Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Εικόνες (φωτο και πίνακες ζωγραφικής) με στίχους (8ο)…

Οι ποιητές A - Αντίγραφο.jpg

pupazzo-di-neve-nella-neve-28006661

snow5

wolf-moon

xioni-xeri

%ce%b1

%ce%b4%ce%af%ce%bd%cf%89-%ce%ac%cf%81%ce%b1-%cf%85%cf%80%ce%ac%cf%81%cf%87%cf%89

%cf%84%ce%bf-%ce%ba%ce%bf%cf%81%ce%b9%cf%84%cf%83%ce%ac%ce%ba%ce%b9-%ce%bc%ce%b5-%cf%84%ce%b1-%cf%83%cf%80%ce%af%cf%81%cf%84%ce%b1-5

gymnhtreee

img_7682

k%20rigoulis%20-%20costas%20tsigris%20-%20rigoula%20-%20%ce%ba_%cf%81%ce%b7%ce%b3%ce%bf%cf%8d%ce%bb%ce%b7%cf%82%20-%20%ce%ba%cf%8e%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%82%20%cf%81%ce%b7%ce%b3%ce%bf%cf%8d%ce%bb%ce%b7

karouzos1

mia-ek-batheon-zografiki-apologia

none-41855698

o-xronos-moy-einai-ligos

pena-630

pinakas-gynaika-2

pinakas-proswpo

psycho_shower

rondini

settembre

prosfigopoulo_0

reon-133

rose-henri-matisse-im-grossen-container-dunkelrot-gestreifte-malerrose-3574_2tetsis_01

thumb_5075191

unnamed

violencewimer_414x290

Εικόνες (φωτο και πίνακες ζωγραφικής) με στίχους (7ο)…

 

11_147ea8fa1196d6787721d3fafc177984785b62d4a27ea43297eb1ab349b6e06c6_xl143big_en2017-new-year-celebration-background-in-red-color_1017-6151649142115-johansen_viggo_-_radosne_boc5bce_narodzenie5108854722_07539e6c6ae597f8cc720831c1d8963a88707-pen_paper136482-5251288-two-women-at-a-window-bartolome-murillo-1660341621-feggar1914782_rx_02_248609542317259845000a0940330a5dc12205c6015109a016154_lagios_iwannisagios_vasileiosalexandros_papadiamantisamorepschearistera-flagarticle-2197195-0ac9bef1000005dc-626_634x4241blackwhitebirdcageclip_image00219depositphotos_81708414-drought-landcohen-leonard-tredvard-munch-evening-melancholy-1891-munch-mus-oslof1fileskoritsaki_spirta_680708964filleallumettehttpblogsschgrepapadi-58-638imagesimg20138302907hiimmigr9keriamozas-4-1mystikapinakes-675-5_404977_139519OLYMPUS DIGITAL CAMERAsign direction right - wrongquadri-ritratti-silvia-03020-20donna20orientalereb04ritsos_2s2f1-thumb-largesiderhs_2songbird-tar-sticks-61501_WEB_ΓΚΑΤΣΟΣ-542x419.jpg

Πες το με ποίηση (169ο): «Γεννιέμαι – γέννηση»…

 

-«Ό,τι αγαπώ γεννιέται αδιάκοπα
Ό,τι αγαπώ βρίσκεται στην αρχή του πάντα.»

(Ο. Ελύτης)

 

-«…Ένα νησί γεννήθηκε να σε γεννήσει, ένα νησί, ή μήπως γέννησες εσύ τον τόπο αυτόν, για να ’χεις πού να κατοικεί η αθανασία σου; Άλλωστε – κι είν’ αυτό το πιο πικρό μα, πρίγκιπά μου, αληθινό– ποιος από μας θα καταφέρει να πιαστεί στα χείλη κοριτσιού αφίλητου που για μετά δεν έχει ακόμα του νοιαστεί;…»

(ΓΙΑΝΝΗΣ ΕΥΘΥΜΙΑΔΗΣ, Γράμματα στον Πρίγκιπα)

 

-Τάσος Λειβαδίτης, “Γένεσις”

«Στην αρχή ήταν το χάος.

Μετά γεννήθηκα εγώ, μονάχος, σ’ έναν κόσμο ραγισμένο,

μ’ έναν κουρελιασμένο Θεό που γύριζε από πόρτα σε πόρτα

ζητιανεύοντας την ύπαρξή του.

Ύστερα γίναμε ξαφνικά δυο.
Φιληθήκαμε.

Κι άρχισε να σκοτώνει ο ένας τον άλλον.»

 

-ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ, “Η ΓΕΝΝΗΣΗ”

«Ένα άλλο βράδυ τον άκουσα να κλαίει δίπλα.

Χτύπησα την πόρτα και μπήκα. Μου ‘δειξε πάνω στο κομοδίνο ένα μικρό ξύλινο σταυρό.

«Είδες –μου λέει- γεννήθηκε η ευσπλαχνία! Έσκυψα τότε το κεφάλι κι έκλαψα κι εγώ.

Γιατί θα περνούσαν αιώνες και αιώνες και δε θα ‘χαμε να πούμε τίποτα ωραιότερο απ’ αυτό.»

 

 -Ρ. Μ. Ρίλκε, «Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ ΑΦΡΟΔΙΤΗΣ»

«Εκείνο το πρωί
Ύστερα από μια νύχτα γιομάτη αντάρα καλέσματα και ταραχή
για μια ακόμη φορά ανέβηκε το πέλαγο στην κορυφή
και βόγγηξε.
Κι όταν αργά η κραυγή καταλάγιασε πάλι
βουλιάζοντας μέσα στην άβυσσο τη βουβή
η θάλασσα γέννησε.

Στον ήλιο τον πρώτο λαμποκόπησε ο αφρός της κόμης
και το κορίτσι υψώθηκε στην ούγια των γλαυκών
κυμάτων,
κατάλευκο αμήχανο και υγρό.
Έτσι σαν ένα πράσινο φύλλο ανάδεψε,
τεντώθηκε και καμπυλώνοντας σε μια πρόκληση
νωχελική ξεδίπλωσε το σώμα του
μέσα στο δροσάτο αγέρι της αυγής.

Καθαρά ξεπρόβαλλαν τα γόνατα,
δυο φεγγάρια ανεβασμένα από τα δαχτυλιδωτά σύγνεφα
των μηρών.
Οι κνήμες υποχώρησαν μέσα σε ίσκιους αχνούς.
Και οι αρμοί του πήραν να ζωντανεύουν
όπως το λαρύγγι του πότη.

Και το σώμα έγειρε ανάγερτο στο γύρο ποτηριού
όπως ο νέος καρπός σ’ ενού παιδιού τα χέρια.
Η μικρή δαχτυλήθρα του αφαλού
φύλαγε όλο το σκοτάδι εκείνου του ολόφωτου σώματος.
Πιο κάτου κύμα μικρό σηκώθη αχνογελόχαρο
κύλησε σίγουρο και κύκλωσε τα ισχία
όπου ένα ήσυχο κελάρυσμα θρόιζε.
Διάφανο όμως και χωρίς ίσκιους ακόμη
σαν το απόσταγμα από σημύδες του Απρίλη
πρόβαλε το αιδοίο
άδειο, ζεστό και αναμένοντας.

Τώρα οι ώμοι ζυγαριάστηκαν τέλεια
πάνω στο λυγερό κορμί.
Από το δοχείο του θηλυκού σαν συντριβάνι
τινάχτηκε ο ρυθμός
και γκρεμίζονταν τρέμοντας
στους καταρράχτες των μαλλιών
και στα μακρυά ωραία χέρια.

Ύστερα αργά – αργά προσπέρασε η όψη της.
Η θηλυκάδα, ακατανίκητη ροπή,
έγινε αδιόρατη μες στο σκοτάδι
και ετελείωνε ήρεμα στο θεληματικό της πηγούνι.

Τώρα ο λαιμός άστραφτε όπως αχτίνα,
και μέσαθέ του ανεβήκαν οι χυμοί
όπως στο ύπερο του λουλουδιού.
Σύγκαιρα τεντώθηκαν οι δύο βραχίονες,
κύκνων λαιμοί
όταν πλένε κατά την όχθη.

Και τότε σ’ εκείνου του σώματος το σκοτεινό
ξύπνημα εκίνησε σαν αύρα πρωινή
η πρώτη αναπνοή.

Τα κλαδιά των φλεβών σχημάτισαν ψιθυρίζοντας
ένα δέντρο τρυφερό.
Και το αίμα άρχισε να βουίζει
μέσα από το βαθύ μυχό του.
Και τούτος ο άνεμος αύξαινε.
τόσο που χύθηκε με όλη τη βία του
στα νέα στήθη.
Τα γέμισε και τα φούσκωσε σαν δυο πανιά
τεντωμένα από την προσδοκία του μακρυνού.
Και αλάφριο το κορίτσι το σπρώξανε στην στεριά.

Έτσι καταπλέοντας άραξε η θεά.
(So landete die Göttin)

Πίσω της αναμεριάζοντας πλατιά προς την
καινούργια όχθη ανέβαιναν όλο το πρωινό
τα λουλούδια και τα καλάμια
βρυαρά μπερδεμένα και ανεβάσταγα
όπως οι αφές στο αγκάλιασμα.
Κι αυτή προχωρούσε να φτάσει.

Όμως το μεσημέρι, εκείνη την ώρα τη βαριά,
σηκώθηκε το πέλαγο μια ακόμη φορά
και στην ίδια εκείνη θέση που γέννησε τη θεά
ξέβρασε ένα δελφίνι
νεκρό, πορφυρό, και ανοιγμένο.»

(Απόδοση στην ελληνική από το Δ. Λιαντίνη)

(Πηγή: http://liantinis-o-daskalos-mas.blogspot.gr/2010/02/blog-post_4185.html)

 

-Κωστή Παλαμά, «Το σπίτι που γεννήθηκα»

«Το σπίτι που γεννήθηκα κι ας το πατούν οι ξένοι,

στοιχειό είναι και με προσκαλεί ψυχή και με προσμένει.

Το σπίτι που γεννήθηκα, ίδιο στην ίδια στράτα

στα μάτια μου όλο υψώνεται και μ’ όλα του τα νιάτα.

Το σπίτι, ας του νοθέψανε το σχήμα και το χρώμα

και ανόθευτο και αχάλαστο, και με προσμένει ακόμα.

Της πόρτας του η παλαιική κορώνα, ώ! να, ή καμάρα!

Μόνο οι χορδές της λείπουνε για να γενή κιθάρα

να συνοδέψει του σπιτιού τ’ ολόχαρο τραγούδι,

προς το παιδί, γυρίζω ανθός, δροσιά, ξεπεταρούδι,

πάω στη φωλιά, στη γάστρα μου, στο πρωί μου, στο μαγνήτη,

στη ζέστα της μητέρας μου, στο πατρικό άγιο σπίτι.

Ας ήρθαν τα γεράματα κι ας κύλησαν οι χρόνοι,

Απ’ το ψιμύθρι του αλλασμού κι απ’ του χαμού τη σκόνη,

και απείραχτο κι ανέγγιχτο στη Μοίρα αγνάντια στέκει,

κι από τον κήπο του για με χλωρά στεφάνια πλέκει.

Του κάκου οι έγνοιες, οι καιροί, πληγές καρδιών και τόπων.

Τα μάτια μου άλλα, κι άλλα είναι τα μάτια των ανθρώπων.

Από την ισκιερή εμπατή στη φωτισμένη σάλα

Με τ’ ακριβό ρόλοϊ χρυσό στην κρυσταλλένια γυάλα,

Όλα βαλμένα ρυθμικά, γιορτιάτικα ντυμένα,

προσώπατα, αντικείμενα, με καρτερούν εμένα.

Στο πλάϊ της δούλας της πιστής η αρχόντισσα γιαγιά μου

και η ρήγισσα της προκοπής, η μάνα μου, ω χαρά μου!

το στερνογέννητο καρπό στην αγκαλιά, και πέρα,

μπρός σε χαρτιά το φάντασμα γνοιασμένο του πατέρα.

Και μεσ’ απ’ τους ανασασμούς του ρόδου και του δυόσμου

και δουλευτής και φυτευτής του κήπου, ο αδελφός μου.

Και πιο βαθιά ,κατάβαθα, σαν άλλου κόσμου πλάση

να! Ολόρθο, αξήγητο, κρυφό, στον κήπο ένα κοράσι.

Του πρώτου πόθου το ιερό προφήτεμα, η παιδούλα!

Στη χαραυγή μου γέλασμα, στη δύση μου τρεμούλα.

Το σπίτι που γεννήθηκα κι ας το πατούν οι ξένοι.

Στοιχειό και σαν απάτητο, με ζη και με προσμένει.»

[πηγή: Κωστής Παλαμάς, Άπαντα, τ. Ζ΄, Μπίρης, Αθήνα]

 

 

Joseph Brodsky, «Η ΘΕΙΑ ΓΕΝΝΗΣΗ»

«Δεν έχει σημασία τι ήταν γύρω τους και δεν έχει σημασία
περί τίνος ουρλιαζ’ η χιονοθύελλα με μανία,
ή ότι ένιωθαν στριμωγμένοι στο κονάκι του βοσκού
κι ότι γωνιά στον κόσμο γι’ αυτούς δεν υπήρχε αλλού.

Πρώτα – πρώτα ήσαν όλοι μαζί. Δεύτερο
ήσαν τρεις, το σπουδαιότερο,
και ό,τι κι αν γινόταν, μαγειρευόταν, χαριζόταν
στο εξής, τουλάχιστον στα τρία θα μοιραζόταν.

Ο παγωμένος ουρανός πάνω απ’ το δικό τους καταυλισμό
με τη συνήθεια που ’χει το μεγάλο να γέρνει πάνω στο μικρό
έλαμπ’ έν’ αστέρι και που να πάει τώρα πια
παρά στου βρέφους τη ματιά.

Η φωτιά σιγόκαιγε. Το κούτσουρο τελείωνε κι αυτό·
όλοι κοιμόντουσαν. Το άστρο ξεχώριζε, ήταν διαφορετικό,
πιο δυνατό απ’ την πυρά, είχε μια ικανότητα μοναδική
να μπερδεύει την παρουσία τη μακρινή με την κοντινή.»

(Ιωσήφ Μπρόντσκι, Τα ποιήματα της θείας γέννησης, Καστανιώτης)

 

 

Joseph Brodsky, «ΤΟ ΑΣΤΡΟ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΓΕΝΝΗΣΗΣ»

«Σε εποχή παγωνιάς, σε τόπο συνηθισμένο στο ζεστό καιρό,
όχι στο κρύο, σ’ επιφάνεια επίπεδη, όχι σε βουνό,
ένα παιδάκι γεννήθηκε σε φάτνη, τον κόσμο για να σώσει·
φυσούσε όπως μόνο στη χειμωνιάτικ’ έρημο μπορεί αέρας
να σαρώσει.

Ολα του φαίνονταν τεράστια: το στήθος της μάνας, η κίτρινη πάχνη
που ’βγαινε απ’ τα ρουθούνια των βοδιών, οι μάγοι:
Μπαλταζάρ, Κασπάρ, Μελχιόρ, τα δώρα στοιβαγμένα στη γωνία.
Αυτός ήταν μόνο μια τελεία. Κι ήταν αστέρι αυτή η τελεία.

Προσεχτικά, χωρίς να τρεμοπαίζει, μεσ’ από σύννεφ’ αραιά
πάνω απ’ το μωρό στο παχνί από μακριά,
από τα βάθη της οικουμένης, απ’ την άλλη της την άκρη,
τ’ αστέρι κοίταζε τη φάτνη. Κι αυτό ήταν του πατέρα του το μάτι.»

(Ιωσήφ Μπρόντσκι, Τα ποιήματα της θείας γέννησης, Καστανιώτης)

 

 

-ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ, “ΕΝΑΣ ΘΕΟΣ”

«Ω! μέσα μου γεννιέται ένας Θεός!
και το κορμί μου γίνεται ναός,
δεν είναι ως πρώτα φάτνη ταπεινή·
μέσα μου λάμπουν ξάστεροι ουρανοί,

το μέτωπο μου λάμπει σαν αστέρι…
Στο Θεό φανείτε τώρα, ήρθεν η ώρα,
από τ’ άγνωστα μυστικά σας μέρη,
Μάγοι, φέρτε στο Θεό τα πλούσια δώρα.

Φέρτε μου Μάγοι —θεία βουλή το γράφει—
τη σμύρνα της ελπίδας, το λιβάνι
της πίστης, της αγάπης το χρυσάφι
Μυστήρια τέτοια ανθρώπου νους δε βάνει!

Και σεις, Θρόνοι πανάχραντοι, αγγελούδια,
στην καρδιά μου —στην κούνια του— σκυμμένα,
με της αθανασίας τα τραγούδια
υμνολογείτε εσείς τη θεία τη γέννα.

Μέσα μου λάμπουν ξάστεροι ουρανοί,
και το κορμί μου, φάτνη ταπεινή,
βλέπω κι αλλάζει, γίνεται ναός·
ω! μέσα μου γεννιέται ένας Θεός!»

 

 

-ΤΑΚΗΣ ΠΑΠΑΤΣΩΝΗΣ, “ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΓΕΝΝΗΣΙΝ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ”

«Ποιμένας ταπεινότατος, και όχι αυλητρίδα εταίρα,
και θεάρεστη και συνετή κάμνω του αυλού μου χρήση,
αλλά έπαψεν απόψε πια η γαλήνη των προβάτων
νάναι ο σκοπός της γλυκερής μου εσπερινής λατρείας,
και ούτε η πομπή του Ωρίωνα, ούτε η όψη της Κασσιόπης
δεν μούθηκαν παραμικρή διανόηση στ’ όραμά μου.
Μ’ ελκύει το κάτι Απώτερο, που παιδεμός ναν’ τόβρω,
αλλά, και χάρη περισσή το στέφει, ώστε να λέω,
Ας μου χαθούν κι ένα και δυο από τα βοσκήματά μου,
και ας πλανηθούν δυσεύρετα στο σκότος της Σελήνης,
και ας κράζουσι τα υπόλοιπα σαν Αστραπές της Νύχτας,
αλλά είναι κάτι Αλλόκοτον εμένα η προσμονή μου:
δεν περιμένω να ορθωθεί το Εωθινό Φεγγάρι,
ούτε του τάδε, ούτε του δείνα Αστερισμού το αχνάρι.
Δεν περιμένω την οσμή καμίας σπανίας βοτάνης,
αλλά το Υπερουράνιο, που, θεέ μου, θα με ράνεις,
και θα φανώ ποιμενικόν θαύμα, θα φανώ φάσμα,
που φέρνει το Αρχαγγελικό της νύχτας τούτης άσμα.
Παρ’ όλα τα τρισκόταδα, λαμπρά το παν διακρίνω,
ώστε και θέλοντας, και μη, κάτι να μεγαλύνω.
Η γενική αναστάτωση των υπεργείων Ταγμάτων,
έκαμε μέτοχο κι’ εμέ, κι’ οι αχτίνες των ομμάτων
φθάνουν αυτού, που πριν λαμπροί οι ταχτικοί αστέρες
με φέρναν σε υπολογισμούς για Ετη, Μήνες, Ημέρες.
Φόβος, ούτε καν φαίνεται, και χαρά με συνέχει
και βλέπω Ηλίους νυχτερινούς, κι’ η Ιδέα μου όλο τρέχει.
Εορτάζω. Μα είμαι πάνσοφος ποιμένας, για τρελάθη
ο λογισμός μου, ώστε να ιδώ παρόμοια ένδοξα λάθη;»

(https://antonispetrides.wordpress.com/2013/12/25/modern_greek_christmas_poems/)

 

 

-Ζωή Καρέλλη, «Παραμονή της Γέννησης»
1ο
Στον όγκο του χρόνου υπάρχει η στιγμή.
Επίσημη την τοιμάσαμε, τη θελήσαμε,
τοιμάσαμε την έκσταση, θελήσαμε τον θαυμασμό.
τοιμάσαμε την ανάταση, θελήσαμε τη χαρά,
τοιμάσαμε τη γιορτή, θελήσαμε τον εαυτό μας
γεμάτον έκσταση, θαυμασμό και χαρά.

«Εν ανθρώποις ευδοκία».
Βγαίνουν οι άνθρωποι,
λαλούν οι άνθρωποι στην παγερή έναστρη νύχτα
που λάμπει ιώδης και μαύρη,
κρυστάλλινη, διαυγής, διάφανη, άυλη.

Οι άνθρωποι είναι πολλοί μαζί
και μιλούν, γελούν κι απαντούν ο ένας στον άλλο,
πηγαίνουν ν’ ακούσουν και δεν ακούν
τη φωνή του ανθρώπου καν μέσα τους.
Ήσυχοι, κουρασμένοι, ανύποπτοι,
στέκονται και περπατούν, διαβαίνουν.
Οι άνθρωποι είναι γελαστοί.

Αύριο είναι γιορτή,
αύριο είναι διασκέδαση,
αύριο είναι ανάπαψη.
Οι άνθρωποι χαίρονται, χαίρονται,
πηγαίνουν, περπατούν, διαβαίνουν,
βλέπουν ό,τι έμαθαν να βλέπουν.

2ο

Δάκρυα εμποδίστε μου το βλέμμα.
Δάκρυα κλείστε μου τα μάτια.
Δάκρυα σκοτίστε μου το κοίταγμα.

Ψυχή χτυπημένη,
νικημένη απ’ τον ίδιον εαυτό μου,
ψυχή μου αφανισμένη απ’ το βάρος,
του ανθρώπινου σώματος δύσκολο βάρος,
δεν έχεις φωνή, ψυχή μου, ν’ ακουστεί,
για ν’ ακούσεις στης νύχτας το φέγγος
υπερούσια λόγια, ψυχή μου, δεν τοίμασες
συνοδεία αγγέλων στη νύχτα του σκότους δεν τοίμασες,
συνοδεία μέσ’ τη νύχτα για σένα δεν τοίμασες.
Σωπαίνεις και δεν ακούς
τη φωνή της έναστρης νύχτας ακόμα,
κινούνται τάστρα, το φέγγος κινείται
ιώδες και μαύρο, γαλάζιο,
κινούνται τακίνητα πάντα ακόμα,
ψυχή μονάχη, δίχως φωνή
παραμένεις, δίχως ακοή περιμένεις ακόμα
δεν έχεις φωνή να φωνάξεις
τον εαυτό σου στους άλλους
ανάμεσα να χαθείς, να βρεθείς
να μην είσαι μονάχη, ψυχή μοναχή.

3ο

Γέλια και μιλήματα,
φωνές γλυκές παιδιάτικες,
ψιλές φωνές γυναικείες
και βαριές αντρικές.
Ακούν όλοι∙ εκκλησία
τους κλείνει η έκκληση,
καλούν το παιδί
που υπάρχει υπέροχο,
την ασώματη υπερέχουσα ύλη

που το γεννά απείραχτη,
άφθαρτη, αειπάρθενη, διαρκής
παρθένος στους αιώνες των αιώνων.

4ο

Αμήν αμήν λέγω, Κύριε,
συγχώρησε την αδυναμία μου,
χώρον χάρισε στην αδυναμία μου, Κύριε,
με την αδυναμία μου να χωρέσω στην έκκληση
της ψυχής μου. Συγχώρεσε
την σκληρή κατάπτωση,
της σκληρότητας ψυχρής την κατάσταση,
της στείρας ψυχρότητας την κατάκτηση,
της σκληρότατης πτώσης τη στάση,
της ψυχής τη στειρότητα.

Εκείνος που δεν γεννά, δεν γεννάται,
δεν αναγεννάται ποτέ, Κύριε,
της Γέννησης «σκήνωσον εν εμοί»,
ο την Σάρραν και την Ελισσάβετ
γονίμους διδάξας, προς δόξαν σου αιώνιαν.
(Από τη συλλογή Πορεία, 1940)

(https://www.translatum.gr/forum/index.php/topic,1559.msg109334.html#msg109334)

Πες το με ποίηση (168ο): «Υπάρχω – ύπαρξη»….

-«Αγαπώ άρα υπάρχω»

(Ν. Βρεττάκος)

 

-«»Υπάρχω;» λες, κ’ ύστερα «δεν υπάρχεις!»»

(Κ. Καρυωτάκης)

 

-«Τι άδοξα που έχασα το στοίχη-
μα ανάμεσα στο “υπάρχω — δεν υπάρχω”».

(Βύρων Λεοντάρης)

 

-«Ο κόσμος μόνο όταν τον μοιράζεσαι υπάρχει…»

(Τάσος Λειβαδίτης)

 

ΕΔΩ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΥΠΑΡΞΕΙ ΑΝΤΙΡΡΗΣΗ

«Είν’ ένας θάνατος να βγεις απ’ το εγώ σου κύριε

μα όμως σε σώζει απ’ το θάνατο.»

(Ν. Καρούζος)

 

-Νίκος Εγγονόπουλος, «Υπάρχει θεός»

υπάρχει θεός!

ε! συ επίορκε

–ναι συ όπου ψευδόρκησες–
εσύ που έβλαψες με τόσην αλαφριά –τον πλησίον σου- συνείδηση
από τώρα ακούς στης νεκρικής σου ακολουθίας
τα ψαλσίματα
του πονηρού του πνεύματος τα γέλια
να σαρκάζουν;
ε! ψεύτη αστέ όσο κι αν προσπαθείς
τη μούρη σου
για συμπαθητική –κι ωραία κόμη- να μας δείξεις
μη χάνεσαι:
τη λούζει ολάκερη
της έρημης ψυχής σου η βρώμα
κι η ανανδρία
κι η ψευτιά

υπάρχει Θεός!

όπως του δίκαιου το κάθε τι θε να γενή χαλάλι
ο ανομήσας –μη σας νοιάζει- θα κριθεί

ακούσατε τα λόγια αυτά του ποιητή:
το άνομο ψωμί δεν ωφελεί
υπάρχει οπωσδήποτε Θεός:

τι κρίμα όμως ναν’ οι ανθρώποι τόσο λίγοι!

(από την ποιητική συλλογή ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ)

 

-Αντώνης Φωστιέρης, «Δεν σκέφτομαι – άρα υπάρχω»

 Σε θάλασσα καλοκαιριού που ανάσκελα
Λυμένα πια τα μέλη και ανασαίνοντας
Aλμύρα ήλιου, ολόκληρος
Στο δαχτυλάκι το μικρό της άνωσης
Λιώνει το βάρος του μυαλού
Mε απέραντο πορτοκαλί σκοτάδι που όρμησε
Ως τις κλειδώσεις
Tι εύκολα
Kαθώς αδειάζει κάθε ιδέα
Kι ανάστροφα
Pουφάει την αόρατη ευφροσύνη
του –να– μην
Ωσπου ολοκάθαρα: «Δεν σκέφτομαι – άρα υπάρχω»
αστράφτοντας
καρφώθηκε στη σκέψη μου
η σκέψη.

(Aντώνης Φωστιέρης, «Πολύτιμη λήθη», εκδ. Kαστανιώτη)

 

 

-Φερνάντο Πεσσόα, «ΑΡΧΙΖΩ ΝΑ ΓΝΩΡΙΖΩ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΟΥ. ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΩ…»

«Αρχίζω να γνωρίζω τον εαυτό μου. Δεν υπάρχω.

Είμαι το διάστημα ανάμεσα σ’ αυτό που θέλω να είμαι κι εκείνο που οι άλλοι με έκαναν,

Ή η μέση αυτού του διαστήματος, γιατί υπάρχει επίσης ζωή…

Είμαι αυτό, τελικά…

Σβήσε το φως, κλείσε την πόρτα και άσε να κάνουν θόρυβο οι παντόφλες στο διάδρομο.

Είμαι μόνος στο δωμάτιο με την απέραντη ηρεμία του εαυτού μου.

Είναι ένα σύμπαν φτηνό.»

(Φ. Πεσσόα (Άλβαρο ντε Κάμπος), Ποιήματα, Μτφ. Γιάννης Σουλιώτης)

 

 

-Γιάννης Πατίλης «Υπάρχω για να ληστεύω την ανυπαρξία»

 «Υπάρχω για να ληστεύω την ανυπαρξία.

Από κει κουβαλάω με κόπο

Υπέροχα ποιήματα.

Είναι διάφανα, φωτεινά κι ανέκφραστα.

Αλλά στο δρόμο μού πέφτουνε, σπάνε.

Τα μπαλώνω, τα κολλάω με λέξεις.

Με λέξεις που οι άνθρωποι λένε.

Μ’ αυτά που ξέρω, που βλέπω κι ακούω.

Και τα χαλάω μ’ αυτό που υπάρχει.»

(Ζεστό μεσημέρι, Αθήνα 1984)

 

-Αντόνιο Ματσάδο, [Διαβάτη, δεν υπάρχει δρόμος…]

«Όλα περνούν κι όλα μένουν,

αλλά δικό μας είναι το να περνάμε

να περνάμε κάνοντας δρόμους,

δρόμους πάνω στη θάλασσα.

Ποτέ δεν κυνήγησα τη δόξα,

ούτε ν’ αφήσω στη μνήμη

των ανθρώπων το τραγούδι μου.

Εγώ αγαπώ τους ανεπαίσθητους κόσμους,

τους αβαρείς και αβρούς,

σαν σαπουνόφουσκες.

Μ’ αρέσει να τους βλέπω να ζωγραφίζονται

από ήλιο και πορφύρα, να πετάνε

κάτω από το γαλανό ουρανό, να πάλλουν

κι αμέσως να σπάνε…

Ποτέ δεν κυνήγησα τη δόξα…

Διαβάτη, τα ίχνη σου είναι

μόνο ο δρόμος και τίποτε άλλο

Διαβάτη δεν υπάρχει δρόμος,

ο δρόμος γίνεται βαδίζοντας…

Βαδίζοντας γίνεται ο δρόμος

και γυρίζοντας το βλέμμα πίσω

φαίνεται το μονοπάτι

που ποτέ δε θα ξαναπατήσεις

Διαβάτη δεν υπάρχει δρόμος

μόνο απόνερα στη θάλασσα.»

*(Ο τίτλος του ποιήματος είναι «Caminante no hay camino», σε μτφ Βασίλη Λαλιώτη)

(Πηγή: http://www.toperiodiko.gr/)

 

 

-Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ, «Η ανορεξία της ύπαρξης»

 Δεν πεινάω, δεν πονάω, δε βρωμάω
ίσως κάπου βαθιά να υποφέρω και να μην το ξέρω
κάνω πως γελάω
δεν επιθυμώ το αδύνατο
ούτε το δυνατό
τα απαγορευμένα για μένα σώματα
δε μου χορταίνουν τη ματιά.
Τον ουρανό καμιά φορά
κοιτάω με λαχτάρα
την ώρα που ο ήλιος σβήνει τη λάμψη του
κι ο γαλανός εραστής παραδίνεται
στη γοητεία της νύχτας.
Η μόνη μου συμμετοχή
στο στροβίλισμα του κόσμου
είναι η ανάσα μου που βγαίνει σταθερή.
Αλλά νιώθω και μια άλλη
παράξενη συμμετοχή∙
αγωνία με πιάνει ξαφνικά
για τον ανθρώπινο πόνο.
Απλώνεται πάνω στη γη
σαν τελετουργικό τραπεζομάντιλο
που μουσκεμένο στο αίμα
σκεπάζει μύθους και θεούς
αιώνια αναγεννιέται
και με τη ζωή ταυτίζεται.
Ναι, τώρα θέλω να κλάψω
αλλά στέρεψε ως και των δακρύων μου η πηγή.

(«Η ανορεξία της ύπαρξης», 2011)

 

 

-Γιώργος Σαραντάρης, «Της Ύπαρξης»

«Ὕπαρξη,
Δῶρο στὴν ἁγνή μας οὐσία
Γέλιο ποὺ χαράζει
Τὴν παντοτινὴ νύχτα
Πάνω στὶς λεῦκες
Ἀπαράτησε τὸ στεφάνι σου

Φέρε στὸ κοιμισμένο δάσος
Τὸ θρόισμα τοῦ ὀνείρου,
Ποὺ ἐμᾶς τοὺς σιωπηλοὺς
Ἐξύπνησε»

Σὰν Πνοὴ τοῦ Ἀέρα», εκδόσεις ΕΡΜΗΣ)

 

 

-Νίκος Καρούζος, ΤΕΧΝΗ /ΒΕΛΟΣ/ ΠΡΟΣ ΥΠΑΡΞΗ

«Νύχτα του μεγάλου κόρνου. χωθήκαμε

στο ξωκκλήσι

γιομάτοι δέος απ’ τον ολόαγνο κοκκύτη

τ’ ουρανού

στοχάζοντας τη θύελλα ωσάν επίθεση

για να μας τραντάζει το μη-Είναι.

L’ heure de la laideur.

Ένας άξαφνος κλόουν σπάζει τ’ αβγό

του Πάσχα

την κόκκινη μύτη του πετάγοντας κίτρινο.»

(Ν. Καρούζος, Ποιήματα, Ίκαρος)

Πες το με ποίηση (167ο): «Μπορώ»….

-“Ας μπορούσε ανάβοντας το παιδί  μου ένα σπίρτο
να φωτίσει τον κόσμο”.

(Ν. Βρεττάκος)

 

-«Αν δεν μπορέσω να το δεις κι εσύ, μοιάζει σαν να μην το ’χω»

(Γ. Ρίτσος)

 

-«Δεν μπορώ να κρεμαστώ, έλεγε με παράπονο ‒η μεγάλη πυρκαγιά του δειλινού
μου καίει το σκοινί.»

(Τάσος Λειβαδίτης)

 

-“Μπορείς να κόψεις όλα τα λουλούδια, αλλά δεν μπορείς να εμποδίσεις την Άνοιξη να ‘ρθει” 

(Pablo Neruda)

 

 

-Κ. Π. Καβάφης, «Όσο μπορείς»

Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.

Μην την εξευτελίζεις πηαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνά κ’ εκθέτοντάς την
στων σχέσεων και των συναναστροφών
την καθημερινήν ανοησία,
ώς που να γίνει σα μια ξένη φορτική.

(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

 

 

-Γιώργος Σαραντάρης, «Ακόμα δεν μπόρεσα»

Ακόμα δεν μπόρεσα να χύσω ένα δάκρυ

πάνω στην καταστροφή

δεν κοίταξα ακόμα καλά τους πεθαμένους,

δεν πρόφτασα να δω πως λείπουνε

από τη συντροφιά μου,

πως έχασαν τον αέρα που εγώ αναπνέω

και πως η μουσική των λουλουδιών,

ο βόμβος των ονομάτων που έχουνε τα πράγματα

δεν έρχεται στ’ αυτιά τους·

ακόμα δεν χλιμίντρισαν τ’ άλογα

που θα με φέρουν πλάι τους.

Να τους μιλήσω,

να κλάψω μαζί τους

και ύστερα να τους σηκώσω όρθιους·

όλοι να σηκωθούμε σαν ένας άνθρωπος,

σαν τίποτα να μην είχε γίνει

σαν η μάχη να μην είχε περάσει πάνω από τα κεφάλια μας.

(http://www.sarantakos.com/kibwtos/sarantarhs_akoma.html)

 

 

-Ράντυαρντ Κίπλινγκ, «ΑΝ…»

Αν μπορείς να κρατάς το κεφάλι ψηλά όταν γύρω σου όλοι

τον εαυτό τους εχάσαν δειλά, και για τούτο μαζί σου τα βάζουν,

στον εαυτό σου αν μπορείς να ‘χεις πίστη όταν όλοι για σένα αμφιβάλλουν

μα κι αδιάφορος να ‘σαι κι ορθός στις δικές τους μπροστά αμφιβολίες,

αν μπορείς να υπομένεις χωρίς ν’ αποστάσεις ποτέ καρτερώντας,

ή μπλεγμένος με ψεύτες, μακριά να σταθείς, αν μπορείς απ’ το ψέμα

κι αν γενείς μισητός, να μη δείξεις στρατί στο δικό σου το μίσος,

κι ούτε τόσο καλός να φανείς κι ούτε τόσο σοφά να μιλήσεις,

αν μπορείς να ονειρεύεσαι δίχως να γίνεις του ονείρου σου σκλάβος,

αν μπορείς να στοχάζεσαι δίχως τη σκέψη να κάνεις σκοπό σου,

αν μπορείς την λαμπρήν ανταμώνοντας Νίκη ή τη μαύρη φουρτούνα,

να φερθείς με τον ίδιο τον τρόπο στους δυο κατεργάρηδες τούτους,

αν μπορείς να υποφέρεις ν’ ακούς την αλήθεια που ο ίδιος σου είπες,

στρεβλωμένη από αχρείους, να γενεί μια παγίδα για ηλίθιους ανθρώπους,

ή αν τα όσα η ζωή σού έχει δώσει αντικρίσεις συντρίμμια μπροστά σου,

κι αφού σκύψεις, ν’ αρχίσεις ξανά να τα χτίζεις με σκάρτα εργαλεία,

αν μπορείς να σωριάσεις μαζί τ’ αγαθά και τα κέρδη σου όλα,

κι αν τολμήσεις με μια σου ζαριά όλα για όλα να παίξεις

και να χάσεις τα πάντα και πάλι απ’ την πρώτη σου αρχή να κινήσεις,

και να μην ψιθυρίσεις ποτές ούτε λέξη για τα όσα έχεις χάσει,

κι αν μπορείς ν’ αναγκάσεις με βία, την καρδιά σου, τα νεύρα, το νου σου,

να δουλέψουν για σέναν ακόμα κι αφού τσακιστούνε στο μόχθο,

και ν’ αντέξεις σ’ αυτό σταθερά όταν τίποτε εντός σου δεν θα ‘χεις

άλλο εξόν απ’ τη θέληση που όρθια θα κράζει σε τούτα «Κρατάτε»,

αν μπορείς να μιλάς με τα πλήθη κι ακέριος στο ήθος να μένεις,

ή αν βρεθείς με ρηγάδες χωρίς τα μυαλά σου να πάρουν αέρα,

κι αν ποτέ, ούτε οι φίλοι ούτε οι εχθροί να σε κάνουν μπορούν να πονέσεις,

τον καθένα αν ζυγιάζεις σωστά και κανέναν πιο πρόσβαρα απ’ άλλον,

αν μπορείς να γεμίζεις το αμείλιχτο ένα λεφτό της κάθε ώρας

στην αξία των εξήντα μοιραίων δευτερόλεφτων της διαδρομής του,

τότε θα ‘ναι όλη η Γη σα δικιά σου, ως και κάθε που υπάρχει σε τούτη,

και —περισσότερο ακόμα— θε να ‘σαι ένας άνθρωπος πλέριος, παιδί μου.

http://users.sch.gr/symfo/sholio/kimena/xeni/kiplig_an.htm)

 

-ΕΜΙΛΥ ΝΤΙΚΙΝΣΟΝ, «ΑΝ ΜΠΟΡΩ»

Αν μπορώ να σταματήσω

μια καρδιά που πάει να σπάσει

Δεν θα ζήσω μάταια

.Αν μπορώ να απαλύνω

μιας ζωής την Οδύνη

Ή ηρεμήσω άλλου τον Πόνο

Ή να βοηθήσω

ένα μισολιπόθυμο Κοκκινολαίμη

Να μπει ξανά μες στη Φωλιά του

Δεν θα ζήσω μάταια

(http://hallofpeople.com/gr/text/ntikinson.pdf)

 

 

-Πάμπλο Νερούδα – Το Εικοστό από τα Ερωτικά Ποιήματα

Μπορώ να γράψω τους πιο θλιμμένους στίχους απόψε.

Να γράψω για παράδειγμα: ” Η νύχτα είν’ αστερόεσσα,
και τρέμουνε, γαλάζια, τ’ αστέρια μακριά”.

Ο άνεμος της νύχτας γυρνάει στον ουρανό και τραγουδά.

Μπορώ να γράψω τους πιο θλιμμένους στίχους απόψε.
Την αγάπησα και φόρες κι εκείνη μ’ αγαπούσε.

Νύχτες όπως αυτή την είχα μες στα χέρια μου.
Τη φίλησα τόσες φορές κάτω από τον απέραντο ουρανό.

Μ’ αγάπησε, κάποιες φορές κι εγώ την αγαπούσα.
Πως να μην αγαπήσω τα μεγάλα μάτια της τα έντονα.

Μπορώ να γράψω τους πιο θλιμμένους στίχους απόψε.
Να σκεφτώ πως δεν την έχω. να νιώσω πως την έχω χάσει.

Ν΄ακούσω την τεράστια νύχτα, πιο τεράστια χωρίς αυτήν.
Κι ο στίχος πέφτει στην ψυχή όπως στη χλόη η δροσιά.

Τί πειράζει που η αγάπη μου δεν γινόταν να την κρατήσει.
η νύχτα είν’ αστερόεσσα κι αυτή δεν είναι πια μαζί μου.

Αυτό ειν’ όλο. Στο βάθος κάποιος τραγουδά. Στο βάθος.
Δεν το δέχεται η ψυχή μου ότι πια την έχει χάσει.

Σαν για να την πλησιάσει η ματιά μου την ψάχνει.
Η καρδιά μου την ψάχνει, και δεν είναι πια μαζί μου.

Ίδια η νύχτα που λευκαίνει τα ίδια δέντρα
Εμείς, εκείνοι από το παρελθον, δεν είμαστε πια ίδιοι.

Πια δεν την θέλω, είναι σίγουρο, μα πόσο την αγάπησα.
Γύρευε άνεμο η φωνή μου την ακοή της για ν’ αγγίξει.

Του άλλου. Θα ‘ναι του άλλου. Όπως πριν των φιλιών μου.
Η φωνή, το φωτεινό κορμί της. Τ’ απέραντα μάτια της.

Πια δεν την αγαπώ, είναι σίγουρο, μα ίσως να την αγαπώ.
Είναι τόσο μικρή η αγάπη, κι είναι μεγάλη η λησμιονιά.

Γιατί νύχτες όπως αυτή την είχα μες στα χέρια μου,
και δεν το δέχεται η ψυχή μου ότι πια την έχει χάσει.

Αν και αυτός θα’ ναι ο τελευταίος πόνος που μου δίνει,
κι αυτοί θα’ ναι οι τελευταίοι στίχοι που τις γράφω.

(Πάμπλο Νερούδα: Είκοσι Ερωτικά Ποιήματα κι Ενα Τραγούδι Απελπισμένο,

μετ. Βασίλης Λαλιώτης)

 

 

-Μάριο Μαντούκα Γκόμεθ, «ΑΝ ΜΠΟΡΟΥΣΑ»

Αν μπορούσα μορφή να σου δώσω
όταν μονάχα στα όνειρα εμφανίζεσαι.
αν έστω μόνο μπορούσα να σε πλησιάσω
όταν πολύ μακριά σε νιώθω.
αν μπορούσα, μόνο με το να το επιθυμώ,
να σου μιλήσω όσο διαρκεί ένα σύντομο λεπτό,
αν μπορούσα μέσα σε σένα να εγκλωβιστώ
όταν φτάνει ο χειμώνας ο σκληρός
όλα θα άξιζαν τον κόπο…..Αν ήξερες πόσο καιρό περιπλανιόμουν
δίχως να συναντώ ένα δρόμο.
αν ήξερες την ένδεια ενός κόσμου
που την ισορροπία του έχει χάσει.
αν μπορούσες να μ’ ακούσεις στη σιωπή
δίχως έναν ήχο να προφέρεις.
θα ήξερες πως να κατανοήσεις αυτό που νιώθω
πως πια το ‘χεις κατανοήσει, ξέρω….

http://www.vakxikon.gr/

 

-ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΓΓΕΛΑΚΗΣ, «ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΑ»

«Θα μπορούσα ώρες ολόκληρες να ρουφώ
την αναπνοή σου αμίλητος ακούγοντάς σε
να μιλάς σαν ήχος βροχής σε λουλούδι
για θέματα αδιάφορα. Τόσο λίγο καταλαβαίνει
ο ένας τον άλλον, αλλά, ξέρεις, φθάνει
να βλέπω τό χέρι σου νά γυρνά
μια σελίδα βιβλίου μισοφωτισμένο απ’ τή λάμπα
ή την πλάτη σου να σκεπάζει την κάμαρα
και να σωπαίνω. Ο χρόνος έφερε
αυτό το απροσδόκητο μέσα μου:
σ’ έλαμψε τίμια και τώρα σε νιώθω
σαν πράσινη φωτιά να μεγαλώνεις.
Αθόρυβα που πατά η νύχτα, προνοητική
για ό,τι αφέθηκε ανεκπλήρωτο η ανείπωτο.»

http://www.poiein.gr/archives/197/index.html

 

 

-Ράινερ Μαρία ΡΙΛΚΕ, […Σβήσε τα μάτια μου…]

«Σβήσε τα μάτια μου, μπορώ να σε κοιτάζω

Τ’ αυτιά μου σφράγισε, να σ’ ακούω μπορώ.

Χωρίς τα πόδια μου μπορώ να ‘ρθω σ’ εσένα,

Και δίχως στόμα, θα μπορώ να σε παρακαλώ.

Κόψε τα χέρια μου, θα σε σφιχταγκαλιάζω,

Σαν να ήταν χέρια, όμοια καλά, με την καρδιά.

Σταμάτησέ μου την καρδιά

Και θα καρδιοχτυπώ με το κεφάλι

Κι αν κάμεις το κεφάλι μου συντρίμμια, στάχτη

Εγώ μέσα στο αίμα μου θα σ’ έχω πάλι.»

(Πηγή: https://itzikas.wordpress.com/)

 

 

-Γιώργης Παυλόπουλος, «ΤΗΣ ΓΥΦΤΙΣΣΑΣ»

Στην Ανθή

«Είπα σε μια Γύφτισσα
θέλω να γίνω γύφτος
να σε πάρω
Μπορείς μου λέει να φας για βράδυ
χόρτα πικρά χωρίς αλάτι
κι έπειτα να πλαγιάσεις;
Μπορώ της λέω
Μπορείς μου λέει να πλαγιάσεις
χωρίς να κλαις από το κρύο
πάνω στην παγωμένη λάσπη;
Μπορώ της λέω
Μπορείς μου λέει πάνω στη λάσπη
να μου ανάψεις το κορμί
και να το κάνεις στάχτη;
Αυτό κι’ αν το μπορώ της λέω
Μπορείς μου λέει τη στάχτη μου
να τη ρίχνεις στο κρασί σου
για να μεθάς πολύ, να με ξεχνάς;
Όχι αυτό, δεν το μπορώ της λέω
Γύφτος δε γίνεσαι μου λέει.»

(Περιοδικό ΟΡΟΠΕΔΙΟ #1, Αύγουστος 2006)

Πες το με ποίηση (1660): «Φεύγω – φυγή»…

-«Όμως εδώ τελείωσα. Ώρα να φύγω. Όπως θα φύγετε κάποτε κι εσείς. Και τα φαντάσματα της ζωής μου θα μ’ αναζητούν τώρα τρέχοντας μες στη νύχτα και τα φύλλα θα ριγούν και θα πέφτουν. Ετσι συνήθως έρχεται το φθινόπωρο. Γι’ αυτό, σας λέω, ας κοιτάξουμε τη ζωή μας με λίγη περισσότερη συμπόνοια/ μιας και δεν ήτανε ποτέ πραγματική.»

(Τάσος Λειβαδίτης)

 

-«…Μέσα στο ποίημα σε χάνω και δεν ξέρω
εσύ μου φεύγεις ή εγώ σου φεύγω ;
Πώς σκοτεινιάζω απ’ το δικό σου φέγγος…
Και δε με θέλω πια και δε με ξέρω…»

(Βύρων Λεοντάρης)

 

-Κώστα Γ. Καρυωτάκη, [Θέλω να φύγω πια από δω…]

Θέλω να φύγω πια από δω, θέλω να φύγω πέρα,
σε κάποιο τόπο αγνώριστο και νέο,
θέλω να γίνω μια χρυσή σκόνη μες στον αιθέρα,
απλό στοιχείο, ελεύθερο, γενναίο.

Σαν όνειρο να φαίνονται απαλό και να μιλούνε
έως την ψυχή τα πράγματα του κόσμου,
ωραία να ’ναι τα πρόσωπα και να χαμογελούνε,
ωραίος ακόμη ο ίδιος εαυτός μου.

Σκοτάδι τόσο εκεί μπορεί να μην υπάρχει, θεέ μου,
στη νύχτα, στην απόγνωση των τόπων,
στο φοβερό στερέωμα, στην ωρυγή του ανέμου,
στα βλέμματα, στα λόγια των ανθρώπων.

Να μην υπάρχει τίποτε, τίποτε πια, μα λίγη
χαρά και ικανοποίηση να μένει,
κι όλοι να λένε τάχα πώς έχουν για πάντα φύγει,
όλοι πως είναι τάχα πεθαμένοι.

[πηγή: Κ.Γ. Καρυωτάκης, Τα ποιήματα (1913-1928), επιμ. Γ.Π. Σαββίδης, Νεφέλη, Αθήνα 1992, σ. 129]

-Ευγένιος ΜακΚάρθυ, «Θα φύγω απ’ το καράβι μου»

«Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει…
Το καράβι που ταξιδεύει το λένε ΑΓΩΝΙΑ 937.»
(ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ)

Ναυτολογήθηκα στο «Σύνταγμα»

για 46 λιμάνια, μέρες 67·

καλό καράβι ταπέτα πέρα ώς πέρα, καθαρό

και μάστορας του μπριτζ ο Γκόρεν·

όλο χαρά και ξεγνοιασιά

—ο Ισμπράντσεν έτσι το διαφήμιζε—

καλοθάλασσο με το παραπάνω.

Αψηφώντας τις φουρτούνες του Ατλαντικού

σκαμπανεβάζοντας στις φουσκοθαλασσιές της Αφρικής

ήταν κάπως μεγάλο για τη Μεσόγειο,

σίγουρα για το Αιγαίο.

Με τέτοιο βύθισμα πώς να πλευρίσουμε

περιμέναμε αρόδο.

Ξενιτεμένος

έξω από τη γλώσσα σου, μεταφρασμένος

απ’ το καράβι «Αγωνία 937»

ανέβηκες βίαια στο καράβι μας,

με μια κραυγή για την Ελλάδα, Γιώργο Σεφέρη.

Με της Ελλάδας τις πληγές

μας πλήγωσες.

Μας πλήγωσες με το βαθύ βογκητό

γυναικών που ολόλυζαν μέσα από τους αιώνες —

και με τη ρηχή σιωπή

της θαμμένης φλογέρας.

Μας πλήγωσες

με το φόβο τον κοφτερό

του σπασμένου κουπιού, δείχνοντας τον τάφο

στ’ ακρογιάλι

και με τη μουγγή πίκρα του λιμανιού

όταν μισέψουν όλα τα καράβια.

Μας πλήγωσες με την ασπράδα

της αμυγδαλιάς της ανθισμένης

και με τα μαύρα αποκαΐδια

στα δεκατισμένα χωριά.

Μας πλήγωσες

με τη γλύκα του ροδιού

και με την πίκρα

της θαλασσινής αρμύρας.

Μας πλήγωσες

με τ’ αλαφρύ περπάτημα των παιδιών,

με τα βαριά μαρμάρινα κεφάλια

και με τις ασήκωτες πέτρες.

Μας πλήγωσες ώσμε το θάνατο

κι ώσμε τη ζωή.

Έντεκα λιμάνια μ’ απομένουν

όμως θα φύγω απ’ το καράβι μου

για να μπαρκάρω με το «Αγωνία 937».

(Απόδοση από τ’ αμερικανικά
(Ελλείψει άλλης χειρός)
Σκύρος, Αύγουστος 1969)

[πηγή: Γιώργος Σεφέρης, Τετράδιο Γυμνασμάτων Β΄, επιμ. Γ.Π. Σαββίδης, Ίκαρος, Αθήνα 1993, σ. 127-129]

(Μάλλον λιγότερο γνωστό είναι το γεγονός ότι ο Σεφέρης το 1969 απέδωσε από τα αμερικανικά, «ελλείψει άλλης χειρός» όπως σημειώνει, το ποίημα «Θα φύγω απ’ το καράβι μου» του Αμερικανού γερουσιαστή Ευγένιου ΜακΚάρθυ, που απευθύνεται στον Ελληνα ποιητή.)

 

-Γιάννης Π. Τζήκας, «Σε βλέπω να φεύγεις…»

«Να ταξιδεύεις θες

Ν’ αφήνεις πίσω τη ζωή σου

Να βρεις μιαν άλλη

Μα όπου και να πας πάλι θα φεύγεις

Θα φοράς το νυφικό της Οφηλίας

Και θα φεύγεις

Τάσεις φυγής σε δυναστεύουν…

Και γω χωρίς ποτέ να ‘χω ταξιδέψει

Έστω ναύτης

Σε τσακισμένο όνειρο

Σε μεθυσμένο τρεχαντήρι

Μένω εδώ…

Σε μένα, βλέπεις, τα φεγγάρια

Δε μιλάνε για ταξίδια…

Σε βλέπω να φεύγεις

Με το λυγμό μου σου φωνάζω

Πού πας; Πού μ’ αφήνεις;

Αν μου φύγεις

Της ζωντάνιας σου το φέγγος

Θα μου λείψει

Κι άλλο αστέρι

Δεν έχω από σένα

Στάσου μια στιγμούλα

Στάσου…

Θα περπατήσω στα κύματα

Του αγέρα που είσαι

Και θα σε φτάσω

Να σου χαρίσω ένα λουλούδι θέλω

Ένα «μη με λησμόνει»

Κι ύστερα φεύγεις…

Και τώρα που μόνος μένω

Καθώς χάνεσαι οπτασία στα νέφη

Θέλω να σου πω

Πως στα ταξίδια σου

Μια θλίψη πάντα διακρίνω

-αυτή μην τάχα θες ν’ αφήνεις πίσω;-

Κ’ είναι η θλίψη σου

Στα μύχια σου χωμένη

Και σε τραβάει και χάνεσαι

Σ’ ονείρωνε δαιδάλους…

Αχ, του μυχού τα μυστικά σου δείξε μου

Να βυθιστώ στη δύνη τους και γω μαζί τους

Το ψέμα, την αλήθεια σου να δω

Και πάρε με μαζί σου…

Σε βλέπω πάλι να φεύγεις

Αέρινη, κρινόλευκη

Και το λυγμό μου

Στη γλώσσα του ανέμου ακουμπώ

Να σου τον πέμψει

Αν ποτέ γυρίσεις

Θα ‘μαι εδώ να περιμένω

Μόνος, καταμόναχος

Με τη θύμησή σου

Με τη γλυκόπικρη γεύση

Του λειψού φιλιού στα χείλη»

(Πηγή: https://itzikas.wordpress.com/tag/%CF%84%CE%B1-%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%AE%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1-%CF%84%CE%B6%CE%AE%CE%BA%CE%B1%CF%82/)

-Χριστίνα, «Να μάθεις να φεύγεις…»

«Από την ασφάλεια τρύπιων αγκαλιών
Από χειραψίες που σε στοιχειώνουν
Από την ανάμνηση μιας κάλπικης ευτυχίας
Να φεύγεις -αθόρυβα, σιωπηλά, χωρίς κραυγές, μακρόσυρτους αποχαιρετισμούς

Να μην παίρνεις τίποτα μαζί, ούτε ενθύμια, ούτε ζακέτες για τον δρόμο
Να τρέχεις μακριά από δήθεν καταφύγια κι ας έχει έξω και χαλάζι
Να μάθεις να κοιτάς βαθιά στα μάτια όταν λες αντίο κι όχι κάτω ή το άπειρο
Να εννοείς τις λέξεις σου, μην τις εξευτελίζεις, σε παρακαλώ
Να μάθεις να κοιτάς την κλεψύδρα, να βλέπεις πως ο χρόνος σου τελείωσε.

Όχι αγκαλιές, γράμματα, αφιερώσεις, κάποτε θα ξανασυναντηθούμε αγάπη μου (Όλα τα βράδια και τα τραγούδια δεν θα είναι ποτέ δικά σας -αποδέξου το)

Να σταματήσεις να αγαπάς τον Μέλλοντα, όταν αυτό που έχεις είναι μόνο ο Ενεστώτας
Να φεύγεις από εκεί που δεν ξέρεις γιατί βρίσκεσαι -από κει που δεν ξέρουν γιατί σε κρατάνε
Να αποχωρίζεσαι τραγούδια που αγάπησες, μέρη που περπάτησες

Δεν έχεις τόσο περιορισμένη φαντασία όσο νομίζεις. Μπορείς να φτιάξεις ιστορίες ολοκαίνουριες, με ουρανό κι αλάτι. Να θυμίζουν λίγο φθινόπωρο, πολύ καλοκαίρι κι εκείνη την απέραντη άνοιξη.

Να φεύγεις από εκεί που δεν σου δίνουν αυτά που χρειάζεσαι. Από το δυσανάλογο, το μέτριο και το λίγο.
Να απαιτείς αυτό που δίνεις να το παίρνεις πίσω -δεν τους το χρωστάς.
Να μάθεις να σέβεσαι την αγάπη σου, τον χρόνο σου και την καρδιά σου

Μην πιστεύεις αυτά που λένε -η αγάπη δεν είναι ανεξάντλητη, τελειώνει

Η καρδιά χαλάει, θα τη χτυπάς μια μέρα και δεν θα δουλεύει

Να μη συγχωρείς όσους δεν σου έπλυναν τα πόδια σου με δάκρυα μετανοίας
Να καταλάβεις πως οι δεύτερες ευκαιρίες είναι για τους δειλούς, οι τρίτες για τους γελοίους

Μην τρέμεις την αντιστοιχία λέξεων-εννοιών, να ονομάζεις σχέση τη σχέση, την κοροϊδία, κοροϊδία

Να μαλώνεις τον εαυτό σου καμιά φορά που κάθεται και κλαψουρίζει σαν μωρό κι εσύ κάθεσαι και του δίνεις γλειφιτζούρι μη και σου στεναχωρηθεί το βυζανιάρικο
Να μάθεις να ψάχνεις για αγάπες που θυμίζουν Καζαμπλάνκα, όχι συμβάσεις ορισμένου χρόνου

Και. Να μάθεις να φεύγεις. Από εκεί που ποτέ πραγματικά δεν υπήρξες

Να φεύγεις κι ας μοιάζει να σου ξεριζώνουν το παιδί από τη μήτρα
Να φεύγεις από όσα νόμισες γι’ αληθινά, μήπως φτάσεις κάποτε σ’ αυτά.»

(Το κείμενο είναι της Χριστίνας και όχι του Μενέλαου Λουντέμη, όπως αποδίδεται στο διαδίκτυο)

(Πηγή: http://www.yposimeioseis.com/2014/07/blog-post_20.html )

-*Και η απάντηση στο παραπάνω κείμενο «Να μάθεις να φεύγεις» από την «Tάδε Έφη»

«Αν όλοι μάθουν να φεύγουν τότε ποιος θα μείνει να προσπαθήσει, να διορθώσει, να συγχωρήσει, να συγχωρεθεί, ν΄αγαπήσει, ν΄αγαπηθεί; Η φυγή δεν ήταν ποτέ θαρραλέα, η πιο εύκολη λύση είναι η λήθη. Και ποιο είναι το μάθημα τότε; Χαμένος χρόνος όλα; Στιγμές καταδικασμένες,αφού η ανάμνηση τους ίσως φέρει πόνο. Και ο εγωισμός στην πρώτη γραμμή,γιατί κάποιος κάποτε μας πλήγωσε και γίναμε καημένοι από ερωτευμένοι. Και προτιμούμε να θάψουμε ένα ολόκληρο κομμάτι τις ζωής μας που μας διαμόρφωσε σ΄αυτό που είμαστε σήμερα-πιο μνησίκακοι και εγωιστές αν προσκολληθούμε στον πόνο και τον θυμό,πιο ανθρώπινοι αν κατανοήσουμε τα λάθη και συγχωρήσουμε τον εαυτό μας και τον άλλο κι έτσι πιο κοντά στην ευτυχία και την ηρεμία. Μου κάνει εντύπωση πως τόσοι άνθρωποι ταυτίστηκαν με το μελοδραματικό «Να μάθεις να φεύγεις». Ακόμα κι εγώ, παθούσα η ίδια, δε συμφώνησα παρά ίσως σε δυο σημεία. Και ταυτίστηκες ακόμα κι εσύ, που από θύτης έγινες θύμα. Μπούρδες. Επειδή πάντα έφευγες βρέθηκες εδώ. Επειδή δεν έχεις μάθει να μένεις, να συμπαθείς, να συμπάσχεις, να συμμετέχεις, να αποδέχεσαι και να κατανοείς. Επειδή είναι πιο εύκολο να φεύγεις όπου βρεις δυσκολία και να ψάχνεις μάταια αλλού αυτό που δε σου χαρίστηκε όπως επιθυμούσες και προτίμησες να μη κάνεις τίποτα για να το αποκτήσεις. ‘Επρεπε μικρή μου βασίλισσα να σου ρθει έτοιμο, γιατί δεν είσαι μια κοινή θνητή, αυτός που σε αξίζει φαίνεται από χιλιόμετρα μακρυά, φέγγει σα πυγολαμπίδα και ο κώλος του όταν κλάνει σφυρίζει τ΄όνομα σου. Και θα ναι τόσο τέλειος που ποτέ δε θα σε πληγώσει, ούτε καν θα σε προβληματίσει. Και θα σ’ αγαπήσει γιατί είσαι τέλεια σε όλα και γ@μάτη, μέχρι να βαρεθείτε την τελειότητα σας και να ψάξετε εμάς τους ατελεις που μένουμε και ότι χαλάει το διορθώνουμε, δε το πετάμε. Και στην τελική, αν είναι να φύγεις, φύγε περήφανα, με το κεφάλι ψηλά και τις πληγές σου μάθημα, χωρίς να τρέχεις να ξεφύγεις από τις ίδιες σου τις επιλογές, ρίχνοντας στον άλλο την ευθύνη για τα δεινά σου. Γιατί έτσι, το μόνο που θα μάθεις, είναι να φεύγεις.»

(Πηγή: www.lifo.gr)

-ΓΙΑΝΝΗΣ ΕΥΘΥΜΙΑΔΗΣ, [Φεύγεις…]

*

«Φεύγεις την ώρα ακριβώς που σε σκέφτομαι.
Αφήνεις πίσω το λιγοστό άρωμα
της μνήμης σου
και τα δεσμά του μυαλού και του πόθου μου.
Φεύγεις, άρα υπάρχεις.
Eρχεσαι, όταν ζητάς να με υποτάξεις,
να παίξεις ανασύροντας τη φωνή μου
από τα έγκατα του ασύλληπτου. Ερχεσαι,
άρα σου ανήκω.
Ετσι φτιάχτηκε ο κόσμος για μας.
Αφηνέ με ν’ αγγίζω την αύρα σου έστω,
την άκρη απ’ τη σκιά σου έστω,
τη θέρμη στο μέρος που ακουμπούσες το χαρτί.
Υστερα κοίταζέ με
να σου αφήνω λέξεις πάνω στο σεντόνι.
να γίνομαι ποτάμι από σιωπές.
Γερνάμε μαζί αλλά
θα πεθάνω μόνο εγώ,
αγάπη μου.»
(από τη συλλογή «Γράμματα στον πρίγκιπα»,
Μικρή Αρκτος, 2010)

-Μαίρη Πέστροβα, «Δρομολόγιο φυγής»

[Αναμμένο καρβουνάκι

θυμιάματος

τα άδηλα

και τα κρύφια

καίω

ως άλλης

παραβολής

καιόμενη

βάτος]

Όταν θα φύγω

δρομολόγιο,

μη μου μελαγχολήσεις.

Θα “ναι δρομολόγιο φυγής

ή

ξεκαθαρίσματος λογαριασμών

από κείνη την ημέρα

την βροχερή

[όλα τα όμορφα

έρχονται εν μέσω τυφώνα

και παραμένουν

αυτοκόλλητα ανεξίτηλα,

να! εδώ κολλήστε το

σας παρακαλώ,

θέλω σαν πηγαίνω

στον καθρέπτη

να βλέπω μορφή

να βλέπω μάτια

να βλέπω χέρια]

Να βλέπω

στο κρύσταλλο

των ματιών μου,

υαλοκαθαριστήρες

το χαμόγελο,

αυτό,

με την λακουβίτσα

στο πλάι…

Όταν θα “χω φύγει

δρομολόγιο,

μη μου μελαγχολήσεις.

Θα “ναι δρομολόγιο φυγής,

μα δίστασα να στο φωνάξω.

(http://fractalart.gr/dromologio-fygis/)

 


-Κώστας Βάρναλης, «ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΦΥΓΗΣ»

Πάνω στου πελάου

το σπιθάτ’ αφρό

έστησα χορό,

φεύγω, αναχωρώ!

Έκανα φτερά

κι έγινα πουλί

γεια χαρά, καλή,

και μην κλαις πολύ.

Θάνατος εδώ

κι ανθρωποσφαγή.

Τούτ΄η μάβρη γη

κόκκινη πληγή.

Μέσα στην καρδιά

κόβω κάθε τι

που με συγκρατεί

με τη λάσπη αφτή,

Βούλωσα κι αφτιά

και μνημονικό,

για να μην ακώ

τίποτα κακό.

Ντύθηκα γαμπρός

από καινουργίς

άστρο της αυγής,

έβγα να με διεις.

Πάω για θεός

σε νησί τρανό

μες στο γαλανό

τον ωκεανό.

Άνεμος φυσά

παίρνει με και πα

κι η καρδιά χτυπά!

Όλα Χαρωπά!

Παίρνει με και πα

πούλουδο αλαφρό.

Πάντα με χορό

φέβγω, αναχωρώ!

(Κ. Βάρναλης, «Ποιητικά», εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1958)

 

-Μιχαήλ Μήτρας, «ΤΑΣΕΙΣ ΦΥΓΗΣ»

«να φύγει θέλει να φύγει να φύγει να δεν
θέλει να φύγει όμως δεν μπορεί να φύγει
πώς να φύγει πού να φύγει με τι να φύγει
να φύγουν θέλουν να φύγω να φύγουν να
φύγω θέλω να φύγω να φύγουν θέλουν να
δεν μπορώ να φύγω δεν μπορείς να φύγεις
θέλεις να φύγεις θέλουν να φύγουν όμως
δεν μπορείς να φύγεις να φύγεις να φύγεις
θέλουν να φύγουν θέλω να φύγω να φύγεις
μπορούν να φύγουν δεν μπορείς να φύγεις
να φύγω να φύγει να φύγει να φύγουν δεν»

(από τις «Διακριτικές Μεταβολές»
, συγκεντρωτική έκδοση ποιημάτων του, Εκδόσεις, Απόπειρα)

 

-Γιώργος Σεφέρης, «Φυγή»

Δεν ήταν άλλη η αγάπη μας

έφευγε ξαναγύριζε και μας έφερνε

ένα χαμηλωμένο βλέφαρο πολύ μακρινό

ένα χαμόγελο μαρμαρωμένο, χαμένο

μέσα στο πρωινό χορτάρι

ένα παράξενο κοχύλι που δοκίμαζε

να το εξηγήσει επίμονα η ψυχή μας.

H αγάπη μας δεν ήταν άλλη ψηλαφούσε

σιγά μέσα στα πράγματα που μας τριγύριζαν

να εξηγήσει γιατί δε θέλουμε να πεθάνουμε

με τόσο πάθος.

Κι αν κρατηθήκαμε από λαγόνια κι αν αγκαλιάσαμε

μ᾿ όλη τη δύναμή μας άλλους αυχένες

κι αν σμίξαμε την ανάσα μας με την ανάσα

εκείνου του ανθρώπου

κι αν κλείσαμε τα μάτια μας, δεν ήταν άλλη

μονάχα αυτός ο βαθύτερος καημός να κρατηθούμε

μέσα στη φυγή.»

(Γ. Σεφέρης, Ποιήματα, εκδ. Ίκαρος)

-Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, «Η φυγή»

«T’ άλογο! τ’ άλογο! Oμέρ Bριόνη,
το Σούλι εχούμησε και μας πλακώνει.
T’ άλογο! τ’ άλογο! ακούς, σουρίζουν
ζεστά τα βόλια τους, μας φοβερίζουν.

»Για ιδές, σα δαίμονες μας πελεκάνε!
Kάτου απ’ το βράχο τους πώς ροβολάνε!
Δες τα κεφάλια μας, δες τα κουφάρια
κυλάνε ανάκατα σαν να ’ν’ λιθάρια.

»T’ άλογο! τ’ άλογο! Aκούς πώς σκούζουν!
Oι λύκοι φθάσανε, ρυάζονται, γρούζουν.
Άνοιξ’ η κόλαση και μου ξερνάει
τον μαύρον κόσμο της για να με φάει.

»Bριόνη, πρόφθασε· ακόμη ολίγο,
κι από τα νύχια τους δε θα ξεφύγω.
T’ άλογο!… Γνώρισα τη φουστανέλα
του εχθρού μου τ’ άσπονδου Λάμπρου Tζαβέλα.

»Δεν τόνε βλέπετε, σα Xάρος φθάνει
ψηλ’ ανεμίζοντας το γιαταγάνι.
Nιώθω το χέρι του μες στην καρδιά,
που πάει σπαράζοντας τα σωθικά.

»Aνεμοστρόβιλος, θεοποντή,
όλα σα σίφουνας θα καταπιεί.
Tο μάτι επάνω μου άγρια στυλώνει,
μαχαίρι δίκοπο μέσα μου χώνει.

»Kρύο το σίδερο χωνεύει, σφάζει.
Aκούτε, ακούτε τον πώς μου φωνάζει.
Nιώθω το χνότο του φωτιά ζεστό,
πόρχετ’ επάνω μου σα να ’ναι φιό.

»T’ άλογο! τ’ άλογο, Oμέρ Bριόνη.
O ήλιος έπεσε, νύχτα σιμώνει…
Άστρα, λυτρώστε με· αυτή τη χάρη
ζητάει ο Aλήπασας, πιστό φεγγάρι.»

Eμπρός του στέκεται καμαρωμένο,
μαύρο σαν κόρακας, χρυσά ντυμένο,
άτι αξετίμωτο, φλόγα, φωτιά,
καθάριο αράπικο, το λεν Bοριά.

Xτυπάει το πόδι του, σκάφτει το χώμα,
δαγκάει το σίδερο πόχει στο στόμα.
Pουθούνια διάπλατα και τεντωμένα
αχνίζουν κόκκινα σαν ματωμένα.

Aκούει τον πόλεμο και χλιμιτάει.
T’ αυτιά του τέντωσε, άγρια τηράει.
Oλόρθ’ η χήτη του, ολόρθ’ η ορά,
λυγάει το σώμα του σαν την οχιά.

Σκώνεται λαίμαργο στα πισινά του.
Λάμπουν τα νύχια του, τα πέταλά του.
Λες και δεν έγγιζε κάτου στη γη…
Kρίμα που το ’θελαν για τη φυγή!…

O Λάμπρος το ’βλεπε κι από τη ζήλεια
κρυφ’ αναστέναξε, δαγκάει τα χείλια:
«Άτι περήφανο, να σ’ είχα εγώ,
μέσα στα Γιάννινα ήθελα μπω».

Ωστόσ’ ο Aλήπασας, από τον τρόμο,
τα χήτη του άρπαξε, πετάει στον ώμο…
Σα βόλι γλήγορο, σαν αστραπή,
το άτι χάθηκε με τον Aλή.

Φεύγουνε, φεύγουνε! Δίκαιη κατάρα!
Tους εκυνήγαε αχνή τρομάρα·
νύχτα κατάμαυρη και συγνεφιά
γύρω τους στέκονται για συντροφιά.

Λόγκους περάσανε, χαντάκια μύρια.
Aίματα στάζουνε τα φτερνιστήρια·
αφρούς σα θάλασσα τ’ άλογο χύνει,
σκιάζεται ο Aλήπασας, καιρό δε δίνει.

Kαθώς διαβαίνουνε, τρίζει ένα ξύλο,
φυσάει ο άνεμος, πέφτει ένα φύλλο,
πουλάκι επέταξε, φεύγει ζαρκάδι,
νεράκι πότρεχε μες στο λαγκάδι·

όλα ο Aλήπασας, όλα τρομάζει,
κρύος ο ίδρωτας βρύση τού στάζει.
T’ άλογο αυτιάζεται, δεν ανασαίνει,
τα πόδια εστύλωσε, λύκος διαβαίνει,

και κειος τα δάχτυλα σφίγγει στη σέλα,
τα μάτια του έβλεπαν παντού Tζαβέλα.
Παντού του φαίνονται πως είν’ κρυμμένα
σπαθιά που λάμπανε ξεγυμνωμένα.

Mακριά τα γένια του, άσπρα σα χιόνι,
τα παίρνει ο άνεμος, σκόρπια τ’ απλώνει
εμπρός στο στόμα του και στο λαιμό,
λες και τον έχουνε για πινιμό.

Kαθώς τα κύματα με τη νοτιά
τη νύχτα χάνονται στη σκοτεινιά,
και δεν χωρίζουνε παρά οι αφροί των
ψηλά που ασπρίζουνε στην κορυφή των,

έτσι και τ’ άλογο κείνο το βράδυ
σαν κύμα διάβαινε μες στο σκοτάδι,
κύμα ολοφούσκωτο και σκοτεινό,
πόχει τ’ Aλήπασα τα γένια αφρό.

Φεύγουνε, φεύγουνε! Πάντα τρεχάτοι.
Φθάνει, κ’ εδείλιασε το μαύρο τ’ άτι,
φθάνει, και τρέμουνε τα γόνατά του·
ακούς πώς βράζουνε τα σωθικά του!

Λυσσάει ο Aλήπασας και βλαστημά.
Tο φτερνιστήρι του χώνει βαθιά.
Tο άτι φούσκωσε, βαριά μουγκρίζει,
δίνει ένα πήδημα και γονατίζει.

H καρδιά μέσα του χτυπάει σφυρί,
τ’ αυτιά του γέρνουνε, πέφτει στη γη.
Σπαράζει, ανδρειεύεται και ροχαλιάζει,
απ’ τα ρουθούνια του το αίμα στάζει.

K’ εκεί που τ’ άλογο ψυχομαχάει,
βουβός στη λύσσα του ο Aλής τηράει,
τηράει ανήσυχος, αχνός, να ιδεί.
T’ αυτιά του ετέντωσε ν’ ακουρμαστεί.

Aκόμα σκιάζεται του εχθρού τα βόλια,
και αρπάζει τρέμοντας τα δυο πιστόλια.
T’ άτι το δύστυχο δίπλα στο χώμα
χτυπιέται, δέρνεται, βογκάει ακόμα,

και δεν τον άφηνε καλά ν’ ακούσει
αν κείν’ οι δαίμονες τον κυνηγούσι.
Άφριασ’ ο Aλήπασας, καίετ’, ανάφτει,
τα βόλια τόφτεψε μες στο ριζαύτι.

T’ άτι εταράχτηκε σαν το στοιχειό
και μ’ ένα μούγκρισμα μένει νεκρό.
Tο μάτι ακίνητο και καρφωμένο
έμειν’ επάνω του θολό, σβημένο.

Aκούει πατήματα, φωνές πολλές…
Aχ, τον επρόδωκαν οι πιστολιές!
Σιμώνει ο θόρυβος, το αίμα του πήζει,
έπιασε τ’ άλογο για μετερίζι.

Γιομίζει τ’ άρματα, και στο μαχαίρι
σιγά και τρέμοντας ρίχνει το χέρι.
Aκούει που φώναζαν «Bιζίρη Aλή».
K’ εκείνος έλιωνε σαν το κερί.

Πάλε φωνάζουνε! Kάθε φορά
ακούετ’ ο θόρυβος πλέον σιμά.
Tο μάτι ολάνοιχτο ο Aλής καρφώνει:
«Bοήθα με,» φώναξε, «Oμέρ Bριόνη!»

Έτσι ο Aλήπασας κυνηγημένος
μπαίνει στα Γιάννινα σαν πεθαμένος.
Όσο κι αν έζησεν, η φουστανέλα
του Λάμπρου τόστεκε στα μάτια φέλα.

(από το Aριστοτέλης Bαλαωρίτης B΄. Ποιήματα και Πεζά, Ίκαρος 1981)

Πες το με ποίηση (165ο): «Αγώνας – αγωνιστής»…

-«Η ποίηση πρέπει να ’ναι
ένας οδηγός μάχης κι ευτυχίας
ένα όπλο στα χέρια του λαϊκού αγωνιστή
μία σημαία στα χέρια της ελευθερίας…»

(Γιάννης Ρίτσος)

 

-«Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
δεν θα πάψεις ούτε στιγμή ν’ αγωνίζεσαι για την ειρήνη και για το δίκιο.
Θα βγεις στους δρόμους, θα φωνάξεις, τα χείλια σου θα ματώσουν απ’ τις φωνές
το πρόσωπό σου θα ματώσει από τις σφαίρες μα ούτε βήμα πίσω….»

(Τάσος Λειβαδίτης)

 

-«Δεν είμαστε ποιητές σημαίνει φεύγουμε,

σημαίνει εγκαταλείπουμε τον αγώνα,

παρατάμε τη χαρά στους ανίδεους,

τις γυναίκες στα φιλιά του ανέμου

και στη σκόνη του καιρού.

Σημαίνει πως φοβόμαστε

και η ζωή μάς έγινε ξένη,

ο θάνατος βραχνάς.»

(Γιώργος Σαραντάρης)

 

-«Θα ‘ναι φριχτό να φύγουμε έτσι, δίχως

μια πίστη, έναν αγώνα, μια κραυγή

-άνθρωποι που πεθάναν δίχως μια αμυχή…

άνθρωποι που «διελύθησαν ησύχως….»

(Βύρων Λεοντάρης)

 

 -Βύρων Λεοντάρης, «Γενική αίσθηση» [Αγάπη πάντοτε κι αγώνας]

(απόσπασμα)

«Αγάπη πάντοτε κι αγώνας θα σε πλάθουν και θα δίνουν

νόημα στον πυρετό της ύπαρξής σου, μ’ ένα φως

φτεροκοπώντας γύρω σου τις στάχτες να σου πλύνουν

-Σήκω! Της ζωής δε σταματάει ποτέ ο τρικυμισμός.

Αγάπη πάντοτε κι αγώνας θα μοιράζουνε το βάρος

της αίσθησής σου ίσα στους πόρους του κορμιού,

θα σου χαρίζουν βλήματα σ’ ένα λιβάδι θάρρος,

δάχτυλα πιο συγγενικά στη χλόη του χαδιού

κι όνειρα γήινα, ταιριαστά στο ανθρώπινό μας σχήμα.

Χωρίς αγάπη ειν’ ο αγώνας πανοπλία κενή,

χωρία αγώνα κάθε αγάπη πεθαμένο κύμα,

αίμα χωρίς σφυγμό, καΐκι δίχως το πανί.

Χωρίς αγώνα κι ο Ποιητής λιμνάζει και σαπίζει

κι από το σώμα του μαδάει του κόσμου μας η αφή,

της αδικίας ο αίνος γύρω του σαλπίζει

και σαν σκουλήκια που πηδούν στη βρόμικη τροφή,

ευθύς αρχίζουν άνθρωποι- φενάκες από ανθρώπους-

να του κουφώνουν και ζωή και δόξα κι ομορφιά.

Όμως η Γη μισεί τους βαλτοτόπους

και ο Ήλιος σκληρός, εκδικητής, ανοίγει τα πανιά,

ξεραίνει όλους τους βάλτους και δε μένει

στάχτη της στάχτης, λησμονιά της λησμονιάς

κι ο συρφετός των σκουληκιών πεθαίνει ενώ βυζαίνει

την προσδοκία μιας αηδίας πιο πλατιάς.

Αγάπη πάντοτε κι αγώνας θα συμπτύσσουν

τους μελανούς ορίζοντες στο χάδι του υψωμού

κι αφού τη νέα ζωή σου αθλοθετήσουν,

θα σε συνέχουν πάντα στην πορεία του λυτρωμού.

Τι δύσκολο το βάδισμα! Κάθε βήμα και πάλη

κάθε βήμα κι ηφαίστειο που η λύπη καταρρέει

σε κάθε βήμα μια αίσθηση σ’ εγκαταλείπει κι άλλη

προσηλυτίζει την ψυχή σου ευθύς και γλυκολέει:

“Ζει ο άνθρωπος κι ένας σφυγμός αν μείνει ακόμη,

ζει ο άνθρωπος κι αν μείνει μια πληγή,

ζει ο άνθρωπος κι αν μείνει μια συγγνώμη,

ζει ο άνθρωπος κι αν μείνει μια κραυγή.”…»

(Βύρων Λεοντάρης, Ψυχοστασία, ύψιλον/ βιβλία)

 

-Μπέρτολτ Μπρεχτ, «ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΟΠΟΙΟΣ ΜΕΝΕΙ, ΟΤΑΝ ΑΡΧΙΖΕΙ Ο ΑΓΩΝΑΣ»

«Σπίτι του όποιος μένει, όταν αρχίζει ο αγώνας

κι αφήνει άλλους για την υπόθεσή του να παλέψουν,

πρέπει να ξέρει (για να ’ναι προετοιμασμένος) ότι

όποιος δεν επήρε μέρος στον αγώνα

την ήττα αναγκαστικά θα μοιραστεί στο τέλος.

Και κάτι άλλο: ουδέποτε εν τέλει

αποφεύγει τον αγώνα

όποιος θέλει τον αγώνα ν’ αποφύγει –

καθώς

για του εχθρού του την υπόθεση θα ’χει παλέψει

όποιος για τη δική του δεν επάλεψε υπόθεση.»

(http://zbabis.blogspot.gr/2015/03/12-4.html)

 

-Μπέρτολτ Μπρεχτ, [Λες…]

«…Λες: πολύν καιρό αγωνίστηκες.
δε μπορείς άλλο πια ν’ αγωνιστείς.
Άκου λοιπόν: είτε φταις, είτε όχι
σαν δεν μπορείς άλλο να παλέψεις θα πεθάνεις.

Λες: πολύν καιρό ήλπιζες,
δεν μπορείς άλλο πια να ελπίσεις.
Ήλπιζες τι;
Πώς ο αγώνας θαν’ εύκολος;

Δεν είν’ έτσι.
Η θέση μας είναι χειρότερη απ’ όσο νόμιζες.

Είναι τέτοια που: αν δεν καταφέρουμε το αδύνατο
δεν έχουμε ελπίδα.
Αν δεν κάνουμε αυτό που κανείς δεν μπορεί να μας ζητήσει
θα χαθούμε.

Οι εχθροί μας περιμένουν να κουραστούμε.

Όταν ο αγώνας είναι στην πιο σκληρή καμπή του,
οι αγωνιστές έχουν την πιο μεγάλη κούραση.
Οι κουρασμένοι, χάνουν τη μάχη.»

 

-Π. Καρυώτη, «ΕΜΠΡΟΣ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ»

(απαγγέλθηκε στο βουνό, στις 28 του Οκτώβρη 1948, και προφανώς δημοσιεύθηκε σε έντυπο του ΔΣΕ)

«Με τ’ άρματα πάλι κι’ εμπρός στον αγώνα

Εμπρός τα καλά παλληκάρια, οι πατριώτες,

παιδιά του λαού μας, στρατιώτες του χρέους.

Εμπρός στον αγώνα με τ’ άρματα πάλι.

* * *

Χαλάσματα οι τύραννοι, κι’ αίμα και δάκρυ

γιομίζουν τον έρμο τον τόπο μας πάλι.

Θρηνούν οι μαννάδες, ορφάνεια και πίκρα,

μαχαίρι και βία, ερείπια ολούθε.

* * *

Μα η φλόγα της πίστης σου φέγγει στη νύχτα,

στρατέ του λαού της Ελλάδας δυο χρόνια.

Λιτόχωρο – Γράμμος, ο δρόμος π’ ανοίγει

με τ’ άξια σου τ’ άρματα, φτάνει στη νίκη.

* * *

Προχώρα, προχώρα!… Οι τύραννοι κάτου!

Για πάντα να φύγουν κι’ οι ξένοι δυνάστες.

Ζωή, λευτεριά στο λαό μας να φέρεις,

χαρά της ειρήνης ν’ αρθεί στην πατρίδα».

(Στη σελίδα «ΑΓΩΝΑΣ και ΤΕΧΝΗ» της εφημερίδας «ΕΞΟΡΜΗΣΗ», Χρόνος Γ’, φύλλο 40, 2 Δεκέμβρη 1948)

 

-ΠΕΤΕΡ ΒΑΙΣ, «Ο ΑΓΩΝΑΣ ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΕΙ»

«Πέθανε κει που τον χρειαζόμασταν

Πιο πολύ παρά ποτέ!

Γιατί πέθανε;

Τάχα ν’ αρρώστησε; Για λιποψύχησε;

Μήπως προσφέρθηκε για τη θυσία;

Μ’ αν ήταν άρρωστος, γιατί δεν τον βοηθήσαμε;

Ήταν σαν το Χριστό όταν τον κατέβασαν απ’ το Σταυρό…

Εγώ όμως μισώ του πόνου τους ηρωισμούς

Εγώ μισώ της ανάστασης τη μυστικοπάθεια

Εμείς τον εγκαταλείψαμε

Κει που έπρεπε να τον βοηθήσουμε μ’ όλη μας τη δύναμη.

Κι’ η γη που ρούφηξε το αίμα του δικιά του γη δεν ήταν,

Μονάχα κει που ζούμε είναι δικιά μας η γη.

Και τώρα τον βαφτίζουμε μάρτυρα

Να ξαλαφρώσουμε τις συνειδήσεις μας.

Ή μήπως κάνω λάθος;

Μήπως ήταν δυνατός, δραστήριος, γεμάτος πίστη;

Μήπως υπήρξε ο μόνος που τόλμησε;

Μήπως ο θάνατός του μας δίδαξε την ατολμία μας;

Μάθετε

Μάθετε

Μάθετε

Ο αγώνας εξακολουθεί.»

(Σύγχρονη σχολική ανθολογία, Ατραπός)

 

-Νικηφόρου Βρεττάκου, «Ελεγείο πάνω στον τάφο ενός μικρού αγωνιστή»

«Πάνω στο χώμα το δικό σου λέμε τ’ όνομά μας.
Πάνω στο χώμα το δικό σου σχεδιάζουμε τους κήπους και τις πολιτείες μας.
Πάνω στο χώμα σου Είμαστε. Έχουμε πατρίδα.

 Έχω κρατήσει μέσα μου την ντουφεκιά σου.
Γυρίζει μέσα μου ο φαρμακερός ήχος του πολυβόλου.
Θυμάμαι την καρδιά σου που άνοιξε κ’ έρχονται στο μυαλό μου
κάτι εκατόφυλλα τριαντάφυλλα
που μοιάζουνε σαν ομιλία του απείρου προς τον άνθρωπο.
Έτσι μας μίλησε η καρδιά σου.
Κ’ είδαμε πως ο κόσμος είναι μεγαλύτερος
κ’ έγινε μεγαλύτερος για να χωρά η αγάπη.

 Το πρώτο σου παιχνίδι, Εσύ.
Το πρώτο σου αλογάκι, Εσύ.
Έπαιξες τη φωτιά. Έπαιξες το Χριστό.
Έπαιξες τον Άι-Γιώργη και το Διγενή.
Έπαιξες τους δείχτες του ρολογιού που κατεβαίνουν απ’ τα μεσάνυχτα.
Έπαιξες τη φωνή της ελπίδας εκεί που δεν υπήρχε φωνή.
Η πλατεία ήταν έρημη. Η πατρίδα είχε φύγει.
Ήταν καιρός! Δε βάσταξε η καρδιά σου περισσότερο!
Ν’ ακούς κάτω απ’ τη στέγη σου τ’ ανθρώπινα μπουμπουνητά της Ευρώπης!
Άναψες κάτω απ’ το σακκάκι σου το πρώτο κλεφτοφάναρο.
Καρδιά των καρδιών! Κοίταξες τον ήλιο και προχώρησες..

 Ανέβηκες στο πεζοδρόμιο κ’ έπαιξες τον Άνθρωπο!»

[πηγή: Νικηφόρος Βρεττάκος, Τα ποιήματα, τ. 1, Τρία Φύλλα]

Πες το με ποίηση (164ο): «Νίκη – Ήττα)…

-«Κάθε νίκη από χιλιάδες μικρές ήττες καμωμένη»

(Ελύτης, Ανοιχτά χαρτιά)

 

-«…Θ’ απαρνηθείς την ήττα;
Η ήττα είναι παράδοση
μιλιέται από σώμα σε σώμα διαιωνίζεται.
Είδες ποτέ κανένα όνειρο
μεταμοντέρνας νίκης να διαρκεί;…»

(Κική Δημουλά)

 

-«Όποιος λέει είναι νικητής

διαπράττει ένα ανιαρό λάθος

όποιος λέει πως είναι νικημένος

διαπράττει ένα σπαραχτικό λάθος»

(Ν. Καρούζος)

 

-«Γράφω ποιήματα. Πόλεμο κάνω με τις λέξεις.
Πολλές οι νίκες και πολλές οι ήττες.
Μα περισσότερα τα θύματα
Γιατί και στις νίκες και στις ήττες
Πάντα τα θύματα περισσεύουν.»

(Γ. Π. Τζήκας)

 

 

-ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ, «Η ΝΙΚΗ»

Εδώ στο Ελληνικό το χώμα,

το στοιχειωμένο και ιερό,

που το ίδιο χώμα μένει ακόμα

κι απ’ τον αρχαίο τον καιρό,

στο χώμα τούτο πάντα ανθούνε

κι έχουν αθάνατη ζωή

και μας θαμπώνουν, μας μεθούνε

νεράιδες, ήρωες, θεοί!

Είδα τη Νίκη τη μεγάλη,

τη Νίκη την παντοτεινή!

Την είδα εμπρός μου να προβάλη

με φορεσιά ολοφωτεινή.

Ασύγκριτη σαν την ιδέα,

σαν όνειρο λαχταριστή,

είδα τη Νίκη την αρχαία,

τη Νίκη την κυματιστή![…]

Την είδα να περνά μπροστά μου

με φορεσιά ολοφωτεινή

και λύγισα στη γη εκεί χάμου

κι έκραξα με τρανή φωνή,

γονατιστός με θαμπωμένα

μάτια, με λαύρα περισσή:

«Χαίρε θεά, χαίρε παρθένα,

Ω Νίκη, ω Νίκη, ω Νίκη. Εσύ!

Εσύ που δείχνεις πως ανθούνε

εδώ  μ’ αθάνατη ζωή,

πως μας εμπνέουν και μας μεθούνε

νεράιδες, ήρωες, θεοί!»

 

-Κωστής Παλαμάς, «Ἡ νίκη»

(Τὸ τελευταῖο ποίημα τοῦ ποιητῆ,
ἐντὸς τοῦ Β´ παγκοσμίου πολέμου)

«Παιδιά μου ὁ πόλεμος,
γιὰ σᾶς περνάει θριαμβευτής·
τῶν ἄδικων ὁ πόλεμος
δὲν εἶν᾿ ἐκδικητής
εἶναι ὁ θυμὸς τῆς ἄνοιξης
καὶ τῆς δημιουργίας;

Κι᾿ ἂν εἶναι, καὶ στὸν πόλεμο
μέσα ἡ ζωὴ θυσία,
ὁ τάφος εἶναι πέρασμα
πρὸς τὴν Ἀθανασία!»

(http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/kwsths_palamas/poihmata.)

 

 

-ΣΩΤΗΡΗΣ ΣΚΙΠΗΣ, «Η ΝΙΚΗ ΕΊΝΑΙ ΔΙΚΗ ΜΑΣ»

Χτυπάει η καμπάνα… Πόλεμος! Βουίζει το χωριό.

Περήφανες υψώνονται σημαίες στον αγέρα.

Σκύβουν λεβέντες και φιλούν το χέρι το δεξιό

της μάνας, του πατέρα.

Το τρέμουλο απ’ τη φωνή να κρύψουν οι γονιοί

μάταια πασκίζουν, όταν λεν: « Παιδιά με την ευχή μας».

Κι αυτοί αποχαιρετώντας τους ξεσπούν σε μια ιαχή:

«η Νίκη είναι δική μας!».

 

-Ο Αζίζ Νεσίν για τον Ναζίμ Χικμέτ:

«Κάποιος μπήκε μέσα. Ο Ναζίμ Χικμέτ πέθανε είπε. Το μήνυμα το είχε μεταδόσει το ραδιόφωνο. Για μένα ο Ναζίμ Χικμέτ είναι πάντοτε νικητής. Ότι έκανε εκείνος ότι κάνει για μένα είναι μια νίκη. Όπου έλαχε κι άκουσα τόνομά του είχα συνηθίσει χρόνια νακούω στο κατόπι του και μια νίκη. Ο Ναζίμ Χικμέτ έγραψε ένα καινούργιο ποίημα: είναι νικητής. Έβγαλε ένα καινούργιο βιβλίο: είναι νικητής. Τον εξορίσανε: νίκη του Ναζίμ Χικμέτ. Τον ρίξανε στη φυλακή: νίκη του Ναζίμ Χικμέτ. Έτσι όταν ο άνθρωπος που μπήκε στην κάμαρη ξεστόμισε τόνομα του Ναζίμ Χικμέτ, δίχως νακούσω το τέλος του λόγου καρτερούσα πάλι για καμιά καινούργια νίκη του Ναζίμ Χικμέτ. Είπε κατόπι πέθανε. Ακόμα κι ο θάνατος είναι σα μια νίκη του σκέφτηκα. Είχα συνηθίσει χρόνια τώρα στις νίκες του».

(http://atexnos.gr/)

 

-Αγγελάκη-Ρουκ, «Το σώμα είναι η νίκη και η ήττα των ονείρων»:

Το σώμα είναι η Νίκη των ονείρων

όταν ασύστολο σαν το νερό

σηκώνετ’ απ’ τον ύπνο

με κοιμισμέν’ ακόμα τις βούλες

τις ουλές, τα τόσα τα σημάδια

τους σκούρους ελαιώνες του

ερωτευμένους

δροσερούς μέσα στη χούφτα.

Το σώμα είναι η Ήττα των ονείρων

σαν κείται μακρύ κι αδειανό

–να φωνάξεις μέσα ακούς την ηχώ–

με τις αναιμικές τριχίτσες του

ανέραστο απ’ το χρόνο

βογκάει, πλήγεται

μισεί την κίνησή του

ξεθωριάζει σταθερά

το αρχικό του μαύρο

ξυπνώντας ζεύεται την τσάντα

από δαύτη κρέμεται μαρτυρικά

ώρες μέσα στη σκόνη.

Το σώμα είναι η Νίκη των ονείρων

όταν βάζει το ένα πόδι μπρος στο άλλο

και κερδίζει τον συγκεκριμένο χώρο.

Ένα τόπο.

Με τράνταγμα βαρύ.

Θάνατο.

Όταν το σώμα κερδίζει τον τόπο του

με θάνατο

στην πλατεία

σα λύκος με ρύγχος καυτό

ουρλιάζει το «θέλω»

«δεν αντέχω»

«φοβερίζω – ανατρέπω»

«πεινάει το μωρό μου».

Το σώμα γεννάει το δίκιο του

και το υπερασπίζεται.

Το σώμα φτιάχνει το λουλούδι

φτύνει το κουκούτσι-θάνατο

κατρακυλάει πετάει

ακίνητο στροβιλίζεται γύρω απ’ την καταβόθρα

–κίνηση του κόσμου–

στ’ όνειρο το σώμα θριαμβεύει

ή βρίσκεται γυμνό στους δρόμους

κι υποφέρει·

χάνει τα δόντια του

τρέμει από έρωτα

σκάει η γη του σαν καρπούζι

και τελειώνει.

 

όμως εγώ δεν παραδέχτηκα την ήττα» (Μ. Αναγνωστάκης)

-«Μιλώ για τα τελευταία σαλπίσματα των νικημένων στρατιωτών
Για τα κουρέλια από τα γιορτινά μας φορέματα
Για τα παιδιά μας που πουλάν τσιγάρα στους διαβάτες…»

(Μ. Αναγνωστάκης)

-Γιάννης Ρίτσος, «Μετά την ήττα»

Ύστερ’ απ’ την πανωλεθρία των Αθηναίων στους Αιγός

Ποταμούς, και λίγο αργότερα

μετά την τελική μας ήττα, -πάνε πια οι ελεύθερες κου-
βέντες μας, πάει κι η Περίκλεια αίγλη,
η άνθηση των Τεχνών, τα Γυμναστήρια και τα Συμπόσια
των σοφών μας. Τώρα
βαριά σιωπή στην Αγορά και κατήφεια, κι η ασυδοσία των
Τριάντα Τυράννων.
Τα πάντα (και τα πιο δικά μας) γίνονται ερήμην μας, χω-
ρίς καθόλου
τη δυνατότητα μιας κάποιας προσφυγής, μιας υπεράσπι-
σης ή απολογίας,
μιας έστω τυπικής διαμαρτυρίας. Στη φωτιά τα χαρτιά και
τα βιβλία μας˙
κι η τιμή της πατρίδας στα σκουπίδια. Κι αν γινόταν ποτέ
να μας επέτρεπαν
να φέρουμε για μάρτυρα κάποιον παλιό μας φίλο, αυτός
δε θα δεχόταν από φόβο
μήπως και πάθει τα δικά μας-με το δίκιο του ο άνθρω-
πος. Γι’ αυτό
καλά είναι εδώ,-μπορεί και ν’ αποχτήσουμε μια νέα επα-
φή με τη φύση
κοιτώντας πίσω από το σύρμα ένα κομμάτι θάλασσα, τις
πέτρες, τα χορτάρια,
ή κάποιο σύννεφο στο λιόγερμα, βαθύ, βιολετί, συγκινη-
μένο. Κι ίσως
μια μέρα να βρεθεί ένας νέος Κίμωνας, μυστικά οδηγημένος
από τον ίδιο αιτό, να σκάψει και να βρει τη σιδερένια
αιχμή απ’ το δόρυ μας,
σκουριασμένη, λιωμένη κι αυτήν, και να την κουβαλήσει
επίσημα
σε πένθιμη ή δοξαστική πομπή, με μουσική και στεφάνια
στην Αθήνα.
(Λέρος, 21-03-68.)
(Από την ποιητική συλλογή Επαναλήψεις. Σειρά Δεύτερη.)

 

-ΙΩΣΗΦ ΙΩΣΗΦΙΔΗΣ » ΗΤΤΑ «

Βλέπεις τη λέξη ‘ήττα’ και οδύρεσαι,
λες φταιν οι άλλοι, θες να εκδικηθείς,
ή απαθής σηκώνεις τα χέρια ψηλά.
Είναι η νίκη σου ένας πίθος Δαναΐδων
χωρίς πάτο, κόπος μάταιος; Μήπως είναι
πλάνη να θεωρείς την ήττα σου ως ήττα;

Ο θάνατος είναι ήττα. Πόση ήττα προκαλεί;
Ο Λεωνίδας, νεκρός στη μάχη, κερδίζει το μέλλον,
ο αθάνατος Αχιλλέας τελικά δεν αφάνισε τον Έκτορα,
ο Αγωνιστής ως Κούρος πεθαίνει εν ονόματι της αρετής∙*
ζώσα η ψυχή του νεκρού, νεκρή πολλών που ζουν.

Ξαναζύγισε τον στόχο, το βάρος της ήττας σου,
είναι νίκες που σου καρφώνουν τα πόδια στη γη
που είχαν πήχυ χαμηλό και τον νομίζαμε ψηλό,
είναι ήττες που προσφέρουν πιο πολλά απ’ τη μέθη
ή απ’ όσα έχασε ο νικητής σαν του γλίστρησε η νίκη.

Τα φύλλα του φθινοπώρου είναι άνθη άλλης Άνοιξης,
σαν έχεις πτώση ο έρως-πτέρως σε παίρνει σε πτήση,
η αλήθεια δεν είναι φάντασμα, ζει εντός, άγγιξέ την
πίστεψε: νικώντας την ήττα σου στέρεα θα ’χεις νίκη.

(Ιωσήφ Σ. Ιωσηφίδης  Από την ανέκδοτη Ποιητική Συλλογή «ΚΟΥΡΟΣ ΚΑΙ ΚΟΡΗ»

http://homouniversalisgr.blogspot.gr/2015/09/blog-post_25.html)

 

-Γ. Π. Τζήκας, «Ηττημένοι έρωτες»

«Και δεν το ξέρατε; Να σας το πω…

Από έρωτες ηττημένους πάσχουμε

Εσαεί και

ανιάτως…

Των ερώτων μας τα Άγια Πάθη

στα γκρεμισμένα τείχη της Ιεριχούς μας

μοιρολογούμε

και των δακρύων την αρμύρα

μαζεύουμε

σε τεφροδόχους ιερές

να προστατευτεί

(μην και το άλας μωρανθεί).

Πάντα το έλεγα

κάθε ερωτική ιστορία

είναι το χρονικό μιας αποτυχίας.

Πάντα το ψυχανεμιζόμουν

πως η  δύναμη που τη Γη γυρίζει

δεν είναι οι ευτυχισμένοι έρωτες

μα αυτοί που απ’ την πολλήν

του ήλιου τους τη λάμψη

λαμπριάτικες λαμπάδες γίνονται

και καίγονται..»

Πες το με ποίηση (163ο): «Ήρωες»….

-Νίκος Γκάτσος, «Οι ήρωες είναι πάντα ευγενικοί»

«Οι ήρωες είναι πάντα ευγενικοί.
Γεννιούνται μ’ ένα χρυσαφένιο χρώμα,
μ’ όνειρα που τους τα φτιάχνει η συννεφιά,
μ’ ελπίδες που φυτρώσαν μες στο χώμα…
Οι ήρωες δεν έχουν μυστικά.
Δεν ταξιδεύουνε ποτέ σε ξένα μέρη.
Γίνοντ’ αγάλματα ψυχρά, μα εθνικά
κι έχουν για συντροφιά τους ένα περιστέρι…
Οι ήρωες είναι πάντα ευγενικοί.
Κάνουν πως, τάχα, λεπτομέρειες δε θυμούνται…
Κι όταν η νύχτα τούς σκεπάζει με σιωπή,
πετάν’ το θρύλο στα πουλιά κι αποκοιμιούνται…»

.

-«Με παρελάσεις, με ηρώα, με στεφάνια –

Τι πένθος: να θυμόμαστε πάλι

Πόσο οι νεκροί είναι ξεχασμένοι»

(Γ. Ρίτσος)

 

-«…Να μιλήσω για ήρωες να μιλήσω για ήρωες: ο Μιχάλης
που έφυγε μ’ ανοιχτές πληγές απ’ το νοσοκομείο
ίσως μιλούσε για ήρωες όταν, τη νύχτα εκείνη
που έσερνε το ποδάρι του μες στη συσκοτισμένη πολιτεία,
ούρλιαζε ψηλαφώντας τον πόνο μας· “Στα σκοτεινά
πηγαίνουμε, στα σκοτεινά προχωρούμε…”
Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά.»
(Γ. Σεφέρης, απόσπασμα από το ποίημα “ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ”)

-Ο. Ελύτης, «Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας»
(Απόσπασμα)

«…Πέστε λοιπόν στον ήλιο νά ’βρει έναν καινούριο δρόμο
Tώρα που πια η πατρίδα του σκοτείνιασε στη γη
Aν θέλει να μη χάσει από την περηφάνια του·
Ή τότε πάλι με χώμα και νερό
Aς γαλαζοβολήσει αλλού μιαν αδελφούλα Ελλάδα!
Πέστε στον ήλιο νά ’βρει έναν καινούριο δρόμο
Mην καταπροσωπήσει πια μήτε μια μαργαρίτα
Στη μαργαρίτα πέστε νά ’βγει μ’ άλλη παρθενιά
Mη λερωθεί από δάχτυλα που δεν της πάνε!

Χωρίστε από τα δάχτυλα τ’ αγριοπερίστερα
Kαι μην αφήστε ήχο να πει το πάθος του νερού
Kαθώς γλυκά φυσά ουρανός μες σ’ αδειανό κοχύλι
Mη στείλτε πουθενά σημάδι απελπισιάς
Mόν’ φέρτε από τις περιβόλες της παλικαριάς
Tις ροδωνιές όπου η ψυχή του ανάδευε
Tις ροδωνιές όπου η ανάσα του έπαιζε
Μικρή τη νύφη χρυσαλλίδα
Που αλλάζει τόσες ντυμασιές όσες ριπές το ατλάζι
Στον ήλιο, σαν μεθοκοπούν χρυσόσκον’ οι χρυσόμυγες
Kαι παν με βιάση τα πουλιά ν’ ακούσουνε απ’ τα δέντρα
Ποιου σπόρου γέννα στύλωσε το φημισμένο κόσμο!

Θ´

Φέρτε κανούρια χέρια τι τώρα ποιος θα πάει
Ψηλά να νανουρίσει τα μωρά των άστρων!
Φέρτε καινούρια πόδια τι τώρα ποιος θα μπει
Στον πεντοζάλη πρώτος των αγγέλων!
Kαινούρια μάτια ―Θε μου― τι τώρα πού θα παν
Nα σκύψουν τα κρινάκια της αγαπημένης!
Αίμα καινούριο τι με ποιο χαράς χαίρε θ’ ανάψουν
Και στόμα, στόμα δροσερόν από χαλκό κι αμάραντο
Tι τώρα ποιος στα σύννεφα θα πει «γεια σας παιδιά!»

Mέρα, ποιος θ’ αψηφήσει τα ροδακινόφυλλα
Nύχτα, ποιος θα μερέψει τα σπαρτά
Ποιος θα σκορπίσει πράσινα καντήλια μες στους κάμπους
Ή θ’ αλαλάξει θαρρετά κατάντικρυ απ’ τον ήλιο
Για να ντυθεί τις θύελλες καβάλα σ’ άτρωτο άλογο
Kαι να γενεί Αχιλλέας των ταρσανάδων!
Ποιος θ’ ανεβεί στο μυθικό και μαύρο ερημονήσι
Για ν’ ασπαστεί τα βότσαλα
Kαι ποιος θα κοιμηθεί
Για να περάσει από τους Ευβοϊκούς του ονείρου
Nά ’βρει καινούρια χέρια, πόδια, μάτια
Aίμα και λαλιά
Nα ξαναστυλωθεί στα μαρμαρένια αλώνια
Kαι να ριχτεί ―αχ τούτη τη φορά―
Kαι να ριχτεί του Χάρου με την αγιοσύνη του!

Ήλιος, φωνή χαλκού, κι άγιο μελτέμι
Πάνω στα στήθη του όμοναν: «Ζωή να σε χαρώ!»
Δύναμη εκεί πιο μαύρη δε χωρούσε
Mόνο με φως χυμένο από δαφνόκλαδο
Kι ασήμι από δροσιά μόνον εκεί ο σταυρός
Άστραφτε, καθώς χάραζε η μεγαλοσύνη
Κι η καλοσύνη με σπαθί στο χέρι πρόβελνε
Nα πει μεσ’ απ’ τα μάτια του και τις σημαίες τους «Ζω!»

Γεια σου μωρέ ποτάμι οπού ’βλεπες χαράματα
Παρόμοιο τέκνο θεού μ’ ένα κλωνί ρογδιάς
Στα δόντια, να ευωδιάζεται από τα νερά σου·
Γεια σου κι εσύ χωριατομουσμουλιά που αντρείευες
Kάθε που ’θελε πάρει Αντρούτσος τα όνειρά του·
Κι εσύ βρυσούλα του μεσημεριού που έφτανες ώς τα πόδια του
Κι εσύ κοπέλα που ήσουνα η Ελένη του
Που ήσουνα το πουλί του, η Παναγιά του, η Πούλια του
Γιατί και μια μόνο φορά μες στη ζωή αν σημάνει
Aγάπη ανθρώπου ανάβοντας
Άστρον απ’ άστρο τα κρυφά στερεώματα,
Θα βασιλεύει πάντοτες παντού η θεία ηχώ
Για να στολίζει με μικρές καρδιές πουλιών τα δάση
Mε λύρες από γιασεμιά τα λόγια των ποιητών

Kι όπου κακό κρυφό να το παιδεύει―
Kι όπου κακό κρυφό να το παιδεύει ανάβοντας!

IA´

Κείνοι που επράξαν το κακό ― γιατί τους είχε πάρει
Tα μάτια η θλίψη πήγαιναν τρικλίζοντας
Γιατί τους είχε πάρει
Tη θλίψη ο τρόμος χάνονταν μέσα στο μαύρο σύγνεφο
Πίσω! και πια χωρίς φτερά στο μέτωπο
Πίσω! και πια χωρίς καρφιά στα πόδια
Eκεί που γδύν’ η θάλασσα τ’ αμπέλια και τα ηφαίστεια
Στους κάμπους της πατρίδας πάλι και με το φεγγάρι αλέτρι
Πίσω! Στα μέρη όπου λαγωνικά τα δάχτυλα
Mυρίζονται τη σάρκα κι όπου η τρικυμία βαστά
Όσο ένα γιασεμί λευκό στο θέρος της γυναίκας!

Kείνοι που επράξαν το κακό ― τους πήρε μαύρο σύγνεφο
Ζωή δεν είχαν πίσω τους μ’ έλατα και με κρύα νερά
M’ αρνί, κρασί και τουφεκιά, βέργα και κληματόσταυρο
Παππού δεν είχαν από δρυ κι απ’ οργισμένο άνεμο
Στο καραούλι δεκαοχτώ μερόνυχτα
Mε πικραμένα μάτια·
Τους πήρε μαύρο σύγνεφο ― δεν είχαν πίσω τους αυτοί
Θειο μπουρλοτιέρη, πατέρα γεμιτζή
Mάνα που να ’χει σφάξει με τα χέρια της
Ή μάνα μάνας που με το βυζί γυμνό
Xορεύοντας να ’χει δοθεί στη λευτεριά του Χάρου!

Kείνοι που επράξαν το κακό ― τους πήρε μαύρο σύγνεφο
Mα κείνος που τ’ αντίκρισε στους δρόμους τ’ ουρανού
Aνεβαίνει τώρα μοναχός και ολόλαμπρος!

IB´

Με βήμα πρωινό στη χλόη που μεγαλώνει
Aνεβαίνει μοναχός και ολόλαμπρος…

Λουλούδια αγοροκόριτσα του κρυφογνέφουνε
Kαι του μιλούν με μια ψηλή φωνή που αχνίζει στον αιθέρα
Γέρνουν και κατ’ αυτόν τα δέντρα ερωτεμένα
Mε τις φωλιές χωμένες στη μασχάλη τους
Mε τα κλαδιά τους βουτηγμένα μες στο λάδι του ήλιου
Θαύμα ― τι θαύμα χαμηλά στη γη!
Άσπρες φυλές μ’ ένα γαλάζιο υνί χαράζουνε τους κάμπους
Στράφτουν βαθιά οι λοφοσειρές
Kαι πιο βαθιά τ’ απρόσιτα όνειρα των βουνών της άνοιξης!

Ανεβαίνει μοναχός και ολόλαμπρος
Tόσο πιωμένος από φως που φαίνεται η καρδιά του
Φαίνεται μες στα σύννεφα ο Όλυμπος ο αληθινός
Kαι στον αέρα ολόγυρα ο αίνος των συντρόφων…
Tώρα χτυπάει πιο γρήγορα τ’ όνειρο από το αίμα
Στους όχτους του μονοπατιού συνάζουνται τα ζώα
Γρυλίζουν και κοιτάζουνε σα να μιλούνε
Ο κόσμος όλος είναι αληθινά μεγάλος
Γίγας που κανακεύει τα παιδιά του

Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο
Αύριο, αύριο λένε, το Πάσχα τ’ ουρανού!
IΓ´

Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο―

Λένε γι’ αυτόν που κάηκε μες στη ζωή
Όπως η μέλισσα μέσα στου θυμαριού το ανάβρυσμα·
Για την αυγή που πνίγηκε στα χωματένια στήθια
Eνώ μηνούσε μιαν ημέρα πάλλαμπρη·
Για τη νιφάδα που άστραψε μες στο μυαλό κι εσβήστη
Tότες που ακούστηκε μακριά η σφυριγματιά της σφαίρας
Kαι πέταξε ψηλά θρηνώντας η Αλβανίδα πέρδικα!

Λένε γι’ αυτόν που μήτε καν επρόφτασε να κλάψει
Για τον βαθύ καημό του Έρωτα της ζωής
Που είχε όταν δυνάμωνε μακριά ο αγέρας
Kαι κρώζαν τα πουλιά στου χαλασμένου μύλου τα δοκάρια
Για τις γυναίκες που έπιναν την άγρια μουσική
Στο παραθύρι ορθές σφίγγοντας το μαντίλι τους
Για τις γυναίκες που απελπίζαν την απελπισιά
Προσμένοντας ένα σημάδι μαύρο στην αρχή του κάμπου

Ύστερα δυνατά πέταλα έξω απ’ το κατώφλι
Λένε για το ζεστό και αχάιδευτο κεφάλι του
Για τα μεγάλα μάτια του όπου χώρεσε η ζωή
Tόσο βαθιά, που πια να μην μπορεί να βγει ποτέ της!

IΔ´

Τώρα χτυπάει πιο γρήγορα τ’ όνειρο μες στο αίμα
Tου κόσμου η πιο σωστή στιγμή σημαίνει:
Ελευθερία
Έλληνες μες στα σκοτεινά δείχνουν το δρόμο:
EΛEYΘEPIA
Για σένα θα δακρύσει από χαρά ο ήλιος

Στεριές ιριδοχτυπημένες πέφτουν στά νερά
Kαράβια μ’ ανοιχτά πανιά πλέουν μες στους λειμώνες
Tα πιο αθώα κορίτσια
Tρέχουν γυμνά στα μάτια των αντρών
Kι η σεμνότη φωνάζει πίσω από το φράχτη
Παιδιά! δεν είναι άλλη γη ωραιότερη…

Του κόσμου η πιο σωστή στιγμή σημαίνει!

Με βήμα πρωινό στη χλόη που μεγαλώνει
Oλοένα εκείνος ανεβαίνει·
Τώρα λάμπουνε γύρω του οι πόθοι που ήταν μια φορά
Xαμένοι μες στης αμαρτίας τη μοναξιά·
Γειτόνοι της καρδιάς του οι πόθοι φλέγονται·
Πουλιά τον χαιρετούν, του φαίνονται αδερφάκια του
Άνθρωποι τον φωνάζουν, του φαίνονται συντρόφοι του
«Πουλιά καλά πουλιά μου, εδώ τελειώνει ο θάνατος!»
«Σύντροφοι σύντροφοι καλοί μου, εδώ η ζωή αρχίζει!»
Αγιάζι ουράνιας ομορφιάς γυαλίζει στα μαλλιά του

Μακριά χτυπούν καμπάνες από κρύσταλλο
Αύριο, αύριο, αύριο: το Πάσχα του Θεού!»

(από το Ποίηση, Ίκαρος 2002)

-Γ. Σουρής, «Οἱ Ἥρωες»

«Μέσα σε βόλια κι ὀβίδων κρότους
ἔπεσαν νιάτα μὲς στὸν ἀνθό τους.
Πᾶνε λεβέντες, πᾶνε κορμιὰ
κι ἄγνωστα τά ῾θαψαν στὴν ἐρημιά.

Κανεὶς δὲ ξέρει ποὺ τά ῾χουν θάψει,
κανεὶς δὲ πῆγε γιὰ νὰ τὰ κλάψει,
κανεὶς δὲν ἔκαψε γι᾿ αὐτὰ λιβάνι,
κανεὶς δὲν ἔπλεξε γι᾿ αὐτὰ στεφάνι.

Ἀνώνυμ᾿ ἥρωες, ἄγνωστοι τάφοι,
κανένας ὄνομα σ᾿ αὐτοὺς δὲ γράφει,
μήτε τὸ χῶμα τοὺς φιλοῦνε χείλη,
σταυρὸ δὲν ἔχουνε μήτε καντῆλι.

Μόνο μιᾶς κόρης μαργαριτάρια
κυλοῦν σὲ τάφους ποὺ κάποια μέρα
θὰ γίνουν κόσμου προσκυνητάρια
καὶ φάροι Νίκης γιὰ μία μητέρα.»

 

-Γιάννης Ρίτσος, «Μή-ἥρωας»

«Αὐτός, πού, ἀκούγοντας τὸ βῆμα τῶν συντρόφων του
νὰ ξεμακραίνει πάνω στὰ χαλίκια, μὲς τὴ μέθη του,
ἀντὶ νὰ κατεβεῖ τὴ σκάλα πού ῾χε ἀνέβει, πήδησε ἴσα
τὸν τράχηλό του κόβοντας, ἔφτασε πρῶτος
μπροστὰ στὸ μαῦρο στόμιο. Κι οὔτε ποὺ ἄγγιξε
τὸ αἷμα τοῦ μαύρου κριαριοῦ. Τὸ μόνο ποὺ ζήτησε
ἦταν μιὰ πήχη τόπος στ᾿ ἀκρογιάλι τῆς Αἰαίας
κ᾿ ἐκεῖ νὰ στήσουν τὸ κουπί του – ἐκεῖνο πού ῾λαμνε
πλάι στοὺς συντρόφους του. Τιμή, λοιπόν, καὶ δόξα
στ᾿ ὄμορφο παλικάρι. Ἀλαφρόμυαλο τό ῾παν. Ὡστόσο
μήπως δὲ βοήθησε κ᾿ ἐκεῖνο κατὰ δύναμη
στὸ μεγάλο ταξίδι τους; Γιὰ τοῦτο, κιόλας, ὁ Ποιητὴς
τὸ μνημονεύει χώρια, ἂν καὶ μὲ κάποια περιφρόνηση,
κ᾿ ἴσως γι᾿ αὐτὸ ἀκριβῶς μὲ πιότερο ἔρωτα.»

(Μαρτυρίες. Σειρὰ δεύτερη, Ἀθήνα, ἔκδ. Κέδρος)

 

-Κώστας Βάρναλης «Στον ήρωα Λαμπράκη»

Σε φάγαν οι φασίστες σκύλοι, Ελλάδα,
με μάσκα ή χωρίς μάσκα, ξένοι, ντόπιοι.
Εσύ ’σουνα, Λαμπράκ’, η αιώνια Ελλάδα,
φως, αρετή, παλικαριά και πρώτος!

Χρόνια και χρόνια, Μάνα οι δουλεμπόροι
σε σούρνανε στη λάσπη και στη νύχτα.
Μα στα κόκαλα μέσα των παιδιώ σου
λαμπάδιαζεν η πάναγνη τιμή σου.

Τ’ άδικον αίμα του παλικαριού μας
κοκκίνισε πελάη, βουνά και κάμπους,
ανάστησε τ’ αρχαία σου μεγαλεία,
Μάνα – πατρίδα, Μάνα – ελευτερία.

Αθάνατε λαέ, της Ιστορίας
εσύ τα περασμένα κι αυριανά!
Δεν άφησες τον ήρωα να πεθάνει.
Απ’ τον τάφο του η νέα ζωή σου αρχίζει.

Όχι κλάμ’, αναστάσιμες καμπάνες
για τη μεγάλη της οργής σου νίκη.
Έδειξες στον οχτρό τη δύναμή σου,
ξέροντας ποιος και πούθε σε χτυπάει.

(Κώστας Βάρναλης, «Ελεύθερος Κόσμος»).

 

-Καρλ Ουέντελ Χάιμς, «Ο άβολος ήρωας»

Τώρα που είναι για τα καλά νεκρός
Ας τον υμνήσουμε
ας χτίσουμε μνημεία στη δόξα του
ας ψάλουμε το ωσαννά στο όνομά του.
Οι νεκροί γίνονται
οι πιο βολικοί ήρωες: Ανήμποροι
να σηκωθούν
και ν’ αρνηθούν τις εικόνες
που πλάθουμε από τις ζωές τους
Ετσι κι αλλιώς,
είναι πιο εύκολο να χτίσεις μνημεία
από το να φτιάξεις έναν καλύτερο κόσμο.
Κι εμείς, με τη συνείδηση ήσυχη
θα μάθουμε στα παιδιά μας
ότι ήταν ένας σπουδαίος άνθρωπος … κι ας ξέρουμε
πως παραμένει
η υπόθεση για την οποία έζησε
και πως το όνειρο για το οποίο πέθανε
παραμένει όνειρο,
το όνειρο ενός νεκρού ανθρώπου.
(Γραμμένο για το Μάρτιν Λούθερ Κινγκ 3 μέρες μετά τη δολοφονία του)

 

-Μελισσάνθη, «Ἡρωικὴ Φυγή»

«Ξοπίσω μου δαιμονικὸ φυσομανοῦσε, τοῦ ᾿Ἅδη,
πύρινο ἀνασασμὸ
κι ἔτρεχα, σ᾿ ἄφεγγες νυχτιές, μὲς στὸ βαθὺ σκοτάδι,
μ᾿ ἓν᾿ ἄγριο καλπασμό.

Καὶ τὸν μαντύα τὸν ταπεινὸ ξεδίπλωνα τοῦ ἐπαίτη
σ᾿ ἡρωικὴ φυγὴ
κι ἔσερνα ἀτίθασα λυτή της κόμης μου τὴ χαίτη
καὶ σάρωνα τὴ γῆ.

Τοῦ ἀνέμου τὸ καμτσίκωμα ποὺ ἀφάνιζε τὰ δάση
μὲ λύγαε, καλαμιὰ
καὶ στέγνωνε στὰ χείλια μου, τὴ φούχτα μου, ἄδειο τάσι
στὴν ἄνυδρη ἐρημιά.

Κι ἀπ᾿ τὴν ἁρμύρα θερίευε τῆς φλογισμένης ἄμμου
τὸς δίψας τὸ οὐρλιαχτό,
μὰ ἔφευγα, ἐνῶ, σὲ σύσπαση φριχτή, κυλιόταν χάμου
τ᾿ ἀνήμπορο ἑρπετό.

Ἡ γῆ κάτω ἀπ᾿ τὴ φτέρνα μου προδοτικὰ βογγοῦσε
καφτὴ ὡς λαβωματιά,
μὰ βέλος ξέφευγα γοργὸ καὶ πίσω μου ἀστοχοῦσε
ἡ ἐχθρικὴ σαϊτιά.

Μὲ παραμόνευε γαμψὰ τὸ νύχι στὰ σκοτάδια
τοῦ πειναλέου βραχνὰ
κι ὡς γλύτωνα, οἱ φοβέρες του, μαύρων ὄρνιων κοπάδια
πίσω ἔκραζαν βραχνά.

Κι ἡ νύχτα τρύπια, τάνυζε φτερούγα νυχτερίδας,
τὸν ἔναστρο οὐρανὸ
καὶ τὴν ὀργὴ τοῦ κεραυνὸ σὲ νέφη καταιγίδας
σπαθὶ ἔκρυβε γυμνό.

Στὸ πέρασμά μου σφύριζε τῆς ἔχθρητας τὸ φίδι
μὲς στὰ ξερὰ κλαδιά,
μὰ τῆς φυγῆς μου ἠ αστραπῆ περνοῦσε ὅπως λεπίδι,
τῆς νύχτας τὴ καρδιά.

Καὶ τοῦ θριάμβου μου ἡ κραυγὴ βόλι καφτὸ τρυποῦσε
τὰ σπλάγχνα τῆς σιγῆς
κι ἀντίλαλους ἡ φόρμιγγα τοῦ στήιθούς μου ξυπνοῦσε,
στὶς ἐσχατιὲς τῆς γῆς.»

(users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/melissan8h_poems.htm)

 

– Ντίνου Σιώτη, «Διακοπές με ήρωες του καλοκαιριού»

«Οι διακοπές εφέτος θα είναι μικρές σύντομες

προβλέψιμες φτηνές μονοήμερες απαλλαγμένες

από περιττά βάρη όπως παραλία βαλίτσα άμμος

Thermos μια και κανείς δε μιλά πια για αφανείς

ήρωες του θέρους αφού μπορεί ίσως και να μην

υπάρχουν ή να τους έφαγε κανένας μοναχικός

λύκος όχι σαν εκείνους που βγαίνουν στην

τηλεόραση και μας παρηγορούν με άθλους

της κυβέρνησης ή της αντιπολίτευσης ή με

τα απολιθώματα ενός συστήματος κενού ή

με δύσπιστα ριάλιτι διαρκείας. Ήρωες του

καλοκαιριού είναι οι πυροσβέστες οι δια

σώστες οι ναυαγοσώστες οι τροχονόμοι κι

όσοι δίνουν απ’ το περίσσεμα της καρδιάς

τους στους επαίτες, ήρωές μας δεν είναι οι

αξιωματικοί αλλά οι οπλίτες όχι οι πολιτικοί

αλλά οι πολίτες, όχι οι λωποδύτες, όχι εκείνοι

που απατάνε αλλά όσους τους πατάν, είναι οι

καταφρονεμένοι οι σεμνοί οι ταπεινοί κι όχι

οι υπερόπτες οι υπερφίαλοι και οι αχαμνοί,

είναι τα ιστιοφόρα κι όχι τα καταμαράν, τα

κανό κι όχι τα ιπτάμενα, το κύμα κι όχι το

χρήμα, το μέτρο κι όχι η αφθονία, το πάθος

της ουσίας, η κανονικότητα (αλλά πώς να την

αποσπάσεις απ’ τη φριχτή καθημερινότητα),

ήρωας είναι μια σκιά για τα τραύματα μια

πατρίδα για τα θαύματα μια γάζα για τα

εγκαύματα, ήρωες είναι όσοι φωτογραφίζουν

τη σκιά του ανέμου ενώ διασχίζει το Αιγαίο,

όσοι αντικρίζουν την όμορφη θεά απέναντι

που απολαμβάνει τη θέα των νησιών, όσοι

φορτίζουν την μπαταρία του ανέφικτου σε

ουρανό που πετά πάνω απ’ τον ορίζοντα,

όσοι επισκευάζουν καθυστερήσεις που είχαν

αργήσει για τα εγκαίνια της αθέατης πλευράς

των πραγμάτων, περνώντας από το σώμα στο

στρώμα την αχανή φαντασία της σελήνης

του Αυγούστου, ήρωας είναι ο φάρος που

αναβοσβήνει τη θέληση του κάπταιν να

αποφύγει τον ύφαλο, ήρωες οι ξέρες που

λοιδορούν τα μποφόρ της έντασης τόσης

κατάντιας του μέσου πολίτη, τα πολλά

ερημονήσια στη μέση του πελάγου και οι

πρόσφυγες που παραμένουν στα αζήτητα

στα αμπάρια της Μεσογείου, ήρωας είναι

το εκτοπισμένο, το πλήρωμα του χρόνου

σε μακρινή χώρα, οι άγκυρες που δεν

σηκώνονται με τίποτε στη Ραφήνα στον

Πειραιά στην Πάτρα γιατί είναι για να

ξενιτευτούν τα νέα παιδιά στα ξένα να

βρουν δουλειά, ήρωας η Ακτοφυλακή

που μαζεύει σήματα Μορς: τα σκορπά

σε άλλα πλοία για να σωθούν επιβάτες

με ζωές ασυμμάζευτες, προορισμοί που

αναζητούν ένα λιμάνι για έναν καλύτερο

κόσμο: αν δεν είναι το λιμάνι ο ήρωας του

καλοκαιριού τότε τι σόι λιμάνι είναι…

Αθήνα, 17 Ιουνίου 2016

(http://fractalart.gr/diakopes-me-iroes-tou-kalokairiou/)

Πες το με ποίηση (162ο): «Τα φύλλα»…

-«Το φθινόπωρο θα μαζέψω όλα τα φύλλα στην πόρτα μου

να γείρει η χαμένη ζωή μου.»

(Τάσος Λειβαδίτης)

-Μάρκος Μέσκος, «ΦΥΛΛΑ»

Πόσα μηνύματα λάβατε πόσα στείλατε;

Περπατούνε τα φύλλα με φως και σκιά τάματα του αέρα
μάταια και προδομένα. Δεν τα σώζουν όλες οι αγαθοεργίες
του κόσμου ας πούμε ένα ποτήρι κρύο νερό ένας χορός
ένας γάμος μια συνέλευση αυστηρή στα περίεργα χρόνια
χτες — οι κρεμασμένοι αιωρούνται συχνά αλλά αυτούς

λησμόνησε τους, θάψτε τους επιτέλους. Τί λέγαμε λοιπόν
για τ’ άνθη τους καρπούς τα φύλλα στα κατάρτια των δέντρων
μια ψυχούλα σβήνει ένα φύσημα λαμπερό και πάνε και πάνε
ταξίδια χωρίς προορισμό ας όψεται ο Βοριάς και ο χτικιάρης
Νότος πού κιτρινίζει την προδοσία (πρώιμη και φαρμακερή).

Φύλλα πλημμύρες, στρουθία στάλες στον ουρανό, ελάχιστες σάρκες
πετούν χάνοντας το βάρος της ομορφιάς της μοναξιάς ποιος
ξέρει; Στο μονάκριβο πόδι η χαρά τους όσο διαρκεί αεροδρομούν
επί των επάλξεων και σιωπηλά αιωνίως στα στρωσίδια
των τάφων. Θρύμματα μόσκου καθώς αντιστέκεται ή σκόνη. Όμως

φύλλα• χιλιάδες μπαϊράκια τα κρασάτα οι ώχρες τα πορτοκαλιά
να τα μνημονεύσουμε. Ακόμα και τ’ αειθαλή πού ψεύδονται συνεχώς.
Άνεμοι φθινοπωρινοί αγιάζι του πάγου τα μοιρολόγια τους
μα θα ξανάρθουν τα φύλλα, το λένε οι απρόβλεπτοι οιωνοί
της παμπάλαιας τάξης. προπαντός τα φύλλα της πικροδάφνης.

(Χαιρετισμοί, 1995)

 

 -Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, «Σκόρπια φύλλα»

Σκόρπια φύλλα του φθινόπωρου
οι αγρότες για τη σπορά περιμέναν βροχή
ο άνεμος κλωθογύριζε ανοίγοντας τα επουράνια
«ποια οδό ακολουθούν τα κίτρινα φύλλα που πέφτουν;»
αντίθετο δρόμο παίρνοντας ο απόστολος των εθνών
από Nεαπόλεως της νυν Kαβάλας
Προς Θεσσαλονικείς A΄ Eπιστολής το ανάγνωσμα
ου θέλω υμάς αγνοείν περί των κεκοιμημένων
ίνα μη λυπήσθε καθώς και οι λοιποί

ψηλό σαν τηλόπτης φάρος το καμπαναριό
καμπύλ’ ανοίγματα προς όλα τα σημεία του ορίζοντα
ότι είναι και δεν είναι σειρά συμπτώσεων
στο περιβόλι τάφοι με σταυρούς
κατάντικρυ η φωτιά κατάτρωγε το καράβι
πέθανε η πολυαγαπημένη μάννα του
έξ’ απ’ την ξύλινη θύρα καθόταν και περίμενε το κορίτσι
όπως κάθονται απάνω στ’ άνθη οι πεταλούδες
μια ωραία πεταλούδα κι’ έν’ άδειο γραμματοκιβώτιο
ενώ οι πόρτες ήταν κλειστές
νύχτα ερχόταν και τον έβρισκε
στον μυχό του κόλπου όπου εκβάλλει η ενδοχώρα
στο αναπεπταμένο πέλαγος που κατάπιε τον πατέρα
όταν δε μπόρεσε να καταλάβει τις κινήσεις του γιου του
ότι το πένθος σημαίνει νίκη και τρανή χαρά
έρχεται να φορτώσει σιτάρι στην αποβάθρα
και σχολιάζουν το θέαμα οι γνωστικοί
ερμηνευτές του ζωντανού ονείρου δακτυλοδεικτούν
πίσω ταφόπετρες με μάτια το χωριό
με αναστήματα υψηλά πλούσια βλάστηση το σκιάζει
ανάμεσα στις υπερκείμενες στέγες των φυλλωμάτων
και στους υπόρροφους θάμνους ανέρπει μνήμη
αφωσίωσις και πίστη θερμή ο κισσός
όπως ακριβώς ήσουν και ήταν
κάτω από την επιφάνεια κάνοντας βουτιά
όπου τα πλοία του Mαρδονίου εναυάγησαν
αλλά ξέρουμε ασφαλώς πως ο θησαυρός διεσώθη
στις θαλασσοσπηλιές όπου οι φώκες μοιρολογούν
στου αγιώνυμου Όρους τους βράχους τους κρυσταλλώδεις
αρωγή σε όποιον τεκταίνεται μεγάλα και πολλά
τον ήλιο που βυθά στη λεκάνη της μάννας του
και θρηνούν όσοι τον πίστεψαν γιατί σβύνει
άλλη δυνατότητα προσφέροντας εκ των υγρών εγκάτων
να μας πας στην ξενητειά
να μας πας στα πέρα μέρη
φύσα θάλασσα πλατειά
φύσ’ αγέρι, φύσ’ αγέρι.

(από τη Διαγώνιο, 2, 1961)

 

-Γ. Σεφέρης, «Το φύλλο της λεύκας»

Έτρεμε τόσο που το πήρε ο άνεμος

έτρεμε τόσο πως να μην το πάρει ο άνεμος
πέρα μακριά
μια θάλασσα
πέρα μακριά
ένα νησί στον ήλιο
και τα χέρια σφίγγοντας τα κουπιά
πεθαίνοντας την ώρα που φάνηκε το λιμάνι
και τα μάτια κλειστά
σα θαλασσινές ανεμώνες.

Έτρεμε τόσο πολύ
το ζήτησα τόσο πολύ
στη στέρνα με τους ευκαλύπτους
την άνοιξη και το φθινόπωρο
σ’ όλα τα δάση γυμνά
θεέ μου το ζήτησα.

(Hμερολόγιο Καταστρώματος Α΄)

-Τάσος Λειβαδίτης, «Φύλλα ημερολογίου»

Ποιος ξέρει τι θα συμβεί αύριο,
ή ποιος έμαθε ποτέ τι συνέβη χτες,
Τα χρόνια μου χάθηκαν εδώ κι εκεί, σε δωμάτια, σε τραίνα,
Σε όνειρα
Αλλά καμία φορά η φωνή μιάς γυναίκας καθώς βραδιάζει μοιάζει
Με το αντίο μιας ηλικίας που τελείωσε
Κι οι μέρες που σου λείπουν, ώ Φεβρουάριε, ίσως μας αποδοθούν
Στον παράδεισο-
Συλλογιέμαι τα μικρά ξενοδοχεία όπου σκόρπισα τους στεναγμούς
Της νιότης μου
Ώσπου στο τέλος δεν ξεφεύγει κανείς, αλλά και να πάει που;
Κι ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο
Ένας τον άλλον –

Κύριε, αδίκησες τους ποιητές δίνοντας τους μόνο ένα κόσμο,
Κι όταν πεθάνω θα’ θελα να με θάψουν σ’ ένα σωρό από φύλλα
Ημερολογίου
Για να πάρω και το χρόνο μαζί μου.
Κι ίσως ο,τι μείνει από μας να’ ναι στην άκρη του δρόμου μας
Ένα μικρό μη με λησμόνει

Το ποίημα της ημέρας: Φύλλα ημερολογίου

 

-Ο. Ελύτης, «Ο Φυλλομάντης»

Aπόψε βράδυ Aυγούστου οχτώ
Nαυαγισμένο στα ρηχά των άστρων
Tο παλιό μου σπίτι με τα σαμιαμίθια
Kαι το χυμένο το κερί στο κομοδίνο επάνω
Πόρτες παράθυρα ανοιχτά
Tο παλιό μου σπίτι αδειάζοντας
Φορτίο της ερημιάς μέσα στη νύχτα·

Σαστισμένες φωνές κι άλλες που ακόμη
Tρέχοντας μες στις φυλλωσιές αστράφτουν σαν
Mυστικά περάσματα πυγολαμπίδας
Aπό τα βάθη ζωής ανεστραμμένης
Mες στο κρύο ασπράδι των ματιών
Eκεί όπου ακινητεί ο Kαιρός
Kι η Σελήνη με τ’ αλλοιωμένο μάγουλο

Aπελπιστικά σιμώνει το δικό μου·
Ένα θρόισμα σαν από χαμένης
Που ξανάρχεται αγάπης σκοτεινό αρχινούν:
«Mη». Kι ύστερα πάλι «Mη». «Mωρό μου».
«Tι σού ‘μελλε», «Mια μέρα θα το θυμηθείς».
«Παιδί παιδάκι με τα καστανά μαλλιά».
«Eγώ που σ’ αγαπώ». «Πες πάντα». «Πάντα».

Kι όπως μέσα στην απληστία του μαύρου
Που ανοίγεται στα δυο περιβολιού
Σβηστό απανθρακωμένο
Πάει και καταποντίζεται όλο το έχει σου
Aνεβαίνει απ’ της ψυχής τ’ απόνερα ένα
Kύμα θολό που οι φυσαλλίδες είναι
Άλλα τόσα παλιά ηλιοβασιλέματα

Παράθυρα τρεμάμενα στο φως του εσπερινού
Mια στιγμή που προσπέρασες την ευτυχία
Σαν τραγούδι όπου κρύφθηκε μήπως το δεις
Δακρυσμένο για σένα ένα κορίτσι –
Όλα της αγκαλιάς τα ιερά του όρκου
Tίποτα τίποτα δεν πήε χαμένο
Aπόψε βράδυ Aυγούστου οχτώ

Mέσ’ απ’ τη χλώρη του βυθού και πάλι
Tο ίδιο εκείνο ατέρμονο ανατρίχιασμα
Mονολογεί και συνθροεί τα φύλλα
Mονολογεί στην αραμαϊκή του απόκοσμου:
«Παιδί παιδάκι με τα καστανά μαλλιά
Σού ‘μελλε να χαθείς εδώ για να σωθείς μακριά».
«Σού ‘μελλε να χαθείς εδώ για να σωθείς μακριά».

Kι άξαφνα σαν τα πριν και τα μετά ιδωμένα·
Bατές όλες οι θάλασσες με τα λουλούδια
Mόνος αλλ’ όχι μόνος· όπως πάντα·
Όπως τότε νέος που προχωρούσα
Mε κενή τη θέση στα δεξιά μου
Kαι ψηλά μ’ ακολουθούσε ο Bέγας
Tων ερώτων μου όλων ο Πολιούχος.

(από τα Eτεροθαλή, Ίκαρος 1974)

 

-Κική Δημουλά, «Αυτόγραφο»

«Ένα κίτρινο φύλλο σου
φθινόπωρο,
σ’ έναν άνεμο ράθυμο κάθισε
και μ’ ακολούθησε επίμονα.
Το πήρα
και το κρατώ
σαν κάτι συμβολικό από μέρους σου,
σαν φιλικό αυτόγραφο,
ίσως σαν ένα ((ευχαριστώ))
που διόλου μέρος δεν έλαβα
στο καλοκαίρι τούτο…
Το πήρα
κι εξιχνιάζω
τις φετινές προθέσεις σου
απέναντι μου.»
(Κική Δημουλά, Ποιήματα, Ίκαρος)

 

-Μανόλης Ξεξάκης, «Κορδόνι πρώτο: Αινίγματα και φύλλα»

Φύλλα παράκτια πεσμένα
στους δρόμους της Θεσσαλονίκης.

Οπτασίες του πράσινου σήμερα,
πρώην φύλακες της δροσιάς,
απίστευτοι ηλιοσυλλέκτες,

παιδιά των μεγάλων ανεμοδεικτών
που βυθίζονται στην πλακόστρωτη
κρύα γη των πεζοδρομίων,

εκτοξεύοντας προς τον ουρανό
το αιωρούμενο λοφίο.

Φύλλα των δέντρων
που σαπίζετε το φθινόπωρο,
ντυμένα εξαίσια θεραπευτικά χρώματα
από το φαρμακείο της φύσης!

Καμένο κίτρινο, σχεδόν περγαμοντί,
μια υποψία πιο κοντά στην ξανθοφύλλη.

το κόκκινο που έρχεται από καφέ βαθύ
και βρέχεται στο βάραθρο του μαύρου,

αυτό το βαθυπράσινο με τους χαλκούς
που ακουμπά την ορυκτή κιννάβαρη–

Φύλλα νεκρά και άταφα
στα μαντεμένια χαρακώματα της πόλης!

Φύλλα βαλβίδες της καρδιάς των υπονόμων
σαρωμένα από τον άνεμο πάνω στις σχάρες,

μακριά από τον περίτεχνο τάπητα
της υπαίθρου που θα ανακατέψει
το αλέτρι του γεωργού.

Φύλλα άστεγα
που σας έχει αξιωματίσει
η θρηνώθης μεταλλική σιωπή
της τσιμεντένιας πόλης,

διωγμένα από κορμούς ερημόφιλους
που αποφάσισαν γυμνοί το χειμώνα!

Φύλλα δαρμένα απ’ το φραγγέλιο
του γυμνού καιρού που σαλπίζει επίθεση,

θα μπορούσατε,

αν ήσασταν στην ερημία της εξοχής,
να κρυφτείτε βαθιά στο χώμα,

μέσα στην υγρή τεφροδόχο του χειμώνα
να γίνετε ουσίες της γης∙

εκτεθειμένα εδώ, στην άσφαλτο
δεν είστε χρήσιμα σε κανέναν.

Φύλλα, σήμερα το πρωί στάθηκα
κάτω από ένα δέντρο-μητέρα
και κοίταξα ψηλά.

Είδα ένα βαθιά μαραμένο, αραιό,
χρυσό ημισφαίριο φωτός
που το τρυπούσαν τ’ αδέλφια σας
καθώς έπεφταν ατέλειωτα.

Μ’ έλουσε ένας τρυφερός,
αβαρής, χρωματικός αφρός
και μπήκα για λίγο κι εγώ
στην περιδίνηση της πτώσης.

Στη ρίζα του δέντρου
ένας αναδευτήρας άνεμος
σέρνονταν χαμηλά.

Σας υποδέχονταν πάνω στις πλάκες
και στα ρείθρα και σας στοίχιζε
στις κοιλότητες του οδοστρώματος.

Άνεμος βοηθητικός, φτιαγμένος
από δυνάμεις που θέλουν
να μην ξεχάσετε τη φιλία
των καλοκαιρινών ημερών.

Φύλλα, πέφτετε, δεν είστε πια ζωή
και ο άνεμος σας προσφέρει
τους τελευταίους ασπασμούς
με την αναπνοή πάνω σ’ αυτό
το γαλάζιο πλανήτη.

Φύλλα των δέντρων της Θεσσαλονίκης
και όσων άλλων δέντρων
αρχίζει κάποτε η ετήσια φυλλορροή,

κορίτσια τρυφερά και ευφρόσυνα
με τη λαμπρή χρυσόσκονη της εφηβείας,

που την οξειδώνει ταχύτατα ο χρόνος
και την αποθέτει στις καλύτερες θέσεις
του μουσείου της μνήμης!

Φύλλα, είναι ήδη αργά∙ πρέπει
να πάω στην καθημερινή εργασία μου,

να μετακινηθώ από αυτό
το πλέγμα των σκέψεων,

από τη σιωπή που βαλσαμώνει τις ψυχές σας.

Να φύγει από τα μάτια μου η οδυνηρή
πολύχρωμη λάμψη της πτώσης.

Κλαδιά ρέουν πεισματικά προς το έδαφος.

Γυμνά κλαδιά, ασπρισμένα, κόκαλα
που τα γλέντησε καιρό η έρημος.

Πουθενά τώρα ο άρχοντας χρόνος…

Όλα πνίγονται στο αδέσποτο χρωματικό χιόνι

και σε ήχους χρυσών μηδενικών

που μετράει αιώνια ο φιλάργυρος άνθρωπος.

Φύλλα, φεύγω αλλού.

Ο ορίζοντας με βαρύ σκονισμένο λευκό
ακουμπά σε μακρινά κεντήματα-όχθες

που βυθίζονται στο πέταλο
του Θερμαϊκού κόλπου.

Εκεί πλέει το αιωρούμενο νερό στο νερό,
η βλάστηση των εκβολών του Αξιού
γράφει με αραιό μαύρο.

Μπροστά μου η θάλασσα της Θεσσαλονίκης γαλήνια,

δυνατή σαν στερεό, απέραντο κέλυφος,

σκεπάζει τη φλόγα στα έγκατα της γης.

Πνίγει τους ήχους του πέτρινου τρόμου
στο ρήγμα της σερβομακεδονικής ζώνης…

Φύλλα, εσείς φύλλα των άλλων δέντρων
έξω από το παράθυρό μου,

σήμερα 11 Δεκεμβρίου πέσατε όλα.

Έτσι μπορώ να δω τη θάλασσα
που το χειμώνα έρπει πάνω της
παράξενη, λευκή ομίχλη ατμού.

Κάθε πρωί στα χρόνια που έρχονται
θα την ατενίζω από το δρύφρακτο
των έρημων κινούμενων βλαστών.

Μετά, μαζί με τα παιδιά κι εγώ,
συνταξιούχος πια, μα πάντα μαθητής,
θα φεύγουμε για το σχολείο των ελπίδων,

υψώνοντας τις τσάντες με τα νέα γράμματα
που μάθαμε ψηλά στον ουρανό,

πατώντας με ταχύτητα και δύναμη
ώρες πολλές τα πεζοδρόμια της πόλης,
επιδιώκοντας να καταπιεί
αυτός ο τσιμεντένιος τάπητας
το ρέμπελο στρατό των πεθαμένων φύλλων,

φτάνοντας επιτέλους με καλό καιρό
σ’ εκείνα τα σχολεία μαθημάτων
υπομονετικών καθηγητών

που θα μας δείξουν ίχνη
για να βρούμε βήματα
του γίγαντα που λέγεται ζωή.

Που θα μας πείσουν ότι όλα από άλλους
συνεχίζονται κι ας είναι εφήμερα.

Και πως αξίζει να πιστεύουμε
ότι παράγει αέναα τα νέα έμψυχα
και την μοναδικότητα
ένας ακούραστος μελισσουργός
μέσα στο ακατόρθωτο να νοηθεί
μεγάλο κατασκεύασμα ενέργειας και ύλης.

Πως πλοηγείται μέσα από σκοτάδια η ζωή,
ίσως να πέφτει και βυθίζεται σε τάρταρα
πριν ξαφνικά κι απρόσμενα φθαρεί
σαν μια μικρή ετήσια φυλλοβολή
που αγωνίζονται να καταπιούν τα έγκατα της πόλης

και πρέπει ο άνθρωπος να προχωρεί
χωρίς να βλέπει γύρω του

στρατούς, τα άταφα αινίγματα και φύλλα.
(Πηγή: Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα / Μανόλης Ξεξάκης)

Post Navigation