Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (216ο): «Σταυρός – Τάφος & Επιτάφιος»

      

                                 Α’: ΣΤΑΥΡΟΣ

 

1.“Απρίλης: Άνοιξη! Δυο σταγόνες θάλασσα τα μάτια σου.

Μια καρδερίνα ανεβοκατεβαίνει σ’ έναν ξύλινο ΣΤΑΥΡΟ.”

(Γιάννης Ρίτσος)

 

 

 

  1. “Το άφθαρτο ξύλο: Ο σταυρός είναι δυο επιθυμίες.

Η μια επιθυμία που ερωτεύτηκε τα ουράνια

σμίγει και σταυρώνεται με την επιθυμία/ καθώς διασχίζει τη γη.

Κι ο Χριστός στο έαρ σταυρωμένος.”

(Ν. Καρούζος, Ποιήματα Α’)

 

 

 

  1. «Θεριὰ οἱ ἀνθρώποι, δὲ μποροῦν τὸ φῶς νὰ τὸ σηκώσουν!
    Δὲν εἶν᾿ ἀλήθεια πιὸ χρυσὴ σὰν τὴν ἀλήθεια τῆς σιωπῆς.
    Χίλιες φορὲς νὰ γεννηθεῖς, τόσες θὰ σὲ σταυρώσουν!»
    (Κ. Βάρναλης)

 

 

 

  1. Κωστής Παλαμάς, “Το Τραγούδι του Σταυρού”

Κ’ έγυρ’ Εκείνος το άχραντο κεφάλι και ξεψύχησε
στο μαύρο το κορμί μου απάνου·
άστρα γινήκαν τα καρφιά του μαρτυρίου του, άστραψα
κι από τα χιόνια πιο λευκός τα αιώνια του Λιβάνου.

 

Οι καταφρονεμένοι μ’ αγκαλιάσανε
και σα βουνά και σα Θαβώρ υψώθηκαν εμπρός μου·
οι δυνατοί του κόσμου με κατάτρεξαν
γονάτισα στον ήσκιο μου τους δυνατούς του κόσμου.

 

Τον κόσμο αν εμαρμάρωσα, τον κόσμο τον ανάστησα,
στά πόδια μου άγγελοι οι Καιροί, γύρω μου σκλάβες οι Ώρες.
Δείχνω μια μυστική Χαναάν στα γαλανά υπερκόσμια·
μα εδώ πατρίδες πάναγνες είσαστ’ εσείς, τρεις Χώρες!

 

Ω πρώτη εσύ, Ιερουσαλήμ! του βασιλιά προφήτη σου
μικρή είν’ η άρπα για να ειπή τη νέα μεγαλωσύνη.
Του Σολομώντα σου ο ναός μ’ αντίκρυσε, και ράγισε·
καινούργια δόξα ντύθηκαν της Ιουδαίας οι κρίνοι.

 

Κ’ ύστερα υψώθηκα σ’ εσένα, ω Πόλη, εφτάλοφο όραμα,
κ’ έγινα φως των ουρανών, το θάμα του Ιορδάνη,
τους Κωνσταντίνους φώτισα και τους Ηράκλειους δόξασα,
και τρικυμίες δεν έσβησαν εμέ, μηδέ Σουλτάνοι.

 

Και ύστερα, ταξιδευτής, ήρθα σ’ εσένα, ασύγκριτη,
Αθήνα, των ωραίων πηγή, των εθνικών κορώνα,
τον άγνωστο έφερα Θεό, και, απόκοτος, αψήφησα
την πολεμόχαρη Παλλάδα μεσ’ τον Παρθενώνα.

 

Και γνώρισα τους ιλαρούς θεούς και στεφανώθηκα
την αγριλιά της Αττικής, τη δάφνη απ’ την Ελλάδα,
και ω λόγος πρωταγροίκητος! του Γολγοθά το σύγνεφο
πήρε την άσπρη ομηρική του Ολύμπου λαμπεράδα.

 

Τα είδωλα τ’ αφρόντιστα και τα πασίχαρα έφυγαν,
αλλ’ ούτε πια μεθάει τη γη το ασκητικό μεθύσι,
ας λάμπη η μυστική χαρά στα γαλανά υπερκόσμια·
ειν’ εδώ κάπου μια ζωή, και είν’ άξια για να ζήσει.

 

Με τα κλαδιά της φοινικιάς νέα ωσαννά λαχτάρισα
σ’ εσένα, ω Γη Πανάγια και ω πρώτη μου πατρίδα.
Σ’ εσέ γυρνώ, Ιερουσαλήμ, κ’ ένα τραγούδι φέρνω σου·
Είναι πλασμένο από ψυχή και από φωνή Ελληνίδα!

 (απο τη συλλογη “Ασαλευτη Ζωη”)

 

 

  1. Κ. Καρυωτάκης, «Στο σταυρό»

 

«Κι ακλούθησε του Γολγοθά το δρόμο

φορώντας αγκαθένιο ένα στεφάνι

κι ένα σταυρό σηκώνοντας στον ώμο.

Αυτός που ’ρθε να ζήσει, να πεθάνει,

προς την Αλήθεια για ν’ ανοίξει κάποιο δρόμο.

 

Να Του καρφώσουν άφησε τα χέρια

και σα ληστή με τους ληστές κοιτούσε

να Τον κοιτάνε —οι ματιές σαν μαχαίρια.

Αυτός που τη χαρά μόνο σκορπούσε

και μοναχά για να βλογάει είχε τα χέρια.

 

Σαν άνθρωπος στα νύχια του θανάτου

παράδερνε, σαν άνθρωπος τη φύση

εχάιδεψε με τη στερνή ματιά Του.

Αυτός που είχε τη ζωή στον κόσμο χύσει

και που ήταν πάνω από τους νόμους του θανάτου.»

 (http://www.greek-language.gr/digitalResources/literature/tools/concordance/browse.html?cnd_id=8&text_id=1133)

 

 

 

  1. Τάκης Παπατσώνης, «Περί του Ξύλου»

«Ψυχή μου, ευλόγα σήμερα πρωί, όλη τη μέρα
και την ακολουθούσα νύχτα όλη, το σωτήριο τούτο Ξύλο.
Πηγάζει απ’ τα σκοταδερά έγκατα των δασών.
Εκεί είναι η βασιλεία του, στολισμένο με φύλλα θροούντα.
Εκεί έρχεται σε κοινωνία με τις δροσιές της Νύχτας, με τα θάμπη
των Ημερών. Εκεί του περιπλέχουνται οι κισσοί και οι άλλες
περιπλοκάδες, γεννώντας την ιδέα της ομορφιάς και της αγάπης.
Σπάνιο είναι να τ’ αφήσουν να γεράσει, να τη ζήσει
την αιώνια ζωή, και σπάνιο είναι κεραυνός να τόβρει,
μήνυμα επουράνιο, ένωση ουρανού και γης με λάμψη ακαριαία
και θάνατος στο δάσος, όπως πρέπει.
Ψυχή μου, ευλόγα και την ώραν,
οπότε ξεκινάμε με τα πελέκια μιαν αυγή, άκαρδο, δουλευτικό
σμήνος οι υλοτόμοι. Γουρμάζει τότες η γραμμένη
σιωπηλή στιγμή της θυσίας. Με τα πολλά καταπέφτει
το θειότατο ξύλο. Του αποξεραίνουνται οι χυμοί.
Ξερό απομένει· και όμως ξερό, δεν έρχεται ολότελα
να το ξενώσει η ξεραΐλα από τις φυσικές του επιρροές.
Το διαβιβρώσκει η υγρασία ή το φουσκώνει. Του ανοίγει
ο χρόνος τις ρωγμές. Πιάνει σαράκι. Εχτός αν το προορίζουνε
για τις φωτιές, οπότε πάλι τρίζει, τρίζει, και αφού αναλάμψει,
τέφρα γίνεται, καθώς όλα. Είπα όμως σήμερα της ψυχής μου
να γράψει για το Ξύλο εκείνο το προορισμένο από αιώνων,
για το Ξύλο, που η γέννησή του βαστάει από τις πρώτες
της γης μας φύτρες. Ετούτο εκόπη για να γίνει
Ζυγός μέγιστος, θαυματουργός Στατήρας,
που εστήθηκε στη μέσην ακριβώς του χρόνου
για να ζυγιάσει την κούφιαν έγνοια των ανθρώπων.
«Δεν είναι δάσος, που να προσφέρει ξύλο παρόμοιο».
Το Ξύλο αυτό δεν είναι διόλου ύλη απαθής.
Έχει ψυχή και δείχνει τη κάθε τόσο.
Ενώ κατάξερο είναι και κομμένο, όμως ανθεί
και μέσα του μυκάται και αναβράζει χυμός σεβάσμιος.
Δε θα ξετάξω το γιατί έφερε Λύτρωση το Ξύλο ετούτο.
Ούδε ποια Λύτρωση. Ψυχή μου, θέλω μόνο να ευλογήσεις
την ουσία του Ξύλου, οπόθε αχτινοβόλησε του κόσμου η λάμψη.
Και την ευγένεια που του εδόθη ένα πρωί, όταν ποτίστη
μέχρι του βάθους των φλεβών του από αίμα εξαγοραστικό
και ζωογόνο. Ποιο βάρος φορτώθηκε! Ποιον πόνο
φορτώθηκε! Όλου του κόσμου! Του καθηλώθησαν
όλοι οι δρυμοί της αγωνίας. Χαίρε, Σταυρέ, που μ’ όλα,
μονάχη ελπίδα εσύ αποβαίνεις στις ερημώσεις.»

 

(«Περί του Ξύλου», Εκλογή Α΄, Εκδόσεις Ίκαρος)

 

 

 

 

  1. Άννα Αχμάτοβα, «Σταύρωση»

 

«Μη εποδύρου μου, Μήτερ,

Καθορώσα εν τάφω…»

 

I

 Χορός αγγέλων δόξασε την υπερούσια μέρα

κι υψώθηκε  μεσ’ τη φωτιά στον ουρανό.

«Ίνα τι με εγκατέλιπες!», φώναξε στον πατέρα.

Και «Μη θρηνείς δι’ εμέ» είπε στη μητέρα.

 

 II

 Χτυπιόταν κι έκλαιγε η Μαγδαληνή

Κι ο αγαπημένος μαθητής πετρώνει

Εκεί όπου η Μάνα αγρυπνεί

Δεν τόλμησε κανείς να την κοιτάξει.

 

(Από την ποιητική της συλλογή “Ρέκβιεμ”)

 

 

 

  1. Νίκος Μυλόπουλος, «Η σταύρωση»

    Πολύχρωμα τ’ αυγά,
    Οι φωνές και οι πασχαλίτσες.
    Σκοτεινή η ψυχή,
    Η νυχτιά, οι Ιούδες.
    Ξαναφορώ σκεφτικός
    Την τριμμένη καρφίτσα της μοναξιάς.
    Χωρίς να το θέλει μ’ αγκυλώνει
    Θάνατοι τρυπάνε τη σκέψη μου.
    Ούτε και φέτος μονολογώ
    Ούτε δυο ούτε ένας ληστής
    Θα αγγίξουν δειλά το κορμί μου.
    Οι καμπάνες χτυπάν δυνατά
    Μες στα αίματα
    Η Ανάσταση φτάνει.

(Από τη συλλογή Παράκτιος πια ο έρωτας)

 

 

 

  1. Τάσος Ζερβός, «Ὁ λῃστὴς τοῦ ἀριστεροῦ σταυροῦ»

 

[ ]

Καὶ μόνο ὁ λῃστὴς τοῦ ἀριστεροῦ σταυροῦ

ποὺ εἶχε τόση πεῖρα ἀπὸ θανάτους

πού εἶδε λόφους σταυρωμένων στὸν ὁρίζοντα

τὸν περιπαίζει ὡς τὸ τέλος δίχως ἔλεος

Χωρὶς νὰ καταδέχεται τὰ μνήσθητι τοῦ ἄλλου.

Μ’ αὐτὸς πού στὰ βαθιά Του μάτια

ἡσύχαζε τῶν ἡμερῶν ἡ τάξη

πού ἤδη μετ’ ἀνόμων ἐλογίσθη

καὶ τώρα πιὰ τὴ μοναξιὰ Του ταξιδεύει

μὲ ἄλλα πουλιὰ πού ‘χασαν τὸν ὁρίζοντα

ἦχος πού μάταια γιὰ ὅμοιον ἦχο ἀκροᾶται,

τὸ βέβαιο εἶναι πώς θὰ τὸν εἶχε συμπαθήσει

(καὶ ἴσως ἂν θὰ μπορέσει θὰ μεσολαβήσει)

κι ὅσο γιὰ τ’ ἄλλα πού εἶπε

ἄσε τὸν ὄχλο νὰ πιστεύει

πώς στὸν ἐκ δεξιῶν ἀνήκει ἡ βασιλεία…

 

(Τάσος Ζερβός, «Τὰ ποιήματα» [ἅπαντα], Ροδακιό, 2004, συλλ. «Ἡ μεγάλη ἔρημος»)

 

 

 

                                    Β’: ΤΑΦΟΣ & ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ

 

 

  1. Κ. Καβάφης, «Λάνη τάφος»

 Ο Λάνης που αγάπησες εδώ δεν είναι, Μάρκε,
στον τάφο που έρχεσαι και κλαις, και μένεις ώρες κι ώρες.
Τον Λάνη που αγάπησες τον έχεις πιο κοντά σου
στο σπίτι σου όταν κλείεσαι και βλέπεις την εικόνα,
που αυτή κάπως διατήρησεν ό,τ’ είχε που ν’ αξίζει,
που αυτή κάπως διατήρησεν ό,τ’ είχες αγαπήσει.

Θυμάσαι, Μάρκε, που έφερες από του ανθυπάτου
το μέγαρον τον Κυρηναίο περίφημο ζωγράφο,
και με τι καλλιτεχνικήν εκείνος πανουργία
μόλις είδε τον φίλο σου κ’ ήθελε να σας πείσει
που ως Υάκινθον εξ άπαντος έπρεπε να τον κάμει
(μ’ αυτόν τον τρόπο πιο πολύ θ’ ακούονταν η εικών του).

Μα ο Λάνης σου δεν δάνειζε την εμορφιά του έτσι·
και σταθερά εναντιωθείς είπε να παρουσιάσει
όχι διόλου τον Υάκινθον, όχι κανέναν άλλον,
αλλά τον Λάνη, υιό του Pαμετίχου, Aλεξανδρέα.

 

(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

 

 

 

  1. Κωστής Παλαμάς, «Ο τάφος»

Ήσυχα και σιγαλά,
διψώντας τα φιλιά μας,
από τ’ άγνωστο γλιστράς
μέσα στην αγκαλιά μας.

Ώς κ’ η βαρυχειμωνιά
μ’ αιφνήδια καλοσύνη
κ’ ήσυχη και σιγαλή
σε δέχτηκε κ’ εκείνη.

Ήσυχα και σιγαλά
σε χάιδευεν ο αέρας,
της νυχτός ηλιόφεγγο
κι ονείρεμα της μέρας.

Ήσυχα και σιγαλά
μας γέμιζες το σπίτι,
γλύκα του κεχριμπαριού
και χάρη του μαγνήτη.

Ήσυχα και σιγαλά
ζούσε από σε το σπίτι,
ομορφιά τ’ αυγερινού
και φως τού αποσπερίτη.

Ήσυχα και σιγαλά
φεγγάρια, ω στόμα, ω μάτι,
μιαν αυγούλα σβήσατε
στο φονικό κρεββάτι.

Ήσυχα και σιγαλά
και μ’ όλα τα φιλιά μας,
γύρισες προς τ’ άγνωστο
μέσ’ απ’ την αγκαλιά μας.

Ήσυχα και σιγαλά,
ω λόγε, ω στίχε, ω ρίμα,
σπείρετε τ’ αμάραντα
στ’ απίστευτο το μνήμα!

(από τα Άπαντα, A΄, Mπίρης χ.χ.)

 

 

 

  1. Κωστής Παλαμάς, «Τάφοι του Κεραμεικού – Ω τάφοι!»

(Απόσπασμα)

«…Αρχαίοι τάφοι, πια κανείς δεν έρχεται σιμά σας

με στέφανα από σέλινο, με θλιβερούς υακίνθους,

να σας ραντίσει με κρασί, το μέλι να σας φέρει.

Αλλ’ όμως, τάφοι αγνώριστοι, χαρά σ’ εσάς! καντήλα

καμιά δεν καίγει επάνω σας, λιβάνι δε μυρίζει,

γονατιστός ο υποκριτής μπροστά σας δε χτυπιέται,

σωπαίνουν οι αναστεναγμοί, τα δάκρυα πια δεν τρέχουν,

και πανηγύρια ανίερα ποτέ δε σας ταράζουν,

και σας φυλάγει η μοναξιά κι η σιγαλιά σάς έχει·

δε σας ισκιώνουν θλιβερά τα κυπαρίσσια, ω τάφοι,

ούτε λουλούδια ολόδροσα φυτρώνουν στα πλευρά σας,

ώς και το χόρτο σπάνιο κι ανάρια ανάρια βγαίνει,

δυο τρία αγριοβότανα σας συντροφεύουν μόνο,

και σα να θέλουν να σας πουν πως ο καιρός και η φύση

σκληρά για σας, κρύβουν για σας μονάχα καταφρόνια.

Για σας δεν έχει τίποτε κι η Φύσις η μητέρα,

δεν έχει τίποτε, γιατί δεν είστ’ εσείς παιδιά της·

γιατί μιαν άλλη, όμοια τρανή και δυνατή μητέρα,

γαλήνια και αθάνατη και θεία μητέρα, η Τέχνη

σας γέννησε, σας γλίτωσεν απ’ του Καιρού τα χέρια,

έδιωξεν αποπάνω σας τη θλίψη του θανάτου,

έριξ’ επάνω σας το φως των ιερών λειψάνων,

κι από την πρώτη τη στιγμή που εβγήκατε καινούρια

απ’ τα χέρια της τ’ αγνά, κι ίσαμε τώρα, εκείνη

σας ντύνει με τα χέρια της, με τα δικά της πλούτη,

με χίλια κάλλη της ζωής, με κάθε τι που είναι

παλικαρίσιο κι όμορφο, καλό και τιμημένο!

Τάφοι γεμάτοι ενέργεια, τάφοι, ζωή γεμάτοι!

Μπροστά σας δε συντρίβομαι και δεν ανατριχιάζω,

καθώς την ώρα την πικρή που σκύβω εκεί στην πλάκα

αγαπημένου μου νεκρού και φίλου και δικού μου.

Δε νιώθω από το φόβο μου τα γόνατα λυμένα,

δε βλέπω πως επλάστηκα για χώμα από το χώμα,

και πως με ζώνει τ’ Άπειρο που δεν μπορώ να νιώσω.

Δε με ταράζ’ η κόλαση με τις φοβέρες μαύρη,

και δε με φτάνει της Εδέμ η μυστική ευωδία.

Ξέρω πως είμαι άνθρωπος και τί η ζωή στοιχίζει,

ξέρω πως είμαι άνθρωπος κι είμαι γι’ αυτό περήφανος!

Κι όταν ο μέγας μας θεός και της Αθήνας ο ήλιος

μεσημεριάζει ολόφωτος επάνω από τους τάφους

δε βρίσκω κι άλλη μια μεριά, πιο άγια, πιο παρθένα

για να χαρώ τον ήλιο μας και για να διαλαλήσω

τη θεϊκή τη δόξα του και της ζωής τη δόξα

άλλη απ’ τους έρημους αυτούς κι ευλογημένους τάφους!

 

Χαίρετε τάφοι ερημικοί, κι ευλογημένοι τάφοι!

πολλά μού φανερώνετε, περίσσια μού εξηγάτε,

όμως ανάμεσα σ’ εσάς τρεις μοναχά, τρεις τάφοι,

με τρεις εικόνες ζωντανές κι οι τρεις σας πλουτισμένοι

είστε παλιοί μου σύντροφοι και αδέρφια μου είστ’ εγκάρδια!

Και καθεμία εικόνα σας αυτή είναι κι η ψυχή σας

κι έχ’ η ψυχή του καθενός ξεχωρισμένη γλώσσα.»

(http://www.greek language.gr/digitalResources/literature/tools/concordance/browse.html?cnd_id=7&text_id=1254)

 

 

 

  1. Μιχάλης Γκανάς, «Τον τάφο μου τον θέλω στα Χαυτεία»

«Αφίσες με τραβούν απ’ το μανίκι,
Αθήνα μου γεμάτη καλλιστεία.
Τον τάφο μου τον θέλω στα Χαυτεία,
είκοσι χρόνια σού πληρώνω νοίκι.

Στον ύπνο να περνούν βουνά και δάση,
νεράιδες φασκιωμένες μαύρα ρούχα.
Κάτι σαν άχτι μουλαριού που σου ‘χα
σε ποιο λεωφορείο το ‘χω χάσει.

Ποια τρέλα, πες μου, με χτυπάει στις φτέρνες
και φεύγω και κυλάω σαν το τόπι,
με γήπεδα μουγγά και με ταβέρνες

στα σωθικά. Οι άνθρωποι κ’ οι τόποι,
ξένοι που μοιάζουν στις φωτογραφίες
που βγάζαμε σε άλλες ηλικίες.»

(από τη συλλογή «Μαύρα λιθάρια», Καστανιώτης)

 

 

  1. «Επιτάφιος θρήνος»

(αποσπάσματα)

«Η ζωή εν τάφω
κατετέθης, Χριστέ,
και αγγέλων στρατιαί εξεπλήττοντο,
συγκατάβασιν δοξάζουσαι την σην.

Άξιον εστί
μεγαλύνειν σε των πάντων κτίστην·
τοις σοις γαρ παθήμασιν έχομεν
την απάθειαν, ρυσθέντες της φθοράς.

Αι γένεαι πάσαι
ύμνον τη ταφή σου
προσφέρουσι, Χριστέ μου.

Ω γλυκύ μου έαρ,
γλυκύτατον μου τέκνον,
που έδυ σου το κάλλος;»

 

 

 

  1. Γιάννης Ρίτσος, «Επιτάφιος«

(αποσπάσματα)

(Θεσσαλονίκη. Μάης του 1936. Μια μάνα, καταμεσίς του δρόμου,
μοιρολογάει το σκοτωμένο παιδί της. Γύρω της και πάνω της,
βουΐζουν και σπάζουν τα κύματα των διαδηλωτών — των απερ-
γών καπνεργατών. Εκείνη συνεχίζει το θρήνο της):

I

Γιε μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου, καρδούλα της καρδιάς μου,
πουλάκι της φτωχειάς αυλής, ανθέ της ερημιάς μου,

Πώς κλείσαν τα ματάκια σου και δε θωρείς που κλαίω
και δε σαλεύεις, δε γροικάς τα που πικρά σου λέω;

Γιόκα μου, εσύ που γιάτρευες κάθε παράπονό μου,
που μάντευες τί πέρναγε κάτου απ’ το τσίνορό μου,

Τώρα δε με παρηγοράς και δε μου βγάζεις άχνα
και δε μαντεύεις τις πληγές που τρώνε μου τα σπλάχνα;

Πουλί μου, εσύ που μου ’φερνες νεράκι στην παλάμη
πώς δε θωρείς που δέρνουμαι και τρέμω σαν καλάμι;

Στη στράτα εδώ καταμεσίς τ’ άσπρα μαλλιά μου λύνω
και σου σκεπάζω της μορφής το μαραμένο κρίνο.

Φιλώ το παγωμένο σου χειλάκι που σωπαίνει
κ’ είναι σα να μου θύμωσε και σφαλιγμένο μένει.

Δε μου μιλείς κ’ η δόλια εγώ τον κόρφο, δες, ανοίγω
και στα βυζιά που βύζαξες τα νύχια, γιε μου, μπήγω.

II

Κορώνα μου, αντιστύλι μου, χαρά των γερατειώ μου,
ήλιε της βαρυχειμωνιάς, λιγνοκυπάρισσό μου,

Πώς μ’ άφησες να σέρνουμαι και να πονώ μονάχη
χωρίς γουλιά, σταλιά νερό και φως κι ανθό κι αστάχυ;

Με τα ματάκια σου έβλεπα της ζωής κάθε λουλούδι,
με τα χειλάκια σου έλεγα τ’ αυγερινό τραγούδι.

Με τα χεράκια σου τα δυο, τα χιλιοχαϊδεμένα,
όλη τη γης αγκάλιαζα κι όλ’ είτανε για μένα.

Νιότη απ’ τη νιότη σου έπαιρνα κι ακόμη αχνογελούσα,
τα γερατειά δεν τρόμαζα, το θάνατο αψηφούσα.

Και τώρα πού θα κρατηθώ, πού θα σταθώ, πού θα ’μπω,
που απόμεινα ξερό δεντρί σε χιονισμένο κάμπο;

Γιε μου, αν δε σου ’ναι βολετό να ’ρθεις ξανά σιμά μου,
πάρε μαζί σου εμένανε, γλυκειά μου συντροφιά μου.

Κι αν είν’ τα πόδια μου λιγνά, μπορώ να πορπατήσω
κι αν κουραστείς, στον κόρφο μου, γλυκά θα σε κρατήσω.

III

Μαλλιά σγουρά που πάνω τους τα δάχτυλα περνούσα
τις νύχτες που κοιμόσουνα και πλάι σου ξαγρυπνούσα,

Φρύδι μου, γαϊτανόφρυδο και κοντυλογραμμένο,
—καμάρα που το βλέμμα μου κούρνιαζε αναπαμένο,

Μάτια γλαρά που μέσα τους αντίφεγγαν τα μάκρη
πρωινού ουρανού, και πάσκιζα μην τα θαμπώσει δάκρυ,

Χείλι μου μοσκομύριστο που ως λάλαγες ανθίζαν
λιθάρια και ξερόδεντρα κι αηδόνια φτερουγίζαν,

Στήθεια πλατιά σαν τα στρωτά φτερούγια της τρυγόνας
που πάνωθέ τους κόπαζε κ’ η πίκρα μου κι ο αγώνας,

Μπούτια γερά σαν πέρδικες κλειστές στα παντελόνια
που οι κόρες τα καμάρωναν το δείλι απ’ τα μπαλκόνια,

Και γω, μη μου βασκάνουνε, λεβέντη μου, τέτοιο άντρα,
σου κρέμαγα το φυλαχτό με τη γαλάζια χάντρα,

Μυριόρριζο, μυριόφυλλο κ’ ευωδιαστό μου δάσο,
πώς να πιστέψω η άμοιρη πως μπόραε να σε χάσω;

ΙV

Γιε μου, ποια Μοίρα στο ’γραφε και ποια μου το ’χε γράψει
τέτοιον καημό, τέτοια φωτιά στα στήθεια μου ν’ ανάψει;

Πουρνό-πουρνό μου ξύπνησες, μου πλύθηκες, μου ελούστης
πριχού σημάνει την αυγή μακριά ο καμπανοκρούστης.

Κοίταες μην έφεξε συχνά-πυκνά απ’ το παραθύρι
και βιάζοσουν σα να ’τανε να πας σε πανηγύρι.

Είχες τα μάτια σκοτεινά, σφιγμένο το σαγόνι
κ’ είσουν στην τόλμη σου γλυκός, ταύρος μαζί κι αηδόνι.

Και γω η φτωχειά κ’ η ανέμελη και γω η τρελλή κ’ η σκύλα,
σου ’ψηνα το φασκόμηλο κι αχνή η ματιά μου εφίλα

Μια-μια τις χάρες σου, καλέ, και το λαμπρό σου θώρι
κι αγάλλομουν και γέλαγα σαν τρυφερούλα κόρη.

Κι ουδέ κακόβαλα στιγμή κι ουδ’ έτρεξα ξοπίσω
τα στήθεια μου να βάλω μπρος τα βόλια να κρατήσω.

Κ’ έφτασ’ αργά κι, ω, που ποτές μην έφτανε τέτοια ώρα
κι, ω, κάλλιο να γκρεμίζονταν στο καύκαλό μου η χώρα.

V

Σήκω, γλυκέ μου, αργήσαμε· ψηλώνει ο ήλιος· έλα,
και το φαγάκι σου έρημο θα κρύωσε στην πιατέλα.

Η μπλε σου η μπλούζα της δουλειάς στην πόρτα κρεμασμένη
θα καρτεράει τη σάρκα σου τη μαρμαρογλυμμένη.

Θα καρτεράει το κρύο νερό το δροσερό σου στόμα,
θα καρτεράει τα χνώτα σου το ασβεστωμένο δώμα.

Θα καρτεράει κ’ η γάτα μας στα πόδια σου να παίξει
κι ο ήλιος αργός θα καρτερά στα μάτια σου να φέξει.

Θα καρτεράει κ’ η ρούγα μας τ’ αδρό περπάτημά σου
κ’ οι γρίλιες οι μισάνοιχτες τ’ αηδονολάλημά σου.

Και τα συντρόφια σου, καλέ, που τις βραδιές ερχόνταν
και λέαν και λέαν κι απ’ τα ίδια τους τα λόγια εφλογιζόνταν

Και μπάζανε στο σπίτι μας το φως, την πλάση ακέρια,
παιδί μου, θα σε καρτεράν να κάνετε νυχτέρια.

Και γω θα καρτεράω σκυφτή βραδί και μεσημέρι
να ’ρθεί ο καλός μου, ο θάνατος, κοντά σου να με φέρει.

[…]

ΙΧ

Ω, Παναγιά μου, αν είσουνα, καθώς εγώ, μητέρα,
βοήθεια στο γιο μου θα ’στελνες τον άγγελο από πέρα.

Κι, αχ, Θε μου, Θε μου, αν είσουν Θεός κι αν είμασταν παιδιά σου
θα πόναγες, καθώς εγώ, τα δόλια πλάσματά σου.

Κι αν είσουν δίκαιος, δίκαια θα μοίραζες την πλάση,
κάθε πουλί, κάθε παιδί να φάει και να χορτάσει.

Γιε μου, καλέ μου τα ’λεγε το γνωστικό σου αχείλι
κάθε φορά που ορμήνευε, κάθε φορά που εμίλει:

Εμείς ταγίζουμε τη ζωή στο χέρι: περιστέρι,
κ’ εμείς ούτ’ ένα ψίχουλο δεν έχουμε στο χέρι.

Εμείς κρατάμε όλη τη γης μες στ’ αργασμένα μπράτσα
και σκιάχτρα στέκουνται οι Θεοί κι αφέντη έχουνε φάτσα.

Αχ, γιε μου, πια δε μου ’μεινε καμιά χαρά και πίστη,
και το χλωμό και το στερνό καντήλι μας εσβήστη.

Και, τώρα, επά σε ποια φωτιά τα χέρια μου θ’ ανοίγω,
τα παγωμένα χέρια μου ναν τα ζεστάνω λίγο;

(πηγή: Γιάννης Ρίτσος, Ποιήματα 1930-1942, τ. Α΄, Κέδρος)

 

 

 

 

Advertisements

Πες το με ποίηση (215ο): «ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ»

Μανώλης Μητσιάς – Χάθηκε η Επανάστασή Μας

 

  1. Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

 

η επανάσταση

θα καταργήσει την ιδιοκτησία

το κέρδος

κάθε μορφής εξουσία

την αλλοτρίωση του ανθρώπου

τους κίναιδους που γράφουν στίχους

προ πάντων τους τελευταίους

 

απελπισμένα θα χτυπήσουν τα φτερά τους

και, κρά – κρά, θα χαθούν προς τη δύση

 

και τότε θα ξαναπούμε πως

η επανάσταση δεν έχει αρχή και τέλος

γεννιέται και πεθαίνει κάθε στιγμή

η επανάσταση κυνηγάει τη χίμαιρα

είναι ένα ποίημα με όπλο

μια μήτρα γεμάτη σπέρμα

ένας έρωτας της αρμονίας τού γίγνεσθαι

κι ακόμα είναι

ψωμί για τα παιδιά του κόσμου

 

η επανάσταση αγναντεύει το άπειρο

ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ,   «Τα αναρχικά» 1979

 

 

 

*****

 

 

  1. ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΕΠΙΤΑΦΙΟ ΚΑΙ  ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟ

    γεννήθηκε ισπανός
    αν έχει η φλόγα εθνικότητα

    ήταν ένας απλός εργάτης
    που έζησε σε τρώγλες
    σε τρύπες τοίχων
    και πίσω από οδοφράγματα

    δεν έμαθε πολλά
    να μιλάει μοναχά με τον ήλιο
    να μην φοβάται τα ερείπια
    έτσι να χτίζει καλύτερα

    γκρέμισε τον αρχιεπίσκοπο της σαραγκόσα
    ο βίαιος
    πυρπόλησε τις μητροπόλεις
    ο κακοποιός
    χτύπησε τον βασιλιά και τις τράπεζες
    ο ληστής
    περιπλανήθηκε στη νότια αμερική
    ο αλήτης
    τέσσερα κράτη τον καταδίκασαν σε θάνατο
    όμως αυτός
    είχε όλα τα κράτη καταδικάσει
    όλες τις κυβερνήσεις
    κλαίγοντας και γελώντας σαν παιδί
    μπροστά στην οδύνη του ανθρώπου

    στην ισπανία γύρισε
    να πολεμήσει για την επανάσταση
    να καταχτήσει τη ζωή και το μέλλον
    γνωρίζοντας πως θάνατος δεν υπάρχει

    σκοτώθηκε στη μαδρίτη
    μπροστά στην υποδειγματική φυλακή
    για να μην υπάρχουν φυλακισμένοι στον κόσμο

    ο μπουεναβεντούρα ντουρρούτι
    σαν φλόγα καυτή
    άναψε πολλές καρδιές

 

ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ, ΤΑ ΑΝΑΡΧΙΚΑ

 

*****

 

  1. Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ  ΟΥΤΟΠΙΑΣ

στον Τόλη Νικηφόρου

Κάποτε θεέ μου θα σου μιλήσω για την επανάσταση
για μια παμπάλαια στιγμή που αιωρείται στον ύπνο μας
για τη βουή στο βάθος μέσα των αρτηριών.
Όσο το αίμα μου κυλάει στις φλέβες
όσο υπάρχω κάτω απ’ το υγρό
βάρος των άστρων,
πρέπει να σου μιλήσω
για τις χίμαιρες του κύτταρου
τα παιδιά δίχως νιότη
τα πεινασμένα κορμιά που καμπυλώνουν
δίχως όνειρα, θα σου πω,
για τη φωνή μας που εκβάλλει στο τίποτα
κι ακόμα
θέλω να σου μηνύσω,
με το σώμα, με σινιάλα,
λαχανιασμένα ποδοβολητά από φως
για τα κλουβιά, τις φυλακές, το αδιέξοδο,
τη διείσδυση της νύχτας μέσα στη μέρα
τη ζωή που κείτεται μισοβυθισμένο καράβι
κάτω απ’ τη σκόνη των αιώνων.

Κάποτε θεέ μου θα σου μιλήσω
για την κιβωτό της επανάστασης
το μήκος κύματος της μοναξιάς της
κι όσο ακόμα το ματωμένο ρολόι χτυπάει στο στήθος μου
θα σου πω
πως θέλω να ‘μαι η πρώτη
ερωτευμένη σφαίρα που θα πυροβολήσει το κενό.

Βασίλης Φαϊτάς, Υστερόγραφα για το αύριο, ποιήματα 1980-1984

 

 

*****

 

  1. Ο ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗΣ

Άνθρωποι, δήθεν ανιδιοτελείς, ζητούσαν να τον προστατεύσουν
(προστατευμένοι οι ίδιοι απ’ τ όνομά του).
Μην κάνεις ετούτο ή τ΄ άλλο- του λέγαν˙
μη δίνεις στόχο, μη λύνεις τα κορδόνια σου ή τη ζώνη σου μπροστά τους,
μη γίνεσαι θύμα κάθε τόσο της ειλικρίνειάς σου.


Εκείνος τους χαμογέλαγε συγκατανευτικά
κι έπαιρνε με τα δυό του δάχτυλα μόνον
ένα ένα τα «μη» τους και τα πέταγε μες το δοχείο απορριμάτων
μαζί με τα ρούχα του.

Κι έτσι γυμνός, ωραίος, επαναστάτης,
φορώντας μονάχα τα τρύπια του (απ τις πολλές ορειβασίες) παπούτσια,
πέρασε κάτω απ’ τις ζητωκραυγές και τις κατάρες
και χάθηκε γαλήνιος μέσα στην αθανασί
α

ΓΙΑΝΝΗΣ  ΡΙΤΣΟΣ, Τα αρνητικά της σιωπής

 

*****

 

  1. Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Άκουσα τις φωνές του δυνατές μέσα στον ύπνο
γνώριμες, τόσο μακρινές, ξύπνησα απορημένος
σήκω, με τράβαγε απ’ τα ρούχα, σήκω
τώρα θα κάνουμε
την επανάσταση

γνώριμες, τόσο ζωντανές μέσα στη μνήμη
νύχτες και νύχτες, παθιασμένες
αναλύσεις, έντονες
γραμμές κάτω από φράσεις, συμπεράσματα
στις αναρίθμητες σελίδες, διαφωνίες,
καινούργιοι φίλοι, ξαναμμένα πρόσωπα

ξύπνησα απορημένος, πώς
τώρα μιλούσαν όλοι ξαφνικά
πάλι γι’ αυτή την επανάσταση
τόσες βαριές δεκαετίες, κι αυτός
πώς είχε έρθει, από πού
τόσα χρόνια νεκρός

τόσα χρόνια νεκροί
αυτός, εγώ, η επανάσταση.

ΣΩΤΗΡΗΣ  ΣΑΡΑΚΗΣ, (Περιοδικό Ακτή τχ. 64 Φθινόπωρο 2005)

 

 

ΜΑΡΙΑ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗ- Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΞΕΣΗΚΩΜΟΥ

 

  1. Η ΚΑΘΕ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΕΧΕΙ ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ

Η κάθε επανάσταση έχει το τραγούδι της
που έρχεται πριν απ΄ αυτή σαν προφητεία
μα και πεθαίνει πριν αυτή καλά καλά τελειώσει
είτε πηδά στη θάλασσα και πνίγεται
σαν το ποντίκι έξω απ΄ το καράβι που βουλιάζει.

Με τραγούδια γεννιούνται οι επαναστάσεις
και πεθαίνουνε χωρίς τραγούδια.

ΓΙΩΡΓΟΣ  ΜΟΛΕΣΚΗΣ

 

*****

 

  1. Η ΕΛΠΙΔΑ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΚΑΙΝΟΥΡΙΑ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Όσο και να δηλητηριάσουμε τον ουρανό
πάντα μένει ένα σύννεφο
που θα φέρει το νέο κατακλυσμό.
Όσο και να εξαντλήσουμε τη γη πάντα μένει
μια φλέβα φωτιάς
για ν΄ ανάψει το καινούριο ηφαίστειο.

Σκάψε σκάψε,
ανατίναξε ανατίναξε
και πάντα μένει ένας υπόγειος βράχος
που θα μετατοπιστεί
για να γίνει ένας καινούργιος σεισμός.

Ακόμη και μέσα στον άνθρωπο
όσο τον στεγνώνεις και τον ευτελίζεις
παραμένει μια φλέβα περηφάνιας
που μπορεί να γίνει ποτάμι
και να ξεπλύνει τον κόσμο.

Παρ΄ όλη την αποτυχία των επαναστάσεων
η ελπίδα βρίσκεται σε μια καινούρια επανάσταση.

ΓΙΩΡΓΟΣ  ΜΟΛΕΣΚΗΣ

 

******

 

  1. ΕΙΧΑ ΧΑΘΕΙ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ


Είχα χαθεί μέσα στην επανάσταση δίχως να
γνωρίζω αν έψαχνα για δικαιοσύνη ή για
εκείνη
Ώσπου διασταυρώθηκαν τα βλέμματά μας και
το κόκκινο έγινε
ΦΩΣ !

Τάσος Κουράκης, 67%, 2012, Ενότητα Το κόκκινο έγινε ΦΩΣ

 

*****

 

  1. ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ  

 

Πού θα πάτε, πού θα πάτε! Κομποδιάστε τα κλεμμένα,

κρύψτε και τ’ ασημικά σας να τα χαίρεται η σκουριά

Θα ’βγουμε κι εμείς παγάνα, θα σας εύρουμε ως τον ένα,

και στην πόλη μέσα αν είστε και στ’ απόμερα χωριά.

 

Πού θα πάτε, πού θα πάτε! Κι απ’ τις άγιες πίσω εικόνες

αν τρυπώστε, θα σας βρούμε μ’ όλα τα υποκριτικά

παρακάλια στο θεούλη που αναμπαίζεταν αιώνες

αδικεύοντας το πλήθος όπου του ’χατε χαλκά.

 

Πού θα πάτε, πού θα πάτε! Ξεσηκώθηκαν οι σκλάβοι,

κι όσοι ζούσαν αφεντάδες με τον ίδρο του αλλουνού

δε γλυτώνουν ούτ’ αν φύγουν με ταχύπλωρο καράβι,

τόσο πλήθυναν τα δάκρυα της φτωχιάς και του ορφανού.

 

Πού θα πάτε, πού θα πάτε! Φυλακές και ξερονήσια

κι οι κλωτσιές στα κρατητήρια και οι χαφιέδες στα γιαπιά

μας διδάξανε να βρούμε τους δημίους αλύπητα, ίσια

σαν το φίδι που του δίνουν κατακέφαλα χτυπιά.

 

Πού θα πάτε, πού θα πάτε! Μόλις βλέπαμε κορδόνια

μας ερχόταν να χωθούμε στα κατάβαθα της γης,

και θαρρούσατε πως θα ’στε στου λαού τη ράχη αιώνια

μη γρικώντας τα σημάδια της μεγάλης αλλαγής.

 

Πού θα πάτε, πού θα πάτε! Να, ξυπνάει ο μιναδόρος

και της θάλασσας ο μούτσος κι ο λιγόλογος σκαφτιάς.

Πες και πες οι απλοί διδάχοι, στα στερνά θα πιάσ’ ο σπόρος

κι είναι πια φουρτούνας βόγγος η φωνή της εργατιάς.

 

Πού θα πάτε, πού θα πάτε! Στα σχολειά και στις στρατώνες

κι απ’ τους άμβωνες απάνω Φαρισαίοι χωρίς καρδιά

μας κρατούσαν στο σκοτάδι και με νόμους, με κανόνες

πρόσταζαν τον πεινασμένο «σουτ», «σκασμός» και «τσιμουδιά».

 

Πού θα πάτε, πού θα πάτε! Πρόστυχοι καλαμαράδες

με ψυχή ξεπουλημένη γράφανε κατεβατά

που γινόταν απ’ το κράτος φημερίδες και φυλλάδες

να στραβώνετ’ ο καθένας, να φλομώνεται μ’ αυτά.

 

Πού θα πάτε, πού θα πάτε! Παίρνατ’ άνογους χωριάτες

και τους στέλνατε κοπάδι στου πολέμου τη φωτιά,

διασκεδάζοντας οι ίδιοι με κυρίες μυρωδάτες

απ’ αυτές που το ’χουν ρίξει στο πιοτό και στα χαρτιά.

Πού θα πάτε, πού θα πάτε! Δες που σήκωσε κεφάλι

κι όλο δείχνει τη γροθιά του προλετάριος τρομερός.

Δε σας αξίζ’ η εξουσία και γι’ αυτό την παίρνουν άλλοι.

Κατευόδιο, άρχοντές μου! Βλέπετε, άλλαξ’ ο καιρός.

 

ΓΙΩΡΓΟΣ  ΚΟΤΖΙΟΥΛΑΣ

 

*****

 

  1. ΟΠΟΥ ΚΑΙ  ΝΑ   ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ  ΠΑΝΤΑ

Όπου και να βρίσκεστε πάντα
κρυφό ένα όπλο να κρατάτε πάνω σας γιατί
η επανάσταση
(σαν τη δευτέρα παρουσία) δεν ξέρετε
πού θα σας βρει, γιατί
η επανάσταση
(σαν τη δευτέρα παρουσία) γίνεται
κάθε στιγμή.

Γιάννης Υφαντής, Ποιήματα Κεντήματα στο Δέρμα του Διαβόλου, 1991

 

 

*****

 

  1. ΠΩΣ ΝΑ ΓΡΑΨΕΤΕ ΕΝΑ  ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟ ΠΟΙΗΜΑ

Παίρνετε γνήσιο ελαιόλαδο
αλάτι
πιπέρι
βάζετε λίγο Ρεμπώ
ανακατεύετε
προσθέτετε λίγο Μαγιακόβσκι
ανακατεύετε ξανά
βάζετε μια μερίδα Ρόζα Λούξεμπουργκ
μπόλικο κόκκινο Οκτώβρη
και το αφήνετε να βράσει.

Σε λίγο έτοιμο να σερβίρετε
θαυμάσια συνταγή
για τις σοσιαλιστικές κουζίνες
του μέλλοντος
όπως έλεγε κι ο Κορνήλιος.

ΓΡΗΓΟΡΗΣ  ΣΑΚΑΛΗΣ

 

*****

 

  1. ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Είδα ένα μυρμήγκι
μια μέρα παγωμένη και θλιμμένη,
να χαρίζει στο τζιτζίκι
τη μισή απ’ την περιουσία του τη μαζεμένη.

Όλα αλλάζουν: τα σύννεφα,
οι μύθοι, η κατάσταση…
το μυρμήγκι γίνεται γενναιόδωρο…
αυτό είν’ επανάσταση!

Gianni Rodari, μτφρ. Φωτεινή Ξιφαρά

 

 

 

 

 

 

Πες το με ποίηση (214ο): «Αυτοκίνητο»

 

  1. Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, «Μες στ’ αυτοκίνητα»

 

Έτσι καθώς κατηφορίζει η φάλαγγα

λικνίζοντας στον ίλιγγο τους προβολείς της

και σβήνεις τα φώτα σου στα φώτα των άλλων κι’ εκστασιάζεσαι

μες στο γλυκό σου χαμό – έτσι και τώρα

βαραίνω αργά εντός σου κι’ απομένω

μοναχικό πουλί στην άσφαλτο κι’ έντρομος βλέπω

το φως σου να σπιθίζει τα δικά μου

χαμηλωμένα φώτα

όπως όταν

μες σε κρυστάλλινο ποτήρι πίνεις

το πιο ακριβό ποτό κι’ η μουσική κι’ όλα τα φώτα

σε μηδενίζουν φέγγοντας την ακριβή σου αγάπη

σ’ έκπαγλη ομορφιά κι’ αναβοσβήνεις

στη φρίκη μιάς αποτρόπαιης στιγμής – έτσι και πάλι

θα σε δεχθώ μες στην παλιά σου πόλη καίγοντας

μιά χαμηλή λαχανιασμένη φλόγα

κι’ όταν

μακραίνουν οι στρατιώτες στο προχωρημένο βράδυ

πιάνοντας επαφή με ακραίους σταθμούς ξάφνου αγγίζουν

συντρίμμια αναλυμένης μουσικής – έτσι και τώρα

μες στ’ αυτοκίνητα και στη βουή των δρόμων

ακούω την απόκοσμη φωνή σου να σπαράζει

πληθαίνοντας εντός μου την απόγνωση και βλέπω

την πιο παράφρονη ομορφιά να πνίγεται

μες στις φωνές της άνοιξης και να πεθαίνει

 

(Από τη συλλογή «Ο θάνατος του Μύρωνα» – συγκεντρωτική έκδοση «Ο δύσκολος θάνατος», εκδ. Εγνατία, 1978)

 

 

 

  1. Οδυσσέα Ελύτη, «H Alfa Romeo»

Θαύμασα τον Παρθενώνα
και στην κάθε του κολόνα
βρήκα τον χρυσό κανόνα

Όμως σήμερα το λέω
βρίσκω το καλό κι ωραίο
σε μια σπορ Alfa Romeo

Καλοκαίρια και χειμώνες
να ‘ναι γύρω μου ελαιώνες
πίσω μου όλ’ οι αιώνες

Κι όπου μπρος μου ο δρόμος βγάζει
και σε πειρασμό με βάζει
δώσ’ του να πατάω το γκάζι

Με τη δύναμη του λιόντα
και με του πουλιού τα φόντα
πιάνω τα εκατόν ογδόντα

Γεια σας θάλασσες και όρη
γεια σας κι έχω βάλει πλώρη
για της Αστραπής την Κόρη.

Από τη συλλογή Τα ρω του έρωτα (1972)

[πηγή: Οδυσσέας Ελύτης, Ποίηση, Ίκαρος, Αθήνα 2002, σ. 292-293]

 

 

 

  1. Χλόη Κουτσουμπέλη, «Το κίτρινο ταξί»

    Όχι κύριε με μπερδεύετε με κάποια άλλη.
    Δεν ήμουνα εγώ αυτή
    στο κίτρινο ταξί
    ούτε καθόμουνα ποτέ στο πίσω κάθισμα μαζί σας.
    Ούτε χιόνιζε, είμαι βέβαιη για αυτό
    και όχι δεν έπεφταν νιφάδες στα μαλλιά μου.
    Δεν έχω άλλωστε μαλλιά.
    Δεν με φιλήσατε ποτέ, αλλιώς θα το θυμόμουν.
    Και αν με φιλήσατε, εγώ δεν ήμουνα εκεί.
    Ούτε ο οδηγός γύρισε καμία φορά πίσω το κεφάλι.
    Σιωπηλά διέσχισε την λίμνη ως το τέλος
    και που και που βύθιζε το κουπί
    στα μαύρα ολόγυρα νερά.

 

(http://stellasliterarybistro.com/poiites1.htm)

 

 

 

 

  1. Βαγγέλης Αλεξόπουλος, Στο λεωφορείο

 

Ψηλαφώντας τις ρωγμές

στην επιφάνεια της θάλασσας,

είμαι σίγουρος πια

πως όταν κλαίς

τις ημέρες της βροχής

ατόφια κομμάτια μπλε ουρανού

με ρινίσματα λευκού σύννεφου

κατακρημνίζονται στη θάλασσα

 

Σχεδόν σαν να ήταν λιακάδα.

 

http://fractalart.gr/vagelis-alexopoulos-2/

 

 

 

 

  1. Γιάννης Βαρβέρης, «Cortina 1964 – Απάντηση δεσποινίδας στο αίσθημά μου»

 

 Κύριε· απ’ τον πατέρα σας στα χέρια τα δικά σας βέβαια και το αίσθημά σας το ’χα νιώσει: στη μηχανή μου στην καρότσα και το βλέμμα σας. Πώς αλλιώς άραγε μια Φορντ Κορτίνα 1964 θα ζούσε μέχρι σήμερα; Γι’ αυτό και πέρα απ’ οποιαδήποτε τεχνολογία μαρσάροντας τα κυβικά που μου απομένουν μιλάω απόψε στο αίσθημά σας απαντώντας. Οι γερασμένες σταρ έχουμε λόγο, κύριε· είμαστε μέταλλα γερά τον άνθρωπό μας τον πονάμε. Όσο λοιπόν με θέλετε κι όσο με ξεναγείτε στις λεωφόρους της ζωής σας και στα πάρκινγκ μαζί θα τα σνομπάρουμε τα νέα φιντάνια ακόμα και της Φορντ – ιδίως της Φορντ. Και μη φοβάστε: δε θα χρειαστεί να μ’ οδηγήσετε σε μάντρα ούτε να με βουλιάξετε απαλά σε λιμανάκι. Για μένα ρεκτιφιέ ήτανε τα νιάτα σας κι η αγάπη σας πισσάρισμα ν’ αντέξω. Αν κάτι με μελαγχολεί είστε σεις. Είμαι γυναίκα, ξέρω: τόσες φροντίδες για γυναίκα φθείρουν με το χρόνο κι αυτός που δεν είν’ από μέταλλο σκουριάζει. Άρα, το λέω, δε θ’ άντεχα ποτέ το χωρισμό μας· δε θ’ άντεχα μια μαύρη ξένη, μιά άλλη με πληρωμένο κλάμα να οδηγήσει το κορμί σας εκεί που μόνη μου δε θα ’ξερα να φτάσω. Υποσχεθείτε μου λοιπόν: Σαν έρθει η ώρα κάνε κουράγιο αγαπημένε, βαλ’ τα δυνατά σου κι έλα και ξάπλωσε στο μπροστινό μου κάθισμα· μιά γερασμένη σταρ ξέρει από φλόγα για πρώτη μας φορά και τελευταία θ’ αγκαλιαστούμε ολόκληροι στην έκρηξή μου κι έτσι καπνοί αξεχώριστοι ανεβαίνοντας σαν σ’ εκδρομή στον καθαρότερον αέρα όπως παλιά και πάλι θα συναντηθούμε εσύ εγώ ο πατέρας κι η μητέρα.

(Από τη συλλογή «Πιάνο βυθού», εκδ. Ύψιλον, 1991

 

 

  1. Μίλτος Σαχτούρης, «Το αμάξι»

 

Έφευγα στα μάτια δεμένα κουρέλια

κι έσκισα τα πανιά

με ραμμένο το στόμα πληγή

κι έσκισα το στόμα

ο Μάρτης σταγόνες πάγο έριχνε στα μάτια μου και

τα μάτια μου γίνανε κόκκινα

είδα το μαύρο γυαλί

ν’ αχνίζει όχι

δεν ήταν το γυαλί

μα ένα κορίτσι μαύρο λάμποντας

με ριγμένα τα χέρια το κεφάλι

ανάποδα έγερνε

στο χάος χαμογελώντας το γαλάζιο

κι έπεφτε

 

δεν είχα τύχη

 

Δώσε μου λίγο κρεβάτι Ουρανέ

πήρε φωτιά το σπίτι μου

κυλάει κυλάει τρίζοντας

σαν πληγωμένο αμάξι

 

(Μ. Σαχτούρης, Ποιήματα, Κέδρος)

 

 

 

  1. Τέλλος Άγρας, «Αμάξι στη βροχή»

 

Ώρα, προσμένει μοναχή

η άμαξα, κάτω απ’ τη βροχή,

και δεν τη μέλει·

κι είναι σα να την τυραννά

πιότερο η ξένη γειτονιά

που δεν τη θέλει.

 

Τ’ αλογατάκια της, σιμά,

κάτω απ’ τον ίδιο μουσαμά

κάνουν καρτέρι·

στον τόπο αυτόν, το θλιβερό,

πράμα δε μένει από καιρό,

να το ‘χουν ταίρι.

 

Γρίλιες δεν είναι, μήτε αυλές

περικοκλάδες βαθουλές·

δεν έμειν’ ένα

απ’ τα φανάρια στη σειρά

με τα δυο μπρούτζινα φτερά,

τα σταυρωμένα.

 

Τ’ ανώφλια επέσαν κι οι αγκωνές

κι οι ανεμοπέραστες, στενές,

οι γαλαρίες·

κι έφυγαν έντρομες, πολλές,

κι οι θύμησες, σαν τις καλές,

σεμνές κυρίες.

 

Άδεια βιτόρια και φτωχή,

πάρε μου εμένα την ψυχή,

πάρε με εμένα

για ταξιδιώτη σου: κι ευθύς

πάμε, όθε κίνησες να ‘ρθείς:

στα Περασμένα.


(http://latistor.blogspot.com/2017/03/blog-post_19.html#ixzz59w0vC6E7)

 

 

 

 

  1. Θωμάς Γκόρπας, «Ομόνοια – Άνω Πετράλωνα»

 

Κορίτσι-εξουσία του λεωφορείου μέσα στο βράδυ

κάθεσαι πλάι μου όπως

ξανθό άνθος πίσω από φράχτην όπως

άστρο που περπατάει στον κόρφο μου

κι όμως μου λέει: Θα φύγω.

Κάθεσαι πλάι μου βουλιάζεις μες στα μάτια μου

όπως σ’ ένα τοπίο που θέλεις μα δεν μπορείς να τ’ αγαπήσεις

σχεδιάζοντας μες στη σιωπή που σε κρατάει δεμένη

τον αγαπημένο σου.

Πάντα πνιγμένη μες στα μάτια μου

πάντα δεμένη απ’ τη σιωπή

αναπολώντας μουσικές παλιές να ‘ρθουν και να σε λευτερώσουν

μα οι μουσικές δεν έρχονται κι εσύ

κάθεσαι πλάι μου

πάντα πνιγμένη μες στα μάτια μου

πάντα δεμένη απ’ τη σιωπή

με την καρδιά σου λαβωμένη σαν μικρό πουλί

με την ομορφιά σου ακυβέρνητη σαν μικρό παιδί

κάθεσαι πλάι μου

σαν άνθος και σαν άστρο και σαν έρωτας που θέλει

μα δεν μπορεί.

 

 

 

  1. Πέτρος Στεφανέας, «ΑΠΟΣΥΡΣΗ»

Tο αυτοκίνητό μου είχε χρώμα κίτρινο ξεβαμμένο
όπως τα ξερά φύλλα που μαζεύουν με το φτυάρι
Μπήκα να το οδηγήσω για τελευταία φορά
προς το αυτοκίνητο της εταιρείας μεταφορών
(λέγεται και οδική βοήθεια)
Αυτά τα τελευταία δέκα μέτρα της ζωής του
ακολουθεί ακόμα τις διαταγές μου
Οι ρόδες του ανεβαίνουν
σιγά-σιγά προς την πηγή του γερανού
Νέοι κανόνες αρχίζουν να διολισθαίνουν
μέσα από τα καθίσματα
Ξεκινά η ανυπαρξία
Μέσα του βρίσκεται το μαντιλάκι του ιδρώτα
οι ψάθες και το άδειο μπουκάλι
για τις δύσκολες μέρες του καύσωνα
Νιώθω την απορία τους
τα μικρά κλειστά τους μάτια
Λίγα αυτοκίνητα ξεπερνούν τα τριάντα
Σήμερα
όλοι οι σοβαροί πολίτες τα αποσύρουν
σε νεαρές ηλικίες
Δε θέλουν να τα δουν σε γηροκομείο

(https://teflon.wordpress.com/)

 

 

Πες το με ποίηση (213ο): «ΠΟΔΗΛΑΤΟ»

ΤΟ ΠΟΔΗΛΑΤΟ ΜΟΥ- ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΚΕΔΟΝΑΣ

 

 

  1. ΤΟ ΠΟΔΗΛΑΤΟ

 

Το παιδικό ποδήλατό μου,

ο άλλοτε απαστράπτων Πήγασος

που απογειωνόταν μόλις τον καβάλαγα,

έχει για πάντα τώρα υπογειωθεί.

 

Κι ας λέω ψέματα,

αδιάκοπα,

στον εαυτό μου και σ ‘εκείνο,

πως, κάποια μέρα, θα του αλλάξω λάστιχα,

απ’ τη σκουριά του θα το γδύσω,

θα το λαδώσω και θα το γυαλίσω

κι όλο τον κόσμο μαζί του θα γυρίσω.

 

Το παιδικό μου ποδήλατο έχει για πάντα υπογειωθεί.

Το ξέρω και το ξέρει.

 

ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ

 

***

  1. ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΠΟΔΗΛΑΤΟ

Στη μνήμη του πατέρα μου

Το παλιό ποδήλατο
στην καρδιά σου φύλα το
στα πετάλια του στηρίζεις
παιδικές σου αναμνήσεις.

Μαύρο και θεόρατο
με τεράστια σέλα
και με πόν’ αόρατο
έλα και ξαναέλα.

Το παλιό ποδήλατο
να ξεχνάς αδύνατο
έτριζε η καδένα του
και μάγκωναν τα φρένα του.

Κρέμονταν τα πόδια μου
στον πισινό τροχό του
τώρα με τα ζόρια μου
πετώ με το φτερό του.

Το παλιό ποδήλατο
στ’ όνειρό μου είδα το
το φανάρι νικελένιο
έμαθα να περιμένω.

Ακούω το κουδούνι
στο έμπα της αυλής μας
μ’ αξύριστο πηγούνι
χαμογελάς μαζί μας.

Το παλιό ποδήλατο
αν μπορείς κυνήγα το
γυάλιζαν οι ακτίνες του
στου ήλιου τις αχτίδες του.

Έβαζα το πρόσωπο
πίσ’ από την πλάτη σου
σ’ ένα κόσμο απρόσωπο
φυλαχτό η αγάπη σου.

Το παλιό ποδήλατο
στην αυλή αφύλαχτο
πού να το καβαλικέψεις
πού ’ν’ τα κότσια να πιστέψεις.

Απ’ τη μέση σε κρατώ
και τ’ αέρι χαίρομαι
αχ μπαμπά πώς σ’ αγαπώ
τώρα π’ ερωτεύομαι.

Γιώργος Φράγκος, «Παλαιοπωλείο ασμάτων»,  Φαρφουλάς 2013

 

***

 

  1. ΜΟΝΤΕΛΟ ΤΟΥ 1880

Από ψηλά περνούσε ο θεός με το ποδήλατο·
τα γένια του μπερδεύονταν μέσα στα σύννεφα.
«Ο κύριος Υπατίδης», είπα, ότι έλαχε
στην ώρα επάνω να διαβάζω για το εμβόλιο
ενάντια στον ιό της ηπατίτιδας.

Όχι, μου λέει αυτός, εμένα δεν με ξέρουν
του κεφαλιού μου οι τρίχες, βούλωσ’ το λοιπόν.

Τι να ’κανα; σωπαίνω, με κεφάλι να!
Γιατί μου φάνηκε πως είχε και μπαστούνι
για να χτυπάει την μπάλα· μου ’ρθε κατακούτελα.
Κι όπως από τη μύτη μου το αίμα
έρρεε και ξωμάκραινε απ’ το σώμα μου,
εγώ δεν είχα πού να στηριχτώ.

Πήγα στο Διάβολο και το και το.

Άκου, μου λέει, σε ξέρω από μικρό,
είσαι καλό παιδί, μια συμβουλή σου δίνω:
Άμα ξαναπεράσει πάνω σε ποδήλατο
πάρε αυτό που βλέπεις το καρφί
και τρύπησέ του το να σε θυμάται.

Ευχαριστώ και πήρα το καρφί
και τρύπησά του τον τροχό του ποδηλάτου
κι απ’ το πολύ να με θυμάται με κατήντησε
να μην μπορώ να σταματήσω – γράφω ποιήματα
και πάλι το αίμα ξωμακραίνει από το σώμα μου.

Λύση καμιά. Διαβόλου θεραπεία
σαν πήγα να γυρέψω, κόβω τα ήπατά μου.
Καλά να πάθω, και σας συμβουλεύω –
σας ξέρω από μικρούς, σας αγαπώ πανάθεμα –
να μ’ αποφεύγετε, σαν διάολος το λιβάνι.

Κυριάκος Χαραλαμπίδης, «Μεθιστορία», εκδ. Άγρα, 1995

 

***

 

  1. ΠΕΡΙΤΤΗ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ

 

 

Πώς βούλιαξε στα μυρωμένα γιασεμόκλωνα

εκείνη η εποχή που νοικιάζαμε ποδήλατα

και τρέχαμε λάμποντας μισή ωρίτσα…

 

Νίκος Καρούζος – Τα ποιήματα Α΄ (1961-1978) Χορταριασμένα χάσματα  (1974), Ίκαρος (ε΄ έκδοση 2013).

 

 

***

 

 

  1. ΠΟΔΗΛΑΣΙΑ

 

Άστραφτε το ποδήλατο στον ήλιο

Μια βόλτα μόνο! είπα

 

Δεν ξέρω να ισορροπώ

όμως τολμώ να πέσω για να μάθω

Άλλο αν δεν έμαθα

 

Ανέτοιμη κάθε φορά

με βρίσκει η επιθυμία

καθώς σκορπίζουνε γι’ αλλού

η σέλα τα πετάλια το τιμόνι

 

Μονάχα το φωτάκι του οδηγού

μένει στο δρόμο

 

Ειρήνη Ρηνιώτη, Μια βόλτα μόνο, ΑΓΡΑ

 

Ο ποδηλατιστής, Μπακιρτζής

 

  1. ΛΑΘΡΕΠΙΒΑΤΗΣ ΠΟΔΗΛΑΤΟΥ

– κοίτα μπαμπά! χωρίς βοηθητικές, χωρίς χέρια
χωρίς εσένα σπάω το φράγμα της ενηλικίωσης
γερνάω, μηδενίζω
γίνομαι ωάριο έφηβης γαλανομάτας
σπέρμα ανειδίκευτου αρσενικού
bing bang
χτυπώ το κουδούνι … στην άκρη όλοι
βγάζω φρονιμίτες, έρχομαι να στο πω

σε βλέπω από μακριά να τινάζεις τα πέτα απ’ το χώμα
χαμογελάς, σωπαίνω

ανάβω κηρήθρες θλιμμένων μελισσών
τις μπήγω στο ύψος των ματιών σου
τις ποτίζω χρόνια, γίνονται φασολιές
ριζώνουν σε αμυντικές στάσεις εμβρύου
γιατί δεν ψηλώνουν Τζάκ;

πέρασε η ώρα και η μαμά θ’ ανησυχεί

οι αποχωρισμοί μας δεν έχουν συγκινήσεις
έχουν την οδύνη των πράσινων κυπαρισσιών

κάνω να φύγω … μα κάτι ήθελα να σου πω

– κοίτα μπαμπά! χωρίς βοηθητικές, χωρίς χέρια

Νίκη Χαλκιαδάκη

 

***

  1. ΖΕΣΤΟ ΜΕΣΗΜΕΡΙ-22

Τι είσαι ποδήλατο;
Ερώτηση ή απάντηση;
Ρωτάς τον κόσμο ή του απαντάς;


Στέκεις άθικτο.
Κι όμως τίποτα άθικτο
Δεν υπάρχει στον κόσμο.
Εκτός αν εξαιρέσουμε τον κόσμο ολόκληρο.
Άρα τίποτα.

Μόνο στίλβουσα πρόκληση.
Κοίτα, όμως, εμένα.
Καθώς καπνίζω το τσιγάρο μου
Πίσω απ’ το τζάμι.


Τους κουρασμένους ώμους μου
Τα γένια.
Τι άχρηστος
Τι μεταχειρισμένος
Τι ποδήλατο.

Γιάννης Πατίλης, «Ζεστό μεσημέρι», 1984 –συγκεντρωτική έκδοση «Ταξίδια στην ίδια πόλη» [Ποιήματα 1970-1990], εκδ. Ύψιλον/βιβλία

 

 

Η ποδηλάτισσα – Οδυσσέας Ελύτης

 

  1. Η ΠΟΔΗΛΑΤΙΣΣΑ


Το δρόμο πλάι στη θάλασσα
περπάτησα που `κανε κάθε
μέρα η ποδηλάτισσα.

Βρήκα τα φρούτα που `χε
στο πανέρι της, το δαχτυλίδι
που `πεσε απ’ το χέρι της.

Βρήκα το κουδουνάκι και το
σάλι της, τις ρόδες,
το τιμόνι, το πεντάλι της.
Βρήκα τη ζώνη της, βρήκα σε
μιαν άκρη, μια πέτρα διάφανη
που `μοιαζε με δάκρυ.

Τα μάζεψα ένα ένα και τα
κράτησα κι έλεγα πού `ναι
πού `ναι η ποδηλάτισσα.

Την είδα να περνά πάνω
απ’ τα κύματα, την άλλη μέρα
πάνω από τα μνήματα.

Την τρίτη νύχτωσ’ έχασα
τ’ αχνάρια της, στους ουρανούς
άναψαν τα φανάρια της.

Οδυσσέας Ελύτης

 

***

  1. ΤΑ ΠΟΔΗΛΑΤΑ


Τα παιδιά που περνούσανε και τον κόσμο κατέβαιναν
με ποδήλατα γέμισαν τον αέρα φωνές. Και στο
δρόμο μας σύρριζα από όλους ο ένας λίγη σκόνη που
άφηνε, από κάτω του το ποδήλατο σταματώντας,
εκείνος και αποδήλατος έφευγε απ’ τις κορφές των
δέντρων ψηλά, και οι άλλοι τρέχοντας προλαβαίνανε πιο
κάτω το ίδιο, στη γειτονιά του καθένας, ώσπου ο αέρας
γέμιζε από όλους τους δρόμους εκείνη την ώρα
αγόρια που ανέβαιναν αντί για πουλιά.

ΕΛΕΝΗ ΒΑΚΑΛΟ  – «Γενεαλογία του Κόσμου», Ύψιλον/Βιβλία, 1990

 

***

 

  1. ΕΤΣΙ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ

Στον Βασίλη Λαλιώτη

Χθες το πρωί
σού κλέψαν το ποδήλατο
‘Κλέβεις ποδήλατο, κλέβεις όνειρο’,
σχολίασε κάποιος φίλος ποιητής.


Ποδηλατώντας
μοιραία σημαίνει ‘είσαι ελεύθερη’
Ποδηλατώντας πετάς
μέσα στην πεζή σου πόλη
ξορκίζοντας έτσι
όλους τους αρνητικούς κραδασμούς
της διαβρωμένης ζωής της


(ζωής που οι ίδιοι οι πολίτες της
αφέθηκαν να χάσουν
έχοντας καταντήσει τώρα
αξιοθρήνητα γελοίοι)

ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ

 

 

Το Ποδήλατο Ελένη Βιτάλη

 

 

  1. TO ΠΟΔΗΛΑΤΟ

Ένα μικρό μικρό ποδήλατο κι ένα μικρό μικρό παιδί

είδαν το πρόβλημα το άλυτο και κάναν βόλτα στη ζωή

 

Δεν είναι δράκος, δεν είναι γίγαντας

δεν είναι τίποτα καλέ τρομαχτικό

είναι ό,τι είναι, γι’ αυτό που είναι

δεν το γνωρίζω ούτε εγώ

 

Ένα μικρό μικρό ποδήλατο κι ένα μικρό μικρό παιδί

είδαν το πρόβλημα το άλυτο και κάναν βόλτα στη ζωή…

Ένα μικρό μικρό ποδήλατο κι ένα μικρό μικρό παιδί

είδαν το τίποτα να ορθώνεται και κάναν βόλτα στη ζωή

ΕΛΕΝΗ ΒΙΤΑΛΗ

 

***

 

  1. ΣΠΑΣΜΕΝΑ ΠΟΔΗΛΑΤΑ

Ο πατέρας τους έφτιαχνε τα σπασμένα ποδήλατα της γειτονιάς.
Έρχονταν και περαστικοί κάποτε, του έφερναν.
Τα δυο παιδιά του έτρεχαν πέρα-δώθε ξυπόλητα και ρακένδυτα
–στα μάτια τους έλαμπε η περιπέτεια
και το τέλος της.


Όλη μέρα έτρεχαν
αυτός πνιγμένος στη δουλειά
δεν τα ’χανε απ’ τα μάτια του
όμως μια κοφτερή στιγμή
που το αδόκητο δρεπάνιζε τα σύθαμπα
στο τυφλό σημείο
όταν ο αυχένας αδυνατεί να στρίψει
του ξέφυγαν
καβάλησαν δυο σέλες
με τρυπημένους τροχούς
ξεχαρβαλωμένες καδένες
διαλυμένα φρένα
κι ανέβηκαν στο ψηλότερο σημείο των ονείρων.


Στη μεγάλη κατηφόρα των χρωμάτων
εκεί που συνήθως
όλα τα ξυπόλητα παιδιά την παθαίνουν
δεν τα κατάφεραν.
Τα γύρεψε μάταια
ο πατέρας τους
–ο ανήλιαγος.
Τα γύρεψε βουβά.
Μόνο αυτός τα γύρεψε.

Αυτά και άλλα περιστατικά
συμβαίνουν σε αφώτιστα μέρη.

Γιώργος Χριστοδουλίδης, «Πληγείσες περιοχές», Μελάνι 2016

 

***

 

  1. ΤΑ ΠΟΔΗΛΑΤΑ

    Οι ερωτευμένοι δεν φιλιούνται
    μόνο πίσω από τις βάρκες,
    τρέχουν και κρύβονται στα δάση∙
    όταν γυρίζουν μαζεύουν τα ρούχα τους
    κι ανεβαίνουν στα ποδήλατα.

    Οδηγούν απρόσεκτα,
    έχουν ορμή κι ευελιξία,
    χαλαρωμένα, φωτεινά πρόσωπα
    και σώματα.

    Χωρίς ν’ αντιλαμβάνονται κοινές συνομιλίες
    και βαρετές συνήθειες,
    κυκλοφορούν μ’ επικίνδυνη ταχύτητα∙
    κάνουν ξυστά ανέμελα περάσματα,
    μπαίνουν στη μέση τού δρόμου,
    στρίβουν απότομα.

    Πηγαίνουν όπου θέλουν,
    σε έρωτες μυστικούς,
    σε γνωριμίες που τελειώνουν κάπως έτσι∙
    και καθώς στο πέρασμά τους
    μαγνητίζουν την προσοχή τού κόσμου,
    πέφτουν συχνά σε μικροατυχήματα,
    σε απότομες συγκρούσεις.

    ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΠΑΚΟΝΙΚΑ, Ανοικτή γραμμή (1984)

 

 

Ποδήλατα δίχως φρένα -Πυξ Λαξ

 

  1. Η ποίησις είναι ανάπτυξις στίλβοντος ποδηλάτου.
    Μέσα της όλοι μεγαλώνουμε.
    Οι δρόμοι είναι λευκοί.
    Τ’ άνθη μιλούν.
    Από τα πέταλά τους αναδύονται συχνά μικρούτσικες παιδίσκες.
    Η εκδρομή αυτή δεν έχει τέλος.

                    ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ

 

 

*Η ανάρτηση είναι της καλή φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής!

 

 

Πες το με ποίηση (212ο): «ΓΙΑΓΙΑ- ΠΑΠΠΟΥΣ»….

ΟΙ ΜΟΝΑΧΙΚΕΣ ΓΙΑΓΙΑΔΕΣ – ΕΛΕΝΗ ΒΙΤΑΛΗ

 

THΣ  ΓΙΑΓΙΑΣ

Σοβαρός άνθρωπος να γράφει ποιήματα
για τη γιαγιά του;
Όμως, κι ας έχει φύγει τώρα είκοσι χρόνια
εμένα με βοηθάει να θυμηθώ
πως άλλοτε θυμόμουν μυρωδιές
κινήσεις φράσεις της και τα φορέματά της
κι ότι έβαζα σημάδια στο μυαλό
για κάθε τι δικό της.


Έτσι έλεγχα τη μνήμη κάθε τόσο
νομίζοντας πως αν θυμόμουν
αγαπούσα.

Τώρα θυμάμαι μόνο πως θυμόμουνα.
Αγωνιζόμουνα να συνεχίσω να την αγαπώ.
Κι άρα τα πρώτα χρόνια
έστω λιγότερο
την αγαπούσα.

Όπως την αγαπούσατε κι εσείς.
Όπως τους αγαπούσατε κι εσείς∙
πριν γίνει λίγο λίγο μόνη αγάπη μας
η πίκρα
όταν δεν σκεπτόμαστε
πως πάει
δεν αγαπάμε πια.


Γιάννης Βαρβέρης, Της γιαγιάς (1991)

 

 

Χαΐνηδες – Τση γιαγιάς τα παραμύθια

 

 

Η ΓΙΑΓΙΑ ΜΟΥ ΛΕΕΙ ΤΑ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

Η γιαγιά μου
σταμάτησε
να μιλά για την κατοχή, τον μεγάλο της έρωτα
να μιλά για το σχολείο
-δασκάλα χρόνια
μου μιλούσε
από συνήθεια ίσως
για τον Μυριβήλη
τον Παπαντωνίου
την Δέλτα
Τώρα τους ξέχασε και δε μου διαβάζει πια

η γιαγιά μου
τώρα λέει τα καλύτερα παραμύθια

σταμάτησε τη μνήμη της
και με κοιτάζει
όπως ένα ξένο παιδί ζητάει τη μάνα του
μέσα στο πλήθος
-πριν αρχίσει να κλαίει
με εκείνο το βλέμμα που ψάχνει γύρω του
κάτι οικείο
ή
κάτι δικό του

η γιαγιά μου
τώρα λέει τα καλύτερα παραμύθια

η γιαγιά μου
κάθεται στο μπαλκόνι
και χαιρετάει τους περαστικούς
ίσως γιατί μένει στη δική της Αθήνα
με τις ξεκλείδωτες πόρτες
και τις ψάθινες καρέκλες στους δρόμους
ίσως γιατί στη δική της Αθήνα
ακόμη και οι άγνωστοι έλεγαν καλημέρα
                                                                    καλό μήνα
                                                                                   χρόνια πολλά
η γιαγιά μου αποχαιρετάει τους περαστικούς της
                                                                                            προσωπικά

η γιαγιά μου
τώρα λέει τα καλύτερα παραμύθια

η γιαγιά μου διαβάζει πολύ
πάντα την ίδια σελίδα
και κάθε που ρωτάω
μού δείχνει πάντα το εξώφυλλο
για να μου απαντήσει
ή για να δικαιολογηθεί
όπως κάνουμε κι εμείς
όταν κάποιος θέλει να μας γνωρίσει
να μας ερωτευτεί

η γιαγιά μου
τώρα λέει τα καλύτερα παραμύθια
που δεν μιλάει
Κι όμως με κοιτάζει πραγματικά
με παρατηρεί
ξέρει ότι κάθε στιγμή
είμαι άλλος
ακόμη και όταν εγώ το ξεχνώ
—τι εγωισμός η μνήμη
η γιαγιά μου
σταμάτησε

τώρα μου λέει τα καλύτερα παραμύθια

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΕΠΠΑΣ

 

******

 

Η ΝΕΚΡΗ ΓΙΑΓΙΑ  

Όταν κατάλαβα πως είχα μείνει

έγκυος, έκανα τα αδύνατα δυνατά

για να αποβάλω

Έπινα μαντζούνια, σήκωνα βάρη,

γλιστρούσα κι έπεφτα επίτηδες

στις σκάλες, έφτασα να χώνω

μέσα μου τις βελόνες του πλεξίμα-

τος για να τρυπήσω το έμβρυο

Μα δεν κατάφερα τίποτα

Ούτε μια σταγόνα αίμα

 

Μαρία Ευσταθιάδη [από το TEXTILEN, ΣΑΙΞΠΗΡΙΚΟΝ]

 

ΝΟΣΤΡΑΔΑΜΟΣ – Τα Παραμύθια Της Γιαγιάς

 

 

ΠΟΙΗΜΑ ΓΙΑ ΤΗ ΓΙΑΓΙΑ ΜΟΥ

Η γιαγιά κλαίει ακόμα στις οικογενειακές συγκεντρώσεις

η γιαγιά κλαίει ακόμα
όλες αυτές οι αναμνήσεις

είπε κάποιος

είναι όνειρο

είπε κάποιος άλλος

η γιαγιά
κλαίει ακόμα

είπε

ήταν τόσο δύσκολο έμεινα μόνη με τη μητέρα μου

μπράβο γιαγιά
ο αδελφός δολοφονήθηκε στο δάσος επειδή έσφαζε βόδια

από συμμορία Νάνων

τον πατέρα τον έσυραν στο έδαφος ως το καλάθι και τον πήραν μακριά

ήταν τόσο δύσκολο

είπε η Γιαγιά

κανείς δεν τόλμησε να έρθει στο σπίτι μας

ο πατέρας φυλακίστηκε στην παλιά φυλακή που τη λένε stari pisker

τον έδειραν

τον ανέκριναν

η καλή γιαγιά τον επισκεπτόταν

στην ψυχιατρική κλινική

τρελός

όχι άνθρωπος

σα σκουπίδι

η γιαγιά κλαίει ακόμα

έχουν περάσει πολλά χρόνια

και τώρα που ‘χει χαθεί η μνήμη

θυμάται μόνο τις απώλειες

η καλή γιαγιά ονειρεύεται στο δάσος

μακρά νύχτα και νεκρός θάνατος στην πόρτα σου

στη βαθιά νύχτα τρέχω μακριά απ’ τη μαύρη σκιά που δε μ’ αφήνει να κοιμηθώ

κάποιοι από ‘μας ποτέ δε θα κοιμηθούν ήρεμα

εφιάλτης όταν περπατώ στο νοσοκομείο και ψάχνω για άδεια σώματα

σώματα θανάτου

σώματα που ποτέ δεν κάηκαν

το δάσος κλαίει

καλεί τα φαντάσματα

το δάσος κλαίει

αγκαλιάζω τη γιαγιά

όταν μαζεύουμε λεβάντες μπροστά απ’ το σπίτι της

περιπλανιέμαι στο δάσος

εκεί που χάθηκαν

ο χάρτης χάθηκε

η μαύρη σκιά μεγαλώνει

διατάζει να την πιάσει

να τη σκοτώσει

να τη σφάξει

βρύση

και μετά ξεκινά η βροχή στο δάσος

δεν υπήρξε τίποτα εδώ

μετά κοιμήθηκα ήρεμα

το κομμένο δέντρο

και η γιαγιά συνέχιζαν να κλαίνε

Κάτια Γκορετσάν,  Μη φοβάσαι να πεθάνεις αγάπη μου, Mεταφράζει η Αγγελική Δημουλή

 

*****

 

Η ΓΙΑΓΙΑ

«Εδώ η πούδρα η καλή•
κι αιθέριο έλαιο καμέλιας, έχω!»

Στο παραθύρι πλάι η γιαγιά,
χτενίζει τ’ άσπρα της μαλλιά,
χωρίς ν’ αποκριθεί σταλιά,
ούτε την πόρτα της ανοίξει.

Kim Pyongyon (Kim Sakkat) (1807-1863) ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΜΑΤΣΟΥΚΑΣ, Ανθολογία Κορεατικής ποίησης

 

 

*****

 

ΜΙΑ  ΦΕΤΑ  ΚΑΡΠΟΥΖΙ

 

Στο κουρτινάκι της γιαγιάς

χορεύουν γράμματα

τραμπαλίζονται

λέξεις.

 

Υπάρχει ένα παιδί.

Εγώ.

Στο ζεστό

Και βρεγμένο

απ’ το πότισμα

τσιμέντο της αυλής

ξυπόλητο όπως πάντα

πλατσουρίζει

στις νερολακουβίτσες

κάτω απ’ το υπόστεγο.

 

Υπάρχει η γιαγιά.

Στο ντιβάνι.

Κοιμάται.

Στέκεται και την κοιτά.

Αφουγκράζεται.

«Ζεις γιαγιά

ή πέθανες;»

αναρωτιέται.

Η ανάσα της αδύναμη.

Μεσημέρι καλοκαιριού

στην αυλή με τις λεμονιές.

«Μια φέτα καρπούζι»

σκέφτεται,

μια φέτα καρπούζι

είναι το μεσημέρι

στο χέρι ενός παιδιού,

κατακαλόκαιρο._

Μαίρη Πέστροβα

 

 

Ρωμανός Γιώργος- H γιαγιά

 

 

ΓΙΑΓΙΑ ΕΞ ΑΝΑΤΟΛΗΣ

Για εκείνην τη γιαγιά την ονειρεμένη
την ερχόμενη από Κωνσταντινούπολη
Για εκείνην τη γυναίκα την αδίστακτη
που το ψωμί μου καρπωνόταν
Για εκείνο το τέρας το μυθολογικό
με μια κοιλιά φουσκωμένη
σαν γιγάντια κολοκύθα


Όντας παιδί τη μίσησα
Κι όμως επιστρέφει
ετούτη τη μοιραία νύχτα
μ’ έναν αέρα ομορφιάς


Θα υπάρχει λόγος που λένε
ότι ο χρόνος γιατρεύει σχεδόν τα πάντα
Επιστρέφει με πληγές στην ψυχή
απ’ τη φυγή της απ’ το χαρέμι
με το «να πάρει» σε γλώσσα αραβική κι ισπανική
Με τη μοναξιά της μες σ’ αυτές τις δυο γλώσσες
Κι εκείνη την ακαθόριστη λάμψη στην πλάτη
απ’ την ψηλή της Συρίας κορφή

 

RAUL GOMEZ JATTIN. ΠΟΙΗΜΑΤΑ (ΜΕΤ: ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ)

 

 

*****

 

ΝΑ ΗΜΟΥΝ ΠΑΠΠΟΥΣ

«χ λεγε Κοκός,
παππος ν μουν τώρα,
ν κάνω τ σοφό,
ν βήχω ν ρουφ
ταμπάκο λη τν ρα.

σπρα ν χω γένια,
ποτ ν μ διαβάζω,
σχολει ν μν πηγαίνω,
στ σπίτι μου ν μένω
κι λο ν νυστάζω.

Ν παίζω κάθε μέρα
μ κάποιο κομπολόγι,
ν μ μο λένε γι δουλειά,
κα
ν φορ γυαλιά,
κα νχω κα ρολόγι.

Ν λέω παραμύθια
πάνω π τ στρμα,
κι λοι τους στ μιλιά μου,
ν στέκουνε μπροστά μου
μ᾿ ρθάνοιχτο τ στόμα.

Ν μο φιλον τ χέρι,
εχς πολλς ν δίνω
κα πάντα καθιστς
κα σ᾿ λους σεβαστός,
ν τρώγω κα ν πίνω.

Νχω κα μι μαγκούρα,
ν κάνω τν κακό
κι μα θυμς μ πάρει
ν᾿ ρχίζω στ στειλιάρι
κα τν τρελλΚοκό».

τοτα κι λλα λέει
μ γνώση παιδική,
γιατ Κοκς δν ξέρει
πς θέλουν κι λοι ο γέροι
ν γίνουνε Κοκοί

 ΓΕΩΡΓΙΟΣ  ΣΟΥΡΗΣ

 

 

*****

ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΠΑΠΠΟΥ ΜΟΥ

 

Μες της ζωής σου την ανηφόρα

πίκρες ντυθήκανε σα δώρα

και σε γελάσανε.

 

Χαρές που ήρθαν λευκό μαντήλι

κουνούσαν φεύγοντας το δείλι

σε προσπεράσανε.

 

Φοράς του χρέους τη πανοπλία

και σ’ ενοχλεί η φασαρία

που κάνεις φεύγοντας.

 

Για τ’ αύριο φύλαγες το τώρα

μα τώρα κοίτα πέρασε η ώρα

κι έγινε παρελθόν.

 

Πες μου στο πόνου το κρεβάτι

μετάνιωσες κείνο το δάκρυ

που δεν φανέρωσες;

 

Χρόνια περίμενες μια ανάσα

κοίτα η ζωή σου ’κανε πάσα

μα εσύ την έχασες.

 

Τι μένει πια πριν απ’ το τέλος

άκου ρωτάει ο Οθέλος

ποια ’ν’ η απάντηση;

 

Πριν απαντήσεις σκέψου τα χρόνια

που φεύγουν πάντα σα χελιδόνια

και δε ξαναγυρνούν.

Θυμήσου το ’δειξε η ιστορία

έχεις μονάχα μια ευκαιρία

σε τούτη τη ζωή

 

Λεν όπως στρώνεις έτσι κοιμάσαι

θέλεις στο τέλος να αναρωτάσαι

γιατί απέτυχες;

 

Τότε αμέσως τον αυτόματο κλείσε

πάψε επιτέλους να προσποιείσαι

ότι δεν έζησες.

 

Ζήσε στο τώρα άντε ξεχύσου

μες τη δροσιά του Παραδείσου

για να λευτερωθείς.

 

Χρυσούλα Tζωρτζάκη

*****

 

 

ΣΤΟ ΧΕΡΙ ΤΟΥ ΠΑΠΠΟΥ

Στο χέρι του παππού ο εγγονός βαδίζει
Κι ανάμεσα τους λείπει μια γενιά.
Ο εγγονός όλο ρωτά, γιατί αυτός ελπίζει
Να μάθει όλα της ζωής τα μυστικά.

Και στέκεται ο παππούς στού δρόμου τη γωνιά
Κι αναστενάζει. Κι ύστερα πάλι συνεχίζει
Το κουρασμένο βήμα του, γυρτός, αργά-
Μια έγνοια φαίνεται στην κόμη του ν’ ασπρίζει

Που χρόνια τώρα συνεχώς τον τυραννά.
Κι ο εγγονός στο χέρι του όλο ρωτά
Γιατί ο θάνατος τους νέους να θερίζει -.

Στο χέρι του παππού ο εγγονός βαδίζει
Και το κενό στη μέση του θυμίζει
Κάδρο χωρίς ζωγραφιά

Αργύρης Σφουντούρης

 

*****

TO KOYMΠI

Χρόνια τώρα μικρός στην εκκλησία,
πίσω από τον ψάλτη.
Πάντα με τον παππού.
Η γιαγιά δεν μπορεί, όσο κι αν θέλει…
Η θέση της είναι πίσω, με τις άλλες γιαγιάδες.
Ο παππούς με ονειρεύεται εμένα για ψάλτη.


Πάντα στο τέλος, έτρεχα στην καμπάνα.
Κοιτούσα το πελώριο σχοινί της από κάτω, με δέος.
Ένας άλλος παππούς αιωνόβιος έπαιζε κάθε Κυριακή την καμπάνα
με πάθος!
Ανοίγω τα χέρια
και ο δικός μου παππούς με εκτοξεύει στον αέρα.
Χτυπώ την καμπάνα,
κι αμέσως βρίσκομαι πλάι στο Δημιουργό μου.
Όνειρο μου να μεγαλώσω να την χτυπώ μόνος μου…

Χρόνια τώρα μεγάλος στην εκκλησία
πίσω από τον ψάλτη.
Πάντα με τον παππού.
Η γιαγιά δεν μπορεί, όσο κι αν θέλει…
Έφυγε τώρα…
Ο παππούς γυρίζει συχνά πίσω.
Μια άλλη γιαγιά κάθεται τώρα στη θέση της…


Ο παππούς δεν με ονειρεύεται πια ψάλτη.
Είναι λίγα τα λεφτά.
Ο άλλος ο παππούς δεν παίζει πια την καμπάνα.
Έφυγε κι αυτός…
Εγώ μεγάλωσα
και το πελώριο σχοινί δεν υπάρχει πια.
Στη θέση του έχει μπεί ένα κουμπί.
Ηλεκτρονικό.
Προηγμένης τεχνολογίας…

Το πατώ μερικές φορές…
Όμως…
δεν με ένωσε ποτέ
με Τον Δημιουργό μου…

Κυριάκος Κώστας

 

*****

 

 

ΑΔΙΚΑ ΠΑΠΠΟΥ

 

Σήμερα ήρθα εδώ για να σου πω παππού

ο κόσμος δεν είναι τελικά όπως μου έμαθες

κι εγώ γερνάω

 

δεν έχω τις ίδιες αντοχές όπως παλιά

που σκαρφαλώναμε τα βράχια στο νησί

κι όποιος ανέβαινε πρώτος κάρφωνε τη σημαία

 

τα πόδια μου δε με κρατάνε πια, παππού

κι η αναπνοή βαραίνει

κανείς από τους επομένους

γυρνάω να δω και πάλι μοναχός μου παππού

στο μονοπάτι

 

τι έγινε

εσύ ποτέ δε μου ’πες ψέματα

πώς έγινε έτσι ο κόσμος και πού ήμουνα εγώ την

       ώρα που άλλαζε

 

Θα φύγω τώρα

χωρίς απάντηση ούτε ένα σχέδιο επιβίωσης

 

ήθελα να το ξέρεις

πως ίσως άδικα χάλασες τα κόκαλά σου εκεί

και το άσθμα σου άδικα κι αυτό

κι εκείνη η πρώτη αγάπη σου που έχασες

όταν σε πρωτοπήραν

άδικα κι αυτή

 

οι αδιάφοροι οι εαυτούληδες οι συμφεροντολόγοι

       και οι γλείφτες

επιβιώνουνε παππού

 

κι εγώ απλά γερνάω

 

κι οι γέροι πεθαίνουνε παππού

δεν κάνουν επανάσταση

Τέλλος Φίλης, «Ένας απλός υπάλληλος βιντεοκλάμπ»,  Εκδόσεις Εντευκτηρίου, 2015

 

*****

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΠΑΠΠΟΥ

 

M’ εγκαταλείψατε όλοι, κραύγαζε ο γέρων μες στη νύχτα

 

ούτε έρχεστε να με δείτε ούτε με παίρνετε τηλέφωνο

δεν πλησιάζετε το θάνατο, θαρρείτε πώς είναι μεταδοτικός
πως, επειδή αυτός με τριγυρίζει, μ΄ ακουμπάει και με κλώθει
θα μολυνθείτε και εσείς με το υπέρτατο άρωμά του.

Δεν σας ζητάω φάρμακα κλύσματα κι εξετάσεις

από την τσέπη μου πληρώνω τους γιατρούς και τα νοσοκομεία.
Λίγη παρέα θέλω, λίγη ζεστασιά, ιδίως τα βράδια.
Δεν υποφέρεται η  μοναξιά του τέλους, δεν  μολογιέται…

Έτσι εγκαταλείψανε τον γέροντα παππού τους να φύγει μόνος στο ταξίδι

κόρες αγόρια εγγονές νύφες γαμπροί ξαδέρφες και ξαδέρφια.

Και τούτα βλέποντας η μόνη του γυναίκα
που ‘χε φύγει καιρό στον ουρανό

του ’δωσε χέρι και τον τράβηξε ψηλά, κοντά της…

 

Γιάννης Καρατζόγλου

από τη συγκεντρωτική έκδοση Πηγαίος κώδικας, ποιήματα 1964-2009, 2009 

 

 

*****

ΘΕΛΩ ΤΟΝ ΠΑΠΠΟΥ ΚΑΙ ΤΗ ΓΙΑΓΙΑ  ΚΟΝΤΟΥΣ 

Θεέ μου, σε παρακαλώ
τον παππού μου να κοντύνεις,
και γιαγιά πολύ ψηλή
στα παιδιά μη δίνεις.


Εύκολα θέλω να φτάνω
τον παππού και τη γιαγιά,
να μπορώ να τους χαϊδεύω
τ΄ άσπρα, κάτασπρα μαλλιά.

Ο παππούλης κι η γιαγιούλα
θέλω να  ΄ναι πιο κοντά.
Όχι να  ΄ναι αυτοί στα ύψη
κι εγώ τόσο χαμηλά.


Θέλω να  ‘μαστε ίσια, ίσια
και να παίζουμε μαζί.
Έτσι πιο όμορφη θα νιώθω
τη ζωή.


Γι’ αυτό άκουσέ με, Θεέ μου,
κάνε τους και τους δυο κοντούς.
Αυτό πάει να πει γιαγιούλα
και γλυκός γλυκός παππούς.

Ρένα Καρθαίου

 

 

 

Πες το με ποίηση (211ο): «Έρωτας»…

 

 

1.«Έρως ανίκατε μάχαν,

Έρως, ος εν κτήμασι πίπτεις,

ος εν μαλακαις παριαιίς

νεάνιδος εννυχεύεις,

φοιτάς δ’ υπερπόντιος εν τ’ αγρονόμοις αυλαίς

και σ’ ουτ’ αθανάτων φύξιμος ουδείς

ουθ’ αμερίων σε γ’ ανθρω-

πων, ο δ΄έχων μέμηνεν.

 

συ και δικαίους αδίκους

φρένας παρασπάς επί λώβα

συ και τόδε νείκος ανδρών

ξύναιμον έχεις ταράξας

νικά δ΄εναργής βλεφάρων

ίμερος ευλέκτρου

νύμφας, των μεγάλων πάρεδρος εν αρχαίς

θεσμών, άμαχος γαρ εμπαί-

ζει θεός Αφροδίτα.»

              (Σοφοκλής)

 

 

( Έρωτα που ‘σαι ακαταμάχητος

Έρωτα που τα πλούτη εξανεμίζεις

που ξενυχτάς στα απαλά

μάγουλα της κοπέλας,

που βρίσκεσαι ακόμα και στα πέλαγα

ή και στις κατοικίες των ξωμάχων.

Να σ’ αποφύγει εσένα δεν μπορεί

Ούτε θνητός ούτε αθάνατος

Κι αυτόν που τον κατέχεις τον τρελαίνεις.

 

Εσύ και των δικαίων τα μυαλά

Τα παρασέρνεις στ’ άδικο. Για σένα

ακόμα και ομοαίματοι μαλώνουν.

 

Νικά ο πόθος λάμποντας στης κορασιάς τα μάτια,

αυτός που ‘ναι ο μέγιστος ανάμεσα στους νόμους,

γιατί αλλοίμονο μ’ εμάς παίζει η Αφροδίτη,

θεά που δεν μπορεί κανείς να τη νικήσει ).

                         (Μετ. Γ. Υ.)

 

 

 

 

  1. Γιάννης Υφαντής, «Του Έρωτα»

Του έρωτα
πρέπει να του δινόμαστε γυμνοί
όπως δινόμαστε στον ύπνο και στο θάνατο, γιατί
ο έρωτας θαρρώ είναι η μόνη
μεταλαβιά
αιωνιότητας∙ ο έρωτας
είναι η λύτρωση του τέλειου χορού, είναι
η αγαλλίαση
του Καιρού.

(Γιάννης Υφαντής, Έρως ανίκατε μάχαν, εκδ. Μελάνι)

 

 

 

 

  1. Έκτωρ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ: «Του έρωτα»

 

“Με κούρσεψαν τα χρώματα

ο ιδρώτας στη μασχάλη σου είναι μπλε

λιθρίνι μες στον κόλπο σου πώς σπαρταράω για το κίτρινο

ω η έκρηξη στο τυρκουάζ στο χρυσαφί

όταν σου λύνω την ταινία του ουρανού

και τρέμω για το άσπρο που ενεδρεύει…

 

  1. Ω πόσο, πόσο ήσουν ωραία/ που σπαρταρούσες.

Ζαρκάδια που τα βίτσιζε ο πο΄θος μας

χοροπηδούσαν τα φιλιά μου στις μασχάλες σου

καλπάζανε που σπαρταρούσες.

 

  1. Το κορμί σου εύξεινος λόγος του νερού

κι η γλώσσα μου καρίνα να μελετά τα ρεύματα, να μιλάει με υφάλους.

Το κορμί σου Όργανο του αγέρα/ κιθάρα του Θεού

Οι χορδές μού λιώνουνε τα δάχτυλα/ μα κρούω, κρούω

και μου μιλά/ ότι εντός του κάτι αθανατίζεται.

 

  1. Ήσουν έξαψη του ακόντιου/ Το ρίγος του σαν ήτανε να τιναχτεί

Η λάμψη του μες στον αγέρα ήσουν/ Καρφωμένη τώρα μέσα μου

ως τρέμει το καρυόφυλλο/ συνέχεια τρέμεις/ κι εγώ στη μέθην όλος.

 

  1. Εγώ είμαι της θύελλας/ γι αυτό σ’ αγαπώ

είμαι της λαίλαπας/ γι αυτό σ’ αγπώ

είναι που εντός μου είσαι η δύνη

είναι που έσπασες τον άξονα/ που κράταγε την τάξη

κι όλα γίναν ιαχές/ νικηφόρα έξαλλα φωνήεντα/ γι αυτό σ’ αγαπώ.

………………………………

  1. Ω αρπίστρια του νου μου/ στις φλέβες μου

άπιαστη σαϊτα σαν με κοιτάζεις.

 

  1. Τι βουητό βυθού/ τι έλξη στο λαβύρινθό μου/ το όναμά σου.

 

  1. Στο κρύφιο χώμα μου/ το άγιο τ’ απάτητο

τ’ αχνάρι που άφησες, η λάρνακά μου

 

  1. Λες τον έρωτα δεσμώτη/ λέω τον έρωτα λυόμενο

Ο ένας καταπάνω τ’ αλλουνού/ για τράκο κίνησαν οι δυο κουρσάροι.

 

  1. Άμοιρη δεν το ‘ξερες/ που ήμουνα γυάλινος

πως θα γινόμουν θρύψαλα/ πριν καν μ’ αγγίσεις” 

(Σύγχρονη ερωτική ποίηση, Ανθολογία Ελλήνων ποιητών, Καστανιώτης)

 

 

 

  1. Denise LEVERTOV, Ύμνος στο θεό Έρωτα

 

Ω Έρωτα, εσύ που σιωπηλά χαμογελάς,

άκουσέ με.

Άσε τη σκιά της φτερούγας σου

να μ’ ακουμπήσει.

Άφησε την παρουσία σου

να με τυλίξει, σαν το σκοτάδι

να ‘ταν κύκνου πούπουλα.

Άσε με να δω το σκοτάδι αυτό

με τη λάμπα στο χέρι,

τον τόπο αυτό να γίνεται

άλλος τόπος

ο ιερός, του πόθου.

 

Νυσταγμένε θεέ,

βράδυνε τους τροχούς της σκέψης μου

για ν’ ακούω μόνο

το χιονένιο σου θρόισμα

σαν με κυκλώνεις.

Κλείσε με μαζί με τον αγαπημένο μου

στον κλοιό- καπνό της δύναμής σου,

για να γίνουμε, ο ένας για τον άλλο,

μορφές φλόγας,

μορφές καπνού,

μορφές σάρκας

πρωτοειδομένες μες στο σούρουπο.

 

(Σύγχρονοι αμερικάνοι ποιητές, επιλογή Κατερίνα Αγγελάκη-Ρούρκ, εκδ. Ύψιλον)

 

 

 

  1. CESARE PAVESE, ΕΡΩΤΑΣ ΕΙΣΑΙ ΚΙ ΕΣΥ

 Έρωτας είσαι κι εσύ.
Από αίμα είσαι και χώμα
όπως και οι άλλοι. Περπατάς
σαν να μη λες ν’ αφήσεις
του σπιτιού σου την πόρτα.
Σάμπως να περιμένεις,
να μη βλέπεις. Χώμα είσαι
που πονεί και σωπαίνει.
Σκιρτάς και κουράζεσαι
και όλο μιλάς – περπατάς
και αναμένεις. Ο έρωτας
είναι αίμα σου – αυτό μόνο.

(Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής)

 

 

 

  1. FEDERICO GARCÍA LORCA, «ΝΕΚΡΟΣ ΑΠΟ ΕΡΩΤΑ»

    «Στη Μαργαρίτα Μάνσο

Τα’ είναι κείνο που φεγγρίζει
στους απάνω διαδρόμους;
Σφάλισε την πόρτα, γιέ μου,
κι οι έντεκα σημάναν μόλις.
Άθελα, στα δυό μου μάτια
λάμπουνε τέσσερις λύχνοι.
Σίγουρα κείνοι οι ανθρώποι
θα τρίβουνε το μπακίρι.

Σκόρδο απ’ ασήμι αγωνίας,
το δισταχτικό φεγγάρι,
κατακίτρινα μαλλιά
στους κίτρινους πύργους βάζει.
Των μπαλκονιών το κρουστάλλι
έκρουε τρέμοντας η νύχτα,
κυνηγημένη από χίλιους
σκύλους που δεν την γνωρίζαν
κι ερχόταν απ’ τους διαδρόμους
μυρουδιά άμπρας και κρασίλας.

Αύρες από υγρό καλάμι
και παλιών φωνών βαβούρα
στου μεσονυχτιού το τόξο
το σπασμένο αντιλαλούσαν.
Βόδια και ρόδα κοιμούνταν.
Μόνον απ’ τους διαδρόμους
τα τέσσερα φώτα σκούζαν
με το μανητό τ’ Άι-Γιώργη.
Θλιμμένες νιές της κοιλάδας
καλμάραν τ’ αντρίκιο τους αίμα,
πικρό από μούσκουλα νιάτων
κι ήσυχο απ’ άνθη κομμένα.
Του ποταμού γριές γυναίκες
κλαίγαν στου βουνού τα πόδια
μιαν αδιάβατη στιγμή
από μαλλιά κι από ονόματα.
Προσόψεις ασβεστωμένες
άσπρο κάνανε το βράδυ.
Τ’ ακορντεόνια τους παίζαν
τα χερουβείμ κι οι τσιγγάνοι.
Μάνα, όταν εγώ πεθάνω,
μήνα το στ’ αφεντικά μας.
Τηλεγραφήματα στείλε
βορρά και νότο γαλάζια.
Εφτά κραυγές, εφτά αίματα,
εφτά του ύπνου παπαρούνες,
λοξά φεγγάρια τσακίσαν
σε σάλες άδειες και σκούρες.
Γεμάτο χέρια κομμένα
και στεφανάκια από χόρτο,
δεν ξέρω πού, αντιλαλούσε
τ’ αρχιπέλαγο των όρκων.
Στο τραχύ βουητό του δάσους
βρόνταγε ο ουρανός την πόρτα,
και στους απάνω διαδρόμους
σκούζανε γοερά τα φώτα.»

Μετάφραση: Ηλίας Ματθαίου
(Από το βιβλίο: Federico García Lorca, «Τσιγγάνικο Ρομανθέρο / Romancero Gitano» (δίγλωσση έκδοση), Διάττων)

 

 

 

  1. Φίλππο Τομάζο ΜΑΡΙΝΕΤΤΙ, Τα δώματα του έρωτα

 

…………………………………………………..

Για χάρη μας το δώμα μεταμορφώθηκε σε μια στέρνα

γαλάζια,

άυλη δεξαμενή όπου το παρθένο νερό τού

βραδινού

μυστηριωδώς, μαζεύονταν ολόγυρα, συλλογισμένο…

 

και η ψυχή μου αχόρταγη θα ποτιστεί από χαρά

στα στηθαία, ψηλά, ανάμεσα στην ορμή των φιλιών μας

και στη μεθυστική ονειροπόληση των γαλανών ματιών σου

καιρό φυλακισμένα στους κλίβανους της Ημέρας,

των τεράστιων έξαλλων ματιών σου που ισορροπούν

στο διάστημα, όταν η νύχτα πέφτει σαν μολύβι!

 

Ω! πώς να αλυσοδέσω τις δυο καρδιές μας,

μεθυσμένες ν’ ακολουθήσουν θέλουν το ήρεμο καραβάνι

των νομάδων των Άστρων και τον ακτινοβόλο καλπασμό τους

στις κατηφόρες τ’ ουρανού και τις λεπτές ακτίνες τους

που αναπηδούν και κουδουνίζουν

στο λυκόφως, σαν να ηχούν χρυσά κουδούνια

πάνω στην έρημο των θαλασσών;

 

Ω πώς ν’ αλυσοδέσω τις καρδιές μας,

μεθυσμένες να ζήσουν θέλουν ειρηνικά ανάμεσα στις σκόρπιες φωτιές

των Άστρων που μαζεύονται σαν τις ορδές των βαρβάρων

στις μακρινές κορφές!

 

Σε θυμάμαι, ω πρόσωπο ασημοφώτιστο

μετά τον εξατμισμό των δακρύων, ω όμορφε κύκνε σαν ανοίγεις

στα φρικτά υπόγεια της θλίψης μου,

ενώ κατά διαστήματα η γαλάζια πνοή του απείρου

κυμάτιζε στο μίσχο του ιδανικού σώματός σου!

 

Αλίμονο! σε άλλες αγκάλες, σ’ άλλους κόρφους ανεξερεύνητους,

να που η βαριά καρδιά μου αφήνεται ακόμα

μεθυσμένη

στη στιβαρή αιώρα του έρωτα

που κάποτε λίκνιζε τις ψυχές μας με απάθεια

και βία, πέρα δώθε…

……………………………………………………………………………………………………………..

 

(Μ. Λαϊνά, Ξένη ποίηση του 20ου αιώνα, μτφ. Μ. Στεφανοπούλου, εκδ. Ελληνικά γράμματα)

 

 

 

  1. Λώρενς ΦΕΡΛΙΓΚΕΤΤΙ, Dove sta Amore (Πού βρίσκεται ο έρωτας)

Dove sta Amore

πού πλαγιάζει ο έρωτας

 Dove sta Amore

εδώ πλαγιάζει ο έρωτας

το δαχτυλίδι περιστέρι ο έρωτας

σε λυρική απόλαυση

άκου του έρωτα το τραγούδι στο βουνό

του έρωτα το αληθινό τραγούδι της επιθυμίας

του έρωτα το σιγανό απλό τραγούδι

πολύ γλυκό του πόνου τραγούδι

σε περάσματα της νύχτας

Dove sta Amore

εδώ πλαγιάζει ο έρωτας

το δαχτυλίδι περιστέρι ο έρωτας

Dove sta Amore

εδώ πλαγιάζει ο έρωτας.

 

(Λώρενς Φερλιγκέττι, Ποιήματα, εκδ. Νεφέλη)

 

 

 

  1. Ρομπέρ ΝΤΕΣΝΟΣ, «Η νύχτα των χωρίς έρωτα νυχτών»

            (απόσπασμα)

 

Νύχτα σάπια και παγωμένη, τρομακτική νύχτα,

Νύχτα ανάπηρου φαντάσματος, σάπιων φυτών,

Φλογερή νύχτα, φλόγα και φως των πηγαδιών,

Σκότη δίχως λάμψεις, ψέματα, πανουργίες.

 

Ποιος με κοιτάζει έτσι στο θόρυβο που κάνουν τα ποτάμια;

Πνιγμένοι, ναύτες, ψαράδες; Τρυπήστε τους κακοήθεις

Όγκους πάνω στο δέρμα των περαστικών σκιών,

Αυτά τα μάτια μ’ έχουν κιόλας δει, βόγκοι και θρήνοι αντηχήστε!

 

Κείνη τη μέρα ο ήλιος έδυε στην πόλη

Τα λιβάδια ανέμιζαν στους πύργους, και το καλοκαίρι

Τους καρπούς του στοίβαζε για την συνηθισμένη θυσία των εποχών.

Ίσκιος από τις καστανιές έφτανε μέχρι την άκρη των κτιρίων,

 

Σύμφωνοι, έρχεσαι από μακριά, ξερνάς τις λύπες σου,

Βεβαίως, ήρωα, σκοτεινέ δολοφόνε.

Ο ερωτευμένος χάνεται δίχως να πονά,

Αλλά εσύ, υιέ των έργων σου, αυτοκτόνε,

Κοκκινίζεις άραγε από ντροπή

Που κάποια ευτυχία λαχταράς; […]

(Μ. Λαϊνά, Ξένη ποίηση του 20ου αιώνα, Ελληνικά γράμματα)

 

 

 

  1. Τάσος ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ:

 

 Έρωτας 1

 

Όλη τη νύχτα πάλεψαν απεγνωσμένα

Να σωθούν απ’ τον εαυτό τους

Δαγκώθηκαν, στα νύχια τους μείναν

Κομμάτια δέρμα, γδαρθήκανε

Σα δυο ανυπεράσπιστοι εχθροί, σε μια στιγμή

Αλλόφρονες, ματωμένοι, βγάλανε μια κραυγή

Σα ναυαγοί, που λίγο πριν ξεψυχήσουν

Θαρρούν πως βλέπουν φώτα

Κάπου μακριά.

Κι όταν ξημέρωσε, τα σώματά τους

Σα δυο μεγάλα ψαροκόκαλα

Ξεβρασμένα στην όχθη

Ενός καινούριου μάταιου πρωινού.

 

Έρωτας 2

Οι αστράγαλοι σου δυο μικροί, μικροί ανθισμένοι τάφοι
όπου μέσα τους είναι θαμένη για πάντοτε
η καρδιά μου.

Έρωτας 3

Θυμάσαι τις νύχτες; Για να σε κάνω να γελάσεις περπατούσα πάνω στο
γυαλί της λάμπας.
«Πώς γίνεται;» ρώταγες. Μα ήταν τόσο απλό
Αφού μ’ αγαπούσες.

 

 

Έρωτας 4

Κι όταν πεθάνουμε να μας θάψετε κοντά κοντά
για να μην τρέχουμε μέσα στη νύχτα να συναντηθούμε.

 

(Σύγχρονη ερωτική ποίηση, Ανθολογία Ελλήνων ποιητών, Καστανιώτης)

 

 

 

 

  1. Γιώργος ΣΕΦΕΡΗΣ, «Ερωτικός λόγος»

 Έστι δε φύλον εν ανθρώποισι ματαιότατον,
όστις αισχύνων επιχώρια παπταίνει τα πόρσω,
μεταμώνια θηρεύων ακράντοις ελπίσιν.
ΠΙΝΔΑΡΟΣ

                                Α’

Ρόδο της μοίρας, γύρευες να βρεις να μας πληγώσεις
μα έσκυβες σαν το μυστικό που πάει να λυτρωθεί
κι ήταν ωραίο το πρόσταγμα που δέχτηκες να δώσεις
κι ήταν το χαμογέλιο σου σαν έτοιμο σπαθί.

Του κύκλου σου το ανέβασμα ζωντάνευε τη χτίση
από τ’ αγκάθι σου έφευγε το δρόμου ο στοχασμός
η ορμή μας γλυκοχάραζε γυμνή να σ’ αποχτήσει
ο κόσμος ήταν εύκολος. Ένας απλός παλμός.

                                Β’

Τα μυστικά της θάλασσας ξεχνιούνται στ’ ακρογιάλια
η σκοτεινάγρα του βυθού ξεχνιέται στον αφρό.
Λάμπουνε ξάφνου πορφυρά της μνήμης τα κοράλλια…
Ω μην ταράξεις… πρόσεξε ν’ ακούσεις τ’ αλαφρό

ξεκίνημά της… τ’ άγγιξες το δέντρο με τα μήλα
το χέρι απλώθη κι η κλωστή δείχνει και σε οδηγεί…
Ω σκοτεινό ανατρίχιασμα στη ρίζα και στα φύλλα
να ‘σουν εσύ που θα ‘φερνες την ξεχασμένη αυγή!

Στον κάμπο του αποχωρισμού να ξανανθίζουν κρίνα
μέρες ν’ ανοίγουνται ώριμες, οι αγκάλες τ’ ουρανού,
να φέγγουν στο αντηλάρισμα τα μάτια μόνο εκείνα
αγνή η ψυχή να γράφεται σαν το τραγούδια αυλού…

Η νύχτα να ‘ταν που έκλεισε τα μάτια; Μένει αθάλη,
σαν από δοξαριού νευρά μένει πνιχτό βουητό,
μια στάχτη κι ένας ίλιγγος στο μαύρο γυρογιάλι
κι ένα πυκνό φτερούγισμα στην εικασία κλειστό.

Ρόδο του ανέμου, γνώριζες μα ανέγνωρους μας πήρες
την ώρα που θεμέλιωνε γιοφύρια ο λογισμός
να πλέξουνε τα δάχτυλα και να διαβούν δυο μοίρες
και να χυθούν στο χαμηλό κι αναπαμένο φως.

                                Γ’

Ω σκοτεινό ανατρίχιασμα στη ρίζα και στα φύλλα!
Πρόβαλε ανάστημα άγρυπνο στο πλήθος της σιωπής
σήκωσε το κεφάλι σου από τα χέρια τα καμπύλα
το θέλημά σου να γενεί και να μου ξαναπείς

τα λόγια που άγγιζαν και σμίγαν το αίμα σαν αγκάλη
κι ας γείρει ο πόθος σου βαθύς σαν ίσκιος καρυδιάς
και να μας πλημμυράει με των μαλλιών σου τη σπατάλη
από το χνούδι του φιλιού στα φύλλα της καρδιάς.

Χαμήλωναν τα μάτια σου κι είχες το χαμογέλιο
που ανιστορούσαν ταπεινά ζωγράφοι αλλοτινοί.
Λησμονημένο ανάγνωσμα σ’ ένα παλιό ευαγγέλιο
το μίλημά σου ανάσαινε κι η ανάλαφρη φωνή:

«Είναι το πέρασμα του χρόνου σιγαλό κι απόκοσμο
κι ο πόνος απαλά μες στην ψυχή μου λάμνει
χαράζει η αυγή τον ουρανό, τ’ όνειρο μένει απόντιστο
κι είναι σαν να διαβαίνουν μυρωμένοι θάμνοι.

Με του ματιού τ’ αλάφιασμα, με του κορμιού το ρόδισμα
ξυπνούν και κατεβαίνουν σμάρι περιστέρια
με περιπλέκει χαμηλό το κυκλωτό φτερούγισμα
ανθρώπινο άγγιγμα στο κόρφο μου τ’ αστέρια.

Την ακοή μου ως να ‘σμιξε κοχύλι βουίζει ο αντίδικος
μακρινός κι αξεδιάλυτος του κόσμου ο θρήνος
μα είναι στιγμές και σβήνουνται και βασιλεύει δίκλωνος
ο λογισμός του πόθου μου, μόνος εκείνος.

Λες κι είχα αναστηθεί γυμνή σε μια παρμένη θύμηση
σαν ήρθες γνώριμος και ξένος, ακριβέ μου
να μου χαρίσεις γέρνοντας την απέραντη λύτρωση
που γύρευα από τα γοργά σείστρα του ανέμου…»

Το ραγισμένο ηλιόγερμα λιγόστεψε κι εχάθη
κι έμοιαζε πλάνη να ζητάς τα δώρα τ’ ουρανού.
Χαμήλωναν τα μάτια σου. Του φεγγαριού τ’ αγκάθι
βλάστησε και φοβήθηκες τους ίσκιους του βουνού.

Μες στον καθρέφτη η αγάπη μας, πώς πάει και λιγοστεύει
μέσα στον ύπνο τα όνειρα, σκολειό της λησμονιάς
μέσα στα βάθη του καιρού, πώς η καρδιά στενεύει
και χάνεται στο λίκνισμα μιας ξένης αγκαλιάς…

                                Δ’

Δυο φίδια ωραία κι αλαργινά, του χωρισμού πλοκάμια
σέρνουνται και γυρεύουνται στη νύχτα των δεντρών,
για μιαν αγάπη μυστική σ’ ανεύρετα θολάμια
ακοίμητα γυρεύουνται δεν πίνουν και δεν τρων.

Με γύρους και λυγίσματα κι η αχόρταγή τους γνώμη
κλώθει, πληθαίνει, στρίβει, απλώνει κρίκους στο κορμί
που κυβερνούν αμίλητοι του έναστρου θόλου οι νόμοι
και του αναδεύουν την πυρή κι ασίγαστη αφορμή.

Το δάσος στέκει ριγηλό της νύχτας αντιστύλι
κι είναι η σιγή τάσι αργυρό όπου πέφτουν οι στιγμές
αντίχτυποι ξεχωρισμένοι, ολόκληροι, μια σμίλη
προσεχτική που δέχουνται πελεκητές γραμμές…

Αυγάζει ξάφνου το άγαλμα. Μα τα κορμιά έχουν σβήσει
στη θάλασσα στον άνεμο στον ήλιο στη βροχή.
Έτσι γεννιούνται οι ομορφιές που μας χαρίζει η φύση
μα ποιος ξέρει αν πέθανε στον κόσμο μια ψυχή.

Στη φαντασία θα γύριζαν τα χωρισμένα φίδια
(Το δάσος λάμπει με πουλιά βλαστούς και ροδαμούς)
μένουν ακόμη τα σγουρά γυρέματά τους, ίδια
του κύκλου τα γυρίσματα που φέρνουν τους καημούς.

                                Ε’

Πού πήγε η μέρα η δίκοπη που είχε τα πάντα αλλάξει;
Δε θα βρεθεί ένας ποταμός να ‘ναι για μας πλωτός;
Δε θα βρεθεί ένας ουρανός τη δρόσο να σταλάξει
για την ψυχή που νάρκωσε κι ανάθρεψε ο λωτός;

Στην πέτρα της υπομονής προσμένουμε το θάμα
που ανοίγει τα επουράνια κι είν’ όλα βολετά
προσμένουμε τον άγγελο σαν το πανάρχαιο δράμα
την ώρα που του δειλινού χάνουνται τ’ ανοιχτά

τριαντάφυλλα… Ρόδο άλικο του ανέμου και της μοίρας,
μόνο στη μνήμη απέμεινες, ένας βαρύς ρυθμός
ρόδο της νύχτας πέρασες, τρικύμισμα πορφύρας
τρίκυμισμα της θάλασσας… Ο κόσμος είναι απλός.

(από την έκδοση «Γιώργος Σεφέρης, Ποιήματα», Ίκαρος, 1989)

 

 

 

  1. Άρης ΔΙΚΤΑΙΟΣ, Έρωτας

 

 Ο εξοχικός δρόμος, που χανόταν

Στον ορίζοντα, η πόλη, τα βιβλία, τα σκεύη, η μέρα

Όταν τα φώναζε με το όνομά τους, ή όταν

Στο μυστικό φως τα έδινε η νύχτα,

Εσένα ονόμαζαν. Μεταμορφώνονταν σ’ Εσένα

Παίρνοντας το δικό σου σχήμα και με τις δικές σου

Συνήθισαν να εκφράζονται κινήσεις.

 

Έτσι, όλη τη μέρα Σ’ έβλεπα και τόσο

Σε αγκάλιαζα σφιχτά, που από το αγκάλιασμά σου

Πολύ πονούσα. Και τον πόνο τούτο

Τόσο ένιωθα, τόσον εννοούσα, ώστε εννοούσα

Πως, επί τέλους, υπάρχουν τα πράγματα και πως υπάρχω…

 

Το σχήμα τους πήραν τα πράγματα, και πάλι

Η πόλη το όνομά της, και ξανά ο δρόμος

Δρόμος έγινε εξοχικός: μέσα στην τύρβη

Των αληθειών του κόσμου τούτου

Έχασα πια το πρόσωπό σου. Έμεινε η πείρα

Των σχημάτων που το σχήμα τους χάνουν,- μαθητεία

Σκληρή, για να κερδίσω μια μονάχα

Στιγμή της ύπαρξής μου.

 

(Σύγχρονη ερωτική ποίηση, Ανθολογία Ελλήνων ποιητών, Καστανιώτης)

 

 

 

  1. Άρης Δικταίος, Ερωτικό τοπίο

 

Καπνίζω στο μαύρο τσιμπούκι μου ένα τοπίο·

κάτω από τ’ ανοιγμένα σκέλια σου ζω ένα τριγωνικό τοπίο·

δεν είσαι πια ο άνθρωπος – πίθηκος·

                                                            ένα άλλο τοπίο

πέρα από το μηχανικό αιώνα

                                                ζει επάνω στην επιδερμίδα σου

μόνο δικό σου.

                        Οι δυο φούχτες σου δίνουν,

                                                                        εγώ ανάσκελα βλέπω

τον πρωτόγονον έρωτα ωριμασμένο στις κόρες του ματιού σου.

Σε μιαν άκρη της γενέθλιας γης

                                                            που τα σφεντάμια θράσεψαν,

μίλησε το ένστικτο την αλήθεια του

                                                            δώδεκα χρονών

ως σήμερα κράτησα την αίσθηση κείνη

                                                                        σφηνωμένος

ανάμεσα στα πόδια σου·

                                                το βρήκα:

τοπίο μόνο από κάκτους, φρακοστάφυλα και σφεντάμια,

από γκρίζα βράχια και ξεροψημένη γη,

από κοράκια και χρυσούς σκαραβαίους,

                                                                        στον έρωτα σου,

και το καπνίζω

                        σαν τον πιο εκλεχτό καπνό μου.

Είσαι

            εγώ

                        τα δώδεκα χρόνια μου,

τότε

            που δεν ήμουν άντρας,

                                                δεν ήμουν γυναίκα:

άγνωστος χώρος μυστικός.

                                                Σε ζω επιτέλους σεληνιακή νύχτα

                                                σε ζω επιτέλους μυστική σάρκα

                                                σε ζω επιτέλους τοπίο του ενστίκτου

                                                σε ζω επιτέλους, Θεέ,

                                                στη φλύαρη γυμνότητα επάνω

                                                σε ζω επιτ…

σιωπή σιωπή σιωπή!

 

(Σύγχρονη ερωτική ποίηση, Ανθολογία Ελλήνων ποιητών, Καστανιώτης)

 

 

 

  1. Άρης Δικταίος, «Το τελευταίο ποίημα του έρωτα»

 

Δος μου την ηδονή της ηδονής,

ζωή της ζωής, της μέθης νύχτα, οδύνη.

Το ερωτικόν απόσταγμα μού ηδύνει

την υπερφίαλη σκέψη που πονεί.

Μόνο, τη γεύση αγάπησα μόνο,

ω πονώ πέρ’ απ’ την αίσθηση του χώρου τής γης,

πέρ’ απ’ τα μάκρη αυτά πονώ!

Δε νιώθω, δεν αισθάνομαι καθώς άνθρωπος,

μα αισθάνομαι θεός

κι ως θεός ζούσα, μεθούσα,

πλήρης από έρωτα και δόξα κι ομορφιά…

Πάνω στα σουβλερά καρφιά,

σαν ασκητής έλα κι εσύ να γείρεις,

τον ίλιγγο να δεις, το δέος να δεις,

να φτάσεις στη σιγή και στο κενό να φτάσεις,

κι ως άνθος τον εαυτό σου να μαδείς.

Κι όταν σταθείς στο τελευταίο σκαλί

του έρωτα και του πόνου, ένα φιλί

από την πείρα την τόση να κρατείς:

φιλί άγριο και ζεστό να με δαμάσεις.

 

(http://www.ladylike.gr/articles/love/10-poihmata-gia-ton-erwta.3904389.html)

 

 

 

 

  1. DYLAN THOMAS, ΕΡΩΤΑΣ ΣΤΟ ΑΣΥΛΟ

    Ήρθ΄ ένας ξένος στο
    τρελόσπιτο να μοιραστεί το φτωχικό μου
    ένα κορίτσι σαν τρελό πουλί

    σφάλισε τη νυχτιά της θύρας με φτερά τα χέρια
    μανδύας το ζουρλό κρεβάτι
    πλανεύει τα ουρανοστεγή, εισάγεται το σύννεφό μου

    εξαπατά με βήματα το εφιαλτικό παλάτι
    απλώνει νεκρικό φιλί
    καβάλα πάει στις φρένες νοσοκόμων ωκεανών

    δαιμονισμένη δέχεται
    τ’ απατηλό το φως μέσ’ από τοίχους ουρανών
    δαίμονας, άτι,

    κοιμάται στο στενό παχνί, αιθεροβατεί,
    λυσάει αιθέρια
    στου παλαβόσπιτου σανίδια εφθαρμένα από βήματα

    δακρύων μου, φως μες στα στήθια αγκαλιάς, επί –αγάπη!–
    τέλους! Όχι αναβολή!
    Την κρίση ας πάθω π’ άναψε την πυρκαγια στ’ αστέρια!

Μετάφραση: Κώστας Ταχτσής.

(http://alonakitispoiisis.blogspot.gr/2010/05/blog-post_8084.html)

 

 

 

  1. Χρίστος Λάσκαρης, ΕΡΩΤΑΣ

Στην πρώτη επαφή που είχαμε,
μιλήσαμε όπως δυο ξένοι
για πράγματα διάφορα σχεδόν.
Στη δεύτερη μπορώ να πω το ίδιο,
με κάποια στη φωνή μας διαφορά,
ένα χρωμάτισμα.
Ώσπου στην Τρίτη,
τα λόγια μας ακολουθούσαν παύσεις –
εκείνες οι γλυκές σιωπές
του έρωτα.

(Σύγχρονη ερωτική ποίηση, Ανθολογία Ελλήνων ποιητών, Καστανιώτης)

 

 

 

 

 

  1. Γιώργης Παυλόπουλος, «Ο έρωτας»

                                                   προς ζόφον

                                                              Όμηρος

Είδα όνειρο ήμουν ξυλοκόπος απόστασα και βγαίνοντας από το δάσος
ένα δέντρο μοναχό στο φως το κόβεις αύριο με τη σειρά του το λησμονάς
εκεί που έγειρα στη ρίζα του με πήρε ο ύπνος βλέπω πάλι όνειρο το τσεκούρι μου
γινόταν φίδι τύλιγε το δέντρο απ’ τον κορμό του χώθηκε στα φύλλα
τότε κείνο άνθισε με σκέπαζαν τ’ άνθη του ο ίσκιος του δροσιά
γυναίκας που μ’ αγκάλιαζε με ξαναγύριζε στην πρώτη μου ζωή
πρόσωπο δεν έβλεπα μόνο το γιασεμί στα σκοτεινά μαλλιά της βάθαινα
μέσα σε δάκρυα και φιλιά και μπαίνοντας στη νύχτα τώρα του ονείρου ήταν
καράβι το δέντρο κι άλμπουρο το τσεκούρι κι απάνω του δεμένοι με το φίδι για σκοινί
εγώ με τη γυναίκα να μας κόβει ο άνεμος γυμνούς καθώς η πελώρια πλώρη
έστριβε αργά προς το μεγάλο σκοτάδι.

(από τη συλλογή Τα αντικλείδια, Στιγμή 1988)

 

 

 

  1. Θανάσης Νιάρχος, «Έρως έρωτας»

1

Κάτω απ’ τις ρίζες
Των φλεβών σου
Θυμωμένος ο άγγελος
Αρπάζεται απ’ τα σκοινιά
Και σε μαύρη αλήθεια
Γεννιέσαι
Εγκάθειρκτος

2

Όπως φουσκώνει το στήθος σου
Αρχίζει να καίγεται
Η θάλασσα
Και πεινούν
Πόλεις και χωριά
Γιατί γυρίζεις αμέριμνα
Πλευρό
Στον ύπνο σου

4

Φύτρωναν μαχαίρια όλη νύχτα
Τα διαλαλούσαν μικροπωλητές
Πιο ψηλά έκαιγε τ’ άστρο
Ο σκοτεινός οιωνοσκόπος
Χρησμοδοτούσε
«Ο χρόνος μαραίνεται
Έξω απ’ τ’ αγάλματα
Στο κρεβάτι θα σπείρετε
Αθέριστα στάχια»

17

Απ’ τις μασχάλες με κρατούν
Στο ύψος σου
Ένοπλοι άγγελοι
Τους ξεγελώ
Παίζοντας με τα νερά σου

Υψώνεσαι πίσω απ’ τα ψάρια
Πίσω απ’ το κρεβάτι
Στο μαύρο χρόνο
Δε θέλω να ξαναφτάσω
Έρποντας
Στα πόδια σου
Θα σε φωνάξω και
Θα μείνεις

21

Ανάλαφρη επέλαση των μελών σου
Πιο βαθιά πιο βαθιά
Τη γαλήνη μου διψώντας
Με το σαλίγκαρο του εγκεφάλου σου
Να γυροφέρνει σε στασίδια εκκλησίας
Και σε βυζαντινές τοιχογραφίες
Με τα υδρόβια σπλάχνα σου
Να ξεριζώνουν τους μύθους μου
Ενώ τη μήτρα των ιδεών σου
Τυφλωμένος ρουφώ

23

Αναστατώθηκε η πόλη
Απ’ τις συσπάσεις του σώματός σου
Και ψάχνει επειγόντως για ένα κρεβάτι
Έστω και σε προθάλαμο νοσοκομείου
Να σε στριμώξει
Ας είναι και μπροστά στους άλλους
Δεν ακούς τ’ ασθενοφόρα
Τις πυροσβεστικές αντλίες
Εσένα ψάχνουν κι ας μη το ξέρουν
Ν’ αδειάσει πάνω σου
Η πόλη τα υγρά της
Ν’ ανακουφιστεί
Κι ήρεμη να περάσει
Στο βραδινό της θάνατο
Κι εσύ που κυκλοφορείς ανυποψίαστα
Μέσα της
Με το καθημερινό ρούχο
Τα διατεταγμένα αισθήματα
Πώς δεν ένιωσες την πόλη
Που σ’ έχει ερωτευτεί
Και τρέχει σαν τρελή
Πάνω κάτω

28

Εσύ το νερό της βρύσης
Το ποίημα κι η μετάφρασή του
Η γλώσσα και η πλήξη
Το τραίνο και το φίδι
Ο Πόε κι η Βιρτζίνια Γουλφ
Το γράμμα και το σπίτι
Η εύρεση κι η αναμονή
Ο Χριστός κι η Παναγία
Εσύ εμείς
Εσύ αυτός
Εσύ αυτή
Εσύ ο άλλος
Εσύ αυτοί κι εσείς
Εσύ λιπόθυμο μαντήλι
Δείπνος εορταστικός
Μαχαίρι στη θήκη του
Αλυσίδα στα χείλη μου
Θήκη στον αέρα
Τα χείλη μου στο χώμα
Φύλλωμα και
Εσύ εγώ
Εσύ εσύ

32

Όπως η πόλη κοιμάται
Το σώμα σου διαστέλλει τους χτύπους της

Πίσω απ’ τα κλειστά παράθυρα
Πυροβολούν τα δέντρα

Εγώ στο άλλο δωμάτιο
Ετοιμάζω ταξίδια με μαύρα γάντια

Οι νεκροθάφτες παραμονεύουν
Τη φωνή σου

38

Με λοστούς στα πλευρά
Στη μήτρα σε καρφώνω
Του χρόνου

Έτσι κι αν όλα σε δείχνουν
Κανείς δεν σε βλέπει

Μένει ο υποψήφιος διδάκτορας μόνος
Μ’ ένα κοντό σκοινί
Να μετρά το ύψος τ’ ουρανού
Το ίδιο όπως τα χέρια σου
Μπερδεύουν τις επιφάνειες
Των σωμάτων

Τα χέρια σου που κάποτε
Θα σ’ αφανίσουν

(από την ποιητική ανθολογία: «Σύγχρονη Ερωτική Ποίηση» εκδόσεων Καστανιώτη)

 

 

 

  1. Αντώνης Φωστιέρης, Ο ΕΡΩΤΑΣ

    Ο έρωτας
    Ένα τρελό κυνήγι μες στη νύχτα
    Τρέχοντας μ΄εκατό
    Ψιχαλισμένος δρόμος
    Οι διάττοντες
    Ανοίγοντάς σου δρόμο
    Στο στερέωμα.

 

(από την ποιητική ανθολογία: «Σύγχρονη Ερωτική Ποίηση» εκδόσεων Καστανιώτη)

 

 

 

  1. ΑΝΤΩΝΗΣ ΦΩΣΤΙΕΡΗΣ, Ο ΕΡΩΤΑΣ

    Ο έρωτας είν’ ένας ροζ πολτός

Μες στα σχολεία τις ντισκοτέκ και τα τηλέφωνα

Κολλάει στη γλώσσα μας στα μάτια στα μαλλιά μας

Απ’ το ανοιχτό παράθυρο πέφτουμε κάτω

Μ’ ανεπιτήδευτα επιδέξια βολ πλανέ

Πετάμε γύρω απ’ τα μεγάλα κτίρια

Ο έρωτας είναι τ’ αξέχαστο μαλλί της γριάς

Κολλάει στα χείλια μας και τραγουδάμε υπέροχα

Τί άλλο μεγαλύτερο έχ’ η ζωή

Από τον ύπνο στη φωλιά του ωραίου;

 

(από την ποιητική ανθολογία: «Σύγχρονη Ερωτική Ποίηση» εκδόσεων Καστανιώτη)

 

 

 

 

  1. Αντώνης Φωστιέρης, ΣΚΟΤΕΙΝΟΣ ΕΡΩΤΑΣ

 

Περπάτησα ως εκεί που το σκοτάδι

Πυκνό απ’ τα φώτα του γυρνάει σε σκοτάδι

Δεν ξέρω πού ήταν που περπάτησα

Ο γνώριμος μεγάλος φόβος η εφηβεία μου

Κρατάει έν’ ανελέητο μαχαίρι

Χτυπάει πρώτα εμένα κι έπειτα

Χτυπάει και σφάζει αλόγιστα γυρνάει τα μέσα έξω

Χύνοντας τα εντόσθια των πραγμάτων καταγής

Ξεσκίζοντας τη σάρκα των ψυχών σας παίζοντας.

 

Πού είσ’ εσύ ποιος είσ’ εσύ δεν ξέρω πού περπάτησα

Άγνωστοι δρόμοι ελικοειδείς αιθέρια τούνελ

Όλα εκεί αιωρούνται στο στερέωμα

Κόσμοι επάλληλοι ανοίγουνε τα πέταλά τους τρέμοντας

Άγγελοι μ’ αλεξίπτωτο άνωθεν καταβαίνουν.

 

(Ά τι οδυνηρή ευφροσύνη η ομορφιά

Τι άγρια τραγωδία η τελειότητα).

 

Μια βόμβα φως εκρήγνυται στο άπειρο.

 

Πετάγομαι απ’ τον ύπνο μου

Τινάζοντας στον τοίχο τα όνειρά μου

Και να με μέσα σ’ άλλον ύπνο πιο βαθύ

Έχοντας πια ξεχάσει τα όνειρά μου − ή τις αγάπες μου −

Κι επιθυμώντας μοναχά μια λέξη

Να βρω μια λέξη να χωθώ στον κόρφο της

Κατάκοπος απ’ τη ζωηρή ακινησία του ταξιδιού

Σαν τους νεκρούς που περιμένουν να ξαναπεθάνουνε

Κάτω απ’ τη γαλήνια σκέπη του θεού που ελπίζουν.

 

Τι θέλω τέλος πάντων να συγκινηθώ τι με βαραίνει

Οι άλλοι κολυμπούν στο πέλαγο εγώ βουλιάζω

Κανείς δεν κολυμπάει όλοι βουλιάζουνε

Η βία ταρακουνάει τον πλανήτη μου σα χαλασμένο δόντι

Το χαλασμένο δόντι μου ταρακουνάει εμένα

Κι εγώ ταρακουνάω το δέντρο τ’ ουρανού, να πέσουν τ’ άστρα του.

 

Πού είσ’ εσύ ποιος είσ’ εσύ δεν ξέρω πού περπάτησα

Δεν ξέρω τίποτα και δε μαθαίνω τίποτα

Αν σ’ αγαπώ είναι γιατί δεν έχω τι να κάνω ή να σκεφτώ

Κι είναι γιατί δε θα σε ξαναδώ στα χρόνια που ’ρχονται

Ούτε στον χρόνο που ’ρχεται μετά τα χρόνια

Κι έτσι μπορώ να πω η ευτυχία μου είναι πλήρης

Όπως εξάλλου όλα στον κόσμο αυτό είναι πλήρη

Μια σταγόνα παραπάνω και ξεχείλισαν

Και θα χυθεί ο αφρός της τρέλας τους.

 

Καλά κοιμάμαι εδώ καλά ονειρεύομαι

Καλά γυρνάω στους δρόμους άγνωστος μ’ αγνώστους

Κι αν ήταν κάτι να μπορούσα να πιστέψω θα ’μουν άτρωτος

Να το λατρέψω ν’ αφοσιωθώ

Κι όχι ν’ ανεβοκατεβαίνω μάταια

Στα παγωμένα υπόγεια των αιώνων

Να στήνω μες στην ησυχία αυτί στο βόμβο των πραγμάτων

Άχρηστα πράγματα χιμαιρικά παράλογα

Πριν έξι εφτά χιλιάδες χρόνια θα ’μουν άλογο

Να κλαίω στον λάκκο του κυρίου μου

Και τώρα κλαίω γι’ αυτό που χάθηκε και δεν το ξέρω

Κι ούτε που θέλω να το μάθω − είμαι πλήρης.

 

Σκοτάδι αστραφτερέ καθρέφτη μου

Μέσα σου ανοίγονται χιλιάδες δρόμοι

Μες στο στομάχι σου ήχοι και χρώματα όλα χωνεύονται

Μέσα σου λιώνω εξαχνούμαι χάνομαι

Σκοτάδι εκτυφλωτικό μου φως

Είσαι το σύμπαν πριν απ’ τη γέννηση και μετά θάνατον

Άρα είσαι το σύμπαν κι εν ζωή   μέσα σου χάνομαι

Είσαι το τίποτα γυμνό κι είμαι το τίποτα

Μέσα σου χάνομαι.

 

(http://ppirinas.blogspot.gr/2016/05/blog-post_16.html)

 

 

 

 

Πες το με ποίηση (210ο): «ΣΚΕΨΗ»…

Luz Casal – Piensa En Mi

 

 

VI

Ω ναι, μια σκέψη για να ‘ναι πραγματικά υγιής -άσχετο σε τι αναφέ-
ρεται- πρέπει ν’ αντέχει στο ύπαιθρο. Και όχι μόνον. Πρέπει την
ίδια στιγμή στην ευαισθησία μας να ‘ναι καλοκαίρι.

Λίγο, δυο – τρεις βαθμούς πιο χαμηλά, τετέλεσται: το γιασεμί σωπαί-
νει, ο ουρανός γίνεται θόρυβος.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ,Ο ΜΙΚΡΟΣ ΝΑΥΤΙΛΟΣ (1985)

 

 

 ***

 

ΚΛΕΦΤΕΣ ΣΤΗ ΣΚΕΨΗ

 

Κλαίγοντας περιγράφει
πῶς ρήμαξαν τὸ σπίτι της λῃστὲς
τῆς πήρανε χρυσαφικὰ καὶ βίασαν οἱ ἄθλιοι
γερόντισσες ἀξίες.

Δὲ χαίρεται;

 

Ἐμένα ἔχει χρόνια νὰ πατήσει
κλέφτης τὸ πόδι του στὸ σπίτι
οὔτε γιὰ καφέ.
Ἐπίτηδες ἀφήνω ξεκλείδωτο τὸ μπρίκι.

 

Κάθε φορὰ ἐπιστρέφοντας προσεύχομαι
νὰ βρῶ σπασμένους τοὺς κυνόδοντες τῆς πόρτας

νὰ σείονται τὰ φῶτα σὰν μόλις νὰ κουτούλησαν
μὲ σεισμοῦ πανύψηλου κεφάλι

νὰ δῶ κλεμμένα τὰ κτερίσματα
ἀπὸ τὶς μούμιες βασιλεῖες τοῦ καθρέφτη

σὰν κάποιος νὰ ξυρίστηκε στὸ μπάνιο
καὶ στὴ σπανὴ ἁφή μου νά ῾χουν φυτρώσει γένια
χάμω δεμένη χειροπόδαρα νὰ κεῖται ἡ διάψευσή τους

κι ἀπ᾿ τὴν κουζίνα νά ῾ρχεται μὲ τὸ πάσο του ἀτμὸς
ζεστῆς πατημασιᾶς μὲ μπόλικη κανέλα ἀπὸ πάνω.

 

KIKH ΔΗΜΟΥΛΑ,  Ενός λεπτού μαζί

 

 *****

 

ΔΕΝ  ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ- ΑΡΑ  ΥΠΑΡΧΩ

 

Σε θάλασσα καλοκαιριού που ανάσκελα

Λυμένα πια τα μέλη και ανασαίνοντας

Αλμύρα ήλιου, ολόκληρος

 

Στο δαχτυλάκι το μικρό της άνωσης

Λιώνει το βάρος του μυαλού

Mε απέραντο πορτοκαλί σκοτάδι που όρμησε

Ως τις κλειδώσεις

 

Tι εύκολα

Kαθώς αδειάζει κάθε ιδέα

Kι ανάστροφα

Pουφάει την αόρατη ευφροσύνη

του –να– μην

 

Ώσπου ολοκάθαρα: «Δεν σκέφτομαι – άρα υπάρχω»

αστράφτοντας

καρφώθηκε στη σκέψη μου

η σκέψη.  

ΑΝΤΩΝΗΣ ΦΩΣΤΙΕΡΗΣ,  «Πολύτιμη λήθη», Kαστανιώτης, 2003

 

 *****

 

ΕΠΙΣΚΕΨΗ  ΣΚΕΨΗΣ

 

Τρεις ώρες τώρα προσπαθώ να κοιμηθώ.
Ζέστη Αυγούστου
Και ιδρώτας του μυαλού ολόγυρα
Σαν τα κουνούπια οι σκέψεις
Το λογχίζουν.

Τι έπαθα; Στο φως της μέρας
Σπάνια μ’ επισκέπτονται. Και νιώθω βέβαια ευτυχής.
Ή, για να γίνω πιο ακριβής:


Απαγορεύω τέτοιες επισκέψεις. Αφού λαθραία
Έτσι και τύχει να τρυπώσει σκέψη, αργότερα
Η μια την άλλη προσκαλεί, ότι τάχαμου
Για λίγο μόνο, μια μικρή φιλοξενία -τα ξέρετε-
Οπότε ιδού, μπουκάρουν καραβάνια ολόκληρα
Με βλέψεις μόνιμης μετοικεσίας
Οι συνειρμοί. Να λείπει.

Κλείνω λοιπόν ερμητικά τα σύνορα – και τέρμα.

Γιατί δεν είμ’ εγώ Αμερική. Ούτε τα εδάφη μου
Μπορούν να θρέψουν τόσους μετανάστες.


ΑΝΤΩΝΗΣ ΦΩΣΤΙΕΡΗΣ, Πολύτιμη λήθη, 2003

 

*****

Η ΣΚΕΨΗ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟ ΠΕΝΘΟΣ

 

Εγκαταλείπω ξανά τη σιωπή της ψυχής μου

Και μπαινοβγαίνω στα εκκωφαντικά λιθογραφεία

Του τίποτα. (Πέτρινοι κύλινδροι αλέθουν συλλαβές

Να μη μας λείψει το επιούσιο ποίημα.) Μαύρο ψωμί

Με μαύρο αλεύρι – αναρωτήθηκε άραγε κανείς

Γιατί στο τύπωμα βγαίνουν οι λέξεις

Μαύρες;

 

Ποια γενετήσια κλίση αποφάσισε

Πως είναι πένθος κάθε σκέψη; Ποιο ένστικτο

Ρίχνει χαστούκι στα εύοσμα

Παιδιά της σημειολογίας

Που άφησαν

Σκανδαλωδώς να τους ξεφύγει το εμφανές;

 

(Προσποιούμενος συχνά συγκινήσεις

Κατάντησα ευαίσθητος.

 

Και με τι χέρια να ζυμώσεις τώρα το ψωμί

Με τι κουράγιο να τελειώσεις το ποίημα).

ΑΝΤΩΝΗΣ ΦΩΣΤΙΕΡΗΣ

 

 

*****

 

 

ΑΠΟΨΕ ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ

Aυτούς που βασανίζονται κλεισμένοι, στο καβούκι τους
—Ν’ ακούνε μουσική και να καπνίζουν—
Αυτούς που αποπειράθηκαν ν’ αυτοκτονήσουν με ομορφιά
—Ρούφηξαν το βιτριόλι της και κάηκαν—
Αυτούς που ο φόβος τούς φυτεύει στις ερμιές
Αυτούς που άυπνοι αιωρούνται στον αέρα
Αυτούς που κάναν έρωτα και μείνανε πιο μόνοι
Αυτούς που ανέκφραστοι ακολουθούν μια νεκροφόρα μνήμη
Αυτούς που λιώνουν βουτηγμένοι στα χαρτιά
Αυτούς που βλέπουν τ’ όνομά τους στο κουδούνι
Και το χτυπούν δαιμονισμένα
να ξυπνήσει
ο ένοικος.

ΑΝΤΩΝΗΣ  ΦΩΣΤΙΕΡΗΣ, Το θα και το να τού θανάτου (1987)

 

 

Φορές – φορές συλλογίζομαι /Μίλτος Πασχαλίδης-Γιάννης Λειβαδάς

 

 

ΦΟΡΕΣ ΦΟΡΕΣ ΣΥΛΛΟΓΙΖΟΜΑΙ

 

Φορές φορές συλλογίζομαι τι χρειάζονται όλα αυτά

τι χρειάζεται η ξοδεμένη δύναμή σου

η μετρημένη σου χαρά και η βαθιά σου οδύνη

το πιο πολύτιμο που έκανες, η ποίησή σου.

 

Τι θ’ απογίνουμε, τι θ’ απογίνουν.

ANEΣΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ

 

 

 *****

 

 

Είμαστε

σαν το γρασίδι των δημόσιων κήπων,

κάθε τόσο μας κουρεύουν

σύρριζα τη σκέψη

χάριν συμμετρίας

 

AΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ

 

*****

 

ΣΥΛΛΟΓΙΣΤΗΚΕΣ

Συλλογίστηκες
Μιαν αγάπη που άνθισε στην ερημιά
Τρίτη φορά χαράζοντας το ίδιο γνωστό σου όνομα
Πάνω στο φως που πλημμυρίζει όλο διαθλάσεις
Ξέροντας με ακρίβεια
Τη μέρα
Την ώρα
Και το λεπτό
Που θα σβήσει
Σωστή κλεψύδρα

Κι ακόμα συλλογίστηκες
Μια ζωή μια οποιαδήποτε ζωή
Που σύρθηκε από το όχι στο ναι
Ανεβοκατέβηκε τις ατέλειωτες βαθμίδες του λογισμού
Έπαιξε στο κύμα στο σύννεφο στον κόρφο της γυναίκας
Γέλασε και σπάραξε κι έδωσε χωρίς απολαβή
Ξεστόμισε λόγια ακατάληπτα
Μη ξέροντας
Τη μέρα
Την ώρα
Και το λεπτό
Που θ’ αδειάσει η κλεψύδρα


Κλείτος Κύρου, Σε πρώτο πρόσωπο (1957)

 

 

Όσα δε βάνει ο λογισμός, Πουλόπουλος

 

 

 

ΒΡΕΧΕΙ ΠΑΝΩ ΣΤΟΝ ΛΟΓΙΣΜΟ

Βρέχει πάνω στον λογισμό.

Και ο λογισμός βρέχει πάνω στον κόσμο
σαν ό,τι απόμεινε από ’να δίχτυ δεκατισμένο
που οι πόντοι του δεν γίνεται πια να μαζευτούνε.

Βρέχει μέσα στον λογισμό.

Και ο λογισμός ξεχύνεται και βρέχει μέσα στον κόσμο
ξεχειλίζοντας μετά το κέντρο και όλα τα δοχεία
ακόμα και όσα είναι σφραγισμένα και φυλάσσονται καλά.

Βρέχει κάτω από το λογισμό.

Και ο λογισμός βρέχει κάτω από τον κόσμο
τα ερείσματα διαλύοντας των πραγμάτων
για να ιδρύσει εκ νέου τον οίκο του ανθρώπου και του βίου.

Βρέχει χωρίς το λογισμό.

Και ο λογισμός
συνεχίζει να βρέχει δίχως τον κόσμο,
συνεχίζει να βρέχει χωρίς τη βροχή,
συνεχίζει να βρέχει.

Roberto Juarroz: Αργεντίνος ποιητής (1925-1995). Μετ: Γιώργος Κεντρωτής

 

 *****

 

Η ΝΟΣΗΡΗ ΣΥΝΘΗΚΗ

 

Η νοσηρή συνθήκη

να μη μπορούμε να σκεφτούμε μαζί,

να μη μπορούμε να σκεφτούμε από κοινού,

να μη μπορεί να σχηματισθεί ανάμεσα στους δύο μία σκέψη,

μας χωρίζει, και δεν υπάρχει φάρμακο.

 

Γι’ αυτό και η μείζων συνθήκη

δύο όντων που αλληλοπροσεγγίζονται

είναι να θεσπίσουν νέο θεό,

έναν θεό που ν’ αντιλαμβάνεται μόνος του τον εαυτό του,

και θα διορθώσει αυτό το λάθος,

αυτό το τραύμα το μοιραίο

των δύο χωριστών θεών.

 

ROBERTO JUARROZ, Μετ: Γιώργος Κεντρωτής.

 

 

 *****

 

 

ΚΑΤΑΚΟΡΥΦΗ ΠΟΙΗΣΗ

Σκέφτομαι πως ετούτη τη στιγμή

κανένας δε με σκέφτεται μέσα στο σύμπαν,

πως μόνο εγώ με σκέφτομαι,

και αν τώρα πέθαινα,

κανένας, ούτε ο εαυτός μου, δε θα με σκεφτόταν.

 

Κι εδώ αρχίζει η άβυσσος,

όπως όταν κοιμάμαι.

Είμαι το ίδιο μου το στήριγμα και μου το αφαιρώ.

Συμβάλλω στην επένδυση των πάντων με απουσία.

 

Ίσως αυτός να είν’  ο λόγος

που το να σκέφτεσαι έναν άνθρωπο

είναι σαν να τον σώζεις.

 

Roberto Juarroz , «Κατακόρυφη ποίηση», μετ. Αργύρης Χιόνης (Εκδόσεις Τα τραμάκια, Θεσσαλονίκη, 1997)

 

***

ΣΚΕΨΕΙΣ ΕΝΟΣ ΟΝΕΙΡΟΠΟΛΟΥ  ΟΔΗΓΟΥ

 

«Ό, τι είναι να σωθεί∙ σώθηκε σώζοντάς μας», λες.

 

Και φεύγοντας, θαρρείς πως επιστρέφεις,

σε άλλες εποχές,

απ’ το στενό δρομάκι που έστριψες,

κορνάροντας

τον θάνατο.

 

Τον άλλο εαυτό σου.

 

Ενώ, πάνω στο τζάμι ξεψυχούν τα λόγια της βροχής.

 

(Ό, τι ήταν να σωθεί, διασώθηκε μες στην διαρκή ροή).

 

Χρήστος Τουμανίδης

`

 *****

 

ΠΑΡΑΛΟΓΗ ΣΚΕΨΗ

Παράταση ή επανάληψη
Μιας τυφλής πράξης;
Πως με τον ίδιο τόνο φωνής
Επέμενα στην εκμάθηση
Της λογικής
Με τις ίδιες σαφείς λέξεις;


Δεν έβλεπα την έμμονη σκέψη;
Καθημερινά λόγια την έκρυβαν
Και ακόμα την αγνοώ.
Την διαστροφή της αίσθησης.
Παραίσθηση;
Παράλογη σκέψη;

ΝΑΝΑ ΗΣΑΐΑ

 

*****

 

ΠΡΩΤΟΣ ΚΑΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ  ΣΤΟΧΑΣΜΟΣ

Ο Χρόνος
έχει το χρώμα της νύχτας.
Μιας νύχτας ασάλευτης..
Πάνω από τεράστια φεγγάρια

η Αιωνιότητα
στάθηκε στις δώδεκα.
Κι’ ο Χρόνος αποκοιμήθηκε για πάντα
στον πύργο του

Μας ξεγελάνε
όλα τα ρολόγια.
Ο Χρόνος έχει πια
ορίζοντες.

Federico Garcia Lorca, μτφ. Ανδρέας Ριζιώτης

 

Κάθε στιγμή η σκέψη μου, Μπακιρτζής

 

Ο ΦΥΛΑΚΑΣ  ΤΩΝ  ΚΟΠΑΔΙΩΝ

 

Είμ ‘ ένας φύλακας κοπαδιών.

Το κοπάδι είν’ οι σκέψεις μου

κι οι σκέψεις μου είν’ όλες αισθήσεις.

 

Σκέφτομαι με τα μάτια και τ’ αυτιά

και με τα χέρια και τα πόδια

και με τη μύτη και το στόμα.

 

Να σκέφτεσαι ένα λουλούδι σημαίνει να το βλέπεις και να το μυρίζεις.

Να τρως ένα φρούτο σημαίνει να γνωρίζεις την αίσθησή του.

 


Γι αυτό, σαν μια μέρα όλο ζέστη

νιώθω θλιμμένος που την απολαμβάνω τόσο

κι απλώνομαι παράμερα και πάνω στα χορτάρια

και κλείνω τα μάτια ολόζεστα,

νιώθω το κορμί μου ολάκερο να ‘χει αναποδογυρίσει στην πραγματικότητα,

ξέρω την αλήθεια κι είμ’ ευτυχισμένος.

 

ΦΕΡΝΑΝΤΟ  ΠΕΣΣΟΑ, μετ:Φ.Δ.Δρακονταειδής

 

*****

 

V

Υπάρχει αρκετή μεταφυσική

στο τίποτα να μη σκέφτεσαι.

Τι σκέφτομαι για τον κόσμο;

Να ήξερα τι σκέφτομαι για τον κόσμο!

 

Αν δεν ήμουνα στα καλά μου

θα τόνε σκεφτόμουνα.

Τι ιδέα έχω για τα πράγματα;

Τι γνώμη έχω για αιτίες και αποτελέσματα;

Τι διαλογίστηκα για Θεό και ψυχή

και την δημιουργία του κόσμου;

 

Δεν ξέρω. Για μένα οι σκέψεις γι’ αυτά

είναι να κλείνω τα μάτια και να μη σκέφτομαι.

Είναι να τραβώ τις κουρτίνες

του παραθύρου μου (αν και δεν έχει κουρτίνες).

Το μυστήριο των πραγμάτων;

 

Να ήξερα τι είναι μυστήριο!

Το μόνο μυστήριο είναι

ότι υπάρχει κάποιος

πού σκέφτεται το μυστήριο.

 

Αυτός πού στέκεται στον ήλιο

και κλείνει τα μάτια

αρχίζει να μην καταλαβαίνει

το φώς τι είναι

και να σκέφτεται πράγματα

στην πλησμονή της κάψας.

 

Ανοίγει τα μάτια και βλέπει τον ήλιο

και να σκεφτεί πλέον

τίποτα δεν μπορεί

γιατί το φώς του ήλιου

αξίζει πιότερο από τις σκέψεις

όλων των φιλόσοφων

και όλων των ποιητών.

 

Το φως του ήλιου

δεν ξέρει αυτό πού κάνει

και γι’ αυτό δε σφάλλει

όντας ωραίο και απλό.

[…]

 

Fernando Pessoa, Poemas de Alberto Caeiro, (μτφρ: Στάθης Λειβαδάς)

 

*****

 

Ευτυχείς αυτοί πού δε συλλογιούνται,

γιατί η ζωή είναι γενιά τους

και απλόχερο καταφύγιο!

Ευτυχείς αυτοί πού πράττουν

όπως το ζώο πού έχουν μέσα τους!

Καλύτερα, από παιδιά,

να έχεις απλά πίστη,

πού σημαίνει

να μη ξέρεις ποιος είσαι

ή τι θέλεις.

 

Ευτυχείς αυτοί

πού δεν σκέφτονται,

γιατί είναι όντα,

και όντα σημαίνει να πιάνεις

ένα χώρο

και την συνείδηση να ακουμπάς

σε ένα μοιράδι.

 

Fernando Pessoa- Poemas de Alberto Caeiro, μτφρ: Στάθης Λειβαδάς)

 

 

*****

 

ΤΗ ΡΙΖΑ ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ

Τη ρίζα σκέφτομαι,
που όπως και η καρδιά
θαμμένη είναι
μα δεν παραπονιέται

δουλεύοντας για τα κλαδιά,
τα φλύαρα φύλλα.

ΧΡΙΣΤΟΣ  ΛΑΣΚΑΡΗΣ

 

*****

 

ΧIX

ΠΡΕΠΕΙ να σκέφτομαι θετικά.
Πάντα θετικά, πάντα.


Σκεπτόμενος θετικά,
κάθε ήττα αποκτά μια καλή πλευρά,
κάθε αποτυχία οδηγεί προς το καλύτερο
και τα προβλήματα είναι χρήσιμες συμβουλές
για ένα αύριο, πάντα θετικό.

Αν μας νικήσει στον καβγά ο νεαρός,
πρέπει να σκεφτούμε θετικά.
Αν κάποιος δεν καταφέρνει να βρει καπνό
πρέπει να σκεφτεί θετικά.
Αν τα προβλήματα είναι σκληρά αινίγματα,
πρέπει να σκεφτούμε θετικά.
Πάντα θετικά, όπως
οι ζητιάνοι κι οι φτωχές μητέρες.

Θετικά, Θεέ μου, θετικά!
Μακάρι να ‘μουν θετικός άνθρωπος
και να σταματήσω να γράφω, χάνοντας τον χρόνο.

Adrián González da Costa, μτφρ.: Βιργινία Χορμοβίτη

 

 


Αντώνης Ρεπάνης – Είναι η σκέψη μου η τρελή

 

 

ΕΜΠΡΑΚΤΩΣ


Αν ο χρόνος μου είναι η σκέψη,
Ο τόπος μου είναι το νόημα.
Τα μέσα μου είναι τα φτερά
Και ασαφής ο σκοπός μου.

Αν ο σκοπός είναι ο χρόνος μου,
Η σκέψη μου είναι τα φτερά.
Το νόημα είναι τα μέσα μου
Και ακαθόριστος ο τόπος.

Αν τρέμει το νερό στην πηγή του,
Το κλάμα εκείνου που διψά δεν ακούγεται.
Κάποιος πέταξε και του ‘φερε να πιει,
Για να ‘χει η σκέψη του νόημα.

ΔΗΜΗΤΡΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ,  Ο τρόμος ως απλή μηχανή, Πατάκη 2012

 

*****

 

ΣΚΕΨΕΙΣ ΠΟΥ Μ’ ΕΠΙΣΚΕΠΤΟΝΤΑΙ
ΣΤΟΥΣ ΠΟΛΥΣΥΧΝΑΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ

Πρόσωπα,
Δισεκατομμύρια πρόσωπα στην επιφάνεια της γης.
Το καθένα τους διαφορετικό, έτσι μας είπαν,
απ’ όσα υπήρξαν και θα υπάρξουν.
Όμως η Φύση – ποιος κι από πότε την κατανοεί;
μπορεί να έχει κουραστεί απ’ τον αδιάκοπο μόχθο της
και γι’ αυτό επαναλαμβάνει προηγούμενες ιδέες
και μας προμηθεύει
με προ πολλού φαγωμένα απ’ τον χρόνο πρόσωπα.

Αυτοί οι περαστικοί θα μπορούσαν να είναι
ο Αρχιμήδης φορώντας jeans
η μεγάλη Αικατερίνη καλυμμένη μ’ ένα
ύφασμα για μεταπώληση
κάποιος Φαραώ με χαρτοφύλακα και γυαλιά.

Επίσης η χήρα ενός ανυπόδητου τσαγκάρη
από μία ακόμα μπυρόβια Βαρσοβία
ο μάστορας απ’ τη σπηλιά της Αλταμίρα
καθώς οδηγεί τα εγγόνια του στον ζωολογικό κήπο,
ένας δασύτριχος Βάνδαλος στην πορεία του
για το μουσείο, με κομμένη την ανάσα όταν
αντικρίζει τους παλιούς μάστορες.

Οι έκπτωτοι εδώ και διακόσους αιώνες,
πέντε αιώνες πριν,
μισόν αιώνα πριν.

Τον ένα τον έφεραν εδώ σε μια χρυσαφένια άμαξα,
Έναν άλλο τον μετέφεραν σε μια αποστολή εξολόθρευσης.

Ο Μοντεζούμσι, ο Κομφούκιος, ο Ναβουχοδονόσορας
οι νταντάδες πλύστρες τους και η Σεμίραμις
που μιλάει μόνο Αγγλικά.

Δισεκατομμύρια πρόσωπα πάνω στην επιφάνεια
της γης.
Το δικό μου πρόσωπο, το δικό σας, ποιου άλλου
δεν θα μάθετε ποτέ.
Ίσως η φύση πρέπει να μας ευτελίσει
και για να συνεχίσει να καλύπτει τη ζήτηση,
ανασύρει, ψαρεύοντας ό,τι είναι βυθισμένο
στον καθρέφτη της λήθης.

ΒΙΣΟΥΑΒΑ ΣΙΜΠΟΡΣΚΑ, Εδώ, Μετ: Βασίλης Καραβίτης­

 

Όμορφο που ‘ναι να σε συλλογιέμαι – Μάνος Λοϊζος

 

 

ΟΜΟΡΦΟ ΠΟΥ ΄ΝΑΙ  ΝΑ ΣΕ ΣΥΛΛΟΓΙΕΜΑΙ

 

Όμορφο που ’ναι να σε συλλογιέμαι
μέσα απ’ τους θορύβους του θανάτου και της νίκης

Να συλλογιέμαι εσένανε μέσα απ’ τη φυλακή
κι έχοντας περασμένα τα σαράντα

Όμορφο που ’ναι να σε συλλογιέμαι
Να το ’να χέρι σου
σ’ ένα ύφασμα γαλάζιο ξεχασμένο,
ξεχασμένο

Και να – να ’μαι στα μαλλιά σου η ραθυμιά η περήφανη
της Ινσταμπούλ της γης μου

Όμορφο που ’ναι να σε συλλογιέμαι, να γράφω όλο για σένα,
να σε κοιτάζω πλαγιασμένος έτσι ανάσκελα μες στο κελί μου

Μια λέξη που ’χες πει την τάδε μέρα, στο τάδε μέρος
Όχι η λέξη η ίδια μα αυτός ο τρόπος που είχε,
που είχε μέσα της να κλείνει όλο τον κόσμο.

Όμορφο που ’ναι να σε συλλογιέμαι
Για σένα θα σκαλίσω ακόμα τόσα πράγματα
Θα φτιάξω ένα μικρό κουτί, ένα δαχτυλίδι
Θα υφάνω τρεις οργιές μετάξι

Και ξαφνικά πετιέμαι ορθός
τρέχοντας να χουφτώσω του παραθυριού τα κάγκελα

Και να φωνάζω στον γαλάζιο ουρανό της λευτεριάς,
όλα μου τα τραγούδια που ’γραψα για σένα.

 

Nâzım Hikmet -Απόδοση στα ελληνικά: Γιάννης Ρίτσος

 

 

*Η ανάρτηση είναι της καλή φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής!

 

 

Πες το με ποίηση (209ο): «Φεγγάρι – σελήνη» (107 + 1 ποιήματα)…

 

-«Το διάδημα του φεγγαριού στο μέτωπο της νύχτας»

(Ο. Ελύτης)

 

 

-«Φεγγάρι εδώ φεγγάρι εκεί

Αίνιγμα διαβασμένο από τη θάλασσα

Για το δικό σου το χατίρι

Ο κήπος έμπαινε στη θάλασσα

βαθύ γαρίφαλο ακρωτήρι»

(Ο. Ελύτης)

 

 

 

-«Ψηλά η νύχτα μοιάζει έρωτας…/ Ελκύομαι απ’ τα φεγγάρια 

τι δρόμους ανοίγουν για να βρεις αγαπημένη.» 

(Ν. Καρούζος)

 

 

 

 

-«Το φεγγάρι κατευνάζει κάποτε/ συνήθως όμως αναστατώνει 

θρασύνεται διαστέλλεται στη λαγνική του μαύρου κοινοκτημοσύνη. 

Γιατί να μας εφευρίσκει ο θάνατος; …» 

(Ν. Καρούζος)

 

 

 

-«Ω καρδιά μου- τρομαχτικότερη σελήνη »

(Ν. Καρούζος)

 

 

  1. Κική Δημουλά: Μισό φεγγάρι

Βλέπω ένα γούβωμα βαθύ.
Ποιο χέρι αρπακτικό
μπήκε πήρε πολύ έφυγε
και δεν πρόφτασα;

Άραγε σε ποιο όνειρο
ανέθεσα του όλου τη φύλαξη
και το πήρε ο ύπνος;

Ακούω το νυχτολούλουδο
σαν κούκος ρολογιού
πετάγεται έξω απ’ το άρωμά του
φωνάζοντας
νύχτωσε βγες να δεις
και είδα να χαράζεται ψηλά
ένα μισό και ούτε φεγγάρι
σα μαχαιριά σε υπερφυσικό
θεού σαγόνι ή μάλλον
σαν φιλιού το κάτω χείλος
και το επάνω να φιλάει το σκοτάδι
–ποιος και σε ποιον μισοείπε:
αν είναι αργά
κοιμήσου στο κρεβάτι μου εσύ
κι εγώ στον καναπέ.

Αχ, υπομνηστικό φεγγάρι
στέκεις εκεί πάνω
σα μισή ωραιότητα
και σαν ολόκληρη ευκαιρία
κοιτάζοντάς σε να μετρώ
πόσα μισά δεν πρόλαβα
ν’ αφήσω.

 

 

 

 2. Γιάννης Βαρβέρης: Φεγγάρια πανσελήνου

Εσύ είσαι όρος
όταν θεριεύεις ύψος
μυρίζει μέλλον φθινοπωρινό
απαλό της μνήμης.
Σε ζωογονούνε
ήλιος
μ’ όσους πυρπόλησε η σκιά
θάλασσα
με τα παγωμένα χαμόγελα στο βυθό
κι ο άνεμος
που μας πετάει βότσαλα ευτυχίας.

Όμως κοιτάς φεγγάρια Πανσελήνου.

Μα εσύ είσαι όρος.
Ρίξε τα ξύλα και νερά σου κρουνηδόν
πάνω στα χορταράκια
και στα πεπρωμένα
της πανίδας
με το καλό
με τον καριό
γίνε πεδιάδα
και τότε τόλμησε
και τότε κοίτα.

Γυναίκα ήταν και κοίταζε φεγγάρια Πανσελήνου.

 

 

 

 

 3. Γιάννης Ρίτσος:  Όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού

Απόσπασμα

Τότε το φεγγάρι  σκόνταψε στις ιτιές κι έπεσε στο πυκνό χορτάρι.
Μεγάλο σούσουρο έγινε στα φύλλα.
Τρέξανε τα παιδιά, πήραν στα παχουλά τους χέρια το φεγγάρι κι όλη τη νύχτα παίζανε στον κάμπο.
Τώρα τα χέρια τους είναι χρυσά, τα πόδια τους χρυσά, κι όπου πατούν αφήνουνε κάτι μικρά φεγγάρια στο νοτισμένο χώμα. Μα, ευτυχώς, οι μεγάλοι που ξέρουν πολλά, δεν καλοβλέπουν. Μονάχα οι μάνες κάτι υποψιάστηκαν.

Γι αυτό τα παιδιά κρύβουνε τα χρυσωμένα χέρια τους στις άδειες τσέπες, μην τα μαλώσει η μάνα τους που όλη τη νύχτα παίζανε κρυφά με το φεγγάρι.

 

 

 4. Κώστας Γουλιάμος: Τα πλήκτρα του φεγγαριού

Με το τυφλό μάτι του φεγγαριού
Καλλιεργούσε την περιπέτεια
Από την πλευρά που οι φυλακισμένοι αλλάζουν χρόνο
Παρακολουθώντας τη θάλασσα
Με σπασμένο χέρι
Όπως ροκανίζει κανείς τη γλώσσα
Σα να ’τανε εθνική εορτή
ή κάτι τέτοιο

 

 

 

 

5. Γιώργος Σεφέρης: Τελευταίος Σταθμός

(απόσπασμα)

Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ’ αρέσαν.

Τ’ αλφαβητάρι των άστρων που συλλαβίζεις

όπως το φέρνει ο κόπος της τελειωμένης μέρας

και βγάζεις άλλα νοήματα κι άλλες ελπίδες,

πιο καθαρά μπορείς να το διαβάσεις.

Τώρα που κάθομαι άνεργος και λογαριάζω

λίγα φεγγάρια απόμειναν στη μνήμη….

Σιωπές αγαπημένες της σελήνης.

 

 

 

6. Δε σκέφτηκες ότι μια νύχτα κρυφά
Στις μύτες των ποδιών μου
Πήρα όλα τα οστά μας
Και τα βούτηξα – ας μην το μάθουν σε παρακαλώ
Στο φεγγάρι

Τώρα ας τραγουδήσουμε το φεγγάρι
Κανείς δεν θα μας πει ότι το περιέχουμε σαν έμβρυο
Η γνωστή ιστορία ότι τα έμβρυα μεγαλώνουν
Και στο τέλος αποχωρίζονται απ’ τις μητέρες τους
Θα επαναληφθεί κι εδώ
Και τότε μ’ έκπληξη οι συγγενείς οι φίλοι κι εμείς οι ίδιοι ακόμα
Θα πηγαίνουμε το φεγγάρι περίπατο
Θα το τραγουδάμε και θα μας τραγουδάει
Θα το ‘χουμε στα χέρια μας
Στο μυαλό μας στη συνήθεια να ξυπνάμε πρωί
Δεν γίνεται λόγος για τη σκέψη
Αυτή ανέκαθεν είναι το φεγγάρι

Και κάτι άλλο
Αν σε ρωτήσουν να τους πεις το μυστικό
Πες τους ένα ψέμα:
Υπάρχει ένα και μοναδικό φεγγάρι
Αυτό που είναι στον ουρανό.

 

 

 

 

7. Φ. Γκαρθία Λόρκα: Βγαίνει το φεγγάρι

μετάφραση: Ρήγα Καππάτου

 

Όταν βγαίνει το φεγγάρι
οι καμπάνες χάνονται,
κι εμφανίζονται τ’ απρόσβατα
τα μονοπάτια.

Όταν βγαίνει το φεγγάρι
η θάλασσα σκεπάζει τη γη,
κι η καρδιά αισθάνεται νησί
καταμεσής του απείρου.

Κανείς δεν τρώει πορτοκάλια
κάτω απ’την πανσέληνο.
Πρέπει να φας
πράσινα φρούτα παγωμένα.

Όταν βγαίνει το φεγγάρι
με τα εκατό όμοια πρόσωπα
το αργυρό νόμισμα
κλαίει στην τσέπη

 

 

 

  1. ΛΕΟΝΤΑΡΗΣ ΒΥΡΩΝ, «Έλεος δεν έχει τούτο το φεγγάρι»

 

«Έλεος δεν έχει τούτο το φεγγάρι 

απλώνει απλώνει αδιάκοπα στο δέρμα του καλοκαιριού 

πήζει τον ουρανό πήζει τον άνεμο 

κερώνει την καρδιά και τις χαραματιές της θύμησης 

και τα σκιαγμένα πρόσωπα ψηλά στις πολεμίστρες…. 

Πεσμένοι πάνω στα καμένα βράχια με το θρυμματισμένο 

πρόσωπο της ανταρσίας αναστραμμένο στο αύριο 

μ’ ένα τραγούδι αλλουλούδιστο στα μάτια μας 

με τα κεραυνωμένα χέρια σωριαστά 

κι απ’ τα χαλαρωμένα δάχτυλα φευγάτα όλα τα ελάφια 

πόσες φορές θα σκοτωθούμε ακόμα;

Το αίμα στο αίμα πάνω πέτρωσε δεν δίνει πια χρησμό 

άδειος εδιάβηκε ο καιρός χωρίς κανένα θάμα… 

πεσμένοι πάνω στα καμένα βράχια 

πόσες φορές θα σκοτωθούμε ακόμα 

ρωτώντας πάντα αμετανόητα ρωτώντας πού τραβάει 

αυτός ο δρόμος πού περνάει 

ανάμεσα σε σκοτωμένους και φονιάδες.»

(Β. Λεοντάρης, Ψυχοστασία, ύψιλον/βιβλία)

 

 

 

 

  1. ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ, «Σελήνη»

 

π να θαμα
π να πρόσωπο πρωίας
Παίρνεται θυμός μου

Σελήνη θρόα παρουσία
λένη καμπύλη το κόσμου
M
᾿ βένινη σημασία
πύλη νοίγει στν ξένο
Στ᾿ γέρι
T
᾿ λέτρι ργώνει τν κάμπο
κε πο δ βλέπει καρδι

Βελάζουν τ᾿ στέρια στν κρύπτη

 

 

 

  1. ΜΙΛ.ΜΑΛΑΚΑΣΗΣ, «Παίζει πόψε τ φεγγάρι»

 

Παίζει πόψε τ φεγγάρι
Μέσα στ
ν κληματαριά,
Ποναι ν τ πιες, λήθεια,
Στ ποτήρι,

Κι χι τόσο γιατ παίζει
Στν κληματαριά,
σο γιατ φέγγει δίπλα
Σ
᾿ να παραθύρι

 

 

 

  1. Μ. ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ, «Το φεγγάρι γελάει»

 

Καίει 

καίει η νύχτα 

οι άνθρωποι τρώνε 

ονομάζοντας σκοτεινές αρρώστιες 

η γυναίκα λέει για ένα γάμο 

Ανεβαίνει 

ανεβαίνει φωτεινή ρουκέτα 

στον ουρανό η νύφη 

ο γαμπρός κόλλησε στη γη 

γεμάτος κόκκινα στίγματα και στάχτη 

κλαίει η γυναίκα 

το φεγγάρι γελάει 

το φεγγάρι κλαίει 

η γυναίκα γελάει 

 

 

 

 

  1. ΡΙΤΣΟΣ ΓΙΑΝΝΗΣ «Σονάτα του σεληνόφωτος»

(απόσπασμα)

 

«Ἄφησέ με ναρθῶ μαζί σου. Τί φεγγάρι ἀπόψε! Εἶναι καλὸ τὸ φεγγάρι, – δὲ θὰ φαίνεται ποὺ ἄσπρισαν τὰ μαλλιά μου. Τὸ φεγγάρι θὰ κάνει πάλι χρυσὰ τὰ μαλλιά μου. Δὲ θὰ καταλάβεις. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.

Ὅταν ἔχει φεγγάρι, μεγαλώνουν οἱ σκιὲς μὲς στὸ σπίτι, ἀόρατα χέρια τραβοῦν τὶς κουρτίνες, ἕνα δάχτυλο ἀχνὸ γράφει στὴ σκόνη τοῦ πιάνου λησμονημένα λόγια – δὲ θέλω νὰ τ᾿ ἀκούσω. Σώπα.

Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου λίγο πιὸ κάτου, ὡς τὴ μάντρα τοῦ τουβλάδικου, ὡς ἐκεῖ ποὺ στρίβει ὁ δρόμος καὶ φαίνεται ἡ πολιτεία τσιμεντένια κι ἀέρινη, ἀσβεστωμένη μὲ φεγγαρόφωτο τόσο ἀδιάφορη κι ἄϋλη, τόσο θετικὴ σὰν μεταφυσικὴ ποὺ μπορεῖς ἐπιτέλους νὰ πιστέψεις πὼς ὑπάρχεις καὶ δὲν ὑπάρχεις πὼς ποτὲ δὲν ὑπῆρξες, δὲν ὑπῆρξε ὁ χρόνος κ᾿ ἡ φθορά του. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.»

 

 

 

  1. Ν. Ρούπα, «Ένα φεγγάρι κόκκινο»

 

Από νωρίς περίμενα ένα κόκκινο φεγγάρι.

Γυρνώ τα μάτια μου παντού για να το βρω

και σαν φανεί εγώ θα το κοιτώ,

μια ιστορία θα μου πει που θα με συνεπάρει.

 

Το παραμύθι ήθελε ένα κόκκινο φεγγάρι

να στέκεται ψηλά και να γελά.

Μα εκείνον τον ήλιο αγαπά, το φως του ερωτεύτηκε

και στο θεό προσεύχεται να σμίξουνε ξανά.

 

Και σαν αγγίξουν τα κορμιά τους

μια έκλειψη, τον κόσμο θα αλλάξουν

νέοι έρωτες, θεοί θα γεννηθούν,

μια νέα γη, μια μέρα πιο λαμπρή.

Αιώνια μαζί!

(http://fractalart.gr/thlimmeni-panselinos/)

 

 

 

 

  1. Γαβριήλ Πιπερά, «Θλιμμένη πανσέληνος»

 

Και απόψε φεγγάρι μου μείναμε μόνοι μας

Κάθε πανσέληνο

Να Σε κοιτώ με μάτια βουρκωμένα

Να μιλάμε πάλι για τα περασμένα, μα…

Και για όλα αυτά που θα θέλαμε να ‘ρθουν

Και απόψε αυτό το φως σου φεγγάρι μου

Να σκίζει την σιωπή της νύχτας και της μοναξιάς

Να μαρτυράει όλα όσα νιώθω και να χάνομαι

Στου μυαλού τις σκέψεις να πιάνομαι

Και να ταξιδεύω…

Και το ξημέρωμα πάλι να κοιτώ

Μην σβήσεις να φοβάμαι και χαθείς

Στης μέρας μην πιαστείς το χρώμα

Να μην χαθεί το δάκρυ, για μια πανσέληνο ακόμα

Λυπάμαι, μα….

Σε προσμένω ακόμα…

(http://fractalart.gr/thlimmeni-panselinos/)

 

 

 

  1. Τάσος Λειβαδίτης, «Πανσέληνος στο ταχυδρομείο»

 

Ένα βράδυ στεκόμουν έξω απ’ το ταχυδρομείο μιας άγνωστης πόλης. Τι γύρευα εδώ και σε ποιον θα’ στελνα αυτό το μεγάλο γράμμα που κρατούσα; Απ’ τον αντικρινό λόφο τότε φάνηκε η πανσέληνος θυμίζοντάς μου πως δεν είμαι πια νέος. Ύστερα μπήκα σε μια στοά όπου άνθρωποι φτωχοί πουλούσαν δαντέλες πολυκαιρισμένες, στο βάθος μια λάμπα γκαζιού κάτι σιγοψιθύριζε – ίσως στίχους του Μυλόζ. 

Περιπλανήσεις μες στην οικειότητα του φθινοπώρου και τη ραγισμένη ευωδιά της νύχτας – ήμουν πολύ έρημος για έναν τόσο μεγάλο ουρανό, πολύ άρρωστος για να θέλω να ξεχάσω, ω τραίνα που με προσπεράσατε, γυναίκες που δεν με προσέξατε, η Τερέζα γερασμένη τώρα δεν είχε πια εραστές και κοιμόταν μες στους αμάραντους, ενώ η μητέρα χαμογελούσε λυπημένα με δυο δόντια μόνο 

                                                            στο βάθος του κόσμου. 

(Τ. Λειβαδίτης, Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου, Κέδρος)

 

 

 

 

  1. ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ-ΡΟΥΚ, «ΠΑΕΙ ΚΑΙ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ»

  

Το φεγγάρι, το φεγγάρι
τόσο προσκολλημένο ήταν στο στήθος μου
στην κοιλιά, γι’αυτό δεν το κοιτάζω πια
το αποφεύγω, όπως και τον καθρέφτη.
Το φεγγάρι βγάζει τώρα
ένα χλωμό, υποτονικό φως
που μονότονα λούζει και θυμίζει
άλλες στιγμές όταν νύχτα με τη νύχτα
μεγάλωνε το δρεπάνι
μαζί με τον πόθο
μαζί με την ιδέα της πληρότητας.
Πανσέληνος, το σύμπαν εκσπερμάτωνε
και συ στα βότσαλα υγρή
θαρρούσες πως είχες συλλάβει
το νόημα της δημιουργίας.
Κι ονειρευόσουν μια εποχή μεταφυσική
όπου κανένας ήλιος κοφτερός
δε θα διέκοπτε το ποίημα
αφού του φεγγαριού το φως
φως ασημένιο
πιο ερωτικά σε άγγιζε
απ’το χρυσό της μέρας.
Νόμιζες, ανόητο θηλυκό,
πως στο φεγγάρι θα λικνιζόσουνα
για πάντα…Αλλά,
Πάει κι αυτό, πάει και το φεγγάρι

(http://www.poeticanet.gr/paei-feggari-a-602.html?category_id=197)

 

 

 

  1. Kώστα Καρυωτάκη, «Το φεγγαράκι απόψε»

 

Τὸ φεγγαράκι ἀπόψε στὸ γιαλὸ

θὰ πέσει, ἕνα βαρὺ μαργαριτάρι.

Κι ἀπάνω μου θὰ παίζει τὸ τρελὸ

τρελὸ φεγγάρι.

 

Ὅλο θὰ σπάει τὸ κῦμα ρουμπινὶ

στὰ πόδια μου σκορπίζοντας ἀστέρια.

Οἱ παλάμες μου θά ῾χουνε γενεῖ

δυὸ περιστέρια·

 

Θ᾿ ἀνέβουν — ἀσημένια δυὸ πουλιὰ —

μὲ φεγγάρι — δυὸ κοῦπες — θὰ γεμίσουν,

μὲ φεγγάρι τοὺς ὤμους, τὰ μαλλιὰ

θὰ μοῦ ραντίζουν.

 

Τὸ πέλαγο χρυσάφι ἀναλυτό.

Θὰ βάλω τ᾿ ὄνειρό μου σὲ καΐκι

ν᾿ ἀρμενίσει. Διαμάντι θὰ πατῶ

λαμπρὸ χαλίκι.

 

Τὸ γύρω φῶς ὡς θᾶν τὴ διαπερνᾷ,

ἡ καρδιά μου βαρὺ μαργαριτάρι.

Καὶ θὰ γελῶ. Καὶ θὲ νὰ κλαίω… Καὶ νά,

νὰ τὸ φεγγάρι!

(Κ. Καρυωτάκης, Ποιήματα και πεζά, γράμματα)

 

 

 

 

  1. Μαρία Πολυδούρη, «Φεγγαροβραδιά»

 

Ξενυχτάμε στην πλαγία του βουνού με τ’ άστρα

με το αγέρι, τα έλατα, με τα μύρια φώτα

κάτω εκεί μακριά της πολιτείας,

με τ’ ογρό της θάλασσας λάμπισμα και με όλες

τις κορφές περίγυρα των βουνών. Σωπαίνει

κουρασμένη η λάλα συντροφιά. Σωπαίνει

σα να περιμένει. Ξαφνικά

«Α!» γεμίσαν τ’ άπληστα στόματα. Προβάλλει

πέρ’ απ’ τα σκοταδερά βάθια ένα φεγγάρι

ρέπιο και πυρό. Τι αργά που κινιέται. Κι’ όπως

τον ουράνιο δρόμο του σιγαλά κερδίζει,

όμοια τη χλωμάδα του ξαναβρίσκει αγάλι.

Χαρωπά κι’ ανίδεα γέλια ξεπετιώνται

κι’ ο καθένας λόγι’ απλά ρίχνει χαιρετώντας.

άλλοι τ’ ονομάζουνε του Χάρου το δρεπάνι

άλλοι τόξο του Έρωτα· όλ’ άστοχα λόγια.

Κ’ εγώ που άθελα σωπώ, βρίσκω την καρδιά μου

στο πυρό και ρέπιο αυτό μυστικό φεγγάρι.

(Άκαιρο τριαντάφυλλο, κάπου έχει μαδήσει.

Η πληγή του μαρασμού, σα ζωή και χάρος.)

Την καρδιά μου που κι’ αυτή, κάθε που προβάλλει

στης αγάπης τον πλατύν ουρανό πυρώνει

ώσπου σιγαλά ναρθή στο μοιραίο της δρόμο

κ’ ήσυχα την όψη της τη χλωμή να πάρει.

(Εσύ νάσαι στο γιαλό τάχ’ αυτή την ώρα;)

Με τρελλαίνει ξαφνικά μια ιδέα: να πάρω

του καημού απλώνοντας μαγικά τα χέρια,

και να ρίξω στο γυαλό, στα ονειροδεμένα

μάτια σου μπροστά, πυρό το λειψό φεγγάρι.

Να το ιδής τα κύματα να το πανεφέρνουν

να το ιδής πως σιγαλά όσο πάει χλωμιάζει

κι ολοένα πιο πολύ την πληγή του δείχνει,

καθώς φεύγει κ’ έρχεται παίζοντας τη θλίψη,

να ‘βλεπα αν θα σου ‘φτανε η συλλογή να νιώσης

πως κει κάτω σου ‘στειλα την καρδιά μου απόψε.

(Μ Πολυδούρη, Τα ποιήματα, γράμματα)

 

 

 

  1. Γεώργιος Ζαλοκώστας, «Εἰς τὸ φεγγάρι»Χαρὰ τῆς πρώτης μου ζωῆς, φεγγάρι ἀγαπημένο,
    σὺ δὲν πονεῖς – ἐγὼ πονῶ.
    γιατί ψηλὰ στὸν οὐρανὸ
    κρεμιέσαι λυπημένο;Ἐσὺ ποὺ χρύσωνες τὴ γῆ κι ἐμάγευες τὸ κῦμα,
    γιατί μοῦ ρίχνεις φῶς πικρό,
    σὰ νὰ φωτᾶς ἕνα νεκρό,
    ποὺ κείτεται στὸ μνῆμα;

    Φεγγάρι, στὸ βασίλειό σου μὴ κατοικοῦν ἀγγέλοι,
    κι ὁ ἄγγελός μου κατοικεῖ;
    Μὴ φίλημα πικρὸ ἀπὸ κεῖ
    τὴν λάμψη σου μοῦ στέλλει;

    Τὸ φῶς σου ἂν εἶναι φίλημα, μυστήριο χυμένο
    ἀπὸ τοῦ γιοῦ μου τὴν ψυχή,
    ὤχ, ἄκουσέ μου μίαν εὐχή,
    φεγγάρι ἀγαπημένο:

    Ὤ! λάβε αὐτὸν τὸν στεναγμὸ καὶ πέ του: δὲν φοβᾶται
    ἄλλην ὁ νοῦς μου συμφορὰ
    -κάθε μου πόθος καὶ χαρὰ
    στὸ χῶμα του κοιμᾶται.

    Αὐτά, φεγγάρι, σοῦ ζητῶ· καὶ πέ του, ἂν σ᾿ ἐρωτήσει
    πότε θὰ παύσουν οἱ καημοί:
    ὅταν μιὰ ἀχτίδα σου χλωμὴ
    τὴν πλάκα μου φωτίσει.

(http://annagelopoulou.blogspot.gr/2016/08/blog-post_70.html)

 

 

 

  1. Αντώνης Φωστιέρης, «Στην αργυρή σελήνη»

Σελήνη να ‘ναι αλήθεια ότι είσαι από ασήμι;
Κι όλοι αυτοί πού στο βελούδο της προθήκης στέκονται
Αρθρώνοντας ψιθύρους αισθημάτων
Άραγε
Σε ρίχνουνε στο τάσι του ματιού ζυγίζοντας
Βάρη κι άξιες;
Δε βρίσκω άλλη εξήγηση. Πώς μαγνητίζεις
Τον πόθο της απόκτησης και αλλοπαρμένοι
Ανοίγουν τις κουρτίνες βιαστικά ή απ το μπαλκόνι
‘Ορμάνε να σε δουν. Ουράνια δόκανα
Στην έχουνε στημένη. Κι έχουν στείλει δυο αρκούδες να οσμίζονται
Τα βήματά σου. Πρόσεξε
Το’ βέλος του Τοξότη, φυλάξου απ το φαρμάκι του Σκορπιού.
Σελήνη, θα ‘ναι αλήθεια ότι είσαι από ασήμι. Δέξου το
Πώς• μόνο εκείνο πού μπορεί να πουληθεί έχει τιμή και είναι
Απ’ όλους σεβαστό. Απ’ όλους μας τιμώνται οι πουλημένοι.
διάβολε
δέκα χιλιάδες στίχοι έχουν γραφτεί για σένανε
Κι ούτε για δείγμα ένας που να πει
Τα στοιχειώδη. Ούτ ένας αργυραμοιβός που να τολμήσει
Ξεκάθαρα μια προσφορά.
Το απρόσιτο μένει συχνά στο ράφι.
Κι ας το ορέγονται.
Κάνε λοιπόν εσύ το πρώτο βήμα
Τώρα πού ολόκληρη σε βλέπω κι αυγωμένη΄
Γιατί από αύριο θ’ αρχίσεις να φυραίνεις
Κι έπειτα
Ποιος θα βρεθεί τα ωραία του λεφτά να πετάξει
Για το ασήμι σου
Το σώμα σου
Το εφήμερο
Το ελλιποβαρές.

(https://whenpoetryspeaks.wordpress.com/)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πες το με ποίηση (208): «ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ»

  1. ΑΙΩΝΙΟΤΗΣ

Ο Ινδός Αρσούνας, βασιλεύς φιλάνθρωπος και πράος,
μισούσε ταις σφαγαίς. Ποτέ δεν έκαμνε πολέμους.
Πλην του πολέμου ο φοβερός θεός δυσηρεστήθη –
(λιγόστεψεν η δόξα του άδειασαν οι ναοί του) –
και μπήκε με θυμό πολύ στου Αρσούνα το παλάτι.


Ο βασιλεύς φοβήθηκε και λέει «Θεέ μεγάλε
συγχώρεσέ με αν δεν μπορώ ζωή να πάρω ανθρώπου».


Με περιφρόνησι ο θεός απήντησε «Από μένα
νομίζεσαι πιο δίκαιος; Με λέξεις μη γελιέσαι.
Καμμιά ζωή δεν παίρνεται. Γνώριζε πως ποτέ του
μήτε γεννήθηκε κανείς, μήτε κανείς πεθαίνει».

Κ. Π. Καβάφης, ΤΑ ΑΝΕΚΔΟΤΑ

 

 

Eternity and a Day

 

 

  1. ΑΙΩΝΙΟΤΗΣ

Μέσα στους κόλπους του Απολύτου, ανυπαρξίας σιγή

Κι έμενε η Αιωνιότης βυθισμένη σε ύπνο θείο

Μα ξάφνου, στο άπειρο ξεσπά γέννας θεϊκής κραυγή

κι ο κύκλος εχωρίστηκε του Μηδενός στα δύο

 

Τότε, απ’ τα χάη ξεπρόβαλε του χρόνου το θηρίο

ξερνώντας μέσα στο κενό τ’ αστέρια και τη γη

Και κάτω από το νύχι του, χαράχτηκε σημείο

στο απόλυτο η ανθρώπινη συνείδηση πληγή.

 

Πάλι όσα γέννησε το τέρας θα καταβροχθίσει

στο αβυσσαλέο το στόμα του το παν θ’ αφανιστεί

του «εγώ» μας η φαρμακερή πληγή, τότε, θα κλείσει

 

Κι όταν σε ύπνο μακάριο θε να ξαναβυθιστεί-

έξω από χρόνο κι έκταση και σχήμα-η αιωνιότης

ίσως και μας ονειρευτεί στο αθάνατο όνειρό της.

 

ΜΕΛΙΣΣΑΝΘΗ, Προφητείες, 1931

 

 

***

 

  1. Ο ΔΡΟΜΟΣ ΚΑΙ Η ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ

Μετάξι και φως – σα μιαν αλαφριά
κορδέλα στον άνεμο – τούτος ο δρόμος.
Ούτε σκόνη, ούτε βάρος. Κι αν κρίνω απ’ το φως
που σωρεύτηκε αντίκρυ μου, η αιωνιότητα, που
ως λίγο πιο πριν δεν μας την
προανάγγελλε τίποτα, έχει αρχίσει να φαίνεται.

Δεν απέχει ούτε πέντε λεπτά από δω.

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ  ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

 

 ***

 

  1. ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ

 

Αιωνιότητα,

επιθυμώ την ανακωχή για να αγαπήσω.

Γεννήθηκα στον πόλεμο και ίσως,

έχω ήδη πυροβοληθεί.

Στην εφηβεία μου με άρπαξε ο πόλεμος,

Η νεότητα μου ξοδεύτηκε στις μάχες

και σε μια μόλις ιστορία αγάπης.

 

Όλη η ζωή μου είναι γεμάτη από αληθινά πυρά,

πυρομαχικά παρμένα από το αίμα μου.

Στο ακανόνιστο ρυθμό της τρελής μου καρδιάς,

περιφέρομαι άσκοπα ανάμεσα στα καταφύγια

και στην πρώτη γραμμή του πυρός.

Όταν το μέτωπο της καρδιάς υποχωρεί,

το μέτωπο της πατρίδας αντηχεί εκρήξεις.

 

Αγαπητή μου αιωνιότητα,

δεν έχω το δικαίωμα να ζητήσω μια σύντομη ανακωχή

Ας πούμε δέκα χρόνια, για να βιώσω την αγάπη ειρηνικά;

 

Γεννήθηκα με μια σφαίρα στο στόμα

βουτηγμένη στο αίμα ..

Το πρώτο μου μαξιλάρι ήταν μια χειροβομβίδα,

κούκλα μου ένα Καλάσνικοφ.

Σήμερα, θα ήθελα να υψώσω λευκή σημαία

για μια εκεχειρία,για μένα

κι άλλη μια για την αγαπημένη μου Βηρυτό,

 

Μια σύντομη εκεχειρία, τόσο δα μικρή

που θα διαρκέσει μια αιώνια στιγμή:

ή έστω χίλια και ένα χρόνια.

 

Γάντα αλ Σαμμάν (Συρία 1942) Ανθολογία σύγχρονης αραβικής ποίησης

Μετάφραση, επιμέλεια: Πέρσα Κουμούτση, Εκδόσεις Α Ω

 

***

  1. ΕΧΩ ΔΕΙ ΤΗΝ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ

Έχω δει την αιωνιότητα μέσα στο δάσος
Για να έρθει προς εμένα επάτησε πτώματα
Αλλά η στιγμή έφεξε όπου όλοι αναστήθηκαν
Τ’ αστέρια χαμογέλασαν
Κ’ η θάλασσα ανέβηκε σαν ήχος τις καρδιές μας

Τότε η αιωνιότητα φάνηκε ντυμένη φουστανέλλα

ΓΙΩΡΓΟΣ   ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ

 

***

  1. ΚΟΙΝΩΝΟΣ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑΣ

σιωπ το γραφεου μου
εναι μι βοερ σιωπ.

Τ βρδυ ταν νψω
τ λμπα μαζεονται
γρω π’ τ φς της
ο ρωες τν βιβλων
χλομο
κα ραοι
μ’ να χαμγελο λπης.

Κι γ φνομαι
ν βυθιστ στ χρνο τους
ν κοινωνσω π’ τν αωνιτητ τους.

ΓΙΩΡΓΗΣ  ΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ, Στ’ κρωτήρια τς παρξης, Γαβριηλίδης 2003

 

***

  1. ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ

είμαι στα δώδεκά μου χρόνια

και κάτω απ’ το μπαλκόνι μου

απλώνεται η πλατεία

με χίλια δυο αυτοσχέδια παιχνίδια

μια ανοιχτή αγκαλιά

και μια αιωνιότητα

 

στα μέγαρα τριγύρω

σκορπίζει αχτίδες ο ήλιος

με κρότο ανοίγουν τα παντζούρια

για να χαμογελάσουν τα παράθυρα

ακούγονται φωνές παιδιών

πατίνια και ποδήλατα

το ανοιξιάτικο ξημέρωμα

ηχεί στα καλντερίμια

μοσκοβολάει στο χώμα

 

όλα είναι  σπίτι, φίλοι, γειτονιά

το αύριο είναι τώρα

κι όλα είναι φως

 

ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ

 

 ***

  1. ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ

όλα θα σβήσουν, όλα θα χαθούν.
τα δάκρυα μου στον ωκεανό
τα χρώματά μου στο ουράνιο τόξο
το όνομά μου στα φωνήεντα της σιγής.

όλα θα σβήσουν, όλα θα χαθούν.
κι εσύ μια μέρα
σ’ άγνωστα μάτια θ’ αγαπήσεις
μεθυστικό κι ανώνυμο
το ίδιο προαιώνιο φως

ΤΟΛΗΣ  ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ

 

***

  1. ΤΟ ΠΡΟΑΙΩΝΙΟ ΡΙΓΟΣπροφέρεται στη μοναξιά και τη σιγή.
    στις παρυφές του ονείρου, την ώρα
    που οι νεκροί υφαίνουν έξω το σκοτάδι
    και εισρέει από τις χαραμάδες
    σαν κόκκινο κρασί η ανάσα τους.

 

με δέος προφέρεται η ποίηση,
καθώς προφέρει ανθίζοντας ένα ξερό κλαδί
το προαιώνιο ρίγος του

ΤΟΛΗΣ  ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ, Ένα λιβάδι μέσα στην ομίχλη που ονειρεύεται (2002)

 

 ***

 

  1. ΑΙΩΝΙΑ  ΜΟΥΣΙΚΗ ΑΝΕΞΙΧΝΙΑΣΤΗήχοι, θραύσματα ήχων
    μέσα στους ήχους ανεξιχνίαστα

    γράμματα, θραύσματα λέξεων
    μέσα στις λέξεις ανεξιχνίαστα

    πρόσωπα, ίχνη προσώπων
    πάνω στο πρόσωπο ανεξιχνίαστα

    ήχοι στους ήχους
    λέξεις στις λέξεις
    πρόσωπα στον καθρέφτη

    ποτάμι στο ποτάμι
    αιώνια μουσική από το τίποτα στο τίποτα
    ανεξιχνίαστη


ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ, Γαλάζιο βαθύ σαν αντίο (1999)

 

Robbie Williams – Eternity

 

 

  1. ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ

Σε λίγο θα ‘χω την ηλικία της γης
εθελοντής της ζωής με άσπρα μαλλιά
κι ακόμα μαθαίνω να ιππεύω τις ανταύγειες
ν’ ανταλλάσσω ηλεκτρόνια με το χρόνο,
το αρχέγονο σύμπαν.

 

Θα μείνω αντάρτης,
σ’ αυτόν τον αιώνα
το σκουπιδοτενεκέ,
η ταραγμένη μου διάνοια αναπνέει
βγάζοντας το κεφάλι πάνω
από τη θάλασσα των παγωμένων ημερών,
θα μείνω – θα μείνω άραγε – αντένα
σε μήκη κύματος εγκαταλειμμένα
στραμμένος στα σκοτεινά μου βάθη
ένας προφήτης μετεωρίζεται
εκεί που κάποτε γεννιόνταν το αίμα
η αρχή και το τέλος.

Η ιστορία πια τώρα έμαθε,
τη γεωγραφία του αδιεξόδου
να σφίγγει το σχοινί γύρω
απ’ το λαιμό της έμαθε,
να νεκροτομεί τη ζωή.

 

Θέλω να πω, θέλω να ουρλιάξω
είμαι ένα νόθο που τρέφεται
απ’ τη χλωροφύλλη των κιτρινισμένων ημερών.

Εδώ που όλα συγκλίνουν
σ’ έναν χαιρετισμό χωρίς προοπτική,
εδώ που όλοι εγκαταλείπουν κι εγκαταλείπονται
τραβώντας ο καθένας για ένα βέβαιο στίγμα,
δεν έχω άλλο ρούχο, άλλη διέξοδο
μου μένει μόνο
να προεκταθώ στην άβυσσο.

Σ’ αυτό το αστρικό ερείπιο
που καταρρέει στην καμπύλη
της μοναξιάς και της απόγνωσης
κρυώνω περιμένοντας με το αυτί
ακουμπισμένο στην πόρτα της αιωνιότητας
στην αιωρούμενη σιωπή.

Βασίλης ΦαϊτάςΥστερόγραφα για το αύριο, ποιήματα 1980-1984

 

***

  1. Η ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ 

    φηνε πάντα τ δάχτυλά σου νοιχτ
    ν
    μπαίνει αωνιότητα σ γύρη φωτός.
    Πάνω στ’
    λύγιστα χέρια σου, σ σ βράχια σκληρά,
    φηνε ν τσιμπνε τ χρυσ πουλιά της,
    πο
    θέλουνε στγνωστο κορμί σου ν περπατήσουν. 

    ψωσε τ βαριά σου τ βλέφαρα
    στ
    ς λλες ζνες κενες τς γιες. τ δάκρυ χόρτασες,
    τ
    ν πόνον λο τν διάτρεξες.Σήκω ν

    ρευνήσεις τος γνωστους τούτους τόπους,
    που βέλη πι δν πάρχουνε, οτε πληγές.
    σπε
    σε στς κρυστάλλινες βρύσες ν συναντήσεις,
    τ
    πελώρια δάση το λέους τ μυστικά,
    κι
    ς εναι μέσα π τς ψυχς σου τιναγμένα τ θόλο,
    κι
    ς εναι π τν πελπισμ τς κραυγς σου.
    γιατί πολ
    τ πόθησες
    μ
    ς στχραντα φορέματα ν τυλιχτες,
    γιατί πολ
    τ θέλησες
    τ
    μουσικ μόνο το φωτς στατιά σου νκούσεις.

ΟΛΓΑ  ΒΟΤΣΗ

 

 ***

 

  1. ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ Ι    

Πάντα έλειπες πολύ,

 

μία ώρα

μια ημέρα

μια ζωή∙

 

πάντα μου έλειπες.

 

Ύστερα έλεγα πως φταίει  η Αιωνιότητα

(που ΄ναι μεγάλη)

και μέσα της – ξεχνιέσαι.

 

Δέσποινα Ντάση 

 

***

  1. Ω ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ

Ω αιωνιότητα,
Πατρίδα μου που απλώνεσαι
Πέρ’ απ’ τους κάμπους που πατώ.
Αιωνιότητα,
Πατρίδα μου που αγάπησα,
Στη δρόσο σου τυλίγομαι
Να σε ρουφώ σαν τον κισσό.

OΛΓΑ  ΒΟΤΣΗ

 

 ***

  1. ΑΙΩΝΙΑ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Του μεσοχείμωνου οι βουλές αλλάξανε.
Μέρες λαμπρές και νύχτες κρύες.
Και τώρα περιμένουμε την άνοιξη.
Κι όμως, ο ίδιος ουρανός, ο ίδιος ήλιος,
ο ίδιος άνεμος.

Αιώνια επιστροφή, αιώνια άνθηση.
Η ίδια κάθε φορά και νέα.
Αρχίζει, ξαναρχίζει, δεν τελειώνει
ποτέ και πουθενά.

Αλλάζει η γεύση του ανέμου, η όψη του ήλιου.
Αλλάζει η όψη τ’ ουρανού, η γεύση του έρωτα.

Νύχτες βαθιές, κρυστάλλινες,
που βυθισμένη ακόμα η πλάση
σε ύπνο βαρύ κι ανόνειρο ανασαίνει,
που κατεβαίνουν οι άγγελοι κι ορχούνται σε κρυ-
φες σπηλιές,
ενώ στη γη οι δαίμονες χτυπούν τα τύμπανα.

 Κώστας Στεργιόπουλος

 

***

  1. ΕΠΙΛΕΚΤΙΚΗ ΑΙΩΝΙΟΤΗΣ


«Πίστεψέ με θα σ’ αγαπώ αιώνια»

επαναλαμβάνει κάθε λεπτό ο θάνατος

στην αιωνιότητα

 

και κείνη βογγώντας

από δυστυχισμένη βεβαιότητα

 

αχ γιατί να μην είσαι ψεύτης

 

τον καταριέται

ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ, Μεταφερθήκαμε παραπλεύρως

 

***

 

  1. ΕΝΘΥΜΙΟΝ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑΣ

Χρειάζεται να μην σε βλέπω

Για να γράφω

 

Να αναπολώ πόνους

Να θυμώνω με τα όρνεα

που οσμίζονται τον θάνατό μου

Να ρουφώ σκότη αμέτρητα

κι αβύσσους

 

Χρειάζεται να μην σε βλέπω

για να εμπνέομαι από τον κίνδυνο

κάποτε να μην υπάρχεις

 

[Γιατί όταν σε βλέπω

ακόμη κι ο θάνατος, μου φαίνεται

απίθανος, πόσω δε μάλλον η προδοσία.]

 

Ελένη Λιντζαροπούλου: «Η εποχή των λέξεων», Εκδόσεις των Φίλων, 2015

 

 ***

 

  1. ΜΙΑ ΕΠΟΧΗ ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ

                                                        (απόσπασμα)

 Ανακτήθηκε! Τι;

Ανακτήθηκε! Τι;

Η Αιωνιότητα.

Είναι που αναμίχθηκε η θάλασσα με ήλιο.  

 

Ω! Η αιώνια ψυχή μου,

Τήρησε τους όρκους αψηφώντας

τις μοναχικές νύχτες και τις αναμμένες μέρες.  

 

Έτσι θα απελευθερωθείς

απ΄ την ανθρώπινη ψήφο

από τις κοινές επιδιώξεις

 

Πέταξε  σύμφωνα με…  

Καμιά ελπίδα

Μήτε ανάταση

Επιστήμη και Υπομονή

Σίγουρο είναι το βασανιστήριο  

Κανένα αύριο για να θυμόμαστε,

Απομεινάρια Σατινένια

Η ζηλευτή αγνότητα Θέτει  το καθήκον.  

 

Ανακτήθηκε!! Τι;

Η Αιωνιότητα.

Είναι η θάλασσα π΄ αναμίχθηκε με ήλιο.  

Αρθούρος Ρεμπώ, Μετ: Γιάννης Αντιόχου

 

*Η ανάρτηση είναι της καλή φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής!

Πες το με ποίηση (207ο): «Στιγμές»…

 

-«Με την ελπίδα μιας στιγμής, μας χρέωσαν όλο το μέλλον»

(Γ. Ρίτσος)

 

 

 

 

-Μάνος Χατζιδάκις, «Ιδιωτική στιγμή»


«Ένας παπάς
από τ’ αντικρυνό παράθυρο
κοιτάζει που κοιμάμαι.
Θέλει να διαπιστώσει
πού έχω τα χέρια μου,
πάνω ή κάτω από το προσκεφάλι.

Ένας αστυνόμος
από τ’ αντικρυνό παράθυρο
μ’ επιμονή παρατηρεί τον ύπνο μου.
Θέλει να διαπιστώσει
αν γέρνω αριστερά, αν γέρνω δεξιά.

Ένα παιδί
από τ’ αντικρυνό παράθυρο
με βλέπει μ’ απορία να κοιμάμαι.
Θέλει να διαπιστώσει
αν είμαι δράκος
για Θεός ή ένα πουλί
που τραγουδά περίεργα τραγούδια.

Εγώ μέσ’ απ’ τον ύπνο μου
τους βλέπω και χαμογελώ,
γιατί ο παπάς δεν μ’ αναγνώρισε
πως είμαι ο Χριστός κι έχω
τα χέρια μου στο στήθος σταυρωμένα.

Γιατί ο αστυνόμος δεν γνωρίζει
πως ειδικά γι αυτόν είμαι αξιωματικός
και το παιδί ούτε καν μπόρεσε
να φανταστεί πως είμαι ο ποιητής.»

http://www.poiein.gr/archives/741/index.html

 

 

 

 

 

-Μίλτος Σαχτούρης, «ΕΞΙ ΣΤΙΓΜΕΣ»

I
Ο μουγγός ξεκρεμάει παλιές
φωτογραφίες
κοιτάζει πτώματα τρομάζει ζηλεύει
στόματα κοριτσιών
κλαίει βγάζει ένα κόκκινο
σκαμνί στο πεζοδρόμιο

II
Ο άρρωστος μελετάει
τις καπνοδόχες
ξέρει πως από μέσα τους
φεύγουν τα όνειρα
και οι καπνοί
των πεθαμένων

III
Ο ζωγράφος έχει μέσα στην καρδιά του
μια ζωγραφιά
έχει μέσα στο κεφάλι του ένα μαχαίρι
θέλει να βγάλει τη ζωγραφιά
θέλει να βγάλει το μαχαίρι
να σκίσει τη ζωγραφιά

IV
Ο φίλος μου έχει ένα περίστροφο
εγώ έχω μια κιθάρα
όταν οπλίζω την κιθάρα
το περίστροφο παίζει μια εξαίσια
μουσική
όταν σκοτώνω με την κιθάρα

V
Οι πόρτες τ’ άλογα και τα κουδούνια
ανοιχτά φέρετρα κάτω απ’ τον ήλιο
ανοιχτά στόματα κάτω απ’ τον ήλιο
Θε μου να σφάξουμε το μαύρο κόκορα
Θε μου να σφάξουμε το μαύρο κόκορα
Θε μου να σφάξουμε το μαύρο κόκορα

VI
Ο βαρκάρης των κεραυνών
γυρίζει
από ακτή σε ακτή
δε θέλει ν’ αράξει πουθενά
τη βάρκα του ψιθυρίζει
φύγαν φύγαν τα νερά

(Μίλτος Σαχτούρης, Ποιήματα, Κέδρος)

 

 

 

 

-Νικολέτα Κοΐνη, «ΔΕΝ ΛΕΝΕ ΨΕΜΑΤΑ ΟΙ ΣΤΙΓΜΕΣ»

 

«Η καρδιά ξεκουράζεται στη γυμνή στιγμή της εξερεύνησης.

Σαν από ανύπαρκτη και περήφανη για τις τρικυμίες και για τους μύθους

καλώς όριζα και αφηνόμουν σε κάθε μαγικής της διάσταση.

Αλίευα στιγμές και τη μαγεία, συνειδητά αφηνόμουν

Δεν λένε ψέματα οι στιγμές.»

 

(http://fractalart.gr/diamanti/)

 

 

 

 

 

 

– Δήμητρα Καραγγέλη, “Κύκλος στιγμών”

 

«Γύρω μας κυκλώνες σιωπής,

κι εμείς εκεί στη μέση σαστισμένοι..

Αλήθεια ψάχνουμε όλοι μας,

κι όμως δίπλα μας η πλάνη…

Εθελοτυφλούμε,

σκοντάφτουμε σε αυταπάτες,

σε ψευδαισθήσεις καλυμμένες με πανδαισία χρωμάτων,

κεντημένες με την ομορφιά της ψυχής μας..

 

Γυρεύεις ανθρώπους να σε νοιώσουν,

κι όμως ακόμη ζεις στη μοναξιά σου…

Θαρρείς πως η ζεστασιά ενός βλέμματος είναι τόσο σπάνια,

τόσο πολύτιμη,

κι όταν τη βρεις τι;

Νομίζεις πως θα μείνει για πάντα;

πως θα ‘ναι εκεί μια ολάκερη ζωή να σε προστατεύει;

Μα πόσο έσφαλες ανόητε ανθρωπάκο…!

τίποτε δεν είναι Παντοτινό…

τίποτε δεν διαρκεί Αιώνια…

η στιγμή είναι αυτή που σε ωθεί στο όνειρο…

Οι στιγμές συνθέτουν το αιώνιο της ολοκλήρωσης…

 

Όλη μας η ζωή μια απέραντη ελπίδα για το παντοτινό..

Εκείνο εκεί το σταθερό,

το ασφαλές που επιζητούμε να κάνουμε δικό μας…

Μα ποτέ κανείς δεν συλλογίστηκε,

κανείς δεν έκανε κτήμα του εκείνο εκέι το περίφημο:

“ουδέν μονιμότερον του προσωρινού”!

Μα μονάχα ο καθείς συνέχισε το ατέλειωτο κυνήγι της ουτοπίας του…

 

Νοιώσε επιτέλους βρε άνθρωπε!

η αγάπη είναι το υψηλότερο των αγαθών

γι’αυτό δεν μπορείς να τη φυλακίσεις…

δεν είναι δυνατόν να τη ζυγιάσεις…

δεν θα γίνει ποτέ αποκλειστικά δική σου…

είναι ακατόρθωτο να τη δαμάσεις!

Ένα μονάχα πράξε!

 

Αγάπα, νοιώσε δυνατά, απογοητεύσου χωρίς να συλλογάσαι το μετά…

Εν τέλει ένωσε τις στιγμές σου,

θα καταλάβεις…!»


(http://www.palmografos.com/permalink/20875.html
)

 

 

 

-Caesar Vallejo, «H πιο βαριά στιγμή της ζωής»


«Ένας άνθρωπος είπε:
-H πιο βαριά στιγμή της ζωής μου ήταν στη μάχη του Μάρνη, όταν πληγώθηκα στο στήθος.
Ένας άλλος είπε:
-Η πιο βαριά στιγμή της ζωής μου ήταν σε μια παλλιροϊκή καταστροφή στη Γιοκοχάμα , απ’ όπου γλύτωσα από θαύμα, καταφεύγοντας κάτω από τη σκηνή ενός μαγαζιού με βερνίκια.
Κι ένας άλλος είπε:
-Η πιο βαριά στιγμή της ζωής μου είναι όταν κοιμάμαι την ημέρα.
Κι άλλος είπε:
-Η πιο βαριά στιγμή της ζωής μου ήταν στη μεγαλύτερη μοναξιά μου.
Κι άλλος είπε:
-Η πιο βαριά στιγμή της ζωής μου ήταν όταν μ’ έκλεισαν σε μια φυλακή του Περού.
Κι άλλος είπε:
-Η πιο βαριά στιγμή της ζωής μου ήταν όταν είδα προφίλ τον πατέρα μου.
Κι ο τελευταίος είπε:
-H πιο βαριά στιγμή της ζωής μου δεν έχει φτάσει ακόμα.

(http://eisvathos.blogspot.gr/2017/12/h.html)

 

 

 

 

-Κώστας Μόντης, «Στιγμές της Εισβολής»


«Σκέψου να μας γίνει βραχνάς η οροσειρά της Κερύνειας,
σκέψου να την κοιτάμε με τρόμο,
σκέψου να την υποψιαζόμαστε,
σκέψου να την μισούμε!

***


Εμείς μια φορά αραδιάσαμε τους τάφους μας
και με το παραπάνω,
εμείς μια φορά ντυθήκαμε στα μαύρα
και με το παραπάνω.

***

Ανασήκωσε την πλάτη
κι απόστησέ τους, Πενταδάκτυλέ μου,
ανασήκωσε την πλάτη
και απόσεισέ τους.

***

Κι η Λευκωσία λυπημένο παιδάκι
που του κάκου αγωνίζεσαι
να το κάνεις να χαμογελάσει.»

 

http://stigmalogou.blogspot.gr/2015/01/1914-2004-100.html

 

 

 

Robert Creely, «Στιγμή»

 

«Ν’ αξιοποιείς τον καιρό, ή να σκοτώνεις τον καιρό, και τα δυο

ακόμη βασανίζουν το μυαλό μου.

 

Φτάνει κανείς στο νεκροταφείο

με τα κόκαλα των πεθαμένων.

 

Όλοι οι δρόμοι έφεραν

εδώ, πραγματικά κοινό,

 

μόνο που το σώμα έχει μετακινηθεί

πάλι προς κάποια άλλη χρήση.»

(Σύγχρονοι Αμερικάνοι ποιητές, ύψιλον/βιβλία)

 

Post Navigation