Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (196ο): «Όνομα»….

 

1. Τ’ ONOMA  ΣΟΥ

Τ’ όνομά σου : ψωμί στο τραπέζι.
Τ’ όνομά σου : νερό στην πηγή.
Τ’ όνομά σου : αγιόκλημα αναρριχόμενων άστρων.
Τ’ όνομά σου : παράθυρο ανοιγμένο τη νύχτα στην πρώτη του Μάη.

 

Τ’ όνομά σου : ρινίσματα ήλιου.
Τ’ όνομά σου : στροφή από φλάουτο τη νύχτα.
Τ’ όνομά σου : στα χείλη των αγγέλων τριαντάφυλλο.
Τ’ όνομά σου : κουδούνισμα αλόγων που σέρνουν την άνοιξη πίσω τους.

 

Τ’ όνομά σου : βροχούλα στου σπορέα το μέτωπο.
Τ’ όνομά σου : περίσσευμα στου βοσκού την καλύβα.
Τ’ όνομά σου : τοπίο χωρισμένο με χρώματα.
Τ’ όνομά σου : δυο δρυς που το ουράνιο τόξο στηρίζει τις άκρες του.

 

Τ’ όνομά σου : ένας ψίθυρος απ’ αστέρι σε αστέρι.
Τ’ όνομά σου : ομιλία δύο ρυακιών μεταξύ τους.
Τ’ όνομά σου : μονόλογος ενός πεύκου στο Σούνιο.
Τ’ όνομά σου : ένα ελάφι βουτηγμένο ως το γόνατο σε μιαν άμπωτη ήλιου.

 

Τ’ όνομά σου : ροδόφυλλο σ’ ενός βρέφους το μάγουλο.
Τ’ όνομά σου : πεντάγραμμο στις κεραίες των γρύλων.
Τ’ όνομά σου : ο Ηνίοχος στην άμαξα του ήλιου.
Τ’ όνομά σου : πορεία πέντε κύκνων που σέρνουν την πούλια στα μεσούρανα.

 

Τ’ όνομά σου : Ειρήνη στα κλωνάρια του δάσους.
Τ’ όνομά σου : Ειρήνη στους δρόμους των πόλεων.
Τ’ όνομά σου : Ειρήνη στις ρότες των πλοίων.
Τ’ όνομά σου : ένας άρτος, βαλμένος στην άκρη της γης που περίσσεψε.

 

Τ’ όνομά σου : αέτωμα περιστεριών στον ορίζοντα.
Τ’ όνομά σου : αλληλούια πάνω στο Έβερεστ.

 

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ  ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

 

 

***

  1. Τ‘ ΟΝΟΜΑ ΣΟΥ ΠΡΟΦΕΡΩ

Τ’ όνομά σου προφέρω

μες στις σκοτεινές νύχτες,

σαν έρχονται τ’ αστέρια

να πιούνε στο φεγγάρι

και τα κλαδιά κοιμούνται

των κούφιων φυλλωμάτων.

Νιώθω, μ’ έχει κυκλώσει

η μουσική και το πάθος.

Ρολόι τρελό, που ψάλλει

ώρες νεκρές, αρχαίες.

 

Τ’ όνομά σου προφέρω τη σκοτεινή τούτη νύχτα

και μου ηχεί τ’ όνομά σου

μακρινό όσο ποτέ.

Μακρινότερο απ’ όλα

τ’ άστρα και θρηνώδες

κι από βροχή γαλήνια.

 

Θα σε θέλω, όπως τότε,

καμιά φορά. Ποιο λάθος

έχει η καρδιά μου κάνει;

Αν διαλύεται η καταχνιά,

άραγε, ποιο άλλο πάθος

με περιμένει; Θα ‘ναι

ήρεμο κι αγνό, τάχα;

Αχ, αν τα δάχτυλά μου

μπορούσαν να μαδήσουν

ετούτο το φεγγάρι!

 

Federico Garcia Lorca, Τα χέρια μου αν μπορούσαν να μαδήσουν (απόσπασμα)

 

http://www.pic-a-poem.gr/index.php/poihmata/foreign-poets/t-onoma-sou-profero-lorca/70

 

 

***

  1. Τ’ ΟΝΟΜΑ ΜΟΥ

Μια νύχτα που το λιβάδι ήταν πράσινο χρυσαφί και τα
μαρμάρινα φεγγαρόλουστα δέντρα υψώνονταν σαν φρέσκα μνημεία
στον μυρωδάτο αέρα κι όλη η φύση παλλόταν
από το βουητό και τον ψίθυρο των εντόμων,

 

ξάπλωσα στο γρασίδι
νιώθοντας τις μεγάλες αποστάσεις από πάνω μου, κι αναρωτιόμουν
τι θα γίνω —και πού θα βρω τον εαυτό μου—
και αν και η ύπαρξή μου ήταν ελάχιστη,

 

ένιωσα για μια στιγμή
πως ο απέραντος ουρανός με τ’ άστρα ήταν δικός μου κι άκουσα
τ’ όνομά μου λες για πρώτη φορά,

 

τ’ άκουσα μ’ έναν τρόπο
που κανείς ακούει τον άνεμο ή τη βροχή αλλά ξέπνοο και μακρινό
σαν ν’ ανήκε όχι σε μένα αλλά στη σιωπή
απ’ την οποία είχε ’ρθει και προς την οποία θα πήγαινε.

 

ΜΑΡΚ  ΣΤΡΑΝΤ , μετ: Ντίνος Σιώτης

 

 

***

 

  1. ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΣΟΥ

Στον τοίχο του δωματίου μου
είναι τυπωμένο τ’ όνομά σου,
αόρατο,
ανεξιχνίαστο.

Σε κάθε γωνιά του δωματίου
αναπνέει τ’ όνομά σου.

Κολλημένο στις σκιές
παραμένει,
νιώθεται.

 

Στην κόγχη του δωματίου μου
ξεπηδά στη ματιά τ’ όνομά σου,
ζωντανό,
παλλόμενο,
βροντερό.

 

Στο πάτωμα του δωματίου μου,
μπροστά, στην ψευδοροφή,
τ’ όνομά σου γράφεται μόνο του
και ζωγραφίζεται
και γίνεται γλυπτό.

 

Σε κάθε νυχτερινό όνειρο
μέσα στο δίχτυ του δωματίου
τ’ όνομά σου μεγαλώνει ή δραπετεύει
με κατοικεί,
ρέει
και χύνεται.

 

Εκεί παραμένει τ’ όνομά σου
σαν μια άμορφη παρουσία.
Τ’ όνομά σου που ήταν τυφώνας
και τώρα πια μια λίμνη από νοσταλγίες.

 

José Luis DíazGranados, Μετ: Δημήτρης Αγγελής

 

 

***

 

  1. ΤΟ ΟΝΟΜΑ

Είμαι πολύ μικρός για να’ χω όνομα
δικό μου.

Όμως, τα καλοκαίρια
ο ίσκιος μου μακραίνει.
Σκαρφαλώνει σε μαντρότοιχους
και κλέβει ονόματα κοριτσιών
και ρόδα.

 

Το φθινόπωρο σπέρνω όσα φωνήεντα
δεν έχουν εξατμιστεί
και προσμένω να φυτρώσουν φθόγγοι.
Το όνομά μου είναι διαλυμένο
στις σταγόνες της βροχής και βάφει
το χώμα κόκκινο.

 

Το χειμώνα δεν υπάρχω
και η ανάγκη για όνομα δικό μου
εκμηδενίζεται σχεδόν.

 

Την άνοιξη κυοφορώ την ύπαρξή μου.
Κλέβω νέκταρ από τις πασχαλιές
αυξάνοντας ισόποσα τη δύναμή μου
κι αγναντεύω στο σύμπαν
το αληθινό μου όνομα.

 

ΞΕΝΟΦΩΝ ΒΕΡΥΚΙΟΣ

 

 

Πες μου τ΄ όνομά σου – Αλίκη Καγιαλόγλου

 

  1. Ο ΑΛΛΟΣ  ΠΟΥ ΦΕΡΕΙ Τ’ ΟΝΟΜΑ  ΜΟΥ

 

 

Ο άλλος που φέρει τ’ όνομά μου

έχει αρχίσει να με ξεγνωρίζει.

 

Ξυπνάει όπου εγώ κοιμάμαι,

διπλασιάζει την πεποίθησή μου ότι είμαι απών,

πιάνει τον τόπο μου λες και ο άλλος είμαι εγώ,

με αντιγράφει στις βιτρίνες που δεν αγαπώ

μου οξύνει τις παραιτημένες κόγχες των ματιών

ξεκρεμάει τα σημεία που μας ενώνουν

κι επισκέπτεται χωρίς εμένα τις άλλες εκδοχές της νύχτας.

 

 

Μιμούμενος το παράδειγμά του

αρχίζω κι εγώ τώρα να με ξεμαθαίνω.

Ίσως να μην υπάρχει άλλος τρόπος

ν’ αρχίσουμε να γνωριζόμαστε.

 

ΡΟΜΠΕΡΤΟ  ΧΟΥΑΡΡΟΣ,  μτφρ. Βασίλης Λαλιώτης

 

 

***

7. ΕΣΥ ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ  ΟΝΟΜΑ


Εσύ δεν έχεις όνομα.

Τίποτα ίσως δεν έχει.

 

Αλλά υπάρχει τόσος καπνός μοιρασμένος στον κόσμο,

τόση βροχή ακίνητη,

τόσος άνθρωπος που δεν μπορεί να γεννηθεί, 

τόσος θρήνος οριζόντιος,

τόσο κοιμητήριο στριμωγμένο,

τόσο ρούχο νεκρό

κι η μοναξιά καταλαμβάνει τόσο κόσμο,

 

που το που δεν έχεις όνομα με συντροφεύει

και το όνομα που έχει το τίποτα δημιουργεί έναν τόπο

όπου είναι περιττή η μοναξιά

 

ΡΟΜΠΕΡΤΟ  ΧΟΥΑΡΡΟΣ,  μτφρ. Βασίλης Λαλιώτης

 

 

***

 

  1. ΚΑΚΟΓΡΑΦΙΑ

 

Μ’ ένα κομμάτι κάρβουνο

Με κιμωλία σπασμένη

Και το μολύβι μου το κόκκινο

Τ’ όνομά σου σχεδιάζω

 

Τ’ όνομα του στόματός σου

Των ποδιών σου το αποτύπωμα

Στον τοίχο του κανένα

Στην απαγορευμένη πόρτα

 

Να χαράξω το όνομα του σώματός σου

Έως ότου η λεπίδα του σουγιά μου

Να ματώσει

             Μέχρι που κι η πέτρα να φωνάξει

Κι ο τοίχος να αναπνεύσει

                              Σαν το στήθος.

 

ΟΚΤΑΒΙΟ  ΠΑΖ, Η πέτρα του ήλιου κι άλλα ποιήματα, μτφρ. Τάσος Δενέγρης, Ίκαρος

 

 

Δεν είχες όνομα (Μάνος Χατζιδάκις & Νίκος Γκάτσος)

 

  1. Έζησα τ’ όνομα το αγαπημένο
    στον ίσκιο της γιαγιάς ελιάς
    στον ρόχθο της ισόβιας θάλασσας.

Χάραξα τ’ όνομα το αγαπημένο
στον ίσκιο της γιαγιάς ελιάς
στον ρόχθο της ισόβιας θάλασσας.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ  ΕΛΥΤΗΣ, Ήλιος ο πρώτος

 

 ***

 

  1. ΟΝΟΜΑΤΟΘΕΣΙΑ

                                                                   

Τρία λευκά χαρτάκια-τσαλακωμένα
Τράβηξες κλήρο τ’ όνομά σου
την ίδια τη μέρα του μυστηρίου
Πρωί πρωί έσπασαν τα τηλέφωνα
Οι νονές θορυβημένες
»Τί όνομα θα δώσουμε στο παιδί;»


Τρία χαρτάκια
Τρία ονόματα
Ευδοκία, Μαρία, Γαλήνη.  Όλα ωραία, δε λέω,
μα εσύ τράβηξες »Γαλήνη»
-με τα χεράκια τα λιλιπούτεια-


Γαλήνη
Επιλογή ζωής
Κι ήταν μια πράξη απόσχισης
Ερήμην, η πρώτη σου επανάσταση
Οι γονείς σου ήξεραν
(ο μπαμπάς σου μεγάλωσε με μια Μαρία,
η μαμά σου με μια Ευδοκία)


Εσύ δεν ήξερες,
μα πριν τη γνώση ήσουν σοφή.
Να πάρεις ήθελες τον κόσμο απ’ την αρχή.

 

ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ

 

 ***

 

  1. ΣΗΜΕΙΩΣΗ

Η οικογένειά μου έτρεφε ανέκαθεν εκτίμηση
στα ξενικά ονόματα, κι έτσι στα δέκα πολιτογραφήθηκα Τζένη,
ίσως με την κρυφή ελπίδα
πως, όταν αδυνατίσω, θα γίνω σταρ.

Η αλήθεια είναι πως πολλές φορές προσπάθησα
να το γυρίσω στο Ιφιγένεια, μετά που
ανακάλυψα τις αρετές των σπάνιων ονομάτων,
αλλά τότε δεν ήτανε πρακτικό. Σήμερα,
ίσαμε που να σε συστήσουνε με το Ιφιγένεια,
σε τρώνε λάχανο οι άλλες με τα δισύλλαβα ονόματα.

 

ΤΖΕΝΗ ΜΑΣΤΟΡΑΚΗ

 

 

 

ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΣΟΥ -ΑΣΤΕΡΙΑΔΗ ΠΟΠΗ

 

  1. ΕΣΥ ΘΑ ΤΟΥΣ  ΟΝΟΜΑΣΕΙΣ

 Έχουν όνομα, Κύριε, είναι όσοι πονάνε,
Οι πλησίον σκιές ,
Οι σκιές που απομένουνε στα σώματα
την ώρα που η ζωή τους σπάει γράμμα γράμμα
για να κερδίσουν το ψωμί. Μόνο σε σένα ελπίζουν.


Είναι οι νεκροί που γεννιούνται
απ’ το χειμώνα του κόσμου, είναι οι νεκροί
που είναι εν ζωή και καίνε
με λαδάκι του Θεού οι γινάμενοι
ζητιάνοι, με το αίμα
που ανεβαίνει από τα σώματά τους όπως ανεβαίνει
η υγρασία στης φυλακής τους τοίχους

 

Έχουν όνομα , Κύριε, είναι αυτοί που θέλουν
να ονειρευτούν τη νύχτα και η πείνα τους ξυπνάει,
αυτοί που υποφέρουν τόσο που δεν μπορείς
να τους κοιτάξεις δίχως να τους κάψεις.


Εσύ, ναι, θα τους ονομάσεις. Είναι αυτοί που υποφέρουν
οι αυτοκίνητοι ναυαγοί που ξέρουν
πως ο βράχος θα φάει μέρα τη μέρα
το σώμα και τον πόνο τους,
το εύκολο χιόνι
των νεκρών που ζουν γιατί ποτέ
δεν σταματούν να πέφτουν. Ονόμασέ τους πάλι!


κανείς δεν ξέρει τ’ όνομά τους μεταξύ μας
είναι οι νεκροί που γεννιούνται,
είναι οι νεκροί που αρρωσταίνουν απ΄ τους ζώντες,
νεκροί φυσιολογικοί.

 

Λουί Ροσάλες, Μετ: Βασίλης Λαλιώτης

 

 

 ***

 

 

13.ΧΡΗΣΤΟΙ ΚΑΙ ΒΑΣΙΛΑΚΗΔΕΣ

 

Τους ονόμασαν Κωστάκη, Χρήστο, Βασιλάκη, Γιάννη

γιατί εκείνα τα δικά τους, που έφερναν,

δυσκολοπρόφερτα

τους φάνηκαν.

Κι εκείνοι φοβήθηκαν μην εξοργίσουν

και τη λίγη ανοχή που τους έδειχναν.

το σωστό τους όνομα και όχι το άλλο

που μυρίζει ξενιτιά και βρόχινο νερό, θολό από πόνο και σιωπή.

 

Πολλοί είναι οι Χρήστοι, οι Βασιλάκηδες και οι Γιάννηδες

που λένε καλημέρα, καληνύχτα και καλά Χριστούγεννα.

Κανείς σχεδόν δεν τους θυμάται με το όνομα της μάνας τους…

αφού τους διόρθωσαν το λάθος με μια καινούργια αλήθεια, βολική

για όλους.

 

Μέσα στον ύπνο τους θυμούνται ποιοι είναι,

σαν ονειρεύονται την αδερφή τους να τους παρακαλά

να της χτενίσουν τα μαλλιά.

 

Λουάν Τζούλι, «Πού να ζητήσω συγγνώμη» (Ελληνικά Γράμματα. Επιμέλεια Γιάννης Ξανθούλης)

 

 

 ***

 

 

  1. ΣΤΙΧΟΜΑΝΤΕΙΑ

Τα ονόματά μας πού και πού μας βλέπουν στο όνειρό τους
ψυχές περιπλανώμενες δυστυχισμένες
χαμένες σημασίες που τις αποζητούν ακόμα

 

Για μια στιγμή θαρρούν πως μας αγγίζουν και έντρομα
ξυπνούν κι ανάβουνε τα παγωμένα φώτα
κι αρχίζουν από μόνα τους να γράφονται και να φωνάζονται
να νοιώσουν έτσι πως υπάρχουν

 

Γιατί, πού τώρα πια φωνές, χαιρετισμών να τα καλούν
να τρέμουν οι ουρανόσκαλες και να γεμίζει η γειτονιά
λουλούδια
πού τώρα δάχτυλα αποχωρισμού να τα χαράζουνε
στης νεραντζιάς τη φλούδα

Θα μας ξεχάσουν κάποτε τα ονόματά μας
δε θα μας ξέρουν ούτε στο όνειρό τους
θα ζήσουν μια δική τους ζωή με άλλες σημασίες
σε εξώθυρες και εξώφυλλα
βροχές θα τα μουσκεύουν δάκρυα και δε θα μας ξέρουν

 

Εμείς χαμένες σημασίες
κι αυτά ίχνη από ξένα πεπρωμένα.

 

ΒΥΡΩΝ  ΛΕΟΝΤΑΡΗΣ, Εν γη αλμυρά (Έρασμος, 1996)

 

 

***

 

  1. Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ ΟΝΟΜΑΤΟΣ

Τι είν’ του Θεού το όνομα;

Ένα θέλω χωρίς το περήφανο «λ»

κι ένα κομμάτι απ’ το τρελός

χωρίς το τρεμούλιασμα των «τρ»

και πάλι και ξανά και πάντα

χωρίς το περήφανο «λ».

 

Κράτησα το έσχατο «ω[μέγα]»

γιατί μ’ ένα «ά[λφα]» στην αρχή του

περιέχει όλα τα νοήματα.

 

Κ ε ρ α σ ί α  Χ ρ.  Γ ε ρ ο γ ι ά ν ν η

 

 

ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΜΟΥ – ΝΑΤΑΣΣΑ ΜΠΟΦΙΛΙΟΥ

 

  1. ΕΝ ΟΝΟΜΑΤΙ  ΤΗΣ  ΠΟΙΗΣΕΩΣ Όταν τις νύχτες, σε ώρες πολύ προχωρημένες,
    ανοίγεις δειλά το παράθυρο, που είχε αντιστεί
    στον πέτρινο καταιγισμό της περασμένης μέρας,
    για ν’ αδειάσεις τις σωρευμένες συλλογές των στίχων,
    με τ’ άκοπα φύλλα και τις σεμνές τους αφιερώσεις,
    ξέρεις καλά πως είναι τούτο πράξη υποκρισίας.

    Να χλευάζεις την ποίηση, εν ονόματι της ποιήσεως,
    είναι, επιτέλους, κάποιο μέσον άμυνας ή προστασίας.
    Να τινάζεις όμως, καθώς ένα ξεσκονόπανο,
    στο κατώφλι της νύχτας, τα όνειρα των ποιητών,
    είναι σα να φυτεύεις το σπαθί που σου έχουν δώσει
    δίχως έλεος βαθιά στην ασταμάτητη καρδιά της ποίησης.

    Αν ν’ αδειάσεις μπορέσεις τα δικά σου ράφια,
    του σακακιού σου τις τσέπες, την ίδια την καρδιά σου,
    κι αν άξιος γίνεις να σταθείς έτσι γυμνός
    στο μεσονύχτιο άνοιγμα του παραθύρου σου,
    ίσως θ’ ακούσεις, μέσ’ από το πάφλασμα της νύχτας,
    τους πτοημένους ψίθυρους απ’ τα όνειρα των ποιητών,
    που είχες τινάξει, εν ονόματι δήθεν της ποιήσεως.

    Γ.Θ. Βαφόπουλος, Επιθανάτια και σάτιρες (1966)

 

 ***

 

  1. ΑΡΓΑ ΤΗ ΝΥΧΤΑ

ταν θα μάθεις πως έχω πεθάνει μην προφέρεις το όνομά μου

γιατί θα σταματήσει ο θάνατος και η ανάπαυση.

Η φωνή σου, που είναι η καμπάνα των πέντε αισθήσεων,

θα ήταν ο αμυδρός φάρος που ζητάει η  καταχνιά μου.

 

Όταν θα μάθεις ότι έχω πεθάνει πες συλλαβές παράξενες.

Πρόφερε, άνθος, μέλισσα, δάκρυ, ψωμί, καταιγίδα.

Μην αφήσεις τα χείλη σου να βρουν τα έντεκά μου γράμματα.

Νυστάζω, έχω αγαπήσει, έχω κερδίσει τη σιωπή.

 

Μην προφέρεις τ’ όνομά μου όταν μάθεις πως έχω πεθάνει

από τη σκοτεινή τη γη θα με έφτανε με τη φωνή σου.

Μην προφέρεις τ’ όνομά μου, μην προφέρεις τ’ όνομά μου.

ταν θα μάθεις πως έχω πεθάνει μην προφέρεις τ’ όνομά μου.

 

Ρόκε Ντάλτον, μτφρ. Βασίλης Λαλιώτης

 

*Η ανάρτηση είναι της καλής φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής!

Advertisements

Πες το με ποίηση (195ο): «ΕΙΡΗΝΗ»…

 

 

-Γιάννη Ρίτσου, «Ειρήνη»

Στον Κώστα Βάρναλη

“Τ’ όνειρο του παιδιού είναι η ειρήνη.
Τ’ όνειρο της μάνας είναι η ειρήνη.
Τα λόγια της αγάπης κάτω απ’ τα δέντρα,
είναι η ειρήνη.

Ο πατέρας που γυρνάει τ’ απόβραδο μ’ ένα φαρδύ χαμόγελο στα μάτια
μ’ ένα ζεμπίλι στα χέρια του γεμάτο φρούτα
κ’ οι σταγόνες του ιδρώτα στο μέτωπό του
είναι όπως οι σταγόνες του σταμνιού που παγώνει το νερό στο παράθυρο,
είναι η ειρήνη.

Όταν οι ουλές απ’ τις λαβωματιές κλείνουν στο πρόσωπο του κόσμου
και μες στους λάκκους που ‘σκαψαν οι οβίδες φυτεύουμε δέντρα
και στις καρδιές που ‘καψε η πυρκαϊά δένει τα πρώτα της μπουμπούκια η ελπίδα
κ’ οι νεκροί μπορούν να γείρουν στο πλευρό τους και να κοιμηθούν δίχως παράπονο
ξέροντας πως δεν πήγε το αίμα τους του κάκου,
είναι η ειρήνη.

Ειρήνη είναι η μυρωδιά του φαγητού το βράδι,
τότε που το σταμάτημα του αυτοκίνητου στο δρόμο δεν είναι φόβος,
τότε που το χτύπημα στην πόρτα σημαίνει φίλος,
και το άνοιγμα του παράθυρου κάθε ώρα σημαίνει ουρανός
γιορτάζοντας τα μάτια μας με τις μακρινές καμπάνες των χρωμάτων του,
είναι η ειρήνη.

Ειρήνη είναι ένα ποτήρι ζεστό γάλα κ’ ένα βιβλίο μπροστά στο παιδί που ξυπνάει.
Τότε που τα στάχυα γέρνουν τόνα στ’ άλλο λέγοντας: το φως το φως, το φως,
και ξεχειλάει η στεφάνη του ορίζοντα φως
είναι η ειρήνη.

Τότε που οι φυλακές επισκευάζονται να γίνουν βιβλιοθήκες,
τότε που ένα τραγούδι ανεβαίνει από κατώφλι σε κατώφλι τη νύχτα
τότε που τ’ ανοιξιάτικο φεγγάρι βγαίνει απ’ το σύγνεφο
όπως βγαίνει απ’ το κουρείο της συνοικίας φρεσκοξυρισμένος ο εργάτης το Σαββατόβραδο
είναι η ειρήνη.

Τότε που η μέρα που πέρασε
δεν είναι μια μέρα που χάθηκε
μα είναι η ρίζα που ανεβάζει τα φύλλα της χαράς μέσα στο βράδι
κ’ είναι μια κερδισμένη μέρα κ’ ένας δίκαιος ύπνος
τότε που νιώθεις πάλι ο ήλιος να δένει βιαστικά τα κορδόνια του
να κυνηγήσει τη λύπη απ’ τις γωνιές του χρόνου
είναι η ειρήνη.

Ειρήνη είναι οι θημωνιές των αχτίνων στους κάμπους του καλοκαιριού
είναι τ’ αλφαβητάρι της καλοσύνης στα γόνατα της αυγής.
Όταν λες: αδελφέ μου — όταν λέμε: αύριο θα χτίσουμε
όταν χτίζουμε και τραγουδάμε
είναι η ειρήνη.

Τότε που ο θάνατος πιάνει λίγο τόπο στην καρδιά
κ’ οι καμινάδες δείχνουν με σίγουρα δάχτυλα την ευτυχία,
τότε που το μεγάλο γαρύφαλλο του δειλινού
το ίδιο μπορεί να το μυρίσει ο ποιητής κι ο προλετάριος
είναι η ειρήνη.

Η ειρήνη είναι τα σφιγμένα χέρια των ανθρώπων
είναι το ζεστό ψωμί στο τραπέζι του κόσμου
είναι το χαμόγελο της μάνας.
Μονάχα αυτό.
Τίποτ’ άλλο δεν είναι η ειρήνη.
Και τ’ αλέτρια που χαράζουν βαθειές αυλακιές σ’ όλη τη γης
ένα όνομα μονάχα γράφουν:
Ειρήνη. Τίποτ’ άλλο. Ειρήνη.

Πάνω στις ράγες των στίχων μου
το τραίνο που προχωρεί στο μέλλον
φορτωμένο στάρι και τριαντάφυλλα
είναι η ειρήνη.

Αδέρφια μου,
μες στην ειρήνη διάπλατα ανασαίνει
όλος ο κόσμος με όλα τα όνειρά του.
Δόστε τα χέρια, αδέρφια μου,
αυτό ‘ναι η ειρήνη.”

 

 

 

-ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ, [ΟΔΟΙΠΟΡΩ]

(Απόσπασμα)

Δε φτάνει ν’ αγαπάμε την Ειρήνη και τον Άνθρωπο.

Πρέπει ν’ αγωνιζόμαστε γι’ αυτόν.

Είμαι ένας από την ατέλειωτη στρατιά που ζώνει τον κόσμο.

Οδοιπορώ για να ενώσω κι εγώ τη θέλησή μου με τη θέληση όλων για

την Ειρήνη.

Και δε θα σταματήσω

πριν η Ειρήνη στεριώσει για πάντα σ’ ολόκληρη τη Γη.

Οδοιπορώ για τη βαθιά συνεννόηση ανθρώπου μ’ άνθρωπο,

οδοιπορώ για την πρόοδο, την ευτυχία, την ελευθερία του ανθρώπου,

οδοιπορώ για την αξιοπρέπεια του ανθρώπου που έμαθε να περπατάει,

ανάμεσα στ’ αστέρια,

οδοιπορώ για να στήσουμε τη σημαία της ειρηνικής γης πάνω

στ’ αστέρια,

οδοιπορώ για την ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΕΙΡΗΝΗ.

(Γ. Ρίτσος, Συντροφικά τραγούδια, Σ.Ε.)

 

 

 -ΝΙΚΟΣ ΚΑΛΕΡΓΗΣ – ΜΑΥΡΟΓΕΝΗΣ, «ΕΙΡΗΝΗ»

Εσένα, που σε θέλησε στο πέλαγο

και που σε ζήτησε εσέ, ο ξενητεμένος

για να μεργιάσουν τα στοιχειά που πάλευε,

να φτάσει στο απάνεμο λιμάνι.

Εσένα, που σε τίμησαν θεότητα

στα πανάρχαια χρόνια ιδανικό τους

και που σα θυγατέρα σε αγάπησαν

σαν πιο πολύτιμο αγαθό τους

Εσένα, που μετά τον κάματο

βαριάς δουλειάς της αξημέρευτης

σ’ ευλόγησαν τα γηρατειά, τα νιάτα,

κι ύστερα, εσένα, από πόλεμο

ανθώνα έφτιαξες τα χαλασμένα μονοπάτια

κι έστρωσες δρόμους συ πρωτόφαντους

να μην δακρύζουνε πια μάτια.

Εσύ, της εργατιάς τρανή θεότητα

και του λαού το πρώτο βίωμά του,

ένα με την Ελευτεριά ολόγιομη

κι ένα το τιμημένο όνομά σου

που το υμνεί ο κόσμος ολάκαιρος

– λαέ ο ίδιος ο εαυτός σου –

σ’ όλη τη γη με μια ψυχή, με μια φωνή

– μες τη γαλήνη –

Ειρήνη, Ειρήνη, Ειρήνη!

 

 

-ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΩΤΑΣ, «ΕΙΡΗΝΗ»

«Έλα, Ειρήνη, χαρά των λαών, των μανάδων ελπίδα,

συ που φυτεύεις και χτίζεις και κάνεις τη γη περιβόλι,

 

συ που αναθρέφεις κι αντρειεύεις τα νιάτα μ’ αγώνες ωραίους,

έλα κι οι δρόμοι σου λάμπουν πλυμένοι με δάκρυα κι αίμα×

 

τόσα κορμιά φυτεμένα στα πλάγια πετάξανε κλώνους,

έλα σαν άνοιξη κι άνοιξε πόρτες κλεισμένες και κάστρα,

 

έλα να βγουν τα κοπάδια στην έρημη γη να βοσκήσουν,

να βγουν ανθοί και πουλιά να λαλήσουν επάνω στους φράχτες,

 

έλα σαν μάνα γλυκιά, σε καλούνε τα νιάτα του κόσμου,

να μπεις με νέο τραγούδι μπροστά στο χορό τους, Ειρήνη.»

 

 

 

-ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ, «ΕΙΡΗΝΗ ΕΙΝΑΙ ΟΤΑΝ»

 

«Σας χωρίζει ένα αδιόρατο χάσμα απ’ τον κόσμο.

Σας διέφυγαν πράγματα. Δεν τα ’χετε όλα

καλά λογαριάσει, δεν τα ’χετε δει,

ακούσει όσο πρέπει. Γι’ αυτό και σας φαίνεται

τόσο παράξενο, που κλείνω, ανοίγω

το παράθυρο κι άλλο δεν σας λέω:

Ειρήνη!

Ειρήνη, λοιπόν,

είναι ότι συνέλαβα μέσα απ’ την έκφραση

και μες απ’ την κίνηση της ζωής. Και Ειρήνη

είναι κάτι βαθύτερο απ’ αυτό που εννοούμε

όταν δεν γίνεται κάποτε πόλεμος.

Ειρήνη είναι όταν τ’ ανθρώπου η ψυχή

γίνεται έξω στο σύμπαν ήλιος× κι ο ήλιος

ψυχή μες στον άνθρωπο.»

 

 

 -ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ, «ΛΟΓΟΣ ΣΕ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΕΙΡΗΝΗΣ»

 

«Η παρουσία μου είναι παντού όπου οι άνθρωποι

μιλάνε για την ειρήνη, κ’ είναι παντού

όπου τ’ αδέρφια μου τη βλέπουνε όνειρο

να γεφυρώνει τη γης με το ουράνιο τόξο της,

φωτίζοντας κάτω τα τρύπια καλύβια τους.

 

Κ’ είμαι κοντά στα λουλούδια της γης, που μοιάζουν

σα νάναι η γραφή της ειρήνης πάνω στο χώμα της.

(Γιατί ένα λουλούδι είναι ήλιος που σκέφτεται).

 

Και σε κάθε πουλί του Μαγιού που συνθέτει

τη λέξη ειρήνη στο φως με τις τρίλιες του.

(Γιατί η φωνή είναι ήλιος που σκέφτεται).

 

Και σε κάθε ρυάκι που ρέοντας σαν ένας προαιώνιος

ψαλμός, κυλά συνεχώς τη λέξη ειρήνη.

(Γιατί το νερό είναι ήλιος που σκέφτεται).

 

Και θέλω πολύ, ικετεύω και δέομαι

να γίνουμε όλοι αυτό το λουλούδι, αυτό

το πουλί, αυτό το ρυάκι. Να γίνει ο καθένας μας

ένας ήλιος που σκέφτεται.»

 

 

 

-ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ, [ΕΙΡΗΝΗ]

 

«[…] Ειρήνη εσύ, ω πασίχαρη και ω πλουτοδότρα Ειρήνη,

ο ξάστερος εσύ ο ουρανός και η ξεδιψάστρα η κρήνη,

τον όλβο τον καλείς εσύ, την τύχη εσύ την κάνεις,

καλότυχος θνητός ή λαός, που θα τον ξανασάνης.

Στα πόδια σου άνεργη σπαράζει από τα καταχθόνια

και η καταλύτρα των εθνών, η φάγουσα η Διχόνοια.

Ευλογημένοι όσοι για σε δουλεύουν και «σαρκώσου!»

κράζουν με χέρια ικετικά προς τ’ άπιαστο όνειρό σου! […]»

 

 

-ΡΙΤΑ ΜΠΟΥΜΗ – ΠΑΠΠΑ, «ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΟ ΤΟΠΙΟ»

 

«Ω έλα συ, ατσαλομάτα κόρη

μεσ’ στης αγρύπνιας μας τη μουσκεμένη αυγή

έλα από κει που μας τους πήραν

και τώρα ουρλιάζουν μόνο τα σκυλιά,

θα υψώσουνε το μπόι σου οι λόφοι των κορμιών τους

το δάσος των χεριών μας θα σε προφυλάξει

σου’ χουμε καταφύγιο σκάψει μεσ’ στην καρδιά μας

σκήνωμα, Ειρήνη, ν’ αποκτήσεις

να μην πλανιέσαι μέσα σε τόσες στάχτες

επαίτισσα-

δαρμένη από έναν άπληστο χειμώνα… [ ]»

 

 

-ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΩΤΑΣ, «ΕΜΠΡΟΣ ΠΕΡΗΦΑΝΟ»

«Εμπρός, περήφανο και λεύτερο

πνεύμα της νιότης

για την Ειρήνη γίνου κήρυκας

και στρατιώτης.

Όλοι μαζί να πολεμήσουμε

για την ειρήνη

να σταματήσουμε τον πόλεμο

να μη γίνει.

Κανένας να μην έχει πύραυλον

ούτε κανόνι,

ούτε κανένας το δικαίωμα

να σκοτώνει.

Εμπρός ξεκίνα από τα μνήματα

του Μαραθώνα,

γενναίο πνεύμα ρίξου ολόψυχα

στον αγώνα.

Για την Ειρήνη εμείς θα κάνουμε

κάθε θυσία

κι όλος ο κόσμος είναι πίσω μας

στην πορεία.

Να πρωτοπόρος ο Λαμπράκης μας

με τη σημαία,

Εμπρός προχώρα με το βήμα του,

Νεολαία!»

 

*Όλα τα ποιήματα είναι από το: Γ. Π. Τζήκας- Τ. Γούκος, Σύγχρονη σχολική ανθολογία, εκδ. Ατραπός)   

 

 

 

Πες το με ποίηση (194ο): «Γυμνό»…

Γυμνς κυλίστηκα μέσα στν μμο μ δν ποτάχτηκα.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

 

Έτσι κοιμάται ολόγυμνη, Μάνος Χατζιδάκις

 

  1. ΕΤΣΙ ΚΟΙΜΑΤΑΙ ΟΛΟΓΥΜΝΗ

Έτσι σ΄ ένα πιθάρι βαθύ το σταφύλι ξεραίνεται
και στο καμπαναριό μιας συκιάς κιτρινίζει το μήλο.

Έτσι με μια γραβάτα φανταχτερή
στην τέντα της κληματαριάς το καλοκαίρι ανασαίνει.

Έτσι κοιμάται ολόγυμνη μέσα στις άσπρες κερασιές
μια τρυφερή μου αγάπη
ένα κορίτσι αμάραντο σα μυγδαλιάς κλωνάρι
με το κεφάλι στον αγκώνα της γερτό και την παλάμη
πάνω στο φλουρί της.

Πάνω στην πρωινή του θαλπωρή όταν σιγά-σιγά σαν τον κλέφτη
από το παραθύρι της άνοιξης μπαίνει ο αυγερινός να την ξυπνήσει!

Έτσι κοιμάται ολόγυμνη
μια τρυφερή μου αγάπη.

ΝΙΚΟΣ  ΓΚΑΤΣΟΣ, Αμοργός

 

 

***

 

  1. ΣΠΟΥΔΗ ΓΥΜΝΟΥ

Αν είσαι απ’ τους Ατρείδες άμε

σ’ άλλα μέρη να ολολύξεις. Πυρά τέτοια τον ήλιο δεν ανάβει
εδώ που ανάτειλε η συνείδηση κι έλαβε σώμα Κόρης

        υπαρχτό
με λάμψεις από την απέραντη πεδιάδα –

 

Κοίταξε: πως η μνήμη δένει τα μαλλιά

πίσω και αφήνει εμπρός να πέφτουν τα ματόκλαδα

τρέμοντας απ’ την τόση αλήθεια·

                                                      πως
τσιτώνει το δέρμα στους ώμους στις λαγόνες·

 

ΟΔΥΣΣΕΑΣ  ΕΛΥΤΗΣ, Μαρία Νεφέλη

 

 

***

 

  1. ΓΥΜΝΗ Ν’ ΑΚΟΥΓΕΤΑΙ ΑΚΕΡΑΙΑ Η ΨΥΧΗ

 

γράφοντας υποστέλλω μία μία τις λέξεις,
τα χρώματα αφαιρώ, τις μουσικές,
στο χάος τον κόσμο απλώνω σαν λευκό χαρτί,
ν’ ακούγεται στο τίποτα ένα σήμαντρο,
ν’ ακούγεται ένα φως μες στην ομίχλη,
γυμνή ν’ ακούγεται ακέραια η ψυχή


ΤΟΛΗΣ  ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ, Μυστικά και θαύματα, ο ανεξερεύνητος λόγος της ουτοπίας (2007)

 

 

***

 

  1. Η ΓΥΜΝΗ ΠΑΝΟΠΛΙΑ

 

Κάθε κορίτσι κατεβαίνει πάνοπλο στον κόσμο.

Αλλά η γοητεία των ανδρών η αλαφρομυαλιά τους

η ένοχη σκληράδα τους, μια νύχτα σαν ωραίοι

λογχοφόροι τη βρίσκουν και την αφοπλίζουν.

 

Βίαια της αποσπούν τα ξίφη, της αποσπούν τα ακριβά

 περιδέραια που με σύνεση της κρύβαν το τρυφερό

κόκκινο φύλλο.

 

Της αποσπούν το φόρεμα από αλαλαγμούς και κόκκινους

βοριάδες και μετά το σκληρό

κάτασπρο καπέλο που μαγνητίζει τα τριζόνια

και τις σιγαλιές. Κι ύστερα τη ρίχνουν

σε μια τρικυμία από προορισμούς.

 

Εκείνη που είναι προορισμένη ν’ αφοπλίζεται

και να πληγώνει.

 

Μανόλης ΠΡΑΤΙΚΑΚΗΣ

 

 

 ***

 

  1. ΓΥΜΝΟΣ

Λίγο πιο πριν μέσα στο λεωφορείο
άγγιζα πληγές ανοιχτές
και το σώμα μου ασήκωτο ένοιωθα
τόσο που στη στάση ξεχάστηκα, σα
να ‘μουν έξω απ’ τ’ όχημα.


Άκουγα μουσική απ’ το δρόμο
ή κρυφαπάγγελνα ποιήματα μέσα μου
μισοχαμένος μισοϋπαρκτός,
καλά καλά δεν ήξερα τι ήμουν.


Όταν ο εισπράκτωρ φώναξε τέρμα
ντράπηκα
σα να μ’ είχε πιάσει γυμνό!

Γ.Ξ. ΣΤΟΓΙΑΝΝΙΔΗΣ, Στις προσβάσεις του ύπνου, 1976

 

 

***

6. ΤΟ ΓΥΜΝΟ

Ζωγραφίζω γυμνό
δίχως προοπτική.
Αδειάζει
το πραγματικό στο αδιάκοπο.
Το χρώμα άνυδρο.
Το νερό κι ο αέρας έξω απ’ τον πίνακα.

Είναι ένα «μέσα» χωρίς φόδρα
που με ξεγελά
γυμνός μέσα στον εαυτό μου
ανακαλύπτομαι.

Γ.Ξ. ΣΤΟΓΙΑΝΝΙΔΗΣ, Αμήχανη έξοδος (1982)

 

 

***

 

  1. ΠΑΡΑΙΣΘΗΣΕΙΣ

Όταν κοιμάσαι τη νύχτα
Έρχονται ακροποδητί
Και σου παίρνουν ένα-ένα
Τα ρούχα σου τα μέλη σου


Ξυπνάς γυμνός επιπλέοντας
Σε όνειρα αμύθητα φασματικά
Χάσκει επάνω σου ένας τρύπιος
Ουρανός ξέπνοες ακούγονται
Λεπτές ανυπεράσπιστες φωνές


Κι από τις χαραμάδες
Βλέπεις ελάφια να τρέχουνε
Στα ξέφωτα

 

ΚΛΕΙΤΟΣ  ΚΥΡΟΥ

 

 

***

 

  1. Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥΔΑ

Γυμνή είσαι τόσο απλή όσο το ένα σου χέρι,
Λεία, γήινη, μικροσκοπική, στρογγυλή, διάφανη,
Έχεις γραμμές φεγγαριού, μονοπάτια μήλου,

 

Γυμνή είσαι λεπτή σαν το γυμνό σιτάρι,
Γυμνή είσαι γαλάζια σαν τη νύχτα στην Κούβα,
Έχεις κληματαριές και αστέρια στα μαλλιά.

 

Γυμνή είσαι πελώρια και κίτρινη,
Όπως το καλοκαίρι σε μια χρυσή εκκλησιά.

 

ΑΝΤΟΝΙΟ ΣΚΑΡΜΕΤΑ, Ο Ταχυδρόμος του Νερούδα, Μετ: Λήδα Παλλαντίου, Ωκεανίδα

 

 

Χάρης και Πάνος – Γυμνή σκιά

 

9.  ΓΥΜΝΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ

Γυμνές γυναίκες μας έλεγαν λόγια κωμικά, πως δηλαδή δεν
υπάρχει έρωτας. Αλλά εμείς είχαμε ξαπλωθεί κι ανάμεσα στα
στήθια τους περιμέναμε μονάχα ο ουρανός να μας σηκώσει. Δεν
ξέραμε άλλη τροφή, δεν θυμούμαστε ένα χορτάρι πιο τρυφερό
και πιο εύοσμο από το δέρμα μιας γυναίκας.

28.7.1938, ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ

 

 

***

 

  1. ΕΣΥ ΚΑΙ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ

Έρχεσαι και ξανάρχεσαι σ΄ αυτή την αίθουσα

τόσο γυμνή που σε κοιτάζουν όλοι.

 

Βασανίζεις τα καθίσματα σα να βασανίζεις τον ένοχο.

Σου λέω να πνίξεις μέσα σου αυτά τα άγρια πουλιά

μα εσύ τα λευτερώνεις.

Γίνεσαι μαύρη από τη λύπη σου

κι έρχεσαι εδώ.

 

Από καιρό έρχεσαι και ξανάρχεσαι.

Τα γόνατά σου αστράφτουν μέσα στην αίθουσα.

Σου πλένω με τα δάκρυά μου τα χέρια και τις μασχάλες.

Σου πλένω τα πόδια ως τα βουνά.

Σου χαρίζω την πιο ζεστή φωνή μου για να ντυθείς.

 

Μα εσύ φεύγεις

όπως ήρθες

γυμνή

για να υπάρχει πάντα ένα ποίημα

να λέει

για σένα.

 

ΤΑΚΗΣ  ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ, «Η νύχτα και η αντίστιξη»

 

 

***

 

  1. ΟΙ ΓΥΜΝΟΙ  ΚΑΙ  ΟΙ  ΝΤΥΜΕΝΟΙ

 

Δεν ξέρω αν πρέπει να γελάς

μ’ αυτούς που έχασαν την εξουσία

ή αντίθετα να τους λυπάσαι.

 

Ίσως καλύτερα ταιριάζει η λύπηση

έτσι κακόμοιροι που περιφέρονται

ψάχνοντας κάτι να βάλουν πάνω τους

για να σκεπάσουνε τη γύμνια τους.

 

Ή μήπως πρέπει πάντα να τους φοβάσαι;

 

Έτοιμοι καθώς είναι μόλις ευπρεπιστούν

μόλις φορέσουν το κατάλληλο κουστούμι

ν’ αρπάξουνε ξανά την εξουσία.

 

ΤΙΤΟΣ  ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ ,  «Συγκατοίκηση με το παρόν», Κέδρος 2011

 

***

 

12. ΕΚΕΙΝΗ ΓΥΜΝΗ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ

εκείνη γυμνή στον παράδεισο
της μνήμης της
εκείνη αγνοεί το σκληρό πεπρωμένο
των οραμάτων της
εκείνη φοβάται να μην ξέρει να ονομάσει
αυτό που δεν υπάρχει

ALEJANDRA PISARNIK, Μετ: Βασίλης Λαλιώτης. Από το βιβλίο: Αλεχάνδρα Πισαρνίκ, «Δένδρο της Αρτέμιδος»

 

 

Έφυγες ολόγυμνη-Μητροπάνος, Τερζής, Νταλάρας

 

 

13. ΣΑΝ ΩΡΑΙΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ, ΓΥΜΝΕΣ…

Σαν ωραίες γυναίκες, γυμνές,
τούτες οι μέρες οι καλοκαιρινές
υπάρχουν με τη στιλπνότητα
των λαμπρών σωμάτων,


με την έκθαμβη προσφορά των,
με την έντονη περηφάνεια,
μ’ εκείνη τη σταθερότητα
που έχουν οι γυναίκες
όταν είν’ ωραίες,


πολύ βέβαιες για την εμορφιά των,


τόσο που μένουν έξαφνα
σκεφτικές, όμως ατάραχες,
γεμάτες προσμονή στέκονται,
μ’ υπομονή γνωρίζουν,
γνωρίζουν να περιμένουν,
περιέχοντας τέλεια την ηδονή
του εαυτού των.


Έτσι
οι έντονες του καλοκαιριού μέρες
φαίνονται ακέριες,
καθώς
τις περιβάλλουν νύχτες εξαίσιες,
με πολύν έρωτα, μυστικόν.


ΖΩΗ  ΚΑΡΕΛΛΗ

 

 

***

 

  1. ΕΙΚΟΝΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΝΑΟ ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΟ

 

Ήταν τόσο γυμνή

που η γυμνότητα φαινόταν ένδυμά της

κι η τελειότητα του σχήματός της

ήταν μια λύση.

 

Ίσως ελευθερία μιας στιγμής στο χρόνο,

τόσο πυκνής, που ήταν της ψυχής

παραδοχή.

Δεν μπορεί νάταν άψυχο

το τέλειο σώμα. Η συμμετρία

είναι το πνεύμα της ζωής.

 

Ποιος σου την έμαθε;

Τι σου την αποκάλυψε;

Πώς το γνωρίζεις κι ομολογείς;

 

Όχι, δεν ήταν πια ο έρωτας.

Η επιθυμία είχε ξεπεραστεί.

Ούτε η γαλήνη εσήμαινε τη νίκη.

 

Ήσυχη η γυναίκα στον εαυτό της

περιείχε την γέννηση.

 

ΖΩΗ  ΚΑΡΕΛΛΗ, ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ, 1957

 

***

 

  1. ΑΠΟΓΥΜΝΩΣΗ

 

Όταν θα τελειώσουνε τα τραγούδια,

όταν η ποίηση θα χτυπήσει τα χέρια της

όπως όταν σημαίνει η τελευταία καμπάνα

μιας μέρας που τέλειωσε – τότε,

φτωχός, φτωχότατος άνθρωπος,

ένα με τα πράγματα και τις πέτρες,

 

θάχω βγάλει το ρούχο που μούδωσε ο Θεός,

το καπέλο που με προστάτευε, τα παπούτσια,

το ρολόι μου για το χρόνο,

το δαχτυλίδι του αρραβώνα μου.

 

Πιεσμένος στο χώμα, θα γυρίσω τις πλάτες μου να μη βλέπω

και έρποντας, έρποντας, θ’ αποσυρθώ στο καλύβι μου,

στο μέλλον μου, στη σκηνή μου,

σε μια σταγόνα αέρος.

 

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ  ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

 

 

***

 

16.  ΓΥΜΝΗ ΑΛΗΘΕΙΑ

Ψυχορραγεί το φως του κεριού
στον απέναντι τοίχο.
Από το βάθος μίας υπόγειας στοάς
με κοιτάζει το ασαφές σκοτεινό μου πρόσωπο.


Μία ακτίνα φωτός εξαντλείται στο βάθος.
Το πιο δικό μας γίνεται εν αγνοία μας.


Ο πιο αληθινός εαυτός μας είναι αθέατος.
Το πιο αληθινό μας πρόσωπο δεν έχει νόημα.
Δεν υπάρχει λέξη για την πιο γυμνή μας αλήθεια.

ΘΕΟΦΑΝΗΣ ΣΒΕΣ,  Ποιήματα (2011)

 

 

***

 

17. Η ΠΙΟ ΓΥΜΝΗ ΨΥΧΗ ΜΑΣ

Η πιο γυμνή ψυχή μας
κατοικεί σ’ ένα μικρό πουλί,
στο πέταλο που τρέμει ενός λουλουδιού,
σ’ ό,τι αποσιωπήθηκε από αγάπη ή κατανόηση,
στην κορυφή μιας μουσικής μέσα στην νύχτα,
στο ραγισμένο δάκρυ μιας επιστροφής,
στην θερμότητα μιας μεταμέλειας,
στο χαμηλό ύψος μιας ταπεινής πράξης.

ΘΕΟΦΑΝΗΣ ΣΒΕΣ,  Ποιήματα (2011)

 

 

***

 

  1. ΓΥΜΝΑ ΓΡΑΝΙΤΕΝΙΑ ΚΟΡΜΙΑ

 

Γυμνά γρανιτένια κορμιά

από την σύλληψη ώς την πτώση,

στέκουν εκφραστικά, αμήχανα, θλιμμένα

στον υπαίθριο κήπο τού Όσλο.

Όπως τα σμίλεψε ο Βίγκελαντ

εκφράζοντας τον ανθρώπινο χρόνο

δίχως προοπτικές βελτίωσης.

 

Οι αρχαίοι Έλληνες αγαλματοποιοί

δημιούργησαν μία άγνωστη θεότητα

αφήνοντας ένα παράθυρο ανοιχτό.

 

BAΓΓΕΛΗΣ  ΧΡΟΝΗΣ, Τα αγάλματα και οι ψυχές, Καστανιώτη, Αθήνα 2016, σ. 52

 

 

 

ΓΥΜΝΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ,  Γεωργία Νταγάκη

 

  1. ΓΥΜΝΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ


Εδώ τα πάντα ξέστηθα
κι αδιάντροπα λυσσάνε
αστέρι είν’ ο ξερόβραχος,
και το κορμί φωτιά.
Εδώ ειν’ ο ίσκιος όνειρο
εδώ χαράζει ακόμα
στης νύχτας το αχνό στόμα
χαμόγελο ξανθό.

Εδώ ο λεβέντης μάγεμα
η σάρκα αποθεώθη,
οι παρθενιές, Αρτέμιδες,
Ερμήδες είναι οι πόθοι.
Η κάθε ώρα ολόγυμνη,
θάμα στα υγρόζωα κήτη
πετιέται κι η Αφροδίτη
και χύνεται παντού.

Μέτωπο, μάτια, κύματα
μαλλιά γλουτοί, λαγόνες
κρυφά λαγκάδια του Έρωτα
ρόδα, μυρτιές, κρυψώνες.
Τα στρογγυλά, τα ολόισια
χνούδια, γραμμές, καμπύλες
ω θείες ανατριχίλες,
χορεύτε το χορό.

Κάτι γυμνό και ξέσκεπο
στα ολανοιγμένα πλάτια,
που ζωντανό θα το δειχναν
μόνο δυό φλόγες μάτια,
κάτι από τους σάτυρους
κρατιέται κι ειναι αγρίμι
και είν’ η φωνή του ασήμι,
μη φύγεις, ειμ’ εγώ.

ΚΩΣΤΗΣ  ΠΑΛΑΜΑΣ

 

 

***

 

  1. ΓΥΜΝΟΤΗΤΑ


Τα πιο ωραία που γνώρισα και τα πιο πλήρη
ήταν πάντα γυμνά.
Γυμνή καίει η αλήθεια γυμνός πονά ο θάνατος,
γυμνή ανθίζει η χαρά, σαν το νερό
και σαν το πράσινο χορτάρι,
γυμνό το σώμα και το πρόσωπο της αγαπημένης μου.

Ό, τι αποκαλύφθηκε γυμνό
κανένα ντύμα δεν μπορεί να το σκεπάσει.
Γυμνός χορεύει πάνω σε ακονισμένο μαχαίρι ο πόθος
και νόημα θεϊκό δίνει στο ένστικτο.
Γυμνή βαδίζει η ψυχή στη έσχατή της κρίση
ανάμεσα στο Μηδέν και στο Είναι.

Το ωραίο σώμα έχει τη δική του αλήθεια
ακόμη κι αν το ευτελίζουν.
Πέρα από την ασχήμια των σκέψεων και των υπολογισμών
γυμνό προβάλλει τη βαθύτερη απ’ το ήθος ηθική του.

Δίχως τις μάσκες των παραστάσεων
και τα κοστούμια των ρόλων,
δίχως τις μάσκες της ψυχής και τα κουρέλια του θανάτου,
γυμνοί όπως ήρθαμε να ζήσουμε,
γυμνοί να φύγουμε μέσα στη μήτρα της γης
και να εμφανιστούμε μπρος στους απογόνους.


ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΟΛΕΣΚΗΣ,  Από το ελάχιστο, 2001

 

 

***

 

  1. ΓΥΜΝΟ ΣΑΝ ΒΡΕΦΟΣ

Γυμνό γεννιέται το ποίημα – πιο γυμνό κι από βρέφος
με κλάμα και άναρθρες κραυγές φωνάζει για την ύπαρξή του.
Έτσι γυμνό και απροσάρμοστο
είναι μονάχα μια λάμψη ελευθερίας
ένα στροβίλισμα συγκίνησης
μια υπόσχεση αθανασίας.

 

Το προσαρμόζουμε στη δεδομένη γλώσσα,
το εντοιχίζουμε στα δεδομένα μέτρα,
το ντύνουμε πολιτική και ιδεολογία,
το κοινωνικοποιούμε…
Μ΄ ένα οπλοστάσιο συμβάσεων προχωρούμε
αφού δεν ξέρουμε άλλο τρόπο
να το κάνουμε να υπάρξει.

 

Μ΄ αυτά τα δεδομένα, ωστόσο,
η μόνη ελπίδα να υπάρξει στο τέλος το ποίημα
είναι να καταφέρει να προβάλλει
πίσω απ΄ τα ντύματα και τις συμβάσεις
τη γυμνότητά του. Και σαν βρέφος
να στριγγλίζει θαμπωμένο απ΄ τη ζωή.

 

ΓΙΩΡΓΟΣ  ΜΟΛΕΣΚΗΣ

 

 

***

 

  1. ΓΥΜΝΙΑ

    

Από το πρώτο κι όλας βράδυ

φύγανε όλα τα σπίτια με τον άνεμο.

Φύγανε και τα δέντρα και μείναμε

κάτω από έναν ουρανό στεγνό κι αδιάφορο,

ούτε λάμψη, ούτε φως, ούτε υπόσχεση.

 

Όλοι και όλα εξισωμένα,

δίχως ρίζα, δίχως πέτρα, δίχως τάφο.

Κι αλίμονο του που έχει τέτοια ανάγκη.

 

ΓΙΩΡΓΟΣ  ΜΟΛΕΣΚΗΣ

 

*Η ανάρτηση είναι της φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής!

 

Πες το με ποίηση (193ο): «Μαχαίρι»

 

-«Το γήρασμα του σώματος και της μορφής μου είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι
(Κ. Π. Καβάφης)

 

 

 -«Εκείνη τη νύχτα άδειασα τόσο, που όταν μου πέταξαν το μαχαίρι δε βρήκε που να καρφωθεί.»

(Τάσος Λειβαδίτης)

 

****

 

 

-«…Ώσπου σε μια στιγμή

Άνοιξε κάποιος το μαχαίρι

Κι έσκισε το πουκάμισό του

Κι είδανε τ’ όνομά του γραμμένο στο στήθος

Πάνω ακριβώς στο μέρος της καρδιάς.»

(Μ. Αναγνωστάκης)

-«Κάποιος

Θα  πλύνει    κάποτε

Το  αίμα   απ’ το  μαχαίρι

Κάποιος

Που  δε  θα  ξέρει

Ούτε  και   θα’  χει  υποπτευθεί

Έτσι  θα  γίνει

Βέβαια , μπορεί

Και  να  πετάξει   το  μαχαίρι

Στα   σκουπίδια

Και   θά΄ ναι   κρίμα

Όχι  για  το  αίμα – φυσικά

Αλλά  για  την  υπέροχη  λαβή

Τη  λίγο σκαλιστή

Στα   δύο  γράμματα

Τα  αρχικά

Τα  αιματοκυλισμένα»

(Αγγελική Ελευθερίου, από το βιβλίο «Θα καπνίζω»)

 

 

*****

 

 

-Αργύρης Χιόνης, «Περί μαχαιριών»

  1. Ένα μαχαίρι που ακονίστηκε αμέτρητες φορές, που ακο-

νίστηκε ως την εξαφάνιση, ειν’ ένα μαχαίρι εξαϋλωμένο, ειν’

ένα μαχαίρι εξιλεωμένο.

 

 

  1. Ένα μαχαίρι που έκοψε, έκοψε αμέτρητες φορές, ώσπου η

αιχμή του στόμωσε, όσο κι αν φαίνεται άχρηστο, είναι σοφό

μαχαίρι. Έπαψε πλέον να μοιράζεται σε χίλιες δυο εντυπώ-

σεις, καρπούς και σάρκες τεμαχίζοντας, από χυμούς και αίμα

μεθώντας. Απόκτησε εσωτερική ζωή και στη μοναδική αλή-

θεια του θανάτου συγκεντρώθηκε. Η κόκκινη σκουριά, που

ιδρώνει η λάμα του, μιλάει για τη μέσα του αγωνία.

 

 

  1. Ένα μαχαίρι που πετά και στον στόχο καρφώνεται ειν’

ένας αετός μ’ αλάνθαστο ράμφος.

Ένα μαχαίρι που πετά και στη μέση της πτήσης του πέφτει

ειν’ ένα κουρασμένο χελιδόνι.

 

 

  1. Ένα μαχαίρι ακουμπησμένο στο τραπέζι, πλάι στο πι-

ρούνι ή το κουτάλι, ένα καθ’ όλα ήμερο μαχαίρι, ένα κοινό

επιτραπέζιο σκεύος, παρ’ όλα τα φαινόμενα, καμιά δεν έχει

σχέση με το υπόλοιπο σερβίτσιο. Για να το νιώσεις, φτάνει να

προσέξεις τη σαρκαστικήλ λάμψη της κόψης του, να δεις πως

σπαρταρά μόλις σερβιριστεί το κρέας.

 

 

  1. «Κοιμισμένο στο συρτάρι της κουζίνας, το ταπεινό μαχαίρι

ονειρεύεται πως γίνεται σπαθί κι αστράφτει απειλητικά

μέσα στον κουρνιαχτό της μάχης.
Την άλλη μέρα, τεμαχίζοντας καρότα, μέσα στους

υδρατμούς και στις κλαγγές σκευών, θαρρεί πως

ξανακούει το κάλεσμα της σάλπιγγας κι ορμάει,

ξαφνικά, ακάθεκτο και κόβει της νοικοκυράς το

δάχτυλο.»

 

 

  1. Υπάρχουνε μαχαίρια που ζήσαν πολυτάραχη ζωή κι

αλλάξαν πλήθος χέρια πριν καταλήξουν, θλιβεροί απόμαχοι,

στη σκονισμένη σιωπή των παλαιοπωλείων, αιμοσταγή μα-

χαίρια που πωλούνται, τώρα, κι αγοράζονται ως χαρτοκόπτες.

 

 

  1. Φτωχό μαχαίρι, στομωμένο, άλλοτε για την κόψη σου κα-

μάρωνες, τώρα, για τη λαβή σου.

 

 

 

  1. Το δίκοπο μαχαίρι δεν μπορεί ν’ αλλάξει γνώμη, δεν μπο-

ρεί τα νώτα του να στρέψει στη σφαγή.

 

 

  1. Πες μου με τι μαχαίρι θα κοιμηθείς για να σου πω με τι

πληγή θα ξυπνήσεις.

 

 

  1. «Μάχαιρα έδωσες, μάχαιρα θα λάβεις» έλεγαν οι παλιοί και

εννοούσαν, φυσικά, τη φιλική χειρονομία του δώρου και του

αντίδωρου που, δυστυχώς, έχει εκλείψει πλέον.

 

 

  1. Διόλου τυχαίο που το χέρι ομοιοκαταληκτεί με το μαχαίρι,

μαζί στο φόνο καταλήγουν.

 

 

  1. Χαρούμενα βελάζουμε, μα χέρι φονικό μαχαίρι ετοιμάζει.

 

(Αργύρης Χιόνης, Η φωνή της σιωπής, Νεφέλη)

 

 

 

-Αργύρης Χιόνης, [Είναι δυο άνθρωποι]

«Είναι δυο άνθρωποι. Ο ένας με μαχαίρι, ο άλλος άοπλος.
Αυτός με το μαχαίρι λέει στον άλλο: «Θα σε σκοτώσω».

«Μα γιατί;», ρωτά ο άοπλος «τι σου ‘χω κάνει; Πρώτη φορά βλεπόμαστε. Ούτε σε ξέρω ούτε με ξέρεις».

«Γι’ αυτό ακριβώς θα σε σκοτώσω. Αν γνωριζόμασταν, μπορεί να σ’ αγαπούσα», λέει αυτός με το μαχαίρι.

«Ή και να με μισούσες», λέει ο άοπλος. «Να με μισούσες τόσο, που με χαρά μεγάλη θα με σκότωνες. Γιατί να στερηθείς μια τέτοια απόλαυση; Έλα να γνωριστούμε!»

«Κι αν σ’ αγαπήσω», επιμένει ο οπλισμένος, «αν σ’ αγαπήσω, τι θα κάνει ετούτο το μαχαίρι;»

«Ω, μη φοβάσαι», λέει ο άοπλος, «σκοτώνει ακόμη κι η αγάπη. Και τότε είναι ακόμη πιο μεγάλη η απόλαυση».»

(Αργύρης Χιόνης, Η φωνή της σιωπής, Νεφέλη)

 

 

-Άρης Αλεξάνδρου, «Το μαχαίρι»

«Όπως αργεί τ’ ατσάλι να γίνει κοφτερό και χρήσιμο μαχαίρι

έτσι αργούν κι οι λέξεις ν’ ακονιστούν σε λόγο.

Στο μεταξύ

όσο δουλεύεις στον τροχό

πρόσεχε μην παρασυρθείς

μην ξιπαστείς

απ’ τη λαμπρή αλληλουχία των σπινθήρων.

Σκοπός σου εσένα το μαχαίρι.»

 

(http://www.poiein.gr/archives/648)

 

 

 

-Φ. Γκ. Λόρκα (μτφ. Οδυσσέα Ελύτη), «ΤΑ ΜΑΧΑΙΡΙΑ»

Καταμεσής στη ρεματιά
λάμπουνε τα μαχαίρια

 

Ωσάν ψάρια αστραφτερά

που κανείς δεν τα προφταίνει
και το αίμα τα ομορφαίνει

 

Μες στις άγριες πρασινάδες
ανεβαίνουν με το πλάι
πάνω σ’ αψηλές φοράδες

 

Άγγελοι μαύροι έφερναν

μέσα στο φως το αγριωπό
μαντίλες και χιονόνερο

 

Ο Χουάν Αντόνιο στην πλαγιά
πέφτει με μια λαβωματιά

 

Έχει ανεμώνες στο πλευρό

και ρόδι έχει στον κρόταφο

 

Κατάκοπο από τις φωνές

το απόβραδο μες στις συκιές
σωριάζεται λιπόθυμο

 

Κι οι μαύροι άγγελοι ολοένα

με τα μεγάλα τους φτερά

πετούσαν μες στο ηλιόγερμα.

 

(Ο. Ελύτης, Ποίηση, Ίκαρος)

 

 

 

-Φ. Γκ. Λόρκα, «θρήνος από τον «Ματωμένο Γάμο»»

Μάνα:
Γειτόνισσες: μ’ ένα μαχαίρι,
μ’ ένα μικρό-μικρό μαχαίρι,
μέρα πικρή κι αφορεσμένη,
καν δυο, καν τρεις θα ‘ταν η ώρα,
δυο άντρες σκοτωθήκανε γι’ αγάπη.
Μ’ ένα μικρό-μικρό μαχαίρι,
π’ ούτε το χέρι δεν το πιάνει,
μα κείνο μπαίνει παγωμένο
στη ξαφνιασμένη μας καρδιά,
και σταματά εκεί που τρέμει
θολή κι αξήγητη για πάντα
η σκοτεινή μας ρίζα της κραυγής.
Κι είναι, σας λέω, ένα μαχαίρι,
ένα μικρό-μικρό μαχαίρι,
ψάρι χωρίς ποτάμι, χωρίς λέπια,
π’ ούτε το χέρι δεν το πιάνει.
Κι όμως μι’ αφορεσμένη μέρα,
καν δυο, καν τρεις θα ‘ταν η ώρα,
με τούτο το μικρό μαχαίρι
δυο παληκάρια μείναν κάτου
με πανιασμένα τους τα χείλια.
Ούτε το χέρι δεν το πιάνει
μα κείνο μπαίνει παγωμένο
στη ξαφνιασμένη μας καρδιά,
και σταματά εκεί που τρέμει
θολή κι αξήγητη για πάντα
η σκοτεινή μας ρίζα της κραυγής.

(https://www.vakxikon.gr/)

 

 

-Έκτωρ Κακναβάτος, «Όπως ο Αίας»

«Ανάμεσα σε πέτρες που δεν είδανε
τον ίσκιο τους ποτές
που δεν ακούσαν τη φωνή του
τόσο υψίσυχνη μες στα φωνηεντόληκτα, είπα:
Κλείστε τις ποριές, όχι άλλοι «σωτήρες»·
μεσολάβησαν τα Τρωικά. Ο λόγος μου
δίχως πια τα άμφιά του, γυμνός
όπως η πότνια βάτος
αναθρώσκοντας τά που του σφίγγανε το
υπογάστριο
«ιερά, εθνικά» και άλλα τέτοια χάχανα
χύθηκε κατεπάνω στο μαχαίρι του
όπως ο Αίας.»

(Έκτωρ Κακναβάτος. 2010. Ποιήματα (1943–1987). Αθήνα: Άγρα.)

 

 

 

-Δημήτρη Πέτρου, ΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ ΣΤΗΝ ΠΗΓΗ

«Το αίμα
ξεπλένεται με νερό
Αντίθετα απ’ ό,τι λένε
Ανάποδα απ’ όσα διδάσκουν
τα βιβλία και οι διηγήσεις
Έτσι κάνεις
το μαχαίρι στην πηγή
και πάει έφυγε
Έβαψε κόκκινο τον κάμπο
Τις φωλιές των αγριμιών
έβαψε
Τις κρύπτες στα πέτρινα τα σπίτια
Κι όποιον κακότυχο βρεθεί
στο δρόμο
Και δεν σβήνει την αυγή
Με τη νέα μέρα δεν ξεχνιέται
το μαύρο στην πληγή
Το μαύρο, λέω,
δεν ξεχνιέται.»

(http://apoikia.gr/kokkinos-kampos-poiimata-dimitris-petrou/)

 

 

 

Πες το με ποίηση (192ο): «Γλώσσα»

 

1. ΤΗΝ ΓΛΩΣΣΑΝ ΜΟΥ ΕΔΩΣΑΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ

Την γλώσσα μου έδωσαν ελληνική
το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Ομήρου.


Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου στις αμμουδιές του Ομήρου.
Εκεί σπάροι και πέρκες
ανεμόδαρτα ρήματα
ρεύματα πράσινα μες τα γαλάζια
όσα είδα στα σπλάχνα μου ν’ ανάβουνε
σφουγγάρια, μέδουσες
με τα πρώτα λόγια των Σειρήνων
όστρακα ρόδινα με τα πρώτα μαύρα ρίγη.


Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου με τα πρώτα μαύρα ρίγη.
Εκεί ρόδια, κυδώνια
θεοί μελαχρινοί, θείοι κι εξάδελφοι
το λάδι αδειάζοντας μες στα πελώρια κιούπια
και πνοές από τη ρεματιά ευωδιάζοντας
λυγαριά και σχίνο
σπάρτο και πιπερόριζα
με τα πρώτα πιπίσματα των σπίνων,
ψαλμωδίες γλυκές με τα πρώτα-πρώτα Δόξα Σοι.


Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου με τα πρώτα -πρώτα Δόξα Σοι!
Εκεί δάφνες και βάγια
θυμιατό και λιβάνισμα
τις πάλες ευλογώντας και τα καρυοφύλλια.
Στο χώμα το στρωμένο με τ’ αμπελομάντιλα
κνίσες, τσουγκρίσματα
και Χριστός Ανέστη
με τα πρώτα σμπάρα των Ελλήνων.
Αγάπες μυστικές με τα πρώτα λόγια του Ύμνου.


Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα λόγια του Ύμνου.

 

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

 

 

***

 

  1. ΔΙΧΩΣ ΓΛΩΣΣΑΠερπατώ ανάμεσα σε ανθρώπους που περπατούν μιλώντας
    γλώσσες που δεν καταλαβαίνω
    σε δρόμους που δεν ξέρω πού με πάνε.

    Στους τοίχους φράσεις που δεν ξέρω τι λένε,
    τι φωνάζουν σιωπηλές.

    Μια γυναίκα πλησιάζει
    και με ρωτάει κάτι που δεν καταλαβαίνω,
    με ξαναρωτά, και πάλι δεν την καταλαβαίνω.

    Φαίνεται όνειρο μα είμαι ξυπνητός.

    Κι έτσι, μέρες τώρα θα μπορούσα να πω χρόνια,
    συνήθισα σιγά σιγά να μην καταλαβαίνω.

    Τη συμπάθησα τούτη την άγνοια,
    την έλλειψη που είμαι, την πραϋντική
    χαρά να μην μπορώ να επικοινωνήσω.

    Θυμάμαι ότι ο Κανέττι ονειρευόταν έναν άνθρωπο
    που δεν μιλούσε καμιά από τις γλώσσες του κόσμου.

    Juan Vicente Piqueras, Αθήνα, μετ: Κώστας Βραχνός, Γαβριηλίδης, 2014

 

 

***

 

  1. ΣΤΗΝ ΞΕΝΙΤΙΑ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ

Τυχαία ώρα. Τυχαία πλατεία. Τυχαία Ελλάδα.
Πάντως Κυριακή,
τότε που δέεσαι το χρόνο να ειρηνέψει.
Στα παγκάκια, μισοί να κάθονται, μισοί ανεβασμένοι.
Αλβανοί.
Τώρα μιλάνε δυνατά
και ξαναβρίσκουν όσα έκρυψε
φοβισμένος ο καιρός της σιωπής.
Ξενιτεμένοι μες στη γλώσσα τους.

 

Οι εδραίοι δεν της αποδίδουν σημασία,
καν δεν τη διακρίνουν
Γι αυτό κι ελευθερώνει ερμητικό τον ήχο της.
Στο θάλαμο τηλεφωνούν. Φιλιππινέζοι. Μάλλον.
Διπλά ξενιτεμένοι αυτοί
της γλώσσας και του δέρματος
δεσμεύουν τη φωνή τους
αθόρυβοι διασχίζουν το ακίνητο βλέμμα μας.

 

Συλλέκτης μάταιος επεισοδίων
παίρνεις να γράφεις σιωπηρά,
δίχως χαρτί ή μολύβι,
λες ξαναλές τις φράσεις μη χαθούν,
έχει ραγίσει ο ρυθμός,
κομπιάζει η μνήμη.

Εκείνο το βαρύ το αγενεολόγητο: «Πατρίδα του ποιητή η γλώσσα του»
σου τρώει το νου τον φαρμακώνει.
Μα ποια πατρίδα.
Λέξεις και λέξεις και πάλι λέξεις.
Ιθαγενής του κενού,
μετράς, διπλή- τριπλή η ξενιτιά της γλώσσας
όταν γράφεται.

 

Να μένεις έξω μακριά απ’ ό,τι πόθησες
ό,τι σχεδίασες πριν το αναθέσεις στα ρημάτια.
Να μένεις έξω μακριά
απ’ όσους δεν νοούν τη γλώσσα σου
σε άλλον ήλιο γεννημένοι.
Έξω μακριά κι απ’ ους ομόγλωσσους
που διασχίζουν την παλιλλαλία σου αδιάφοροι.

 

Μια ξενιτιά η πατρίδα σου.
Σαν έρωτα που τον ζητάς
μόνον για να τον χάσεις.


(Π. Μπουκάλας, Ρήματα, Άγρα)

 

 

***

 

  1. ΟΙ ΕΚΑΤΟ ΓΛΩΣΣΕΣ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝΤο παιδί αποτελείται από εκατό.
    Το παιδί έχει:
    εκατό γλώσσες,
    εκατό χέρια,
    εκατό σκέψεις,
    εκατό τρόπους σκέψης
    παιχνιδιού και ομιλίας.

    
Εκατό πάντα εκατό
τρόπους να  ακούει και να αγαπά.
Εκατό χαρές
να τραγουδά και να καταναλαβαίνει.
Εκατό κόσμους
να ανακαλύψει.
Εκατό κόσμους
να εφεύρει.
Εκατό κόσμους
να ονειρευτεί.
Το παιδί έχει
εκατό γλώσσες
(και εκατό εκατό εκατό περισσότερες…)
Αλλά κλέβουν τις ενενήντα εννέα…
το σχολείο και ο πολιτισμός!

Διαχωρίζουν το κεφάλι από το σώμα.
Λένε στο παιδί:
να σκεφτεί χωρίς χέρια,
να το κάνει χωρίς κεφάλι,
να ακούει και να μην μιλάει,
να μαθαίνει χωρίς χαρά.
Να αγαπά και να θαυμάζει
μόνο το Πάσχα και τα Χριστούγεννα

   
Λένε στο παιδί:
να ανακαλύψει τον κόσμο που ήδη υπάρχει.
Και από τις εκατό
κλέβουν τις ενενήντα εννέα.
Λένε στο παιδί:
Αυτό είναι το έργο και το παιχνίδι,
η πραγματικότητα και η φαντασίωση,
η επιστήμη και η φαντασία,
ο ουρανός και η γη,
η λογική και το όνειρο
είναι πράγματα
που δεν πάνε μαζί.


Και έτσι, λένε στο παιδί
ότι οι εκατό δεν υπάρχουν
Και το παιδί λέει:

«ΑΠΟΚΛΕΙΕΤΑΙ. Οι εκατό υπάρχουν!!!!»

Loris Malaguzzi

 

 

 

Νατάσσα Μποφίλιου – Βαβέλ


  1. λληνικ γλώσσα ταν κάποτε φύγω π τοτο τ φς
    θ
    λιχθ πρς τ πάνω πως να
    ρυακάκι πο
    μουρμουρίζει.


Κι
ν τυχν κάπου νάμεσα
στο
ς γαλάζιους διαδρόμους
συναντήσω
γγέλους, θ τος
μιλήσω
λληνικά, πειδ
δ
ν ξέρουνε γλσσες. Μιλνε
μεταξ
τους μ μουσική.

 

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

 

 

***

 

  1. Η ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΤΟ ΠΡΟΣΚΛΗΤΗΡΙΟΚαι μέσα στο τίποτα, υπάρχει μια γλώσσα,
    Περισσεύει το φως και μέσα στο τίποτα
    και ρέει προς τα έξω. Περνά στην καρδιά μου,
    φλεβίζει στο χέρι μου, ζητά να το ειπώ,
    να το γράψω,
    Αλλά πώς:

Δε βρίσκω τις λέξεις γιατ’ είν’ απ’ του κόσμου
τον πλούτο πιο λίγες. Πιο λίγες απ’ τα
γεγονότα της άνοιξης. Προσπαθώ, συμμετέχω,
επιμένοντας μ’ όλα τα δάκρυα μου, μ’ όλους
των φλεβών μου τους χτύπους. Προσπαθώ ν’ αποχτήσω
μια επαφή με το φως, μ’ αυτές τις αμέτρητες
λέξεις που λάμπουν, μια επαφή με τη γλώσσα
που θάγραφα ένα προσκλητήριο, σαν την ανατολή του ηλίου:

Με στίχους αχτίνες.
Με στίχους σπαθιά. Με στίχους αγάπη

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

 

***

 

  1. ΠΟΛΛΕΣ ΦΟΡΕΣ

 

Πολλές φορές μου έτυχε ν’ ανακαλύψω,

περιδιαβάζοντας τον κόσμο, πως μου λείπουνε λέξεις. Έτυχε

να ιδώ

τοπία ωραία ή πρόσωπα. Έτυχε απ’ την άλλη

να ιδώ αγωνίες, τραύματα, φόβους, αλλά δεν μπόρεσα.

Δεν είχα τ’ απαιτούμενα να τ’ αναπαραστήσω.

Υπήρχαν πράγματα χωρίς λέξεις. Έτσι κατάλαβα

πως είναι η γλώσσα μου γυμνή. Πως στέκομαι όπως ένας

ψευδός μπρός σε μια θάλασσα ανέκφραστη που βουίζει,

βουίζει,

βουίζει,

βουίζει,

ατελεύτητη.

 

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

 

 

Γιώργος Νταλάρας – Μια γλώσσα μια πατρίδα

 

8.ΜΙΑ ΓΛΩΣΣΑ ΜΙΑ ΠΑΤΡΙΔΑ


Μια χούφτα είν’ ο άνθρωπος
από στυφό προζύμι
γεννιέται σαν αρχάγγελος

πεθαίνει σαν αγρίμι.

 

Του μένει μόνο στη ζωή
μια γλώσσα μια πατρίδα
η πρώτη του παρηγοριά
και η στερνή του ελπίδα.

 

Όλο το βιός κι η προίκα του
ένας καημός στα στήθια
κι ο τόπος που τον γέννησε
η δυνατή του αλήθεια.

 

Για ιδέστε κείνο το παιδί
με τα γερά τα χέρια
πώς οδηγεί τ’ αδέρφια του
ν’ ανέβουν ως τ’ αστέρια.

 

Κι απ’ τα βουνά της Ρούμελης
και τα νησιά του νότου
ένας πανάρχαιος παππούς
κοιτάει τον εγγονό του.

 

ΝΙΚΟΣ  ΓΚΑΤΣΟΣ

 

 

***

 

 

  1. Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΟΥ ΑΔΑΜ

 

Άνοιξε το κλουβί –το ποίημα

να ιδείς που οι λέξεις μένουν με ριζώματα
και αρμούς και ιδίως με εντελέχεια που τις ωθεί
κι όπως χύνονται από μέσα τους γλυκά νερά της γέννας
με τον πλακούντα να παραμερίζει μ’ άλλα τρύπια νέφη

 

γύρισε αθέατα το διακόπτη της Εκάτης
——————————–να αναδυθεί

το ποίημα φεγγαροπρόσωπο
και κάτω ο νερονόμος ποιητής ανάμεσα σε πουλολόγους

 

ή ο ποταμός Νείλος που με το φύσημα των νερών του
χάνουν οι αγρότες τους όχτους

γιατί η γεωμετρία του ποιήματος
έχει από μέσα της όρια
και με πέντε λέξεις και δυο ιχθείς του δάσους του
χορταίνουν οι ακτήμονες

 

Μόνο μην κλείνεις το κλουβί· ακούμπησε
τις χυμένες αισθήσεις σου στο άνοιγμα
κι άκουσε τι συμβαίνει στο στάβλο του το χάραμα
που η φύση ορίζεται από το φύλο της πρωτόγονα

κι η γλώσσα είναι του Αδάμ

 

ΘΑΝΑΣΗΣ  ΤΖΟΥΛΗΣ

 

 

***

 

 

  1. ΕΣΩΖΕ Μ᾿ ΕΝΑ ΒΛΕΜΜΑ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΤΟΥ ΧΡΩΜΑΤΑ

 

Κάθε φορά πού κυρ λέξανδρος γύριζε στό παιθρο

ερισκε καί τά σωζε μ᾿ να βλέμμα τς γλώσσας του

χρώματα δίως ατά πό τή γ πού τά λεγαν δίφορα

κι πως τά γγιζε γίνονταν παραχρμα ονωπό

τό πρόσωπό του

πό αδώ πού ταν τά χρώματα σκεπ

 

πως καί γύρη τους πού πεφτε στά μέλη του

καί δίως στήν πολύτεκνη γραφή του

(Καί γάμον βρου το ποταμο)

 

ΘΑΝΑΣΗΣ  ΤΖΟΥΛΗΣ

 

 

***

 

 

  1. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΒΡΩ ΜΙΑ ΓΛΩΣΣΑΠρέπει να βρω μια γλώσσα
    Που να ενώνει τα σύννεφα
    Να χωρίζει τη θάλασσα
    Να οξύνει τον πόνο
    Για να μπορώ να σε κοιτάζω
    Σκύβοντας και ρωτώντας
    Ρουφώντας και παίζοντας
    Περπατώντας στα τέσσερα.

    Πρέπει να βρω μια γλώσσα
    Που να ταιριάζει στις φωνές
    Όταν θα δύουν οι αισθήσεις
    Και θα ξυπνά το αίσθημα
    Όταν θα βάζω το νύχι
    Στις πληγές, το ακάνθινο στεφάνι
    Στα μαλλιά μου.

    Πρέπει να βρω μια γλώσσα πυρετού
    Που να γεμίζει πύον
    Θα γίνεται μπλε το πρωινό
    Και τρυφερό το βράδυ.
    Πρέπει να βρω μια γλώσσα
    Που θα ‘χει την πίκρα
    Του πιο γλυκού φιλιού
    Την αλαφράδα του πουλιού
    Και το στυφό της γνώσης.

    Πρέπει να βρω μια γλώσσα
    Για να σου μιλήσω.

 

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ  ΙΣΑΡΗΣ,   Θα επιστρέψω φωτεινός (Ποιήματα 1993-1999) (2000)

 

 

***

 

  1. ΑΦΩΝΗ ΓΛΩΣΣΑΑπό μακρυά μόνο μιλούμε.
    Με τη φωνή μιλούμε, με τον αντίλαλο,
    Μ’ όλα τα όργανα της Απουσίας:

    Με Τηλεβόες,
    Κλήσεις,
    Με τηλέφωνα.

    Όταν βρεθούμε δοσμένοι
    ο ένας στον άλλο,
    Βυθισμένοι
    Στο κλίμα της Παρουσίας,
    Πρόσωπο μέσα στο πρόσωπο,
    Τότε,
    Δε μιλούμε,
    Δεν μπορούμε να μιλήσουμε.
    Τότε
    Μιλούμε αλλιώς.
    Μιλούμε την άλλη
    Γλώσσα την ανεκλάλητη.

    Την άφωνη γλώσσα της σιωπής.

    ΓΙΩΡΓΟΣ  ΘΕΜΕΛΗΣ, Το Δίχτυ των ψυχών (1965)

 

***

 

  1. Η ΓΛΩΣΣΑ Η ΑΜΙΛΗΤΗΔεν γίνεται ο άνθρωπος χωρίς πατρίδα∙
    σαν ψάρι έξω από τα νερά του
    και σαν να βγήκε απ’ ό,τι τον προστάτευε
    – την γλώσσα του.
    Χτίζει τους κήπους τις αυλές
    όχι το σπίτι
    Κι η μοναξιά – δεν φτάνει δεν αρκεί
    να φτιάξει μιας πατρίδας γη.

    Η μοναξιά τον κατοικεί τον έρωτα, μη
    την τρομάζεις, χαμογέλασες,
    και εφευρίσκει γλώσσα αμίλητη
    και γλώσσα τιμημένη.
    Τη σέβονται όλοι και υποκλίνονται
    και προσπερνούν
    Να μη θυμούνται
    τον έρωτα που κάποτε
    τους άνοιξε πανιά
    – κι αυτήν την μόνη και μοναδική
    γλώσσα για να μιλήσουν

    Που ελησμόνησαν.

    Εσύ κι εγώ είμαστε ασφαλείς και
    μη φοβάσαι – σαν μοναξιά
    κατοίκησέ με μη φοβηθείς.


Και άσε με
τις πόρτες σου ν’ ανοίξω
τα παράθυρα, σαν φως και φυλλαράκι
ίσκιος να εισχωρήσω κι εκεί σε τοίχους
και πατώματα και σε περβάζια παραθύρων
δες, να, εκεί αφήνεται ριζώνει κλαδάκια
βγάζει και καρπούς μυρωδικούς
η αντανάκλαση τού έρωτα κι αντιφεγγίσματα
σωμάτων που επάλεψαν κουράστηκαν τον πόλεμο
και ενοστάλγησαν την μυρωδιά βασιλικού και
μόσχου. Μη φοβηθείς.

Σ’ αυτήν την μαύρη χώρα του φωτός
σαν γη και πώς απλώνεται η όψη σου και συνεχώς
θυμάται και πάντα νοσταλγεί
το φως
το φως
το άλλο φως
Του έρωτα.

Εσύ
ποιαν άλλη χώρα να ζητήσεις
Εγώ
ποιαν άλλη γη.

ΜΑΡΙΑ ΚΥΡΤΣΑΚΗ, Μαύρη Θάλασσα (2000)

 

 

***

 

  1. ΓΛΩΣΣΑ

 

(Στον Σίντι Μοχάμεντ Λάκχνταρ-Μπάρκα, Αλγερία)

 

Η μάνα σου και η δική μου,

Χιλιάδες μίλια μακριά η μια από την άλλη,

Δεν έμαθαν ποτέ τους ούτε λέξη

Από τούτης της γης την ιστορία.

 

Κι όμως, εδώ, κι οι δυο μας

Δεν έχουμε παρά τούτης της γης τη γλώσσα

Για τις νεράιδες και για τους δαίμονες να πούμε

Που κατοικούν στις ιστορίες

Της μάνας σου και της δικής μου.

 

Muhammad Hesham, Μετάφραση: Νικολέττα Σίμωνος

 

***

 

  1. ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΩΝ ΦΤΟΝΕΡΩΝ ΓΛΩΣΣΩΝΣ’ αρσενικό, σε νίτρο, στη φωτιά
    Τ’ ασβέστη, σε μολύβι αναβρασμένο
    –Για να ξεμαγαρίσουν πιο καλά–,
    Σε πισσάλειμμα καλοδιαλυμένο,
    Σε ζουμί απ’ Οβριάς κάτουρα φτιασμένο
    Και σκατά. Σ’ αποπλύματα λεπρών,
    Σε λίγδες ποδαριών και παπουτσιών,
    Σ’ αψιά φαρμάκια ή μέσα σε καμπόσες
    Χολές φιδιώνε, λύκων, τσακαλιών,
    Τούτες οι φτονερές ας βράσουν γλώσσες!

    Σε μαύρου γερογάτου τα μυαλά
    Φαφούτη, με τομάρι ψωριασμένο,
    Σε γέρου μούργου –π’ όμοια έχει καλά–
    Λυσσάρικου, το σάλιο το πηγμένο,
    Σ’ αφρούς από μουλάρι αρρωστημένο
    Που τα’ όργωσαν οι κόψες ψαλιδιών,
    Σε νερά που πνιγμένων ποντικών
    Πλένε κουφάρια, βάτραχοι και τόσες
    Φίνες ράτσες ζουδιών σιχαμερών,
    Τούτες οι φτονερές ας βράσουν γλώσσες!

    Σε σουμπλιμέ που καίει τα σωθικά,
    Και σ’ αφαλό από φίδι μανιασμένο·
    Σ’ αίμα που το ξεραίνουνε σ’ αγγειά
    Οι κουρέηδες –σα βγαίνει γιομισμένο
    Το φεγγάρι– μαυροπρασινισμένο·
    Σε φάουσας έμπυα, σε νερά σγουρνών
    Που πλένουν κωλοπάνια· σε πορνών
    Κλύσματ, –δε με νιώθουν όσοι κι όσες
    Δεν τρέχουν στα μπορντέλα όπως εγώ–
    Τούτες οι φτονερές ας βράσουν γλώσσες!

    Για το σούρωμα αυτών των λιχουδιών
    Πάρ’ τον πάτο των χεσμένωνε βρακιών,
    Πρίγκηπά μου. Πρώτα όμως σε καμπόσες
    Τσίρλες μικρούλικώνε γουρουνιών
    Τούτες οι φτονερές ας βράσουν γλώσσες!

    François Villon, «Οι μπαλάντες κι άλλα ποιήματα», Εισαγωγή, έμμετρη μετάφραση και σχόλια Σπύρος Σκιαδαρέσης, Πλέθρον, Αθήνα 1979 [B΄ έκδοση (A΄ έκδοση, Institut Français d’Athènes, Αθήνα 1947)], σελ. 85-87.

 

 

***

 

  1. Η ΞΕΝΗ ΓΛΩΣΣΑ

 

Μπαίνω στην ξένη γλώσσα σάμπως να μπαίνω σε βασίλειο.

Ανάγλυφο λέξεων

που είναι κοιλάδες, βάλτοι, όρη.

 

Μερικές φορές συμπλέκονται και ακούω μια φωνή.

και ευλαβικές αφοσιώσεις που παραμένουν μυστικές

πλησιάζουν στο τραπέζι μου σαν φρουροί πανύψηλοι.

 

Συζητούν γενναίες, αλλάζουν βλέμματα,

τις ακούω ν’ ανασαίνουν σαν καθεδρικοί ναοί

και περπατώ στα ευρύχωρα κλίτη τους.

 

Τότε ανοίγει μια πόρτα και τη διαβαίνω.

Και πίσω υπάρχει ένα παλάτι με τον τεράστιο κήπο του

και μια καθάρια λίμνη όπου βουτώ και κολυμπάω.

 

RAFAEL FELIPE OTERIÑO, Μετ: Γιώργος Κεντρωτής.

 

 

***

 

  1. ΑΛΛΗ ΓΛΩΣΣΑ

 

«Έλεος»

φώναξε με τα μάτια.

Όμως

ο θύτης μιλούσε άλλη γλώσσα.

 

ΟΥΡΑΝΙΑ  ΚΟΥΝΆΓΙΑ, ΜΕΣΙΣΤΙΕΣ ΗΜΕΡΕΣ  ΑΥΤΟΧΕΙΡΑΣ ΠΟΘΟΣ (2012)

 

 

***

 

  1. ΔΙΚΗ ΜΟΥ ΓΛΩΣΣΑ Ο ΠΟΝΟΣ


γυμνός, απέραντος, ανυπόκριτος
εν αρχή ην ο πόνος
το μέγα της γης μαγνητικό πεδίο
η σφραγίδα των αιώνων

σύντροφοι, αντιλάλησε
ο υπέρτατος ειρηνοποιός
άστρα είναι τα δάκρυα του θεού
πάνω στο ανθρώπινο δράμα

η κραυγή που αναθρώσκει στον σύμπαντα κόσμο

ΤΟΛΗΣ  ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ, Ο πλοηγός του απείρου (1986)

 

 

***

 

 

  1. Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

 

ν Θες εναι γλώσσα, νας πο τόσες λλες φτιαξε

γι ν τς μπερδέψει στερα,

πς θ το ποταθομε κα πς

θ πιστέψουμε τι μίλησε κα τι σαε θ μιλε

ναποκρυπτογράφητα, μολονότι τοτο

π τ τίποτα καλύτερο εναι. Σίγουρα

κάτι καλύτερο π τ τίποτα εμαστε κι μες

πο χουμε ξεμείνει ν τραυλίζουμε. Κι λίμονο

ν μι μέρα ο φωνς λυθον κυρωθονε. γλώσσα,

ετε εναι ετε δν εναι τίποτα,

εναι πανούργα, εναι πολύτροπη.

 

EUGENIO MONTALE, Μετ: Γιργος Κεντρωτής.

 

 

***

 

  1. Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

 

Τα πλάσματα που βρίσκονται εκείθεν

του κεραυνού έχουν πει πως ο Θεός

    είναι αγάπη.

 

Γι’ αυτό κ’ οι στεναγμοί της ευφροσύνης μας,

το παραλήρημα, τα βογγητά μας, οι ανάσες μας,

είν’ όλα η γλώσσα της αγάπης

είν’ όλα αυτά η γλώσσα του Θεού.

 

    Οι άνθρωποι

όταν ακούν τη γλώσσα του Θεού οι άνθρωποι

δεν την αναγνωρίζουν και γι’ αυτό

λένε: «Θεός φυλάξοι… τ’ είν’ ετούτο…

ήρθε ο Σατανάς μέσα στα σπίτια μας… δεν ντρέπονται…

και νά ’χουμε παιδιά να τους ακούν…»

 

    Όμως οι άγγελοι

όταν ακούν τη γλώσσα του Θεού οι άγγελοι

ξέρουν κι ανακρατώντας τις φτερούγες τους

πάντα με σεβασμό παραμερίζουν.

 

ΓΙΑΝΝΗΣ  ΥΦΑΝΤήΣ, «Οι μεταμορφώσεις του μηδενός», Εκδόσεις Άγκυρα, 2006

 

*Η ανάρτηση είναι της φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής!

Πες το με ποίηση (191ο): «Σχολείο, δάσκαλος, μαθητής»

*Καλή σχολική χρονιά 2017 – 2018!!!!

 

-Κωστής Παλαμάς, “Τα σχολεία χτίστε”

 

«Με τη φλόγα που ψαίνει και που πλάθει,
με της καρδιάς τη φλόγα, με του Λόγου
τη δύναμη, ξεσκέπαστα, καθάρια,
και με τα χέρια, και με τα μαχαίρια,
τον τόπο πάρτε.
Κάτου σημάδια που έμπηξε το ψέμα!
Τα ταξίματα φέρτε στης Αλήθειας
της ιερής το βωμό και τα σφαχτάρια.
Στον τόπο απάνου όχι πολέμων κάστρα•
τα σκολειά χτίστε!
Λιτά χτίστε τα, απλόχωρα, μεγάλα,
γερά θεμελιωμένα, από της χώρας
ακάθαρτης, πoλύβοης, αρρωστιάρας
μακριά μακριά τ’ ανήλιαγα σοκάκια,
τα σκολειά χτίστε!
Και τα πορτοπαράθυρα των τοίχων
περίσσια ανοίχτε, νάρχεται ο κυρ Ήλιος,
διαφεντευτής, να χύνεται, να φεύγει,
ονειρεμένο πίσω του αργοσέρνοντας
το φεγγάρι.
Γιομίζοντάς τα να τα ζωντανεύουν
μαϊστράλια και βοριάδες και μελτέμια
με τους κελαϊδισμούς και με τους μόσκους•
κι ο δάσκαλος, ποιητής και τα βιβλία
να είναι σαν κρίνα.
Του τραγουδιού τη γλώσσα αντιλαλώντας,
και τα βιβλία σαν τα τραγούδια να είναι!
Στη γη της ομορφιάς, αρματωμένη
την Επιστήμη, η Ομορφιά, χαρά της!
αρχή σοφίας!
Τα σκολειά χτίστε, υψώστε τα πλατάνια
για το δροσό στης ρεματιάς τη χάρη,
για τον καρπό σπάρτε τα αμπέλια, ας είναι
τ’ αγαθά τους αγνά κρασιά, και ας είναι
γούρμα σταφύλια,
λογής, κεχριμπαρένια, άλικα, μαύρα.
Όπου απλωσιά, όπου ψήλωμα, όπου υγεία,
στα πέλαα ν’ αγναντεύουν τα καράβια
και τους αϊτούς να λαχταράν και τ’ άστρα
στα ουράνια πλάτια.
Και βαθιούς τράφους γύρω γύρω σκάφτε
και πύργους πολεμόχαρους υψώστε
και βαρδιατόρους βάλτε να κρατάνε
μακριά μακριά τον ψεύτη και τον πλάνο
της Ρωμιοσύνης.
Ξόβεργα και καρφιά κρατά και πάει
και πιάνει και καρφώνει και σκοτώνει•
του φτερωτού πιο απ’ όλα κυνηγάρης,
αρχίζοντας από τις πεταλούδες,
φτάνει στη Σκέψη.»

 

   
     

 

 

-«…Θυμάμαι μια μέρα , παιδί, έβρεχε,
ένας παράξενος ανθρωπάκος μπήκε στο προαύλιο του σχολείου,
ίσως για να προφυλαχτεί στο υπόστεγο απ’ τη βροχή, αλλά όχι, δεν ήταν για τη βροχή, γιατί κρατούσε ομπρέλα-απλώς μπήκε στη μικρή αποθήκη με τα βαλσαμωμένα πουλιά για το μάθημα της ζωολογίας-και κρεμάστηκε.
Μιλούσαμε μέρες γι’ αυτόν στην τάξη.
Ύστερα πέρασαν χρόνια χωρίς να τον θυμηθούμε.
Τώρα έρχεται τις νύχτες στον ύπνο μου
και με ρωτάει: «Πότε θα ξαναπάμε σχολείο;»

(Τάσος Λειβαδίτης)

 

 

-Γιώτα Αργυροπούλου, «Στο Δημοτικό»

“Τα μήλα ήταν μέλι.

Ο Μίμης και η Άννα αδέρφια αγαπημένα.

Δεν κάπνιζε το τζάκι τους,

δε μάλωναν,

δεν τα ’παιρνε ο πατέρας στο χωράφι.

Όλα κυλούσαν ήρεμα στο αναγνωστικό.

Άστραφτε νιάτα κι ομορφιά η βασίλισσα στο κάδρο

και το πουλί περιπλεγμένο μες στις δάφνες.

 

Σε φέτες απορίας γευόμουνα τον κόσμο.

Δεν άλλαξε η γεύση του,

συνήθισα μονάχα.»

(Από τη συλλογή «Νερά απαρηγόρητα», εκδ. Πλανόδιον, 2004)
 

 

-Αλέξης Σταμάτης, «Σχολική παράσταση»

 

“Η παράσταση εγκαινιάστηκε από το σχολικό πίνακα

μέσα από γεωμετρικούς τόπους και ανεστραμμένα είδωλα

σε τάξεις κόκκινες φλέβες που σπαρταρούσαν

των συμμαθητών την κοινοτυπία εκδικούμενες

του μικροπρεπούς εκείνου κοινού

του κατ’ ανάγκην εισπνεόμενου

του κοινού εκείνου που δηλητήριο μαζί και ανάγκη είναι.»

(Από τη συλλογή «Απλή μέθοδος των τριών», εκδ. Καστανιώτη)

 

-Γλυκερία Μπασδέκη, «Τρίτη Δημοτικού»

“είμαι εννιά

πάω Τρίτη

δεν πέθανε η μάνα μου,

στο σπίτι μένουν ζωντανοί

(ακόμα)

έχω τετράδια, κόλλες γλασέ, μ’ αρέσει

ο Δημήτρης απ’ την

Πέμπτη δε θα γεράσω σύντομα –θα

πάρει

χρόνια

θα βγάλω λύκειο, σχολές

Χριστούγεννα

θα βγάλω γλώσσα, ρούχα

επετείους

μα τώρα είμαι εννιά–

δε φτάσαμε στα κλάσματα

(ακόμα)»

(Από τη συλλογή «Σύρε καλέ την άλυσον», εκδ. Ενδυμίων, 2012)

 

Κωστή Παλαµά, “Στον ∆άσκαλο”
“Σµίλεψε πάλι, δάσκαλε, ψυχές!
Κι ότι σ’ απόµεινε ακόµη στη ζωή σου,
Μην τ’ αρνηθείς! Θυσίασέ το ως τη στερνή πνοή σου!
Χτισ’ το παλάτι, δάσκαλε σοφέ!

Κι αν λίγη δύναµη µεσ’ το κορµί σου µένει,
Μην κουρασθείς. Είν’ η ψυχή σου ατσαλωµένη.
Θέµελα βάλε τώρα πιο βαθειά,
Ο πόλεµος να µη µπορεί να τα γκρεµίσει.

Σκάψε βαθειά. Τι κι’ αν πολλοί σ’ έχουνε λησµονήσει;
Θα θυµηθούνε κάποτε κι αυτοί
Τα βάρη που κρατάς σαν Άτλαντας στην πλάτη,
Υποµονή! Χτίζε, σοφέ, της κοινωνίας το παλάτι …”

(http://natassaath.blogspot.gr/p/blog-page_11.html)

 

 

 

-Γιάννης Π. Τζήκας, «Δάσκαλε»

 

«Δάσκαλε, την πόρτα της τάξης σαν διαβείς

ψηλά το κεφάλι, χαμογέλα

ζεστή την καθημερνή σου καλημέρα να την πεις.

 

Κι όταν το μάθημα αρχίσεις

Λόγια πολλά μη λες

Οι κινήσεις σου απλές, λιτές

Μα τεντωμένες οι αισθήσεις.

 

Δώσε το λόγο στα παιδιά

Δεν έχεις τίποτα να πάθεις

Κοίτα τα μάτια τους τα λαμπερά

Πολλά απ’ αυτά έχεις να μάθεις.

 

Μη στέκεσαι στις στείρες γνώσεις

Συνεργασία, αγάπη, ανθρωπιά

Αυτά πρέπει να δώσεις

Το κριτικό το πνεύμα ν’ ανυψώσεις.

 

Δάσκαλε άκου…

Απ’ τη μεριά της Ζάκυθος

Σου κρένει ο ποιητής:

“Πάντ’ ανοιχτά, πάντ’ άγρυπνα

τα μάτια της ψυχής”»

 

 

Gabriela Mistral, «Η προσευχή της δασκάλας»

«Κύριε! Εσύ που δίδαξες, συγχώρα με που διδάσκω·
που φέρω το όνομα της δασκάλας,
που Εσύ έφερες όταν ήσουν στη Γη.

Δώσε μου την μοναδική αγάπη για το σχολειό μου·
που ούτε το κάψιμο της ομορφιάς να είναι ικανό
να κλέψει την τρυφεράδα μου απ’ όλες τις στιγμές.

Δάσκαλε, κάνε ακατάπαυστο τον ενθουσιασμό μου
και περαστική την απογοήτευση.
Βγάλε από μέσα μου αυτό τον ακάθαρτο πόθο
για δικαιοσύνη που εξακολουθεί να με ταράζει,
το γελοίο απομεινάρι της διαμαρτυρίας
που βγαίνει από μέσα μου όταν με πληγώνουν.
Να μην πονάει η αγνόηση και να μην θλίβομαι
για την λήθη αυτών που μας δίδαξαν.

Κάνε με να είμαι πιο μάνα από τις μάνες,
για να μπορέσω ν’ αγαπήσω
και να υπερασπίσω όπως αυτές,
αυτό που δεν είναι σάρκα της σάρκας μου.
Βόηθά με να πετύχω να κάνω για καθένα
απ’ τα παιδιά μου τον στίχο μου τέλειο
και να σου αφήσω αυτή την άφωνη,
την πιο δυνατή μου μελωδία,
για όταν τα χείλη μου δεν θα τραγουδούν πια.

Δείξε μου τη δύναμη του Ευαγγελίου σου έγκαιρα,
για να μην εγκαταλείψω τη μάχη της κάθε μέρας
και της κάθε ώρας γι αυτό.

Βάλε στο δημοκρατικό σχολειό μου,
τη λάμψη που σκορπίζεται
από το τρέξιμο των ξυπόλυτων παιδιών.

Κάνε με δυνατή,
ακόμα και στη γυναικεία αδυναμία μου
και στη γυναικεία φτώχεια μου·
κάνε με αδιάφορη για ότι μπορεί
να μην είναι αγνό,
για κάθε πίεση που δεν είναι
της θερμής θέλησής σου στη ζωή μου.

Φίλε, συντρόφεψέ με! Στήριξέ με!
Πολλές φορές δεν θα έχω άλλο
από Σένα στο πλευρό μου.
Όταν το δίδαγμά μου θα είναι πιο αγνό
και πιο θερμή η αλήθεια μου,
θα παραμείνω χωρίς τα εγκόσμια·
αλλά Εσύ τότε θα με κυβερνήσεις
ενάντια στην καρδιά σου,
που γνώρισε αρκετά
τη μοναξιά και την αδυναμία.
Δεν θ’ αναζητήσω παρά
στη ματιά σου τη γλυκύτητα της αποδοχής.

Δώσε μου απλότητα και βάθος·
λύτρωσέ με απ’ το να είμαι
περίπλοκη ή κοινότυπη στο καθημερινό μου μάθημα.

Δώσε μου δύναμη να υψώσω τα μάτια
πάνω από το στήθος μου με τις πληγές,
μπαίνοντας κάθε πρωί στο σχολειό μου.
Να μη φέρνω στην έδρα μου τις υλικές μου ανησυχίες,
τις καθημερινές μικροαστικές θλίψεις μου.

Ελάφρυνε το χέρι μου στην τιμωρία
κι απάλυνέ το, ακόμα πιο πολύ στο χάδι.
Να μαλώνω με πόνο,
να ξέρω ότι έχω διορθώσει αγαπώντας!

Κάνε να γεμίσει με πνεύμα
το χτισμένο με τούβλα σχολειό μου.
Να τυλιχτεί με τη λάμψη του ενθουσιασμού μου
η φτωχή του αυλή, η γυμνή του αίθουσα.
Η καρδιά μου να είναι η κολώνα του
και η αγνή μου θέληση πιο δυνατή
από τις κολώνες και το χρυσάφι
των πλούσιων σχολείων.

Και, τέλος, θύμιζέ μου
από την ωχρότητα του καμβά του Velazquez,
ότι το να διδάσκεις
και ν’ αγαπάς παράφορα στη Γη
είναι να φτάνεις με τη λόγχη του Λογγίνου
στην καυτή πλευρά του έρωτα.»

(http://hallofpeople.com/gr/text/mistral.pdf)

 

 

-Gabriela Mistral, «Η ΔΑΣΚΑΛΑ»

«Με τα ζεστά μαλλιά του παίζω

Που τα χωρίζω και τα ισιώνω

Και λες κρατώ μεσ’ στα σγουρά του

Των Μάγιας της διασποράς τον πόνο

 

Δώδεκα χρόνια που ‘χω αφήσει

τ’ αδρό μεξικανόπουλό μου

μα εγώ ακόμα το χτενίζω

είτε ξυπνή είτε στ’ όνειρό μου

 

Μάνας αγάπη είναι εκεί πέρα

Πιασμένη απ’ τα γόνατά μου,

Μια λύτρωση στα παιδιά πάνω

Που δε μ’ αφήνει να πεθάνω»

(http://www.lettre.gr/letter/material/mistral.pdf)

 

 

 

-Μπ. Μπρεχτ, «Δάσκαλε, μάθαινε»

 

«Δάσκαλε, μάθαινε!
Δάσκαλε,
μάθαινε!
Μην λες πολύ συχνά, πως έχεις
δίκιο, δάσκαλε!
Άσε τον μαθητή σου να το
νιώσει!
Όλη την ώρα την αλήθεια μην
την καταπονείς:
Δεν το
αντέχει.
Να ακούς όταν
μιλάς!»
 *»Μια ζωή στην ίδια τάξη»

 

 

-Γιάννης Κουβαράς, «ΑΠΟΦΟΙΤΟΙ 2008»

«Λίγα λιμάνια μοιάζουν με αγκαλιές
Του Βόλου της Κέρκυρας της Μυτιλήνης
Λίγες αυλές μοιάζουν με ανθισμένες αγκαλιές
Και μόνο μια είναι λιμανι και αγκαλιά μαζί
Η πλατυτέρα αγκαλιά των αυλών
αυτή του 2ου Λυκείου Βριλησσίων
Αυλή με τους ευκαλύπτους τις βρύσες
και τ’ αηδόνια του Παραδείσου, εσάς
Αυλή βεγγαλικό χρωμάτων και θαυμάτων
Στόλος άστρων ναυλοχεί στην ψυχή μου
Χιλιάδες φεύγουν από μέσα μου καικια
Εδώ ναυλοχούν και ελλιμενίζονται
φωταγωγημένες βρατσέρες σώματα πλεούμενα
σώμα βαθύ πλεούμενο της μέρας
Το κοπάδι των άστρων οδηγώ στην αγκάλη σας
Αλλά εσείς χαμηλώσατε τ’ άστρα
και λάμπουν απόψε χλωμότερα
πλάι στα φωτεινά πρόσωπά σας»

(Γιάννης Κουβαράς, «Ονείρου Οδύσσεια», εκδ. Γαβριηλίδης, 2013)

 

 

-Μπ. Μπρεχτ, «Οι πιο φτωχοί συμμαθητές απ’ τους συνοικισμούς των προαστίων»

«Οι πιο φτωχοί συμμαθητές με τα λεπτά παλτά τους
Ερχόταν καθυστερημένοι στο πρωινό μάθημα πάντα
Γιατί μοιράζαν γάλα ή εφημερίδες για τις μάνες τους.
Οι δάσκαλοι
Τους γράφανε στο μαύρο τους τεφτέρι και τους βρίζαν.

Για κολατσιό δε φέρναν τίποτα μαζί τους. Στα διαλείμματα
Γράφαν μέσα στους καμπινέδες τα μαθήματά τους.
Αυτό απαγορευότανε. Τα διαλείμματα
Ήτανε για αναψυχή και για φαΐ.

Σαν το δεκαδικό αριθμό του π δεν ξέρανε
Ρωτούσανε οι δάσκαλοι: Γιατί
Δεν έμενες καλύτερα στη λάσπη, απ’ όπου έρχεσαι;
Μα αυτό το ξεραν.

Στους πιο φτωχούς μαθητές απ’ τους συνοικισμούς των προαστίων
Υπόσχονταν κατώτερες θέσεις στις δημόσιες υπηρεσίες.
Γι’ αυτό το περιεχόμενο των
Βρώμικων σχολικών βιβλίων τους από δεύτερο χέρι αγορασμένων
Με τον ιδρώτα του προσώπου τους μαθαίνανε απ’ έξω
Μαθαίνανε να γλείφουνε τις μπότες του δασκάλου και
Τις μανάδες τους τις ίδιες να καταφρονούνε.

Τα κατώτερα πόστα των πιο φτωχών μαθητών απ’ τους συνοικισμούς των
προαστίων
Βρισκότανε κάτω απ’ το χώμα. Η καρέκλα του γραφείου τους
Δεν είχε κάθισμα. Θέα τους
Είχανε τις ρίζες των μικρών φυτών. Γιατί
τους βάλανε
Να μάθουνε ελληνική γραμματική και για τις εκστρατείες του Καίσαρα
Του θείου τον τύπο και τον αριθμό του π;
Στους ομαδικούς τάφους της Φλάντρας, που γι’ αυτούς
ήτανε προορισμένοι
Τι άλλο τους χρειαζότανε πέρα από
Λίγο ασβέστη;»
(Μπ. Μπρεχτ, Ποιήματα, μτφ. Νάντια Βαλαβάνη, Σ.Ε.)

 

 

-Αργύρης Χιόνης, [Νεαρός μαθητής]

«Νεαρός μαθητής μένει ενεός στη θέα λευκής σελίδας του

τετραδίου του. Οι προηγούμενες σελίδες είναι ήδη πλήρεις

σημειώσεων που καταχώρισε, εκεί, χωρίς κανένα δισταγμό.

Γιατί, λοιπόν, διστάζει τώρα; Γιατί, εξαίφνης, νιώθει τέτοιο

δέος μπροστά στην άγραφη σελίδα; Γιατί, με τρέμον χέρι,

γράφει, τελικά: «Το χαρτί άσπρο σαν χιόνι, οι λέξεις μου

κρυώνουν;» Μήπως κατάλαβε ότι οι λέξεις έχουνε ζωή;

Έγινε μήπως ποιητής;»

(Η φωνή της σιωπής, Νεφέλη)

 

 

-Θωμάς Γκόρπας, «ΑΠΟΦΟΙΤΟΙ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ»
Μνήμη Γιώργη Ζάρκου

«Νεολαίε με το χαρτί του γυμνασίου
Εσύ που στο σχολείο σήκωνες το χέρι για να πεις
Όχι το μάθημα μα την αλήθεια
Σήκωνε πάντα αυτό το χέρι που το γέννησε
Της δικαιοσύνης ο καημός κ’ η σιγουριά του αύριο.

Νεολαίε με το χαρτί του γυμνάσιου
Τα χέρια σου ανεβοκατεβαίνουν
Πάνω σε τραπέζια καφενείων
Καταχνιασμένων από την τσιγαρίλα
Και τις ανάσες πεινασμένων
Τα χέρια σου ανεβοκατεβαίνουν
Πάνω σε μεγάλες πόρτες
Που Δε θ’ ανοίξουν ποτέ από μέσα.

Νεολαίε με το χαρτί του γυμνασίου
Είσαι η φωτιά που ετοιμάζει η απελπισία
Και θα κάψει τις σημαίες των αρχόντων.
Και αν το ψωμί κ’ η γνώση ανταλλάσσονται
Με τα’ άλλο χαρτί που εσύ δεν έχεις
Μην αρνηθείς γι’ αυτό το ρόλο που σου ανάθεσε ο καιρός.
Οι μέρες μας κυλούν σαν χειμωνιάτικα ποτάμια
Στους δρόμους φέγγουν φαναράκια μίσους
Στους δρόμους αλαφιάζονται οι μικρές παρέες
Καθώς απ’ τις γωνιές οι μισθοφόροι
Με στιλέτα ξεμπουκάρουν και παγίδες.
Όμως τα δαγκωμένα λόγια ακολουθούν τραγούδια.

(Θωμάς Γκόρπας, Ποιήματα, Κέδρος)

 

 

-Ζακ Πρεβέρ, «Ο κακός μαθητής»

«Λέει όχι με το κεφάλι

μα λέει ναι  με την καρδιά…

είναι ορθός τον ρωτάν

κι όλα τα προβλήματα έχουν δοθεί.

Ξαφνικά τον πιάνουν ακατάσχετα γέλια

και τα σβήνει όλα, τα ψηφία και τις λέξεις,

τις ημερομηνίες και τα ονόματα

και παρά τις φοβέρες του καθηγητή ,κάτω από τα γιουχαΐσματα

των καλών μαθητών με κιμωλίες όλων των χρωμάτων, πάνω στο μαυροπίνακα

της δυστυχίας ζωγραφίζει το πρόσωπο της ευτυχίας.»

(Ζακ Πρεβέρ, από την ποιητική του συλλογή «Κουβέντες».)

 

 

 

Πες το με ποίηση (190ο): «ΠΑΝΑΓΙΑ-ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΣ»

 

  1. ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΣ

Παναγία  Παντοχαρά  για τους αθώους,

όμορφη μητερούλα για τους απλούς,

ανύπαρκτη για τους σκοτισμένους.

 

Παναγίτσα για τον Τάκη Βαρβιτσιώτη ποιητή,

φιλική ζεστασιά, δροσιά για όλους.

 

Πάντων  Χαρά

ή Παντοχαρά, του ποιητή Οδυσσέα Ελύτη.

Αμήν, Καλοκαιρινό.

 

ΑΝΔΡΕΑΣ Γ. ΛΙΤΟΣ

 

 

Λάκης Παππάς – Μάνα, γυναίκα, Παναγιά

 

  1. ΤΑ  ΟΘΟΝΙΑ ΚΕΙΜΕΝΑ

(απόσπασμα)

Διαδόθηκε πως είδαν την Παναγία να υφαίνει
μικρά ράσα για τα παιδιά των σκλάβων.
Κάθεται λένε παράμερα, κάτω από ένα σκίνο,
υφαίνει και κλαίει. Ποιος ξέρει, ίσως ν’ άκουσε
για την προδοσία, ίσως να λυπάται ακόμα για
τις μικροσκοπικές δεσποινίδες που τις έδιωξαν
από τον Πύργο και κατεβαίνουν τρεκλίζοντας προς τα βράχια.


Η Παναγία δεν είναι μια ξένη σε τούτο τον τόπο.
Βέβαια, δεν έχει καμιά σχέση με τα φιλόπτωχα ταμεία
ούτε με τα κλουβιά, ούτε με τα πυροτεχνήματα.


Όμως κάτι παιδιά είπαν πως την είδαν να κοιμάται
πολλές βραδιές σ’ εκείνα τα χαλάσματα στο ρέμα.
Άραγε πληροφορήθηκε για τη λόγχη;
Τα πηγάδια – ευτυχώς– φέτος γέμισαν.
Λένε πως βοήθησαν σ’ αυτό πολύ τα δάκρυά της.


ΜΟΥΝΤΕΣ ΜΑΤΘΑΙΟΣ, «Η αντοχή των υλικών», Αθήνα 1971, σ. 72

 

***

  1. ΔΕΗΣΗ  ΤΟΥ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

«Έχει μια λύπη η δέησή μας,
από έναν παιδικό καιρό που ξανάνθισε
μια τρυφερότητα νησιώτικης ακρογιαλιάς
που καθρεφτίζει τους οικτιρμούς σου.


Κατέβα από τους λόφους,
φέρε την πηγή του ελέους σου, ν’ αναβλύσει πλάι στην πληγή μας.


Μάζεψε πάλι εκ περάτων
τα μηνύματα της χαράς,
φόρτωσέ τα πάνω σε δειλινές καμπάνες
που σημαίνουν την Παράκληση
και φέρτα να τα καρφώσεις
στεφάνι στην πόρτα μας.»

ΜΑΤΘΑΙΟΣ  ΜΟΥΝΤΕΣ

 

***

  1. Η ΧΑΡΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ

 

Η Παναγία χτενίζει τα χρυσά της μαλλιά

στο μικρό της παράθυρο –

μια

θαλασσιά πεταλούδα, πετά γύρω απ’ τη μια της

πλεξούδα που κρέμεται.

Βασιλεύει ο ήλιος.

Ο Ιωσήφ ανεβαίνει πιο ψηλά, να της κόψει

ένα κόκκινο άνθος.

 ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ, «Οδοιπορία», Αθήνα 1972

 

 ΜΙΑ ΠΙΚΡΑΜΕΝΗ ΠΑΝΑΓΙΑ –Γιάννης Πουλόπουλος

 

 To παρακάτω ποίημα έχει συναισθηματική αξία για μένα, καθώς μου το απάγγελλε συχνά, με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο, η αναλφάβητη γιαγιά μου, χρωματίζοντας τα σημεία σε τέτοιο βαθμό, που με έπιανε πολύ μεγάλη αγωνία αν στο τέλος θα σωθεί η άρρωστη Μαρία.

 

  1. ΠΡΟ  ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ

Στην έρημή σου έρχομαι και πάλιν εκκλησία,
αγαπημένη Παναγιά, χλωμή μου Παναγία.
Ήλθα τον πόνο να σου ειπώ που έχω στην καρδιά μου·
δεν έχω άλλον από σε, το ξεύρεις Δέσποινά μου….
Μάννα του κόσμου! πρόφθασε, η χάρι σου ας με ράνη,
μ’ αρρώστησ’ η Μαρία μου κοντεύει να πεθάνη:

Βασίλισσα των ουρανών, λευκή του κόσμου σκέπη,
μονάχη τώρα η χρυσή εικόνα σου με βλέπει…
Όχι· δεν ήλθε σήμερα σαν άλλοτε μ’ εμένα
ν’ ανάψη τα καντήλια σου και κρέμουνται σβυσμένα.
Ποιος θα σου φέρνη, Δέσποινα, στην ερημιά λιβάνι,
ανίσως η Μαρία μου, ανίσως αποθάνη;

Όχι δεν πήγα σε γιατρούς, γλυκειά μου Παναγία,
ήλθα σε Σένα να το ειπώ, να γιάνης την Μαρία!
Αχ! σ’ εξορκίζω στη ματιά του τέκνου σου την πρώτη,
στο πρώτο του χαμόγελο, στη σκεπτική του νιότη
σ’ ορκίζω στο βαρύ σταυρό, στ’ ακάνθινο στεφάνι,
να γιάνης τη Μαρία μου, γιατί θα μου πεθάνη.

Αχ! κάμε μούτηνε καλά, καλή μου Παναγία,
λαμπάδα στην εικόνα σου ν’ ανάβω την αγία,
μεγάλη σαν το σώμα της, λευκή σαν την ψυχή της,
εμπρός σου ν’ ακτινοβολή, καθώς οι οφθαλμοί της!
Αχ! κάμε μούτηνε καλά, η χάρις σου ας τη γιάνη,
δεν θέλω η Μαρία μου, δεν θέλω να πεθάνη.

Ναι· αν σου έφερα ποτέ λουλούδια μυρωμένα,
αν έχω την εικόνα σου κ’ εγώ λιβανισμένα,
αν στου Παιδιού σου έκλαψα τα πάθη Παναγία,
κ’ έχετε ένα όνομα μαζί με την Μαρία,
δος μου, αχ, δος μου της ζωής το δροσερό βοτάνι,
να δώσω της Μαρίας μου μην τύχη και πεθάνη!

ΑΧΙΛΛΕΑΣ  ΠΑΡΑΣΧΟΣ

 

***

  1. ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΠΙΣΤΗΣ


Θα ήθελα να υπήρχε η Παναγία.
Γλυκοφιλούσα, σπλαχνική, Μεγαλόχαρη.
Τρυφερή και στοργική σαν την μάνα μου.
Να της έλεγα τον πόνο και την πίκρα.
Βάλσαμο.

Θα’ θελα να υπήρχε ο Ιησούς.
Ο Αμνός, ο Μεσσίας, ο Παράκλητος,
απλώνοντας το χέρι του να με λυτρώσει απ’ τις οδύνες
μιας παράλογης Δημιουργίας.

 

Θα’ θελα να είχα την αίσθηση της αμαρτίας,
να βουτήξω στην μετάνοια σαν Μαγδαληνή.
Σφάλματα διέπραξα πολλά.
Αμαρτία όμως;

 

Θα ήθελα να πίστευα στην Μέλλουσα Ζωή
για να μην τρέμω τον θάνατο.
Κι ακόμα να προσδοκώ μία Δεύτερη Παρουσία.

Ίσως αυτή με έπειθε για την Πρώτη.

 

ΝΙΚΟΣ ΔΗΜΟΥ

 

***

  1. ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ

«Πόσο ακριβά το πλήρωσες αυτό το Μήτηρ Θεού!»

«Πού σ’ έμπλεξαν κι εσένα!»

 

ΚΩΣΤΑΣ  ΜΟΝΤΗΣ

 

***

 

  1. ΑΝΕΜΟΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ

Σε μια παλάμη θάλασσας γεύτηκες τα πικρά χαλίκια
Δύο η ώρα το πρωί περιδιαβάζοντας τον έρημο Αύγουστο
Είδες το φως του φεγγαριού να περπατεί μαζί σου
Βήμα χαμένο. Ή αν δεν ήτανε η καρδιά στη θέση της
Ήταν η θύμηση της γης με την ωραία γυναίκα
Η ευχή που λαχτάρησε μεσ’ απ’ τους κόρφους του βασιλικού
Να τη φυσήξει ο άνεμος της Παναγίας!


Ώρα της νύχτας! Κι ο βοριάς πλημμυρισμένος δάκρυα
Μόλις ερίγησε η καρδιά στο σφίξιμο της γης
Γυμνή κάτω από τους αστερισμούς των σιωπηλών της δέντρων
Γεύτηκες τα πικρά χαλίκια στους βυθούς του ονείρου
Την ώρα που τα σύννεφα λύσανε τα πανιά
Και δίχως ήμαρτον κανέν’ από την αμαρτία χαράχτηκε
Στα πρώτα σπλάχνα του ο καιρός. Μπορείς να δεις ακόμη
Πριν από την αρχική φωτιά την ομορφιά της άμμου
Όπου έπαιζες τον όρκο σου κι όπου είχες την ευχή
Εκατόφυλλη ανοιχτή στον άνεμο της Παναγίας!

ΟΔΥΣΣΕΑΣ  ΕΛΥΤΗΣ, ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ

 

***

 

  1. Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΩΝ ΚΟΙΜΗΤΗΡΙΩΝ

Πέτρες επήρα και κλαδιά
τα φύτεψα στην αμμουδιά
Και μια ψυχή μελέτησα
το λόγο δεν αθέτησα

Με τον καιρό με τον καιρό
έγινε αλήθεια τ’ όνειρο
Οι πέτρες μεγαλώσανε
και τα κλαδιά φυτρώσανε

Τα κυπαρίσσια τα κελιά
σου τα ‘κανα παραγγελιά
Τις πόρτες τις αμπάρες σου
και τις οχτώ καμάρες σου

Στο μέρος το πιο δροσερό
έστησα το καμπαναριό
Και κύματα και κύματα
γύρω σου τ’ άσπρα μνήματα

Έλα Κυρά και Παναγιά
με τ’ αναμμένα σου κεριά
Δώσε το φως το δυνατό
στον Ήλιο και στο Θάνατο.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ  ΕΛΥΤΗΣ, ΤΑ ΡΩ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

 

 

Μια Παναγιά, Λάκης Παπάς

 

  1. ΠΑΡΑΜΟΝΕΣ  ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΥ


Σαν τη λαίδη Μακμπέθ σε υπνοβασία
πιτσιλισμένη απ’ τον ασβέστη
στα μαλλιά και το φόρεμα.

Και τα δωμάτια μοσχοβολούσαν
παραμονές Δεκαπενταύγουστου.


Οι φωτιές της ροδιάς. Η αυλή με τη βρύση.

Τα μυρμήγκια που τρέχουν για να γλιτώσουν.

Τα σκούπιζες και τα ‘ριχνες στο κηπάκι
για να σωθούν.

Ώρα έξι το απόγευμα και μάζευες
την άγκυρα να ελευθερωθεί το σπίτι.

 

Μάζευες τα σκοινιά κι άναβες τις μηχανές
να φύγει το σπίτι, να σαλπάρει το σπίτι
και να ταξιδέψει
στο άσπιλε, αμόλυντε, άφθορε, άχραντε
και σ’ εκείνο το θεόνυμφε που υποσχόταν δόξες.

 

ΜΑΝΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ

 

***

 

  1. ΡΕΜΒΑΣΜΟΣ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

 Στή μνήμη Ἐκείνου πού τόν ρέμβασε

Άλαλα τα χείλη των όσων δεν κοπιάσαν
για ν’ ακουμπήσουν τα ξαναμμένα κεφάλια τους
στα γόνατά σου τα μητρικά, που καταλύουν το μαύρο πάθος.

Άλαλα τα χείλη των όσων δεν διακρίναν, πως
συντρίβεις με το πόδι σου και συνθλάς την κεφαλή
του πανάρχαιου δράκοντα, που κέρδισε παίζοντας
κι’ ύστερα τόχασε το μήλο. Άλαλα τα χείλη
των όσων δεν ποθήσαν το ξαπόσταμα της αρμογής
και την ασφάλεια, το απάγγειασμα της νηνεμίας.

 Είσαι ένα λιμανάκι ελληνικού νησιού όλο κατάρτια
περήφανα υψωμένα· φτωχά καΐκια αραγμένα,
φτωχά, αλλά που γνωρίσαν την αντάρα και την τρομάρα,
που φορτωθήκαν μόχθο και μεταφέραν πλούτος.

 Είσαι άσπρο ελληνικό ερημοκκλήσι δαρμένο
από την αντηλιά. Γύρω-γύρω αμπέλια, μποστάνια,
καρποφόρες συκιές και κάπου κάπου μοναχική
και κάποια ελιά. Χρυσοφρυγανισμένα τα χορτάρια
αχνίζουνε, άχυρο πια· κι’ αντίς γι’ αγγέλους, τα τζιτζίκια,
σου κανοναρχούνε το κάθε απομεσήμερο έως αργά
με το δικό τους τρόπο τον Παρακλητικό Κανόνα.

 Αναστραμμένο σου θρονί, όλο αυτό το γαλάζιο
ενός απλού ουρανού, που πάλαι γίνηκε το Μέτρο των Δωριέων
και που αναπαύεται στεριωμένος στα χρυσάφια
του ευλογημένου μας πελάγους.

 Άλαλα τα χείλη τους – και τι μπορούν ν’ αρθρώσουν,
που τη φωνή τους κουκουλώνει η τύρβη μερονυχτίς,
ενώ σειέται απ’ τις βουές ο Μέγιστος Ιππόδρομος
και πλημμυράει απ’ τα αίματα των Μαρτύρων
κι’ απ’ τη μανία των Μονομάχων.

Αυτό το αίμα είναι που βοά, αυτό είναι που ρυπαίνει.

Εδώ χρειάζεται η βακτηρία του γίγαντα Ασκητή
του λευκοπώγωνα να επιβληθεί να τους σκορπίσει,
όλους τους ίππους και τους αναβάτες τους.

 Εδώ χρειάζεται κοντύλι του Ζωγράφου, στη μοναξιά,
στην προσευχή και στην προσήλωση, με τα ζωογόνα
τα χρώματα τα πρώτα να ξαναγαλουχήσει
το βρέφος-Θεό, να ξαναγράψει τις πληγές της Αγάπης,
να ξαναδροσίσει τη ρίζα τη συμπονετική,
ν’ αποδείξει τι απέραντη είναι η αγκαλιά της μητέρας,
να συναθροίσει πάλι εκ περάτων όλους εκείνους,
που με σέβας πολύ θα σταυρώσουν τα χέρια της Κόρης
με συνοδεία των αγγέλων, με ηχητικές αρμονίες
και θα ενεργήσουν όπως αξίζει την ταφή της,
ανοίγοντας το δρόμο για την καθέδρα τ’ ουρανού,
όπου η αδιάκοπη Παράκληση. Ενώ τα δέντρα
τα ευσκιόφυλλα στη λιτάνευση, καθώς το Σώμα
περνάει της Βασίλισσας, ριγούντα και φρίττοντα,
θα συγκλίνουν για προσκύνηση σκορπώντας
τη δροσιά τους με το ανέμισμα, ριπίδια της λατρείας,
αναστυλώνοντας όσους μαραίνονται κι’ ασθμαίνουν
στις τροπικές τις λαύρες του καλοκαιριού μας,
μισοκαμένες θημωνιές κοντά στο αλώνι,
καπνοί, που διαλύουν
τις αυγουστιάτικες τις αμαρτίες μας.

Τότε μονάχα τ’ άλαλα τα χείλη,
ίσως ερθεί στιγμή
και λαλήσουν.

ΤΑΚΗΣ  ΠΑΠΑΤΣΩΝΗΣ

 

***

 

  1. ΡΕΜΒΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

Ήσουν γυναίκα; Ήσουν όνειρο; Ή μήπως ήσουν και τα δύο καύσων της φαντασίας μου

Τότε που νοσταλγούσα το άπειρον όπως νοσταλγεί την αγνότητα ένα καναρίνι

τότε που συνέπεσε να ξεκινήση για το τελευταίο του ταξίδι ο Υπερσιβηρικός

ξέροντας πως εγκαταλείπει διά παντός την εύκρατο ζώνη

 

Την ίδια μέρα που ο καλόκαρδος χοντρός Καίσαρ Κασκαμπέλ εκινήθη ακριβώς αντίθετα

γιατί αποφάσισε να περάσει τον Βερίγγειο πορθμό και να ξαναφέρει το τσίρκο του στη Νάντη

ενώ ο Τηλεγραφόξυλος προειδοποιούσε σοβαρά πως θα χιονίσει εκτός αν δεν χιονίσει

 

Ήσουν γυναίκα, ήσουν όνειρο, ήσουν Μεγάλη Παρασκευή

ήσουν σωτήρια δάκρυα στα μάτια του Μιχαήλ Στρογκώφ

Ήσουν οικτίρμων

μικρό φωτάκι στην πιο σκοτεινή γαλαρία των Μελαινών Ινδιών

-Καλά το είπε, νομίζω, μια ποιήτρια: Όσα δεν φτάνουν τα χέρια μας,

τ’ αναπληρώνουν τα ποιήματά μας.

ΜΑΡΙΟΣ ΜΑΡΚΙΔΗΣ

 

***

  1. ΑΝΘΙΝΕΣ ΠΑΝΑΓΙΕΣ


Είναι στα ερημοκκλήσια που γκρεμίζονται
θλιμμένες Παναγιές, χλωμές εικόνες,
και μοναχά αγαπάνε τα αγριολούλουδα –
κρινάκια, κυκλαμιές, σπάρτα, ανεμώνες.

Σα θυμιατήρια αγροτικά κι εφήμερα,

σκόρπια ή δεμένα σ’ άτεχνο στεφάνι,

την άνθινή τους την ψυχή σκορπίζουμε
ψυχομαχώντας σ’ άυλο λιβάδι…

 

Αχ, όποιος πάει εκεί με τ’ αγριολούλουδα,
στο πρώτο άγγιγμά του ανοίγει η πόρτα,
που ολόγυρα οι φωλιές την επλουμίσανε,
της λησμονιάς την κέντησαν τα χόρτα.

Ανοίγει η πόρτα έτσι όπως συνήθισε

να την ανοίγει μόνον ο αγέρας –
σάμπως να την ανοίγει η Παναγιά
με την ανησυχία γλυκιάς μητέρας…

ΛΑΜΠΡΟΣ ΠΟΡΦΥΡΑΣ

 

 

*Η ανάρτηση είναι της φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής!

Πες το με ποίηση (189ο): «Εργασία – εργάτης – προλετάριος»…

 

-Χριστόφορος Τριάντης, «Εργασία και σίδερα»

«Ε, ύμνοι που πέφτουν
για την ανθρώπινη εργασία
(την αξία της βεβαίως).
Ω καλοί μου άνθρωποι
όλοι το γνωρίζουν: είναι το μέτρον το άριστον
της προκοπής και της αυτογνωσίας,
ο μη εργαζόμενος μηδέ εσθιέτω!
Κι αν υπάρχουν άνεργοι, πάλι καλά,
θα ’ρθει η σειρά τους στα νταμάρια
της εργατικότητας να διακριθούν (συντόμως).
Δεν μπορεί, η τίμια εργασία τούς πάντες
αποζημιώνει με ειλικρίνεια αριθμητική
(λογαριασμών και πληρωμών).
Ναι, αποκτούν ευεργετήματα
του μόχθου οι στυλοβάτες.
Χιλιάδες χρόνια, χιλιάδες (μα την αλήθεια)
τα χέρια και το μυαλό του εργατικού δυναμικού
σήκωσαν πράγματα σημαντικά:
κάστρα και πυροβόλα,
κοιμητήρια και παλάτια,
βόθρους και κλούβια
για ζώα κι ανθρώπους.
Και τα θαύματα (επτά ή περισσότερα)
της ιστορίας
τα –εργατικά– χέρια τα ύψωσαν στον χρόνο.
Μα ξέχασαν οι αποκοιμισμένοι κύριοι
(που ηλιοθεραπεύονται ανά τις εποχές)
να πουν για τ’ ασήμαντα μνημεία
που στέριωσαν οι δρόμοι της αγίας εργασίας.
Να, για τα σίδερα μιλώ
(αιώνων και αιώνων)
που αλυσοδένουν γενικά
τον ήλιο, το φεγγάρι και τ’ αστέρια
να μην τα βλέπουνε οι όχλοι
και οπισθοδρομούν,
παρακάμπτοντας των ευνούχων
τις ολοστρόγγυλες διαταγές.
Τα σιδερένια σχοινιά που δένουν τη χαρά
μέχρι να λιώσει
και πίκρα σαν στέρφα θάλασσα να γίνει.
Τις χρυσές αλυσίδες που σφίγγουν
τις ανάγκες των φτωχών,
μέχρι να γίνουν μακρινές επιθυμίες
και ηδονικά φτιασιδωμένες,
έτοιμες προς πώληση
κι όχι προς αγορά.
Τα σιδερένια μαντίλια που τα μάτια
κλείνουν για να θωρούν το σκοτάδι σαν φως
και τους τυφλοπόντικες
ομορφότερους να τους βλέπουν απ’ τα χελιδόνια.
Τους σιδερένιους χαλκάδες που τρομάζουν τις ζωές
και πεσκέσι στον διάβολο τις προσφέρουν,
έτσι για την εύρυθμη λειτουργία των αγορών
και της φύσης (δευτερευόντως).
Τα σιδερένια αυγά που φυλακίζουν
σάρκες και κανόνια μαζί,
μέχρι κρεάτινες μπάλες να γίνουν
και με κραυγές στην ανθρωπότητα να χιμήξουν,
για να δειπνήσουν οι οπλουργοί
με κόκαλα και αίμα στα πεδία των μαχών.
Τα σιδερένια κουτιά
που το ψωμί δηλητήριο το κάνουν,
για να τρωγοπίνουν οι καθωσπρέπει κύριοι
στις εκκλησίες και τα ζυθεστιατόρια
κι ύστερα να σκοτώνουν του τρελούς
που βρίζουν τους εμπόρους των ψυχών
σαν σκυλεύουν τους αθώους.
Σίδερα αόρατα που κι εμένα δένουν,
τις λέξεις να ξεχνώ
και τα αφεντικά της χυδαιότητας
να ευλογώ,
παρέα με τους δήμιους
με τα σημαδεμένα πρόσωπα.
Ναι, είναι γεγονός πως τους δήμιους
(και τους εκτελεσμένους)
κάθε μέρα τους δείχνουν στα παιδιά
τον θάνατο και την αισχρότητα
να συνηθίσουν…»

(https://teflon.wordpress.com/)

 

 

-Γεράσιμου Μαρκορά, «Εργασία»

«Ξημερώνει αυγή δροσάτη
με το πρώτο της πουλί,
λές και κράζει τον εργάτη
στη φιλόπονη ζωή.
Πριν να σβήση κάθε αστέρι,
με χαρούμενη καρδιά,
νέοι μεσόκοποι και γέροι,
τρέξετ’ όλοι στη δουλειά.
Πέρα εκείθενε οι φροντίδες
ας πετάξουνε, καθώς
ξαφνιασμένες νυχτερίδες,
όπου αγνάντεψαν το φως.
Μη σας είναι ο ξένος πλούτος
έν’ αγκάθι στην καρδιά’
πέστε αζήλευτα: είναι τούτος
εργασίας κληρονομιά.
Σηκωθήτε, η γη χαρίζει
μόνον άφθονο καρπό,
αν ο κόπος την ποτίζη
μ’ έναν ίδρωτα συχνό.
Σαν εσάς, αδέλφια, ιδρώνει
κι ο σοφός, που με το νου
κάμπους άμετρους οργώνει
γιά θροφή του λογισμού.
Δίχως άνεσι και σχόλη
πάντα ο άξιος δουλευτής,
το ανθηρότατο περιβόλι
σκάφτει, σπέρνει, ο ποιητής.
Πάντα, ναι, του τίμιου κόπου
οι γλυκύτατοι καρποί
να ’ναι μόνοι, που τ’ ανθρώπου
σώμα θρέφουν και ψυχή.»!

(https://www.sakketosaggelos.gr/Article/6686/)

 

 

-«Εγώ θα μείνω με τους εργάτες να τραγουδήσω
(…) για των ψαράδων τον ωκεανό,
για το ψωμί των παιδικών μας αηδονιών,
και για την αγροτιά και για τ’ αλεύρι μας,
τη θάλασσα, το ρόδο και το στάχυ,
τους σπουδαστές, τους ναύτες, τους φαντάρους,
για όλους τους λαούς σ’ όλους τους τόπους,
για τη λυτρωτική τη θέληση
των πορφυρών λαβάρων της αυγής.
Πάλεψε πλάι μου, κι εγώ θα σου χαρίσω

τα όπλα όλα της ποίησής μου»

(Πάμπλο Νερούντα)

 

 

 

-Μπ. Μπρεχτ, “Ερωτήσεις ενός εργάτη που διαβάζει”

 

Ποιος έχτισε τη Θήβα την εφτάπυλη;

Στα βιβλία δε βρίσκεις παρά των βασιλιάδων τα ονόματα.

Oι βασιλιάδες κουβαλήσαν τ’ αγκωνάρια;

Kαι τη χιλιοκαταστρεμμένη Bαβυλώνα,

ποιος την ξανάχτισε τόσες φορές; Σε τι χαμόσπιτα

της Λίμας της χρυσόλαμπρης ζούσαν οι οικοδόμοι;

Tη νύχτα που το Σινικό Tείχος αποτελειώσαν,

πού πήγανε οι χτίστες; H μεγάλη Pώμη

είναι γεμάτη αψίδες θριάμβου. Ποιος τις έστησε; Πάνω σε ποιούς

θριαμβεύσανε οι Kαίσαρες; Tο Bυζάντιο το χιλιοτραγουδισμένο

μόνο παλάτια είχε για τους κατοίκους του;

Aκόμα και στη μυθική Aτλαντίδα,

τη νύχτα που τη ρούφηξε η θάλασσα,

τ’ αφεντικά βουλιάζοντας, μ’ ουρλιαχτά τους σκλάβους τους καλούσαν.

 

O νεαρός Aλέξανδρος υπόταξε τις Iνδίες.

Mοναχός του;

O Kαίσαρας νίκησε τους Γαλάτες.

Δεν είχε ούτ’ ένα μάγειρα μαζί του;

O Φίλιππος της Iσπανίας έκλαψε όταν η Aρμάδα του

βυθίστηκε. Δεν έκλαψε, τάχα, άλλος κανένας;

O Mέγας Φρειδερίκος κέρδισε τον Eφτάχρονο τον Πόλεμο.

Ποιος άλλος τόνε κέρδισε;

 

Kάθε σελίδα και μια νίκη.

Ποιος μαγείρεψε τα νικητήρια συμπόσια;

Κάθε δέκα χρόνια κι ένας μεγάλος άντρας.

Ποιος πλήρωσε τα έξοδα;

 

Πόσες και πόσες ιστορίες.

Πόσες και πόσες απορίες.»

(Απόδοση ποιήματος Μάριος Πλωρίτης στο Bertold Brecht, Ποιήματα, Θεμέλιο)

 

 

-«Ομιλία ενός Εργάτη σε έναν Γιατρό» – Μπέρτολντ Μπρεχτ

Ξέρουμε ‘μεις τι είναι αυτό που άρρωστους μας κάνει!
Σαν αρρωσταίνουμε, ακούμε
Πως είσαι συ που θα μας γιατρέψεις.

Δέκα χρόνια ολόκληρα, μας λένε
Σ’ όμορφα σχολειά
Με τα λεφτά του λαού χρισμένα
Μάθαινες το πώς να γιατρεύεις, και για τις γνώσεις σου αυτές
Ξοδεύτηκε μια περιουσία.
Πρέπει λοιπόν να ‘σαι ικανός να μας γιατρεύεις.

Είσαι ικανός;

Όταν σ’ εσένα ερχόμαστε
Παραμερίζεις τα κουρέλια μας
Και ακροάσαι κάθε σπιθαμή απ’ το γυμνό κορμί μας.
όσο για την αιτία της αρρώστιας μας
Μια ματιά να ‘χες ρίξει στα κουρέλια μας
Θα σου ‘λεγε περισσότερα. Είναι η ίδια αιτία που φθείρει
Το κορμί μας και τα ρούχα μας.

Ο πόνος που έχουμε στον ώμο μας
Προέρχεται λες, απ’ την υγρασία… απ’ αυτήν
Προέρχεται όμως και η κηλίδα στον τοίχο του σπιτιού μας.
Πες μας λοιπόν:
Από πού προέρχεται η υγρασία;

Πάρα πολλή δουλειά και πολύ λίγο φαγητό
Αδύναμους μας κάνουν και μας αρρωσταίνουν
Η συνταγή σου λέει:
Πρέπει να πάρετε βάρος.
Μπορείς στα βούρλα να πεις
Ότι δεν πρέπει να βρέχονται.

Πόσο καιρό μπορείς να μας αφιερώσεις;
Βλέπουμε: ένα χαλί στο σπίτι σου
Κοστίζει τόσα, όσα φέρνουνε
Πέντε χιλιάδες δικές μας επισκέψεις.

Κατά πάσα πιθανότητα θα ισχυριστείς πως
Είσαι αθώος. Της υγρασίας η κηλίδα
Στον τοίχο του σπιτιού μας
Λέει το ίδιο.
{Απόδοση: Νάντια Βαλαβάνη, εκδ. Σ.Ε.}

 

 

 

-Μπ. Μπρεχτ, «Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΩΝ ΕΡΓΑΤΩΝ»

«Μιαν ορισμένη μέρα σ` ολόκληρη την Ισπανία

Σταμάτησαν οι εργάτες τις μηχανές. Κρύα

Στεκότανε τα τρένα πάνω στις ράγιες. Δίχως το φως

Βρεθήκανε τα σπίτια όπως κι οι δρόμοι, και τα τηλέφωνα

Ένας σωρός άχρηστα μαραφέτια είχανε γίνει. Οι απατεώνες

Τους αστυνομικούς άλλο πια δεν μπορούσαν να φωνάζουν Αντί γι` αυτό

Μιλάγανε οι μάζες αναμεταξύ τους. Τρεις ολόκληρες μέρες

Εμφανίζονταν αυτοί που υπηρετούσαν τον πανίσχυρο μηχανισμό

Σαν εξουσιαστές του. Οι εργάτες, σταματώντας τη δουλειά

Δείχναν τη δύναμή τους. Το καρπερό χωράφι

Δεν ήταν τίποτα άλλο ξαφνικά από πέτρινο έδαφος.

Αυτούς που δε ζεσταίναν πια τα κάρβουνα από τη στοά

Ούτε και το ακατέργαστο μαλλί γινότανε να τους ζεστάνει. Τα ίδια

τα παπούτσια των αστυνομικών

Θα φθείρονταν και κανέναν διάδοχο πια δε θα βρίσκαν.

Μετά

Έσπασε η έλλειψη της ενότητας της εξέγερσης τη δύναμη, μα ακόμη και

τότε

Μια ολόκληρη μέρα δεν μπορούσαν να φτάσουν στις μάζες

Οι ίδιες οι διαταγές των μανδαρίνων για το σταμάτημα της απεργίας, γιατί

Βέβαια δίχως ατμό ήτανε σταθμευμένες οι λοκομοτίβες

και τα ταχυδρομεία εγκαταλειμμένα. Κι έτσι

Λοιπόν ακόμα φανερώθηκε η

Μεγάλη δύναμη των εργατών.»

 

 

-Βλ. Μαγιακόφσκι, «Β. Ι. Λένιν»

(…)Ξέρω έναν εργάτη
που γράμματα δε νογάει.
Δεν γεύτηκε
μήτε τ’ αλφάβητου τ’ αλάτι.
όμως άκουσε κάποτε,
τον Λένιν να μιλάει,
κι όλα τα κατάλαβε
το μυαλό του εργάτη.
Άκουσα
κάποιου χωριάτη απ’ τη Σιβηρία
την ιστορία.
Σηκώθηκαν, με τα ντουφέκια
πήραν τη γη,
την καρπίσαν.
Για τον Λένιν
δεν είχαν ούτε διαβάσει, ούτε ακούσει,
μα λενινιστές
κιόλας όλοι τους ήσαν.
Είδα βουνά,
που βλαστάρι δε βγαίνει.
Μονάχα το σύννεφο
στα βράχια σκοντάφτει.
Κι εκατό βέρστια πιο πέρα
κάποιος ερημίτης να μένει,
που στα κουρέλια του,
το σήμα του Λένιν
αστράφτει.
Θα μου πούνε ―
πως μιλώ για κονκάρδες
που τα κορίτσια τις καρφώνουν
στο ρούχο τους κοκέτικα
παραξενιές της ζωής.
Μα όχι ―
δεν είναι κονκάρδες
είναι η καρδιά η ίδια
που ανάβει το ρούχο,
και λάμπει γεμάτη
αγάπη για τον Ιλίτς.
Αυτό
δεν εξηγείται
με της εκκλησίας τα τεφτέρια,
κι ούτε κάνας θεός τον πρόσταξε:
Γίνου ο εκλεκτός!
Με ανθρώπινο βήμα,
με εργάτη χέρια,
με το δικό του μυαλό
πήρε το δρόμο
αυτός.(…)

(Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, μετάφραση Δημήτρης Πάνου)

 

 

-Κ. Παλαμάς, «Εμείς οι εργάτες…»

Εμείς οι εργάτες είμαστε που με τον ιδρώτα μας
ποτίζουμε τη γη για να γεννά
καρπούς, λουλούδια, τ’ αγαθά του κόσμου ολόγυρά μας
φτωχή αλουλούδιαστη, άκαρπη μονάχα η αργατιά.

Εμείς οι εργάτες είμαστε που με τον ιδρώτα μας
ζυμώνουμε του κόσμου το ψωμί.
πιο δυνατά κι απ’ τα σπαθιά τα χέρια τα δικά μας,
και με όλο τ’ αλυσόδεμα, σκάφτουν, και η γη πλουτεί.

Στου κόσμου τους θησαυριστές το βιος σου, εργάτη, νόμοι
στο τρώνε αδικητές χωρίς ντροπή.
Αγκαλιαστήτε αδέλφια ορθοί! Με μια καρδιά, μια γνώμη.
Δικαιοσύνη, βρόντηξε και λάμψε, Προκοπή!

 

 

-«…Αυτοί που περιμένουν στον ξύλινο πάγκο
είναι οι φτωχοί, οι δικοί μας, οι δυνατοί
είναι οι ξωμάχοι και οι προλετάριοι
-κάθε τους λέξη είναι ένα ποτήρι κρασί
μια γωνιά μαύρο ψωμί
ένα δέντρο πλάι στο πάγκο
ένα παράθυρο ανοιχτό στη λιακάδα.

Είναι οι δικοί μας Χριστοί, οι δικοί μας Άγιοι.»
(Γ. Ρίτσος, Καπνισμένο τσουκάλι)

 

 

-Γιάννης Ρίτσος, «Ομιλητής Προλετάριος»

 «Έκανε να μιλήσει˙ κόμπιασε˙
ξανάπε τα ίδια˙ σταμάτησε.

«Αυτό ήταν», είπε κι ακούμπησε το χέρι του στο τραπέζι.

Το χέρι του, στέρεο, καθάριο περίγραμμα,
ήταν ένα φαρδύ μυστρί. Μπορούσαμε να εμπιστευθούμε
στα λόγια που δεν είπε και στα χέρια του.

Έξω απ’ την κάμαρα κατέβαινε βουίζοντας το φως.»

(Γιάννης Ρίτσος, Ποιήματα, Κέδρος)

 

 

Λουκάς Σταύρου, «Ο προλετάριος»

«Δεν έχω περιουσία στα κατεχόμενα
για να ζητήσω αποζημίωση
ή να την ανταλλάξω
Άσε που γενικά
δεν έχω περιουσία
άρα λοιπόν ως προλετάριος
δεν έχω λόγο
και μερίδιο στη πατρίδα;»

(http://lukestavrou.com/poems/2016-02-28-proletarios/)

 

 

 

Πες το με ποίηση (188ο): «ΑΛΟΓΟ –ΚΑΒΑΛΑΡΗΣ – ΙΠΠΟΤΗΣ»…

  1. Τ’ ΑΛΟΓΟ ΤΟΥ ΣΚΑΚΙΟΥ

    Προσεκτικ κι σάλευτο, βουβ κι φαιρεμένο,
    στ μαρο τσπρο, πάκουο, πηδάει κα περιμένει.
    Στ μαρο τσπρο, σάλευτο, βαθει συλλογισμένο,
    τ
    σκυθρωπ κι μίλητο παιχνίδι λογαριάζει.
    Μι κίνηση, λλη κίνηση, μι σκέψη, κι λλη σκέψη.


Τριγύρω ο
ξύλινοί του χθρο κι ο πίβουλοι σκοποί τους.


Τί ν
σκεφτε, ν σοφιστε κα τί ν λογαριάσει;
Μς τ στεν τετράγωνα σώθηκεν σκέψη
κι γινε πι μονότονη κα γνώριμη ζωή του.

Μι κίνηση, λλη κίνηση, μι σκέψη, δια σκέψη!


Τ
σιωπηλ παιχνίδι του μετρ κα λογαριάζει,
μ μως τ ξέρει πς γραφτ σλη εναι τ ζωή του,
ν ρμ μέσα στος ξύλινους χθρούς του κα ν πέφτει,
στ μαρο στσπρο, ρωικά, κοντ στ βασιλιά του.

 MIXΑΛΗΣ  ΣΤΑΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ

 

 

Τ’ Άλογο του Ομέρ Βρυώνη – Διονύσης Σαββόπουλος

  1. Τ’ ΆΛΟΓΟ ΤΟΥ ΟΜΕΡ ΒΡΥΩΝΗ

Τ’ άλογο τ’ άλογο Ομέρ Βρυώνη
δες το κορίτσι μου πόσο κρυώνει
έλα ν’ ανέβουμε κι απόψε στ’ άστρα
για να της φέρουμε χρυσή θερμάστρα.

Τ’ άλογο τ’ άλογο Ομέρ Βρυώνη
φέρ’ το τσεκούρι μου και το πριόνι
και πάμε γρήγορα να κόψω ξύλα
γιατί έχει σύγκρυο κι ανατριχίλα.

Τ’ άλογο τ’ άλογο Ομέρ Βρυώνη
τούτο το σύννεφο μ’ εξαγριώνει
και το κορίτσι μου προσμένει πάντα
μ’ ένα θερμόμετρο που λέει σαράντα.

ΝΙΚΟΣ  ΓΚΑΤΣΟΣ

***

  1. ΤΟ ΑΛΟΓΟ ΤΗΣ ΜΟΛΔΟΒΛΑΧΙΑΣ

(Σχεδίασμα του Μαθιού Πασκάλη)

 Ένα λοφίο μια λόγχη ένα δέντρο·

στην άλλην όχθη το άλογο.

 Ανάμεσα κυλάνε σάρκες και αρώματα γυναικών

άντρες μαζί με τις σάρκες, μήτε πρόσχαροι μήτε κατηφείς

αποφασισμένοι

όχι αποφασιστικοί,

αποφασισμένοι από τους άλλους

από τους δυο βασιλιάδες ίσως —

τον έναν που κατοικεί το μπρούντζινο αποτύπωμά του

τον άλλον που κατοικεί το σάρκινο αποτύπωμά του —

από τους δυο βασιλιάδες ίσως

ή το άλογο

με το βάραθρο της κοιλιάς τόσο ανάλαφρα υψωμένο

πάνω στα τέσσερα πόδια

που μας εξαπατούν νυχοπατώντας.

 

Το φοβερό δε φαίνεται ποτέ·

δε φαίνεται το μέγα αγκίστρι που ψαρεύει από το κοκκινωπό βάθρο·

όταν προσέξεις αντικρίζεις το χαμό·

το γαντζουρωτό σπέρμα

που τινάζεται από τα φριχτά αχαμνά του

βαριά σαν αδιάφορο κανόνι σ’ αρχοντικό της Ύδρας,

σπόρο θανάτου

που καρφώνει αλάθευτα τον όποιον σημαδέψει

και τον σέρνει καθώς ο Αχιλλέας τον Έκτορα

ανάσκελα μέσα στη σκόνη

χλωμό γυμνό ντροπιασμένον

μέσα στις κεντητές ρεκλάμες που ανάβουν και σβήνουν

μέσα στους κουρασμένους μηρούς των γυναικών

αυλάκια του έρωτα τελματωμένα·

μέσα στα πυρωμένα λάστιχα και τους αχνούς των αυτοκινήτων

καθώς βαραίνει η ζέστη κι οι στολές παρουσιάζουν όπλα

κι οι μικρές μπρούντζινες σάλπιγγες μείναν ανάερες—

τον φέρνει σίγουρα στην κοιλιά του αλόγου

με την τερατώδη απόφυση του νεκρού βασιλιά στη ράχη

και τα ρουθούνια του που ανοιγοκλούν ανασαίνοντας αηδία.

 

Τελετή αθόρυβη ανάκουστη

προσφορά στον άνθρωπο που κρατούσε τη σφαίρα και το σκήπτρο

προσφορά στ’ άλογο μέσα στον άνθρωπο που χλιμιντρά και ματώνει τα νύχια

και δε χορταίνει μήτε τώρα που ο αναβάτης μετάλλαξε τον ύπνο

τελετή χωρίς ιερατικό βάδισμα μήτε δαυλούς μήτε ιερουργίες

αλλά με τα καθημερινά φερσίματα, τα μικροσκοπικά παθήματα

και τις απρόσωπες χαρές μας,

με τη συνηθισμένη ρυτίδα στο μέτωπο καθώς σηκώνεις το τηλέφωνο που σημαίνει

με το κουρασμένο μάτι και την ξεβιδωμένη χειραψία όταν συναπαντήσεις κάποιον

άρρωστη πομπή με την τάξη του πρόσκαιρα σκηνοθετημένου κόσμου.

Βουκουρέστι, 19. 5. 1939

ΓΙΩΡΓΟΣ  ΣΕΦΕΡΗΣ [Γ΄. ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ (1931 – 1971;)]

 

 ***

 

  1. «Υπάρχουν άλογα που συνεχίζουν να καλπάζουν ακόμα κι όταν είναι ξαπλωμένα στο γρασίδι.»

ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ

***


  1. Καβάλα σε ένα κουνιστό αλογάκι

με χάρτινο καπέλο και ξύλινο σπαθί

πήρα και εγώ μέρος στη μάχη

στο αίμα, στη φωτιά στην αρπαγή.

 

Καβάλα σε ένα κουνιστό αλογάκι

μπρος πίσω πίσω μπρός

γύρισα ολόκληρο το κόσμο

των ίσκιων στρατηλάτης και αρχηγός

γύρισα ολόκληρο τον κόσμο

και έφτασα τώρα εδώ

στη κουνιστή μου πολυθρόνα

μπρος πίσω πίσω μπρός

τσαλακωμένο πια το χάρτινο καπέλο

και τσακισμένο το ξύλινο σπαθί ,

η μάχη η φωτιά το αίμα η φωτιά και η αρπαγή

θαμπές εικόνες στου μυαλού μου την οθόνη.

 

Καίει ο ήλιος μα το αίμα μου παγώνει

ψίθυρος βγαίνει από το στόμα μου η κραυγή

 

ΑΡΓΥΡΗΣ  ΧΙΟΝΗΣ, ΕΚΔΟΧΕΣ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ

 

 

Το τραγούδι του αλόγου – Λιλάντα Λυκιαρδοπούλου

 

  1. Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕ ΤΟ ΑΣΠΡΟ ΑΛΟΓΟ

 

Η μουσική: είν’ ένας άγιος

που κατεβαίνει στο άσπρο του άλογο.

Φτάνει ως την άκρη της καρδιάς μου, υπόσχεται.

 

Γυρνά τα φύλλα της ψυχής μου σε μετέωρα χρώματα

κι όπου γωνιά μου τη φωτίζει. Ψιχαλίζει

ουρανό, επουλώνει τις ρυτίδες μου. Γίνομαι κάτι

σαν ένας κήπος, ανάμεσα σ’ έναν ήλιο

απερίγραπτο.

 

Όλη η κούραση μου,

όλα μου τα σκαψίματα, όλη η μόνωση μου,

δείχνουν απόβροχο του Μάη.

 

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

  

 ***

 

  1. Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΛΟΓΟ

 

Είχε ένα άλογο. Πήγε στον πόλεμο.

Δεν περάσαν δυό μήνες που γύρισε πίσω

με κομμένο το πόδι του. όταν τον είδε

τ’ άλογο του χλιμίντρισε.

 

Λίγες

μέρες μετά, το επιτάξανε.

Εκείνο δεν γύρισε.

Κι’ από τότε, όταν ήθελε

να θυμηθεί κάτι αξέχαστο από

τη ζωή του, κάτι όμορφο

– την Παναγία, το Χριστό ή τον ήλιο

παραδείγματος χάρη –

θυμόταν

αυτό το χλιμίντρισμα.

 

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

 

 ***

 

  1. ΤΟ ΑΦΗΝΙΑΣΜΕΝΟ ΑΛΟΓΟ

 

Καθώς ανηφόριζε τούδωσε μια

κατακέφαλα ο ήλιος. Σταμάτησε τ’ άλογο,

γυάλισε η κόκκινη τρίχα του, φύσηξαν

φωτιά τα ρουθούνια του, τεντώθη σαν λάμα

μετάλλινη η χαίτη του, σηκώθηκεν όρθιο,

χλιμίντρισε, πήρε μιάν άγρια στροφή

σαν κόκκινος ίλιγγος, συγκέντρωσε όλη του

τη δύναμη, πήρε κι’ άλλη απ’ τον ήλιο

κ’ οι οπλές του αρχινίσαν, βροχή, να χτυπούν

τη γρανίτινη πέτρα – απώντας τις μαύρες της

φλέβες, σηκώνοντας τούφα τις σπίθες.

 

Τ’ αναμμένα, βαριά πέταλα του, ακουγόνταν

υπόκωφα

ως μέσα

τη μήτρα της γης.

 

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ  ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

 

Νίκος Κυπουργός , Tου αλόγου

 

  1. ΚΑΙ ΙΔΟΥ ΙΠΠΟΣ ΠΥΡΡΟΣ

στον Δημήτρη Κοσμόπουλο

 

Κεφαλή αλόγου σκύβει να πιει νερό.
Ίσα που πρόλαβε να δει, εκτός απ’ τη μορφή του, μιαν αλογόμυγα επάνω στα καπούλια, πριν σπάσει ο καθρέφτης της πηγής.

 

Ρουθούνια ανοιγμένα γεμάτες γουλιές ήρεμη ανάσα και μόνο
τα μάτια του τρομαγμένα, με το τρέμισμα μιας σκιάς στον αέρα.

Ξανά.

Αναπεπταμένο πεδίο. Γύρω βουνά. Ένα άλογο πίνει νερό. Η καμπύλη του αυχένα του τόξο καλά τανυσμένο. Αεράκι στη χαίτη, όταν μαύρο πουλί περνάει ψηλά. Η σκιά του βιτσιά στα καπούλια.

Ξανά.

Χαμηλή πτήση με ελικόπτερο πάνω από τη Δρακολίμνη της Τύμφης. Καταπράσινο οροπέδιο ανάμεσα σε χιονισμένα βουνά.

Στην όχθη της λίμνης ένα άλογο πυρρό ξεδιψάει. Αλαφιάζεται. Τρέχει. Τρέχουν μαζί του και τ’ άλλα λευκά, φαιά, πυρρά, σίβα, μαύρα, 150 άλογα κάτω από ένα καπώ, στο δρόμο Ιωαννίνων-Κοζάνης.

Μιχάλης Γκανάς-Περιοδικό Τα Νεφούρια, τεύχος 14, Πρωτοχρονιά 2006

 

 ***

  1. ΤΟ ΑΛΟΓΟ

Στν Μιχάλη Γκαν

Πάλι τ γνωστ λογο, μαρο κα λαμπερό, στ μικρ πάρκο πέναντι, τν ρα πού, ποις ξέρει π ποιος συμφωνημένο, παψαν ν περνον, λυσσασμένα κύματα, τ᾿ ατοκίνητα.

 

Μ κοίταξε μασώντας τ πυκν φύλλα το μεσημεριο κα νευε μ κινήματα περήφανά της κεφαλς του σν ν μο λεγε: «Θυμσαι;»

Τ χειρότερο εναι τι βλεπα μία κατακόκκινη νοιχτ πληγ στν ριστερή του παρει κα σταγόνες αμα ν πέφτουν στ ταλαίπωρο χμα, πάνω σε σκουπίδια κα χαρτιά.

 

μως τ παράπονο τς πομονς του παλληκαρίσιο, καυτ πως μεσημεριαν λκή. Μασώντας ατ τ όρατα φύλλα, μπαίνει στν δρόμο κι ρχίζει ν τν διασχίζει ποφασιστικά, τν ρα πο ξεχύνεται, ορλιάζοντας, αρα τς στυνομίας.

 

Στ μάτια του σπιθίζουν δάκρυα σκληρά, διαμάντια. Κατ τ λλα, νέβηκα κι γ στ λεωφορεο, μ τν πόλοιπο κόσμο, τν ρα πο τ λογο σπάραζε κάτω π᾿ τος τροχος κα μ τ βλέμμα ψελνε τν ξόδιο κολουθία.

Αριο, σως ν τ προλάβω.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΣΜΟΠΟΥΛΟΣ

 

 ***

  1. ΤΟ ΑΣΠΡΟ ΑΛΟΓΟ

    Και φυσικά υπάρχουν λόγοι που κοιτάζω πάντα κάτω – κάπου
    είναι πεταμένο ένα κλειδί, που αν το βρεις σώθηκες: θα ξεκλειδώσεις
    το χέρι του τρελού
    και τότε θα είναι στη διάθεσή σου το άσπρο άλογο!

ΤΑΣΟΣ  ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

 

***

…στο βάθος του δρόμου το άγαλμα διηγόταν στα πουλιά το αληθινό ταξίδι.
» μητέρα, ρώτησα κάποτε, που μπορούμε να βρούμε λίγο νερό για τ’ άλογό μου΄»,
«μα δε βλέπω κανένα άλογο», «κι εσύ, μητέρα!»…

ΤΑΣΟΣ    ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ, ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ 

 ***

  1. ΑΛΟΓΑ ΠΕΡΗΦΑΝΑ ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ

Άλογα περήφανα

οι επιθυμίες μου

γονάτισαν κάθισαν χάμω

 

η πόλη όλη βάφτηκε στο σκοτάδι

 

μόνο τρεις άνθρωποι περπάτησαν

 

ο ένας πήγε να βρει το Θεό

ο άλλος πήγε να βρει το Διάβολο

κι ο τρίτος πήγε να βρει το Κενό.

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ, Έκτοτε

 

***

  1. ΤΑ ΑΛΟΓΑ ΤΟΥ ΑΧΙΛΛΕΩΣ

    Τον Πάτροκλο σαν είδαν σκοτωμένο,
    που ήταν τόσο ανδρείος, και δυνατός, και νέος,
    άρχισαν τ’ άλογα να κλαίνε του Αχιλλέως·
    η φύσις των η αθάνατη αγανακτούσε
    για του θανάτου αυτό το έργον που θωρούσε.
    Τίναζαν τα κεφάλια των και τες μακρυές χαίτες κουνούσαν,
    την γη χτυπούσαν με τα πόδια, και θρηνούσαν
    τον Πάτροκλο που ενοιώθανε άψυχο -αφανισμένο-
    μιά σάρκα τώρα ποταπή -το πνεύμα του χαμένο-
    ανυπεράσπιστο -χωρίς πνοή-
    εις το μεγάλο Τίποτε επιστραμένο απ’ την ζωή.

    Τα δάκρυα είδε ο Ζεύς των αθανάτων
    αλόγων και λυπήθη. «Στου Πηλέως τον γάμο»
    είπε «δεν έπρεπ’ έτσι άσκεπτα να κάμω·
    καλύτερα να μην σας δίναμε άλογά μου
    δυστυχισμένα! Τι γυρεύατ’ εκεί χάμου
    στην άθλια ανθρωπότητα πούναι το παίγνιον της μοίρας.
    Σεις που ουδέ ο θάνατος φυλάγει, ουδέ το γήρας
    πρόσκαιρες συμφορές σας τυραννούν. Στα βάσανά των
    σας έμπλεξαν οι άνθρωποι». -Όμως τα δάκρυά των
    για του θανάτου την παντοτεινή
    την συμφοράν εχύνανε τα δυό τα ζώα τα ευγενή

Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ
ΝΑΝΙ ΤΟ ΓΑΡΟΥΦΑΛΟ ΜΟΥ

  1. ΝΑΝΙ ΤΟ ΓΑΡΟΥΦΑΛΟ ΜΟΥ

Νάνι το παιδί μου, νάνι
Που δεν ήθελε νερό
Τ’ άλογο μας το μεγάλο

Αχ! Καρδούλα μου ποιός ξέρει
Τι να λέει το ποταμάκι στο λιβάδι το χλωρό

 

Νάνι, το νερό το μαύρο
μες στα πράσινα χορτάρια
που ψιλό τραγούδι πιάνει.
Νάνι την τριανταφυλλιά μου
που τη γης δάκρυο ποτίζει,
τ’ άλογό μας το καλό.

Κι έχει πόδια λαβωμένα τραχηλιά κρουσταλλιασμένη
Έχει ένα ασημένιο λάζο καρφωμένο μες στα μάτια.
Μόνο μια φορά σαν είδε τ’ αντρειωμένα τα βουνά
Εχλιμίντρισε κι εχάθη στα νερά τα σκοτεινά…

Αχ! Πού πήγες άλογό μου
που δεν ήθελες να πιεις;
Αχ, μαράζι μες στο χιόνι….
Νάνι το γαρούφαλό μου
που τη γης δακρυοποτίζει,
τ’ άλογό μας το καλό…

Μην έρχεσαι – μη μπαίνεις –
το παραθύρι κλείσ’το
Με φυλλωσιές ονείρου,
μ’ όνειρα φυλλωσιάς.
Κοιμάται το παιδάκι μου
Σωπαίνει το μωρό μου…

Αχ! Πού πήγες άλογό μου
που δεν ήθελες να πιεις;
Άλογο της χαραυγής

ΝΙΚΟΣ  ΓΚΑΤΣΟΣ

 

***

  1. ΣΤΟ ΑΛΟΓΟ ΚΑΒΑΛΑ

 

Πομπεύοντας το αδύνατο
με λέξεις
Ανάβοντας ένα φωνήεν,
έρμαιο του αγίου σώματος που λειτουργείται,
να ημερέψει το σκότος

 

Σελώνοντας το τέλος
να διανύσεις πάλι το κενό το ακόρεστο
απ’ την αρχή να ξαναπιάσεις το τραγούδι
το πικρό
ως να γλυκάνει ο τρόμος
«μη
μη με παίρνεις
με γέλασαν
χάρε μη με παίρνεις
της άνοιξης τ’ αηδόνια με γέλασαν
μη
γιατί δεν με ξαναφέρνεις»

Πώς έγινε και μείναμε φτωχοί με τέτοια προίκα
Πώς έγινε και δαπανούμε χιλιάδες τις λέξεις
για να πούμε το σώμα
που ατραγούδιστο εχάθη στον καιρό του

Πώς έγινε και συχνάζουμε πια
στης ψυχής τα υπόγεια
Πώς έγινε κι όλο να φεύγει ο χορός
μακριά από τη μνήμη
Πώς έγινε και ξέπεσε σε δόλωμα το βλέμμα
και σε τρόμο,
εκεί που κατοικούσε κάποτε ο άνεμος
κι η γενναιοδωρία

Πώς έγινε να ξεκρεμάμε κάθε πρωινό
έναν απ’ τους σβησμένους εαυτούς,
να τον ντυνόμαστε κι ας μη μας πάει
κι ας τον μισούμε
όσο μισούμε το φύλλο του ημερολογίου
που μας πετάει ξοδεμένους
στον κάλαθο των ονείρων.

Πώς έγινε κι αντέχουμε την απουσία μας

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ, Σήματα Λυγρά

 

***

  1. ΤΟ ΠΙΟ ΦΤΕΡΩΤΟ ΦΕΡΤΕ ΜΟΥ ΑΛΟΓΟ

 Θέλω να υπακούσω στην κλήση του ταξιδιού μου.
Το πιο φρέσκο, το πιο γοργό φέρτε μου άλογο.
Πηγαίνω προς τη νίκη μου και την τελειοποίησή μου
το πιο αστραφτερό φέρτε μου άλογο,
να το ανεβώ έτσι αφρισμένο όπως θα ‘ναι
μέσα στη μαύρη νύχτα
το πιο γοργό, το πιο αφράτο φέρτε μου άλογο,
να φτάσω στον καιρό μου πριν γίνει ο καλός του πλοίου μας απόπλους.

 Το πιο γοργό, το πιο αφράτο φέρτε μου άλογο.
Δε θα φύγω σαν ένας Αννίβας
για μιαν έρημη παραλία της Θάψου.
Δεν ακολουθεί τη φυγή μου
κανένας Σκιπίωνας, καμιά Ζάμα.
Πορεύομαι σε τροπαιούχον άλλο βίο.

Το πιο φτερωτό φέρτε μου άλογο,
να κάμω γρήγορο το τέλος των χιλιομέτρων μου
που με χωρίζουν από το Καράβι της Απεραντωσύνης μου.
Το πιο φτερωτό φέρτε μου άλογο.

 Σαράντος Παυλέας, Ποιητικοί συνειδησιακοί διάλογοι, Β (1981)

 

***

18.ΤΟ ΑΛΟΓΟ ΜΟΥ


Φοβού τους Δαναούς
και δώρα φέροντες

Το ξύλινο αλογάκι
λίκνιζε ρυθμικά τις προσδοκίες μου.
Κινήσεις όλο αυτάρκεια
σε μια καμπύλη σιγουριάς.
Δίχως απόκλιση καμιά
η διαδρομή μου.

Τώρα το άλογό μου δίχως αναβάτη
δούρειος ίππος με πολιορκεί στενά
ξεχύνοντας μνήμες αφηνιασμένες
κι έχετε φύγει όλοι εσείς οι Δαναοί
να μην μπορώ να σας ρωτήσω
γιατί μου ξεγελούσατε το μέλλον
δώρα φέροντες.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΣΙΔΗΡΑ,  ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΜΕΓΑΛΩΝ, Πλανόδιον, Αθήνα 1998

 

***

 

  1. Ο ΔΟΥΡΕΙΟΣ  ΙΠΠΟΣ
    I
    Ο Δούρειος ίππος τότε είπε
    όχι, δε θα δεχτώ δημοσιογράφους,
    κι είπαν γιατί, κι είπε
    πως δεν ήξερε τίποτα για το φονικό.
    Κι ύστερα, εκείνος
    έτρωγε ελαφρά τα βράδια
    και μικρός
    είχε δουλέψει ένα φεγγάρι
    αλογάκι σε λούνα πάρκ.

Τζένη Μαστοράκη

 

 

***

 

  1. ΤΟΥ ΣΚΟΤΕΙΝΟΥ ΑΛΟΓΟΥ

Πέταλλο βρήκα

αλόγου που κάλπασε.

Ξέρω ποιός λείπει.

*

Καβάλα πήρε

το κέρασμα κι έφυγε

ο ταξιδιώτης.

*

Στεγνά χαλίκια.

Νερά καθάρια. Μακριά – 

τ’ άλογα βόσκουν.

ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ, Το έρημο λυκόφως, χαϊκού

 

ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΤΟΥ ΑΛΟΓΟΥ

 

  1. ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΤΟΥ ΑΛΟΓΟΥ

Με ρίγος θανάτου σέρνω το κάρο
σε λεωφόρο κεντρική.
Φοβάμαι πολύ –ωιμέ-
μην πέσω κάτω. Κοντεύω γιά τον σταύλο
να ξαποστάσω. Στον παραπέρα δρόμο.
Είμαι στο χώμα, κι άνθρωποι μ’έχουν κυκλώσει –και με σφάζουν.

Τα μάτια μου ήταν ακόμη ανοιχτά
γιά βοήθεια τρέχει ο αμαξάς
και πόρτες ανοίγουνε
και χύνονται έξω οι γειτόνοι με μαχαίρια
κι απ’το κορμί μου κόβουν κρέας κι όλο βρίζουν
και με σχίζανε κομμάτια, κι ας με βλέπαν όλοι ν’ανασαίνω.

Κι όμως όλοι μ’αγαπούσανε πάντα
με φίλευαν ζάχαρη και με χαϊδεύαν
και μου έριχναν στην πλάτη μου ρούχο να φυλάγομαι από τις μύγες.
Πρώτα όλοι φίλοι
και τώρα όλοι τους θηρία.
Ποιος τους είχε κάνει έτσι; Τι να είχαν πάθει κι αγριέψαν;

Κι ενώ ξεψυχώ βλέπω μόνο μαυρίλα
και μια παγωνιά να χτυπάει την γη.
Πώς δεν το βλέπεις εσύ;
Κι έχουν παγώσει πιά οι ανθρώποι
το χέρι ζέστανέ τους• μα βιάσου δεν προφταίνεις.
Γιατί όταν πέσεις και ζητάς βοήθεια θα σε σφάξουν!

ΜΠΕΡΤΟΛΤ  ΜΠΡΕΧΤ, μετ.  Παύλος Μάτεσις

 

*Σημείωση: Η ανάρτηση είναι της καλής μου φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής!

 

 

 

 

Πες το με ποίηση (187ο): «Μαθαίνω»…

 

-«Κάθε μέρα μαθαίνω ν’ απορρίπτω αυτά που πίστεψα χτες»

(Κατερίνα Γώγου)

 

 

-Τίτος Πατρίκιος, «Να μαθαίνεις»

Όταν φτάσεις κάποτε ν’ ανακαλύψεις

πόσες ακόμα αυταπάτες συντηρούσες
όταν αναγκαστείς ν’ αναγνωρίσεις
κι εκείνα που δεν ήθελες να παραδεχτείς
όταν πέσει και το τελευταίο είδωλο
που πάνω του στήριζες την πίστη σου
τότε μπορεί ν’ αρχίσεις να μαθαίνεις
πόσο βαθιά πηγαίνουν, πόσο είναι σκοτεινές
οι ρίζες της καθεμιάς σου πράξης.

(«Ποιήματα ΙΙΙ, 1959-1973, εκδόσεις Κέδρος)

 

-Μπ. Μπρεχτ, «Δάσκαλε, μάθαινε»

 «Δάσκαλε, μάθαινε!
Δάσκαλε,
μάθαινε!
Μην λες πολύ συχνά, πως έχεις
δίκιο, δάσκαλε!
Άσε τον μαθητή σου να το
νιώσει!
Όλη την ώρα την αλήθεια μην
την καταπονείς:
Δεν το
αντέχει.
Να ακούς όταν
μιλάς!»

 

-Μπ. Μπρεχτ, «Εγκώμιο στη μάθηση»

«Μάθαινε και τ’ απλούστερα!

Γι’ αυτούς

που ο καιρός τους ήρθε

ποτέ δεν είναι πολύ αργά!

Μάθαινε το αβγ, δε σε φτάνει,  μα συ

να το μαθαίνεις! Μη σου κακοφανεί!

Ξεκίνα! Πρέπει όλα να τα ξέρεις!

Εσύ να πάρεις πρέπει την εξουσία.

Μάθαινε, άνθρωπε στο άσυλο!

Μάθαινε, άνθρωπε στη φυλακή!

Μάθαινε, γυναίκα στην κουζίνα!

Μάθαινε, εξηντάχρονε!

Εσύ να πάρεις πρέπει την εξουσία.

Ψάξε για σχολείο, άστεγε!

Προμηθεύσου γνώση, παγωμένε!

Πεινασμένε, άρπαξε το βιβλίο: είν’ ένα όπλο.

Εσύ να πάρεις πρέπει την εξουσία.

Μην ντρέπεσαι να ρωτήσεις, Σύντροφε!

Μην αφεθείς να πείθεσαι

μάθε να βλέπεις συ ο ίδιος!

Ό,τι δεν ξέρεις ο ίδιος

καθόλου δεν το ξέρεις.

Έλεγξε το λογαριασμό

εσύ Θα τον πληρώσεις.

Ψάξε με τα δάχτυλα κάθε σημάδι

Ρώτα: πώς βρέθηκε αυτό εδώ.

Εσύ να πάρεις πρέπει την εξουσία.»

 

 

-Μπ. Μπρεχτ, «Aκουσα πως τίποτα δε θέλετε να μάθετε»

«Aκουσα πως τίποτα δε θέλετε να μάθετε.

Απ’ αυτό βγάζω το συμπέρασμα πως είσαστε εκατομμυριούχοι.

Το μέλλον σας είναι σιγουρεμένο – το βλέπετε

μπροστά σας σ’ άπλετο φως. Φρόντισαν

οι γονείς σας για να μη σκοντάψουνε τα πόδια σας

σε πέτρα.. Γι’ αυτό τίποτα δε χρειάζεται

να μάθεις. Έτσι όπως είσαι

εσύ μπορείς να μείνεις.

Κι έτσι κι υπάρχουνε ακόμα δυσκολίες, μιας κι οι καιροί

όπως έχω ακούσει είναι ανασφαλείς,

τους ηγέτες σου έχεις, που σου λένε ακριβώς

τι έχεις να κάνεις για να πας καλά.

Έχουνε μαθητέψει πλάι σε κείνους

που ξέρουν τις αλήθειες που ισχύουνε

για όλους τους καιρούς

μα και τις συνταγές που πάντα βοηθάνε.

 

Μιας και για σένα γίνονται τόσο πολλά

δε χρειάζεται ούτε δαχτυλάκι να κουνήσεις.

Βέβαια, αν τα πράματα ήταν διαφορετικά

Η μάθηση θα ‘τανε υποχρέωσή σου.

Αυτό θέλω να τους πω

Αναρωτιέμαι: γιατί να συζητάω μαζί τους;

ψωνίζουνε τη γνώση για να την πουλήσουν.

θέλουν να μάθουνε πού υπάρχει γνώση φτηνή

που να μπορούνε ακριβά να την πουλήσουν. Γιατί

να ενδιαφερθούνε να γνωρίσουν ό,τι

ενάντια στην αγοραπωλησία μιλάει;

Θέλουνε να νικήσουν.

Στη νίκη ενάντια τίποτα δε θέλουνε να ξέρουν.

Δε Θέλουνε άλλοι να τους καταπιέζουν,

Θέλουνε να καταπιέζουνε οι ίδιοι.

Δε θέλουνε την πρόοδο.

Θέλουνε την υπεροχή.

Πειθαρχούνε σ’ όποιον

τους υπόσχεται πως θα μπορούνε να διατάζουν.

Θυσιάζονται

για να μπορέσει να μείνει όρθιος ο βωμός της θυσίας.

Τι να τους πω, σκέφτηκα. Αυτό

θέλω να τους πω, αποφάσισα.»

(Από τη συλλογή «Ποιήματα», μετάφραση:Νάντια Βαλαβάνη)

 

 

J o r g e    L u i s    B o r g e s, «Μαθαίνεις»

«Μετά από λίγο μαθαίνεις
την ανεπαίσθητη διαφορά
ανάμεσα στο να κρατάς το χέρι
και να αλυσοδένεις μια ψυχή.

Και μαθαίνεις πως Αγάπη δε σημαίνει στηρίζομαι
Και συντροφικότητα δε σημαίνει ασφάλεια

Και αρχίζεις να μαθαίνεις
πως τα φιλιά δεν είναι συμβόλαια
Και τα δώρα δεν είναι υποσχέσεις

Και αρχίζεις να δέχεσαι τις ήττες σου
με το κεφάλι ψηλά και τα μάτια ορθάνοιχτα
Με τη χάρη μιας γυναίκας
και όχι με τη θλίψη ενός παιδιού

Και μαθαίνεις να φτιάχνεις
όλους τους δρόμους σου στο Σήμερα,
γιατί το έδαφος του Αύριο
είναι πολύ ανασφαλές για σχέδια
…και τα όνειρα πάντα βρίσκουν τον τρόπο
να γκρεμίζονται στη μέση της διαδρομής.

Μετά από λίγο καιρό μαθαίνεις…
Πως ακόμα κι η ζέστη του ήλιου
μπορεί να σου κάνει κακό.

Έτσι φτιάχνεις τον κήπο σου εσύ
Αντί να περιμένεις κάποιον
να σου φέρει λουλούδια

Και μαθαίνεις ότι, αλήθεια, μπορείς να αντέξεις

Και ότι, αλήθεια, έχεις δύναμη

Και ότι, αλήθεια, αξίζεις

Και μαθαίνεις… μαθαίνεις

…με κάθε αντίο μαθαίνεις»

(https://pteroen.wordpress.com/)

 

 

-Ζακ Πρεβέρ, «Ο κακός μαθητής»

«Λέει όχι με το κεφάλι

μα λέει ναι  με την καρδιά………

είναι ορθός τον ρωτάν

κι όλα τα προβλήματα έχουν δοθεί.

Ξαφνικά τον πιάνουν ακατάσχετα γέλια

και τα σβήνει όλα, τα ψηφία και τις λέξεις,

τις ημερομηνίες και τα ονόματα

και παρά τις φοβέρες του καθηγητή ,κάτω από τα γιουχαΐσματα

των καλών μαθητών με κιμωλίες όλων των χρωμάτων, πάνω στο μαυροπίνακα

της δυστυχίας ζωγραφίζει το πρόσωπο της ευτυχίας.»

(Ζακ Πρεβέρ, από την ποιητική του συλλογή «Κουβέντες».)

 

 

-Νάνος Βαλαωρίτης, «Το μάθημα της χαραυγής»

«Με το κόκκινο φίδι που γεννιέται στο αίμα τους
με τη διπλή φλογέρα που κοιμάται στο βλέμμα τους
τα παιδιά σας θα μεγαλώσουν κι αυτά
θα τινάξουν το βαρύ χαλινάρι να εμποδίζει το όνειρό σας
θα παρατήσουν τους χορούς και τα παιχνίδια στα τρυφερά λαγκάδια
και θα περάσουν σιωπηλοί μαρμαροτράχηλοι τις ατσαλένιες πόρτες
να πλημμυρίσουν τη γερασμένη σας πολιτεία
και τ’ αγέρωχα παλικάρια μεθυσμένα από το αίμα της χαραυγής
θα τιναχτούν να γιορτάσουν το ξύπνημά τους
να τραγουδήσουν με τη δική σας φωνή ένα δικό τους αστέρι
ν’ αγναντέψουν με τα δικά σας βλέμματα ένα δικό τους ήλιο
να κοιμηθούν με το δικό σας ύπνο ένα λαφρύτερο ύπνο
και θάρθουν αστροντυμένοι
όπως έρχεται το φεγγάρι να λιώσει στην αμασχάλη του βουνού
και θάρθουν ηλιολουσμένοι
όπως έρχεται το μαχαίρι αστραφτερό να βρει το κοιμισμένο χέρι
και θάρθουν ανεμοπόδαροι θαλασσοφιλημένοι
να τινάξουν στη μαραμένη σας αγκαλιά τη ζωντανή τους αγάπη.»

 

-Γιώργος Θέμελης, «Μαθητεία»

«Μαθαίνεται η Αγάπη,
Μαθαίνεται από μέσα, αποστηθίζεται.

Όπως η θλίψη, όπως η έκσταση.

Τ’ άφωνα ψάρια δεν πηγαίνουν
Σχολείο να μάθουν τη σιωπή,
Την εκθαμβωτική θαλάσσια αγάπη
Μες σε βαθειά κρησφύγετα.

Τα ερωτικά πουλιά δε μελετούν
Μαθήματα αγάπης· δε γράφουν
Τις τέσσερες πράξεις της
Στις πλάκες τους οι πεταλούδες.

Ίσως μονάχα οι Άγγελοι να μαθαίνουν
Λέξεις, ονόματα, κομμένες συλλαβές,
Συλλαβίζοντας τον έρωτα μες στην ουράνιαν ερημία.

Ίσως να ξέρουν καλά τη σιωπή της Αγάπης,
Τη γλώσσα της σιωπής, τον ανεκλάλητον ερώτα των πραγμάτων.

Αυτή τη γλώσσα, αυτή τη Μουσική,
Αυτή μαθαίνουν τα δάχτυλά μου.

Τα δάχτυλά μου, τα χείλη μου, τα έκπληχτα μάτια.»

Ἀνθολογία Νεοελληνικῆς Ποίησης», Ἐκδ. Ι.Δ. ΚΟΛΛΑΡΟΥ & ΣΙΑΣ Α.Ε.)

 

 

 -Τόλης Νικηφόρου, «μαθητεία, 1»

«μαθαίνω μια ζωή την αλφαβήτα
γλιστράω στην επιφάνεια των γραμμάτων
με την παρήγορη ψευδαίσθηση
ότι θα φτάσω στο ωμέγα κάποτε
όπου ενεδρεύει όμως αναπόφευκτα
το ωκεάνιο και πάλι άλφα

με τις καμπύλες του
τον κύκλο του
τον πρώτο κι ίσως τελευταίο βηματισμό του
τις απροσμέτρητες στον χωροχρόνο
διαστάσεις του

γύρω απ’ το άλφα περιστρέφομαι
στο αιμοσφαίριο αυτό βυθίζομαι
όπως σε αιώνια μήτρα
πύλη του κόσμου και του άδη
έσχατο όριο της δικής μου επίγνωσης

η αρχή της μαθητείας μου
δεν έχει τέλος»

(https://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=8472.30)

 

 

 

 

Post Navigation