέρι μου εσύ επίσης εσύ επίσης
Χέρι μου με τις γραμμές σου κι’ όμως έτσι είναι
Γιατί να σπιλώσω τις μυστηριώδεις γραμμές σου
Γιατί; καλύτερα οι χειροπέδες καλύτερα να σ’ ακρωτηριάσω καλύτερα καλύτερα
Γράψε γράψε γιατί γράφεις ένα γράμμα σ’ εκείνη
κι’ αυτό το βέβηλο μέσο είν’ ένα μέσο να την αγγίξεις

Χέρια που απλώνονται χέρια που προσφέρονται

Υπάρχει μήπως ένα ειλικρινές χέρι αναμεσά τους

Α! δεν τολμώ πια να σφίξω τα χέρια

Χέρια που λένε ψέματα χέρια λιγόψυχα που τα μισώ

Χέρια που ομολογούν και που τρέμουν όταν

Κοιτάζω τα μάτια…

Χέρια χέρια όλο τα χέρια

Ένας άνθρωπος πνίγεται ένα χέρι βγαίνει απ’ τα κύματα

Ένας άνθρωπος φεύγει ένα χέρι κουνιέται

Ένα χέρι συσπάται μια καρδιά υποφέρει

Ένα χέρι σφίγγεται ω θείος θυμός

Ένα χέρι ακόμα ένα χέρι

Ένα χέρι πάνω στον ώμο μου

Ποιος είναι;

Είσαι συ επιτέλους

Είναι πολύ σκοτεινά! τι σκοτάδια!

Δεν ξέρω πια τίνος είναι τα χέρια

Τι θέλουν

Τι λένε

Τα χέρια μας ξεγελούν

Θυμούμαι ακόμα λευκά χέρια μες στο σκοτάδι

Απλωμένα πάνω σ’ ένα τραπέζι, μέσα στην προσμονή

Θυμούμαι χέρια που τ’ αγκάλιασμά τους μου ήταν αγαπητό

Και πια δεν ξέρω

Υπάρχουν πολλοί προδότες πολλοί ψεύτες

Α! ακόμα και το χέρι μου που γράφει

Ένα μαχαίρι! Ένα όπλο! Ένα εργαλείο!

Όλα εκτός απ’ το γράψιμο

Αίμα αίμα

Υπομονή η μέρα αυτή θ’ ανατείλει.”

(μτφ. Tάκης Βαρβιτσιώτης)

(Ανθολογία γαλλικής ποίησης- από τον Μπωντλαίρ ως τις μέρες μας, Καστανιώτης)

 2396125369_98729893ae - Αντίγραφο - Αντίγραφο

-Οκτάβιο Παζ, «Ψηλαφώντας»

 

“Τα χέρια μου

το τέμπλο του είναι σου ανοίγουν

μ’ άλλην γυμνότητα σε ντύνουν

ανακαλύπτουνε τα δώματα του σώματός σου

τα χέρια μου

άλλο κορμί σκαρώνουν στο κορμί σου.”

(Οκτάβιο Παζ, Η πέτρα του ήλιου, Ίκαρος)

 Council-have-started-prov-007 - Αντίγραφο - Αντίγραφο

-Μιχάλης Γκανάς, «Τα χέρια»

 

“Κοιτάζει τα χέρια της. Πώς έγιναν έτσι; Πού βρέθηκαν τόσες φλέβες, τόσες ελιές και σημάδια, τόσες ρυτίδες στα χέρια της;

Εβδομήντα χρόνια τα κουβαλάει μαζί της και ποτέ δεν γύρισε να τα κοιτάξει. Ούτε τότε που ήταν χλωρά, ούτε που μέστωσαν, ούτε που μαράθηκαν, ώσπου ξεράθηκαν.

Όλα αυτά τα χρόνια η έγνοια της ήταν αλλού, όχι στα χέρια της: μην κοπεί, μην καεί, μην τρυπηθεί, μην το παρακάνει το βράδυ με τον άντρα της –όποτε τύχαινε, μια στις τόσες– κι ακούσει πάλι τα λόγια του, καρφί στην καρδιά της “πού τα ‘μαθες αυτά μω γυναίκα;”
Κοιτάζει τα χέρια της σαν να τα βλέπει πρώτη φορά. Ξένα της φαίνονται, καθώς κάθονται άνεργα πάνω στη μαύρη ποδιά της, σαν προσφυγάκια. Έτσι της έρχεται να τα χαϊδέψει.

Και τι δεν τράβηξαν αυτά τα χεράκια, στα κρύα και στα λιοπύρια, στη φωτιά, στα νερά, στα χώματα, στα κάτουρα και στα σκατά. Πέντε χρόνια κατάκοιτη η πεθερά της, αλύχτησε ώσπου να της βγει η ψυχή.

Κοιτάζει πάλι τα χέρια της. Τι θα τα κάνει; Να τα κρύψει κάτω από την ποδιά της να μην τα βλέπει, να τα χώσει στην περούκα της διπλανής, που κοιμάται με το κεφάλι γουλί, να τα βάλει στις μάλλινες κάλτσες που της έφερε ο γιος της μόλις του ‘πε ότι κρυώνει εδώ στο γηροκομείο που την έριξε η μοίρα της; Τόσα χρόνια δεν γύρισε να τα κοιτάξει και τώρα δεν μπορεί να πάρει τα μάτια της από πάνω τους. Κι όταν δεν τα κοιτάει ή κάνει πως δεν τα κοιτάει, την κοιτάνε αυτά.

Άνεργα χέρια, τι περιμένεις, αφού δεν έχουν δουλειά κάθονται και κοιτάνε. Δεν είναι που κοιτάνε, άσ’ τα να κοιτάνε, είναι που κοιτάνε σαν να θέλουνε κάτι. Ξέρει τι θέλουν: να τα χαϊδέψει.
Δεν θα τους κάνει τη χάρη. Ντρέπεται, γριά γυναίκα, να χαϊδεύεται στα καλά καθούμενα.
Τα κοιτάζει κλεφτά και βλέπει μια σκουριά από καφέ στο δεξί. Σηκώνεται και πάει στο μπάνιο, πιάνει το μοσχοσάπουνο και πλένει τα χέρια της. Τα πλένει, τα ξαναπλένει, δεν λέει ν’ αφήσει το σαπούνι, της αρέσει έτσι που γλιστρούν απαλά, το ένα μέσα στο άλλο, “κοίτα”, λέει, “που μ’ έβαλαν να τα χαϊδέψω θέλοντας και μη, τα σκασμένα” και γελάει από μέσα της που δεν την κοιτάνε τώρα όπως πριν, χαμένα μέσα στους αφρούς και τα χάδια, σαν να ‘χουν κλείσει τα μάτια, μην τους πάει σαπούνι και τα πάρουν τα δάκρυα.”

(Από το βιβλίο “Γυναικών – μικρές και πολύ μικρές ιστορίες, εκδ. Μελάνι”)

 

«2013, έτος Καβάφη»: Τέσσερα ποιήματα για τον Καβάφη (Λειβαδίτης, Ρίτσος, Καρούζος, Εγγονόπουλος)…

935747_3051534143995_725073875_n Τιμώντας τον παγκόσμιο ποιητή μας, επιλέγω να δημοσιεύσω εδώ, όχι κάποιο ποίημα του Καβάφη, του οποίου τα περισσότερα είναι άλλωστε γνωστά, αλλά τέσσερα ποιήματα που γράφτηκαν γι αυτόν από τους μεγάλους μας ποιητές: Λειβαδίτη, Ρίτσο, Καρούζο και Εγγονόπουλο…

Προσωπογραφία του Καβάφη διά χειρός Νίκου Εγγονόπουλου.

Προσωπογραφία του Καβάφη διά χειρός Νίκου Εγγονόπουλου.

-Τάσος Λειβαδίτης, «ΚΑΒΑΦΗΣ»

“Νύχτες ακόλαστες, πιοτά, σφοδρά συμπλέγματα, γιγάντιες

σα θόλοι ναού, ηδονές. Κι άγνωστες, πέρ’ από κάθε πρόσχημα,

τραχιές, σα νίκες, αμαρτίες.

Και το πρωί επέστρεφε μόνος κι εξαντλημένος κι ώριμος

κομίζοντας, σα μια καινούργια αγνότητα, το νέο αμαρτωλό του

ποίημα.”

 

-Ο Γιάννης Ρίτσος έγραψε «12 ποιήματα για τον Καβάφη»… Το πρώτο απ’ αυτά είναι:
«Ο ΧΩΡΟΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ»

“Το μαύρο, σκαλιστό γραφείο, τα  δυο ασημένια κηροπήγια,
η κόκκινη πίπα του. Κάθεται, αόρατος σχεδόν, στην πολυθρόνα,
έχοντας πάντα το παράθυρο στη ράχη του. Πίσω από τα
  γυαλιά του,
πελώρια και περίσκεπτα, παρατηρεί τον συνομιλητή του,
στ’ άπλετο φως, αυτός κρυμμένος μες στις λέξεις του,
μέσα στην ιστορία, σε πρόσωπα δικά του, απόμακρα, άτρωτα,
παγιδεύοντας την προσοχή των άλλων στις λεπτές ανταύγειες
ενός σαπφείρου που φορεί στο δάχτυλό του, κι όλος έτοιμος
γεύεται τις εκφράσεις τους, την ώρα που οι ανόητοι έφηβοι
υγραίνουν με τη γλώσσα τους θαυμαστικά τα χείλη τους.
  Κι εκείνος
πανούργος, αδηφάγος, σαρκικός, ο μέγας αναμάρτητος,
ανάμεσα στο ναι και στο όχι, στην επιθυμία και τη μετάνοια,
σαν ζυγαριά στο χέρι του θεού ταλαντεύεται ολόκληρος,
ενώ το φως του παραθύρου πίσω απ’ το κεφάλι του
τοποθετεί ένα στέφανο συγγνώμης κι αγιοσύνης.
«Αν άφεση δεν είναι η ποίηση, –ψιθύρισε μόνος του–
τότε, από πουθενά μην περιμένουμε έλεος».”

 

-Νίκος Καρούζος, «Non multa sed multum»

(ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΚΙ ΑΝΥΨΩΣΗ ΤΟΥ ΚΑΒΑΦΗ)

 

“Κανένας παλαιότερος τόσο σημερινός στη ρωμιοσύνη,
τη γλώσσα τη χειραγώγησε στην ύπνωση
της ακέραιης φλόγας οπού μάταια
σηκώνει των σκοταδιώνε τα καπάκια,
τη γλώσσα του την πήρε δώθε-κείθε και την έκανε
μια σύριγγα για ενδοφλέβιο τραγούδι
καταναλίσκοντας αργά τους δύσκολους
ενιαυτούς των ελληνίδων λέξεων
αποστηθίζοντας ολάκερο το θάνατο
σε δέκα-δεκαπέντε στίχους
μ’ εκείνη τη μαβιά φωτιά στα μάτια του Φερνάζη
με εκλεκτή συγκίνηση με ιδεώδη λάθη
με χάρισμα χαρούμενο στα ερειπωμένα βάθη.
Τι είναι όμως που κομίζει τα ποιήματα
τι είναι που με δαύτα επωάζει την άβυσσο;
Φεγγάρι μου στη σκοτεινιά ζεστό βυζί της νύχτας
τι είναι – λέγε μου εσύ – τα θάλλοντα ποιήματα;
Μην είναι τα ασημοφώτιστα οστά της Ειμαρμένης;”

 

-Εγγονόπουλος Nίκος, «Σύντομος Βιογραφία του Ποιητού Kωνσταντίνου Kαβάφη (και του καθενός μας – άλλωστε)»

 

…δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
K. KABAΦH H πόλις

νταλγκαδιασμένος και βαρύς
γυρνάει τα στενορρύμια
της πολιτείας της άχαρης
που τρώει τα σωθικά του

σ’ αυτήν εδώ γεννήθηκε
σ’ αυτή θε ν’ αποθάνη
εδώ πίκρες τον πότισαν κρουνηδόν

εδώ τον βασανίσαν
μόνος του
πίστεψε – φορές –
πως τη χαράν ευρήκε σπανίως

κάποτε θέλησε κι’ αυτός
κάπου μακρυά να φύγη
μα εκατέβη στο γιαλό
και δεν είχε καράβι

(από το “Στην Kοιλάδα με τους Pοδώνες”, Ίκαρος 1992)

Η γλώσσα της εξουσίας και ο έλεγχος της σκέψης…

 2wgy5ht

«Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΙΡΗΝΗ
Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΕΙΝΑΙ ΣΚΛΑΒΙΑ
Η ΑΓΝΟΙΑ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΜΗ»
(τα τρία συνθήματα του Κόμματος,
γραμμένα με κομψά γράμματα,
στην πυραμίδα του Υπουργείου Αλήθειας)
(Τζορτζ Οργουελ, «1984»)

 Το φαινόμενο δεν είναι τυχαίο. Η κυβέρνηση στηρίζεται αποκλειστικά στην εικονική πραγματικότητα που έχουν δημιουργήσει τα μέσα ενημέρωσης: ότι, δηλαδή, η κατάσταση βελτιώνεται, τη στιγμή που το σύστημα καταρρέει. Όπως στον Όργουελ, η διάλυση του κράτους ονομάζεται «μεταρρυθμίσεις», οι υπό απόλυση δημόσιοι υπάλληλοι «επίορκοι», ο υπουργός Ανεργίας «Εργασίας», το άλλα αντ’ άλλων νομοσχέδιο «πολυνομοσχέδιο», ο Δένδιας «υπουργός προστασίας του Πολίτη» και δεν συμμαζεύεται. Σε αυτό το σύστημα όπου όλα στηρίζονται στην εικόνα και την επικοινωνία, γιατί οι δηλώσεις να μην έχουν μεγαλύτερη αξία από τη Βουλή, το υπουργικό συμβούλιο ή τη σοβαρότητα και το ουσιαστικό έργο που θα έπρεπε να παράγει μια κυβέρνηση;

“Και την ειωθείαν αξίωσιν των ονομάτων ες τα έργα αντήλλαξαν τη δικαιώσι”, γράφει ο Θουκυδίδης στο Γ 82-83 των Ιστοριών του, στο περίφημο “κεφάλαιο” της “παθολογίας του πολέμου”, μιλώντας για τη διαστροφή των εννοιών. Ελεύθερα, θα το αποδίδαμε κάπως έτσι: “Και τη συνηθισμένη σημασία των λέξεων την άλλαξαν καταπώς τους βόλευε”. Και συνεχίζει ο μεγάλος ιστορικός: “Οι περισσότεροι άνθρωποι επροτίμων να είναι αχρείοι και να ονομάζονται επιτήδειοι, παρά να είναι χρηστοί και να λέγονται ευήθεις […] Αιτία όλων αυτών ήτο η δίψα της εξουσίας, την οποία γεννά η πλεονεξία, η φιλαρχία και το φατριαστικό πνεύμα» (σε μετάφραση Ελευθερίου Βενιζέλου).

Προφητικός, από 2.500 χιλιάδες χρόνια πριν, ο Θουκυδίδης… Και σήμερα ο σκληρός νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός ονομάζεται «ανάπτυξη», το διεθνές κύκλωμα των κερδοσκόπων «αγορές», οι ληστο-τραπεζίτες αποκαλούνται «εταίροι» και «συνεργάτες», η απροσχημάτιστη επιτροπεία ολόκληρων κρατών ονομάζεται «επιτήρηση», οι εργαζόμενοι «απασχολήσιμοι», η ανεργία «εφεδρεία», η απόλυση «αποχώρηση ή διαθεσιμότητα»…

Ένας νέος γλωσσικός κώδικας που επιβάλλεται «ανεπαισθήτως» μεν αλλά συστηματικά… Κι εύκολα ένας υποψιασμένος παρατηρητής μπορεί να διαπιστώσει την προϊούσα συστηματική επιβολή νέων λέξεων με στόχο την «απάλυνση» ή και την πλήρη διαστροφή του νοήματος των λέξεων που γνωρίζαμε και χρησιμοποιούσαμε ως τώρα…

Η “Νεογλώσσα” είναι εδώ… Και σίγουρα μια απόλυτη επιβολή της είναι ό, τι χειρότερο μπορεί να συμβεί. Οι άνθρωποι θα μετατραπούν σε δούλους, έχοντας την ψευδαίσθηση ότι είναι ελεύθεροι…

Γράφει ο Τζορτζ Όργουελ στο «1984» σχετικά με τον έλεγχο της σκέψης, καθώς το «σύστημα» αποσκοπεί στη μη σκέψη μέσω της καταστροφής των λέξεων και την καθιέρωση της Νέας Ομιλίας:

«Δίνουμε στη γλώσσα την τελική της μορφή, τη μορφή που θα έχει όταν κανείς δε θα μιλάει άλλη γλώσσα. Όταν τελειώσουμε, οι άνθρωποι σαν εσένα θα πρέπει να τη μάθουν απ’ αρχής. Πιστεύεις, φαντάζομαι, ότι η κύρια δουλειά μας είναι να εφεύρουμε νέες λέξεις. Αλλά δε συμβαίνει καθόλου κάτι τέτοιο! Καταστρέφουμε λέξεις – εικοσάδες, εκατοντάδες κάθε μέρα. Πετσοκόβουμε τη γλώσσα ως το κόκαλο». Και σε κάποιο άλλο σημείο: «Δε βλέπεις ότι ο σκοπός της Νέας Ομιλίας είναι να στενέψει τα όρια της σκέψης; Στο τέλος θα κάνουμε κυριολεκτικά αδύνατο το έγκλημα της σκέψης, γιατί δε θα υπάρχουν λέξεις για να το εκφράσει κανείς. Κάθε γενική έννοια που μπορεί ποτέ να εκφραστεί θα καλύπτεται με μια μόνο λέξη, που το νόημά της θα είναι αυστηρά καθορισμένο και όλες οι παραπλήσιες έννοιές της θα έχουν εκλείψει και ξεχαστεί. Η Παλαιά Ομιλία θα εκτοπιστεί μια για πάντα και θα έσπαζε και ο τελευταίος κρίκος με το παρελθόν».

Στην Ελλάδα της κρίσης, ολόκληρη η γλώσσα μοιάζει να έχει μπει σε εισαγωγικά, η «Νέα Ομιλία», κατά τον Όργουελ, επικρατεί… Μια εγκληματική συμμορία, όπως η Χρυσή Αυγή, ονομάζεται πολιτικό κόμμα, το μαχαίρωμα μεταναστών ονομάζεται δεξιός ακτιβισμός, άνθρωποι βαφτίζονται λαθραίοι. Τα βασανιστήρια στη ΓΑΔΑ και σε αστυνομικά τμήματα ονομάζονται σωφρονισμός. Το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη απάγει πολίτες στις Σκουριές. Οροθετικές γυναίκες ονομάζονται υγειονομική βόμβα. Αντί να περιθάλπονται και να μεταφέρονται σε νοσηλευτικά ιδρύματα, διαπομπεύονται με την αμέριστη συμπαράσταση των πάντα ευαίσθητων ΜΜΕ, πετιούνται σε κελιά με πλημμυρισμένες τουαλέτες, ποντίκια, γάτες και ανύπαρκτες συνθήκες καθαριότητας (αλήθεια, ποιες λέξεις θα αποκαταστήσουν στο ελάχιστο αυτές τις γυναίκες τώρα που αθωώθηκαν παμψηφεί μετά από μήνες κράτησης; Αλλά ξέχασα, οι λέξεις για τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης και τις μνημονιακές κυβερνήσεις, σε περιπτώσεις σαν τη συγκεκριμένη, χρησιμοποιούνται αποκλειστικά ως εργαλεία διασυρμού). Στην Ελλάδα των μνημονίων, το θύμα περιγράφεται ως βασικός υπεύθυνος για την κατάστασή του, ως ένοχος και ως θύτης. Η καταδίκη βαφτίζεται ευλογία.

 

Πες το με ποίηση (12ο): «Θεός»…

img1_80

«Τι Θεός, τι μη Θεός και τι αναμεσό τους;» (Γ. Σεφέρης)

 «Πάτερ υμών ο εν τοις ουρανοίς/ στον ουρανό κανείς» (Ν. Καρούζος)

 

1. Μπέρτολντ Μπρεχτ, «Ύμνος στο Θεό»

“Βαθιά στις σκοτεινές κοιλάδες πεθαίνουνε οι πεινασμένοι.

Αλλά εσύ τους δείχνεις το ψωμί, και τους αφήνεις να πεθάνουν.

Εσύ έχεις θρονιαστεί αιώνιος κι αόρατος

κι αστράφτεις ανελέητος πάνω απ’ το αιώνιο Σχέδιό σου.

Άφησες να πεθάνουν οι νέοι και οι χαροκόποι

μα αυτούς που θέλαν να πεθάνουν, δεν τους άφησες…

πολλοί από κείνους τώρα έχουν σαπίσει

πιστεύανε σε σένα, και πεθάναν γεμάτοι εμπιστοσύνη.

Άφησες τους φτωχούς φτωχοί να μείνουν χρόνια και χρόνια

γιατί ήτανε οι πόθοι τους πιο όμορφοι απ’ τον Παράδεισό σου.

Πεθάνανε, αλίμονο, πριν δουν το φως σου

πεθάνανε μακάριοι, όμως – και σαπίσαν παρευθύς.

Λένε πολλοί πως δεν υπάρχεις και τόσο το καλύτερο.

Μα πώς μπορεί να μην υπάρχει αυτό που μπορεί έτσι να

ξεγελά;

Αφού τόσοι και τόσοι ζούνε από σένα και δεν μπορούν χωρίς

εσένα να πεθάνουν –

πες μου, τι σημασία έχει – τα’ ότι δεν υπάρχεις;”

(Μπ. Μπρεχτ, Ποιήματα, μτφ. Μάριος Πλωρίτης, Θεμέλιο)

 vinci

2. Τάσος Λειβαδίτης, «Το υπόγειο»

“Αν άρχιζε ο Θεός μια μέρα να μετράει όσα έφτιαξε,

άστρα, πουλιά, σπόρους, βροχές, μητέρες, λόφους,

θα τέλειωνε ίσως κάποτε. Εγώ κάθομαι εδώ ολομόναχος,

μέσα σε τούτο το υπόγειο, έξω βρέχει,

και μετράω τα σφάλματα που έκανα, τις μάχες που έδωσα,

τις δίψες, τις παραχωρήσεις,

μετράω τις κακίες μου, κάποτε θαυμαστές, τις καλοσύ-

νες μου

συχνά επηρμένες, μετράω, μετράω, δίχως ποτέ μου να τε-

λειώνω – α εσείς, εσείς ταπεινώσεις, αλτήρες της ψυχής μου,

βαθύ, θρεπτικό ψωμί, αιώνιε πόνε μου,

όλη η δροσιά του μέλλοντος τραγουδάει μες στις κλειδώ-

σεις μου

την ίδια ώρα που μου στρίβει το λαρύγγι η πείνα χιλιάδων

φτωχών προγόνων,

κι ω ήττες, συντρόφισσές μου, που μέσα σε μια στιγμή

με λυτρώσατε απ’ τους αιώνιους φόβους της ήττας.

Είμαι κι εγώ ένας Θεός μες στο δικό του σύμπαν, σε τούτο

το υγρό υπόγειο, έξω βρέχει,

ένα σύμπαν ανεξιχνίαστο κι ανεξάντλητο κι απρόβλεπτο,

ένας Θεός καθόλου αθάνατος,

γι αυτό και τρέμοντας από έρωτα για κάθε συγκλονιστική

κι ανεπανάληπτη στιγμή του.”

(Τάσος Λειβαδίτης, Ποίηση, τ. I, Κέδρος)

 

3. Ζακ Πρεβέρ, «PATER NOSTER» (Πάτερ υμών)

“Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς

Μείνε εκεί

Κι εμείς θα μείνουμε στη γη

που κάπου-κάπου είναι όμορφη

Με τα μυστήρια της Νέας Υόρκης

Και μετά με τα μυστήρια των Παρισίων

Που είναι αντάξια αυτών της Τρινιτέ

Με το μικρό της κανάλι του Ουρκ

Το μεγάλο Κινέζικο τείχος της

Τη ριβείρα της του Μορλαί

Τις αταξίες της του Καμπαί

Με τον Ειρηνικό Ωκεανό της

Και τις δυο λιμνούλες της του Κεραμεικού

Με τα καλά παιδιά και τα κακά

υποκείμενά της

Με όλα τα θαύματα του κόσμου

Που είναι εδώ

Απλά πάνω στη γη

Προσφορά σε όλον τον κόσμο

Διακορπισμένα

Αυτοθαυμαζόμενα που είναι

τέτοια θαύματα

Και που δεν τολμα να το ομοληγήσει

Όπως μια ωραία κόρη που δεν τολμά

να δείξει τη γύμνια της

Με τα φοβερά δεινά

του κόσμου

Που είναι λεγεώνες

Με τους λεγεωνάριούς τους

Με τους βασανιστές τους

Με τους κυρίαρχους του κόσμου

Με τις εποχές

Με τα χρόνια

Με τις ωραίες κόρες και τους γερο-μαλάκες

Με το άχυρο της αθλιότητας που σαπίζουν

μέσα στο ατσάλι των κανονιών.”

 

4. … Χάρις Αλεξίου: «Θεός αν είναι»…

«Μονόδρομος η αναστολή της απεργίας των καθηγητών μέσα στις Πανελλαδικές εξετάσεις»….

Sam Beni Kouvel xounta

«Μεγάλωσαν τα γένια μας η ψυχή μας αλλιώτεψε
αγριεμένο το σκυλί γαβγίζει τη φωνή του
βοήθα καλέ μου μη φαγωθούμε μεταξύ μας…» (Κ.Μ.Μύρης)…

Και να που ξέσπασε μια «εμφύλια διαμάχη»… Διαβάζω διάφορα επικριτικά έως και υβριστικά για την πρόταση αναστολής της απεργίας των καθηγητών από το Δ.Σ. της ΟΛΜΕ…

Κι εγώ μ’ όλη μου την καρδιά ήμουν υπέρ της απεργίας των συναδέλφων καθηγητών, όμως η (ψυχρή) λογική μου «κλωτσούσε», καθώς έβλεπα το πλήρες αδιέξοδο στο οποίο οδηγούνταν οι εξελίξεις και ότι τελικά μια απεργία με (το πολύ ευαίσθητο) επίδικο «απεργία μέσα στις Πανελλαδικές εξετάσεις» θα οδηγούσε αναμφισβήτητα το συνδικαλιστικό κίνημα των καθηγητών σε μια ακραία σύγκρουση μ’ ολόκληρη την κοινωνία… Και σ’ αυτή την περίπτωση δε θα έβγαιναν χαμένοι μόνο οι καθηγητές αλλά θα είχε υποστεί και μια βαριά ήττα ολόκληρο το συνδικαλιστικό κίνημα.

Ας δούμε όμως τα δεδομένα της εξέλιξης της σύγκρουσης κυβέρνησης – καθηγητών με τη δέουσα ψυχραιμία κι ας βγάλουμε τα συμπεράσματά μας:

1. Το Δ.Σ. της ΟΛΜΕ έκανε το σοβαρό λάθος να κάνει «σημαία» του την απεργία μέσα στις Πανελλαδικές εξετάσεις, όταν γνώριζε καλά ότι οι αδίστακτοι της τρικομματικής συγκυβέρνησης και τα μιντιακά παπαγαλάκια τους, θα έκαναν ξεσαλώνοντας επαίσχυντο «παιχνίδι» παίζοντας με την αγωνία εκατοντάδων χιλιάδων γονιών και μαθητών!

Με δεδομένη την απόφαση για επιστράτευση των καθηγητών θα έπρεπε κατά τη γνώμη μου το Δ.Σ. της ΟΛΜΕ να αναδιπλωθεί, να προτείνει την αναστολή της απεργίας, οπότε και με το κεφάλι ψηλά, λόγω της επιστράτευσης, θα επέστρεφαν στα σχολεία και ταυτόχρονα θα μπορούσε να αξιοποιήσει το όπλο της απεργίας προκηρύσσοντάς την με τη λήξη των εξετάσεων αρνούμενοι να διορθώσουν και να βαθμολογήσουν τα γραπτά των μαθητών.

Σ’ αυτή την περίπτωση η ΟΛΜΕ θα κατάφερνε και την κυβέρνηση να πιέσει ασφυκτικά, αλλά κυρίως να έχει με το μέρος της το μεγαλύτερο κομμάτι της κοινωνίας, καθώς αναγνωρίζεται το δίκαιο των αιτημάτων των εκπαιδευτικών και με τη συμμετοχή στη διεξαγωγή των εξετάσεων θα αφόπλιζε τα κυβερνητικά και μιντιακά καθίκια και θα απόδειχνε στην κοινωνία ποιοι είναι οι πραγματικοί υπεύθυνοι για τα χάλια της εκπαίδευσης και της διάλυσης του δημόσιου σχολείου.

2. Όσοι «καταριούνται» σήμερα το Δ.Σ. της ΟΛΜΕ για «ξεπούλημα» και εμμένουν στην πρόταση για απεργία μέσα στις εξετάσεις οφείλουν να δώσουν κάποιες πειστικές απαντήσεις στο εξής σοβαρό δεδομένο: Ναι μεν οι πρόεδροι των τοπικών ΕΛΜΕ είναι απλά οι «ταχυδρόμοι» των αποφάσεων των Γενικών Συνελεύσεων στις οποίες οι καθηγητές αποφάσισαν νομότυπα (υπήρχε δηλαδή απαρτία, αφού συμμετείχε το 1/3 των μελών) με ποσοστά γύρω στο 90% υπέρ της απεργίας, αλλά η συμμετοχή, μεγαλύτερη βέβαια από άλλες φορές, δεν ήταν αυτό που λέμε «μαζική», αφού κυμάνθηκε περίπου στο 25%. Φέρνω για παράδειγμα τη Γ.Σ. της ΕΛΜΕ Μαγνησίας στην οποία σε σύνολο 1.800 καθηγητών συμμετείχαν στη λήψη της απόφασης με ποσοστό 92% μόνο 500 καθηγητές, που σημαίνει ότι πάνω από 70%, δηλαδή 1.200 καθηγητές  απείχαν από τις διαδικασίες!

Ε, λοιπόν μ’ ένα τέτοιο ισχνό ποσοστό συμμετοχής στις Γ.Σ.  δεν μπορείς να πας σε μετωπική σύγκρουση με το κυβερνητικό και μιντιακό κατεστημένο και κυρίως με την κοινωνία.

Να λάβουμε όμως σοβαρά υπόψη και το γεγονός ότι και αυτοί που συμμετείχαν στις Γ.Σ. ψήφισαν μαζικά υπέρ της απεργίας γνωρίζοντας ήδη ότι είναι «επιστρατευμένοι» και ως εκ τούτου η απεργία δεν επρόκειτο να γίνει καθώς οι εξετάσεις θα γίνονταν έτσι ή αλλιώς!

Επιδείχνει δηλαδή μια «ανέξοδη επαναστατικότητα» από τους «υπέρ της απεργίας» γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι απεργία δε θα γίνει!

3. Δυστυχώς το απεργιακό μέτωπο δεν κατέστη δυνατόν να διευρυνθεί, καθώς οι ξεπουλημένες ηγεσίες της ΑΔΕΔΥ και της ΓΕΣΕΕ υπονόμευσαν τον αγώνα των καθηγητών.

Και χωρίς την ολόθερμη στήριξη της ΑΔΕΔΥ και της ΓΕΣΕΕ δεν μπορείς να προχωρήσεις σε μια απεργία με επίδικο τις Πανελλαδικές εξετάσεις που άμεσα ή έμμεσα αφορά ολόκληρη την κοινωνία.

xounta-500x393

4. Δυστυχώς η Αριστερά και σ΄αυτή την τόσο σημαντική στιγμή για το συνδικαλιστικό κίνημα εμφανίστηκε και πάλι διασπασμένη, καθώς το ΠΑΜΕ καθηγητών, η συνδικαλιστική παράταξη του ΚΚΕ, είχε λάβει ευθύς εξαρχής θέση κατά της απεργίας μέσα στις Πανελλαδικές εξετάσεις.

Επιπροσθέτως ν’ αναφέρω ότι ο ΣΥΡΙΖΑ (το κόμμα εννοώ) δεν υποστήριξε ξεκάθαρα την πρόταση για απεργία, και δικαιολογημένα κατά τη γνώμη μου, αφού αναλογίστηκε ή μέτρησε το πολιτικό κόστος από την έκθεσή του στην κοινωνία, καθώς στη συντριπτική της πλειοψηφίας αυτή ήταν κατά της απεργίας ή έστω είχε σοβαρότατες επιφυλάξεις.

5.  Ήταν εκ των προτέρων σίγουρο ότι τα συνδικαλιστικά στελέχη της ΔΑΚΕ και της ΠΑΣΚ, παρά την αξιοπρεπή στάση του προέδρου της ΟΛΜΕ, ο οποίος και διαγράφτηκε από το κόμμα της Ν.Δ., δε θα άντεχαν στην αφόρητη πίεση από τα κόμματά τους και κάποια στιγμή θα υποχωρούσαν, όπως κι έγινε… Και άντε μετά να πας σε μια τόσο σημαντική απεργία με μόνους υποστηρικτές της τα στελέχη της Αυτόνομης Παρέμβασης (συνδικαλιστική παράταξη που πρόσκειται στο ΣΥΡΙΖΑ) και των Ριζοσπαστικών Παρεμβάσεων (αριστεριστές)… Είναι βέβαιο  ότι «θα φας τα μούτρα σου»!

6. Οι ανίκανοι και γελοίοι της κυβέρνησης που ενδύθηκαν τη στολή του «συνταγματάρχη» και νομίζουν πως κυβερνούν, ας μην επαίρονται και ας μην βαυκαλίζονται ότι πέτυχαν «μεγαλειώδη νίκη» κατά των καθηγητών. Το πολιτικό κόστος για την τρικολόρε συγκυβέρνηση είναι μεγάλο. Ήρθε σε ακραία αντιπαράθεση μ’ όλον τον εκπαιδευτικό κόσμο και η κοινωνία κατάλαβε την κουτοπονηριά της να ενεργοποιήσει το σχετικό προεδρικό διάταγμα λίγες μέρες πριν τις Πανελλαδικές εξετάσεις  για να φέρει αντιμέτωπους τους καθηγητές με την κοινωνία… Η όλη «ιστορία» θα της γυρίσει μπούμερανγκ και την κουτοπονηριά της, τον ακραίο αυταρχισμό που επέδειξε επιβάλλοντας για άλλη μια φορά την επιστράτευση και τη διάλυση του δημόσιου σχολείου που επιχειρείται θα τα πληρώσει ακριβά!

7. Τέλος, δεν ξέρω αν χάθηκε μια μάχη, αλλά ο πόλεμος σίγουρα δε χάθηκε. Οι συνάδελφοι καθηγητές αλλά και όλοι οι εκπαιδευτικοί έχουν το χρόνο να ανασυντάξουν τις δυνάμεις τους και μονοιασμένοι, με καλή οργάνωση και δυναμικά να κηρύξουν την απεργία με το τέλος των Πανελλαδικών εξετάσεων!… Και τότε είναι βέβαιο ότι θα έχουν και την ολόθερμη συμπαράσταση ολόκληρης της κοινωνίας!… «Ιδού η Ρόδος ιδού και το πήδημα»!

Ας αφήσουμε λοιπόν στην άκρη τις στείρες αντιπαραθέσεις, αλληλοϋπονομεύσεις, αντιμαχίες και «εμφύλιες» διαμάχες… Σε τούτες τις δύσκολες ώρες η ενότητα και η ομοθυμία είναι το κρίσιμο ζητούμενο!

«Να σε κυβερνούν σημαίνει…»….

0 bandiera_rossa

Αναρχικός δεν είμαι, αλλά ένας από τους «πατριάρχες» του αναρχισμού, ο Προυντόν περιγράφει παρακάτω «τι σημαίνει να σε κυβερνούν» ωσάν να είχε στο νου του τη σημερινή Ελλάδα των «συνταγματαρχών της επιστράτευσης»:

«Να σε κυβερνούν σημαίνει πως σε κάθε διαπραγμάτευση σου, σε κάθε σου κίνηση, είσαι σημειωμένος, εγγεγραμμένος,

Pierre Joseph Proudhon

Pierre Joseph Proudhon

απογραμμένος, φορολογημένος, διατιμημένος, σφραγισμένος, μετρημένος, αριθμημένος, αξιολογημένος, αδειοδοτημένος, εξουσιοδοτημένος, προειδοποιημένος, περιορισμένος, αναμορφωμένος, διορθωμένος, τιμωρημένος. Σημαίνει πως υπό το πρόσχημα της κοινής ωφέλειας και στο όνομα του κοινού συμφέροντος υποχρεώνεσαι να εκπαιδεύεσαι, να εκμεταλλεύεσαι, να εξαγοράζεσαι, να μονοπωλείσαι, να κομματιάζεσαι, να τσακίζεσαι, να ληστεύεσαι· και τότε, με την παραμικρή αντίσταση, με την ελάχιστη διαμαρτυρία, σε περιορίζουν, σε περιφρονούν, σου βάζουν πρόστιμο, σε στριμώχνουν, σε καταγράφουν, σε καταχρώνται, σε ξυλοφορτώνουν, σε αφοπλίζουν, σε πνίγουν, σε φυλακίζουν, σε δικάζουν, σε καταδικάζουν, σε πυροβολούν, σε απελαύνουν, σε θυσιάζουν, σε πουλάνε, σε προδίδουν και, σα να μην έφταναν όλα αυτά, στο τέλος σε βγάζουν τρελό, σε χλευάζουν, σε περιγελούν και σε εξευτελίζουν.

Αυτό σημαίνει να σε κυβερνούν, αυτή είναι η δικαιοσύνη και η ηθική της διακυβέρνησης.»

(P.J. Proudhon, 1851)

(Βιογραφικό: Ο Πιερ Ζοζέφ Προυντόν (Pierre Josef Prοudhon) (Μπεζανσόν, 15 Ιανουαρίου 1809- Παρίσι, 19 Ιανουαρίου 1865) ήταν Γάλλος πολιτικός, μουτουαλιστής φιλόσοφος και σοσιαλιστής. Ήταν μέλος του γαλλικού κοινοβουλίου, και ήταν ο πρώτος που αυτοχαρακτηρίστηκε αναρχικός. Θεωρείται από τους σημαντικότερους αναρχικούς συγγραφείς και οργανωτές.)

 3crzo8p

-Νίκος Καρούζος, «Κιθάρισμα για την αναρχία»:

 

“Τρυφερότητα ή όχι τα τόσο ανυπεράσπιστα οράματα της ανεξουσίαστης

μήπω- τοπίας (ενδεχομένως και ξάστερης ουτοπίας) που μοιάζουν

με πληγωμένα χαράματα, θεραπεύουν την αναφυλαξία της ατομικότητας,

διδάσκουν το βλέμμα, τινάζουν στον αέρα την πλήξη των τριών διαστάσεων

εντοπίζοντας τη θέληση στο σύνολο που κομματιάζεται και συναρμολογιέται

σαν ένα ποδήλατο, ελικόπτερο ή αεροπλάνο (θα εξαιρέσουμε μονάχα

την απεγνωσμένη  οπτασία του Μαξ Στίρνερ). Το γεγονός πως ανάφερα

μηχανήματα τρεχούμενα δεν είναι τυχαίο. Η αναρχία τρέχει, δοξάζει την κίνηση, κατορθώνει την  ακινησία του σύμπαντος που διαπιστώνεται με αρίφνητες κινήσεις.

Πρόκειται για μαγική εικόνα. Η αναρχία θέλει να κάνει και το ανθρώπινο σύνολο

μια τέτοια μαγική εικόνα. Η κυτταρική αντίληψη της ατομικότητας συνδυασμένη στ’ αδιάκοπα κινητικά της πεπρωμένα με ένα σώμα που κάθεται στην καρέκλα δίχως

καθόλου να κινείται. Στύση αρμονίας του μερικού με το γενικό. Κάθαρση από κάθε αντιδικία του μέρους και του όλου. Θέωση (απ’ το ρήμα θέω) του φυσικού μέσα στον άνθρωπο.”

(Ν. Καρούζος, Τα ποιήματα, τ. Β’, Ίκαρος)

Στης ιστορίας τα γυρίσματα: «Είμαστε ο σπόρος που πεθαίνει… και αναγεννιέται»…

9772

«Εφάρμοσε εις την πνευματική μορφή την ιστορία του φυτού το οποίον αρχινάει από το σπόρο που γυρίζει εις αυτόν, αφού περιέλθη, ως βαθμούς ξετυλιγμού, όλες τες φυτικές μορφές, δηλαδή τη ρίζα, τον κορμό, τ’ άνθη και τους καρπούς».

Με τέτοιους  στοχασμούς καθοδηγεί την έμπνευσή του, στην εισαγωγή των κορυφαίων Ελεύθερων Πολιορκημένων, ο Διονύσιος Σολωμός- ο «εθνικός», καθώς ευκολυνόμαστε να λέμε, ποιητής μας, έστω κι αν πάνε χρόνια που έχουμε πιστέψει ότι ο «Ύμνος» του εξαντλείται στις δυο πρώτες στροφές. Ο σπόρος που ριζώνει, υψώνεται, θάλλει, καρπίζει, τρέφει, κι ύστερα γίνεται πάλι σπόρος, πάλι ρίζα, πάλι καρπός. Πάλι; Πόσο φυσικός, πόσο εν ισχύι μπορεί να θεωρηθεί αυτός ο ζωτικός κύκλος αν ιδωθεί όχι πια στο περιβάλλον της τέχνης αλλά της ιστορίας που έζησε τούτη η χώρα, η ίδια πάνω – κάτω χώρα που αιμοδότησε τη σολωμική τέχνη; Πόσο άνθησε, ας πούμε, και ποιους καρπούς απέδωσε ο σπόρος της ελευθερίας, που συνήθως τον θυμόμαστε στις εθνικές γιορτές και στα σχετικά «τυποποιημένα» διαγγέλματα;

Μεσολάβησαν πολλά έκτοτε, όπως και πάλι στην τέχνη θα μπορούσαμε να τα δούμε, αποτυπωμένα με αποκαρδιωτική ενάργεια. Μεσολάβησαν, ας πούμε οι Σκλάβοι Πολιορκημένοι, του Κώστα Βάρναλη, όπου ο θάνατος έχει πάψει να είναι η μήτρα της ζωής και η πτώση είναι βύθος κακό και όχι το φυσιολογικό μισό της βεβαίως επερχόμενης ανόδου, αφού «Βαθιά στο χώμα, οργιές πολλές, μονάχα κρύα σκουλήκια». Μεσολάβησε η αγιοποίηση του Μακρυγιάννη, η οποία παγίδευσε την ανάγνωσή του (προσανατολίζοντάς την προς τη λογοτεχνικότητά του και όχι προς την ιστορικότητά του), αν κιόλας δεν την απέτρεψε. Μεσολάβησε η πίκρα του Κώστα Καρυωτάκη μετουσιωμένη στην ειρωνεία των προς Ανδρέα Κάλβο στίχων του: «Ίππους δεν επιβαίνουσι,/ αμή την εξουσίαν/ και του λαού τον τραχηλον,/ ιδού, μάχονται οι ήρωες/ μέσα εις τα ντάνσιγκ». Για να φτάσουμε τελικά ακόμα και στην ελαφρόκαρδη παραποίηση του «Ύμνου εις την ελευθερίαν» από τους οπαδούς ομάδων ποδοσφαίρου και του μπάσκετ, και να ξαναγραφτεί έτσι η ιστορία σαν παρωδία. Αλλά για να καταλήξουμε στο λειψό αίσθημα που αποκαλύπτουν τέτοιας λογής δια κωμωδήσεις, δούλεψε επί δεκαετίες η λειψή γνώση της ιστορίας, της νεότερης συμπεριλαμβανομένης, όπως π.χ. του Εικοσιένα, η οποία εξακολουθεί να υπομένει την παραμορφωτική στρέβλη της εξιδανίκευσης, της ηρωλογίας που βασίζεται στα «καλολογικά στοιχεία» και ποτέ στην κρίση, αλλά και της παραγραφής των «άτυχων περιστατικών» που δε χωρούν στα σχήματα της εξαγιαστικής απλούστευσης.

Το αχώριστο δίδυμο ζωής και θανάτου, όπως παραμυθητικά απεικονίζεται με την πορεία του σπόρου και τους κύκλους που γράφουν οι αλλεπάλληλες αν- μορφώσεις του, είναι ένα μοτίβο της τέχνης κληροδοτημένο από το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο και την περικοπή «εάν μη ο κόκκος του σίτου πεσών εις την γην αποθάνη, αυτός μόνος μένει, εάν δε αποθάνη, πολύν καρπόν φέρει».

Στη θρησκεία, η διά κύκλων σύλληψη και ανάγνωση της πορείας των ανθρώπινων διατηρεί τον αισιόδοξο χαρακτήρα της και αυτόν προτείνει προς εγκαρδίωση. Στη φιλοσοφία, η κατά Τζιαμπατίστα Βίκο τρίβαθμη πορεία της ιστορίας μέσα από τον αέναα επαναλαμβανόμενο κύκλο της (θεία εποχή – ηρωική – ανθρώπινη: από τον εκπεσμό στην ανάσταση κ.ο.κ.), οχυρωμένη στην καταγραφική ουδετερότητά της, δεν υπακούει στη βελτιοδοξία που εμπνέει τη μαρξιστική «σπειροειδή εξέλιξη».

Στη λογοτεχνία, η αισιοδοξία και η απαισιοδοξία μοιράζονται το λόγο, ακόμη και στον ίδιο ποιητή: Ο Γιώργος Σεφέρης, το 1955, με τον Σολωμό και τον Ιωάννη στη μνήμη και με την Κύπρο στην αίσθηση, γράφει στο «Ημερολόγιο Καταστρώματος, Γ’»:

«Έτσι προχώρεσα στο σκοτεινό μονοπάτι

κι έστριψα στο περιβόλι μου κι έσκαψα κι έθαψα το καλάμι

και πάλι ψιθύρισα: “Θα γίνει η ανάσταση μιαν αυγή,

πώς λάμπουν την άνοιξη τα δέντρα θα ροδαμίσει του όρθρου η

μαρμαρυγή,

θα ξαναγίνει το πέλαγο και πάλι το κύμα θα τινάξει την

Αφροδίτη,

είμαστε ο σπόρος που πεθαίνει”. Και μπήκα στ’ αδειανό μου σπίτι.»

Δέκα κι ένα στυφά χρόνια αργότερα. Το 1966, κλείνει τα «Τρία κρυφά ποιήματα» καλώντας τα παιδιά «να μαζέψουν τη στάχτη και να τη σπείρουν». Τη στάχτη πια… Διότι, πλέον, το δίκιο της φύσης δεν επιβάλλεται αυτονοήτως και ομαλά, ντετερμινιστικά δηλαδή, παρά χρειάζεται να συντρέξει κι ο πόνος του νου και η δαπάνη της καρδιάς, για να υπάρξουν ελπίδες ότι δε μαράθηκε οριστικά ο σπόρος. Αλλά ο νους αυτός και η καρδιά παραμένουν προς εύρεσιν.

 

Πες το με ποίηση (11ο): «Γιορτή της μητέρας (Μάης 2013)»…

Mother_child_720

1. Μπέρτολντ Μπρεχτ, «Τραγούδι για τη μητέρα μου»

 

“Τη μορφή της δεν τη θυμάμαι πια πώς ήταν πριν οι πόνοι της

αρχίσουν. Αποκαμωμένη, ανασήκωνε τα μαύρα τα μαλλιά της

απ’ το ξεσαρκωμένο μέτωπό της – το βλέπω ακόμα κείνο το

χέρι να σαλεύει.

 

Χειμώνες είκοσι τη φοβερίσαν, τα βάσανά της δεν είχαν σω-

σμό, κι ο θάνατος ντρεπόταν σαν τη ζύγωνε. Και τότε πέθανε, και

το κορμί της ήτανε σαν παιδιού κορμί.

 

Στο δάσος είχε μεγαλώσει.

 

Πέθανε ανάμεσα σε πρόσωπα που ‘χαν τραχύνει βλέποντάς

την τόσο καιρό να ξεψυχάει. Τη συγχωρέσαμε που έτσι βα-

σανίστηκε, μα κείνη είχε χαθεί ανάμεσα στα πρόσωπά μας, προτού

να σβήσει ολότελα.

 

Τόσοι και τόσοι μας αφήνουνε, χωρίς να τους κρατήσουμε.

Έχουμε πει το καθετί, τίποτα πια δεν έχει απομείνει ανάμεσα σε

μας κι εκείνους, σκληραίνουνε τα πρόσωπά μας σαν χωρίζουμε.

Κι όμως, το πιο σπουδαίο δεν το είπαμε, τόσο αναμασούσαμε τ’

ασήμαντα.

 

Ω, γιατί τα πιο σπουδαία να μην τα πούμε, ήτανε τόσο εύκολο,

και τώρα θα κολαστούμε για τη σιωπή μας. Εύκολες ήταν λέξεις, 

σφίγγονταν πίσω από τα δόντια μας. Καθώς γελούσαμε έπεσαν,

και τώρα το λαιμό μας πνίγουν.

 

Το δείλι, χτες, πρωτομαγιά, πέθανε η μητέρα μου! Και δε

μπορώ, από τη γη να τήνε ξεριζώσω με τα νύχια μου!”

Mother,Child,ReliefSculpture,SoldierField,Chicago

2. Μπέρτολντ Μπρεχτ, «Στη μητέρα μου»

 

“Κι όταν έσβησε, την αποθέσανε στη γη.

Άνθη φυτρώνουν, πεταλούδες παιχνιδίζουν πάνωθέ της…

Ήτανε τόσο ελαφριά που μόλις βάραινε το χώμα.

Πόσος πόνος χρειάστηκε για να την κάνει τόσο ανάλαφρη!”

(Μπ. Μπρεχτ, Ποιήματα, μτφ. Μάριος Πλωρίτης, Θεμέλιο)

c160206manousakis_biodig_9_1_m

3. Σεργκέη Γεσένιν, «Γράμμα στη μητέρα μου»

 

“Ακόμα ζεις, καλή μου εσύ, γριά μου μητέρα,

να μαι, λοιπόν… σε χαιρετώ από καρδιάς.

Πάνω απ’ τη στέγη σου να λάμπει κάθε εσπέρα

η χρυσαφένια εκείνη αχτίνα της σπλαχνιάς.

 

Μου γράφουν, λέει, πως μου πικραίνεσαι, – έλα, πες το,

 για με σαράκι την καρδιά σου ροκανά.

Με το παλιό, ξεθωριασμένο σου ζακέτο

έξω στη στράτα βγαίνεις, λέει, συχνά πυκνά.

 

Μες στο σκοτάδι μοναχή σου, λένε μου ότι

καυγάδες σκέφτεσαι, φωνές στα καπηλειά,

ότι καρφώνουν στην καρδιά κάποιου προδότη

μακρύ μαχαίρι με λεπίδα θαλασσιά.

 

Τίποτα τέτοιο… Μη μου σκας. Γαλήνια κοίμου.

Ένας κακός βραχνάς μονάχα ειν’ αυτό,

λες νάχω γίνει τόσο μέθυσος, καλή μου,

που να πεθάνω δίχως νάρθω να σε δω;

 

Όχι, μητέρα, ίδια στοργή με δένει ακόμα

και σαν γιατρειά μου, όλο ονειρεύομαι ναρθώ

στο πατρικό, το χαμηλό, παλιό μας δώμα

να σ’ ανταμώσω όσο πιο γρήγορα μπορώ.

 

Όταν θ’ ανθίσουνε στον κήπο μας, κει πέρα,

αλαφροσάλευτα κλωνάρια εαρινά,

θα ξαναρθώ. Μα να προσέχεις πια, μητέρα,

μη με ξυπνάς τόσο νωρίς τα πρωινά.

 

Για ό, τι ανεκπλήρωτο έχει μείνει, ας είναι ειρήνη,

ειρήνη στα όνειρα που χάθηκαν, αλοί.

Τώρα, μητέρα, μοναχά τη λησμοσύνη

ζητάει ο γιος σου που απελπίστη νέος πολύ.

 

Κι ω, μη ζητήσεις να μου μάθεις τώρα πάλι

την προσευχή που δε χωράει μου στην καρδιά,

φέγγος για μένα και βοήθεια δεν ειν’ άλλη

εξόν, μητέρα, απ’ τη δικιά σου τη ματιά.

 

Αυτά, λοιπόν, κι απ’ την καρδιά σου πέταξέ τον

τον κρύφιο σάρακα για με, που σε πονά,

με το παλιό σου το ίδιο εκείνο το ζακέτο

έξω στη στράτα μην πετιέσαι έτσι συχνά.”

(Σεργκέη Γεσένιν, Ποιήματα, μτφ. Γ. Ρίτσος, Κέδρος)

 

*Παλιότερες αναρτήσεις μου για την «Ημέρα της μητέρας»:

1. «Για τις μάνες που έφυγαν», εδώ…

2. «[Μητέρα…], Γιάννης Ρίτσος – “Η μάνα μου”, Νίκος Καζαντζάκη», εδώ…

3. «Ημέρα της μάνας (Μάης 2012)»: Ελύτης, Ρ. Μ. Ρίλκε, Σικελιανός», εδώ…

4. «Το φετινό (Μάης 2011) αφιέρωμα στη «Μέρα της μάνας»: Γ. Ρίτσος,[Η μητέρα μου]- Λ. Παπαδόπουλος, «Η μάνα μου»- Μ. Γκανάς, «Νοσοκομείο Ερυθρού Σταυρού»- Μελισσάνθη, «Η μπαλάντα της μάνας», εδώ…

 

*Ας κλείσουμε μ’ ένα αγαπημένο τραγούδι με την Τάνια Τσανακλίδου: «Γερνάω μαμά»:

Κικής Δημουλά ξενοφοβικών συνέχεια…

Σήκω πάνω, βρε βρομιάρη, να καθίσει η ποιήτρια!

Σήκω πάνω, βρε βρομιάρη, να καθίσει η ποιήτρια!

Διαβάζω, κυρίως στο διαδίκτυο, διάφορα κείμενα υποστήριξης της Κικής Δημουλά, που εγκαλούν με οργή όσους έκριναν και κατέκριναν την ποιήτρια για τις γνωστές ξενοφοβικές και ρατσιστικές δηλώσεις της σ’ εκδήλωση στην Κυψέλη…

Ένα μάλιστα απ’ αυτά τα κείμενα που διακινείται ευρέως έχει το τίτλο: «Κάτω τα χέρια από τη Δημουλά»!… Μα ποια είναι η κυρία Δημουλά! Αγία είναι και πρέπει να την «προσκυνούμε»!!!… Έχει κάποια (ιδιότυπη) ασυλία η ποιήτρια που (μας) απαγορεύει την όποια κριτική στο πρόσωπό της!…

Εντάξει, κανένας δεν ισχυρίστηκε πως είναι συνειδητά ρατσίστρια, αλλά «χρησιμοποίησε δημόσια μια γλώσσα που στιγματίζει μετανάστες την οποία η «Χρυσή Αυγή», δραττόμενη της ευκαιρίας,  θεωρεί «δικαίωση των θέσεων» της για το μεταναστευτικό….

Αυτός είναι ο κίνδυνος της κοινοτοπίας του ρατσιστικού λόγου για την οποία έγραψε η Άννα Δαμιανίδη, και που όταν εκφέρεται δημόσια από μια «αναγνωρισμένη» ποιήτρια οι κάθε μισαλλόδοξοι, ξενόφοβοι και ρατσιστές νιώθουν δικαιωμένοι: «Ορίστε, τα λέει και η Δημουλά!»….

Και ο γνωστός αρθρογράφος και λογοτέχνης Γιατρομανωλάκης, που χρόνια κι αυτός σιτίζεται από το δημόσιο διεφθαρμένο «Κυβερνείο», απαιτεί χωρίς αιδώ στο «ΒΗΜΑ»:

«Τη διαγραφή της Άννας Δαμιανίδη από την ΕΣΗΕΑ απαιτεί ο Γιατομανωλάκης υπερασπιζόμενος τη Δημουλά! Την κατηγορεί ότι διέστρεψε τα όσα είπε η ακαδημαϊκός -και ψηφοφόρος κάθε νέου υποψήφιου για έδρα στο ευαγές ίδρυμα) – και που προφανέστατα αυτός δεν κατάλαβε ή δεν θέλησε να καταλάβει. Ελπίζω να διαβάσει τους χουντικούς που σχολιάζουν το αρθρίδιό του στο Βήμα.»!

…Αλλά, επί της ποιήσεως τώρα:

-«Τα ποιήματα δεν είναι για απαγγελία μηδέ για πώληση

αλλά για αυτοπυρπόληση» (Βύρων Λεοντάρης)

-«Καταριέμαι την ποίηση που περνά τον εαυτό της για πολυτέλεια,

πολιτιστικό στολίδι των ουδέτερων

εκείνων που νίπτουν τα χέρια τους και απέχουν για να ξεφύγουν.

Καταριέμαι την ποίηση εκείνων που δε συμμετέχουν

μέχρι να βρομίσουν ολάκεροι» (Γκαμπριέλ Θελάγια)

-«Ποίηση, μια διαρκής επανάσταση υπάρξεως, εκείνος ο εαυτός μου δεν κοιμάται ποτέ» (Γ. Σαραντάρης)

-«Και ποτέ στ’ αλήθεια δε μάθαμε τι είναι τα ποιήματα/ είναι σπαράγματα, είναι ομοιώματα/ φενάκη/ φρεναπάτη/ φρενάρισμα ίσως/ ταραχώδη κύματα/ ειν’ εκδορές/, απλά γδαρσίματα, είναι σκαψίματα/ είναι ιώδιο; Είναι φάρμακα; Είναι γάζες, επίδεσμοι;/Πολλά τα βαλσαμώνουν ως μηνύματα/ εγώ τα λέω ενθύμια φρίκης»  (Νίκος Καρούζος)….

Η ποίηση της Δημουλά πόρω απέχει από τα παραπάνω, η ποίησή της δεν αφυπνίζει αλλά αποκοιμίζει, δεν διεγείρει και δεν εξεγείρει, δεν οδηγεί στο στοχασμό αλλά στον (προσωπικό) εφησυχασμό λειτουργώντας σαν ηρεμιστικό ψυχοτρόπο, η ποίησή της δεν «κατεβαίνει στους δρόμους» αλλά «κουβεντιάζεται» με την ανάλογη ελαφρότητα στα μικροαστικά σαλόνια φτιασιδωμένων κυριών…

Τέλος πάντων, δε θέλω να συνεχίσω, ο καθείς κάνει τις ποιητικές του επιλογές… Για μένα, παραφράζοντας ένα στίχο του Βύρωνα Λεοντάρη: «Χαμένη υπόθεση η ποιήτρια Κική Δημουλά».

……………………………

945946_177112785780487_1031353728_n

*Παραθέτω και δυο σχετικά κείμενα που «ψάρεψα» στο διαδίκτυο:

 1. «Ο Φαήλος Κρανιδιώτης απαγγέλλει Κική Δημουλά»…

Βρε, τι τους έμελλε να πάθουν στα καλά καθούμενα δεξιοί άνθρωποι! Από προχθές που η Κική Δημουλά έκανε τις γνωστές δηλώσεις για τους μετανάστες, έχουνε πέσει με τα μούτρα και διαβάζουνε ποίηση. Σκέψου τώρα να είσαι δεξιούρα ανεξίτηλη, ντουβάρι πετροίσκιωτο πάππου προς πάππου και να αναγκάζεσαι αίφνης να διαβάσεις «μία κυρία εξέχει στη βροχή μόνη / πάνω σ’ ένα ακυβέρνητο μπαλκόνι / κι είναι η βροχή σαν οίκτος / κι είναι η κυρία αυτή/ σαν ράγισμα στη γυάλινη βροχή». Ή «ο φόβος. / Όνομα ουσιαστικόν / στην αρχή ενικός αριθμός και μετά / πληθυντικός». Είναι σαν να πετάς στον Σούπερμαν κρυπτονίτη, στον Πάγκαλο γιαούρτι με χαμηλά λιπαρά. Είπαμε, κυβερνάμε μαζί με τη ΔΗΜ.ΑΡ. αλλά μην το παραξεφτιλίσουμε κιόλας.

Από προχθές αναζητώ μανιωδώς τις επιπτώσεις της αιφνίδιας ανάγνωσης ποιημάτων, μέχρι στα επείγοντα των νοσοκομείων έφτασα. Ο Φαήλος Κρανιδιώτης, πάντως, παρέμεινε ίδιος κι απαράλλαχτος: «Καλά, πιείτε τα χάπια σας τώρα και μια σόδα, για να χωνέψετε τις αλήθειες που σας έτριψε στη μούρη η κ. Δημουλά και περαστικά», τουτέστιν, είδατε, ρε κουφάλες, σας τα λέει και η ποιήτρια, ποιήτρια δεν είναι αυτή, ρε Μουρούτη; Ίδιος παρέμεινε και ο Νικήτας Κακλαμάνης: «Μόνο όσοι δεν έχουν διαβάσει ποιήματα της κ. Κικής Δημουλά κατέληξαν στο ‘φοβερό’ συμπέρασμα ότι ‘αφού δεν είναι αριστερή σίγουρα είναι ρατσίστρια’… Ντροπή σας». Η μισή ντροπή δική μας και η άλλη μισή στην Κίνα βρίσκεται, μαζί με τον Σαμαρά που πουλάει τη δημόσια περιουσία. Παρεμπιπτόντως, κ. Κακλαμάνη, να διαβάσετε απαξάπαντος το «τη νύχτα αυτή / τη λέτε εσείς φωτιά / εγώ τη λέω δέντρο», μπορεί και να σας αφορά.

Έχουνε την πλάκα τους όλα αυτά. Έχει πλάκα το πάθος με το οποίο αρπάζεται το σύστημα από δηλώσεις πνευματικών ανθρώπων για να δικαιολογήσει τα ανόσια έργα του. Δεν είναι η πρώτη φορά που η κ. Δημουλά δίνει τροφή στους κρατούντες, είχε προηγηθεί η κοινή παρέμβαση των 32 τον Ιούνιο του 2011, όταν το Μνημόνιο ήταν ακόμη στα σπάργανα. Τότε η Δημουλά, ο Σαββόπουλος, ο Φασιανός, ο Στουρνάρας, ναι ο δικός μας Στουρνάρας, φώναζαν στην κυβέρνηση «Τολμήστε!». «Τους καλούμε όλους να αλλάξουν νοοτροπία, να παραμερίσουν τις ιδιοτέλειες, τις προσχηματικές αντιμαχίες, εσωκομματικές και εξωκομματικές, τους υπολογισμούς τους». Οι κυβερνώντες τόλμησαν, η τόλμη τους έφερε την καταστροφή των ανθρώπων κι ούτε ένας από τους 32 δεν βγήκε να ζητήσει συγγνώμη, να πει λάθος κάναμε, δεν καταλάβαμε. Εκτός κι αν δεν έκαναν λάθος, εκτός κι αν είχαν καταλάβει.

«Κρυφά και φανερά σ’ ακολουθούνε / οι συμμορίες κι οι βασανιστές / και ψάχνουν μέρα – νύχτα να σε βρούνε / μα δεν υπάρχει δρόμος να διαβούνε / γιατί ποτέ δεν ήταν ποιητές / το χώμα που πατούν να προσκυνούνε» (Μάνος Ελευθερίου, «Η δίκοπη ζωή»).

(Του Γιώργου Ανανδρανιστάκη, από τη χθεσινή Αυγή)

 

2. «Το παγκάκι που βρυχάται»…

Λιγόστεψαν τα παγκάκια για τους ερωτευμένους και τους ονειροπόλους ποιητές σε αυτή την πόλη. Δεν βρίσκουν τόπο να σταθούν οι στίχοι και οι όρκοι της αιώνιας αγάπης. Κάποιοι ανεμοδαρμένοι απαγκιάζουν πλέον στα παγκάκια μας. Απόκληροι και άστεγοι, πένητες και φυγάδες κατέλαβαν τις θέσεις στάθμευσης των μοσχαναθρεμμένων οπισθίων μας. Εκεί που κάποτε χαράζαμε καρδιές κι ονόματα, τώρα κάποιος ανέστιος κοιμάται. Εκεί που κάποτε ανταμώναμε τον έρωτα, τώρα κάποιος την πείνα και την φτώχεια βάζει τις νύχτες προσκεφάλι. Κάποιος θα ξαποσταίνει τις άδειες ώρες του μέσα στις μικρές αγγελίες και στα «ζητείται». Κάποιος θα δραπετεύει από τα είκοσι υπόγεια τετραγωνικά της Καλλιφρονά για λίγο ανοιξιάτικο φως. Κατειλημμένα τα παγκάκια μας από περιττές υπάρξεις, που κάθε φορά που σηκώνονται αφήνουν πίσω τους και μια ενοχλητική ιστορία για να καθίσει επάνω της ο επόμενος. Μια ιστορία γεμάτη αγκάθια που τσιμπάνε και ματώνουν σε ένα παγκάκι που βρυχάται.

Εκεί, κάτσε και μάτωσε. Όχι με τα οπίσθια όμως. Κάτσε με το μυαλό σου. Στριμώξου πάνω στους εφιάλτες του προηγούμενου και αφουγκράσου αυτά που άφησε φεύγοντας. Πάρε τον βρυχηθμό του και κάνε τον στίχο. Χάραξέ τον με τον σουγιά της γλώσσας σου πάνω στο παγκάκι για να τον βρει ο επόμενος. Κι εγώ σε αυτή την ποίηση θα υποκλιθώ και όχι στα βραβεία σου. Εκεί θέλω τους στίχους σου. Να λερωθείς και να ματώσεις σε ένα παγκάκι που βρυχάται.

(από το left.gr)

Κικής Δημουλά ξενοφοβικά και ρατσιστικά «καμώματα»…

Στη φωτογραφία φιλά (!) το χέρι του τότε υπουργού Πολιτισμού, Παύλου Γερουλάνου (έναν από τους κηπουρούς του Γ.Α.Π) στην τελετή απονομής του Κρατικού Βραβείου Ποίησης 2010.

Στη φωτογραφία φιλά (!) το χέρι του τότε υπουργού Πολιτισμού, Παύλου Γερουλάνου (έναν από τους κηπουρούς του Γ.Α.Π) στην τελετή απονομής του Κρατικού Βραβείου Ποίησης 2010.

Ποιήτρια να σου πετύχει, πνευματικός άνθρωπος σου λέει ο άλλος! Αλλά τι σόι πνευματικός άνθρωπος είναι αυτός που στις περασμένες δημοτικές εκλογές βγήκε δημόσια και στήριξε την υποψηφιότητα του Ψινάκη!!!

Η ποιήτρια εκστόμισε δημόσια τα ξενοφοβικά της σύνδρομα σαν η πρώτη τυχούσα γριά που φοβάται ή και μισεί τους μετανάστες! Δεν τους αντέχει, της πιάνουν τα παγκάκια λέει και δεν έχει που να καθίσει, άσε που κλέβουν κιόλας!… Η γνωστή ρατσιστική γενίκευση που όταν την ακούς από έναν άνθρωπο του πνεύματος και δη από μια ποιήτρια αν μη τι άλλο εξοργίζεσαι…

Και μεις δεν αντέχουμε να σας ακούμε κυρία Δημουλά να εκστομίζετε τέτοια ξενόφοβα και ρατσιστικά και άμε στο διάολο και συ και η ποίησή σου!… Άλλωστε δεν την είχα ποτέ σε ιδιαίτερη εκτίμηση σαν ποιήτρια… «Δευτεράντζα», μια ποιήτρια του «λογοπαιγνίου», «γυναικεία υπόθεση» η ποίησή της με γλυκερούς στίχους της «κλιμακτηρίου», μια ποίηση «ψυχοτρόπο» για ανέραστες μικροαστές νοικοκυρές…

Η χθεσινή «Εφημερίδα των Συντακτών» κάνει λόγο για ρατσιστικό ξέσπασμα της Κικής Δημουλά: »Δεν αντέχω τους μετανάστες στην Κυψέλη, πιάνουν όλα τα παγκάκια!»
Η Άννα Δαμιανίδη αναφέρεται στη στήλη της «Τρίτη Ματιά» στο ρατσιστικό -σύμφωνα με τα όσα περιγράφει- ξέσπασμα της ποιήτριας Κικής Δημουλά κατά τη διάρκεια εκδήλωσης των Atenistas στην Κυψέλη.

Συγκεκριμένα γράφει: «Στο τέλος της περιήγησης στην αυλή του σχολείου περιμέναμε ν’ ακούσουμε κάτι ωραίο και αξέχαστο από τα χείλη πνευματικών ανθρώπων. Και τι είπε η ποιήτρια; Ότι δεν αντέχει τους μετανάστες στην Κυψέλη, τόσοι πολλοί που είναι, πιάνουν και τα παγκάκια, δεν βρίσκεις να καθίσεις στην πλατεία, άσε που κλέβουν και φοβάται να βγει από το σπίτι της, α-πα-πα! χάλια. Εντάξει δεν χρειαζόταν να είσαι διακεκριμένη ποιήτρια για να πεις τέτοια. Τα λένε κάθε μέρα γριές στο τρόλεϊ για να πιάσουν κουβέντα. Κι ούτε καν όλες, κάμποσες έχουν καταλάβει ότι δεν μπορείς να γενικεύεις έτσι και συγκρατούνται».
Σε άλλο σημείο του άρθρου της η Άννα Δαμιανίδη στέκεται στην προσπάθεια του Μένη Κουμανταρέα και του Μενέλαου Καραμαγγιώλη να προστατέψουν την ποιήτρια απ’ το να εκτεθεί περαιτέρω: «»Στην Κυψέλη μένουν κυρίως οικογενειάρχες που προσπαθούν να ενσωματωθούν», είπαν οι άνθρωποι προσπαθώντας να αλλάξουν κουβέντα. Σιγά, σιγά σηκωθήκαμε να φύγουμε, το έργο το είχαμε ξαναδεί. Περιμέναμε από μια διακεκριμένη ποιήτρια κάτι πιο βαθύ, πιο ανθρωπιστικό; Κάτι φωτεινό που θα βοηθούσε τη συνύπαρξη με τους μετανάστες, που θα μαλάκωνε τους ανθρώπους; Λάθος μας! Η ποιήτρια επιβεβαίωσε ότι στην Ελλάδα η μπαναλιτέ του ξενοφοβικού λόγου δεν γνωρίζει σύνορα, ταξικά και άλλα. Με άνεση μπορείς να γενικεύεις, να βγάζεις το ρατσισμό σου χωρίς άγχος, ακόμα και δημόσια, ακόμα και σε πρωτοποριακές συναντήσεις γνωριμίας μς το χώρο και τους γείτονες. Αλίμονο, τι είναι η πολιτική ορθότης για μια ποιήτρια που έφτασε στην κορυφή; Ξενέρωτες αμερικανιές».

Μια ποιήτρια ενταγμένη χρόνια τώρα στο πολιτικό και λογοτεχνικό «σύστημα», που την τίμησε πολλαπλά, για τις «υπηρεσίες» που του προσέφερε κυρίως με δημόσιες δηλώσεις υποστήριξής του κατά καιρούς.

Με μια ποίηση υπερτιμημένη και αρκετά… βολική ώστε να ανοίξουν οι πόρτες της Ακαδημίας η Κική Δημουλά είναι πια η απόλυτη εκπρόσωπος μιας ομάδας «διανοουμένων» χωρίς αναστολές. Είναι για την τηλεοπτική δόξα; Είναι για το χρήμα; Όποιο κι αν είναι το αντίτιμο, πρόκειται για κατάντια…

Ας δούμε το τι τσουχτερά για τα «καμώματά» της έγραφε γι αυτή πριν ένα χρόνο περίπου η εφημερίδα «Δρόμος της αριστεράς»:

«Του Ηρόστρατου. Όταν το διάβασα σε κυριακάτικη εφημερίδα (Real News) νόμιζα ότι ήταν πρώιμο πρωταπριλιάτικο αστείο: Η Κική Δημουλά σε σόου του ΑΝΤ1, με παρουσιαστή τον Σάκη Ρουβά!

Μετά διάβασα και ανατρίχιασα: «…Κατόπιν συζήτησης με τους υπόλοιπους συμμετέχοντες στην κριτική επιτροπή, η σπουδαία ποιήτρια (και μέλος της Ακαδημίας Αθηνών) αποφάσισε να δεχτεί την πρόταση και να ενταχθεί στο νέο τηλεοπτικό εγχείρημα του ΑΝΤ1 που έχει ως στόχο να αναδείξει τους ήρωες της διπλανής πόρτας.

Στην κριτική επιτροπή θα βρίσκονται ο καθηγητής Επιδημιολογίας Δημήτρης Τριχόπουλος, ο σκηνοθέτης Σπύρος Ευαγγελάτος(!), η ψυχολόγος Φωτεινή Τσαλίκογλου(!) και ο Παναγιώτης Γιαννάκης. Η Μαρία Χούκλη θα συντονίζει την επιτροπή…».

Ο κατήφορος καθώς φαίνεται δεν έχει πάτο: Η ποιήτρια μετά τη συμμετοχή της στους 32 διανοούμενους που καλούσαν τη μνημονιακή κυβέρνηση να… τολμήσει, μετά τη στήριξή της στον… Ηλία Ψινάκη, μετά τη συνέντευξή της σε ξένα έντυπα όπου δήλωνε τη… στενοχώρια της για την κρίση, τώρα θέλει να συμμετέχει και στο προπαγανδιστικό σόου ενός καναλιού που παίρνει την «αλληλεγγύη» για να την κάνει τηλεοπτικό προϊόν προς κατανάλωση.»!
Μετά το κράξιμο τα μάζεψε τα ξενοφοβικά της η ποιήτρια!… Δήλωσε αντιρατσίστρια και αντιχρυσαυγίτισσα… Παρ’ όλα αυτά η Χρυσή Αυγή έβγαλε ανακοίνωση που υποστηρίζει τα λεγόμενά της… Ας προσέχει λοιπόν η ποιήτρια τι λέει, όταν ανοίγει το στόμα της για να μιλήσει δημόσια!

Όσο για την ποίησή της διαβάστε επιπλέον τι γράφουν δυο λογοτέχνες και κριτικοί της λογοτεχνίας:
-«Ίσως η πιο εξόφθαλμη εξωλογοτεχνική προϋπόθεση για την καθιέρωση της Δημουλά έγκειται στη βιωματική και ψυχοσυναισθηματική εγγύτητα ή και συγγένεια που καλλιεργήθηκε ανάμεσα στο έργο της ποιήτριας και στο (κατά βάση, υποθέτω, γυναικείο) κοινό της, εγγύτητα ή συγγένεια στερεωμένη στη βάση των συνθηκών οικογενειακής ζωής, του συναισθηματικού κόσμου και του ψυχισμού του γυναικείου φύλου. Για την κριτική, εξάλλου, η καθιέρωση της Δημουλά φαίνεται να ανταπέδωσε στην αναμφισβήτητη αξία της ποίησής της την από καιρό οφειλόμενη αναγνώριση συλλήβδην της καλής ελληνικής γυναικείας ποίησης» (Ευριπίδης Γαραντούδης, παλιότερα στα ΝΕΑ)

-« Η ανάδυση λοιπόν της ποίησης της Δημουλά συμβαίνει στο τέλος της θερμής δεκαετίας του ’80, με τη συλλογή «Χαίρε ποτέ» (1988), και η πρόσληψή της αρθρώνεται με κυρίαρχο στοιχείο την απολιτικά προσωποκεντρική έκφραση της περιρρέουσας κόπωσης του πολιτικού στοιχείου, ακόμα και του γυναικείου κινήματος, αφού, όπως σωστά επισημαίνει εδώ ο Γαραντούδης, η ποίησή της διαχειρίζεται τη γυναικεία ιδιαιτερότητα με «εγγύτητα ή συγγένεια στερεωμένη στη βάση των συνθηκών οικογενειακής ζωής». Αυτή η συντηρητική προσήμανση της ποίησης της Δημουλά είναι που χρήζει κριτικής αντιμετώπισης, από εδώ μπορεί κάποιος να οδηγηθεί και στην ψαύση της κατ’ ουσίαν συντηρητικής αισθητικής της, δηλαδή στην γλυκερότητα του λυρισμού της, στο «αλάφρωμα» των λέξεων (η απογύμνωσή τους είναι άλλο πράγμα…), εν τέλει στη διακόσμηση μιας επίπεδης καθημερινότητας.»
(Κώστας Βούλγαρης, παλιότερα στην ΑΥΓΗ).

Post Navigation