Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Archive for the category “Πες το με ποίηση”

Πες το με ποίηση (265ο): «ΕΝΟΧΕΣ-ΤΥΨΕΙΣ – ΜΕΤΑΜΕΛΕΙΑ – ΝΤΡΟΠΗ»…

Τύψεις,  Α. Καρακότας

1.ΤΥΨΕΙΣ

Όσο περνούν οι μέρες και μακραίνει
η ηλικία της σεμνότητας, αισθάνομαι
τις ανεπαίσθητες ραγισματιές εντός μου
από νύχτα σε νύχτα να πληθαίνουν.

Δρόμοι που πήρα με χαμηλωμένα μάτια
φώτα που πέσαν πάνω μου ανηλέητα,
λόγια πιο πρόστυχα κι απ τις χειρονομίες.

Μα πιο πολύ, η όψη της μητέρας μου
όταν γυρνώ αργά το βράδυ και τη βρίσκω
μ ένα βιβλίο στο χέρι να προσμένει
βουβή, ξαγρυπνισμένη και χλωμή.

NTINOΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ

 

*****

 

2.ΕΡΩΤΑΣ ΤΗΣ ΕΝΟΧΗΣ

Έρωτας της ενοχής
Ή μήπως
Ενοχή του έρωτα

Όταν κατανικήσεις
Τη δειλία της παραδοχής
Θα λες τα πράγματα
Με τʼ όνομά τους

Θα βρεις τον τρόπο
Να στηρίξεις επιτέλους
Μια δίκαιη θέση

KΛEITOΣ  KYΡΟΥ,  «Πρωθύστερος λόγος» 1996

 

*****

 

3.ΟΙ  ΕΡΙΝΥΕΣ  ή  ΤΟ  ΤΕΛΟΣ ΤΩΝ  ΑΓΙΩΝ  ΗΜΕΡΩΝ

ΥΣΤΕΡΑ από την εποχή των ερώτων έρχεται κάποτε
Η συγκομιδή ακούς από μακριά των όπλων την κλαγγή
Και τα ξεφωνητά να σιγοσβήνουν να σε κυκλώνουνε
Δολοπλοκίες ο θάνατος να μπαινοβγαίνει ασταμάτητα
Διαπότισε τα πάντα η προδοσία αφρισμένοι ποταμοί
Κατρακυλούν όπου και να γυρίσει το μάτι σου βλέπεις
Οχιές στον ουρανό η νύχτα καταφθάνει φορτωμένη
Ενέδρες να αιχμαλωτίσει τις λέξεις σου που πήδησαν
Μέσα στο άσπρο φως σε στιγμές ευφροσύνης μια οσμή
Φθοράς πλανάται παντού για ποιόν να μιλήσεις
Τί σημασία να καταγράφεις τώρα μια καρδιά
Η ζωή δεν αλλάζει με στίχους καθώς το πιστεύαμε
Κι αυτοί θα σε προδώσουν ακόμη θά ’ρθει μια μέρα
Που μπορεί ν’ απαρνηθείς την ποίηση να δώσεις ένα τέλος
Στην κακοδαιμονία να ξαναγίνεις ένας άνθρωπος
Σωστός να βγαίνουν τέρατα απ’ το στόμα σου να μην
Ακούγεται η φωνή σου καν η άλλοτε ωραία φωνή σου

Γύρω σου σα μαστίγια άλλα αστέρια γυρίζουν
Σε παράλληλους κύκλους σού προσφέρουν μια διέξοδο
Θα υπάρχει ένας τρόπος να μπεις στην τροχιά τους

 

Κλείτος Κύρου. 1963. Κλειδάριθμοι. Θεσσαλονίκη: Ε. Σφακιανάκης. Και στον συγκεντρωτικό τόμο: Κλείτος Κύρου. 1997. Εν όλω. Συγκομιδή (1943–1997). Αθήνα: Άγρα.

 

******

 

4.ΕΝΟΧΗ
Ένοχη, το ομολογώ.
Το τελευταίο ποίημα το έγραψα για σένα.
Ελαφρυντικά μου η βροχή,
τα ατέλειωτα τσιγάρα, το αλκοόλ
ίσως και το κορμί σου
ως ανάμνηση αυτού που δεν υπήρξε.
Στην πραγματικότητα έγραφα για τα άλλα
για εκείνη την ιστορία με τον Κήπο,
για το ότι δεν τόλμησες
δεν έμαθες
δεν ρώτησες.
Κι έτσι χθες βράδυ, το ομολογώ
για σένα έγραψα έναν στίχο
γυμνό και λυπημένο
σ’ αυτό το μουτζουρωμένο πάντα ημιτελές
ποίημα της ζωής μου.

ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ

 

*****

5.ΕΝΟΧΉ

 

Πόσο κίτρινος είναι ο ήλιος

που μας κοροϊδεύει.

Πόσο ιδανικοί εμείς αναλύοντας

τις ακτίνες του.

Πόσο επαίσχυντα ωραίοι

όταν τραβάμε το σύρτη.

Και μένουμε άφωτοι −

ο ένας απέναντι στον άλλον.

«Εν φαντασία και λόγω», (1975), «Γιάννης Βαρβέρης – Ποιήματα, Τόμος Α΄, 1975-1996», Κέδρος. (Γ΄ έκδοση, 2008).

 

*****

 

6.ΣΑΝ ΤΥΨΗ

 

Ποδίτσες παιχνιδιάρικες και τρυφερά φορμάκια

ζακετούλες ροζ, με φιόγκο, με ζεστή επένδυση.

Εκείνα, όμως, δεν έχουν

μόνο θυμούνται

αυλές και γέλια και παιχνίδια

βλέπουν γονείς στραγγισμένους

ή τους χάνουν

δεν ονειρεύονται

γιατί το μέλλον μια μικρή κουκίδα

χωρίς χρώματα χωρίς διαστάσεις

 

σεντονάκια της αθωότητας

μη μου γίνετε τύψη.

Κούλα Αδαλόγλου, Γιατί το μέλλον μια μικρή κουκίδα

 

Βασίλης Παπακωνσταντίνου – Ένοχος χωρίς αιτία

 

 

7.ΟΜΟΛΟΓΙΑ  ΕΝΟΧΗΣ

Χωρς ν πάρχει στ χαρτι μι καταδίκη ες θάνατον
περιπλανμαι σν φυγόδικος π τν πρώτη μου στιγμή.

λοι μο λν πς εμαι θος
γιατί σπανίως ννοον τ πάμπολλά μου γκλήματα.
Πς εμαι δήμιος, σφαλς, δν τ πιστεύουν.
Μ γ φοβμαι. Γιατί• καλς γνωρίζω
πόσες ραες μου πράξεις καρατόμησα•
πόσες φορς κλάδεψα τος βλαστος μου•
πόσες φορς συναντήθηκα μ τν λλο μου δαίμονα
κ’ στριψα
στ μικρ
σκοτειν
πάροδο.

λοι μο λν πς εμαι θος
γιατί δ βλέπουν
τ κρεμασμένα
στος τοίχους
μοιώματα•
τ συνετ κα δίκαια ργα μου δ βλέπουν
τσι καθς περνον σκυφτ
τς πύλες τν φερέτρων μου.

ταν χτυπάει νεμος τν πόρτα μου
τρομάζω: Τώρα —λέω— ρχονται ν μ συλλάβουν•
ρχονται ν μ ποχρεώσουν κα πάλι ν’ ρνηθ
ν π: Οκ οδα τν νθρωπο.
Ατν πο ντός μου κατοικε
δν τν γνωρίζω.

λοι μου λν πς εμαι θος
κα πς μπορ σύχως ν’ ναπαύομαι•
ν περπατ νενόχλητος στος δρόμους•
γι τος κοινος κακούργους μ πέχθεια ν μιλ
κα ν’ ποσύρομαι χωρς
τν ντροπ το νόχου.

Μ γ δν ναπαύομαι. Τς νύχτες
μ κυκλώνουν ο σκιές. γρια φαντάσματα
καραδοκον πίσω π’ τς πόρτες μου.
Κα δν μπορ ν εμαι διαυγής•
καθαρς κα μόλυντος δν εμαι•
κι ς μν πάρχει στ χαρτι
μιά καταδίκη
ες θάνατον.

Σ τ έ λ ι ο ς  Γ ε ρ ά ν ης,  Σπύρου Κοκκίνη,  νθολογία Νεοελληνικς Ποίησης, 6η ἔκδ., Ἀθῆναι,  Ἔκδ. Ι.Δ. ΚΟΛΛΑΡΟΥ & ΣΙΑΣ Α.Ε., 2000.

 

******

 

  1. Τ’ ΟΝΟΜΑ ΜΑΣ ΗΤΑΝ ΕΝΟΧή

 

Συγχώρησέ με, Θεέ μου, που δεν κατόρθωσα
να δω τον κόσμο αυτό τον επίγειο σαν ένα πανηγύρι
και να τον διασκεδάσω σαν ένας πανηγυριώτης.
Πώς θα γινόμουν, Θεέ μου, ένας πανηγυριώτης, αφού γιορτάζαμε
το έτος του παιδιού κι ύστερα πηγαίναμε και βάζαμε το μεσονύχτι
δυναμίτιδα στις κατοικίες των προσφύγων και τους ξεθεμελιώναμε
μαζί με τις γυναίκες τους και τα παιδιά του;
Πώς να καυχιόμουν, Θεέ μου, πως όλος ο κόσμος ήταν ένα πανηγύρι,
αφού πορευόμασταν στα βαρβαρικά μας μεσονύχτια και σκοτώναμε
πάνω στον ύπνο τους, γέροντες, γυναίκες και παιδιά μικρά, αγόρια και κορίτσια
και ύστερα για να εξαφανίζουμε από ενδεχόμενους υποκριτικούς παρατηρητές
το σκοτωμένο ψυχομέτρι περνούσαμε πάνω τους
με τις ματωμένες εκείνες μπουλντόζες μας και μεταμορφώναμε
το έγκλημά μας σ’ ένα κόκκινο πολτό, σ’ ένα πολτό
τ’ αθώα παιδιά και τα κορίτσια μας σ’ ένα κόκκινο πολτό;

ΣΑΡΑΝΤΗΣ  ΠΑΥΛΕΑΣ,  Τ’ όνομά μας ήταν ενοχή (1983)

 

*****

 

9.ΧΩΡΙΣ ΕΝΟΧΕΣ

 

Γράφουμε όνειρα

και σβήνουμε ελπίδες

ξεγράφουμε ονόματα

κι αναζητάμε λέξεις

να ντύσουμε τη γύμνια των καιρών

με ξεραμένα νυχτολούλουδα

και ψεύτικα παραμύθια.

 

Αγοράζουμε θλίψη

σε τιμή ευκαιρίας

μέσα από εικόνες παιδιών

που χάνονται αναζητώντας

απόλεμη πατρίδα

και πουλάμε ρητορείες φτηνές

για αλήθειες και για δίκια.

 

Θάβουμε ενοχές

στα πηγάδια της λήθης

και ξεθάβουμε

ρήσεις αθωωτικές

για ένα κόσμο γεμάτο θύτες

εκούσιους φονιάδες

κι ακούσιους παρατηρητές.

Ανδρέας Καρακόκκινος, «Λαθρεπιβάτες σε πειρατικό»,  Ένεκεν, 2017

 

*****

 

10.ΣΥΝΕΝΟΧΟΣ  ΣΤΑ  ΟΝΕΙΡΑ  ΣΟΥ

Συνένοχος στα όνειρά σου
και στα κρυφά ταξίδια της ψυχής
στην απαγορευμένη πλευρά του φεγγαριού,
δε θα μαρτυρήσω τη λάμψη απ’ το χαμόγελό σου
κι ούτε θα πω τον όρκο σου στ’ αστέρια.
Θα παίρνω μόνο τις λέξεις σου
όταν θ’ απλώνονται στον αγέρα που αναπνέω
και θα στολίζω τα μονοπάτια της ψυχής
για να είναι τα φιλιά σου πιο γλυκά.

Κι όταν κουρασμένη απ’ το μυστικό του φεγγαριού
θα γέρνεις τρυφερά στις αχτίνες του
εγώ θα σε σκεπάζω με φιλιά
και θα σε κρύβω στην καρδιά μου
μην και φανερώσεις την ενοχή
για τα κρυφά τα όνειρά σου.

Ανδρέας Καρακόκκινος, Πνοή της άνοιξης (2007)

 

*****

 

11.ΣΕ  ΚΛΟΙΟ  Ε-Υ-ΦΟΡΙΑΣ

 

Στην πλατεία της ασυδοσίας

περίμεναν στην ίδια σειρά

ανυποψίαστοι αθώοι

κι ένοχοι εκ προμελέτης

να καταθέσουν στον ιερό βωμό

το υστέρημα ζωής

ή το περίσσεμα της αμαρτίας.

 

Οι ανίεροι εξεταστές

ντυμένοι στρατοδίκες

μοίραζαν ειρωνικά βλέμματα

με τα αγέλαστά τους μάτια.

 

Οι καταδίκες θα ακολουθούσαν.

 

ΑΝΔΡΕΑΣ  ΚΑΡΑΚΟΚΚΙΝΟΣ

 

*****

 

12.Η ΕΝΟΧή

Κόκκινο φόρεμα φορά
Κατεβαίνει το ξημέρωμα
στα ξενυχτάδικα
σαν όμορφη γυναίκα
Η Ενοχή

Πλανεύει

Στο βάθος γυρεύει μια αγκαλιά
Χαλαρή
Σφικτή
Μια αγκαλιά τέλος πάντων

Όπως όπως
Να βγει η νύχτα

Ξηρογιάννη Ασημίνα Λίγη φθορά για γούρι, Γαβριηλίδης, 2017

 

 

*****

 

 

13.Σ’  ΕΝΑ  ΚΟΚΚΙΝΟ  ΜΠΑΛΟΝΙ

Σε ενοχοποιούν
Όχι τόσο οι πράξεις σου
Σε ενοχοποιούν οι σκέψεις
Οι σχέσεις σου
Κάτι χαμόγελα που έσβησες
Κάτι μαλακισμένες εικόνες που κουβαλάς
Σχεδόν ηλιοβασίλεμα.

Σε ενοχοποιεί η αθωότητά σου
Και αυτά που της χρωστάς.
Κάτι λάθη
Και κάτι πάθη.

Και έτσι είσαι ζωγραφισμένος
Σ’ ένα κόκκινο μπαλόνι που ανεβαίνει
Δε μιλάει
Ανεβαίνει πάνω απ’ την πόλη.

Κατερίνα Γώγου

 

ΦΟΡΤΩΘΗΚΑ ΤΙΣ ΤΥΨΕΙΣ ΜΟΥ – Γιώργος Νταλάρας, Γλυκερία

 

14.ΤΥΨΗ

Πήγα και κάθισα κάτω απ’ το κόκκινο φανάρι
στη στροφή του δρόμου με τους στεναγμούς
Η βροχή έκανε ποτάμι τ άστρα.
Άνοιγε μέσα μου ο κύκλος.
Το ρολόι έδειχνε δώδεκα και πίκρα.
Ήρθαν και με βρήκαν
απ’ τις τέσσερις γωνίες της νύχτας
με αλλόκοτους ψίθυρους
και κλειδώθηκαν βαθιά στο αίμα μου
οι πέτρες με τα γαλάζια μάτια
τα πουλιά με τα γαλάζια νύχια
και μάτωσαν τη συνείδηση μου.

Βασίλης Φαϊτάς,  Άποικοι της νύχτας (1966)

 

 

*****

 

15.ΤΥΨΗ

Φοβούμαι που θα ξυπνήσω
στον κακόβουλο εφιάλτη
των χαιρέκακων επιθυμιών
που εξετέλεσα.

Ακέφαλα σώματα της ύπαρξης
του εαυτού μου συνδεδεμένα
σε κεφαλή αυστηρότητας
που προκάλεσα.

Βρίσκομαι στη θήκη
που δεν έχει φως ανάληψης,
μόνο την ύλη ατομικής εισπνοής
που εξέπνευσα.

Ποθητή αγωνία, ανάγκη
του σώματος απορρέει
ο φόβος που περιβάλλει, ιδρώς
που τον φόρεσα.

Ζωή Καρέλλη, Πορεία (1940)

 

ΜΠΛΕ – Νιώθω ενοχές

 

16.ΟΙ ΕΝΟΧΕΣ
Τώρα που νυχτώνει νωρίς
οι ενοχές κυκλοφορούν ελεύθερες από τις πέντε.
Στα πάρκα η μελαγχολία αγγίζει τον ουρανό
νοτισμένο χώμα κυριεύει την όσφρηση
φωνές παιδιών ξεψυχάνε στην απέναντι γειτονιά.
Ο κόσμος ένα ραγισμένο γυαλί
που σπάει μόλις το κοιτάξεις
έρωτες αβασάνιστοι, έρωτες σφραγισμένοι.
Χέρια απλώνονται μέσα στην ερημιά της πόλης
ν’ αγκαλιάσουν το λαβωμένο παρόν
χείλη ματωμένα συλλαβίζουν τη σιωπή.

Μια χώρα μέσα στην αβελτηρία
δεν έχει καταλάβει τον προορισμό της
κουνάει το μαντίλι του αποχαιρετισμού
στ’ αεροδρόμια και στα λιμάνια
ξεπροβοδίζει τα παιδιά της στα βαγόνια της ξενιτιάς
μασάει αιώνες το παραμύθι της εξέλιξης
κι ύστερα αυτοκτονεί σ’ ένα άθλιο υπόγειο
χαράματα με παγωνιά, αφήνοντας τη λάμπα ανοιχτή.
Απ’ έξω ακούγεται το αλύχτισμα των σκυλιών
κι η μηχανή του πρώτου λεωφορείου.

Τώρα που ξημερώνει αργά
οι ενοχές κυκλοφορούν σκοτωμένες από τις πέντε.

ΓΙΩΡΓΟΣ  ΓΚΑΝΕΛΗΣ, Χρεωκοπία ιδεών, Στοχαστής 2014

 

 

*Η ανάρτηση είναι της καλής φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής.

Advertisements

-Πες το με ποίηση (264o): «Ανάσα – πνοή – αναπνοή»…

*Σωκράτης Μάλαμας & Νίκος Στρατάκης » ΑΝΑΣΑ »

 

 

-«Η ποίηση έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα»

( Γιώργος Σεφέρης)

 

 

 

Ανασαίνω τα κάλλη/ το μηδέν όταν θάλλει.»

(Ν. Καρούζος)

 

 

 

-«Kι αν κρατηθήκαμε από λαγόνια κι αν αγκαλιάσαμε

μ’ όλη τη δύναμή μας άλλους αυχένες

κι αν σμίξαμε την ανάσα μας με την ανάσα 

εκείνου του ανθρώπου

 

κι αν κλείσαμε τα μάτια μας, δεν ήταν άλλη

μονάχα αυτός ο βαθύτερος καημός να κρατηθούμε 

μέσα στη φυγή.»

(Γ. Σεφέρης, Φυγή)

 

 

-Κ. Καρυωτάκης, «Ανάσα»

H Ανάσα σου,
είναι αυτή που τώρα αναβιώνει
και μου θυμίζει πόσο καυτή ήταν·
η απώλειά της με παγώνει
εναντίον μου σ’ αυτό όλο το σύμπαν,

περνούσε από το στόμα μου,
κατέβαινε και άνθιζε στα σωθικά μου,
οι πεταλούδες στροβιλίζονταν,
μήνυμα ότι ήσουνα κοντά μου.

Αυτή χάθηκε, το σώμα πάγωσε, οι πεταλούδες
έγιναν κάμπιες, το στόμα ξεράθηκε,
το σώμα λαθράκιασε, το μυαλό μαράθηκε.
Μόνη η ανάσα έμεινε σαν γλυκεία ανάμνηση.

http://www.poiein.gr/

 

 

 

 

-Kabir, «Η ανάσα μέσα στην αναπνοή…»

Με ψάχνεις;
Είμαι στο διπλανό σου κάθισμα.
Ο ώμος μου είναι απέναντι από τον δικό σου
δεν θα με βρεις στα stupas *
ούτε σε Ινδικά ιερά δωμάτια
ούτε σε συναγωγές,
ούτε στους καθεδρικούς ναούς:
ούτε σε θείες λειτουργίες
ούτε σε  kirtans,
ούτε στα πόδια που τυλίγονται γύρω από το λαιμό σας,
ούτε αν τρώτε  τίποτα άλλο παρά λαχανικά.
Όταν πραγματικά ψάχνετε για μένα,
θα με δείτε αμέσως –
θα με βρειτε στη μικρότερη κατοικία του χρόνου.
Ο Καμπίρ λέει:» Μαθητή, πες μου, τι είναι ο Θεός;»
Είναι η ανάσα μέσα  στην αναπνοή

http://iketestondromon.blogspot.com/2017/10/blog-post_4.html

 

 

 

Σπύρος Λ. Βρεττός, «Μακροβούτι με μεγάλη ανάσα»

στον Λάμπρο

Όπως όταν σημαδεύουμε στον αέρα

τη μία πέτρα με την άλλη

κι είναι το σώμα μας γονατιστό μες στα νερά

τα χέρια ψάχνοντας δίπλα στο σώμα τις δύο πέτρες

με το αριστερό τη μια να την πετάμε ψηλά

και το δεξί να σημαδεύει

μα πάντοτε οι πέτρες να περνούν ξυστά

και ποτέ η μια πάνω στην άλλη

και ύστερα ξανά και ξανά το ίδιο πράγμα

ώσπου οι πέτρες στο σώμα δίπλα να τελειώσουνε

κι αλλού να τις γυρεύεις

μα να ’σαι πλέον βαθιά

και να πρέπει βουτιά για τις δύο πέτρες

και η βουτιά να δίνει μία μόνο στο δεξί

–η άλλη από το χέρι να γλιστράει–

και το δεξί να την πετάει ψηλά χωρίς να σημαδεύει

ωστόσο τυχαία τώρα πετυχαίνοντας

αυτό που δεν ακούγεται ποτέ

κάθε αιώνα που χτυπιέται.

 

(Από τη συλλογή «Τα δεδομένα», εκδ. Γαβριηλίδης, 2012)

 

 

 

 

-Σωκράτης Σκαρτσής, «ΑΝΑΣΑ»

1

Οπως µιλαει η θαλασσα εγω ποια γλωσσα εχω αλλη;

Κυµατα του µεγαλου νερου η της ψυχης µου αυτης

ερχονται εδω απο αυτον τον κοσµο.

Τα πραγµατα ειναι τα λογια µου

και το τραγουδαω

κυµα το κυµα ανασα την ψυχη.

Μια πεταλουδα εν’ αρωµα µια γευση δικη µου,

ειναι ο,τι ειµαι οπως ειµαι ο,τι ειναι.

Το υψος µου ειναι τα µατια µου

η αφη µου µε λεει µε ολα

κι ο λογος ειναι αυτο που γινεται.

Ειµαι και µαθαινοµαι

µι’ ανασα ψυχης ενα ονειρο ενας καρπος

που τρωω και γινοµαι

και µπορω να πινω ωραια νερο.

Ωραια που ειναι τα πραγµατα οπως εγω  

νερακι

που κυλαει µονο του λαµπερο.

2

Αναµεσα

στα µατια µου κι απεναντι

ο κοσµος χαϊδευεται.

3  

∆εν ηρθε το ξερω λαµπει.

4  

Νους αναπνοη  να.

5

Ειµαι η δεν ειµαι τρα λα λα.

6

Ανασαινω αργα

τα νερα λαµπουν ουρανος

κυλανε ωραια

παει η ψυχη µου

ωσπου να µε συναντησει

στην πνοη του ανεµου

και να µιλουν ελευθερα τα πουλια.

Κοιταζεις που λαµπω

γλυκα ως λευκος.

Λευκαζουµε

 

(https://www.academia.edu/11954334/%CE%97_%CE%9F%CE%9B%CE%97_%CE%A0%CE%9F%CE%99%CE%97%CE%A3%CE%97)

 

 

 

 

-Σωκράτης Σκαρτσής, «Η ΑΝΑΣΑ ΤΗΣ ΑΘΑΝΑΣΙΑΣ» (απόσπασμα)

 

Τα λογια αστερια τελείωσαν

οπως τελειωνει ο κοσµος

στο λογο που γινεται µονος του ο,τι θελει

η δε θελει.

Ετσι η πνοη και τ αγγιγµα

κι η µεθη του ονειρου τους

που τ ονειρευοµαι

λογος ολοκληρος ο λογος µου.

Τα λογια τελείωσαν

αρχιζει ο λογος

που ειµαι απο µονος του.

 

Κι αφου το τραγουδι λεει πως ειναι κοσµος

ας τραγουδησω

καθως µε τραγουδησε ο πατερας µου στη µανα µου  

ν αρχισω και να τελειωνουν

γυµνα µατια.

Εκει κοιταζω κυµατα χρυσαφιου

ως τη ριζα και το πουπουλο

που ειναι ο ενας αυτος ολοµοναχος κοσµος

κι η γνωση του ολογυµνη

χορτο στα χορταρια σταγονα της θαλασσας.

Ετσι τραγουδαω

 γιος τραγουδισµενος και τραγουδιστης ατραγουδιστος

µονο µε τα φυλλα και τα πουλια

µεσα στο φαϊ και στο πιοµα

κι εξω απ τ ανοιγµα και τη γλυκα

γιος του κοσµου ακοσµητος, κοσµητικος.

*

Μα όταν, κοσµε µου, ανεµιζεις ανασα τη γυµνοτητα σου

γινεσαι η γυναικα που παιζει πεπλα την απλα

ολογυµνη,

α η γυµνοτητα

της αφης ν αφηνοµαι

της τροφης να τρεφοµαι

της ποσης να πινοµαι  

νερο της ατελειωτης γυµνοτητας,

γυναικα, κοσµε µου,

που ανοιγει ολη γλυκο σωµα.

 

Και ειµαι ολοκληρος γυµνος τραγουδι

 

που τραγουδιεται αλαφρες ανασες

κι ασπρες γραµµες και γλυκο βαρος

φυλλων και πουλιων της ζωης

που κινουν την αζωη αληθεια

τρυφερα και πρωτα

ως τα ολα τ αλλιωτικα,

το τραγουδι που θυµαται

πως ειµαι γιος κι εγω και πατερας

εσενα, κοσµε µου, που µε κανεις

οπως εισαι

κι εγω σε τραγουδαω γυµνος.

 

Ετσι αναπνεω

και λεω εµπνοη και εκπνεω ναι εισπνεω

οχι ανασα θανατος ανασα αθανασια

ανασα θαλασσα σταγονες γυµνες

αρωµατα υγρα της αυγης

που γενναει αργα τον ουρανο.

(https://www.academia.edu/11954334/%CE%97_%CE%9F%CE%9B%CE%97_%CE%A0%CE%9F%CE%99%CE%97%CE%A3%CE%97)

 

 

 

-Γ. Σεφέρης, «Θερινό ηλιοστάσιο» (απόσπασμα)

Β΄

Όλοι βλέπουν οράματα
κανείς ωστόσο δεν τ’ ομολογεί∙
πηγαίνουν και θαρρούν πως είναι μόνοι.
Το μεγάλο τριαντάφυλλο
ήτανε πάντα εδώ
στο πλευρό σου βαθιά μέσα στον ύπνο
δικό σου και άγνωστο.
Αλλά μονάχα τώρα που τα χείλια σου τ’ άγγιξαν
στ’ απώτατα φύλλα
ένιωσες το πυκνό βάρος του χορευτή
να πέφτει στο ποτάμι του καιρού –
το φοβερό παφλασμό.

Μη σπαταλάς την πνοή που σου χάρισε
τούτη η ανάσα.

(Γ. Σεφέρης, Τα ποιήματα, Ίκαρος)

 

 

*******************

 

 

-«Με τι καρδιά, με τι πνοή,

τι πόθους και τι πάθος

πήραμε την ζωή μας.• λάθος!

κι αλλάξαμε ζωή.»

 

(Γ. Σεφέρης)

 

 

 

 

-Γ. Σαραντάρης, «Πνοή»

Ένας ουρανός ανασαίνει για σας,
ματάκια μου,
τώρα που απομείνατε ορφανά
από κάθε καημό,
και αγκαλιάζετε μονάχα ένα χρώμα

 

(από το Σαν Πνοή του Aέρα, Eρμής 1999)

 

 

 

-Αρετής Μαυροπούλου, «Θεού πνοή»

 

Είσαι παντού παρών

ο ορατά ανεύρετος

αλλά αόρατα

πάντα συμπάσχων..

 

Εσύ ο παντογνώστης

της εύλαλης σιωπής μου

ο ακατάληπτος.

 

Μια ζωή μου δώρισες

να σε αναζητώ

στις χίλιες σιωπές

να σε ψάχνω

στα ταπεινά ξωκλήσια

στα αγιοκέρια

που ευωδιάζουν.

 

Να σε χάνω

κάποτε κάποτε

να σε βρίσκω πάλι

στις εικόνες των Αγίων

που δακρύζουν

στις ρυτίδες των απελπισμένων.

 

Να σε οσφρίζομαι

στην αλμύρα της Θάλασσας

στο Ανοιξιάτικο αγέρι

στην ευωδιά του γιασεμιού

στους πορφυρένιους ροδανθούς

που χαμογελούν.

 

Ξόδεψα μια ζωή ολάκερη

να σε αναζητώ

στα χρυσαφένια στάχυα

μα ένα δεν κατάφερα

να μάθω γιατί σωπαίνεις τόσο.

 

Να σε χάνω κάποτε κάποτε

να σε βρίσκω πάλι

στις τεθλασμένες του μυαλού μου

γιατί μόνο εσύ με αφουγκράζεσαι.

 (https://www.fractalart.gr/eksomologisi/)

 

 

 


Γιάννης Τζανετάκης, «ΣΑΝ ΥΣΤΑΤΗ ΠΝΟΗ»

Μέσα σε κάθε ποίημα
είμαι εγώ

όπως στα φιλμ ο Χίτσκοκ

δείτε καλύτερα

πίσω απ’ το σκριπτ
στα ράμματα

στο σκοτωμένο αίμα
κάποιου στίχου

μ’ αρέσει να λουφάζω
στις γωνιές

σκύλος
σφιχτά το κόκαλό του
που κρατάει

σαν ύστατη πνοή σαν φυλαχτό

(http://www.biblionet.gr/book/222838/%CE%98%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%AE_%CF%80%CE%B1%CF%84%CE%AF%CE%BD%CE%B1)

 

 

 

-Ανδρέα Καρακόκκινου, «Πνοή της άνοιξης»

Έρχεσαι
πρώτη πνοή
της άνοιξης
χείμαρρος χρυσός
χαμόγελο ζεστό
η ψυχή πεθαίνει
και ξαναγεννιέται
σε μια χούφτα ευτυχίας.

Έρχεσαι
πρώτη πνοή
της άνοιξης
να χαϊδέψεις απαλά
το πιο σκοτεινό
κομμάτι της ψυχής
χαρίζοντας στη λάμψη
του φεγγαριού
ένα ατελείωτο
μελωδικό
ερωτικό τραγούδι.

Από τη συλλογή Πνοή της άνοιξης (2007) του Ανδρέα Καρακόκκινου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ανδρέας Καρακόκκινος

 

 

 

-Μπ. Μπρεχτ, «ΟΛΑ ΑΛΛΑΖΟΥΝ»

 

Ολα αλλάζουν.

 Να ξαναρχίσεις μπορείς και με την τελευταία σου πνοή.

 Μα ό,τι έγινε έγινε.

 Και το νερό που έριξες στο κρασί σου

 δεν μπορείς να το ξαναβγάλεις.

 Ο,τι έγινε έγινε.

 Το νερό που έριξες στο κρασί σου

 δεν μπορείς να το ξαναβγάλεις·

 όλα όμως αλλάζουν.

 Να ξαναρχίσεις

 μπορείς και με την τελευταία σου πνοή.

 

 **********************

*Λιζέττα Καλημέρη – Πνοή Του Ανέμου

 

«Στο πρόσωπό σου/ μαθαίνω Γεωγραφία/ Πώς μεταβάλλονται με τον καιρό/ Κοιλάδες σ’ ερήμους/ Λόφοι ακμαίοι σε κινούμενη άμμο./ Τις λίμνες μας/ Ποια στράγγιξε η ρουφήχτρα/ Πώς λίγο – λίγο χάνονται τα σύνορα/ μπερδεύομαι/ κι όπως αγωνιώ μη και χαθώ/ με την αναπνοή σου/ νιώθω να αναπνέω.»

(Μαρκαντωνάτου Μαρία, Σκάλα μυστική)

 

 

-«…Όπως ένας άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει χωρίς ν’ αναπνέει, και ποτέ δεν αναρωτιέται «αναπνέω για να ζήσω;», όχι αναπνέω γιατί δεν μπορώ να μην αναπνέω. Έτσι κι ο ποιητής γράφει….»

(Γ. Ρίτσος)

 

 

-«…Οι νύχτες με στενεύουν
στην απουσία σου.
Σε αναπνέω.

Τώρα
με τη δική σου αναπνοή
ρυθμίζεται το βήμα μου
κι ο σφυγμός μου.

Δυό μήνες που δε σμίξαμε.
Ένας αιώνας
κ’ εννιά δευτερόλεπτα.

Τι να τα κάνω τ’ άστρα
αφού λείπεις;…»

(Γ. Ρίτσος, Γυμνό σώμα)

 

 

 

 

 -Ανθή Χατζημπίνου, «Αναπνοή, η τελευταία»

 

Αναπνέω ακόμη τον απαξιωτικό καπνό από τα αποτσίγαρα του τελευταίου φασισμού.

Αίμα στύβω από τα μαλλιά μου, τα μάτια μου βούρκωσαν από τον πόνο.

Μας μαχαίρωσε πισώπλατα το όνειδος του ψεύδους.

Η γεύση στα χείλη μου πικρή, σαν τον αποσταγμένο μούστο μαυροδάφνης.

Η εξαθλίωση διαγράφεται στο σκουριασμένο μέτωπο.

Η παραίτηση είναι το ολοκλήρωμα του μαύρου κύκλου της καταπίεσης.

Το νέφος από τα φουγάρα της Χαλυβουργικής καταπίνει το αμάξι μου.

Ώρα 6.30 πμ. Ταξιδεύω?

Μου έμαθαν ότι το άγνωστο είναι η προέκταση της σπασμένης αλυσίδας της πραγματικότητας.

Ζητάω πολλά.

Πώς θα υπάρχει καλύτερο σε μια πόλη ντυμένη στο χακί;

Αρκετά περιπλανιόμουν στα μεθυσμένα μονοπάτια της.

Ο ήλιος κολυμπάει στο χειμωνιάτικο γαλάζιο της αγουροξυπνημένης θάλασσας.

Ξημερώνει?

Οι ακτίνες του με αγκαλιάζουν πατρικά από τους ώμους, σαν προάγγελμα της άπιαστης ελευθερίας.

Λάθος μου που έφυγα. Πρέπει να γυρίσω.

Ώρα 6.51 πμ.

Να πιω έναν τελευταίο καφέ στην Καλλιθέα, να πάρω θέση.

 

Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί και ξημερώνει?

 

(http://1lyk-kerats.att.sch.gr/site/index.php/symmetoxes-se-diagonismoys/98-draseis/diagonismoi/311-anapnoi-i-teleftaia)

 

 *Βαθειές αναπνοές, Παντελής Θαλασσινός

 

Ιωάννης Χρυσόστομος Παπουδάρης, «Μια αναπνοή»

 

Σε μια σου αναπνοή, κρύβεται ολόκληρη η ζωή.

Κι όμως δεν έμαθα να αναπνέω, δεν έμαθα να ζω.

Κοιτάω το κενό, δίχως σκέψεις.

Σκέφτομαι μόνο το κενό.

Σκέφτομαι και εσένα λίγο.

Προτιμώ το κενό.

Μου προσφέρει περισσότερη ασφάλεια.

Δίχως όρια, δίχως χρόνο, δίχως εσένα.

Και έχασα πολλές αναπνοές.

Και ανέπνεα, δίχως να ξέρω πως αναπνέω.

Και ζούσα σαν νεκρός.

Και μέσα από τον θάνατο, κατάφερα να αναπνέω.

Μέσα από την παύση της ζωής, έμαθα να ζω.

Και τι είναι η ζωή; Μια δόση θανάτου μέσα στο κενό.

 

(http://metaximas.org/2019/01/27/%CE%BC%CE%B9%CE%B1-%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%80%CE%BD%CE%BF%CE%AE/)

 

 

 

Μαριλένα Κολλάρου, «Αναπνοές Φωτός»

 Η ζωή μου είναι σκοτεινή
κι έμαθα από ανθρωπάκια γνωστικά
πως οπωσδήποτε πρέπει να βρω τη λάμψη.
Μα το φως είναι μια πλάνη,
παγίδα των καιρών.
Κοιτώ ψηλά όπως μου έλεγες,
που και που ξεπροβάλλουν
δέσμες φωτός.
Μα είναι άπιαστες,
σχεδόν δεν υπάρχουν για το μπόι μου.
Συναντώ πιο κοντά μου απομίμηση
της λάμψης τους,
μα λέω δεν μου αρκεί μάλλον
για να φωτίσω ολόκληρο τον κόσμο.
Τα όνειρα χαραμίζονται
στο ίδιο σώμα που τα άνθισε,
για φαντάσου…
Αγαπώ τελικά πιο πολύ το φως των αστεριών
όπως με πρόσταξες,
μα η ατέρμονη λάμψη τους
ζεματάει όλα τα ψέματα
που μου είπα για να κρατηθώ ζωντανή.

Έσβησα τα αστέρια κι άνοιξα τα φώτα.
Θέλησα να με πείσω πως αποζητώ μονάχα τη λάμψη.
Τέρμα οι έρωτες για εμένα, θα αναπνέω με το τεχνητό φως.

Με φόρτωσες διάολε με αστέρια!

(https://fwords.gr/anapnoes-fwtos/)

 

 

 

 

 

Πες το με ποίηση (263ο): «ΚΑΙΡΟΣ»…

1 Χρόνος είναι εις πάντα, και καιρός παντί πράγματι υπό τον ουρανόν.
2 Καιρός του γεννάσθαι και καιρός του αποθνήσκειν· καιρός του φυτεύειν και καιρός του εκριζόνειν το πεφυτευμένον·
3 καιρός του αποκτείνειν και καιρός του ιατρεύειν· καιρός του καταστρέφειν και καιρός του οικοδομείν·
4 καιρός του κλαίειν και καιρός του γελάν· καιρός του πενθείν και καιρός του χορεύειν·
5 καιρός του διασκορπίζειν λίθους και καιρός του συνάγειν λίθους· καιρός του εναγκαλίζεσθαι και καιρός του απομακρύνεσθαι από του εναγκαλισμού· 
Α’ Κορ 7:5
6 καιρός του αποκτήσαι και καιρός του απολέσαι· καιρός του φυλάττειν και καιρός του ρίπτειν·
7 καιρός του σχίζειν και καιρός του ράπτειν· καιρός του σιγάν και καιρός του λαλείν·
8 καιρός του αγαπήσαι και καιρός του μισήσαι· καιρός πολέμου και καιρός ειρήνης.
 

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣ, Kεφάλαιο  3

 

ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑ ΚΑΙΡΟ- Δήμητρα  Γαλάνη

 

 

1.ΚΑΛΟΣ  ΚΑΙ  ΚΑΚΟΣ  ΚΑΙΡΟΣ

Δεν με πειράζει αν απλώνη
έξω ο χειμώνας καταχνιά, σύννεφα, και κρυάδα.
Μέσα μου κάμνει άνοιξι, χαρά αληθινή.
Το γέλοιο είναι ακτίνα, μαλαματένια όλη,
σαν την αγάπη άλλο δεν είναι περιβόλι,
του τραγουδιού η ζέστη όλα τα χιόνια λυώνει.

Τι ωφελεί οπού φυτρώνει
λουλούδια έξω η άνοιξις και σπέρνει πρασινάδα!
Έχω χειμώνα μέσα μου σαν η καρδιά πονεί.
Ο στεναγμός τον ήλιο τον πιο λαμπρό σκεπάζει,
σαν έχεις λύπη ο Μάης με τον Δεκέμβρη μοιάζει,
πιο κρύα είναι τα δάκρυα από το κρύο χιόνι.

Κ.Π.ΚΑΒΑΦΗΣ, Αποκηρυγμένα, Ίκαρος 1983

 

*****

  1. ΑΠΟ ΚΑΙΡΟ…

 

ΑΠΟ ΚΑΙΡΟ ἡ ἰδέα (ὄχι ἡ φόβος) ἑνὸς ἐπικείμενου θανάτου.

Πῶς θὰ πεθάνω;

Μέσα σὲ πόνους, σὲ ξεράσματα, σὲ σκατά;

Θάναι μέρα ἢ νύχτα;

Παλεύοντας ἀνάμεσα στὸ κόκκινο καὶ τὸ μαῦρο.

Ποιὸ κόκκινο; Ποιὸ μαῦρο;

 

Παλεύοντας μὲ τὸ τεράστιο φτερωτὸ ψάρι ποῦ μπῆκε ἀπ’ τὸ παράθυρο;

Μαχαιρωμένος; φαρμακωμένος;

Ἢ μ’ ἕνα πυρωμένο στεφάνι νὰ σφίγγει τὸ στῆθος;

Λαχανιάζοντας ὅλη τὴ νύχτα;

 

Τί ἔκανα ἀπόψε τὴ νύχτα;

Τί πρόσθεσα σὲ ποσοστὰ στὸ θάνατό μου;

Ποιὸς θὰ παραστέκει τὸ κουφάρι μου;

Ποιὸς ἀληθινὰ θὰ μὲ παραστέκει;

 

Τὰ βιβλία μου ξερὰ γεμάτα σκόνη στὰ ράφια.

Τὰ χαρτιά μου σκόρπια πεταμένα δῶθε κείθε,

θὰ τὰ κάνουν ἕνα πακέτο, θὰ τὰ φάει

ἡ ὑγρασία, τὰ ποντίκια, ὁ χρόνος.

 

Τί θάχω γιὰ νὰ ὑπάρξω μετὰ τὸ θάνατό μου;

Ὕστερα τί μὲ νοιάζει ἂν θὰ ὑπάρξω μετὰ τὸ θάνατό μου;

 

Ἥσυχες σκέψεις στὸ κρεβάτι μ’ ἕνα τσιγάρο στὶς 2 τὸ πρωί,

περιμένοντας νὰ μὲ πά­ρει ὁ ὕπνος.

 

ΤΑΚΗΣ   ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ

 

Ήρθε ο καιρός –Νίκος  Δημητράτος

 

  1. ΗΡΘΕ Ο ΚΑΙΡΟΣ

Εσείς που βάλατε την έγνοια προσκεφάλι
κι είχατε στρώμα της ζωής την ερημιά
Εσείς που χρόνια δε σηκώσατε κεφάλι
και καλοσύνη δε σας άγγιξε καμιά

Ήρθε ο καιρός, ήρθε ο καιρός
πάνω στου κόσμου την πληγή
ήρθε ο καιρός, ήρθε ο καιρός
να ξαναχτίσετε την γη.

Εσείς αδέρφια που ποτέ δεν βγάλατε άχνα
κι ούτε ξημέρωσε στην πόρτα σας γιορτή
εσείς που η πίκρα σας πλημμύρισε τα σπλάχνα
κι όλοι σάς βλέπανε σαν άγραφο χαρτί.

ΝΙΚΟΣ  ΓΚΑΤΣΟΣ

 

*****

 

  1. ΣΑΝ ΔΕΙΣ ΝΕΟΥΣ  ΚΑΙΡΟΥΣ

Σαν δεις νέους καιρούς
Καινούργια υπονοούμενα
γέλια ειρωνικά δήθεν τυχαίως πεταγμένα 

φοβάσαι σαν αθώο παιδί
μπροστά σ’ ένα βαθύ ποτάμι.

Μετά αφομοιώνεσαι
κι όλα πια τα συνηθίζεις
τα λόγια, τους ανθρώπους με τις πράξεις τους
αυτή τη σκοτωμένη ελευθερία .
τα νέα συναισθήματα
σε κατακλύζουν;


λες και να μη συνέβηκε ποτέ
που όλα τούτα
κάποτε σε φόβιζαν.


Φαίνεται πως ‘τοιμάζεσαι πάλι για νέο ταξίδι.

MIXAΛΗΣ  ΚΑΤΣΑΡΟΣ

 

*****

 

  1. ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΚΟΜΑ ΚΑΙΡΟΣ

 

Υπάρχει ακόμα καιρός

να μαστιγώσεις την πόλη.

 

Τι θα μπορέσεις αν είσαι δω

ανάμεσα σε φλύαρα πλήθη.

 

Δεν είναι η υπόθεσή σου περίφημη

ανήκει στο παρελθόν

σε τείχη που πέσανε όπως φωλιά

κι έμεινες γυμνός από νύχτα

 

Πες μας λοιπόν ειλικρινά τι ζήτησες

πες μας ειλικρινά ποιος είσαι.

 

Αυτός δεν ότανε γκρεμός

ήταν ωραία πτήσις.

 

ΜΙΧΑΛΗΣ  ΚΑΤΣΑΡΟΣ

 

Άσε τον καιρό,   Mαρία  Φαραντούρη

 

*****

 

  1. ΑΣΕ ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ

Άσε τον καιρό
Να γίνει χάδι δροσερό
Πάνω στην πληγή σου
Άσε να φανεί
Στην άδεια θάλασσα πανί
Κι ύστερα θυμήσου

Θυμήσου κείνο το πρωί
Που μες στου κόσμου τη βουή
Άνοιξες δρόμο στη ζωή
Και χάθηκες

Άσε τα παιδιά
Πού ’χουν τη σπίθα στην καρδιά
Να ’ρθουν κοντά σου
Άσε τη φωτιά
Να σου χαϊδέψει τη ματιά
Κι ύστερα στοχάσου

Στοχάσου κείνο το πρωί
Που μες στου κόσμου τη βουή
Άνοιξες δρόμο στη ζωή
Και χάθηκες

ΝΙΚΟΣ  ΓΚΑΤΣΟΣ, Σκοτεινή  μητέρα

 

*****

 

  1. ΕΙΔΗΜΟΝΕΣ

Υπάρχουν καιροί
που ακόμα κι οι καιροσκόποι
κατηγορούν
τον καιροσκοπισμό

Πίστευέ τους
γιατί ξέρουν
καλύτερα απ’ όλους
για τι μιλούν

Μην τους εμπιστεύεσαι 
γιατί κατηγορούν
τον καιροσκοπισμό
από καιροσκοπισμό

Erich Fried (1921-1988 Μετ: Δ. Κούρτοβικ

 

*****

 

 

  1. ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΙ ΤΟΥΤΟΥ ΤΟΥ  ΚΑΙΡΟΥ

    Τούτο, γιατί το μαστίγιο του πόνου
    κρατάει ο αδέκαστος χρόνος,
    δικός μας κριτής των ημερών μας
    τη συνοδεία σπρώχνοντας, σε ποιον χώρο
    συγκέντρωσης τις οδηγεί;
    Πού θα τις αφήσει μόνο
    να σταθούν, να ξαποστάσουν
    όλες αυτές της ζωής τις όψεις;

    Γιατί, γιατί τις δίκασε
    με καταδίκες επίπονες,
    τούτος ο χρόνος έκλεισε τις μέρες μας,
    όρισε τόσο δυστυχισμένες;

    Η συνοδεία καθώς προχωρεί
    με φωνές και με βόγκο,
    δε λέει καν να τελειώσει.

    Ακόμα ο αμείλικτος τούτος καιρός
    θα χτυπάει τις εκφράσεις μας;
    Πού είναι οι σωτήριες εξηγήσεις;
    Δε θα μας φέρει πουθενά
    καμιά οδηγία;

    *

    Κρατώ, κάποτε,
    τις έννοιες της ζωής μου
    λουλούδια διαφορετικά,
    απλά κι ασήμαντα ή
    διαλεχτά, θαυμάσια, πικρά,
    φαρμακερά λουλούδια,
    με σχήματα τυραννισμένα.

    Κρατώ την έννοια του καιρού
    της ζωής μου, καρπό στο χέρι
    κλειστό, με μυστικό πυρήνα,
    που δε μου ανήκει.

    Ζωή Καρέλλη, Φαντασία του χρόνου (1949)

 

Άρρωστος καιρός, Β. Παπακωνσταντίνου – Γ. Νταλάρας

  1. Ο ΚΑΙΡΟΣ ΠΗΓΑΙΝΕ ΠΡΟΣ ΤΗ ΒΡΟΧΗ

 

Ὁ καιρός πήγαινε πρός τή βροχή συννέφιαζε τά πουλιά

Κουρνιάσαν οἱ σαῦρες παράτησαν τήν ἡλιοθεραπεία καί

Γλίστρησαν στίς φωλιές τους ἀπό γινωμένα φροῦτα μυρωδιές

Προκαλοῦσαν βαθειές ἀνάσες ἀναστάτωση ἐπικρατοῦσε στή

Βορεινή βαράντα καθώς ὁ κάμπος ἀναριγοῦσε ἀπό τήν

Προσμονή τῆς μπόρας ἡ μεγάλη καρυδιά κυνήγησε τούς

Σκίουρους ὥς τή φωλιά τους κι ἡ βροχή μιά ξεχασμένη

Βροχή ἀπό τήν παιδική ἡλικία μᾶς ἀπέκλεισε στό σπίτι

 

Καί στό παρελθόν ἀκουγόταν ὅπως ὁ θόρυβος ἀπό τούς

Μεταξοσκώληκες  καθώς ροκάνιζαν τά φύλλα τῆς σκαμιᾶς

Στό διπλανό δωμάτιο εἴχαμε ἀφοσιωθεῖ στίς ἀναμνήσεις μας

Μέ πλεγμένα τά δάχτυλα τῶν χεριῶν ἄφωνοι κεραυνοί

Φώτιζαν στιγμιαῖα τήν πλάση καί στό ἐλάχιστο τῆς διάρκειας

Ἡ πλημμύρα τῶν αἰσθημάτων στό ὑγρό βλέμμα τῶν ματιῶν καί

Στῶν χειλιῶν τό τρέμισμα.

 

ΤΑΣΟΣ  ΠΟΡΦΥΡΗΣ (Σῶμα κινδύνου )

 

*****

 

  1. ΟΥ ΤΟΠΟΣ

 

Καιρός να διαλέγουμε τους αναγνώστες μας

Βύρων Λεοντάρης

 

Ι

Καιρός να γυρίσουμε στις παλιές μας συνήθειες να

Γράφουμε ποιήματα κυκλοφορώντας τα χέρι – χέρι

Όπως τις προκηρύξεις στους δύσκολους καιρούς καιρός

Ν’ ανταμώνουμε στα παλιά μαγέρικα βουτηγμένα

Στη μυρωδιά του κάρβουνου και της ρετσίνας με τα

Βαρέλια σε δύο σειρές στο βορεινό τοίχο να βρέχει

Και το ταβάνι να στάζει παλιά ρεμπέτικα κι

Ηπειρώτικα μοιρολόγια κι οι στίχοι μας μουλιασμένοι

Στο ψωμί και το κρασί μεταλαβιά στους λιγοστούς

Αμετανόητους Θαμώνες

«Λάβετε φάγετε τούτο εστί το σώμα μας

Πίετε εξ αυτού πάντες τούτο εστί το αίμα μας».

 

ΙΙ

Καιρός να γυρίσουμε στις παλιές μας συνήθειες

Να κτίζουμε σπίτια πέτρινα με πολεμίστρες και

Λούκια για ζεματιστό νερό και καυτό λάδι

Παράθυρα με σιδεριές κι από μέσα το τροχισμένο

Σπαθί να λαμποκοπάει με ήλιο ή φεγγάρι

Η μεγάλη πόρτα ν’ ανοίγει μονάχα με τη χλωρίδα

Της πατρίδας που ανθίζει απ’ την ανάσα μας

Κι η νύχτα να βυζαίνει στον κόρφο της τ’ αγριμάκια

Με συντροφιά τη θαλπωρή των άστρων που

Πέφτουν στο ποτάμι οδηγώντας τις πέστροφες

Μακρυά απ’ τα πλεμάτια στους καταρράκτες

Των πρωινών αδιαπραγμάτευτων ονείρων μας.

 

Τάσος Πορφύρης

 

ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΜΠΙΘΙΚΩΤΣΗΣ – Πάει ο καιρός

  1. ΠΑΕΙ Ο ΚΑΙΡΟΣ

Πάει ο καιρός, πάει ο καιρός
που ήταν ο κόσμος δροσερός
και κάθε αυγή ξεκινούσε μια πηγή
για να ποτίσει όλη τη γη

Ήρθανε νύχτες και βροχές
και χειμωνιάσαν οι ψυχές
και στο βαθύ το σκοτάδι έχει σταθεί
ένα παιδί να ζεσταθεί

Τώρα το δάκρυ κυλάει στο χώμα,
και πέρα απ’ το βοριά
ένα καράβι ρωτάει ακόμα
πού θα βρει στεριά

Πάει ο καιρός…

ΝΙΚΟΣ  ΓΚΑΤΣΟΣ 

 

*****

 

  1. Ο ΚΑΙΡΟΣ

    Σαν φθινόπωρο ο καιρός
    Ο καιρός σαν φθινόπωρο
    Ο αέρας
    Που πέφτουν τα φύλλα
    Που πέφτουν οι βροχές


Σαν φθινόπωρο
Ο καιρός
Που πέφτουν τα στόρια στα παράθυρα
Που πέφτουν οι άνθρωποι από τα παράθυρα
Που πέφτουν τα ανδραγαθήματα
Ο καιρός μας
Με τα μάτια στην πλάτη
Με τα καφενεία στις γωνίες
Με το τηλεσκόπιο στα καφενεία


Σαν φθινόπωρο ο καιρός
Που κρύβεις το πρόσωπο
Που αλλάζεις τον δρόμο σου
Που υποπτεύεσαι και σε υποπτεύονται
Με την ταχυπαλμία στο πρώτο κουδούνισμα
Με την ανακούφιση στο τρίτο
Με την αγωνία στα μάτια σου
Με την απόφαση στα μάτια σου
Με τον ερμαφροδιτισμό σου
Σαν μπάσταρδο


Ο καιρός
Ο δικός μου
Ο δικός σου
Ο δικός μας καιρός
Σαν μπάσταρδο.
Με το κουμπωμένο σακάκι
Με τη ντροπή

Μαρία Κυρτζάκη, Οι λέξεις (1973)  [Ενότητα Ανίχνευση (1968-1971)]

 

*****

 

  1. ΔΗΜΟΣΙΟΣ ΚΑΙΡΟΣ

Είπε η νύχτα στο φεγγάρι
δώσ’ μου λίγο χρυσαφί
να σπάσω κάπως
το μαύρο που είμαι.

Δεν περισσεύει, αρνήθηκε το φεγγάρι.

Πρώτον έχω να αναδείξω το θέαμά μου.

Μετά να φωταγωγήσω
την Ακρόπολη το Ερεχθείο
τα σοκάκια την απομόνωση
κάποιον έρωτα σβηστό.
Έβαλε τις φωνές η νύχτα
Ε. όχι και να ρίξεις φως στον έρωτα.

Αυτό το σκοτεινό αίσθημα είναι
ο πιο επιμελής μαθητής μου.

Είπε η ρέμβη στο φεγγάρι
δυστυχώς δε θα σε χρειαστώ άλλο
τέρμα οι παραστάσεις.
Μετρημένοι οι θεατές
αν και ήταν ελάχιστο
συμβολικό το εισιτήριο

και όνειρο να δεις πληρώνεις
όσα πλήρωνες
πάντα
κι ας είναι χιλιοπαιγμένο.

Τέρμα, Τι να κάνω;
Να παίξω
δωρεάν για δυο τρεις
τζαμπατζήδες έρωτες;

Δε συμφέρει
εξευτελίζεται το έργο.
Κι όμως κινείται

Σήκω μέρα.
Νίψου έτοιμο το πρωινό σου
σερβιρισμένος ο κόσμος
φρέσκος μόλις τον έκοψαν
από το δέντρο του ύπνου.

Πάρε μαζί σου και τ όνειρό του
για μεσημεριανό σου.

Κράτα λίγο και για το σούρουπο
θα πεινάσεις
θα ναι τα τρόφιμα
κλειστά.

Μόνο συγκράτησε όσο μπορείς
την επιδεικτική φιλάρεσκη εξάπλωσή σου.
Αφού ξέρεις
η πίσω μεριά ενός βουνού
ένα φού να σου κάνει
έσβησες πας.

Κική Δημουλά

 

Πες το με ποίηση (262ο): «Εξορία – φυλακή»…

*ΤΗΣ ΕΞΟΡΙΑΣ – ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ , ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

 

 

-Γιάννη Ρίτσου, «Ημερολόγιo εξορίας, I» (απόσπασμα)

2 Νοεμβρίου


Ο Μήτσος πήρε σήμερα ένα γράμμα απ’ τη Σκόπελο.
Η Αντιγόνη γράφει: «Το νησιώτικο φθινόπωρο
γέμισε κίτρινα κρινάκια.
Καημένε Μήτσο —λέει— δε θα τα θυμάσαι κείνα τα κρινάκια·
δε σκάμπαζες ποτέ σου από βοτανική».
Ο Μήτσος
σκούπισε τα γυαλιά του, ξαναδιάβασε το γράμμα. Δίπλα του
παρατημένο στις πέτρες το «Εγχειρίδιο Φαρμακολογίας».
Χαμογελάει ο Μήτσος. Βγάζει πάλι τα γυαλιά του. Δεν τα σκουπίζει.

Θέλω να γράψω ένα ποίημα για το Μήτσο
όχι με λέξεις
όλο με κίτρινα κρινάκια.

 

8 Νοεμβρίου
[…]

Παράξενος καιρός — σωστό καλοκαίρι.

Μεγάλες λιακάδες απλωμένες στις γυμνές μυγδαλιές.
Αραιά σύννεφα στο φωτεινό ουρανό σα μεγάλα δελτάρια λογοκριμένα
ΓΡΑΦΕΤΕ ΜΟΝΟ ΔΕΚΑ ΑΡΑΔΕΣ — τ’ άλλα
θα πρέπει να τα βάλουμε στη ναφθαλίνη
θα χρειαστούν μεθαύριο θα χρειαστούν. Τώρα χρειαζόμαστε
φανέλες και μάλλινα τσουράπια μάλλινα γάντια
γιατί απ’ τον τρόπο που κάθουνται οι πέτρες το πρωί
το ’χουμε σίγουρο πως όπου να ’ναι χειμωνιάζει.

[…]

 

 

 

 

 

Γιάννης Ρίτσος, «ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΞΟΡΙΑΣ Ι»

 

27 Ὀκτωβρίου 1948

 

Ἐδῶ τ᾿ ἀγκάθια εἶναι πολλὰ –
ἀγκάθια, καστανά, κίτρινα ἀγκάθια,
σ᾿ ὅλο τὸ μάκρος τῆς μέρας, ὡς μέσα στὸν ὕπνο.
Ὅταν περνοῦν τὸ συρματόπλεγμα οἱ νύχτες
ἀφήνουν μικρὰ κουρέλια ἀπ᾿ τὴ φοῦστα τους.
Τὰ λόγια ποὺ μᾶς φάνηκαν ὄμορφα κάποτε
χάσαν τὸ χρῶμα τους σὰν τὸ γιλέκο τοῦ γέρου στὸ σεντοῦκι
σὰν ἕνα λιόγερμα σβησμένο στὰ τζάμια.
Οἱ ἄνθρωποι περπατᾶνε μὲ τὰ χέρια στὶς τσέπες
ἢ κάποτε χειρονομοῦν σὰ νὰ διώχνουν μία μῦγα
ποὺ ξανακάθεται στὸ ἴδιο μέρος πάλι καὶ πάλι
στὰ χείλη τοῦ ἄδειου ποτηριοῦ ἢ πιὸ μέσα
σ᾿ ἕνα σημεῖο ἀπροσδιόριστο κι ἐπίμονο
ὅσο κι ἡ ἄρνησή τους νὰ τὸ ἀναγνωρίσουν.

 

29 Ὀκτωβρίου

 

Κοιμόμαστε λίγο – δὲ μᾶς φτάνει.
Ὅλη νύχτα ροχαλίζουν οἱ ἐξόριστοι –
κουρασμένα παιδιά, κουρασμένα.
Ἀπ᾿ ὄξω εἶναι τ᾿ ἀστέρια – πολὺ μεγάλα ἀστέρια
κουρεμένα ἀστέρια ποὺ οἱ τρίχες τους φυτρώνουν ἄγριες
σὰν τὸ κεφάλι τ᾿ Ἅη-Γιάννη τοῦ Προδρόμου
ἢ σὰν τοῦ δικοῦ μας τοῦ Παναγιώτη.
Εἶναι καὶ τὰ μικρὰ βατράχια μέσα στὸ φλισκοῦνι.
Τὸ πρωὶ μᾶς χτυπάει καταπρόσωπο ἕνας ρόδινος ἥλιος
καθρεφτισμένος μὲ τὸν πιὸ συνηθισμένο τρόπο στὴ θάλασσα πέρα
ὅμοιος μὲ κεῖνες τὶς φτηνὲς ἐλαιογραφίες ποὺ πουλοῦν στὰ σκαλιὰ τοῦ Ἀρσακείου
κι εἶναι παράξενο ποὺ ἕνας τέτοιος ἥλιος μᾶς ἀρέσει.
Ἕνας-ἕνας, δυό-δυό, πολλὲς φορὲς καὶ πιότεροι
σταματᾶμε στὸ προαύλιο ἢ στὸ λόφο καὶ τὸν κοιτᾶμε.
Καὶ τοῦτος ὁ ἥλιος μᾶς χτυπάει μὲ δύναμη τὰ πρόσωπα
ὅπως ἐκεῖνος ὁ ξυπόλητος χωριάτης ραβδίζει
τὶς μυγδαλιὲς νὰ πέσουν τὰ στερνά τους μύγδαλα.
Ὕστερα σκύβουμε τὰ μάτια, κοιτᾶμε τὰ παπούτσια μας,
κοιτᾶμε τὸ χῶμα. Δὲν ἔπεσε τίποτα.

 

29 Ὀκτωβρίου

 

Ἀνάμεσα στ᾿ ἀγκάθια καὶ στὰ πεσμένα φύλλα
βρήκαμε μία γυμνὴ γαϊδουροκεφαλὴ –
ἴσως καὶ νἆναι τὸ κεφάλι τοῦ καλοκαιριοῦ
ἔτσι ἀφημένο στὶς βρεγμένες πέτρες
καὶ γύρω του κάτι μικρὰ γαλάζια λουλούδια
ποὺ δὲν ξέρουμε τ᾿ ὄνομά τους.
Ἂν φωνάξει κάποιος πίσω ἀπ᾿ τὸ φράχτη
ἡ φωνή του κατακάθεται γρήγορα στὸ χῶμα
σὰν ἕνα χωνὶ ἀπὸ στρατσόχαρτο γεμάτο μαύρη σταφίδα.
Τὸ βράδι ἀκοῦμε πέρα στοὺς λόφους
ποὺ ἀλλάζουν τὸν ξεφούσκωτο τροχὸ τοῦ φεγγαριοῦ.
Ἀργότερα τὰ πράγματα ξαναβρίσκουν τὴ θέση τους
ὅπως βρίσκεις τυχαία στὸ προαύλιο
τὸ καφετὶ κουμπὶ τοῦ σακκακιοῦ σου – καὶ ξέρεις:
δὲν εἶναι διόλου ἕνα κουμπὶ ἀπὸ τὶς στολὲς
τῶν θεατρίνων τοῦ καλοκαιριοῦ – ὄχι, διόλου –
ἕνα κοινότατο κουμπὶ ποὺ πρέπει νὰ τὸ ράψεις πάλι στὸ σακκάκι σου
μ᾿ ἐκείνη τὴν ἀδέξια, εὐγενικὴ προσοχὴ
τοῦ πάντοτε μαθητευόμενου.

 

1 Νοεμβρίου

 

Ἡ καταχνιὰ ἔχει μαῦρες φτεροῦγες σὰν τὶς κάργιες
δὲν ἔχει διόλου μάτια
ψάχνει μὲ τὴν τυφλότητά της τὰ μάτια μας τὶς τσέπες μας
ὅπως ἡ γριὰ χαρτορρίχτρα τὴν παλάμη μας.
Τίποτα δὲν μποροῦμε πιὰ νὰ κρύψουμε.
Ἐδῶ τὰ πράματα βγαίνουν τὰ μέσα ἔξω
ὅπως μιὰ λερωμένη κάλτσα ποὺ τὴ βγάζουμε πρὶν ἀπ᾿ τὸν ὕπνο
κι ὅλα τὰ πόδια εἶναι γυμνὰ καὶ τὰ πρόσωπα τὸ ἴδιο.
Μέρα τὴ μέρα ὅλοι μιλᾶμε πιὰ στὸν ἑνικό.
Κάθε ἴσκιος ἔχει τὸ σχῆμα του θυμήσου
μὰ ὁ ἴσκιος ἀπ᾿ τὸ ἄφαντο χέρι τῆς μητέρας
παίρνει τὸ σχῆμα κάθε φωνῆς ποὺ δέ σοῦ ἀντιστέκεται
γίνεται τὸ φλιτζάνι ὁ καφές, ἕνα κομμάτι ψωμί, τὸ θερμόμετρο
ἀκόμη κι ἡ ξυριστικὴ μηχανὴ πλάι στὸ κύπελλο μὲς στὸ μικρὸ καθρέφτη.
Οἱ λάμπες τοῦ θαλάμου εἶναι δυό.
Παστρεύουμε μ᾿ ἐφημερίδες τὰ γυαλιά τους
τὅνα ἐσύ, τ᾿ ἄλλο ἐγὼ – εἴμαστε τῆς ὑπηρεσίας σήμερα.
Οἱ κινήσεις μας εἶναι ὅμοιες σχεδόν.
Δὲν κοιταζόμαστε.
Χαιρόμαστε αὐτὴ τὴν ὁμοιότητα.
Κοιτᾶμε ἀπ᾿ τὸ παράθυρο τὸν οὐρανὸ χαμένο στὴν ὁμίχλη.
Ὅλα τὰ πράγματα λοιπὸν ἔχουν τὴν ἔκφραση τοῦ πάντα.

 

2 Νοεμβρίου

 

Ὁ Μῆτσος πῆρε σήμερα ἕνα γράμμα ἀπ᾿ τὴ Σκόπελο.
Ἡ Ἀντιγόνη γράφει: «Τὸ νησιώτικο φθινόπωρο
γέμισε κίτρινα κρινάκια.
Καημένε Μῆτσο – λέει – δὲ θὰ τὰ θυμᾶσαι κεῖνα τὰ κρινάκια·
δὲ σκάμπαζες ποτέ σου ἀπὸ βοτανική».
Ὁ Μῆτσος
σκούπισε τὰ γυαλιά του, ξαναδιάβασε τὸ γράμμα. Δίπλα του
παρατημένο στὶς πέτρες τὸ «Ἐγχειρίδιο Φαρμακολογίας».
Χαμογελάει ὁ Μῆτσος. Βγάζει πάλι τὰ γυαλιά του. Δὲν τὰ σκουπίζει.
Θέλω νὰ γράψω ἕνα ποίημα γιὰ τὸ Μῆτσο
ὄχι μὲ λέξεις
ὅλο με κίτρινα κρινάκια.

 

3 Νοεμβρίου

 

Μόλις πᾶμε ν᾿ ἀνοίξουμε μία πόρτα
ὁ ἀγέρας τὴν κλείνει.
Ἔτσι κλειδωμένοι ἀπ᾿ ἔξω
σφίγγουμε καθένας τὰ κλειδιά του
μ᾿ ὅλο πούχουμε μονάχα μιὰ στάμνα
μ᾿ ὅλο ποὺ κανένας μας δὲν ἔχει σπίτι.
Σήμερα δὲν ξέρω νὰ μιλήσω.
Σήμερα μιλάω σὲ πρῶτο πρόσωπο.
Σὰν σὲ χτυπάει ὁ δικός σου ἡ πίκρα εἶναι διπλή.
Ἕνα λεωφορεῖο πέρασε τὸ ἀπόγευμα.
Ἕνας ξένος με χαιρέτησε στὰ χωράφια.
Ἤθελα νὰ τοῦ πῶ εὐχαριστῶ. Δὲ μίλησα.
Ξέχασα νὰ κοιτάξω τὰ σύννεφα. Ναί, οἱ μυγδαλιὲς
πήρανε χρῶμα καστανό-βιολετὶ – θἆναι ποὺ χινοπώριασε
κι οἱ μῦγες πλήθυναν πολύ· κάθονται στὸ χαρτὶ ποὺ γράφω.
Καὶ τί ποὺ πῆραν χρῶμα καστανό-βιολετί; Τὰ μερμήγκια
ἔχουν τὸ χωματένιο σπίτι τους – εἶναι ζέστη κεῖ μέσα.
Ἐγὼ δὲν χωράω στὴ φωνή μου. Τὰ πόδια μου
μένουν ἀπ᾿ ὄξω. Κρυώνω. Καὶ μὲ βλέπουν.
Θὰ πρέπει νά ῾φταιξα πολύ.

 

3 Νοεμβρίου

 

Ὁ Πανούσης φοράει μία μακριὰ χλαίνη.
Τοῦ τὴ χάρισε κάποιος φαντάρος.
Τὴ βάψαν μαύρη στὸ καζάνι τοῦ χωριοῦ του.
Τώρα εἶναι πράσινη – μήτε καὶ πράσινη.
Μέσα στὶς τσέπες του ἔχει
πέντε κουκκιὰ καλαμπόκι καὶ δυὸ φύλλα καπνὸ
μαζὶ καὶ τὸ βλέμμα τῆς ἀγελάδας του. Ὁ Πανούσης
τυλίγεται σὲ μία χοντρὴ βελέντζα. Ἡ βελέντζα
εἶναι κόκκινη κι ἄσπρη. Κι ὁ ὕπνος τοῦ Πανούση
ἔχει τὸ χρῶμα τῆς βελέντζας. Πάντα του κοιμᾶται
μὲ τὴν τραγιάσκα, τὰ παπούτσια καὶ τὸ παντελόνι.
Ἂν εἶχε βγάλει τ᾿ ἄρβυλά του, σίγουρα κεῖ μέσα
ἕνα πουλὶ θὰ γεννοῦσε τ᾿ αὐγά του
κι ὕστερα ὁ Πανούσης δὲ θἄχε ποὺ νὰ χώσει τὰ πόδια του.
Ὁ ὕπνος του κάθε μεσημέρι
εἶναι σὰν τὸν ἴσκιο τῆς βελανιδιᾶς μὲς στὸ νερό.
Τώρα πρέπει νὰ οἰκονομήσει
ἄλλα πέντε κουκκιὰ καλαμπόκι γιὰ τὸ παιχνίδι τῆς ἐννιάρας
ὥσπου νὰ μεγαλώσει πάλι τὸ μουστάκι του καὶ νὰ γυρίσει στὸ χωριό του.

 

4 Νοεμβρίου

 

Πολλὰ πράματα μᾶς δυσκολεύουνε. Πολλά.
Πρέπει νὰ πλύνουμε τὰ πιάτα μας, τὰ ροῦχα μας
νὰ κουβαλήσουμε νερὸ ἀπ᾿ τὴ βρύση μὲ τὶς μεγάλες στάμνες
νὰ σκουπίσουμε τὸ θάλαμο δυὸ καὶ τρεῖς φορὲς τὴ μέρα
νὰ μπαλώσουμε καμμιὰ κάλτσα καὶ τὰ λόγια μας –
Τρυπᾶνε γρήγορα κι οἱ χτεσινὲς κουβέντες
τὰ πρόσωπα ἀλλάζουν ὅσο τὰ κοιτάζεις
μπορεῖ ν᾿ ἀλλάζεις καὶ σὺ – γιατὶ κοιτάζοντας τὰ χέρια σου
καταλαβαίνεις πὼς μάθανε πιὰ σὲ τοῦτες τὶς δουλειὲς
σὲ τοῦτες τὶς μέρες, σὲ τοῦτα τὰ σεντόνια
γνωρίζουν τὸ σανίδι τοῦ τραπεζιοῦ γνωρίζουν τὴ λάμπα
ξανακάνουν τὴν ἴδια κίνηση μὲ πιότερη σιγουριὰ
δὲν παραξενεύονται. Ἡ φωτιὰ
θέλει συδαύλισμα, λιγόστεψε –
τοῦτο εἶναι ποὺ συλλογιόμαστε.
Τὸ μεσημέρι μὲ φωνάξανε πέντε γερόντοι
μοῦ ψήσανε καφέ με φίλεψαν τσιγάρο
εἴπανε γιὰ τὸν Ἅη-Δημήτρη πάνου στὸ Λιτοχώρι
γιὰ τὸ νερένιο χέρι τοῦ Ἁγίου ποὔδιωξε τοὺς κακοὺς τσοπάνους –
Πέντε γερόντοι μὲ μάτια μαλακὰ μ᾿ ἄσπρα μουστάκια
ποὺ σιάχνουν μέρα-νύχτα ταμπακιέρες σιάχνουν κάντρα
κολλώντας ἄχερα χρωματιστὰ μικρὰ-μικρὰ κομμάτια
σὰν τὸ κεφάλι τῆς καρφίτσας – μπελαλίδικα πράματα
ὅλο καὶ κάτι γλάστρες μὲ γεράνια, δυὸ ρωμέικες σημαῖες
μιὰ στεριανὴ καὶ μία θαλασσινή, κάτι πεντάγωνα ἀστέρια
θέλουν νὰ σιάξουν κι ἕνα περιστέρι – δὲν τὰ καταφέρνουν –
εἶναι καλὰ γεροντάκια – δὲν ἄκουγα τὰ λόγια τους
καὶ τοῦτο εἶναι ποὺ συλλογιέμαι. Μ᾿ εἴπανε «παιδί μου».
Δὲν μπόρεσα νὰ πῶ «πατέρα». Ὁ μαστρο-Θανάσης
λέει θὰ μοῦ σιάξει ἕνα σκαμνί: «Νὰ μὴν κάθεσαι, γιέ μου,
κάτου στὸ χῶμα καὶ λερώνεται τὸ παντελόνι σου».
Καὶ τώρα συλλογιέμαι πόσα πράματα κι ἐγὼ θὰ πρέπει νὰ σιάξω
πόσο θὰ πρέπει νὰ λερώσω τὸ παντελόνι μου
ἔτσι ποὺ πιὰ ὁ μαστρο-Θανάσης νὰ μὴ σεκλετίζεται ποὺ κάθουμαι στὸ χῶμα
ἔτσι ποὺ νὰ μπορέσω νὰ τὸν πῶ «πατέρα».
Τότες θαρρῶ θᾶμαι ἄξιος πιὰ νὰ κάτσω στὸ σκαμνί του
σάμπως καβάλλα στὰ πλατάνια τ᾿ Ἅη-Διονύση
καὶ θὰ τινάξω ἀπ᾿ τοὺς ὤμους μου τὰ δύσκολα πράματα
ὅπως τινάζω τούτη τὴ μικρούλα ἀράχνη ποὺ ἀχνοδεργιανὰ στὸ χέρι μου
κι οὔτε ποὺ θὰ κρυώνω λέω καθόλου τὸ χειμῶνα.

[πηγή: Γιάννης Ρίτσος, Τα επικαιρικά, Κέδρος]

 

 

 

-Κώστας    Βάρναλης, «ΣΤΗΝ ΕΞΟΡΙΑ»

Αφιερωμένο στον Γληνό ( Οκτώβρης 1935 )

 

Μας σιδερώσανε τα χέρια

και μας κλείσαν ολούθε μαλιγχέρια .

 

Μας  μετρήσανε κάπου εξηνταριά ,

και μιας ζυγιάσαν την ψυχή -βαριά !

 

Μούδιασε σφιχτόδετα καιρό

χέρι δεξί με χέρι αριστερό .

 

Μουδιασμένο και τ’άλλο μας που εκράτει

βαλίτσα ή δέμα για τον ΄Αη Στράτη .

 

Κατάχαμ’Αρετή , Μυαλό και Νιάτα

τον κάλλιον ο χειρότερος επάτα .

 

Τυχερέ , κείνο τ’άθλιο δειλινό

σε δέσαν με το δάσκαλο Γληνό,

 

Μεγάλα μάτια αστραφτερά στητός

κι ατάραχος πάνου απ’τη Μοίρα αυτός .

Κοιτούσε την ερχόμενη ευδία

σα νευρικός από την αηδία .

 

Μαζί μας τελευταίοι με το βαπόρι

πρεζάκηδες , αλάνια , λαθρεμπόροι

ξεπίτηδες , για να φανεί πως ίσια ,

λογιούνται η λευτεριά με τα χασίσια .

 

Μα το καλογεράκι απ’ τ’΄Αγιον ΄Ορος

πού πέταξε τα ράσα , ο θεοφόρος

και το πιάσανε νύχτα στην Ομόνοια

με ξουρισμένα χείλια και σαγόνια ,

 

μαζί μας δεν τον δέσανε . Βλακεία

να πομψέψουν Πατρίδα και Θρησκεία .

 

΄Ετσι μας εφόρτωσαν στο βαπόρι

τους πατριώτες οι πατριδεμπόροι .

 

Εξορία στο λαό , χέρια δεμένα ,

για νάρθει  ο Εξορισμένος απ’τα ξένα ,

 

να χωρίσει το ΄Εθνος και να βάλει

τη μια μεριά να πολεμάει την άλλη .

 

(http://estrechogv.blogspot.com/2012/10/blog-post_25.html)

 

 

 

-Αριστοτέλη Νικολαΐδη, «Γράμμα εξορίας, 1967»

Μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό
Μνημονεύετε Αλέξανδρον Παπαδιαμάντη

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

Δεν είναι πια η απόσταση
μα οι κάθετες παρεμβολές
δεν είναι οι λέξεις
μα η παγίδα της φωνής
φίλε, τί να σου γράψω, πώς
να δονήσω τις φρικτές μεμβράνες
τί να σου πω για τους τυφλούς
τον νουν τα τ’ όμματα.
Πικρό είναι το ψωμί της εξορίας,
είπε ο Κάλβος, κρούοντας
την αυθεντική του λύρα.

Είμαστε τώρα εξόριστοι
μέσα στο ίδιο μας το σπίτι
και γύρω μας ασχημονούν
οι μεταμφιεσμένοι επιδρομείς.
Η Ελλάς ξεφεύγει από τα χέρια μας.

Και στη γυμνή επιφάνεια
των καιρών οι κούφιοι
της στιγμής αξιωματούχοι
νοθεύοντας τις λέξεις
ασελγούντες επί της σεπτής
του Γένους ιστορίας
οι κορακόφθαλμοι…

Τέτοιες στιγμές, διαβάζοντας
τον πληγωμένο βάρδο, κρούω
κι εγώ την λύρα του, κράζω
μέσ’ στις στροφές του: σωθήτωσαν
αι Ωδαί, σώσατε την ψυχή σας!

Ο Μακρυγιάννης είπε:
«σημειώνω τα λάθη ολονών
και φτάνω ώς την σήμερον…»
Πιο πέρα: «και η πατρίς κατάντησε
παλιόψαθα των ατίμων…»
Πιο πέρα: «Πάρ’ το αυτό
το χαρτί καί βάλ’ το σε μια πέτρα
να είναι σίγουρο, μην κάψουν
το σπίτι και καγεί…»
Πιο πριν: «Κι αν ειν’ εκείνοι φτωχοί
εις τα προσωρινά και μάταια, είναι πλούσιοι
πολύ εις τα ‘στορικά του κόσμου…»
Κι εγώ τα λόγια του στοιχειοθετώ.

Φίλε μου, τόσα χρόνια
προσπαθώντας να εκφρασθώ
με συγχωρείς την γλώσσα μου
δεν ξέρω να μιλώ· και όμως
ένα τοπίο μοναχά
με συντηρεί και λίγες λέξεις
από την ελληνική λαλιά μας.

[πηγή: Αριστοτέλης Νικολαΐδης, Συγκεντρωμένα Ποιήματα 1952-1990, Πλέθρον]

 

 

 

-José Gutiérrez, «ΕΞΟΡΙΑ/ EXILIO»

Η μοναξιά –ο καρπός
της σκληρής εκπαίδευσης των χρόνων–
μου δείχνει τελικά το νόημά της.

Ένα ρολόι
διατηρεί μέσα μου τη βεβαιότητα
ότι, μετρώντας τον καιρό,
σκόνη θα γίνω κάποια μέρα
σε μιαν άλλη βιβλιοθήκη.

Καθώς πλησιάζει αυτή η μέρα, με συντροφεύουν
η γυμνή απειλή ενός μαχαιριού
και η θαμπή ανάμνηση κάποιων ματιών.

(http://frear.gr/?p=3026)

 

 

 

-José Gutiérrez, «Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ ΕΙΝΑΙ Η ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΕΞΟΡΙΑ»

…Και δεν είναι η θάλασσα σκοτεινός ορίζοντας, αλλά εξορία.
Μέσα της πραγματοποιούνται όλες μου οι επιθυμίες.
Πέρα μακριά, κάποιος με φαντάζεται
ξένο σε ξένη χώρα.
Δεν γνωρίζει αυτή τη μουσική:
της θάλασσας, το κελάρυσμά της
το δυναμωμένο απ’ τη βροχή ή εκείνους τους γλάρους
που αφήνουν μιαν αχτίδα φωτός
πάνω στον πυκνό αέρα της χειμωνιάτικης χαραυγής.
Η μοναξιά της θάλασσας δεν είναι απειλή
αλλά νησί όπου κατοικώ ανέμελος.
Μέσα της πραγματοποιούνται όλες μου οι επιθυμίες
και ο χρόνος δε συνωμοτεί ενάντια στον άνθρωπο.
Στην χειμωνιάτικο πρωινό κάποιος
με φαντάζεται ξένο,
και τι γλυκό που είναι να το ξέρω.

(http://frear.gr/?p=3026)

 

 *****************************

*«Σαν βγώ απ’αυτή τη φυλακή» Σαββόπουλος – Βιτάλη

 

-Μενέλαος  Λουντέμης

( Απόσπασμα )

«Η φυλακη μας είναι ξέσκεπη εδώ , Ναζίμ ,

Γκρεμότοπος που τον ζώνει η πίκρα .

Εδώ δεν άραξε άλλο τίποτε ποτέ

παρά μονάχα οι δήμιοι κι οι βοριάδες .»

 

 

 

-Όσκαρ Ουάιλντ, «Η μπαλάντα της φυλακής του Ρέντινγκ»

Μα κι ο καθείς σκοτώνει ό,τι αγαπάει,
και πρέπει αυτό απ’ όλους ν’ ακουστεί.
Άλλοι με κολακεία σε σκοτώνουν
Κι άλλοι με ματιά φαρμακερή
Μ’ ένα φιλί σκοτώνουν οι δειλοί,
Κι οι γενναίοι άνδρες με σπαθί.

Νέοι σκοτώνουν άλλοι την αγάπη τους
Κι άλλοι σαν γενούνε γέροι.
Με χέρι Λαγνείας άλλοι τήνε πνίγουνε
Κι άλλοι με Πλούτου χέρι
Κι επειδή πιο γρήγορα παγώνει έτσι το κορμί,
Οι πονόψυχοι σκοτώνουν με μαχαίρι.

Άλλοι για λίγο ερωτεύονται κι άλλοι για πολύ.
Άλλοι τον Έρωτα πουλάνε κι άλλοι τον αγοράζουν.
Άλλοι με βουρκωμένα μάτια τον σκοτώνουνε
Κι άλλοι βουβοί τον αφανίζουν
Κι ενώ ο καθείς σκοτώνει ό,τι αγαπάει,
Όλοι ωστόσο δεν πεθαίνουν.
…………………………………………………………………………………………..

Μαύρα μεσάνυχτα πάντα είχαμε μες στην καρδιά μας,
Και στο κελί μας μέσα αυγή,
Και τον τροχό γυρίζαμε και ξεφτίζαμε το σχοινί,
Ο καθείς στην Κόλασή του μέσα την ατομική.
Μα είναι πολύ πιο τρομερή η σιωπή
Από καμπάνας μπρούτζινης αντήχηση βροντερή.
…………………………………………………………………………………………..

Ποτέ δεν είδα άνθρωπο ν’αγναντεύει,
Με λαχτάρα τόση στη ματιά,
Αυτό που οι κατάδικοι ονομάζουν ουρανό,
Την οθόνη εκεί ψηλά τη θαλασσιά,
Και κάθε συννεφάκι που αρμενίζει
Όμοιο με πλεούμενο με ασημί πανιά.
…………………………………………………………………………………………

Δεν ξέρω αν οι νόμοι είναι άδικοι
Ούτε και δίκαιοι αν είναι ή σωστοί,
Μα κείνο που όλοι οι καταδικασμένοι το γνωρίζουνε,
Είναι πως δεν μπορούν τα τείχη να περάσουν ζωντανοί,
Και πως κάθε μέρα σαν χρόνος μοιάζει,
Χρόνος δίχως τέλος και αρχή.

(https://3pointmagazine.gr/)

 

 

 

-Αλέκος Παναγούλης, [Η ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΜΟΥ]

Ένα σπιρτόξυλο για πέννα
αίμα στο πάτωμα χυμένο για μελάνι
το ξεχασμένο περιτύλιγμα της γάζας για χαρτί
Μα τι να γράψω;
Τη Διεύθυνσή μου μονάχα ίσως προφτάσω
παράξενο και πήζει το μελάνι
Μέσ’ από φυλακή σας γράφω στην Ελλάδα

(Στρατιωτικές Φυλακές Μπογιατίου, 5 Ιουνίου 1971 – Μετά ξυλοδαρμό)

 

 

 

-Αλέκος Παναγούλης, [ΟΙ ΦΥΛΑΚΕΣ]

Ψυχή φυλακισμένη στο κορμί
Κορμί φυλακισμένο στη ζωή
Ζωή φυλακισμένη μεσ’ στο Χρόνο
Πνεύμα π’ απ’ όποια φυλακή κι αν βγει
σε φυλακή πάλι θα πέσει
Κι είναι μονάχα το κορμί π’ αγάπησε τη φυλακή του
Πώς να μην έρθει ο θάνατος λοιπόν;

 (http://www.bibliotheque.gr/article/70805)

 

 

 

 

-Κώστα Μόντης, «Η Φυλακή»

Το χειρότερο δεν είναι
που μ’ έκλεισαν σ’ αυτή τη φυλακή
και πήραν τα κλειδιά κι έφυγαν,
μα που δεν ξέρω ως πού φτάνει η φυλακή μου,
που δεν ξέρω το περίγραμμά της,
για να κάνω επιτέλους
σαν άνθρωπος κι εγώ
μιαν απόπειρα αποδράσεως.

(https://www.sansimera.gr/anthology/370)

 

 

 

-Αντώνης Κηπουρός, «ΦΥΛΑΚΗ ΤΟΥ ΝΟΥ»

 Αν βγω απ’ αυτή τη φυλακή

Τη φυλακή που έχω φτιάξει

Θα βλέπω άλλον ουρανό

Που θα ‘χει λέει άλλη λάμψη

 

Δεν θα με κυνηγά η σκιά

Αυτός ο πρώτος φύλακάς μου

Οι κόρες θα ‘ναι ανοιχτές

Για να ρουφούν όλο τον ήλιο

 

Δεν θα ξεραίνεται η ματιά

Και δεν θα θέλει τόσα δάκρυα

Θα μάθουνε τα μάτια μου

Τον ήλιο σαν φεγγάρι

 

Αν βγω απ’ αυτή τη φυλακή

Θα ‘θελα να με περιμένεις

Να δω μέσα στα μάτια σου

Αν ξέρεις πού πηγαίνεις

 

Να δω τα τόσα κρίματα

Άμα τα ‘χεις ξορκίσει

Η πέτρα που χορτάριασε

Αν θα ξανακυλήσει

 (https://www.fractalart.gr/fylaki-tou-nou/)

 

 

 

-Γιόζεφ Αττίλα, «Οι φυλακισμένοι»

 

Μας βασανίσανε φριχτά. Ματώσαν τα κορμιά μας.

Σύντροφε εσύ, όπου μπορείς και χαίρεσαι το φως

σκέψου για μας όπου κοντεύει να σαλέψει ο νους μας

και που το φως το βλέπουμε σα μια χλωμήν αχτίνα.

 

Πονάει στο πέτρινο κρεβάτι η πληγωμένη σάρκα

και η αηδία μάς κρατεί απ’ τ’ άθλιο συσσίτιο.

Πονούν κεφάλι και κορμί, πονούνε τα πνεμόνια

κι οι δήμιοί μας καρτερούν τον σίγουρο χαμό μας.

Εμείς κρατούμε. Το κορμί μονάχα μάς παιδεύει.

Αδέρφια – εσείς βοηθείστε τους αυτούς πόχουνε πιάσει.  

 

Άδεια στο σπίτι απόμεινε και παγωμένη η σόμπα.

Στη χύτρα – λαχανόφυλλα που μάζεψε η γυναίκα,

όσα πετούνε γιατί πια κανείς δεν τ’ αγοράζει.

Μονάχα αυτά. Και τα παιδιά μας κλαίνε και πεινάνε.

Χτυπούν την πόρτα. Είναι ξανά η γριά γειτόνισσά μας

που λίγο λάδι δάνεισε και το ζητάει πίσω.

Φτάνει ο χειμώνας, παγωνιά και πείνα, φτάνει ο χάρος.

Αδέρφια εσείς βοηθείστε τους αυτούς πόχουνε πιάσει.

 

Συλλογιστείτε τούτα δω τα βρώμικα κελιά μας

και την αρρώστια που αγρυπνάει και μας παραμονεύει.

Στείλτε σαπούνι και φαΐ, στείλτε μας λίγα ρούχα,

βιβλία στείλτε μας εσείς κι ας είναι και ηλίθια,

γιατί εδώ μέσα ατέλειωτες είναι οι νυχτιές κι οι μέρες

και της ζωής ατέλειωτη – χωρίς χαρά – η λαχτάρα.

Βοήθα αν είσαι λεύτερος, αν είσαι εργάτης βόηθα.

Σύντροφε εσύ σαι η Κόκκινη Βοήθεια, όπου κι αν είσαι

κι αυτοί που πιάστηκαν – εσύ προσμένουν να βοηθήσεις.

 

Εμείς πιστοί παλεύουμε. Πιστοί στην επανάσταση

και δεν πεθαίνουμε ποτέ, χρειάζεται η ζωή μας.

Τον ιδρωτά μας, το πετσί μας θέλουν οι τυράννοι

και το μυαλό μας να σκοτώσουν θέλουν οι χαφιέδες.

Μα ως ότου λείψει της κλεψιάς ο κόσμος και της πείνας,

ως ότου από τις φυλακές θα πέσουν τα λουκέτα,

όπου χτυπάει το σφυρί κι αστράφτει το δρεπάνι,

εμείς δεν τα σταυρώνουμε τα χέρια υποταγμένοι.

Ζήτω – και πάλι – τα Σοβιέτ, τα Λαϊκά Συμβούλια.

Αδέρφια εσείς βοηθείστε τους αυτούς πόχουνε πιάσει.

(https://mauroflight.wordpress.com/)

Πες το με ποίηση (261ο): «Πολιτική – ιδεολογία»….

Διονύσης Σαββόπουλος – Ο πολιτευτής

 

1.ΠΡΟΣΧΕΔΙΟ ΔΟΚΙΜΙΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ  ΑΓΩΓΗΣ

Οἱ τσαγκαράδες νὰ φτιάσουν ὅπως πάντα γερὰ παπούτσια
Οἱ ἐκπαιδευτικοὶ νὰ συμμορφώνονται μὲ τὸ ἀναλυτικὸ πρόγραμμα τοῦ Ὑπουργείου
Οἱ τροχονόμοι νὰ σημειώνουν μὲ σχολαστικότητα τὶς παραβάσεις
Οἱ ἐφοπλιστὲς νὰ καθελκύουν διαρκῶς νέα σκάφη
Οἱ καταστηματάρχες ν᾿ ἀνοίγουν καὶ νὰ κλείνουν σύμφωνα μὲ τὸ ἑκάστοτε ὡράριο
Οἱ ἐργάτες νὰ συμβάλλουν εὐσυνείδητα στὴν ἄνοδο τοῦ ἐπιπέδου παραγωγῆς
Οἱ ἀγρότες νὰ συμβάλλουν εὐσυνείδητα στὴν κάθοδο τοῦ ἐπιπέδου καταναλώσεως
Οἱ φοιτητὲς νὰ μιμοῦνται τοὺς δασκάλους τους καὶ νὰ μὴν πολιτικολογοῦν
Οἱ ποδοσφαιριστὲς νὰ μὴ δωροδοκοῦνται πέραν ἑνὸς λογικοῦ ὁρίου
Οἱ δικαστὲς νὰ κρίνουν κατὰ συνείδησιν καὶ ἐκτάκτως μόνον, κατ᾿ ἐπιταγὴν
Ὁ τύπος νὰ μὴ γράφει ὅ,τι πιθανὸν νὰ ἐμβάλλει εἰς ἀνησυχίαν τοὺς φορτοεκφορτωτάς
Οἱ ποιητὲς ὅπως πάντα νὰ γράφουν ὡραῖα ποιήματα.

Σημ.: Πρόκειται περὶ προσχεδίου, ὡς ὁ τίτλος, καὶ προσφέρεται εἰς ἐλευθέραν δημοσίαν συζήτησιν. Μετὰ τὰς ἀκουσθησομένας ἀπόψεις θὰ γίνει τελικὴ ἐπεξεργασία ὑπὸ ὁμάδος ἐγκρίτων Ποιητῶν καὶ θὰ παραδοθεῖ εἰς τὸ κοινὸ πρὸς γνῶσιν καὶ ἀναμόρφωσιν.

ΜΑΝΟΛΗΣ  ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

 

*****

 

2.ΠΑΛΙΟΙ  ΑΡΙΣΤΕΡΟΙ


όταν αμέριμνοι ξαπλώνετε να κοιμηθείτε
με το βιβλίο αδιάβαστο
απρόσιτοι στο καταφύγιό σας

νυχτοβατώ στο προσκεφάλι σας
αδίσταχτα σας δείχνω τις πληγές μου
κι ακόμα τρομερότερο
τις ίδιες τις δικές σας τις πληγές
μνήμες τυραννικές της άνοιξης

φέρνετε τις παλάμες σας στο πρόσωπο
κλείνετε με απόγνωση τα μάτια
εγώ ωστόσο εισχωρώ
τοποθετώ κατάντικρυ ένα αμείλιχτο καθρέφτη

και τότε κλαίτε απαρηγόρητα
για τ’ όνειρο που μετατρέψατε
σε καθημερινή συναλλαγή
και για τον κόσμο που δεν άλλαξε
με την αφόρητη συναίσθηση
πως είστε τελικά συνένοχοι

παλιοί μου σύντροφοι απελπιστείτε
μάταιη είναι κάθε απόπειρα φυγής
οι πιο κοινές ασήμαντές μου πράξεις
δολοφονούν τον ύπνο σας

Τόλης Νικηφόρου, Ο μεθυσμένος ακροβάτης (1979)

 

 

*****

 

3.ΜΙΑ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ

ο παιδικός μου φίλος
είχε κοινή καρδιά ρομαντική
ένα ψυχρό σταλινικό μυαλό
μια φλογερή ψυχή αναρχική
σαράντα χρόνια στο καμίνι της ασφάλτου

άντε να πορευτεί μετά
και νάχει η πράξη του συνέπεια

Τόλης Νικηφόρου, Αναρχικά (1979) του Τόλη Νικηφόρου

 

 

*****

 

4.ΜΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΤΑΣΗ

Η αηδία δεν είναι στάση πολιτική
το ξέρω, το ΄χω πει τόσες φορές σε τόσους,
ποτέ δεν οδηγεί στη δράση.
Είναι όμως μια αίσθηση πραγμάτων
σου επιτρέπει με τη γεύση με τη μυρουδιά
να καταλάβεις σε ποιό σημείο βρέθηκες
πού σ’ έφεραν οι επιταγές των άλλων
κι οι αρχικές δικές σου συναινέσεις.


TΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ

 

******

 

5.ΑΝΟΔΟΣ

 

Παλιέ μου φίλε

σύντροφε περασμένων καιρών

συγχώρα με που χτες, όταν καμάρωνες

για τα καινούρια σου έπιπλα,

εγώ σκεφτόμουνα πως το καθένα

έκρυβε κάποιαν υποχώρηση,

ένα χιλιάρικο περίπου εκπορνευμένης σκέψης

που πια την πούλαγες

χωρίς να νιώθεις την ανάγκη

έστω να παραστήσεις τραγωδία.

TITOΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ, Ποιήματα II, 1953-1959, Κέδρος

 

*****

 

6.ΕΚΑΣΤΟΣ  ΕΦ’ Ω  ΕΤΑΦΗ

 (απόσπασμα)

Το εφικτό πάντα με κούραζε

πάντα με ξενέρωνε

και η τέχνη του

η λεγόμενη πολιτική

ακόμα περισσότερο

 

Εγώ ήμουν πάντα

του αν-έφικτου

του άπιαστου

κι ας με φώναζαν υποτιμητικά

απολιτίκ

 

Το δέχομαι

κάθε εξίσωση κάθε ετικέτα

νομίζω πως μου πάει

 

Πάντα μου άρεσαν οι φωτεινές επιγραφές

τα μεγάλα όνειρα τα απατηλά

Ένας απολιτίκ μιας λεωφόρου

 

ΚΥΡΙΑΚΟΣ  ΣΥΛΦΙΤΖΟΓΛΟΥ, Έκαστος εφ’ ω ετάφη, Γαβριηλίδης, 2007

 

*****

 

7.ΣΤΟ  ΣΟΙ  ΜΑΣ  ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΝΕΚΑΘΕΝ  ΝΟΜΟΤΑΓΕΙΣ

Στο σόι μας είμαστε ανέκαθεν νομοταγείς
Δεν απασχολήσαμε ποτέ τις Αρχές
με τα φρονήματα και τη δράση μας
Κάναμε τη θητεία μας κανονικά
στην ώρα μας παντρευτήκαμε αγόρια κορίτσια
Κι όταν πάλι η Πατρίδα κινδύνεψε
αγόγγυστα προσφέραμε κι εμείς τους νεκρούς μας

Ολάκερη η ζωή μας σκληρή σαν την πέτρα
Αυξήσεις και τέτοια πάντως δεν απαιτήσαμε
Δε θέλαμε φασαρίες που χαλούσαν την τάξη
και τις δουλειές μας εκθέταν σε κίνδυνο
Ιδιαίτερα τις παρέες πολύ τις προσέχαμε
ποτέ δε βάλαμε κομμουνιστή στο σπίτι μας


Παίρναμε μέρος στις εκλογές αθόρυβα
και ψηφίζαμε πάντα κατά συνείδηση
το κόμμα που ήταν στην Κυβέρνηση
Κανένας δε μας ενόχλησε
κανέναν δεν ενοχλήσαμε
καθαρά τα χαρτιά μας
Άμα δεν πειράξεις δε σε πειράζουν


Έτσι σήμερα φτιάξαμε μια κάποια κατάσταση
Καθωσπρέπει πολίτες και άρχοντες
μας εχτιμούν απόλυτα
κι απ’ τους πέντε επίτροπους της εκκλησιάς
οι δυο ανταντάμ παπαντάμ ανήκουν στο σόι μας

Θανάσης Ε. Μαρκόπουλος, Του ανταποκριτή μας (1985)

 

*****

 

8.Ο  ΦΑΣΙΣΜΟΣ  ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ  ΛΕΞΗ

Ο φασισμός δεν είναι λέξη,
δεν είναι επιθετικός προσδιορισμός
δεν περιέχει ουσιαστικό στη σύνταξη του

ο φασισμός είναι η στάση σου
η απουσία σου
και κυρίως
η σιωπή σου στην αληθινή ζωή

Τέλλος Φίλης. «Το έσχατο έρμα» Πόλις, 2018

 

*****

 

9.ΔΙΑΓΡΑΦΗ

 

Το Κόμμα δικαιολόγησε την πράξη του

χωρίς ν’ αποκαλύψει τις αιτίες.

Το σύντομο ανακοινωθέν, πράγματα τετριμμένα,

από τα πριν γνωστά, όπως οι αγγελίες

θανάτων ή ζητήσεων στις εφημερίδες:

Αντικομματικές ενέργειες και κάτι τέτοια.

Κι ο πριν λίγον καιρό πρώτος πολίτης,

 

έπεσε στην αφάνεια. Υπήρχε δεν υπήρχε

έπειτα, για πολύ, δεν ήξερε κανείς,

ώσπου με δυο ξερές γραμμές μια μέρα ανεκοινώθη

ο θάνατος του επίσημα. Και, φυσικά, ούτε στέφανα,

ούτε λόγοι. Οι συγγενείς – πρώτου και δεύτερου

βαθμού μόνον – ακολουθήσανε

την εκφορά του, αμίλητοι, κρατώντας

κάτι σεμνά χρυσάνθεμα, κι αυτά ξεθωριασμένα,

κάτω από τρείς μαύρες ομπρέλες όλες κι όλες. (Έβρεχε).

 

Το Κόμμα είναι ο λαός. Κ’ η απόφαση του Κόμματος

είναι η απόφαση του λαού που σύσσωμος εκείνη

την ίδια νύχτα, έκλαιγε κλεισμένος στα σπίτια του.

 

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ  ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

 

 

******

 

 

10.ΠΟΛΙΤΙΚΗ

 

Σε μέρες βουερές που το ένστικτο στροβιλιζόταν καθώς

τις παραμονές της γένεσης το σκοτάδι,

στης ταραχής τον αιώνα όταν γυρίζανε

εμποδισμένα τα κοπάδια από παντού κι αλλάζοντας

μάταια προσανατολισμούς βελάζανε χαμένα

το ένα από το άλλο ανάμεσα στην καθισμένη θύελλα,

είδα πως άλλο δε μου μένει: εκτός ν’ ανασυντάξω

την ομορφιά και την ψυχή του κόσμου – να συνάξω

τα σκορπισμένα άλογα του ήλιου σ’ ένα βιβλίο μου.

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ  ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

 

*****

 

11.Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ  ΠΡΩΗΝ

Ο μπαμπάς του υπήρξε ιδεολόγος

πήγε και ξαναπήγε εξορία

και τώρα τύπος και υπογραμμός

στην εκλεκτή του ενορία

τώρα ένας πρώην θλιβερός

άσσος στις συμβουλές που τρώει

απ’ το παχύ φαΐ μιανής κυρίας

κάποτε μισητής πολύ ονόματι υπεραξίας…

 

Ο μπαμπάς

καλλιεργεί με πάθος άνθη στα φανερά

και στα κρυφά τη γλυκύτατη νοσταλγία…

 

Η μαμά του ήταν από σπίτι

πιάνο γαλλικά φρου φρου κι αρώματα

έκανε τη ζωή της ως τα δεκαεννιά

και μετά επήρε τον μπαμπά.

Η κόρη μας να πάρει έναν αλήτη!

Παραπονιόντανε οι γέροι της μ’ αυτή

χαμογελούσε ήξερε πώς ήτανε στη μόδα

παίρνοντας σύζυγο κομμουνιστή. 

 

Η μαμά

νεάζει δρα με νεανίσκους στα κρυφά

στα φανερά παίζει κουμ καν με πάθος…

 

Ο μπαμπάς η μαμά ο γιος.

Ο γιος του μπαμπά και της μαμάς…

 

Η μαμά

λέει τον άντρα της στυμμένη λεμονόκουπα 

το γιο της κόκκινο μπαλόνι έτοιμο να σκάσει 

οι φίλες της μαμάς πειράζουν το μπαμπά 

και ζαχαρώνουνε το γιο που ζαχαρώνει 

μιας φίλης της μαμάς το γιο… 

Αφυπηρετών ο γιος θα μπει στη δράση

βεβαίως ως ηγέτης νέος και βεβαίως 

στην κακομοίρα την Αριστερά…

 

Τώρα το παιδί υπηρετεί στο ναυτικό

η Αριστερά τονίζει πως υπηρετεί αυτή

η Δεξιά γνωρίζει τον μπαμπά και δεν ανησυχεί

το Κέντρο δεν ενδιαφέρεται περί φακέλων

εγώ του νεαρού του ‘φτιαξα φάκελο για την Αριστερά

αλλά αυτή με θεωρεί και με το δίκιο της δεξιό

Θωμάς  Γκόρπας 

 

*****

 

 

12.ΑΡΙΣΤΕΡΟΣ  ΠΟΥ  ΝΟΣΤΑΛΓΕΙ

δεν υπάρχει πληκτικότερο πράγμα στον κόσμο
από έναν αριστερό πεζογράφο που νοσταλγεί
,
του εκμυστηρεύτηκε μια ποιήτρια σε εκδήλωση λόγου
λίγο πριν γείρει στον ώμο του και κοιμηθεί

Παναγιώτης Γούτας, ντόρτια (2012) [Ενότητα Σινάφι (2010-2012)]

 

*****


13.ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΔΕΞΙΑ ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΔΕΞΙΑ

‘Όταν ένας αριστερός σκέπτεται
πως ένας αριστερός
μόνο και μόνο επειδή είναι αριστερός
είναι καλύτερος από ένα δεξιό
τότε στην αυταρέσκειά του
ήδη πάλι είναι δεξιά.

Όταν ένας δεξιός σκέπτεται
πως ένας δεξιός
μόνο και μόνο επειδή είναι δεξιός
είναι καλύτερος από έναν αριστερό
τότε στην αυταρέσκειά του
είναι ήδη ακροδεξιός.

Και επειδή εγώ
είμαι εναντίον των δεξιών
και των ακροδεξιών
είμαι και εναντίον
των αριστερών
που σκέπτονται
πως είναι καλύτεροι
από τους δεξιούς

Κι επειδή είμαι εναντίον τους
σκέπτομαι καμία φορά
πως έχω το δικαίωμα να σκέπτομαι
πως εγώ είμαι καλύτερος από όλους αυτούς.


Erich Fried (1921-1988)
μτφρ. Νίκος Δήμου (1980).

14.ΔΥΟ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ

Τι είδους σοσιαλιστής
ή κομμουνιστής
είναι αυτός
που πια δεν πιστεύει
ότι ξέρει
τι ακριβώς είναι
ο σοσιαλισμός
ή ο κομμουνισμός
και πώς θα οικοδομηθεί;

Αλλά και τι είδους
σοσιαλιστής
ή κομμουνιστής
είναι αυτός
που σήμερα εξακολουθεί να πιστεύει
ότι το ξέρει;

Erich Fried (1921-1988) μτφρ. Νίκος Δήμου (1980).

*****

15.ΕΙΣ  ΤΗΝ ΨΕΥΔΗ  ΠΟΛΙΤΙΚΗΝ


Ω δυσμορφότερον Χιμαίρας,
απατηλόν, ποικίλον τέρας,
ήμισυ δράκων και παρθένος,
Σφιγξ ολέθρια, κακών Μούσα,
αινίγματα θεσπιωδούσα
πικρά εις των θνητών το γένος’

πολιτικήν σε ονομάζει
ο κόσμος όστις εκθειάζει
μ’ εύφημον στόμα τους τυράννους,
σε ήτις πόλεις ανατρέπεις,
κ’ εις ερημίαν τάφων δρέπεις
τους λαμπροτέρους σου στεφάνους.

Ω τυραννίς κακουργοτάτη,
το όπλον σου είν’ η απάτη
όπου δεν εξαρκεί η βία
καθώς η γραυς του Αρχιλόχου
δια χειρός κρατείς ενόχου
ύδωρ και πυρ νεκρά στοιχεία!

Ιωάννης Καρασούτσας (1824-1873)

 

Πες το με ποίηση (260ο): «Πεταλούδα»…

*Μαύρη Πεταλούδα – Γιάννης Χαρούλης

 

 

 

-ΧΟΣΕ ΧΟΥΑΝ ΤΑΜΠΛΑΝΤΑ, «ΝΥΚΤΕΡΙΝΗ ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ»

    (Χαϊκού)

Ξαναφέρε στο γυμνό κλαδί,

νυχτερινή πεταλούδα,

τα ξερά φύλλα των φτερών σου!

(https://www.taxydromos.gr/)

 

 

 

«Το `να χέρι μου κρατεί
μέλισσα θεόρατη
τ’ άλλο στον αέρα πιάνει
πεταλούδα που δαγκάνει»

(Ο. Ελύτης)

 

 

-«Μια πεταλούδα διάφανη
πορτοκαλιά και μαύρη
στου γέρου κόσμου στάθηκε
τα φρύδια επάνω αντήλιο
κι έπαιζε και κρυφόγνεφε
της πίκρας μαντηλάκι»

(Γ. Ρίτσος)

 

 

 

-Φερνάντο Πεσσόα, «Πεταλούδα»

XL

Μια πεταλούδα περνά από μπροστά μου

Και για πρώτη φορά παρατηρώ στη Δημιουργία

Ότι δεν έχουν χρώμα ή κίνηση οι πεταλούδες,

Κανονικά, όπως χρώμα ή άρωμα δεν έχουν τα λουλούδια.

Χρώμα είναι αυτό που χρωματίζει της πεταλούδας τα φτερά

Κίνηση είναι αυτό που υπεισέρχεται στην κίνηση της πεταλούδας

Άρωμα είναι αυτό που αρωματίζει του λουλουδιού τη μυρωδιά.

Η πεταλούδα είναι μονάχα πεταλούδα

Και το λουλούδι, απλά ένα λουλούδι.

(http://annagelopoulou.blogspot.com/2017/06/blog-post_15.html)

 

 

 

-Αλφόνς ντε Λαμαρτίν (Λαμαρτίνος) ,«Η πεταλούδα»

Μα γεννηθείς την άνοιξη, με τ’ άνθη να πεθάνεις,
πάνω στης αύρας τα φτερά, στο φως να κολυμπήσεις,
το ρόδο το μισάνοιχτο κούνια σου να μην το κάνεις,
κι απ’ ουρανό κι απ’ ευωδιές κι αχτίδες να μεθύσεις.
Κι έτσι μικρή, τινάζοντας τη σκόνη απ’ το φτερό σου,
να φτερουγίσεις σαν πνοή για τον παράδεισο σου,
της πεταλούδας να η ζωή, να η τύχη η φωτεινή!
Μοιάζει τον πόθο που ποτέ, κανείς δε τον κοιμίζει,
που αχόρταστος το κάθε τι που τον μαγεύει αγγίζει,
και τέλος πάει στους ουρανούς να βρη την ηδονή.

(Από τη «Γαλλική ανθολογία», μετάφραση Γεώργιος Σημηριώτης)

 

 

 

Μαρία Πολυδούρη, «Την είπαν πεταλούδα»

Την είπαν πεταλούδα.
Μια πληγωμένη αλίμονο, πεταλούδα,
που έκαψε τα πανώρια και πλατιά φτερά της,
κυκλοφέρνοντας τον Ήλιο της Αγάπης.
Της Αγάπης για κάτι πιο αιώνιο
από την εφήμερη ομορφιά.
Της Αγάπης της Ψυχής.

(https://el.wikisource.org/)

 

 

*Το Τραγούδι της Πεταλούδας – Μίλτος Πασχαλίδης

 

 

-Ιωάννης Βηλαράς, «Σαν πεταλούδα στη φωτιά»

Σαν πεταλούδα στη φωτιά, σ’ εσένα γύρες φέρω
κι οχ τη φωτιά που καίγομαι να φύγω δεν ηξέρω.

Και μόλο που φλογίζομαι, πετώ ολόγυρα σου,
να ξεμακρύνω δεν μπορώ στιγμήν από σιμά σου.

Τα μάγια δεν τα πίστευα και μάγια είσαι ατή σου·
τα μάγια είν’ τα θέλγητρα οπόχει το κορμί σου.

Γιατί με χέρι αλάθευτο ηθέλησεν η φύση
της νιότης τ’ άνθια ολόβολο προικιό να σου χαρίσει.

Και ποιος είν’ ο αναίσθητος που να σ’ αλησμονήσει,
αφού σε δει για μια φορά, μαζί σου σα μιλήσει;

Τ’ αηδόνι σόδωκε λαλιά, φωνή το καναρίνι,
τη χλωρασιά σου δάνεισαν των περβολιών οι κρίνοι.

Οι χάρες αναπαύουνται απάνω στη θωριά σου,
της άνοιξης τριαντάφυλλα ανθούν στα μάγουλά σου.

Λεν το κοράλλι κόκκινο, μόν’ δίχως νοστιμάδα·
δεν έχει σαν τ’ αχείλι σου βαφή και κοκκινάδα.

Δοξάρια είναι τα φρύδια σου και με πιτηδειοσύνη
βαρούν, πληγώνουν τις καρδιές, χωρίς ελεημοσύνη.

Στα δυο σου μάτια τα γλυκά ο έρωτας φωλιάζει
κι οχ ταύτα τις σαγίτες του στους νιους απάνω αδειάζει.

Το κοίτασμά σου το γλυκό είν’ των καρδιών ο κλέφτης·
αν δεν πιστεύεις, ρώτησε να σου το είπει ο καθρέφτης…

(https://el.wikisource.org/)

 

 

 

-Δήμου Χλωπτσιούδη,  «Η οργή της πεταλούδας»

Μια πεταλούδα είν’ τ’ όνειρο
πολύχρωμο
μα μόλις ακουμπήσεις τα φτερά της
παύει να πετά,
ένας σελιδοδείκτης σε σελίδα αλμυρή
μιας θάλασσας ερωτήσεων κι αγωνιών
λυγμός που χάνεται
μαχαιριά η λησμονιά του στόχου
ναυάγια οι προσμονές…

Η οργή δεν είναι δόγμα,
είναι η τροφή της προόδου,
της αλλαγής ο σπόρος.

Στις σκιές κρύβονται οι δειλοί
με χωσιά το όνειρο κλέβουν,
ανύποπτα τα ίχνη τους στο χιόνι
λιώνουν τις λάσπες που πετούν
σ’ όποιον αμύνεται,
τη φρίκη της αδύνατης επιστροφής
καλλιεργούν σε γλάστρες
ψεύτικο όνειρο υπακοής…

Σάπια όνειρα σα πέταγμα πεταλούδας
αφιονίζουν το ξύπνιο,
οργισμένοι εφιάλτες εκκολάπτονται
σε κουκούλια ασπρόμαυρα
ξυπνάνε τον ύπνο,
γκρεμίζουν την οπτασία που γεννά η αγωνία
ληστές ονείρων συλλέγουν
αποθηκεύουν σε απόρθητες συλλογές
οράματα και καημούς.

 

(http://www.ideostato.gr/2013/07/blog-post.html)

 

 

 

-Κώστας Καρυωτάκης, «Αφιέρωμα ( Η πεταλούδα )»  

Ασημένιο το μέτωπο. Και ωραία
τα μάτια σου εφωσφόριζαν γαλάζα.
Το πιάνο καθώς άνοιγες, δυο νέα
τριαντάφυλλα τρεμίζανε στα βάζα.
Μα οι κρόταφοί σου ρόδα πλέον ωραία.

Επάλευαν τα χέρια σου, εκερδίζαν·
τα πλήχτρα υποχωρούσανε· τις νότες,
τη μελωδία σαν έπαθλο εχαρίζαν.
Ακούαμε. Και τα αισθήματα, δεσμώτες
που την ελευτερία τους εκερδίζαν.

Δεν θυμούμαι καλά, περάσαν χρόνια,
πως είχες όμως λέω και τραγουδήσει·
εξόν αν εκελάδησαν αηδόνια.
Λάλο ή βουβό, το χείλο σου είναι βρύση,
ελάφια κουρασμένα εμέ τα χρόνια.

Η πεταλούδα πάντα θα πετάξει
αφήνοντας στα δάχτυλα τη γύρη.
Θρόισμα το αντίο, το χέρι σου μετάξι,
κι εχάθηκες. Από το παραθύρι
η πεταλούδα πάντα θα πετάξει…

(Καρυωτάκη άπαντα, Πέλλα)

 

 

 

-Έρμαν Έσσε, «Πεταλούδα στο κρασί»    

Στο κύπελλο με το κρασί μια πεταλούδα πετά,
στο γλυκο χαμό της υποκύπτει μεθυσμένη,
λάμνει βρεγμένη να πεθάνει αποφασισμένη·
ώσπου στο τέλος το δάχτυλό μου από μέσα την τραβά.

Έτσι είναι κι η καρδιά μου, την έχουν τα μάτια σου τυφλώσει,
ευτυχισμένη στο ευωδιαστό κύπελλο της αγάπης βυθισμένη,
να πεθάνει αποφασισμένη, απ’ το κρασί της μαγείας σου μεθυσμένη,
αν μια κίνηση του χεριού σου την μοίρα μου δεν περατώσει.

6 Ιουλίου 1919

Μετάφραση: Σμαρώ Τάση

(https://thepoetoftheuniverse.wordpress.com/)

 

 

 

-Μαρία Σταματέλου, «Η πεταλούδα»

Έλα πεταλουδίτσα μου, στάσου να σε τσακώσω!
Δε θα σου τσαλακώσω
καθόλου τα φτερά.
Θα σε ταϊζω ζάχαρη, θα σου’χω για σπιτάκι
μεταξωτό κουτάκι, να ζήσεις μια χαρά.

-Για τη δική σου ζάχαρη καθόλου δε με μέλει
των λουλουδιών το μέλι
μ’ αρέσει πιο πολύ.
Κι έχω τον κάμπο τον πλατύ, τη χλόη τη δροσάτη
βασιλικό παλάτι,
κοπέλα μου καλή!

(https://www.meleniro.gr/)

 

 

 

 

Πες το με ποίηση (259ο): «Χωριό – εξοχή»…

Νίκος Ξυλούρης – Ακούς να λένε στα χωριά

 

 

1.ΑΚΟΥΣ  ΝΑ  ΛΕΝΕ  ΣΤΑ  ΧΩΡΙΑ

Ακούς να λένε στα χωριά οι γέροντες τα βράδια
κάτι μυστήρια πράματα που χτίζουν τα σκοτάδια.
Λένε για της Υπαπαντής το μέγα πανηγύρι
πως το λιβάνι πέτρωνε πριν μπει στο θυμιατήρι.
Λένε πως ψέλναν τα πουλιά στ’ αριστερό ψαλτήρι
κι απ’ τα πηγάδια φέρνανε κρασί οι καλογήροι.

Λένε για κάτι χαϊμαλιά που παίζαν στο μπαρμπούτι
κι ο γούμενος τα βάφτιζε με αίμα και μπαρούτι.
Λένε πως όποιος τα φορεί φτερά βγάζει στην πλάτη,
γίνεται αλαφροΐσκιωτος ψωμί τρώει κι αλάτι.

Ακούς να λένε στα χωριά πως και η ευχή του πιάνει
γιατί τα βόλια, αίματα είχαν του Μακρυγιάννη.
Λένε πως ο φουστανελάς πληγές είχε σαράντα
γι αυτό κι αλαφροΐσκιωτοι είμαστε λίγοι πάντα.

ΚΩΣΤΑΣ  ΜΥΡΗΣ

 

*****

 

2.ΣΤΟ  ΠΛΗΚΤΙΚΟ  ΧΩΡΙΟ

Στο πληκτικό χωριό που εργάζεται —
υπάλληλος σ’ ένα κατάστημα
εμπορικό· νεότατος — και που αναμένει
ακόμη δυο τρεις μήνες να περάσουν,
ακόμη δυο τρεις μήνες για να λιγοστέψουν η δουλειές,
κ’ έτσι να μεταβεί στην πόλιν να ριχθεί
στην κίνησι και στην διασκέδασιν ευθύς·


στο πληκτικό χωριό όπου αναμένει —
έπεσε στο κρεββάτι απόψι ερωτοπαθής,
όλ’ η νεότης του στον σαρκικό πόθο αναμένη,
εις έντασιν ωραίαν όλ’ η ωραία νεότης του.


Και μες στον ύπνον η ηδονή προσήλθε· μέσα
στον ύπνο βλέπει κ’ έχει την μορφή, την σάρκα που ήθελε ….

Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ (Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

 

 

*****

 

  1. ΤΟ ΝΙΧΩΡΙ

 

Ξένε, σαν δεις ένα χωριό όπου γελάει η φύσις,

κι εις κάθε πλάτανο κοντά που κρύπτεται μια κόρη

ωραία σαν το τριαντάφυλλο — εκεί να σταματήσεις·

έφθασες, ξένε, στο Νιχώρι.

 

Κι όταν το βράδυ έλθει, αν βγεις έξω να περπατήσεις

και βρεις εμπρός σου καρυδιές, στον δρόμο μη προχώρει

του ταξιδιού σου πια. Αλλού ποιόν τόπο θα ζητήσεις

καλύτερον απ’ το Νιχώρι.

 

Τέτοια δροσιά δεν έχουνε αλλού στον κόσμο οι βρύσεις,

των λόφων του την αρχοντιά αλλού δεν έχουν όρη·

και με της γης την μυρωδιά μονάχα θα μεθύσεις,

ολίγο αν μείνεις στο Νιχώρι.

 

Την πρασινάδα που θα δεις εκεί να μην ελπίσεις

που σ’ άλλο μέρος θα την βρεις. Απ’ το βουνό θεώρει

τους κάμπους κάτω και ειπέ πώς να μην αγαπήσεις

αυτό μας το μικρό Νιχώρι.

 

Πως αγαπώ υπερβολές, ω ξένε, μη νομίσεις.

Υπάρχουν τόποι εύφοροι πολλοί και καρποφόροι.

Πλην έχουν κάτι χωριστό, και συ θα ομολογήσεις,

καρποί και άνθη στο Νιχώρι.

 

Εάν στης Κουμαριώτισσας της Παναγίας θελήσεις

την εκκλησία να μπεις μ’ εμέ, φανατικός συγχώρει

αν είμ’ εκεί. Άλλην, θαρρώ, χάριν οι παρακλήσεις

έχουνε στο πιστό Νιχώρι.

 

Αν δε να μείνεις δεν μπορείς, πριν, ξένε, αναχωρήσεις

πρέπει να πας μια Κυριακή στην σκάλα στου Γρηγόρη·

ειρήνη, νιάτα, και χαρά θα δεις, και θα εννοήσεις

τί είναι αυτό μας το Νιχώρι.

 

[1885] Κ.Π.ΚΑΒΑΦΗΣ, Τα  κρυμμένα

 

 

*****

 

4.ΤΟ ΧΩΡΙΟ

Εφτά είχαν μείνει εκείνον τον χειμώνα
όλες γυναίκες όλες χήρες με μαύρο μαντηλάκι
που άφηνε μπροστά μια στάλα ακάλυπτες
τις άσπρες ρίζες
και με πασούμια που ξηλώνονταν
στο οίδημα των αρθρώσεων.

Τη νύχτα το χωριό δεν έβρισκε γαλήνη:
από τα πέτρινα σκαλιά μέχρι τους πύργους
απλώνονταν θρήνοι
για τους περυσινούς και τους προπέρσινους
και τους παλιούς τους άγνωστους νεκρούς
ένας ψαλμός πνευμάτων
όταν ξαπλώναν στο κρεβάτι τους
και με κλειστά τα μάτια
ιστορούσαν τα προικιά του κάτω κόσμου
που πήρε νύφες κι αδελφές
στο χάλκινο κουτάλι του
να ‘χουν τα χώματα να τρων
και να χορταίνουνε την άνοιξη.

Τα κελάρια είχαν αδειάσει από κρασί και λάδι
στοίβες στις άκρες τα κουτιά κόκαλα μπερδεμένα
γυαλιστερά κρανία
που τα ξεσκόνιζαν με την ποδιά
και τα κλειδώναν πάλι.

Κι ύστερα βάζαν τα πασούμια τους
να βγουν να πάνε στις γειτόνισσες
κι ώρες να σκέφτονται:
σε ποια ωμοπλάτη ταιριάζει η κλείδα
ποιος είναι αυτός που ράγισε
και ποιος ο άλλος που άρχισε να τρίβεται
κι αργά αργά γίνεται σκόνη στο δοχείο του…

ΑΝΝΑ ΓΡΙΒΑ

 

ΡΗΜΑΞΑΝ ΤΑ ΧΩΡΙΑ ΜΑΣ- ΝΤΑΛΑΡΑΣ

 

5.ΡΗΜΑΞΑΝ ΤΑ ΧΩΡΙΑ ΜΑΣ

Πέτρες βγήκαν στα χωράφια στις αυλές χορτάρια
πού `ναι τώρα τα κορίτσια πού `ν’ τα παλληκάρια

Ρημάξαν τα χωριά μας μανούλα μου καλή
σκορπίσαν τα παιδιά μας σε δύση κι ανατολή

Άσε τις φωτογραφίες που καημούς ξυπνάνε
όσο και να τις κοιτάζεις δε σου απαντάνε

Ρημάξαν τα χωριά μας μανούλα μου καλή
σκορπίσαν τα παιδιά μας σε δύση κι ανατολή

ΦΩΝΤΑΣ  ΛΑΔΗΣ

 

*****

 

6.ΣΤΟ  ΧΩΡΙΟ

 

Τα σπουργίτια μπουλουκιάζουν. Χειμώνας.

Φωτεινό το δείλι έχει πάρει

όλες τις αποχρώσεις της ταπεινώσεως.

Ιμάτια λιλιά στον ουρανό.

Τα πετεινά, όπως διάβηκαν από πάνω μας,

κινούμενα σημεία της ψυχής-

προκάλεσαν σε μένα τουλάχιστον

απερίγραπτο αίσθημα συναδελφώσεως με την πλάση.

Μείνετε άδολες ώρες κοντά μου,

μείνε εσύ ζωή απαλή σαν τραγούδι

μελαγχολικών παρθένων.

Περιμένω καθώς ο καρπός στο δέντρο.

 

Νίκος Καρούζος,  «Η επιστροφή του Χριστού» (1953).

 

 

*****

 

7.ΔΙΗΓΗΣΗ  ΧΩΡΙΚΟΥ  ΣΕ  ΜΙΚΡΟΑΣΤΟ  ΝΕΟ

Τις νύχτες που ο άνεμος καθαρίζει τους ήχους
Ακούς ν’ αδειάζουν τα χωριά
Φεύγουνε οι ξωθιές κι οι αρκουδιάρηδες
Φεύγουν οι σαλεμένοι
Πίσω τους μαγεμένα ακολουθούν
Τα παιδιά μας με το φεγγάρι στα μάτια

Κι αφού διαβούν τα πέτρινα γεφύρια
Σταυρώνοντας ψηλά τα δάχτυλά τους
Στα μέρη εκείνα φτάνουν που τα λένε
Των άσαρκων η χώρα
Εκεί οι γύφτοι στήνουν τις φωτιές τους
Και με τα ντέφια τους κρατάνε τους ρυθμούς
Εκεί οι μάγισσες τ’ αγόρια ξελογιάζουν

Κι όταν του τράγου πέφτει το κεφάλι
Γυμνώνουν οι κοπέλες τα βυζιά τους
Και τα μαλλιά τους άσεμνα τα λύνουν
Τότε γεννιούνται τα παιδιά τους
Αλαφροΐσκιωτα με την τρίχα στην πλάτη
Αλαφροπάτητα μην τύχει και ταράξουν
Το δείπνο των δαιμόνων

Σαν επιστρέφουν πριν απ’ την αυγή
Έχοντας κόμπο στο μαντήλι τους δεμένο
Το μάτι του διαβόλου
Πια δε μιλούν
Κάθονται στο κατώφλι και κοιτούν
Τους τόπους που φουσκώνουν τα ποτάμια
Σ’ τα λέω αυτά κι ας μην καταλαβαίνεις
Γιατί εσύ ποτέ σου δεν ημέρεψες
Με το βλέμμα το βλέμμα του σκύλου
Όταν γυρίζει μέσα του το αγρίμι
Γιατί κι εσύ μες στις δικές σου νύχτες
Καθώς στερεύουν όλα τα κανάλια
Αυτά που δεν καταλαβαίνεις ονειρεύεσαι

Σταύρος Ζαφειρίου, Η δεύτερη πεταλούδα και η φωτιά (1992)

 

*****

8.ΟΙ ΧΩΡΙΑΤΙΣΣΕΣ ΠΛΕΝΟΥΝ ΠΟΥΚΑΜΙΣΑ

Τα πουλιά σκαλώνουν τα νύχια στα απλωμένα πουκάμισα,
στ’ απλωμένα πουκάμισα στα δέντρα ως πέρα
σαν να τα κρατάν με μανταλάκια μην πετάξουν στον αέρα.

Οι γυναίκες δένουν στα κλαριά σύρματα, σχοινιά
και με χέρια βρεγμένα απλώνουν πουκάμισα κι άλλα
που φαντάζουν από πέρα με πολύχρωμα φύλλα, μεγάλα.

Κυλάει σιγανά το νερό στ’ αυλάκι, μην χαλάσει την ειρήνη,
την ειρήνη των χεριών μες στον κίτρινο αφρό,
χλωμός αφρός απ’ τον τίμιο, φιλντισένιο ιδρό.

Τέλος της βδομάδας κι είμαι ιδρωμένος.
Τέλος της βδομάδας κι ακόμα περπατώ.
Τέλος της βδομάδας κι ήρθε το Σάββατο.

Κρέμονται τα απλωμένα πουκάμισα σαν φύλλα με δροσιά,
τα πουκάμισα του Κόλια, του Μουράτ, του Μαρτίνι.
Εγώ σιωπώ σάμπως προσμένω κάποιον να μου κρίνει.

Στη σιωπή βυθισμένος καπνίζω σαν μικρή καμινάδα,
σιωπώ και καπνίζω σαν βλέπω χωριάτισσες και κίτρινο αφρό.
Πλένουν, χτυπούνε με τον κόπανο κι αντηχεί η κοιλάδα,
Πλένουν ασταμάτητα,
τον μεγάλο τον κόσμο τον κρατούνε καθαρό.

Ντριτερό Αγκόλλι , Περπατώ συλλογισμένος , μετ: Ανδρέας Ζαρμπαλάς

 

*****

 

9.Ο ΧΩΡΙΚΟΣ

 

Όπως χυμάει ο χιονιάς στη θαλπωρή του σπιτιού

ανοίγοντας η πόρτα

ήρθε μια νύχτα του Δεκέμβρη

κι έπεσε κλαίγοντας στα πόδια του αφέντη του

λες και γονάτιζε μπροστά σε εικόνα.

 

Το δέρμα του στο χρώμα του πηλού

η μυρουδιά της κοπριάς στα ρούχα

τα χέρια σκαλισμένα σε ξύλο ελιάς

έκλαιγε κι έσκουζαν στη σκοτεινιά οι σκύλοι.

 

Ποιος ξέρει αν ζήταγε συχώρεση

για την κλεμμένη τη σοδειά ή για χυμένο αίμα

κι ήρθε σπαράζοντας ο παραγιός

μπροστά στο ξόανο το βλοσυρό

που σώπαινε σα μοίρα.

ΣΤΡΑΤΗΣ  ΠΑΣΧΑΛΗΣ

 

Χωριό μου χωριουδάκι μου – Σοφία Βέμπο

 

10.ΤΟ  ΦΤΑΣΙΜΟ

Θ βραδιάζει μέρα, ταν θ φτάνομε
στο χωριο τ᾿ ποσκιωμένα λώνια
θ φανον λευκ τ χωριοτόσπιτα
πίσω π τν πεύκων τ᾿ κροκλώνια.

Μακρι θ᾿ κούονται ρνιν βελάσματα
βραδιν καμπάνα θ σημαίνει
στ βρυσούλα βόδια θ ποτίζονται,
θ καπνίζουν φορνοι φλογισμένοι.

Θ βαθιανασαίνουμε στ διάβα μας
μυρωδι π στάχυα θερισμένα.
Θ μς εχηθον τ «καλς ρθατε»
χέρια π τν κάματο ργασμένα.

π τ κατώφλι ναμερίζοντας
το καιρο τ᾿ γκάθια κα τ χόρτα,
το κλειστο παλιόπυργου θ᾿ νοίξομε
τ βαρι τ σιδερένια πόρτα.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ  ΔΡΟΣΙΝΗΣ

 

 

*****

 

  1. ΤΑ ΧΩΡΙΑ

    Ο χάρτης αυτός διπλωμένος στα τέσσερα
    διδάσκει ονόματα και δρόμους. Αδύνατο
    να φανταστείς αναγνώστη την αλήθεια.


Και ποιος μπορεί; τα χωριά
όταν τα χτυπάει λοξά ο ήλιος
και κοιτάς από ψηλά φαίνονται ωραία.

Δε γίνεται τέτοιες στιγμές πάνω στο λόφο
να συλλογιέσαι το εισόδημα και τη σοδειά τους∙
δε γκρινιάζεις άλλο.


Πάνω σε εκτεταμένους ερειπιώνες αναγνώστη
κρατώντας όστρακα και μια μετροταινία
νοιάζεσαι γι’ άλλα πράγματα:
πού ήταν το περιτείχισμα του ερύματος
γιατί δεν υπάρχει τίποτα ρωμαϊκό
καθώς και πότε θα φάμε.


Ο χάρτης αυτός διπλωμένος στο γραφείο
δε θυμίζει πια τα χωριά που πέρασες
άλλα θυμίζει


Πάνος Θεοδωρίδης, Προσπέκτους (1977)

 

*****

 

  1. ΣΑΜΠΩΣ ΠΑΡΑΦΡΟΝΙΜΕΨΕ

 

Σάμπως παραφρονίμεψε τούτ’ τ διαβολοχώρι!

Μουϊδ ζημι σ σπαρμωδιά, μουϊδ κλεψι σ στάνη,

μουϊδ κα λεβεντοκαβγς γόρι μ’λλο γόρι,

γι να ψηλ παράθυρο, γι να κοντ φουστάνι!

 

Τ νιάτα χουν τ δίκιο τος κ’ ντρέλλα τ σκοπό της

ν τ΄ρνηθετε χωριανοί, κι ν δν σς ματαπείσω,

καθστε, ζστε φρόνιμα, πς διάταξε Δεσπότης·

φήνω γει κα πάω λλο ν βρ χωρι ν ζήσω!

ΓΕΩΡΓΙΟΣ  ΑΘΑΝΑΣ 

 

 

  1. ΤΟ ΧΩΡΙΟ


Κανείς δε νοιάζεται για το τρακτέρ
που σκόνταψε στη λακκούβα και θρηνεί
με τη μηχανή αναμμένη
το χαμό του οδηγού του,
ανάμεσα στα φανάρια να το πιστολίσει
λυτρωμό στο βάσανό του να δώσει
όπως οι άνθρωποι συνηθίζουν με τ’ άλογα
τα πληγωμένα
ή τ’ άρρωστα
κανείς δε συγκινείται.

Προβάλλοντας λίγο από τη βουνοσειρά
μια ημικυκλική κατακόκκινη μετριότητα
ο ήλιος ανήμπορος πια να ανατείλει
σε ένα μόνιμο λυκαυγές
καταδικάζει τις μέρες που μας έμειναν.

Καταμεσής του κάμπου
ο γύφτικος καταυλισμός : καραβόπανα δίχως κατάρτια.
Πού πήγε η θάλασσα, πού πήγε;
Τόσες και τόσες γεωλογικές αναστατώσεις
ετούτος ο μετασχηματισμός που μ’ αφανίζει
του τρακτέρ το παραλήρημα
κι απ’ τα περβάζια
εκθρονισμένες οι γλάστρες με το βασιλικό.

Δεν ξέρει το χωριό πως ήταν κάποτε
κοντά στη θάλασσα.

Διονύσης Μενίδης, Ρεμπέτικα, αντιμεταρρύθμιση και άλλα ποιήματα, 1979
Ηλίας Κεφάλας, Ανθολογία Σύγχρονης Ελληνικής Ποιησης
Η δεκαετία του 1980 (Ιδιωτικό όραμα), 1989

 

*****

 

14.ΚΟΜΜΑΤΙ ΕΞΟΧΗΣ

Αυτό δεν είναι κίτρινο: είναι χρυσαφί,
θαρρείς βασιλική στολή του Χινοπώρου
που φεύγει —στάσου λίγο, βλέμμα του οδοιπόρου,
να μελετήσεις την ανέλπιστη γραφή.

Κρέμονται ανάερα χίλιες γλώσσες φωτεινές,
τρίδιπλη φλόγα έχει ζωστεί το περιβόλι
που, ακόμα αμάλαγο, το βόσκουν οι τριβόλοι
με ρίζες άσπρες σαν κλωστή κι ίδια φτενές.

Τα χώματα τι νόημα κρύβουν τα νωπά;
Σε κλώνο κερασιάς πηδάει φτωχό γαρδέλι·
και δίπλα στο κιτρινοφυλλιασμένο αμπέλι
πετούμενο άλλο πού και πού φτεροκοπά.

Ώρα χρυσή μακάριας περισυλλογής
ύστερ’ απ’ τ’ άμουσα μερόνυχτα του θέρους!
Μακριά απ’ την πόλη, δίχως θέση κι ανωτέρους,
για πιο καλά, κάθομαι κάπου καταγής.

Γιώργος Κοτζιούλας

 

****

 

16.THΣ  ΕΞΟΧΗΣ

Μπορεί να τα στερώ από τίποτα αλεπούδες
αλλά μου αρέσουνε τα κούμαρα πολύ
και σκύβοντας μαζώνω σύριζα στις φλούδες
που σκάσαν από τον κορμό τον κανελή.

Μόνο ζουλάπια εδώ τρυπώνουν ή πουλάκι
που του’ λειψε η καλοκαιριάτικη τροφή.
Πήρε να βρέχει τώρα, δρόσισε λιγάκι
– το ζώδιο άλλαξε, που λένε κι οι σοφοί.

Χωρίς να με σκοτίζει εμένα για το γένι
που το ’ευχαριστώ αφήσει μια βδομάδα, τριγυρνώ
στην εξοχή μου πάλι την αγαπημένη
με το μαβί κατά το σούρουπο βουνό.

Τι να ζηλέψω απ’ τις σπουδαίες μεγαλοπόλεις
όπου πληρώνεις αρμυρά το καθετί;
Δεν ήμουν έμπορας εκεί ούτε καπνοπώλης
με τον αέρα ζούσα, τύπος ποιητή.

ΓΙΩΡΓΟΣ  ΚΟΤΖΙΟΥΛΑΣ, Α’ τόμος των Απάντων του, ενότητα Ανέκδοτα ποιήματα 1928-1942

 

 

*Η ανάρτηση είναι της καλής φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής.

Πες το με ποίηση (258ο): «Μήνες 2ο: Απρίλης, Μάης, Ιούνης»…

*ΑΠΡΙΛΗΣ

*Παντελής Θαλασσινός – Ένας ευαίσθητος Απρίλης

 

“Απρίλης: Άνοιξη! Δυο σταγόνες θάλασσα τα μάτια σου.

Μια καρδερίνα ανεβοκατεβαίνει σ’ έναν ξύλινο σταυρό.”

 

(Γιάννης Ρίτσος, Σημειώσεις στα περιθώρια του χρόνου)

 

 

 

 

-Κική Δημουλά, «1η Απριλίου»

Ο Απρίλης
—φημισμένος κηπουρός—
πήδηξε το πρωί στον χέρσο κήπο μου
κι ένα εξαίσιο έμπηξε τριαντάφυλλο.

Η άνοιξη,
κρυμμένη πίσω απ’ το τριαντάφυλλο,
βλέπει την έκπληξή μου και γελάει,
ενώ με την απέραντη χαρά μου
παρασημοφορεί τον μάγο κηπουρό

(Κική Δημουλά, Ποιήματα (εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα, 1998)

 

 

 

-Κ. Παλαμάς, “Ο Απρίλης και η Αυγή”

 

Ταίρι νιόνυμφο προβαίνει/ ο Απρίλης κι η Αυγή,

να του στρώσει το προσμένει/ νυφικό κρεβάτ’ η Γη.

Χίλια δώρα ετοιμάζει/ για το ταίρι π’ αγαπά,

τα ξεθάφτει, σα χαλάζι/ πλούτη ατίμητα σκορπά.

Εις τους κήπους άνθη χύνει/ και πουλιά στις λαγκαδιές,

Στα πουλιά τραγούδια δίνει,/ και στα άνθη ευωδιές.

Τη δροσιά κάνει να λάμπει/ σα διαμάντι στα κλαριά,

άνθος φτερωτό την κάμπη/ αεράκι το βοριά.

Και τα δέντρα φουντωμένα,/ πράσινα, βαθιά, ανοιχτά,

μόλις βγήκαν νιοβαμμένα/ απ’ τα χέρια της κι αυτά.

Ειν’ η λίμνη πιο γαλάζια, πιο καθάρια η ρεματιά,

πιο πολλά εχ’ η κόρη νάζια/ κι ο έρωτας ψευτιά.

Ταίρι νιόνυμφο προβαίνει/ ο Απρίλης κι η Αυγή,

να του στρώσει το προσμένει/ νυφικό κρεβάτ’ η Γη.

 

(Κ. Παλαμάς, Άπαντα, τ. 1ος, Γκοβόστης)

 

 

 

-Διονύσιος Σολωμός, «Ελεύθεροι πολιορκημένοι»

(απόσπασμα)

 «Ο  Απρίλης  με  τον  Έρωτα  χορεύουν  και  γελούνε,

Μάγεμα  η  φύσις  κι  όνειρο  στην  ομορφιά  και  χάρη,

Η  μαύρη  πέτρα  ολόχρυση  και  το  ξερό  χορτάρι`

Με  χίλιες  βρύσες  χύνεται,  με  χίλιες  γλώσσες  κρένει`

Όποιος  πεθαίνει  σήμερα  χίλιες  φορές  πεθαίνει.

Τρέμ’  η  ψυχή  και  ξαστοχά  γλυκά  τον  εαυτό  της…

 Έστησ’  ο  Έρωτας  χορό  με  τον  ξανθόν  Απρίλη,

Κι  η  φύσις  ηύρε  την  καλή  και  τη  γλυκιά  της  ώρα,

Και  μες  στη  σκιά  που  φούντωσε  και  κλει  δροσιές  και  μόσχους

Ανάκουστος  κιλαϊδισμός  και  λιποθυμισμένος.

Νερά  καθάρια  και  γλυκά,  νερά  χαριτωμένα,

Χύνονται  μες  την  άβυσσο  τη  μοσχοβολισμένη,

Και  παίρνουνε  το  μόσχο  της,  κι  αφήνουν  τη  δροσιά  τους, 

Κι  ούλα  στον  ήλιο  δείχνοντας  τα  πλούτια  της  πηγής  τους,

Τρέχουν  εδώ,  τρέχουν  εκεί,  και  κάνουν  σαν  αηδόνια.

Εξ’  αναβρύζει  κι  η  ζωή  σ’  γη,  σ’  ουρανό  σε  κύμα.

Αλλά  στης  λίμνης  το  νερό,  π’  ακίνητό  ‘ναι  κι  άσπρο,

Ακίνητ’  όπου  κι  αν  ιδείς,  και  κάτασπρ’  ως  τον  πάτο,

Με  μικρόν  ίσκιον  άγνωρον  έπαιξ’  η  πεταλούδα,

Που  ‘χ’  ευωδίσει  τς  ύπνους  της  μέσα  στον  άγριο  κρίνο.

Αλαφροίσκιωτε  καλέ,  για  πες  απόψε  τι  ‘δες`

Νύχτα  γιομάτη  θαύματα,  νύχτα  σπαρμένη  μάγια!

Χωρίς  ποσώς  γης,  ουρανός  και  θάλασσα  να  πνένε,

Ούδ’  όσο  καν’  η  μέλισσα  κοντά  στο  λουλουδάκι,

Γύρου  σε  κάτι  ατάραχο   π’  ασπρίζει  μες  στη  λίμνη,

Μονάχο  ανακατώθηκε  το  στρογγυλό  φεγγάρι,

Κι  όμορφη  βγαίνει  κορασιά  ντυμένη  μες  το  φως  του.» 

 

 

 

 

-Γιάννης Ρίτσος, «Παιχνίδια του ουρανού και του νερού»

(απόσπασμα)

XVIII

Μες στο δάσος μες στη νύχτα/ μια τρυπίτσα είναι τ’ αστέρι

τρέχει από κει μέσα, τρέχει/ τρέχει ρυάκι το φλουρί

ρυάκι το μαργαριτάρι/ γέμισα τις τσέπες μου

γέμισα τα χέρια μου/ δεν μπορώ να σταματήσω

πάρτε τά μου ή πάρτε με

με τα χέρια λεύτερα/ τον Απρίλη να μπατσίσω.

 

 

 

 

 

-Ο. Ελύτη, «Το ημερολόγιο ενός αθέατου Απρίλη»

 

(απόσπασμα)

 

Ολοένα σφύριζε ο αέρας κι ολοένα σκοτείνιαζε

Κι ολοένα έφτανε η μακρινή φωνή στ’ αυτιά μου:

«μια ζωή ολόκληρη»… «μια ζωή ολόκληρη…»….

Άραγες να ‘ναι η μοναξιά σ’ όλους του κόσμους ίδια;

…………………………………

Ολοένα σφύριζε ο αέρας κι ολοένα σκοτείνιαζε

Κι ολοένα έφτανε η μακρινή φωνή στ’ αυτιά μου:

«μια ζωή ολόκληρη»… «μια ζωή ολόκληρη…»….

Στον αντικρινό τοίχο οι σκιές των δέντρων παίζουν κινηματογράφο.

Κάπου, φαίνεται, θα διασκεδάζουν

Μόλο που δεν υπάρχουν διόλου σπίτια ή άνθρωποι

Ακούω κιθάρες κι άλλα γέλια που δεν είναι σιμά

Μπορεί και μακριά πολύ μέσα στων ουρανών τα αποκαΐδια

Την Ανδρομέδα, την Άρκτο ή την Παρθένο…

Άραγες να ‘ναι η μοναξιά σ’ όλους του κόσμους ίδια;»

 

 

 

 

-Τ S Eliot,  «Έρημη Χώρα»   

(απόσπασμα) 

«Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός, γεννώντας

Μες απ’ την πεθαμένη γη τις πασχαλιές, σμίγοντας

Θύμηση κι επιθυμία, ταράζοντας

Με τη βροχή της άνοιξης ρίζες οκνές.

Ο χειμώνας μας ζέστανε, σκεπάζοντας

Τη γη με το χιόνι της λησμονιάς, θρέφοντας

Λίγη ζωή μ’ από ξερούς βολβούς.

Ποιες ρίζες απλώνονται γρυπές, ποιοι κλώνοι δυναμώνουν

Μέσα στα πέτρινα τούτα σαρίδια; Γιε του Ανθρώπου,

Να πεις, ή να μαντέψεις, δεν μπορείς, γιατί γνωρίζεις μόνο

Μια στοίβα σπασμένες εικόνες, όπου χτυπάει ο ήλιος,

Και δε σου δίνει σκέπη το πεθαμένο δέντρο, κι ο γρύλος ανακούφιση

Κι η πέτρα ήχο νερού

Κείνο το λείψανο που φύτεψες στον κήπο σου τον άλλο χρόνο

Άρχισε να βλασταίνει; Πες μου, θα ανθίσει φέτο;»

 

 

 ………………………………………………

 

*Μάης

*Παντελής Θαλασσινός – Ο Μάης έχει μυστικά

 

«Μάης, και η δριμύτης της ανοίξεως είναι φιλί που ‘χω στο στόμα»

(Α. Εμπειρίκος, Ο πλόκαμος της Αλταμίρας)

 

 

“Κλωνάρια λέξεων αδημονούν για Μάιο. Καθώς δραπέτες

φωτοστέφανων του Angelico μια θέση αγίου διεκδικούν μέσα στο ποίημα.”

(Ο. Ελύτης, Εκ του πλησίον)

 

 

 

“…Βίτσα τουλίπα μάγουλο της έγνοιας

Σπλάχνο δροσάτο της φωτιάς

Θα ρίξω ανάσκελα τον Μάη θα τον σφίξω στα μπράτσα μου

Θα τον δείρω τον Μάη θα τον σπαράξω.”

 

(Ο. Ελύτης)

 

 

 

-Οδυσσέας Ελύτης, «Η Πρωτομαγιά»

 

Πιάνω την άνοιξη με προσοχή και την ανοίγω:

Με χτυπάει μια ζέστη αραχνοΰφαντη

ένα μπλε που μυρίζει ανάσα πεταλούδας

οι αστερισμοί της μαργαρίτας όλοι αλλά

και μαζί πολλά σερνόμενα ή πετούμενα

ζουζούνια, φίδια, σαύρες, κάμπιες και άλλα

τέρατα παρδαλά με κεραίες συρμάτινες

λέπια χρυσά λαμέ και πούλιες κόκκινες

 

Θα ‘λεγες, έτοιμα όλα τους να παν

στο χορό των μεταμφιεσμένων του Άδη.”

 

(Ο. Ελύτης, Ημερολόγιο ενός αθέατου Απρίλη, Ίκαρος)

 

 

 

 

-Κωστής Παλαμάς, [Μπήκε ο Μάης]

“Και τώρα μπήκε ο Μάης ο μήνας μπήκε

με την Πρωτομαγιά του,

τη χαροκόπα θυγατέρα,

και να στ’ απλόχωρο λιβάδι,

στ’ ολόχλωρο, στ’ ολανθισμένο,

μεθάει και σκούζει και φρενιάζει

της γυφτουριάς το πανηγύρι,

το πανηγύρι της Κακάβας.

Κ’ η ρεματιά που το χωρίζει

το ένα τ’ απλόχωρο λιβάδι

σε δυο αδερφάκια λιβαδάκια,

βλέπει απ’ το μια της άκρη, βλέπει

κι από την άκρη της  την άλλη,

σε μια τριγύρω νερομάννα,

γιορτή παράξενη μεγάλη

το χρόνο μια φορά,

στο έμπα του Μάη του μήνα,

στ’ άνθια του Μάη και τη χαρά.”

 

(Κ. Παλαμάς, «Το πανηγύρι της Κακάβας» από το «Δωδεκάλογο του γύφτου»)

 

 

 

“Αύριο θα κόψουμε/ κάτι λουλούδια

αύριο θα ψάλουμε κάτι τραγούδια

εις την πολύανθη/ Πρωτομαγιά”  

 

(Δ. Σολωμός)

 

 

 

-“Του Μαΐου ροδοφαίνεται η μέρα
που ωραιότερη φύση ξυπνάει
και την κάνουν λαμπρά και γελάει
πρασινάδες, αχτίδες, νερά.
Άνθη κι άνθη βαστούνε στο χέρι
παιδιά κι άντρες, γυναίκες και γέροι
ασπροεντύματα, γέλια και κρότοι,
όλοι οι δρόμοι γιομάτοι χαρά.
Ναi, χαρείτε του χρόνου τη νιότη,
άνδρες, γέροι, γυναίκες παιδιά.”

(Διονύσιος Σολωμός)

 

 

 

 

-Κική Δημουλά, “B’ προβολής

…………………………..

Βροχή στα βόρειά μου του Μαΐου.

Ένα δάσος εκφωνεί τον πανηγυρικό

κίνδυνο της πυκνότητας. Παπαρούνες

ντυμένες το παραδοσιακό τους

δηλητήριο χορεύουν τοπικό κατακόκκινο.

Συγκινημένο το άγαλμα της απορίας μου:

τι θα πει Μάιος σιγά σιγά

με την πάροδο των λέξεων;

 

Βροχή στα βόρειά μου του Μαΐου.

Τα φύλλα των δέντρων

κανιβαλικά χοροπηδούν πάνω στον ήχο.

Ανακινείται δυνατά το σφραγισμένο χώμα

πετάγεται με πάταγο ο φελλός του στεγνού

πίδακες νωπότητας καταβρέχουν

την ντροπαλή αρχή των αρωμάτων.

Χλόη δοκιμάζει τα φτερά της

στους χαμηλούς του χαρακτήρα της ανέμους.

 

Παίζουν κρυφτό τα βόρειά μου

με τα μικρότερά τους χαμομήλια

και η ψυχή κυνηγητό με λάθη

πάντα μεγαλύτερά της- η αιωνία

άνοιξη του αταίριαστου.

 

Βροχή στα βόρειά μου του Μαΐου.

Και τι θα πει Μάιος σιγά σιγά

Με την πάροδο των λέξεων

και ποιος με έφερε εδώ σ’ αυτήν

την τόσο απομακρυσμένη ερώτηση

απ’ το σώμα μου και τώρα πώς

– θέλω τη μάνα μου θέλω τη μάνα μου

να με κουμπώσει στην αρχή μου.  

 

Στο διάολο πα’ να φύγω

το ‘χω ξαναδεί αυτό το έργο

κάποιος παρατάει κάποιον

σε μιαν απομακρυσμένη ερώτηση

ειδοποιούν τα δέντρα τις αρχές τους

πιστολίδι σειρήνες πυροσβεστικές στιγμές

αλλόφρον πλήθος λέξεων κυνηγάει

έναν έρωτα, πιάστε τον, πιάστε τον.

 

Τελικά ο άνθρωπος ήταν αθώος

αφέθηκε ελεύθερος

απλή συνωνυμία αποδείχτηκε

– όλοι οι έρωτες έρωτες λέγονται.  

Κι έτσι καθώς γκρο πλαν απομακρύνεται

ο τύπος μάγκικα λιγάκι αθωωμένος

στραβά ριγμένο το σφύριγμα στις τσέπες

πιάνει εντελώς ξεκρέμαστα κουλτουριάρικα

τελείως ακαταλαβίστικα

μια φυλλοποντή/ μα μια φυλλοποντή.”

 

(Κική Δημουλά, Ποιήματα, εκδ. Ίκαρος)

 

 

 

-Νίκος Γκάτσος, «Απόσπασμα από την Αμοργό»

 Ήταν του Μάη το πρόσωπο
του φεγγαριού η ασπράδα
ένα περπάτημα ελαφρύ
σαν σκίρτημα του κάμπου

Κι αν θα διψάσεις για νερό
θα στίψουμε ένα σύννεφο
κι αν θα πεινάσεις για ψωμί
θα σφάξουμε ένα αηδόνι

 

 

……………………………………………

 

*Ιούνης

*Παντελής Θαλασσινός – Τον έκτο μήνα τον καλό

 

 

-Γιάννης Ρίτσος, «Ιούνιος μήνας»

Είχαν αρχίσει οι ζέστες – Ιούνιος μήνας –
άλλαζες κάθε τόσο θέση στο κρεβάτι

ζητώντας το δροσερό μέρος στα σεντόνια,
μη βρίσκοντας δροσιά. Κι αυτή η ταυτόχρονη
καταδίκη και αθώωση. Φωνάζανε οι γρύλοι.

Οι φρουροί αποκοιμήθηκαν πάνου στα όπλα τους.
Το φεγγάρι στάθηκε να τους κοιτάζει.
Ένα πουλί ξύπνησε.
Το ποτάμι κυλούσε.

(https://www.thessalonikiartsandculture.gr/blog/texnopersona/ioynios-minas-yiannis-ritsos/)

 

 

 

 

-Γ. Σεφέρης, «Μέρες του Ιουνίου ’41»

Βγήκε το νέο φεγγάρι στην Αλεξάνδρεια
κρατώντας το παλιό στην αγκαλιά του
κι εμείς πηγαίνοντας κατά την Πόρτα του Ήλιου
μες στο σκοτάδι της καρδιάς — τρεις φίλοι.

Ποιός θέλει τώρα να λουστεί στα νερά του Πρωτέα;
Τη μεταμόρφωση τη γυρέψαμε στα νιάτα μας
με πόθους που έπαιζαν σαν τα μεγάλα ψάρια
σε πέλαγα που φύραναν ξαφνικά·
πιστεύαμε στην παντοδυναμία του κορμιού.
Και τώρα βγήκε το νέο φεγγάρι αγκαλιασμένο
με το παλιό· με τ’ όμορφο νησί ματώνοντας
λαβωμένο· το ήρεμο νησί, το δυνατό νησί, το αθώο.
Και τα κορμιά σαν τσακισμένα κλαδιά
και σαν ξεριζωμένες ρίζες.
Η δίψα μας
ένιππος φύλακας μαρμαρωμένος
στη σκοτεινή πόρτα του Ήλιου
δεν ξέρει να ζητήσει τίποτε: φυλάγεται
ξενιτεμένη εδώ τριγύρω
κοντά στον τάφο του Μεγάλου Αλεξάντρου.

 

 

 

-Τάκης ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ, «Η τελευταία κραυγή

                     (απόσπασμα)

“Στεγνός επύρωνε κι αθέριστος Ιούνιος μήνας

σε  τούτο το ύψωμα σε φωτεινούς αγρούς…

Τι να ‘ναι αναρωτήθηκα τούτο το κάλεσμα

που έτσι γλυκά σα μέθη ολάκερο με πλημμυρίζει…

Κι όπως λαχτάραγα να σηκωθώ στον ώμο μ’ άγγιξε

το χέρι ανάλαφρο δίνοντας με ταραχή βαθιά.

Σχήμα δεν έβλεπα μα το άγγιγμα…

της παρουσίας αυτής που μ’ αιχμαλώτιζε

μέσα μου εξύπναγε τ’ ανθρώπινο κι η δίψα

πρωτόγονη ακυβέρνητη…

κι εχτύπαγε με δύναμη τις σφραγισμένες θύρες.

Μνήμες δεσπόζουσες τυφλές μαινάδες μνήμες

εντός μου εκραύγαζαν ανάστατες…

Και τότε ορθώθηκα

κι άνοιξα διάπλατα τα κοιμισμένα μάτια κι είδα

το καύχημα του σώματος σε νικητήριαν άνθηση…

Πρώτη ήρθε η Σκίλα ελάφι ανήσυχο…

Καταμεσής στα μάτια ορθή σάρκα μονάχα σάρκα

με τους ηδονικούς αρμούς ολόγυμνους…

κι οι λόγοι που δεν λέγονταν την έκαιγαν σαν δάδα.

Ύστερα η Άλμα με το μαύρο βλέμμα

χαμόγελο αινιγματικό λιγνή κυπάρισσος…

Το σώμα διαφανές μονάχα σώμα η Άλμα

και διαχυθήκαμε κι ιδρώσαμε φριχτά…

Και τελευταία η Λάουρα. Εσμίξαμε γυμνοί

στον αλμυρό γιαλό η θάλασσα έκαιγε το δέρμα.

Για να κερδίσουμε τα έξαλλα σώματα

δοθήκαμε στον άδειο πυρετό.

Κι η Λάουρα χάθηκε όλα χαθήκαν κι ιδού γυμνός

σε τούτο το ύψωμα στον πυρωμένο αγρό.

Κι είπα καιρός να φύγω η μνήμη γίνηκε

μες στο ακυβέρνητο κορμί φωτιά αδυσώπητη…”

(Σύγχρονη ερωτική ποίηση, 42 Έλληνες ποιητές, Καστανιώτης)

 

 

 

-Τζιουζέπε Ουνγκαρέτι, «Ιούνιος»

 

“Όταν/ η νύχτα αυτή/ μου πεθάνει

και σαν τρίτος/ να την κοιτάζω θα μπορώ

κι όταν αποκοιμηθώ/ στο θρόισμα

των κυμάτων/ που έρχονται/ να τυλιχτούν

στο φράχτη από ακακίες/ του σπιτιού μου

Όταν ξαναξυπνήσω/ μες στο κορμί σου

που πάλλεται/ σαν τη φωνή του αηδονιού

Εξαντλείται/ όπως το στιλπνό

χρώμα/ του ώριμου σταριού

Στη διαφάνεια/ του νερού

το μεταξένιο χρυσάφι/ της επιδερμίδας σου

θα θαμπώσει

Καθώς θα ξεπετιέσαι

απ’ τις ηχηρές/ πλάκες

του αγέρα θα ‘σαι/ ίδια/ πάνθηρας

Στις κινούμενες/ κόψεις

της σκιάς/ θα φυλλορροήσεις

Μουγκρίζοντας/ σιωπηλή

στον κουρνιαχτό εκείνο/ θα με πνίξεις

Ύστερα/ τα βλέφαρα θα μισοκλείσεις

Θα δούμε τον έρωτά μας να γέρνει/ σαν δειλινό

Ύστερα θα δω γαληνεμένος

στον ασφάλτινο ορίζοντα/ των ιρίδων σου

να μου πεθαίνουν/ οι κόρες των ματιών

Τώρα/ η αιθρία έχει κλείσει

όπως/ την ώρα ετούτη

στην αφρικάνικη πατρίδα μου/ τα γιασεμιά

Τον ύπνο μου έχασα

Τρεμοσβήνω/ στην άκρη ενός δρόμου

σαν πυγολαμπίδα

Θα μου πεθάνει/ η νύχτα αυτή;”

(Τζιουζέπε Ουνγκαρέτι, Ποιήματα, εκδ. Ίκαρος)

 

 

 

 

-Χαρούλας Βερίγου, «Ιούνιος μήνας και στα μάτια σου ανατέλλω»

Στην αγκαλιά σου,
είχε πάντα ουρανό το καλοκαίρι
Στη θύμηση μου,
ένα ματσάκι γιασεμιά το μεσημέρι
Ιούνιος μήνας
και στα μάτια σου ανατέλλω
απελπισμένα,
στο βαθύ της φαντασίας μου, σε θέλω.

Έρωτας είναι,
άγνωστη χώρα δίχως νόμους και θρησκεία
Η αμαρτία μου, μια κόντρα
σε κανόνες κι όλο αλλάζει ηλικία
Χάρτης η θάλασσα
στα χέρια μου κι η σκέψη σου μελάνι
ό,τι  ονειρεύομαι,
βουλιάζει, δίχως λόγο στο λιμάνι.

Ιούνιος μήνας,
πρώτη νύχτα σινεμά στην επαρχία
Μεγάλη οθόνη,
ένα φεγγάρι, δυο φιλιά στην ησυχία.
Σβήνω τα φώτα
καίω απόψε μοναξιές και τη συνήθεια
πως ξεριζώνεται
απ’ τα χείλη το αλάτι κι η αλήθεια.

Περνώ στο κόκκινο,
χρώματα ντύνεται η ψυχή, παλιός καθρέφτης
ουρλιάζουν δαίμονες,
να δραπετεύσω, πριν κι ο χρόνος γίνει ψεύτης.
Δάκρυ στο φως,
αυτή τη νύχτα που σκουριάσανε οι λέξεις
στάλες η ζήλια,
μα ήρθε η ώρα σου φωνάζω, να διαλέξεις.

Ιούνιος μήνας,
στο παγκάκι, πόσα παίξαμε στα ζάρια
πάθη και λάθη
της καρδιάς, κλειστά  συρτάρια.
Ιούνιος μήνας,
να πεθαίνεις για μια νύχτα και να ζήσεις
απ’ τα κρυμμένα, μη γυρέψεις εξηγήσεις.

 (https://www.fractalart.gr/iounios-minas-kai-sta-matia-sou-anatellw/)

 

 

Πες το με ποίηση (257ο): «ΑΘΩΟΤΗΤΑ-AΓΝΟΤΗΤΑ»

1.ΑΘΩΟΤΗΤΑ


Δεν ξέρει τίποτα η αυγή
όταν χαράζει ευτυχισμένη
και δυναμώνει
και σε μέρα ξετυλίγεται.

τίποτα
απ’ το σκοτάδι που ζυγώνει.

ΧΡΙΣΤΟΣ ΛΑΣΚΑΡΗΣ

 

&&&&&

 

  1. ΠΑΡΑΠΛΑΝΗΤΙΚΟ

 

Η σιωπηλή αθωότητα της άγνοιας. Πόσες

διαδοχικές αναιρέσεις, σφαλερές διαισθήσεις.

Κοιτούσες το βουνό, το ποτάμι, το σύννεφο.

Τα ωραία κορίτσια χάθηκαν στον κήπο

πίσω από πανύψηλα χρυσάνθεμα.

Η νύχτα

διαστέλλονταν πάνω απ΄ την πόλη.

Κι εσύ

απόμεινες ασάλευτος μέσα στο διχασμό σου,

έχοντας μόνο άλλοθι το άστρο.

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

 

 

 

&&&&&

 

 

3.ΑΘΩΟΤΗΤΑ

Η μητέρα δεν παραδέχεται πως φταίει ποτέ για τίποτα.

Αυτό μας οδηγεί για χρόνια να νομίζουμε πως η μητέρα

για τίποτα ποτέ δεν φταίει.

Όμως αφού δεν φταίει εκείνη, λέμε, ε,

κάποιος άλλος τότε, μα ποιος,

ποιος;

 

Ώστε να μη χρειαστεί να απαντήσουμε εγώ,

κλείνουμε οι τρεις τα μάτια μας

και κλέφτικα πάλι σφυρίζουμε

προς το υπερπέραν των λευκών σεμέν της.

 

Τα σεμέν είναι τσίλικα, βρίσκονται παντού, κυκλώνουν τον χώρο.

Μεσολαβούν ανάμεσα στις ρώγες των δαχτύλων μας και σε κάθε πράγμα.

Οι τρεις τυφλοί τα λέμε μπράιγ και μένουμε να τα διαβάζουμε με την αφή.

Αλλά δεν είναι αυτά γραφή, δεν σημαίνουν κάτι – άλλο είναι.

 

Τον κατάλευκο πολύποδα της αθωότητάς της

η μητέρα τον έπλεκε αιώνες με το τσιγκελάκι.

 

Βασίλης Αμανατίδης,  «μ_otherpoem: μόνο λόγος», Νεφέλη 2014

 

 

ΣΤΑΥΡΟΣ ΛΑΝΤΣΙΑΣ – Αθωότητα

 

 

  1. ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΑ ΕΩΣ ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΑ  ΑΘΩΟΣ


ο καλοκαιρινός μου ίσκιος
μακρύς, λεπτός κι αγέρωχος
ούτε μια μέρα πάνω απ’ τα δεκαοχτώ

αν το παιδί πράγματι είχε πει
ο βασιλιάς είναι γυμνός
μετά την πρώτη έκπληξη
τον πρώτο ίσως θαυμασμό και φθόνο
θα επέπιπτε ως είθισται η εξουσία
με τους λακέδες και τις πόρνες της
να το κατασπαράξει

ως είθισται αιώνες τώρα

καμία έκπληξη λοιπόν
όταν καλείται η αθωότητα να απολογηθεί
καμία έκπληξη όταν δοξάζεται η ατιμία
ούτε ίχνος παραπόνου
γι’ αυτά και τα χειρότερα
να βλέπουμε μονάχα και να ξέρουμε
και να μην επιτρέπουμε την αυταπάτη

και να κρατάμε ακέραια
στο στήθος μας την έκρηξη

ο καλοκαιρινός μου ίσκιος
μακρύς, λεπτός κι αγέρωχος
ούτε μια μέρα πάνω απ’ τα δεκαοχτώ

Τόλης Νικηφόρου, Την κοκκινόμαυρη ανεμίζοντας της ουτοπίας (1997)

 

&&&&&

 

5.ΜΕ  ΜΑΤΙΑ  ΑΘΩΑ, ΜΑΤΙΑ  ΕΚΣΤΑΤΙΚΑ

 

διαθέτει πρόσκληση διαρκείας

σε υποδοχές και δεξιώσεις

με αναμμένους όλους τους πολυελαίους

όμως εκείνο πάντα απουσιάζει

 

εκείνο πάντα επιλέγει

μια ανύποπτη στιγμή

κάποιον με μάτια αθώα

μάτια εκστατικά

μόνο στην ερημιά του

τότε αναδύεται στο φως το θαύμα

TOΛΗΣ  ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ, «Φωτεινά παράθυρα», Μανδραγόρας, 2014

 

&&&&&

 

6.KAI OYTE  KAN  ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΗΣ

υπάρχουν, είπε, μυριάδες ενοχές
η αθωότητα όμως είναι μία
μία και μόνη στη δική της χώρα
και ούτε καν γνωρίζει τ’ όνομά της
έκθαμβη μέσα στα θηρία περιφέρεται


όλα τα βλέπει
όλα τα ανέχεται
σ’ όλα σκορπίζει το δικό της φως
φως ολοφάνερο και μυστικό
που σβήνει και δεν χάνεται
με χίλια χρώματα λευκό
απορημένο φως

μικρό μου χειμωνιάτικο πουλί
ανυπεράσπιστο τραγούδι τ’ ουρανού

ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ

 

&&&&&

 

7.Ο ΠΟΙΗΤΗΣ  ΕΙΝΑΙ  ΑΘΩΟΣ

Ο ποιητής υποφέρει           Ο ποιητής υποφέρει
γιατί έχει χάσει το δρόμο και πού πηγαίνει δεν ξέρει
και περπατά δίχως μνήμη σ’ αυτή τη χώρα του νότου
ενώ ένα μαύρο ποτάμι μπαίνει συχνά στ’ όνειρό του

Ο ποιητής δε γνωρίζει μόνο αγρυπνά και δακρύζει
σαν να τον κράζουν οι ρίζες υπόγειους κήπους σκαλίζει
και μέρα νύχτα τα ερείπια της ύπαρξής του ανασκάβει
κι ένα σκυλί σκοτωμένο μέσα στα τρόχαλα θάβει

Κι άλλοτε πάλι μονάχος κωπηλατεί σε μια λίμνη
και λυπημένος κοιτάζει την άδεια θέση στην πρύμνη
Κι ενώ απ’ τα βάθη των χρόνων ένα παιδί τον φωνάζει
νιώθει που η βάρκα του γέρνει κι αγάλι αγάλι βουλιάζει

Κι ακούει μια μάνα να λέει την ίδια πάντα ιστορία
Κρυμμένη πίσω από ράφια και σκονισμένα βιβλία
Κι όπως η νύχτα ζυγώνει και το σκοτάδι πυκνώνει
Βλέπει -απ’ αλλού- το κορμί του να το σκεπάζει το χιόνι


ΟΡΕΣΤΗΣ ΑΛΕΞΑΚΗΣ, Μου γνέφουν, 2000

 

&&&&&

 

 

8.ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ  ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ

 

Θυμάμαι

 

Τη γλύκα ενός κομματιού κέικ

βουτηγμένου στο γάλα

μ΄ έντονη γεύση βουτύρου

 

Ένα γλυκό κυδώνι 

μαστορικά φτιαγμένο

μ΄ όλο το άρωμα 

των φρούτων της χρονιάς

 

Το χαμόγελο της μάνας μου

-παράδεισος επί της γης-

τη βιαστική καλημέρα του πατέρα

μ΄ ένα φιλί καπνού σε σύννεφα.

 

Μέλι του πρωινού μας ήταν

η πρωτινή τους αγάπη…

 

Τη γιαγιά που σκεφτόταν φωναχτά

όταν άνοιγε φύλλο

-αγαπούσε, η καημένη, πολύ την εκκλησία-

 

Τη ζεστή αγκαλιά του παππού

αρματωμένη παραμύθια κι ιστορίες απ΄ τον πόλεμο

 

Τη ρόδινή μου κάμαρη

με τις κούκλες και τα βιβλία σωρό

-στρατός σε παράταξη-

 

Τις πολυθρόνες στο σαλόνι

με το σταμπαριστό βελούδο

πάνω τους αναπαύονταν πίνοντας τσάι

κυρίες του «καλού κόσμου»

 

Θαυμάζοντας με φθόνο

τις γαλλικές πορσελάνες του μπουφέ.

 

Θυμάμαι

Τα περίτεχνα εργόχειρα της μαμάς

Τη «θεία Λένα» στο ραδιόφωνο 

Και την «Πικρή μικρή μου αγάπη»

 

Τις μίνι φούστες της Μαρίας

που μας πρόσεχε

 

Τα κυριακάτικα ραντεβού της

με τον Μανώλη τον φαντάρο

«το αίσθημά» της

 

Τα θλιμμένα πρωινά

της Μεγαλοβδομάδας

 

Τη μυρωδιά της αλισίβας

στο πλυσταριό

 

Τον κήπο μας με τις αγριοτριανταφυλλιές,

τα ζουμπούλια, τους πανσέδες,

τους μενεξέδες και τη ροδιά.

 

Η κληματαριά στην μπροστινή αυλή

δε χόρταινε ν΄απλώνεται

και να δροσίζεται

πυρωμένα μεσημέρια

και απογευματινά «ζουρ φιξ»

 

Θυμάμαι

Τ΄ ασπρόμαυρα πλακάκια-σκακιέρα

πάνω τους χορεύαμε ταγκό,

τσα-τσα-τσα και μάμπο

 

Τον σκύλο μας τον Τζακ

που λάτρευε τις μέντες

Τις γελαστές γειτόνισσες

Που ΄λεγαν το φλιτζάνι

 

Τα παιδιά της γειτονιάς

με τα λερωμένα μάγουλα

και χέρια

τα ξύλινα σπαθιά

τα πατίνια και τις σβούρες.

 

Μια ανοιχτή αγκαλιά ήταν το σπίτι μας…

 

Θυμάμαι ακόμα

Το γαλάζιο,πονεμένο βλέμμα

του αδελφού μου,

όταν του κλείδωσαν το ποδήλατο,

που ΄χε αγοράσει με το χαρτζιλίκι

μιας ολόκληρης χρονιάς.

 

Υπολείμματα από την αθωότητα

της παιδικής ηλικίας

 

Ειρηνικές, γαλήνιες στιγμές

που μ΄ έκαναν ευτυχισμένη

 

Όλες τους

ξανακερδισμένες απ΄ τη λήθη

συνιστούν το τεράστιο οικοδόμημα

της ανάμνησης.

 

Κρατώ ένα κομμάτι ουρανό

πάνω από τη ζωή μου.

Ρένα Πετροπούλου-Κουντούρη, «Όνειρα Ασύνορα», 2006-2009, εκδόσεις Λογοτεχνικού Συνδέσμου Ηρακλείου

 

&&&&&

 

9.Η ΕΣΧΑΤΗ ΑΘΩΟΤΗΤΑ

Να φύγεις
ψυχή τε και σώματι
να φύγεις.

 

Να φύγεις
ν’ απαλλαγείς απ’ τις ματιές
πέτρες πιεστικές
που κοιμούνται στο λαρύγγι.

 

Πρέπει να φύγεις
όχι πια αδράνεια κάτω απ’ τον ήλιο
όχι πια αίμα απελπισμένο
όχι πια κάνοντας ουρά για να πεθάνεις.

Πρέπει να φύγεις.

Αλλά με επίθεση ταξιδιώτισσα!

 

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ Πισαρνίκ. Μτφρ: Βασίλης Λαλιώτης

 

&&&&&

 

10.ΑΘΩΟΙ

Αρχίσαμε νωρίς το παιχνίδι που τελειώνει αργά
δώσαμε την ευχή στους ζωντανούς, κλείσαμε το παράθυρο
και μετά αντικρίσαμε τις μορφές
πάνω στο ταβάνι, δίπλα στον τοίχο, παντού.

Το νερό πια είναι πικρό και αλμυρό
σαν τους σκυφτούς εργάτες των ναυπηγείων
που δουλεύουν μέσα στα σίδερα του χειμώνα
και το αγιάζι γίνεται αίμα τους
κι οι καπετάνιοι περιμένουν σινιάλο
για να σηκώσουν άγκυρα, για να σηκώσουν τη ζωή μας
λίγο πιο ψηλά, μεταξύ ουρανού και θάλασσας
ενώ στη στεριά τα ίδια και τα ίδια ανέκδοτα χωρίς γέλιο
μια βουβή κατάληξη κάθε φθόγγος, κάθε ήχος
κι εσύ να χαίρεσαι τη λύπη σου σαν κι εμάς
που έχουμε αντλήσει τα χρώματα απ’ τις πληγές·


προχωράμε με βήματα άχαρα και κίτρινα
μια αρρώστια εγκυμονεί στα όνειρά μας
ανήλικα σώματα κοριτσιών προσφέρουν τη γύμνια τους
κι ενώ πλησιάζει η Πρωτοχρονιά χωρίς υποσχέσεις
μονάχα ύμνοι και ψαλμωδίες από το ράδιο
ηχούν στ’ αυτιά μας σαν μια χαμένη πατρίδα
χωρίς πόλεμο, χωρίς μάχη.

Κύριε των συναισθημάτων και της ευαισθησίας
δώσε πνοή στις μελαγχολικές μας Κυριακές
δος ημίν μια καθαρή μέρα, μια έναστρη νύχτα
σκέπασε με μανδύες τις ωραιοπαθείς καλλονές
που ενοχλούν τα μάτια μας – είμαστε αθώοι.

Γιώργος Γκανέλης, Ο Σκοπευτής της Μνήμης

 

 

 

Πες το με ποίηση (256ο): «Πρώτος – τελευταίος»…

*Η Πρωτη Ανοιξη – Λαυρεντης Μαχαιριτσας

 

-Κ. Π. Καβάφης, «Το πρώτο σκαλί»

Εις τον Θεόκριτο παραπονιούνταν
μια μέρα ο νέος ποιητής Ευμένης∙
«Τώρα δυο χρόνια πέρασαν που γράφω
κι ένα ειδύλλιο έκαμα μονάχα.
Το μόνον άρτιόν μου έργον είναι.
Αλίμονον, είν’ υψηλή το βλέπω,
πολύ υψηλή της Ποιήσεως η σκάλα∙
κι απ’ το σκαλί το πρώτο εδώ που είμαι
ποτέ δεν θ’ ανεβώ ο δυστυχισμένος».
Είπ’ ο Θεόκριτος∙ «Αυτά τα λόγια
ανάρμοστα και βλασφημίες είναι.
Κι αν είσαι στο σκαλί το πρώτο, πρέπει
να ’σαι υπερήφανος κι ευτυχισμένος.
Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι∙
τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα.
Κι αυτό ακόμη το σκαλί το πρώτο
πολύ από τον κοινό τον κόσμο απέχει.
Εις το σκαλί για να πατήσεις τούτο
πρέπει με το δικαίωμά σου να ’σαι
πολίτης εις των ιδεών την πόλη.
Και δύσκολο στην πόλη εκείνην είναι
και σπάνιο να σε πολιτογραφήσουν.
Στην αγορά της βρίσκεις Νομοθέτας
που δεν γελά κανένας τυχοδιώκτης.
Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι∙
τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα».

(Κ. Π. Καβάφης, Άπαντα ποιητικά, Ύψιλον/βιβλία)

 

 

 

-Νίκος Καρούζος, «ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΠΡΩΤΟΣ»

__ Σα να μην υπήρξαμε ποτέ
κι΄ όμως πονέσαμε απ΄ τα βάθη.
Ούτε που μας δόθηκε μια εξήγηση
για το άρωμα των λουλουδιών τούλάχιστον.
Η άλλη μισή μας ηλικία θα περάσει
χαρτοπαίζοντας με το θάνατο στα ψέματα.
Και λέγαμε πως δεν έχει καιρό η αγάπη
να φανερωθεί ολόκληρη.
Μια μουσική
άξια των συγκινήσεών μας
δεν ακούσαμε.
Βρεθήκαμε σ΄ ένα διάλειμμα του κόσμου,
ο σώζων εαυτόν σωθήτω.

__ Θα σωθούμε από μια γλυκύτητα
στεφανωμένη με αγκάθια.
Χαίρετε άνθη σιωπηλά
με των καλύκων την περισυλλογή,
ο τρόμος εκπλεπτύνεται στην καρδιά σας.
Ενδότερα ο Κύριος λειτουργεί,
ενδότερα υπάρχουμε μαζί σας.
Δεν έχει η απαλή ψυχή βραχώδη πάθη
και πάντα λέει το τραγούδι της υπομονής.
Ω, θα γυρίσουμε στην ομορφιά
μια μέρα …
Με τη θυσία του γύρω φαινομένου
θα ανακαταλάβει η ψυχή τη μοναξιά της.

(Ν. Καρούζος, Τα ποιήματα, Ίκαρος)

 

 

*Χάρις Αλεξίου – Η πρώτη αγάπη

 

 

-Κωστής Παλαμάς, «Η πρώτη αγάπη»

 

Την ώρα που κατάλαβα την πρώτη αγάπη,

ω τρισευγενική καλόβουλη παιδούλα,

γρίκησα τρόμο νέο σαν τη βασιλοπούλα,

αγνάντια στη μαγεύτρα βέργα ενός Αράπη.

Συντρόφισσα που μου άνθισες τα πρώτα χρόνια,

μακριά σου έφυγ’ αμέσως, μήτε με ξανάειδες,

ανήμερες μου πήραν τη μιλιά νεράιδες,

ολόβολο μ’ αρπάξαν πονηρά τελώνια.

Ψυχή, κορμί, το είναι μου όλο ακόμα φρίττει

από το ξάφνιασμά σου, αιωνία γυναίκα!

Κι ήσουν για με καθώς η μακρυσμένη Μέκκα

για του πιστού την προσευχή προς τον προφήτη.

Ω Μέκκα μακρινή και ω τρομάρα αιωνία

του λευκού πόθου με φτερά ενός μαύρου φταίστη,

του βασιλιά του Έρωτα σαν τον Ορέστη

κυνηγημένου από φιδόμαλλη Ερινύα…

 

(http://www.greek-language.gr/digitalResources/literature/tools/concordance/browse.html?cnd_id=7&text_id=1378)

 

 

*Γιώργος Νταλάρας – Η Πρώτη Ανάσταση

 

 

-Κωστής Παλαμάς, «Πρώτη νύχτα»

1

Είπε ο μεγάλος ποιητής: «Μες στα σκοτάδια το πιο βαθύ σκοτάδι είν’ η ψυχή. Ο άντρας της γυναίκας είναι το αίνιγμα, κι εσύ, γυναίκα, η σφίγγα του άντρα είσαι κι εσύ. Ένας γκρεμός μέσα μου χάσκει, μαύρος νόμος, οϊμένα, οϊμέ! Το δικό μου γκρεμό κανείς δεν ξέρει, έξω από με».

2

Ω πολυστέναχτη καρδιά και ποθοπλανεμένη, χτυπάς ανυποψίαστη κι ολόβαθα κρυμμένη. Πρόβαλε· η νύχτα γύρω σου ξάπλωσε μαύρη σκέπη· βόγκηξε· δε σ’ ακούει κανείς, κανένας δε σε βλέπει.

3

Ω Μούσα μου, όλοι πέτρα σε φαντάζονται, που σκαλισμένη μισοδείχνεις μιαν ιδέα, δυσκολοσίμωτη του κόσμου και άχαρη, και κάποτε για λίγους μόνο ωραία. Όμως κανένας δε σοφίστηκε τ’ αφτί να βάλει απάνου στη μαρμαρωμένη ν’ ακούσει ένα καρδιόχτυπο, σαν καμπάνα θανάτου να σημαίνει.

4

Δίχως βουλή και δίχως γνώμη, οϊμένα! Ούτε περπάτημα, ούτε λόγος, ούτε χέρια, και μόνο ονείρου ένα μεθύσι προς τ’ αστέρια, προς τα ωραία, προς όλα, προς Εσένα! Και μιας ορμής ντροπή, κι ενός χαμού η φοβέρα, κι εγώ ψυχών ακάθαρτων ο κληρονόμος· κι εκεί, που άθλια γονατίζει μ’ ένας νόμος, έχω φτερά ενός διάφανου γαλάζιου αέρα.

5

Ελεήστε τον, άνθρωποι, ελεήστε, και δεηθείτε, χριστιανοί, για τον αμαρτωλό. Άνοιξε, στόμα αφορισμένο, σιωπηλό, μιαν ιστορία της κόλασης γρικήστε. Πού είναι τα μάτια και τ’ αφτιά πού είναι, για να γρικήσουνε και για να ιδούνε; Στον κόσμο τούτο κι α δε βρίσκονται, από κάπου θα πάρουν είδηση, από κάπου, και θα ’ρθούνε.

6

Στη γη της αρνησιάς, της τύφλας, του πολέμου, κάπου αν υπάρχεις, κρίνε με και μίλησέ μου, Δικαιοσύνη! Δικαιοσύνη! η ζυγαριά σου! Το ξέρω από πρωτύτερα το ζύγιασμά σου! «Κι εγώ τα βλέπω, θα μου πεις, καθώς τα βλέπεις, κι εγώ τα ξέρω σαν εσέ. Μα κάπου αλλού, εκεί πέρα, όσο αξημέρωτ’ είν’ η νύχτα, που κυκλώνει σε, τόσο αβασίλευτη σου πλάθεται μια μέρα».

7

Αγνάντια το παράθυρο· στο βάθος ο ουρανός, όλο ουρανός, και τίποτ’ άλλο· κι ανάμεσα, ουρανόζωστον ολόκληρο, ψηλόλιγνο ένα κυπαρίσσι· τίποτ’ άλλο. Και ή ξάστερος ο ουρανός ή μαύρος είναι, στη χαρά του γλαυκού, στης τρικυμιάς το σάλο, όμοια και πάντα αργολυγάει το κυπαρίσσι, ήσυχο, ωραίο, απελπισμένο. Τίποτ’ άλλο.

8

Πού είστε, Απρίληδες με τ’ άνθια, ωραίες βραδιές με τους γλυκύτατους αποσπερίτες, κι εσείς των όλων υπερκόσμιες ιδέες, κι εσείς Απόλλωνες του Ολύμπου και Αφροδίτες, ασάλευτη του μυστικού τού ονείρου λίμνη, χαρές της λύρας, θεών παιάνες, ηρώων ύμνοι; Πέρασε μια πλατιά πνοή, πνοή χαλάστρα, κι έσβησε κι όλα τα τραγούδια κι όλα τ’ άστρα!

9

Σ’ ένα γκρεμό να πέσεις πήγαινες· ποιό χέρι σε κράτησε; Του είπες: «Χέρι, σ’ το χρωστώ· είσαι τ’ αστέρι που οδηγάει προς το ξανάνθισμα, προς την ανάσταση και προς το λυτρωμό». Και σου αποκρίθη: «Είμαι το χέρι εγώ του ολέθρου, σε γλίτωσ’ απ’ τον ένα το χαμό, για να σε φέρω σε όλους του θανάτους, μέσα σε όλους τους γκρεμούς εγώ!»

10

Τους μενεξέδες έλιωσε το πέταλο του αλόγου, τη φοινικιά τη σώριασε γοργά το αργό πριόνι, του κήπου η πόρτα κλείστηκε, γυρνώ στο σπίτι, πάει, σεισμός το ξεθεμέλιωσε· στο μνήμα πάω, με διώχνει.

11

Και τέτοιος που είμαι, και με τέτοια καρδιά, πουλί ολοτρέμουλο σ’ αρρωστημένα στήθια, από τους δυνατούς και τους μεστούς του κόσμου εγώ ειμαι πιο κοντά στο φως και στην αλήθεια. Γι’ αυτό μουγκρίζει μέσα μου βαθιά, και μ’ όλη την αχάμνια μου και μ’ όλο το μαράζι, προς όλους τους μεστούς και δυνατούς του κόσμου μια καταφρόνεση. Και μου ταιριάζει.

12

Η αγάπη, και όλο κρίνα φέρνω σου, η σκέψη, φέρνω σου τ’ αχτιδωτό στεφάνι, ο πόνος είμαι, τα καρφιά σού φέρνω, είμαι η θυσία, φέρνω το σταυρό· σου φτάνει; Στολίσου με τα κρίνα, ω Μούσα υπέρκαλη, και το στεφάνι φόρεσε τ’ αχτιδωτό, και βάλε τα καρφιά σ’ εμένα, κι εμένα σταύρωσέ με. Δεν πεθαίνω εγώ.

13

Το πέρασμα, το πέρασμα, το πέρασμά σου! Δεν έχει χτες, μήτε αύριο το πέρασμά σου, πάντα έχει σήμερα και πάντα εμπρός μου στέκει και πάντα υφαίνει οράματα και πάντα θάμπη πλέκει. Το πέρασμα, το πέρασμα, το πέρασμά σου! Στα πλάτια των ωκεανών, στα μάκρια των ηπείρων τα μεγαλόπρεπα πουλιά και τα καράβια ντρόπιασε, και μάχεται με τους ρυθμούς των ιερών Ομήρων.

14

Με ξεριζώσανε και ανήμπορο με πήρανε του πόνου τα ποτάμια, κι έκλαψα, κι έκλαψα· τα δάκρυα μου σ’ ένα γυαλί τα φύλαξε κακόπραγη μια Λάμια. «Άνθρωποι, λέει, εσείς, που η Μοίρα καταριέται, να καταφρονεθείτε από βαριάν ορφάνια, χάνοντας μια τη σιωπή και μια την περηφάνια, πάρτε και πιέτε!»

15

Πατέρα και μητέρα δεν τους γνώρισα, ο αντίλογος μ’ ανάθρεψε, με πότισε το μίσος, γύρω μου τιποτένιοι, η έχτρα αυτοκρατόρισσα, λίγη φροντίδα μέσα μου και πόλεμος περίσσος. Γι’ αυτό και την Αγάπη σαν επρωταπάντησα, να φέρνει όλα τα όνειρα, να σέρνει όλα τα πάθια, με ξάφνισε σαν Ατλαντίδα αγνώριστη γιγάντισσα, που θα ’βγαινε από θάλασσας ολάνοιχτης τα βάθια.

16

Του Λόγου εσύ νεράιδα, της μητέρας μου και της ψυχής μου γλώσσα, καταφρόνια μύρια σκάψαν την όψη σου, έσκυψαν το μέτωπό σου· στυλώσου ορθή! Σου τραγουδώ τα νικητήρια! Από τους κόσμους του Αύριο το μήνυμα της νίκης εγώ σού φέρνω, ως αστεριού, που ώς εδώ κάτου η λάμψη του ύστερ’ από χρόνους θά ’ρθει. Ω γλώσσα της Ρωμιοσύνης, ω νικήτρα του θανάτου!

17

Μες στου χειμώνα την καρδιά, της μυγδαλιάς τα λούλουδα, από τον ήλιο ιλάρωσε κι ο θυμωμένος μήνας, της ομορφιάς γύρω τριγύρω ένα στεφάνι πλέκετε, ξέσκεποι βράχοι και βουνά γραμμένα της Αθήνας. Τα χιόνια είναι στον Πάρνηθα σαν άνθισμα κι αυτά, χαϊδεύει τον Κορυδαλλό δειλή χλωράδα ονείρου, του θείου του Βράχου του γελά η Πεντέλη, κι ο Υμηττός ακούει γειρτός το ερωτικό τραγούδι του Φαλήρου.

18

Κακός; Μακάρι να ήσουνα· κάτι χειρότερο είσαι· άπλωσες χέρι ανάξιο στη λύρα την ιερή, και πήρεν όχλος άμαθος το πεζοδρόμο τρίκλισμα για το τραγούδι το χρυσόφτερο· κι εσύ θρονιάστηκες αστόχαστος παράπλευρα στον Ποιητή, και μήτε βρέθηκε κανείς να σε τραβήξει, κοίτα! Κι αντί να σε καταφρονέσει ο δίκαιος, οργίστηκε· όμως μια δόξα είναι για σε του στίχου του η σαΐτα!

19

Αμίλητη ώρα και αζωγράφιστη, για σε την όλη μέρα ζει κι όλη αγρυπνάει τη νύχτα, για σένα στο σκυλί το πεινασμένο μέσα του κι απόξω στο σκυλί της λύσσας κράζει: «Αλύχτα, φάγε, δεν τρέμω σε». Για σένα υπάκοα βαστάει και σάρκας και ψυχής αργά βασανιστήρια. Κι έρχεσαι. Φέρνεις τα φαρμάκια, φέρνεις τα περίγελα, σε ντύματα βασιλικά και σε χρυσά ποτήρια.

20

Του σκλάβου ο σκλάβος είμ’ εγώ ο ανέλπιδος, το λυτρωτή δεν τον προσμένω πλια, πάω καθώς πάει του ρηχού νερού τ’ αργό ξεψύχισμα, προς την παντέρμη ακρογιαλιά. Μα όλα τα ξέχασα, τα ξέχασα, τα ξέχασα, και σα Μεσσίας υψώνομαι σε νέα μια γης Ιουδαία, κάθε που γέρνεις και φυσάς προς τα μαλλιά μου την απαλήν ιερή πνοή σου, ω Μούσα Ιδέα!

(http://www.greek-language.gr/digitalResources/literature/tools/concordance/browse.html?cnd_id=1&text_id=1432)

 

 

 

– ΤΕΛΛΟΣ ΑΓΡΑΣ, «Πρώτη μέρα στο σχολειό»

«Τόση βιάση και σπουδή;
Για πού πας, καλό παιδί; 

Κίνησες νωρίς-νωρίς 

και τρεχάτος προχωρείς;

 

Στάσου δα να διασκεδάσεις 

με τις ομορφιές της Πλάσης! 

Κόψε απ᾿ τα περβόλια πάλι 

του χινόπωρου τα κάλλη!»

 

«Να σταθώ; Δεν ευκαιρώ, 

γιατί πάω στο φτερό. 

Και που πάω, να στο πω; 

Στο σχολειό μου π᾿ αγαπώ!

 

Άνοιξε για πρώτη μέρα. 

Βλέπεις τα παιδιά εκεί πέρα; 

Έχουν μόνα τους ταιριάξει 

χωριστά κάθε μια τάξη».

 

«Είσαι, βλέπω, μαθητής. 

Μα στον ώμο τι κρατείς, 

που με τη ματιά την πρώτη 

σ᾿ έκαμα για στρατιώτη;»

 

«Είναι τ᾿ άρματά μου αυτά, 

τ᾿ ακριβά τ᾿ αγαπητά: 

Το κοντύλι μου κι η πλάκα, 

το βιβλίο μου στη σάκα.

 

Κι έλα πια να σε χαρώ, 

με ρωτάς κι αργοπορώ… 

Είναι η ώρα περασμένη,
άκου, ο κώδωνας σημαίνει».
 

( https://antexoume.wordpress.com/)

 *Γιάννης Κότσιρας, «Η πρώτη μας φορά»

 

 

-Μιλτιάδης Μαλακάσης, «Πρῶτοι στίχοι»

Μ᾿ ἀρέσει ν᾿ ἀνοίξω τὸ γράμμα σου ἐκεῖνο
Καὶ δάκρυα νὰ χύνω
Σὲ κάθε γραμμή.

Κι ἐκεῖ καρφωμένος, μὲ μάτια σκυμμένα,
Νὰ βλέπω, ἄχ, ἐσένα,
Ἀκόμα θερμή.

Ἀκόμα θυμοῦμαι ἐκεῖνα τὰ χρόνια
Ποὺ λέγαμε αἰώνια
Νὰ ζοῦμε μαζί.

Θυμοῦμαι τὶς μέρες ποὺ τρέχαμε μόνοι
Ἐκεῖ ποὺ τ᾿ ἀηδόνια
Τὸ πλάνο λαλεῖ.

Τὴν πρώτη θυμοῦμαι ποὺ μοὖπες ἡμέρα:
Πονῶ ἐδῶ πέρα,
Στὰ στήθη πονῶ.

Καὶ σοὔκοψε ὁ βῆχας τὸ λόγο στὸ στόμα.

 

(http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/miltiadhs_malakashs_poems.htm#%CE%A0%CE%A1%CE%A9%CE%A4%CE%9F%CE%99_%CE%A3%CE%A4%CE%99%CE%A7%CE%9F%CE%99)

 

 

 

*******************

 

 *Γ. Νταλάρας, «Το τελευταίο αντίο»

 

 

-Γ. Ρίτσος, «Ο τελευταίος κι ο πρώτος του Λίντιτσε»

 

(Απόσπασμα) 

 

Αυτά απομείναν όλο-όλο απ’ το παλιό μας Λίντιτσε
αυτές οι ταυτότητες τρυπημένες απ’ τις σφαίρες
κ’ οι άλλες, όσες βρέθηκαν στο Κλάντνο, μέσα στις φόρμες
των ανθρακωρύχων,
αυτή η φωτογραφία των παιδιών στο τέλος του σχολικού έτους
με τον Ζντένεκ Πέτρικ
λίγο πριν απ’  τους θαλάμους αερίων του Χέλμν.
[…]
Θα σας πω – οι πεθαμένοι δε θυμούνται,
κάθονται πλαγιασμένοι σε σκοτεινές σειρές μέσα στη μνήμη μας
σ’ ένα ψηλό σανιδένιο πατάρι∙ – λιγάκι αν δεν προσέξεις
λιγάκι να σκοντάψεις, μπορεί και να πέσουν τα μακριά καδρόνια
ολόγυρά σου, να σου φράξουν το δρόμο, να σε φράξουν∙
όμως κι ίδιοι οι πεθαμένοι προσέχουν – το νοιώθεις
απ’ την ακινησία που δεν είναι ακαμψία
μα ισορροπία μας διδάσκουν τον ευθύγραμμο δρόμο∙
κι όσο κι αν δεν θυμούνται μας θυμίζουν
και συμμετέχουν στην ευθύνη του μέλλοντος. Αυτά έμειναν.
[…]
Παλιές φτωχές ώρες, χωρίς την υποψία του κινδύνου, χωρίς τη
γνώση του πλούτου τους
και της βαθειάς τους απλότητας, – γι’ αυτό φτωχές. Αυτά
μονάχα απόμειναν
και μερικές λάμπες των ανθρακωρύχων κ’ οι σκεβρωμένες
μπότες τους
σε μικρά γυάλινα φέρετρα.
[…]
Τίποτ’ άλλο. Ολα τ’ αφάνισαν με τη φωτιά και το σίδερο
ως και τη λίμνη ενταφιάσανε με μεγάλες φτυαριές μίσους.
Σας δείχνω αυτά τα πράγματα που σώθηκαν, για ν’ αποφύγω
να σας δείξω αυτά που δεν σώθηκαν. Το δάχτυλό μου
τρομάζει ν’ αγγίξει τον ίσκιο του. Κι ούτε μπορώ καν να τον δω.
[…]
Ενα σκοινί της μπουγάδας λαμπάδιασε σε μιαν αυλή
κι απόμεινε αποτεφρωμένο στον αέρα, ολοφάνερο0 στο φως
της πυρακαϊάς
σα μαύρο φρύδι πάνω από βγλαμένο μάτι.
Κανείς δεν τ’ άγγιξε. Ο θάνατος φοβήθηκε
Το γδούπο της στάχτης. Θυμάμαι.
Είταν μια νύχτα από κραυγές κι από πέτρες –
το αίμα κυλούσε σιωπηλό μέσα στο μαύρο στόμιο του θανάτου.
[…]
Ενα μεγάλο χρυσοκέντητο τραπεζομάντηλο
σηκώθηκε απ’ την ’για Τράπεζα της εκκλησίας,
ταλαντεύτηκε μετέωρο κάτω απ’ το θόλο,
έσπασε με τη μια γωνιά του τα τζάμια του μεγάλου παράθυρου,
βγήκε στη νύχτα σαν πλατύ κούφιο πουλί,
σα μαδημένο, ακόκκαλο πουλί,
λάμποντας όλο απ’ τη διάφανη γύμνια του
και στάθη σ’ ένα δρόμο αντίκρυ στη μάντρα του Χόρακ.
[…]
Υστερα πια δεν θυμάμαι. Σας μιλάω για τα πράγματα
γιατί δε μου είναι βολετό να μιλήσω για τον άνθρωπο.
Μια σειρά πτώματα απλωμένα στο χώμα,
άκαμπτα σαν κομμένα δέντρα, σα μεγάλα σανίδια
σ’ ένα έρημο ξυλουργείο για ένα μοναδικό, πελώριο φέρετρο,
σα μεγάλα ματωμένα καρφιά.
[…]
Τα παιδιά τάχαν πάρει. Τους άντρες τους είχαν σκοτώσει. Οι
γυναίκες
έμειναν μια σειρά κολώνες από στάχτη
ενός μεγάλου ληστεμένου ναού – κι οι κολώνες κινήθηκαν
βάδισαν όρθιες κατά φάλαγγα προς τα μαύρα καμιόνια
βουβές κι αδάκρυτες με την άφοβη τώρα περηφάνια
της απέραντης ορφάνιας.
Μόνο την τελευταία στιγμή, μόνο για μια στιγμή, οι γυναίκες
Εστρεψαν λίγο και κοίταξαν τα μέρη τους. Στο λοφίσκο
του Λίντιτσε
ένα άλογο ξύλινο παιδιάστικο, ξεχασμένο εκεί πάνω, καιγόταν
διατηρώντας το σχήμα του μεγεθυσμένο –
καιγόταν μόνο, σα μια μάταιη φωτεινή προσευχή, επιμένοντας
σε κάτι άγνωστο,
ώσπου τινάχτηκε μ’ ένα σπασμό πίσω απ’ το λόφο
ή μες στη σκοτεινή καρδιά του ανθρώπου. Δεν ήξερες
που βρίσκεται η καρδιά του ανθρώπου. Ενα παιδιάστικο παιχνίδι
μόνο
μέσα στην τελευταία του μοναξιά – ένα υπερφυσικό άλογο
που βούλιαξε μέσα στη νύχτα. Ούτε που το θυμάμαι. Τι είταν;
Δεν ήθελα να θυμάμαι. Βασανίστηκα
να σκοτώσω τη μνήμη. Τώρα βασανίζομαι
να σκοτώσω τη λησμοσύνη που απλώνεται
μαλακιά μέσα στους κήπους.
[…]
Και κανείς πια δεν επισκέπτεται το μουσείο του Λίντιτσε
και τα ποιήματα που γράφτηκαν τότε λογαριάζονται «ποιήματα ευκαιρίας»
[…]
Τώρα σκαλίζω και ποτίζω τούτον τον Τριανταφυλλώνα,
κουβεντιάζω με τα τριαντάφυλλα – έχουν όλα μια γλώσσα
μουσική, σχεδόν αποκαλυπτική. Ξέρετε αυτά τα τριαντάφυλλα,
είναι η μεγάλη μας φιλία δεμένη σε μεγάλες ώρες –
και πρέπει να τη διατηρήσουμε πιο πέρα
από τη μεγάλη ώρα του πόνου
ή τη μεγάλη ώρα του ενθουσιασμού – πιο πέρα
απ’ την κρίση της σκλαβιάς ή της ελευθερίας, της μνήμης
ή της λήθης,
τις ώρες που λιγοστεύει το αίμα στους μίσχους
των τριαντάφυλλων,
το χειμώνα, με το ήσυχο, σκληρό χιόνι.
[…]
Καλλιεργώ αυτόν τον κήπο και θυμάμαι και σκέφτομαι.
[…]
Απ’ την κουζίνα μπαίνει
Ο φιλικός αχνός του καφέ και του γάλακτος
Ενα αίσθημα πλατειάς λευκότητας από στρωμένα κρεββάτια
Κι από χέρια παιδιών που φαίνονται διάφανα στον ήλιο.
Και τα παπούτσια μου που πάτησαν σε τάφους κ’ αίματα και λάσπες
και που ανάμεσα στις πρόκες τους κρατούν ακόμη
χώματα σάπια φύλλα και κουρέλια από λυμένα χιτώνια
τα βλέπω μες στον ίσκιο της κάμαρας σα δυο πλοιάρια
που πλέουν αργά σε μια ήσυχη, ανθισμένη λίμνη.
[…]
Και το ότι διακρίνω κι ονομάζω τα πράγματα, μου δίνει μια γλυ-
κειά ευτυχία,
κι η ευτυχία μου δίνει την αίσθηση της ελευθερίας μου
γιατί μονάχα οι ελεύθεροι μπορούν να διακρίνουν
τα χρώματα, τις μυρωδιές, τη σιωπή και τα σχήματα.
[…]
Τα βουνά είναι γαλάζια κι ο ουρανός γαλάζιος κι ο χρόνος
γαλάζιος,
κι όσο βαθιά και να κοιτάξεις όλα είναι γαλάζια απ’ το βάθος τους.
Αυτόν τον Κήπο τώρα καλλιεργώ – γαλάζιος κήπος. Ισως και
νάχω αργήσει.
Και δε μου φτάνει η μέρα μου ούτε η νύχτα. Βλέπετε,
σέβομαι πολύ τη δουλειά μου. Σέβομαι και το χρόνο σας –
ο αλληλοσεβασμός μας. Κι ο κήπος μας. Καληνύχτα σας.


(Από τη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα [Γ’ Τόμος])

 

 

 

– Γιῶργος Σεφέρης, «Η τελευταία μέρα»

Ἦταν ἡ μέρα συννεφιασμένη. Κανεὶς δὲν ἀποφάσιζε
φυσοῦσε ἕνας ἀγέρας ἀλαφρύς: «Δὲν εἶναι γρέγος εἶναι
σιρόκος» εἶπε κάποιος.
Κάτι λιγνὰ κυπαρίσσια καρφωμένα στὴν πλαγιὰ κι ἡ
θάλασσα
γκρίζα με λίμνες φωτεινές, πιὸ πέρα.
Οἱ στρατιῶτες παρουσίαζαν ὅπλα σὰν ἄρχισε νὰ ψιχαλίζει.
«Δὲν εἶναι γρέγος εἶναι σιρόκος» ἡ μόνη ἀπόφαση ποὺ
ἀκούστηκε.
Κι ὅμως τὸ ξέραμε πὼς τὴν ἄλλη αὐγὴ δὲ θὰ μᾶς ἔμενε
τίποτε πιά, μήτε ἡ γυναίκα πίνοντας πλάι μας τὸν ὕπνο
μήτε ἡ ἀνάμνηση πὼς ἤμασταν κάποτες ἄντρες,
τίποτε πιὰ τὴν ἄλλη αὐγή.
«Αὐτὸς ὁ ἀγέρας φέρνει στὸ νοῦ τὴν ἄνοιξη» ἔλεγε ἡ
φίλη
περπατώντας στὸ πλευρό μου κοιτάζοντας μακριὰ «τὴν
ἄνοιξη
ποὺ ἔπεσε ξαφνικὰ τὸ χειμώνα κοντὰ στὴν κλειστὴ
θάλασσα.
Τόσο ἀπροσδόκητα. Πέρασαν τόσα χρόνια. Πῶς θὰ
πεθάνουμε;»
Ἕνα νεκρώσιμο ἐμβατήριο τριγύριζε μὲς στὴν ψιλὴ βροχή.
Πῶς πεθαίνει ἕνας ἄντρας; Παράξενο κανένας δὲν τὸ
συλλογίστηκε.
Κι ὅσοι τὸ σκέφτηκαν ἦταν σὰν ἀνάμνηση ἀπὸ παλιὰ
χρονικὰ
τῆς ἐποχῆς τῶν Σταυροφόρων ἢ τῆς ἐν – Σαλαμίνι – ναυ-
μαχίας.
Κι ὅμως ὁ θάνατος εἶναι κάτι ποὺ γίνεται- πῶς πεθαίνει
ἕνας ἄντρας;
Κι ὅμως κερδίζει κανεὶς τὸ θάνατό του, τὸ δικό του θά-
νατο, ποὺ δὲν ἀνήκει σὲ κανέναν ἄλλον
καὶ τοῦτο τὸ παιχνίδι εἶναι ἡ ζωή.
Χαμήλωνε τὸ φῶς πάνω ἀπὸ τὴ συννεφιασμένη μέρα, κα-
νεὶς δὲν ἀποφάσιζε.
Τὴν ἄλλη αὐγὴ δὲ θὰ μᾶς ἔμενε τίποτε- ὅλα παραδομένα-
μήτε τὰ χέρια μας-
κι οἱ γυναῖκες μας ξενοδουλεύοντας στὰ κεφαλόβρυσα καὶ
τὰ παιδιά μας
στὰ λατομεῖα.
Ἡ φίλη μου τραγουδοῦσε περπατώντας στὸ πλευρό μου
ἕνα τραγούδι σακατεμένο:
«Τὴν ἄνοιξη, τὸ καλοκαίρι, ραγιάδες…»
Θυμότανε κανεὶς γέροντες δασκάλους ποὺ μᾶς ἄφησαν
ὀρφανούς.
Ἕνα ζευγάρι πέρασε κουβεντιάζοντας:
«Βαρέθηκα τὸ δειλινό, πᾶμε στὸ σπίτι μας
πᾶμε στὸ σπίτι μας ν᾿ ἀνάψουμε τὸ φῶς».


(Γ. Σεφέρης, Ποιήματα, Ίκαρος)

 

*Διάφανα κρίνα, «Τελευταίος σταθμός»

 

 

Γιώργος Σεφέρης, «Τελευταίος Σταθμός»

 

Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ’ αρέσαν.

Τ’ αλφαβητάρι των άστρων που συλλαβίζεις

όπως το φέρει ο κόπος της τελειωμένης μέρας

και βγάζεις άλλα νοήματα κι άλλες ελπίδες,

πιο καθαρά μπορείς να το διαβάσεις.

Τώρα που κάθομαι άνεργος και λογαριάζω

λίγα φεγγάρια απόμειναν στη μνήμη∙

νησιά, χρώμα θλιμμένης Παναγίας, αργά στη χάση

ή φεγγαρόφωτα σε πολιτείες του βοριά ρίχνοντας κάποτε

σε ταραγμένους δρόμους ποταμούς και μέλη ανθρώπων

βαριά μια νάρκη.

Κι όμως χτες βράδυ εδώ, σε τούτη τη στερνή μας σκάλα

όπου προσμένουμε την ώρα της επιστροφής μας να χαράξει

σαν ένα χρέος παλιό, μονέδα που έμεινε για χρόνια

στην κάσα ενός φιλάργυρου, και τέλος

ήρθε η στιγμή της πληρωμής κι ακούγονται

νομίσματα να πέφτουν πάνω στο τραπέζι∙

σε τούτο το τυρρηνικό χωριό, πίσω από τη θάλασσα του

Σαλέρνο

πίσω από τα λιμάνια του γυρισμού, στην άκρη

μιας φθινοπωρινής μπόρας το φεγγάρι

ξεπέρασε τα σύννεφα, και γίναν

τα σπίτια στην αντίπερα πλαγιά από σμάλτο.
Σιωπές αγαπημένες της σελήνης.

 

Είναι κι αυτός ένας ειρμός της σκέψης ένας τρόπος

ν’ αρχίσεις να μιλάς για πράγματα που ομολογείς

δύσκολα, σε ώρες όπου δε βαστάς σε φίλο

που ξέφυγε κρυφά και φέρνει

μαντάτα από το σπίτι κι από τους συντρόφους,

και βιάζεσαι ν’ ανοίξεις την καρδιά σου

μη σε προλάβει η ξενιτιά και τον αλλάξει.

Ερχόμαστε απ’ την Αραπιά, την Αίγυπτο, την Παλαιστίνη,

τη Συρία∙

το κρατίδιο

της Κομμαγηνής, που ‘σβησε σαν το μικρό λυχνάρι

πολλές φορές γυρίζει στο μυαλό μας,

και πολιτείες μεγάλες που έζησαν χιλιάδες χρόνια

κι έπειτα απόμειναν τόπος βοσκής για τις γκαμούζες

χωράφια για ζαχαροκάλαμα και καλαμπόκια.

Ερχόμαστε απ’ την άμμο της έρημος απ’ τις θάλασσες του

Πρωτέα,

ψυχές μαραγκιασμένες από δημόσιες αμαρτίες,

καθένας κι ένα αξίωμα σαν το πουλί μες στο κλουβί του.

Το βροχερό φθινόπωρο σ’ αυτή τη γούβα

κακοφορμίζει την πληγή του καθενός μας

ή αυτό που θα ‘λεγες αλλιώς, νέμεση μοίρα

ή μονάχα κακές συνήθειες, δόλο και απάτη,

ή ακόμη ιδιοτέλεια να καρπωθείς το αίμα των άλλων.

Εύκολα τρίβεται ο άνθρωπος μες στους πολέμους∙

ο άνθρωπος είναι μαλακός, ένα δεμάτι χόρτο∙

χείλια και δάκτυλα που λαχταρούν ένα άσπρο στήθος

μάτια που μισοκλείνουν στο λαμπύρισμα της μέρας

και πόδια που θα τρέχανε, κι ας είναι τόσο κουρασμένα,

στο παραμικρό σφύριγμα του κέρδους.

Ο άνθρωπος είναι μαλακός και διψασμένος σαν το χόρτο,

άπληστος σαν το χόρτο, ρίζες τα νεύρα του κι απλώνουν∙

σαν έρθει ο θέρος

προτιμούν να σφυρίξουν τα δρεπάνια στ’ άλλο χωράφι∙

σαν έρθει ο θέρος

άλλοι φωνάζουνε για να ξορκίσουν το δαιμονικό

άλλοι μπερδεύονται μες στ’ αγαθά τους, άλλοι ρητο-

ρεύουν.

Αλλά τα ξόρκια τ’ αγαθά τις ρητορείες,

σαν είναι οι ζωντανοί μακριά, τι θα τα κάνεις;

Μήπως ο άνθρωπος είναι άλλο πράγμα;

Μην είναι αυτό που μεταδίνει τη ζωή;

Καιρός του σπείρειν, καιρός του θερίζειν.

 

Πάλι τα ίδια και τα ίδια θα μου πεις φίλε.

Όμως τη σκέψη του πρόσφυγα τη σκέψη του αιχμάλωτου

τη σκέψη

του ανθρώπου σαν κατάντησε κι αυτός πραμάτεια

δοκίμασε να την αλλάξεις, δεν μπορείς.

Ίσως και να ‘θελε να μείνει βασιλιάς ανθρωποφάγων

ξοδεύοντας δυνάμεις που κανείς δεν αγοράζει

να σεργιανά μέσα σε κάμπους αγαπάνθων

ν’ ακούει τα τουμπελέκια κάτω απ’ το δέντρο του μπαμπού,

καθώς χορεύουν οι αυλικοί με τερατώδεις προσωπίδες.

Όμως ο τόπος που τον πελεκούν και που τον καίνε σαν

το πεύκο, και τον βλέπεις

είτε στο σκοτεινό βαγόνι, χωρίς νερό, σπασμένα τζάμια,

νύχτες και νύχτες

είτε στο πυρωμένο πλοίο που θα βουλιάξει καθώς το δεί-

χνουν οι στατιστικές,

ετούτα ρίζωσαν μες στο μυαλό και δεν αλλάζουν

ετούτα φύτεψαν εικόνες ίδιες με τα δέντρα εκείνα

που ρίχνουν τα κλωνάρια τους μες στα παρθένα δάση

κι αυτά καρφώνονται στο χώμα και ξαναφυτρώνουν∙

ρίχνουν κλωνάρια και ξαναφυτρώνουν δρασκελώντας

λεύγες και λεύγες∙

ένα παρθένο δάσος σκοτωμένων φίλων το μυαλό μας.

Κι α σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές

είναι γιατί τ’ ακούς γλυκότερα, κι η φρίκη

δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή

γιατί είναι αμίλητη και προχωράει∙

Στάζει τη μέρα στάζει στον ύπνο

μνησιπήμων πόνος.

 

Να μιλήσω για ήρωες να μιλήσω για ήρωες: ο Μιχάλης

που έφυγε μ’ ανοιχτές πληγές απ’ το νοσοκομείο

ίσως μιλούσε για ήρωες όταν, τη νύχτα εκείνη

που έσερνε το ποδάρι του μες στη συσκοτισμένη πολιτεία,

ούρλιαζε ψηλαφώντας τον πόνο μας∙ «Στα σκοτεινά

πηγαίνουμε στα σκοτεινά προχωρούμε…»

Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά.

 

Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ’ αρέσουν.

 

  (Γ. Σεφέρης, Ποιήματα, Ίκαρος)

 

 

 

-ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΝΤΗΣ, «Τελευταῖος»

Ἡ θάλασσα, ἕνα καφενεδάκι, μιὰ καρέκλα
κ’ ἐσύ.
Τελευταῖος ἐσύ. Κι ἀπ’ τὴ θάλασσα
κι ἀπ’ τὸ καφενεδάκι κι ἀπ’ τὴν καρέκλα.
Μὴ μοῦ τὰ λὲς ἐμένα αὐτά·
κι ἀπ’ τὸ καφενεδάκι κι ἀπ’ τὴν καρέκλα
κι ἀπ’ ὅλα
τ ε λ ε υ τ α ῖ ο ς.

(https://www.tasakos.gr/)

 

 

 

-Ανέστης Ευαγγέλου, «Τελευταία λόγια»

Τώρα που το καράβι βουλιάζει αύτανδρο στα σκοτεινά
και το νερό —το νιώθεις— ανεβαίνει,
προσπάθησε μες στις κραυγές του πανικού και την αλλοφροσύνη
να συναρμολογήσεις τα λόγια σου· να πεις
για το ναυάγιο αυτό και να το μνημονέψεις,
για την καταστροφή και για το μακελειό των χρόνων μας,
για όσα δε λεν οι επίσημες αναφορές,
και πιο πολύ να πεις για τους ενόχους,

βάζοντας όλη σου την αντοχή για να βρεις τους ενόχους —
σαν να σ’ ακούει κανείς μέσα σε τούτο το χαλασμό,
σαν να ’χει τον καιρό, σαν να προφταίνει,
σαν να μην είναι να ρουφήξει η θάλασσα σε λίγο
και πλοίο κι εσένα και όλους τους συντρόφους.

(Ανέστης Ευαγγέλου, Αφαίμαξη ’66-’70 (1971) Τα ποιήματα (1956-1993), Εκδόσεις Καπάνι, Θεσσαλονίκη 2007)

 

 

 

-Άρης Δικταίος, «Το τελευταίο ποίημα του έρωτα»

«Δως μου την ηδονή της ηδονής,
ζωή της ζωής, της μέθης νύχτα, οδύνη.
Το ερωτικόν απόσταγμα μου ηδύνει
την υπερφίαλη σκέψη που πονεί.
Μόνο, τη γεύση αγάπησα μόνο,
ω πονώ πέρ’ απ’ την αίσθηση του χώρου τής γης,
πέρ’ απ’ τα μάκρη αυτά πονώ!
Δε νιώθω, δεν αισθάνομαι καθώς άνθρωπος,
μα αισθάνομαι θεός
κι ως θεός ζούσα, μεθούσα,
πλήρης από έρωτα και δόξα κι ομορφιά…
Πάνω στα σουβλερά καρφιά,
σαν ασκητής έλα κι εσύ να γείρεις,
τον ίλιγγο να δεις, το δέος να δεις,
να φτάσεις στη σιγή και στο κενό να φτάσεις,
κι ως άνθος τον εαυτό σου να μαδείς.
Κι όταν σταθείς στο τελευταίο σκαλί
του έρωτα και του πόνου, ένα φιλί
από την πείρα την τόση να κρατείς:
φιλί άγριο και ζεστό να με δαμάσεις.»


(Σύγχρονη ερωτική ποίηση- 42 Έλληνες ποιητές, Καστανιώτης)

 

 

 

-Κ.Γ. Καρυωτάκη, «Τελευταίο Ταξίδι»

«Καλό ταξίδι, αλαργινό καράβι μου, στου απείρου
και στης νυχτός την αγκαλιά, με τα χρυσά σου φώτα!
Να ‘μουν στην πλώρη σου ήθελα, για να κοιτάζω γύρου
σε λιτανεία να περνούν τα ονείρατα τα πρώτα.

Η τρικυμία στο πέλαγος και στη ζωή να παύει,
μακριά μαζί σου φεύγοντας πέτρα να ρίχνω πίσω,
να μου λικνίζεις την αιώνια θλίψη μου, καράβι,
δίχως να ξέρω που με πας και δίχως να γυρίσω!»

(Κ. Καρυωτάκης, Άπαντα, Πέλλα)

 

 

 

 

-Ν. Βρεττάκος, «Το τελευταίο όνειρο»

 

Κατεβαίνουμε τάχα πάνω απ’ το λόφο.

Τ’ αμάξι κυλούσε. Κι απάνω του οι δυό μας.

Οι τέσσερις ρόδες του, τέσσερα όνειρα, κόκκινα

γαλάζια και κίτρινα. Κι εσύ στην αγκάλη σου,

κρατούσες μια δέσμη ουρανού, που μου σκέπαζε

το πρόσωπο πλάι σου.

 

 

 

-Ν. Βρεττάκος, «Μετά την τελευταία καμπάνα»

 

Είναι ώρα που σώπασε κι η τελευταία καμπάνα.

Δε θα περάσει άλλο πουλί. Ας μην περιμένω.

Ούτε άλλη φωνή. Ας πάω στο σπίτι

ν’ ανάψω την λάμπα μου.

        Σάμπως

να σου πλέκω ένα μάλλινο ή

να περνώ στη βελόνα μου λεμονάνθια, σου γράφω

στίχους τη νύχτα

 

 

 

 

-Ν. Βρεττάκος, «Ο τελευταίος χαιρετισμός»

 

Ας μου δώσει το χέρι του ο Θεός –

τελευταία ανάβαση. Το σκοινί τεντωμένο

απ’ τη μια άκρη ως την άλλη. Χωρίς καμιά κλίση

του όλου μου σώματος, το γέλιο στη θέση του

(όπως στο πρόσωπο του παιδιού των Δελφών)

το χέρι γυμνό σχεδόν ως το κόκκαλο

πάνω στο στήθος. Ο κόσμος στο βάθος.

Θα κυλήσει από μέσα την καρδιά του ο μικρός

τελευταίος διάττοντας, μια λέξη διαυγής,

κρεμασμένη από μια κλωστή ευτυχίας,

φθόγγος και μάργαρο: «Χαίρε»

 

(http://logocafe.blogspot.com/2012/10/blog-post_14.html)

 

 

Post Navigation