Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (163ο): «Ήρωες»….

-Νίκος Γκάτσος, «Οι ήρωες είναι πάντα ευγενικοί»

«Οι ήρωες είναι πάντα ευγενικοί.
Γεννιούνται μ’ ένα χρυσαφένιο χρώμα,
μ’ όνειρα που τους τα φτιάχνει η συννεφιά,
μ’ ελπίδες που φυτρώσαν μες στο χώμα…
Οι ήρωες δεν έχουν μυστικά.
Δεν ταξιδεύουνε ποτέ σε ξένα μέρη.
Γίνοντ’ αγάλματα ψυχρά, μα εθνικά
κι έχουν για συντροφιά τους ένα περιστέρι…
Οι ήρωες είναι πάντα ευγενικοί.
Κάνουν πως, τάχα, λεπτομέρειες δε θυμούνται…
Κι όταν η νύχτα τούς σκεπάζει με σιωπή,
πετάν’ το θρύλο στα πουλιά κι αποκοιμιούνται…»

.

-«Με παρελάσεις, με ηρώα, με στεφάνια –

Τι πένθος: να θυμόμαστε πάλι

Πόσο οι νεκροί είναι ξεχασμένοι»

(Γ. Ρίτσος)

 

-«…Να μιλήσω για ήρωες να μιλήσω για ήρωες: ο Μιχάλης
που έφυγε μ’ ανοιχτές πληγές απ’ το νοσοκομείο
ίσως μιλούσε για ήρωες όταν, τη νύχτα εκείνη
που έσερνε το ποδάρι του μες στη συσκοτισμένη πολιτεία,
ούρλιαζε ψηλαφώντας τον πόνο μας· “Στα σκοτεινά
πηγαίνουμε, στα σκοτεινά προχωρούμε…”
Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά.»
(Γ. Σεφέρης, απόσπασμα από το ποίημα “ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ”)

-Ο. Ελύτης, «Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας»
(Απόσπασμα)

«…Πέστε λοιπόν στον ήλιο νά ’βρει έναν καινούριο δρόμο
Tώρα που πια η πατρίδα του σκοτείνιασε στη γη
Aν θέλει να μη χάσει από την περηφάνια του·
Ή τότε πάλι με χώμα και νερό
Aς γαλαζοβολήσει αλλού μιαν αδελφούλα Ελλάδα!
Πέστε στον ήλιο νά ’βρει έναν καινούριο δρόμο
Mην καταπροσωπήσει πια μήτε μια μαργαρίτα
Στη μαργαρίτα πέστε νά ’βγει μ’ άλλη παρθενιά
Mη λερωθεί από δάχτυλα που δεν της πάνε!

Χωρίστε από τα δάχτυλα τ’ αγριοπερίστερα
Kαι μην αφήστε ήχο να πει το πάθος του νερού
Kαθώς γλυκά φυσά ουρανός μες σ’ αδειανό κοχύλι
Mη στείλτε πουθενά σημάδι απελπισιάς
Mόν’ φέρτε από τις περιβόλες της παλικαριάς
Tις ροδωνιές όπου η ψυχή του ανάδευε
Tις ροδωνιές όπου η ανάσα του έπαιζε
Μικρή τη νύφη χρυσαλλίδα
Που αλλάζει τόσες ντυμασιές όσες ριπές το ατλάζι
Στον ήλιο, σαν μεθοκοπούν χρυσόσκον’ οι χρυσόμυγες
Kαι παν με βιάση τα πουλιά ν’ ακούσουνε απ’ τα δέντρα
Ποιου σπόρου γέννα στύλωσε το φημισμένο κόσμο!

Θ´

Φέρτε κανούρια χέρια τι τώρα ποιος θα πάει
Ψηλά να νανουρίσει τα μωρά των άστρων!
Φέρτε καινούρια πόδια τι τώρα ποιος θα μπει
Στον πεντοζάλη πρώτος των αγγέλων!
Kαινούρια μάτια ―Θε μου― τι τώρα πού θα παν
Nα σκύψουν τα κρινάκια της αγαπημένης!
Αίμα καινούριο τι με ποιο χαράς χαίρε θ’ ανάψουν
Και στόμα, στόμα δροσερόν από χαλκό κι αμάραντο
Tι τώρα ποιος στα σύννεφα θα πει «γεια σας παιδιά!»

Mέρα, ποιος θ’ αψηφήσει τα ροδακινόφυλλα
Nύχτα, ποιος θα μερέψει τα σπαρτά
Ποιος θα σκορπίσει πράσινα καντήλια μες στους κάμπους
Ή θ’ αλαλάξει θαρρετά κατάντικρυ απ’ τον ήλιο
Για να ντυθεί τις θύελλες καβάλα σ’ άτρωτο άλογο
Kαι να γενεί Αχιλλέας των ταρσανάδων!
Ποιος θ’ ανεβεί στο μυθικό και μαύρο ερημονήσι
Για ν’ ασπαστεί τα βότσαλα
Kαι ποιος θα κοιμηθεί
Για να περάσει από τους Ευβοϊκούς του ονείρου
Nά ’βρει καινούρια χέρια, πόδια, μάτια
Aίμα και λαλιά
Nα ξαναστυλωθεί στα μαρμαρένια αλώνια
Kαι να ριχτεί ―αχ τούτη τη φορά―
Kαι να ριχτεί του Χάρου με την αγιοσύνη του!

Ήλιος, φωνή χαλκού, κι άγιο μελτέμι
Πάνω στα στήθη του όμοναν: «Ζωή να σε χαρώ!»
Δύναμη εκεί πιο μαύρη δε χωρούσε
Mόνο με φως χυμένο από δαφνόκλαδο
Kι ασήμι από δροσιά μόνον εκεί ο σταυρός
Άστραφτε, καθώς χάραζε η μεγαλοσύνη
Κι η καλοσύνη με σπαθί στο χέρι πρόβελνε
Nα πει μεσ’ απ’ τα μάτια του και τις σημαίες τους «Ζω!»

Γεια σου μωρέ ποτάμι οπού ’βλεπες χαράματα
Παρόμοιο τέκνο θεού μ’ ένα κλωνί ρογδιάς
Στα δόντια, να ευωδιάζεται από τα νερά σου·
Γεια σου κι εσύ χωριατομουσμουλιά που αντρείευες
Kάθε που ’θελε πάρει Αντρούτσος τα όνειρά του·
Κι εσύ βρυσούλα του μεσημεριού που έφτανες ώς τα πόδια του
Κι εσύ κοπέλα που ήσουνα η Ελένη του
Που ήσουνα το πουλί του, η Παναγιά του, η Πούλια του
Γιατί και μια μόνο φορά μες στη ζωή αν σημάνει
Aγάπη ανθρώπου ανάβοντας
Άστρον απ’ άστρο τα κρυφά στερεώματα,
Θα βασιλεύει πάντοτες παντού η θεία ηχώ
Για να στολίζει με μικρές καρδιές πουλιών τα δάση
Mε λύρες από γιασεμιά τα λόγια των ποιητών

Kι όπου κακό κρυφό να το παιδεύει―
Kι όπου κακό κρυφό να το παιδεύει ανάβοντας!

IA´

Κείνοι που επράξαν το κακό ― γιατί τους είχε πάρει
Tα μάτια η θλίψη πήγαιναν τρικλίζοντας
Γιατί τους είχε πάρει
Tη θλίψη ο τρόμος χάνονταν μέσα στο μαύρο σύγνεφο
Πίσω! και πια χωρίς φτερά στο μέτωπο
Πίσω! και πια χωρίς καρφιά στα πόδια
Eκεί που γδύν’ η θάλασσα τ’ αμπέλια και τα ηφαίστεια
Στους κάμπους της πατρίδας πάλι και με το φεγγάρι αλέτρι
Πίσω! Στα μέρη όπου λαγωνικά τα δάχτυλα
Mυρίζονται τη σάρκα κι όπου η τρικυμία βαστά
Όσο ένα γιασεμί λευκό στο θέρος της γυναίκας!

Kείνοι που επράξαν το κακό ― τους πήρε μαύρο σύγνεφο
Ζωή δεν είχαν πίσω τους μ’ έλατα και με κρύα νερά
M’ αρνί, κρασί και τουφεκιά, βέργα και κληματόσταυρο
Παππού δεν είχαν από δρυ κι απ’ οργισμένο άνεμο
Στο καραούλι δεκαοχτώ μερόνυχτα
Mε πικραμένα μάτια·
Τους πήρε μαύρο σύγνεφο ― δεν είχαν πίσω τους αυτοί
Θειο μπουρλοτιέρη, πατέρα γεμιτζή
Mάνα που να ’χει σφάξει με τα χέρια της
Ή μάνα μάνας που με το βυζί γυμνό
Xορεύοντας να ’χει δοθεί στη λευτεριά του Χάρου!

Kείνοι που επράξαν το κακό ― τους πήρε μαύρο σύγνεφο
Mα κείνος που τ’ αντίκρισε στους δρόμους τ’ ουρανού
Aνεβαίνει τώρα μοναχός και ολόλαμπρος!

IB´

Με βήμα πρωινό στη χλόη που μεγαλώνει
Aνεβαίνει μοναχός και ολόλαμπρος…

Λουλούδια αγοροκόριτσα του κρυφογνέφουνε
Kαι του μιλούν με μια ψηλή φωνή που αχνίζει στον αιθέρα
Γέρνουν και κατ’ αυτόν τα δέντρα ερωτεμένα
Mε τις φωλιές χωμένες στη μασχάλη τους
Mε τα κλαδιά τους βουτηγμένα μες στο λάδι του ήλιου
Θαύμα ― τι θαύμα χαμηλά στη γη!
Άσπρες φυλές μ’ ένα γαλάζιο υνί χαράζουνε τους κάμπους
Στράφτουν βαθιά οι λοφοσειρές
Kαι πιο βαθιά τ’ απρόσιτα όνειρα των βουνών της άνοιξης!

Ανεβαίνει μοναχός και ολόλαμπρος
Tόσο πιωμένος από φως που φαίνεται η καρδιά του
Φαίνεται μες στα σύννεφα ο Όλυμπος ο αληθινός
Kαι στον αέρα ολόγυρα ο αίνος των συντρόφων…
Tώρα χτυπάει πιο γρήγορα τ’ όνειρο από το αίμα
Στους όχτους του μονοπατιού συνάζουνται τα ζώα
Γρυλίζουν και κοιτάζουνε σα να μιλούνε
Ο κόσμος όλος είναι αληθινά μεγάλος
Γίγας που κανακεύει τα παιδιά του

Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο
Αύριο, αύριο λένε, το Πάσχα τ’ ουρανού!
IΓ´

Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο―

Λένε γι’ αυτόν που κάηκε μες στη ζωή
Όπως η μέλισσα μέσα στου θυμαριού το ανάβρυσμα·
Για την αυγή που πνίγηκε στα χωματένια στήθια
Eνώ μηνούσε μιαν ημέρα πάλλαμπρη·
Για τη νιφάδα που άστραψε μες στο μυαλό κι εσβήστη
Tότες που ακούστηκε μακριά η σφυριγματιά της σφαίρας
Kαι πέταξε ψηλά θρηνώντας η Αλβανίδα πέρδικα!

Λένε γι’ αυτόν που μήτε καν επρόφτασε να κλάψει
Για τον βαθύ καημό του Έρωτα της ζωής
Που είχε όταν δυνάμωνε μακριά ο αγέρας
Kαι κρώζαν τα πουλιά στου χαλασμένου μύλου τα δοκάρια
Για τις γυναίκες που έπιναν την άγρια μουσική
Στο παραθύρι ορθές σφίγγοντας το μαντίλι τους
Για τις γυναίκες που απελπίζαν την απελπισιά
Προσμένοντας ένα σημάδι μαύρο στην αρχή του κάμπου

Ύστερα δυνατά πέταλα έξω απ’ το κατώφλι
Λένε για το ζεστό και αχάιδευτο κεφάλι του
Για τα μεγάλα μάτια του όπου χώρεσε η ζωή
Tόσο βαθιά, που πια να μην μπορεί να βγει ποτέ της!

IΔ´

Τώρα χτυπάει πιο γρήγορα τ’ όνειρο μες στο αίμα
Tου κόσμου η πιο σωστή στιγμή σημαίνει:
Ελευθερία
Έλληνες μες στα σκοτεινά δείχνουν το δρόμο:
EΛEYΘEPIA
Για σένα θα δακρύσει από χαρά ο ήλιος

Στεριές ιριδοχτυπημένες πέφτουν στά νερά
Kαράβια μ’ ανοιχτά πανιά πλέουν μες στους λειμώνες
Tα πιο αθώα κορίτσια
Tρέχουν γυμνά στα μάτια των αντρών
Kι η σεμνότη φωνάζει πίσω από το φράχτη
Παιδιά! δεν είναι άλλη γη ωραιότερη…

Του κόσμου η πιο σωστή στιγμή σημαίνει!

Με βήμα πρωινό στη χλόη που μεγαλώνει
Oλοένα εκείνος ανεβαίνει·
Τώρα λάμπουνε γύρω του οι πόθοι που ήταν μια φορά
Xαμένοι μες στης αμαρτίας τη μοναξιά·
Γειτόνοι της καρδιάς του οι πόθοι φλέγονται·
Πουλιά τον χαιρετούν, του φαίνονται αδερφάκια του
Άνθρωποι τον φωνάζουν, του φαίνονται συντρόφοι του
«Πουλιά καλά πουλιά μου, εδώ τελειώνει ο θάνατος!»
«Σύντροφοι σύντροφοι καλοί μου, εδώ η ζωή αρχίζει!»
Αγιάζι ουράνιας ομορφιάς γυαλίζει στα μαλλιά του

Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο
Αύριο, αύριο, αύριο: το Πάσχα του Θεού!»

(από το Ποίηση, Ίκαρος 2002)

-Γ. Σουρής, «Οἱ Ἥρωες»

«Μέσα σε βόλια κι ὀβίδων κρότους
ἔπεσαν νιάτα μὲς στὸν ἀνθό τους.
Πᾶνε λεβέντες, πᾶνε κορμιὰ
κι ἄγνωστα τά ῾θαψαν στὴν ἐρημιά.

Κανεὶς δὲ ξέρει ποὺ τά ῾χουν θάψει,
κανεὶς δὲ πῆγε γιὰ νὰ τὰ κλάψει,
κανεὶς δὲν ἔκαψε γι᾿ αὐτὰ λιβάνι,
κανεὶς δὲν ἔπλεξε γι᾿ αὐτὰ στεφάνι.

Ἀνώνυμ᾿ ἥρωες, ἄγνωστοι τάφοι,
κανένας ὄνομα σ᾿ αὐτοὺς δὲ γράφει,
μήτε τὸ χῶμα τοὺς φιλοῦνε χείλη,
σταυρὸ δὲν ἔχουνε μήτε καντῆλι.

Μόνο μιᾶς κόρης μαργαριτάρια
κυλοῦν σὲ τάφους ποὺ κάποια μέρα
θὰ γίνουν κόσμου προσκυνητάρια
καὶ φάροι Νίκης γιὰ μία μητέρα.»

 

-Γιάννης Ρίτσος, «Μή-ἥρωας»

«Αὐτός, πού, ἀκούγοντας τὸ βῆμα τῶν συντρόφων του
νὰ ξεμακραίνει πάνω στὰ χαλίκια, μὲς τὴ μέθη του,
ἀντὶ νὰ κατεβεῖ τὴ σκάλα πού ῾χε ἀνέβει, πήδησε ἴσα
τὸν τράχηλό του κόβοντας, ἔφτασε πρῶτος
μπροστὰ στὸ μαῦρο στόμιο. Κι οὔτε ποὺ ἄγγιξε
τὸ αἷμα τοῦ μαύρου κριαριοῦ. Τὸ μόνο ποὺ ζήτησε
ἦταν μιὰ πήχη τόπος στ᾿ ἀκρογιάλι τῆς Αἰαίας
κ᾿ ἐκεῖ νὰ στήσουν τὸ κουπί του – ἐκεῖνο πού ῾λαμνε
πλάι στοὺς συντρόφους του. Τιμή, λοιπόν, καὶ δόξα
στ᾿ ὄμορφο παλικάρι. Ἀλαφρόμυαλο τό ῾παν. Ὡστόσο
μήπως δὲ βοήθησε κ᾿ ἐκεῖνο κατὰ δύναμη
στὸ μεγάλο ταξίδι τους; Γιὰ τοῦτο, κιόλας, ὁ Ποιητὴς
τὸ μνημονεύει χώρια, ἂν καὶ μὲ κάποια περιφρόνηση,
κ᾿ ἴσως γι᾿ αὐτὸ ἀκριβῶς μὲ πιότερο ἔρωτα.»

(Μαρτυρίες. Σειρὰ δεύτερη, Ἀθήνα, ἔκδ. Κέδρος)

 

-Κώστας Βάρναλης «Στον ήρωα Λαμπράκη»

Σε φάγαν οι φασίστες σκύλοι, Ελλάδα,
με μάσκα ή χωρίς μάσκα, ξένοι, ντόπιοι.
Εσύ ’σουνα, Λαμπράκ’, η αιώνια Ελλάδα,
φως, αρετή, παλικαριά και πρώτος!

Χρόνια και χρόνια, Μάνα οι δουλεμπόροι
σε σούρνανε στη λάσπη και στη νύχτα.
Μα στα κόκαλα μέσα των παιδιώ σου
λαμπάδιαζεν η πάναγνη τιμή σου.

Τ’ άδικον αίμα του παλικαριού μας
κοκκίνισε πελάη, βουνά και κάμπους,
ανάστησε τ’ αρχαία σου μεγαλεία,
Μάνα – πατρίδα, Μάνα – ελευτερία.

Αθάνατε λαέ, της Ιστορίας
εσύ τα περασμένα κι αυριανά!
Δεν άφησες τον ήρωα να πεθάνει.
Απ’ τον τάφο του η νέα ζωή σου αρχίζει.

Όχι κλάμ’, αναστάσιμες καμπάνες
για τη μεγάλη της οργής σου νίκη.
Έδειξες στον οχτρό τη δύναμή σου,
ξέροντας ποιος και πούθε σε χτυπάει.

(Κώστας Βάρναλης, «Ελεύθερος Κόσμος»).

 

-Καρλ Ουέντελ Χάιμς, «Ο άβολος ήρωας»

Τώρα που είναι για τα καλά νεκρός
Ας τον υμνήσουμε
ας χτίσουμε μνημεία στη δόξα του
ας ψάλουμε το ωσαννά στο όνομά του.
Οι νεκροί γίνονται
οι πιο βολικοί ήρωες: Ανήμποροι
να σηκωθούν
και ν’ αρνηθούν τις εικόνες
που πλάθουμε από τις ζωές τους
Ετσι κι αλλιώς,
είναι πιο εύκολο να χτίσεις μνημεία
από το να φτιάξεις έναν καλύτερο κόσμο.
Κι εμείς, με τη συνείδηση ήσυχη
θα μάθουμε στα παιδιά μας
ότι ήταν ένας σπουδαίος άνθρωπος … κι ας ξέρουμε
πως παραμένει
η υπόθεση για την οποία έζησε
και πως το όνειρο για το οποίο πέθανε
παραμένει όνειρο,
το όνειρο ενός νεκρού ανθρώπου.
(Γραμμένο για το Μάρτιν Λούθερ Κινγκ 3 μέρες μετά τη δολοφονία του)

 

-Μελισσάνθη, «Ἡρωικὴ Φυγή»

«Ξοπίσω μου δαιμονικὸ φυσομανοῦσε, τοῦ ᾿Ἅδη,
πύρινο ἀνασασμὸ
κι ἔτρεχα, σ᾿ ἄφεγγες νυχτιές, μὲς στὸ βαθὺ σκοτάδι,
μ᾿ ἓν᾿ ἄγριο καλπασμό.

Καὶ τὸν μαντύα τὸν ταπεινὸ ξεδίπλωνα τοῦ ἐπαίτη
σ᾿ ἡρωικὴ φυγὴ
κι ἔσερνα ἀτίθασα λυτή της κόμης μου τὴ χαίτη
καὶ σάρωνα τὴ γῆ.

Τοῦ ἀνέμου τὸ καμτσίκωμα ποὺ ἀφάνιζε τὰ δάση
μὲ λύγαε, καλαμιὰ
καὶ στέγνωνε στὰ χείλια μου, τὴ φούχτα μου, ἄδειο τάσι
στὴν ἄνυδρη ἐρημιά.

Κι ἀπ᾿ τὴν ἁρμύρα θερίευε τῆς φλογισμένης ἄμμου
τὸς δίψας τὸ οὐρλιαχτό,
μὰ ἔφευγα, ἐνῶ, σὲ σύσπαση φριχτή, κυλιόταν χάμου
τ᾿ ἀνήμπορο ἑρπετό.

Ἡ γῆ κάτω ἀπ᾿ τὴ φτέρνα μου προδοτικὰ βογγοῦσε
καφτὴ ὡς λαβωματιά,
μὰ βέλος ξέφευγα γοργὸ καὶ πίσω μου ἀστοχοῦσε
ἡ ἐχθρικὴ σαϊτιά.

Μὲ παραμόνευε γαμψὰ τὸ νύχι στὰ σκοτάδια
τοῦ πειναλέου βραχνὰ
κι ὡς γλύτωνα, οἱ φοβέρες του, μαύρων ὄρνιων κοπάδια
πίσω ἔκραζαν βραχνά.

Κι ἡ νύχτα τρύπια, τάνυζε φτερούγα νυχτερίδας,
τὸν ἔναστρο οὐρανὸ
καὶ τὴν ὀργὴ τοῦ κεραυνὸ σὲ νέφη καταιγίδας
σπαθὶ ἔκρυβε γυμνό.

Στὸ πέρασμά μου σφύριζε τῆς ἔχθρητας τὸ φίδι
μὲς στὰ ξερὰ κλαδιά,
μὰ τῆς φυγῆς μου ἠ αστραπῆ περνοῦσε ὅπως λεπίδι,
τῆς νύχτας τὴ καρδιά.

Καὶ τοῦ θριάμβου μου ἡ κραυγὴ βόλι καφτὸ τρυποῦσε
τὰ σπλάγχνα τῆς σιγῆς
κι ἀντίλαλους ἡ φόρμιγγα τοῦ στήιθούς μου ξυπνοῦσε,
στὶς ἐσχατιὲς τῆς γῆς.»

(users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/melissan8h_poems.htm)

 

– Ντίνου Σιώτη, «Διακοπές με ήρωες του καλοκαιριού»

«Οι διακοπές εφέτος θα είναι μικρές σύντομες

προβλέψιμες φτηνές μονοήμερες απαλλαγμένες

από περιττά βάρη όπως παραλία βαλίτσα άμμος

Thermos μια και κανείς δε μιλά πια για αφανείς

ήρωες του θέρους αφού μπορεί ίσως και να μην

υπάρχουν ή να τους έφαγε κανένας μοναχικός

λύκος όχι σαν εκείνους που βγαίνουν στην

τηλεόραση και μας παρηγορούν με άθλους

της κυβέρνησης ή της αντιπολίτευσης ή με

τα απολιθώματα ενός συστήματος κενού ή

με δύσπιστα ριάλιτι διαρκείας. Ήρωες του

καλοκαιριού είναι οι πυροσβέστες οι δια

σώστες οι ναυαγοσώστες οι τροχονόμοι κι

όσοι δίνουν απ’ το περίσσεμα της καρδιάς

τους στους επαίτες, ήρωές μας δεν είναι οι

αξιωματικοί αλλά οι οπλίτες όχι οι πολιτικοί

αλλά οι πολίτες, όχι οι λωποδύτες, όχι εκείνοι

που απατάνε αλλά όσους τους πατάν, είναι οι

καταφρονεμένοι οι σεμνοί οι ταπεινοί κι όχι

οι υπερόπτες οι υπερφίαλοι και οι αχαμνοί,

είναι τα ιστιοφόρα κι όχι τα καταμαράν, τα

κανό κι όχι τα ιπτάμενα, το κύμα κι όχι το

χρήμα, το μέτρο κι όχι η αφθονία, το πάθος

της ουσίας, η κανονικότητα (αλλά πώς να την

αποσπάσεις απ’ τη φριχτή καθημερινότητα),

ήρωας είναι μια σκιά για τα τραύματα μια

πατρίδα για τα θαύματα μια γάζα για τα

εγκαύματα, ήρωες είναι όσοι φωτογραφίζουν

τη σκιά του ανέμου ενώ διασχίζει το Αιγαίο,

όσοι αντικρίζουν την όμορφη θεά απέναντι

που απολαμβάνει τη θέα των νησιών, όσοι

φορτίζουν την μπαταρία του ανέφικτου σε

ουρανό που πετά πάνω απ’ τον ορίζοντα,

όσοι επισκευάζουν καθυστερήσεις που είχαν

αργήσει για τα εγκαίνια της αθέατης πλευράς

των πραγμάτων, περνώντας από το σώμα στο

στρώμα την αχανή φαντασία της σελήνης

του Αυγούστου, ήρωας είναι ο φάρος που

αναβοσβήνει τη θέληση του κάπταιν να

αποφύγει τον ύφαλο, ήρωες οι ξέρες που

λοιδορούν τα μποφόρ της έντασης τόσης

κατάντιας του μέσου πολίτη, τα πολλά

ερημονήσια στη μέση του πελάγου και οι

πρόσφυγες που παραμένουν στα αζήτητα

στα αμπάρια της Μεσογείου, ήρωας είναι

το εκτοπισμένο, το πλήρωμα του χρόνου

σε μακρινή χώρα, οι άγκυρες που δεν

σηκώνονται με τίποτε στη Ραφήνα στον

Πειραιά στην Πάτρα γιατί είναι για να

ξενιτευτούν τα νέα παιδιά στα ξένα να

βρουν δουλειά, ήρωας η Ακτοφυλακή

που μαζεύει σήματα Μορς: τα σκορπά

σε άλλα πλοία για να σωθούν επιβάτες

με ζωές ασυμμάζευτες, προορισμοί που

αναζητούν ένα λιμάνι για έναν καλύτερο

κόσμο: αν δεν είναι το λιμάνι ο ήρωας του

καλοκαιριού τότε τι σόι λιμάνι είναι…

Αθήνα, 17 Ιουνίου 2016

(http://fractalart.gr/diakopes-me-iroes-tou-kalokairiou/)

Πες το με ποίηση (162ο): «Τα φύλλα»…

-«Το φθινόπωρο θα μαζέψω όλα τα φύλλα στην πόρτα μου

να γείρει η χαμένη ζωή μου.»

(Τάσος Λειβαδίτης)

-Μάρκος Μέσκος, «ΦΥΛΛΑ»

Πόσα μηνύματα λάβατε πόσα στείλατε;

Περπατούνε τα φύλλα με φως και σκιά τάματα του αέρα
μάταια και προδομένα. Δεν τα σώζουν όλες οι αγαθοεργίες
του κόσμου ας πούμε ένα ποτήρι κρύο νερό ένας χορός
ένας γάμος μια συνέλευση αυστηρή στα περίεργα χρόνια
χτες — οι κρεμασμένοι αιωρούνται συχνά αλλά αυτούς

λησμόνησε τους, θάψτε τους επιτέλους. Τί λέγαμε λοιπόν
για τ’ άνθη τους καρπούς τα φύλλα στα κατάρτια των δέντρων
μια ψυχούλα σβήνει ένα φύσημα λαμπερό και πάνε και πάνε
ταξίδια χωρίς προορισμό ας όψεται ο Βοριάς και ο χτικιάρης
Νότος πού κιτρινίζει την προδοσία (πρώιμη και φαρμακερή).

Φύλλα πλημμύρες, στρουθία στάλες στον ουρανό, ελάχιστες σάρκες
πετούν χάνοντας το βάρος της ομορφιάς της μοναξιάς ποιος
ξέρει; Στο μονάκριβο πόδι η χαρά τους όσο διαρκεί αεροδρομούν
επί των επάλξεων και σιωπηλά αιωνίως στα στρωσίδια
των τάφων. Θρύμματα μόσκου καθώς αντιστέκεται ή σκόνη. Όμως

φύλλα• χιλιάδες μπαϊράκια τα κρασάτα οι ώχρες τα πορτοκαλιά
να τα μνημονεύσουμε. Ακόμα και τ’ αειθαλή πού ψεύδονται συνεχώς.
Άνεμοι φθινοπωρινοί αγιάζι του πάγου τα μοιρολόγια τους
μα θα ξανάρθουν τα φύλλα, το λένε οι απρόβλεπτοι οιωνοί
της παμπάλαιας τάξης. προπαντός τα φύλλα της πικροδάφνης.

(Χαιρετισμοί, 1995)

 

 -Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, «Σκόρπια φύλλα»

Σκόρπια φύλλα του φθινόπωρου
οι αγρότες για τη σπορά περιμέναν βροχή
ο άνεμος κλωθογύριζε ανοίγοντας τα επουράνια
«ποια οδό ακολουθούν τα κίτρινα φύλλα που πέφτουν;»
αντίθετο δρόμο παίρνοντας ο απόστολος των εθνών
από Nεαπόλεως της νυν Kαβάλας
Προς Θεσσαλονικείς A΄ Eπιστολής το ανάγνωσμα
ου θέλω υμάς αγνοείν περί των κεκοιμημένων
ίνα μη λυπήσθε καθώς και οι λοιποί

ψηλό σαν τηλόπτης φάρος το καμπαναριό
καμπύλ’ ανοίγματα προς όλα τα σημεία του ορίζοντα
ότι είναι και δεν είναι σειρά συμπτώσεων
στο περιβόλι τάφοι με σταυρούς
κατάντικρυ η φωτιά κατάτρωγε το καράβι
πέθανε η πολυαγαπημένη μάννα του
έξ’ απ’ την ξύλινη θύρα καθόταν και περίμενε το κορίτσι
όπως κάθονται απάνω στ’ άνθη οι πεταλούδες
μια ωραία πεταλούδα κι’ έν’ άδειο γραμματοκιβώτιο
ενώ οι πόρτες ήταν κλειστές
νύχτα ερχόταν και τον έβρισκε
στον μυχό του κόλπου όπου εκβάλλει η ενδοχώρα
στο αναπεπταμένο πέλαγος που κατάπιε τον πατέρα
όταν δε μπόρεσε να καταλάβει τις κινήσεις του γιου του
ότι το πένθος σημαίνει νίκη και τρανή χαρά
έρχεται να φορτώσει σιτάρι στην αποβάθρα
και σχολιάζουν το θέαμα οι γνωστικοί
ερμηνευτές του ζωντανού ονείρου δακτυλοδεικτούν
πίσω ταφόπετρες με μάτια το χωριό
με αναστήματα υψηλά πλούσια βλάστηση το σκιάζει
ανάμεσα στις υπερκείμενες στέγες των φυλλωμάτων
και στους υπόρροφους θάμνους ανέρπει μνήμη
αφωσίωσις και πίστη θερμή ο κισσός
όπως ακριβώς ήσουν και ήταν
κάτω από την επιφάνεια κάνοντας βουτιά
όπου τα πλοία του Mαρδονίου εναυάγησαν
αλλά ξέρουμε ασφαλώς πως ο θησαυρός διεσώθη
στις θαλασσοσπηλιές όπου οι φώκες μοιρολογούν
στου αγιώνυμου Όρους τους βράχους τους κρυσταλλώδεις
αρωγή σε όποιον τεκταίνεται μεγάλα και πολλά
τον ήλιο που βυθά στη λεκάνη της μάννας του
και θρηνούν όσοι τον πίστεψαν γιατί σβύνει
άλλη δυνατότητα προσφέροντας εκ των υγρών εγκάτων
να μας πας στην ξενητειά
να μας πας στα πέρα μέρη
φύσα θάλασσα πλατειά
φύσ’ αγέρι, φύσ’ αγέρι.

(από τη Διαγώνιο, 2, 1961)

 

-Γ. Σεφέρης, «Το φύλλο της λεύκας»

Έτρεμε τόσο που το πήρε ο άνεμος

έτρεμε τόσο πως να μην το πάρει ο άνεμος
πέρα μακριά
μια θάλασσα
πέρα μακριά
ένα νησί στον ήλιο
και τα χέρια σφίγγοντας τα κουπιά
πεθαίνοντας την ώρα που φάνηκε το λιμάνι
και τα μάτια κλειστά
σα θαλασσινές ανεμώνες.

Έτρεμε τόσο πολύ
το ζήτησα τόσο πολύ
στη στέρνα με τους ευκαλύπτους
την άνοιξη και το φθινόπωρο
σ’ όλα τα δάση γυμνά
θεέ μου το ζήτησα.

(Hμερολόγιο Καταστρώματος Α΄)

-Τάσος Λειβαδίτης, «Φύλλα ημερολογίου»

Ποιος ξέρει τι θα συμβεί αύριο,
ή ποιος έμαθε ποτέ τι συνέβη χτες,
Τα χρόνια μου χάθηκαν εδώ κι εκεί, σε δωμάτια, σε τραίνα,
Σε όνειρα
Αλλά καμία φορά η φωνή μιάς γυναίκας καθώς βραδιάζει μοιάζει
Με το αντίο μιας ηλικίας που τελείωσε
Κι οι μέρες που σου λείπουν, ώ Φεβρουάριε, ίσως μας αποδοθούν
Στον παράδεισο-
Συλλογιέμαι τα μικρά ξενοδοχεία όπου σκόρπισα τους στεναγμούς
Της νιότης μου
Ώσπου στο τέλος δεν ξεφεύγει κανείς, αλλά και να πάει που;
Κι ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο
Ένας τον άλλον –

Κύριε, αδίκησες τους ποιητές δίνοντας τους μόνο ένα κόσμο,
Κι όταν πεθάνω θα’ θελα να με θάψουν σ’ ένα σωρό από φύλλα
Ημερολογίου
Για να πάρω και το χρόνο μαζί μου.
Κι ίσως ο,τι μείνει από μας να’ ναι στην άκρη του δρόμου μας
Ένα μικρό μη με λησμόνει

Το ποίημα της ημέρας: Φύλλα ημερολογίου

 

-Ο. Ελύτης, «Ο Φυλλομάντης»

Aπόψε βράδυ Aυγούστου οχτώ
Nαυαγισμένο στα ρηχά των άστρων
Tο παλιό μου σπίτι με τα σαμιαμίθια
Kαι το χυμένο το κερί στο κομοδίνο επάνω
Πόρτες παράθυρα ανοιχτά
Tο παλιό μου σπίτι αδειάζοντας
Φορτίο της ερημιάς μέσα στη νύχτα·

Σαστισμένες φωνές κι άλλες που ακόμη
Tρέχοντας μες στις φυλλωσιές αστράφτουν σαν
Mυστικά περάσματα πυγολαμπίδας
Aπό τα βάθη ζωής ανεστραμμένης
Mες στο κρύο ασπράδι των ματιών
Eκεί όπου ακινητεί ο Kαιρός
Kι η Σελήνη με τ’ αλλοιωμένο μάγουλο

Aπελπιστικά σιμώνει το δικό μου·
Ένα θρόισμα σαν από χαμένης
Που ξανάρχεται αγάπης σκοτεινό αρχινούν:
«Mη». Kι ύστερα πάλι «Mη». «Mωρό μου».
«Tι σού ‘μελλε», «Mια μέρα θα το θυμηθείς».
«Παιδί παιδάκι με τα καστανά μαλλιά».
«Eγώ που σ’ αγαπώ». «Πες πάντα». «Πάντα».

Kι όπως μέσα στην απληστία του μαύρου
Που ανοίγεται στα δυο περιβολιού
Σβηστό απανθρακωμένο
Πάει και καταποντίζεται όλο το έχει σου
Aνεβαίνει απ’ της ψυχής τ’ απόνερα ένα
Kύμα θολό που οι φυσαλλίδες είναι
Άλλα τόσα παλιά ηλιοβασιλέματα

Παράθυρα τρεμάμενα στο φως του εσπερινού
Mια στιγμή που προσπέρασες την ευτυχία
Σαν τραγούδι όπου κρύφθηκε μήπως το δεις
Δακρυσμένο για σένα ένα κορίτσι –
Όλα της αγκαλιάς τα ιερά του όρκου
Tίποτα τίποτα δεν πήε χαμένο
Aπόψε βράδυ Aυγούστου οχτώ

Mέσ’ απ’ τη χλώρη του βυθού και πάλι
Tο ίδιο εκείνο ατέρμονο ανατρίχιασμα
Mονολογεί και συνθροεί τα φύλλα
Mονολογεί στην αραμαϊκή του απόκοσμου:
«Παιδί παιδάκι με τα καστανά μαλλιά
Σού ‘μελλε να χαθείς εδώ για να σωθείς μακριά».
«Σού ‘μελλε να χαθείς εδώ για να σωθείς μακριά».

Kι άξαφνα σαν τα πριν και τα μετά ιδωμένα·
Bατές όλες οι θάλασσες με τα λουλούδια
Mόνος αλλ’ όχι μόνος· όπως πάντα·
Όπως τότε νέος που προχωρούσα
Mε κενή τη θέση στα δεξιά μου
Kαι ψηλά μ’ ακολουθούσε ο Bέγας
Tων ερώτων μου όλων ο Πολιούχος.

(από τα Eτεροθαλή, Ίκαρος 1974)

 

-Κική Δημουλά, «Αυτόγραφο»

«Ένα κίτρινο φύλλο σου
φθινόπωρο,
σ’ έναν άνεμο ράθυμο κάθισε
και μ’ ακολούθησε επίμονα.
Το πήρα
και το κρατώ
σαν κάτι συμβολικό από μέρους σου,
σαν φιλικό αυτόγραφο,
ίσως σαν ένα ((ευχαριστώ))
που διόλου μέρος δεν έλαβα
στο καλοκαίρι τούτο…
Το πήρα
κι εξιχνιάζω
τις φετινές προθέσεις σου
απέναντι μου.»
(Κική Δημουλά, Ποιήματα, Ίκαρος)

 

-Μανόλης Ξεξάκης, «Κορδόνι πρώτο: Αινίγματα και φύλλα»

Φύλλα παράκτια πεσμένα
στους δρόμους της Θεσσαλονίκης.

Οπτασίες του πράσινου σήμερα,
πρώην φύλακες της δροσιάς,
απίστευτοι ηλιοσυλλέκτες,

παιδιά των μεγάλων ανεμοδεικτών
που βυθίζονται στην πλακόστρωτη
κρύα γη των πεζοδρομίων,

εκτοξεύοντας προς τον ουρανό
το αιωρούμενο λοφίο.

Φύλλα των δέντρων
που σαπίζετε το φθινόπωρο,
ντυμένα εξαίσια θεραπευτικά χρώματα
από το φαρμακείο της φύσης!

Καμένο κίτρινο, σχεδόν περγαμοντί,
μια υποψία πιο κοντά στην ξανθοφύλλη.

το κόκκινο που έρχεται από καφέ βαθύ
και βρέχεται στο βάραθρο του μαύρου,

αυτό το βαθυπράσινο με τους χαλκούς
που ακουμπά την ορυκτή κιννάβαρη–

Φύλλα νεκρά και άταφα
στα μαντεμένια χαρακώματα της πόλης!

Φύλλα βαλβίδες της καρδιάς των υπονόμων
σαρωμένα από τον άνεμο πάνω στις σχάρες,

μακριά από τον περίτεχνο τάπητα
της υπαίθρου που θα ανακατέψει
το αλέτρι του γεωργού.

Φύλλα άστεγα
που σας έχει αξιωματίσει
η θρηνώθης μεταλλική σιωπή
της τσιμεντένιας πόλης,

διωγμένα από κορμούς ερημόφιλους
που αποφάσισαν γυμνοί το χειμώνα!

Φύλλα δαρμένα απ’ το φραγγέλιο
του γυμνού καιρού που σαλπίζει επίθεση,

θα μπορούσατε,

αν ήσασταν στην ερημία της εξοχής,
να κρυφτείτε βαθιά στο χώμα,

μέσα στην υγρή τεφροδόχο του χειμώνα
να γίνετε ουσίες της γης∙

εκτεθειμένα εδώ, στην άσφαλτο
δεν είστε χρήσιμα σε κανέναν.

Φύλλα, σήμερα το πρωί στάθηκα
κάτω από ένα δέντρο-μητέρα
και κοίταξα ψηλά.

Είδα ένα βαθιά μαραμένο, αραιό,
χρυσό ημισφαίριο φωτός
που το τρυπούσαν τ’ αδέλφια σας
καθώς έπεφταν ατέλειωτα.

Μ’ έλουσε ένας τρυφερός,
αβαρής, χρωματικός αφρός
και μπήκα για λίγο κι εγώ
στην περιδίνηση της πτώσης.

Στη ρίζα του δέντρου
ένας αναδευτήρας άνεμος
σέρνονταν χαμηλά.

Σας υποδέχονταν πάνω στις πλάκες
και στα ρείθρα και σας στοίχιζε
στις κοιλότητες του οδοστρώματος.

Άνεμος βοηθητικός, φτιαγμένος
από δυνάμεις που θέλουν
να μην ξεχάσετε τη φιλία
των καλοκαιρινών ημερών.

Φύλλα, πέφτετε, δεν είστε πια ζωή
και ο άνεμος σας προσφέρει
τους τελευταίους ασπασμούς
με την αναπνοή πάνω σ’ αυτό
το γαλάζιο πλανήτη.

Φύλλα των δέντρων της Θεσσαλονίκης
και όσων άλλων δέντρων
αρχίζει κάποτε η ετήσια φυλλορροή,

κορίτσια τρυφερά και ευφρόσυνα
με τη λαμπρή χρυσόσκονη της εφηβείας,

που την οξειδώνει ταχύτατα ο χρόνος
και την αποθέτει στις καλύτερες θέσεις
του μουσείου της μνήμης!

Φύλλα, είναι ήδη αργά∙ πρέπει
να πάω στην καθημερινή εργασία μου,

να μετακινηθώ από αυτό
το πλέγμα των σκέψεων,

από τη σιωπή που βαλσαμώνει τις ψυχές σας.

Να φύγει από τα μάτια μου η οδυνηρή
πολύχρωμη λάμψη της πτώσης.

Κλαδιά ρέουν πεισματικά προς το έδαφος.

Γυμνά κλαδιά, ασπρισμένα, κόκαλα
που τα γλέντησε καιρό η έρημος.

Πουθενά τώρα ο άρχοντας χρόνος…

Όλα πνίγονται στο αδέσποτο χρωματικό χιόνι

και σε ήχους χρυσών μηδενικών

που μετράει αιώνια ο φιλάργυρος άνθρωπος.

Φύλλα, φεύγω αλλού.

Ο ορίζοντας με βαρύ σκονισμένο λευκό
ακουμπά σε μακρινά κεντήματα-όχθες

που βυθίζονται στο πέταλο
του Θερμαϊκού κόλπου.

Εκεί πλέει το αιωρούμενο νερό στο νερό,
η βλάστηση των εκβολών του Αξιού
γράφει με αραιό μαύρο.

Μπροστά μου η θάλασσα της Θεσσαλονίκης γαλήνια,

δυνατή σαν στερεό, απέραντο κέλυφος,

σκεπάζει τη φλόγα στα έγκατα της γης.

Πνίγει τους ήχους του πέτρινου τρόμου
στο ρήγμα της σερβομακεδονικής ζώνης…

Φύλλα, εσείς φύλλα των άλλων δέντρων
έξω από το παράθυρό μου,

σήμερα 11 Δεκεμβρίου πέσατε όλα.

Έτσι μπορώ να δω τη θάλασσα
που το χειμώνα έρπει πάνω της
παράξενη, λευκή ομίχλη ατμού.

Κάθε πρωί στα χρόνια που έρχονται
θα την ατενίζω από το δρύφρακτο
των έρημων κινούμενων βλαστών.

Μετά, μαζί με τα παιδιά κι εγώ,
συνταξιούχος πια, μα πάντα μαθητής,
θα φεύγουμε για το σχολείο των ελπίδων,

υψώνοντας τις τσάντες με τα νέα γράμματα
που μάθαμε ψηλά στον ουρανό,

πατώντας με ταχύτητα και δύναμη
ώρες πολλές τα πεζοδρόμια της πόλης,
επιδιώκοντας να καταπιεί
αυτός ο τσιμεντένιος τάπητας
το ρέμπελο στρατό των πεθαμένων φύλλων,

φτάνοντας επιτέλους με καλό καιρό
σ’ εκείνα τα σχολεία μαθημάτων
υπομονετικών καθηγητών

που θα μας δείξουν ίχνη
για να βρούμε βήματα
του γίγαντα που λέγεται ζωή.

Που θα μας πείσουν ότι όλα από άλλους
συνεχίζονται κι ας είναι εφήμερα.

Και πως αξίζει να πιστεύουμε
ότι παράγει αέναα τα νέα έμψυχα
και την μοναδικότητα
ένας ακούραστος μελισσουργός
μέσα στο ακατόρθωτο να νοηθεί
μεγάλο κατασκεύασμα ενέργειας και ύλης.

Πως πλοηγείται μέσα από σκοτάδια η ζωή,
ίσως να πέφτει και βυθίζεται σε τάρταρα
πριν ξαφνικά κι απρόσμενα φθαρεί
σαν μια μικρή ετήσια φυλλοβολή
που αγωνίζονται να καταπιούν τα έγκατα της πόλης

και πρέπει ο άνθρωπος να προχωρεί
χωρίς να βλέπει γύρω του

στρατούς, τα άταφα αινίγματα και φύλλα.
(Πηγή: Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα / Μανόλης Ξεξάκης)

Πες το με ποίηση (161ο): «Η σκάλα»…

 

-«…Κι η ποίηση είναι σα ν’ ανεβαίνεις μια φανταστική σκάλα για να κόψεις ένα ρόδο αληθινό.»

(Τάσος Λειβαδίτης)

 

 

-«Σε κάθε σπίτι υπάρχει μια άγνωστη μυστική σκάλα, που θα σε πήγαινε,

ίσως, μακριά. Αλλά τη βρίσκεις, όταν δεν έχεις πια σπίτι.»

(Τάσος Λειβαδίτης)

 

 

-«… Και, να,

που ένα καινούργιο ζευγάρι ανεβαίνει κιόλας τη σκάλα

έτοιμο να ριψοκινδυνεύσει την ψυχή του στη μεγάλη

αβεβαιότητα του έρωτα…»

(Τάσος Λειβαδίτης)

 

 

 

-«…Κι η αγάπη μας ήταν η απέραντη
σκάλα που ανέβαινα
πάνω απ’ το χρόνο και το Θεό και την αιωνιότητα
ως τ’ ασύγκριτα, θνητά σου χείλη.»

(Τάσος Λειβαδίτης)

 

 

-«…Και μην έχοντας πιο κάτου άλλο σκαλί
να κατρακυλήσεις πιο βαθιά στου Κακού τη σκάλα,
για τ’ ανέβασμα ξανά που σε καλεί!

Θα αιστανθείς να σου φυτρώσουν, ω χαρά!

Τα φτερά…

τα φτερά, τα πρωτινά σου τα μεγάλα!»

(Κ. Παλαμάς)

 

 

 

-Κ.Γ. Καρυωτάκης, «Όταν κατέβουμε τη σκάλα»  

«Όταν κατέβουμε τη σκάλα τι θα πούμε
στους ίσκιους που θα μας υποδεχτούνε,
αυστηροί, γνώριμοι, αόριστοι φίλοι,
μ’ ένα χαμόγελο στ’ ανύπαρκτα τους χείλη;

Τουλάχιστον δωπέρα είμαστε μόνοι.
Περνάει η μέρα μας, η άλλη ξημερώνει,
και μες στα μάτια μας διατηρούμε ακόμα
κάτι που δίνει στα πράγμα χρώμα.

Αλλά εκεί κάτου τι να πούμε, πού να πάμε;
Αναγκαστικά ένας τον άλλον θα κοιτάμε,
με κομμένα τα χέρια στους αγκώνες,
ασάλευτοι σαν πρόσωπα σε εικόνες.

Αν έρθει κανείς την πλάκα μας να χτυπήσει,
θα φαντάζεται πως έχουμε ζήσει.
Αν πάρει ένα τριαντάφυλλο ή αφήσει χάμου,
το τριαντάφυλλο θα ‘ναι της άμμου.

Κι αν ποτέ στα νύχια μας ανασηκωθούμε,
τις βίλες του Posilipo θα ιδούμε,
Κύριε, Κύριε, και το τερραίν του Παραδείσου
όπου θα παίζουν cricket οι οπαδοί Σου.»

 

 

 

-Κ. Π. Καβάφης, «Το Πρώτο Σκαλί»

Εις τον Θεόκριτο παραπονιούνταν
μια μέρα ο νέος ποιητής Ευμένης·
«Τώρα δυο χρόνια πέρασαν που γράφω
κ’ ένα ειδύλλιο έκαμα μονάχα.
Το μόνον άρτιόν μου έργον είναι.
Aλλοίμονον, είν’ υψηλή το βλέπω,
πολύ υψηλή της Ποιήσεως η σκάλα·
κι απ’ το σκαλί το πρώτο εδώ που είμαι
ποτέ δεν θ’ ανεβώ ο δυστυχισμένος.»
Είπ’ ο Θεόκριτος· «Aυτά τα λόγια
ανάρμοστα και βλασφημίες είναι.
Κι αν είσαι στο σκαλί το πρώτο, πρέπει
νάσαι υπερήφανος κ’ ευτυχισμένος.
Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι·
τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα.
Κι αυτό ακόμη το σκαλί το πρώτο
πολύ από τον κοινό τον κόσμο απέχει.
Εις το σκαλί για να πατήσεις τούτο
πρέπει με το δικαίωμά σου νάσαι
πολίτης εις των ιδεών την πόλι.
Και δύσκολο στην πόλι εκείνην είναι
και σπάνιο να σε πολιτογραφήσουν.
Στην αγορά της βρίσκεις Νομοθέτας
που δεν γελά κανένας τυχοδιώκτης.
Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι·
τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα.»

(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

 

 

 

 

-Βύρων Λεοντάρης, «Η σκάλα»

Κακή εποχή σε ξένο κι άγνωστο σκοτάδι
οι δρόμοι χρόνια τώρα πεθαμένοι και σβησμένα τα σημάδια
κακή εποχή, ανεμόβροχο σπάει τα τζάμια στις ψυχές μας
κι οι σκιές των ανθρώπων μέσα μας φτερούγες τσακισμένες
ένας καιρός ερείπιο
κι η σκάλα που ανεβαίνω πότε να τυλίγεται στα πόδια μου σαν φίδι
και πότε να βυθίζεται σαν βίδα στο μυαλό…

Αθώο ξεκίνημα, μοναχικέ λυγμέ πάνω απ’ τη θλίψη
με μολυβένια τώρα τα φτερά
χάνοντας ολοένα ύψος –όπως τόσες
απόπειρες αθανασίας που κατακάθισαν σ’ ένα επιτύμβιο χαμόγελο
αθώο ξεκίνημα, πού μ’ έφερες, πού μ’ έφερες…

Ίλιγγοι και στροφές
τρεκλίσματα μες στους λαβύρινθους
χειρονομίες σακάτισσες
σκέψεις γριές σερνάμενες πιασμένες απ’ τους τοίχους
μια υγρασία πανικού ως το κόκαλο κι όλοι γυρεύουν να σωθούν
κρεμιούνται απ’ τα καλώδια κι απ’ τις φλέβες τους
κυκλοφορούν μ’ ένα μαχαίρι στην καρδιά σαν φυλαχτό
κλειδώνουνε τις πόρτες ψάχνονται για τη χαμένη αφή τους
–άλλοι στους τοίχους κολλημένοι κάνουν τα παράθυρα
κι άλλοι τρέχουνε, τους ανοίγουν και πηδάνε στο κενό
και τι μπορούμε εμείς να κάνουμε και τι μπορούμε
μέσα στο στοιχειωμένο αυτό οικοδόμημα
κεριά που σβήνουμε στο βάθος των διαδρόμων
στίχοι που κλαίμε σαν παιδιά στα σκαλοπάτια
γιατί ποτέ ποτέ δε μπορέσαμε να προλάβουμε το έγκλημα
–φτάσαμε πάντα αργά μπροστά στις κλειδωμένες πράξεις
το αίμα κυλούσε πια κάτω απ’ τις χαραμάδες
κι η κούραση κι ο φόβος όλο να πληθαίνουν στην ατέλειωτη αυτή σκάλα

Όλες τις μοναξιές τις έζησα
ελπίζοντας και μη ελπίζοντας
όμως τη μοναξιά της τέχνης πώς να την αντέξω
τη σκόνη πάνω στο βιβλίο
τα λόγια που σηκώνονται τις νύχτες σαν αγάλματα
κι ανάβουνε τα φώτα σε αδειανές ψυχές
κι αρχίζουν να χτυπούν στους τοίχους το κεφάλι τους ουρλιάζοντας
–είναι μια κρίση δημιουργίας μόνο ή μήπως είναι
το τέλος, η κατάρρευση της σκέψης, η ερημιά
ανάμεσα σε ανεπανόρθωτα φθαρμένα σύμβολα και εικόνες
που ηχούν σαν κούφιες προσωπίδες

Γιατί δεν είναι μόνο ο χρόνος που μας φθείρει μα κι ο χώρος
σημεία το δείχνουν καθαρά, ο χώρος εκδικείται
παραμορφώνει τις δομές και κατατρώει τα σώματα
σκάβει βαθιά κενά κουφώνοντας μορφές και σωθικά –έτσι κι ο λόγος
φαγώθηκε σιγά σιγά από σιωπές και χάσματα
Τι μέλλει ακόμα να ειπωθεί και ποια η έκφραση μες στη χαμένη ισορροπία;

Είπαμε τόσες φτήνιες, έτσι που ‘γινε κι η δημιουργία διαστροφή
και τώρα ετούτη η κούραση δεν είναι σαν τις άλλες
δεν έρχεται απ’ το παρελθόν αλλά απ’ το μέλλον
όπως η σκόνη αυτή που κατεβαίνει από τα πάνω δώματα
όπως το αίμα αυτό που στάζει από τα πάνω δώματα

–αθώο ξεκίνημα, που μ’ έφερες, πού μ’ έφερες
Πού να σταθώ να γείρω το κεφάλι μου
να ονειρευτώ το δροσερό κατώφλι…

(Β. Λεοντάρης, Ψυχοστασία, Ύψιλον/Βιβλία)

 

 

 

 *STAIRWAY TO HEAVEN (ΣΚΑΛΑ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ)

 

-Γιάννης Ρίτσος, «Η σκάλα»

«Ανέβαινε, κατέβαινε τη σκάλα. Λίγο λίγο

το πάνω και το κάτω συγχέονταν μέσα στην κούρασή του

έπαιρνα το ίδιο νόημα- κανένα νόημα- ένα ίδιο σημείο

ενός τροχού περιστρεφόμενου. Κι αυτός, ασάλευτος,

δεμένος στον τροχό, με την ιδέα πως ταξιδεύει τάχα,

νιώθοντας τον αγέρα να χτενίζει προς τα πίσω τα μαλλιά του,

παρατηρώντας τους συντρόφους του, πετυχημένα μεταμφιεσμένους

σε πολυάσχολους ναύτες, τραβώντας ανύπαρκτα κουπιά,

να βουλώνουν τ’ αυτιά με κερί, ενώ οι Σειρήνες

είχαν πεθάνει εδώ και τρεις χιλιάδες τουλάχιστον χρόνια.»

(Γ. Ρίτσος, Ο διάδρομος και η σκάλα, Κέδρος)

 

 

 

 

-Νίκος Καρούζος, «Η σκάλα»

«Ακούω ένα χτίσιμο στο στήθος, με τρομάζει.
Τι ωραία θάτανε με μια ένεση
να κυκλοφορούσε στο αίμα μου
η επόμενη χιλιετία!
Τούτος ο κόσμος μοιάζει με σκάλα.
Κάθε σκαλί της όταν τ’ ανέβεις χαλιέται πέφτει.
Στο τελευταίο το σκαλί η σκάλα δεν υπάρχει.»

(Ν. Καρούζος, Ποιήματα, Ίκαρος)

 

 

 -Χρίστος Λάσκαρης, «Θα κατεβαίνεις σκάλες»

«Θα κατεβαίνεις σκάλες,
κάθε πρωί θα κατεβαίνει σκάλες.
σαν άγαλμα προς τη θυρίδα για το εισιτήριο θα προχωρείς
κι ύστερα στην ουρά
-πάντα σαν άγαλμα-
που μες στο μάρμαρό του ονειροπολεί,
θα στέκεις.
Στο τραμ
πιασμένος στη χειρολαβή θα ταλαντεύεσαι
με το κεφάλι μες στη λύπη κρεμασμένο.
Στον Πειραιά,. η πρωινή ομίχλη θα σε πνίγει
και στο γραφείο οι συνάδελφοι.
Και θα ραγίζεις
και στα δυο η πέτρα σου θα σπα
καθώς απ’ το παράθυρο στην προκυμαία θα κοιτάς
το πλοίο που ξεμάκρυνε-
σφυρίζοντας μες στην ψυχή σου.»

(http://pyroessa-logotimis.blogspot.gr/2014/05/blog-post_15.html)

 

 

 

 

-Ρενέ Σαρ, «Το σκαλοπάτι»

 «Μέσα στο συνειδητό σου σώμα, η πραγματικότητα πάει μπροστά μερι-

κά δευτερόλεπτα φαντασίας. Ο χρόνος αυτός, που ποτέ δεν τον προ-

φταίνει κανείς, είναι ένα βάραθρο ξένο προς τις πράξεις αυτού του κό-

σμου. Δεν είναι ποτέ ένας ίσκιος παρ’ όλο το άρωμά του από νυχτερινή

επιείκια, από ιερή επιβίωση, από άφθαρτη παιδικότητα.»

(Ξένη ποίηση του 20ου αιώνα, Ελληνικά γράμματα)

 

 

Πες το με ποίηση (160ο): «Το λάθος»…

 

-«…Mε τι καρδιά, με τι πνοή,
τι πόθους και τι πάθος,
πήραμε τη ζωή μας· λάθος!
κι αλλάξαμε ζωή.»
(Γ. Σεφέρης)

 

 

-«Το κατά λάθος λάθος μπορεί να σε οδηγήσει και σε άλλα επόμενα,

δεν σε επαναφέρει όμως στο σωστό ποτέ.»

(Ο. Ελύτης)

 

 -«Αφού κατά λάθος

ο κόσμος

είναι μια ποίηση.»

(Τάσος Λειβαδίτης)

 

 

«(Το σωστό λάθος)
να έχουμε συναντηθεί στο τέλος της μέρας
σ’ ένα περίπατο στη λεωφόρο.»

(Julio Cortázar)

 

 

 

-Κική Δημουλά, «Γράψε λάθος»

«Δεν φτάνει που ήσουν ερχομός θερμοκηπίων

ενόχλησες και την ορθογραφία μου.

Κατ’ επανάληψη λες, μ’ έπιασες να γράφω

συνδιάζω αντί συνδυάζω που σημαίνει

συν-δύο, βάζω το ένα δίπλα στο άλλο

τα δυο μαζί ενώνω – το ζω το αφήνουμε έξω

για μετά, αν πετύχει ο συνδυασμός.

 

Δεν είναι λάθος φίλε μου.

Είναι μια πρόωρη ανάπτυξη αδυναμίας.

Δείξε μου εσύ ένα ύψιλον

που τα κατάφερε ποτέ σωστά να μας ενώσει.

Συνδυασμοί πολλοί αλλά πόσοι γνώρισαν

τη ρηματική τού ζω απεραντοσύνη.

 

Απ’ τη σκοπιά τού καθενός η ορθογραφία.

Πάρε παράδειγμα

τι κινητά που γράφεται το ψέμα:

όταν εσύ το εξακοντίζεις προς τον άλλον

σωστά το γράφεις μέσα σου, θαρραλέα.

Όμως όταν εσύ το δέχεσαι κατάστηθα

τότε το γράφεις ψαίμα.

Ρωτάς από πού ως πού

γράφω τη συμπόνοια με όμικρον γιώτα.

 

Ποιος ξέρει θα με παρέσυρε η άπνοια

ο ανοίκειος το ποίημα η οίηση

το κοιμητήριο η οικουμένη το οικτρόν

και η αοιδός επιθυμία

απ’ την αρχή να ξαναγραφόταν ο κόσμος.

 

Εξάλλου σου θυμίζω η συμπόνια

πρωτογράφτηκε λάθος από το Θεό.»

(Από τη συλλογή  Χαίρε ποτέ, 1988)

 

 

 

 

-Θωμάς Γκόρπας, «Το λάθος»

«Να μη χαθούμε μες στην ερημιά του κόσμου έλεγε
χαθήκαμε μες στο κατάμεστο ξενυχτάδικο
άγγελοι μετανάστες σε αθηναϊκό υπόγειο ουρανό .
Το πρωί μου τηλεφώνησε να μάθει αν τη θέλω ακόμα.
Δε σ’ ακούω της είπα πάρε το μηδέν .
Αλλά εκείνη πήρε λάθος… Πήρα λάθος μου είπε
να με συγχωρείτε»

(Θωμάς Γκόρπας, Τα ποιήματα, Κέδρος)

 

 

 

-Μαρία Ι. Χρονιάρη, «ΤΟ ΣΩΣΤΟ ΛΑΘΟΣ»

Ο άνθρωπος δεν είναι παρά ένας ανεξάντλητος ωκεανός, γεμάτος από ανεξάντλητες νησίδες φωτός, που οδηγούν πάντα στο ίδιο σημείο: Το εντός του βάθος.

Ένα απόγευμα κουρασμένη από το πολύωρο περπάτημα, κάθισα σ’ ένα παγκάκι της πλατείας να πάρω μια ανάσα. Στο ακριβώς διπλανό, δυο νεαρά κορίτσια συζητούσαν χαμηλόφωνα όταν το ένα φώναξε: «Δεν είναι σωστό». Η φράση αυτή με έβαλε αμέσως σε σκέψεις. Ποιο είναι το σωστό; Ποιο είναι το λάθος; Και κυρίως, που; Για όλα υπάρχει η προσωπική μας οπτική και πρόσληψη. Ποιος είναι εκείνος που θα κρίνει το σωστό και το λάθος; Με ποια ιδιότητα θα αποφανθεί; Κι αν η κρίση του δεν είναι σωστή, ποιος θα του επισημάνει πως είναι λάθος;

Πόσο επηρεάζει η προσωπική μας κρίση την κριτική και κυρίως τον διαχωρισμό λάθους – σωστού; Ποιος όρισε τη διαφορά ανάμεσά τους; Το δικό μου λάθος είναι το δικό σου σωστό και το αντίστροφο; Τι είναι εκείνο που τα κάνει να διαφέρουν; Κανόνες ηθικής; Νομικοί; Τάξης; Αν το δικό σου σωστό το εφαρμόσω σε μένα  κι αποδειχθεί λάθος; Είναι όντως σωστό; Ή εγώ έπραξα λάθος;

Οι καλές προθέσεις είναι σωστές, αλλά πολλές φορές φέρνουν λάθος αποτελέσματα. Μήπως λοιπόν οι προθέσεις είναι εκ προοιμίου λανθασμένες; Κι αν είναι, ποιος μπορεί να το γνωρίζει αν δε δει το λάθος αποτέλεσμα; Εσύ πόσες φορές έκανες λάθος σήμερα; Πόσες έπραξες σωστά; Για ποιο από τα δύο καταδίκασες την πράξη σου;  Μήπως το ότι θεωρείς πως κάνεις το σωστό σε βοηθά να έχεις ήσυχη τη συνείδησή σου; Τελικά μήπως το λάθος είναι αυτό που μας βοηθά να βλέπουμε πιο βαθιά και με περισσότερη αλήθεια τον εαυτό μας;

Σε όλα τα γεγονότα, σε όλες τις καταστάσεις, ισχύει ο νόμος της σχετικότητας. Ο σωστός άνθρωπος βρίσκεται τη λάθος στιγμή στο σωστό μέρος. Ο λάθος άνθρωπος βρίσκεται τη σωστή στιγμή στο λάθος σημείο. Πώς θα ξεχωρίσουν πού, πότε, και κυρίως γιατί; Είναι σωστό να κρίνουμε τις πράξεις των άλλων; Κι αν ναι, γιατί οι υπόλοιποι είναι λάθος να μας κρίνουν; Πώς προσδιορίζεται; Πώς ορίζεται η κρίση για την κριτική σωστού  – λάθους;

Πάλι από εκείνο που μας συντελεί ως χαρακτήρες και προσωπικότητες. Και ποιος έχει τη δικαιοδοσία της απόφασης του λάθους; Ποιος του σωστού; Από πού εξουσιοδοτείται εφ’ όσον δεν σκέφτεται αντικειμενικά; Πόσο ο προσωπικός παράγοντας επηρεάζει το λάθος μου; Πόσο το σωστό μου; Υπάρχει αντικειμενικότητα ή είναι όλα υποκειμενικά; Κι αυτό από μόνο του είναι λάθος ή σωστό;

Η αντικειμενικότητα του σωστού καταδεικνύει το λάθος ή μήπως η υποκειμενικότητα του λάθους καθιστά το σωστό, σωστό; Ποια αντίληψη είναι εκείνη που επιτρέπει την σωστή ή λάθος ανάγνωση των πραγμάτων;

Κι εν τέλει τόση ώρα κάνω λάθος που το αναλύω; Ή μήπως όχι;

(Πηγή: http://mchroniari.blogspot.gr/2015/07/blog-post_15.html)

 

 

 

 

-Φ. Πεσσόα, «Η αποδοχή του εαυτού»

«Ζητώ συγνώμη που δεν απαντώ

Αλλά λάθος δικό μου δεν είναι

Που δεν αντιστοιχώ

Σ’ αυτόν που σε ’μένα αγαπάτε.

Ο καθένας μας είναι πολλοί

Εγώ είμαι αυτός που νομίζω πως είμαι.

Άλλοι με βλέπουν αλλιώς

Και πάλι λάθος κάνουν.

Μη με παίρνετε γι’ άλλον

Κι αφήστε με ήσυχο.

Αν εγώ δεν θέλω.

Να βρω τον εαυτό μου

Γιατί οι άλλοι για μένα να ψάχνουν;»

(Φερνάντο Πεσσόα, Ποιήματα, εκδ. Printa)

 

 

 

 

Βάσκο Πόπα, «To υπερφίαλο λάθος»

«Ήταν κάποτε ένα λάθος
Τόσο αστείο τόσο μικρό
Που είδηση δε θα το ’παιρνε κανείς

Το ίδιο δεν ήθελε τον εαυτό του
Ούτε να τον βλέπει ούτε να τον ακούει

Και τι δεν σοφίστηκε
Μπας κι αποδείξει
Πως κατά βάθος δεν υπάρχει

Σοφίστηκε τον χώρο
Για να βολέψει μέσα του τις αποδείξεις
Και τον χρόνο για να του φυλάει τις αποδείξεις
Και τον κόσμο για να του κοιτάει τις αποδείξεις

Όλα όσα σοφίστηκε
Δεν ήταν ούτε τόσο αστεία
Ούτε και τόσο μικρά
Αλλά φυσικά ήταν λάθος

Αν μπορούσε να γίνει κι αλλιώς»

(Βάσκο Πόπα, Ποιήματα, Εκδόσεις Κέδρος, 1979)

 

 

Χλόη Κουτσουμπέλη, «Η λάθος ερώτηση»

“«Θα μ’ αγαπάς για πάντα;»
ρώτησε η Αλίκη τον βιαστικό Λαγό.
Μια καμπάνα χτύπησε κάπου μακριά,
τα τραπουλόχαρτα σωριάστηκαν με θόρυβο
κι ο λαγός χάθηκε στην τρύπα του.
«Με τι ο γράφεται η απώλεια;»
ρώτησε μια σοφή κάμπια που κάπνιζε την πίπα της
επάνω σ’ ένα μανιτάρι.
Η Αλίκη μίκρυνε απότομα
κι ύστερα βασανιστικά
άρχισε να μεγαλώνει.”

(Από τη συλλογή, «Η Λίμνη, ο Κήπος και η Απώλεια», 2006)

 

 

 

 

-Γιώργος Λευθέρης, «Το λάθος»

«Κοπάδια
τίποτα στο δρόμο μας
δεν είναι λαθεμένο
το κάθε τι είναι σωστό απ’την αρχή
όπως είναι καμωμένο
η έννοια του λάθους
δεν είναι του Θεού
είναι δικό μας λάθος
ο ήλιος ανατέλλει πάντα
απ΄τη σωστή μεριά
το ίδιο βασιλεύει
τίποτα δεν άλλαξε
γιατί δε γίνεται ν’αλλάξει
ο έρωτας κάνει την αρχή
ο θάνατος τελεύει
ο χρόνος μπερδεύει το σκοπό
χρόνος στο σύμπαν δεν υπάρχει
όλα είναι κατασκευάσματα
δικά μας των φθαρτών
των λαθεμένων ανθρώπων…
θέλουν μα δε μπορούν
αιωνιότητα να φτιάξουν
αιωνιότητα προυπάρχει…»
(Γιώργος Λευθέρης, Το όνομά μου, Γαβριηλίδης)

 

 

-Τάκης Τσαντήλας, «Λάθος χρόνος»

«Τυλίγεται ο λόγος πάνω μας

χάδι ακόρεστο

σαν αλισάχνη
ακατάληπτων κυμάτων

 

Σου το ‘λεγα μικρή μου
πως: σε λάθος χρόνο

φθάνει πάντα η σοφία

απρόσμενη

ενδεδυμένη με πληγές

και με ηλιοκαμένες μνήμες»

(http://tsantilas-poems.blogspot.gr/2014/12/blog-post_49.html)
 

Πες το με ποίηση (159ο): «Επαρχία»…

 

 

-Γ. Ρίτσος, «Της επαρχίας»

«Ήσυχες, φτωχικές Κυριακές της επαρχίας

Με τα λαμπρά λιογέρματα, με τις ανύπαντρες γυναίκες,

Με τα ποτήρια στο τραπέζι, τις μύγες, τα φύλλα.

Ό,τι κι αν λέγαμε ήταν πρόσθετο και ξένο.

(Γ. Ρίταος, Ποιήματα, τ. 4ος, Κέδρος)

 

 

 

-ΜΑΝΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ, «Θάνατος στην επαρχία»

( ανάμνηση Κ.Γ. Καρυωτάκη )

«Τα νιάτα τους σημαία διπλωμένη.
Φαρμάκι πίνουν όρθιοι να σταθούν.
Τις Ώρες που γυρνούν οι πεθαμένοι
μονάχα αυτοί με λύπη τούς πενθούν.

Ανώνυμα συχνά τα γράμματά τους.
Κατασκευάζουν σχέσεις και δεσμούς.
Λιωμένο ρούχο γίνεται η καρδιά τους.
Μεθούν κι έχουν συχνά παροξυσμούς.

Στα μαγαζιά τους στέκουν στοιχειωμένοι.
Στο θλιβερό υπάλληλο ξεσπούν.
Σε μια κηδεία όλοι παγωμένοι
τους φίλους σαν εχθρούς ακολουθούν.

Με τις γυναίκες ζουν δυστυχισμένα
–έχουν πολέμους, λες, με Αγαρηνούς–.
Κι όλα κρυφά, σιγά κι αρρωστημένα
μην ακουστούν ποτέ στους διπλανούς.

Γερνούν, παραφυλούν, κατασκοπεύουν.
Κλειστές οι πόρτες. Ξέρουν και τι τρως.
Με κόλπο δυο φτερά κρυφά σου κλέβουν.
Το μίσος γιατρικό τους και γιατρός.

Στα καφενεία μόνοι τους συχνάζουν.
Πίνουν καφέ. Κοιτούν ποιος τους κοιτά.
Γελούν μ’ ό,τι συμβεί και σχολιάζουν.
Χιονίζει απόψε φως του θανατά.

Κορίτσια λυρικά τα όνειρά τους –
θα γίνουν σκύλες αν τους αρνηθούν.
Ξαναμετρούν με τρόμο τα έξοδά τους.
Αγρίεψε η ζωή. Θα τρελαθούν.

Γυναίκες, που είχαν μοίρα για να γίνουν
ποτάμια, δέντρα κι άστρα με φιλιά,
το σώμα τους μονάχες πια το γδύνουν
και στον καθρέφτη ακούν την πιστολιά.

Στο τέλος ζουν μες στα γηροκομεία
κι ο αγέρας έξω αφρίζει και λυσσά.
Τις σάρκες της θα τρώει η επαρχία
ντυμένη τέτοιες ώρες στα χρυσά.

(Η Πόρτα της Πηνελόπης, Καστανιώτης)

 

 

 

 

-Κώστας Ουράνης, «Οἱ νέες τῶν ἐπαρχιῶν»

Ι

Τὶς νέες συλλογίζομαι στὶς ἀπομακρυσμένες
τὶς ἐπαρχίες, τὰ χλωμὰ καὶ κρύα δειλινά,
ὅταν πίσω ἀπ᾿ τὸ τζάμι τοὺς κοιτᾶν στηλὰ τὸ δρόμο
κι ἀναστενάζουνε, γιατὶ κανένας δὲν περνᾷ…

Τὶς συλλογιέμαι στὶς θαμπὲς τοῦ φθινοπώρου ἡμέρες,
ὅταν κοιτᾶνε τὴ βροχὴ νὰ πέφτει στὴν αὐλή τους
κι ἀνασηκώνουν στοὺς στενούς τους ὤμους τους τὸ σάλι,
γιατὶ ἕνα ρῖγος παγερὸ νιώθουν ὡς τὴν ψυχή τους…

ΙΙ

Συλλογιστήκατε ποτὲ τὶς νέες στὶς ἐπαρχίες,
ποὺ περιμένουνε νὰ ῾ρθεῖ, τὸ βράδυ, ἡ ἐφημερίδα,
γιὰ νὰ διαβάσουν ἄπληστα τὸ μυθιστόρημά της
καὶ νὰ μάθουν τί ἀπόγινε ἡ ὄμορφη ἡρωίδα;

Ποὺ ἀνταλλάσσουν κάρτ-ποστὰλ -«ἰδίως τοπία καὶ ἂνθη»-
καὶ διατηροῦν ρομαντική, κρυφά, ἀλληλογραφία
μ᾿ ἕνα ἄγνωστον, ποὺ μ᾿ ἄπειρα χαρίσματα τὸν πλάθουν
κι ἐκεῖνος εἶναι ἕνας γραφεὺς σὲ κάποια Δημαρχία;

Ποὺ γράφουν καλλιγραφικὰ -καὶ μ᾿ ἀνορθογραφίες-
«σκέψεις» μὲς σὲ λευκώματα παρμένες στὰ βιβλία
καὶ ποὺ μὲ μελαγχολικὰ ψευδώνυμα ὑπογράφουν,
ὅπως: «Ἀνέραστος Ψυχή» ἢ «Θλιβερὰ Καρδία»;

ΙΙΙ

Ἐγὼ τὶς συλλογίζουμαι τὶς νέες αὐτές, ποὺ εἶναι
τῆς Ἔμμας Μποβαρὺ ἀδερφὲς -καὶ πάντα καρτερᾶνε
τὸ Νέο τὸ ρομαντικό, τὸν πλούσιο, τὸν ὡραῖο,
ποὺ θὰ τοὺς δώσει τὴ λαμπρὴ ζωὴ ποὺ λαχταρᾶνε…

Πότε θὰ ῾ρθεῖ; Πότε θὰ ῾ρθεί ἀπὸ τὸ γαλανὸ
βασίλειο τῆς Χίμαιρας, μ᾿ ἐρωτικὰ ἀνοιγμένη
τὴν ἀγκαλιά, καὶ νὰ τὸν δοῦν νὰ τοὺς χαμογελᾶ;
Τάχα γιατί τόσο πολὺ ν᾿ ἀργεῖ; Τί περιμένει;

Δὲν ξέρει πῶς στὴν πένθιμη αὐτὴν ἀναμονὴ
λιώνουν οἱ ἄσπρες τους ψυχὲς σὰ μάταιες λαμπάδες;
Καὶ δὲ φοβᾶται, σὰ θὰ ῾ρθεῖ μιὰ μέρα, νὰ μὴ βρεῖ
σβηστὸ τὸ φῶς καὶ -ἀλίμονο- νεκρὲς τὶς Ἑστιάδες;

Πότε θὰ ῾ρθεῖ; Κατάμονες καὶ θλιβερὲς στὸ σπίτι
-στοῦ φθινοπώρου τὰ χλωμὰ καὶ κρύα δειλινά-
οἱ νέες τῶν ἐπαρχιῶν κοιτᾶν στηλᾶ τὸ δρόμο
κι ἀναστενάζουνε, γιατὶ κανένας δὲν περνᾷ…

 

 

 

 

-Ζυλ Λαφόργκ,  «Η ΘΡΗΝΩΔΙΑ ΣΤΗ ΣΕΛΗΝΗ ΤΗΣ ΕΠΑΡΧΙΑΣ»  

 

«Ω! να η Σελήνη φουσκωτή,
σαν ένα ολόγιομο πουγκί.

Μια σάλπιγγα μακριά σημαίνει…
Ο κύριος πάρεδρος διαβαίνει.
Παίζει ένα πιάνο μέσ’ στο βράδυ,
μια γάτα τρέχει στο σκοτάδι.
κι αποκοιμιέται η επαρχία!…
Με μια στερνή του συγχορδία
το πιάνο κλει το σκέπασμά του.
Τι ώρα να ’ναι απάνου κάτου;
Τι εξορία, φτωχιά Σελήνη!
Πρέπει να πούμε «τι να γίνει;»
Λοιπόν, Σελήνη — που όλ’ οι τόποι
σε χαίρουνται όμοια κι όλ’ οι ανθρώποι,
του Παρισιού είδες τα οχυρά,
του Μισουρή χτες τα νερά,
της Νορβηγίας τα γαλανά
τα φιόρδ. Τους πόλους, τα βουνά…
Καλότυχη, που βλέπεις τώρα,
σ’ αυτή την ήσυχη την ώρα.
του γάμου της τη συνοδεία!
Φύγανε, λέει, για τη Σκωτία…
Τι γλέντι, αν πάρει μια φορά
τους στίχους μου στα σοβαρά!
Σελήνη, αλήτισσα κι ωραία,
στον πόνο ας γίνουμε παρέα…
Έχω, ως πεθαίνω, ω θεία βραδιά,
την επαρχία μέσ’ στην καρδιά!
 
Κι είναι η Σελήνη σα γριά
που έχει μπαμπάκια μέσ’ στ’ αυτιά.

(μτφρ. Αιμιλία Δάφνη, http://ebooks.edu.gr/)

 

 

 

-Γιώργος Ιωάννου, «ΣΕ ΕΠΑΡΧΙΑ ΜΑΚΡΙΝΗ»

«Σε επαρχία μακρινή δημόσιος υπάλληλος.
Κονταίνει κάθε μέρα μέσα του η κραυγή
Ζήτω ηΕλευθερία• γιατί κι αυτή καλή
όμως γλυκό και το ψωμί – πράγματα
τόσο για την ώρα ασυμβίβαστα.
Διάφοροι κι απίθανοι επαγρυπνούν τριγύρω του.
Η ευτυχία ονομάζεται εδώ εφημερίς
– του κυβερνώντος, εννοείται, κόμματος.
Κάθε καφές κι ένα καινούριο όνειρο
προορισμένο σε μιαν ώρα να στεγνώσει.
Και μόνο τις αργίες όταν κρύβεται
στο ξένο του δωμάτιο, κάπως σα να ξεχνιέται,
ίσως να ξαναζεί.»

(http://tritolykkalam.blogspot.gr/2015/04/24.html)

 

 

 

-Θανάσης Κωσταβάρας, «ΜΑΖΕΥΟΝΤΑΣ ΒΑΤΟΜΟΥΡΑ ΣΤΑ ΠΕΡΙΧΩΡΑ ΤΟΥ ΒΟΛΟΥ»

«Κατακαλόκαιρο, μεσημέρι, σε ασπρόμαυρο όνειρο.

Πέρα από τα περιβόλια και τους Μπαξέδες.
Πέρα από τ’ Αϊγιοργίτικα σπίτια.
Προς τα χωράφια που απλώνονταν ως την Άλλη Μεριά.

Μαζεύοντας –παιδιά– κάτω απ’ τον ήλιο, βατόμουρα.

Κι αντίκρυ, ο αδερφός μου, άσπρος όπως το χιόνι.
Μ’ έναν αιφνίδιο τρόμο κοιτάζοντας.
Βαθιά στο μάκρος του δρόμου•
όπου μέσα από σύννεφο σκόνης
προχωρούσε το κάρο με τα τέσσερα κατάμαυρα άλογα.

Με τον καροτσέρη πάνω αδύνατο, σχεδόν οστεώδη.
Σχεδόν δίχως πρόσωπο.
Με το πρόσωπο λιωμένο
κάτω από την καυτή αντηλιά.

Και ψηλά, πολύ ψηλά τα γεράκια.
Σκίζοντας αργά, σάμπως ακίνητα, τον αέρα.

Κι όλα βουβά πέρα ως πέρα και σάμπως ρευστά και τρεμώδη.
Και σάμπως φανταστικά μέσα στο θάμπος της μέρας κι ασάλευτα.

Μα ούτε λύπη μέσα μου, ούτε φόβος.
Πάρεξ μια ομορφιά μόνο, αβάσταχτη, που μου κεντούσε τα μάτια.
Και μια ευτυχία που σμίγαμε πάλι, παιδιά.

Μακριά, στα χωράφια που απλώνονταν
πριν από την Άλλη Μεριά.

Μαζεύοντας, κάτω από έναν κάτασπρο ήλιο, βατόμουρα.

(Από το «ΒΑΘΟΣ ΤΟΥ ΧΡΩΜΑΤΟΣ» – 1993)

Πες το με ποίηση (158ο): «Έρημος – ερημιά»…

 

-«Όποιος μπορεί να φορτίζει την ερημία του έχει ακόμα ανθρώπους μέσα του»

(Ο. Ελύτης)

 

 

-«Να σιωπάς. Να δραπετεύεις και να πληθύνεσαι στη μοναξιά σου/ σε μια ερημιά φανταχτερή με στίλβοντα μαχαίρια»

(Ν. Καρούζος)

 

 

«Όρθιοι και μόνοι μες στη φοβερή ερημία του πλήθους»

(Μ. Αναγνωστάκης)

 

 

 

-Ν. Καρούζος, «ΕΡΗΜΟΣ ΣΑΝ ΤΗ ΒΡΟΧΗ»

«Διαβαίνω αγιάτρευτος μέσ’ στ’ όνειρό μου
σε δίχτυ μόνος της πρώτης σιωπής
έδειξα τα πτηνά διχάζεται ο δρόμος
η αλήθεια φαρδαίνει πάντα την ορμή.

Κ’ η μοίρα των άστρων
θα είναι τέφρα θα είναι μια μεγάλη πυρική
τώρα μαθαίνω το αίμα μου
δίχως τους δροσερούς υάκινθους
τώρα σε βλέπω δρόμε του καλού σαν ειδοποίηση με κρίνους
έχοντας το σακούλι τ’ αναστεναγμού
κι όλο πηγαίνω
πηγαίνω
στις
πηγές.

(Νίκος Καρούζος, Ποιήματα, Ίκαρος)

 

 

 

 

– Νίκος Καρούζος,  «Ἕνα ἔρημο ἄνθος»

«Βαθύτερο ἀπ᾿ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ταραχὴ

ποὺ φέρνει μέσ᾿ στὸ στῆθος ἡ ἐπιθυμία

ζεῖ στὸ θαλάσσιο βράχο ἕν᾿ ἄνθος ὁλομόναχο.

Ποιὰ φωνὴ τὸ κυρίεψε καὶ μοιάζει σὰν νὰ δείχνει

τὴν ἄγνωστη γαλήνη μὲ μικρὰ χρώματα…

Εἶναι βγαλμένο στοὺς κινδύνους τῆς χαρᾶς

ἀμέριμνο σὰν ἰδέα».

(Νίκος Καρούζος, Ποιήματα, Ίκαρος)

 

 

 

-Τάσος Λειβαδίτης, «Έρημος σταθμός»

«Μόλις πέθανα, βγήκα απ’ το μεγάλο καθρέφτη του πατρικού σπιτιού, το σούρουπο είχε μια παράφορη οικειότητα, η Τερέζα έλεγε το παλιό τραγούδι των αλλοπαρμένων σταθμών που ακολούθουσαν τα τρένα, κι εγώ δεν είχα πού να πάω κι αποκοιμήθηκα στα χέρια των τυφλών, που εντούτοις άναβαν τη λάμπα,
……ήταν σκοτεινή εποχή, δράματα παίζονταν σιωπηλά πάνω στις γέφυρες, τραυματιοφορείς τρέχανε και πάνω στα φορεία κείτονταν μεγάλοι στεναγμοί από παλιές εξεγέρσεις,
……όταν τέλος έφτασα στο σταθμό, είχαν όλοι φύγει, ήμουν τόσο φοβισμένος που αν μ’ άγγιζες θα ράγιζα, αφήνοντας να φάνεί ο θεός, στο απάνω πάτωμα έμεναν οι Φ. κι εμείς έπρεπε να κάνουμε ησυχία, γιατί η μεγάλη κυρία είχε πυρετό κι η μητέρα που την υπηρετούσε είχε μάθει να πετάει, για να μην της λερώνει το χαλί,
……φέρανε, μάλιστα, και τον επιστάτη να καταθέσει, αλλά δεν είχανε καμιά απόδειξη, γιατί το παλιό σχολικό κουδούνι ήταν πιο μακριά κι απ’ τους νεκρούς κι ο άμαξας των παιδικών καιρών έξω απ’ την πόρτα μάταια χτυπούσε απελπισμένα τα τέσσερα μαρμαρωμένα άλογα.»

(Τάσος Λειβαδίτης, Ποίηση, τ. 2ος, Κέδρος

 

 

 

-Τ. Σ. Έλιοτ, «Έρημη χώρα»

(απόσπασμα)

Α΄  Η ΤΑΦΗ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ

Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός, γεννώντας
Μες απ’ την πεθαμένη γη τις πασχαλιές, σμίγοντας
Θύμηση κι επιθυμία, ταράζοντας
Με τη βροχή της άνοιξης ρίζες οκνές.
Ο χειμώνας μας ζέσταινε, σκεπάζοντας
Τη γη με το χιόνι της λησμονιάς, θρέφοντας
Λίγη ζωή μ’ απόξερους βολβούς.
Το καλοκαίρι μας ξάφνισε καθώς ήρθε πάνω απ’
το Σταρνμπέργκερζε
Με μια μπόρα• σταματήσαμε στις κολόνες,
Και προχωρήσαμε στη λιακάδα, ως το Χόφγκαρτεν,
Κι ήπιαμε καφέ, και κουβεντιάσαμε καμιάν ώρα.
Bin gar keine Russin, stamm’ aus Litauen,
echt deutsch.
Και σαν ήμασταν παιδιά, μέναμε στου αρχιδούκα,
Του ξαδέρφου μου, με πήρε με το έλκηθρο,
Και τρόμαξα. Κι έλεγε, Μαρία,
Μαρία, κρατήσου δυνατά. Και πήραμε τhν κατηφόρα.
Εκεί νιώθεις ελευθερία, στa βουνά.
Διαβάζω, σχεδόν όλη νύχτα, και πηγαίνω το
χειμώνα στο νότο.

Ποιές ρίζες απλώνονται γρυπές, ποιοι κλώνοι
δυναμώνουν
Μέσα στα πέτρινα τούτα σαρίδια; Γιε του ανθρώπου,
Να πεις ή να μαντέψεις, δεν μπορείς, γιατί γνωρίζεις μόνο
Μια στοίβα σπασμένες εικόνες, όπου χτυπάει ο
ήλιος,
Και δε σου δίνει σκέπη το πεθαμένο δέντρο, κι ο
γρύλος ανακούφιση,
Κι η στεγνή πέτρα ήχο νερού. Μόνο
Έχει σκιά στον κόκκινο τούτο βράχο,
(Έλα κάτω απ’ τον ίσκιο του κόκκινου βράχου),
Και θα σου δείξω κάτι διαφορετικό
Κι από τον ίσκιο σου το πρωί που δρασκελάει
ξοπίσω σου
Κι από τον ίσκιο σου το βράδυ που ορθώνεται
να σ’ ανταμώσει
Μέσα σε μια φούχτα σκόνη θα σου δείξω το φόβο.

Frisch weht der Wind
Der Heimat zu,
Mein Irisch Kind,
Wo weilest du?

«Μου χάρισες γυάκινθους πρώτη φορά πριν ένα
χρόνο•
Μ’ έλεγαν η γυακίνθινη κοπέλα».
—Όμως όταν γυρίσαμε απ’ τον κήπο των Γυακίνθων,
Ήταν αργά, γεμάτη η αγκάλη σου, και τα μαλλιά
σου υγρά, δεν μπορούσα
Να μιλήσω, θολώσανε τα μάτια μου, δεν ήμουν
Ζωντανός μήτε πεθαμένος, και δεν ήξερα τίποτε,
Κοιτάζοντας στην καρδιά του φωτός, τη σιωπή.
Oed’und leer das Meer.

Η κυρία Σόζοστρις, διάσημη χαρτομάντισσα,
Ήταν πολύ κρυολογημένη, μολαταύτα
Λένε πως είναι η πιο σοφή γυναίκα της Ευρώπης,
Με μια διαβολεμένη τράπουλα. Εδώ, είπε,
Είν’ το χαρτί σας, ο πνιγμένος Φοίνικας
Θαλασσινός,
(Να, τα μαργαριτάρια, τα μάτια του. Κοιτάχτε!)
Εδώ ’ναι η Μπελλαντόνα, η Δέσποινα των Βράχων,
Η δέσποινα των καταστάσεων.
Εδώ ’ναι ο άνθρωπος με τα τρία μπαστούνια, κι
εδώ ο Τροχός,
Κι εδώ ο μονόφταλμος έμπορας, και τούτο το
χαρτί,
Τ’ αδειανό, κάτι που σηκώνει στον ώμο,
Που ’ναι απαγορεμένο να το δω. Δε βρίσκω
Τον Κρεμασμένο. Να φοβάστε τον πνιγμό.
Βλέπω πλήθος λαό, να περπατά ένα γύρο.
Ευκαριστώ. Α δείτε την αγαπητή μου Κυρίαν
Ισοψάλτου,
Πείτε της πως θα φέρνω τ’ ωροσκόπιο μοναχή
μου:
Πρέπει να φυλαγόμαστε πολύ στον καιρό μας.

Ανύπαρχτη Πολιτεία,
Μέσα στην καστανή καταχνιά μιας χειμωνιάτικης
αυγής,
Χύνουνταν στο Γιοφύρι της Λόντρας ένα πλήθος,
τόσοι πολλοί,
Δεν το ’χα σκεφτεί πως ο θάνατος είχε ξεκάνει
τόσους πολλούς.
Μικροί και σπάνιοι στεναγμοί αναδινόντουσαν,
Και κάρφωνε ο καθένας μπρος στα πόδια του τα
μάτια.
Χύνουνταν πέρα στο ύψωμα και κάτω στο Κίνγκ
Ουίλλιαμ Στρήτ,
Εκεί που η Παναγία Γούλνοθ μέτραε τις ώρες
Με ήχο νεκρό στο στερνό χτύπημα των εννιά.
Εκεί είδα έναν που γνώριζα, και τον σταμάτησα,
φωνάζοντας: «Στέτσον!
Συ που ήσουνα μαζί μου στις Μύλες με τα καράβια !
Κείνο το λείψανο που φύτεψες στον κήπο σου τον
άλλο χρόνο,
Άρχισε να βλασταίνει; Πες μου, θ’ ανθίσει εφέτο;
Ή μήπως η ξαφνική παγωνιά πείραξε τη βραγιά
του;
Ω κράτα μακριά το Σκυλί τον αγαπάει. τον
άνθρωπο,
Τι με τα νύχια του θα το ξεχώσει πάλι !
Συ! hypocrite lecteur ! – mon semblable,
– mon frère!»

(Τ.Σ. Έλιοτ, Έρημη χώρα», μτφρ. Γιώργος Σεφέρης, Εκδόσεις Ίκαρος)

 

 

 

 

 

-Ηλίας Λάγιος, «Η Έρημη Γη»

(απόσπασμα)

[…] Αυτός, χαίρε τέκνο του μέλλοντος! Κάθεται
κοντά της στο τραπέζι,
Ανυποψίαστος σοσιαλρεαλιστής με φωτεινά μάτια,
Ένας από τους νιόκοπους, που ρήμα εντός των κατοικεί
Όπως η μούχλα στων δικτατόρων τα παλάτια.
Τώρα οι ώρες τους ξανοίγονται στον έρωτα, το αισθάνονται
Απόφαγαν, κι η νύχτα είναι δική τους,
Δίνονται στων κορμιών τους το φιλί
Μεταλαβαίνοντας τη σπασμική ψυχή τους.
Φίδια νερά και σμίγουν εν εκστάσει,
Τα χέρια τους εκβάλλουν σε μια γύμνια που τόσο καλά ξέρουν,
Ίρις οργασμού τους οδηγεί στην οδύνη, στη γαλήνη,
Και νιώθουν την παραφροσύνη της αγάπης τους
σ’ όλο το ένα που υποφέρουν.
(Κι εγώ ο Αθανάσιος, κι εγώ ο Ηλίας, την
είχα ζήσει τούτη τη χαρά
Που μου δόθηκε σ’ αυτό το ίλυνο κελί, φωλιά
του πόθου μου το βράδυ,
Εγώ που πρόδωσα προδόθηκα και απαρνήθηκα τα φτερά
Μου, και καταδύθηκα στο παχύτερο σκοτάδι).
Χαϊδεύονται στερνή φορά,
Και ύστερα ξυπνά μέσα στον άγριο εφιάλτη του…
Κοιτάζει ολημερίς την άδεια κάμαρη και κλαίει,
Πώς έφυγε μακριά, σαν πληγωμένος συνειρμός το ξέρει,
Απ’ το μυαλό του η εικόνα της περνά και λέει:
Ήταν ωραίο όσο κράτησε, μελισσουργός κι αστέρι…

[…] Βρωμάει τριγύρα ο δρόμος
Κάτουρο και τυρί
Οι πόρνες αραγμένες
Στις πόρτες στους στύλους
Μπούτια γυμνά το κρέας
Σαν τους σκύλους
Να ‘ρθει ο πελάτης να χαρεί
Οι πολιτσμάνοι γιούργια
Κάνουν στη γωνιά
Εδώ υπάρχει νόμος
Ην πιάσαν τη Μυτιληνιά.
Γιούπι γιάγια γιούπι για,
Γιούπι γιάγια γιούπι για, έι ω!

Ο Γιάγκος και η Μοιραία
Κρατώντας τα πηρούνια
Ροτόντα φορτωμένη
Με χίλια δυο καλά
Ψυχής και στο μαχιού
Η τρέλα – τράλαλα –
Φορεί χρυσά σπιρούνια
Παίζοντας η ορχήστρα
Ξανάφερνε στη μνήμη
Ιδανικά σπουδαία
Σαμπάνιας κι αστακού.
Γιούπι γιάγια γιούπι για,
Γιούπι γιάγια γιούπι για, έι ω!

«Τουαλέτες και γαμήλια εμβατήρια.
Στο σπίτι μου με ανέθρεψαν με αρχές.
Ο μπαμπάς μου και η μαμά μου
Με παρέδωσαν στα χέρια του.
Το εσπέρας η μαμά μου του έδωσε
Να πιεί δυο τρία ποτήρια
Κι ύστερα ανέβηκε στο δώμα
και πήρε την παρθενιά μου».
«Ο οργασμός μου ξόφλησε στα γραμμένα φρύδια του,
Κι η ελπίδα κάνει παρέα στον οργασμό μου
Κάποιο θλιμμένο λεφτό
Κοιταχτήκαμε γελώντας.
Υποσχεθήκαμε μια καινούρια πατρίδα,
Γεράκι φωτός. Ύστερα παντρευτήκαμε,
Του γέννησα παιδιά.
Τι θέλεις πια να ονειρευτώ;»….

(Η. Λάγιος, “Η έρημη γη”, εκδόσεις Ερατώ)

 

 

 

-Γ. Θέμελης, «Ερημία»

«Έξω από μας πεθαίνουν τα πράγματα

Απ’ όπου περάσης νύχτα, ακούς σαν ένα ψίθυρο
Να βγαίνη από τους δρόμους που δεν πάτησες,
Από τα σπίτια που δεν επισκέφθηκες,
Απ’ τα παράθυρα που δεν άνοιξες,
Απ’ τα ποτάμια που δεν έσκυψες να πιης νερό,
Από τα πλοία που δεν ταξίδεψες.

Έξω από μας πεθαίνουν τα δέντρα που δεν γνωρίσαμε.

Ο άνεμος περνά από δάση αφανισμένα.
Πεθαίνουν τα ζώα από ανωνυμία και τα πουλιά από σιωπή.

Τα σώματα πεθαίνουν σιγά-σιγά από εγκατάλειψη.
Μαζί με τα παλιά μας φορέματα μες στα σεντούκια.
Πεθαίνουν τα χέρια, που δεν αγγίσαμε, από μοναξιά.
Τα όνειρα που δεν είδαμε, από στέρηση φωτός.

Έξω από μας αρχίζει η ερημία του θανάτου.»

(Πηγή: https://greekpoems.wordpress.com/)

 

 

 

 

-Ν. Βρεττάκος, «Ο φιλοξενούμενος της ερημιάς»

 Πέθανες πριν δεκατέσσερα χρόνια.

Σου παραχώρησε η μητέρα μια ρίζα βελανιδιά

και τον ορίζοντα προς τη θάλασσα

να με δεις που θα επέστρεφα.

Με περίμενες πάντοτε, κ’ ήσουνα ήσυχος.

Είχες μια πίστη σ’ εμέ τόσο ακλόνητη-

όπως την πέτρα που κρατάς στο κεφάλι σου.

«Σας εύχομαι» μούργραφες «ο πατήρ σας

υγείαν, ειρήνην και αγάπην». Δικό σου

δε μούμεινε τίποτα. Κράτησα μόνον αυτό

το «ειρήνην και αγάπην». Το στήθος μου

είναι ένα άσπρο τετράγωνο φάκελλο.

Κι’ αυτό το κάνω τώρα. Πηγαίνω

Και φέρνω το γράμμα σου.

Δεν ξέρω τι με ήθελε η πίστη σου.

Δεν ξέρω αν αυτό σε αναπαύει.

Δεν ξέρω αν σου είπανε. Έγινα

ο ταχυδρόμος της αιωνιότητας.

ΙΙ

Τρεις μεγάλες βελανιδιές μου μιλάνε με τρεις

αδιάκοπους ψιθύρους. Σ’ έχουν βάλει στη μέση,

σε φυλάνε απ’ τους κεραυνούς. Το φθινόπωρο οι σαύρες

ανοίγουνε δρόμο στα κίτρινα φύλλα

που πέφτουνε πάνω σου. Και τ’ άγρια λουλούδια

σα νάχουν βυθίσει τις ρίζες τους μες

στης καρδιάς σου το φως, είναι μες στη διαφάνεια τους

παράξενα όμορφα. Κάτι σαν καλοσύνη

ή σαν λόγια παιδιού. Σα νάναι απ’ τα ίδια,

μοιάζουν πολύ μ’ αυτά που μοιράζω

τώρα στον κόσμο.

ΙΙΙ

Έμεινες μοναχός ανάμεσα στα σύμβολα μου,

εδώ, στο προαύλιο της μικρής εκκλησιάς και

δεν ξέρω

αν βγαίνει ο Αη- Γιώργης τη νύχτα κι αλλάζετε

λίγες κουβέντες. Γιομάτος ευγένεια

γραμμής και σιωπής, παραστέκει ο Ταΰγετος.

Δεν έμεινε άλλος εδώ να σε νοιάζεται.

Κι εγώ θα σ’ αφήσω.

Είναι Σεπτέμβριος

του χίλια εννιακόσια πενήντα οχτώ.

Εγώ βρίσκομαι ακόμα πάνω στη γη.

Εγώ ψάχνω να βρω την πορεία του κύκλου,

ψάχνω το νόημα να βρω του φωτός,

το φως του νοήματος. Δεν είμαι ζωσμένος

το ουράνιο τόξο. Έχω μια ζώνη

λύπης στη μέση μου κι έχω αυτό το κλειδί

που μου πέρασε ο ήλιος.

Εγώ προσπαθώ

ν’ αποκαλύψω την άγια γραφή

του στερεώματος.

IV

Ανεβαίνοντας στο άλογο, σαλεύω το χέρι

χαιρετώ την ειρήνη σου. Βιάζεται ο χρόνος.

Γυρνώ κάθε τόσο το κεφάλι μου φεύγοντας.

Στο βάθος ο βράχος μακραίνει ολοένα.

Τα σύννεφα πάνε κ’ έρχονται πάνω σου

(http://img.pathfinder.gr/clubs/files_3/106359/2.pdf)

 

 

 

-Θανάσης Πάνου, «Ασκητής εν τη ερήμω»

Και μέσα στην πιο αφιλόξενη έρημο, στα άχραντα στήθη σου τα μαρμάρινα και αν σήκωνα τα βλέφαρά μου , τα κόκκινα, με τσίμπλες από πόθο βλέφαρά μου, θα με ερωτευόσουν στην στιγμή, αν έβλεπες τον ηλιοκαμένο πόθο μου, φαλό ξεροκαμένο πορθητή ενός ιππότη δον Κιχώτη καμηλιέρη» …

Στον πειρασμό ενός Αγίου Αθανασίου, η περιγραφή του πόθου δεν μπορεί παρά να είναι ερωτική γιατί ως γνωστόν ο έρωτας όποιας μορφής στην έρημο και αν ζεις, δεν σε αφήνει ήσυχο να αγιάσεις. Ακόμα και μέσα σε νερόβραστες φακές, στην πιο αυστηρή νηστεία σου, κυκλοφορεί προκλητικά και ξεπροβάλει αιφνίδια, ως σε πειρασμό αρμόζει, η ηδονή, κόρης παρθένας ή πόρνης χορεύτριας με σκέλια ορθάνοικτα και αυτή είναι της ποίησης η όαση του καμηλιέρη ο πόθος.

(Πηγή: http://fractalart.gr/thanasis-panou-9/)

 

 

Πες το με ποίηση (157ο): «Τοίχος – τείχη)…

 

-«Αυτά τα κόκκινα σημάδια στους τοίχους, μπορεί να `ναι κι από αίμα.

Όλο το κόκκινο στις μέρες μας είναι αίμα,

μπορεί να `ναι κι απ’ το λιόγερμα, που χτυπάει στον απέναντι τοίχο…»

(Γ. Ρίτσος)

 

 

 

 

 

-«Γιατί η ποίηση δεν είναι ο τρόπος να μιλήσουμε,

αλλά ο καλύτερος τοίχος για να κρύψουμε το πρόσωπό μας»
(Μ. Αναγνωστάκης)
 

 -«…Οι  άλλοι τέσσερις έφυγαν. Στο καλό. Τι ησυχία – σα νάναι εδώ να γεννηθεί ένα παιδί  ή να πεθάνει ένας μάρτυρας, και περιμένεις ν’ ακουστεί μια πελώρια  κραυγή ( του παιδιού ή του Θεού ), μια κραυγή πιο τρανή απ’ τη σιωπή
Που θα ρίξει τα τείχη του πριν, του μετά και του τώρα, να μπορέσεις να θυμηθείς, να μαντέψεις, να ζήσεις μαζί, μες σε μια άχρονη στιγμή, τα πάντα. Όμως τίποτα…»

(Γ. Ρίτσος, «Αποχαρετισμός»)

 

 

 

 

 

-«…ο έρωτας γλυκό φιλί σε κρεμμυδένιο χείλι.-.

σαρανταβέργινο κλουβί ο κόσμος που με ζώνει—

σχεδόν Τα Τείχη.»!

(Νίκος Καρούζος)

 

 

 

 

 

 

-Χρίστος Λάσκαρης, «Ο ΤΟΙΧΟΣ»:

 

«Τον τοίχο είχα απέναντι/ τον γκρίζο, γυμνό τοίχο.

Καθόμουνα και τον κοίταζα.

 

Σε κάποια στιγμή,/ τον άκουσα να μου υπαγορεύει ένα ποίημα.

Το ποίημα μιλούσε για έναν τοίχο,/ ένα γκρίζο, γυμνό τοίχο –

και για κάποιον/που καθόταν αμίλητος και τον κοίταζε.»

 

 

 

 

-Ρόμπερτ Φροστ, «Mending a wall»

«Πριν χτίσω έναν τοίχο θα

ρωτούσα
τι κλείνω μέσα ή τι κλείνω

απέξω
και ποιον ενδεχομένως θα

προσβάλλω.»

(http://stigmalogou.blogspot.gr/)

 

 

-Μ. Μαλακάσης, «Σὲ τέσσερους τοίχους» (ἀπόσπασμα)

Περπατώντας τὴ νύχτα
Μ᾿ ἀρέσει ἐσὺ νὰ μὲ χτυπᾷς, χινοπωριάτικη βροχή,
Καὶ νὰ δροσίζεις τὸ γυμνὸ τὸ μέτωπό μου,
Σὰν μέσ᾿ ἀπὸ μίαν ἄβυσσο τὰ᾿ ἀργό μου βῆμα ν᾿ ἀντηχεῖ
Καὶ νὰ διαλύεμαι στὸ νερὸ τοῦ φωτισμένου δρόμου.

 

 

 

 

-Μ. Σαχτούρης, «ΜΕ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ – Ἡ σκηνή»

«Ἀπάνω στὸ τραπέζι εἴχανε στήσει
ἕνα κεφάλι ἀπὸ πηλὸ
τοὺς τοίχους τοὺς εἶχαν στολίσει
μὲ λουλούδια
ἀπάνω στὸ κρεβάτι εἴχανε κόψει ἀπὸ χαρτὶ
δυὸ σώματα ἐρωτικὰ
στὸ πάτωμα τριγύριζαν φίδια
καὶ πεταλοῦδες
ἕνας μεγάλος σκύλος φύλαγε
στὴ γωνιά

Σπάγγοι διασχίζαν τὸ δωμάτιο ἀπ᾿ ὅλες
τὶς πλευρὲς
δὲ θά ῾ταν φρόνιμο κανεὶς
νὰ τοὺς τραβήξει
ἕνας ἀπὸ τοὺς σπόγγους ἔσπρωχνε τὰ σώματα
στὸν ἔρωτα

Ἡ δυστυχία ἀπ᾿ ἔξω
ἔγδερνε τὶς πόρτες

 

 

 

 

 

-Τίτος Πατρίκιος, »Ο εντοιχισμένος»,

Απόλυτη ακινησία όπως σε παλιό φωτογραφείο

για να πετύχει ο εντοιχισμός

να μείνει το αρνητικό της τελευταίας έκφρασης

που γι’ άλλους θα ‘ναι η πρώτη

άμμος κι ασβέστης, νερό, χαλίκι

παχύ τσιμέντο που καλύπτει τα κυρτώματα

σκεπάζει την κάθε χαραγή.

‘Επειτα λιώνοντας αργά μέσα στον τοίχο

πίσω από πλίθρες, κοτρώνια, τούβλα

πελεκημένες πέτρες, μαρμαρόπλακες

ή από την καλή μεριά πίσω απ’ το κονίαμα

τις ριπολίνες, τους σαγρέδες, τα πλαστικά

φτάνεις να γίνεις όχι μια μαλακή φουσκάλα

σαν κι αυτές που σπάγαμε όταν φούσκωνε η μπογιά

μα ένα κενό κορμιού με χτιστό περίβλημα.

Υπάρχουμε έτσι σαν ανθρωπόμορφα κοιλώματα

στο εσωτερικό μαντρότοιχων, Μακρών Τειχών

ή μεσοτοιχιών διαμερισμάτων -το γκρέμισμά τους

αντί να μας ελευθερώνει μας εξαφανίζει.

(στον τόμο: Αντικριστοί καθρέφτες, Αθήνα, εκδ. Στιγμή)

 

 

 -Κλείτος Κύρου, «Τα τείχη»

Τα τείχη πάντοτε διασώζουν την υπεροχή τους αγγίζεις
Τα χαλάσματα πιάνεις τις πέτρες τους ζεστά πουλιά
Μέσα στη χούφτα σου καρδιοχτυπούν ο ήλιος φλογερό
Ξυράφι αναρριχάται στις επάλξεις τα τείχη κάποτε
Σε προφυλάγαν ήταν απόρθητα με την τριπλή σειρά τους
Και το νερό μες στο χαντάκι όπου κοβόταν η πορεία
Της φωτιάς είχες το αίσθημα της προστασίας τα τείχη
Δίναν μια προέκταση στην ύπαρξή σου ήταν δυσπρόσιτα
Στο μάτι και στο αυτί παντού σε κρύβαν πολεμίστρες
Ακόμα πίστεψες πως θα υπερφαλαγγίζαν και το χρόνο

Τα τείχη ωστόσο σήμερα παρέχουν κάποιαν άλλη
Προστασία που πάλι βρίσκεται μες στον προορισμό τους
Σήμερα ο εχθρός φόρεσε άλλες στολές ο αμυνόμενος
Άλλαξε τακτική συμπτύχθηκε κάτω απ’ το χρόνο
Μες στα χαλάσματά τους κρύβονται φονιάδες κατοικούνε
Γύφτοι βρίσκουν άσυλο οι εραστές σα σουρουπώνει τα μικρά
Παιδιά αποπατούν πουλιά και ζώα φωλιάζουνε ολονυχτίς

Τα τείχη θα σε προστατέψουν ακόμα κι όταν πλήξεις
Από το μεγαλείο τους τα τείχη σού προσφέρουν πάντοτε
Μια προστασία αδιάφορο ποια θα ‘ναι συ θα την καθορίσεις

(Κλείτος Κύρου, Εν όλω συγκομιδή, ΑΓΡΑ)

 

 

 

 

 

 

-Κωνσταντίνος Καβάφης, «Τείχη»

 

Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.

Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.
Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη·

διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.
A όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω.

Aλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.
Aνεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω.

(Κ. Π. Καβάφης, Ποιήματα, ύψιλον/βιβλία)
 

Πες το με ποίηση (156ο): «Γυρισμός – επιστροφή»

-Κ. Καρυωτάκης, «Γυρισμός»

«Γέλιο των θεών, Σαρωνικέ, πάντα μεγάλε, που δρομείς,
του πλοίου μας ευλογία,
όμοια γαλήνη σου βαθιά κι όμοια βαθιά θ’ ακούαμε μεις
εδώ την τρικυμία.

Κάτου απ’ την πάχνη αναρριγά, με του κορμιού της την ογρή
νωχέλεια, περιστέρα
η Αθήνα, κ’ ηδονεύεται και σαν νυμφίον ακαρτερεί
τον ήλιον από πέρα.

Είναι, που αιθρίασεν, ο ουρανός χήτη του Πήγασου, ξανθή
του Παρθενώνα μοίρα,
ποτήρι και ξανάστροφα το κρεμεί ο Δίας για να χυθεί
τ’ ονειροφώς πλημμύρα.

Aσωτο φτάνω εγώ παιδί πάλι σε σας, να λυγιστώ
στην αύρα σα λουλούδι,
χώμα, ουρανέ και θάλασσα της Αττικής, που σας χρωστώ
τα πάντα, το Τραγούδι!»

(Άπαντα Καρυωτάκη, εκδ. ΠΕΛΛΑ)

 

 

-ΕΛΕΝΗ ΒΑΚΑΛΟ, “Ο ΓΥΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΙΦΙΓΕΝΕΙΑΣ”

Όταν στ’ ανάκτορα βρέθηκε νεκρή, χωρίς σημεία να δείχνουνε ότι ο θάνατος δεν ήταν φυσικός, η Ιφιγένεια, που είχε επιστρέψει, μας έκανε εντύπωση ότι δε ζήτησε στις υποψίες μας να αρνηθεί

                                                                             (Αποσπάσματα απ’ την κατάθεση)

 ***

«Μου φάνηκε περίεργο σαν είδα τη ρυτίδα

Δίπλα στο στόμα της Ηλέκτρας

Τη ρώτησα

Πέρασε λοιπόν από το φόνο τόσος καιρός;

«Έχω έτοιμα τα νομίσματα», μου λέει, «μόνο μη μου το πεις

Τώρα έτσι θυμούνται ή ξεχνούν»

Κι έλυνε με βία τα παπουτσάκια της τα παιδικά

«Θέλω να μου τα βάλεις», λέει,

«Εγώ μόνον προσπάθησα να δοκιμάσω αν μ’ αγαπούν»

 

***

«Πρέπει να υπερασπιστώ», είχε πει,

«Κι ο τρόπος δεν είναι ν’ ακολουθείς»

 

***

 Από πολλά χρόνια είμαστε μια οικογένεια νεκρών

 Ο πατέρας μου ζει κάτω από ένα δίχτυ

 Όταν σπαρταρά

-΄Οσο περνάει ο καιρός πιο σπάνια και ολότελα ξαφνικά ακούς

 να χτυπάει πάνω στο βαμμένο κατάστρωμα του καραβιού,

 εκεί που τ΄ακουμπήσαμε στη σκια-

 Τα μικρά ψάρια που ανασαίνουν απ’ την πληγή τους

 Σκορπίζονται

 Από τις τρύπες που δε φροντίσαμε πριν

 Η μητέρα μας ανοίγοντας τα πόδια της

 Άφησε τη θάλασσα να περάσει

 Στην αντίκρυ μεριά του Ισθμού

 Εμείς τότε παίζαμε με τ’ αδέλφια μου στην αμμουδιά.

 

***

-Κατεβαίνοντας τη σκάλα συναντήσατε τον άνθρωπο

  που έφερνε την επιστολή;

-Ο διάδρομος έστριβε και έμενε πάντοτε ένα κενό

  που φαινότανε από κάτω η αρματωσιά της οικοδομής

 

***

Μια μέρα την είδα που φώναζε τους βαρκάρηδες

Να ανασύρουν το πτώμα μου απ’ το βυθό

Κρατούσε ένα σφουγγάρι στα χέρια της

Και το περνούσε μαλακά σ’ όλη την επιφάνεια

Φροντίζοντας τα μαλλιά μου ν’ απλώνονται ως την άκρη

Κυματιστά

Είχε γύρω της-με διπλωμένα τα γόνατα-

Ένα σωρό παιδιά

Αλλόκοτα

Πιο σκούρα

Και τους έδειχνε τον Ορέστη να φεύγει

Καθώς στο πλακόστρωτο μεγάλωναν ολοένα

Τα βρεγμένα του πέλματα

Όσο εκείνος γινότανε πιο μικρός

 

***

Το θέμα δεν είναι η επιστροφή

Η οριστική αναγνώριση

Που μας έφερε ως εδώ

 

***

«Συνεχώς μετατίθεσαι», είχε πει μια φορά,

«Όλοι στο βάθος ζητούμε να περιποιούνται τα σώματά μας

Όπως αυτοί»

Και μου έδειξε τότε την κρύπτη

«Ίσως περισσότερο κι από σένα τους χρειάζομαι

Δεν έπρεπε να ‘ρθεις»

 

***

    Σ’ αυτό το σημείο η Ιφιγένεια, ενώ εμείς περιμέναμε να

κλείσομε πια, ανεβάζοντας τα χέρια στο στήθος της προχώ-

ρησε ως το παράθυρο που ακούγονταν η βοή της γιορτής

 

Κόρες του βασιλιά

Κόρες του βασιλιά

 

Στο μέρος της καρδιάς μου ακούμπησα

Για να επιτύχω ένα αποτέλεσμα οριστικό

Το ξίφος δεν είχε λαβή

 

Μπορώ ακόμη να κερδίσω καιρό.»

(Πηγή: https://antonispetrides.wordpress.com/)

 

 

-Γιώργος Σεφέρης «Ο γυρισμός του ξενιτεμένου»

― Παλιέ μου φίλε τί γυρεύεις;
χρόνια ξενιτεμένος ήρθες
με εικόνες που έχεις αναθρέψει
κάτω από ξένους ουρανούς
μακριά απ’ τον τόπο το δικό σου.

― Γυρεύω τον παλιό μου κήπο·
τα δέντρα μού έρχουνται ώς τη μέση
κι οι λόφοι μοιάζουν με πεζούλια
κι όμως σαν ήμουνα παιδί
έπαιζα πάνω στο χορτάρι
κάτω από τους μεγάλους ίσκιους
κι έτρεχα πάνω σε πλαγιές
ώρα πολλή λαχανιασμένος.

― Παλιέ μου φίλε ξεκουράσου
σιγά-σιγά θα συνηθίσεις·
θ’ ανηφορίσουμε μαζί
στα γνώριμά σου μονοπάτια
θα ξαποστάσουμε μαζί
κάτω απ’ το θόλο των πλατάνων
σιγά-σιγά θα ‘ρθούν κοντά σου
το περιβόλι κι οι πλαγιές σου.

― Γυρεύω το παλιό μου σπίτι
με τ’ αψηλά τα παραθύρια
σκοτεινιασμένα απ’ τον κισσό
γυρεύω την αρχαία κολόνα
που κοίταζε ο θαλασσινός.
Πώς θες να μπώ σ’ αυτή τη στάνη;
οι στέγες μού έρχουνται ώς τους ώμους
κι όσο μακριά και να κοιτάξω
βλέπω γονατιστούς ανθρώπους
λες κάνουνε την προσευχή τους.

― Παλιέ μου φίλε δε μ’ ακούς;
σιγά-σιγά θα συνηθίσεις
το σπίτι σου είναι αυτό που βλέπεις
κι αυτή την πόρτα θα χτυπήσουν
σε λίγο οι φίλοι κι οι δικοί σου
γλυκά να σε καλωσορίσουν.

― Γιατί είναι απόμακρη η φωνή σου;
σήκωσε λίγο το κεφάλι
να καταλάβω τί μου λες
όσο μιλάς τ’ ανάστημά σου
ολοένα πάει και λιγοστεύει
λες και βυθίζεσαι στο χώμα.

― Παλιέ μου φίλε συλλογίσου
σιγά-σιγά θα συνηθίσεις
η νοσταλγία σού έχει πλάσει
μια χώρα ανύπαρχτη με νόμους
έξω απ’ τη γης κι απ’ τους ανθρώπους.

― Πια δεν ακούω τσιμουδιά
βούλιαξε κι ο στερνός μου φίλος
παράξενο πώς χαμηλώνουν
όλα τριγύρω κάθε τόσο
εδώ διαβαίνουν και θερίζουν
χιλιάδες άρματα δρεπανηφόρα.

(Γ. Σεφέρης, Ποιήματα, Ίκαρος)

 

 

 

-Βύρων Λεοντάρης, «Ο γυρισμός των εξορίστων»

«…Νησιά που μες στο χάρτη δε θα βρεις, νησιά βρέφη της τρικυμίας

βύζαξαν τόσο αίμα, τόσον πόνο…

Νησιά που μες στο χάρτη δε θα βρεις – Μα εσύ ναύτη

όταν ζυγώνεις στους στιφούς κάβους της αρετής,

εκεί που τα νερά είναι δύσκολα, χαμήλωσε το βλέμμα

κι όρθωσε τα κουπιά, να χαιρετίσεις

αυτούς που δεν κουράστηκε ποτέ το μεγαλείο τους

[…]

Μια δυνατή αίσθηση ταράζει τον αγέρα.

Χτυπούν φτερά καλοκαιρινών αναστημένων

μια δυνατή αίσθηση – Όμως εσείς αισθάνεστε;

στ’ αλήθεια πέστε μας αισθάνεστε,

μ’ αυτά τα μάτια που σας ράγισαν

μ’ αυτό το δέρμα που σας έξυσαν

με τα σπασμένα κόκαλά σας

τραβέρσες στις γραμμές τόσων παραλλήλων;

 

Κι εμάς που μόνο ν’ αγαπούμε ξέρουμε,

εμάς που δεν τολμήσαμε

τίποτα πέρα από μια τύψη

τίποτα πέρα από έναν πόνο,

εμάς που μόνο να αγαπούμε ξέρουμε, άραγε θα καταδεχτείτε

να μας αγαπήσετε, θα καταδεχτείτε;

-…κι αυτοί βουβοί και σοβαροί ξεμπάρκαιναν από τα σκού-

ρα πλοία τους

κρυφοδαγκώνοντας με οργή τα ξεσκισμένα χείλια τους που

ετρέμαν.

Ξέραν αυτοί τι θρίαμβο κλείναν στην καρδιά,

τι ίλιγγο αγάπης».

(Βύρων Λεοντάρης, Ψυχοστασία, ύψιλον/βιβλία)

 

 

 

-Επιστροφή απ’ το φαρμακείο (Τάσος Λειβαδίτης)

 «Συνέβη χωρίς ποτέ να καταλάβω πώς — η μητέρα είχε πονοκέφαλο,
……θυμάμαι, και μ’ έστειλαν στο φαρμακείο,
στο γυρισμό, είναι η αλήθεια, χάζεψα λίγο, κορόιδεψα έναν γέρο,
……τρόμαξα με μια πέτρα δυο πουλιά
κι ώσπου να στρίψω πάλι το δρόμο
ούτε σπίτι, ούτε νεότητα πια.»

(Τάσος Λειβαδίτης, Ποίηση, Κέδρος)

 

 

 

 

Γιάννης Ρίτσος, «Η επιστροφή τής Ιφιγένειας» (απόσπασμα)

[…]
Οι άνθρωποι συνεχίζουν να πορεύονται έτσι
ανύποπτοι για κείνους που έφυγαν, γι’ αυτούς που φεύγουν, για τους ίδιους
που φεύγουν κι αυτοί∙ — κυκλοφορούν με φυσικότητα
ανάμεσα στο θάνατό τους.
Το πιρούνι ή το κουτάλι
βρίσκει το στόμα τους αλάθευτα, χωρίς δισταγμό, χωρίς παύση,
ενώ σιμά τους, πλευρό με πλευρό, οι πεθαμένοι
κοιτάζουν τις μηχανικές κινήσεις των χειλιών τους, χωρίς να τρώνε εκείνοι. Και το μήλο
πούχε κυλήσει κάτω απ’ το τραπέζι κ’ ύστερα
κάτω απ’ τον καναπέ κ’ εξαφανίστηκε — πιθανόν σε μια τρύπα στο πάτωμα
ή μέσα στον τοίχο, — τόχε κλωτσήσει με το πόδι του ο μικρός πεθαμένος
κ’ ίσως το βρήκαν στο δρόμο τα παιδιά, μες στη λιακάδα,
και το μοιράστηκαν δαγκώνοντας με τη σειρά τους ένα-ένα —
λογής-λογής αποτυπώματα δοντιών, — κ’ είταν εκείνο το ίδιο
που βρήκαμε προχτές στον κήπο μέσα στις ξερές πευκοβελόνες.

Τι περιμένουμε, λοιπόν, μέσα σ’ αυτή την ερήμωση; Τι περιμένουμε ακόμη; —
γιατί (δεν ωφελεί να το κρύψουμε): περιμένουμε ακόμη
πίσω απ’ την πόρτα, πίσω απ’ τα ρούχα μας, πίσω απ’ το θάνατό μας,
πίσω απ’ τα μάτια μας, μέσα στο κυμαινόμενο σκοτάδι,
μέσα στις γερασμένες κάμαρες με τις μακριές, ετοιμόρροπες κουρτίνες
κατεβασμένες μ’ έμφαση ως κάτω, για να δείχνουν
ότι τάχα δεν περιμένουμε.
[…]
(Από τη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα, Στ’ Τόμος)

 

 

 

 

-Τίτος Πατρίκιος, «Επιστροφή ενός εξόριστου»

«Σ’ ένα χαράκωμα ζήσαμε χρόνια
στριμωγμένοι, άγρυπνοι, πάντα έτοιμοι
γιατί από παντού ερχόταν ο εχθρός.
Και κάθε μέρα πληθαίναν οι νεκροί.
‘Αλλοι σκοτώνονταν από τις σφαίρες,
άλλοι πεθαίναν απ’ αρρώστειες,
άλλοι χάνονταν σε μυστικές αποστολές
δεν ξανακούγονταν ποτέ.
Κι όμως είχαμε συνηθίσει.
Στενός ο χώρος, πολύς ο θάνατος, μεγάλη η πίστη
οι κινήσεις σχεδόν καθορισμένες
οι συνομιλίες χαμηλόφωνες μα προσιτές
ισοπεδωμένες ανάγκες κι απολαύσεις –

 

Και τώρα εδώ πώς ξαναρχίζεις;
Σ’ αυτή την άπλα που σε πνίγει
εδώ μέσα στο πλήθος που βασιλεύει η μοναξιά
που οι χειρονομίες είναι απεριόριστες
και δεν υπάρχει παραλήπτης,
άοπλος, αβοήθητος, χωρίς το σώμα
έστω και του νεκρού συντρόφου σου που σε προφύλαγε
μες στις ατέλειωτες επιθυμίες
και τους πολύπλοκους κοινωνικούς μηχανισμούς.

Εδώ, στην πόλη αυτή, πώς συνηθίζεις;»

(Τίτος Πατρίκιος, Ποιήματα, II, Κέδρος)

 

 -Ν. Βρεττάκος, «Ἐπιστροφή»

«Μὲ σπαραγμὸ κρατώντας τὴ βαριὰ καρδιά μου
βρῆκα τὸ πατρικό μου σπίτι νὰ κοιτάζει,
μὲς ἀπ᾿ τὶς φυλλωσιές, σὰν ἄλλοτε, τὴ δύση.

-μὲ σπαραγμὸ κρατώντας τὴ βαριὰ καρδιά μου.

Γοργὰ τὸ νζάκι ἡ μάνα μου τρέχει ν᾿ ἀνάψει.
Κ᾿ ἐνῷ ἀπ᾿ τὴν πόρτα βλέπω τὶς γλυκές του λάμψεις,
μὲ σπαραγμὸ κρατώντας τὴ βαριὰ καρδιά μου
δὲ μπαίνω μέσα. Ἀπέξω κάθομαι καὶ κλαίω…»

(http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/nikhforos_brettakos_poems.)

 

 

 

 

-Νικηφόρος Βρεττάκος, «Επιστροφή από τους Δελφούς»

Δίπλα μας πάνω στό ἅρμα του, ταξίδευε ὁ Ἡνίοχος.

Ἀκολουθοῦσαν πίσω μας οἱ Φαιδριάδες.

Ἀντίλαλοι παράξενοι γύριζαν μές στή νύχτα,

μιά νύχτα πού δέν ἔμοιαζε ὅπως τίς ἄλλες νύχτες

τοῦ κόσμου᾿ τόσο πού, μπρός της, παραμέρισαν

ἀκόμα κι οἱ βασιλικές νύχτες τῶν παιδικῶν μου χρόνων.

Ἤτανε τόσο διάφεγγα ὅλα καί ξεχωρίζαν

τά βουνά τόσο φωτεινά, πού ἔμοιαζε σάμπως κάποιος

συμπαντικός λαμπαδηφόρος, τοῦ Πυθίου Ἀπόλλωνος

Ἀποσταλμένος, τρέχοντας στά ὕψη, νά μᾶς συνόδευε

φωτίζοντας μ’ ἕναν πυρσό πάνω μας τόν ὁρίζοντα.

Πάνω ἀπ’ τά ἐλάτια τοῦ βουνοῦ, ὁλόχρυσο, παιχνιδίζοντας,

ἔτρεχε ἀνάλαφρο μαζί μας το δρεπάνι τοῦ φεγγαριοῦ,

σάν ἀλαφάκι, ὥσπου ἔδυσε τέλος κι ὁ κόσμος ἄλλαξε

σάμπως νά γύρισε ὁ Θεός σελίδα. Σάμπως νἄγινε

πάνω μας μιά παράξενη ἄνοιξη, ὁ οὐρανός

ἔμοιαζε με κλαδί ἀνθισμένο. Ὄρθιος ὁ Ἡνίοχος

στό πλάϊ μας πάντα, λάσκαρε κάθε τόσο τά γκέμια,

κοίταζε πάνω του τό σύμπαν καί χαμογελοῦσε.

Βλέπαμε ὁ ἕνας τόν ἄλλο παραξενεμένοι.

Δέν ξέραμε ἄν ἤτανε νύχτα στή γῆ ἤ μέρα,

κάπου, σέ κάποιον κόσμον ἄλλο. Καί δέν ξέραμε

τί εἶχε συμβεῖ πάνω στή γῆ. Νιώθαμε τήν ψυχή μας

θησαυρισμένη μουσική. Φεύγαμε κι οἱ καρδιές μας

χτυποῦσαν ὅπως τό πρωΐ οἱ καμπάνες. Θά τελειώσει;

Μέσα μας ζούσαμε ἕναν φόβο. Τοῦτο τό ταξίδι

μπορεῖ σέ λίγο νά τελειώσει; Θεέ μου, θά τελειώσει;

Καί τί θά γίνει αὐτό τό φῶς ὅλο πού ἀναδιπλώνεται

καί ξεχειλίζει καί κυλάει παντοῦ, σέ μιάν ἀδιάκοπη

ἄμπωτη, σάν νά μή χωράει; Τά πάντα ἔλαμπαν σάμπως

νά βγήκανε ὅλες οἱ ἄνοιξες τῶν αἰώνων στό στερέωμα

καί βάδιζαν σιγά -σιγά βαστάζοντας ἀστέρια

καί λουλούδια στά χέρια τους.

(Καί γιά πρώτη φορά

νιώθαμε πώς ὑπάρχουνε στόν κόσμο αὐτόν

ὧρες πού εἶναι ἔξω ἀπό τό χρόνο. Πού δέν ξέρεις

πόσο διαρκοῦνε. Μῆνες; Χρόνια; Αἰῶνες;

Πού ἰσοζυγιάζουν ὅλη μας τή ζωή).

Ἄς μή τελειώσει!

Χωρίς κουβέντα, χωρίς ψίθυρο, σά νἆχαν

οἱ λέξεις ὅλες εἰπωθεῖ, σά νά μήν ἔκανε,

σά νά μή ξέραμε καμιά γλώσσα, ὅπως τ’ ἀστέρια

καί τά ἔλατα τοῦ Παρνασσοῦ, σιωπούσαμε. Ἕνα δάκρυ

εἶναι μιά γλώσσα πού μιλεῖ μ’ ἀναρίθμητες λέξεις,

κάτω ἀπ’ τήν ἁγιωσύνη τοῦ στερεώματος,

ὅταν γυρνᾶς ἀπ’ τούς Δελφούς, μέ μόλις

συγκρατημένους τούς λυγμούς. Νομίζαμε

πώς κάτι ἀκούονταν ἁπαλά, σάμπως πάνω ἀπ’ τ’ ἀστέρι της

νἄπαιζεν ἡ Σαπφώ τή λύρα της᾿ ἐνῶ ὅλα σιωπούσανε

κι ἐμεῖς, καί τ’ ἄστρα, κι οἱ ποιητές τῶν αἰώνων, καί τ’ ἀγέρι

τό κοιμισμένο στίς ἐλιές πάνω καί δέν ἀκούγονταν

παρά μόνο οἱ ἀντίλαλοι τῶν Φαιδριάδων,

πού βούϊζαν κι ἀντιβούϊζαν μέσα σέ ὅλη τή νύχτα,

τή νύχτα αὐτή τήν πιό ὄμορφη τῆς ζωῆς μας πού ποτέ

δέν θά ξανάρθει, ἀντίλαλοι πού ἔμοιαζαν σάμπως κάποιος

πρωτάγγελος μές στή σιωπή, ὄρθιος, νά ἐπαναλάβαινε:

«Ὤ, μά τόν Δία! Τί χρειάζονται οἱ λέξεις στήν ἀγάπη;»

Πέφτουν σάν κρίνα οἱ διάττοντες, οἱ ἀντίλαλοι σαλεύουν

τίς γιασεμιές τῶν οὐρανῶν. Δέν εἶχε μείνει πόρτα

κλειστή. Λουλούδι ὁλάνθιστο. Ἄστρο σβυστό. Χαμήλωνε

ντυμένη ὅλες τίς χάρες της ἡ παντοδυναμία!

Καί καθώς ταξιδεύαμε, νιώθαμε ὡς νά μήν ἦταν

δρόμος κάτω ἀπ’ τά πόδια μας καί γῆς. Σάν νά μᾶς πήγαινε

λικνίζοντάς μας πάνω του ἕνα τρελλό ποτάμι!

Ξέχειλη θάλασσα, καρδιά, ὅπου θέλεις πήγαινέ μας!

(από τη συλλογή “Ο χρόνος και το ποτάμι”)

 

 

 

 

-Νικηφόρος Βρεττάκος, «Επιστροφές»

«Επιστρέφω συχνά στη γενέθλια γη μου.

Εκεί, με βλέπει η χλόη, με ακούει

το χώμα, γνωρίζω τρεις λέξεις ανέμου.

Τα τοπία της είναι σα μιάν αγκαλιά που

με παίρνει’ κ’ ενώ ταλαντεύεται το κεφάλι μου

αστήριχτο, πέφτουν τα χέρια μου όπως

τα χέρια του Ιησού στους φιλεύσπλαχνους

ώμους του Ιωσήφ, μετά την αποκαθήλωση.»

(http://img.pathfinder.gr/clubs/files_3/106359/2.pdf)

 

 

 

-Νικηφόρος Βρεττάκος,   «Ἐπιστροφὴ στὸ βουνό»

«Δὲ θὰ ξανάρθω πιὰ κοντά σου
νὰ μὴν ἀκούσεις τὸ ποτάμι
ποὺ μὲς στὸ στῆθος μου κυλᾷ.
Ἂν δεῖς τὸν ἥλιο νὰ σοῦ γνέφει
τὸν ἕσπερο νὰ σὲ ρωτᾷ,
βάλε τὰ σπάρτα τὰ μαλλιά σου
τὶς μυγδαλιὲς στὴν ἀγκαλιά σου
κι᾿ ἔβγα νυφούλα στὰ βουνὰ
Ἔβγα νυφούλα στὰ βουνά.
κι᾿ ἂν σὲ ρωτήσουνε τ᾿ ἀλάφια,
ἂν σὲ ρωτήσουν τὰ πουλιά,
πές τους: θὰ βγῶ μὲ τὸ φεγγάρι,
μὲ τρεῖς ἀγγέλους συντροφιά!
Διπλὸ γαρύφαλλο στ᾿ ἀφτί μου,
ἡ μάνα μου καὶ τ᾿ ἄλογό μου,
ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς κ᾿ ἑφτὰ παιδιά!»

(http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/nikhforos_brettakos_poems.)

 

 

 

 

Πες το με ποίηση (155ο): «Μοίρα – Τύχη – Πεπρωμένο»

 

  • ΜΟΙΡΑ

 

-«Ένα και δυο: τη μοίρα μας δεν θα την πει κανένας
Ένα και δυο: τη μοίρα του ήλιου θα την πούμ’ εμείς.»
(Ο. Ελύτης, Ήλιος ο πρώτος)

 

 

-«Ρόδο άλικο του ανέμου και της μοίρας»

(Γ. Σεφέρης)

 

 

-«…Από χαρτί πλασμένα κι από δισταγμό,
ανδρείκελα, στης Μοίρας τα τυφλά δυο χέρια,
χορεύουμε, δεχόμαστε τον εμπαιγμό,
άτονα κοιτώντας, παθητικά, τ’ αστέρια….»

(Κ. Καρυωτάκης, «Ανδρείκελα»)

 

 

 

 

-Μοίρας θ’ ής πλείστην τιμήν πόρε μητίετα Ζεύς.

Θεογονία Ησιόδου

Κλύτε, Μοίραι, Διός αι τε παρά θρόνων αγχοτάτω Θεών
εζώμεναι περιώσι’ άφυκτά τε μήδεα
παντοδαπάν βουλάν αδαμαντίναισιν υφαίνεται κερκίσιν,
Αίσα και Κλωθώ Λάχεσις τ’ ευώλενοι.
Νυκτός Κόραι,
ευχωμένων επακούσατ’, Ουράνιαι χθονίαι τε
δαίμονες ω πανδείματοι,
πέμπετ’ άμμιν ροδόκολπον
Ευνομίαν λιπαροθρόνος τ’ αδελφάς, Δίκαν
και στεφανηφόρον Ειρήναν, πόλιν τε τάνδε βαρυφρόνων λελάθοιτε
συντυχίαν.

(Ακούστε Μοίρες που κάθεστε κοντά στους Θεούς,
πλάι στο θρόνο του Διός και με τις διαμαντένιες σας σαϊτες
υφαίνετε μύρια άφευκτα τεχνάσματα για κάθε λογής βουλές,
Αίσα Κλωθώ και Λάχεση, Κόρες της Νύχτας με τα όμορφα χέρια,
ακούστε τις προσευχές μας, δεινές Θεές του Ουρανού και της Γης.
Πέμψατε τη Δίκη και τη στεφανωμένη Ειρήνη, και βοηθήστε τούτη την πόλη
να λησμονήσει την κακή Τύχη που το στήθος της πιέζει.)

 

 

 

 

-Ορφικός ύμνος Μοιρών:

Μοῖραι ἀπειρέσιοι, Νυκτὸς φίλα τέκνα μελαίνης, κλῦτέ μου εὐχομένου, πολυώνυμοι, αἵτ᾽ ἐπὶ λίμνης οὐρανίας, ἵνα λευκὸν ὕδωρ νυχίας ὑπὸ θέρμης ῥήγνυται ἐν σκιερῶι λιπαρῶι μυχῶι εὐλίθου ἄντρου, ναίουσαι πεπότησθε βροτῶν ἐπ᾽ ἀπείρονα γαῖαν· ἔνθεν ἐπὶ βρότεον δόκιμον γένος ἐλπίδι κοῦφον στείχετε πορφυρέηισι καλυψάμεναι ὀθόνηισι μορσίμωι ἐν πεδίωι, ὅθι πάγγεον ἅρμα διώκει δόξα δίκης παρὰ τέρμα καὶ ἐλπίδος ἠδὲ μεριμνῶν καὶ νόμου ὠγυγίου καὶ ἀπείρονος εὐνόμου ἀρχῆς· Μοῖρα γὰρ ἐν βιότωι καθορᾶι μόνη, οὐδέ τις ἄλλος ἀθανάτων, οἳ ἔχουσι κάρη νιφόεντος Ὀλύμπου, καὶ Διὸς ὄμμα τέλειον· ἐπεί γ᾽ ὅσα γίγνεται ἡμῖν,

Μοῖρά τε καὶ Διὸς οἶδε νόος διὰ παντὸς ἅπαντα. ἀλλά μοι εὐκταῖαι, μαλακόφρονες, ἠπιόθυμοι,   Ἄτροπε καὶ Λάχεσι, Κλωθώ, μόλετ᾽, εὐπατέρειαι, ἀέριοι, ἀφανεῖς, ἀμετάτροποι, αἰὲν ἀτειρεῖς, παντοδότειραι, ἀφαιρέτιδες, θνητοῖσιν ἀνάγκη· Μοῖραι, ἀκούσατ᾽ ἐμῶν ὁσίων λοιβῶν τε καὶ εὐχῶν, ἐρχόμεναι μύσταις λυσιπήμονες εὔφρονι βουλῆι. {Μοιράων τέλος ἔλλαβ᾽ ἀοιδή, ἣν ὕφαν᾽ Ὀρφεύς}

 

*Μετάφραση:
(Ώ Μοίραι αναρίθμηται, αγαπητά τέκνα της μαύρης Νυκτός, ακούσατε την προσευχήν μου σείς με τα πολλά ονόματα, πού κατοικείτε επάνω σε λίμνη επουράνια όπου λευκό νερό στάζει από νυκτερινή ζέστη στον σκιερό μυχό ωραίου φκιασμένου με καλά λιθάρια σπηλαίου, και πετάτε εις την απέραντη γή των ανθρώπων, από όπου βαδίζετε προς το ανθρώπινο δουλικό γένος με ανεκπλήρωτη, κενή ελπίδα, αφού σκεπασθήτε με πορφυρά λεπτά ενδύματα, εις την μοιραίαν πεδιάδα, όπου το άρμα πού κρατεί όλην την γήν το καταδιώκει ή δόξα. πλησίον εις το τέρμα της δίκης (της δικαιοσύνης) και της ελπίδος και των φροντίδων, και εις τον πανάρχαιον νόμον της απέραντου αρχής πού κυβερνάται με καλούς νόμους.
Διότι μόνον ή Μοίρα βλέπει τα συμβαίνοντα εις τον βίον των ανθρώπων, ούτε κανείς άλλος από τους αθανάτους, πού κατέχουν τάς κορυφάς του χιονοσκεπούς Ολύμπου, (βλέπει τα συμβαίνοντα εις τους ανθρώπους), καί το τέλειον μάτι του Διός επειδή όσα συμβαίνουν εις ημάς (τους ανθρώπους) τα γνωρίζει εξ ολοκλήρου όλα ή Μοίρα και ο νους του Διός.
Αλλά ελάτε δι’ έμέ σείς αι αερινές, αι ευμενείς με την ήπιαν διάθεσιν, σεις η Άτροπος η Λάχεσις καί η Κλώθω, πού έχετε καλόν πατέρα, αι νυκτερινές, αι αφανείς, αι αμετάπειστες, αι πάντοτε σκληρές, πού δίδετε τα πάντα καί αφαιρείτε την ανάγκην από τους θνητούς
ώ Μοίραι, ακούσατε τάς ίδικάς μου ιεράς προσφοράς και τάς προσευχάς, καί ελάτε εις τους μύστας με χαρμόσυνη διάθεσι και αποδιώξατε την λύπην.)

 

 

 

Γιώργος Σεφέρης, “Η μορφή της μοίρας”

Η μορφή της μοίρας πάνω από τη γέννηση ενός παιδιού,

γύροι των άστρων κι ο άνεμος μια σκοτεινή βραδιά του Φλεβάρη,

γερόντισσες με γιατροσόφια ανεβαίνοντας τις σκάλες που τρίζουν

και τα ξερά κλωνάρια της κληματαριάς ολόγυμνα στην αυλή.

Η μορφή πάνω απ’ την κούνια ενός παιδιού μιας μοίρας

μαυρομαντιλούσας

χαμόγελο ανεξήγητο και βλέφαρα χαμηλωμένα

και στήθος άσπρο σαν το γάλα

κι η πόρτα που άνοιξε κι ο καραβοκύρης θαλασσοδαρμένος

πετώντας σε μια μαύρη κασέλα το βρεμένο σκουφί του.

Αυτά τα πρόσωπα κι αυτά τα περιστατικά σ’ ακολουθούσαν

καθώς ξετύλιγες το νήμα στην ακρογιαλιά για τα δύχτια

κι όταν ακόμα αρμενίζοντας δευτερόπριμα κοίταζες το

λάκκο των κυμάτων,

σ’ όλες τις θάλασσες, σ’ όλους τους κόρφους

ήταν μαζί σου, κι ήταν η δύσκολη ζωή κι ήταν η χαρά.

Τώρα δεν ξέρω να διαβάσω παρακάτω,

γιατί σε δέσαν με τις αλυσίδες, γιατί σε τρύπησαν με τη λόγχη,

γιατί σε χώρισαν μια νύχτα μέσα στο δάσος, από τη γυναίκα

που κοίταζε στυλώνοντας τα μάτια και δεν ήξερε

καθόλου να μιλήσει,

γιατί σου στέρησαν το φως το πέλαγο το ψωμί.

Πώς πέσαμε, σύντροφε, μέσα στο λαγούμι του φόβου;

Δεν ήταν της δικής σου μοίρας, μήτε της δικής μου τα γραμμένα,

ποτές μας δεν πουλήσαμε μήτε αγοράσαμε τέτοια πραμάτεια,

ποιος είναι εκείνος που προστάζει και σκοτώνει πίσω από μας;

Άφησε μη ρωτάς, τρία κόκκινα άλογα στ’ αλώνι

γυρίζουν πάνω σ’ ανθρώπινα κόκαλα κι έχουν τα μάτια δεμένα,

άφησε μη ρωτάς, περίμενε… το αίμα, το αίμα

ένα πρωί θα σηκωθεί σαν τον Άη- Γιώργη τον καβαλάρη

για να καρφώσει με το κοντάρι πάνω στο χώμα το δράκοντα.

(Γ. Σεφέρης, Ποιήματα, εκδ. Ίκαρος)

 

 

 

-Τόλης Νικηφόρου, «Σκοτεινή μοίρα»

«εκούσια βυθίζομαι
μες στις αστραφτερές παγίδες
τις κόρες των γυμνών ματιών σου
τη σκοτεινή εκείνη θάλασσα των τροπικών
που λαχταράει τον ξάστερο ουρανό
τους μυστικούς βυθούς όπου ελλοχεύει
στο αίμα βουτηγμένη
γεμάτη αγκίδες κι άρωμα μεθυστικό
ακέραια η ψυχή σου
μετά τις τόσες μάταιες απόπειρες λεηλασίας

τυλίγομαι στα μαύρα σύννεφα
και τον κατακλυσμό δακρύων των μαλλιών σου
κι εσύ δεν μου μιλάς
μα στέλνεις τις σκιές σου αδιάκοπα
να απλωθούν στους ώμους μου

ζητάς βοήθεια απεγνωσμένα
με ήχους που δεν κρυσταλλώνονται
ξέροντας πως καμιά φυγή
καμιά προσποιητή αδιαφορία
τίποτα δεν σε σώζει πια

μα όπως δεν θέλεις να σωθείς
και διάλεξες ν’ ακολουθήσεις χωρίς δισταγμό
τον τελικό αυτό δρόμο της φωτιάς
χαμογελάς και χαίρεσαι
καθώς με βεβαιότητα ορθώνεται μπροστά
η σκοτεινή μας μοίρα»

(Από τη συλλογή Το μαγικό χαλί (1980)

http://greek-translation-wings.blogspot.gr/2010/01/blog-post_25.html)

 

 

 

 

-Νίκος Καρούζος, «La Forza del Destino» (Η δύναμη της μοίρας)

Μαθηματική απόδειξη του Ezra Pound

In tempore senectutis ένας άνθρωπος
φουντωμένος απ’ τις λαλιές ερημωμένος
αντιλαλεί στα βρεφικά χαράματα – που ο ήλιος
άβγαλτος ωθεί τη διαύγεια
καταπάνω με ουράνια δύναμη –
πιασμένος απ’ την ερινύα ο γενειοφόρος πετεινός
αντιλαλεί: Mortalitas, τον πιο καθάριο ήχο.
Ένας άνθρωπος αληθειανός κι αντρειωμένος.
Όταν πηγαίνω στο ποτάμι τον βλέπω πάντα εκεί
κανείς ακόμη δεν τον έβγαλε απ’ το νερό –
με τα ρούχα του
τα παπούτσια του
το καπέλο του
τον βλέπω πάντα εκεί
πνιγμένο.

(Ν. Καρούζος, Τα ποιήματα, τ. Α’,  Ίκαρος)

 

 

 

 

-Μιλτιάδης Μαλακάσης, «Μοῖρες»

Nous sommes rendues a la lumiere du jour; A
La verite, nous ne sommes plus des personnes.
SECOND FAUST

Ἀργά, βαρειὰ κι ἀκόμα σὰν βγαλμένα,
Μέσ᾿ ἀπὸ νύχτες μακρινὲς ἄγνωστων χρόνων,
Ἀπάνω στὰ λιθόστρωτα ἀντηχοῦν συρμένα,
Κάποια χαμένα βήματα, λησμονημένα,
Τὰ μυστικὰ παράπονα τῶν παραπόνων.

 

Ἀδύνατα κορμάκια, ἀποσωμένα,
Πρόσωπα ποὺ δὲ φαίνεστε μὲς στὸ σκοτάδι,
Μάτια μεγάλα, μαῦρα, ἀραχνιασμένα,
Καὶ στεναγμοὶ βγαλμένοι μέσ᾿ ἀπὸ τὸν Ἅδη,
Φαντάσματα σκυφτά, μαυροντυμένα,

 

Ποῦ ἀφήνετε τοὺς τάφους σας βράδυ σὲ βράδυ.
Καὶ δείχνετε, δὲ λέτε, περπατεῖτε μόνον,
Μὲ τὰ βουβὰ παράπονα τῶν παραπόνων.

(Μ. Μαλακάσης, Άπαντα, εκδ. ALVIN REDMAN (HELLAS)

 

 

 

-Πωλ Βαλερύ, «Η Νεαρά Μοίρα»  (οι πρώτοι στίχοι)

«Ποιος είναι που κλαίει αν όχι απλώς ο άνεμος,/ Αυτή τη μοναδική ώρα με τα απόλυτα διαμάντια;.. Όμως ποιος/ Κλαίει, τόσο κοντά στον εαυτό μου στα πρόθυρα δακρύων;/
Τούτο το δικό μου χέρι, ονειρεύεται πως χτυπάει τις δυνατότητές μου/ Αφηρημένα ενδοτικό σε κάποιο βαθιά κρυμμένο τέλος/ Περιμένει για ένα δάκρυ να λιώσει από την αδυναμία μου/ Και, βαθμιαία να διαιρεθεί από τα άλλα πεπρωμένα μου/ Για την αγνότερη να φωτίσει μια σπασμένη στην σιωπή καρδιά/ Ο αφρός μουρμουρίζει σε μένα στην σκιά της μομφής/ Ή αποσύρεται παρακάτω, στα βραχώδη φαράγγια/ Όπως κάτι απογοητευμένο, μεθυσμένο στην πικρία/ Η φήμη του θρήνου και της αυτοσυγκράτησης/ Τι ψάχνεις εσύ, όρθιε, ανυψωμένε; Και αυτό το χέρι του πάγου/ Και τι ρίγος από ένα σβησμένο φύλλο/ Επιμένει μέσα σου, απομονωμένο από το γυμνό μου στήθος;/ Αστράφτω και συνδέομαι με τον άγνωστο παράδεισο../ Το γιγάντιο σμήνος λαμποκοπάει στην δίψα μου για καταστροφές…»

 

 

  • ΤΥΧΗ

 

-«…– Μια φορά στα χίλια χρόνια
γίνεται η αγάπη αιώνια
Να ’χεις τύχη να ’χεις τύχη
κι η χρονιά να σου πετύχει…»

(Οδυσσέας Ελύτης, «Θαλασσινό τριφύλλι»)

 

 

-«Η τύχη δεν κατασκευάζεται, αν και η οργάνωσή της σε κάποιο χώρο εν αγνοία μας συντελείται

(Ο. Ελύτης, Εκ του πλησίον)

 

 

-«Μην ανησυχείς. Υπάρχει πάντα μια δεύτερη τύχη που ακολουθεί πί-
σω απ’ την πρώτη. Αρκεί να ξέρεις να περιμένεις παρά έναν ή δύο
αιώνες, ενίοτε.»

(Ο. Ελύτης, Εκ του πλησίον)

 

 -«…Μίλα.
Οι λέξεις έχουν έχθρες μεταξύ τους,
έχουν τους ανταγωνισμούς:
αν κάποια απ’ αυτές σε αιχμαλωτίσει,
σ’ ελευθερώνει άλλη.
Τράβα μία λέξη απ’ τη νύχτα στην τύχη.
Ολόκληρη νύχτα στην τύχη
Μη λες «ολόκληρη»,
πες «ελάχιστη»,
που σ’ αφήνει να φύγεις.
Ελάχιστη
αίσθηση,
λύπη
ολόκληρη
δική μου .
Ολόκληρη νύχτα…»

(Κική Δημουλά, απόσπασμα από την «Περιφραστική πέτρα»)

 

 

-Οδυσσέας Ελύτης, «Τέχνη – Τύχη – Τόλμη»

Τέχνη – Τύχη – Τόλμη, δεν είναι άλλες, είναι οι τρεις αυτές περίφημες λέξεις (μα είναι λέξεις;) που με το βαθυπράσινο μελάνι της χλώρης, το βαθυκόκκινο του έρωτα, και το βαθυγάλαζο της θάλασσας, κοσμήσανε τις σελίδες μιας χρονιάς, ανίσως όχι τα εγκαίνια μιας νεότητας. Η αναγωγή της αλήθειας σ’ ένα απλό, σ’ ένα βαθύ σκίρτημα ζωντανού οργανισμού, στάθηκε η μοναδική της φιλοσοφία. Πραγματικά, για τίποτε άλλο καταμεσής του ’35 δε γνοιάστηκα παρά για μιαν ύπαρξη γερή, φυσιολογική, που να μπορεί ν’ απλώνεται με άνεση ως τ’ ακρότατα όρια μιας καθολικής ελευθερίας. Ό,τι άλλο έμελλε να’ ρθει, βέβαια, ήρθε πιο αργά…

Μα όταν, το καλοκαίρι εκείνο, ευνοϊκές συνθήκες μ’ έφεραν σε βουνά και γιαλούς του Μοριά, των Νησιών, της Εύβοιας και της Στερεάς, μ’ έβαλαν να τριγυρίζω μ’ ένα παλιοπαντέλονο κι ένα κοντό άσπρο πουκάμισο από τις πιο βαθιές ρεματιές ως τους πιο αφροκάπνιστους κάβους, συλλογίστηκα, πολύ συχνά, «παλεύοντας στήθος με στήθος προς τον άνεμο», πόσο βαθιά ήταν η ενότητα της αγάπης μου σ’ αυτή την ποίηση και σ’ αυτή τη γη.

Ο ήλιος, που εδωπέρα έστηνε τον μαρμάρινο κορμό μιας Υγείας, εκειπέρα τη θερμή γαλήνη μιας Παναγίας, ο ίδιος ο ήλιος έμπαινε κι έτρεχε καθώς χλωροφύλλη στις ίνες του πλατανόφυλλου της Τέχνης, τέτοιου που το φανταζόμουνα πάντα κι ήθελα ν’ αντιπροσωπεύει για μένα την πιο μεγάλη, την πιο αφιλοκερδή εκδήλωση του ανθρώπου.

Στην εξοχή της ποίησης δεν έχουνε πια στέγες τα σπίτια! Είναι ξεσκέπαστα, και τα τζιτζίκια, σφηνωμένα στα μαλλιά τη γης, ψάλλουν ερωτικά, ψάλλουν τ’ αγριοπούλια χωμένα στις γλαυκές κόχες των έρημων όρμων. Εκεί, σε τέτοιες ώρες, περνάει, πάντοτε αγκαλιασμένο, ένα ζευγάρι. Ο έρωτας —ας προσκυνήσουμε— λειτουργεί σ’ όλη την έκταση και σ’ όλο του το βάθος τη ζωή, ενώ οι δείχτες της καρδιάς δείχνουν το πιο λαμπρό τους μεσημέρι… Ω να βαδίσει κανείς στο πλάι ενός συντρόφου φωνάζοντας ολούθε τα αισθήματά του… να ενωθεί πάλι με τα στοιχεία που τον έκαναν μια για πάντα να ζήσει!

[πηγή: Οδυσσέας Ελύτης, Ανοιχτά χαρτιά, Ίκαρος, Αθήνα 1987)

 

 

 

 

-Μίλτος Σαχτούρης, «Δεν είναι τύχη ότι ζω πιο πέρα»

«Δεν είναι τύχη ότι ζω πιο πέρα

Σκοτείνιασε από την άλλη τη μεριά καθώς κοιτάζω
τ’ άσπρα σπίτια και τα μαύρα σπίτια
ποιο χέρι σημαδιακό τώρα θα μ’ αγγίξει;
δαιμονικές κόκκινες ρόδες όλο και κυλάνε
αυτό το σμάρι των παιδιών
φωλιάζει κι από ένας θάνατος μέσ’ στο κορμί τους
τον κάνανε χαρούμενο στεφάνι
και το χτυπούν με το μικρό το ξύλο
κυλάει κυλάει το τσέρκι, το κυλάνε
κυλάει η ζωή τους ήλιος που τα περονιάζει
καθώς χτυπάνε με το ξύλο
τον παγωμένο θάνατο που τρέχει

το πένθος άφωνο κοκκάλωσε τριγύρω

δεν είναι τύχη ότι ζω πιο πέρα»

 

 

 

 

-Νίκος Καρούζος, «ΚΑΤΑΠΛΗΚΤΙΚΗ ΤΥΧΗ»

«Βαθιά μεσ’ στον περίπατο έφτυσα το ταξίδι.

Στα όρια εσχατικά της μουσικής

έμεινα σύξυλος απ’ τις εννέα.

Ο χρόνος άκαιρος

ή

βαθύτερα χρονικός.

ονειρώδης.

όπως ο πάτερ Jonathan Swift

αποτυχημένος Ηρώδης.

Γι’ αυτό και η τεράστια μόνωση

αρχαία φτέρη φούντωσε τριγύρω μου.»

(Ν. Καρούζος, Τα ποιήματα, τ. Α’,  Ίκαρος)

 

 

  • «ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ»

 

 

-Μαρία Πολυδούρη, «ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ»

«Ψυχή μου, τοῦ ἄσωτου καημοῦ παιδί, σὰν ποιὰ προσμένεις
γαλανὴ μέρα νὰ διαβῆ, μαζί της νὰ σὲ πάρη;
Κάτω ἀπ᾿ τὸ φῶς δὲ θὰ μπορῆς τὰ ὄνειρα ν᾿ ἀνασταίνης,
θὰ σβήση ἡ ὡραία φλόγα σου καὶ θὰ σοῦ μείνη ἡ χάρη,

μέσα σὲ θρόνο ὁλόχρυσο καρτερικὰ νὰ μένης
σὰ σ᾿ ἕνα πλούσιο κόσμημα χλωμὸ μαργαριτάρι.
Τῆς Νύχτας, σὰ μυστήριο τοῦ Ἅδη σκοτεινιασμένης
περνάει τὸ φάσμα, κοίταξε, μὲ θριαμβικὸ καμάρι.

Σήκωσε τὰ περήφανα χέρια σου καὶ δεήσου
νὰ γίνης ἕνα ἀπ᾿ τὰ πολλὰ τὰ μαῦρα μυστικά της,
νὰ μὴ σ᾿ ἀγγίζη ἡ ἐλπίδα, ὅπως τ᾿ ἀνήλια τῆς ἀβύσσου

ἡ ἀχτίδα, γιὰ τὰ πρόσχαρα ποὖνε γιὰ σένα ξένα.
Καὶ μόνο ἡ σκέψη κάποτε στὸ ἄσκοπο πέταμά της
νὰ βρίσκης ὅλα ποὺ πόθησες, τὰ ὡραῖα στερημένα.»

(Μ. Πολυδούρη, Ποιήματα, εκδ. γράμματα)

 

 

 

 

-Φερνάντο Πεσσόα, «Το πεπρωμένο…»

«Με τον ίδιο τρόπο που πλένουμε το κορμί μας,
θα έπρεπε να πλένουμε και το πεπρωμένο
μας, να αλλάζουμε ζωή, όπως αλλάζουμε ρούχα
– όχι για λόγους επιβίωσης, όπως κάνουμε
όταν τρώμε ή κοιμόμαστε,
μα με εκείνο το σεβασμό που έχουμε
σαν τρίτοι απέναντι στον εαυτό μας.»

(http://theatrodromionennafplio.blogspot.gr/)

 

 

 

Εικόνες (φωτο και πίνακες ζωγραφικής) με στίχους (5ο)…

4seasons_tsarouxis1

1.theofilos

21-1--6-thumb-large

52d9e013c5a6dc2af3c8e96805994d3c_XL

179

543801_2_24

mujer-sentada-sobre-el-cesped-con-las-manos-alzadas-cielo-azul

750604

Dali-y-Lorca -Federico-Garcia-Lorca-El-Beso-1927

DSC05385

Festival_In_Cordoba_5

flying-flock-birds-against-sunset-28659924

How_To_Save_A_Life_by_ArhcamtIlnaad1

in-the-tavern-1899.jpgHalfHD

kouros-kori-skiniko

may_day_133815

nikiforos-vrettakosνμ

shakespeare3

Tango.jpg

vrexei

Vrk501.jpg

windmillbluechurch_60x90

Post Navigation