Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (172ο): «Ελλάδα»…

-«Κλείσε μέσα στην ψυχή σου την Ελλάδα [ή άλλο πράγμα],

και θα αισθανθείς μέσα σου να λαχταρίζει κάθε είδος μεγαλείου.»

(Δ. Σολωμός)

 

 

-«Ώ Ελλάς, ηρώων χώρα, τί γαϊδάρους βγάζεις τώρα;»

(Γιώργος Σουρής)

 

 

-«…Η Ελλάδα σέρνει το χορό, ψηλά, με τους αντάρτες,
– χιλιάδες δίπλες ο χορός, χιλιάδες τα τραπέζια, –
κ’ είν’ οι νεκροί στα ξάγναντα, πρωτοπανηγυριώτες!»

(Α. Σικελιανός)

 

 

-«Ομπρός, βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω από την Ελλάδα,

ομπρός βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω από τον κόσμο!…

Έτσι σαν έριξα και το στερνό δαυλί στο φωτογώνι

(δαυλί της ζωής μου της κλεισμένης μες στο χρόνο)

στο φωτογόνι της καινούριας λευτεριάς Σου, Ελλάδα..»

(Α. Σικελιανός, Πνευματικό εμβατήριο, απόσπασμα)

 

 

-«Ἔξω τοῦ ἀφέντη ἁρμάδα

φυλάει, μὲ μπούκα ὀρθή,

τὸ λείψανό σου, Ἑλλάδα,

μὴν ξάφνου ἀναστηθεῖ!»

(Κ. Βάρναλης)

 

 

-Κ. Π. Καβάφης, «Επάνοδος από την Ελλάδα»

Ώστε κοντεύουμε να φθάσουμ’, Έρμιππε.
Μεθαύριο, θαρρώ· έτσ’ είπε ο πλοίαρχος.
Τουλάχιστον στην θάλασσά μας πλέουμε·
νερά της Κύπρου, της Συρίας, και της Aιγύπτου,
αγαπημένα των πατρίδων μας νερά.
Γιατί έτσι σιωπηλός; Pώτησε την καρδιά σου,
όσο που απ’ την Ελλάδα μακρυνόμεθαν
δεν χαίροσουν και συ; Aξίζει να γελιούμαστε; —
αυτό δεν θα ’ταν βέβαια ελληνοπρεπές.

Aς την παραδεχθούμε την αλήθεια πια·
είμεθα Έλληνες κ’ εμείς — τι άλλο είμεθα; —
αλλά με αγάπες και με συγκινήσεις της Aσίας,
αλλά με αγάπες και με συγκινήσεις
που κάποτε ξενίζουν τον Ελληνισμό.

Δεν μας ταιριάζει, Έρμιππε, εμάς τους φιλοσόφους
να μοιάζουμε σαν κάτι μικροβασιλείς μας
(θυμάσαι πώς γελούσαμε με δαύτους
σαν επισκέπτονταν τα σπουδαστήριά μας)
που κάτω απ’ το εξωτερικό τους το επιδεικτικά
ελληνοποιημένο, και (τι λόγος!) μακεδονικό,
καμιά Aραβία ξεμυτίζει κάθε τόσο
καμιά Μηδία που δεν περιμαζεύεται,
και με τι κωμικά τεχνάσματα οι καημένοι
πασχίζουν να μη παρατηρηθεί.

A όχι δεν ταιριάζουνε σ’ εμάς αυτά.
Σ’ Έλληνας σαν κ’ εμάς δεν κάνουν τέτοιες μικροπρέπειες.
Το αίμα της Συρίας και της Aιγύπτου
που ρέει μες στες φλέβες μας να μη ντραπούμε,
να το τιμήσουμε και να το καυχηθούμε.

(Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993)

 

 

-Γ. Σεφέρης, [Όπου και  να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει]

 «Στο Πήλιο μέσα στις καστανιές το πουκάμισο του Κενταύρου
γλιστρούσε μέσα στα φύλλα για να τυλιχτεί στο κορμί μου
καθώς ανέβαινα την ανηφόρα κι η θάλασσα μ’ ακολουθούσε
ανεβαίνοντας κι αυτή σαν τον υδράργυρο θερμομέτρου
ως που να βρούμε τα νερά του βουνού.

Στη Σαντορίνη αγγίζοντας νησιά που βουλιάζαν
ακούγοντας να παίζει ένα σουραύλι κάπου στις αλαφρόπετρες
μου κάρφωσε το χέρι στην κουπαστή
μια σαΐτα τιναγμένη ξαφνικά
από τα πέρατα μιας νιότης βασιλεμένης.
Στις Μυκήνες σήκωσα τις μεγάλες πέτρες και τους θησαυρούς των Ατρειδών
και πλάγιασα μαζί τους στο ξενοδοχείο της «Ωραίας Ελένης του Μενελάου».
Χάθηκαν μόνο την αυγή που λάλησε η Κασσάνδρα
μ’ έναν κόκορα κρεμασμένο στο μαύρο λαιμό της.
Στις Σπέτσες στον Πόρο και στη Μύκονο
με χτίκιασαν οι βαρκαρόλες.

Τι θέλουν όλοι αυτοί που λένε
πως βρίσκουνται στην Αθήνα ή στον Πειραιά;
Ο ένας έρχεται από Σαλαμίνα και ρωτάει τον άλλο μήπως «έρχεται εξ Ομονοίας»
«Όχι έρχομαι εκ Συντάγματος» απαντά κι είν’ ευχαριστημένος
«βρήκα το Γιάννη και με κέρασε ένα παγωτό».
Στο μεταξύ η Ελλάδα ταξιδεύει
δεν ξέρουμε τίποτε δεν ξέρουμε πως είμαστε ξέμπαρκοι όλοι εμείς
δεν ξέρουμε την πίκρα του λιμανιού σαν ταξιδεύουν όλα τα καράβια,
περιγελάμε εκείνους που τη νιώθουν.

Παράξενος κόσμος που λέει πως βρίσκεται στην Αττική
και δε βρίσκεται πουθενά.
Αγοράζουν κουφέτα για να παντρευτούνε
κρατούν «σωσίτριχα» φωτογραφίζουνται.
Ο άνθρωπος που είδα σήμερα καθισμένος σ’ ένα φόντο με πιτσούνια και με λουλούδια
δέχουνταν το χέρι του γέρο φωτογράφου να του στρώνει τις ρυτίδες
που είχαν αφήσει στο πρόσωπό του
όλα τα πετεινά τ’ ουρανού.

Στο μεταξύ η Ελλάδα ταξιδεύει ολοένα ταξιδεύει
κι αν «ορώμεν ανθούν πέλαγος Αιγαίον νεκροίς»
είναι εκείνοι που θέλησαν να πιάσουν το μεγάλο καράβι με το κολύμπι
εκείνοι που βαρέθηκαν να περιμένουν τα καράβια που δεν μπορούν να κινήσουν
την ΕΛΣΗ τη ΣΑΜΟΘΡΑΚΗ τον ΑΜΒΡΑΚΙΚΟ.
Σφυρίζουν τα καράβια τώρα που βραδιάζει στον Πειραιά
σφυρίζουν ολοένα σφυρίζουν μα δεν κουνιέται κανένας αργάτης
καμμιά αλυσίδα δεν έλαμψε βρεμένη στο στερνό φως που βασιλεύει
ο καπετάνιος μένει μαρμαρωμένος μες στ’ άσπρα και στα χρυσά.

Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει
παραπετάσματα βουνών αρχιπέλαγα γυμνοί γρανίτες…
το καράβι που ταξιδεύει το λένε ΑΓΩΝΙΑ 937»

(Γ. Σεφέρης, Ποιήματα, Ίκαρος)

 

 

-Φ. Χέλντερλιν, [Ω μακαρία Ελλάς]

«…Ω μακαρία Ελλάς! συ ενδιαίτημα όλων των ουρανίων,
Είναι λοιπόν αλήθεια αυτό που άλλοτε, στη νιότη μας, είχαμε ακούσει;
Αίθουσα εορταστική! το πάτωμα είναι ωκεανός και τα τραπέζια όρη,
Αληθινά σε χρόνους μακρινούς για τούτη τη μοναδική στιγμή χτισμένη!
Όμως πού είν’ οι θρόνοι; πού οι ναοί και τα δοχεία πού
Τα πλήρη νέκταρος, πού τα άσματα προς τέρψιν των θεών;
Πού, μα πού λοιπόν αστράφτουν οι χρησμοί που προορίζονται να φτάσουν
μακριά;
Καθεύδουν οι Δελφοί και πού άραγε αντηχεί το μέγα πεπρωμένο;
Πού είναι το ταχύ; Πού αστράφτει πλήρες πανταχού παρούσης ευτυχίας
Με βροντές από αίθριο ουρανό ενώπιον των οφθαλμών μας;
Πάτερ Αιθήρ! Φώναξε κάποιος κι ο λόγος πέταξε από ένα στόμα
Σε χιλιάδες, κανένας δεν άντεχε μόνος του τη ζωή
Σαν το μοιράζεται κανείς δίνει χαρά τούτο το αγαθό και σαν το
ανταλάσσει, με ξένους,
Γίνεται αγαλλίαση, αυξάνει με τον ύπνο η δύναμη της λέξης:
Πατέρας! φως καθαρό! και αντηχεί, όσο μακριά μπορεί να φτάσει, το
πανάρχαιο
Σημείο, κληρονομιά απ’ τους γονείς, βρίσκει το στόχο και δημιουργεί.
Καθόσον έτσι βρίσκουν το κατάλυμά τους οι ουράνιοι, έτσι τα βάθη
συγκλονίζοντας
Κατέρχεται μέσα από τις σκιές μεταξύ των ανθρώπων η Ημέρα τους…»

(Φ. Χέλντερλιν, «Άρτος και οίνος», απόσπασμα)

 

 

-Α. ΠΟΥΣΚΙΝ, «ΕΜΠΡΟΣ ΕΛΛΑΔΑ»

Εμπρός στηλώσου, Ελλάδα επαναστάτισσα,

βάστα γερά στο χέρι τ’ άρματά σου !

Μάταια δεν ξεσηκώθηκεν ο Όλυμπος,

η Πίνδο, οι Θερμοπύλες – δόξασμά σου.

 

Απ’ τα βαθιά τους σπλάχνα ξεπετάχτηκεν

η λευτεριά σου ολόφωτη, γενναία

κι απ’ τον τάφο του Σοφοκλή, απ’ τα μάρμαρα

της Αθήνας, πάντα ιερή και νέα.

 

Θεών κ’ ηρώων πατρίδα, σπάζεις άξαφνα

το ζυγό σου και την ενάντια Μοίρα

με τον ήχο, που βγαίνει του Τυρταίου σου

του Μπάιρον και του Ρήγα η άξια λύρα.

(Γ. Π. Τζήκας, Σύγχρονη σχολική ανθολογία, Ατραπός,

μτφ. Κ. Βάρναλης)

 

 

-Άγγελος Σικελιανός, «Τo Πανανθρώπινο Εμβατήριο της Ελλάδας»

«Ὀμπρός! Μὲ ὀρθή, μεσούρανη

τῆς Λευτεριᾶς τὴ δᾴδα,

ἀνοίγεις δρόμο, Ἑλλάδα,

στὸν Ἄνθρωπον … Ὀμπρός!

 

Ὁρμᾶνε πρῶτοι οἱ Ἕλληνες

κι ὅλοι οἱ λαοὶ σιμά Σου

-μεγάλο τ᾿ ὄνομά Σου-

βροντοφωνᾶν: «Ὀμπρός,

 

ὀμπρός, νὰ γίνουμε ὁ τρανὸς

στρατὸς ποὺ θὰ νικήσει,

σ᾿ Ἀνατολὴ καὶ Δύση,

τὸ μαῦρο φίδι ὀμπρός,

 

«ὀμπρός, κ᾿ ἡ Ἑλλάδα σκώθηκε

καὶ διασκορπάει τὰ σκότη!

Ἀνάστα, ἡ Ἀνθρωπότη,

Κι ἀκλούθα την … Ὀμπρός!»

(Α. Σικελιανός, Ποιήματα, Ίκαρος)
 

 

-Ο. Ελύτης, «Ο ΜΙΚΡΟΣ ΝΑΥΤΙΛΟΣ»

(απόσπασμα)

«ΚΑΤΟΙΚΗΣΑ ΜΙΑ ΧΩΡΑ που ‘βγαινε από την άλλη, την
πραγματική, όπως τ’ όνειρο από τα γεγονότα της ζωής μου.
Την είπα κι αυτήν Ελλάδα και τη χάραξα πάνω στο χαρτί
να τηνε βλέπω.
Τόσο λίγη έμοιαζε΄ τόσο άπιαστη.
Περνώντας ο καιρός όλο και τη δοκίμαζα: με κάτι ξαφνικούς
σεισμούς, κάτι παλιές καθαρόαιμες θύελλες.
Άλλαζα θέση τ’ Ακοίμιστα και την Ερημική ν’ αξιωθώ να φκιάνω λόφους καστανούς, Μοναστηράκια, κρήνες.
Ως κι ένα περιβόλι ολόκληρο έβγαλα γιομάτο εσπεριδοειδή που μύριζαν Ηράκλειτο κι Αρχίλοχο.
Μά ‘ταν η ευωδία τόση που φοβήθηκα.
Κι έπιασα σιγά-σιγά να δένω λόγια σαν διαμαντικά να την
καλύψω τη χώρα που αγαπούσα.
Μην και κανείς ιδεί το κάλλος.
Ή κι υποψιαστεί πως ίσως δεν υπάρχει»

(Ο. Ελύτης, Ποίηση, Ίκαρος)

 

 

-ΗΛΙΑΣ ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ, [ΕΛΛΑΔΑ]

(Απόσπασμα από το ποίημα «Το Μέγα Μήνυμα»)

 

«ΤΟΝ τόπο τούτο που γεννήθηκα τον λεν

Ελλάδα!

 

Η χαραυγή καθώς πρωτάνοιξα τα μάτια μου

ήρθε γλυκά να μου χαμογελάσει.

Στους δρόμους των ανθρώπων πρωταντίκρυσα

τον Περικλή και το Φειδία.

Μα πάντα

μπρος στα μάτια μου ανυπέρβλητος υψώνουνταν

ο Λεωνίδας

σε μιαν αποθέωση μεγαλείου και δόξας.

Αυτός μας έμαθε το μέγα μυστικό,

πως δεν υπάρχει δρόμος συντομότερος

για να μας ανεβάσει στην κορφή του Ολύμπου!

 

Το δρόμο τούτο μόνο όποιος διαβεί

την ιστορία σου

που την επήραν οι άνθρωποι, τα πουλιά και οι άνεμοι

και μας την έκαμαν τραγούδι

και την τραγουδούν όλα τα στόματα

 

Το δρόμο τούτο μόνο όποιος διαβεί

την ιστορία σου θα μάθει

που πήρε η φήμη στ’ άσπρα της φτερά

και την ακούμπησε πα στο κατώφλι της αιωνιότητας.

 

Το δρόμο ετούτο μόνο όποιος διαβεί

το μήνυμα θ’ ακούσει το δικό σου.»

(Γ. Π. Τζήκας, Σύγχρονη σχολική ανθολογία, Ατραπός)

 

 

-ΓΙΩΡΓΗΣ ΚΟΤΖΙΟΥΛΑΣ, «ΕΛΛΑΔΑ»

«Η πατρίδα μας θα μένει

ξακουστή στην οικουμένη.

Γέρνουν οι λαοί το γόνα

μπρος στον Παρθενώνα.

 

Και με τη Χριστιανωσύνη

του Κυρίου ναός εγίνη.

Ο Χριστός μας είπε τόσα

στη δική μας γλώσσα.

 

Πιάσαν ύστερα οι προγόνοι

καριοφίλι και τρομπόνι.

Τ’ άρματά μας τιμημένα

είν’ απ’ το Εικοσιένα.

 

Κρύβει θησαυρούς το χώμα

και γεννάει θεούς ακόμα.

Ω Ελλάδα μας, κορώνα

μείνε στον αιώνα!»

(Γ. Π. Τζήκας, Σύγχρονη σχολική ανθολογία, Ατραπός)

 

 

Πες το με ποίηση (171ο): «Εχθρός»…

-«Τον ξένο και τον εχθρό τον είδαμε στον καθρέφτη.»
(Γ. Σεφέρης)

 

-«Αραπιάς άτι, Γάλλου νους, σπαθί Τουρκιάς μολύβι,

πέλαγο μέγα βράζ’ ο εχθρός προς το φτωχό καλύβι.»

(Δ. Σολωμός)

 

 -«…Εμείς κανέναν δεν μισούμε. Αφήστε μας,

ν’ αγαπάμε τον κόσμο, να σας αγαπάμε.

Εμείς άλλον εχθρό δεν έχουμε

παρά μονάχα κείνον που δε σέβεται τον Άνθρωπο»

(Γ. Ρίτσος)

 

 -«…Σαν θα’ ρθει η ώρα της πορείας
Πολλοί δεν ξέρουν
Πως επικεφαλής βαδίζει ο εχθρός τους
Η φωνή που διαταγές τους δίνει
Είναι του εχθρού τους η φωνή
Εκείνος που για τον εχθρό μιλάει
Είναι ο ίδιος τους ο εχθρός…»
(Μπ. Μπρεχτ)

 

 

-Κ. Π. Καβάφης, «Οι Eχθροί»

Τον Ύπατο τρεις σοφισταί ήλθαν να χαιρετήσουν.
Ο Ύπατος τους έβαλε κοντά του να καθίσουν.
Ευγενικά τους μίλησε. Κ’ έπειτα, φροντίσουν,
τους είπε, χωρατεύοντας. «Η φήμη φθονερούς
κάμνει. Συγγράφουν οι αντίζηλοι. Έχετ’ εχθρούς.»
Aπήντησ’ ένας απ’ τους τρεις με λόγους σοβαρούς.

«Οι τωρινοί μας οι εχθροί δεν θα μας βλάψουνε ποτέ.
Κατόπι θά ’λθουν οι εχθροί μας, οι καινούριοι σοφισταί.
Όταν ημείς, υπέργηροι, θα κείμεθα ελεεινά
και μερικοί θα μπήκαμε στον Άδη. Τα σημερινά
τα λόγια και τα έργα μας αλλόκοτα (και κωμικά
ίσως) θα φαίνονται, γιατί θ’ αλλάξουν τα σοφιστικά,
το ύφος και τας τάσεις οι εχθροί. Όμοια σαν κ’ εμένα,
και σαν κι αυτούς, που τόσο μεταπλάσαμε τα περασμένα.
Όσα ημείς επαραστήσαμεν ωραία και σωστά
θα τ’ αποδείξουν οι εχθροί ανόητα και περιττά
τα ίδια ξαναλέγοντας αλλιώς (χωρίς μεγάλον κόπο).
Καθώς κ’ εμείς τα λόγια τα παλιά είπαμε μ’ άλλον τρόπο.»

(Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993)

 

 

BAUDELAIRE CHARLES, «Ο ΕΧΘΡΟΣ»

«Τα νιάτα μου ήταν μια καταιγίδα σκοτεινή,
Εδώ κι εκεί από λαμπερές αχτίδες φωτισμένη·
Τόσο που τον ερήμαξαν βροχές και κεραυνοί,
Που δροσερός στον κήπο μου καρπός δεν απομένει.

Βαθιά μου το φθινόπωρο έχει κιόλας απλωθεί,
Και θα χρειαστεί ναι το τσαπί ν’ αδράξω και το φτυάρι,
Κι αυτή μου που η νεροποντή την έχει συνεπάρει
Κι άνοιξαν λάκκοι μνήματα, να ξανασιάξω γη.

Μα ποιος θα πει αν τα λουλούδια τα νέα που λαχταρώ
Σ’ αυτό το χώμα το πλυμένο ωσάν ακρογιαλιά,
Θε να ‘βρουν την τροφή για ν’ αυξηθούν, τη μυστικιά;

-Ω πόνε! Ω πόνε! Μας την τρώει τη ζωή μας ο Καιρός,
Κι ο σκοτεινός Εχθρός που την καρδιά μας ροκανίζει
Απ’ το αίμα εμείς που χάνουμε, σφρίγος κι αλκή αυξαίνει
και χλοΐζει.»

(BAUDELAIRE CHARLES, ΕΙΚΟΣΙΟΧΤΩ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, Γαβριηλίδης)

 

 

-Μίλτος Σαχτούρης, «ΟΙ ΕΧΘΡΟΙ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ»

«Έρχεται φέτος κουρασμένη
η Άνοιξη
(να) κουβαλάει τόσα χρόνια
τα λουλούδια πάνω της.

Σκοτεινοί άνθρωποι
στις γωνιές την παραμονεύουν
για να την τσακίσουν.

Αυτή όμως
με κρότο
ανάβει ένα-ένα
τα λουλούδια της
στα μάτια τους τα ρίχνει
(για) να τους στραβώσει.»
(Μίλτος Σαχτούρης, Ποιήματα, Κέδρος)

 

 

-Αλέκος Παναγούλης, «ΚΟΙΝΟΙ ΟΙ ΕΧΘΡΟΙ ΜΑΣ»

«Πώς να βρεθώ κοντά στους Βάσκους;
Στους Κούρδους πώς να δείξω την αγάπη μου;
Στη Νότιο Αφρική στη Ροδεσία πώς να τρέξω;
Στους Νέγρους, πώς να πω πως βρίσκομαι κοντά τους;
Στην Ινδοκίνα πώς να φτάσω;
Της Βεγγάλης το Λαό πως ν’ αγκαλιάσω;
Την πολεμίστρα μου ν’ αφήσω δεν μπορώ
Μ’ ας ξέρουνε πως τους εχθρούς τους
κι εμείς εδώ τους πολεμάμε
Κοινοί οι εχθροί μας
Δικοί τους και δικοί μας»

(Αλ. Παναγούλης, Τα ποιήματα, εκδ. Παπαζήσης)

 

-Μπ. Μπρεχτ, «ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΕΧΘΡΟΣ ΣΟΥ;»

«Τον πεινασμένο, που σου βούτηξε

την τελευταία μπουκιά, εχθρό τον βλέπεις.

Τον κλέφτη όμως, που ποτέ δεν πείνασε,

ποτέ σου απ’ το λαιμό δεν τον εβούτηξες.»

 

 

-Οδυσσέας Ελύτης, «Ήρθαν ντυμένοι φίλοι»

«Ήρθαν
ντυμένοι φίλοι
αμέτρητες φορές οι εχθροί μου
το παμπάλαιο χώμα πατώντας
και το χώμα δεν έδεσε ποτέ με τη φτέρνα τους.

Έφεραν το Σοφό, τον Οικιστή, και το Γεωμέτρη,
βίβλους γραμμάτων και αριθμών,
την πάσα υποταγή και δύναμη,
το παμπάλαιο φως εξουσιάζοντας.
Και το φως δεν έδεσε ποτέ με τη σκέπη τους.

Ούτε μέλισσα καν δεν γελάστηκε

το χρυσό ν’ αρχίσει παιχνίδι
ούτε ζέφυρος καν, τις λεύκες να φουσκώσει ποδιές.

Έστησαν και θεμελίωσαν

στις κορφές, στις κοιλάδες, στα πόρτα
πύργους κραταιούς και επαύλεις
ξύλα και άλλα πλεούμενα,
τους νόμους τους θεσπίζοντας
τα καλά και συμφέροντα,
στο παμπάλαιο μέτρο εφαρμόζοντας.

Και το μέτρο δεν…
έδεσε ποτέ με την σκέψη τους.
Ούτε καν ένα χνάρι θεού
στην ψυχή τους σημάδι δεν άφησε
ούτε καν ένα βλέμμα ξωθιάς
τη μιλιά τους δεν είπε να πάρει.

Έφτασαν ντυμένοι «φίλοι»

αμέτρητες φορές οι εχθροί μου
τα παμπάλαια δώρα προσφέροντας.
Και τα δώρα τους άλλα δεν ήτανε
παρά μόνο σίδερο και φωτιά.
Στ’ ανοιχτά που καρτέραγαν δάχτυλα
μόνο όπλα και σίδερο και φωτιά.
Μόνο όπλα και σίδερο και φωτιά.»

(Ο. Ελύτης, Ποίηση, Ίκαρος)

 

 

-Τίτος Πατρίκιος, «Φάση μιας μάχης»

«Είμαστε φάτσα με φάτσα
με τον εχθρό μου.
‘Ενα γραφείο μονάχα μας χωρίζει
σα χαράκωμα ή σαν τάφος.
Πίσω απ’ τις αξιοπρεπείς μας μάσκες
από πολύ βαθιά ανεβαίνει και μας καίει το μίσος.
Και να που τούτη τη στιγμή,
τώρα που παίζεται η ζωή μου,
ανακαλύπτω στη μορφή του πως
θα μπορούσα να τον είχα αγαπήσει.
Να που τούτη τη στιγμή ανακαλύπτει
στη μορφή μου
πως θα μπορούσε να με είχε αγαπήσει.»

(http://www.sarantakos.com/kibwtos/patrikios16.htm)

Πες το με ποίηση (170ο): «Πάθος – πάθη»…

 

-«Με τι καρδιά, με τι πνοή,
τι πόθους και τι πάθος
πήραμε την ζωή μας.• λάθος!
κι αλλάξαμε ζωή»
(Γ. Σεφέρης)

 

-«…Σ᾿ αὐτὴν ἐδῶ τὴ γειτονιὰ
ἂς ἤμουν φωτογράφος
νὰ ὑπηρετῶ τὴν ὀμορφιὰ
μὲ τέχνη καὶ μὲ πάθος…»

(Ντ. Χριστιανόπουλος)

-«Δὲν ἔχει ἡ ἁπαλὴ ψυχὴ βραχώδη πάθη
καὶ πάντα λέει τὸ τραγούδι τῆς ὑπομονῆς.
Ὢ θὰ γυρίσουμε στὴν ὀμορφιὰ
μία μέρα…
Μὲ τὴ θυσία τοῦ γύρω φαινομένου
θὰ ἀνακαταλάβει, ἡ ψυχὴ τὴ μοναξιά της.»

(Ν. Καρούζος)

 

 

-Μιχάλης Γκανάς, «Η διάρκεια είναι πάθος»

«Να μην κοιτάς, λοιπόν, μα να παρατηρείς.
Γιατί η παρατήρηση έχει διάρκεια.
Κι η διάρκεια είναι πάθος.

Η διάρκεια είναι πάθος.
Ένα πάθος που σιγοκαίει.
Σύμφωνοι χωρίς φλόγες αφού τις καταπίνει.
Αλλά και χωρίς καπνούς. Με λιγότερη στάχτη.
Δεν κορώνει μου λες. Ούτε κρυώνει.
Αντιθέτως κρατάει ζωντανή τη φωτιά.
Έστω τη σπίθα. Είναι κάτι κι αυτό.
Είναι πολύ. Είναι αυτό που μας λείπει.

Η διάρκεια είναι πάθος.
Ένα πάθος που δεν βλέπεις στο σινεμά
γιατί οι ταινίες διαρκούν το πολύ δυο ώρες
κι όταν πέφτει το τέλος
η ζωή συνεχίζεται.
Είρήσθω εν παρόδω όχι όπως θέλουμε
αλλά όπως μπορούμε.

Η διάρκεια είναι πάθος.

Ιδιαίτερα στην αγάπη.
Σου το λέω εγώ που αγαπώ
τόσους ανθρώπους επί τόσα χρόνια
χωρίς να το ξέρουν.
Μεταξύ μας για μένα τους αγαπώ.
Μου κάνει καλό.
Όπως η αγάπη μου για σένα φερ’ ειπείν.
Με κάνει καλύτερο.
Καλύτερο κι από σένα ενίοτε.
Έλα, σε πειράζω.

 

Δώσ’ μου το χέρι σου να το κοιμίσω.
Είναι παλτό ξεκούμπωτο η νύχτα
προβιά σφαγμένου ζώου που ανασαίνει ακόμα.
Κοιμήσου – η καρδιά μου ξαγρυπνά.

(Μιχάλη Γκανά, «Ο ύπνος του καπνιστή»)

 

 

-Τίτος Πατρίκιος, «Πάθη»

Ποιο πάθος λες;
Αυτό ν’ αφήνεσαι ρευστός
σε κάθε ερεθισμό του χώρου σου;
Το πάθος ν’ απαντάς σα στρείδι;
Το πάθος να παλεύεις με τα πάθη σου
δε λογαριάζεις;
Κι έπειτα
για ποια λευτεριά του αδέσμευτου μιλάς;
Μες στη σκλαβιά τη θέλω εγώ τη λευτεριά σου.
Μες στη σκλαβιά, που για να καταλύσεις,
αναγνωρίζεις πρώτα κι αποδέχεσαι.

(http://3pointmagazine.gr/)

 

 

Ράινερ Μαρία Ρίλκε, «Πριν από τα πάθη»

 “Αν αυτό ‘χες θελήσει, δεν έπρεπε μέσα

από σπλάχνα γυναίκας να περάσεις:

ας έσκαβαν, σωτήρες για να βρουν τα σπλάχνα

των βουνών, όπου από το σκληρό το σκληρό βγαίνει.

Δεν νιώθεις πόνο εσύ, έτσι να ερημώνεις

την αγαπημένη κοιλάδα σου; δες την ανημποριά μου!

Δεν έχω παρά ρυάκια από γάλα κι από δάκρυα μόνο-

μα εσύ μέσα στο υπέρμετρο ήσουν πάντα…

Με πόση δε μου ευαγγελίστης πολυτέλεια!

Γιατί όμοια άγριος απ’ τα σπλάχνα μου δε βγήκες;

Αν μόνο τίγρεις χρειάζεσαι, να σε ξεσκίσουν,

γιατί μ’ έμαθαν, τότε, στον γυναικωνίτη,

ένα απαλό, καθάριο ρούχο να σου υφαίνω,

που, μήτε μια φορά, το πιο μικρό της ραφής ίχνος,

να σε στενοχωρά;- Η ζωή μου έτσι ήταν όλη,

και, τώρα, ξαφνικά, αναποδογύρισες τη φύση.”

(Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Ποιήματα, μτφ. Άρης Δικταίος, εκδ. Σ. Ι. Ζαχαρόπουλος)

 

 

-Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ, «Φόβος το νέο πάθος»

«Οι πληγές δεν ανθίζουν πια

σε ποιήματα και τραγούδια ·

κακοφορμίζουν μονάχα.

Η θάλασσα δεν είναι πόθος

που πλέει στ’ανοιχτά

αλλά φόβος του βυθού.

Τι έγινε η χαρά της ζωής

που καταχτούσε την κάθε στιγμή

ακόμη κι όταν η μέρα ξημέρωνε δυσοίωνη;

Τώρα πόνος κανένας

δε μαστίζει το κορμί

αλλά το μέσα το αλυσοδένει

ένας νέος παντοδύναμος τύρρανος:

ο φόβος.

Ήρθε ο φόβος και σάρωσε

όλα τα πάθη.

Ο έρωτας τώρα μοιάζει

πότε με ζητιάνο στη γωνιά

και πότε με γελωτοποιό χωρίς δουλειά

αφού κανέναν πια δεν κάνει να γελάσει.

Ένα είναι το πάθος · ο φόβος

π’απλώνεται σαν σάβανο

και όλα τα σκεπάζει.

Φόβος για την κατάρρευση

της φύσης, του κορμιού, του κόσμου.

Τώρα αντί να ουρλιάζει το μέσα

«Τι ωραίος που είναι αυτός!»

μια είναι η φωνή που κυριαρχεί:

«Πρόσεχε!»»

(http://kissmygrass.gr/)

 

 

-Κική Δημουλά, «Τα πάθη της βροχής»

«Εν μέσω λογισμών και παραλογισμών
άρχισε κι η βροχή να λιώνει τα μεσάνυχτα
μ’ αυτόν τον νικημένο πάντα ήχο
σι, σι, σι.
Ήχος συρτός, συλλογιστός, συνέρημος,
ήχος κανονικός κανονικής βροχής.
Όμως ο παραλογισμός
άλλη γραφή κι άλλην ανάγνωση
μου ‘μαθε για τους ήχους.
Κι όλη τη νύχτα ακούω και διαβάζω τη βροχή,
σίγμα πλάι σε γιώτα, γιώτα κοντά στο σίγμα,
κρυστάλλινα ψηφία που τσουγκρίζουν
και μουρμουρίζουν ένα εσύ, εσύ, εσύ.
Κάθε σταγόνα κι ένα εσύ,
όλη τη νύχτα
ο ίδιος παρεξηγημένος ήχος,
αξημέρωτος ήχος,
αξημέρωτη ανάγκη εσύ,
βραδύγλωσση βροχή,
σαν πρόθεση ναυαγισμένη
κάτι μακρύ να διηγηθεί
και λέει μόνο εσύ, εσύ,
νοσταλγία δισύλλαβη,
ένταση μονολεκτική,
το ένα εσύ σαν μνήμη,
το άλλο σαν μομφή
και σαν μοιρολατρία,
τόση βροχή για μια απουσία,
τόση αγρύπνια για μια λέξη,
πολύ με ζάλισε απόψε η βροχή
μ’ αυτή της τη μεροληψία
όλο εσύ, εσύ, εσύ,
σαν όλα τ’ άλλα να ‘ναι αμελητέα
και μόνο εσύ, εσύ, εσύ.»

(Κ. Δημουλά, Το λίγο του κοσμου, Στιγμή)

 

 

Μυρτιώτισσα, «Πάθος»

«Ω! τα μάτια, τα μάτια σου
που όλο χρώματ’ αλλάζουν,
με γητεύουν τα μάτια σου
και βαθιά με σπαράζουν.

Μες στα χέρια – τα χέρια σου –
τα γερά, τ’ ατσαλένια,
τρεμουλιάζουν τα χέρια μου
σαν πουλιά λαβωμένα!

Και το σώμα, το σώμα σου,
νευρικό κι ανδρειωμένο,
πώς το λιώνει το σώμα μου
το βαριά κουρασμένο.»

(http://www.poiein.gr/archives/5827)

Εικόνες (φωτο και πίνακες ζωγραφικής) με στίχους (8ο)…

Οι ποιητές A - Αντίγραφο.jpg

pupazzo-di-neve-nella-neve-28006661

snow5

wolf-moon

xioni-xeri

%ce%b1

%ce%b4%ce%af%ce%bd%cf%89-%ce%ac%cf%81%ce%b1-%cf%85%cf%80%ce%ac%cf%81%cf%87%cf%89

%cf%84%ce%bf-%ce%ba%ce%bf%cf%81%ce%b9%cf%84%cf%83%ce%ac%ce%ba%ce%b9-%ce%bc%ce%b5-%cf%84%ce%b1-%cf%83%cf%80%ce%af%cf%81%cf%84%ce%b1-5

gymnhtreee

img_7682

k%20rigoulis%20-%20costas%20tsigris%20-%20rigoula%20-%20%ce%ba_%cf%81%ce%b7%ce%b3%ce%bf%cf%8d%ce%bb%ce%b7%cf%82%20-%20%ce%ba%cf%8e%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%82%20%cf%81%ce%b7%ce%b3%ce%bf%cf%8d%ce%bb%ce%b7

karouzos1

mia-ek-batheon-zografiki-apologia

none-41855698

o-xronos-moy-einai-ligos

pena-630

pinakas-gynaika-2

pinakas-proswpo

psycho_shower

rondini

settembre

prosfigopoulo_0

reon-133

rose-henri-matisse-im-grossen-container-dunkelrot-gestreifte-malerrose-3574_2tetsis_01

thumb_5075191

unnamed

violencewimer_414x290

Εικόνες (φωτο και πίνακες ζωγραφικής) με στίχους (7ο)…

 

11_147ea8fa1196d6787721d3fafc177984785b62d4a27ea43297eb1ab349b6e06c6_xl143big_en2017-new-year-celebration-background-in-red-color_1017-6151649142115-johansen_viggo_-_radosne_boc5bce_narodzenie5108854722_07539e6c6ae597f8cc720831c1d8963a88707-pen_paper136482-5251288-two-women-at-a-window-bartolome-murillo-1660341621-feggar1914782_rx_02_248609542317259845000a0940330a5dc12205c6015109a016154_lagios_iwannisagios_vasileiosalexandros_papadiamantisamorepschearistera-flagarticle-2197195-0ac9bef1000005dc-626_634x4241blackwhitebirdcageclip_image00219depositphotos_81708414-drought-landcohen-leonard-tredvard-munch-evening-melancholy-1891-munch-mus-oslof1fileskoritsaki_spirta_680708964filleallumettehttpblogsschgrepapadi-58-638imagesimg20138302907hiimmigr9keriamozas-4-1mystikapinakes-675-5_404977_139519OLYMPUS DIGITAL CAMERAsign direction right - wrongquadri-ritratti-silvia-03020-20donna20orientalereb04ritsos_2s2f1-thumb-largesiderhs_2songbird-tar-sticks-61501_WEB_ΓΚΑΤΣΟΣ-542x419.jpg

Πες το με ποίηση (169ο): «Γεννιέμαι – γέννηση»…

 

-«Ό,τι αγαπώ γεννιέται αδιάκοπα
Ό,τι αγαπώ βρίσκεται στην αρχή του πάντα.»

(Ο. Ελύτης)

 

-«…Ένα νησί γεννήθηκε να σε γεννήσει, ένα νησί, ή μήπως γέννησες εσύ τον τόπο αυτόν, για να ’χεις πού να κατοικεί η αθανασία σου; Άλλωστε – κι είν’ αυτό το πιο πικρό μα, πρίγκιπά μου, αληθινό– ποιος από μας θα καταφέρει να πιαστεί στα χείλη κοριτσιού αφίλητου που για μετά δεν έχει ακόμα του νοιαστεί;…»

(ΓΙΑΝΝΗΣ ΕΥΘΥΜΙΑΔΗΣ, Γράμματα στον Πρίγκιπα)

 

-Τάσος Λειβαδίτης, “Γένεσις”

«Στην αρχή ήταν το χάος.

Μετά γεννήθηκα εγώ, μονάχος, σ’ έναν κόσμο ραγισμένο,

μ’ έναν κουρελιασμένο Θεό που γύριζε από πόρτα σε πόρτα

ζητιανεύοντας την ύπαρξή του.

Ύστερα γίναμε ξαφνικά δυο.
Φιληθήκαμε.

Κι άρχισε να σκοτώνει ο ένας τον άλλον.»

 

-ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ, “Η ΓΕΝΝΗΣΗ”

«Ένα άλλο βράδυ τον άκουσα να κλαίει δίπλα.

Χτύπησα την πόρτα και μπήκα. Μου ‘δειξε πάνω στο κομοδίνο ένα μικρό ξύλινο σταυρό.

«Είδες –μου λέει- γεννήθηκε η ευσπλαχνία! Έσκυψα τότε το κεφάλι κι έκλαψα κι εγώ.

Γιατί θα περνούσαν αιώνες και αιώνες και δε θα ‘χαμε να πούμε τίποτα ωραιότερο απ’ αυτό.»

 

 -Ρ. Μ. Ρίλκε, «Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ ΑΦΡΟΔΙΤΗΣ»

«Εκείνο το πρωί
Ύστερα από μια νύχτα γιομάτη αντάρα καλέσματα και ταραχή
για μια ακόμη φορά ανέβηκε το πέλαγο στην κορυφή
και βόγγηξε.
Κι όταν αργά η κραυγή καταλάγιασε πάλι
βουλιάζοντας μέσα στην άβυσσο τη βουβή
η θάλασσα γέννησε.

Στον ήλιο τον πρώτο λαμποκόπησε ο αφρός της κόμης
και το κορίτσι υψώθηκε στην ούγια των γλαυκών
κυμάτων,
κατάλευκο αμήχανο και υγρό.
Έτσι σαν ένα πράσινο φύλλο ανάδεψε,
τεντώθηκε και καμπυλώνοντας σε μια πρόκληση
νωχελική ξεδίπλωσε το σώμα του
μέσα στο δροσάτο αγέρι της αυγής.

Καθαρά ξεπρόβαλλαν τα γόνατα,
δυο φεγγάρια ανεβασμένα από τα δαχτυλιδωτά σύγνεφα
των μηρών.
Οι κνήμες υποχώρησαν μέσα σε ίσκιους αχνούς.
Και οι αρμοί του πήραν να ζωντανεύουν
όπως το λαρύγγι του πότη.

Και το σώμα έγειρε ανάγερτο στο γύρο ποτηριού
όπως ο νέος καρπός σ’ ενού παιδιού τα χέρια.
Η μικρή δαχτυλήθρα του αφαλού
φύλαγε όλο το σκοτάδι εκείνου του ολόφωτου σώματος.
Πιο κάτου κύμα μικρό σηκώθη αχνογελόχαρο
κύλησε σίγουρο και κύκλωσε τα ισχία
όπου ένα ήσυχο κελάρυσμα θρόιζε.
Διάφανο όμως και χωρίς ίσκιους ακόμη
σαν το απόσταγμα από σημύδες του Απρίλη
πρόβαλε το αιδοίο
άδειο, ζεστό και αναμένοντας.

Τώρα οι ώμοι ζυγαριάστηκαν τέλεια
πάνω στο λυγερό κορμί.
Από το δοχείο του θηλυκού σαν συντριβάνι
τινάχτηκε ο ρυθμός
και γκρεμίζονταν τρέμοντας
στους καταρράχτες των μαλλιών
και στα μακρυά ωραία χέρια.

Ύστερα αργά – αργά προσπέρασε η όψη της.
Η θηλυκάδα, ακατανίκητη ροπή,
έγινε αδιόρατη μες στο σκοτάδι
και ετελείωνε ήρεμα στο θεληματικό της πηγούνι.

Τώρα ο λαιμός άστραφτε όπως αχτίνα,
και μέσαθέ του ανεβήκαν οι χυμοί
όπως στο ύπερο του λουλουδιού.
Σύγκαιρα τεντώθηκαν οι δύο βραχίονες,
κύκνων λαιμοί
όταν πλένε κατά την όχθη.

Και τότε σ’ εκείνου του σώματος το σκοτεινό
ξύπνημα εκίνησε σαν αύρα πρωινή
η πρώτη αναπνοή.

Τα κλαδιά των φλεβών σχημάτισαν ψιθυρίζοντας
ένα δέντρο τρυφερό.
Και το αίμα άρχισε να βουίζει
μέσα από το βαθύ μυχό του.
Και τούτος ο άνεμος αύξαινε.
τόσο που χύθηκε με όλη τη βία του
στα νέα στήθη.
Τα γέμισε και τα φούσκωσε σαν δυο πανιά
τεντωμένα από την προσδοκία του μακρυνού.
Και αλάφριο το κορίτσι το σπρώξανε στην στεριά.

Έτσι καταπλέοντας άραξε η θεά.
(So landete die Göttin)

Πίσω της αναμεριάζοντας πλατιά προς την
καινούργια όχθη ανέβαιναν όλο το πρωινό
τα λουλούδια και τα καλάμια
βρυαρά μπερδεμένα και ανεβάσταγα
όπως οι αφές στο αγκάλιασμα.
Κι αυτή προχωρούσε να φτάσει.

Όμως το μεσημέρι, εκείνη την ώρα τη βαριά,
σηκώθηκε το πέλαγο μια ακόμη φορά
και στην ίδια εκείνη θέση που γέννησε τη θεά
ξέβρασε ένα δελφίνι
νεκρό, πορφυρό, και ανοιγμένο.»

(Απόδοση στην ελληνική από το Δ. Λιαντίνη)

(Πηγή: http://liantinis-o-daskalos-mas.blogspot.gr/2010/02/blog-post_4185.html)

 

-Κωστή Παλαμά, «Το σπίτι που γεννήθηκα»

«Το σπίτι που γεννήθηκα κι ας το πατούν οι ξένοι,

στοιχειό είναι και με προσκαλεί ψυχή και με προσμένει.

Το σπίτι που γεννήθηκα, ίδιο στην ίδια στράτα

στα μάτια μου όλο υψώνεται και μ’ όλα του τα νιάτα.

Το σπίτι, ας του νοθέψανε το σχήμα και το χρώμα

και ανόθευτο και αχάλαστο, και με προσμένει ακόμα.

Της πόρτας του η παλαιική κορώνα, ώ! να, ή καμάρα!

Μόνο οι χορδές της λείπουνε για να γενή κιθάρα

να συνοδέψει του σπιτιού τ’ ολόχαρο τραγούδι,

προς το παιδί, γυρίζω ανθός, δροσιά, ξεπεταρούδι,

πάω στη φωλιά, στη γάστρα μου, στο πρωί μου, στο μαγνήτη,

στη ζέστα της μητέρας μου, στο πατρικό άγιο σπίτι.

Ας ήρθαν τα γεράματα κι ας κύλησαν οι χρόνοι,

Απ’ το ψιμύθρι του αλλασμού κι απ’ του χαμού τη σκόνη,

και απείραχτο κι ανέγγιχτο στη Μοίρα αγνάντια στέκει,

κι από τον κήπο του για με χλωρά στεφάνια πλέκει.

Του κάκου οι έγνοιες, οι καιροί, πληγές καρδιών και τόπων.

Τα μάτια μου άλλα, κι άλλα είναι τα μάτια των ανθρώπων.

Από την ισκιερή εμπατή στη φωτισμένη σάλα

Με τ’ ακριβό ρόλοϊ χρυσό στην κρυσταλλένια γυάλα,

Όλα βαλμένα ρυθμικά, γιορτιάτικα ντυμένα,

προσώπατα, αντικείμενα, με καρτερούν εμένα.

Στο πλάϊ της δούλας της πιστής η αρχόντισσα γιαγιά μου

και η ρήγισσα της προκοπής, η μάνα μου, ω χαρά μου!

το στερνογέννητο καρπό στην αγκαλιά, και πέρα,

μπρός σε χαρτιά το φάντασμα γνοιασμένο του πατέρα.

Και μεσ’ απ’ τους ανασασμούς του ρόδου και του δυόσμου

και δουλευτής και φυτευτής του κήπου, ο αδελφός μου.

Και πιο βαθιά ,κατάβαθα, σαν άλλου κόσμου πλάση

να! Ολόρθο, αξήγητο, κρυφό, στον κήπο ένα κοράσι.

Του πρώτου πόθου το ιερό προφήτεμα, η παιδούλα!

Στη χαραυγή μου γέλασμα, στη δύση μου τρεμούλα.

Το σπίτι που γεννήθηκα κι ας το πατούν οι ξένοι.

Στοιχειό και σαν απάτητο, με ζη και με προσμένει.»

[πηγή: Κωστής Παλαμάς, Άπαντα, τ. Ζ΄, Μπίρης, Αθήνα]

 

 

Joseph Brodsky, «Η ΘΕΙΑ ΓΕΝΝΗΣΗ»

«Δεν έχει σημασία τι ήταν γύρω τους και δεν έχει σημασία
περί τίνος ουρλιαζ’ η χιονοθύελλα με μανία,
ή ότι ένιωθαν στριμωγμένοι στο κονάκι του βοσκού
κι ότι γωνιά στον κόσμο γι’ αυτούς δεν υπήρχε αλλού.

Πρώτα – πρώτα ήσαν όλοι μαζί. Δεύτερο
ήσαν τρεις, το σπουδαιότερο,
και ό,τι κι αν γινόταν, μαγειρευόταν, χαριζόταν
στο εξής, τουλάχιστον στα τρία θα μοιραζόταν.

Ο παγωμένος ουρανός πάνω απ’ το δικό τους καταυλισμό
με τη συνήθεια που ’χει το μεγάλο να γέρνει πάνω στο μικρό
έλαμπ’ έν’ αστέρι και που να πάει τώρα πια
παρά στου βρέφους τη ματιά.

Η φωτιά σιγόκαιγε. Το κούτσουρο τελείωνε κι αυτό·
όλοι κοιμόντουσαν. Το άστρο ξεχώριζε, ήταν διαφορετικό,
πιο δυνατό απ’ την πυρά, είχε μια ικανότητα μοναδική
να μπερδεύει την παρουσία τη μακρινή με την κοντινή.»

(Ιωσήφ Μπρόντσκι, Τα ποιήματα της θείας γέννησης, Καστανιώτης)

 

 

Joseph Brodsky, «ΤΟ ΑΣΤΡΟ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΓΕΝΝΗΣΗΣ»

«Σε εποχή παγωνιάς, σε τόπο συνηθισμένο στο ζεστό καιρό,
όχι στο κρύο, σ’ επιφάνεια επίπεδη, όχι σε βουνό,
ένα παιδάκι γεννήθηκε σε φάτνη, τον κόσμο για να σώσει·
φυσούσε όπως μόνο στη χειμωνιάτικ’ έρημο μπορεί αέρας
να σαρώσει.

Ολα του φαίνονταν τεράστια: το στήθος της μάνας, η κίτρινη πάχνη
που ’βγαινε απ’ τα ρουθούνια των βοδιών, οι μάγοι:
Μπαλταζάρ, Κασπάρ, Μελχιόρ, τα δώρα στοιβαγμένα στη γωνία.
Αυτός ήταν μόνο μια τελεία. Κι ήταν αστέρι αυτή η τελεία.

Προσεχτικά, χωρίς να τρεμοπαίζει, μεσ’ από σύννεφ’ αραιά
πάνω απ’ το μωρό στο παχνί από μακριά,
από τα βάθη της οικουμένης, απ’ την άλλη της την άκρη,
τ’ αστέρι κοίταζε τη φάτνη. Κι αυτό ήταν του πατέρα του το μάτι.»

(Ιωσήφ Μπρόντσκι, Τα ποιήματα της θείας γέννησης, Καστανιώτης)

 

 

-ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ, “ΕΝΑΣ ΘΕΟΣ”

«Ω! μέσα μου γεννιέται ένας Θεός!
και το κορμί μου γίνεται ναός,
δεν είναι ως πρώτα φάτνη ταπεινή·
μέσα μου λάμπουν ξάστεροι ουρανοί,

το μέτωπο μου λάμπει σαν αστέρι…
Στο Θεό φανείτε τώρα, ήρθεν η ώρα,
από τ’ άγνωστα μυστικά σας μέρη,
Μάγοι, φέρτε στο Θεό τα πλούσια δώρα.

Φέρτε μου Μάγοι —θεία βουλή το γράφει—
τη σμύρνα της ελπίδας, το λιβάνι
της πίστης, της αγάπης το χρυσάφι
Μυστήρια τέτοια ανθρώπου νους δε βάνει!

Και σεις, Θρόνοι πανάχραντοι, αγγελούδια,
στην καρδιά μου —στην κούνια του— σκυμμένα,
με της αθανασίας τα τραγούδια
υμνολογείτε εσείς τη θεία τη γέννα.

Μέσα μου λάμπουν ξάστεροι ουρανοί,
και το κορμί μου, φάτνη ταπεινή,
βλέπω κι αλλάζει, γίνεται ναός·
ω! μέσα μου γεννιέται ένας Θεός!»

 

 

-ΤΑΚΗΣ ΠΑΠΑΤΣΩΝΗΣ, “ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΓΕΝΝΗΣΙΝ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ”

«Ποιμένας ταπεινότατος, και όχι αυλητρίδα εταίρα,
και θεάρεστη και συνετή κάμνω του αυλού μου χρήση,
αλλά έπαψεν απόψε πια η γαλήνη των προβάτων
νάναι ο σκοπός της γλυκερής μου εσπερινής λατρείας,
και ούτε η πομπή του Ωρίωνα, ούτε η όψη της Κασσιόπης
δεν μούθηκαν παραμικρή διανόηση στ’ όραμά μου.
Μ’ ελκύει το κάτι Απώτερο, που παιδεμός ναν’ τόβρω,
αλλά, και χάρη περισσή το στέφει, ώστε να λέω,
Ας μου χαθούν κι ένα και δυο από τα βοσκήματά μου,
και ας πλανηθούν δυσεύρετα στο σκότος της Σελήνης,
και ας κράζουσι τα υπόλοιπα σαν Αστραπές της Νύχτας,
αλλά είναι κάτι Αλλόκοτον εμένα η προσμονή μου:
δεν περιμένω να ορθωθεί το Εωθινό Φεγγάρι,
ούτε του τάδε, ούτε του δείνα Αστερισμού το αχνάρι.
Δεν περιμένω την οσμή καμίας σπανίας βοτάνης,
αλλά το Υπερουράνιο, που, θεέ μου, θα με ράνεις,
και θα φανώ ποιμενικόν θαύμα, θα φανώ φάσμα,
που φέρνει το Αρχαγγελικό της νύχτας τούτης άσμα.
Παρ’ όλα τα τρισκόταδα, λαμπρά το παν διακρίνω,
ώστε και θέλοντας, και μη, κάτι να μεγαλύνω.
Η γενική αναστάτωση των υπεργείων Ταγμάτων,
έκαμε μέτοχο κι’ εμέ, κι’ οι αχτίνες των ομμάτων
φθάνουν αυτού, που πριν λαμπροί οι ταχτικοί αστέρες
με φέρναν σε υπολογισμούς για Ετη, Μήνες, Ημέρες.
Φόβος, ούτε καν φαίνεται, και χαρά με συνέχει
και βλέπω Ηλίους νυχτερινούς, κι’ η Ιδέα μου όλο τρέχει.
Εορτάζω. Μα είμαι πάνσοφος ποιμένας, για τρελάθη
ο λογισμός μου, ώστε να ιδώ παρόμοια ένδοξα λάθη;»

(https://antonispetrides.wordpress.com/2013/12/25/modern_greek_christmas_poems/)

 

 

-Ζωή Καρέλλη, «Παραμονή της Γέννησης»
1ο
Στον όγκο του χρόνου υπάρχει η στιγμή.
Επίσημη την τοιμάσαμε, τη θελήσαμε,
τοιμάσαμε την έκσταση, θελήσαμε τον θαυμασμό.
τοιμάσαμε την ανάταση, θελήσαμε τη χαρά,
τοιμάσαμε τη γιορτή, θελήσαμε τον εαυτό μας
γεμάτον έκσταση, θαυμασμό και χαρά.

«Εν ανθρώποις ευδοκία».
Βγαίνουν οι άνθρωποι,
λαλούν οι άνθρωποι στην παγερή έναστρη νύχτα
που λάμπει ιώδης και μαύρη,
κρυστάλλινη, διαυγής, διάφανη, άυλη.

Οι άνθρωποι είναι πολλοί μαζί
και μιλούν, γελούν κι απαντούν ο ένας στον άλλο,
πηγαίνουν ν’ ακούσουν και δεν ακούν
τη φωνή του ανθρώπου καν μέσα τους.
Ήσυχοι, κουρασμένοι, ανύποπτοι,
στέκονται και περπατούν, διαβαίνουν.
Οι άνθρωποι είναι γελαστοί.

Αύριο είναι γιορτή,
αύριο είναι διασκέδαση,
αύριο είναι ανάπαψη.
Οι άνθρωποι χαίρονται, χαίρονται,
πηγαίνουν, περπατούν, διαβαίνουν,
βλέπουν ό,τι έμαθαν να βλέπουν.

2ο

Δάκρυα εμποδίστε μου το βλέμμα.
Δάκρυα κλείστε μου τα μάτια.
Δάκρυα σκοτίστε μου το κοίταγμα.

Ψυχή χτυπημένη,
νικημένη απ’ τον ίδιον εαυτό μου,
ψυχή μου αφανισμένη απ’ το βάρος,
του ανθρώπινου σώματος δύσκολο βάρος,
δεν έχεις φωνή, ψυχή μου, ν’ ακουστεί,
για ν’ ακούσεις στης νύχτας το φέγγος
υπερούσια λόγια, ψυχή μου, δεν τοίμασες
συνοδεία αγγέλων στη νύχτα του σκότους δεν τοίμασες,
συνοδεία μέσ’ τη νύχτα για σένα δεν τοίμασες.
Σωπαίνεις και δεν ακούς
τη φωνή της έναστρης νύχτας ακόμα,
κινούνται τάστρα, το φέγγος κινείται
ιώδες και μαύρο, γαλάζιο,
κινούνται τακίνητα πάντα ακόμα,
ψυχή μονάχη, δίχως φωνή
παραμένεις, δίχως ακοή περιμένεις ακόμα
δεν έχεις φωνή να φωνάξεις
τον εαυτό σου στους άλλους
ανάμεσα να χαθείς, να βρεθείς
να μην είσαι μονάχη, ψυχή μοναχή.

3ο

Γέλια και μιλήματα,
φωνές γλυκές παιδιάτικες,
ψιλές φωνές γυναικείες
και βαριές αντρικές.
Ακούν όλοι∙ εκκλησία
τους κλείνει η έκκληση,
καλούν το παιδί
που υπάρχει υπέροχο,
την ασώματη υπερέχουσα ύλη

που το γεννά απείραχτη,
άφθαρτη, αειπάρθενη, διαρκής
παρθένος στους αιώνες των αιώνων.

4ο

Αμήν αμήν λέγω, Κύριε,
συγχώρησε την αδυναμία μου,
χώρον χάρισε στην αδυναμία μου, Κύριε,
με την αδυναμία μου να χωρέσω στην έκκληση
της ψυχής μου. Συγχώρεσε
την σκληρή κατάπτωση,
της σκληρότητας ψυχρής την κατάσταση,
της στείρας ψυχρότητας την κατάκτηση,
της σκληρότατης πτώσης τη στάση,
της ψυχής τη στειρότητα.

Εκείνος που δεν γεννά, δεν γεννάται,
δεν αναγεννάται ποτέ, Κύριε,
της Γέννησης «σκήνωσον εν εμοί»,
ο την Σάρραν και την Ελισσάβετ
γονίμους διδάξας, προς δόξαν σου αιώνιαν.
(Από τη συλλογή Πορεία, 1940)

(https://www.translatum.gr/forum/index.php/topic,1559.msg109334.html#msg109334)

Πες το με ποίηση (168ο): «Υπάρχω – ύπαρξη»….

-«Αγαπώ άρα υπάρχω»

(Ν. Βρεττάκος)

 

-«»Υπάρχω;» λες, κ’ ύστερα «δεν υπάρχεις!»»

(Κ. Καρυωτάκης)

 

-«Τι άδοξα που έχασα το στοίχη-
μα ανάμεσα στο “υπάρχω — δεν υπάρχω”».

(Βύρων Λεοντάρης)

 

-«Ο κόσμος μόνο όταν τον μοιράζεσαι υπάρχει…»

(Τάσος Λειβαδίτης)

 

ΕΔΩ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΥΠΑΡΞΕΙ ΑΝΤΙΡΡΗΣΗ

«Είν’ ένας θάνατος να βγεις απ’ το εγώ σου κύριε

μα όμως σε σώζει απ’ το θάνατο.»

(Ν. Καρούζος)

 

-Νίκος Εγγονόπουλος, «Υπάρχει θεός»

υπάρχει θεός!

ε! συ επίορκε

–ναι συ όπου ψευδόρκησες–
εσύ που έβλαψες με τόσην αλαφριά –τον πλησίον σου- συνείδηση
από τώρα ακούς στης νεκρικής σου ακολουθίας
τα ψαλσίματα
του πονηρού του πνεύματος τα γέλια
να σαρκάζουν;
ε! ψεύτη αστέ όσο κι αν προσπαθείς
τη μούρη σου
για συμπαθητική –κι ωραία κόμη- να μας δείξεις
μη χάνεσαι:
τη λούζει ολάκερη
της έρημης ψυχής σου η βρώμα
κι η ανανδρία
κι η ψευτιά

υπάρχει Θεός!

όπως του δίκαιου το κάθε τι θε να γενή χαλάλι
ο ανομήσας –μη σας νοιάζει- θα κριθεί

ακούσατε τα λόγια αυτά του ποιητή:
το άνομο ψωμί δεν ωφελεί
υπάρχει οπωσδήποτε Θεός:

τι κρίμα όμως ναν’ οι ανθρώποι τόσο λίγοι!

(από την ποιητική συλλογή ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ)

 

-Αντώνης Φωστιέρης, «Δεν σκέφτομαι – άρα υπάρχω»

 Σε θάλασσα καλοκαιριού που ανάσκελα
Λυμένα πια τα μέλη και ανασαίνοντας
Aλμύρα ήλιου, ολόκληρος
Στο δαχτυλάκι το μικρό της άνωσης
Λιώνει το βάρος του μυαλού
Mε απέραντο πορτοκαλί σκοτάδι που όρμησε
Ως τις κλειδώσεις
Tι εύκολα
Kαθώς αδειάζει κάθε ιδέα
Kι ανάστροφα
Pουφάει την αόρατη ευφροσύνη
του –να– μην
Ωσπου ολοκάθαρα: «Δεν σκέφτομαι – άρα υπάρχω»
αστράφτοντας
καρφώθηκε στη σκέψη μου
η σκέψη.

(Aντώνης Φωστιέρης, «Πολύτιμη λήθη», εκδ. Kαστανιώτη)

 

 

-Φερνάντο Πεσσόα, «ΑΡΧΙΖΩ ΝΑ ΓΝΩΡΙΖΩ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΟΥ. ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΩ…»

«Αρχίζω να γνωρίζω τον εαυτό μου. Δεν υπάρχω.

Είμαι το διάστημα ανάμεσα σ’ αυτό που θέλω να είμαι κι εκείνο που οι άλλοι με έκαναν,

Ή η μέση αυτού του διαστήματος, γιατί υπάρχει επίσης ζωή…

Είμαι αυτό, τελικά…

Σβήσε το φως, κλείσε την πόρτα και άσε να κάνουν θόρυβο οι παντόφλες στο διάδρομο.

Είμαι μόνος στο δωμάτιο με την απέραντη ηρεμία του εαυτού μου.

Είναι ένα σύμπαν φτηνό.»

(Φ. Πεσσόα (Άλβαρο ντε Κάμπος), Ποιήματα, Μτφ. Γιάννης Σουλιώτης)

 

 

-Γιάννης Πατίλης «Υπάρχω για να ληστεύω την ανυπαρξία»

 «Υπάρχω για να ληστεύω την ανυπαρξία.

Από κει κουβαλάω με κόπο

Υπέροχα ποιήματα.

Είναι διάφανα, φωτεινά κι ανέκφραστα.

Αλλά στο δρόμο μού πέφτουνε, σπάνε.

Τα μπαλώνω, τα κολλάω με λέξεις.

Με λέξεις που οι άνθρωποι λένε.

Μ’ αυτά που ξέρω, που βλέπω κι ακούω.

Και τα χαλάω μ’ αυτό που υπάρχει.»

(Ζεστό μεσημέρι, Αθήνα 1984)

 

-Αντόνιο Ματσάδο, [Διαβάτη, δεν υπάρχει δρόμος…]

«Όλα περνούν κι όλα μένουν,

αλλά δικό μας είναι το να περνάμε

να περνάμε κάνοντας δρόμους,

δρόμους πάνω στη θάλασσα.

Ποτέ δεν κυνήγησα τη δόξα,

ούτε ν’ αφήσω στη μνήμη

των ανθρώπων το τραγούδι μου.

Εγώ αγαπώ τους ανεπαίσθητους κόσμους,

τους αβαρείς και αβρούς,

σαν σαπουνόφουσκες.

Μ’ αρέσει να τους βλέπω να ζωγραφίζονται

από ήλιο και πορφύρα, να πετάνε

κάτω από το γαλανό ουρανό, να πάλλουν

κι αμέσως να σπάνε…

Ποτέ δεν κυνήγησα τη δόξα…

Διαβάτη, τα ίχνη σου είναι

μόνο ο δρόμος και τίποτε άλλο

Διαβάτη δεν υπάρχει δρόμος,

ο δρόμος γίνεται βαδίζοντας…

Βαδίζοντας γίνεται ο δρόμος

και γυρίζοντας το βλέμμα πίσω

φαίνεται το μονοπάτι

που ποτέ δε θα ξαναπατήσεις

Διαβάτη δεν υπάρχει δρόμος

μόνο απόνερα στη θάλασσα.»

*(Ο τίτλος του ποιήματος είναι «Caminante no hay camino», σε μτφ Βασίλη Λαλιώτη)

(Πηγή: http://www.toperiodiko.gr/)

 

 

-Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ, «Η ανορεξία της ύπαρξης»

 Δεν πεινάω, δεν πονάω, δε βρωμάω
ίσως κάπου βαθιά να υποφέρω και να μην το ξέρω
κάνω πως γελάω
δεν επιθυμώ το αδύνατο
ούτε το δυνατό
τα απαγορευμένα για μένα σώματα
δε μου χορταίνουν τη ματιά.
Τον ουρανό καμιά φορά
κοιτάω με λαχτάρα
την ώρα που ο ήλιος σβήνει τη λάμψη του
κι ο γαλανός εραστής παραδίνεται
στη γοητεία της νύχτας.
Η μόνη μου συμμετοχή
στο στροβίλισμα του κόσμου
είναι η ανάσα μου που βγαίνει σταθερή.
Αλλά νιώθω και μια άλλη
παράξενη συμμετοχή∙
αγωνία με πιάνει ξαφνικά
για τον ανθρώπινο πόνο.
Απλώνεται πάνω στη γη
σαν τελετουργικό τραπεζομάντιλο
που μουσκεμένο στο αίμα
σκεπάζει μύθους και θεούς
αιώνια αναγεννιέται
και με τη ζωή ταυτίζεται.
Ναι, τώρα θέλω να κλάψω
αλλά στέρεψε ως και των δακρύων μου η πηγή.

(«Η ανορεξία της ύπαρξης», 2011)

 

 

-Γιώργος Σαραντάρης, «Της Ύπαρξης»

«Ὕπαρξη,
Δῶρο στὴν ἁγνή μας οὐσία
Γέλιο ποὺ χαράζει
Τὴν παντοτινὴ νύχτα
Πάνω στὶς λεῦκες
Ἀπαράτησε τὸ στεφάνι σου

Φέρε στὸ κοιμισμένο δάσος
Τὸ θρόισμα τοῦ ὀνείρου,
Ποὺ ἐμᾶς τοὺς σιωπηλοὺς
Ἐξύπνησε»

Σὰν Πνοὴ τοῦ Ἀέρα», εκδόσεις ΕΡΜΗΣ)

 

 

-Νίκος Καρούζος, ΤΕΧΝΗ /ΒΕΛΟΣ/ ΠΡΟΣ ΥΠΑΡΞΗ

«Νύχτα του μεγάλου κόρνου. χωθήκαμε

στο ξωκκλήσι

γιομάτοι δέος απ’ τον ολόαγνο κοκκύτη

τ’ ουρανού

στοχάζοντας τη θύελλα ωσάν επίθεση

για να μας τραντάζει το μη-Είναι.

L’ heure de la laideur.

Ένας άξαφνος κλόουν σπάζει τ’ αβγό

του Πάσχα

την κόκκινη μύτη του πετάγοντας κίτρινο.»

(Ν. Καρούζος, Ποιήματα, Ίκαρος)

Πες το με ποίηση (167ο): «Μπορώ»….

-“Ας μπορούσε ανάβοντας το παιδί  μου ένα σπίρτο
να φωτίσει τον κόσμο”.

(Ν. Βρεττάκος)

 

-«Αν δεν μπορέσω να το δεις κι εσύ, μοιάζει σαν να μην το ’χω»

(Γ. Ρίτσος)

 

-«Δεν μπορώ να κρεμαστώ, έλεγε με παράπονο ‒η μεγάλη πυρκαγιά του δειλινού
μου καίει το σκοινί.»

(Τάσος Λειβαδίτης)

 

-“Μπορείς να κόψεις όλα τα λουλούδια, αλλά δεν μπορείς να εμποδίσεις την Άνοιξη να ‘ρθει” 

(Pablo Neruda)

 

 

-Κ. Π. Καβάφης, «Όσο μπορείς»

Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.

Μην την εξευτελίζεις πηαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνά κ’ εκθέτοντάς την
στων σχέσεων και των συναναστροφών
την καθημερινήν ανοησία,
ώς που να γίνει σα μια ξένη φορτική.

(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

 

 

-Γιώργος Σαραντάρης, «Ακόμα δεν μπόρεσα»

Ακόμα δεν μπόρεσα να χύσω ένα δάκρυ

πάνω στην καταστροφή

δεν κοίταξα ακόμα καλά τους πεθαμένους,

δεν πρόφτασα να δω πως λείπουνε

από τη συντροφιά μου,

πως έχασαν τον αέρα που εγώ αναπνέω

και πως η μουσική των λουλουδιών,

ο βόμβος των ονομάτων που έχουνε τα πράγματα

δεν έρχεται στ’ αυτιά τους·

ακόμα δεν χλιμίντρισαν τ’ άλογα

που θα με φέρουν πλάι τους.

Να τους μιλήσω,

να κλάψω μαζί τους

και ύστερα να τους σηκώσω όρθιους·

όλοι να σηκωθούμε σαν ένας άνθρωπος,

σαν τίποτα να μην είχε γίνει

σαν η μάχη να μην είχε περάσει πάνω από τα κεφάλια μας.

(http://www.sarantakos.com/kibwtos/sarantarhs_akoma.html)

 

 

-Ράντυαρντ Κίπλινγκ, «ΑΝ…»

Αν μπορείς να κρατάς το κεφάλι ψηλά όταν γύρω σου όλοι

τον εαυτό τους εχάσαν δειλά, και για τούτο μαζί σου τα βάζουν,

στον εαυτό σου αν μπορείς να ‘χεις πίστη όταν όλοι για σένα αμφιβάλλουν

μα κι αδιάφορος να ‘σαι κι ορθός στις δικές τους μπροστά αμφιβολίες,

αν μπορείς να υπομένεις χωρίς ν’ αποστάσεις ποτέ καρτερώντας,

ή μπλεγμένος με ψεύτες, μακριά να σταθείς, αν μπορείς απ’ το ψέμα

κι αν γενείς μισητός, να μη δείξεις στρατί στο δικό σου το μίσος,

κι ούτε τόσο καλός να φανείς κι ούτε τόσο σοφά να μιλήσεις,

αν μπορείς να ονειρεύεσαι δίχως να γίνεις του ονείρου σου σκλάβος,

αν μπορείς να στοχάζεσαι δίχως τη σκέψη να κάνεις σκοπό σου,

αν μπορείς την λαμπρήν ανταμώνοντας Νίκη ή τη μαύρη φουρτούνα,

να φερθείς με τον ίδιο τον τρόπο στους δυο κατεργάρηδες τούτους,

αν μπορείς να υποφέρεις ν’ ακούς την αλήθεια που ο ίδιος σου είπες,

στρεβλωμένη από αχρείους, να γενεί μια παγίδα για ηλίθιους ανθρώπους,

ή αν τα όσα η ζωή σού έχει δώσει αντικρίσεις συντρίμμια μπροστά σου,

κι αφού σκύψεις, ν’ αρχίσεις ξανά να τα χτίζεις με σκάρτα εργαλεία,

αν μπορείς να σωριάσεις μαζί τ’ αγαθά και τα κέρδη σου όλα,

κι αν τολμήσεις με μια σου ζαριά όλα για όλα να παίξεις

και να χάσεις τα πάντα και πάλι απ’ την πρώτη σου αρχή να κινήσεις,

και να μην ψιθυρίσεις ποτές ούτε λέξη για τα όσα έχεις χάσει,

κι αν μπορείς ν’ αναγκάσεις με βία, την καρδιά σου, τα νεύρα, το νου σου,

να δουλέψουν για σέναν ακόμα κι αφού τσακιστούνε στο μόχθο,

και ν’ αντέξεις σ’ αυτό σταθερά όταν τίποτε εντός σου δεν θα ‘χεις

άλλο εξόν απ’ τη θέληση που όρθια θα κράζει σε τούτα «Κρατάτε»,

αν μπορείς να μιλάς με τα πλήθη κι ακέριος στο ήθος να μένεις,

ή αν βρεθείς με ρηγάδες χωρίς τα μυαλά σου να πάρουν αέρα,

κι αν ποτέ, ούτε οι φίλοι ούτε οι εχθροί να σε κάνουν μπορούν να πονέσεις,

τον καθένα αν ζυγιάζεις σωστά και κανέναν πιο πρόσβαρα απ’ άλλον,

αν μπορείς να γεμίζεις το αμείλιχτο ένα λεφτό της κάθε ώρας

στην αξία των εξήντα μοιραίων δευτερόλεφτων της διαδρομής του,

τότε θα ‘ναι όλη η Γη σα δικιά σου, ως και κάθε που υπάρχει σε τούτη,

και —περισσότερο ακόμα— θε να ‘σαι ένας άνθρωπος πλέριος, παιδί μου.

http://users.sch.gr/symfo/sholio/kimena/xeni/kiplig_an.htm)

 

-ΕΜΙΛΥ ΝΤΙΚΙΝΣΟΝ, «ΑΝ ΜΠΟΡΩ»

Αν μπορώ να σταματήσω

μια καρδιά που πάει να σπάσει

Δεν θα ζήσω μάταια

.Αν μπορώ να απαλύνω

μιας ζωής την Οδύνη

Ή ηρεμήσω άλλου τον Πόνο

Ή να βοηθήσω

ένα μισολιπόθυμο Κοκκινολαίμη

Να μπει ξανά μες στη Φωλιά του

Δεν θα ζήσω μάταια

(http://hallofpeople.com/gr/text/ntikinson.pdf)

 

 

-Πάμπλο Νερούδα – Το Εικοστό από τα Ερωτικά Ποιήματα

Μπορώ να γράψω τους πιο θλιμμένους στίχους απόψε.

Να γράψω για παράδειγμα: ” Η νύχτα είν’ αστερόεσσα,
και τρέμουνε, γαλάζια, τ’ αστέρια μακριά”.

Ο άνεμος της νύχτας γυρνάει στον ουρανό και τραγουδά.

Μπορώ να γράψω τους πιο θλιμμένους στίχους απόψε.
Την αγάπησα και φόρες κι εκείνη μ’ αγαπούσε.

Νύχτες όπως αυτή την είχα μες στα χέρια μου.
Τη φίλησα τόσες φορές κάτω από τον απέραντο ουρανό.

Μ’ αγάπησε, κάποιες φορές κι εγώ την αγαπούσα.
Πως να μην αγαπήσω τα μεγάλα μάτια της τα έντονα.

Μπορώ να γράψω τους πιο θλιμμένους στίχους απόψε.
Να σκεφτώ πως δεν την έχω. να νιώσω πως την έχω χάσει.

Ν΄ακούσω την τεράστια νύχτα, πιο τεράστια χωρίς αυτήν.
Κι ο στίχος πέφτει στην ψυχή όπως στη χλόη η δροσιά.

Τί πειράζει που η αγάπη μου δεν γινόταν να την κρατήσει.
η νύχτα είν’ αστερόεσσα κι αυτή δεν είναι πια μαζί μου.

Αυτό ειν’ όλο. Στο βάθος κάποιος τραγουδά. Στο βάθος.
Δεν το δέχεται η ψυχή μου ότι πια την έχει χάσει.

Σαν για να την πλησιάσει η ματιά μου την ψάχνει.
Η καρδιά μου την ψάχνει, και δεν είναι πια μαζί μου.

Ίδια η νύχτα που λευκαίνει τα ίδια δέντρα
Εμείς, εκείνοι από το παρελθον, δεν είμαστε πια ίδιοι.

Πια δεν την θέλω, είναι σίγουρο, μα πόσο την αγάπησα.
Γύρευε άνεμο η φωνή μου την ακοή της για ν’ αγγίξει.

Του άλλου. Θα ‘ναι του άλλου. Όπως πριν των φιλιών μου.
Η φωνή, το φωτεινό κορμί της. Τ’ απέραντα μάτια της.

Πια δεν την αγαπώ, είναι σίγουρο, μα ίσως να την αγαπώ.
Είναι τόσο μικρή η αγάπη, κι είναι μεγάλη η λησμιονιά.

Γιατί νύχτες όπως αυτή την είχα μες στα χέρια μου,
και δεν το δέχεται η ψυχή μου ότι πια την έχει χάσει.

Αν και αυτός θα’ ναι ο τελευταίος πόνος που μου δίνει,
κι αυτοί θα’ ναι οι τελευταίοι στίχοι που τις γράφω.

(Πάμπλο Νερούδα: Είκοσι Ερωτικά Ποιήματα κι Ενα Τραγούδι Απελπισμένο,

μετ. Βασίλης Λαλιώτης)

 

 

-Μάριο Μαντούκα Γκόμεθ, «ΑΝ ΜΠΟΡΟΥΣΑ»

Αν μπορούσα μορφή να σου δώσω
όταν μονάχα στα όνειρα εμφανίζεσαι.
αν έστω μόνο μπορούσα να σε πλησιάσω
όταν πολύ μακριά σε νιώθω.
αν μπορούσα, μόνο με το να το επιθυμώ,
να σου μιλήσω όσο διαρκεί ένα σύντομο λεπτό,
αν μπορούσα μέσα σε σένα να εγκλωβιστώ
όταν φτάνει ο χειμώνας ο σκληρός
όλα θα άξιζαν τον κόπο…..Αν ήξερες πόσο καιρό περιπλανιόμουν
δίχως να συναντώ ένα δρόμο.
αν ήξερες την ένδεια ενός κόσμου
που την ισορροπία του έχει χάσει.
αν μπορούσες να μ’ ακούσεις στη σιωπή
δίχως έναν ήχο να προφέρεις.
θα ήξερες πως να κατανοήσεις αυτό που νιώθω
πως πια το ‘χεις κατανοήσει, ξέρω….

http://www.vakxikon.gr/

 

-ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΓΓΕΛΑΚΗΣ, «ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΑ»

«Θα μπορούσα ώρες ολόκληρες να ρουφώ
την αναπνοή σου αμίλητος ακούγοντάς σε
να μιλάς σαν ήχος βροχής σε λουλούδι
για θέματα αδιάφορα. Τόσο λίγο καταλαβαίνει
ο ένας τον άλλον, αλλά, ξέρεις, φθάνει
να βλέπω τό χέρι σου νά γυρνά
μια σελίδα βιβλίου μισοφωτισμένο απ’ τή λάμπα
ή την πλάτη σου να σκεπάζει την κάμαρα
και να σωπαίνω. Ο χρόνος έφερε
αυτό το απροσδόκητο μέσα μου:
σ’ έλαμψε τίμια και τώρα σε νιώθω
σαν πράσινη φωτιά να μεγαλώνεις.
Αθόρυβα που πατά η νύχτα, προνοητική
για ό,τι αφέθηκε ανεκπλήρωτο η ανείπωτο.»

http://www.poiein.gr/archives/197/index.html

 

 

-Ράινερ Μαρία ΡΙΛΚΕ, […Σβήσε τα μάτια μου…]

«Σβήσε τα μάτια μου, μπορώ να σε κοιτάζω

Τ’ αυτιά μου σφράγισε, να σ’ ακούω μπορώ.

Χωρίς τα πόδια μου μπορώ να ‘ρθω σ’ εσένα,

Και δίχως στόμα, θα μπορώ να σε παρακαλώ.

Κόψε τα χέρια μου, θα σε σφιχταγκαλιάζω,

Σαν να ήταν χέρια, όμοια καλά, με την καρδιά.

Σταμάτησέ μου την καρδιά

Και θα καρδιοχτυπώ με το κεφάλι

Κι αν κάμεις το κεφάλι μου συντρίμμια, στάχτη

Εγώ μέσα στο αίμα μου θα σ’ έχω πάλι.»

(Πηγή: https://itzikas.wordpress.com/)

 

 

-Γιώργης Παυλόπουλος, «ΤΗΣ ΓΥΦΤΙΣΣΑΣ»

Στην Ανθή

«Είπα σε μια Γύφτισσα
θέλω να γίνω γύφτος
να σε πάρω
Μπορείς μου λέει να φας για βράδυ
χόρτα πικρά χωρίς αλάτι
κι έπειτα να πλαγιάσεις;
Μπορώ της λέω
Μπορείς μου λέει να πλαγιάσεις
χωρίς να κλαις από το κρύο
πάνω στην παγωμένη λάσπη;
Μπορώ της λέω
Μπορείς μου λέει πάνω στη λάσπη
να μου ανάψεις το κορμί
και να το κάνεις στάχτη;
Αυτό κι’ αν το μπορώ της λέω
Μπορείς μου λέει τη στάχτη μου
να τη ρίχνεις στο κρασί σου
για να μεθάς πολύ, να με ξεχνάς;
Όχι αυτό, δεν το μπορώ της λέω
Γύφτος δε γίνεσαι μου λέει.»

(Περιοδικό ΟΡΟΠΕΔΙΟ #1, Αύγουστος 2006)

Πες το με ποίηση (1660): «Φεύγω – φυγή»…

-«Όμως εδώ τελείωσα. Ώρα να φύγω. Όπως θα φύγετε κάποτε κι εσείς. Και τα φαντάσματα της ζωής μου θα μ’ αναζητούν τώρα τρέχοντας μες στη νύχτα και τα φύλλα θα ριγούν και θα πέφτουν. Ετσι συνήθως έρχεται το φθινόπωρο. Γι’ αυτό, σας λέω, ας κοιτάξουμε τη ζωή μας με λίγη περισσότερη συμπόνοια/ μιας και δεν ήτανε ποτέ πραγματική.»

(Τάσος Λειβαδίτης)

 

-«…Μέσα στο ποίημα σε χάνω και δεν ξέρω
εσύ μου φεύγεις ή εγώ σου φεύγω ;
Πώς σκοτεινιάζω απ’ το δικό σου φέγγος…
Και δε με θέλω πια και δε με ξέρω…»

(Βύρων Λεοντάρης)

 

-Κώστα Γ. Καρυωτάκη, [Θέλω να φύγω πια από δω…]

Θέλω να φύγω πια από δω, θέλω να φύγω πέρα,
σε κάποιο τόπο αγνώριστο και νέο,
θέλω να γίνω μια χρυσή σκόνη μες στον αιθέρα,
απλό στοιχείο, ελεύθερο, γενναίο.

Σαν όνειρο να φαίνονται απαλό και να μιλούνε
έως την ψυχή τα πράγματα του κόσμου,
ωραία να ’ναι τα πρόσωπα και να χαμογελούνε,
ωραίος ακόμη ο ίδιος εαυτός μου.

Σκοτάδι τόσο εκεί μπορεί να μην υπάρχει, θεέ μου,
στη νύχτα, στην απόγνωση των τόπων,
στο φοβερό στερέωμα, στην ωρυγή του ανέμου,
στα βλέμματα, στα λόγια των ανθρώπων.

Να μην υπάρχει τίποτε, τίποτε πια, μα λίγη
χαρά και ικανοποίηση να μένει,
κι όλοι να λένε τάχα πώς έχουν για πάντα φύγει,
όλοι πως είναι τάχα πεθαμένοι.

[πηγή: Κ.Γ. Καρυωτάκης, Τα ποιήματα (1913-1928), επιμ. Γ.Π. Σαββίδης, Νεφέλη, Αθήνα 1992, σ. 129]

-Ευγένιος ΜακΚάρθυ, «Θα φύγω απ’ το καράβι μου»

«Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει…
Το καράβι που ταξιδεύει το λένε ΑΓΩΝΙΑ 937.»
(ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ)

Ναυτολογήθηκα στο «Σύνταγμα»

για 46 λιμάνια, μέρες 67·

καλό καράβι ταπέτα πέρα ώς πέρα, καθαρό

και μάστορας του μπριτζ ο Γκόρεν·

όλο χαρά και ξεγνοιασιά

—ο Ισμπράντσεν έτσι το διαφήμιζε—

καλοθάλασσο με το παραπάνω.

Αψηφώντας τις φουρτούνες του Ατλαντικού

σκαμπανεβάζοντας στις φουσκοθαλασσιές της Αφρικής

ήταν κάπως μεγάλο για τη Μεσόγειο,

σίγουρα για το Αιγαίο.

Με τέτοιο βύθισμα πώς να πλευρίσουμε

περιμέναμε αρόδο.

Ξενιτεμένος

έξω από τη γλώσσα σου, μεταφρασμένος

απ’ το καράβι «Αγωνία 937»

ανέβηκες βίαια στο καράβι μας,

με μια κραυγή για την Ελλάδα, Γιώργο Σεφέρη.

Με της Ελλάδας τις πληγές

μας πλήγωσες.

Μας πλήγωσες με το βαθύ βογκητό

γυναικών που ολόλυζαν μέσα από τους αιώνες —

και με τη ρηχή σιωπή

της θαμμένης φλογέρας.

Μας πλήγωσες

με το φόβο τον κοφτερό

του σπασμένου κουπιού, δείχνοντας τον τάφο

στ’ ακρογιάλι

και με τη μουγγή πίκρα του λιμανιού

όταν μισέψουν όλα τα καράβια.

Μας πλήγωσες με την ασπράδα

της αμυγδαλιάς της ανθισμένης

και με τα μαύρα αποκαΐδια

στα δεκατισμένα χωριά.

Μας πλήγωσες

με τη γλύκα του ροδιού

και με την πίκρα

της θαλασσινής αρμύρας.

Μας πλήγωσες

με τ’ αλαφρύ περπάτημα των παιδιών,

με τα βαριά μαρμάρινα κεφάλια

και με τις ασήκωτες πέτρες.

Μας πλήγωσες ώσμε το θάνατο

κι ώσμε τη ζωή.

Έντεκα λιμάνια μ’ απομένουν

όμως θα φύγω απ’ το καράβι μου

για να μπαρκάρω με το «Αγωνία 937».

(Απόδοση από τ’ αμερικανικά
(Ελλείψει άλλης χειρός)
Σκύρος, Αύγουστος 1969)

[πηγή: Γιώργος Σεφέρης, Τετράδιο Γυμνασμάτων Β΄, επιμ. Γ.Π. Σαββίδης, Ίκαρος, Αθήνα 1993, σ. 127-129]

(Μάλλον λιγότερο γνωστό είναι το γεγονός ότι ο Σεφέρης το 1969 απέδωσε από τα αμερικανικά, «ελλείψει άλλης χειρός» όπως σημειώνει, το ποίημα «Θα φύγω απ’ το καράβι μου» του Αμερικανού γερουσιαστή Ευγένιου ΜακΚάρθυ, που απευθύνεται στον Ελληνα ποιητή.)

 

-Γιάννης Π. Τζήκας, «Σε βλέπω να φεύγεις…»

«Να ταξιδεύεις θες

Ν’ αφήνεις πίσω τη ζωή σου

Να βρεις μιαν άλλη

Μα όπου και να πας πάλι θα φεύγεις

Θα φοράς το νυφικό της Οφηλίας

Και θα φεύγεις

Τάσεις φυγής σε δυναστεύουν…

Και γω χωρίς ποτέ να ‘χω ταξιδέψει

Έστω ναύτης

Σε τσακισμένο όνειρο

Σε μεθυσμένο τρεχαντήρι

Μένω εδώ…

Σε μένα, βλέπεις, τα φεγγάρια

Δε μιλάνε για ταξίδια…

Σε βλέπω να φεύγεις

Με το λυγμό μου σου φωνάζω

Πού πας; Πού μ’ αφήνεις;

Αν μου φύγεις

Της ζωντάνιας σου το φέγγος

Θα μου λείψει

Κι άλλο αστέρι

Δεν έχω από σένα

Στάσου μια στιγμούλα

Στάσου…

Θα περπατήσω στα κύματα

Του αγέρα που είσαι

Και θα σε φτάσω

Να σου χαρίσω ένα λουλούδι θέλω

Ένα «μη με λησμόνει»

Κι ύστερα φεύγεις…

Και τώρα που μόνος μένω

Καθώς χάνεσαι οπτασία στα νέφη

Θέλω να σου πω

Πως στα ταξίδια σου

Μια θλίψη πάντα διακρίνω

-αυτή μην τάχα θες ν’ αφήνεις πίσω;-

Κ’ είναι η θλίψη σου

Στα μύχια σου χωμένη

Και σε τραβάει και χάνεσαι

Σ’ ονείρωνε δαιδάλους…

Αχ, του μυχού τα μυστικά σου δείξε μου

Να βυθιστώ στη δύνη τους και γω μαζί τους

Το ψέμα, την αλήθεια σου να δω

Και πάρε με μαζί σου…

Σε βλέπω πάλι να φεύγεις

Αέρινη, κρινόλευκη

Και το λυγμό μου

Στη γλώσσα του ανέμου ακουμπώ

Να σου τον πέμψει

Αν ποτέ γυρίσεις

Θα ‘μαι εδώ να περιμένω

Μόνος, καταμόναχος

Με τη θύμησή σου

Με τη γλυκόπικρη γεύση

Του λειψού φιλιού στα χείλη»

(Πηγή: https://itzikas.wordpress.com/tag/%CF%84%CE%B1-%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%AE%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1-%CF%84%CE%B6%CE%AE%CE%BA%CE%B1%CF%82/)

-Χριστίνα, «Να μάθεις να φεύγεις…»

«Από την ασφάλεια τρύπιων αγκαλιών
Από χειραψίες που σε στοιχειώνουν
Από την ανάμνηση μιας κάλπικης ευτυχίας
Να φεύγεις -αθόρυβα, σιωπηλά, χωρίς κραυγές, μακρόσυρτους αποχαιρετισμούς

Να μην παίρνεις τίποτα μαζί, ούτε ενθύμια, ούτε ζακέτες για τον δρόμο
Να τρέχεις μακριά από δήθεν καταφύγια κι ας έχει έξω και χαλάζι
Να μάθεις να κοιτάς βαθιά στα μάτια όταν λες αντίο κι όχι κάτω ή το άπειρο
Να εννοείς τις λέξεις σου, μην τις εξευτελίζεις, σε παρακαλώ
Να μάθεις να κοιτάς την κλεψύδρα, να βλέπεις πως ο χρόνος σου τελείωσε.

Όχι αγκαλιές, γράμματα, αφιερώσεις, κάποτε θα ξανασυναντηθούμε αγάπη μου (Όλα τα βράδια και τα τραγούδια δεν θα είναι ποτέ δικά σας -αποδέξου το)

Να σταματήσεις να αγαπάς τον Μέλλοντα, όταν αυτό που έχεις είναι μόνο ο Ενεστώτας
Να φεύγεις από εκεί που δεν ξέρεις γιατί βρίσκεσαι -από κει που δεν ξέρουν γιατί σε κρατάνε
Να αποχωρίζεσαι τραγούδια που αγάπησες, μέρη που περπάτησες

Δεν έχεις τόσο περιορισμένη φαντασία όσο νομίζεις. Μπορείς να φτιάξεις ιστορίες ολοκαίνουριες, με ουρανό κι αλάτι. Να θυμίζουν λίγο φθινόπωρο, πολύ καλοκαίρι κι εκείνη την απέραντη άνοιξη.

Να φεύγεις από εκεί που δεν σου δίνουν αυτά που χρειάζεσαι. Από το δυσανάλογο, το μέτριο και το λίγο.
Να απαιτείς αυτό που δίνεις να το παίρνεις πίσω -δεν τους το χρωστάς.
Να μάθεις να σέβεσαι την αγάπη σου, τον χρόνο σου και την καρδιά σου

Μην πιστεύεις αυτά που λένε -η αγάπη δεν είναι ανεξάντλητη, τελειώνει

Η καρδιά χαλάει, θα τη χτυπάς μια μέρα και δεν θα δουλεύει

Να μη συγχωρείς όσους δεν σου έπλυναν τα πόδια σου με δάκρυα μετανοίας
Να καταλάβεις πως οι δεύτερες ευκαιρίες είναι για τους δειλούς, οι τρίτες για τους γελοίους

Μην τρέμεις την αντιστοιχία λέξεων-εννοιών, να ονομάζεις σχέση τη σχέση, την κοροϊδία, κοροϊδία

Να μαλώνεις τον εαυτό σου καμιά φορά που κάθεται και κλαψουρίζει σαν μωρό κι εσύ κάθεσαι και του δίνεις γλειφιτζούρι μη και σου στεναχωρηθεί το βυζανιάρικο
Να μάθεις να ψάχνεις για αγάπες που θυμίζουν Καζαμπλάνκα, όχι συμβάσεις ορισμένου χρόνου

Και. Να μάθεις να φεύγεις. Από εκεί που ποτέ πραγματικά δεν υπήρξες

Να φεύγεις κι ας μοιάζει να σου ξεριζώνουν το παιδί από τη μήτρα
Να φεύγεις από όσα νόμισες γι’ αληθινά, μήπως φτάσεις κάποτε σ’ αυτά.»

(Το κείμενο είναι της Χριστίνας και όχι του Μενέλαου Λουντέμη, όπως αποδίδεται στο διαδίκτυο)

(Πηγή: http://www.yposimeioseis.com/2014/07/blog-post_20.html )

-*Και η απάντηση στο παραπάνω κείμενο «Να μάθεις να φεύγεις» από την «Tάδε Έφη»

«Αν όλοι μάθουν να φεύγουν τότε ποιος θα μείνει να προσπαθήσει, να διορθώσει, να συγχωρήσει, να συγχωρεθεί, ν΄αγαπήσει, ν΄αγαπηθεί; Η φυγή δεν ήταν ποτέ θαρραλέα, η πιο εύκολη λύση είναι η λήθη. Και ποιο είναι το μάθημα τότε; Χαμένος χρόνος όλα; Στιγμές καταδικασμένες,αφού η ανάμνηση τους ίσως φέρει πόνο. Και ο εγωισμός στην πρώτη γραμμή,γιατί κάποιος κάποτε μας πλήγωσε και γίναμε καημένοι από ερωτευμένοι. Και προτιμούμε να θάψουμε ένα ολόκληρο κομμάτι τις ζωής μας που μας διαμόρφωσε σ΄αυτό που είμαστε σήμερα-πιο μνησίκακοι και εγωιστές αν προσκολληθούμε στον πόνο και τον θυμό,πιο ανθρώπινοι αν κατανοήσουμε τα λάθη και συγχωρήσουμε τον εαυτό μας και τον άλλο κι έτσι πιο κοντά στην ευτυχία και την ηρεμία. Μου κάνει εντύπωση πως τόσοι άνθρωποι ταυτίστηκαν με το μελοδραματικό «Να μάθεις να φεύγεις». Ακόμα κι εγώ, παθούσα η ίδια, δε συμφώνησα παρά ίσως σε δυο σημεία. Και ταυτίστηκες ακόμα κι εσύ, που από θύτης έγινες θύμα. Μπούρδες. Επειδή πάντα έφευγες βρέθηκες εδώ. Επειδή δεν έχεις μάθει να μένεις, να συμπαθείς, να συμπάσχεις, να συμμετέχεις, να αποδέχεσαι και να κατανοείς. Επειδή είναι πιο εύκολο να φεύγεις όπου βρεις δυσκολία και να ψάχνεις μάταια αλλού αυτό που δε σου χαρίστηκε όπως επιθυμούσες και προτίμησες να μη κάνεις τίποτα για να το αποκτήσεις. ‘Επρεπε μικρή μου βασίλισσα να σου ρθει έτοιμο, γιατί δεν είσαι μια κοινή θνητή, αυτός που σε αξίζει φαίνεται από χιλιόμετρα μακρυά, φέγγει σα πυγολαμπίδα και ο κώλος του όταν κλάνει σφυρίζει τ΄όνομα σου. Και θα ναι τόσο τέλειος που ποτέ δε θα σε πληγώσει, ούτε καν θα σε προβληματίσει. Και θα σ’ αγαπήσει γιατί είσαι τέλεια σε όλα και γ@μάτη, μέχρι να βαρεθείτε την τελειότητα σας και να ψάξετε εμάς τους ατελεις που μένουμε και ότι χαλάει το διορθώνουμε, δε το πετάμε. Και στην τελική, αν είναι να φύγεις, φύγε περήφανα, με το κεφάλι ψηλά και τις πληγές σου μάθημα, χωρίς να τρέχεις να ξεφύγεις από τις ίδιες σου τις επιλογές, ρίχνοντας στον άλλο την ευθύνη για τα δεινά σου. Γιατί έτσι, το μόνο που θα μάθεις, είναι να φεύγεις.»

(Πηγή: www.lifo.gr)

-ΓΙΑΝΝΗΣ ΕΥΘΥΜΙΑΔΗΣ, [Φεύγεις…]

*

«Φεύγεις την ώρα ακριβώς που σε σκέφτομαι.
Αφήνεις πίσω το λιγοστό άρωμα
της μνήμης σου
και τα δεσμά του μυαλού και του πόθου μου.
Φεύγεις, άρα υπάρχεις.
Eρχεσαι, όταν ζητάς να με υποτάξεις,
να παίξεις ανασύροντας τη φωνή μου
από τα έγκατα του ασύλληπτου. Ερχεσαι,
άρα σου ανήκω.
Ετσι φτιάχτηκε ο κόσμος για μας.
Αφηνέ με ν’ αγγίζω την αύρα σου έστω,
την άκρη απ’ τη σκιά σου έστω,
τη θέρμη στο μέρος που ακουμπούσες το χαρτί.
Υστερα κοίταζέ με
να σου αφήνω λέξεις πάνω στο σεντόνι.
να γίνομαι ποτάμι από σιωπές.
Γερνάμε μαζί αλλά
θα πεθάνω μόνο εγώ,
αγάπη μου.»
(από τη συλλογή «Γράμματα στον πρίγκιπα»,
Μικρή Αρκτος, 2010)

-Μαίρη Πέστροβα, «Δρομολόγιο φυγής»

[Αναμμένο καρβουνάκι

θυμιάματος

τα άδηλα

και τα κρύφια

καίω

ως άλλης

παραβολής

καιόμενη

βάτος]

Όταν θα φύγω

δρομολόγιο,

μη μου μελαγχολήσεις.

Θα “ναι δρομολόγιο φυγής

ή

ξεκαθαρίσματος λογαριασμών

από κείνη την ημέρα

την βροχερή

[όλα τα όμορφα

έρχονται εν μέσω τυφώνα

και παραμένουν

αυτοκόλλητα ανεξίτηλα,

να! εδώ κολλήστε το

σας παρακαλώ,

θέλω σαν πηγαίνω

στον καθρέπτη

να βλέπω μορφή

να βλέπω μάτια

να βλέπω χέρια]

Να βλέπω

στο κρύσταλλο

των ματιών μου,

υαλοκαθαριστήρες

το χαμόγελο,

αυτό,

με την λακουβίτσα

στο πλάι…

Όταν θα “χω φύγει

δρομολόγιο,

μη μου μελαγχολήσεις.

Θα “ναι δρομολόγιο φυγής,

μα δίστασα να στο φωνάξω.

(http://fractalart.gr/dromologio-fygis/)

 


-Κώστας Βάρναλης, «ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΦΥΓΗΣ»

Πάνω στου πελάου

το σπιθάτ’ αφρό

έστησα χορό,

φεύγω, αναχωρώ!

Έκανα φτερά

κι έγινα πουλί

γεια χαρά, καλή,

και μην κλαις πολύ.

Θάνατος εδώ

κι ανθρωποσφαγή.

Τούτ΄η μάβρη γη

κόκκινη πληγή.

Μέσα στην καρδιά

κόβω κάθε τι

που με συγκρατεί

με τη λάσπη αφτή,

Βούλωσα κι αφτιά

και μνημονικό,

για να μην ακώ

τίποτα κακό.

Ντύθηκα γαμπρός

από καινουργίς

άστρο της αυγής,

έβγα να με διεις.

Πάω για θεός

σε νησί τρανό

μες στο γαλανό

τον ωκεανό.

Άνεμος φυσά

παίρνει με και πα

κι η καρδιά χτυπά!

Όλα Χαρωπά!

Παίρνει με και πα

πούλουδο αλαφρό.

Πάντα με χορό

φέβγω, αναχωρώ!

(Κ. Βάρναλης, «Ποιητικά», εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1958)

 

-Μιχαήλ Μήτρας, «ΤΑΣΕΙΣ ΦΥΓΗΣ»

«να φύγει θέλει να φύγει να φύγει να δεν
θέλει να φύγει όμως δεν μπορεί να φύγει
πώς να φύγει πού να φύγει με τι να φύγει
να φύγουν θέλουν να φύγω να φύγουν να
φύγω θέλω να φύγω να φύγουν θέλουν να
δεν μπορώ να φύγω δεν μπορείς να φύγεις
θέλεις να φύγεις θέλουν να φύγουν όμως
δεν μπορείς να φύγεις να φύγεις να φύγεις
θέλουν να φύγουν θέλω να φύγω να φύγεις
μπορούν να φύγουν δεν μπορείς να φύγεις
να φύγω να φύγει να φύγει να φύγουν δεν»

(από τις «Διακριτικές Μεταβολές»
, συγκεντρωτική έκδοση ποιημάτων του, Εκδόσεις, Απόπειρα)

 

-Γιώργος Σεφέρης, «Φυγή»

Δεν ήταν άλλη η αγάπη μας

έφευγε ξαναγύριζε και μας έφερνε

ένα χαμηλωμένο βλέφαρο πολύ μακρινό

ένα χαμόγελο μαρμαρωμένο, χαμένο

μέσα στο πρωινό χορτάρι

ένα παράξενο κοχύλι που δοκίμαζε

να το εξηγήσει επίμονα η ψυχή μας.

H αγάπη μας δεν ήταν άλλη ψηλαφούσε

σιγά μέσα στα πράγματα που μας τριγύριζαν

να εξηγήσει γιατί δε θέλουμε να πεθάνουμε

με τόσο πάθος.

Κι αν κρατηθήκαμε από λαγόνια κι αν αγκαλιάσαμε

μ᾿ όλη τη δύναμή μας άλλους αυχένες

κι αν σμίξαμε την ανάσα μας με την ανάσα

εκείνου του ανθρώπου

κι αν κλείσαμε τα μάτια μας, δεν ήταν άλλη

μονάχα αυτός ο βαθύτερος καημός να κρατηθούμε

μέσα στη φυγή.»

(Γ. Σεφέρης, Ποιήματα, εκδ. Ίκαρος)

-Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, «Η φυγή»

«T’ άλογο! τ’ άλογο! Oμέρ Bριόνη,
το Σούλι εχούμησε και μας πλακώνει.
T’ άλογο! τ’ άλογο! ακούς, σουρίζουν
ζεστά τα βόλια τους, μας φοβερίζουν.

»Για ιδές, σα δαίμονες μας πελεκάνε!
Kάτου απ’ το βράχο τους πώς ροβολάνε!
Δες τα κεφάλια μας, δες τα κουφάρια
κυλάνε ανάκατα σαν να ’ν’ λιθάρια.

»T’ άλογο! τ’ άλογο! Aκούς πώς σκούζουν!
Oι λύκοι φθάσανε, ρυάζονται, γρούζουν.
Άνοιξ’ η κόλαση και μου ξερνάει
τον μαύρον κόσμο της για να με φάει.

»Bριόνη, πρόφθασε· ακόμη ολίγο,
κι από τα νύχια τους δε θα ξεφύγω.
T’ άλογο!… Γνώρισα τη φουστανέλα
του εχθρού μου τ’ άσπονδου Λάμπρου Tζαβέλα.

»Δεν τόνε βλέπετε, σα Xάρος φθάνει
ψηλ’ ανεμίζοντας το γιαταγάνι.
Nιώθω το χέρι του μες στην καρδιά,
που πάει σπαράζοντας τα σωθικά.

»Aνεμοστρόβιλος, θεοποντή,
όλα σα σίφουνας θα καταπιεί.
Tο μάτι επάνω μου άγρια στυλώνει,
μαχαίρι δίκοπο μέσα μου χώνει.

»Kρύο το σίδερο χωνεύει, σφάζει.
Aκούτε, ακούτε τον πώς μου φωνάζει.
Nιώθω το χνότο του φωτιά ζεστό,
πόρχετ’ επάνω μου σα να ’ναι φιό.

»T’ άλογο! τ’ άλογο, Oμέρ Bριόνη.
O ήλιος έπεσε, νύχτα σιμώνει…
Άστρα, λυτρώστε με· αυτή τη χάρη
ζητάει ο Aλήπασας, πιστό φεγγάρι.»

Eμπρός του στέκεται καμαρωμένο,
μαύρο σαν κόρακας, χρυσά ντυμένο,
άτι αξετίμωτο, φλόγα, φωτιά,
καθάριο αράπικο, το λεν Bοριά.

Xτυπάει το πόδι του, σκάφτει το χώμα,
δαγκάει το σίδερο πόχει στο στόμα.
Pουθούνια διάπλατα και τεντωμένα
αχνίζουν κόκκινα σαν ματωμένα.

Aκούει τον πόλεμο και χλιμιτάει.
T’ αυτιά του τέντωσε, άγρια τηράει.
Oλόρθ’ η χήτη του, ολόρθ’ η ορά,
λυγάει το σώμα του σαν την οχιά.

Σκώνεται λαίμαργο στα πισινά του.
Λάμπουν τα νύχια του, τα πέταλά του.
Λες και δεν έγγιζε κάτου στη γη…
Kρίμα που το ’θελαν για τη φυγή!…

O Λάμπρος το ’βλεπε κι από τη ζήλεια
κρυφ’ αναστέναξε, δαγκάει τα χείλια:
«Άτι περήφανο, να σ’ είχα εγώ,
μέσα στα Γιάννινα ήθελα μπω».

Ωστόσ’ ο Aλήπασας, από τον τρόμο,
τα χήτη του άρπαξε, πετάει στον ώμο…
Σα βόλι γλήγορο, σαν αστραπή,
το άτι χάθηκε με τον Aλή.

Φεύγουνε, φεύγουνε! Δίκαιη κατάρα!
Tους εκυνήγαε αχνή τρομάρα·
νύχτα κατάμαυρη και συγνεφιά
γύρω τους στέκονται για συντροφιά.

Λόγκους περάσανε, χαντάκια μύρια.
Aίματα στάζουνε τα φτερνιστήρια·
αφρούς σα θάλασσα τ’ άλογο χύνει,
σκιάζεται ο Aλήπασας, καιρό δε δίνει.

Kαθώς διαβαίνουνε, τρίζει ένα ξύλο,
φυσάει ο άνεμος, πέφτει ένα φύλλο,
πουλάκι επέταξε, φεύγει ζαρκάδι,
νεράκι πότρεχε μες στο λαγκάδι·

όλα ο Aλήπασας, όλα τρομάζει,
κρύος ο ίδρωτας βρύση τού στάζει.
T’ άλογο αυτιάζεται, δεν ανασαίνει,
τα πόδια εστύλωσε, λύκος διαβαίνει,

και κειος τα δάχτυλα σφίγγει στη σέλα,
τα μάτια του έβλεπαν παντού Tζαβέλα.
Παντού του φαίνονται πως είν’ κρυμμένα
σπαθιά που λάμπανε ξεγυμνωμένα.

Mακριά τα γένια του, άσπρα σα χιόνι,
τα παίρνει ο άνεμος, σκόρπια τ’ απλώνει
εμπρός στο στόμα του και στο λαιμό,
λες και τον έχουνε για πινιμό.

Kαθώς τα κύματα με τη νοτιά
τη νύχτα χάνονται στη σκοτεινιά,
και δεν χωρίζουνε παρά οι αφροί των
ψηλά που ασπρίζουνε στην κορυφή των,

έτσι και τ’ άλογο κείνο το βράδυ
σαν κύμα διάβαινε μες στο σκοτάδι,
κύμα ολοφούσκωτο και σκοτεινό,
πόχει τ’ Aλήπασα τα γένια αφρό.

Φεύγουνε, φεύγουνε! Πάντα τρεχάτοι.
Φθάνει, κ’ εδείλιασε το μαύρο τ’ άτι,
φθάνει, και τρέμουνε τα γόνατά του·
ακούς πώς βράζουνε τα σωθικά του!

Λυσσάει ο Aλήπασας και βλαστημά.
Tο φτερνιστήρι του χώνει βαθιά.
Tο άτι φούσκωσε, βαριά μουγκρίζει,
δίνει ένα πήδημα και γονατίζει.

H καρδιά μέσα του χτυπάει σφυρί,
τ’ αυτιά του γέρνουνε, πέφτει στη γη.
Σπαράζει, ανδρειεύεται και ροχαλιάζει,
απ’ τα ρουθούνια του το αίμα στάζει.

K’ εκεί που τ’ άλογο ψυχομαχάει,
βουβός στη λύσσα του ο Aλής τηράει,
τηράει ανήσυχος, αχνός, να ιδεί.
T’ αυτιά του ετέντωσε ν’ ακουρμαστεί.

Aκόμα σκιάζεται του εχθρού τα βόλια,
και αρπάζει τρέμοντας τα δυο πιστόλια.
T’ άτι το δύστυχο δίπλα στο χώμα
χτυπιέται, δέρνεται, βογκάει ακόμα,

και δεν τον άφηνε καλά ν’ ακούσει
αν κείν’ οι δαίμονες τον κυνηγούσι.
Άφριασ’ ο Aλήπασας, καίετ’, ανάφτει,
τα βόλια τόφτεψε μες στο ριζαύτι.

T’ άτι εταράχτηκε σαν το στοιχειό
και μ’ ένα μούγκρισμα μένει νεκρό.
Tο μάτι ακίνητο και καρφωμένο
έμειν’ επάνω του θολό, σβημένο.

Aκούει πατήματα, φωνές πολλές…
Aχ, τον επρόδωκαν οι πιστολιές!
Σιμώνει ο θόρυβος, το αίμα του πήζει,
έπιασε τ’ άλογο για μετερίζι.

Γιομίζει τ’ άρματα, και στο μαχαίρι
σιγά και τρέμοντας ρίχνει το χέρι.
Aκούει που φώναζαν «Bιζίρη Aλή».
K’ εκείνος έλιωνε σαν το κερί.

Πάλε φωνάζουνε! Kάθε φορά
ακούετ’ ο θόρυβος πλέον σιμά.
Tο μάτι ολάνοιχτο ο Aλής καρφώνει:
«Bοήθα με,» φώναξε, «Oμέρ Bριόνη!»

Έτσι ο Aλήπασας κυνηγημένος
μπαίνει στα Γιάννινα σαν πεθαμένος.
Όσο κι αν έζησεν, η φουστανέλα
του Λάμπρου τόστεκε στα μάτια φέλα.

(από το Aριστοτέλης Bαλαωρίτης B΄. Ποιήματα και Πεζά, Ίκαρος 1981)

Πες το με ποίηση (165ο): «Αγώνας – αγωνιστής»…

-«Η ποίηση πρέπει να ’ναι
ένας οδηγός μάχης κι ευτυχίας
ένα όπλο στα χέρια του λαϊκού αγωνιστή
μία σημαία στα χέρια της ελευθερίας…»

(Γιάννης Ρίτσος)

 

-«Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
δεν θα πάψεις ούτε στιγμή ν’ αγωνίζεσαι για την ειρήνη και για το δίκιο.
Θα βγεις στους δρόμους, θα φωνάξεις, τα χείλια σου θα ματώσουν απ’ τις φωνές
το πρόσωπό σου θα ματώσει από τις σφαίρες μα ούτε βήμα πίσω….»

(Τάσος Λειβαδίτης)

 

-«Δεν είμαστε ποιητές σημαίνει φεύγουμε,

σημαίνει εγκαταλείπουμε τον αγώνα,

παρατάμε τη χαρά στους ανίδεους,

τις γυναίκες στα φιλιά του ανέμου

και στη σκόνη του καιρού.

Σημαίνει πως φοβόμαστε

και η ζωή μάς έγινε ξένη,

ο θάνατος βραχνάς.»

(Γιώργος Σαραντάρης)

 

-«Θα ‘ναι φριχτό να φύγουμε έτσι, δίχως

μια πίστη, έναν αγώνα, μια κραυγή

-άνθρωποι που πεθάναν δίχως μια αμυχή…

άνθρωποι που «διελύθησαν ησύχως….»

(Βύρων Λεοντάρης)

 

 -Βύρων Λεοντάρης, «Γενική αίσθηση» [Αγάπη πάντοτε κι αγώνας]

(απόσπασμα)

«Αγάπη πάντοτε κι αγώνας θα σε πλάθουν και θα δίνουν

νόημα στον πυρετό της ύπαρξής σου, μ’ ένα φως

φτεροκοπώντας γύρω σου τις στάχτες να σου πλύνουν

-Σήκω! Της ζωής δε σταματάει ποτέ ο τρικυμισμός.

Αγάπη πάντοτε κι αγώνας θα μοιράζουνε το βάρος

της αίσθησής σου ίσα στους πόρους του κορμιού,

θα σου χαρίζουν βλήματα σ’ ένα λιβάδι θάρρος,

δάχτυλα πιο συγγενικά στη χλόη του χαδιού

κι όνειρα γήινα, ταιριαστά στο ανθρώπινό μας σχήμα.

Χωρίς αγάπη ειν’ ο αγώνας πανοπλία κενή,

χωρία αγώνα κάθε αγάπη πεθαμένο κύμα,

αίμα χωρίς σφυγμό, καΐκι δίχως το πανί.

Χωρίς αγώνα κι ο Ποιητής λιμνάζει και σαπίζει

κι από το σώμα του μαδάει του κόσμου μας η αφή,

της αδικίας ο αίνος γύρω του σαλπίζει

και σαν σκουλήκια που πηδούν στη βρόμικη τροφή,

ευθύς αρχίζουν άνθρωποι- φενάκες από ανθρώπους-

να του κουφώνουν και ζωή και δόξα κι ομορφιά.

Όμως η Γη μισεί τους βαλτοτόπους

και ο Ήλιος σκληρός, εκδικητής, ανοίγει τα πανιά,

ξεραίνει όλους τους βάλτους και δε μένει

στάχτη της στάχτης, λησμονιά της λησμονιάς

κι ο συρφετός των σκουληκιών πεθαίνει ενώ βυζαίνει

την προσδοκία μιας αηδίας πιο πλατιάς.

Αγάπη πάντοτε κι αγώνας θα συμπτύσσουν

τους μελανούς ορίζοντες στο χάδι του υψωμού

κι αφού τη νέα ζωή σου αθλοθετήσουν,

θα σε συνέχουν πάντα στην πορεία του λυτρωμού.

Τι δύσκολο το βάδισμα! Κάθε βήμα και πάλη

κάθε βήμα κι ηφαίστειο που η λύπη καταρρέει

σε κάθε βήμα μια αίσθηση σ’ εγκαταλείπει κι άλλη

προσηλυτίζει την ψυχή σου ευθύς και γλυκολέει:

“Ζει ο άνθρωπος κι ένας σφυγμός αν μείνει ακόμη,

ζει ο άνθρωπος κι αν μείνει μια πληγή,

ζει ο άνθρωπος κι αν μείνει μια συγγνώμη,

ζει ο άνθρωπος κι αν μείνει μια κραυγή.”…»

(Βύρων Λεοντάρης, Ψυχοστασία, ύψιλον/ βιβλία)

 

-Μπέρτολτ Μπρεχτ, «ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΟΠΟΙΟΣ ΜΕΝΕΙ, ΟΤΑΝ ΑΡΧΙΖΕΙ Ο ΑΓΩΝΑΣ»

«Σπίτι του όποιος μένει, όταν αρχίζει ο αγώνας

κι αφήνει άλλους για την υπόθεσή του να παλέψουν,

πρέπει να ξέρει (για να ’ναι προετοιμασμένος) ότι

όποιος δεν επήρε μέρος στον αγώνα

την ήττα αναγκαστικά θα μοιραστεί στο τέλος.

Και κάτι άλλο: ουδέποτε εν τέλει

αποφεύγει τον αγώνα

όποιος θέλει τον αγώνα ν’ αποφύγει –

καθώς

για του εχθρού του την υπόθεση θα ’χει παλέψει

όποιος για τη δική του δεν επάλεψε υπόθεση.»

(http://zbabis.blogspot.gr/2015/03/12-4.html)

 

-Μπέρτολτ Μπρεχτ, [Λες…]

«…Λες: πολύν καιρό αγωνίστηκες.
δε μπορείς άλλο πια ν’ αγωνιστείς.
Άκου λοιπόν: είτε φταις, είτε όχι
σαν δεν μπορείς άλλο να παλέψεις θα πεθάνεις.

Λες: πολύν καιρό ήλπιζες,
δεν μπορείς άλλο πια να ελπίσεις.
Ήλπιζες τι;
Πώς ο αγώνας θαν’ εύκολος;

Δεν είν’ έτσι.
Η θέση μας είναι χειρότερη απ’ όσο νόμιζες.

Είναι τέτοια που: αν δεν καταφέρουμε το αδύνατο
δεν έχουμε ελπίδα.
Αν δεν κάνουμε αυτό που κανείς δεν μπορεί να μας ζητήσει
θα χαθούμε.

Οι εχθροί μας περιμένουν να κουραστούμε.

Όταν ο αγώνας είναι στην πιο σκληρή καμπή του,
οι αγωνιστές έχουν την πιο μεγάλη κούραση.
Οι κουρασμένοι, χάνουν τη μάχη.»

 

-Π. Καρυώτη, «ΕΜΠΡΟΣ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ»

(απαγγέλθηκε στο βουνό, στις 28 του Οκτώβρη 1948, και προφανώς δημοσιεύθηκε σε έντυπο του ΔΣΕ)

«Με τ’ άρματα πάλι κι’ εμπρός στον αγώνα

Εμπρός τα καλά παλληκάρια, οι πατριώτες,

παιδιά του λαού μας, στρατιώτες του χρέους.

Εμπρός στον αγώνα με τ’ άρματα πάλι.

* * *

Χαλάσματα οι τύραννοι, κι’ αίμα και δάκρυ

γιομίζουν τον έρμο τον τόπο μας πάλι.

Θρηνούν οι μαννάδες, ορφάνεια και πίκρα,

μαχαίρι και βία, ερείπια ολούθε.

* * *

Μα η φλόγα της πίστης σου φέγγει στη νύχτα,

στρατέ του λαού της Ελλάδας δυο χρόνια.

Λιτόχωρο – Γράμμος, ο δρόμος π’ ανοίγει

με τ’ άξια σου τ’ άρματα, φτάνει στη νίκη.

* * *

Προχώρα, προχώρα!… Οι τύραννοι κάτου!

Για πάντα να φύγουν κι’ οι ξένοι δυνάστες.

Ζωή, λευτεριά στο λαό μας να φέρεις,

χαρά της ειρήνης ν’ αρθεί στην πατρίδα».

(Στη σελίδα «ΑΓΩΝΑΣ και ΤΕΧΝΗ» της εφημερίδας «ΕΞΟΡΜΗΣΗ», Χρόνος Γ’, φύλλο 40, 2 Δεκέμβρη 1948)

 

-ΠΕΤΕΡ ΒΑΙΣ, «Ο ΑΓΩΝΑΣ ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΕΙ»

«Πέθανε κει που τον χρειαζόμασταν

Πιο πολύ παρά ποτέ!

Γιατί πέθανε;

Τάχα ν’ αρρώστησε; Για λιποψύχησε;

Μήπως προσφέρθηκε για τη θυσία;

Μ’ αν ήταν άρρωστος, γιατί δεν τον βοηθήσαμε;

Ήταν σαν το Χριστό όταν τον κατέβασαν απ’ το Σταυρό…

Εγώ όμως μισώ του πόνου τους ηρωισμούς

Εγώ μισώ της ανάστασης τη μυστικοπάθεια

Εμείς τον εγκαταλείψαμε

Κει που έπρεπε να τον βοηθήσουμε μ’ όλη μας τη δύναμη.

Κι’ η γη που ρούφηξε το αίμα του δικιά του γη δεν ήταν,

Μονάχα κει που ζούμε είναι δικιά μας η γη.

Και τώρα τον βαφτίζουμε μάρτυρα

Να ξαλαφρώσουμε τις συνειδήσεις μας.

Ή μήπως κάνω λάθος;

Μήπως ήταν δυνατός, δραστήριος, γεμάτος πίστη;

Μήπως υπήρξε ο μόνος που τόλμησε;

Μήπως ο θάνατός του μας δίδαξε την ατολμία μας;

Μάθετε

Μάθετε

Μάθετε

Ο αγώνας εξακολουθεί.»

(Σύγχρονη σχολική ανθολογία, Ατραπός)

 

-Νικηφόρου Βρεττάκου, «Ελεγείο πάνω στον τάφο ενός μικρού αγωνιστή»

«Πάνω στο χώμα το δικό σου λέμε τ’ όνομά μας.
Πάνω στο χώμα το δικό σου σχεδιάζουμε τους κήπους και τις πολιτείες μας.
Πάνω στο χώμα σου Είμαστε. Έχουμε πατρίδα.

 Έχω κρατήσει μέσα μου την ντουφεκιά σου.
Γυρίζει μέσα μου ο φαρμακερός ήχος του πολυβόλου.
Θυμάμαι την καρδιά σου που άνοιξε κ’ έρχονται στο μυαλό μου
κάτι εκατόφυλλα τριαντάφυλλα
που μοιάζουνε σαν ομιλία του απείρου προς τον άνθρωπο.
Έτσι μας μίλησε η καρδιά σου.
Κ’ είδαμε πως ο κόσμος είναι μεγαλύτερος
κ’ έγινε μεγαλύτερος για να χωρά η αγάπη.

 Το πρώτο σου παιχνίδι, Εσύ.
Το πρώτο σου αλογάκι, Εσύ.
Έπαιξες τη φωτιά. Έπαιξες το Χριστό.
Έπαιξες τον Άι-Γιώργη και το Διγενή.
Έπαιξες τους δείχτες του ρολογιού που κατεβαίνουν απ’ τα μεσάνυχτα.
Έπαιξες τη φωνή της ελπίδας εκεί που δεν υπήρχε φωνή.
Η πλατεία ήταν έρημη. Η πατρίδα είχε φύγει.
Ήταν καιρός! Δε βάσταξε η καρδιά σου περισσότερο!
Ν’ ακούς κάτω απ’ τη στέγη σου τ’ ανθρώπινα μπουμπουνητά της Ευρώπης!
Άναψες κάτω απ’ το σακκάκι σου το πρώτο κλεφτοφάναρο.
Καρδιά των καρδιών! Κοίταξες τον ήλιο και προχώρησες..

 Ανέβηκες στο πεζοδρόμιο κ’ έπαιξες τον Άνθρωπο!»

[πηγή: Νικηφόρος Βρεττάκος, Τα ποιήματα, τ. 1, Τρία Φύλλα]

Post Navigation