Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Archive for the category “Πες το με ποίηση”

Πες το με ποίηση (175ο): «Βράδυ»…

 

-«…Όλο το βράδυ ακουγόταν μια φωνή:

Οι μέρες περνούν
το χιόνι μένει»

(Μ. Σαχτούρης)

 

-«…Τήν ώρα πού βραδιάζει στών βράχων το απλησίαστο

Πενθώ το ρούχο πού άγγιξα καί μού ήρθε ο κόσμος.»

(Ο. Ελύτης)

 

-«…και το βράδυ που πέφτει

ολοένα στην πόλη,

στων ανθρώπων την όψη,

στ’ ουρανού τον καθρέφτη,

στη ζωή μου τώρα όλη…»
(Κ. Καρυωτάκης)

 

-«Σάββατο βράδυ: ἀνοίγουνε στὸ δρόμο σὰ λουλούδια
οἱ ἁπλὲς καρδιές, παθητικὰ ν᾿ ἀνέβουνε τραγούδια
ποὺ γιὰ τὴ χαρὰ ἢ τὸν ἁπαλὸ τοῦ ἔρωτα ψάλλουν πόνο,
ἐνῷ γιὰ μένα ἡ ἑβδομάδα ἐτελείωσε καὶ μόνο.»

(Κ. Καρυωτάκης)

 

-«…Ας ήταν να βρεθούμε

έξω από μένα

έξω από σένα

γιατί περνάει η ώρα και βραδιάζω.»

(Βύρων Λεοντάρης)

 

-«…Γιατί φτάνει όπου να ‘ναι
το βράδυ μου, Κύριε, και πρέπει
να ‘χω κάμει πριν φύγω την καλύβα μου εκκλησιά
για τους τσοπάνηδες της αγάπης.»

(Ν. Βρεττάκος)

 

-«Βράδιαζε και στο βάθος του φθινοπωρινού δρόμου λιγόστευε
όλο και πιο πολύ το φως
σα να τέλειωνε για πάντα ο κόσμος.»

(Τάσος Λειβαδίτης)

 

-Κ. Καρυωτάκης, «Βράδυ»

Στον κ. Κλ. Παράσχο

«Τα παιδάκια που παίζουν στ’ ανοιξιάτικο δείλι
–μια ιαχή μακρυσμένη–,
τ’ αεράκι που λόγια με των ρόδων τα χείλη
ψιθυρίζει και μένει,

τ’ ανοιχτά παραθύρια που ανασαίνουν την ώρα,
η αδειανή κάμαρά μου,
ένα τρένο που θα ‘ρχεται από μια άγνωστη χώρα,
τα χαμένα όνειρά μου,

οι καμπάνες που σβήνουν, και το βράδυ που πέφτει
ολοένα στην πόλη,
στων ανθρώπων την όψη, στ’ ουρανού τον καθρέφτη,
στη ζωή μου τώρα όλη…»

(Κ.Γ. Καρυωτάκης, Ποιήματα και πεζά, Ερμής)

 

 

-Τάσος Λειβαδίτης, «Περιμένοντας το βράδυ»

«Δεν ξέρω πώς, δεν ξέρω πού, δεν ξέρω πότε, όμως τα βράδια
κάποιος κλαίει πίσω από την πόρτα
κι η μουσική είναι φίλη μας, και συχνά μέσα στον ύπνο
ακούμε τα βήματα παλιών πνιγμένων ή περνούν μες
στον καθρέφτη πρόσωπα
που τα είδαμε κάποτε σ’ ένα δρόμο η ένα παράθυρο
και ξανάρχονται επίμονα
σαν ένα άρωμα απ’ τη νιότη μας, το μέλλον είναι άγνωστο
το παρελθόν ένα αίνιγμα,
η στιγμή βιαστική κι ανεξήγητη.
Οι ταξιδιώτες χάθηκαν στο βάθος..
άλλους τους κράτησε για πάντα το φεγγάρι..
οι καγκελόπορτες το βράδυ ανοίγουνε μ’ ένα λυγμό,
οι ταχυδρόμοι ξέχασαν το δρόμο,
κι η εξήγηση θα ‘ρθει κάποτε,
όταν δεν θα χρειάζεται πια καμία εξήγηση

Α, πόσα ρόδα στο ηλιοβασίλεμα, τι έρωτες Θέε μου, τι ηδονές
τι όνειρα, ας πάμε τώρα να εξαγνιστούμε μες στη λησμονιά..»

(Τάσος Λειβαδίτης, Ποίηση, Κέδρος)

 

-Ν. Λαπαθιώτης, «Όταν βραδιάζει»

«Όταν βραδιάζει, μέσα μου, ξυπνούν τα περασμένα·
ξυπνούν αργά, σα μουσικές νεκρές από καιρό,
– σα μουσικές που χάθηκαν, και που τις λαχταρώ,
κι έρχονται πάλι, μαγικά κι ανέλπιδα, σε μένα·

πόθοι, παράπονα παλιά, νοσταλγικές φωνές,
λόγια βαθιά κι αξέχαστα, κι ωστόσο ξεχασμένα,
παράξενα, χιμαιρικές αγάπες μακρινές,
όπως η φλόγα μιας αυγής, υψώνονται σε μένα!

Μια βρύση, τότε, μαγική, μου λύνεται ξανά,
και το τραγούδι ρυθμικό στα χείλη μου ανεβαίνει,
– ένα τραγούδι καθαρό, καθώς τα δειλινά
που μέσα του λυτρώνονται, και ζουν οι πεθαμένοι.»

(http://www.potheg.gr/ProjectDetails.aspx?id=2367&lan=1)

 

 

-Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, [Πέντε η ώρα που βραδιάζει]

Πέντε η ώρα που βραδιάζει
πέντε ακριβώς, την ώρα που βραδιάζει
φέρνει έν΄ αγόρι το νεκροσέντονο
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Έτοιμος κι ο κουβάς με τον ασβέστη
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Θάνατος τ΄ άλλα, θάνατος μονάχα
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Ψηλά παίρνει ο αγέρας τα βαμπάκια
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Το οξείδιο σπέρνει κρύσταλλο και νίκελ
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Παλεύει η περιστέρα με το αγρίμι
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Κι η σάρκα μ΄ ένα κέρατο θλιμμένο
πέντε η ώρα που βραδιάζει.

Χορδή τυμπάνου αρχίζει να χτυπά
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Αρσενικού καμπάνες κι ο καπνός
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Βουβοί συντρόφοι στ΄ άχαρα σοκάκια
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Του ταύρου η καρδιά μονάχα ολόρθη
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Όταν ο ιδρώτας χιόνι αργά γινόταν
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Όταν η αρένα γέμισε με ιώδιο
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Τ΄ αυγά του στην πληγή άφησε ο θάνατος
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Πέντε η ώρα που βραδιάζει,
πέντε ακριβώς, την ώρα που βραδιάζει.

Μια κάσα από καρούλια το κρεβάτι
πέντε η ώρα που βριαδιάζει.
Σουραύλια ηχούν και κόκαλα στ’ αυτί του
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Στο μέτωπό του ο ταύρος μουγκανίζει
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Η κάμαρα ιριδίζει από αγωνία
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Από μακριά σιμώνει κι όλα η σήψη
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Σάλπιγγα κρίνου στον χλοερό βουβώνα
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Οι πληγές του εκαίγανε σαν ήλιοι
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Και το πλήθος να σπάει τα παραθύρια
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Αχ! Τι φριχτά στις πέντε που βραδιάζει.
Ήτανε πέντε σ΄ όλα τα ρολόγια,
ήτανε πέντε κι έπεφτε το βράδυ.
(Φ. Γκ. Λόρκα, απόσπασμα από το «Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσιεθ Μεχίας», μτφρ. Ν. Γκάτσος)

*Το ποίημα γράφτηκε από το Λόρκα το 1934, με αφορμή το θάνατο του καλύτερου του φίλου, Ignacio Sanchez Mejias σε ταυρομαχία.

 

-Γ. Ρίτσος, «Καμμιὰ φορὰ ποὺ βραδιάζει…»
«…Καμμιὰ φορὰ ποὺ βραδυάζει, καὶ σηκώνουμε τὸ κεφάλι, []

εἶναι μιὰ μυγδαλιά ποὺ σεργιανάει σά νύφη στὸ περβόλι,

φωτάει μὲ τ’ ἄσπρα της λουλούδια τὸ πηγάδι, τὸ γουρούνι,

φωτάει τὴ ροῦγα κ’ ἡ ροῦγα μεγαλώνει,

πιὸ πέρα φέγγει τὸ βουνό σὰ γυάλινο ποτήρι,

πιὸ πέρα ἡ θάλασσα, ποὔχει στὸν ἀργαλειό της χτένι τὸ φεγγάρι…»

 

 

-Γ. Ρίτσος, «Σπάνια, κατὰ τὸ βράδυ…»

«Σπάνια, κατὰ τὸ βράδυ, ἐρχόταν κάποιο πλοῖο, / φώτιζε μὲ τοὺς ξένους φανούς του τὴν προκυμαία, / φώτιζε τοὺς βαρκάρηδες μὲ τ’ ἄγρια ἠλιοκαμμένα πρόσωπα… Τότε / [] τὸ κουρεῖο διέσχιζε τὸ στενό δρόμο σὰν κλειστό τετράγωνο καράβι, / μὲ τὶς δυό πολυθρόνες του, τοὺς δυό στενόμακρους καθρέφτες, τὰ δυό κομοδίνα του, / μὲ τὰ δυό κίτρινα λαμπιόνια του σὰ δυό μικρές σκουριασμένες ἄγκυρες / μόλις ἀνεβασμένες ἀπ’ τὸ βυθό, μὲ τὶς πετσέτες του / ἀπαθεῖς ἀπ’ τὸ ἄγγιγμα τόσων ξένων προσώπων / νωπές ἀκόμη… []

– – – -Καὶ τότε / ἔνιωθες πὼς σωπάσαν μονομιᾶς τὰ τζιτζίκια (σὰ νὰ κλείσαν κι ἄλλες πόρτες) / – ὥσπου ἔπεφτε ὁλότελα ἡ νύχτα κ’ ἔμενε ἡ ἐρημιά ἁπλωμένη / [] ἀσάλευτη κι ἄσπρη σὰ νεκρή… Τὸ φεγγάρι / κυριαρχοῦσε σὰν κραυγή ἀκατανόητης εὐτυχίας / ψηλά, πάνω ἀπ’ τοὺς καπνοδόχους τῶν ψαρόσπιτων… / Ἕνα κατάρτι κάτι ἔδειχνε, ἐδῶ ἢ ἐκεῖ, ἀκαθόριστο, σταματοῦσε..- / τίποτα δὲν εἶχε συνέχεια, / τίποτα δὲν εἶχε ἀρχή καὶ τέλος… Τ’ ἀστέρια / ἦταν μεγάλα καὶ φωτεινά πάνω ἀπ’ τὰ δέντρα…»

(Γ. Ρίτσος, Ποιήματα, Κέδρος)

 

 

-Μ. Αναγνωστάκης, [Όταν τα βράδια…]

«Όταν τα βράδια

Τρυπάς το στήθος μου μ’ ένα μαχαίρι

Και ψάχνεις να βρεις

Εδώ ένα περίπατο στ’ ακροθαλάσσι

Εκεί ένα καφενείο που το λέγαμε η «Συνάντηση»

Εκεί ένα σούρουπο ή ένα κρυμμένο βιβλίο —

Όχι, μα δεν την είχα εγώ αγαπήσει.

Αύριο, το ξέρεις, πως δε θα ’μαστε πια εμείς

Κι ύστερα θα σβηστεί κι η θύμησή μας

Και μια γυναίκα θα γερνά ύστερα από χρόνια

Μ’ ένα φορτίο ζωής αβάσταχτο ατέλειωτο

Και μια γυναίκα ίσως να κλαίει σε μια γωνιά

Το στήθος της να το τρυπά μ’ ένα μαχαίρι

Να ψάχνει νά βρει έναν περίπατο στ’ ακροθαλάσσι

Ένα βιβλίο κρυμμένο ή ένα σούρουπο.

(Και δε θα ’ναι για σένα, ούτε για μένα).»

(Μ. Αναγνωστάκης, Τα ποιήματα, Νεφέλη)

 

 

-Μ. Αναγνωστάκης, «Ποιήματα ποὺ μᾶς διάβασε ἕνα βράδυ ὁ λοχίας Οtto V…»

I

Σὲ δυὸ λεπτὰ θὰ ἀκουστεῖ τὸ παράγγελμα «Ἐμπρός»
Δὲν πρέπει νὰ σκεφτεῖ κανένας τίποτε ἄλλο
Ἐμπρὸς ἡ σημαία μας κι ἐμεῖς ἐφ᾿ ὅπλου λόγχη ἀπὸ πίσω
Ἀπόψε θὰ χτυπήσεις ἀνελέητα καὶ θὰ θὰ χτυπηθεῖς

Θὰ τραβήξεις μπροστὰ τραγουδώντας ρυθμικὰ ἐμβατήρια
Θὰ τραβήξεις μπροστὰ ποὺ μαντεύονται χιλιάδες ἀνήσυχα μάτια
Ἐκεῖ ποὺ χιλιάδες χέρια σφίγγονται γύρω ἀπὸ μία ἄλλη σημαία
Ἕτοιμα νὰ χτυπήσουν καὶ νὰ χτυπηθοῦν.

Σ᾿ ἕνα λεφτὸ πρέπει νὰ μᾶς δώσουν τὸ σύνθημα
Μιὰ λεξούλα μικρὴ ποὺ σὲ λίγο ἐξαίσια θὰ λάμψει.

(Κι ἐγὼ ποὺ ἔχω μία ψυχὴ παιδικὴ καὶ δειλὴ
Ποὺ δὲν θέλει τίποτε ἄλλο νὰ ξέρει ἀπὸ τὴν ἀγάπη
Κι ἐγὼ πολεμῶ τόσα χρόνια χωρίς, Θέ μου, νὰ μάθω γιατί
Καὶ δὲ βλέπω μπροστὰ τόσα χρόνια παρὰ μόνο τὸ δίδυμο ἀδερφό μου.)

II

Σὲ τούτη τὴ φωτογραφία ἤμουνα νέος κοντὰ 22
χρονῶ. ἐδῶ εἶναι ἡ γυναῖκα π᾿ ἀγαποῦσα: ἡ
γυναῖκα μου
Τὴ λέγανε Μάρθα· ἔσφιγγε τὸ γιό μου μὲ λαχτάρα
στὴν ἀγκαλιά της
Δὲ μοῦ ῾πε: «χαίρομαι ποὺ πᾶς νὰ πολεμήσεις».
Ἔκλαιγε σὰν ἕνα μικρὸ κοριτσάκι.
Κι ἐδῶ κάποιο σπίτι παλιὸ μ᾿ ἕναν κῆπο στὴ μέση
καὶ μ᾿ ἄνθη…
…Θυμᾶσαι ὅταν ἤμασταν παιδιὰ εἴχαμε ἕνα ξύλι-
νο ἄλογο καὶ μία γυαλιστερὴ τρομπέτα
Τὰ βράδια ξαγρυπνούσαμε στὰ βιβλία μὲ τὶς ἀρ-
χαῖες ἡρωικὲς ἱστορίες
Τὸν ἀθῷο μας ὕπνο τυράννησαν οἱ ἀντίλαλοι τῶν
φημισμένων πολεμιστῶν
Ὕστερα τὰ ξεχάσαμε ὅλα αὐτὰ σὲ μία γωνιὰ γε-
λώντας γιὰ τὰ παιδιάστικα καμώματα.
Ἴσως αὔριο μιὰ τόση τρυπίτσα μοῦ χαράξει τό μέ-
τωπο
Ὢ μία τρυπίτσα ποὺ χωρᾷ ὅλο τὸν πόνο τῶν ἀν-
θρώπων
Ποιὸς εἶμαι; Ποῦ βρίσκομαι; Σκίστε τὰ ροῦχα
μου ἐδῶ μπροστὰ στὸ στῆθος
Ἴσως θὰ βρεῖτε ἀκόμα τ᾿ ὄνομά μου σκαλισμένο.
Ποιὸς τὸ θυμᾶται;
Ψάξτε τὰ ροῦχα μου ἀκόμα… Ἐδῶ ἤμουνα νέος
22 μόλις χρονῶ
Κι ἐδῶ μιὰ γυναῖκα ποὺ σφίγγει μὲ λαχτάρα ἕνα
παιδὶ στὴν ἀγκαλιά της.

(Ἔκλαιγε ἀλήθεια ὅταν ἔφευγα σὰν ἕνα μικρὸ κο-
ριτσάκι).

(Μ. Αναγνωστάκης, Τα ποιήματα, Νεφέλη)

 

 

-Ν. Βρεττάκος, «Βραδιάζει»

Βραδιάζει στόν κόσμο, τά παράθυρα κλείνουν
ἀνάβει τό φῶς καί τό ξένο δωμάτιο γίνεται
ὁ κόσμος. Τά λίγα βιβλία μου πᾶνε
κ’ ἔρχονται τότε, διασχίζουν τό χῶρο,
σά νἆναι πρόσωπα φιλικά πού στά χέρια τους
κρατᾶνε ψωμί, νερό φροῦτα, φάρμακα.
Κ’ ἕνα ἀπ’ ὅλα τή νύχτα, ἀνοιχτό στίς σελίδες
πού κλείνουν τά μάτια μου, μένει κοντά μου,
στήν κουβέρτα μου πάνω– φύλακας ἅγγελος
πού ἕπεσε μπρούμυτα κι ἀκούει τήν καρδιά μου.

(http://nikiforosvrettakos.gr/post/vradini-exomologisi-2014-05-24)

 

-Ν. Βρεττάκος, «Βραδινή ἐξομολόγηση»

«Κάθισε δίπλα μου, ἀντίκρυ στή δύση.
Ὁ ἥλιος χαμήλωσε κ’ ἔχω
πολλά νά σοῦ εἰπῶ.
Λοιπόν,
ὁ Ταΰγετος δέν ἦταν βουνό.
Δέν σέ ὑποψίασε τό ἀπίθανο ὕψος
καί τό ἀπίθανο φῶς πού τόν κάνουν
νά μοιάζει ὅπως ἕνα, πότε χρυσό
καί πότε γαλάζιο, πολυπτέρυγο
στόν ὁρίζοντα; Κι αὐτή του ἡ ἔξαρση
πού ἀνελίσσεται κάποτε καί χωρίζει
τ’ αστέρια σέ ἀπό κεῖ κι ἀπό δῶ;

Δέν ἦταν βουνό. Ἠταν τό πρῶτο ποίημα
πού ἀνοίγοντας τά μάτια μου
διάβασα, ὁ πρῶτος μου φίλος
πού συνόριαζε μέ τό φῶς.
Καί γι’ αὐτό:
μετονόμασα σέ Ταΰγετο τό ὅρος Ἀγάπη.»

(http://nikiforosvrettakos.gr/post/vradini-exomologisi-2014-05-24)

 

 

-«Μαρία Σκαμπαρδώνη, «Βραδιάζει…»

Βραδιάζει και απόψε.

Οι δρόμοι αδειάζουν, είναι η ώρα της μέθης του ύπνου.

Ώρα να μείνει η ψυχή μου γυμνή, τώρα όλα σιωπούν.

Εαυτέ μου μην κρύβεσαι άλλο πια, φανερώσου.

Βραδιάζει και απόψε.

Λίγα αυτοκίνητα, σπάνια περνούν στους δρόμους.

Στο δρόμο κανείς δε περπατεί.

Ποιος την ψυχή μου που πονάει άραγε θα δει;

Βραδιάζει και απόψε.

Στη μέθη του ύπνου όλοι έχουν ζαλιστεί.

Μόνο εγώ είμαι ξύπνια,

Πάλι μου λείπεις εσύ…

Κοιτάζω ψηλά τα αστέρια-

Πόσο μικρή είμαι άραγε!

Όλοι οι σεβντάδες και οι πίκρες

Χάνονται μεμιάς.

Φαντάσματα αποκτούν σώμα

Τύψεις και λόγια ανείπωτα με κυνηγούν.

Λόγια που είπα ή δεν είπα

Τις ώρες που οι άλλοι δε θα τα δουν.

Βραδιάζει.

Με εσένα πάλι ξενυχτώ.

Τη θύμησή σου μόνο

Έχω και στη μνήμη μου κρατώ.

Βραδιάζει.

Ποιος με βλέπει ,κανείς.

Τώρα θα κλάψω για σένα

,δε φοβάμαι μήπως με δεις.

Τα μέσα μου σπαράζουν

Ακόμα μία μέρα μακριά σου

Θα έδινα τα πάντα

Αυτό το βράδυ να ήμουν κοντά σου.

Βραδιάζει.

Τα μάτια μου κλείνουν.

Δεν αντέχουν άλλο ανοιχτά,

Ποθούν την ώρα εκείνη που στον ύπνο θα σε δουν.

Βραδιάζει…..»

(http://fractalart.gr/vradiazei/)

Πες το με ποίηση (174ο): «Αθήνα»…

 

-«Πρωί, και λιοπερίχυτη και λιόκαλ’ είναι η μέρα,
κ’ η Aθήνα ζαφειρόπετρα στης γης το δαχτυλίδι.»
(Κ. Παλαμάς)

 

 

-Κωστής Παλαμάς, «Ύμνος εις την Αθήνα»

«Χαρά σ’ εσέ, χώρα λευκή και χώρα ευτυχισμένη!
Καμιά χώρα σ’ όλη τη γη, καμιά στην οικουμένη
δεν ηύρε τέτοιο φυλαχτό σαν το δικό μου μάτι.
Απ’ άλλες χώρες πέρασα γοργά – γοργά τρεχάτη
και μ’ είδαν της Ελλάδας μου τ’ αγαπημένα μέρη
σαν άνεμο και σαν αϊτό και σύννεφο κι αστέρι.
Όμως σ’ εσέ το θρόνο μου αιώνια θεμελιώνω
και ρίζωσ’ η αγάπη μου στα χώματά σου μόνο.»

(Άπαντα Κωστή Παλαμά, Γκοβόστης)

 

 

 -Ν. Καρούζος, «ΣΤΙΓΜΕΣ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ»

Ανάερος ουρανός όπως η αγάπη
νέες παρθένες
ανοίγουν ελαφρά τα στήθη μέσ’ στην Άνοιξη
στον κόσμο που έπαψε να λατρεύει.

Αθήνα πόλις
όνειρα δροσερά
φωνές της νεότητας οπού κύλησε στο θάνατο –
νύχτα πέρασεν ο θεός απ’ τη δική σου ομορφιά.

Μέσ’ στη χαμένη ελπίδα σα να κρέμεται ο σκελετωμένος ήλιος
έρχονται δειλινές γυναίκες απ’ τα όνειρα
κινημένες ιερά –
τι σημάδια που έφερεν ο ελαφρότερος αυτός θάνατος
όσο μια ευτυχία πιο βαθειά κι απ’ το πνεύσιμο των φύλλων
όταν ο φτερωτός γαλάζιος δαίμονας
ίδιος μ’ ευαίσθητο θηλαστικό την όραση πλουτίζει
από δρόμον αιώνιο μεθώντας.

Πρώτος χαρούμενος ο ποιητής
χαίρεται της Ανοίξεως τα δίχως τέλος άνθη
μόνος αγγίζοντας
το τρυφερό έπος των χρωμάτων.

Είναι μια δύναμη ψηλά στ’ αστέρια
είναι στο κουρασμένο σύννεφο η παρηγοριά
της Αττικής ουράνια ευαισθησία.

Ο Γιάννης πάλι σαν ζεστό ελάφι
τραγουδά τη μοναξιά
κρατώντας μέσ’ στα δάχτυλα τους ύπνους
ελπίδων ιδεών ονείρων
από μετάξι.

Ω νύχτα τόσον αθώα
βασιλεύεις με τα ύψη –
των άστρων ερωτικός είν’ ο μεγάλος ποταμός –
κ’ η θλίψη πάντα του φθαρτού μέσ’ στην καρδιά μας.

Αν πω την Άνοιξη μυστήριο
το λικνιστό της ευωδιάς κοράσι αν φωνάξω
σαν περπατεί μονάχο στην απόλυτη σιωπή
δεν έχω πάλι τ’ άχραντα
της καθαρής κι απρόσμενης στιγμής
που οδηγεί στο θαύμα.

Βρομίζουν εκατό φορές οι ερωτευμένοι
στην πνοή του έαρος
ή
μακριά στο φθινόπωρο με λίγη τέφρα.
Ένα λουτρό της μοναξιάς αδιάκοπα σώζει.

Πέρ’ απ’ τα κάθ’ αισθήματα
συνάντησα το πρόβατο σε λάμψεις.
Έχει χορτάρι πάντα η γη
κι αυτό με ριζωμένα μάτια τρώει.

Κύριε σε βλέπω χωρίς τις πληγές
ώς την πορφύρα του μεγάλου θάνατου
μετρώντας την αγάπη.

Δειλινό
ψιθυρίζουν οι κήποι
πεθαίνει ολοένα η ώρα
κ’ οι νεκροί θα ξυπνήσουν εμορφότεροι
στη γλυκειά τυραννίδα της μνήμης.

Μάγια να δείχνει ο αττικός αιγιαλός
με την ορμή του κύματος
εσύ ξανθή και χίμαιρα
βγαίνεις απ’ το ζησμένο σου κορμί.

Χάραμα της Αθήνας οι δρόμοι χαμηλόφωνοι
καθώς πάει ο χρόνος για τον ήλιο πάλι
μέσ’ στην ερήμωση πώς αναπαύονται
μοιάζοντας των ανέμων.

Θέλω νά ’βρω το πράγμα, την ανάσα του Υιού ν’ ακούσω
να σας δείξω τη λουλουδένια γραφή.
Ν’ απολαύσω πτηνά
τους θεούς υποφέροντας
των ελλήνων ο πρόθυμος
να σας δείξω τη λουλουδένια γραφή.

Θ’ αναγγείλω μια νέα ελπίδα.
Χαρίζω στην πόλη το πολύτιμο βλέμμα μου.

(Ν. Καρούζος, Τα ποιήματα, τ. Α’, Ίκαρος

 

 

-Ν. Καρούζος, «ΕΝΝΕΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΜΕΣ’ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ»

ΑΓΓΙΖΟΝΤΑΣ
Είναι κορμί ο ουρανός της Αττικής χαίρεται και λυπάται
δείχνει τα μαύρα γερατειά
καθώς η νύχτα ομοούσια με τη θλίψη
κλώθει τα δικά της πετεινά
η νύχτα η καθίζηση του θείου
και θυμάμαι το γενετήσιο αίμα της.

ΣΤΗΝ ΟΔΟ ΣΤΑΔΙΟΥ
Τρέχει μια ξανθομάλλα
δυο φλόγες τριανταφυλλένιες
ανεβαίνουν απ’ το στήθος στο λαιμό της –
άραγε που πηγαίνει.
Και συ παιδί της λησμονιάς
ευωδιασμένο μέσ’ στα βάσανα
μικρέ έλληνα στρατιώτη της δυστυχίας
ανάμεσα περνάς απ’ τις δυνάμεις της οδού
κρατώντας λίγη πούληση στα χέρια.
Χάρισέ μου το μενεξεδένιο τραγούδι που λένε τα μάτια σου
γνωρίζω ’να κοράσι μ’ όνειρα στα χέρια
χαίρεται στο πιάνο κάποιες ώρες μακρινές
τα ξέρεις αυτά τα χέρια
που δεν έχουν την τόλμη του σώματος
αλλά μονάχα
τα πλήκτρα βυθίζοντας
μιαν εξαίσια ομορφιά απελευθερώνουν;
Με γιασεμί παράπονο στα χείλη
τρέχεις εμπρός, γυρίζεις πίσω
παρακαλείς τον κύριο με το καπέλο –
μικρέ φωνακλά του δρόμου
πληγώνεις την καρδιά.
Είν’ η μοίρα μας έτσι
ώς το θεό φτάνοντας μέσ’ στον ήλιο.
Αντίο αγόρι
για σένα λυπάμαι
εγώ πλάστηκα με πόνο για κάθε τόπο και καιρό.
Δεν είναι τίποτα η ξανθομάλλα το κατάλαβα
με τριάντα δραχμές ησυχάζω.

ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ
Γυρίζει ο έφηβος με τα σφουγγάρια
της ψυχής πραμάτεια. είναι μονάχα ένας γέρος τ’ ουρανού μας
και δροσερός ο πανικός σε τέτοια πατρίδα.
Όλοι πηγαίνουν έχοντας τη φτώχεια ή τον πλούτο
αυτοκίνητα διασχίζουν τους δρόμους
με στεφάνια κηδείας φορτωμένα
όμως
ο γέρος που τον περονιάζει σαν κρύο η νεότητα
με απούλητα σφουγγάρια ψάχνει το κακό
να τ’ αφανίσει θα ’λεγες
απ’ τα σφουγγάρια τραβηγμένο σαν υγρό.

ΜΟΝΑΣΤΗΡΑΚΙ
Τρώει ο ρωμιός απάνω στο μάρμαρο
– μεσημεριάτικες απογνώσεις –
κ’ είναι σα μοναστηράκι του σώματος
γεμάτο φύλλα και πουλιά.
Έχει τον ήλιο το φτωχό εστιατόριο και τον διασπαθίζει
μέσα στη σκόνη του φωτεινού αέρα
γαλάζιες μύγες ωσάν ανθάκια
κομμένα γύρω μας βομβίζουν.
Τρώει με μια πικρή ματιά ο ταπεινός απάνω στο μάρμαρο
σκύβει κρατώντας το ζεστό ψωμί
και συλλογιέται
την πλάκα του τάφου.
Κοντό κριθάρι αγκυλώνει τη θύμηση
τα σπίτια οι δρόμοι και τα δίκαια χέρια
φυλλώματα κόκκινα δίχως ελπίδα…
Ήχοι και θάνατος
η ερωτική ασπράδα που πύκνωσε τα νέφη
ταυτισμένα στους κήπους με τα δέντρα.

Ο ΚΗΠΟΣ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ ΑΝΑΣΑΙΝΕΙ
Θάλασσα πίνεις τα ποτάμια πίνεις όλα τα νερά
μέσ’ στον καιρό της υπάρξεως ανάστροφα νέμεσαι την ομορφιά
πέρα στη δύναμη που κλείνει ο ουράνιος αέρας
όπως εδώ στην άνομη πόλη
ο Εθνικός Κήπος καθαρίζει την ψυχή με ήλιο και με δέντρα.
Ένα μεγάλο φύλλωμα σκέπει την καρδιά μου
κλειδώνει τα πουλιά
σχίζοντας απ’ τις ευωδιές χιλιάδες αναστάσιμα
κ’ η γυναίκα βαθύ βασίλειο σκλαβώνει το δέρμα μου.
Όποιος έριξε τ’ αστέρια στην αγριότητα
νιώθει τον πλούτο του άνθους
οι θεοί κατεβαίνουν απ’ τους μίσχους ώς τη μοναξιά
και τους χυμούς ανεβάζουν με γαλάζια όργανα
γενετήσια.
Ω σιωπή βγαλμένη στα παράθυρα του αιθέρα
σα να δείχνεις
τις κυματιστές ρίζες του κήπου,
άλλη ματιά δεν εχάρισε το αόρατο μέσ’ στο αίμα πρόβατο
που σκύβει στο χορτάρι σου ψηλά, μονάχα των αγγέλων.
Κρήνη θανάτου ανθίζει με χρυσάφι
κ’ η όμορφη φτέρη ψιθυρίζει νέους ύμνους
φανερώνοντας τη σοφία της αναπνοής
ολόκληρο το θάμβος ωσά σώμα.

ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΙΟ ΤΟΠΟ
Νύχτα βεγγαλική φαιδρύνει τους θορύβους της Αθήνας
όπου σπιθίζουν ίμεροι
κι αεράκι σαλεύει τις φυλλωσιές απ’ τα όνειρα.
Χτες το φεγγάρι να ’βλεπες – χάνεται μα η κίνηση τ’ ανασταίνει
τυλιγμένο σε σύννεφα όμοια με καπνούς
γκρίζους και μαύρους…
Πού είναι μέσ’ στη μνήμη το άκαρι
θαλάσσια η ταπεινή αθερίνα
μέρες του χαρταετού νερά της Κυριακής ερωτευμένα
και μια κραυγή απ’ τα βάθη: Αχ να λησμονηθώ με τη μητέρα!
Δεν ανεμίζει τώρα ένας παιδικός Επιτάφιος
όταν ακολουθούσαμε σα να ’μασταν όλοι
σταματημένοι σε κάποιο σημείο του αέρα
κι ανάμεσα στα σιδερόφραχτα ένστικτα
πέρα στο δρόμο βάθαινε η κηδεία του Χριστού
σα λείψανο ένας γέρος ανοίγοντας κάποια ξύλινη πόρτα
βγήκε να χύσει λίγη κολόνια στο χρυσοκέντητο πανί
λευκά λουλούδια πάμφωτα και οι ψαλμωδίες
ελαφρός ουρανός αθώα κορίτσια…
Ω χώμα πότε άρχισες αν ρωτήσω
πάντα ατελείωτη και πάντα φτάνει
στους θάμνους η ωραιότητα.
Με τα τριζόνια λούζομαι
καθώς υγραίνει ο έρωτας το χρόνο
τη νύχτα που παντρεύονται οι γάτες στ’ αγιοκλήματα
τη μέρα σαν κοιμούνται στους κήπους οι φωτογράφοι με άσπρα
και μένει ο βραδινός Άγιος
στην υπαίθρια εκκλησιά με τ’ άφωνα καντήλια
μέσ’ στο μακρύ και σκούρο ρούχο του
ο Άγιος Δημήτριος ίδιος με κορασίδα.
Είν’ ο τόπος ουράνιος.

ΕΣΠΕΡΑ ΤΩΝ ΦΥΛΛΩΝ
Το σήμαντρο αναστενάζει.
Με την αγάπη στην καρδιά
στους φιλικούς δρόμους ανοίγω την ύπαρξή μου
κατεβαίνω μεγάλη σιωπή κι ακούω τα σκαλιά της
είμ’ ένα πρόβατο αγγίζω δειλινά
μα φεύγουν όλα
σκοτεινιά που θα μας οδηγήσεις.
Αγγελικέ μου θάνατε
προσφέρω τη θυσία.

ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ
Κάθε πρωί χαμογελά στα κυπαρίσσια ο ήλιος
είναι παλιά η δύναμη των τάφων
όπου χαίρομαι πέρ’ απ’ τα μάρμαρα
τους γυμνούς πεθαμένους
ολημέρα τους ακούω να λένε για το χώμα με κούφια μάτια
ολημέρα λάμπει το ψωμί
που δεν έφαγαν οι έρημοι φτωχοί στη ζήση
και μονάχα τον Άδη χορταίνουν.
Έτσι χανόμασταν έτσι θα χαθούμε
στους λύκους ανάμεσα και στο θάνατο.
Μ’ αρέσει να περπατώ σε τάφους
μ’ ένα τραγούδι στη φτώχεια δοσμένο
και πάντα ενάντιο
στους κλέφτες της ανθρώπινης τύχης.

ΗΧΗΡΟ
Σύρματα τιμημένα της ζωής μου
οπού με ζώνετε τόσα χρόνια
σκλάβος ανέβηκα ώς τ’ αστέρια
τη ζωωδία των ανθρώπων έχοντας ακυρώσει
μέσ’ στην ορμή για ποίηση
μέσ’ στην ορμή για έρωτα
σύρματα της ζωής μου.

(Ν. Καρούζος, Τα ποιήματα, τ. Α’, Ίκαρος

 

 

-Κωνσταντίνος Π. Καβάφης, «Ο Oράτιος εν Aθήναις»

 «Εις της εταίρας Λέας το δωμάτιον,
όπου κομψότης, πλούτος, κλίνη απαλή,
νέος, με ιάσμας εις τας χείρας, ομιλεί.
Κοσμούσι τους δακτύλους του λίθοι πολλοί,

κ’ εκ σηρικού λευκού φορεί ιμάτιον
με ανατολικά κεντήματ’ ερυθρά.
Η γλώσσα του είν’ Aττική και καθαρά,
αλλ’ ελαφρός τις τόνος εν τη προφορά

τον Τίβεριν προδίδει και το Λάτιον.
Ο νέος την αγάπην του ομολογεί,
κ’ η Aθηναία τον ακούει εν σιγή

τον εύγλωττόν της εραστήν Οράτιον·
κ’ έκθαμβος βλέπει νέους κόσμους του Καλού
εντός του πάθους του μεγάλου Ιταλού.»
(Από τα Αποκηρυγμένα, Ίκαρος 1983)
 

 

-Κ. Καρυωτάκης, «Αθήνα»

Ώρα γλυκιά. Ξαπλώνει ωραία δομένη
η Αθν Απρίλη σαν εταίρα.
Είναι ηδονές τα μύρα στον αιθέρα,
και τίποτε η ψυχή πια δεν προσμένει.
Στα σπίτια σκύβει απάνω και βαραίνει
το ασήμι του βλεφάρου της η εσπέρα.
Βασίλισσα η Ακρόπολη εκεί πέρα
πορφύρα έχει τη δύση φορεμένη.

Φιλί φωτός και σκάει το πρωταστέρι.
Στον Ιλισσό ερωτεύεται τ’ αγέρι
ροδονυφούλες δάφνες που ριγούνε.
Ώρα γλυκιά χαράς και αγάπης, όντας
πουλάκια το ένα τ’ άλλο κυνηγούνε
τ’ Ολύμπιου Δία μια στήλη αεροχτυπώντας..

(Άπαντα Καρυωτάκη, ΠΕΛΛΑ)

 

 

-Λευτέρης Πούλιος, «Αθήνα»

(απόσπασμα)

«Τσιμέντο και σίδερο στον πνιγμένο αέρα

πανάρχαια γόησσα Αθήνα

γυαλίζει τ’ άσπρο σου στήθος απόψε

άσε με να σου το σφίξω μέχρι να πονέσεις

χύνοντας κόκκινο γάλα

καθώς θ’ ακούς το τραγούδι της συνουσίας

παράμερα στα δεντράκια δύο μαθητών

του γυμνασίου και το ρυθμό της καρδιάς μου

σ’ αυτό το βράδυ των μεθυσμένων συντριβανιών

του αμύγδαλου-κόσμου

……………………………………………………………………..

Ακου το ουρλιαχτό του περιπολικού και κοίτα

Αυτούς που οτυς βάζουν στο αυτοκίνητο και

Βιαστικά τους οδηγούν στο τμήμα .

Με προβολείς στο μάτι τους  ρίχνουν κάτω

Τους ψάχνουν κι η μέση τους σπάει στο τραπέζι

Και τους αφήνουν με το στόμα πεταμένο

Στον ουρανό πάνω σ’ ένα κολοσιαίο

Κλάξον αυτοκινήτου πάνω στο δάπεδο του γραφείου

Τα παιδιά με τα γυαλιστερά εξαρτήματα

Ειδικευμένα στον τρόμο και τα μεγαλοπρεπή

Σειρήτια στα μάτια τους.

Κι αυτοί που

Έχουν δολοφονηθεί αδιαμαρτύρητα ή πετάχτηκαν

Απ’ την ταράτσα του κτιρίου μετά το πέρας

Των ανακρίσεων όπως γίνεται στο σινεμά

Κι αυτοί που αφανίστηκαν μες στη θάλασσα

Θέλοντας να το σκάσουν και οι καιροί

Αποθρασύνοντας τον ισχυρό

Σ’ αυτό τον κόσμο τον παράφρονα της φυλακής.

 

Κι αυτοί που πολτοποιήθηκαν απ’ τα τανκς

Μέσα στο Πολυτεχνείο ή έσκασαν απ’ τα

καπνογόνα κι αυτοί που σταυρώθηκαν

Στα διασταυρούμενα πυρά

Φωνάζοντας μέχρι τον άλλο κόσμο

«ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ»»

(Λ. Πούλιος, Ο γυμνός ομιλητής, Κέδρος)

 

 

-Στρατής Τσίρκας, «Αθήνα του 1938»

«Ένα ταξίδι στην Αθήνα,
όνειρο χαδεμένο
είκοσι χρόνια.
Ω θύμησες παιδιάστικες με το τραγούδι
«Στο Ζάππειο μια μέρα…»
και νοσταλγίες νεανικές- τα γράμματα
τα γράμματα σου άγνωστη, αθηναία κόρη…

Ω Αθήνα, ω πόλη που απάνω σου
των αιώνων τα όνειρα φέγγουν.
εγώ που περίμενα
ν ’αποχτήσω κοντά σου
τα μάτια τα μενεξελιά,
της ψυχής σου τα μάτια τ ’αθάνατα
και το ήθος που ξέρει
φωτεινά και απέριττα
μες στο χρόνο να στήνει
αγάλματα…
Για να γκρεμίσω τα όνειρα
Είκοσι χρόνων
Ήρθα μια μέρα στην Αθηνά.

Πενήντα χιλιάδες ζεύγη ματιά
Με υποδέχτηκαν
Οι πενήντα χιλιάδες χαφιέδες σου
Με υποδέχτηκαν
Τα νεκρωμένα καφενεία σου
Με υποδέχτηκαν
Τα τρομαγμένα πρόσωπα των πολιτών σου
Με υποδέχτηκαν
Οι καημοί, το μαράζι κ’ οι ψίθυροι των φοιτητών σου
Με υποδέχτηκαν,
Κ’ οι αγωνίες των εξορισμένων στα νησιά
Με χαιρέτησαν

Και μου κουνήσανε την κεφαλή,
Σαν αηδόνια βουβά και περίλυπα
Οι ποιητές σου
Και με βλαστήμησε
Η μούρη ενός βατράχου βρομερού κι απαίσιου
Σ’ όλους τους δρόμους, σ’ όλες τις προθήκες.»
(http://www.24grammata.com/?p=25727)

 

 

-Νίκος Καββαδίας, «Αθήνα 1943»
«Οι δρόμοι κόκκινες γιομάτοι επιγραφές
τρανά την ώρα διαλαλούν την ορισμένη.
Αγέρας πνέει βορεινός απ’ τις κορφές
κι αργοσαλεύουνε στα πάρκα οι κρεμασμένοι.

Μες στην Αθήνα όλα τα πρόσωπα βουβά
και περπατάν αργά στους δρόμους «ἐν κινδύνῳ»
ως τις εφτά που θ᾿ ακουστεί «Σιστάς Μοσκβὰ»
και στις οχτώ (βαλ᾿ το σιγά) «Εδώ Λονδίνο».

Φύσα ταχιά σπιλιάδα, φύσα βορεινή.
Γραίγο μου κατρακύλα απ᾿ την Κριμαία.
Κατά τετράδας πάν στο δρόμο οι γερμανοὶ
κάτου από μαύρη, κακορίζικη σημαία.

Μήνα το μήνα και πληθαίνουν οι πιστοί,
ώρα την ώρα και φουντώνει το μελίσσι
ως τη στιγμή που μες στους δρόμους θ᾿ ακουστεί
η μουσική που κάθε στόμα θα λαλήσει.»
(http://www.24grammata.com/?p=25727)

 

Πες το με ποίηση (173ο): «Έλληνας – ελληνικός»…

-«…Μπολιβάρ, είσαι ωραίος σαν Έλληνας.»
(Ν. Εγγονοπουλος)

 

-“Όταν θα θέλουν οι Έλληνες να καυχηθούν

«Τέτοιους βγάζει το έθνος μας» θα λένε

για σας. Κι έτσι θαυμάσιος θα είναι ο έπαινός σας.”

(Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ)

 

-«Φτώχεια, φωτιά, φαρμάκι ο τόπος.

Μονόξυλα οι έλληνες μεσ’ στα χρώματα των επιγραφών

Κι ο έρωτας τελευταία ελπίδα»

(Ν. Καρούζος)

 

 

-“Κακότυχοι έλληνες με τρύπιο μεροκάματο

χρόνια και χρόνια ραγιάδες

γύρω κλαίνε μητέρες γύρω κλαίνε κορίτσια

ο ένας τραγουδά τη λησμονιά ο άλλος την αγάπη.

«Όσο βαριά είν’ τα σίδερα

είν’ η καρδιά μου σήμερα»…”

(Ν. Καρούζος)

 

 

-Γιώργου Σαραντάρη, [Εμείς οι Έλληνες]

«Εμείς οι Έλληνες
Με τις ελιές με τα πεύκα
Με τα μάρμαρα με τη θάλασσα
Φυλάξαμε και άλλες αρετές
Δεν εξοφλήσαμε την ευφυΐα μας
Σ’ έναν καιρό πιο ήμερο
Και πιο γενναίο
Δεν θα διστάσουμε
Δεν θα δειλιάσουμε
Από τις κρύπτες θα βγάλουμε τα όργανα
Στην ορχήστρα και στο χορό
Οι φωνές μας θα προσφέρουν
Κάτι σαν το επιούσιον
Το δικό μας πάθος»

                                (29/3/1936)

[πηγή: Γιώργος Σαραντάρης, «[Εμείς οι Έλληνες]», Έργα 2 – Κατάλοιπα (1932-1940), εισαγωγή-επιμέλεια Σοφία Σκοπετέα, Βικελαία Δημοτική Πινακοθήκη, Ηράκλειο 2006, σ. 132]

 

 

-Κ. Π. Καβάφης, «Φιλέλλην»

«Την χάραξι φρόντισε τεχνικά να γίνει.
Έκφρασις σοβαρή και μεγαλοπρεπής.
Το διάδημα καλλίτερα μάλλον στενό·
εκείνα τα φαρδιά των Πάρθων δεν με αρέσουν.
Η επιγραφή, ως σύνηθες, ελληνικά·
οχ’ υπερβολική, όχι πομπώδης-
μην τα παρεξηγήσει ο ανθύπατος
που όλο σκαλίζει και μηνά στη Ρώμη-
αλλ’ όμως βέβαια τιμητική.
Κάτι πολύ εκλεκτό απ’ το άλλο μέρος·
κανένας δισκοβόλος έφηβος ωραίος.
Προ πάντων σε συστείνω να κυττάξεις
(Σιθάσπη, προς θεού, να μη λησμονηθεί)
μετά το Βασιλεύς και το Σωτήρ,
να χαραχθεί με γράμματα κομψά, Φιλέλλην.
Και τώρα μη με αρχίζεις ευφυολογίες,
τα «Πού οι Έλληνες;» και «Πού τα Ελληνικά;
πίσω απ’ τον Ζάγρο εδώ, από τα Φράατα πέρα».
Τόσοι και τόσοι βαρβαρότεροί μας άλλοι
αφού το γράφουν, θα το γράψουμε κ’ εμείς.
Και τέλος μη ξεχνάς που ενίοτε
μας έρχοντ’ από την Συρία σοφισταί,
και στιχοπλόκοι, κι άλλοι ματαιόσπουδοι.
Ώστε ανελλήνιστοι δεν είμεθα, θαρρώ.»

(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

 

 

-Κωστῆς Παλαμᾶς, [ΓΝΩΜΕΣ, ΚΑΡΔΙΕΣ, ΟΣΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ]

«Γνῶμες, καρδιές, ὅσοι Ἕλληνες,

ἀκοῦστε με κ’ ἐμένα:

Μᾶς ηὗραν χρόνια δίσεχτα,

στερνά, καταραμένα.

Ἔργα δὲν ἔχω, τίποτε

ποὺ ἀξίζει νὰ σᾶς φέρω·

κρύος, ἄπραγος δὲν ξέρω

παρὰ νὰ τραγουδῶ.

 

Γνῶμες, καρδιές, ὅσοι Ἕλληνες,

κ’ ἐσεῖς, οἱ φυτρωμένοι

στὴ γῆ ποὺ ἀρήμαχτη ἔμεινε,

κ’ ἐσεῖς, ξερριζωμένοι,

– χώματα, ὀϊμέ! αἱματόπνιχτα

τῆς Θράκης, τῆς Ἰωνίας! –

ρημάδια τῆς μανίας

καὶ τῆς καταστροφῆς.

 

Ἄντρες κ’ ἐσεῖς τῆς Ρούμελης

καὶ τοῦ Μωριᾶ βλαστάρια,

χοροὶ τοῦ Αἰγαίου, τῆς Ἤπειρος

βουνὰ καὶ παλληκάρια,

κ’ ἐσεῖς, παρθένες Ἰόνιες,

πάντα καὶ ἡρώϊσσα Κρήτη,

καὶ ὦ Ρήγισσα Ἀφροδίτη,

πού εἰσαι τῆς Κύπρος πνοή.

 

Κ’ ἐσύ, Μακεδονίτισσα,

θεία ματιασμένη χώρα,

καὶ ἡ Ρόδος, Δωδεκάνησα

χρυσὰ καὶ μέσ’ στὴ μπόρα,

καὶ ὅπου ναοί, κάμποι, μάρμαρα,

δάφνες ξερές, νέα κρίνα,

τὸ Μισολόγγι! Ἀθήνα,

ποὺ πάντα ζοῦν οἱ θεοί!

 

Κ’ ἐσύ, γῆ, ποὺ ηὗραν Ὅμηροι

σ’ ἐσὲ τὸν Ἀχιλλέα,

καὶ ποὺ τὸ Ρήγα γέννησες

μὲ τὴ μεγάλη ἰδέα,

χαίρετε, δρόμοι, ἐρείπια,

ρουμάνια, περιβόλια,

ποτάμια, ἀραξοβόλια,

ριζώματα, κορφές.

 

Πατρίδα! Ἑλλάδες, παίρνετε

νόημ’ ἀπὸ μιὰ καὶ μόνη

λέξη, καὶ αὐτὴ τὸ χαῖρε μου

τὸ ἐκστατικὸ πυρώνει.

Στὴ λέξη, ποὺ σὰν ἄγαλμα

βωμοῦ φαντάζει, φέρνω

τὸν ὕμνο, βάγια σπέρνω.

Π α τ ρ ί δ α! Εἶν’ ὅλα ἐκεῖ.

 

Γνῶμες, καρδιές, ὅσοι Ἕλληνες,

ρυθμὸς οὐρανοδρόμος

ἥλιος ἀπαραστράτιστος

γιὰ τὰ Ἔθνη κάποιος Νόμος

θὰ ὑπάρχῃ. Καὶ καλότυχος

γύρω ὁ λαὸς πλανήτης

τοῦ Νόμου ποὺ μαγνήτης

ὑπάκουο τὸν κρατᾶ.

 

Δὲν ἀπομένει ἀσάλευτο

τίποτε, δὲ γεννιέται,

ποὺ νὰ μὴ ρεύῃ, τίποτε

καὶ ποὺ νὰ μὴ χαλιέται.

Μὰ πῶς ἀπὸ τὸ χάλασμα

πετιέται ξεδιψάστρα

πηγή! Πῶς ξαναπλάστρα

εἶναι κ’ ἡ ὀργή, ἡ πληγή!

 

Πὼς εἶναι μιὰ ἡ πατρίδα μας

κ’ εἶναι παντοῦ ὅπου πᾶμε,

καὶ ὅπου σταθοῦμε, μέσα μας

πατρίδα μία γρικᾶμε,

μία μὲ λογῆς ὀνόματα,

πρόσωπα, προσωπίδες.

Δὲ ζῆ χωρὶς πατρίδες

ἡ ἀνθρώπινη ψυχή.

 

Πλάστης τοῦ κόσμου ὁ Πόλεμος,

ὅραμα ἡ εὐτυχία.

Μὲ τὰ στοιχιὰ πᾶς, πάλεμα

σὲ τρώει μὲ τὰ στοιχεῖα,

Πατρίδα! Ὀρθή! Μὴ λυώνεσαι,

σὰ δέησης ἁγιοκέρι!

Μὲ τὸ δαυλὶ στὸ χέρι

σὲ σφιχτοζώνει ἐχθρός.

 

Γνῶμες, καρδιές, ὅσοι Ἕλληνες,

καὶ μέσα στὴν κοιλάδα

τοῦ δάκρυου ἐδῶ, κι ἀντρειεύοντας

ἀπὸ μιὰ πίστη, Ἑ λ λ α δ ἀ!

κράχτε, στὸ νοῦ ριζῶστε τη

μὲ τὸ Σταυρό, μὲ δόρυ,

Σοφία, Μητέρα, Κόρη,

Παντάνασσα, Ἀθηνᾶ.

 

Καὶ ὦ Βασιλεῖες γερόντισσες

ἄγριες Δημοκρατίες,

κάστρα, φυτειὲς κ’ ἐλεύτερων

καὶ σκλάβων, Πολιτεῖες

καὶ ἀπ’ ὅποια ἀπάνου ὀνόματα,

καὶ ἀπ’ ὅποιο ἀπάνου ἀγώνα,

μιὰ ὑψῶστε, μιὰ κορώνα

καὶ βλέπετε ἴσα ἐκεῖ.

 

Γνῶμες, καρδιές, ὅσοι Ἕλληνες,

ὅ,τι εἶστε, μὴν ξεχνᾶτε,

δὲν εἶστε ἀπὸ τὰ χέρια σας

μονάχα, ὄχι. Χρωστᾶτε

καὶ σὲ ὅσους ἦρθαν, πέρασαν,

θὰ ‘ρθοῦνε, θὰ περάσουν.

Κριτές, θὰ μᾶς δικάσουν

οἱ ἀγέννητοι, οἱ νεκροί.

 

Κόκκαλα πάτρια μέσα μας

θαφτά, ἱερά, μαζί μας

καὶ ὅπου σεισμοὶ μᾶς τίναξαν

οἱ ἐφέστιοι πάντα θεοί μας.

Πολίτες ἄς τὴ χτίσουμε

καὶ ὁπλίτες ἐδῶ καὶ ὅλοι

τοῦ ὀνείρου ἐδῶ τὴν Πόλη

μὲ τὴν Ἁγιὰ Σοφιά.

 

Ἡ λειτουργία δὲν τέλειωσε

κομμένη· γιὰ τὸ τέρμα

κι ἄν ξαναρχίσῃ, ἀτέλειωτη

ξανά θὰ βρῇ τὸ γέρμα,

γιὰ νὰ προσμένουμε ἄγρυπνοι

στὴ νύχτα νὰ προβάλῃ

τοῦ ὄρθρου τὸ γέλιο πάλι

ποὺ προμηνάει τὸ φῶς.»

1925.

(Πηγή: Κ. Παλαμᾶ, Ἅπαντα, Τόμος Θ΄. Β΄ ΕΚΔΟΣΗ, ΓΚΟΒΟΣΤΗΣ)

 

 

-Δ. Σολωμός, “Η Ελληνίδα μητέρα”

 «Κρέμεται το σπαθί κοντά στην κούνια σου, καλό μου, αλλά το χέρι δεν είναι που το ‘σφιγγε στη νίκη.

Μακρύς ο λάκκος π’ άνοιξε και κλει το γίγαντά μου.

Κάμπους, βουνά, χωρίς αυτόν μάχης καπνοί σκεπάζουν.

.

αλλ’ αυτό τώρα που κουνώ τ’ αμέριμνο κορμάκι

αύριο θα γίνει δύναμη που ο λογισμός κινάει,

και στήθι αντρίκειο θα σταθεί στες σαϊτιές της μοίρας.

Βρέχει τα βέλη της αυτή στα ύψη των ανδρείων,

που εκεί στημένοι στερεοί λάμπουν στη μάχη θείοι.

.

Χαρές και πλούτη να χαθούν, και τα βασίλεια, κι όλα,

τίποτε δεν είναι, αν στητή μέν’ η ψυχή κι ολόρθη.

Όλα τα ερείπια γύρω της κοιτά χαμογελώντας,

κι ανθοί σ’ αυτά, παντού κι αργά, βλασταίνουν ως τον τάφο.

φυτρώνει και στο σκότος του του Παραδείσου τ’ άνθι.

.

Του κόρφου συ, της αγκαλιάς αγαπημένο βάρος,

σπούδαξε, μην αργοπορείς βάρος να γίνεις τρόμου

εκεί που οι χείμαρροι του εχθρού τρομαχτικά βρυχίζουν.

Αλλά το χέρι σου ζωστό πλια στο λαιμό μου γύρω

δε θα ‘ναι τότε, αλλά σ’ αυτό τ’ ολεθροφόρο ξίφος.

.

Της Μοίρας έτσ’ οι δύναμες, όσο τρανές κι αν είναι,

κι αν πέσεις συ στον πόλεμο, μένουν εκείνες, όπως

της κούνιας τα κινήματα που τώρα σε κοιμίζουν.

Μεγάλωσε, μεγάλωσε, μη δίχως μάνα μείνεις.

Θα ζώσει εκείνη το σπαθί μες στο βυζί αποκάτου,

κι εμπρός ! σημαία και σπαθί, ψυχή, ψυχή, και νίκη !

.

Την ψυχή μέσα μου γρικώ του ποθητού πατρός σου,

και χίλιες, χίλιες γύρω μου ξαστράφτουν Αμαζόνες.

Άντρες, γυναίκες είν’, κανείς δε θα ρωτά στη μάχη.

Κοίτα τους λάκκους ! – αλλά τι μπορείς συ να κοιτάξεις;

.

Άπειρους λάκκους, άπειρους γεμίζουν οι νεκροί μας.

πέφτουμ’ εμείς, το έργο μας για την πατρίδα μένει,

και σ’ όλα ζει τα στήθη μας τούτ’ η πνοή και μόνη,

που φλόγα γίνεται φριχτή καθολικού πολέμου,

που κάθε γη και θάλασσα παντού περιλαβαίνει,

που ζώνει εσέ και σκίρτημα και της κουνιάς σου δίνει.

.

Σκίρτα, κουνιά, μ’ ευχή χαράς για το καλό που θα ‘ρθει !

Γλυκά κι η τύχη μού γελά, γιατί η στιγμή ‘ναι τούτη

που τ’ ακριβά σου βλέφαρα σηκώνονται κι αφήνουν

το χαμογέλιο της ματιάς να λάμψει, σ’ όλα τ’ άλλα

αβέβαιο και τρεμάμενο, αλλ’ όχι και σ’ εμένα.

.

Έλα σ’ εμέ, των σπλάχνων μου γλυκό βλαστάρι. θέλω

για μια στιγμή γοργά ‘π’ αυτό το σπίτι να μακρύνω.

θέλω το μέτωπ’ ο καπνός της μάχης να σου ‘γγίξει,

πλατιά το στήθος σου, βαθιά, να πνέξει ολέθρου φλόγα.

(«Νεοελληνικά Αναγνώσματα Β΄ Λυκείου»,Ο.Ε.Δ.Β., Αθήνα 1978)

 

 

-Βίκτωρ Ουγκώ, «Το Ελληνόπουλο»

«Τούρκοι διαβήκαν. Χαλασμός, θάνατος πέρα ως πέρα.
Η Χίο, τα’ όμορφο νησί, μαύρη απομένει ξέρα,
με τα κρασιά, με τα δεντρά
τ’ αρχοντονήσι, που βουνά και σπίτια και λαγκάδια
και στο χορό τις λυγερές καμιά φορά τα βράδια
καθρέφτιζε μεσ’ τα νερά.

Ερμιά παντού. Μα κοίταξε κι απάνου εκεί στο βράχο,
στου κάστρου τα χαλάσματα κάποιο παιδί μονάχο
κάθεται, σκύβει θλιβερά
το κεφαλάκι στήριγμα και σκέπη του απομένει
μόνο μιαν άσπρη αγράμπελη σαν αυτό ξεχασμένη
μεσ’ την αφάνταστη φθορά.

Φτωχό παιδί, που κάθεσαι ξυπόλυτο στις ράχες
για να μην κλαις λυπητερά, τ’ ήθελες τάχα να ‘χες
για να τα ιδώ τα θαλασσά
ματάκια σου ν’ αστράψουνε, να ξαστερώσουν πάλι
και να σηκώσεις χαρωπά σαν πρώτα το κεφάλι
με τα μαλλάκια τα χρυσά;

Τι θέλεις άτυχο παιδί, τι θέλεις να σου δώσω
για να τα πλέξης ξέγνοιαστα, για να τα καμαρώσω
ριχτά στους ώμους σου πλατιά
μαλλάκια που του ψαλιδιού δεν τάχει αγγίξει η κόψη
και σκόρπια στη δροσάτη σου τριγύρω γέρνουν όψη
και σαν την κλαίουσα την ιτιά;

Σαν τι μπορούσε να σου διώξει τάχα το μαράζι;
Μήπως το κρίνο απ` το Ιράν, που του ματιού σου μοιάζει;
Μην ο καρπός απ’ το δεντρί
που μεσ’ στη μουσουλμανική παράδεισο φυτρώνει,
κ’ έν’ άλογο χρόνια εκατό κι αν πιλαλάει, Δεν σώνει
μεσ’ απ’ τον ίσκιο του να βγει;

Μη το πουλί που κελαηδάει στο δάσος νύκτα μέρα
και με τη γλύκα του περνάει και ντέφι και φλογέρα;
Τι θες κι απ’ όλα τα αγαθά
τούτα; Πες. Τα` άνθος, τον καρπό; Θες το πουλί;
-Διαβάτη,
μου κράζει το Ελληνόπουλο με το γαλάζιο μάτι:
Βόλια, μπαρούτι θέλω. Νά.»

(Γ. Π. Τζήκας, Σύγχρονη σχολική ανθολογία, Ατραπός)

 

 

-Ν. Εγγονόπουλος, «Μπολιβάρ, ένα ελληνικό ποίημα»

(απόσπασμα)

ΦΑΣΜΑ ΘΗΣΕΩΣ ΕΝ ΟΠΛΟΙΣ ΚΑΘΟΡΑΝ, ΠΡΟ
ΑΥΤΩΝ ΕΠΙ ΤΟΥΣ ΒΑΡΒΑΡΟΥΣ ΦΕΡΟΜΕΝΟΝ

Le cuer d’un home vaut tout l’or d’un païs

Για τους μεγάλους, για τους ελεύθερους,
για τους γενναίους, τους δυνατούς,
Αρμόζουν τα λόγια τα μεγάλα, τα ελεύθερα,
τα γενναία, τα δυνατά,
Γι’ αυτούς η απόλυτη υποταγή κάθε στοιχείου, η σιγή,
γι’ αυτούς τα δάκρυα, γι’ αυτούς οι φάροι,
κι οι κλάδοι ελιάς, και τα φανάρια
Όπου χοροπηδούνε με το λίκνισμα των καραβιών και
γράφουνε στους σκοτεινούς ορίζοντες των λιμανιών,
Γι’ αυτούς είναι τ’ άδεια βαρέλια που σωριαστήκανε στο
πιο στενό, πάλι του λιμανιού, σοκάκι,
Γι’ αυτούς οι κουλούρες τ’ άσπρα σκοινιά, κι οι αλυσίδες,
οι άγκυρες, τ’ άλλα μανόμετρα,
Μέσα στην εκνευριστικιάν οσμή του πετρελαίου,
Για ν’ αρματώσουνε καράβι, ν’ ανοιχτούν, να φύγουνε,
Όμοιοι με τραμ που ξεκινάει, άδειο κι ολόφωτο μέσ’ στη
νυχτερινή γαλήνη των μπαχτσέδων,
Μ’ ένα σκοπό του ταξειδιού: προς τ’ άστρα.

Γι’ αυτούς θα πω τα λόγια τα ωραία, που μου τα υπαγόρευσε
η Έμπνευσις,
Καθώς εφώλιασε μέσα στα βάθια του μυαλού μου όλο
συγκίνηση
Για τις μορφές, τις αυστηρές και τις υπέροχες, του
Οδυσσέα Ανδρούτσου και του Σίμωνος Μπολιβάρ.

Όμως για τώρα θα ψάλω μοναχά τον Σίμωνα, αφήνοντας
τον άλλο για κατάλληλο καιρό,
Αφήνοντάς τον για ναν τ’ αφιερώσω, σαν έρθ’ η ώρα,
ίσως το πιο ωραίο τραγούδι που έψαλα ποτέ,
Ίσως τ’ ωραιότερο τραγούδι που ποτές εψάλανε σ’ όλο τον κόσμο.
Κι αυτά όχι για τα ότι κι οι δυο τους υπήρξαν για τις
πατρίδες, και τα έθνη, και τα σύνολα,
κι άλλα παρόμοια, που δεν εμπνέουν,
Παρά γιατί σταθήκανε μέσ’ στους αιώνες, κι οι δυο τους,
μονάχοι πάντα, κι ελεύθεροι, μεγάλοι,
γενναίοι και δυνατοί.

Και τώρα ν’ απελπίζουμαι που ίσαμε σήμερα
δεν με κατάλαβε, δεν θέλησε, δε μπόρεσε να καταλάβη
τι λέω, κανείς;
Βέβαια την ίδια τύχη νάχουνε κι αυτά που λέω τώρα
για τον Μπολιβάρ, που θα πω αύριο για τον Ανδρούτσο;
Δεν είναι κι εύκολο, άλλωστε, να γίνουν τόσο γλήγορα
αντιληπτές μορφές της σημασίας τ’ Ανδρούτσου και του Μπολιβάρ,
Παρόμοια σύμβολα.
Αλλ’ ας περνούμε γρήγορα: προς Θεού, όχι συγκινήσεις,
κι υπερβολές, κι απελπισίες.
Αδιάφορο, η φωνή μου είτανε προωρισμένη μόνο για τους αιώνες.
(Στο μέλλον, το κοντινό, το μακρυνό, σε χρόνια, λίγα,
πολλά, ίσως από μεθαύριο, κι αντιμεθαύριο,
Ίσαμε την ώρα που θε ν’ αρχινίση η Γης να κυλάη
άδεια, κι άχρηστη, και νεκρή, στο στερέωμα,
Νέοι θα ξυπνάνε, με μαθηματικήν ακρίβεια, τις άγριες
νύχτες, πάνω στην κλίνη τους,
Να βρέχουνε με δάκρυα το προσκέφαλό τους,
αναλογιζόμενοι ποιος είμουν, σκεφτόμενοι
Πως υπήρξα κάποτες, τι λόγια είπα, τι ύμνους έψαλα.
Και τα θεόρατα κύματα, όπου ξεσπούνε κάθε βράδυ στα
εφτά της Ύδρας ακρογιάλια,
Κι οι άγριοι βράχοι, και το ψηλό βουνό που κατεβάζει τα δρολάπια,
Αέναα, ακούραστα, θε να βροντοφωνούνε τ’ όνομά μου.)

Ας επανέλθουμε όμως στον Σίμωνα Μπολιβάρ.

Μπολιβάρ! Όνομα από μέταλλο και ξύλο, είσουνα
ένα λουλούδι μέσ’ στους μπαχτσέδες της Νότιας Αμερικής.
Είχες όλη την ευγένεια των λουλουδιών μέσ’ στην καρδιά σου,
μέσ’ στα μαλλιά σου, μέσα στο βλέμμα σου.
Η χέρα σου είτανε μεγάλη σαν την καρδιά σου,
και σκορπούσε το καλό και το κακό.
Ροβόλαγες τα βουνά κι ετρέμαν τ’ άστρα, κατέβαινες
στους κάμπους, με τα χρυσά, τις επωμίδες,
όλα τα διακριτικά του βαθμού σου,
Με το ντουφέκι στον ώμο αναρτημένο, με τα στήθια
ξέσκεπα, με τις λαβωματιές γιομάτο το κορμί σου,
Κι εκαθόσουν ολόγυμνος σε πέτρα χαμηλή, στ’ ακροθαλάσσι,
Κι έρχονταν και σ’ έβαφαν με τις συνήθειες των πολεμιστών Ινδιάνων,
Μ’ ασβέστη, μισόνε άσπρο, μισό γαλάζιο, για να φαντάζης
σα ρημοκκλήσι σε περιγιάλι της Αττικής,
Σαν εκκλησιά στις γειτονιές των Ταταούλων,
ωσάν ανάχτορο σε πόλη της Μακεδονίας ερημική.

Μπολιβάρ! Είσουνα πραγματικότητα, και είσαι,
και τώρα, δεν είσαι όνειρο.
Όταν οι άγριοι κυνηγοί καρφώνουνε τους άγριους αετούς,
και τ’ άλλα άγρια πουλιά και ζώα,
Πάν’ απ’ τις ξύλινες τις πόρτες στ’ άγρια δάση,
Ξαναζής, και φωνάζεις, και δέρνεσαι,
Κι είσαι ο ίδιος εσύ το σφυρί, το καρφί, κι ο αητός.

Αν στα νησιά των κοραλλιών φυσούνε ανέμοι,
κι αναποδογυρίζουνε τα έρημα καΐκια,
Κι οι παπαγάλοι οργιάζουνε με τις φωνές σαν πέφτει
η μέρα, κι οι κήποι ειρηνεύουνε πνιγμένοι σ’ υγρασία,
Και στα ψηλά δεντρά κουρνιάζουν τα κοράκια,
Σκεφτήτε, κοντά στο κύμα, του καφφενείου τα σιδερένια τα τραπέζια,
Μέσ’ στη μαυρίλα πώς τα τρώει τ’ αγιάζι, και μακρυά
το φως π’ ανάβει, σβύνει, ξανανάβει, και γυρνάει πέρα δώθε,
Και ξημερώνει ― τι φριχτή αγωνία ― ύστερα από μια νύχτα
δίχως ύπνο,
Και το νερό δεν λέει τίποτε από τα μυστικά του.
Έτσ’ η ζωή.
Κι έρχετ’ ο ήλιος, και της προκυμαίας τα σπίτια, με
τις νησιώτικες καμάρες,
Βαμμένα ροζ, και πράσινα, μ’ άσπρα περβάζια
(η Νάξο, η Χίος),
Πώς ζουν! Πώς λάμπουνε σα διάφανες νεράιδες! Αυτός
ο Μπολιβάρ!
Μπολιβάρ! Κράζω τ’ όνομά σου ξαπλωμένος
στην κορφή του βουνού Έρε,
Την πιο ψηλή κορφή της νήσου Ύδρας.
Από δω η θέα εκτείνεται μαγευτική μέχρι των νήσων
του Σαρωνικού, τη Θήβα,
Μέχρι κει κάτω, πέρα απ’ τη Μονεβασιά, το τρανό
Μισίρι,
Αλλά και μέχρι του Παναμά, της Γκουατεμάλα, της
Νικαράγκουα, του Οντουράς, της Αϊτής,
του Σαν Ντομίγκο, της Βολιβίας,
της Κολομβίας, του Περού, της Βενεζουέλας,
της Χιλής, της Αργεντινής, της Βραζιλίας,
Ουρουγουάη, Παραγουάη, του Ισημερινού,
Ακόμη και του Μεξικού.
Μ’ ένα σκληρό λιθάρι χαράζω τ’ όνομά σου πάνω στην
πέτρα, νάρχουνται αργότερα οι ανθρώποι να προσκυνούν.
Τινάζονται σπίθες καθώς χαράζω ― έτσι είτανε, λεν, ο
Μπολιβάρ ― και παρακολουθώ
Το χέρι μου καθώς γράφει, λαμπρό μέσα στον ήλιο.

Είδες για πρώτη φορά το φως στο Καρακάς. Το φως το δικό σου,
Μπολιβάρ, γιατί ώς νάρθης η Νότια Αμερική
ολόκληρη είτανε βυθισμένη στα πικρά σκοτάδια.
Τ’ όνομά σου τώρα είναι δαυλός αναμμένος, που φωτίζει
την Αμερική, και τη Βόρεια και τη Νότια, και την οικουμένη!
Οι ποταμοί Αμαζόνιος και Ορινόκος πηγάζουν από τα μάτια σου.
Τα ψηλά βουνά έχουν τις ρίζες στο στέρνο σου,
Η οροσειρά των Άνδεων είναι η ραχοκοκκαλιά σου.
Στην κορφή της κεφαλής σου, παλληκαρά, τρέχουν
τ’ ανήμερα άτια και τ’ άγρια βόδια,
Ο πλούτος της Αργεντινής.
Πάνω στην κοιλιά σου εκτείνονται οι απέραντες φυτείες του καφφέ.

Σαν μιλάς, φοβεροί σεισμοί ρημάζουνε το παν,
Από τις επιβλητικές ερημιές της Παταγονίας
μέχρι τα πολύχρωμα νησιά,
Ηφαίστεια ξεπετιούνται στο Περού και ξερνάνε
στα ουράνια την οργή τους,
Σειούνται τα χώματα παντού και τρίζουν
τα εικονίσματα στην Καστοριά,
Τη σιωπηλή πόλη κοντά στη λίμνη.
Μπολιβάρ, είσαι ωραίος σαν Έλληνας….»

(Ν. Εγγονόπουλος, Ποιήματα, Ίκαρος)

 

 

-Fréderic Mistral, «Ο ελληνικός ύμνος»

(Μετάφραση: Κωστής Παλαμάς)

«Με την αυγή και η θάλασσα μενεξεδένια

λάμπει, και με το φως τα πάντα ξανανιώνουν.

Να η άνοιξη γυρίζει, να το χελιδόνι

στον Παρθενώνα ξαναχτίζει τη φωλιά του!

Πανίερη Αθηνά, τίναξε το πουλί σου

στ’ αμπέλια μας απάνω τα σαρακωμένα.

Κι αν πρέπει να πεθάνουμε για την Ελλάδα,

θεία είν’ η δάφνη! Μια φορά κανείς πεθαίνει.

 

Αγάλια αγάλια αποχρυσώνεται το κύμα,

να η άνοιξη γυρίζει, μεσ’ στα κορφοβούνια

του Προμηθέα τα σπλάχνα σκίζοντας ένα όρνιο

μεγάλο, ασάλευτο ξανοίγεται μακριάθε

για να διώξεις το μαύρο γύπα που σε τρώει,

αρμάτωσέ μας, νέε νησιώτη, το καράβι.

Κι αν πρέπει να πεθάνουμε για την Ελλάδα,

θεία είν’η δάφνη! Μια φορά κανείς πεθαίνει.

 

Τ’ ανάκρασμα τ΄ακούτε της αρχαίας Πυθείας;

«Νίκη στων ημιθέων τ’ αγγόνια!» Από τη ‘ Ιδη

ως της Νικαίας τ’ ακρογιάλια ξανανθίζουν

αιώνιες οι ελιές. Με τ’ άρματα στα χέρια

εμπρός! Τα ύψη των βουνών ας τ’ ανεβούμε,

τους Σαλαμίνικους αντίλαλους ξυπνώντας!

Αν πρέπει να πεθάνουμε για την Ελλάδα,

θεία είν΄η δάφνη! Μια φορά κανείς πεθαίνει.

 

Κ’ έλα, ετοιμάστε τα λευκά φορέματά σας,

αρραβωνιαστικές, για να στεφανωθήτε

στο γυρισμό τους ακριβούς σας μεσ’ στο λόγγο

γι’ αυτούς που σας γλυτώσανε κόφτε τη δάφνη.

Αγνάντια στη σκυφτή και ντροπιασμένη Ευρώπη,

ας πιούμε ξεχειλη τη δόξα παλληκάρια.

Κι αν πρέπει να πεθάνουμε για την Ελλάδα,

θεία είν’ η δάφνη! Μια φορά κανείς πεθαίνει.

 

Ό,τι έγινε μπορεί να ξαναγίνει, αδέρφια!

Στων πυρωμένων τούτων βράχων την λαμπάδα

με σάρκα θεία μπόρεσ’ ο άνθρωπος να νοιώση

το φωτερώτερο κι απ’ όλα τα όνειρά του.

Κι η χριστιανή ψυχή βωβή εκεί πέρα θα είναι;

Κ’ εμείς ενός κορμιού ξερόκλαδα εκεί πέρα;

Κι αν πρέπει να πεθάνουμε για την Ελλάδα,

θεία είν’ η δάφνη! Μια φορά κανείς πεθαίνει.

 

Το Μαραθώνιο πεζοδρόμο ακολουθώντας

κι αν πέσουμε, το χρέος μας έχουμε κάμει!

Και με το αίμα του προγόνου μας Λεωνίδα

το αίμα μας , θριαμβων αίμα, ταιριασμένο,

θα πορφυρώσει τον καρπό τον κοραλλένιο

και το σταφύλι το κρεμάμενο στο κλήμα.

Κι αν πρέπει να πεθάνουμε για την Ελλάδα,

θεία είναι η δάφνη! Μια φορά κανείς πεθαίνει.

 

Της ιστορίας μάς φέγγουν τρεις χιλιάδες χρόνια,

Ορθοί! Και πρόβαλε από τώρα το παλάτι

στον τόπο εκεί που λύθηκαν τα κακά μάγια,

κι ο φοίνικας ξαναγεννιέται από τη στάχτη.

Στις αμμουδιές της Μέκκας διώξε το ήλιε,

το μισοφέγγαρο μακριά απ΄τον ουρανό μας…

Αν πρέπει να πεθάνουμε για την Ελλάδα,

θεία είν΄η δάφνη! Μια φορά κανείς πεθαίνει.

(http://www.palmografos.com/permalink/16981.html)
(-Fréderic Mistral,βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας 1904)

 

 

-Βισουάβα Σιμπόρσκα, «ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΑΓΑΛΜΑ»

«Με τη βοήθεια των ανθρώπων και των άλλων στοιχείων
ο χρόνος δεν έκανε κακή δουλειά πάνω του.
Πρώτα απομάκρυνε τη μύτη, μετά τα γεννητικά όργανα,
στη συνέχεια, ένα προς ένα, τα δάχτυλα στα πόδια
και τα χέρια,
τον αριστερό μηρό, τον δεξιό,
τους ώμους, γοφούς, κεφάλι και γλουτούς,
και οτιδήποτε διασκορπίστηκε έχει από τότε
καταρρεύσει σε κομμάτια
σε μπάζα, χαλίκι και άμμο.

Όταν κάποιος ζωντανός πεθαίνει μ’ αυτό
τον τρόπο
το αίμα ρέει σε κάθε χτύπημα.

Όμως τα μαρμάρινα αγάλματα
πεθαίνουν λευκά
και όχι πάντοτε εντελώς.

Από το άγαλμα που συζητάμε μόνο
ο κορμός χρονοτριβεί
και μοιάζει με μιαν ανάσα συγκρατημένη
με μεγάλη προσπάθεια,
αφού τώρα πρέπει
να προσελκύσει στον εαυτό του
ακέραιη την χάρη και την βαρύτητα
απ’ αυτό που χάθηκε.

Και τα προσελκύει.

Και τα προσελκύει,
για την ώρα το κατορθώνει,
το κατορθώνει και καταυγάζει
καταυγάζει και διαρκεί.

Εδώ ο χρόνος δικαιούται κάποιο χειροκρότημα
αφού σταμάτησε το έργο του νωρίς
και άφησε ένα μέρος του γι’ αργότερα.»

(https://tapoiitika.wordpress.com/)

 

 

-Γ. Δροσίνης, «Χῶμα ἑλληνικό»

«Τώρα ποὺ θὰ φύγω καὶ θὰ πάω στὰ ξένα
καὶ θὰ ζοῦμε μῆνες, χρόνους χωρισμένοι,
ἄφησε νὰ πάρω κάτι κι ἀπὸ σένα,
γαλανὴ πατρίδα πολυαγαπημένη,
ἄφησε μαζί μου φυλαχτὸ νὰ πάρω
γιὰ τὴν κάθε λύπη κάθε τι κακό,
φυλαχτὸ ἀπὸ ἀρρώστια, φυλαχτὸ ἀπὸ Χάρο,
μόνο λίγο χῶμα, χῶμα ἑλληνικό.

Χῶμα δροσισμένο μὲ νυχτιᾶς ἀγέρι,
χῶμα βαφτισμένο μὲ βροχὴ τοῦ Μάη,
χῶμα μυρισμένο ἀπ᾿ τὸ καλοκαίρι,
χῶμα εὐλογημένο, χῶμα ποὺ γεννάει
μόνο μὲ τῆς Πούλιας τὴν οὐράνια χάρη,
μόνο μὲ τοῦ ἥλιου τὰ θερμὰ φιλιά,
τὸ μοσχάτο κλῆμα τὸ ξανθὸ σιτάρι,
τὴ χλωρὴ τὴ δάφνη, τὴν πικρὴν ἐλιά.

Χῶμα τιμημένο, ποὔχουν ἀνασκάψει
γιὰ νὰ θεμελιώσουν ἕναν Παρθενώνα,
χῶμα δοξασμένο, ποὔχουν ροδοβάψει
αἵματα στὸ Σούλι καὶ στὸ Μαραθώνα,
χῶμα πὄχει θάψει λείψαν᾿ ἁγιασμένα
ἀπ᾿ τὸ Μεσολόγγι κι ἀπὸ τὰ Ψαρὰ
χῶμα ποὺ θὰ φέρνει στὸν μικρὸν ἐμένα
θάρρος, περηφάνια, δόξα καὶ χαρά.

Θὲ νὰ σὲ κρεμάσω φυλαχτὸ στὰ στήθια,
κι ὅταν ἡ καρδιά μου φυλαχτὸ σὲ βάλει
ἀπὸ σὲ θὰ παίρνει δύναμη βοήθεια,
μὴν τὴν ξεπλανέψουν ἄλλα, ξένα κάλλη.
Ἡ δική σου ἡ χάρη θὰ μὲ δυναμώνει,
κι ὅπου κι ἂν γυρίσω, κι ὅπου κι ἂν σταθῶ
σὺ θὲ νὰ μοῦ δίνεις μιὰ λαχτάρα μόνη,
πότε στὴν Ἑλλάδα πίσω θὲ νὰ ῾ρθῶ.

Κι ἂν τὸ ριζικό μου -ἔρημο καὶ μαῦρο-
μοὔγραψε νὰ φύγω καὶ νὰ μὴ γυρίσω,
τὸ στερνὸ συχώριο εἰς ἐσένα θἄβρω,
τὸ στερνὸ φιλί μου θὲ νὰ σοῦ χαρίσω.
Ἔτσι κι ἂν σὲ ξένα χώματα πεθάνω,
καὶ τὸ ξένο μνῆμα θἆναι πιὸ γλυκὸ
σὰ θαφτεῖς μαζί μου στὴν καρδιά μου ἐπάνω,
χῶμα ἀγαπημένο, χῶμα ἑλληνικό.»

(http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/gewrgios_drosinhs)

 

Πες το με ποίηση (172ο): «Ελλάδα»…

-«Κλείσε μέσα στην ψυχή σου την Ελλάδα [ή άλλο πράγμα],

και θα αισθανθείς μέσα σου να λαχταρίζει κάθε είδος μεγαλείου.»

(Δ. Σολωμός)

 

 

-«Ώ Ελλάς, ηρώων χώρα, τί γαϊδάρους βγάζεις τώρα;»

(Γιώργος Σουρής)

 

 

-«…Η Ελλάδα σέρνει το χορό, ψηλά, με τους αντάρτες,
– χιλιάδες δίπλες ο χορός, χιλιάδες τα τραπέζια, –
κ’ είν’ οι νεκροί στα ξάγναντα, πρωτοπανηγυριώτες!»

(Α. Σικελιανός)

 

 

-«Ομπρός, βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω από την Ελλάδα,

ομπρός βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω από τον κόσμο!…

Έτσι σαν έριξα και το στερνό δαυλί στο φωτογώνι

(δαυλί της ζωής μου της κλεισμένης μες στο χρόνο)

στο φωτογόνι της καινούριας λευτεριάς Σου, Ελλάδα..»

(Α. Σικελιανός, Πνευματικό εμβατήριο, απόσπασμα)

 

 

-«Ἔξω τοῦ ἀφέντη ἁρμάδα

φυλάει, μὲ μπούκα ὀρθή,

τὸ λείψανό σου, Ἑλλάδα,

μὴν ξάφνου ἀναστηθεῖ!»

(Κ. Βάρναλης)

 

 

-Κ. Π. Καβάφης, «Επάνοδος από την Ελλάδα»

Ώστε κοντεύουμε να φθάσουμ’, Έρμιππε.
Μεθαύριο, θαρρώ· έτσ’ είπε ο πλοίαρχος.
Τουλάχιστον στην θάλασσά μας πλέουμε·
νερά της Κύπρου, της Συρίας, και της Aιγύπτου,
αγαπημένα των πατρίδων μας νερά.
Γιατί έτσι σιωπηλός; Pώτησε την καρδιά σου,
όσο που απ’ την Ελλάδα μακρυνόμεθαν
δεν χαίροσουν και συ; Aξίζει να γελιούμαστε; —
αυτό δεν θα ’ταν βέβαια ελληνοπρεπές.

Aς την παραδεχθούμε την αλήθεια πια·
είμεθα Έλληνες κ’ εμείς — τι άλλο είμεθα; —
αλλά με αγάπες και με συγκινήσεις της Aσίας,
αλλά με αγάπες και με συγκινήσεις
που κάποτε ξενίζουν τον Ελληνισμό.

Δεν μας ταιριάζει, Έρμιππε, εμάς τους φιλοσόφους
να μοιάζουμε σαν κάτι μικροβασιλείς μας
(θυμάσαι πώς γελούσαμε με δαύτους
σαν επισκέπτονταν τα σπουδαστήριά μας)
που κάτω απ’ το εξωτερικό τους το επιδεικτικά
ελληνοποιημένο, και (τι λόγος!) μακεδονικό,
καμιά Aραβία ξεμυτίζει κάθε τόσο
καμιά Μηδία που δεν περιμαζεύεται,
και με τι κωμικά τεχνάσματα οι καημένοι
πασχίζουν να μη παρατηρηθεί.

A όχι δεν ταιριάζουνε σ’ εμάς αυτά.
Σ’ Έλληνας σαν κ’ εμάς δεν κάνουν τέτοιες μικροπρέπειες.
Το αίμα της Συρίας και της Aιγύπτου
που ρέει μες στες φλέβες μας να μη ντραπούμε,
να το τιμήσουμε και να το καυχηθούμε.

(Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993)

 

 

-Γ. Σεφέρης, [Όπου και  να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει]

 «Στο Πήλιο μέσα στις καστανιές το πουκάμισο του Κενταύρου
γλιστρούσε μέσα στα φύλλα για να τυλιχτεί στο κορμί μου
καθώς ανέβαινα την ανηφόρα κι η θάλασσα μ’ ακολουθούσε
ανεβαίνοντας κι αυτή σαν τον υδράργυρο θερμομέτρου
ως που να βρούμε τα νερά του βουνού.

Στη Σαντορίνη αγγίζοντας νησιά που βουλιάζαν
ακούγοντας να παίζει ένα σουραύλι κάπου στις αλαφρόπετρες
μου κάρφωσε το χέρι στην κουπαστή
μια σαΐτα τιναγμένη ξαφνικά
από τα πέρατα μιας νιότης βασιλεμένης.
Στις Μυκήνες σήκωσα τις μεγάλες πέτρες και τους θησαυρούς των Ατρειδών
και πλάγιασα μαζί τους στο ξενοδοχείο της «Ωραίας Ελένης του Μενελάου».
Χάθηκαν μόνο την αυγή που λάλησε η Κασσάνδρα
μ’ έναν κόκορα κρεμασμένο στο μαύρο λαιμό της.
Στις Σπέτσες στον Πόρο και στη Μύκονο
με χτίκιασαν οι βαρκαρόλες.

Τι θέλουν όλοι αυτοί που λένε
πως βρίσκουνται στην Αθήνα ή στον Πειραιά;
Ο ένας έρχεται από Σαλαμίνα και ρωτάει τον άλλο μήπως «έρχεται εξ Ομονοίας»
«Όχι έρχομαι εκ Συντάγματος» απαντά κι είν’ ευχαριστημένος
«βρήκα το Γιάννη και με κέρασε ένα παγωτό».
Στο μεταξύ η Ελλάδα ταξιδεύει
δεν ξέρουμε τίποτε δεν ξέρουμε πως είμαστε ξέμπαρκοι όλοι εμείς
δεν ξέρουμε την πίκρα του λιμανιού σαν ταξιδεύουν όλα τα καράβια,
περιγελάμε εκείνους που τη νιώθουν.

Παράξενος κόσμος που λέει πως βρίσκεται στην Αττική
και δε βρίσκεται πουθενά.
Αγοράζουν κουφέτα για να παντρευτούνε
κρατούν «σωσίτριχα» φωτογραφίζουνται.
Ο άνθρωπος που είδα σήμερα καθισμένος σ’ ένα φόντο με πιτσούνια και με λουλούδια
δέχουνταν το χέρι του γέρο φωτογράφου να του στρώνει τις ρυτίδες
που είχαν αφήσει στο πρόσωπό του
όλα τα πετεινά τ’ ουρανού.

Στο μεταξύ η Ελλάδα ταξιδεύει ολοένα ταξιδεύει
κι αν «ορώμεν ανθούν πέλαγος Αιγαίον νεκροίς»
είναι εκείνοι που θέλησαν να πιάσουν το μεγάλο καράβι με το κολύμπι
εκείνοι που βαρέθηκαν να περιμένουν τα καράβια που δεν μπορούν να κινήσουν
την ΕΛΣΗ τη ΣΑΜΟΘΡΑΚΗ τον ΑΜΒΡΑΚΙΚΟ.
Σφυρίζουν τα καράβια τώρα που βραδιάζει στον Πειραιά
σφυρίζουν ολοένα σφυρίζουν μα δεν κουνιέται κανένας αργάτης
καμμιά αλυσίδα δεν έλαμψε βρεμένη στο στερνό φως που βασιλεύει
ο καπετάνιος μένει μαρμαρωμένος μες στ’ άσπρα και στα χρυσά.

Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει
παραπετάσματα βουνών αρχιπέλαγα γυμνοί γρανίτες…
το καράβι που ταξιδεύει το λένε ΑΓΩΝΙΑ 937»

(Γ. Σεφέρης, Ποιήματα, Ίκαρος)

 

 

-Φ. Χέλντερλιν, [Ω μακαρία Ελλάς]

«…Ω μακαρία Ελλάς! συ ενδιαίτημα όλων των ουρανίων,
Είναι λοιπόν αλήθεια αυτό που άλλοτε, στη νιότη μας, είχαμε ακούσει;
Αίθουσα εορταστική! το πάτωμα είναι ωκεανός και τα τραπέζια όρη,
Αληθινά σε χρόνους μακρινούς για τούτη τη μοναδική στιγμή χτισμένη!
Όμως πού είν’ οι θρόνοι; πού οι ναοί και τα δοχεία πού
Τα πλήρη νέκταρος, πού τα άσματα προς τέρψιν των θεών;
Πού, μα πού λοιπόν αστράφτουν οι χρησμοί που προορίζονται να φτάσουν
μακριά;
Καθεύδουν οι Δελφοί και πού άραγε αντηχεί το μέγα πεπρωμένο;
Πού είναι το ταχύ; Πού αστράφτει πλήρες πανταχού παρούσης ευτυχίας
Με βροντές από αίθριο ουρανό ενώπιον των οφθαλμών μας;
Πάτερ Αιθήρ! Φώναξε κάποιος κι ο λόγος πέταξε από ένα στόμα
Σε χιλιάδες, κανένας δεν άντεχε μόνος του τη ζωή
Σαν το μοιράζεται κανείς δίνει χαρά τούτο το αγαθό και σαν το
ανταλάσσει, με ξένους,
Γίνεται αγαλλίαση, αυξάνει με τον ύπνο η δύναμη της λέξης:
Πατέρας! φως καθαρό! και αντηχεί, όσο μακριά μπορεί να φτάσει, το
πανάρχαιο
Σημείο, κληρονομιά απ’ τους γονείς, βρίσκει το στόχο και δημιουργεί.
Καθόσον έτσι βρίσκουν το κατάλυμά τους οι ουράνιοι, έτσι τα βάθη
συγκλονίζοντας
Κατέρχεται μέσα από τις σκιές μεταξύ των ανθρώπων η Ημέρα τους…»

(Φ. Χέλντερλιν, «Άρτος και οίνος», απόσπασμα)

 

 

-Α. ΠΟΥΣΚΙΝ, «ΕΜΠΡΟΣ ΕΛΛΑΔΑ»

Εμπρός στηλώσου, Ελλάδα επαναστάτισσα,

βάστα γερά στο χέρι τ’ άρματά σου !

Μάταια δεν ξεσηκώθηκεν ο Όλυμπος,

η Πίνδο, οι Θερμοπύλες – δόξασμά σου.

 

Απ’ τα βαθιά τους σπλάχνα ξεπετάχτηκεν

η λευτεριά σου ολόφωτη, γενναία

κι απ’ τον τάφο του Σοφοκλή, απ’ τα μάρμαρα

της Αθήνας, πάντα ιερή και νέα.

 

Θεών κ’ ηρώων πατρίδα, σπάζεις άξαφνα

το ζυγό σου και την ενάντια Μοίρα

με τον ήχο, που βγαίνει του Τυρταίου σου

του Μπάιρον και του Ρήγα η άξια λύρα.

(Γ. Π. Τζήκας, Σύγχρονη σχολική ανθολογία, Ατραπός,

μτφ. Κ. Βάρναλης)

 

 

-Άγγελος Σικελιανός, «Τo Πανανθρώπινο Εμβατήριο της Ελλάδας»

«Ὀμπρός! Μὲ ὀρθή, μεσούρανη

τῆς Λευτεριᾶς τὴ δᾴδα,

ἀνοίγεις δρόμο, Ἑλλάδα,

στὸν Ἄνθρωπον … Ὀμπρός!

 

Ὁρμᾶνε πρῶτοι οἱ Ἕλληνες

κι ὅλοι οἱ λαοὶ σιμά Σου

-μεγάλο τ᾿ ὄνομά Σου-

βροντοφωνᾶν: «Ὀμπρός,

 

ὀμπρός, νὰ γίνουμε ὁ τρανὸς

στρατὸς ποὺ θὰ νικήσει,

σ᾿ Ἀνατολὴ καὶ Δύση,

τὸ μαῦρο φίδι ὀμπρός,

 

«ὀμπρός, κ᾿ ἡ Ἑλλάδα σκώθηκε

καὶ διασκορπάει τὰ σκότη!

Ἀνάστα, ἡ Ἀνθρωπότη,

Κι ἀκλούθα την … Ὀμπρός!»

(Α. Σικελιανός, Ποιήματα, Ίκαρος)
 

 

-Ο. Ελύτης, «Ο ΜΙΚΡΟΣ ΝΑΥΤΙΛΟΣ»

(απόσπασμα)

«ΚΑΤΟΙΚΗΣΑ ΜΙΑ ΧΩΡΑ που ‘βγαινε από την άλλη, την
πραγματική, όπως τ’ όνειρο από τα γεγονότα της ζωής μου.
Την είπα κι αυτήν Ελλάδα και τη χάραξα πάνω στο χαρτί
να τηνε βλέπω.
Τόσο λίγη έμοιαζε΄ τόσο άπιαστη.
Περνώντας ο καιρός όλο και τη δοκίμαζα: με κάτι ξαφνικούς
σεισμούς, κάτι παλιές καθαρόαιμες θύελλες.
Άλλαζα θέση τ’ Ακοίμιστα και την Ερημική ν’ αξιωθώ να φκιάνω λόφους καστανούς, Μοναστηράκια, κρήνες.
Ως κι ένα περιβόλι ολόκληρο έβγαλα γιομάτο εσπεριδοειδή που μύριζαν Ηράκλειτο κι Αρχίλοχο.
Μά ‘ταν η ευωδία τόση που φοβήθηκα.
Κι έπιασα σιγά-σιγά να δένω λόγια σαν διαμαντικά να την
καλύψω τη χώρα που αγαπούσα.
Μην και κανείς ιδεί το κάλλος.
Ή κι υποψιαστεί πως ίσως δεν υπάρχει»

(Ο. Ελύτης, Ποίηση, Ίκαρος)

 

 

-ΗΛΙΑΣ ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ, [ΕΛΛΑΔΑ]

(Απόσπασμα από το ποίημα «Το Μέγα Μήνυμα»)

 

«ΤΟΝ τόπο τούτο που γεννήθηκα τον λεν

Ελλάδα!

 

Η χαραυγή καθώς πρωτάνοιξα τα μάτια μου

ήρθε γλυκά να μου χαμογελάσει.

Στους δρόμους των ανθρώπων πρωταντίκρυσα

τον Περικλή και το Φειδία.

Μα πάντα

μπρος στα μάτια μου ανυπέρβλητος υψώνουνταν

ο Λεωνίδας

σε μιαν αποθέωση μεγαλείου και δόξας.

Αυτός μας έμαθε το μέγα μυστικό,

πως δεν υπάρχει δρόμος συντομότερος

για να μας ανεβάσει στην κορφή του Ολύμπου!

 

Το δρόμο τούτο μόνο όποιος διαβεί

την ιστορία σου

που την επήραν οι άνθρωποι, τα πουλιά και οι άνεμοι

και μας την έκαμαν τραγούδι

και την τραγουδούν όλα τα στόματα

 

Το δρόμο τούτο μόνο όποιος διαβεί

την ιστορία σου θα μάθει

που πήρε η φήμη στ’ άσπρα της φτερά

και την ακούμπησε πα στο κατώφλι της αιωνιότητας.

 

Το δρόμο ετούτο μόνο όποιος διαβεί

το μήνυμα θ’ ακούσει το δικό σου.»

(Γ. Π. Τζήκας, Σύγχρονη σχολική ανθολογία, Ατραπός)

 

 

-ΓΙΩΡΓΗΣ ΚΟΤΖΙΟΥΛΑΣ, «ΕΛΛΑΔΑ»

«Η πατρίδα μας θα μένει

ξακουστή στην οικουμένη.

Γέρνουν οι λαοί το γόνα

μπρος στον Παρθενώνα.

 

Και με τη Χριστιανωσύνη

του Κυρίου ναός εγίνη.

Ο Χριστός μας είπε τόσα

στη δική μας γλώσσα.

 

Πιάσαν ύστερα οι προγόνοι

καριοφίλι και τρομπόνι.

Τ’ άρματά μας τιμημένα

είν’ απ’ το Εικοσιένα.

 

Κρύβει θησαυρούς το χώμα

και γεννάει θεούς ακόμα.

Ω Ελλάδα μας, κορώνα

μείνε στον αιώνα!»

(Γ. Π. Τζήκας, Σύγχρονη σχολική ανθολογία, Ατραπός)

 

 

Πες το με ποίηση (171ο): «Εχθρός»…

-«Τον ξένο και τον εχθρό τον είδαμε στον καθρέφτη.»
(Γ. Σεφέρης)

 

-«Αραπιάς άτι, Γάλλου νους, σπαθί Τουρκιάς μολύβι,

πέλαγο μέγα βράζ’ ο εχθρός προς το φτωχό καλύβι.»

(Δ. Σολωμός)

 

 -«…Εμείς κανέναν δεν μισούμε. Αφήστε μας,

ν’ αγαπάμε τον κόσμο, να σας αγαπάμε.

Εμείς άλλον εχθρό δεν έχουμε

παρά μονάχα κείνον που δε σέβεται τον Άνθρωπο»

(Γ. Ρίτσος)

 

 -«…Σαν θα’ ρθει η ώρα της πορείας
Πολλοί δεν ξέρουν
Πως επικεφαλής βαδίζει ο εχθρός τους
Η φωνή που διαταγές τους δίνει
Είναι του εχθρού τους η φωνή
Εκείνος που για τον εχθρό μιλάει
Είναι ο ίδιος τους ο εχθρός…»
(Μπ. Μπρεχτ)

 

 

-Κ. Π. Καβάφης, «Οι Eχθροί»

Τον Ύπατο τρεις σοφισταί ήλθαν να χαιρετήσουν.
Ο Ύπατος τους έβαλε κοντά του να καθίσουν.
Ευγενικά τους μίλησε. Κ’ έπειτα, φροντίσουν,
τους είπε, χωρατεύοντας. «Η φήμη φθονερούς
κάμνει. Συγγράφουν οι αντίζηλοι. Έχετ’ εχθρούς.»
Aπήντησ’ ένας απ’ τους τρεις με λόγους σοβαρούς.

«Οι τωρινοί μας οι εχθροί δεν θα μας βλάψουνε ποτέ.
Κατόπι θά ’λθουν οι εχθροί μας, οι καινούριοι σοφισταί.
Όταν ημείς, υπέργηροι, θα κείμεθα ελεεινά
και μερικοί θα μπήκαμε στον Άδη. Τα σημερινά
τα λόγια και τα έργα μας αλλόκοτα (και κωμικά
ίσως) θα φαίνονται, γιατί θ’ αλλάξουν τα σοφιστικά,
το ύφος και τας τάσεις οι εχθροί. Όμοια σαν κ’ εμένα,
και σαν κι αυτούς, που τόσο μεταπλάσαμε τα περασμένα.
Όσα ημείς επαραστήσαμεν ωραία και σωστά
θα τ’ αποδείξουν οι εχθροί ανόητα και περιττά
τα ίδια ξαναλέγοντας αλλιώς (χωρίς μεγάλον κόπο).
Καθώς κ’ εμείς τα λόγια τα παλιά είπαμε μ’ άλλον τρόπο.»

(Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993)

 

 

BAUDELAIRE CHARLES, «Ο ΕΧΘΡΟΣ»

«Τα νιάτα μου ήταν μια καταιγίδα σκοτεινή,
Εδώ κι εκεί από λαμπερές αχτίδες φωτισμένη·
Τόσο που τον ερήμαξαν βροχές και κεραυνοί,
Που δροσερός στον κήπο μου καρπός δεν απομένει.

Βαθιά μου το φθινόπωρο έχει κιόλας απλωθεί,
Και θα χρειαστεί ναι το τσαπί ν’ αδράξω και το φτυάρι,
Κι αυτή μου που η νεροποντή την έχει συνεπάρει
Κι άνοιξαν λάκκοι μνήματα, να ξανασιάξω γη.

Μα ποιος θα πει αν τα λουλούδια τα νέα που λαχταρώ
Σ’ αυτό το χώμα το πλυμένο ωσάν ακρογιαλιά,
Θε να ‘βρουν την τροφή για ν’ αυξηθούν, τη μυστικιά;

-Ω πόνε! Ω πόνε! Μας την τρώει τη ζωή μας ο Καιρός,
Κι ο σκοτεινός Εχθρός που την καρδιά μας ροκανίζει
Απ’ το αίμα εμείς που χάνουμε, σφρίγος κι αλκή αυξαίνει
και χλοΐζει.»

(BAUDELAIRE CHARLES, ΕΙΚΟΣΙΟΧΤΩ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, Γαβριηλίδης)

 

 

-Μίλτος Σαχτούρης, «ΟΙ ΕΧΘΡΟΙ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ»

«Έρχεται φέτος κουρασμένη
η Άνοιξη
(να) κουβαλάει τόσα χρόνια
τα λουλούδια πάνω της.

Σκοτεινοί άνθρωποι
στις γωνιές την παραμονεύουν
για να την τσακίσουν.

Αυτή όμως
με κρότο
ανάβει ένα-ένα
τα λουλούδια της
στα μάτια τους τα ρίχνει
(για) να τους στραβώσει.»
(Μίλτος Σαχτούρης, Ποιήματα, Κέδρος)

 

 

-Αλέκος Παναγούλης, «ΚΟΙΝΟΙ ΟΙ ΕΧΘΡΟΙ ΜΑΣ»

«Πώς να βρεθώ κοντά στους Βάσκους;
Στους Κούρδους πώς να δείξω την αγάπη μου;
Στη Νότιο Αφρική στη Ροδεσία πώς να τρέξω;
Στους Νέγρους, πώς να πω πως βρίσκομαι κοντά τους;
Στην Ινδοκίνα πώς να φτάσω;
Της Βεγγάλης το Λαό πως ν’ αγκαλιάσω;
Την πολεμίστρα μου ν’ αφήσω δεν μπορώ
Μ’ ας ξέρουνε πως τους εχθρούς τους
κι εμείς εδώ τους πολεμάμε
Κοινοί οι εχθροί μας
Δικοί τους και δικοί μας»

(Αλ. Παναγούλης, Τα ποιήματα, εκδ. Παπαζήσης)

 

-Μπ. Μπρεχτ, «ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΕΧΘΡΟΣ ΣΟΥ;»

«Τον πεινασμένο, που σου βούτηξε

την τελευταία μπουκιά, εχθρό τον βλέπεις.

Τον κλέφτη όμως, που ποτέ δεν πείνασε,

ποτέ σου απ’ το λαιμό δεν τον εβούτηξες.»

 

 

-Οδυσσέας Ελύτης, «Ήρθαν ντυμένοι φίλοι»

«Ήρθαν
ντυμένοι φίλοι
αμέτρητες φορές οι εχθροί μου
το παμπάλαιο χώμα πατώντας
και το χώμα δεν έδεσε ποτέ με τη φτέρνα τους.

Έφεραν το Σοφό, τον Οικιστή, και το Γεωμέτρη,
βίβλους γραμμάτων και αριθμών,
την πάσα υποταγή και δύναμη,
το παμπάλαιο φως εξουσιάζοντας.
Και το φως δεν έδεσε ποτέ με τη σκέπη τους.

Ούτε μέλισσα καν δεν γελάστηκε

το χρυσό ν’ αρχίσει παιχνίδι
ούτε ζέφυρος καν, τις λεύκες να φουσκώσει ποδιές.

Έστησαν και θεμελίωσαν

στις κορφές, στις κοιλάδες, στα πόρτα
πύργους κραταιούς και επαύλεις
ξύλα και άλλα πλεούμενα,
τους νόμους τους θεσπίζοντας
τα καλά και συμφέροντα,
στο παμπάλαιο μέτρο εφαρμόζοντας.

Και το μέτρο δεν…
έδεσε ποτέ με την σκέψη τους.
Ούτε καν ένα χνάρι θεού
στην ψυχή τους σημάδι δεν άφησε
ούτε καν ένα βλέμμα ξωθιάς
τη μιλιά τους δεν είπε να πάρει.

Έφτασαν ντυμένοι «φίλοι»

αμέτρητες φορές οι εχθροί μου
τα παμπάλαια δώρα προσφέροντας.
Και τα δώρα τους άλλα δεν ήτανε
παρά μόνο σίδερο και φωτιά.
Στ’ ανοιχτά που καρτέραγαν δάχτυλα
μόνο όπλα και σίδερο και φωτιά.
Μόνο όπλα και σίδερο και φωτιά.»

(Ο. Ελύτης, Ποίηση, Ίκαρος)

 

 

-Τίτος Πατρίκιος, «Φάση μιας μάχης»

«Είμαστε φάτσα με φάτσα
με τον εχθρό μου.
‘Ενα γραφείο μονάχα μας χωρίζει
σα χαράκωμα ή σαν τάφος.
Πίσω απ’ τις αξιοπρεπείς μας μάσκες
από πολύ βαθιά ανεβαίνει και μας καίει το μίσος.
Και να που τούτη τη στιγμή,
τώρα που παίζεται η ζωή μου,
ανακαλύπτω στη μορφή του πως
θα μπορούσα να τον είχα αγαπήσει.
Να που τούτη τη στιγμή ανακαλύπτει
στη μορφή μου
πως θα μπορούσε να με είχε αγαπήσει.»

(http://www.sarantakos.com/kibwtos/patrikios16.htm)

Πες το με ποίηση (170ο): «Πάθος – πάθη»…

 

-«Με τι καρδιά, με τι πνοή,
τι πόθους και τι πάθος
πήραμε την ζωή μας.• λάθος!
κι αλλάξαμε ζωή»
(Γ. Σεφέρης)

 

-«…Σ᾿ αὐτὴν ἐδῶ τὴ γειτονιὰ
ἂς ἤμουν φωτογράφος
νὰ ὑπηρετῶ τὴν ὀμορφιὰ
μὲ τέχνη καὶ μὲ πάθος…»

(Ντ. Χριστιανόπουλος)

-«Δὲν ἔχει ἡ ἁπαλὴ ψυχὴ βραχώδη πάθη
καὶ πάντα λέει τὸ τραγούδι τῆς ὑπομονῆς.
Ὢ θὰ γυρίσουμε στὴν ὀμορφιὰ
μία μέρα…
Μὲ τὴ θυσία τοῦ γύρω φαινομένου
θὰ ἀνακαταλάβει, ἡ ψυχὴ τὴ μοναξιά της.»

(Ν. Καρούζος)

 

 

-Μιχάλης Γκανάς, «Η διάρκεια είναι πάθος»

«Να μην κοιτάς, λοιπόν, μα να παρατηρείς.
Γιατί η παρατήρηση έχει διάρκεια.
Κι η διάρκεια είναι πάθος.

Η διάρκεια είναι πάθος.
Ένα πάθος που σιγοκαίει.
Σύμφωνοι χωρίς φλόγες αφού τις καταπίνει.
Αλλά και χωρίς καπνούς. Με λιγότερη στάχτη.
Δεν κορώνει μου λες. Ούτε κρυώνει.
Αντιθέτως κρατάει ζωντανή τη φωτιά.
Έστω τη σπίθα. Είναι κάτι κι αυτό.
Είναι πολύ. Είναι αυτό που μας λείπει.

Η διάρκεια είναι πάθος.
Ένα πάθος που δεν βλέπεις στο σινεμά
γιατί οι ταινίες διαρκούν το πολύ δυο ώρες
κι όταν πέφτει το τέλος
η ζωή συνεχίζεται.
Είρήσθω εν παρόδω όχι όπως θέλουμε
αλλά όπως μπορούμε.

Η διάρκεια είναι πάθος.

Ιδιαίτερα στην αγάπη.
Σου το λέω εγώ που αγαπώ
τόσους ανθρώπους επί τόσα χρόνια
χωρίς να το ξέρουν.
Μεταξύ μας για μένα τους αγαπώ.
Μου κάνει καλό.
Όπως η αγάπη μου για σένα φερ’ ειπείν.
Με κάνει καλύτερο.
Καλύτερο κι από σένα ενίοτε.
Έλα, σε πειράζω.

 

Δώσ’ μου το χέρι σου να το κοιμίσω.
Είναι παλτό ξεκούμπωτο η νύχτα
προβιά σφαγμένου ζώου που ανασαίνει ακόμα.
Κοιμήσου – η καρδιά μου ξαγρυπνά.

(Μιχάλη Γκανά, «Ο ύπνος του καπνιστή»)

 

 

-Τίτος Πατρίκιος, «Πάθη»

Ποιο πάθος λες;
Αυτό ν’ αφήνεσαι ρευστός
σε κάθε ερεθισμό του χώρου σου;
Το πάθος ν’ απαντάς σα στρείδι;
Το πάθος να παλεύεις με τα πάθη σου
δε λογαριάζεις;
Κι έπειτα
για ποια λευτεριά του αδέσμευτου μιλάς;
Μες στη σκλαβιά τη θέλω εγώ τη λευτεριά σου.
Μες στη σκλαβιά, που για να καταλύσεις,
αναγνωρίζεις πρώτα κι αποδέχεσαι.

(http://3pointmagazine.gr/)

 

 

Ράινερ Μαρία Ρίλκε, «Πριν από τα πάθη»

 “Αν αυτό ‘χες θελήσει, δεν έπρεπε μέσα

από σπλάχνα γυναίκας να περάσεις:

ας έσκαβαν, σωτήρες για να βρουν τα σπλάχνα

των βουνών, όπου από το σκληρό το σκληρό βγαίνει.

Δεν νιώθεις πόνο εσύ, έτσι να ερημώνεις

την αγαπημένη κοιλάδα σου; δες την ανημποριά μου!

Δεν έχω παρά ρυάκια από γάλα κι από δάκρυα μόνο-

μα εσύ μέσα στο υπέρμετρο ήσουν πάντα…

Με πόση δε μου ευαγγελίστης πολυτέλεια!

Γιατί όμοια άγριος απ’ τα σπλάχνα μου δε βγήκες;

Αν μόνο τίγρεις χρειάζεσαι, να σε ξεσκίσουν,

γιατί μ’ έμαθαν, τότε, στον γυναικωνίτη,

ένα απαλό, καθάριο ρούχο να σου υφαίνω,

που, μήτε μια φορά, το πιο μικρό της ραφής ίχνος,

να σε στενοχωρά;- Η ζωή μου έτσι ήταν όλη,

και, τώρα, ξαφνικά, αναποδογύρισες τη φύση.”

(Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Ποιήματα, μτφ. Άρης Δικταίος, εκδ. Σ. Ι. Ζαχαρόπουλος)

 

 

-Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ, «Φόβος το νέο πάθος»

«Οι πληγές δεν ανθίζουν πια

σε ποιήματα και τραγούδια ·

κακοφορμίζουν μονάχα.

Η θάλασσα δεν είναι πόθος

που πλέει στ’ανοιχτά

αλλά φόβος του βυθού.

Τι έγινε η χαρά της ζωής

που καταχτούσε την κάθε στιγμή

ακόμη κι όταν η μέρα ξημέρωνε δυσοίωνη;

Τώρα πόνος κανένας

δε μαστίζει το κορμί

αλλά το μέσα το αλυσοδένει

ένας νέος παντοδύναμος τύρρανος:

ο φόβος.

Ήρθε ο φόβος και σάρωσε

όλα τα πάθη.

Ο έρωτας τώρα μοιάζει

πότε με ζητιάνο στη γωνιά

και πότε με γελωτοποιό χωρίς δουλειά

αφού κανέναν πια δεν κάνει να γελάσει.

Ένα είναι το πάθος · ο φόβος

π’απλώνεται σαν σάβανο

και όλα τα σκεπάζει.

Φόβος για την κατάρρευση

της φύσης, του κορμιού, του κόσμου.

Τώρα αντί να ουρλιάζει το μέσα

«Τι ωραίος που είναι αυτός!»

μια είναι η φωνή που κυριαρχεί:

«Πρόσεχε!»»

(http://kissmygrass.gr/)

 

 

-Κική Δημουλά, «Τα πάθη της βροχής»

«Εν μέσω λογισμών και παραλογισμών
άρχισε κι η βροχή να λιώνει τα μεσάνυχτα
μ’ αυτόν τον νικημένο πάντα ήχο
σι, σι, σι.
Ήχος συρτός, συλλογιστός, συνέρημος,
ήχος κανονικός κανονικής βροχής.
Όμως ο παραλογισμός
άλλη γραφή κι άλλην ανάγνωση
μου ‘μαθε για τους ήχους.
Κι όλη τη νύχτα ακούω και διαβάζω τη βροχή,
σίγμα πλάι σε γιώτα, γιώτα κοντά στο σίγμα,
κρυστάλλινα ψηφία που τσουγκρίζουν
και μουρμουρίζουν ένα εσύ, εσύ, εσύ.
Κάθε σταγόνα κι ένα εσύ,
όλη τη νύχτα
ο ίδιος παρεξηγημένος ήχος,
αξημέρωτος ήχος,
αξημέρωτη ανάγκη εσύ,
βραδύγλωσση βροχή,
σαν πρόθεση ναυαγισμένη
κάτι μακρύ να διηγηθεί
και λέει μόνο εσύ, εσύ,
νοσταλγία δισύλλαβη,
ένταση μονολεκτική,
το ένα εσύ σαν μνήμη,
το άλλο σαν μομφή
και σαν μοιρολατρία,
τόση βροχή για μια απουσία,
τόση αγρύπνια για μια λέξη,
πολύ με ζάλισε απόψε η βροχή
μ’ αυτή της τη μεροληψία
όλο εσύ, εσύ, εσύ,
σαν όλα τ’ άλλα να ‘ναι αμελητέα
και μόνο εσύ, εσύ, εσύ.»

(Κ. Δημουλά, Το λίγο του κοσμου, Στιγμή)

 

 

Μυρτιώτισσα, «Πάθος»

«Ω! τα μάτια, τα μάτια σου
που όλο χρώματ’ αλλάζουν,
με γητεύουν τα μάτια σου
και βαθιά με σπαράζουν.

Μες στα χέρια – τα χέρια σου –
τα γερά, τ’ ατσαλένια,
τρεμουλιάζουν τα χέρια μου
σαν πουλιά λαβωμένα!

Και το σώμα, το σώμα σου,
νευρικό κι ανδρειωμένο,
πώς το λιώνει το σώμα μου
το βαριά κουρασμένο.»

(http://www.poiein.gr/archives/5827)

Πες το με ποίηση (168ο): «Υπάρχω – ύπαρξη»….

-«Αγαπώ άρα υπάρχω»

(Ν. Βρεττάκος)

 

-«»Υπάρχω;» λες, κ’ ύστερα «δεν υπάρχεις!»»

(Κ. Καρυωτάκης)

 

-«Τι άδοξα που έχασα το στοίχη-
μα ανάμεσα στο “υπάρχω — δεν υπάρχω”».

(Βύρων Λεοντάρης)

 

-«Ο κόσμος μόνο όταν τον μοιράζεσαι υπάρχει…»

(Τάσος Λειβαδίτης)

 

ΕΔΩ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΥΠΑΡΞΕΙ ΑΝΤΙΡΡΗΣΗ

«Είν’ ένας θάνατος να βγεις απ’ το εγώ σου κύριε

μα όμως σε σώζει απ’ το θάνατο.»

(Ν. Καρούζος)

 

-Νίκος Εγγονόπουλος, «Υπάρχει θεός»

υπάρχει θεός!

ε! συ επίορκε

–ναι συ όπου ψευδόρκησες–
εσύ που έβλαψες με τόσην αλαφριά –τον πλησίον σου- συνείδηση
από τώρα ακούς στης νεκρικής σου ακολουθίας
τα ψαλσίματα
του πονηρού του πνεύματος τα γέλια
να σαρκάζουν;
ε! ψεύτη αστέ όσο κι αν προσπαθείς
τη μούρη σου
για συμπαθητική –κι ωραία κόμη- να μας δείξεις
μη χάνεσαι:
τη λούζει ολάκερη
της έρημης ψυχής σου η βρώμα
κι η ανανδρία
κι η ψευτιά

υπάρχει Θεός!

όπως του δίκαιου το κάθε τι θε να γενή χαλάλι
ο ανομήσας –μη σας νοιάζει- θα κριθεί

ακούσατε τα λόγια αυτά του ποιητή:
το άνομο ψωμί δεν ωφελεί
υπάρχει οπωσδήποτε Θεός:

τι κρίμα όμως ναν’ οι ανθρώποι τόσο λίγοι!

(από την ποιητική συλλογή ΣΤΗΝ ΚΟΙΛΑΔΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΡΟΔΩΝΕΣ)

 

-Αντώνης Φωστιέρης, «Δεν σκέφτομαι – άρα υπάρχω»

 Σε θάλασσα καλοκαιριού που ανάσκελα
Λυμένα πια τα μέλη και ανασαίνοντας
Aλμύρα ήλιου, ολόκληρος
Στο δαχτυλάκι το μικρό της άνωσης
Λιώνει το βάρος του μυαλού
Mε απέραντο πορτοκαλί σκοτάδι που όρμησε
Ως τις κλειδώσεις
Tι εύκολα
Kαθώς αδειάζει κάθε ιδέα
Kι ανάστροφα
Pουφάει την αόρατη ευφροσύνη
του –να– μην
Ωσπου ολοκάθαρα: «Δεν σκέφτομαι – άρα υπάρχω»
αστράφτοντας
καρφώθηκε στη σκέψη μου
η σκέψη.

(Aντώνης Φωστιέρης, «Πολύτιμη λήθη», εκδ. Kαστανιώτη)

 

 

-Φερνάντο Πεσσόα, «ΑΡΧΙΖΩ ΝΑ ΓΝΩΡΙΖΩ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΟΥ. ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΩ…»

«Αρχίζω να γνωρίζω τον εαυτό μου. Δεν υπάρχω.

Είμαι το διάστημα ανάμεσα σ’ αυτό που θέλω να είμαι κι εκείνο που οι άλλοι με έκαναν,

Ή η μέση αυτού του διαστήματος, γιατί υπάρχει επίσης ζωή…

Είμαι αυτό, τελικά…

Σβήσε το φως, κλείσε την πόρτα και άσε να κάνουν θόρυβο οι παντόφλες στο διάδρομο.

Είμαι μόνος στο δωμάτιο με την απέραντη ηρεμία του εαυτού μου.

Είναι ένα σύμπαν φτηνό.»

(Φ. Πεσσόα (Άλβαρο ντε Κάμπος), Ποιήματα, Μτφ. Γιάννης Σουλιώτης)

 

 

-Γιάννης Πατίλης «Υπάρχω για να ληστεύω την ανυπαρξία»

 «Υπάρχω για να ληστεύω την ανυπαρξία.

Από κει κουβαλάω με κόπο

Υπέροχα ποιήματα.

Είναι διάφανα, φωτεινά κι ανέκφραστα.

Αλλά στο δρόμο μού πέφτουνε, σπάνε.

Τα μπαλώνω, τα κολλάω με λέξεις.

Με λέξεις που οι άνθρωποι λένε.

Μ’ αυτά που ξέρω, που βλέπω κι ακούω.

Και τα χαλάω μ’ αυτό που υπάρχει.»

(Ζεστό μεσημέρι, Αθήνα 1984)

 

-Αντόνιο Ματσάδο, [Διαβάτη, δεν υπάρχει δρόμος…]

«Όλα περνούν κι όλα μένουν,

αλλά δικό μας είναι το να περνάμε

να περνάμε κάνοντας δρόμους,

δρόμους πάνω στη θάλασσα.

Ποτέ δεν κυνήγησα τη δόξα,

ούτε ν’ αφήσω στη μνήμη

των ανθρώπων το τραγούδι μου.

Εγώ αγαπώ τους ανεπαίσθητους κόσμους,

τους αβαρείς και αβρούς,

σαν σαπουνόφουσκες.

Μ’ αρέσει να τους βλέπω να ζωγραφίζονται

από ήλιο και πορφύρα, να πετάνε

κάτω από το γαλανό ουρανό, να πάλλουν

κι αμέσως να σπάνε…

Ποτέ δεν κυνήγησα τη δόξα…

Διαβάτη, τα ίχνη σου είναι

μόνο ο δρόμος και τίποτε άλλο

Διαβάτη δεν υπάρχει δρόμος,

ο δρόμος γίνεται βαδίζοντας…

Βαδίζοντας γίνεται ο δρόμος

και γυρίζοντας το βλέμμα πίσω

φαίνεται το μονοπάτι

που ποτέ δε θα ξαναπατήσεις

Διαβάτη δεν υπάρχει δρόμος

μόνο απόνερα στη θάλασσα.»

*(Ο τίτλος του ποιήματος είναι «Caminante no hay camino», σε μτφ Βασίλη Λαλιώτη)

(Πηγή: http://www.toperiodiko.gr/)

 

 

-Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ, «Η ανορεξία της ύπαρξης»

 Δεν πεινάω, δεν πονάω, δε βρωμάω
ίσως κάπου βαθιά να υποφέρω και να μην το ξέρω
κάνω πως γελάω
δεν επιθυμώ το αδύνατο
ούτε το δυνατό
τα απαγορευμένα για μένα σώματα
δε μου χορταίνουν τη ματιά.
Τον ουρανό καμιά φορά
κοιτάω με λαχτάρα
την ώρα που ο ήλιος σβήνει τη λάμψη του
κι ο γαλανός εραστής παραδίνεται
στη γοητεία της νύχτας.
Η μόνη μου συμμετοχή
στο στροβίλισμα του κόσμου
είναι η ανάσα μου που βγαίνει σταθερή.
Αλλά νιώθω και μια άλλη
παράξενη συμμετοχή∙
αγωνία με πιάνει ξαφνικά
για τον ανθρώπινο πόνο.
Απλώνεται πάνω στη γη
σαν τελετουργικό τραπεζομάντιλο
που μουσκεμένο στο αίμα
σκεπάζει μύθους και θεούς
αιώνια αναγεννιέται
και με τη ζωή ταυτίζεται.
Ναι, τώρα θέλω να κλάψω
αλλά στέρεψε ως και των δακρύων μου η πηγή.

(«Η ανορεξία της ύπαρξης», 2011)

 

 

-Γιώργος Σαραντάρης, «Της Ύπαρξης»

«Ὕπαρξη,
Δῶρο στὴν ἁγνή μας οὐσία
Γέλιο ποὺ χαράζει
Τὴν παντοτινὴ νύχτα
Πάνω στὶς λεῦκες
Ἀπαράτησε τὸ στεφάνι σου

Φέρε στὸ κοιμισμένο δάσος
Τὸ θρόισμα τοῦ ὀνείρου,
Ποὺ ἐμᾶς τοὺς σιωπηλοὺς
Ἐξύπνησε»

Σὰν Πνοὴ τοῦ Ἀέρα», εκδόσεις ΕΡΜΗΣ)

 

 

-Νίκος Καρούζος, ΤΕΧΝΗ /ΒΕΛΟΣ/ ΠΡΟΣ ΥΠΑΡΞΗ

«Νύχτα του μεγάλου κόρνου. χωθήκαμε

στο ξωκκλήσι

γιομάτοι δέος απ’ τον ολόαγνο κοκκύτη

τ’ ουρανού

στοχάζοντας τη θύελλα ωσάν επίθεση

για να μας τραντάζει το μη-Είναι.

L’ heure de la laideur.

Ένας άξαφνος κλόουν σπάζει τ’ αβγό

του Πάσχα

την κόκκινη μύτη του πετάγοντας κίτρινο.»

(Ν. Καρούζος, Ποιήματα, Ίκαρος)

Πες το με ποίηση (167ο): «Μπορώ»….

-“Ας μπορούσε ανάβοντας το παιδί  μου ένα σπίρτο
να φωτίσει τον κόσμο”.

(Ν. Βρεττάκος)

 

-«Αν δεν μπορέσω να το δεις κι εσύ, μοιάζει σαν να μην το ’χω»

(Γ. Ρίτσος)

 

-«Δεν μπορώ να κρεμαστώ, έλεγε με παράπονο ‒η μεγάλη πυρκαγιά του δειλινού
μου καίει το σκοινί.»

(Τάσος Λειβαδίτης)

 

-“Μπορείς να κόψεις όλα τα λουλούδια, αλλά δεν μπορείς να εμποδίσεις την Άνοιξη να ‘ρθει” 

(Pablo Neruda)

 

 

-Κ. Π. Καβάφης, «Όσο μπορείς»

Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.

Μην την εξευτελίζεις πηαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνά κ’ εκθέτοντάς την
στων σχέσεων και των συναναστροφών
την καθημερινήν ανοησία,
ώς που να γίνει σα μια ξένη φορτική.

(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

 

 

-Γιώργος Σαραντάρης, «Ακόμα δεν μπόρεσα»

Ακόμα δεν μπόρεσα να χύσω ένα δάκρυ

πάνω στην καταστροφή

δεν κοίταξα ακόμα καλά τους πεθαμένους,

δεν πρόφτασα να δω πως λείπουνε

από τη συντροφιά μου,

πως έχασαν τον αέρα που εγώ αναπνέω

και πως η μουσική των λουλουδιών,

ο βόμβος των ονομάτων που έχουνε τα πράγματα

δεν έρχεται στ’ αυτιά τους·

ακόμα δεν χλιμίντρισαν τ’ άλογα

που θα με φέρουν πλάι τους.

Να τους μιλήσω,

να κλάψω μαζί τους

και ύστερα να τους σηκώσω όρθιους·

όλοι να σηκωθούμε σαν ένας άνθρωπος,

σαν τίποτα να μην είχε γίνει

σαν η μάχη να μην είχε περάσει πάνω από τα κεφάλια μας.

(http://www.sarantakos.com/kibwtos/sarantarhs_akoma.html)

 

 

-Ράντυαρντ Κίπλινγκ, «ΑΝ…»

Αν μπορείς να κρατάς το κεφάλι ψηλά όταν γύρω σου όλοι

τον εαυτό τους εχάσαν δειλά, και για τούτο μαζί σου τα βάζουν,

στον εαυτό σου αν μπορείς να ‘χεις πίστη όταν όλοι για σένα αμφιβάλλουν

μα κι αδιάφορος να ‘σαι κι ορθός στις δικές τους μπροστά αμφιβολίες,

αν μπορείς να υπομένεις χωρίς ν’ αποστάσεις ποτέ καρτερώντας,

ή μπλεγμένος με ψεύτες, μακριά να σταθείς, αν μπορείς απ’ το ψέμα

κι αν γενείς μισητός, να μη δείξεις στρατί στο δικό σου το μίσος,

κι ούτε τόσο καλός να φανείς κι ούτε τόσο σοφά να μιλήσεις,

αν μπορείς να ονειρεύεσαι δίχως να γίνεις του ονείρου σου σκλάβος,

αν μπορείς να στοχάζεσαι δίχως τη σκέψη να κάνεις σκοπό σου,

αν μπορείς την λαμπρήν ανταμώνοντας Νίκη ή τη μαύρη φουρτούνα,

να φερθείς με τον ίδιο τον τρόπο στους δυο κατεργάρηδες τούτους,

αν μπορείς να υποφέρεις ν’ ακούς την αλήθεια που ο ίδιος σου είπες,

στρεβλωμένη από αχρείους, να γενεί μια παγίδα για ηλίθιους ανθρώπους,

ή αν τα όσα η ζωή σού έχει δώσει αντικρίσεις συντρίμμια μπροστά σου,

κι αφού σκύψεις, ν’ αρχίσεις ξανά να τα χτίζεις με σκάρτα εργαλεία,

αν μπορείς να σωριάσεις μαζί τ’ αγαθά και τα κέρδη σου όλα,

κι αν τολμήσεις με μια σου ζαριά όλα για όλα να παίξεις

και να χάσεις τα πάντα και πάλι απ’ την πρώτη σου αρχή να κινήσεις,

και να μην ψιθυρίσεις ποτές ούτε λέξη για τα όσα έχεις χάσει,

κι αν μπορείς ν’ αναγκάσεις με βία, την καρδιά σου, τα νεύρα, το νου σου,

να δουλέψουν για σέναν ακόμα κι αφού τσακιστούνε στο μόχθο,

και ν’ αντέξεις σ’ αυτό σταθερά όταν τίποτε εντός σου δεν θα ‘χεις

άλλο εξόν απ’ τη θέληση που όρθια θα κράζει σε τούτα «Κρατάτε»,

αν μπορείς να μιλάς με τα πλήθη κι ακέριος στο ήθος να μένεις,

ή αν βρεθείς με ρηγάδες χωρίς τα μυαλά σου να πάρουν αέρα,

κι αν ποτέ, ούτε οι φίλοι ούτε οι εχθροί να σε κάνουν μπορούν να πονέσεις,

τον καθένα αν ζυγιάζεις σωστά και κανέναν πιο πρόσβαρα απ’ άλλον,

αν μπορείς να γεμίζεις το αμείλιχτο ένα λεφτό της κάθε ώρας

στην αξία των εξήντα μοιραίων δευτερόλεφτων της διαδρομής του,

τότε θα ‘ναι όλη η Γη σα δικιά σου, ως και κάθε που υπάρχει σε τούτη,

και —περισσότερο ακόμα— θε να ‘σαι ένας άνθρωπος πλέριος, παιδί μου.

http://users.sch.gr/symfo/sholio/kimena/xeni/kiplig_an.htm)

 

-ΕΜΙΛΥ ΝΤΙΚΙΝΣΟΝ, «ΑΝ ΜΠΟΡΩ»

Αν μπορώ να σταματήσω

μια καρδιά που πάει να σπάσει

Δεν θα ζήσω μάταια

.Αν μπορώ να απαλύνω

μιας ζωής την Οδύνη

Ή ηρεμήσω άλλου τον Πόνο

Ή να βοηθήσω

ένα μισολιπόθυμο Κοκκινολαίμη

Να μπει ξανά μες στη Φωλιά του

Δεν θα ζήσω μάταια

(http://hallofpeople.com/gr/text/ntikinson.pdf)

 

 

-Πάμπλο Νερούδα – Το Εικοστό από τα Ερωτικά Ποιήματα

Μπορώ να γράψω τους πιο θλιμμένους στίχους απόψε.

Να γράψω για παράδειγμα: ” Η νύχτα είν’ αστερόεσσα,
και τρέμουνε, γαλάζια, τ’ αστέρια μακριά”.

Ο άνεμος της νύχτας γυρνάει στον ουρανό και τραγουδά.

Μπορώ να γράψω τους πιο θλιμμένους στίχους απόψε.
Την αγάπησα και φόρες κι εκείνη μ’ αγαπούσε.

Νύχτες όπως αυτή την είχα μες στα χέρια μου.
Τη φίλησα τόσες φορές κάτω από τον απέραντο ουρανό.

Μ’ αγάπησε, κάποιες φορές κι εγώ την αγαπούσα.
Πως να μην αγαπήσω τα μεγάλα μάτια της τα έντονα.

Μπορώ να γράψω τους πιο θλιμμένους στίχους απόψε.
Να σκεφτώ πως δεν την έχω. να νιώσω πως την έχω χάσει.

Ν΄ακούσω την τεράστια νύχτα, πιο τεράστια χωρίς αυτήν.
Κι ο στίχος πέφτει στην ψυχή όπως στη χλόη η δροσιά.

Τί πειράζει που η αγάπη μου δεν γινόταν να την κρατήσει.
η νύχτα είν’ αστερόεσσα κι αυτή δεν είναι πια μαζί μου.

Αυτό ειν’ όλο. Στο βάθος κάποιος τραγουδά. Στο βάθος.
Δεν το δέχεται η ψυχή μου ότι πια την έχει χάσει.

Σαν για να την πλησιάσει η ματιά μου την ψάχνει.
Η καρδιά μου την ψάχνει, και δεν είναι πια μαζί μου.

Ίδια η νύχτα που λευκαίνει τα ίδια δέντρα
Εμείς, εκείνοι από το παρελθον, δεν είμαστε πια ίδιοι.

Πια δεν την θέλω, είναι σίγουρο, μα πόσο την αγάπησα.
Γύρευε άνεμο η φωνή μου την ακοή της για ν’ αγγίξει.

Του άλλου. Θα ‘ναι του άλλου. Όπως πριν των φιλιών μου.
Η φωνή, το φωτεινό κορμί της. Τ’ απέραντα μάτια της.

Πια δεν την αγαπώ, είναι σίγουρο, μα ίσως να την αγαπώ.
Είναι τόσο μικρή η αγάπη, κι είναι μεγάλη η λησμιονιά.

Γιατί νύχτες όπως αυτή την είχα μες στα χέρια μου,
και δεν το δέχεται η ψυχή μου ότι πια την έχει χάσει.

Αν και αυτός θα’ ναι ο τελευταίος πόνος που μου δίνει,
κι αυτοί θα’ ναι οι τελευταίοι στίχοι που τις γράφω.

(Πάμπλο Νερούδα: Είκοσι Ερωτικά Ποιήματα κι Ενα Τραγούδι Απελπισμένο,

μετ. Βασίλης Λαλιώτης)

 

 

-Μάριο Μαντούκα Γκόμεθ, «ΑΝ ΜΠΟΡΟΥΣΑ»

Αν μπορούσα μορφή να σου δώσω
όταν μονάχα στα όνειρα εμφανίζεσαι.
αν έστω μόνο μπορούσα να σε πλησιάσω
όταν πολύ μακριά σε νιώθω.
αν μπορούσα, μόνο με το να το επιθυμώ,
να σου μιλήσω όσο διαρκεί ένα σύντομο λεπτό,
αν μπορούσα μέσα σε σένα να εγκλωβιστώ
όταν φτάνει ο χειμώνας ο σκληρός
όλα θα άξιζαν τον κόπο…..Αν ήξερες πόσο καιρό περιπλανιόμουν
δίχως να συναντώ ένα δρόμο.
αν ήξερες την ένδεια ενός κόσμου
που την ισορροπία του έχει χάσει.
αν μπορούσες να μ’ ακούσεις στη σιωπή
δίχως έναν ήχο να προφέρεις.
θα ήξερες πως να κατανοήσεις αυτό που νιώθω
πως πια το ‘χεις κατανοήσει, ξέρω….

http://www.vakxikon.gr/

 

-ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΓΓΕΛΑΚΗΣ, «ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΑ»

«Θα μπορούσα ώρες ολόκληρες να ρουφώ
την αναπνοή σου αμίλητος ακούγοντάς σε
να μιλάς σαν ήχος βροχής σε λουλούδι
για θέματα αδιάφορα. Τόσο λίγο καταλαβαίνει
ο ένας τον άλλον, αλλά, ξέρεις, φθάνει
να βλέπω τό χέρι σου νά γυρνά
μια σελίδα βιβλίου μισοφωτισμένο απ’ τή λάμπα
ή την πλάτη σου να σκεπάζει την κάμαρα
και να σωπαίνω. Ο χρόνος έφερε
αυτό το απροσδόκητο μέσα μου:
σ’ έλαμψε τίμια και τώρα σε νιώθω
σαν πράσινη φωτιά να μεγαλώνεις.
Αθόρυβα που πατά η νύχτα, προνοητική
για ό,τι αφέθηκε ανεκπλήρωτο η ανείπωτο.»

http://www.poiein.gr/archives/197/index.html

 

 

-Ράινερ Μαρία ΡΙΛΚΕ, […Σβήσε τα μάτια μου…]

«Σβήσε τα μάτια μου, μπορώ να σε κοιτάζω

Τ’ αυτιά μου σφράγισε, να σ’ ακούω μπορώ.

Χωρίς τα πόδια μου μπορώ να ‘ρθω σ’ εσένα,

Και δίχως στόμα, θα μπορώ να σε παρακαλώ.

Κόψε τα χέρια μου, θα σε σφιχταγκαλιάζω,

Σαν να ήταν χέρια, όμοια καλά, με την καρδιά.

Σταμάτησέ μου την καρδιά

Και θα καρδιοχτυπώ με το κεφάλι

Κι αν κάμεις το κεφάλι μου συντρίμμια, στάχτη

Εγώ μέσα στο αίμα μου θα σ’ έχω πάλι.»

(Πηγή: https://itzikas.wordpress.com/)

 

 

-Γιώργης Παυλόπουλος, «ΤΗΣ ΓΥΦΤΙΣΣΑΣ»

Στην Ανθή

«Είπα σε μια Γύφτισσα
θέλω να γίνω γύφτος
να σε πάρω
Μπορείς μου λέει να φας για βράδυ
χόρτα πικρά χωρίς αλάτι
κι έπειτα να πλαγιάσεις;
Μπορώ της λέω
Μπορείς μου λέει να πλαγιάσεις
χωρίς να κλαις από το κρύο
πάνω στην παγωμένη λάσπη;
Μπορώ της λέω
Μπορείς μου λέει πάνω στη λάσπη
να μου ανάψεις το κορμί
και να το κάνεις στάχτη;
Αυτό κι’ αν το μπορώ της λέω
Μπορείς μου λέει τη στάχτη μου
να τη ρίχνεις στο κρασί σου
για να μεθάς πολύ, να με ξεχνάς;
Όχι αυτό, δεν το μπορώ της λέω
Γύφτος δε γίνεσαι μου λέει.»

(Περιοδικό ΟΡΟΠΕΔΙΟ #1, Αύγουστος 2006)

Πες το με ποίηση (1660): «Φεύγω – φυγή»…

-«Όμως εδώ τελείωσα. Ώρα να φύγω. Όπως θα φύγετε κάποτε κι εσείς. Και τα φαντάσματα της ζωής μου θα μ’ αναζητούν τώρα τρέχοντας μες στη νύχτα και τα φύλλα θα ριγούν και θα πέφτουν. Ετσι συνήθως έρχεται το φθινόπωρο. Γι’ αυτό, σας λέω, ας κοιτάξουμε τη ζωή μας με λίγη περισσότερη συμπόνοια/ μιας και δεν ήτανε ποτέ πραγματική.»

(Τάσος Λειβαδίτης)

 

-«…Μέσα στο ποίημα σε χάνω και δεν ξέρω
εσύ μου φεύγεις ή εγώ σου φεύγω ;
Πώς σκοτεινιάζω απ’ το δικό σου φέγγος…
Και δε με θέλω πια και δε με ξέρω…»

(Βύρων Λεοντάρης)

 

-Κώστα Γ. Καρυωτάκη, [Θέλω να φύγω πια από δω…]

Θέλω να φύγω πια από δω, θέλω να φύγω πέρα,
σε κάποιο τόπο αγνώριστο και νέο,
θέλω να γίνω μια χρυσή σκόνη μες στον αιθέρα,
απλό στοιχείο, ελεύθερο, γενναίο.

Σαν όνειρο να φαίνονται απαλό και να μιλούνε
έως την ψυχή τα πράγματα του κόσμου,
ωραία να ’ναι τα πρόσωπα και να χαμογελούνε,
ωραίος ακόμη ο ίδιος εαυτός μου.

Σκοτάδι τόσο εκεί μπορεί να μην υπάρχει, θεέ μου,
στη νύχτα, στην απόγνωση των τόπων,
στο φοβερό στερέωμα, στην ωρυγή του ανέμου,
στα βλέμματα, στα λόγια των ανθρώπων.

Να μην υπάρχει τίποτε, τίποτε πια, μα λίγη
χαρά και ικανοποίηση να μένει,
κι όλοι να λένε τάχα πώς έχουν για πάντα φύγει,
όλοι πως είναι τάχα πεθαμένοι.

[πηγή: Κ.Γ. Καρυωτάκης, Τα ποιήματα (1913-1928), επιμ. Γ.Π. Σαββίδης, Νεφέλη, Αθήνα 1992, σ. 129]

-Ευγένιος ΜακΚάρθυ, «Θα φύγω απ’ το καράβι μου»

«Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει…
Το καράβι που ταξιδεύει το λένε ΑΓΩΝΙΑ 937.»
(ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ)

Ναυτολογήθηκα στο «Σύνταγμα»

για 46 λιμάνια, μέρες 67·

καλό καράβι ταπέτα πέρα ώς πέρα, καθαρό

και μάστορας του μπριτζ ο Γκόρεν·

όλο χαρά και ξεγνοιασιά

—ο Ισμπράντσεν έτσι το διαφήμιζε—

καλοθάλασσο με το παραπάνω.

Αψηφώντας τις φουρτούνες του Ατλαντικού

σκαμπανεβάζοντας στις φουσκοθαλασσιές της Αφρικής

ήταν κάπως μεγάλο για τη Μεσόγειο,

σίγουρα για το Αιγαίο.

Με τέτοιο βύθισμα πώς να πλευρίσουμε

περιμέναμε αρόδο.

Ξενιτεμένος

έξω από τη γλώσσα σου, μεταφρασμένος

απ’ το καράβι «Αγωνία 937»

ανέβηκες βίαια στο καράβι μας,

με μια κραυγή για την Ελλάδα, Γιώργο Σεφέρη.

Με της Ελλάδας τις πληγές

μας πλήγωσες.

Μας πλήγωσες με το βαθύ βογκητό

γυναικών που ολόλυζαν μέσα από τους αιώνες —

και με τη ρηχή σιωπή

της θαμμένης φλογέρας.

Μας πλήγωσες

με το φόβο τον κοφτερό

του σπασμένου κουπιού, δείχνοντας τον τάφο

στ’ ακρογιάλι

και με τη μουγγή πίκρα του λιμανιού

όταν μισέψουν όλα τα καράβια.

Μας πλήγωσες με την ασπράδα

της αμυγδαλιάς της ανθισμένης

και με τα μαύρα αποκαΐδια

στα δεκατισμένα χωριά.

Μας πλήγωσες

με τη γλύκα του ροδιού

και με την πίκρα

της θαλασσινής αρμύρας.

Μας πλήγωσες

με τ’ αλαφρύ περπάτημα των παιδιών,

με τα βαριά μαρμάρινα κεφάλια

και με τις ασήκωτες πέτρες.

Μας πλήγωσες ώσμε το θάνατο

κι ώσμε τη ζωή.

Έντεκα λιμάνια μ’ απομένουν

όμως θα φύγω απ’ το καράβι μου

για να μπαρκάρω με το «Αγωνία 937».

(Απόδοση από τ’ αμερικανικά
(Ελλείψει άλλης χειρός)
Σκύρος, Αύγουστος 1969)

[πηγή: Γιώργος Σεφέρης, Τετράδιο Γυμνασμάτων Β΄, επιμ. Γ.Π. Σαββίδης, Ίκαρος, Αθήνα 1993, σ. 127-129]

(Μάλλον λιγότερο γνωστό είναι το γεγονός ότι ο Σεφέρης το 1969 απέδωσε από τα αμερικανικά, «ελλείψει άλλης χειρός» όπως σημειώνει, το ποίημα «Θα φύγω απ’ το καράβι μου» του Αμερικανού γερουσιαστή Ευγένιου ΜακΚάρθυ, που απευθύνεται στον Ελληνα ποιητή.)

 

-Γιάννης Π. Τζήκας, «Σε βλέπω να φεύγεις…»

«Να ταξιδεύεις θες

Ν’ αφήνεις πίσω τη ζωή σου

Να βρεις μιαν άλλη

Μα όπου και να πας πάλι θα φεύγεις

Θα φοράς το νυφικό της Οφηλίας

Και θα φεύγεις

Τάσεις φυγής σε δυναστεύουν…

Και γω χωρίς ποτέ να ‘χω ταξιδέψει

Έστω ναύτης

Σε τσακισμένο όνειρο

Σε μεθυσμένο τρεχαντήρι

Μένω εδώ…

Σε μένα, βλέπεις, τα φεγγάρια

Δε μιλάνε για ταξίδια…

Σε βλέπω να φεύγεις

Με το λυγμό μου σου φωνάζω

Πού πας; Πού μ’ αφήνεις;

Αν μου φύγεις

Της ζωντάνιας σου το φέγγος

Θα μου λείψει

Κι άλλο αστέρι

Δεν έχω από σένα

Στάσου μια στιγμούλα

Στάσου…

Θα περπατήσω στα κύματα

Του αγέρα που είσαι

Και θα σε φτάσω

Να σου χαρίσω ένα λουλούδι θέλω

Ένα «μη με λησμόνει»

Κι ύστερα φεύγεις…

Και τώρα που μόνος μένω

Καθώς χάνεσαι οπτασία στα νέφη

Θέλω να σου πω

Πως στα ταξίδια σου

Μια θλίψη πάντα διακρίνω

-αυτή μην τάχα θες ν’ αφήνεις πίσω;-

Κ’ είναι η θλίψη σου

Στα μύχια σου χωμένη

Και σε τραβάει και χάνεσαι

Σ’ ονείρωνε δαιδάλους…

Αχ, του μυχού τα μυστικά σου δείξε μου

Να βυθιστώ στη δύνη τους και γω μαζί τους

Το ψέμα, την αλήθεια σου να δω

Και πάρε με μαζί σου…

Σε βλέπω πάλι να φεύγεις

Αέρινη, κρινόλευκη

Και το λυγμό μου

Στη γλώσσα του ανέμου ακουμπώ

Να σου τον πέμψει

Αν ποτέ γυρίσεις

Θα ‘μαι εδώ να περιμένω

Μόνος, καταμόναχος

Με τη θύμησή σου

Με τη γλυκόπικρη γεύση

Του λειψού φιλιού στα χείλη»

(Πηγή: https://itzikas.wordpress.com/tag/%CF%84%CE%B1-%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%AE%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1-%CF%84%CE%B6%CE%AE%CE%BA%CE%B1%CF%82/)

-Χριστίνα, «Να μάθεις να φεύγεις…»

«Από την ασφάλεια τρύπιων αγκαλιών
Από χειραψίες που σε στοιχειώνουν
Από την ανάμνηση μιας κάλπικης ευτυχίας
Να φεύγεις -αθόρυβα, σιωπηλά, χωρίς κραυγές, μακρόσυρτους αποχαιρετισμούς

Να μην παίρνεις τίποτα μαζί, ούτε ενθύμια, ούτε ζακέτες για τον δρόμο
Να τρέχεις μακριά από δήθεν καταφύγια κι ας έχει έξω και χαλάζι
Να μάθεις να κοιτάς βαθιά στα μάτια όταν λες αντίο κι όχι κάτω ή το άπειρο
Να εννοείς τις λέξεις σου, μην τις εξευτελίζεις, σε παρακαλώ
Να μάθεις να κοιτάς την κλεψύδρα, να βλέπεις πως ο χρόνος σου τελείωσε.

Όχι αγκαλιές, γράμματα, αφιερώσεις, κάποτε θα ξανασυναντηθούμε αγάπη μου (Όλα τα βράδια και τα τραγούδια δεν θα είναι ποτέ δικά σας -αποδέξου το)

Να σταματήσεις να αγαπάς τον Μέλλοντα, όταν αυτό που έχεις είναι μόνο ο Ενεστώτας
Να φεύγεις από εκεί που δεν ξέρεις γιατί βρίσκεσαι -από κει που δεν ξέρουν γιατί σε κρατάνε
Να αποχωρίζεσαι τραγούδια που αγάπησες, μέρη που περπάτησες

Δεν έχεις τόσο περιορισμένη φαντασία όσο νομίζεις. Μπορείς να φτιάξεις ιστορίες ολοκαίνουριες, με ουρανό κι αλάτι. Να θυμίζουν λίγο φθινόπωρο, πολύ καλοκαίρι κι εκείνη την απέραντη άνοιξη.

Να φεύγεις από εκεί που δεν σου δίνουν αυτά που χρειάζεσαι. Από το δυσανάλογο, το μέτριο και το λίγο.
Να απαιτείς αυτό που δίνεις να το παίρνεις πίσω -δεν τους το χρωστάς.
Να μάθεις να σέβεσαι την αγάπη σου, τον χρόνο σου και την καρδιά σου

Μην πιστεύεις αυτά που λένε -η αγάπη δεν είναι ανεξάντλητη, τελειώνει

Η καρδιά χαλάει, θα τη χτυπάς μια μέρα και δεν θα δουλεύει

Να μη συγχωρείς όσους δεν σου έπλυναν τα πόδια σου με δάκρυα μετανοίας
Να καταλάβεις πως οι δεύτερες ευκαιρίες είναι για τους δειλούς, οι τρίτες για τους γελοίους

Μην τρέμεις την αντιστοιχία λέξεων-εννοιών, να ονομάζεις σχέση τη σχέση, την κοροϊδία, κοροϊδία

Να μαλώνεις τον εαυτό σου καμιά φορά που κάθεται και κλαψουρίζει σαν μωρό κι εσύ κάθεσαι και του δίνεις γλειφιτζούρι μη και σου στεναχωρηθεί το βυζανιάρικο
Να μάθεις να ψάχνεις για αγάπες που θυμίζουν Καζαμπλάνκα, όχι συμβάσεις ορισμένου χρόνου

Και. Να μάθεις να φεύγεις. Από εκεί που ποτέ πραγματικά δεν υπήρξες

Να φεύγεις κι ας μοιάζει να σου ξεριζώνουν το παιδί από τη μήτρα
Να φεύγεις από όσα νόμισες γι’ αληθινά, μήπως φτάσεις κάποτε σ’ αυτά.»

(Το κείμενο είναι της Χριστίνας και όχι του Μενέλαου Λουντέμη, όπως αποδίδεται στο διαδίκτυο)

(Πηγή: http://www.yposimeioseis.com/2014/07/blog-post_20.html )

-*Και η απάντηση στο παραπάνω κείμενο «Να μάθεις να φεύγεις» από την «Tάδε Έφη»

«Αν όλοι μάθουν να φεύγουν τότε ποιος θα μείνει να προσπαθήσει, να διορθώσει, να συγχωρήσει, να συγχωρεθεί, ν΄αγαπήσει, ν΄αγαπηθεί; Η φυγή δεν ήταν ποτέ θαρραλέα, η πιο εύκολη λύση είναι η λήθη. Και ποιο είναι το μάθημα τότε; Χαμένος χρόνος όλα; Στιγμές καταδικασμένες,αφού η ανάμνηση τους ίσως φέρει πόνο. Και ο εγωισμός στην πρώτη γραμμή,γιατί κάποιος κάποτε μας πλήγωσε και γίναμε καημένοι από ερωτευμένοι. Και προτιμούμε να θάψουμε ένα ολόκληρο κομμάτι τις ζωής μας που μας διαμόρφωσε σ΄αυτό που είμαστε σήμερα-πιο μνησίκακοι και εγωιστές αν προσκολληθούμε στον πόνο και τον θυμό,πιο ανθρώπινοι αν κατανοήσουμε τα λάθη και συγχωρήσουμε τον εαυτό μας και τον άλλο κι έτσι πιο κοντά στην ευτυχία και την ηρεμία. Μου κάνει εντύπωση πως τόσοι άνθρωποι ταυτίστηκαν με το μελοδραματικό «Να μάθεις να φεύγεις». Ακόμα κι εγώ, παθούσα η ίδια, δε συμφώνησα παρά ίσως σε δυο σημεία. Και ταυτίστηκες ακόμα κι εσύ, που από θύτης έγινες θύμα. Μπούρδες. Επειδή πάντα έφευγες βρέθηκες εδώ. Επειδή δεν έχεις μάθει να μένεις, να συμπαθείς, να συμπάσχεις, να συμμετέχεις, να αποδέχεσαι και να κατανοείς. Επειδή είναι πιο εύκολο να φεύγεις όπου βρεις δυσκολία και να ψάχνεις μάταια αλλού αυτό που δε σου χαρίστηκε όπως επιθυμούσες και προτίμησες να μη κάνεις τίποτα για να το αποκτήσεις. ‘Επρεπε μικρή μου βασίλισσα να σου ρθει έτοιμο, γιατί δεν είσαι μια κοινή θνητή, αυτός που σε αξίζει φαίνεται από χιλιόμετρα μακρυά, φέγγει σα πυγολαμπίδα και ο κώλος του όταν κλάνει σφυρίζει τ΄όνομα σου. Και θα ναι τόσο τέλειος που ποτέ δε θα σε πληγώσει, ούτε καν θα σε προβληματίσει. Και θα σ’ αγαπήσει γιατί είσαι τέλεια σε όλα και γ@μάτη, μέχρι να βαρεθείτε την τελειότητα σας και να ψάξετε εμάς τους ατελεις που μένουμε και ότι χαλάει το διορθώνουμε, δε το πετάμε. Και στην τελική, αν είναι να φύγεις, φύγε περήφανα, με το κεφάλι ψηλά και τις πληγές σου μάθημα, χωρίς να τρέχεις να ξεφύγεις από τις ίδιες σου τις επιλογές, ρίχνοντας στον άλλο την ευθύνη για τα δεινά σου. Γιατί έτσι, το μόνο που θα μάθεις, είναι να φεύγεις.»

(Πηγή: www.lifo.gr)

-ΓΙΑΝΝΗΣ ΕΥΘΥΜΙΑΔΗΣ, [Φεύγεις…]

*

«Φεύγεις την ώρα ακριβώς που σε σκέφτομαι.
Αφήνεις πίσω το λιγοστό άρωμα
της μνήμης σου
και τα δεσμά του μυαλού και του πόθου μου.
Φεύγεις, άρα υπάρχεις.
Eρχεσαι, όταν ζητάς να με υποτάξεις,
να παίξεις ανασύροντας τη φωνή μου
από τα έγκατα του ασύλληπτου. Ερχεσαι,
άρα σου ανήκω.
Ετσι φτιάχτηκε ο κόσμος για μας.
Αφηνέ με ν’ αγγίζω την αύρα σου έστω,
την άκρη απ’ τη σκιά σου έστω,
τη θέρμη στο μέρος που ακουμπούσες το χαρτί.
Υστερα κοίταζέ με
να σου αφήνω λέξεις πάνω στο σεντόνι.
να γίνομαι ποτάμι από σιωπές.
Γερνάμε μαζί αλλά
θα πεθάνω μόνο εγώ,
αγάπη μου.»
(από τη συλλογή «Γράμματα στον πρίγκιπα»,
Μικρή Αρκτος, 2010)

-Μαίρη Πέστροβα, «Δρομολόγιο φυγής»

[Αναμμένο καρβουνάκι

θυμιάματος

τα άδηλα

και τα κρύφια

καίω

ως άλλης

παραβολής

καιόμενη

βάτος]

Όταν θα φύγω

δρομολόγιο,

μη μου μελαγχολήσεις.

Θα “ναι δρομολόγιο φυγής

ή

ξεκαθαρίσματος λογαριασμών

από κείνη την ημέρα

την βροχερή

[όλα τα όμορφα

έρχονται εν μέσω τυφώνα

και παραμένουν

αυτοκόλλητα ανεξίτηλα,

να! εδώ κολλήστε το

σας παρακαλώ,

θέλω σαν πηγαίνω

στον καθρέπτη

να βλέπω μορφή

να βλέπω μάτια

να βλέπω χέρια]

Να βλέπω

στο κρύσταλλο

των ματιών μου,

υαλοκαθαριστήρες

το χαμόγελο,

αυτό,

με την λακουβίτσα

στο πλάι…

Όταν θα “χω φύγει

δρομολόγιο,

μη μου μελαγχολήσεις.

Θα “ναι δρομολόγιο φυγής,

μα δίστασα να στο φωνάξω.

(http://fractalart.gr/dromologio-fygis/)

 


-Κώστας Βάρναλης, «ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΦΥΓΗΣ»

Πάνω στου πελάου

το σπιθάτ’ αφρό

έστησα χορό,

φεύγω, αναχωρώ!

Έκανα φτερά

κι έγινα πουλί

γεια χαρά, καλή,

και μην κλαις πολύ.

Θάνατος εδώ

κι ανθρωποσφαγή.

Τούτ΄η μάβρη γη

κόκκινη πληγή.

Μέσα στην καρδιά

κόβω κάθε τι

που με συγκρατεί

με τη λάσπη αφτή,

Βούλωσα κι αφτιά

και μνημονικό,

για να μην ακώ

τίποτα κακό.

Ντύθηκα γαμπρός

από καινουργίς

άστρο της αυγής,

έβγα να με διεις.

Πάω για θεός

σε νησί τρανό

μες στο γαλανό

τον ωκεανό.

Άνεμος φυσά

παίρνει με και πα

κι η καρδιά χτυπά!

Όλα Χαρωπά!

Παίρνει με και πα

πούλουδο αλαφρό.

Πάντα με χορό

φέβγω, αναχωρώ!

(Κ. Βάρναλης, «Ποιητικά», εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1958)

 

-Μιχαήλ Μήτρας, «ΤΑΣΕΙΣ ΦΥΓΗΣ»

«να φύγει θέλει να φύγει να φύγει να δεν
θέλει να φύγει όμως δεν μπορεί να φύγει
πώς να φύγει πού να φύγει με τι να φύγει
να φύγουν θέλουν να φύγω να φύγουν να
φύγω θέλω να φύγω να φύγουν θέλουν να
δεν μπορώ να φύγω δεν μπορείς να φύγεις
θέλεις να φύγεις θέλουν να φύγουν όμως
δεν μπορείς να φύγεις να φύγεις να φύγεις
θέλουν να φύγουν θέλω να φύγω να φύγεις
μπορούν να φύγουν δεν μπορείς να φύγεις
να φύγω να φύγει να φύγει να φύγουν δεν»

(από τις «Διακριτικές Μεταβολές»
, συγκεντρωτική έκδοση ποιημάτων του, Εκδόσεις, Απόπειρα)

 

-Γιώργος Σεφέρης, «Φυγή»

Δεν ήταν άλλη η αγάπη μας

έφευγε ξαναγύριζε και μας έφερνε

ένα χαμηλωμένο βλέφαρο πολύ μακρινό

ένα χαμόγελο μαρμαρωμένο, χαμένο

μέσα στο πρωινό χορτάρι

ένα παράξενο κοχύλι που δοκίμαζε

να το εξηγήσει επίμονα η ψυχή μας.

H αγάπη μας δεν ήταν άλλη ψηλαφούσε

σιγά μέσα στα πράγματα που μας τριγύριζαν

να εξηγήσει γιατί δε θέλουμε να πεθάνουμε

με τόσο πάθος.

Κι αν κρατηθήκαμε από λαγόνια κι αν αγκαλιάσαμε

μ᾿ όλη τη δύναμή μας άλλους αυχένες

κι αν σμίξαμε την ανάσα μας με την ανάσα

εκείνου του ανθρώπου

κι αν κλείσαμε τα μάτια μας, δεν ήταν άλλη

μονάχα αυτός ο βαθύτερος καημός να κρατηθούμε

μέσα στη φυγή.»

(Γ. Σεφέρης, Ποιήματα, εκδ. Ίκαρος)

-Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, «Η φυγή»

«T’ άλογο! τ’ άλογο! Oμέρ Bριόνη,
το Σούλι εχούμησε και μας πλακώνει.
T’ άλογο! τ’ άλογο! ακούς, σουρίζουν
ζεστά τα βόλια τους, μας φοβερίζουν.

»Για ιδές, σα δαίμονες μας πελεκάνε!
Kάτου απ’ το βράχο τους πώς ροβολάνε!
Δες τα κεφάλια μας, δες τα κουφάρια
κυλάνε ανάκατα σαν να ’ν’ λιθάρια.

»T’ άλογο! τ’ άλογο! Aκούς πώς σκούζουν!
Oι λύκοι φθάσανε, ρυάζονται, γρούζουν.
Άνοιξ’ η κόλαση και μου ξερνάει
τον μαύρον κόσμο της για να με φάει.

»Bριόνη, πρόφθασε· ακόμη ολίγο,
κι από τα νύχια τους δε θα ξεφύγω.
T’ άλογο!… Γνώρισα τη φουστανέλα
του εχθρού μου τ’ άσπονδου Λάμπρου Tζαβέλα.

»Δεν τόνε βλέπετε, σα Xάρος φθάνει
ψηλ’ ανεμίζοντας το γιαταγάνι.
Nιώθω το χέρι του μες στην καρδιά,
που πάει σπαράζοντας τα σωθικά.

»Aνεμοστρόβιλος, θεοποντή,
όλα σα σίφουνας θα καταπιεί.
Tο μάτι επάνω μου άγρια στυλώνει,
μαχαίρι δίκοπο μέσα μου χώνει.

»Kρύο το σίδερο χωνεύει, σφάζει.
Aκούτε, ακούτε τον πώς μου φωνάζει.
Nιώθω το χνότο του φωτιά ζεστό,
πόρχετ’ επάνω μου σα να ’ναι φιό.

»T’ άλογο! τ’ άλογο, Oμέρ Bριόνη.
O ήλιος έπεσε, νύχτα σιμώνει…
Άστρα, λυτρώστε με· αυτή τη χάρη
ζητάει ο Aλήπασας, πιστό φεγγάρι.»

Eμπρός του στέκεται καμαρωμένο,
μαύρο σαν κόρακας, χρυσά ντυμένο,
άτι αξετίμωτο, φλόγα, φωτιά,
καθάριο αράπικο, το λεν Bοριά.

Xτυπάει το πόδι του, σκάφτει το χώμα,
δαγκάει το σίδερο πόχει στο στόμα.
Pουθούνια διάπλατα και τεντωμένα
αχνίζουν κόκκινα σαν ματωμένα.

Aκούει τον πόλεμο και χλιμιτάει.
T’ αυτιά του τέντωσε, άγρια τηράει.
Oλόρθ’ η χήτη του, ολόρθ’ η ορά,
λυγάει το σώμα του σαν την οχιά.

Σκώνεται λαίμαργο στα πισινά του.
Λάμπουν τα νύχια του, τα πέταλά του.
Λες και δεν έγγιζε κάτου στη γη…
Kρίμα που το ’θελαν για τη φυγή!…

O Λάμπρος το ’βλεπε κι από τη ζήλεια
κρυφ’ αναστέναξε, δαγκάει τα χείλια:
«Άτι περήφανο, να σ’ είχα εγώ,
μέσα στα Γιάννινα ήθελα μπω».

Ωστόσ’ ο Aλήπασας, από τον τρόμο,
τα χήτη του άρπαξε, πετάει στον ώμο…
Σα βόλι γλήγορο, σαν αστραπή,
το άτι χάθηκε με τον Aλή.

Φεύγουνε, φεύγουνε! Δίκαιη κατάρα!
Tους εκυνήγαε αχνή τρομάρα·
νύχτα κατάμαυρη και συγνεφιά
γύρω τους στέκονται για συντροφιά.

Λόγκους περάσανε, χαντάκια μύρια.
Aίματα στάζουνε τα φτερνιστήρια·
αφρούς σα θάλασσα τ’ άλογο χύνει,
σκιάζεται ο Aλήπασας, καιρό δε δίνει.

Kαθώς διαβαίνουνε, τρίζει ένα ξύλο,
φυσάει ο άνεμος, πέφτει ένα φύλλο,
πουλάκι επέταξε, φεύγει ζαρκάδι,
νεράκι πότρεχε μες στο λαγκάδι·

όλα ο Aλήπασας, όλα τρομάζει,
κρύος ο ίδρωτας βρύση τού στάζει.
T’ άλογο αυτιάζεται, δεν ανασαίνει,
τα πόδια εστύλωσε, λύκος διαβαίνει,

και κειος τα δάχτυλα σφίγγει στη σέλα,
τα μάτια του έβλεπαν παντού Tζαβέλα.
Παντού του φαίνονται πως είν’ κρυμμένα
σπαθιά που λάμπανε ξεγυμνωμένα.

Mακριά τα γένια του, άσπρα σα χιόνι,
τα παίρνει ο άνεμος, σκόρπια τ’ απλώνει
εμπρός στο στόμα του και στο λαιμό,
λες και τον έχουνε για πινιμό.

Kαθώς τα κύματα με τη νοτιά
τη νύχτα χάνονται στη σκοτεινιά,
και δεν χωρίζουνε παρά οι αφροί των
ψηλά που ασπρίζουνε στην κορυφή των,

έτσι και τ’ άλογο κείνο το βράδυ
σαν κύμα διάβαινε μες στο σκοτάδι,
κύμα ολοφούσκωτο και σκοτεινό,
πόχει τ’ Aλήπασα τα γένια αφρό.

Φεύγουνε, φεύγουνε! Πάντα τρεχάτοι.
Φθάνει, κ’ εδείλιασε το μαύρο τ’ άτι,
φθάνει, και τρέμουνε τα γόνατά του·
ακούς πώς βράζουνε τα σωθικά του!

Λυσσάει ο Aλήπασας και βλαστημά.
Tο φτερνιστήρι του χώνει βαθιά.
Tο άτι φούσκωσε, βαριά μουγκρίζει,
δίνει ένα πήδημα και γονατίζει.

H καρδιά μέσα του χτυπάει σφυρί,
τ’ αυτιά του γέρνουνε, πέφτει στη γη.
Σπαράζει, ανδρειεύεται και ροχαλιάζει,
απ’ τα ρουθούνια του το αίμα στάζει.

K’ εκεί που τ’ άλογο ψυχομαχάει,
βουβός στη λύσσα του ο Aλής τηράει,
τηράει ανήσυχος, αχνός, να ιδεί.
T’ αυτιά του ετέντωσε ν’ ακουρμαστεί.

Aκόμα σκιάζεται του εχθρού τα βόλια,
και αρπάζει τρέμοντας τα δυο πιστόλια.
T’ άτι το δύστυχο δίπλα στο χώμα
χτυπιέται, δέρνεται, βογκάει ακόμα,

και δεν τον άφηνε καλά ν’ ακούσει
αν κείν’ οι δαίμονες τον κυνηγούσι.
Άφριασ’ ο Aλήπασας, καίετ’, ανάφτει,
τα βόλια τόφτεψε μες στο ριζαύτι.

T’ άτι εταράχτηκε σαν το στοιχειό
και μ’ ένα μούγκρισμα μένει νεκρό.
Tο μάτι ακίνητο και καρφωμένο
έμειν’ επάνω του θολό, σβημένο.

Aκούει πατήματα, φωνές πολλές…
Aχ, τον επρόδωκαν οι πιστολιές!
Σιμώνει ο θόρυβος, το αίμα του πήζει,
έπιασε τ’ άλογο για μετερίζι.

Γιομίζει τ’ άρματα, και στο μαχαίρι
σιγά και τρέμοντας ρίχνει το χέρι.
Aκούει που φώναζαν «Bιζίρη Aλή».
K’ εκείνος έλιωνε σαν το κερί.

Πάλε φωνάζουνε! Kάθε φορά
ακούετ’ ο θόρυβος πλέον σιμά.
Tο μάτι ολάνοιχτο ο Aλής καρφώνει:
«Bοήθα με,» φώναξε, «Oμέρ Bριόνη!»

Έτσι ο Aλήπασας κυνηγημένος
μπαίνει στα Γιάννινα σαν πεθαμένος.
Όσο κι αν έζησεν, η φουστανέλα
του Λάμπρου τόστεκε στα μάτια φέλα.

(από το Aριστοτέλης Bαλαωρίτης B΄. Ποιήματα και Πεζά, Ίκαρος 1981)

Πες το με ποίηση (164ο): «Νίκη – Ήττα)…

-«Κάθε νίκη από χιλιάδες μικρές ήττες καμωμένη»

(Ελύτης, Ανοιχτά χαρτιά)

 

-«…Θ’ απαρνηθείς την ήττα;
Η ήττα είναι παράδοση
μιλιέται από σώμα σε σώμα διαιωνίζεται.
Είδες ποτέ κανένα όνειρο
μεταμοντέρνας νίκης να διαρκεί;…»

(Κική Δημουλά)

 

-«Όποιος λέει είναι νικητής

διαπράττει ένα ανιαρό λάθος

όποιος λέει πως είναι νικημένος

διαπράττει ένα σπαραχτικό λάθος»

(Ν. Καρούζος)

 

-«Γράφω ποιήματα. Πόλεμο κάνω με τις λέξεις.
Πολλές οι νίκες και πολλές οι ήττες.
Μα περισσότερα τα θύματα
Γιατί και στις νίκες και στις ήττες
Πάντα τα θύματα περισσεύουν.»

(Γ. Π. Τζήκας)

 

 

-ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ, «Η ΝΙΚΗ»

Εδώ στο Ελληνικό το χώμα,

το στοιχειωμένο και ιερό,

που το ίδιο χώμα μένει ακόμα

κι απ’ τον αρχαίο τον καιρό,

στο χώμα τούτο πάντα ανθούνε

κι έχουν αθάνατη ζωή

και μας θαμπώνουν, μας μεθούνε

νεράιδες, ήρωες, θεοί!

Είδα τη Νίκη τη μεγάλη,

τη Νίκη την παντοτεινή!

Την είδα εμπρός μου να προβάλη

με φορεσιά ολοφωτεινή.

Ασύγκριτη σαν την ιδέα,

σαν όνειρο λαχταριστή,

είδα τη Νίκη την αρχαία,

τη Νίκη την κυματιστή![…]

Την είδα να περνά μπροστά μου

με φορεσιά ολοφωτεινή

και λύγισα στη γη εκεί χάμου

κι έκραξα με τρανή φωνή,

γονατιστός με θαμπωμένα

μάτια, με λαύρα περισσή:

«Χαίρε θεά, χαίρε παρθένα,

Ω Νίκη, ω Νίκη, ω Νίκη. Εσύ!

Εσύ που δείχνεις πως ανθούνε

εδώ  μ’ αθάνατη ζωή,

πως μας εμπνέουν και μας μεθούνε

νεράιδες, ήρωες, θεοί!»

 

-Κωστής Παλαμάς, «Ἡ νίκη»

(Τὸ τελευταῖο ποίημα τοῦ ποιητῆ,
ἐντὸς τοῦ Β´ παγκοσμίου πολέμου)

«Παιδιά μου ὁ πόλεμος,
γιὰ σᾶς περνάει θριαμβευτής·
τῶν ἄδικων ὁ πόλεμος
δὲν εἶν᾿ ἐκδικητής
εἶναι ὁ θυμὸς τῆς ἄνοιξης
καὶ τῆς δημιουργίας;

Κι᾿ ἂν εἶναι, καὶ στὸν πόλεμο
μέσα ἡ ζωὴ θυσία,
ὁ τάφος εἶναι πέρασμα
πρὸς τὴν Ἀθανασία!»

(http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/kwsths_palamas/poihmata.)

 

 

-ΣΩΤΗΡΗΣ ΣΚΙΠΗΣ, «Η ΝΙΚΗ ΕΊΝΑΙ ΔΙΚΗ ΜΑΣ»

Χτυπάει η καμπάνα… Πόλεμος! Βουίζει το χωριό.

Περήφανες υψώνονται σημαίες στον αγέρα.

Σκύβουν λεβέντες και φιλούν το χέρι το δεξιό

της μάνας, του πατέρα.

Το τρέμουλο απ’ τη φωνή να κρύψουν οι γονιοί

μάταια πασκίζουν, όταν λεν: « Παιδιά με την ευχή μας».

Κι αυτοί αποχαιρετώντας τους ξεσπούν σε μια ιαχή:

«η Νίκη είναι δική μας!».

 

-Ο Αζίζ Νεσίν για τον Ναζίμ Χικμέτ:

«Κάποιος μπήκε μέσα. Ο Ναζίμ Χικμέτ πέθανε είπε. Το μήνυμα το είχε μεταδόσει το ραδιόφωνο. Για μένα ο Ναζίμ Χικμέτ είναι πάντοτε νικητής. Ότι έκανε εκείνος ότι κάνει για μένα είναι μια νίκη. Όπου έλαχε κι άκουσα τόνομά του είχα συνηθίσει χρόνια νακούω στο κατόπι του και μια νίκη. Ο Ναζίμ Χικμέτ έγραψε ένα καινούργιο ποίημα: είναι νικητής. Έβγαλε ένα καινούργιο βιβλίο: είναι νικητής. Τον εξορίσανε: νίκη του Ναζίμ Χικμέτ. Τον ρίξανε στη φυλακή: νίκη του Ναζίμ Χικμέτ. Έτσι όταν ο άνθρωπος που μπήκε στην κάμαρη ξεστόμισε τόνομα του Ναζίμ Χικμέτ, δίχως νακούσω το τέλος του λόγου καρτερούσα πάλι για καμιά καινούργια νίκη του Ναζίμ Χικμέτ. Είπε κατόπι πέθανε. Ακόμα κι ο θάνατος είναι σα μια νίκη του σκέφτηκα. Είχα συνηθίσει χρόνια τώρα στις νίκες του».

(http://atexnos.gr/)

 

-Αγγελάκη-Ρουκ, «Το σώμα είναι η νίκη και η ήττα των ονείρων»:

Το σώμα είναι η Νίκη των ονείρων

όταν ασύστολο σαν το νερό

σηκώνετ’ απ’ τον ύπνο

με κοιμισμέν’ ακόμα τις βούλες

τις ουλές, τα τόσα τα σημάδια

τους σκούρους ελαιώνες του

ερωτευμένους

δροσερούς μέσα στη χούφτα.

Το σώμα είναι η Ήττα των ονείρων

σαν κείται μακρύ κι αδειανό

–να φωνάξεις μέσα ακούς την ηχώ–

με τις αναιμικές τριχίτσες του

ανέραστο απ’ το χρόνο

βογκάει, πλήγεται

μισεί την κίνησή του

ξεθωριάζει σταθερά

το αρχικό του μαύρο

ξυπνώντας ζεύεται την τσάντα

από δαύτη κρέμεται μαρτυρικά

ώρες μέσα στη σκόνη.

Το σώμα είναι η Νίκη των ονείρων

όταν βάζει το ένα πόδι μπρος στο άλλο

και κερδίζει τον συγκεκριμένο χώρο.

Ένα τόπο.

Με τράνταγμα βαρύ.

Θάνατο.

Όταν το σώμα κερδίζει τον τόπο του

με θάνατο

στην πλατεία

σα λύκος με ρύγχος καυτό

ουρλιάζει το «θέλω»

«δεν αντέχω»

«φοβερίζω – ανατρέπω»

«πεινάει το μωρό μου».

Το σώμα γεννάει το δίκιο του

και το υπερασπίζεται.

Το σώμα φτιάχνει το λουλούδι

φτύνει το κουκούτσι-θάνατο

κατρακυλάει πετάει

ακίνητο στροβιλίζεται γύρω απ’ την καταβόθρα

–κίνηση του κόσμου–

στ’ όνειρο το σώμα θριαμβεύει

ή βρίσκεται γυμνό στους δρόμους

κι υποφέρει·

χάνει τα δόντια του

τρέμει από έρωτα

σκάει η γη του σαν καρπούζι

και τελειώνει.

 

όμως εγώ δεν παραδέχτηκα την ήττα» (Μ. Αναγνωστάκης)

-«Μιλώ για τα τελευταία σαλπίσματα των νικημένων στρατιωτών
Για τα κουρέλια από τα γιορτινά μας φορέματα
Για τα παιδιά μας που πουλάν τσιγάρα στους διαβάτες…»

(Μ. Αναγνωστάκης)

-Γιάννης Ρίτσος, «Μετά την ήττα»

Ύστερ’ απ’ την πανωλεθρία των Αθηναίων στους Αιγός

Ποταμούς, και λίγο αργότερα

μετά την τελική μας ήττα, -πάνε πια οι ελεύθερες κου-
βέντες μας, πάει κι η Περίκλεια αίγλη,
η άνθηση των Τεχνών, τα Γυμναστήρια και τα Συμπόσια
των σοφών μας. Τώρα
βαριά σιωπή στην Αγορά και κατήφεια, κι η ασυδοσία των
Τριάντα Τυράννων.
Τα πάντα (και τα πιο δικά μας) γίνονται ερήμην μας, χω-
ρίς καθόλου
τη δυνατότητα μιας κάποιας προσφυγής, μιας υπεράσπι-
σης ή απολογίας,
μιας έστω τυπικής διαμαρτυρίας. Στη φωτιά τα χαρτιά και
τα βιβλία μας˙
κι η τιμή της πατρίδας στα σκουπίδια. Κι αν γινόταν ποτέ
να μας επέτρεπαν
να φέρουμε για μάρτυρα κάποιον παλιό μας φίλο, αυτός
δε θα δεχόταν από φόβο
μήπως και πάθει τα δικά μας-με το δίκιο του ο άνθρω-
πος. Γι’ αυτό
καλά είναι εδώ,-μπορεί και ν’ αποχτήσουμε μια νέα επα-
φή με τη φύση
κοιτώντας πίσω από το σύρμα ένα κομμάτι θάλασσα, τις
πέτρες, τα χορτάρια,
ή κάποιο σύννεφο στο λιόγερμα, βαθύ, βιολετί, συγκινη-
μένο. Κι ίσως
μια μέρα να βρεθεί ένας νέος Κίμωνας, μυστικά οδηγημένος
από τον ίδιο αιτό, να σκάψει και να βρει τη σιδερένια
αιχμή απ’ το δόρυ μας,
σκουριασμένη, λιωμένη κι αυτήν, και να την κουβαλήσει
επίσημα
σε πένθιμη ή δοξαστική πομπή, με μουσική και στεφάνια
στην Αθήνα.
(Λέρος, 21-03-68.)
(Από την ποιητική συλλογή Επαναλήψεις. Σειρά Δεύτερη.)

 

-ΙΩΣΗΦ ΙΩΣΗΦΙΔΗΣ » ΗΤΤΑ «

Βλέπεις τη λέξη ‘ήττα’ και οδύρεσαι,
λες φταιν οι άλλοι, θες να εκδικηθείς,
ή απαθής σηκώνεις τα χέρια ψηλά.
Είναι η νίκη σου ένας πίθος Δαναΐδων
χωρίς πάτο, κόπος μάταιος; Μήπως είναι
πλάνη να θεωρείς την ήττα σου ως ήττα;

Ο θάνατος είναι ήττα. Πόση ήττα προκαλεί;
Ο Λεωνίδας, νεκρός στη μάχη, κερδίζει το μέλλον,
ο αθάνατος Αχιλλέας τελικά δεν αφάνισε τον Έκτορα,
ο Αγωνιστής ως Κούρος πεθαίνει εν ονόματι της αρετής∙*
ζώσα η ψυχή του νεκρού, νεκρή πολλών που ζουν.

Ξαναζύγισε τον στόχο, το βάρος της ήττας σου,
είναι νίκες που σου καρφώνουν τα πόδια στη γη
που είχαν πήχυ χαμηλό και τον νομίζαμε ψηλό,
είναι ήττες που προσφέρουν πιο πολλά απ’ τη μέθη
ή απ’ όσα έχασε ο νικητής σαν του γλίστρησε η νίκη.

Τα φύλλα του φθινοπώρου είναι άνθη άλλης Άνοιξης,
σαν έχεις πτώση ο έρως-πτέρως σε παίρνει σε πτήση,
η αλήθεια δεν είναι φάντασμα, ζει εντός, άγγιξέ την
πίστεψε: νικώντας την ήττα σου στέρεα θα ’χεις νίκη.

(Ιωσήφ Σ. Ιωσηφίδης  Από την ανέκδοτη Ποιητική Συλλογή «ΚΟΥΡΟΣ ΚΑΙ ΚΟΡΗ»

http://homouniversalisgr.blogspot.gr/2015/09/blog-post_25.html)

 

-Γ. Π. Τζήκας, «Ηττημένοι έρωτες»

«Και δεν το ξέρατε; Να σας το πω…

Από έρωτες ηττημένους πάσχουμε

Εσαεί και

ανιάτως…

Των ερώτων μας τα Άγια Πάθη

στα γκρεμισμένα τείχη της Ιεριχούς μας

μοιρολογούμε

και των δακρύων την αρμύρα

μαζεύουμε

σε τεφροδόχους ιερές

να προστατευτεί

(μην και το άλας μωρανθεί).

Πάντα το έλεγα

κάθε ερωτική ιστορία

είναι το χρονικό μιας αποτυχίας.

Πάντα το ψυχανεμιζόμουν

πως η  δύναμη που τη Γη γυρίζει

δεν είναι οι ευτυχισμένοι έρωτες

μα αυτοί που απ’ την πολλήν

του ήλιου τους τη λάμψη

λαμπριάτικες λαμπάδες γίνονται

και καίγονται..»

Post Navigation