Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (207ο): «Στιγμές»…

 

-«Με την ελπίδα μιας στιγμής, μας χρέωσαν όλο το μέλλον»

(Γ. Ρίτσος)

 

 

 

 

-Μάνος Χατζιδάκις, «Ιδιωτική στιγμή»


«Ένας παπάς
από τ’ αντικρυνό παράθυρο
κοιτάζει που κοιμάμαι.
Θέλει να διαπιστώσει
πού έχω τα χέρια μου,
πάνω ή κάτω από το προσκεφάλι.

Ένας αστυνόμος
από τ’ αντικρυνό παράθυρο
μ’ επιμονή παρατηρεί τον ύπνο μου.
Θέλει να διαπιστώσει
αν γέρνω αριστερά, αν γέρνω δεξιά.

Ένα παιδί
από τ’ αντικρυνό παράθυρο
με βλέπει μ’ απορία να κοιμάμαι.
Θέλει να διαπιστώσει
αν είμαι δράκος
για Θεός ή ένα πουλί
που τραγουδά περίεργα τραγούδια.

Εγώ μέσ’ απ’ τον ύπνο μου
τους βλέπω και χαμογελώ,
γιατί ο παπάς δεν μ’ αναγνώρισε
πως είμαι ο Χριστός κι έχω
τα χέρια μου στο στήθος σταυρωμένα.

Γιατί ο αστυνόμος δεν γνωρίζει
πως ειδικά γι αυτόν είμαι αξιωματικός
και το παιδί ούτε καν μπόρεσε
να φανταστεί πως είμαι ο ποιητής.»

http://www.poiein.gr/archives/741/index.html

 

 

 

 

 

-Μίλτος Σαχτούρης, «ΕΞΙ ΣΤΙΓΜΕΣ»

I
Ο μουγγός ξεκρεμάει παλιές
φωτογραφίες
κοιτάζει πτώματα τρομάζει ζηλεύει
στόματα κοριτσιών
κλαίει βγάζει ένα κόκκινο
σκαμνί στο πεζοδρόμιο

II
Ο άρρωστος μελετάει
τις καπνοδόχες
ξέρει πως από μέσα τους
φεύγουν τα όνειρα
και οι καπνοί
των πεθαμένων

III
Ο ζωγράφος έχει μέσα στην καρδιά του
μια ζωγραφιά
έχει μέσα στο κεφάλι του ένα μαχαίρι
θέλει να βγάλει τη ζωγραφιά
θέλει να βγάλει το μαχαίρι
να σκίσει τη ζωγραφιά

IV
Ο φίλος μου έχει ένα περίστροφο
εγώ έχω μια κιθάρα
όταν οπλίζω την κιθάρα
το περίστροφο παίζει μια εξαίσια
μουσική
όταν σκοτώνω με την κιθάρα

V
Οι πόρτες τ’ άλογα και τα κουδούνια
ανοιχτά φέρετρα κάτω απ’ τον ήλιο
ανοιχτά στόματα κάτω απ’ τον ήλιο
Θε μου να σφάξουμε το μαύρο κόκορα
Θε μου να σφάξουμε το μαύρο κόκορα
Θε μου να σφάξουμε το μαύρο κόκορα

VI
Ο βαρκάρης των κεραυνών
γυρίζει
από ακτή σε ακτή
δε θέλει ν’ αράξει πουθενά
τη βάρκα του ψιθυρίζει
φύγαν φύγαν τα νερά

(Μίλτος Σαχτούρης, Ποιήματα, Κέδρος)

 

 

 

 

-Νικολέτα Κοΐνη, «ΔΕΝ ΛΕΝΕ ΨΕΜΑΤΑ ΟΙ ΣΤΙΓΜΕΣ»

 

«Η καρδιά ξεκουράζεται στη γυμνή στιγμή της εξερεύνησης.

Σαν από ανύπαρκτη και περήφανη για τις τρικυμίες και για τους μύθους

καλώς όριζα και αφηνόμουν σε κάθε μαγικής της διάσταση.

Αλίευα στιγμές και τη μαγεία, συνειδητά αφηνόμουν

Δεν λένε ψέματα οι στιγμές.»

 

(http://fractalart.gr/diamanti/)

 

 

 

 

 

 

– Δήμητρα Καραγγέλη, “Κύκλος στιγμών”

 

«Γύρω μας κυκλώνες σιωπής,

κι εμείς εκεί στη μέση σαστισμένοι..

Αλήθεια ψάχνουμε όλοι μας,

κι όμως δίπλα μας η πλάνη…

Εθελοτυφλούμε,

σκοντάφτουμε σε αυταπάτες,

σε ψευδαισθήσεις καλυμμένες με πανδαισία χρωμάτων,

κεντημένες με την ομορφιά της ψυχής μας..

 

Γυρεύεις ανθρώπους να σε νοιώσουν,

κι όμως ακόμη ζεις στη μοναξιά σου…

Θαρρείς πως η ζεστασιά ενός βλέμματος είναι τόσο σπάνια,

τόσο πολύτιμη,

κι όταν τη βρεις τι;

Νομίζεις πως θα μείνει για πάντα;

πως θα ‘ναι εκεί μια ολάκερη ζωή να σε προστατεύει;

Μα πόσο έσφαλες ανόητε ανθρωπάκο…!

τίποτε δεν είναι Παντοτινό…

τίποτε δεν διαρκεί Αιώνια…

η στιγμή είναι αυτή που σε ωθεί στο όνειρο…

Οι στιγμές συνθέτουν το αιώνιο της ολοκλήρωσης…

 

Όλη μας η ζωή μια απέραντη ελπίδα για το παντοτινό..

Εκείνο εκεί το σταθερό,

το ασφαλές που επιζητούμε να κάνουμε δικό μας…

Μα ποτέ κανείς δεν συλλογίστηκε,

κανείς δεν έκανε κτήμα του εκείνο εκέι το περίφημο:

“ουδέν μονιμότερον του προσωρινού”!

Μα μονάχα ο καθείς συνέχισε το ατέλειωτο κυνήγι της ουτοπίας του…

 

Νοιώσε επιτέλους βρε άνθρωπε!

η αγάπη είναι το υψηλότερο των αγαθών

γι’αυτό δεν μπορείς να τη φυλακίσεις…

δεν είναι δυνατόν να τη ζυγιάσεις…

δεν θα γίνει ποτέ αποκλειστικά δική σου…

είναι ακατόρθωτο να τη δαμάσεις!

Ένα μονάχα πράξε!

 

Αγάπα, νοιώσε δυνατά, απογοητεύσου χωρίς να συλλογάσαι το μετά…

Εν τέλει ένωσε τις στιγμές σου,

θα καταλάβεις…!»


(http://www.palmografos.com/permalink/20875.html
)

 

 

 

-Caesar Vallejo, «H πιο βαριά στιγμή της ζωής»


«Ένας άνθρωπος είπε:
-H πιο βαριά στιγμή της ζωής μου ήταν στη μάχη του Μάρνη, όταν πληγώθηκα στο στήθος.
Ένας άλλος είπε:
-Η πιο βαριά στιγμή της ζωής μου ήταν σε μια παλλιροϊκή καταστροφή στη Γιοκοχάμα , απ’ όπου γλύτωσα από θαύμα, καταφεύγοντας κάτω από τη σκηνή ενός μαγαζιού με βερνίκια.
Κι ένας άλλος είπε:
-Η πιο βαριά στιγμή της ζωής μου είναι όταν κοιμάμαι την ημέρα.
Κι άλλος είπε:
-Η πιο βαριά στιγμή της ζωής μου ήταν στη μεγαλύτερη μοναξιά μου.
Κι άλλος είπε:
-Η πιο βαριά στιγμή της ζωής μου ήταν όταν μ’ έκλεισαν σε μια φυλακή του Περού.
Κι άλλος είπε:
-Η πιο βαριά στιγμή της ζωής μου ήταν όταν είδα προφίλ τον πατέρα μου.
Κι ο τελευταίος είπε:
-H πιο βαριά στιγμή της ζωής μου δεν έχει φτάσει ακόμα.

(http://eisvathos.blogspot.gr/2017/12/h.html)

 

 

 

 

-Κώστας Μόντης, «Στιγμές της Εισβολής»


«Σκέψου να μας γίνει βραχνάς η οροσειρά της Κερύνειας,
σκέψου να την κοιτάμε με τρόμο,
σκέψου να την υποψιαζόμαστε,
σκέψου να την μισούμε!

***


Εμείς μια φορά αραδιάσαμε τους τάφους μας
και με το παραπάνω,
εμείς μια φορά ντυθήκαμε στα μαύρα
και με το παραπάνω.

***

Ανασήκωσε την πλάτη
κι απόστησέ τους, Πενταδάκτυλέ μου,
ανασήκωσε την πλάτη
και απόσεισέ τους.

***

Κι η Λευκωσία λυπημένο παιδάκι
που του κάκου αγωνίζεσαι
να το κάνεις να χαμογελάσει.»

 

http://stigmalogou.blogspot.gr/2015/01/1914-2004-100.html

 

 

 

Robert Creely, «Στιγμή»

 

«Ν’ αξιοποιείς τον καιρό, ή να σκοτώνεις τον καιρό, και τα δυο

ακόμη βασανίζουν το μυαλό μου.

 

Φτάνει κανείς στο νεκροταφείο

με τα κόκαλα των πεθαμένων.

 

Όλοι οι δρόμοι έφεραν

εδώ, πραγματικά κοινό,

 

μόνο που το σώμα έχει μετακινηθεί

πάλι προς κάποια άλλη χρήση.»

(Σύγχρονοι Αμερικάνοι ποιητές, ύψιλον/βιβλία)

 

Advertisements

Πες το με ποίηση (206ο): «ΑΣΘΕΝΕΙΑ -ΥΓΕΙΑ – ΓΙΑΤΡΟΣ»

  1. Η ΑΡΡΩΣΤΙΑ ΤΟΥ ΚΛΕΙΤΟΥ

 

Ο Κλείτος, ένα συμπαθητικό

παιδί, περίπου είκοσι τριώ ετών —

με αρίστην αγωγή, με σπάνια ελληνομάθεια —

είν’ άρρωστος βαρειά. Τον ηύρε ο πυρετός

που φέτος θέρισε στην Aλεξάνδρεια.

Τον ηύρε ο πυρετός εξαντλημένο κιόλας ηθικώς

απ’ τον καϋμό που ο εταίρος του, ένας νέος ηθοποιός,

έπαυσε να τον αγαπά και να τον θέλει.

Είν’ άρρωστος βαρειά, και τρέμουν οι γονείς του.

Και μια γρηά υπηρέτρια που τον μεγάλωσε,

τρέμει κι αυτή για την ζωή του Κλείτου.

 

Μες στην δεινήν ανησυχία της

στον νου της έρχεται ένα είδωλο

που λάτρευε μικρή, πριν μπει αυτού, υπηρέτρια,

σε σπίτι Χριστιανών επιφανών, και χριστιανέψει.

 

Παίρνει κρυφά κάτι πλακούντια, και κρασί, και μέλι.

 

Τα πάει στο είδωλο μπροστά. Όσα θυμάται μέλη

της ικεσίας ψάλλει· άκρες, μέσες. Η κουτή

δεν νοιώθει που τον μαύρον δαίμονα λίγο τον μέλει

αν γιάνει ή αν δεν γιάνει ένας Χριστιανός.

 

K.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ, Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984

 

 

 

 

Eίν’ αρρώστια τα τραγούδια

 

 

 

 

  1. ΣΤΟΡΓΗ

 

Eίναι
λυπητερό πράγμα ένας άρρωστος άντρας.

 

Άρρωστος
στην πλήρη ακμή του.

 

Oι άντρες
είναι καμωμένοι να μένουν δυνατοί.

 

Tο
αισθάνονται αυτό

 

κι όταν
πέσουν στο στρώμα

 

έχουν την
έκφραση του προσώπου περίλυπη.

 

Kάποτε το
βλέμμα τους χάνεται.

 

Σα ν’
απορούν γι’ αυτό που τους συμβαίνει.

 

Σα να μη
μπορούν να καταλάβουν την αδυναμία τους,

 

θυμώνουν κι
αγαναχτούν,

 

ύστερα όμως
είναι πιο λυπημένοι.

 

 

Έχουν μιαν
άλλη μελαγχολία στην αρρώστια τους.

 

Παραδίνονται
σαν παιδιά.

 

Σαν εκείνα
τα παιδιά που έχουν πρόωρη γνώση.

 

Σε
κοιτάζουν στα μάτια,

 

περιμένουν
να τους βεβαιώσεις…

 

Όχι μόνο
πως θα γίνουν καλά,

 

όχι πως δεν
έχουν τίποτα,

 

μα πως η
δύναμή τους είναι ακέρια.

 

Πως εσύ το
θέλεις και τους περιποιείσαι

 

κι αυτοί το
δέχονται.

 

Δέχονται
την περιποίηση για το χατίρι σου.

 

 

Eίναι
λυπητερό να βλέπεις έναν άντρα άρρωστο,

 

να βλέπεις
να κείτεται ένας λεβέντης.

 

Σε σφάζει
το βλέμμα του.

 

Σε
παρακαλεί μ’ έναν τρόπο που σου πονεί.

 

Σε πειράζει
που δέχεται τη βοήθειά σου.

 

Σε πειράζει
να αισθάνεσαι χτυπημένη την περηφάνεια του,

 

την υπομονή
του.

 

Γι’ αυτό δε
θα πιστέψεις

 

πως εκείνος
δεν είναι ο πιο δυνατός κοντά σου.

 

Tούτο
περιμένει να δει στο βλέμμα σου,

 

για να
γιάνει.

 

 

Aυτό πρέπει
να σου μαθαίνει η αγάπη σου.

 

Πως δεν του
φτάνει μονάχα να τον αγαπάς.

 

Θέλει ακόμα
πιο πολύ,

 

να
πιστεύεις πάντα σ’ αυτόν.

 

 

ΖΩΗ ΚΑΡΕΛΛΗ, Αντιθέσεις (1957)

 

 

***

 

 

  1. ΑΡΡΩΣΤΙΑ

 

 

Όλο τους πεθαμένους σκέφτομαι αυτές τις μέρες.

 

Πλούσια από θάνατο η μνήμη μου

 

τους φέρνει εμπρός μου ζωντανούς.

 

 

Μιλούνε ορισμένα απ’ τα λόγια τους:

 

«Ένα πουκάμισο χρώμα σαν το καΐσι».

 

«Να σε φιλήσω, γιατί πέθανα».

 

«Ζητούσα να σας δω και ήρθα».

 

 

Πρόσωπα, λόγια πολλά, που τα κρατώ

 

σαν ξένα, θέλω δικά μου να τα κάνω

 

και δεν μπορώ, γιατί δεν εννοώ

 

το θάνατο, αρνιέμαι να τον καταλάβω.

 

 

Όμως ούτε και τη ζωή, έτσι,

 

μπορώ ν’ αγγίζω, όπως θέλω

 

να την κρατήσω, που βλέπω τις κινήσεις

 

των ζωντανών, σα να ‘ναι μες στη μνήμη μου

 

κι αυτές και δεν μπορώ να τις αγγίξω

 

ζωντανές. Τις χαίρομαι συχνά,

 

τις αγαπώ, τις βλέπω εκστατικά,

 

κι άξαφνα γίνονται σαν από πεθαμένους.

 

 

ΖΩΗ ΚΑΡΕΛΛΗ, «Η εποχή του θανάτου» (1948)

 

 

***

 

 

  1. ΤΙ ΝΟΣΟΣ

 

 

Τι νόσος

 

τα μάτια σου να βλέπουν περιβόλια

 

και να μη φτεροκοπάν

 

 

τα γόνατα τα πριν τρεμάμενα

 

τις γόησσες ν’ αντικρίζουνε

 

με ήπιο πένθος

 

 

εκεί που η θάλασσα μεσημεριάζει μες στο ασήμι

 

εσύ να τήνε λες

 

νομίσματα

 

 

να ‘χει στο στρώμα σου κάθε κορμί

 

τη γεύση συννεφιάς

 

 

κι η συννεφιά να μοιάζει σαν ν’ ανήκει

 

στη μέρα και στη νύχτα το ίδιο.

 

 

Θα ‘πιαν πολύ τα αισθήματα χτες βράδυ

 

και κοιμούνται.

 

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣ, «Στα ξένα», Κέδρος, 2001

 

 

 

***

 

 

  1. ΑΝΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΑΓΩΓΗ

 

Εκεί, ασάλευτοι μέσα στο φως της προκυμαίας

μόνοι, κοιτώντας προς τη θάλασσα κτίρια γυμνά

αμέτοχοι στο πλήθος που έρχεται βομβίζοντας

αδιάφοροι στα ελπιδοφόρα σήματα, όχι αρεστοί

 

Αιφνίδια ανάρρωση, ήχοι ανεπαίσθητοι, διαφάνεια

 

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου

 

 

Μπάμπης Στόκας ~ Ο ντόκτωρ

 

 

  1. Καλημέρα γιατρέ
    μου

    Μη.

    Μη σηκώνεστε. Άλλωστε
    δεν έχω τίποτα σοβαρό.

    Τα γνωστά.

    Γράψτε βάλιουμ
    μαντράξ στεντόν τριπτιζόλ – ξέρετε τώρα

    εσείς –

    Κάντε με κοινωνικό
    πρόσωπο

    βολέψτε με τέλος
    πάντων με τους ομοίους σας

    περάστε με στους
    χαφιέδες σας

    πηδήξτε με άν θέτε

    ωραίες οι γκραβούρες
    στους τοίχους σας.

    Τσάκα τώρα στα σβέλτα
    το χιλιάρικο

    και φερ’ τη συνταγή

    γιατί τέρμα η υπομονή
    μου παλιόπουστε

    κι όπου να ‘ναι θα
    εκραγεί.

    Μη. Μη σηκώνεστε
    γιατρέ μου. Δεν είναι σοβαρό.

    Ευχαριστώ.

    Καλημέρα σας.

 

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΓΩΓΟΥ

 

 

 

***

 

  1. ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟΣ  ΓΙΑΤΡΟΣ

 

Τρεις μέρες πάλευε στη ζούγκλα του ιατρείου.

 

 

Μάγοι ιθαγενείς φυσοκάλαμα θεραπευτικά φυτά

θηρία και τυφώνες του έπνιγαν τη φωνή.

 

 

Δίπλα

βάρκες με άλλους ασθενείς κωπηλατούσαν ήρεμα

τον έδειχναν με το δάχτυλο  έβγαζαν φωτογραφίες.

 

 

Τον είδε ο γιατρός.

Είπε να κόψει τα ποιήματα το βράδυ.

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΕΤΡΟΥ,
Παθολογική», Μικρή Άρκτος, 2013

 

 

***

 

  1. AYTOΣ Ο ΑΝΤΡΑΣ ΕΙΝΑΙ ΑΡΡΩΣΤΟΣ  ΜΕ ΠΥΡΕΤΟ

Αυτός ο άντρας είναι άρρωστος με πυρετό

Κι αν πλησιάσω θα κολλήσω

 

Κάθεται οκλαδόν στο διάδρομο

Μιας δυτικής πολυκατοικίας

Και με κοιτάζει με δυο μάτια

Ένα κλειστό, ένα ανοιχτό

 

Ύστερα του επιτίθεμαι κόσμια

Έτσι που είναι αδύνατο

Να πάμε μπρος ή πίσω

 

KATEΡΙΝΑ ΑΓΥΙΩΤΗ

 

 

***

 

  1. ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Άνοιξε
η θύρα ξαφνικά και πρόβαλε

 

Ένας
γιατρός φορώντας άσπρη μπλούζα

 

Χαμογελούσε
φιλικά σαν να με γνώριζε

 

 

Κοιτάζω
γύρω

 

Το
δωμάτιό μου

 

Τα
κάδρα το γραφείο τα βιβλία μου

 

 

«Ποιος
είστε και πώς ήρθατε;» ρωτώ

 

«Από
τη σκάλα του ύπνου» μου απαντά

 

«Χρόνια
μετά την αποφράδα ημέρα

 

Θυμάστε;

 

Με τα
κόκκινα πουλιά και τις μεγάλες μύγες στο φεγγάρι»

 

 

Και
πρόσθεσε καθησυχαστικά

 

«Χαμογελάστε

 

Δεν
υπάρχει λόγος

 

Έχουμε
πλέον ανελκυστεί

 

Στο
φως

 

Και
προχωρούμε ολοταχώς

 

Στο
θαύμα»

 

ΟΡΕΣΤΗΣ ΑΛΕΞΑΚΗΣ

 

 

Νίκος Καββαδίας – Γράμμα Ενός Αρρώστου

 

 

  1. ΠΑΘΟΛΟΓΙΚΗ Β’

άχνιζε το κεφάλι μου

 

έβγαιναν δικηγόροι

 

και γιατροί, συνάψεις, γάγγλια

 

σε φαγοπότι

 

 

φύγετε, φύγετε-

 

έχω τη μάνα μου

 

στην αιμοκάθαρση

 

 

έφτυνα, σκόνταφτα, έσερνα

 

κατάρες, δεν ήμουν

 

στα καλά μου προφανώς

 

 

φύγετε, φύγετε-

 

έχω να βγάλω δυο

 

καισαρικές, έχω τρελό στο σπίτι

 

 

-πάρτε δρόμο

 

τους έπεισα στην τελική-

 

 

πήρανε τσάντες, σώβρακα, συμβόλαια,

 

πήγαν στους δίπλα με το εγκεφαλικό 

 

ΓΛΥΚΕΡΙΑ  ΜΠΑΣΔΕΚΗ

 

 

 ***

 

  1. ΘΑ ΡΘΕΙΣ ΣΤΑ ΛΟΓΙΑ ΜΟΥ

Το λεγαν θείες, μάνα, γειτονιάπάντα κυλότα

 

καθαρή, δεν ξέρεις πότε

 

θα ‘ρθει

 

το έμφραγμα, το

 

εγκεφαλικό, μια

 

απλή λιποθυμία, έστω

 

σαν έτοιμη από καιρό, εσύ

 

κυρία, αρχόντισσα

 

 

να μη γελάνε

 

οι γιατροί, να μην

 

κουτσομπολεύουν

 

νοσοκόμες

 

 

ΓΛΥΚΕΡΙΑ  ΜΠΑΣΔΕΚΗ

 

 

 

 ***

 

12. EΘΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ

για το

 

σπασμένο πόδι

 

να σας δει

 

ο κύριος

 

Παπαδίτσας

 

 

ούρα, ουρία,

 

ζάχαρο

 

κύριος

 

Σινόπουλος, απαρεγκλίτως

 

 

ακτίνες θώρακος

 

Εμμανουήλ

 

Αναγνωστάκης -κλείστε όμως

 

ραντεβού

 

εγκαίρως

 

 

για την ψυχή,

 

για την ψυχή,

 

ο

 

κύριος

 

Γιώργος

 

Χειμωνάς

 

-τι επιστήμων!

 

 

 

(ΤΙ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝΕ ΣΤΙΣ ΛΙΣΤΕΣ, ΔΕΣΠΟΙΝΙΣ ΜΟΥ;)

 

ΤΙ

 

ΔΕΝ

 

ΤΟΥΣ

 

ΒΡΙΣΚΕΤΕ

 

ΠΟΤΕ ;

 

ΤΙ ΣΥΝΕΧΩΣ ΚΛΕΙΣΤΟΝ ΜΟΥ ΛΕΤΕ ;

 

 

χτυπήστε νύχτα το

 

κουδούνι,

 

πάρτε τον πετεινό σας

 

αγκαλιά,

 

λαλήστε

 

τρις

 

και

 

να

 

μπροστά σας

 

οι

 

γιατροί

 

ολόδροσοι

 

 

ΓΛΥΚΕΡΙΑ  ΜΠΑΣΔΕΚΗ

 

***

 

13.Ο ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ  ΜΟΥ  ΦΙΛΟΣ

βλέπουμε τη μήτρα μου στην τηλεόραση

η μήτρα μου μοιάζει με στόμα ροφού

θέλω να της βάλω κραγιόν και να βγούμε βόλτα

 

 

ο καλύτερός μου φίλος γελάει

είναι γυναικολόγος αλλά και άνθρωπος

ξέρει πολλά πράγματα για μένα

αλλά δεν θα τα πει ποτέ παραέξω

 

 

τζάμι και φέτος (μου λέει)

να κόψεις όμως τις μπούρδες

να κάνεις και μαστογραφία

η πρόληψη σώζει

 

 

είμαι ανώριμη ( του λέω)

άσε με να χαρώ το βυθό μου, ζακ υβ κουστώ

και κλείσε αυτό το ψάρι πάνω απ’ το κεφάλι μου

 

 

ΓΛΥΚΕΡΙΑ  ΜΠΑΣΔΕΚΗ

 

 

 

ΕΛΕΝΗ ΒΙΤΑΛΗ – ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ ΜΑΝΟΥΛΑ

 

 

 

  1. ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΓΙΑ ΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΗ ΕΠΕΜΒΑΣΗ

 

Άνοιξε
επίσημα η πόρτα. Την άσπρη του μπλούζα

 

δεν την είδα
εγώ. Την είδε η μητέρα μου, οι τρεις μου αδελφές

 

κι ο πατέρας
μου.

 

 

Εγώ

 

βρισκόμουν
αδιάφορος στο μέσο μιας κόκκινης

 

λίμνης, που
μύριζε φως και τριαντάφυλλο. Εκείνος

 

δεν τόλμησε

 

Κοίταξε γύρω
του. Κλείστε του όλα τα παράθυρα,

 

είπε
αλλάχτε του

 

στέγη. Η
ησυχία που χρειάζεται δεν είναι από δω,

 

Κάτι γίνεται
απ’ έξω

 

 

Έσκυψε,
έπιασε

 

το σφυγμό
του, τους κοίταξε, κι’ έγραψε

 

στη συνταγή
του δυο λέξεις:

 

«Λιγότερο φως».

 

 

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ  ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

 

 

***

 

  1. ΓΙΑ ΝΑ ΔΙΑΤΗΡΗΘΕΙ Η ΥΓΕΙΑ

Για να διατηρηθεί η υγεία κάθομαι στ’ ανοιχτά παράθυρα,

 

κοιτώ με σεβασμό τον ουρανό, σχολιάζω σεμνά το φεγγάρι,

 

κάθομαι στ’ ανοιχτά παράθυρα με το πουκάμισό μου,

 

κι αφήνω τη συγκοινωνία να περνά, τα σήματα να λάμπουν,

 

τις μηχανές να δουλεύουν, τις χάλκινες μπάντες να συνεχίζουν τον ρυθμό,

 

γιατί η υγεία πρέπει να προστατευτεί.

 

 

Καθώς σκέφτομαι τον θάνατο, κάθομαι και κοιτώ το πάρκο

 

όπου παιδιά παίζουν μέσα σ’ όλη τους την αθωότητα,

 

και γυναίκες πάνω στο άτακτο χορτάρι

 

απορροφούν τον καθημερινό ήλιο.

 

 

Η γλυκιά προάστια μουσική από εκατό πρασιές

 

έρχεται τρυφερά στ’ αυτιά μου. Οι άγγλοι θεριστές θερίζουν και θερίζουν.

 

Βλέπω τα ζευγάρια που περπατούν αγκαλιασμένα,

 

παρατηρώ τα χαμόγελά τους,

 

γλυκές προσκλήσεις και εφευρέσεις,

 

βλέπω να δανείζουν εικονογράφηση αγάπης

 

χειρονομώντας και μορφάζοντας.

 

 

Τους κοιτώ με ενδιαφέρον, ανακαλύπτω κάτω απ’ τα γέλια

 

τι υπάρχει για θλίψη, μια αόριστη σύγχυση

 

για πράγματα που δεν γυρνούν σωστά.

 

 

Κάθομαι στ’ ανοιχτά παράθυρα με το πουκάμισό μου.

 

Παρατηρώ, σαν κάποιος Ιεχωβάς της Δύσης

 

τι περνά, για να διατηρηθεί η υγεία.

 

 

DYLAN  THOMAS,  μετ:  Βίκη Τσελεμέγκου-Αντωνιάδου

 

 

 

 

  1. Ο κ. ΙΒΟ ΤΟ ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΑΕΡΟΠΛΑΝΟ

 

(απόσπασμα)

 

 

Ο γιατρός  άνοιξε την
τσάντα

 

έβγαλε ένα παράξενο μικρό
εργαλείο

 

πάνω στο τραπέζι τα
ξεκοιλιασμένα ποιήματα έβγαζαν χλωροφόρμιο

 

«Κάνω εγχειρήσεις στ’
άρρωστα ποιήματα» μου είπε, «κάτι σώνεται

 

κάποτε γράφω κι εγώ,
βλέπεις, εδώ είναι όλα πιθανά.

 

Ύστερα σου έρχονται όλα
ξαφνικά, δικάζεσαι για φόνο»

 

 

Τότε άρχισα να μικραίνω

 

στο τέλος έγινα ένα μικρό
μπουκάλι με αντισηπτικά.

 

Ο γιατρός πλησίασε το
τραυματισμένο ακουστικό κι εγώ επανέλαβα:

 

 

«Πέρασα ένα ευχάριστο
απόγευμα ανασαίνοντας δύσκολα

 

όπως το τρένο σε κάποιο
παλιό  ποίημα του γιατρού

 

είμαι υπέροχος εξαιτίας της
απόγνωσης

 

έκανα τα αισθήματά μου
διαφήμιση

 

και κατέθεσα την αγάπη μου
στο ταμείο παρακαταθηκών και δανείων».

 

 

Αυτό είναι ένα καλό ποίημα,
μου είπε

 

και τα’ άλλα βέβαια ήταν
καλά

 

αλλά είχα απαυδήσει από
ισορροπία

 

αυτή είναι η γνώμη μου ως
αρχιτέκτονος

 

ΒΑΣΙΛΗΣ  ΣΤΕΡΙΑΔΗΣ, εκδόσεις Εγνατία, σειρά ΤΡΑΜ 1978

 

 

 

ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΟΣ ΓΙΑΤΡΟΣ -ΓΙΩΡΓΟΣ ΡΩΜΑΝΟΣ

 

 

 

  1. ΑΠΟΛΕΛΥΣΑΙ ΤΗΣ ΑΣΘΕΝΕΙΑΣ ΣΟΥ

Νηστεύει η ψυχή μου από πάθη

και το σώμα μου ολόκληρο την ακολουθεί.

Οι απαραίτητες μόνο επιθυμίες –

και το κρανίο μου ολημερίς χώρος μετανοίας

όπου η προσευχή παίρνει το σχήμα θόλου.

Κύριε, ανήκα στους εχθρούς σου.

Συ είσαι όμως τώρα που δροσίζεις

το μέτωπό μου ως γλυκύτατη αύρα.

Έβαλες μέσα μου πένθος χαρωπό

και γύρω μου

όλα πια ζουν και λάμπουν.

Σηκώνεις την πέτρα – και το φίδι

φεύγει και χάνεται.

 

Απ’ την ανατολή ως το βασίλεμα του ήλιου

θυμάμαι πως είχες κάποτε σάρκα και οστά για μένα.

Η νύχτα καθώς την πρόσταξες απαλά με σκεπάζει

κι ο ύπνος – που άλλοτε έλεγα πως ο μανδύας του

με χίλια σκοτάδια είναι καμωμένος,

ο μικρός λυτρωτής, όπως άλλοτε έλεγα –

με παραδίδει ταπεινά στα χέρια σου…

Με τη χάρη σου ζω την πρώτη λύτρωσή μου.

 

ΝΙΚΟΣ  ΚΑΡΟΥΖΟΣ

 

 

 

 

  1. ΜΟΡΦΗ ΚΑΤΑΠΛΗΞΕΩΣ

Οι άρρωστοι
ξεχωρίζουν αναμεταξύ τους

 

οι υγιείς είναι
ίδιοι.

 

 

περνώντας απ’
το γέλιο γνωρίζω αλάνθαστα

 

και τους μεν
και τους δε.

 

τείνω στην
άπνοια του νου με λευκότητα

 

οι
δυστυχίες διαφέρουν η ευτυχία είναι μία.

 

 

ΝΙΚΟΣ  ΚΑΡΟΥΖΟΣ, ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ ΑΝΕΛΚΥΣΤΗΡΩΝ, Καστανιώτη, 1986

 

 

*Η ανάρτηση είναι της καλή φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής!

Πες το με ποίηση (205ο): «Όταν…»…

 

-«Κι ΟΤΑΝ δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλον, είμαστε κιόλας νεκροί…»

(Τάσος Λειβαδίτης)

 

 

 

 

-«Κι ΟΤΑΝ πεθάνουμε να μας θάψετε κοντά κοντά για να μην τρέχουμε μέσα στη νύχτα να συναντηθούμε.»

(Τάσος Λειβαδίτης)

 

 

 

 

-«ΌΤΑΝ ανοίξει

ένα παράθυρο θάναι παρηγορία»

(Κ. Π. Καβάφης)

 

 

 

 

-«…ΟΤΑΝ έχει φεγγάρι μεγαλώνουν οι σκιές μες στο σπίτι,

αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες,

ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου

λησμονημένα λόγια δε θέλω να τ’ ακούσω. Σώπα.

Άφησε με να’ρθω μαζί σου…»

(Γ. Ρίτσος)

 

 

 

-Μίλτος Σαχτούρης, «Όταν»

«Όταν κλείνω τα μάτια

ξεκινάει από μακριά

η αγαπημένη έρχεται

και με κοιτάζει

όταν σβήνω το φως

 

έρχεται ο θάνατος και

μου φιλά τα χέρια.»

 

(Μίλτος Σαχτούρης, Ποιήματα, Κέδρος)

 

 

 

 

 

-Μ. Αναγνωστάκης, «Όταν μια άνοιξη»

 

«Όταν μιαν άνοιξη χαμογελάσει

θα ντυθείς μια καινούργια φορεσιά

και θα ΄ρθεις  να σφίξεις τα χέρια μου

παλιέ μου φίλε.

 

Κι ίσως κανείς δε σε προσμένει να γυρίσεις

μα εγώ νιώθω τους χτύπους της καρδιάς σου

κι ένα άνθος φυτρωμένο στην ώριμη, πικραμένη σου μνήμη.

 

Κάποιο τρένο, τη νύχτα, σφυρίζοντας,

ή ένα πλοίο, μακρινό κι απροσδόκητο

θα σε φέρει μαζί με τη νιότη μας

και τα όνειρά μας.

 

Κι ίσως τίποτα, αλήθεια, δεν ξέχασες

μα ο γυρισμός πάντα αξίζει περισσότερο

από κάθε μου αγάπη κι αγάπη σου

παλιέ μου φίλε.»

 

(Μ. Αναγνωστάκης, Τα ποιήματα, Νεφέλη»

 

 

 

 

Ντίνος Χριστιανόπουλος, «Όταν σε περιμένω»

 «Όταν σε περιμένω και δεν έρχεσαι,
ο νους μου πάει στους τσαλακωμένους,
σ’ αυτούς που ώρες στέκονται σε μια ουρά,
έξω από μια πόρτα ή μπροστά σ’ έναν υπάλληλο,
κι εκλιπαρούν με μια αίτηση στο χέρι
για μια υπογραφή, για μια ψευτοσύνταξη.

Όταν σε περιμένω και δεν έρχεσαι,
γίνομαι ένα με τους τσακισμένους.»

 (Ντίνος Χριστιανόπουλος, από τη συλλογή Ανυπεράσπιστος καημός,1960)

 

 

 

-Μπ. Μπρεχτ, «ΟΤΑΝ ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΚΑΙ ΠΕΦΤΟΥΝ ΣΑΝ ΒΡΟΧΗ ΤΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ»

 «Όπως εκείνος που φέρνει μια σημαντική επιστολή στο γκισέ εκτός των ωρών εργασίας του ταχυδρομείου: και το γκισέ είναι κλειστό·

όπως εκείνος που θέλει να προειδοποιήσει την πόλη για την επερχόμενη πλημμύρα ‒ μιλάει ωστόσο ξένη γλώσσα: και κανένας τί λέει δεν καταλαβαίνει·

όπως ο ζητιάνος που χτυπάει για πέμπτη φορά την πόρτα εκείνη που του είχαν ανοίξει τις προηγούμενες τέσσερις: και μένει τώρα, την πέμπτη του φορά, πεινασμένος·

όπως ο πληγωμένος που τρέχει το αίμα του, ενώ περιμένει τον γιατρό: και το αίμα του συνεχίζει να τρέχει,

 

έτσι ερχόμαστε κι εμείς και γράφουμε και λέμε για τα κακά που έχουμε τραβήξει και για τα εγκλήματα που έχουμε υποστεί.

 

Την πρώτη φορά που αναφέραμε ότι σφάζανε τους φίλους μας με μέτρο και αραιά-αραιά, βγήκε μια κραυγή απόγνωσης και φρίκης. Είχανε σφάξει, τότε, εκατό. Όταν όμως ύστερα σφαχτήκαν χίλιοι, και τελειωμό δεν είχανε οι σφαγές, απλώθηκε παντού σιωπή.

 

Όταν έρχονται και πέφτουν σαν βροχή τα εγκλήματα, κανείς τότε δεν βγαίνει να φωνάξει Σταματήστε!

 

Όταν τα εγκλήματα γίνονται σωρός, γίνονται και αόρατα.

Όταν τα βάσανα είναι αβάσταχτα και θεριεύει ο πόνος, κραυγή από πουθενά δεν ακούγεται.

Γιατί και οι κραυγές… έτσι πέφτουνε κι αυτές… σαν βροχή, σαν βροχή καλοκαιριάτικη.» 

(https://zbabis.blogspot.gr/2015/03/12-4.html)

 

 

 

-Μπ. Μπρεχτ, «Κάποτε όταν θα ‘χουμε καιρό»

 «Κάποτε όταν θα ‘χουμε καιρό
θα σκεφτούμε πάνω στις ιδέες όλων των μεγάλων στοχαστών
θα θαυμάσουμε τους πίνακες όλων των μεγάλων ζωγράφων
θα γελάσουμε μ’ όλους τους χωρατατζήδες
θα κορτάρουμε όλες τις γυναίκες
θα διδάξουμε όλους τους ανθρώπους.»

 

 

 

 -Martin Niemöller, «Όταν ήρθαν να πάρουν…»

 «Όταν ήρθαν να πάρουν τους τσιγγάνους δεν αντέδρασα.
Δεν ήμουν τσιγγάνος.
Όταν ήρθαν να πάρουν τους κομμουνιστές δεν αντέδρασα.
Δεν ήμουν κομμουνιστής.
Όταν ήρθαν να πάρουν τους Εβραίους δεν αντέδρασα.
Δεν ήμουν Εβραίος.
Όταν ήρθαν να πάρουν εμένα,
Δεν είχε απομείνει κανείς για να αντιδράσει…

Γιά σένα που νομίζεις..
ότι η δική σου σειρά δε θα φτάσει ποτέ..
ότι επειδή ακόμη δε χρειάστηκε να πας στο νοσοκομείο
και να σε διώξουν
γιατί δεν έχεις λεφτά..
Οτι επειδή ακόμη έχεις ένα πιάτο φαί, δε θα στο πάρουν
Οτι ακόμη δε σου πήραν το σπίτι του πατέρα σου
για χρέη στο Δημόσιο, θα τη γλυτώσεις
Οτι επειδή το παιδί σου ακόμη είναι στο σχολείο, θα συνεχίσει..
Οτι η ζωή σου δεν επηρεάζεται από εκείνη του διπλανού σου..»

 

 

 

-Κ. Π. Καβάφης, «Επέστρεφε»

 «Επέστρεφε συχνά και παίρνε με,
αγαπημένη αίσθησις επέστρεφε και παίρνε με—
όταν ξυπνά του σώματος η μνήμη,
κ’ επιθυμία παληά ξαναπερνά στο αίμα·
όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται,
κ’ αισθάνονται τα χέρια σαν ν’ αγγίζουν πάλι.

Επέστρεφε συχνά και παίρνε με την νύχτα,
όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται…»

 

 

 

-Κ. Καρυωτάκης, «Όταν ήρθες…»

 

«Εσβήναν τα χρυσάνθεμα σαν πόθοι

στον κήπον όταν ήρθες. Εγελούσες

γαλήνια, σα λευκό χαμολουλούδι.

Αμίλητος, τη μέσα μου μαυρίλα

την έκανα γλυκύτατο τραγούδι

κι απάνω σου το λέγανε τα φύλλα.»

 

(Κ. Καρυωτάκης, Ποιήματα και πεζά, εκδ. γράμματα)

 

 

 

 

-Κ. Καρυωτάκης, [Όταν άνθη εδένατε…]

 

«Όταν άνθη εδένατε στα τεφρά μαλλιά σας,

και μες στην καρδιά σας

αντηχούσαν σάλπιγγες, κι ήρθατε σε χώρα

πιο μεγάλη τώρα —

οι άνθρωποι με τα έξαλλα πρόσωπα, τα ρίγη,

είχαν όλοι φύγει.

 

Όταν άλλο επήρατε πρόσταγμα, άλλο δρόμο,

σκύβοντας τον ώμο,

τη βαθιάν ακούγοντας σιωπή, τους γρύλους,

στην άκρη του χείλους

ένα στάχυ βάζοντας με πικρία τόση —

είχε πια νυχτώσει.

 

Κι όταν εκινήσατε λυτρωμένα χέρια

πάνω από τ’ αστέρια,

κι όταν στο κρυστάλλινο βλέμμα, που ανεστράφη,

ο ουρανός εγράφη,

κι όταν εφορέσατε το λαμπρό στεφάνι —

είχατε πεθάνει.»

 

(Κ. Καρυωτάκης, Ποιήματα και πεζά, εκδ. γράμματα)

 

 

-Χρήστος Δασκαλάκης, «Σωπαίνω όταν…»

 

«Σωπαίνω. Όταν μου λες πως σε φοβίζει η βροχή 

οι νύχτες δίχως το φεγγάρι 

της μοναξιάς το δάκρυ στο λευκό το μαξιλάρι 

δεν σου μιλώ… 

Σωπαίνω. Όταν σε βλέπω με το πρόσωπο σκυφτό 

σβησμένο το χαμόγελο απ’ τα χείλη 

χωρίς μια λέξη της χαράς, στη σκόνη πεταμένο δαχτυλίδι 

δεν σου μιλώ… 

Σωπαίνω. Όταν μου λες πως σε πληγώνει η ζωή 

κανένας πως δεν νοιάζεται για σένα 

 διαβάτης στο σκοτάδι, στα χαμένα 

δεν σου μιλώ… 

Σωπαίνω. Όταν μου λες πως δεν σε αγάπησε κανείς 

απαρηγόρητο γιατί που σιγοσβήνει 

πως δεν σε ρώτησε κανείς τι θ’ απογίνεις 

δεν σου μιλώ… 

Σωπαίνω. Ίσως δεν βλέπεις πως δακρύζω στα κρυφά 

ότι ματώνω όταν λες πως σε πληγώνουν 

όταν πονάς όλες οι σκέψεις μου παγώνουν.  

Τι να σου πω. 

Ίσως δεν βλέπεις πως για σένα είμαι εδώ 

δεν με κοιτάς και κάθε μέρα με πληγώνεις 

και η σιωπή σου με πονά και με λυτρώνει. 

Σωπαίνω. Αν θα μιλήσω θα σου πω  το «σ’ αγαπώ» 

και με φοβίζει ότι δεν θα με πιστέψεις. 

Τι να σου πω. 

Είμαι στο πλάι σου κι απόψε, μα σωπαίνω…»


(https://tovivlio.net/%CE%B7-%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%B3%CE%BC%CE%AE-%CF%80%CE%BF%CF%85-%CE%B8%CE%B1-%CF%86%CE%B5%CF%8D%CE%B3%CF%89/)

 

 

 

 -Ελένη Ψαρουδάκη, «ΟΤΑΝ ΘΑ ΓΙΝΟΥΜΕ ΕΜΕΙΣ»

«Να κοιταζόμαστε στα μάτια
και στο χρώμα τους να χανόμαστε.
Εμείς.
Κάτω απ’ την κουβέρτα
να τυλίγουμε τα πόδια μας.
Εμείς.
Να σου φτιάχνω καφέ, να βρέχει
και κάτω απ’ τη ζεστή στέγη
Εμείς.
Να καρδιοχτυπώ κάθε φορά
που το βλέμμα σου μ’ αγγίζει,
που δεν ξαναγαπήσαμε ποτέ έτσι.
Εμείς.
Να σκορπίζεται το χαμόγελό σου
σαν κομφετί χαράς πάνω στη μέρα μου.
Να γαργαλιέσαι με τα αστεία της νύχτας μου.
Να διπλώνεται η χαρά σαν ακορντεόν
και όπως ξεφυσά η πνοή
να ξεδιπλώνει πάλι πιο λαμπρή
η νότα μας, σαν μια χορδή
που γρατζουνάει τους χειμώνες μας.
Εμείς.
Να περνάνε οι γιορτές
σαν να ‘ναι βαγόνια
φορτωμένα μ’ εποχές
κι οι ράγες τους, τα χρόνια μας
που ξεγλιστρούνε σπίθες
και στην τροχιά την ανεξέλεγκτη
γεννιούνται οι αλήθειες.
Εμείς.
Ν’ ανάβουμε το τζάκι.
Να τρως τα κάστανα που σου ανοίγω.
Να φορώ τις κάλτσες σου εγώ
και να μη μιλάμε μα να ξέρουμε
πως ενώνεται η σιωπή μας
κι όσα δε λέμε θησαυροί
που μένουν κρυμμένοι
στην ψυχή μας.
Εμείς.
Να ‘σαι το στήριγμά μου το αόρατο
που πάνω του βαδίζω
μέσα απ’ της καρδιάς το μισοσκόταδο
τη πόρτα σαν ανοίγω.
Να ‘σαι εκεί χωρίς καμιά ψευδαίσθηση
ο άγρυπνος φρουρός μου
κι όταν πονάς να ‘μαι εγώ η ανακούφιση
που αγιάζει, στο τίποτα από κούραση
δεν την πειράζει και το εγώ έγινε εμείς
που όλα τα αλλάζει.
Εμείς.
Να γυμνώνεται ο κόσμος μπροστά μας
και η στιγμή δίχως άγχος να κοιτάζει
το ξεκαθάρισμα.
Να ‘σαι η γεννήτρια
που τροφοδοτεί τη σκέψη μου.
Να ‘μαι η οδός σου
προς τα μεγάλα μυστικά.
Εμείς.
Να σου δίνω ώθηση
και να παίρνω έμπνευση.
Να με γεμίζεις μ’ αθωότητα
και να σε τρέφω με ανδρεία.
Εμείς.
Εσύ και εγώ.
Εγώ. Εσύ.
Να ‘χουν όλα νόημα και ουσία.
Να ‘ναι η ένωσή μας συνουσία.
Εγώ σε σένα. Εσύ μέσα από μένα.
Συνουσία.
Κάπου εκεί δοσμένοι στο εμείς.
Εμείς στη Δημιουργία.»

 (http://diastixo.gr/logotexnikakeimena/poihsh/2397-poihmata-psaroudaki)

 

 

 

 

 

Πες το με ποίηση (204ο): «Παραμύθι»…

Φτιάξε, καρδιά μου, το δικό σου παραμύθι, Τσακνής

  1. ΣΤΟ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ

Στο παιδί μου δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια

Και του μιλούσανε για Δράκους και για το πιστό σκυλί

Για τα ταξίδια της Πεντάμορφης και για τον άγριο λύκο

 

Μα στο παιδί μου δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια

Τώρα, τα βράδια, κάθομαι και του μιλώ

Λέω το σκύλο σκύλο, το λύκο λύκο, το σκοτάδι σκοτάδι,

Του δείχνω με το χέρι τους κακούς, του μαθαίνω

Oνόματα σαν προσευχές, του τραγουδώ τους νεκρούς μας.

 

Α, φτάνει πια! Πρέπει να λέμε την αλήθεια στα παιδιά.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ, Τα ποιήματα, Πλειάς

 

 

 

  1. ΠΑΡΑ ΕΝΑ ΔΩΔΕΚΑ ΜΑΓΙΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

 

Χ

Έπιανε το μολύβι να γράψει τις σκέψεις του. Το μολύβι

χόρευε σαν τρελό ανάμεσα στα δάχτυλά του, το χαρτί

αρνιόταν να λεκιαστεί, έδιωχνε από πάνω του ό,τι αυτός,

με χίλια βάσανα, κατάφερνε να γράψει.

 

Γράφω το κενό, έλεγε απελπισμένος, γράφω το κενό κι

είμαι τόσο γεμάτος.

Χα χα, κάγχαζε το μολύβι, 

χα χα, κάγχαζε το χαρτί,

χα χα, τόσο γεμάτος.

 

Θεέ μου, τι είν’ αυτή η έρημος, έλεγε απελπισμένος, τι

είν’ αυτή η άσπρη έρημος.

Δεν είμαι έρημος, έλεγε το χαρτί, είμ’ ένα φύλλο 

άσπρο χαρτί, αλλά δε θέλω να με κατοικίσουν οι σκέψεις σου.

ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ, Λεκτικά τοπία

 

Καίτη Χωματά – Το παραμύθι μας

 

  1. ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Είπε, να μου πει το παραμύθι
το παλιό, που ελησμονήθη,
κι έσκυψε κι ανανοήθη, σα γριούλα,
μ’ άνθια στη μορφή, μήλα στα στήθη,
κι άρχισε το παραμύθι:

«Μια φορά κι έναν καιρό, ένα παλληκάρι,
βασιλιά παιδί και ρήγισσας καμάρι,
μια παιδούλα αγάπησε, καλή ώρα,
όπως αγαπούν και τώρα…»

– Όπως αγαπούν και τώρα.

«Κι ήτανε φτωχιά η παιδούλα, μα είχε βιό της
κάλλη και δροσιές στο μερδικό της.
κι η αγάπη είναι τυφλή, καλή ώρα,
Σαν και πάντα, σαν και τώρα.»

– Σαν και πάντα, σαν και τώρα.

«Και το βασιλόπουλο ένα βράδυ
την αγκάλιασε τρελλά μες στο σκοτάδι
και τη φίλησε γλυκά, καλή ώρα,
ποιος το ξέρει! σαν και τώρα…» 

– Ποιος το ξέρει! σαν και τώρα.

«Την κορώνα του της βάζει στο κεφάλι
και τα στήθια της τα κάνει προσκεφάλι
και της λέει λόγια γλυκά κι ακόμα
όσα λεν στόμα με στόμα…»

– Όσα λεν στόμα με στόμα
– Κι ύστερα, πώς να στο πω, καλέ μου;
Κι ύστερα…Το ξέχασα, γλυκέ μου,
το παλιό το παραμύθι…

– Κι αν το ξέχασες, το ξέρουν ταίρια ταίρια
ρώτα να στο πουν τα περιστέρια,
ρώτα να στο μάθουν τα τριγώνια,
να στο κελαϊδήσουνε τ’ αηδόνια…
κι ύστερα λησμόνα το, που ελησμονήθη!
κι η ζωή μας κι η αγάπη παραμύθι.

ΠΑΥΛΟΣ  ΝΙΡΒΑΝΑΣ

 

 

Tα παραμύθια της γιαγιάς, Χαϊνηδες

 

 

  1. ΤΟ ΣΤΕΡΝΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Πραν στρατ στρατ τ μονοπάτι
βασιλοπολες κα καλοκυράδες,
π᾿ τς ξένες χρες βασιλιδες
κα καβαλλάρηδες πάνω στ᾿ τι.

Κα γύρω στς γιαγις μου τ κρεβάτι,
νάμεσα π δυ χλωμς λαμπάδες,
περνούσανε κα σν τραγουδιστάδες
τς τραγουδοσανποις τ ξέρεικάτι.

Κανες γι τς γιαγις μου τν γάπη,
δ σκότωσε τ Δράκο τν ράπη
κα ν τς φέρει θάνατο νερό.

μάννα μου εχε γονατίσει κάτου
μ
᾿ πάνωμι φορ κι ναν καιρ
ρχάγγελος χτυποσε τ φτερά του.

ΛΑΜΠΡΟΣ ΠΟΡΦΥΡΑΣ

 

 

Παραμύθι, Μ. Μητσιάς

 

 

  1. ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Σήκω κι άναψε το τζάκι
κι έλα πλάι μου λιγάκι
να σου πω το παραμύθι
το κουκί και το ρεβίθι

Η ζωή μας είναι ωραία
μα έχει βάσανα πολλά
πάρα πολλά πάρα πολλά
κι όσο θα ‘μαστε παρέα
πάντα θα χαμογελά

Σήκω στρώσε το τραπέζι
βάλε μέλι πετιμέζι
κι άκου σαν μικρό παιδάκι
το παλιό παραμυθάκι

Η ζωή μας είναι ωραία
μα έχει βάσανα πολλά
πάρα πολλά πάρα πολλά
κι όσο θα ‘μαστε παρέα
πάντα θα χαμογελά

ΝΙΚΟΣ  ΓΚΑΤΣΟΣ

 

Μιλτιάδης Πασχαλίδης – Παραμύθι με λυπημένο τέλος

 

  1. ΠΑΡΑΜΥΘΑΚΙ ΓΙΑ ΧΕΙΜΩΝΑ ΚΑΙ ΓΙΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

 

Μια φορά κι έναν καιρό, ας πούμε χθες το απόγευμα, ένα πουλάκι πέταξε ως την παραλία και λίγο πιο εκεί…

-Αχ, κοίτα πώς φαίνεται η καρδιά μου, είπε κοιτάζοντας στη θάλασσα…

 

Τότε όμως ένα ψαράκι του την έκλεψε! Έτσι αγαπήθηκαν και γέμισε ο ουρανός κι η θάλασσα καρδούλες… Γέμισαν καρδούλες όλα τα φύλλα των δέντρων και όλα τα καράβια. Το πουλάκι του τραγουδούσε… Του έφερνε να δει τι ωραίες που είναι οι πεταλούδες, του έλεγε για τ΄ αστέρια και κείνο του χάριζε αστεράκια της θάλασσας να στολίσει τη φωλιά του…

 

– Να δεις τι ωραία είναι και τα λουλούδια, του ΄λεγε..

– Πάρε με μαζί σου, του είπε…

Και το πουλί πήρε το ψαράκι μαζί του στο σπιτάκι του… Όμως από το παράθυρο έβλεπε τη θάλασσα κι έκλαιγε… Τότε ήρθε ένα σύννεφο και έγινε βροχή μέχρι τη θάλασσα… και το ψαράκι γύρισε πίσω, εκεί που ανήκε..

 

– Γιατί έφυγες αφού σ΄αγαπούσα;

– Κι εγώ σ΄αγαπώ, του είπε…

Και του χάρισε ένα κοχύλι ν΄ ακούει τη θάλασσα και τα τικ τακ της καρδιάς του… Κι ήρθε ο χειμώνας κι ήρθε η άνοιξη…

 

– Σ΄ επιθύμησα, του είπε… Κι έγινε η θάλασσα σαν περιβόλι. Και το βράδυ ο ουρανός σαν τη θάλασσα… Έτσι δεν ήταν καθόλου στενοχωρημένοι. Γιατί δεν τους χώριζε πια τίποτα!  

ΑΛΕΞΗΣ  ΚΥΡΙΤΣΟΠΟΥΛΟΣ

 

 

Μια φορά κι έναν καιρό, Γισδάκης

 

 

  1. ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ

 

Μια φορά κι έναν καιρό όπως λεν’ τα παραμύθια

κυνηγούσα τ’ όνειρο για να μάθω την αλήθεια.

Να ‘ναι ήλιος, να ‘ναι αστέρι;

Ποιος την είδε ποιος την ξέρει.

Αχ γιατί, αχ γιατί μοιάζει με καρδούλα κλειστή;

 

Μια φορά κι έναν καιρό κάποιος άγγελος διαβάτης

σ’ ακρογιάλι λαμπερό είχε γράψει τ’ όνομά της.

Μα σαν πέρασε τ’ αγέρι ποιος την είδε ποιος την ξέρει.

Αχ γιατί, αχ γιατί να ‘ναι σα μια σπίθα σβηστή;

 

Μια φορά κι έναν καιρό στην φωτιά και στον αγώνα

την αντίκρισα θαρρώ σαν μια κόκκινη σταγόνα.

Μα πριν βγει το καλοκαίρι ποιος την είδε ποιος την ξέρει.

Αχ γιατί, αχ γιατί να ‘χει στη ζωή ξεχαστεί.

 

ΝΙΚΟΣ  ΓΚΑΤΣΟΣ

 

 

Νεράιδα δίχως παραμύθι – Μιλτιάδης Πασχαλίδης

 

  1. ΠΑΡΑΜΥΘΑΚΙ


Ήτανε, μια φορά, κάποια Πεντάμορφη,
πιο διάφανη κι απ’ τις δροσιές ακόμα.
Δυο στάλες ουρανός ήταν τα μάτια της…
Μια μέρα, οι ουρανοί βρεθήκαν χώμα…

Ήτανε, μια φορά, ένα Βασιλόπουλο…
Το μύρωσεν η αγάπη η ξεγελάστρα.
Την άβυσσο, τ’ αστέρια, ο νους του χάιδευε…
Μια νύχτα δεν αντίκρισε πια τ’ άστρα…

Ήτανε κι ένας πύργος γιγαντόσωμος!
Στεφάνια είχε τα σύννεφα, τη νίκη…
Προχτές, καθώς εσκάλιζα στη θάλασσα,
ευρήκα από τον πύργο ένα χαλίκι…

Ήτανε μια φορά… Και τι δεν ήτανε…
Μα τι να πω; Τριγύρω δες τη φύση:
τόσα μεγάλα κι όμορφα, κι εχάθηκαν
και το μικρό τραγούδι μου θα ζήσει;

 

ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ

 

 

  1. ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Μια φορά κι έναν καιρό,
πάνε, τώρα, χρόνια,
σ’ έναν τόπο μακρινό,
ζούσαν μες στα χιόνια·

πάγωναν τα λούλουδα,
μίσευαν τ’ αηδόνια,
καλοκαίρι ζύγωνε,
–κι ήταν όλο χιόνια!

Μάτια πάντα σκοτεινά,
μέτωπα σκυμμένα,
–οι άνθρωποι δε βάδιζαν
με ρυθμό κανένα…

Μιαν αγάπη πέρασε,
–μετά πόσα χρόνια,
και τα μάτια δάκρυσαν
κι έλιωσαν τα χιόνια…

ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ

 

 

Στης Χαλιμάς τα παραμύθια – Κ. Καράλης

 

10.ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΗΣ ΧΑΛΙΜΑΣ

Δε μου είναι πια εύκολο
μήτε θελητό
να γράφω στιχάκια.


Γύρω παραμονεύουνε οι σκοτωμένοι
με γάντζους και στριφτά μαχαίρια
κι ο τόπος αφρίζει ποτάσα.


Μου το ‘λεγαν ότι στο τέλος
η Χαλιμά τα ξέρασε πετρέλαιο
τα παραμύθια.


Έτσι στους δύσκολους καιρούς
παίρνω ένα καλάθι μανιτάρια
και παρασταίνω
την πεντάμορφη του δάσους.


Στην αρχή μοιάζει λίγο
σα να βουτάς με το κεφάλι
απ’ τον τοίχο.


Πιο έπειτα το συνηθίζεις και σ’ αρέσει.

ΤΖΕΝΗ ΜΑΣΤΟΡΑΚΗ, Το σόι, 1978

 

 

Παντελής Θαλασσινός -Παραμύθι

 

11.ΠΑΡΑΜΥΘΙ

θα σου υφάνω ένα πολύχρωμο χαλί
κι ύστερα θα σου ψιθυρίσω
ένα ατέλειωτο παραμύθι
η ζεστή φωνή στα άπληστα μάτια
ή ακόμη καλύτερα
θα σου υφάνω ένα ατέλειωτο χαλί
κι ύστερα θα σου ψιθυρίσω
ένα πολύχρωμο παραμύθι
η άπληστη φωνή στα ζεστά μάτια

μα πάνω απ’ όλα
ένα μαγικό χαλί
ένα μαγικό παραμύθι
με μαγεμένη φωνή
στα μαγεμένα μάτια

ΤΟΛΗΣ  ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ

 

 

  1. ΕΔΩ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ


μια φορά κι έναν καιρό
στα βάθη της ανατολής
ζούσε ένας ήλιος μόνος.
σχεδόν παράνομος
με την πυρακτωμένη του καρδιά
προορισμένος ν’ ανατέλλει
να φωτίζει
πάντα να βρίσκεται στον ουρανό
και να τα βλέπει όλα

είπε η γιαγιά του κόσμου
γι’ ακόμη μια φορά θλιμμένη
εδώ τελειώνει κάπως πρόωρα
αυτό το παραμύθι
ώρα να πάτε για ύπνο

ε, όπως πάντα
ο ήλιος έζησε καλά
κι εμείς βεβαίως καλύτερα


ΤΟΛΗΣ  ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ, Γαλάζιο βαθύ σαν αντίο, 1999

 

Παραμύθι ξεχασμένο, Αιμιλία Κουγιουμτζή

 

  1. ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑΣ

 

Η Σταχτοπούτα ήταν κόρη μετανάστη

από τα δάση της οκτωβριανής επανάστασης

και πέθανε σ’ ένα εργοστάσιο ζάχαρης.

 

Θυμάσαι τα παλιά μας ποιήματα;

Μιλούσαν αόριστα για τον θάνατό της.

ωστόσο τα γοβάκια της έλιωναν αθόρυβα στη στάχτη

στο τζάκι κάτω απ’ το σταματημένο ρολόι

όπου κεντούσανε τις τουαλέτες του χορού

φόβοι-υπηρέτες και μέλισσες-ελπίδες.

 

Τώρα θα πεθάνουμε κι εμείς

πρόσφυγες ενός παράξενου Οκτώβρη

δίχως πατρίδα και χωρίς παραμονή

σ’ έναν παράνομο και κακοπληρωμένο αιώνα

κι ούτε μια νύξη για τη σταχτοπούτα-επανάσταση

ούτε καν για τον σκοτωμένο πρίγκιπα στα δάση

με τα χλωμά πουδραρισμένα μάγουλα

και τα φιλιά που μύριζαν καμένη άχνη.

 

Η Σταχτοπούτα ήταν κόρη μετανάστη

Τατιάνα, το πραγματικό της όνομα

φορούσε πάντα λαστιχένιες σόλες

για να ξεφεύγει από τους φύλακες στα σύνορα

κι από τα περιπολικά στα πεζοδρόμια.

 

ΚΑΤΕΡΙΝΑ  ΚΑΡΙΖΩΝΗ, συγκεντρωτική έκδοση «Ρεσάλτο», εκδ. Αρμός, 2009

 

 

Βαρσαμάκης Γιώργος-Μυστικά παραμύθια

 

*Η ανάρτηση είναι της φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής.

Πες το με ποίηση (203ο): «Ανεβαίνω (ανάβαση) – κατεβαίνω (κατάβαση)…

 

-«Ανεβαίναμε, γιατί ευτυχία, σωτηρία και Παράδεισος για μας ήταν η ανάβαση».
(Ν. Καζαντζάκης)

 

 

 

-«— Εγώ ανεβαίνω σ’ έναν άσπρο ουρανό
μέσα στο μαύρο πνίγεται ένα κορίτσι»

(Μ. Σαχτούρης)

 

 

-«Δεν θέλω του κισσού το πλάνο ψήλωμα
σε ξένα αναστυλώματα δεμένο.
Ας είμαι ένα καλάμι, ένα χαμόδεντρο,
μα όσο να ανεβαίνω, μόνος ν’ ανεβαίνω.»

(Γ. Δροσίνης)

 

 

-Ν. Βρεττάκος:

ΙΙ

Σε ανέβαινα, σε κατέβαινα, ουρανό
φορτωμένος για τις ανάγκες μου.
Οι λέξεις μου, κάλυκες, έπρεπε
να γιομίζουν με φως. Οι στίχοι μου
γλάστρες στου Θεού το παράθυρο.

 (http://www.sarantakos.com/kibwtos/brettakos_bouno.html)

 

 

 

 -«…(βράδια μυρωμένα

η Αττική ανέβαινε ψηλά

κι ανέβαιναν

τα βάσανα κ’ οι έγνοιες…)…»
(Ν. Καρούζος)

 

 

 

-Νίκος Καρούζος,  «ΧΑΙΡΕ Ο ΑΝΑΒΑΤΗΣ»

 

ο Ιησούς ανεβαίνει στον ύμνο λησμονώντας το τέρας της βίας

αίμα πολύ στις δεξαμενές του φόνου

και θ’ απομείνει στο πανάρχαιο χώμα της Γης

η λήθη.

Να πληθύνουμε τ’ άνθη ώς τα δυσθεώρητα κρεμαστά

φαράγγια σαν τα λούζει ο Μόνος αλλόφρονα με δέσμες ήλιων

εμείς της δουλείας ανωφερείς

εμείς οι πρώτοι του ορατού Γαλαξία

των αιμάτων αιχμάλωτοι

και των οράσεων ιδρυτές

οι ναυπηγοί του θείου τράγου.

(Ν. Καρούζος, Τα ποιήματα, Ίκαρος)

 

 

 

 

 

 

-Ν. Καρούζος, «ΤΑ ΛΥΠΗΡΑ: ανεβαίνει σε τέλειο φως»

 

«Άγγελος προς τον ήλιο της δικαιοσύνης ανεβαίνει

κατάλευκος απ’ την ουσία του ουρανού

είχε πολλά παιδιά ο καλός οικογενειάρχης

το σώμα του στάχτη

ο κόσμος ακόμη

η φωνή του στάχτη ο ευσχήμων

μες τη ψυχή μου και στις χιλιετηρίδες

Ιωάννης Σεβαστιανός Μπαχ»

(Ν. Καρούζος, Τα ποιήματα, Ίκαρος)

 

 

 

-Ν. Καρούζος, «Του Ιωάννη Σεβαστιανού Μπαχ ανωφέρεια»

Άνοιξη φθινόπωρο καλοκαίρι χειμώνας
ο Μπαχ ανεβαίνει πάντα στους αιθέρες
γελαστός άγγελος του δρυμού
μεγάλος ιδιοκτήτης
ο Μπαχ ανεβαίνει την ουράνια σκάλα
ιερέας των ήχων απ’ τη βροχή νεότερος
αγιόκλημα φυτρωμένο στ΄ όργανο της εκκλησίας
η θαλπωρή μες στην ανάγκη του θεού μεγάλη.
Παντρεύει τις φωνές με την καθαρότητα
περ΄ από κάθε εποχή πετά νομίσματα χρυσά στους λυπημένους
δείχνοντας την ειρήνη ψηλά στα γαλανά τ’ αμπέλια
ψηλά στον ηδυόνειρο χρόνο της λησμονιάς.

Άγγελος της πηγής μοιράζει το νερό σε τόσους διψασμένους
κόβει με γαλανή ρομφαία τον καιρό
κι ανοίγει τ’ άσπιλα φτερά ως την έλπιση.
Βλέπω τους ήλιους είναι σταλαγμένοι σ’ ένα βόρειο κορμί
τη θλίψη κομίζοντας των άστρων.

Ποτάμι θαλερό πολύφυλλο της νύχτας το ασήμι
διαβάτες που θέρισαν ένα-ένα
τα χαμηλά έργα τ’ ανθρώπινα στην καθημερινή ζωωδία
και στάθηκαν
ακούγοντας τους ουράνιους ήχους-
ποτάμι θαλερό πολύφυλλο της νύχτας το ασήμι.

Ένα ψηλό χαρούμενο στάχυ βλέπω μες στην ουράνια Αττική
μετρώντας ήσυχα το θάνατο
μικρές ζωές τους κυματισμούς ανθρώπινους
ένα ψηλό χαρούμενο σταφύλι
μεθώντας την καρδιά μου σ’ άγνωστην αλήθεια
στις ερημιές της αγάπης όταν περπατώ μ’ ένα κλωνάρι τόσον
ανθισμένο
πέρα που ο άνεμος έχει σταματήσει
εκεί που το όνειρο δε βρίσκει τους λειμώνες του ύπνου
κι η κορασιά κοιμάται μόνη.
Ένα ψηλό χαρούμενο δέντρο δίχως όνομα
ρίχνει τις μεγάλες σκιές ένα δέντρο
πώς καθρεφτίζεται στη στεριά της γαλήνης!
Κι ο ήλιος με φύλλα και αθώα έντομα
τον ηχηρό Παράδεισο στ’ αμίλητα νερά μοιράζει.

Κρασί των αιθέρων
χύθηκε μες στους μίσχους ενθέων ψυχών
έρωτας ο γλυκύτερος του πόνου κάτοικος
ειρήνη και ο θάνατος όμαιμος ως τα πλάτη.
Χαίρε ο χλοερός ήλιος του χειμώνα
χαίρε ο ακατάλυτος κι όταν φύγω απ’ το σώμα
συ θα τραγουδάς υιός εύοσμος
Ιωάννης.

Ήχοι την αρμονία χύνετε στους κύλικες της ακοής
και πορφυρίζονται τα όνειρα με το αίμα.
σύγκορμος ο θνητός ανέφελα τα στήθη
κι η ορμή του σώματος περ’ απ’ το σώμα.

Στο φαράγγι του τρόμου στη χαρά των λουλουδιών
ας ονομάσουμε την αγάπη αντήχηση του Πατέρα
μόνος ο θάνατος αλλάζει τη φωνή μας.
Ένας βαθύς άγνωστος εορτάζει στα νεύρα
ηχώ της βροχής
όταν ο αέρας μυρίζει καρπούς και χώμα.

(Ν. Καρούζος, Τα ποιήματα, Ίκαρος)

 

 

-Ο. Ελύτης, B´

Τώρα μες στα θολά νερά μια ταραχή ανεβαίνει·

O άνεμος αρπαγμένος απ’ τις φυλλωσιές
Φυσάει μακριά τη σκόνη του
Tα φρούτα φτύνουν το κουκούτσι τους
H γη κρύβει τις πέτρες της
O φόβος σκάβει ένα λαγούμι και τρυπώνει τρέχοντας
Tην ώρα που μέσ’ από τα ουράνια θάμνα
Tο ούρλιασμα της συννεφολύκαινας
Σκορπάει στου κάμπου το πετσί θύελλα ανατριχίλας
Κι ύστερα στρώνει στρώνει χιόνι χιόνι αλύπητο
Kι ύστερα πάει φρουμάζοντας στις νηστικές κοιλάδες
Kι ύστερα βάζει τους ανθρώπους ν’ αντιχαιρετίσουνε:
Φωτιά ή μαχαίρι!

Γι’ αυτούς που με φωτιά ή μαχαίρι κίνησαν
Kακό θ’ ανάψει εδώ. Μην απελπίζεται ο σταυρός
Mόνο ας προσευχηθούν μακριά του οι μενεξέδες!

 (Ο. Ελύτης, Άσμα ηρωικό και πένθιμο…, Ίκαρος)

 

 

 

-Ο. Ελύτης, ΙΒ’

Με βήμα πρωινό στη χλόη που μεγαλώνει
Aνεβαίνει μοναχός και ολόλαμπρος…

Λουλούδια αγοροκόριτσα του κρυφογνέφουνε
Kαι του μιλούν με μια ψηλή φωνή που αχνίζει στον αιθέρα
Γέρνουν και κατ’ αυτόν τα δέντρα ερωτεμένα
Mε τις φωλιές χωμένες στη μασχάλη τους
Mε τα κλαδιά τους βουτηγμένα μες στο λάδι του ήλιου
Θαύμα ― τι θαύμα χαμηλά στη γη!
Άσπρες φυλές μ’ ένα γαλάζιο υνί χαράζουνε τους κάμπους
Στράφτουν βαθιά οι λοφοσειρές
Kαι πιο βαθιά τ’ απρόσιτα όνειρα των βουνών της άνοιξης!

Ανεβαίνει μοναχός και ολόλαμπρος
Tόσο πιωμένος από φως που φαίνεται η καρδιά του
Φαίνεται μες στα σύννεφα ο Όλυμπος ο αληθινός
Kαι στον αέρα ολόγυρα ο αίνος των συντρόφων…
Tώρα χτυπάει πιο γρήγορα τ’ όνειρο από το αίμα
Στους όχτους του μονοπατιού συνάζουνται τα ζώα
Γρυλίζουν και κοιτάζουνε σα να μιλούνε
Ο κόσμος όλος είναι αληθινά μεγάλος
Γίγας που κανακεύει τα παιδιά του

Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο
Αύριο, αύριο λένε, το Πάσχα τ’ ουρανού!
(Ο. Ελύτης, Άσμα ηρωικό και πένθιμο…, Ίκαρος)

 

 

 

Σάββας Βραχνός, «Ανάβαση»

 Κοντοστάθηκε για μια στιγμή.

Μπροστά του τα πέτρινα σκαλιά

στενά, απόκρημνα,

σκαλισμένα στο θεόρατο κάθετο βράχο

κι από κάτω η άβυσσος.

 

Δέος μα και γλυκό αεράκι

στα κόκκινα φυλλώματα.

Άρχισε ν’ ανεβαίνει

με πέλματα μουδιασμένα.

(Πίσω του ξετύλιγε κι ένα κουβάρι λογικής

διάφανο· έτσι, για να βρίσκεται).

 

Δε φοβόταν.

Ανέμου χέρια χώνονταν

ανάμεσα στα πόδια του

μα δε φοβόταν.

Δε φοβόταν ούτε θάνατο.

(Μετά το θάνατο η ψυχή ξέρει το δρόμο της

για τα κορμιά που άψυχα περιμένουν.)

 

Ανέβαινε όλο και πιο γρήγορα

να την προφτάσει

μα εκείνη πάντα μια ανάσα μπροστά.

Κορμί αδύνατο·

σαν από νερό·

σαν από κύμα καμωμένη.

Του ορίζοντα κόρη και της θάλασσας.

 

Πόσα σκαλιά είχε ανέβει;

Πόσα ήθελε ακόμα ν’ ανεβεί; Δεν ήξερε.

Ήθελε μόνο να βουτήξει στα νερά της.

 (https://tovivlio.net/)

 

 

*[Η νύχτα κατεβαίνει…]

 

-Χρίστος Λάσκαρης, «Θα κατεβαίνεις σκάλες»

«Θα κατεβαίνεις σκάλες,
κάθε πρωί θα κατεβαίνει σκάλες.
σαν άγαλμα προς τη θυρίδα για το εισιτήριο θα προχωρείς
κι ύστερα στην ουρά
-πάντα σαν άγαλμα-
που μες στο μάρμαρό του ονειροπολεί,
θα στέκεις.
Στο τραμ
πιασμένος στη χειρολαβή θα ταλαντεύεσαι
με το κεφάλι μες στη λύπη κρεμασμένο.
Στον Πειραιά,. η πρωινή ομίχλη θα σε πνίγει
και στο γραφείο οι συνάδελφοι.
Και θα ραγίζεις
και στα δυο η πέτρα σου θα σπα
καθώς απ’ το παράθυρο στην προκυμαία θα κοιτάς
το πλοίο που ξεμάκρυνε-
σφυρίζοντας μες στην ψυχή σου.»

 

 

 

-«…Κατεβαίνω τώρα

σε μεταλλεία κρυφά και τ’ ανεβάζω σαν τετράγωνα

γέλια στις πλάτες μου ώριμα. Θα τα λυτρώσω, ω άνθρωποι

ή θα με θάψει ο σκοτεινός όγκος του ωραίου; Ολόγυρα

με τους αγκώνες των βουνών σ’ αρχαίες κοιλάδες

-λίκνα μεγάλα της βροχής και της φτωχολογιάς-

τώρα ανεβαίνω κυκλωμένος μ’ αλαφρές φτερούγες

φτερούγες μέσα μου πλωτές

                                             Θα σας λυτρώσω, ω άνθρωποι

ή θα με θάψει ο σκοτεινός όγκος του Ωραίου; Καμπάνες

σαν γλώσσες τρομερές ακούγονται από πέρα- να ‘ναι

τάχα αναστάσιμες ή πένθιμες δεν ξέρω. Ξέρω

πως η άθλησή μου ανοίγει σαν κλουβιά τα στήθη σας

κι όλο ανεβαίνω κυκλωμένος μ’ αδερφές φτερούγες

 

Φτερούγες γράμματα ανοιχτά της γης που μ’ έχασε

φτερούγες μακρινές θωπείες της γης που θα ‘βρω»

 

(Γιάννης, Δάλλας, Συλλογή Οι εφτά πληγές, 1950)

 

 

 

-Γιώργης Παυλόπουλος, «ΚΑΤΑΒΑΣΗ»

Μονάχα ένα σκυλί κι εγώ κοιτάζαμε.
Το ποτάμι να φεύγει όπως ο πεθαμένος
γύρω γονατισμένα τα βουνά
εκείνο το κουρέλι
μαύρο ανεμίζοντας στα σύρματα
και κοντά στα βούρλα μια λιωμένη αρβύλα.
Κι ανάμεσα σε τούτες τις εικόνες
πάλι τα πολυβόλα στην καταχνιά
πάλι ο θάνατος η ακρίδα
πηδώντας από κορμί σε κορμί
πάλι να χάνω τον τόπο
να μην ξέρω πού βρίσκομαι
εδώ ή εκεί
στο άλλο ποτάμι σε τούτα τα βουνά
σε τούτο το χαντάκι σε κείνα τα πλατάνια
εδώ ή εκεί
ακούγοντας κάποιον να μου φωνάζει
απ’ την αντικρινή όχθη
χωρίς να ξεχωρίζω
μήτε τη φωνή μήτε τον άνθρωπο.
Ποια φωνή και ποιος άνθρωπος;
Αυτός που τον σκοτώνουν;
αυτός που μας σκοτώνει;
Μονάχα ένα σκυλί κι εγώ κοιτάζαμε.
Κατεβαίνοντας τώρα
εκεί που δεν ήταν τίποτε
να κοιτάξουμε.

(http://www.poiein.gr/archives/361)

Πες το με ποίηση (202ο): OIKOΓΕΝΕΙΑ (αδέρφια-κόρη-γιος)

ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ ΚΗΛΑΗΔΟΝΗΣ – A HAPPY FAMILY

 

 

 

  1. Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΜΟΥ

    Ο μπαμπάς μου φορούσε πάντα αδιάβροχο

    και κρατούσε μια γκρίζα ομπρέλα για τον ήλιο,

    αγαπούσε γυναίκες κι όλο έφευγε,

    κι έπαιζε σε ταινίες κατασκόπων

    τον ρόλο της κλειδαριάς στην πόρτα

    ή του ανοιχτού παράθυρου

    στη μέση μιας ερήμου.

    Πολύ του άρεσαν πάντα τα καπέλα.

 

Η μαμά μου φορούσε όμορφα καπέλα.

με ζωντανά ακέφαλα παγόνια να μαλώνουν.

Ο αδελφός μου ήταν κύκνος,

κρυστάλλινος και διάφανος,

σε χίλιες δυο μεριές του ραγισμένος

και τόσο, μα τόσο ανυπεράσπιστος,

που πάντα έμπαινα στον πειρασμό

να τον ρίξω κάτω για να σπάσει.

 

Κι εγώ ήμουν αξιολάτρευτη,

στα άσπρα πάντοτε ντυμένη,

έτρωγα κέικ από μοναξιά,

σ’ ένα ετοιμόρροπο, καθόμουνα μπαλκόνι.

 

Ύστερα η μαμά χάθηκε μες στον καθρέφτη,

ο μπαμπάς αγάπησε ένα πουλί και πέταξε,

ο αδελφός μου παντρεύτηκε την Νύχτα

και το μπαλκόνι μου κατέρρευσε στην θάλασσα.

 

Κι από όλη την οικογένειά μου

απόμεινε μόνο ένα άλμπουμ με σκιές

να κυνηγούν ατέρμονα η μια την άλλη μες στη νύχτα.

 

ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ

 

 

 

***

 

 

  1. ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΑ ΠΟΡΤΡΕΤΑ ΤΟΥ κ. ΝΤΕΛ

 

Στην οικογένεια μου είμαστε όλοι πορτρέτα.

Ζούμε γαντζωμένοι από καρφιά.

Με πρόσωπα χλωμά και μάτια μαύρα

μαλλιά σε κότσο και παλαιομοδίτικα φουστάνια

σακάκια που μυρίζουν πράσινο σαπούνι.

 

Καθώς είμαστε κρεμασμένοι σε τοίχους

που χρειάζονται σοβάτισμα,

έξαφνα κάποιος ερωτεύεται

η κορνίζα του ραγίζει

και κυλάει στο πάτωμα.

Στον τοίχο εμφανίζεται τετράγωνος

ο λεκές της απουσίας.

 

Ύστερα από λίγο κάποιοι τον ανασύρουν

τον αποκαθιστούν στην αρχική του θέση.

Μόνο τα μάτια του για λίγο αλλάζουν χρώμα.

Μπορεί όμως να’ ναι κι απ’ την υγρασία.

 

ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ, Οι ομοτράπεζοι της άλλης γης, 2016

 

 

 

***

3. ΕΚΛΕΚΤΙΚΕΣ ΣΥΓΓΕΝΕΙΕΣ

Όλοι εμείς οι συγγενείς

είχαμε φέρει ντόρτια

στο παιχνίδι με τα πούλια

παγώνει σε μονά φλιτζάνια όμως ο καφές

στο καφενείο χωρίς όνομα

στην οδό Αρίστου Τέλους.

 

Εκλεκτική συγγένεια λοιπόν σημαίνει

κρύβω άσσους σε μανίκι δίχως χέρι

ενώ σε ειδική αίθουσα υποδοχής

σερβίρεται κονιάκ και κουλουράκι.

Στον προθάλαμο κάποιος χτυπάει νούμερα

στο μπράτσο εραστών που γίναν δήθεν φίλοι.

Γιατί άραγε λαχανιάζουμε άδικα μέσα στους αιώνες

εμείς οι εκλεκτοί εκλεκτικοί

χωρίς γένος χωρίς φύλο

που τρέχουμε γυμνοί μέσα σε γυάλα

που σμίγουμε κρυφά φθηνά και με ντροπή

σε παχιά μαξιλάρια από πούπουλα

κύκνων που ραμφίζουν

για λίγο στην σιωπή

για πάντα στο κενό.

Όλοι εμείς οι συγγενείς

που στο λήμμα αγάπη

διαβάζουμε πάντα λάθος

το συνώνυμο.



ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ, ΚΛΙΝΙΚΑ ΑΠΩΝ (2014)

 

 

 

***

 

 

  1. ΤΑ ΑΔΕΛΦΙΑ ΧΑΟΥΖΕΝ



    Ούτε εγώ

    ούτε ο αδελφός μου

    είμαστε φυσιολογικά παιδιά.



Εγώ τις νύχτες μεταμορφώνομαι σε μαύρη βροχή

αυτός σε χιόνι.

Μισώ την αθωότητά του.

Βάζει το δάχτυλο στο στόμα

συνέχεια κλαψουρίζει,

κάνει ερωτήσεις που ενοχλούν,

ποιος έφαγε τη μαρμελάδα

γιατί οι γονείς μας κοιμούνται τόσα χρόνια,

γιατί η κυρία με το άσπρο γιακαδάκι

εξακολουθεί να χτυπά την πόρτα.



Όμως η πιο όμορφη στιγμή είναι

όταν περιμένουμε τον άγγελο να έρθει.

Του φυλάμε πάντα λίγο γάλα και ψωμί

γιατί σ’ αυτή τη γη

οι άγγελοι των μικρών παιδιών

πάντα είναι κουρασμένοι.

 

ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ, Οι ομοτράπεζοι της άλλης γης, Γαβριηλίδης 2016

 

 

***

 

 

  1. Η ΜΟΝΑΧΟΚΟΡΗ  ΚΟΝΣΤΑΝΣ

Τον τελευταίο καιρόÂ

οι αδελφές μου δεν σιωπούν.Â

Μιλούν τα βράδια μεταξύ τους

ακούω τα μουρμουρητά

βλέπω τα χλωμά τους χέρια

που αχνοφέγγουν στο σκοτάδι.

 

Πάχυνες, μου λεν

κατοικείς σε ένα βαρέλι

(Οι αδελφές μου μ’ αγαπούν

τρώμε πάντα χοιρομέρι στο πρωινό)

Πρέπει να αδυνατίσεις λεν.Â

Να λιώσει η εμμονή

που γρατσουνάει το μυαλό σου.

Ν’ αδυνατίσεις απ’ αυτόν.

Και εννοούν

να αποφασίσω πια να σ’ αποχωριστώ.

Οι αδελφές μου είναι στοργικές.

Κάθονται πάντα δεξιά κι αριστερά μου.

Έχουν τα μαλλιά τους σε κότσο σφιχτό

απαγορεύουν την αιμομιξία.

Μα μια στιγμή,

δεν είχα ποτέ αδελφές.

Αφού από πάντα μου υπήρξα

μοναχοκόρη των δακρύων.

ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ, Οι ομοτράπεζοι της άλλης γης, 2016

 

 

 

***

 

 

6. ΤΟ ΨΑΛΙΔΙ

 

Κόβω με ένα
ψαλίδι την παιδική μου ηλικία,

 

δύο
μαυρόασπρα κοριτσάκια

 

που
επιπλέουν θολά

 

θρυμματίζονται
στο πάτωμα.

 

Είχα ποτέ
δίδυμη αδελφή

 

ή ήμουν αυτή
που δεν γεννήθηκε ποτέ;

 

Μία
φωτογραφία σπαρταράει

 

ασημένια και
στιλπνή μέσα στην γυάλα της.

 

Είναι
παράξενο πως κάθε φορά

 

τα λέπια που
αφαιρώ

 

τα εντόσθια
τις μνήμες τα πτερύγια

 

όταν βάζω
στο φούρνο το κεφάλι

 

και μετά
κόβω προσεκτικά φέτες τις φλέβες

 

θυμάμαι πιο
βαθιά.

 

 

Κόβω με ένα
ψαλίδι το μαλακό κουνουπίδι του εγκεφάλου

 

αυτό που
γεμίζει συνέχεια θάλασσα

 

Μη έλεγε η
μαμά

 

Μη βάζεις το
χέρι κάτω από το λευκό φουστάνι

 

το κλειδί
γυρνάει μία πόρτα

 

ένα σπίτι
περιστρέφεται

 

κράτα στο
χέρι τα κόκκινα παπούτσια.

 

 

Η μαμά και ο
μπαμπάς χαμογελούν

 

ο αδελφός
από πίσω μου σφίγγει το χέρι

 

εσύ με
προδίδεις ξανά και ξανά

 

κι εγώ σε
ένα δωμάτιο με εγκαταλείπω πάλι.

 

 

Κόβω με ένα
ψαλίδι αυτό το ποίημα.

 

Κορμί είναι
μπορεί δικό σου,

 

μπορεί
κάποιου ξένου

 

από αυτούς
που κοιμάσαι και χάνονται.

 

ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ

 

 

 

Χάρις Αλεξίου – Λυόμενο

 

 

 

 

 

  1. ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ

    Η μητέρα πλέκει

    Ο γιος πολεμά

    Το βρίσκει πολύ φυσικό η μητέρα

 

Και ο πατέρας τι κάνει ο πατέρας;

Κάνει επιχειρήσεις

Η γυναίκα του πλέκει

Ο γιος του πολεμά

Αυτός επιχειρήσεις

Το βρίσκει πολύ φυσικό ο πατέρας

 

Και ο γιος και ο γιος

Τι βρίσκει ο γιος;

Δε βρίσκει τίποτα απολύτως τίποτα ο γιος

Ο γιος η μητέρα του πλέκει ο πατέρας του επιχειρήσεις αυτός πόλεμο

Όταν θα έχει τελειώσει ο πόλεμος

Θα κάνει επιχειρήσεις με τον πατέρα του

 

Ο πόλεμος συνεχίζεται η μητέρα συνεχίζει πλέκει

Ο πατέρας συνεχίζει κάνει επιχειρήσεις

Ο γιος σκοτώθηκε δε συνεχίζει πια

Ο πατέρας και η μητέρα πηγαίνουν στο νεκροταφείο

Το βρίσκουν πολύ φυσικό ο πατέρας και η μητέρα

 

Η ζωή συνεχίζεται η ζωή με το πλεκτό τον πόλεμο τις επιχειρήσεις

Οι επιχειρήσεις ο πόλεμος το πλεκτό ο πόλεμος

Οι επιχειρήσεις οι επιχειρήσεις και οι επιχειρήσεις

Η ζωή με το νεκροταφείο.

 

Zακ Πρεβέρ , Paroles , Μετ: Τάκης Μητσακάκης

 

 

 

***

 

  1. ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ

 

Μέρες μετά το
θάνατό της η θεία Μερόπη

 

άφησε τη
μασέλα, τα χοντρά γυαλιά της

 

επάνω στο
περβάζι του παραθύρου

 

χαιρέτησε
καθένα χωριστά


δια
φεύγοντας

 

τα κόκαλά της
σκόρπισαν στη σκάλα

 

τα πήρανε
γυναίκες του ιδρύματος

 

φτιάξανε
κομπολόι για τον ηγούμενο

 

τριάντα τρία
κομμάτια

 

 

κορίτσια από
την ενορία ψαλιδίσανε  τα ρούχα της

 

πλέξανε
κουρελούδες στους φτωχούς

 

ζητιάνες
δοκίμαζαν τα παπούτσια της.

 

 

Κανείς δεν είδε
κάτω από το σιδερένιο της κρεβάτι

 

το χέρι που όλο
χάραζε στο φως

 

και πέφτανε τα
λέπια του ένα ένα

 

την τρέλα της
που υπνοβατούσε στο δωμάτιο

 

με κίνδυνο να
τσακιστεί μες στην καρδιά μου.

 

 

ΚΩΣΤΑΣ  ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, ~Ιχνογραφία, μέρος Γ,
συλλογική έκδοση  Ποιήματα, εκδ. Κανάκη~

 

 

 

***

 

 

  1. ΣΕ ΜΙΑ ΠΑΡΑΛΙΑ ΤΟ 1960

 

Σε μια παραλία το 1960 καθόταν μια οικογένεια.

Η μητέρα, ο πατέρας και το παιδί.

Ήταν Ιούλιος, Κυριακή πρωί,

και έτσι που το φως τού ηλίου ήταν τόσο διάφανο,

το παιδάκι σηκώθηκε και προχώρησε προς τη θάλασσα

ώσπου χάθηκε.

Γι’ αυτό είναι που από τότε στο βάθος του ορίζοντα

επιπλέει ένα άσπρο καπελάκι με μαύρη κορδέλα

και ταξιδεύει, ταξιδεύει σαν βαρκούλα.

ΓΙΩΡΓΟΣ  ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ, Η ιστορία
του ξένου και της λυπημένης, 1987

Ποιήματα 1968 -2010 (Επιλογή), 2014

 

 

 

***

 

 

  1. Η ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΤΗΣ  ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ

 

 

Πού γυρίζετε, ελάτε, χειμώνιασε πια!

 

 

Πού βρεχόσαστε! Θα λιώσαν τόσα χρόνια τα ρούχα σας

 

και οι αστραπές θα σας έκαψαν τα μαλλιά σας –

 

Εδώ πάνω! εδώ που κουνάω το φως

 

είναι το σπίτι μας! Πιο δεξιά, πιο ζερβά!

 

Πιαστείτε στο τζάκι μας, ο πατέρας μου με τα γράμματα

 

και η μητέρα μου με τη λύπη της, ν’ ακουμπήσω το χέρι

 

στα βρεγμένα σας γόνατα. Και μη σβήσει η φωτιά,

 

και σεις βιαστείτε να πεθάνετε πάλι.

 

 

Είναι ωραία στον κόσμο! Κι αφήσαμε πίσω μας

 

όλες τις δουλειές μας ατέλειωτες.

 

Θα κλαδέψουμε δέντρα, θα στυλώσουμε

 

όνειρα –

 

Κλείστε τις πόρτες

 

τώρα να κλάψουμε.

 

 

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

 

 

 

***

 

  1. Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

    Ποιος δεν θυμάται εκείνο το ποίημα

    για Έλληνες που ξέχασαν

    τον έρωτα, τον Άη Γιώργη Οιδίποδα

    στο στόμα σαν θηρίο τον πατέρα του καρφώνει

    την γλώσσα της μητέρας του να παντρευτεί

    ελεύθερα

    Ζει ο βασιλιάς, στις θάλασσες τον ψάχνει

    γοργόνα ηλίθια, κόρη του και αδελφή

    Ποιος δεν θυμάται εκείνο το ποίημα

    για Έλληνες που ξεχάστηκαν στο παρελθόν

    ή που ξεμάκρυναν στην διασπορά μιας άλλης γλώσσας

    μίκρυνε κι άλλο η μεγάλη πατρίδα

    μπούκωσαν τους στενούς φάρυγγες αρχαία ρητά

    «Παν μέτρον άριστον» τώρα ακούς

    Σφίγγα ανέραστη και αναλφάβητη Παρθένος

    πώς άραγε θα ‘κανε παιδιά

    χωρίς να αντιμιλούν

    Ποιος δεν θυμάται εκείνο το ποίημα

    που έτσι αρχίζει ακριβώς


ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΟΥΛΙάΡΑΣ, Δρόμοι της μελάνης (2005)

 

 

 

***

 

 

 

12.ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΕΣ ΔΙΑΚΟΠΕΣ ΣΤΗ ΘΑΣΟ

 

 

Μέσα της είχε πάντοτε την αγριάδα

 

δέκα παρθένων
που προδόθηκαν

 

κι από τότε
γυρεύουν εκδίκηση

 

από κρεβάτι σε
κρεβάτι.

 

 

Έτσι μας έλυσε
ο Αριστείδης

 

το μυστήριο της
συνεύρεσης

 

της πενηντάρας
συμβίας του

 

με το μικρότερο
ανίψι του

 

σ’ ένα φτηνό
δίκλινο της παραλίας.

 

ΒΑΣΙΛΗΣ  ΚΑΡΑΒΙΤΗΣ, Δημοσιεύθηκε
στην Πανδώρα, τ.13,5/2003-11/2003, σελ.13.

 

Οικογενειακή υπόθεση – Αντώνης & Γιάννης Βαρδής

 

 

13.Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ  ΠΟΥ  ΟΛΟ ΨΑΧΝΕΙ  ΚΑΤΙ  ΑΝΩΤΕΡΟ

Πάντα έβαφαν το σπίτι τους λευκό.

Μια μέρα ο μπαμπάς έκανε μεταπτυχιακό.

Η μαμά έκανε κι αυτή μετά.

Το κορίτσι ακολούθησε με επιτυχία την παράδοση.

Το αγοράκι λέει Εγώ;

Βάψαν πάλι το σπίτι τους λευκό.

Υπήρχε μία κόκκινη καμινάδα.

Αγαπούσαν ολόκληρο το σπίτι -ήταν

σπίτι τους, όμως

βαφότανε λευκό, αύριο κοκκίνιζε

Ο μπαμπάς είπε Ας κάνω λοιπόν διδακτορικό.

Η μαμά Να κάνω ένα κι εγώ.

Το κορίτσι λέει Θα κάνω ό,τι και η μαμά.

Το αγοράκι Μου αρέσει αυτή η καμινάδα…

Πήγαν το καλοκαίρι στη θάλασσα διακοπές:

Κολυμπάει ο μπαμπάς, η θάλασσα είναι μωβ

κολυμπάει η μαμά, η θάλασσα είναι πράσινη

και το κορίτσι στο τέλος, βεραμάν

Το αγόρι λέει Εγώ

δεν ξέρω κολύμπι σε θάλασσα πράσινη μωβ

βεραμάν. Ξέρω κολύμπι μόνο σε θάλασσα μπλε. Κι αν…

(Και θάφτηκε αμέσως στην άμμο)

Λέει τότε ο μπαμπάς Ας κάνουμε κάτι ανώτερο.

Λέει τότε η μαμά Τι άλλο όμως μας μένει;

Το κοριτσάκι Πάμε στο σπίτι μας γρήγορα

Να βάψουμε το σπίτι

πάλι

(Το σπίτι τους δεν βρήκανε

Μα βρήκανε την Καμινάδα

Άσπρη.)

Είπαν Τουλάχιστον είναι λευκό. Μα

Πώς θα χωρέσουμε εδώ;

ΒΑΣΙΛΗΣ  ΑΜΑΝΑΤΙΔΗΣ, Τριαντατρία (2003)
[Από την ενότητα Ι. Παιδική ηλικία]

 

 

 

***

 


ΑΓίΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ


Μάνα
παλιά σκαπάνισσα (και βάλε!).

 

Πολυτελείας
εταίρα η θυγατέρα.

 

Γιος
πλερωτός φονιάς ερυθροδέρμων,

 

και
μπαμπάκας τσολιάς των Γερμανών.

 

 

Την
άγιαν οικογένεια προσκυνάτε!

 

Αυτή
«Μεγάλη Ελλάδα» κι αγκωνάρι

 

της
εκκλησιάς, κορφή του ντοβλετιού.

 

Αν
λείπανε, δε θα â
€™χαμε ιστορία!

 

 

Φτωχάμοιρε λαέ, της προδοσίας

 

διδάχοι σου οι πρωτάτοι. Είναι ψηλά,

 

δεν τους φτάνουν τα βόλια σου, πώς θέλεις

 

ναν τους φτάσουν της Μούσας τα φτυσίματα!

 

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ, Οργή λαού

 

 

 

 

***

 

 

  1. ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ
    ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ

 

Μην περπατήσεις

τούτα τα βουνά

 

 

η μάνα λέει

δεν κάνει να πατάμε

τους πεθαμένους

 

ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΠΡΑΒΟΣ

 

 

Πες το με ποίηση (201ο): «Περιμένω – αναμονή»…

 

-Ντίνος Χριστιανόπουλος, «ΟΤΑΝ ΣΕ ΠΕΡΙΜΕΝΩ»

«Όταν σε περιμένω και δεν έρχεσαι,
ο νους μου πάει στους τσαλακωμένους,
σ’ αυτούς που ώρες στέκονται σε μια ουρά,
έξω από μια πόρτα ή μπροστά σ’ έναν υπάλληλο,
κι εκλιπαρούν με μια αίτηση στο χέρι
για μια υπογραφή, για μια ψευτοσύνταξη.

Όταν σε περιμένω και δεν έρχεσαι,
γίνομαι ένα με τους τσακισμένους.»

(Ντίνος Χριστιανόπουλος, από τη συλλογή Ανυπεράσπιστος καημός, 1960)

 

 

 

 -Κ. Π. Καβάφης, «Περιμένοντας τους βαρβάρους»

— Τι περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι;

Είναι οι βάρβαροι να φθάσουν σήμερα.

— Γιατί μέσα στην Σύγκλητο μια τέτοια απραξία;
Τι κάθοντ’ οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Τι νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί;
Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν.

—Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωί σηκώθη,
και κάθεται στης πόλεως την πιο μεγάλη πύλη
στον θρόνο επάνω, επίσημος, φορώντας την κορώνα;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Κι ο αυτοκράτωρ περιμένει να δεχθεί
τον αρχηγό τους. Μάλιστα ετοίμασε
για να τον δώσει μια περγαμηνή. Εκεί
τον έγραψε τίτλους πολλούς κι ονόματα.

— Γιατί οι δυο μας ύπατοι κ’ οι πραίτορες εβγήκαν
σήμερα με τες κόκκινες, τες κεντημένες τόγες·
γιατί βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους,
και δαχτυλίδια με λαμπρά, γυαλιστερά σμαράγδια·
γιατί να πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια
μ’ ασήμια και μαλάματα έκτακτα σκαλιγμένα;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
και τέτοια πράγματα θαμπώνουν τους βαρβάρους.

—Γιατί κ’ οι άξιοι ρήτορες δεν έρχονται σαν πάντα
να βγάλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα δικά τους;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
κι αυτοί βαρυούντ’ ευφράδειες και δημηγορίες.

— Γιατί ν’ αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία
κ’ η σύγχυσις. (Τα πρόσωπα τι σοβαρά που εγίναν).
Γιατί αδειάζουν γρήγορα οι δρόμοι κ’ η πλατέες,
κι όλοι γυρνούν στα σπίτια τους πολύ συλλογισμένοι;

Γιατί ενύχτωσε κ’ οι βάρβαροι δεν ήλθαν.
Και μερικοί έφθασαν απ’ τα σύνορα,
και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.

__

Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους.
Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.

(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

 

 

 

 -Τάσος Λειβαδίτης, «Σε περιμένω παντού»

 «Κι αν έρθει κάποτε η στιγμή 

να χωριστούμε, αγάπη μου, 

μη χάσεις το θάρρος σου.

Η πιο μεγάλη αρετή του ανθρώπου, 

είναι να ‘χει  καρδιά.

Μα η πιο μεγάλη ακόμα, 

είναι όταν χρειάζεται 

να παραμερίσει την καρδιά του.

Την αγάπη μας αύριο, 

θα τη διαβάζουν τα παιδιά στα σχολικά βιβλία, 

πλάι στα ονόματα των άστρων 

και τα καθήκοντα των συντρόφων.

Αν μου χάριζαν 

όλη την αιωνιότητα χωρίς εσένα, 

θα προτιμούσα

μια μικρή στιγμή πλάι σου.

Θα θυμάμαι πάντα τα μάτια σου, 

φλογερά και μεγάλα,

σα δυο νύχτες έρωτα, 

μες στον εμφύλιο πόλεμο.

Α! ναι, ξέχασα να σου πω, 

πως τα στάχυα είναι χρυσά κι απέραντα, 

γιατί  σ’ α γ α π ώ.

Κλείσε το σπίτι. 

Δώσε σε μια γειτόνισσα το κλειδί 

και προχώρα. 

Εκεί που οι φαμίλιες μοιράζονται 

ένα ψωμί στα οκτώ, 

εκεί που κατρακυλάει 

ο μεγάλος ίσκιος των ντουφεκισμένων. 

Σ’ όποιο μέρος της γης, σ’ όποια ώρα,

εκεί που πολεμάνε 

και πεθαίνουν οι άνθρωποι 

για ένα καινούργιο κόσμο… 

εκεί θα σε περιμένω, αγάπη μου!»

 

(Τάσος Λειβαδίτης, τόμος Ι, Κέδρος)

 

 

-Μιχάλης Κατσαρός, «Θα σας περιμένω»

 Θα σας περιμένω μέχρι τα φοβερά μεσάνυχτα αδιάφορος-
Δεν έχω πια τι άλλο να πιστοποιήσω.
Οι φύλακες κακεντρεχείς παραμονεύουν το τέλος μου
ανάμεσα σε θρυμματισμένα πουκάμισα και λεγεώνες.
Θα περιμένω τη νύχτα σας αδιάφορος
χαμογελώντας με ψυχρότητα για τις ένδοξες μέρες.
Πίσω από το χάρτινο κήπο σας
πίσω από το χάρτινο πρόσωπό σας
εγώ θα ξαφνιάζω τα πλήθη
ο άνεμος δικός μου
μάταιοι θόρυβοι και τυμπανοκρουσίες επίσημες
μάταιοι λόγοι.
Μην αμελήσετε.
Πάρτε μαζί σας νερό.
Το μέλλον μας θα έχει πολύ ξηρασία.

 

(https://tokoskino.me/)

 

 

 

-Γιάννης Ρίτσος, «Παντού μας περίμενε η Ελλάδα»

 

Ποιος άνεμος μετέφερε τούτα τα αγάλματα

κρατώντας τα με δυο πελώρια χέρια κάτω άπ’ τις μασχάλες

αυτά τα πιθάρια με τη στρογγυλή αυτοπεποίθηση

αυτά τα δοχεία του λαδιού και του κρασιού

αύτη την πετρωμένη ευγένεια των αμφορέων

όπου ή ελληνική ομορφιά έχει χαράξει με το μικρό της δάχτυλο

το στέρεο τρίγωνο, την οριζόντια σπείρα, το σοφό τετράγωνο;

 

Ποιός έφερε, ποιός πήρε, ποιός αντάλλαξε απ’ τα πέρατα

γραμμές και χρώματα και λευκές χειρονομίες,

σταυρούς στα ράμφη των αητών, ένα μακρόσυρτο χαμόγελο,

μια ωχρότητα βυζαντινή πού συνεχίζεται μέσα στη νύχτα

μια ωχρότητα ντυμένη το χρυσάφι, την πορφύρα, το σμαράγδι;

 

Βήματα των Ελλήνων πλανώμενα στους χώρους και στους αιώνες

σταθερά βήματα, πικρά βήματα, σιωπηλά βήματα

διατηρώντας το σχήμα τους καθάριο,

καθάριο αχνάρι του γυμνού ποδιού σ’ όποιο χώμα της γης

με το μεγάλο δείχτη του ποδιού αποχωρισμένο απ’ το λουρί του αρχαίου σανδάλου.

 

Και το άσβηστο αχνάρι του σανδάλου ανάλαφρο πάνω στην πέτρα

και το άλλο του βυζαντινού,

τ’ αχνάρια απ’ τα συγκεντρωμένα βήματα της Φιλικής Εταιρίας

κι αυτά τα ελληνικά  ιστία διασχίζοντας αθόρυβα

το νύχτιο αγέρα και τα δάση της Ρουμανίας

αυτά τα ιστία φωτίζοντας με τρίγωνες λάμψεις

πρόσωπα, σπίτια, χρόνια και γιγάντιους κορμούς δέντρων.

 

Ή Ελλάδα μας περίμενε παντού σ’ όλο τον κόσμο

καθώς ταξιδεύαμε με την ‘Ελλάδα σταυρωμένη στην καρδιά μας,

ή ‘Ελλάδα στην «Ιστρια, στο Γαλάτσι, στην Κονστάντσα

μες στις στοές και στις καμπάνες της Αγκάπια

μες στα ψηλά εργαστήρια της ταπητουργίας όπου άνθιζαν

επίπεδα άνθη γαλανά και κόκκινα

μες στα εργαστήρια αγγειοπλαστικής

όπου ένα σχήμα αφηρημένης γεωμετρίας

αναπολούσε τη συγκεκριμένη σκέψη της Ελλάδας.

 

(Είναι ένας σπόρος πάντα ελληνικός πού σπάει τη στενότητα της πέτρας

ν’ ανθίσει μες στην απεραντοσύνη όλα τα φύλλα του και τούς καρπούς του —

κι ή πέτρα ή συντριμμένη από το σπόρο γίνεται μια πομπή από αγάλμα¬τα).

 

Σταθερές σκιές του παρελθόντος μες στην πρωινή κατάνυξη,

όταν ή μοναχή, εγερμένη, μόλις, απ’ το κάδρο μιας εικόνας

με το χρυσόν αχνό του χρόνου στη μορφή της

με τη στάχτη ενός ύπνου απαρνημένου στα ματόκλαδά της

και με το μαύρο πτυχωτό μανδύα της

μόλις ξεκρεμασμένον απ’ τη στοά των αιώνων,

καλούσε στην Αγκάπια τούς αντίλαλους

απ’ το φτερούγισμα των σβησμένων δικέφαλων

χτυπώντας τελετουργικά το ξύλο το εργασμένο απ’ τα δάχτυλα της σιωπής

ενώ ή σκιά της σέρνονταν στις πλάκες του μοναστηρίου σαν φάσμα

αυτοκρατόρισσας

κι ενώ οι καμπάνες σώπαιναν εμβρόντητες

σα φωλιές αντεστραμμένες πού άδειασαν απ’ τα χάλκινα πουλιά τους.

 

Ή Ελλάδα μας περίμενε παντού μέσα στον κόσμο,

κάτω από τις ολάνθιστες μηλιές μες στα κολχόζ της Ρουμανίας,

μες στα Μουσεία, μες στη σιωπή, μέσα στις ντόινες.

Κι εγώ, διασχίζοντας τον κόσμο και το χρόνο συνεχίζω το δρόμο της Ελλάδας

τραβώντας το σκοινί του στίχου μου και ειδοποιώντας την αγάπη

όπως τραβούσε ως τη στερνή στιγμή του ό Βασίλε Ροάιτα τον κρίκο

του συναγερμού για μια παγκόσμια συνάντηση ειρήνης.

 

 

 

Τάκης Σινόπουλος, «Χώρος αναμονής»

Εδώ δεν είναι τόπος για περηφάνια.
Εδώ δεν είναι τόπος για έκσταση.
Ενα μακρύ ποτάμι ημέρες αργοκίνητες.
Η νύχτα ο φόβος και το κάθισμα.
Εσύ γυρεύοντας τη σκάλα για τον ουρανό.
Εγώ ψάχνοντας με τα νύχια το πρόσωπο
ανάμεσα στα σιωπηλά ερείπια της πείνας
στον τόπο τούτο με την παγωμένη φωτιά
τι περιμένω;

Τι περιμένω εδώ που ο πυρετός παροξύνεται;
Αν κάποιος φωνάξει βοήθεια απ΄ το δρόμο
αν κάποιος χτυπήσει τον τοίχο
αν έρθουν απέναντι να καθίσουν
όλα τα παιχνίδια που κερδίζονται χωρίς το θεό
η συνέχεια του σκοταδιού
η λάμπα που έφαγε το πετρέλαιο
τ΄ αποτσίγαρα χάμου στο πάτωμα
τα ξένα ρούχα
ακόμη ζεστά
αν έρθει το θαύμα με τα γέρικα χέρια
η πράξη
που γυρίζει ξάφνου σε φόνο;

Γιατί να επικαλούμαι την άσπιλη γυναίκα
που
  καθόριζε ολημέρα το βασίλειό της;
Γιατί να θυμηθώ την περηφάνια που την έφθειρε ο καιρός
την ησυχία στην κάμαρη τη ζέστα και την άρνηση;
Το στόμα ήταν ακόμα ζωντανό
η αλήθεια καρφωνόταν στο ψέμα και σφάδαζε
η λευτεριά πηδούσε από πόλη σε πόλη
έσταζε το αίμα
η γύμνια ντυνόταν με προσχήματα
κι εγώ κρύωνα
όπως τώρα κρυώνεις εσύ και τρομάζεις και κρύβεσαι
μες στο σπίτι όπου τρίζει η σιωπή
κι ανασαίνει βαθιά στο σκοτάδι.

Σε τούτη την κάμαρα έγιναν οι φανταστικοί βιασμοί
η επινόηση του έρωτα και της απόγνωσης
εδώ εφευρέθηκε το ψέμα κι ο ουρανός
υπάρχει μια τρύπα στο κάθισμα
υπάρχει η σιωπή και ο χρόνος
υπάρχουν κι άλλες επινοήσεις ομοιώματα σχέσεων
ομοιώματα επαφών συναρτήσεων
πίσω απ΄ τον τοίχο η νύχτα υφαίνει έναν κόσμο σκιές
εξόριστα διαστήματα μετατοπίζονται
οι πιθανότητες κοιμούνται μες στο δίχτυ τους
η ώρα ενεδρεύει στο εκκρεμές
μ΄ ένα κρύο χαμόγελο τα φαντάσματα σαλεύουν ακίνητα
πλησιάζουν και είναι ακίνητα
στην κάμαρα τούτη που είμαι ακίνητος και περιμένω
τι περιμένω;

Ισως κατέβεις παραπαίοντας εκεί που τα σπίτια χάνονται
εκεί που η αυγή ανάβει ένα εκατομμύριο χαλίκια
ίσως κατέβεις πιο χαμηλά
εκεί που το σκοτάδι σκάβει το χώμα ακατάπαυστα
εκεί που στροβιλίζονται μισοφώτιστα πρόσωπα
εκεί που η μοναξιά σχεδιάζει
ατελείωτα συμπλέγματα ατελείωτα έργα
στον ατελείωτο χώρο που υπάρχει πίσω από τα πράγματα
όπου το σχήμα χάνεται κι η κίνηση χάνεται
εκεί που είσαι ωστόσο
σκοτεινά τα μάτια τσακισμένα τα χέρια
το καμπύλο κορμί μες στο χρόνο
μες στη νύχτα που καίει
εκεί που είμαι ακίνητος και κοιτάζω και περιμένω
τι περιμένω;

 

 

Κονσταντίν Σίμονοφ, «Περίμενέ με»

Περίμενέ με, θα γυρίσω,
θέλω πολύ να περιμένεις,
περίμενε, σαν σε μελαγχολεί
η χρυσή βροχή,
περίμενε, σαν πέφτουνε τα χιόνια,
περίμενε στις ζέστες,
ακόμα κι όταν οι άλλοι
δεν περιμένουν πια.
Περίμενε, κι όταν δε φθάνουν γράμματα
από τόπους μακρινούς,
περίμενε, κι αν όλοι έχουν βαρεθεί
αυτούς που περιμένουν.
Περίμενέ με, θα γυρίσω,
δεν εύχονται όλοι το καλό
όσοι το ξέρουν σίγουρα,
πως πρέπει να ξεχάσεις.
Άσε να το πιστεύουνε η μάνα και ο γιος μου,
πως πια δε θα γυρίσω,
άσε να το πιστεύουνε οι κουρασμένοι φίλοι,
να κάθονται μπρος στη φωτιά,
πικρό κρασί να πίνουν
μνημόσυνο ψυχής…
Περίμενε. Να μη βιαστείς
μαζί τους για να πιεις.

Περίμενέ με, θα γυρίσω
σε πείσμα όλων των θανάτων.
Όποιον δεν περιμένει,
ας τον να λέει: «ήταν τυχερό».
Γιατί δε θα το νοιώσουνε όσοι δεν περιμένουν,
πως μέσα στα πυρά
μ’ έσωσε
η αναμονή σου.
Μονάχα εσύ κι εγώ
θα ξέρουμε πως γύρισα,
επειδή ήξερες όπως κανείς
εσύ να περιμένεις.

(http://diastixo.gr/logotexnikakeimena/poihsh/7469-konstantin-simonov)

 

 

 

-«…Κι εσύ περιμένεις ένα γράμμα που δεν έρχεται

Μια μακρινή φωνή γυρνά στη μνήμη σου και σβήνει

Κι ένας καθρέφτης μετρά σκυθρωπός τη μορφή σου

Τη χαμένη μας άγνοια, τα χαμένα φτερά.»

(Μ. Αναγνωστάκης)

 

 

 -Μ. Αναγνωστάκης, «Αναμονή»

Πόσα χρόνια να γυρίσει…
Κι όμως η μυρουδιά της χυμένη παντού
Ξεχασμένη σ’ όλο το δωμάτιο στις πιο απίθανες γωνιές
Σάμπως να ζει ακόμη ανάμεσά μας!
Όμως πρέπει να γύρισε ύστερα από τόσα χρόνια
Αυτές τις ώρες την προσμένω κάθε βράδυ
Σχεδιάζοντας με το μολύβι κόκκινα στόματα απάνω στο χαρτί
Όπως και να ’τανε έπρεπε να τρίξει πάλι η πόρτα
Ας είναι κι απ’ τον άνεμο.
Ας είν’ με δυο ημικύκλια στεγνά πάνω στα χείλη
Στο μέτωπο κατάμαυρες ραβδώσεις
Φτάνει που θά ’ρθει μοναχά ύστερα από χρόνια
Μόνο που θά ’ρθει!…
Σχεδιάζοντας κόκκινα φλογερά στόματα απάνω στο χαρτί.
…Νόμισα πως θα πνιγόμουνα!

 

 

-Μενέλαος Λουντέμης, «Αναμονή»

Σε περιμένω. Μη ρωτάς γιατί.
Μη ρωτάς γιατί περιμένει κείνος
Που δέν έχει τί να περιμένει

Και όμως περιμένει.

 

Γιατί σαν πάψει να περιμένει
Είναι σα να παύει να βλέπει
Σα να παύει να κοιτά τον ουρανό
Να παύει να ελπίζει
Σα να παύει να ζεί.

 

Αβάσταχτο είναι…Πικρό είναι
Να σιμώνεις αργά στ’ακρογιάλι
Χωρίς να είσαι ναυαγός
Ούτε σωτήρας
Παρά ναυάγιο.

 

(http://logotexnikesmikrografies.blogspot.gr/2012/05/blog-post_12.html)

 

 

 

 -Ν. Βρεττάκος, «Η αναμονή και το όνειρο»

«Κοιτάζω την ώρα, δεν είναι να ρθείς.
Γυρνώ το κλειδί στην πόρτα και παίρνω
το πρώτο βιβλίο που δεν λέει τίποτα.
Κι άξαφνα, εκέι που διαβάζω, απαλαίνει
η ατμόσφαιρα γύρω μου γαλανίζει ανεπαίσθητα.
Έχεις μπει στο δωμάτιο χωρίς να χτυπήσεις.
Όλα γίνονται διάφανα. Προχωρείς με έναν πέπλο
ουρανού στο κεφάλι σου.»

 

 (http://stithaghi.blogspot.gr/2014/08/blog-post_4.html)

 

 

 

-Γωγώ Θ. Μπελεκούκια-Σπανού, «Ανανονή»

Ξημερωμένες μέρες
δίχως νύχτες
διασχίζεις
-σηκωμένα μπατζάκια
τον ποταμό Αδιάφορο.
Πέλματα γυμνά
που παγώνουν
σε σκληρό βυθό.
Βήμα
που παραμένει αργό
-πατάς πάνω σε Φόβους που πονούν…
Κρατήσου!
Μια ανάσα
και βγαίνεις απέναντι.
Σε περιμένω.
Φόρεσε τη λάμψη στα μάτια σου.

(https://atexnos.gr/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%AE/)

Πες το με ποίηση (200ο): «ΑΡΙΘΜΟΙ -ΑΡΙΘΜΗΤΙΚΗ- ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΑ «

*200 θεματικές ενότητες Ποίησης κιόλας.

Τι ωραίο που φτάσαμε ως εδώ.

Οι αριθμοί έχουν τη σημασία τους ακόμα και στην …ποίηση.

Για του λόγου το αληθές:

 

 

Το μέτρημα, Νατάσα Μποφίλιου

 

  1. ΜΟΥΣΙΚΟΙ ΑΡΙΘΜΟΙ

Χωρς τ μαθηματικ τάξη, δν στέκει
τίποτε: Ο
τε ορανς ναστρος,
ο
τε ρόδο. Προπαντς να ποίημα.


Κι ε
τυχς τι μ᾿ κανε μορα μου
γνώστη τ
ν μουσικν ριθμν,
τι κρέμασε μίαν χτίνα π πλέον
τ
στρο τς μέρας στν ρασή μου
κα
κάνοντας τ γόνατά μου τραπέζι
ργάζομαι, ς νά ταν ν φτιάξω
ναν ναστρο ορανό, να ρόδο.


ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

 

***

 

  1. ΕΝΑΣ ΕΠΙΛΗΣΜΩΝ ΑΡΙΘΜΟΣ

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας αριθμός
Αγνός και στρογγυλός σαν τον ήλιο
Αλλά μόνος πάρα πολύ μόνος

 

Άρχισε να λογαριάζεται με τον εαυτό του

Διαιρούσε πολλαπλασίαζε τον εαυτό του
Αφαιρούσε πρόσθετε τον εαυτό του
Κι έμενε πάντα μόνος

 

Έπαψε να λογαριάζεται με τον εαυτό του
Και κλείστηκε στη στρογγυλή
Ηλιακή του αγνότητα

Απ’ έξω έμειναν τα πύρινα
Ίχνη των λογαριασμών του

 

Άρχισαν να κυνηγιούνται μεταξύ τους μέσα στο σκοτάδι
Να διαιρούνται όταν έπρεπε να πολλαπλασιαστούν
Να αφαιρούνται όταν έπρεπε να προστεθούν

Αυτά συμβαίνουν στο σκοτάδι

 

Και κανείς δε βρέθηκε να του πει
Να σταματήσει τα ίχνη
Και να τα σβήσει

 

ΒΑΣΚΟ  ΠΟΠΑ, μετ: Σπύρος Τσακνιάς

 

***

 

  1. ΠΡΟΣΘΕΣΙΣ

Αν ευτυχής ή δυστυχής είμαι δεν εξετάζω.
Πλην ένα πράγμα με χαράν στον νου μου πάντα βάζω —
που στην μεγάλη πρόσθεσι (την πρόσθεσί των που μισώ)
που έχει τόσους αριθμούς, δεν είμ’ εγώ εκεί
απ’ τες πολλές μονάδες μια. Μες στ’ ολικό ποσό
δεν αριθμήθηκα. Κι αυτή η χαρά μ’ αρκεί.

 

Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ, Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993

 

 

***

 

 

  1. ΤΡΙΩΝ,ΤΕΣΣΑΡΩΝ, ΠΕΝΤΕ ΕΤΩΝ

 

Υπήρξαν! Πώς! Υπήρξαν ηλικίες
που μετρούσαμε στα δάχτυλα:
Τριών, τεσσάρων, πέντε ετών.
Κι ο αιτών, τριών,
τεσσάρων, πέντε φιλιών. Μία, δύο οι λύπες. 

 

Αναμνήσεις που χωρούσαν στο ένα χέρι –το άλλο,
το ‘χαμε ακόμη για να πιάνουμε ζωή.

Τώρα πια, ούτε λόγος. Κι οι γηραιότεροι
σαν ζητιάνοι πλησιάζουν:
«δάνεισέ μου το χέρι σου,
όσα δάχτυλα έχετε ευχαρίστηση».

 

Τι έμαθες, λοιπόν; Ψεύδεται το παρόν,
μαζί κι εσύ.
Κι η ευτυχία, τίποτε άλλο,
παρά οι μικρές παύσεις, οι εκκωφαντικές
σφηνωμένες, αναπάντεχα, καταμεσής στη μουσική.

 

ΓΙΩΡΓΟΣ  ΣΤΕΡΓΙΟΠΟΥΛΟΣ

 

 

***

 

  1. ΟΙ ΤΡΕΙΣ

Αυτός που γράφει το ποίημα
κι εκείνος που θα το διαβάσει
μπορεί να είναι το ίδιο πρόσωπο
με κάποιον άλλο που το ονειρεύτηκε.

 

Μέσα στο ποίημα βέβαια
έχουν χαθεί κι οι τρεις.

 

ΓΙΩΡΓΗΣ  ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ

 

 

 

Dave Brubeck – Take Five

 

 

  1. ΕΝΑΣ ΜΕΓΑΛΟΣ  ΑΡΙΘΜΟΣ


Τέσσερα δισεκατομμύρια άνθρωποι πάνω στη γη,
αλλά η φαντασία μου είναι όπως ήταν πάντα:
δεν τα πάει καλά με τους μεγάλους αριθμούς.
Εξακολουθεί να συγκινείται απ’ τη μοναδικότητα.


Πετάει στο σκοτάδι σαν την ακτίνα ενός φακού,
φανερώνοντας πρόσωπα στην τύχη,
καθώς τα υπόλοιπα περνάνε στα τυφλά,
αμνημόνευτα, άκλαφτα.
Ούτε ένας Δάντης δε θα μπορούσε να το εμποδίσει αυτό.
Πόσο μάλλον όταν δεν είσαι αυτός,
ακόμη και μ’ όλες τις μούσες στο πλευρό σου.

Non omnis moriar – μια πρόωρη αγωνία.
Είμαι ακόμα ολοζώντανη κι αυτό είν’ αρκετό;
Ποτέ δεν ήταν, και πολύ περισσότερο τώρα.
Διαλέγω απορρίπτ
oντας, διότι άλλος τρόπος δεν υπάρχει,
αλλά αυτά που απορρίπτω, είναι πιο πολλά,
πιο πυκνά, πιο επίμονα από ποτέ.


Σε αντίτιμο της άφατης απώλειας – ένα ποίημα, ένας στεναγμός.
Απαντώ μ’ έναν ψίθυρο σ’ ένα βροντώδες κάλεσμα.
Για πόσα πολλά σιωπώ, δε θα μπορούσα καν να πω.
Ποντίκι στους πρόποδες ενός βουνού.
Η ζωή διαρκεί όσο μερικές νυχιές στην άμμο.

Τα όνειρά μου – ακόμη κι αυτά δεν έχουν όση πολυκοσμία θα ‘πρεπε.
Περισσότερο ερημιά, παρά κραυγές και πλήθη.
Καμιά φορά, κάποιος νεκρός από καιρό, περνάει για μια στιγμή.
Ένα αποκομμένο χέρι γυρίζει ένα πόμολο.
Η ηχώ καλύπτει το άδειο σπίτι.
Τρέχω απ’ το κατώφλι σε μια κοιλάδα
σιωπηλή, σαν να μην είναι κανείς, ένας αναχρονισμός ήδη.

Από πού προέρχεται όλο αυτό το κενό μέσα μου –
μόνο αυτό δεν ξέρω.

 

Wislawa Szymborska, 1976.
(μετάφραση από τα αγγλικά)

http://skyvala.blogspot.gr/2013/02/blog-post_388.html

 

 

***

  1. […]εξασκούμαι στις τέσσερις πράξεις της συγκίνησης.

 

Διαίρεση για να διασώζω τη μοναδικότητα,

Αφαίρεση για να βρίσκω την ουσία,

Πρόσθεση για να πλουτίζω από τον Όμηρο στους Προσωκρατικούς

κι από το δημοτικό τραγούδι στο Σολωμό και στον Ελύτη.

 

Τέλος, Πολλαπλασιασμό

για να προσφέρω τη βαθιά χαρά ή τον καθαρό πόνο της συμμετοχής.

 

Να γιατί μιλώ για έρωτα και για ταξίδι στο άλλο με το λόγο.

Να γιατί εμπιστεύομαι τη δημοκρατία των συναισθημάτων

ή αλλιώς την εσωτερική αρμονία

και προσπαθώ να τηρώ το θεμελιώδες άρθρο

του Συντάγματος της Αληθείας.

«Όποιος θέλει να λάμψει, πρώτα καίγεται».

 

Το ταξίδι της γλώσσας δεν τελειώνει

κι αυτό είναι η χαρά της ποίησης.


ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΚΑΡΑΤΖΑΣ

Ένα κι ένα – Νίκος Παπάζογλου

 

  1. ΜΥΡΙΣΑΙ ΤΟ ΑΡΙΣΤΟΝ (ΧΙV)

Τ’ ΑΝΩΤΕΡΑ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΑ ΜΟΥ τα έκανα στο Σχολείο της θάλασσας. Ιδού και μερικές πράξεις για παράδειγμα:

(1) Εάν αποσυνδέσεις την Ελλάδα, στο τέλος θα δεις να σου απομένουν μια ελιά, ένα αμπέλι κι ένα καράβι. Που σημαίνει: με άλλα τόσα την ξαναφτιάχνεις.

(2) Το γινόμενο των μυριστικών χόρτων επί την αθωότητα δίνει πάντοτε το σχήμα κάποιου Ιησού Χριστού.

(3) Η ευτυχία είναι η ορθή σχέση ανάμεσα στις πράξεις (σχήματα) και στα αισθήματα (χρώματα). Η ζωή μας κόβεται, και οφείλει να κόβεται, στα μέτρα που έκοψε τα χρωματιστά χαρτιά του ο Matisse.

(4) Όπου υπάρχουν συκιές υπάρχει Ελλάδα. Όπου προεξέχει το βουνό απ’ τη λέξη του υπάρχει ποιητής. Η ηδονή δεν είναι αφαιρετέα.

(5) Ένα δειλινό στο Αιγαίο περιλαμβάνει τη χαρά και τη λύπη σε τόσο ίσες δόσεις που δεν μένει στο τέλος παρά η αλήθεια.

(6) Κάθε πρόοδος στο ηθικό επίπεδο δεν μπορεί παρά να είναι αντιστρόφως ανάλογη προς την ικανότητα που έχουν η δύναμη κι ο αριθμός να καθορίζουν τα πεπρωμένα μας.

(7) Ένας «Αναχωρητής» για τους μισούς είναι, αναγκαστικά, για τους άλλους μισούς, ένας «Ερχόμενος».

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ «Ο ΜΙΚΡΟΣ ΝΑΥΤΙΛΟΣ» Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ

 

 


  1. Διαιρώ αυτό που ξέρω.
    Προκύπτει αυτό που είμαι
    κι αυτό που ξέχασα. Ανάμεσα στα δυο πηγαίνω.

 

Δεν είμαι αυτός που σκέφτομαι
ούτε αυτός που είμαι τώρα.
Αν θα σκεφτώ, κομμάτια γίνομαι
Αν θα πιστέψω, για μένα δεν υπάρχει τέλος.

 

Γι’ αυτό, είναι καλύτερα
ν’ ακούς μόνο το θρόισμα
της απαλής, βέβαιης αύρας
που μέσ’ από τις φυλλωσιές περνάει.

 

FERNANDO PESSOA – «Φερνάντο Πεσσόα / Κ.Π. Καβάφης, τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου», μτφρ. Γιάννης Σουλιώτης, Μεταίχμιο 2009

 

 

***

 

10.Η ΧΡΕΩΚΟΠΙΑ ΤΩΝ ΑΡΙΘΜΩΝ

Κι ο τρελός της παλιάς συνοικίας – μια νύχτα θυμάμαι, τον κυνηγούσαν και για να σωθεί, κρύφτηκε στο γειτονικό σχολείο, κανείς δεν τον ξανάδε από τότε, τι απέγινε, άγνωστο. Μόνο που ο δάσκαλος έκανε πάντα λάθος στο μέτρημα κι έβρισκε ένα παιδί περισσότερο.

ΤΑΣΟΣ  ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

 

***

 

11.ΤΡΙΑ ΔΙΑ ΔΥΟ

Θυμάμαι που μια μέρα αστειευόμασταν
αν θα χωρίζαμε τι θα γινόταν με τα τρία μας παιδιά
ενάμιση κατά κεφαλή;
θα τα κόβαμε στη μέση;

 

ήταν ένα ανόητο παιχνίδι, ακόμα πιο ανόητο
τώρα που δείχνει να επαληθεύεται
υπάρχει μια πραγματικότητα όπου όλοι χάνουν
και τρία διά του δύο κάνει μηδέν

 

Francesco Tomada, «Ποιήματα», μετ. Ευαγγελία Πολύμου

 

 

Κάπου την έχουμε πατήσει, Κηλαηδόνης

 

12.ΜΕΤΡΗΤΗΣ  ΠΑΡΑΛΙΑΣ

Αριθμούσε υπομονετικά
όλες τις πέτρες.
Σ’ όσες μάλιστα, ήτανε μικρές
έβαζε δεκαδικούς
-τέτοια ακρίβεια-.

Το χειμώνα δεν είχε δουλειά.

Ανέβαινε στο παράθυρο
και περίμενε
το μεγάλο
κύμα.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ  ΒΟΥΤΣΙΝά, Το λάθος ποίημα, 2012

 

***

13.ΟΙ ΑΡΙΘΜΟΙ


«Μάθε επιτέλους να μετράς»,
από παιδί του φώναζε ο πατέρας
κι αυτός προσπαθούσε τόσο
που όταν ο πατέρας πέθανε
έσκυψε πάνω απ’ το φέρετρο
και του ‘πε


«Πέθανες στις τρεις και τέταρτο ακριβώς.
Ζύγιζες εβδομήντα έξι κιλά.
Ως ώρας έκλαψα δώδεκα λίτρα δάκρυ.
Απέχεις τετρακόσια είκοσι μέτρα από το μνήμα.
Σου έφεραν εξακόσια δεκαοχτώ γαρύφαλλα.
Είδες πατέρα; Τα υπολόγισα όλα»


και τον κοίταξε για τελευταία φορά.
Με μια λύπη
αμέτρητη.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ  ΒΟΥΤΣΙΝά, Το λάθος ποίημα, 2012

 

 

ΟΙ ΑΡΙΘΜΟΙ, Μαρίνα

 

14.ΣΧΕΔΟΝ ΜΗΔΕΝ

Δεν έχουν κουραστεί

αυτοί οι γιγαντιαίοι αριθμοί

στο μικρό computer του γραφείου μου;

 

Χθες το ξέχασα ανοιχτό

με την τελευταία πράξη

στην οθόνη του να λαμπυρίζει.

 

 

Από τότε μίλησα με πολλούς,

έβγαλα από την ύλη του

όλα τα φύλλα των περασμένων

ημερών, έγινα άλλος, μικρός,

σχεδόν μηδέν μέσα στον ύπνο και όμως

 

αυτοί οι τερατώδεις αριθμοί

με περίμεναν σήμερα το πρωί

για να μου πουν πως ζουν ξανά

και πάντοτε στο μέλλον.

 

ΜΑΝΟΛΗΣ  ΞΕΞΑΚΗΣ, Δημοσιευμένο στο περιοδικό Εντευκτήριο, τεύχος 50 (Απρίλιος-Ιούνιος 2000)

 

 

***

 

15.ΠΡΟΣΘΑΦΑΙΡΕΣΕΙΣ

Μετρούσε τα χρόνια

Τόσα

Αφαιρούσε
Τα χρόνια του ύπνου
Εκείνα του κάτεργου
Τη χαμένη δεκαετία
Τόσους θανάτους
Τόσα σφάλματα
Αναμονές
Τι μένει

Υπάρχουν βέβαια
Οι προσαυξήσεις
Τ’ αναδρομικά
Τόσοι φίλοι
Χέρια φωνές
Εσύ

Το αποτέλεσμα
Δεν φαίνεται
Να είναι ζημιογόνο

ΚΛΕΙΤΟΣ  ΚΥΡΟΥ, Ο πρωθύστερος λόγος (1996)

 

 

 

***

 

16.Η  ΑΠΕΝΑΝΤΙ   ΟΧΘΗ

Ο πατέρας μου έζησε 56 χρόνια στη γη
Η μητέρα μου 86 και δεν κουράστηκε
Αθροίζω τα χρόνια που έζησαν
Και τα διαιρώ διά του 2
Έτσι λοιπόν βγάζω τη σημερινή μου ηλικία

έχουμε ζήσει τόσο πιο πολύ απ’ όσο
μας μένει να ζήσουμε και παρ’ όλα
αυτά ακόμα δεν ξέρουμε ακόμα δεν
μάθαμε τα όρια των πραγμάτων που
μπορούμε να κάνουμε ή να ζήσουμε

Οι άνθρωποι συνήθως αργούν να καταλάβουν
Προσφεύγουν σ’ επιχειρήματα κάποιων άλλων εποχών
Αγωνίζονται για κοινωνικές ή όποιες άλλες απελευθερώσεις
Δεν υποπτεύονται πως η ελευθερία είναι κατά βάθος μια δουλεία δίχως αντιπαροχή
Μίση αβυσσαλέα που κάποτε θα ξεχαστούν
Η φωνή μου περνώντας μέσ’ από τους φωταγωγούς
Και τα θυροτηλέφωνα φτάνει βραχνή κι απρόσωπη
Στ’ αυτιά σας μέσα σ’ αυτά τ’ αποφόρια που βλέπετε
Αναπηδούσαν κάποτε θηρία ανήμερα
Το δυναμικό της ζωής κάθε στιγμή αφανίζει
Δεν τελειώνει ποτέ

Στην έξοδο συνωστισμός

ΚΛΕΙΤΟΣ  ΚΥΡΟΥ, Ο πρωθύστερος λόγος (1996)

 

 

***

17.ΤΟ ΔΑΣΟΣ ΤΩΝ ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΕΩΝ

 

Μια μέρα τον άκουγα που μιλούσε με συναδέλφους του για μαθηματικά, για τη σοφία των αριθμών, για το σύμπαν.

Χωρίς να καταλαβαίνω τα πάντα, μάντευα το νόημά τους.

Και δεν ξέρω αν ταίριαζε στην ώρα να πω εκείνο που είπα, μα το είπα πριν σχεδόν τ’ αποφασίσω.

 

«Οι αριθμοί μέσα μου, από το ένα ως το μηδέν – έτσι το είπα – , είναι πολύ καθαροί κι αλληλένδυτοι’ ο ένας σχηματίζεται από τον άλλον, και συνάμα ο ένας στέκεται εδώ, ο άλλος εκεί, (παρίστανα με τα χέρια μου διάφορα επίπεδα), και κάνουν άπειρους συνδυασμούς…

Είναι σα μια πολιτεία» πρόσθεσα, αλλά δεν με ικανοποίησε η παρομοίωση’

 

«Σαν ένα τέλειο σχέδιο», προσπάθησα να αποδώσω καλύτερα την εικόνα που είχα για τους αριθμούς – μα παραιτήθηκα.

ΖΥΡΑΝΝΑ ΖΑΤΕΛΗ -Στην ερημιά με χάρη

 

 

Απλή Αριθμητική, Λουκιανός Κηλαηδόνης

 

18.ΑΠΛΗ ΑΡΙΘΜΗΤΙΚΗ ΓΙΑ ΧΑΜΑΙΛΕΟΝΤΕΣ

νίοτε κατό τν σβήνεις
λλοτε μόλις πέντε νάβεις
νίοτε γιορτάζεις
κάποτε ξοφλε
ς λυπητερές.

μως ποτέ ατό τό κατό
κι α
τό τό πέντε
δέ γίνονται
να
θροισμα
να, ς πομε, κατόν πέντε.

Χαμαιλέοντας χάνεσαι, φανίζεσαι
πάνω στήν προοπτική τ
ν πραγμάτων
λές κι
βίος
ποτέ δέν γίνεται βιός
ξόν σπαταλημένος γενναιόδωρα.

(νοιξη ’87)

ΣΤΕΛΛΑ ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΥ

 

 

***

19.ΑΡΙΘΜΗΤΙΚΗ ΝΗΠΙΑΓΩΓΕΙΟΥ

(Στο γιο μου και καμάρι μου Νικόλα)

 

Πόσο επί Μηδέν κάνει Ένα; Δέκα, εκατό, χίλια, ένα εκατομμύριο;

Νομίζω πως Μηδέν επί  Άπειρο κάνει Μηδέν.

 

Και σε ρωτάω τώρα εγώ ο μαθητής εσένα που είσαι δοκτορούχος μαθηματικός.

Πόσο κάνει Άπειρο επί Άπειρο; 

Μη φοβάσαι και δε θα τρελαθώ, γιατί δεν είμαι ούτε Πυθαγόρας, ούτε ένας μικρός Πουανκαρέ, ούτε καν ο νέος Αϊνστάιν.

 

Είμαι ο ημιμαθής πατέρας σου και το μόνο που θυμούμαι τώρα είναι ο τίτλος και το τέλος του μοναδικού βιβλίου «περί χάους» που έχω διαβάσει:

«Και ο Θεός παίζει ζάρια…και συνήθως κερδίζει»

 

Που σημαίνει πως, ακόμη κι ο Θεός,

έστω και σπανίως,

χ ά ν ε ι!   

 

ΤΑΚΗΣ  ΜΗΤΣΑΚΑΚΗΣ

 

*Η ανάρτηση είναι της καλής φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής!

 

Πες το με ποίηση (199ο): «28 Οκτωβρίου 1940 – στρατιώτης»

 

  1. ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ, «ΜΑΝΑ ΚΑΙ ΓΙΟΣ (1940)»

 

Στης ιστορίας το διάσελο όρθιος ο γιος πολέμαγε

κι η μάνα κράταε τα βουνά, όρθιος να στέκει ο γιος της,

μπρούντζος, χιόνι και σύννεφο. Κι αχολόγησε η Πίνδος

σαν να ’χε ο Διόνυσος γιορτή. Τα φαράγγια κατέβαζαν

τραγούδια κι αναπήδαγαν τα έλατα και χορεύαν

οι πέτρες. Κι όλα φώναζαν:

«Ίτε παίδες Ελλήνων…»

Φωτεινές σπάθες οι ψυχές σταύρωναν στον ορίζοντα,

ποτάμια πισωδρόμιζαν, τάφοι μετακινιόνταν.

 

Κι οι μάνες στα κοφτά γκρεμνά σαν Παναγιές τ’ ανέβαιναν.

Με την ευκή στον ώμο τους κατά το γιο πηγαίναν

και τις αεροτραμπάλιζε ο άνεμος φορτωμένες

κι έλυνε τα τσεμπέρια τους κι έπαιρνε τα μαλλιά τους

κι έδερνε τα φουστάνια τους και τις σπαθοκοπούσε,

κι αυτές αντροπατάγανε, ψηλά, πέτρα την πέτρα

κι ανηφορίζαν στη γραμμή, όσο που μες τα σύννεφα

χανόταν ορθομέτωπες η μια πίσω απ’ την άλλη.

           

 

 

 

  1. ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ, «ΕΛΛΑΔΑ»

(Οχτώβρης 1940)

 

Ακέρια η γης εσείστηκε κι εβρόντηξε όλη η πλάση –

μια φούχτα άνθρωποι ανίσκιωτοι, μες σε μια φούχτα τόπο,

κάτι σπασμένα μάρμαρα, κάτι φαρδιά πλατάνια,

μόνο μπαρούτι τους το φως και σκάγια τους οι ελιές τους

και δίπλα τους η Παναγιά, κι η Λευτεριά μπροστά τους

να φέγγει απ’ το βαθύ καημό κι απ’ τα πορτοκαλάνθια.

 

Κι εκεί, στου δρόμου το σταυρό, στο μυστικό δαφνώνα,

να οι Θερμοπύλες έτοιμες, να και το Εικοσιένα,

όρθια τ’ αλέτρια κι οι πηγές, όρθιοι κι οι αποθαμένοι,

η Ελλάδα η μυριοπίκραντη με τα γαλάζια μάτια,

μ’ ένα σταμνί στην κεφαλή, μ’ ένα σπαθί στο χέρι,

κι απάνου στο χωμάτινο σπασμένο κεραμίδι

δυο καρβουνάκια κόκκινα κι ένα κουκκί λιβάνι,

η φλόγα της καλής αντρειάς, του δίκιου ο δυναμίτης –

κι ακέρια η γης εβρόντηξε κι ο κόσμος εφωτίστη.

           

 

 

 

  1. ΓΙΩΡΓΗΣ ΚΟΤΖΙΟΥΛΑΣ, «28 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ»

 

Σειρήνα που στριγγά σκούζεις, σκληρίζεις πάλι,

σαν κουκουβάγιας θρήνος λάλησες αυγή.

Σ’ ενός πρωινού σε πρωτακούσαμε τη ζάλη

και πέντε χρόνια ακέρια έχουν βγει.

 

Κίνησαν τότε κατ’ εμάς τα εκατομμύρια

κι οι λόγχες που θα μας τσακίζαν τα πλευρά,

μα δεν αργήσαν ν’ ακουστούν τα νικητήρια

με το δικό μας τον «αέρα!» βροντερά.

 

Γεια σας, της Αλβανίας απλόκαρδοι φαντάροι,

που ανήξεροι νικήσατε όλα τα στοιχειά

και που χωρίς νεφέλη δόξας να σας πάρει

δε θα ’χετε ποτέ απ’ το έθνος αστοχιά.

 

Γεια σας κι οι κουβαλήτρες, οι παλληκαρούδες

γυναίκες απ’ την Πίνδο, η ρίζα κι η ψυχή,

θα’ χουν να λεν οι νιοι σα γίνουνε παπούδες

για κείνο το κατόρθωμά σας στην αρχή.

 

Γεια σου, ήρωα στρατέ, γεια σου λαέ πατριώτη,

που ενώ στην άκρη σ’ είχαν φέρει του γκρεμού,

στερεώθηκες στη γη και τίναξες την πρώτη

κλωτσιά του απάνθρωπου, υπερόπτη Φασισμού.

           

 

  1. ΣΩΤΗΡΗΣ ΣΚΙΠΗΣ, «28 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ»

 

Μπρος στα χαλύβδινα άρματα ολοένα

των τυράννων που ερήμωση σκορπίζουν

έθνη – μικρά ή μεγάλα – τρομαγμένα

σαν ανεμόδαρτα κλαριά λυγίζουν.

 

Εσύ μονάχα, Ελλάδα, την ωραία

την κεφαλή σου υψώνεις. Τα παιδιά σου,

όπως στα χρόνια των Περσών τ’ αρχαία,

παίρνουν φτερά, πετούν στα σύνορά σου.

 

Και ξάφνου ο χρόνος όλος, που τη φρίκη

της συντριβής σου τρέμει, χαρμοσύνων

στροφές ακούει παιάνων για τη Νίκη –

τη νίκη των ασύγκριτων Ελλήνων.

 

Ω, χαίρε, χαίρε, Ελλάδα δοξασμένη

στα Μεσολόγγια και στους Μαραθώνες.

Σύμβολο τ’ όνομά σου ήταν και μένει

της Λευτεριάς ανάμεσα στους αιώνες!

           

 

 

  1. ΧΑΡΗΣ ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ, «28 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ»

 

Ποιος ειν’ ο γίγαντας λαός, που η μπόρα δεν τον σκιάζει

κι από το μόχτο ορθώνεται κι ορμά μες το χαλάζι;

 

Τον βλέπω, φτάνει απ’ τα νησιά τα θαλασσοδαρμένα

θολό ποτάμι απ’ τα βουνά χυμάει τα χιονισμένα.

 

Τ’ αλέτρι του καταμεσίς κάτω στον κάμπο αφήνει.

Την ήσυχη πετά ζωή και τ’ αργαστήρι κλείνει.

 

Κι ορμά φωτιά μες τις φωτιές με στέρεο βήμα αντρίκιο

για της πατρίδας την τιμή, για λευτεριά, για δίκιο.

 

Της Πίνδου αστράφτουν οι κορφές, βροντά τ’ αστροπελέκι.

Τα στήθια ηφαίστεια γίνονται, χαμός τ’ απλό ντουφέκι.

 

Εδώ η ψυχή μας άναψε, γιγάντια καίει λαμπάδα

για σε, ακριβή μας Λευτεριά, για σένα, Ελλάδα, Ελλάδα.

           

 

 

  1. ΓΙΑΝΝΗΣ Π. ΤΖΗΚΑΣ, «ΟΧΤΩΒΡΗΣ 1940»

 

Ήταν η μέρα εικοσιοχτώ

του Οχτώβρη του Σαράντα

κι ήταν της μοίρας μας γραφτό

στο νου μας να γραφτεί για πάντα.

Τη μέρα αυτή την ιερή

ζητούν να μπουν οι Ιταλοί

να πάρουν την Ελλάδα.

«ΟΧΙ!» φωνάζει ο λαός

και σειέται ο πάνω κόσμος

«ΟΧΙ!» φωνάζει κι ο στρατός

και τρέμει ο κάτω κόσμος.

Ορμούν οι Έλληνες μπροστά

σαν τίγρεις, σα λιοντάρια

ακλοθούν αντρίκεια, ηρωικά

κλεφτών κι αρματολών τα χνάρια.

Και πα στις Πίνδου τις κορφές

σε διάσελα, σε ρουμάνια

της νίκης ακούστηκ’ ιαχή

να σκίζει τα ουράνια:

«αέρα! αέρα! αέρα!»

την πήρε ο άνεμος μακριά

την πήγε πέρα ως πέρα.

Και μες στους πάγους, στο χιονιά

στήσαν χορό της λευτεριάς

του Διάκου τα εγγόνια

χαρίσαν στους κατοπινούς

δόξα, τιμή αιώνια!

           

 

 

 

  1. ΗΛΙΑΣ ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ, «ΕΛΛΑΔΑ 1940»

 

Τι εποχή εκείνη του Σαράντα!

 

Έβρεχαν άστρα οι ουρανοί

και χύνονταν από χιλιάδες στόματα

το χρυσάφι των λέξεων

 

Τα παλικάρια γράφανε στα μέτωπα

τα πιο ωραία ποιήματα

 

Δεν υποτεύονταν

πως ήταν μια παρένθεση

ένα παιχνίδι στον καθρέφτη των νερών

μια λάμψη μόνο που άλλαζε

τα βάτα σε σμαράγδια και τριαντάφυλλα

Ασύνορη ήταν η ζωή

Ουρανοδρόμοι της ελπίδας

σημαδεύαν όνειρα

γράφαν πρωτάκουστα ποιήματα

με λέξεις βόλια λέξεις πυρκαγιές

λέξεις φιτίλια στους αστερισμούς

του στίχου.

           

 

  1. ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ, «Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό 

της Αλβανίας»  (απόσπασμα)

 

Ήταν ωραίο παιδί. Την πρώτη μέρα που γεννήθηκε
Σκύψανε τα βουνά της Θράκης να φανεί
Στους ώμους της στεριάς το στάρι που αναγάλλιαζε·
Σκύψανε τα βουνά της Θράκης και το φτύσανε
Μια στο κεφάλι, μια στον κόρφο, μια μέσα στο κλάμα του·
Βγήκαν Ρωμιοί με μπράτσα φοβερά
Και το σηκώσαν στου βοριά τα σπάργανα…
Ύστερα οι μέρες τρέξανε, παράβγαν στο λιθάρι
Καβάλα σε φοραδοπούλες χοροπήδηξαν
Ύστερα κύλησαν Στρυμόνες πρωινοί
Ώσπου κουδούνισαν παντού οι τσιγγάνες ανεμώνες
Κι ήρθαν από της γης τα πέρατα
Οι πελαγίτες οι βοσκοί να παν των φλόκων τα κοπάδια
Εκεί που βαθιανάσαινε μια θαλασσοσπηλιά,
Εκεί που μια μεγάλη πέτρα εστέναζε!

………………………………………….

Ήταν γενναίο παιδί.
Με τα θαμπόχρυσα κουμπιά και το πιστόλι του,
Με τον αέρα του άντρα στην περπατηξιά,
Και με το κράνος του – γυαλιστερό σημάδι
(Φτάσανε τόσο εύκολα μεσ’ στο μυαλό
που δεν γνώρισε κακό ποτέ του)
Με τους στρατιώτες του ζερβά δεξιά
Και την εκδίκηση της αδικίας μπροστά του.
-Φωτιά στην άνομη, φωτιά!
Με το αίμα πάνω από τα φρύδια
Τα βουνά της Αλβανίας βροντήξανε

Ύστερα λυώσαν χιόνι να ξεπλύνουν
Το κορμί του, σιωπηλό ναυάγιο της αυγής
Και το στόμα του, μικρό πουλί ακελάηδιστο,
Και τα χέρια του, ανοιχτές πλατείες της ερημίας.
Βρόντηξαν τα βουνά της Αλβανίας
Δεν έκλαψαν.
Γιατί να κλάψουν
Ήταν γενναίο παιδί! 

 

 

 

            9.      ΣΑΡΑΝΤΟΣ ΠΑΥΛΕΑΣ, «ΟΙ ΧΙΟΝΙΣΜΕΝΟΙ ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ»

 

Κι αν ακόμη μπορούσαμε να λησμονήσουμε μια μέρα

πως μέσα μας κυκλοφορούν οι Μαραθωνομάχοι μας

κι οι Σαλαμινομάχοι μας, κι αν ακόμη σκοτεινιάζαμε

τη μεγάλη κατατρόπωση των Μήδων από τους Λακεδαιμονίους

Έλληνες στην περίφημη μάχη των Πλαταιών μας, έχουμε

να θυμηθούμε, να θυμόμαστε τους πατέρες μας και τους πάππους μας

που κίνησαν στο Σαραντάπορο και στο Σκρα, στα Γιαννιτσά,

στα Γιάννενα και στο Κιλκίς και στο Λαχανά.

 

Κι ακόμη μπροστά μας έχουμε τους κρυοπαγημένους μας

στρατιώτες, που έχασαν τα πόδια τους στ’ Αλβανικά βουνά,

για να μπορούμε να περπατούμεν εμείς το δικό μας, το τέλειο

περπάτημά μας ελεύθερον από το σκυμμένο βάδισμα

της κάθε ξένης υποτέλειας.

 

Κι εκείνους έχουμε τους χιονισμένους μας στρατιώτες

της Αλβανίας. Δε γύρισαν εκείνοι στη γαλάζια μας πατρίδα,

για να ντυνόμαστε οι μεταγενέστεροι εσείς κι εμείς

το ηρωικό τους το παράδειγμα καθώς ένα επανωφόρι

για τον κάθε χειμώνα των γεγονότων μας ζεστό και καθαρό,

ζεστό, πολύ ζεστό και καθαρό,

για να νικούμε πάντοτε όρθιοι τον κάθε δύσκολο καιρό.

           

 

 

  1. ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ, «Ο ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ»

 

Σ’ όλη μου τη ζωή, ήμουν στον πόλεμο.

Μέσα σε χαρακώματα, γιομάτα βροχή

όταν έβγαινε ο ήλιος. Τη νύχτα, περνούσα ποτάμια.

Στο ένα μου χέρι, στο ένα μου πόδι, στο μέτωπο, επίδεσμοι.

Στο άλλο μου χέρι, στο άλλο μου πόδι, στο στήθος μου, λάσπες.

Στα μάτια μου, μόνο σιωπή και παράπονο.

Στα χείλη μου ανάμεσα ένα τριαντάφυλλο

κι απ’ αυτό, κρεμασμένο, σαν ένας γυλιός

με τα υπάρχοντα όλης μου της ζωής εδώ κάτω,

            ένα χαμόγελο.

 

 

*Όλα τα ποιήματα είναι από το βιβλίο, «Σύγχρονη σχολική ανθολογία», των Γιάννη Τζήκα – Τάσου Γούκου, εκδ. ΑΤΡΑΠΟΣ

 

 

Πες το με ποίηση (198ο): «Τρέλα – τρελός»…

Το τραγούδι του τρελού, Μαρία Δημητριάδη

 

 

  1. ΔΕΣΜΟΙ

Ωραία Παράνοια, φτάνεις τη νύχτα, σύντροφε,

κι ανοίγεις τα κουτιά με τις εικόνες. Είναι οι δικές μου.

 

Μου τις ξαναφέρνεις σε ώρες της σπουδής, κι εγώ αποθέτω

ευθύς όλο το φόρτο του φθαρτού Λόγου της ημέρας κι αφοσιούμαι

σε ό,τι κομίζεις αλλαγμένο. Μαζί γευόμαστε, οι παλιοί εταίροι,

ό,τι χωρίς εσέ είναι στείρον. Αλλά πού πηγαίνεις
τις άλλες ώρες και, ενώ βιάζει ο χρόνος, τόσα μου αφαιρείς;

Ποια ορμή ακρασίας, προς ποιες οδούς σε απομακρύνει;

Πού μου πλανάσαι, τι καλύτερο σε απασχολεί, όταν η συνάφεια

μαζί μου, μόνη, σε περιάγει σε μυθώδη ισχύ;

Σε ποια σπατάλη δίδεσαι, όταν ο δεσμός μας

δεν επιτρέπει πλέον τις εκλείψεις σου; Καμώματα

δεν σου ταιριάζουν γυναικός·  ιδέα του κόρου

είναι από μένα τόσο ξένη, όσο τ’ απώτερα των άστρων·

 

είσαι η εστία του συμπλέγματος εκείνου,

που την αμφίβολη ύπαρξή μου συνιστά στον κόσμο·

 

είσαι το σχήμα και το χρώμα του σχεδίου μου, ενός σχεδίου,

που, δίχως την παρεμβολή σου, θα έμενε ό,τι οι κέραμοι

της αταξίας οι ερριμμένοι, ωραία Παράνοια.

ΤΑΚΗΣ ΠΑΠΑΤΣΩΝΗΣ

 

*Ακρασία: η, κατά τον Αριστοτέλη, ακράτεια (αντίθετο της εγκράτειας)

 

 

***

 

  1. ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ ΕΝΑΣ  ΤΡΕΛΟΣ

Εγώ είμαι ένας τρελός που μπροστά στις βιτρίνες

φαντάζομαι μια μεταμόρφωση του εαυτού μου

στου εραστού την προκλητικότητα να με οδηγήσει.

 

Εγώ είμαι ένας τρελός γιατί στο δίσκο της εκκλησίας

ποτέ δε ρίχνω δεκάρα μήπως εξευτελίσω

τους άμοιρους παπάδες, γιατί πάντα νομίζω

πως αυτοί πρέπει να τρέφονται μόνο με πνεύμα Κυρίου.

 

Εγώ είμαι ένας τρελός γιατί ποτέ δε σηκώνω

το λόγο μου πάνω από το ζεστό τόνο της ομιλίας.

 

Εγώ είμαι ένας τρελός γιατί δεν αρκούμαι

σ’  αυτό που βλέπω. Η απ’ έξω ομορφιά με τρομάζει

και ψάχνω να βρω μέσα στο καθετί αν υπάρχει.

 

Εγώ είμαι ένας τρελός γιατί βασανίζομαι

να πείσω τον άλλον να μου πει μιαν ομαλή καλημέρα.

 

Εγώ είμαι ένας τρελός γιατί έσπασα το ρολόι μου

νομίζοντας έτσι πως θα νικήσω το χρόνο.

 

Τέλος εγώ είμαι ένας τρελός γιατί ακόμα νομίζω

πως οι πόλεμοι γίνονται για να κερδηθεί η ελευθερία.

 

ΚΡΙΤΩΝ ΑΘΑΝΑΣΟΥΛΗΣ  (1916-1979)

 

 

***

 

  1. «Η Τρέλα η πολλή είναι εξαίσια Λογική –

στα Μάτια που γνωρίζουν να διακρίνουν –

Η Λογική η πολλή – η πιο ακραία Τρέλα –

Είναι σε τούτο η Πλειοψηφία,

 

Καθώς στο όλον που επικρατεί –

Συναίνεσε – και είσαι συνετός –

Εναντιώσου – παρευθύς κίνδυνος είσαι –

Και μ’ Αλυσίδες βρίσκεσαι δετός -».

 

ΕΜΙΛΥ  ΝΤΙΚΙΝΣΟΝ, [Επειδή δεν άντεχα να ζήσω φωναχτά, μτφ. Άρτεμις Γρίβα, Gutenberg, 2013

 
***

  1. ΤΡΕΛΟΣ

Είμαι – το ξέρω – λογικός.  Ω δεν μιλάω.
Σαν λάμψει η μέρα σβω το φως μου.
Αν ιδώ ένα φύλλο πούπεσε – εντός μου
λέω : είδα ένα φύλλο πούπεσε και… πάω

Τόσο πολύ! Προσέχω. Τ’ όντι
δεν έχω αντίρρηση καμιά. Χαρά μου
νάναι τα δυο διπλό απ’ το ένα. Νοερά μου :
πως είναι στρόγγυλοι – επιμένω – οι οριζόντοι.

Τρελός εγώ; Αστείο! Και στίχους
φιάχνω, και πάω πατώντας˙ ούτε λόγος
ότι όπως στρίβει ο δρόμος, αναλόγως
στρίβω να μη σκουντάψω πα στους τοίχους…

Λοιπόν δεν είμαι. Ωραία! Το ψέμα
μισώ. Τώρα εννοώ γιατί η καρδιά μου
έκανε τίκι – τακ για κείνηνα – στοχιά μου :
για να κυκλοφοράει μου το αίμα!

Πέθανε! Πώς την έλεγαν ξεχνάω…
– χάθηκε μαζί της η χαρά, το φως μου –
και είμαι τόσο λογικός που εντός μου
λέω : είδα ένα φύλλο πούπεσε – και πάω…

ΓΙΑΝΝΗΣ  ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ/ Εαυτούληδες, Άπαντες Στίχοι 1936 – 1970 ΕΠΤΑΛΟΦΟΣ Ε.Π.Ε. / 1970

 

***

  1. Η ΚΥΡΑ ΜΟΥ Η ΤΡΕΛΑ

Πώς ήταν έτσι, πώς μου εφάνη ως είχεν έμβει
κειο το βαπόρι μες στο λιμάνι με όκια τεφρά,
όπως το τύλιξε στ’ αχνά μετάξια της σιγά η ρέμβη
ως το ρυμούλκησε μειλίχιο η νύστα μου εκεί αλαφρά.

 

Ήρθε και στάθηκε μπερδικλωμένο σ’ αχνή τολύπη
κ’ ήταν σαν κάτι, κάτι ανείπωτο νάχε να πει,
κι ύστερα, παίρνοντας, σκυφτή επιβάτισσά του τη λύπη
ως ήρθε θάφευγε, με κυβερνήτη του τη σιωπή.

 

Κι η νύχτα έφτασε. Αχ, το βαπόρι μες στην ασβόλη,
τι τρέλα θάκανε ανεπανόρθωτη και μαγική;
Μη θα κεραύνωνε με μια του λέξη την έρμη πόλη
μη θα ξεμπάρκαρε τη φρίκη αμίλητη οτο μώλο εκεί;

 

Ή μη—βαρκάκια του—μ’ άσπρες κορδέλες σταυροδεμένα
φέρετρα θάστελνε όξω—σαν κύματα και σαν αφροί—
όπου θα κείτονταν της γης τα νήπια μαχαιρωμένα
ή όπου όλοι όσοι αγαπήθηκαν, θάσαν vεκροί;
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Τίποτα, τίποτα… Μα πώς έτσ’ ήταν, πώς μου εφάνη
αυτό το πλοίο; Στάθηκε αμίλητο μ’ όψη φριχτή,
κι έφυγε, ως τόφερε η Κυρά μου η τρέλα μες στο λιμάνι,
αυτή που παίρνοντας με από το χέρι με περπατεί…

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ, Τα Νέα Ελληνικά 1 [Ιανουάριος 1952]

 

 

Ποιος είν’ τρελός από έρωτα, Φλέρυ Νταντωνάκη

 

  1. ΕΙΜΑΙ ΤΡΕΛΗ ΝΑ Σ’ ΑΓΑΠΩ


Είμαι τρελή να σ’ αγαπώ, αφού πια έχεις πεθάνει,
να λιώνω στη λαχτάρα των φιλιών,
να νιώθω τώρα πως αυτό που μου’ δωσες δε φτάνει,
δε φτάνει η δρόσος των παλιών.

Με μιαν ασίγαστη μανία να θέλω ό,τι μου λείπει,
να θέλω ό,τι μου κράτησες κρυφό,
κι έτσι να δέρνομαι μ’ αυτό το μάταιο καρδιοχτύπι.
Στα μάτια σου την τρέλα να ρουφώ.

Τι θ’ απογίνω, αγαπημένε, που θα σε ζητήσω;
Άλλοτε οι μέρες φεύγανε στην προσμονή σου σκιές.
Αιώνες καρτερώντας σε μπορούσα να διανύσω,
με τ’ όνειρό σου οι πίκρες μου γλυκιές.

Πού να’ σαι; Τι ν’ απόμεινε από σε να το ζητήσω;
Πού να’ ναι το στερνό μου αυτό αγαθό;
Ω, δεν μπορεί μια ολόκληρη ζωή γι’ αυτό να ζήσω,
και μάταια καρτερώντας να χαθώ.

Άνοιξη! Ο ήλιος χρυσαφιού πλημμύρα. Μάγια, μύρα
παντού, και σ’ αγαπώ, σε καρτερώ.
Βραδύνεις κι υποψιάζομαι, ζηλεύω, δε σου πήρα
όλης σου της ψυχής το θησαυρό.

Τα λόγια σου! Ω τα λόγια σου, μια υπόσχεση που καίει,
μια υπόσχεση που αργεί πολύ να ‘ρθεί.
Τ’ ακούω παντού, δεν παύουνε. Μέσα τους κάτι κλαίει,
μέσα τους τρέμει η αγάπη σου, προτού μοιραία χαθεί.

Τα λόγια σου με μέθυσαν τη μέθη του θανάτου
κι ακόμα δεν εσίγασαν. Μιλούν
και με τρελαίνουν, με μεθούν, με φέρνουν πιο σιμά σου,
ενώ πιο ακαταμάχητα στην ύπαρξή καλούν.

Αγαπημένε, αν τη ζωή τη δώσω πίσω, πε μου,
τι θα ωφελήσει, αφού δε θα σε βρω;
Δε λογαριάζω τη ζωή, μα πώς μπορεί, καλέ μου,
να σβήσει πια η αγάπη μου; Και να μη σ’ αγαπώ,

ενώ θα ‘ναι Άνοιξη παντού που ακούστηκε η φωνή μας
να επικαλείται τον αιώνιον έρωτα, και μείς
στεφάνι να του πλέκουμε με μόνο το φιλί μας,
μέσα στο γιορτασμό λατρείας θερμής.

Ω ! δε μου δίνει ο θάνατος καμιά, καμιάν ελπίδα,
και μου τις έσβησε η Ζωή σα μια ψυχρή πνοή.
Τώρα μου μένει στου έρωτα την άγρια καταιγίδα
να ιδώ να μετρηθούν για με θάνατος και ζωή. 

ΜΑΡΙΑ  ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ

 

***

 

  1. Ο ΤΡΕΛΟΣ

νας τρελς καθότανε στν εσοδο
τ νύχτα πόψε κα μιλοσε,
μιλοσε βιαστικ κι᾿ ταν πόσταινε
κάποτε, σκεφτικ χαμογελοσε.

 

Μιλοσε γι τ γνώση, τν νόμαζε
τν πρώτη δυναμία τν νθρώπων.
«Μ
θ μιλήσω πόψε κι᾿ ς μ δέσουνε,
ξέρω τ μυστικ τν γιων τόπων!

 

»Ξέρω λο μυστικ κα γύρω μου φοβα
θ τ βροντοφωνήσω πάλι.
Α, μουν τρελλς τόσον καιρ πο σώπαινα
κι᾿ ατ μοχουν βαρύνει τ κεφάλι.

 

»Φίλε μου νσαι πλς πολυλογάς
χωρς οσία, θσαι βάρος.
Φρόντιζε νσαι πι πικίνδυνος
κα μόνος σου ν παίρνς θάρρος.

 

»Νχς καρδι κι᾿ λο ν εφραίνεται
μ᾿ ασθημα κα φιλοτιμία,
ενεν καρτερς τ θάνατο
κα νρθη μία λιποθυμία!!!

 

»Εδες φουκαρς τζίτζικας
ψόφησε χτς π ελικρίνεια.
Τ
λέγε ληθιν κ᾿ πίμονα
κα μες τ παίρναμε γι γκρίνια.

 

»Στ τέλος σκασε π εγένεια
κ᾿ πίσημα κυλίστηκε στ χμα
Α φαλοι, δ θ μο τ κλείσετε
ποτ τ᾿ χρεο μου τ στόμα!»

 

Κα τλεγε τόσο ρεμα
τόσο γλυκ ματιά του φωτοβόλει,
γελο
σε ξαφνικ κ᾿ τσι χαρούμενα
σ νταν καρδιά του περιβόλι!

 

ΜΑΡΙΑ ΠΟΛΥΔΟΥΡH

 

 

 

Tρελή κι αδέσποτη

 

 

  1. Ο ΤΡΕΛΟΣ ΤΟΥ ΠΕΖΟΔΡΟΜΙΟΥ

Όταν τα έργα όλα που έχουν φτάσει
Από την κούνια ως στον τάφο
Αρχίζουν απ’ τον τάφο να γυρνούν στην κούνια·

 

Όταν οι σκέψεις που ένας τρελός
Έχει τυλίξει επάνω σε καρούλι
Είναι μόνο αξετύλιχτο νήμα, μόνο αξετύλιχτο νήμα·

 

Όταν κούνια και καρούλι θα ‘χουν φύγει
Κι εγώ, μια απλή σκιά απομείνω τελικά
Με πράγματα γεμάτη
Διάφανα σαν τον αέρα,
Θα  βρω νομίζω
Μια πιστή αγάπη, μια πιστή αγάπη.

 

WILLIAM BUTLER YEATS, μτφρ. Άντρια Γαριβάλδη

 

  1. Η  ΤΡΕΛΗ

Ετούτη η τρελή κόρη  που αυτοσχεδιάζει τη μουσική της

την ποίησή της, χορεύοντας στην ακροθαλασσιά

με την ψυχή της τώρα χωρισμένη

και σκαρφαλώνει, πέφτει, χωρίς να ξέρει πού

 

και κρύβεται σ’ ενός ατμόπλοιου τ’ αμπάρι

με γόνατο σπασμένο, η κόρη αυτή, δηλώνω εγώ,

είναι κάτι ωραίο κι υψηλό, κάτι

ηρωικά χαμένο που ηρωικά έχει βρεθεί.

 

Δεν έχει σημασία ποια συμφορά τη βρήκε∙

την τύλιξε μια μουσική απελπισμένη

και τυλιγμένη τυλιγμένη μες στο θρίαμβό της

εκεί που στοίβαζα δεμάτια και καλάθια

έβγαλε μια φωνή παράξενη τραγουδιστή:

 

«Αχ θάλασσα που θάλασσα ποθείς, θάλασσα πεινασμένη».

 

WILLIAM BUTLER YEATS, Μετ : Σ π ύ ρ ο ς  Η λ ι ό π ο υ λ ο ς   (Οκτ. 2011)

 

 

***

 

  1. ΤΡΕΛΟΙ ΣΑΝ ΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ ΚΑΙ ΤΟ ΧΙΟΝΙ

 

Μαντάλωσε και κλείσε το παντζούρι,

Γιατί ο απαίσιος άνεμος φυσά:

Ο νους μας είναι στην ακμή του αυτή τη νύχτα,

Κι εγώ, όπως φαίνεται, ξέρω καλά

Πως όλα έξω από μας είναι

Τρελά σαν την ομίχλη και το χιόνι.


Ο Οράτιος, εκεί, στέκεται πλάι στον Όμηρο,
Ο Πλάτων από κάτω έχει σταθεί,
Κι εδώ είναι του Τύλλιου η ανοιχτή σελίδα.
Πόσα χρόνια πριν εγώ κι εσύ
Ήμασταν δυο αγράμματοι έφηβοι,
Τρελοί σαν την ομίχλη και το χιόνι;

Ρωτάς τι έχω και στενάζω, παλιέ φίλε,
Τι έχω και ριγώ;
Ριγώ κι αναστενάζω γιατί νιώθω
Ότι ακόμη και ο Κικέρων
Κι ο Όμηρος με το πολύπτυχο μυαλό ήταν
Τρελός σαν την ομίχλη και το χιόνι.
 

 

WILLIAM BUTLER YEATS, μτφρ. Ιωάννης Στούπας

 

Τρελή κι αλλοπαρμένη – Χαρούλα Αλεξίου

 

 

  1. ΜΑΚΑΡΙΟΙ ΟΙ ΙΣΟΡΡΟΠΗΜΕΝΟΙ

Μακάριοι οι ισορροπημένοι, εκείνα τα παράξενα όντα.
Εκείνοι που δεν είχαν μια μάνα τρελή, έναν πατέρα μεθύστακα,
ένα γιο εγκληματία,
Ένα σπίτι πουθενά, μια άγνωστη αρρώστια,
Εκείνοι που ψήθηκαν από έναν παράφορο έρωτα,
Εκείνοι που έζησαν τα δεκαεφτά πρόσωπα του χαμόγελου και κάτι παραπάνω.

 

Οι γεμάτοι παπούτσια, οι αρχάγγελοι με καπέλο,
Οι ευχαριστημένοι, οι χοντροί, οι χαριτωμένοι,
Οι τραλαλά και οι οπαδοί τους, εκείνοι που γιατί όχι, οι “παρακαλώ περάστε”,
Εκείνοι που κερδίζουν, εκείνοι που αγαπιώνται ίσαμε τη λαβή,
Οι φλαουτίστες που συνοδεύονται από ποντικούς,
Οι πωλητές και οι αγοραστές τους,
Οι καβαλιέροι ελαφρώς υπερανθρωπίζοντες,
Οι άντρες που είναι ντυμένοι με βροντές και οι γυναίκες με αστροπελέκια,
Οι λεπτοί, οι μυαλωμένοι, οι φίνοι,
Οι αγαπητοί, οι γλυκοί, οι βρώσιμοι και οι πόσιμοι.
Μακάρια τα πουλιά, η κοπριά, οι πέτρες.

 

Αλλά αφήστε ελεύθερους αυτούς που δημιουργούν τους κόσμους και τα όνειρα,
Τις αυταπάτες, τις συμφωνίες, τις λέξεις που μας διαλύουν
Και μας ξαναφτιάχνουν, τους πιο τρελούς κι απ’ τις μανάδες τους,
πιο μεθύστακες κι από τους πατεράδες τους
Κι ακόμα πιο εγκληματίες κι απ’ τους γιους τους,
Και πιο ψημένους από παράφορους έρωτες.
Ας τους κρατήσουν τη θέση τους στην κόλαση, και φτάνει.

 

Roberto Fernadez Retamar, Μτφρ. Ρήγας Καππάτος

 

 

***

  1. ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΒΑΡΟΣ ΤΩΝ ΤΡΕΛΩΝ

Φυσάμε ξεφυσάμε

Δε βγαίνει ο βράχος από μέσα μας

Οι τρελοί

γεννιούνται

από τις πέτρες

που πετάχτηκαν ένα απόγευμα αφηρημένα

από ια παρέα παιδιών

καθώς αυτά συζήταγαν με πάθος

να φτιάξουνε μια συμμορία

κι έτσι δεν κατάφεραν

να κάνουν γκελ στη θάλασσα

 

δε γκελάρουν όλοι οι άνθρωποι

να προσέχετε τις πέτρες που πετάτε

 

ΣΑΜΣΩΝ ΡΑΚΑΣ

 

 

Είδα Του Τρελού Τα Κλάματα – Φωτεινή Βελεσιώτου

 

 

13.ΣΤΙΧΟΙ ΤΟΥ ΦΡΕΝΟΚΟΜΕΙΟΥ

Μέσ᾿ στ στήθια συμφορ
σν τ κμα πλημμυρ,
σέρνω τ
βαρύ μου βμα
σ᾿ να μνμα!

 

Σν μ᾿ ρπάχθηκε χαρ
πο χαιρόμουν μι φορ
τσι σ μίαν ρα
μέσ᾿ σ᾿ ατν τν χώρα
λα λλαξαν τώρα!

 

Κι᾿ π τότε πο θρην
τ ξανθ κα γαλαν
κα οράνιο φς μου,
μετεβλήθη ντός μου
κα ρυθμς το κόσμου.

 

Μέσ᾿ στ στήθια συμφορ
σν τ κμα πλημμυρ,
σέρνω τ βαρύ μου βήμα
σ᾿ να μνμα

 

Τν σταυρ τν ψηλ
γκαλιά, γλυκοφιλ
τ μυριάκριβο νομά της,
κι᾿ π᾿ τ χώματά της

 

φωνή της χρυσ
μ καλε «λα κα σ
δίπλα στ ξανθ παιδί σου
κα κοιμήσου!»

 

ΓΕΩΡΓΙΟΣ  ΒΙΖΥΗΝΟΣ

 

***

14.ΤΑ ΧΡΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΤΡΕΛΑΣ

μαθαίνω τα χρώματα της τρέλας καρφωμένη

σε μια καρέκλα με ισορροπημένα τα κουρδισμένα

χέρια μου πάνω σε μια γραφομηχανή καρφωμένη

σ’ ένα τετράγωνο τραπέζι μέσα σ’ ένα τετράγωνο

δωμάτιο καρφωμένο σ’ ένα τετράγωνο σπίτι μέσα

σ’ ένα τετράγωνο κόσμο

 

ΜΥΡΤΩ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ, Το ζώο που κρύβω και άλλα πλάσματα (1987) [Ενότητα άλλα πλάσματα]

 

 

Γιώργος Νταλάρας – Τρελοί και Άγγελοι (Ντύλαν Τόμας)

  1. ΟΙ ΤΡΕΛΟΙ ΤΗΣ ΟΜΟΡΦΙΑΣ

    Γράφω γι’ αυτούς

που περπατούν μόνο μεσάνυχτα

για να μην φαίνονται οι πληγές στα πόδια,

 

γράφω γι’ αυτούς

που κάνουν τους άλλους επιβάτες ν’ απορούν

γιατί κλαίνε δίχως λόγο στο αστικό λεωφορείο,

 

γράφω γι’ αυτούς

που απ’ το χάιδεμα ενός άλλου χεριού στην πλάτη τους

διάλεξαν το τρίψιμο του σκοινιού στον σβέρκο,

 

γράφω γι’ αυτούς

που τους είπανε τρελούς

επειδή έσπασαν το κεφάλι τους στα σύννεφα

επειδή έχωσαν στον άνεμο τα δόντια τους

επειδή ουρλιάζουν κλεισμένοι στο ασανσέρ του έκτου ορόφου

μιας γυψωμένης πολυκατοικίας του ’60.

 

Γράφω γι’ αυτούς

που πόθησαν την ομορφιά,

μα μείναν με την όρεξη.

Χρήστος Αρμάντο Γκέζος, «Ανεκπλήρωτοι Φόβοι», Πολύτροπον, 2012

 

ΑΣΤΟΝ ΤΡΕΛΟ ΣΤΗΝ ΤΡΕΛΑ ΤΟΥ – ΜΑΝΩΛΗΣ ΜΗΤΣΙΑΣ

 

 

 

  1. ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΤΡΕΛΟΥ

 

Ο ήλιος ζει στον ουρανό, το φίδι ζει στη γη.
Xωρίς ασπίδα και κοντάρι προχωρώ.
Mου αρκεί το ψάθινο καπέλο που φορώ.
Mου αρκεί το καλαμένιο μου ραβδί.

 

Στον κόσμο τον μικρό και τον απέραντο
γυμνό μ’ ηύρε το βράδυ και απένταρο.
T’ αρχαία μου τα σύνεργα κοιτώ στον ουρανό:
Tον Tρίποδα, την Άμαξα, το Στέμμα. Προχωρώ.
Kοντά στον Eφταπάρθενο Xορό
σ’ ένα φαράγγι άστρων σκοτεινό
η κουκουβάγια με ρωτά καθώς περνώ:

 

“Xουχουχουχούου, χου;”. Δεν απαντώ,
γιατί πιο πέρα στη σκιά του Γαλαξία
με περιμένει η πανέμορφη Eυδοξία.

 

Στον Mπεντελγκέζε ορκίζομαι τον Mέγα
ομώνω στον Ωρίωνα και στον Bέγα
είμαστε οι πρώτοι άνθρωποι και οι στερνοί θεοί
εγώ το Άλφα είμαι και τ’ Ωμέγα εσύ.
Aπ’ της Γυναίκας και του Άντρα τη λατρεία
είναι που ανθίζουν τα κλαδιά του Γαλαξία.

 

Mέσα στο χέρι της το χέρι μου κρατεί
και περπατάμε στην απέραντη τη γη.
Ποιον θα μπορούσε η γύμνια μας τάχατες να πειράξει
όταν τη λάμψη μας ουδείς αντέχει να κοιτάξει;

 

ΓΙΑΝΝΗΣ  ΥΦΑΝΤΗΣ

 

 

***

 

  1. ΤΡΕΛΟΣ  ΕΠΙΒΑΤΗΣ

 

«Άλλαξε πορεία, δυστυχισμένε» –

Φώναξε ο τρελός επιβάτης στον οδηγό

«Δεν τα βαρέθηκες, τόσα χρόνια, αυτά τα πληκτικά

Σύρε κι έλα; Αριστερά το τιμόνι, όλο αριστερά

Προς το απέραντο θαλασσί που αφρίζει».

 

Οι ταξιδιώτες τινάχτηκαν απ τον ύπνο

Και ζήτησαν απ τον επόπτη να διατάξει έξωση.

Ο τρελός επιβάτης γύρισε και τους κοίταξε

Με βαθιά επιείκεια. Είταν όλοι τους

Σχεδόν πεθαμένοι.

 

«Κουβαλάμε απ την αφετηρία το σάπιο φορτίο» –

Ξαναφώναξε με μανία στον οδηγό

Κι άρπαξε το τιμόνι, το ‘στριψε στον γκρεμό

Άνοιξε τις πόρτες του λεωφορείου,

Κι οι νεκροί επιβάτες κατρακύλησαν στο σκοτάδι.

 

ΣΤΕΛΙΟΣ  ΓΕΡάΝΗΣ

 

 

***

 

  1. ΒΑΝ ΓΚΟΓΚ

 

Τους αγαπάω τους τρελούς,
μιλούν με το φεγγάρι ·

ενώ εμείς κοιμόμαστε,
αυτοί κόβουν τις φλέβες τους

ή το αφτί τους
τρυφερά
και το προσφέρουνε.

 

ΧΡΙΣΤΟΣ ΛΑΣΚΑΡΗΣ

 

 

Στη σκέψη της τρελής – Γεράσιμος Ανδρεάτο

 

 

 

  1. Η ΤΡΕΛΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ


Η τρελή εξακολουθεί να ουρλιάζει,
να κραυγάζει, η τρελή.
Αποτολμώντας μια ακόμη προσπάθεια
να συγκρατήσει τις λέξεις που χάνονται.

 

Παραδίπλα ο τουρίστας
φωτογραφίζει ένα άγαλμα,
απέναντι μια γριά
κοιμάται στο παγκάκι.

 

Κι η τρελή εξακολουθεί να ουρλιάζει,
να κραυγάζει, η τρελή.
Η τρελή της πόλης.

 

ΝΙΚΟΣ  ΜΟΣΧΟΒΑΚΟΣ

 

*Η ανάρτηση είναι της καλής φίλης και συνεργάτιδας του νπλογκ, Αγγελικής!

 

Post Navigation