Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Archive for the category “Πες το με ποίηση”

-Πες το με ποίηση (182ο): «Ευχή – κατάρα»…

«Αυτή είμαι…Σας εύχομαι μιαν άλλη καλύτερη…»

(Άννα Αχμάτοβα)

 

 

-Ανδρέας Κάλβος, «Ωδή έκτη – Αι ευχαί»

α΄

Tης θαλάσσης καλήτερα
φουσκωμένα τα κύματα
‘να πνίξουν την πατρίδα μου
ωσάν απελπισμένην,
έρημον βάρκαν.

β΄.
‘Σ την στεριάν, ‘σ τα νησία
καλήτερα μίαν φλόγα
‘να ιδώ παντού χυμένην,
τρώγουσαν πόλεις, δάση,
λαούς και ελπίδας.

γ΄.
Kαλήτερα, καλήτερα
διασκορπισμένοι οι Έλληνες
‘να τρέχωσι τον κόσμον,
με εξαπλωμένην χείρα
ψωμοζητούντες·

δ΄.
Παρά προστάτας ‘νάχωμεν.
Mε ποτέ δεν εθάμβωσαν
πλούτη ή μεγάλα ονόματα,
με ποτέ δεν εθάμβωσαν
σκήπτρων ακτίνες.

ε΄.
Αν οπόταν πεθαίνη
πονηρός βασιλεύς
έσβυν’ η νύκτα έν’ άστρον,
ήθελον μείνει ολίγα
ουράνια φώτα.

ς΄.
Tο χέρι οπού προσφέρετε
ως προστασίας σημείον
εις ξένον έθνος, έπνιξε
και πνίγει τους λαούς σας,
πάλαι, και ακόμα.

ζ΄.
Πόσοι πατέρες δίδουσιν,
όχι ψωμί, φιλήματα
‘ς τα πεινασμένα τέκνα τους,
εν ω λάμπουν ‘ς τα χείλη σας
χρυσά ποτήρια!

η΄.
Όταν υπό τα σκήπτρά σας
νέους λαούς καλείτε,
νέους ιδρώτας θέλετε
εσείς δια ‘να πληρώσητε
πλουσιοπαρόχως,

θ΄.
Tα ξίφη οπού φυλάγουσι
τα τρέμοντα βασίλεια σας,
τα ξίφη οπού τρομάζουσι
την αρετήν, και σφάζουσι
τους λειτουργούς της.

ι΄.
Θέλετε θησαυρούς
πολλούς δια ‘ναγοράσητε
κρότους χειρών και επαίνους,
και τ’ άπιστον θυμίαμα
της κολακείας.

ια΄.
Hμείς δια τον σταυρόν
ανδρείως υπερμαχόμεθα
και σεις εβοηθήσατε
κρυφά τους πολεμούντας
σταυρόν και αλήθειαν.

ιβ΄.
Δια ‘να θεμελιώσητε
την τυραννίαν τιμάτε
τον σταυρόν εις τας πόλεις σας,
και αυτόν επολεμήσατε
εις την Eλλάδα.

ιγ΄.
Kαι τώρα εις προστασίαν μας
τα χέρια σας απλόνετε!
τραβήξετέ τα οπίσω·
βλέπει ο θεός και αστράπτει
δια τους πανούργους.

ιδ΄.
Όταν το δένδρον νέον
εβασάνιζον οι άνεμοι,
τότε βοήθειαν ήθελεν,
ενδυναμώθη τώρα
φθάνει η ισχύς του.

ιε΄.
Tο ξίφος σφίγξατ’ Έλληνες ―
τα ομμάτια σας σηκώσατε ―
ιδού ― εις τους ουρανούς
προστάτης ο θεός
μόνος σάς είναι.

ις΄.
Kαι αν ο θεός και τ’ άρματα
μας λείψωσι, καλήτερα
πάλιν ‘να χρεμετήσωσι
‘ς τον Kυθερώνα Tούρκων
άγριαι φοράδες.

ιζ΄.
Παρά…. Αι, όσον είναι
τυφλή και σκληροτέρα
η τυραννίς, τοσούτον
ταχυτέρως ανοίγονται
σωτήριοι θύραι.

ιη΄.
Δεν με θαμβόνει πάθος
κανένα· εγώ την λύραν
κτυπάω, και ολόρθος στέκομαι
σιμά εις του μνήματός μου
τ’ ανοικτόν στόμα.

 

 

Μαρία Πολυδούρη, «Η Ευχή μου»

 

Αφιερωμένο στην Τίλλα Μπαλή

 

«Τώρα που όλοι σου στέλνουνε ολόθερμες ευχές

ο δρόμος μπρος σ’ ανοίγεται με άνθη στολισμένος

Σε συνοδεύουν τάσματα τα γέλοια κ’ οι χαρές

κι’ ο δρόμος Σου μοσχοβολά με ρόδο πουν σπαρμένος

 

Τώρα που τα πουλάκια ακόμα με λαχτάρα

Χίλιες ευχές σου στέλνουν μ’ ολόγλυκεια φωνή

πρόσεξε και στ’ αγέρι να δης με τι γλυκάδα

σου ψιθυρίζει πάντα την ιδική μ’ Ευχή

 

Το ξεύρω πως για Σένα

είναι μικρή πλασμένη

εν τούτοις πίστευσέ με

από καρδιάς βγαλμένη

 

«Με χίλια ροδοπέταλα

Σε ραίνω λατρευτή μου

Σου εύχομαι χρυσή ζωή»

αυτή είναι η Ευχή μου.»

(«Φιλολογική Πρωτοχρονιά», 1954)

 

 

 -ΜΙΧΑΙ ΕΜΙΝΕΣΚΟΥ, «ΤΙ ΣΟΥ ΕΥΧΟΜΑΙ ΕΓΩ ΓΛΥΚΙΑ ΜΟΥ ΡΟΥΜΑΝΙΑ»

 

«Τι σου εύχομαι εγώ γλυκιά μου Ρουμανία,

νεαρή νυφούλα, μάνα αγαπητή!

Πάντα αδερφωμένα ας ζούνε τα παιδιά σου

σαν της νύχτας τ’ άστρα, της μέρας την αυγή!

Σε ζωή αιώνια, δόξες να χαρώ,

όπλα με δυνάμεις, Ρουμάνικη ψυχή

Όνειρο ανδρείας, καύχημα, περηφάνια

Γλυκιά μου Ρουμανία αυτή είναι η ευχή!»

(http://hallofpeople.com/gr/text2/Eminescu.pdf)

 

 

-Τζούλια Φορτούνη, «Ευχή μητέρας»

«Καλοκαίριασε βρε κορίτσι μου
Βγάλε αυτές τις βαριές μπορντώ κουρτίνες
Δεν είναι κουίντα το σαλόνι σου

Πρόλαβα και σου έραψα κάτι άλλες
Εύχομαι να είναι καλό το μάκρος

Τώρα που δεν δύναμαι άλλο τι να κάνω
Θα ήθελα να τις δω ανθισμένες»

(*Από την ποιητική συλλογή “Φυσικό Αντίδοτο”, εκδ. Μανδραγόρας, 2013)

 

 

-Κατερίνας Κανάκη Αξούγκα , «Για μια ευχή που «σπάταλα» μου δόθηκε»

 

«Και τι είναι μια ευχή;

Το πιο ανέξοδο!

Φοράς ένα χαμόγελο, σφίγγεις το χέρι

και ξεχρεώνεις μέχρι να πεις κύμινο.

Ύστερα φεύγεις

σέρνοντας πίσω σου αλυσίδα

τη μοναξιά όλης της γης.

Οι άνθρωποι, τραγικά μονάχοι.

Αλαφροπάτητη γίνεται η ανάγκη, πιο λίγη

μπροστά στο χάδι και τη συντροφιά.

Αν κάτι μέσα σου βαθύτερα επιζεί

είναι η αναλαμπή της μνήμης μιας άφατης χαράς.

Αυτή που φέρνει στη σκηνή όλα όσα πέτυχες,

όλα τα «ναι» που τόλμησες να πεις.

Όλα όσα μονάχος, χωρίς μπαστούνια, ικεσίες

και διπλωματικά τερτίπια γίνανε δικά σου,

γιατί ολοκάθαρη πηγή ανάβλυζε η προαίρεση.

Ήταν δική σου εκείνη η απόφαση να μοιραστείς,

να κουραστείς και να παλέψεις. Ο νους σου, η καρδιά σου

και η θέληση σε αρμονία πλήρη με το σύμπαν σε ανύψωναν.

Έπαιρνες το σωστό σου ρόλο πιο πέρα από το θάνατο,

μέσα στο άπειρο. Ο χρόνος τα φθαρτά του όρια καταργούσε.

Γύρω σου όλη η ζωή συνωμοτούσε υπέρ σου.

Δεν είχε σημασία αν στο δρόμο έπεσες, όμως σηκώθηκες,

γιατί στο τέρμα πίστευες. Η μνήμη αυτή σ΄ ακολουθεί

ως ύψιστος κριτής. Πετά όλα τα εφήμερα και με αγάπη

κλείνει στις χούφτες σου, έστω τα λίγα, γιατί άξιζε,

σου λέγει, το πέρασμά σου πάνω στη γη.»

 

 

-«Ξεχάστε με στη θάλασσα»

 

«Σας εύχομαι υγεία και ευτυχία αλλά δεν μπορώ να κάνω το ταξίδι σας

Είμαι επισκέπτης

Το κάθε τι που αγγίζω με πονάει πραγματικά

κι έπειτα δεν μου ανήκει

Όλο και κάποιος βρίσκεται να πει «δικό μου είναι»

Εγώ δεν έχω τίποτε δικό μου είχα πει κάποτε με υπεροψία

Τώρα καταλαβαίνω πως το τίποτε είναι τίποτε

Ότι δεν έχω καν όνομα

Και πρέπει να γυρεύω ένα κάθε τόσο

Δώστε μου ένα μέρος να κοιτάω

Ξεχάστε με στη θάλασσα

Σας εύχομαι υγεία και ευτυχία.»

(Ανέκδοτο ποίημα του Θόδωρου Αγγελόπουλου)

 

 

-Αλέξανδρου Βλαχιώτη, «Ευχή…»

 

«Έχτισα στον άνεμο φωλιά,

όνειρα να μου φέρει πολλά,

να μου διδάξει την αγάπη.

Έχτισα κι ένα σπίτι στη βροχή,

να μου γιατρέψει κάθε πληγή.

Οι απαντήσεις αργούσαν να έρθουν,

κι εγώ το μόνο που είχα μάθει…

σαν παιδί συνεχώς στα βήματά μου να σκοντάφτω,

κι όποτε σηκωνόμουν, ήμουν μέσα μου μεγάλος.

Έκρυψα στη θάλασσα μια ευχή,

με την υπόσχεση πως όταν είμαι έτοιμος, να γίνει προσευχή.

Έθαψα βαθιά στο χώμα, το σπόρο της ελπίδας.»

(http://fractalart.gr/alexandros-vlaxiotis/)

 

 

-ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ, «Η Κατάρα!»

«… Εσύ, που πλάνος στης ψυχής τα βάθη διαστρεμμένος,
μια μέρα ανάξια ανέβηκες τα πορφυρά σκαλιά,
και κάνοντας αδέρφια σου του Κρούμου τα σκυλιά,
μας μάρανες τ’ αμάραντο πολεμικόν μας μένος,

κι έκαμες αίμα να χυθεί στον τόπο το γλυκό,
κι έκανες την πασίχαρη την αδερφή μου Αθήνα,
για μια σου πράξη ταπεινή να τήνε δέρν’ η πείνα,
κι ως εδώ χάμου τη βαριά σκλαβιά της ν’ αγροικώ,

και σκότωσες, και γίνηκες το κήρυγμα του Τρόμου,
κι ενώ έκανες πως στοργικά βαστούσες την ελιά,
κρυφά σαν κλέφτης έδινες το χέρι στα σκυλιά,
κι αλύπητα παράδωνες τα πάντα στον εχτρό μου.

Τώρα που η νύχτα πλάκωσε, και πάνε οι θησαυροί,
κι εμείς για να ΤΟΥΣ ΣΩΣΟΥΜΕ γυρνάμε μέσ’ τα ξένα,
τώρα μονάχα μια ευκή μας έμεινε για σένα:
-άλλη σαν τη σημερινή μέρα να μη σε βρει!…»

(https://sarantakos.wordpress.com/2012/03/18/katara/)

 

 

-Στεφάν Μαλλαρμέ, «Ο καταραμένος γελωτοποιός»

Μάτια, λίμνες από τη μέθη απλά να ξαναγεννηθώ
Μα όχι ηθοποιός που με την κίνηση θύμιζα
Σαν πούπουλο των λυχναριών την πρόστυχη αιθάλη,
Τρύπησα στου τοίχου τον καμβά ένα παράθυρο.

Πόδια και χέρια ξεκάθαρα κολυμβητή προδότη,
Με άλματα πολλαπλά, ξορκίζοντας το κακό
Άμλετ! σαν να έσκαβα μέσα στο κύμα
Τάφους χιλιάδες εκεί για να χαθώ αγνός.

Χρυσό κύμβαλο ιλαρό με γροθιές  θυμωμένες,
Ξαφνικά ο ήλιος τη γύμνια χτυπά
Αγνή εξαϋλωμένη από τη μαργαριταρένια μου λάμψη,

Σάπια νύχτα του δέρματος όταν πατούσες επάνω μου,
Δεν ήξερες, αχάριστη! ήταν όλη μου η στέψη,
Η μάσκα αυτή που βυθίστηκε στα σκοτεινά του παγετώνα νερά.»

(http://www.vakxikon.gr/)

 

 

 

-Λόρδος Μπάυρον, «Η κατάρα της Αθηνάς»

«Μεγαλόπρεπα κι αγάλια τώρα ο ήλιος κατεβαίνει
πάνω στου Μοριά τους λόφους με θωριά χαριτωμένη·
όχι όπως εις τις χώρες του βορρά, σκοτεινιασμένος,
αλλ’ αστραφτερός σαν φλόγα, ζωντανός, φωτολουσμένος.
Στα βαθιά νερά μια ρίχνει απαλή, χρυσή αχτίνα
και το πράσινο χρυσώνει, το ρυτιδωμένο κύμα.
Και στης Αίγινας το βράχο τον αρχαίο και στην Ύδρα
ο θεός του κάλλους βάζει του φιλιού του τη σφραγίδα.
Πάνω απ’ το βασίλειό του ρίχνει τη φωτοχυσία,
αν κι ο κόσμος έχει πάψει να του κάνει πια θυσία.
Των κοφτών βουνών οι ίσκιοι μες στον κόλπο σου ριγμένοι,
τον φιλούν και τον χαϊδεύουν, Σαλαμίνα δοξασμένη!
Οι γαλάζιες τους οι άκρες μες στην απεραντοσύνη
βάφονται σαν την πορφύρα που ο βασιλιάς τη ντύνει.
Απαλά τα χρώματά του πάνω στις κορφές τα ρίχνει
και στολίζει ό,τι αγγίζει με τα χρυσαφένια ίχνη.
Ώσπου ο ήλιος, χαιρετώντας την πανώρια τούτη πλάση,
πίσ’  απ’ των Δελφών τα βράχια κρύβεται για να πλαγιάσει.
Τέτοιο, Αθήνα μου, ένα δείλι ήτανε που ο σοφός σου
εχαιρέτησε για πάντα τα’ απαλό, το χρυσό φως σου.
Με τι θλίψη οι καλοί σου οι πολίτες τη στερνή του
την αχτίδα την κοιτούσαν που ’παιρνε και την πνοή του…
Όχι ακόμα, όχι ακόμα, στα βουνά ο ήλιος μένει,
ειν’ απρόθυμος να δύσει και ακόμα περιμένει.
Αλλά πριν στου Κιθαιρώνα την κορφή να γείρει, πίνει
το πικρό ποτήρι ο γέρος και το πνεύμα παραδίνει.
Κι έφυγε η ψυχή που τα ’χε όλα περιφρονημένα,
που ’χε ζήσει και πεθάνει έτσι σαν άλλου κανένα.
Αλλά και στον κάμπο η νύχτα η βασίλισσα προβαίνει
απ’  του Υμηττού τα ύψη, δίχως όμως να υγραίνει
το ωραίο πρόσωπό της και να προμηνάει μπόρα.
Στη μαρμάρινη κολόνα τα φιλιά του στέλνει τώρα
το φεγγάρι. Κι εκεί κάτω, στου τζαμιού τον πύργο, λάμπει
το σημάδι του και γύρω αστραποβολούν οι κάμποι.
Οι πυκνοί μαύροι ελαιώνες κάτω είναι απλωμένοι
και ο Κηφισός κυλώντας απαλά γοργοδιαβαίνει.
Στο τζαμί τριγύρω – γύρω στέκονται τα κυπαρίσσια
και ο τρούλος του γυαλίζει με λαμπρότητα περίσσια.
Κι ένας φοίνικας θλιμμένος, στη θρησκευτική γαλήνη,
εκεί δίπλα στο Θησείο, μόνος έχει απομείνει.
Τί μαγευτικό τοπίο που προσφέρει εδώ η φύση,
και αναίσθητος θα είναι όποιον δεν τον συγκινήσει.
Του Αιγαίου πάλι ο φλοίσβος, που ακούγεται πιο πέρα,
νανουρίζει το περγιάλι μες στον καθαρό αέρα
και το ζαφειρένιο κύμα στη χρυσή ακτή χτυπάει
και τη γλύκα των χρωμάτων αλαργότερα την πάει.
Των νησιών εκεί στο βάθος η σκιά τραχιά μαυρίζει,
όταν απαλού πελάγου το χαμόγελο ανθίζει.
Έτσι αγνάντευα της γης μας και της θάλασσας τα κάλλη,
σαν τα βήματα σε τούτον το ναό με φέραν πάλι,
μόνο, δίχως να υπάρχουν φίλοι ή ανθρώποι άλλοι
στο μαγευτικό ετούτο και πανώριο ακρογιάλι,
που η τέχνη κι η ανδρεία είναι σαν μια οπτασία
και που βρίσκονται μονάχα σε ποιητικά βιβλία.
Κι όπως έστρεψε η ψυχή μου το ναό για να θαυμάσει
της θεάς, που οι ανθρώποι τώρα έχουν ατιμάσει,
οι παλιοί καιροί γυρίσαν, το παρόν πια είχε σβήσει
και ο Δόξα στην Ελλάδα γύριζε να κατοικήσει!
Επερνούσανε οι ώρες. Της Αρτέμιδας τα’ αστέρι
είχε φτάσει πια στου θόλου τα ψηλότερα τα μέρη
κι εγώ γύριζα μονάχος δίχως να ’μαι κουρασμένος,
σε θεού ναό που ήταν εντελώς λησμονημένος.
Αλλά πιο πολύ σ’ εκείνον τον δικό σου, ω Παλλάδα,
ετριγύριζα, ’κει όπου της Εκάτης η λαμπράδα
στις ψυχρές κολόνες πέφτει απαλά μα και θλιμμένη
κι ήχος την καρδιά παγώνει σαν από νεκρό να βγαίνει.
Ονειροπολώντας είχα για πολύ ’κει απομείνει,
θεωρώντας τι απ’ τη δόξα την παλιά είχε απομείνει,
όταν, ξάφνου, εκεί μπροστά μου, μια γιγάντια θεότης,
η Παλλάδα, με σιμώνει πάνω εκεί, μες στο ναό της!
Η Αθηνά ήταν η ίδια, αλλά πόσο αλλαγμένη
από τότε που στα τείχη των Δαρδάνων οπλισμένη
έτρεχε μ’ ορμή.  Μα τώρα η μορφή της διαφέρει
από κείνη που ’χε πλάσει του Φειδία τα’ άξιο χέρι.
Του προσώπου της εκείνον δεν τον δείχνει πια τον τρόμο
κι η γοργόνα της ασπίδας είχε πάρει άλλο δρόμο.
Νά το κράνος της, κομμάτια. Τσακισμένο το κοντάρι,
κι ούτε τους νεκρούς δεν σκιάζει. Της ελιάς το νιο βλαστάρι
π’ ολοένα το κρατούσε, νά το, είναι μαραμένο
και ξερό καθώς το σφίγγει με το χέρι παγωμένο.
Αν κι από τους αθανάτους τα λαμπρότερα είχε νιάτα,
δακρυσμένη είναι τώρα η θεά η γαλανομάτα.
Και η γλαύκα της στο κράνος το σπασμένο καθισμένη
την κυρά μοιρολογάει με λαλιά απελπισμένη.
«Ω θνητέ, – έτσι μου είπε – της ντροπής σου αυτό το χρώμα
Βρετανός μου λέει να ’σαι, όνομα ανδρείου ακόμα
μέχρι χτες λαού, ελευθέρου, με ωραία πεπρωμένα,
τώρα περιφρονημένου, και ιδίως από μένα.
Η Παλλάδα πρώτος θα ’ναι της πατρίδας σου εχθρός·
την αιτία θες να μάθεις; Κοίτα γύρω σου κι εμπρός.
Έχω δει πολλούς πολέμους κι ερημώσεις να πληθαίνουν
κι άλλες τόσες τυραννίες να ανεβοκατεβαίνουν.
Απ’ του Τούρκου τη μανία γλίτωσα και του Βανδάλου,
μα η χώρα σου έναν κλέφτη μου ’χει στείλει πιο μεγάλο.
Κοίτα, άδειος ο ναός μου, κατοικία ρημαγμένη,
και στοχάσου τι μιζέρια είναι γύρω απλωμένη.
Τούτα ο Κέκροπας, κι εκείνα τα ’χε ο Περικλής στολίσει,
κι ο Αδριανός τις Μούσες για να τις παρηγορήσει,
και ευγνωμονώ και όσους το ναό μου έχουν χτίσει,
μα ο Αλάριχος κι ο Έλγιν μ’ έχουν άγρια συλήσει.
Και σαν να ’πρεπε ο κόσμος το κατόρθωμα να μάθει,
ο Ελγίνος στο ναό μου πάει και τα’ όνομά του γράφει,
σα να νοιάστηκε η Παλλάδα να δοξάσει τ’ όνομά του,
κάτω η υπογραφή του, πάνω το κατόρθωμά του.
Κι ο απόγονος των Πίκτων είναι φημισμένος όσο
ειν’ ο αρχηγός των Γότθων, πιθανόν και άλλο τόσο.
Αλλ’ ο Αλάριχος τα πάντα είχε αγρίως καταστρέψει
με το δίκιο του πολέμου, μα ο ‘Ελγιν για να κλέψει
όσα οι βάρβαροι αφήσαν, που ’τανε απ’ ό,τι εκείνος
είναι βάρβαρος πιο λίγο, γιατί το ’κανε ο Ελγίνος;
Το ’κανε όπως τη λεία παρατάει το λιοντάρι
και ακολουθεί ο λύκος ή ο τσάκαλος να πάρει
και να γλείψει κάποια σάρκα που απόμεινε ακόμα
απ’ του λιονταριού ή του λύκου το αχόρταγο το στόμα.
Αλλά των θεών το κρίμα τους κακούργους θα τους πιάσει.
Κοίτα τι ο Έλγιν πήρε, κοίτα και τι έχει χάσει.
Τ’ όνομά του μ’ άλλο ένα το ναό μου τον λερώνει
και το φως της να το ρίξει η Αρτέμιδα θυμώνει.
Αν και έχει η Αφροδίτη τη μισή ντροπή ξεπλύνει,
η Παλλάδα όμως δεν πρέπει χωρίς γδικιωμό να μείνει».
Κι όταν σώπασε για λίγο, έτσι είχα αποτολμήσει,
απαντώντας ν’ απαλύνω της οργής της το μεθύσι:
Κόρη του Διός, της λέω, γι’ όνομα της Αλβιόνος,
και σαν γνήσιος Εγγλέζος, διαμαρτύρομαι εντόνως.
Μην κακίζεις την Αγγλία. Ξέρεις από ποιο ’ταν μέρος
ο ληστής και συλητής σου; Μάθε, Σκώτος ήταν βέρος.
Τη διαφορά να μάθεις αν το θες και την αιτία,
από της Φυλής το ύψος κοίταξε τη Βοιωτία.
Του νησιού μας Βοιωτία, μάθε, είναι η Σκωτία,
και καλά το ξέρω ότι απ’ αυτή τη νόθα χώρα
της σοφίας η θεά μας δεν τιμήθηκε ως τώρα.
Χώρα άγονη, που η φύση απλοχέρα δεν εστάθη,
και που έμβλημά της έχει το ψηλό γαϊδουραγκάθι,
που το μόνο προϊόν της είναι τα πηχτά σκοτάδια
κι οι τσιγκούνηδες κι αχρείοι που γυρίζουν σα ρημάδια.
Των βουνών και των ελών της το υγρό εκείνο αγέρι
στα κεφάλια τα κουτά τους σκοτισμό και άγνοια φέρει.
Τα μυαλά τα νερουλά τους άγονα ’ναι σαν το χώμα
και ψυχρά, όπως το χιόνι που δεν έλιωσε ακόμα.
Για τον πλούτο χίλιους τρόπους μηχανώνται τα παιδιά της
και το κέρδος τα τραβάει και τα πάει μακριά της.
Στην ανατολή, στη δύση, μόνο προς βορράν δεν πάνε:
κέρδη να βρουν δίχως κόπο, γη και θάλασσες περνάνε.
Ά, καταραμένη ώρα και καταραμένη μέρα,
που τον Πίκτο για ληστεία είχε στείλει κι εδώ πέρα!
Κι όμως, άξια βλαστάρια γέννησε και η Σκωτία,
σαν τον Πίνδαρο που έχει κι η νωθρή η Βοιωτία
και μακάρι οι σοφοί τους να νικήσουνε το κλίμα
κι οι γενναίοι ν’ αψηφίσουν και του θάνατου το μνήμα,
και τη σκόνη αυτής της χώρας ξετινάζοντας και πάλι,
σαν παιδάκια να αστράψουν σε χαρούμενο ακρογιάλι,
γιατί, όπως σ’ άλλα χρόνια, όταν σε μια ψεύτρα χώρα
δέκα ανδρείοι αν υπήρχαν, αποφεύγονταν η μπόρα».
«Ω θνητέ, μου είπε τότε η γαλανομάτα η κόρη,
τούτο το μαντάτο φέρε στης πατρίδας σου τα όρη:
Αν και έχω παρακμάσει, να εκδικηθώ μου μένει
και ν’ αποστραφώ μια χώρα σκοτεινή κι ατιμασμένη.
Άκουσε, λοιπόν, τις ρήσεις της θεάς Παλλάδας μόνο:
άκουσε και σώπα: τα’ άλλα θα ειπωθούν από το χρόνο.
Πρώτα στο κεφάλι εκείνου που ’κανε αυτή την πράξη
η κατάρα μου θ’ αστράψει, ίδιον και γενιά να κάψει.
Ούτε μία σπίθα πνεύμα να μην έχουν τα παιδιά του
και αναίσθητα να είναι, όπως και η αφεντιά του.
Κι αν βρεθεί απόγονός του να ’χει λίγο πνεύμα ή φάτσα,
τότε σίγουρα θα είναι νόθος κι από άλλη ράτσα.
Να γυρίζει μ’ απογόνους διανοητικά βλαμμένους
και αντί για της σοφίας, της βλακείας να ’χει επαίνους.
Κι οι κουτοί να επαινούνε την πολλή καλαισθησία
που θα τον χαρακτηρίζει στην αγοραπωλησία,
να πουλά κι έτσι να κάνει –τί ντροπή και τί απάτη!–
της κλεψιάς και αρπαγής του ένα έθνος συνεργάτη.
Κι ο Ουέστ, που της Ευρώπης είναι ο ρυπαρογράφος,
μα της δύστυχης Αγγλίας κόλαξ και τρανός ζωγράφος,
με τα χέρια σαν αγγίξει έργα τέχνης των αιώνων,
μπρος τους θα θαρρεί πως είναι μαθητής ογδόντα χρόνων.
Και τριγύρω οι αγροίκοι παλαιστές θα μαζευτούνε
με της τέχνης τα μνημεία και αυτοί να συγκριθούνε
και το “μαρμαράδικό” του βλέποντας, θα το θαυμάσουν
κοκορόμυαλοι στην πύλη βιαστικοί σαν καταφθάσουν.
Και, τεμπέλικα, τ’ αρχαία σαν χαζοί θα σχολιάζουν,
ενώ οι γεροντοκόρες από πόθο θα στενάζουν
και θα κατατρώγουν όλες ψηλαφώντας με τα μάτια
των υπέροχων γιγάντων τα μαρμάρινα κομμάτια,
και θλιμμένες θα φωνάζουν, όταν δουν τους ανδριάντες:
“Ω, οι Έλληνες οι αρχαίοι ήτανε στ’ αλήθεια άντρες!”
Και συγκρίνοντάς τους τώρα με εκείνους τους γενναίους,
θα ζηλέψουν τη Λαΐδα για τους φίλους Αθηναίους.
Πότε σύγχρονη γυναίκα θα ’χει τέτοιον εραστή;
Άχ, αλίμονο, ο σερ Χάρρυ δεν του μοιάζει του Ηρακλή…
Και στο τέλος, μες στο τόσο το ανώνυμο το πλήθος,
θα βρεθεί κάποιος διαβάτης που θα έχει λίγο ήθος·
λυπημένος, βλέποντάς τα, άφωνος θ’ αγανακτήσει,
θα θαυμάσει τα κλεμμένα, μα τον κλέφτη θα μισήσει.
Ώ, καταραμένη να ’ναι η ζωή του και ο τάφος
και οργή να συνοδεύει το ιερόσυλό του πάθος.
Τ’ όνομά του η Ιστορία δίπλα σ’ εκεινού θα γράψει
του τρελού, που της Εφέσου το ναό ’χε κατακάψει.
Κι η κατάρα μου πιο πέρα απ’ τον τάφο να τον πάει
και το μίσος αιωνίως και τους δυο να κυνηγάει.
Ο Ηρόστρατος και ο Έλγιν, και οι δυο ατιμασμένοι,
μα ο δεύτερος πιο μαύρος απ’ τον πρώτο θ’ απομένει.»

(http://www.lifo.gr/team/bookroom/46060)

Πες το με ποιηση (181ο): «Είμαι – Είσαι – Είναι…»….

 

 

-«Εσύ ποιος είσαι; Εγώ δεν είμαι»

(Ν. Καρούζος)

 

 

-«Είμαστε οι κούφιοι άνθρωποι

είμαστε οι βαλσαμωμένοι άνθρωποι»

(Τ. Έλιοτ)

 

 

-«Είμαστε ο σπόρος που πεθαίνει…»

(Γ. Σεφέρης)

 

 

 

-«Είμαστε φτιαγμένοι από υλικό ονείρων και τη μικρή μας τη ζωή ύπνος την περιζώνει»

(Σεξπιρ)

 

 

-«Απροσδιόριστοι στον κόσμο
Ένα κυμάτισμα είμαστε ένα τρέμισμα
έρωτα το είπαν
ποίηση το είπαν…»

(Βύρων Λεοντάρης)

 

 

-«…Χύνεται μέσα μου η φωνή μου
και δεν μ’ ακούς και δε μ’ ακούω
και σε ζητώ και δε σε βρίσκω
γιατί είσαι όπου είμαι
κι είμαι όπου είσαι
και κανείς μας δεν είναι όπου είναι.»

(Βύρων Λεοντάρης)

 

 

-Χόρχε Λουίς Μπόρχες, «Είμαι»

«Είμαι αυτός που ξέρει πως άδικα παλεύει

σαν κι εκείνον που κοιτάζει μάταια

μέσα στον σιωπηλό, κρυστάλλινο καθρέφτη

κι ακολουθεί την αντανάκλαση

ή το σώμα (το ίδιο κάνει) του όμοιού του.

Είμαι, σιωπηλοί μου φίλοι,

αυτός που ξέρει πως άλλη τιμωρία

από τη λησμονιά δεν υπάρχει

ούτε κι άλλη συγγνώμη.

Κάποιος θεός έδωσε στο ανθρώπινο μίσος

τούτη την παράξενη δικλείδα.

Είμαι κείνος που, μ’ όλες τις φοβερές παραπλανήσεις του,

ποτέ δεν μπόρεσε ν’αποκρυπτογραφήσει

τον απλό και μαζί πολλαπλό,

αδιάβατο λαβύρινθο του χρόνου, που ανήκει

ταυτόχρονα σε έναν και σ’ όλους.

Είμαι κάποιος που δεν είναι κανένας,

εκείνος που στον πόλεμο δεν έπιασε σπαθί.

Είμαι αντίλαλος, λήθη, τίποτα.»

[Πηγή: www.doctv.gr]

 

 

 

-Άννα Αχμάτοβα, [Αυτή είμαι…]

«Αυτή είμαι• σας εύχομαι μιαν άλλη, καλύτερη,

Δεν εμπορεύομαι πια την ευτυχία,

σαν τους τσαρλατάνους και τους χοντρέμπορους.

Όσο όλοι αναπαύονταν ειρηνικά στο Σότσι,

εμένα μ’ επισκέπτονταν έρποντας τέτοιες νύχτες,

κι άκουγα να χτυπούν τέτοια κουδούνια!

Οι ανοιξιάτικες ομίχλες πάνω από την Ασία

και οι φοβερά ζωηρόχρωμες τουλίπες

ύφαναν χαλί εκατοντάδες μίλια.

Ω, τι να την κάνω αυτή την αγν’ότητα

τι να την κάνω την απλή ακεραιότητα;

Ω, τι να κάνω μ’ αυτούς τους ανθρώπους!

δεν τα κατάφερα ποτέ να μείνω θεατής,

για κάποιο λόγο πάντα εισερχόμουν

στις πλέον απαγορευμένες ζώνες της ουσίας.

Ήμουν η θεραπεύτρια της τρυφερής ασθένειας,

η πιο πιστή φίλη των ξένων συζύγων

και πολλών συζύγων η απαρηγόρητη χήρα.

Το στεφάνι τα άσπρα μου μαλλιά δεν τ’ απόκτησα ανάξια

και τα μάγουλα, καμένα από πυρκαγιά,

τρομάζουν τώρα τους ανθρώπους με το σκοτεινό τους χρώμα.

Πλησιάζει όμως το τέλος της περηφάνιας μου,

και θα χρειαστεί, όπως η άλλη – η μαρτυρική Μαρίνα –

να ξεδιψάσω πίνοντας το τίποτα…»

(Ξένη ποίηση του 20ου αιώνα, Ελληνικά γράμματα)

 

 

 

-Μαρία Ψωμά, «Είμαι κι εσύ»

«Επάνω μου κολλημένα κομμάτια σου,

τα κουβαλάω όπου είμαι,

είμαι κι εσύ, αναπόφευκτα…

Χρόνια μαζί στα χαρακώματα

χνώτο με χνώτο διαλυθήκαμε,

η λήθη που επικράτησε

δεν είναι αναπαμός»

(http://www.poiein.gr/archives/3856)

 

 

 

-Ναπολέων Λαπαθιώτης, «ΕΙΜΑΙ μόνος…»

«Είμαι μόνος. Βραδιάζει. Τι να κάνω…
Τα χέρια μου είναι τόσο απελπισμένα!
Τα χέρια μου είναι τόσο κουρασμένα!
Τα αφήνω και γλιστρούν αργά στο πιάνο…

Παίζω στην τύχη, κάτι αγαπημένο,
Κάτι παλιό, και γνώριμο, και πλάνο..
Και πάλι σταματώ. Δεν επιμένω.
Θα προτιμούσα μάλλον να πεθάνω…»

(http://www.poiein.gr/archives/239/index.html)

 

 

 -Ρενέ ΣΑΡ, «Είμαστε τόσο εύθραυστοι;»

«Ηδύς ο βίος, αν μπορούσε να υπόσχεται χωρίς ν’ αναχωρεί!

Ήρθε η στιγμή, πρέπει ν’ αντέξεις!

Ν’ αλλάξεις ή να σβήσεις, αν όλα στην αρχή ήταν πυρ.

Η πέστροφα πεθαίνει εμπρός μου ορθή και λυγισμένη.

Χάρισμα που δεν κρύβεται η ανησυχία

μπορεί επιτέλους να μ’ εγκαταλείψει.

Την πρώτη ανάσα της μαντεύω.

Η μαύρη πεταλούδα μπρος στα πόδια μου

μ’ ανάλαφρο φτερούγισμα ανεβαίνει.

Εντός μου μήτε ήλιος μήτε σκότος,

χιλιάδες μελωδίες τραγουδιών

τον ύπνο δεν αφήνουν να με πάρει.

Λειμώνας σ’ όσους αγωνίζονται δοσμένος.

Πόθος σφοδρός που ακολουθεί την αστραπή.

Άψυχο το σώμα ακινητεί, σωριάζεται,

τη μελωδία αναπολώντας

εκεί όπου βλάστησε επιστρέφει»

(Ξένη ποίηση του 20ου αιώνα, μτφ. Τ. Σινόπουλος, εκδ. Ελ. Γράμματα)

 

 

 -Γιώργος Σαραντάρης «Δεν είμαστε ποιητές σημαίνει…»

«Δεν είμαστε ποιητές σημαίνει φεύγουμε,

σημαίνει εγκαταλείπουμε τον αγώνα,

παρατάμε τη χαρά στους ανίδεους,

τις γυναίκες στα φιλιά του ανέμου

και στη σκόνη του καιρού.

 

Σημαίνει πως φοβόμαστε

και η ζωή μάς έγινε ξένη,

ο θάνατος βραχνάς.»

(http://latistor.blogspot.gr/2012/08/blog-post_26.html)

 

-Τζέζαρε Παβέζε, «ΕΙΣΑΙ σαν κάποια γη…»

 «Είσαι σαν κάποια γη
που κανένας ποτέ δεν ονόμασε.
Δεν περιμένεις τίποτα
μόνο τη λέξη που θ’ αναβλύσει απ’ το βάθος
σαν καρπός στα κλαριά.
Ένας άνεμος σε προλαβαίνει.
Στεγνά και μαραμένα πράγματα
σε κατακλύζουνε και φεύγουν με τον άνεμο.
Μέλη και λόγια αρχαία. Τρέμεις
μέσα στο καλοκαίρι.»

(Ξένη ποίηση του 20ου αιώνα, Ελληνικά γράμματα)

 

 

 

 

 

 

-CESARE PAVESE, «Έρωτας ΕΙΣΑΙ κι εσύ»

«Έρωτας είσαι κι εσύ.
Από αίμα είσαι και χώμα
όπως και οι άλλοι. Περπατάς
σαν να μη λες ν’ αφήσεις
του σπιτιού σου την πόρτα.
Σάμπως να περιμένεις,
να μη βλέπεις. Χώμα είσαι
που πονεί και σωπαίνει.
Σκιρτάς και κουράζεσαι
και όλο μιλάς – περπατάς
και αναμένεις. Ο έρωτας
είναι αίμα σου – αυτό μόνο.»
(Ξένη ποίηση του 20ου αιώνα, Ελληνικά γράμματα)

 

-Κική Δημουλά, «Πέρασα» [Όχι δεν ΕΙΜΑΙ λυπημένη}

Περπατώ και νυχτώνει.
Αποφασίζω και νυχτώνει.
Όχι δεν είμαι λυπημένη.

Υπήρξα περίεργη και μελετηρή.
Ξέρω απ’ όλα. Λίγο απ’ όλα.
Τα ονόματα των λουλουδιών όταν μαραίνονται,
πότε πρασινίζουν οι λέξεις και πότε κρυώνουμε.
Πόσο εύκολα γυρίζει η κλειδαριά των αισθημάτων
μ’ ένα οποιοδήποτε κλειδί της λησμονιάς.
Όχι δεν είμαι λυπημένη.

Πέρασα μέρες με βροχή,
εντάθηκα πίσω απ΄αυτό
το συρματόπλεγμα το υδάτινο
υπομονετικά κι απαρατήρητα,
όπως ο πόνος των δέντρων
όταν το ύστατο φύλλο τους φεύγει
κι όπως ο φόβος των γενναίων.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Πέρασα από κήπους, στάθηκα σε συντριβάνια
και είδα πολλά αγαλματίδια να γελούν
σε αθέατα αίτια χαράς.
Και μικρούς ερωτιδείς, καυχησιάρηδες.
Τα τεντωμένα τόξα τους
βγήκανε μισοφέγγαρο σε νύχτες μου και ρέμβασα.
Είδα πολλά και ωραία όνειρα
και είδα να ξεχνιέμαι.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Περπάτησα πολύ στα αισθήματα,
τα δικά μου και των άλλων,
κι έμενε πάντα χώρος ανάμεσά τους
να περάσει ο πλατύς χρόνος.
Πέρασα από ταχυδρομεία και ξαναπέρασα.
Έγραψα γράμματα και ξαναέγραψα
και στο θεό της απαντήσεως προσευχήθηκα άκοπα.
Έλαβα κάρτες σύντομες:
εγκάρδιο αποχαιρετηστήριο από την Πάτρα
και κα΄τι χαιρετίσματα
από τον Πύργο της Πίζας που γέρνει.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη που γέρνει η μέρα.

Μίλησα πολύ. Στους ανθρώπους,
στους φανοστάτες, στις φωτογραφίες.
Και πολύ στις αλυσίδες.
Έμαθα να διαβάζω χέρια
και να χάνω χέρια.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Ταξίδεψα μάλιστα.
Πήγα κι από ‘δω, πήγα κι από ‘κει…
Παντού έτοιμος να γεράσει ο κόσμος.
Έχασα κι από ‘δω, έχασα κι από ‘κει.
Κι από την προσοχή μου μέσα έχασα
κι απ’ την απροσεξία μου.
Πήγα και στη θάλασσα.
Μου οφειλόταν ένα πλάτος. Πες πως το πήρα.
Φοβήθηκα τη μοναξιά
και φαντάστηκα ανθρώπους.
Τους είδα να πέφτουν
απ’ το χέρι μιας ήσυχης σκόνης,
που διέτρεχε μιαν ηλιαχτίδα
κι άλλους από τον ήχο μιας καμπάνας ελάχιστης.
Και ηχήθηκα σε κωδωνοκρουσίες
ορθόδοξης ερημίας.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Έπιασα και φωτιά και σιγοκάηκα.
Και δεν μου ‘λειψε ούτε των φεγγαριών η πείρα.
Η χάση τους πάνω από θάλασσες κι από μάτια,
σκοτεινή, με ακόνισε.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Όσο μπόρεσα έφερ’ αντίσταση σ’ αυτό το ποτάμι
όταν είχε νερό πολύ, να μη με πάρει,
κι όσο ήταν δυνατόν φαντάστηκα νερό
στα ξεροπόταμα
και παρασύρθηκα’

Όχι, δεν είμαι λυπημένη
Σε σωστή ώρα νυχτώνει.

(Κική Δημουλά, Ποιήματα, Ίκαρος)

 

 

 -Αντρέ Μπρετόν, «Εγώ ΕΙΜΑΙ ανοίξετε»

«Τα τετράγωνα του αέρος σπάζουν με τη σειρά τους

Από καιρό πια δεν υπάρχουν καθρέφτες

Και οι γυναίκες καμώνονται μέρα και νύχτα πως δεν είναι

τόσο ωραίες

Όταν πλησιάζουν τα πουλιά που πρόκειται να καθίσουν στον

ώμο τους

Γέρνουν πίσω το κεφάλι απαλά χωρίς να κλείσουν τα μάτια

Το παρκέτο και τα έπιπλα στάζουν αίμα

Μια αράχνη στέκει στο κυανό της δίχτυ επάνω σ’ ένα άδειο

πτώμα

Παιδιά κρατώντας ένα φανάρι προχωρούν μέσα στα άλση

Ζητούν από τα φύλλα τον ίσκιο των λιμνών

Μα οι σιωπηλές λίμνες ασκούν μεγάλη έλξη

Τώρα πια δεν φαίνεται στην επιφάνεια παρά ένα μικρό

φανάρι που χαμηλώνει

Στις τρεις πόρτες του σπιτιού είναι καρφωμένες τρεις άσπρες

κουκουβάγιες

Την ανάμνησιν των ερώτων της ώρας

Η άκρη των φτερών τους είναι χρυσωμένη σαν τις χάρτινες

κορώνες που πέφτουν στροβιλιζόμενες από τα νεκρά

δένδρα

Η φωνή αυτών των μελετών βάζει γαϊδουράγκαθα στα χείλη

Κάτω από το χιόνι το αλεξικέραυνο γοητεύει τα γεράκια.»

(Ανθολογία γαλλικής ποίησης, Καστανιώτης)

 

 -Μ. Αναγνωστάκης, [Αυτοί δεν ΕΙΝΑΙ οι δρόμοι…]

«Αυτοί δεν είναι οι δρόμοι που γνωρίσαμε

Αλλότριο πλήθος έρπει τώρα στις λεωφόρους

Αλλάξαν και των προαστίων οι ονομασίες

Υψώνονται άσυλα στα γήπεδα και στις πλατείες.

Ποιός περιμένει την επιστροφή σου; Εδώ οι επίγονοι

Λιθοβολούν τους ξένους, θύουν σ’ ομοιώματα,

Είσαι ένας άγνωστος μες στο άγνωστο εκκλησίασμα

Κι από τον άμβωνα αφορίζουνε τους ξένους

Ρίχνουνε στους αλλόγλωσσους κατάρες.

Εσύ στους σκοτεινούς διαδρόμους χώσου

Στις δαιδαλώδεις κρύπτες που δεν προσεγγίζει

Ούτε φωνή αγριμιού ή ήχος τυμπάνου·

Εκεί δε θα σε βρουν. Γιατί αν σ’ αφορίσουν

Κάποιοι —αναπόφευκτα— στα χείλη τους θα σε προφέρουν

Οι σκέψεις σου θ’ αλλοιωθούν, θα σου αποδώσουν

Ψιθυριστά προθέσεις, θα σε υμνήσουν.

Με τέτοιες προσιτές επιτυχίες θα ηττηθείς.

Τεντώσου απορρίπτοντας των λόγων σου την πανοπλία

Κάθε εξωτερικό περίβλημά σου περιττό

Και της Σιωπής το μέγα διάστημα, έτσι,

Τεντώσου να πληρώσεις συμπαγής.»

(Μ. Αναγνωστάκης, Τα ποιήματα, Νεφέλη)

 

 

-Αργύρης Χιόνης, «ΕΙΝΑΙ δυο άνθρωποι»

 «Είναι δυο άνθρωποι, ο ένας με μαχαίρι, ο άλλος άοπλος.

Αυτός με το μαχαίρι λέει στον άλλο: “Θα σε σκοτώσω”.

“Μα γιατί”, ρωτά ο άοπλος, “τι σου ‘χω κάνει; Πρώτη

φορά βλεπόμαστε. Ούτε σε ξέρω ούτε με ξέρεις”.

“Γι αυτό ακριβώς θα σε σκοτώσω. Αν γνωριζόμασταν,

μπορεί να σ’ αγαπούσα”, λέει αυτός με το μαχαίρι.

“Ή και να με μισούσες”, λέει ο άοπλος, “να με μισούσες

τόσο που με χαρά μεγάλη θα με σκότωνες. Γιατί να στερηθείς

μια τέτοια απόλαυση; Έλα να γνωριστούμε”.

“Κι αν σ’ αγαπήσω”, επιμένει ο οπλισμένος, “αν σ’ αγα-

ήσω, τι θα κάνει ετούτο το μαχαίρι;”.

“Ω, μη φοβάσαι”, λέει ο άοπλος, “σκοτώνει ακόμη κι η

αγάπη. Και, τότε, είναι πιο μεγάλη η απόλαυση”»>

(Α. Χιόνης, Η φωνή της σιωπής, Νεφέλη)

 

 

Πες το με ποίηση (180ο): «Το ’21 και οι ήρωές του»…

 

-«Αυτό το λόγο θα σας πω

δεν έχω άλλο κανένα

μεθύστε με τ’ αθάνατο

κρασί του ‘21»

(Κ. Παλαμάς)

 

 

-«ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΤΟΥ ‘21»

Κρυφά το λένε τα πουλιά, κρυφά το λεν τ΄ αηδόνια,

κρυφά το λέει κι ο γούμενος από την Αγια – Λαύρα:

«Παιδιά, για μεταλάβετε, για ξεμολογηθείτε

δεν είν΄ ο περσινός καιρός κι ο φετινός χειμώνας.

Μας ήρθ΄ η άνοιξη πικρή, το καλοκαίρι μαύρο,

γιατί σηκώθη πόλεμος και πολεμάν τους Τούρκους.

Να διώξουμ΄ όλη την Τουρκιά ή να χαθούμε ούλοι».

(Δημοτικό)

 

 

 

-Γιάννης Κουτσοχέρας, «ΕΙΚΟΣΙΕΝΑ»

«Και ήρθε του Εικοσιένα το πλήρωμα

με το καριοφύλι και με το δαυλό

 

με το δάσκαλο

το κρυφό σκολειό

το  ΄ποθούμενο’ του Αιτωλού

 

με τους φιλικούς

τους ιερολοχίτες

με το ράσο το φλεγόμενο του Παπαφλέσα

με το Σούλι – με το Κούγκι – με το Αρκάδι

οι Σουλιώτισες τα βρέφη το Ζάλογγο.

 

Έχετε για βρυσούλες.

 

Ήρθε από τα Καλάβρυτα

από τη Μάνη

από την Έξοδο του Μεσολογγιού.

 

Ήρθε με το Γέρο του Μοριά

με το Γιό της Ρούμελης.

 

Ήρθε με τις Μπουμπουλίνες

τους θαλασσόλυκους

τους μπουρλοτιέριδες

με τα  κύματα και τον άνεμο του Αιγαίου.

 

Ήρθε με το Ρήγα.

Με τον Κάλβο,

Με το Σολωμό.

Ήρθε με τη λευτεριά

τη βγαλμένη από τα κόκκαλα των Ελλήνων.»

 

 

-Γιάννης Τζήκας, «ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ ΄21»

«Οι Έλληνες μες στη σκλαβιά

τετρακόσια χρόνια στη νυχτιά –

δεν ορίζαν τη ζωή τους

ούτε σπίτι ούτε παιδί τους.

 

Μα μια μέρα φωτεινή

του Φεραίου η φωνή

όλο πάθος και ορμή –

στις πλαγιές αντιλαλεί:

 

«Ελληνες ξεσηκωθείτε

κι όλοι τ΄ άρματα ζωστείτε.

Η Ελλάδα μας καλεί

ήρθε τώρα η στιγμή!»

 

Ήρωες του εικοσιένα

παλικάρια ένα κι ένα

πολεμούν για λευτεριά

με μπαρούτι και καρδιά.»

 

 

-Άγγελος Σικελιανός, «Η ΣΥΝΑΞΗ»

Εψυχομάχα ο Διγενής στο σιδερό κρεβάτι.

Τον τριγυρίζαν οι γιατροί με τα χαρτιά στο χέρι,

κι απόξω καρτερούσανε δικοί και συντοπίτες.

Θέλουν να μπούνε να τον δούν, κι ακόμα ακροφοβούνταν …

Σηκώνει το κεφάλι του και λέει στην αδερφή του:

-Άστους να μπούνε να με ιδιούν κ΄ έχω καλά μαντάτα.

Τι τώρα δα είχ΄αντάμωση με τον Καραϊσκάκη,

Κι ο Μακρυγιάννης έστεκε σιμά κι αφουγκραζόταν:

«Γιάννη ετοιμάσου νάρχεσαι να στήσουμε ταμπούρι στον κάτου κόσμο μυστικό,

και θέμε τ΄  άρματά σου.

Και θέλουμε τη γνώμη σου, και θάχεις τη δική μας.

Τι τώρα κρίνετια η ζωή βαριά της Ρωμιοσύνης,

και  πρωτοσυμβουλάτορα σε κράζουμε κοντά μας!»

Ακούμπησεν ο Διγενής στο σιδερό κρεβάτι,

Κι απέ τα μάτια γύρισε στην πόρτα και ξανάπε:

-Πες τους να μπουν όλοι μαζί, κι ας μην ακροφοβούνται.

Τ΄ήρτ’ ο καιρός για σύναξη τρανή παλικαριώνε.

Μια ορμήνεια θέλω να τους πω, και βιάζουμαι να φύγω:

«Τη Λευτεριά, τη Λευτεριά, τη Λευτεριά ως τα ύψη,

τη Λευτεριά ως το θάνατο, τη Λευτεριά ως τον Άδη,

κι απέκει τ΄ άλλα είναι καλά, απάνω ή κάτου κόσμος!»

 

 

-Βίκτορ Ουγκώ, «ΤΟ ΕΛΛΗΝΟΠΟΥΛΟ»

«Τούρκοι διαβήκαν. Χαλασμός, θάνατος πέρα ως πέρα.

Η Χίο, τ’  ολόμορφο νησί, μαύρη απομένει ξέρα,

με τα κρασιά, με τα δεντρά,

τ΄ αρχοντονήσι, που βουνά και σπίτια και λαγκάδια

και στο χορό τις λυγερές καμιά φορά τα βράδια

καθρέφτιζε μες στα νερά.

 

Ερμιά παντού. Μα κοίταξε κι απάνου εκεί στο βράχο,

στου κάστρου τα χαλάσματα κάποιο παιδί μονάχο

κάθεται, σκύβει θλιβερά

το κεφαλάκι, στήριγμα και σκέπη του απομένει

μόνο μια άσπρη αγράμπελη σαν αυτό ξεχασμένη

μες στην αφάνταστη  φθορά.

 

-Φτωχό παιδί, που κάθεσαι ξιπόλητο στις ράχες,

για να μην κλαις λυπητερά, τ’ ήθελες τάχα να’ χες

για να τα ιδώ τα θαλασσά

ματάκια σου ν’ αστράψουνε, να ξαστερώσουν πάλι,

και να σηκώσεις χαρωπά σαν πρώτα το κεάλι

με τα μαλλάκια τα χρυσά;

 

Τι θέλεις, άτυχο παιδί, τι θέλεις να σου δώσω,

για να τα πλέξεις ξέγνοιαστα, για να τα καμαρώσω

ριχτά στους ώμους σου πλατιά

μαλλάκια, που οτυ ψαλιδιού δεν τα ‘χει αγγίξει η κόψη

και σκόρπια στη δροσάτη σου τριγύρω γέρνουν όψη

ωσάν την κλαίουσαν ιτιά;

 

Σαν τι μπορούσε να σου διώξει τάχα το μαράζι;

Μήπως το κρίνο απ’ το Ιράν, που του ματιού σου μοιάζει;

Μη ο καρπός α’ το δεντρί,

που μες στη μουσουλμανική παράδεισο φυτρώνει,

κι έν’ άλογο, χρόνια εκατό κι αν πιλαλάει δε σώνει

μεσ’ απ’ τον ίσκιο του να βγει;

 

Μη το πουλί που κελαηδάει στο δάσος νύχτα μέρα

και με τη γλύκα του περνάει και ντέφι και φλογέρα;

Τι θες απ’ όλα τα’ αγαθά

τούτα; Πες! Τ’ άνθος, τον καρπό; Θες το πουλί;

Διαβάτη,

μου κράζει το Ελληνόπουλο για το γαλάζιο μάτι:

Βόλια, μπαρούτη θέλω να!»

(Μτφρ. Κωστής Παλαμάς)

 

 

 

-Άγγελος Σικελιανός, «ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ»

«Χαρά σ΄ εκειόν που πρωτοσήκωσε,

απ΄ τις σκόνες σκεπασμένο,

το δίστομο σπαθί του Λόγου Σου

στον ήλιο, Μακρυγιάννη,

κ΄είδε που οι κόψες του μεμιάς ξαστράψαν,

ανέγγιχτες, στο φως,

κι οι δυό πλευρές του λάμπουν

γυμνές,

σά να ΄βγαιναν την ίδια τούτην ώρα από τα΄ ακόνι,

και πως βωδούσαν, απ΄ τη μια μεριά πλυμένες

με το αίμα των οχτρώνε,

κι απ΄ την άλλη

σάμπως να θέρισαν αυτή την ίδιαν ώρα

μοσκιές και βιόλα απ΄ του μπαξέ Σου τα λουλούδια!

 

Κι απάνω και στις δυό πλευρές γραφή.

Απ΄ τη μια,

τα λόγια αυτά Σου χαραγμένα, στρατηγέ μας:

«Τη λευτεριά μας τούτη δεν την ήβραμε στο δρόμο,

και δε θα μπούμεν εύκολα στου αυγού το τσόφλι,

γιατί δεν είμαστε κλωσόπουλα, σ΄αυτό να ξαναμπούμε πίσω μά εγίναμε πουλιά,

και τώρα πιά στο τσόφλι μέσα δε χωρούμε.»

Κι από τη δεύτερη πλευρά,

γραφή άλλη χαραγμένη:

«Απάνω στην αλήθεια μου

ακόμα και το θάνατο τον δέχομαι

τι τόσες φορές το θάνατον εζύγωσα, αδερφοί μου,

και δε με πήρε,

πού, για τούτο,

το θάνατο καταφρονώ,

κι απάνω στην αλήθεια μου πεθαίνω.»

Χαρά σ΄ εκειόν που πρωτοσήκωσε απ΄ το χώμα αυτή τη σπάθα

και τέτοια διάβασεν απάνω της βαγγέλια.

Χαρά, λοιπόν, σ΄ Εσένα πρώτα, γερο-Βλαχογιάννη!»

 

 

-Κώστα Γ. Καρυωτάκη, «Ο ΔΙΑΚΟΣ»

Μέρα του Απρίλη.
Πράσινο λάμπος,
γελούσε ο κάμπος
με το τριφύλλι.

Ως την εφίλει
το πρωινό θάμπος,
η φύση σάμπως
γλυκά να ομίλει.

Εκελαδούσαν
πουλιά, πετώντας
όλο πιο πάνω.

Τ’ άνθη ευωδούσαν.
Κι είπε απορώντας:
«Πώς να πεθάνω;»

 

 

-«ΤΟΥ ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗ»

«Το λεν οι κούκοι στα βουνά κι οι πέρδικες στα πλάγια

και μια μικρούλα πέρδικα στον κάμπο της Αθήνας.

Είχε τα νύχια κόκκινα και τα φτερά βαμμένα.

Αποβραδίς μοιρολογά και το ταχύ φωνάζει:

-Τρίτη, Τετάρτη θλιβερή, Πέφτη φαρμακωμένη,

Παρασκευή ξημέρωνε, να μη είχε ξημερώσει

αφέντες  έβαλαν βουλή τον πόλεμο να πιάσουν.

Καραϊσκάκης φώναξε πάνω από τ΄ άλογό του:

-Πού είστε, μπρε Ρουμελιώτες μου, παιδιά αντρειωμένα;

Γυμνώστε τ΄ αλαφρά σπαθιά και ρίξτε τα ντουφέκια.

 

΄Ηρθε μεντάτι* των Τουρκών, πεζοί και καβαλάριοι.

Δεν ήταν λίγοι, ουδέ πολλοί, ήταν εννιά χιλιάδες.

Πρώτο γιουρούσι που ΄καμαν, δεύτερο τράκο κάμαν,

Λαβώνεται ο Καραϊσκάς κι ο καπετάν Νικήτας.

Κι ο Καραϊσκος φώναξε, ψιλή φωνούλα βγάζει:

-Έλληνες, μην κιοτέψετε, παιδιά μη φοβηθείτε

και πάρ΄ το γιούχα η Τουρκιά κι έρθει και μας χαλάσει.

Σαν Έλληνες βαστάξετε και σα Γραικοί σταθείτε.»

(Δημοτικό)

 

 

 

-«ΤΩΝ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΑΙΩΝ»

«Λάμπουν τα χιόνια στα βουνά κι ο ήλιος στα λαγκάδια, λάμπουν και τ΄ αλαφρά σπαθιά των Κολοκοτρωναίων, πόχουν τ΄ ασήμια τα πολλά, τις ασημένιες πάλες,

τις πέντε αράδες τα κουμπιά, τις έξι τα τσαπράζια

οπού δεν καταδέχονται τη γης να την πατήσουν.

Καβάλα τρώνε το ψωμί, καβάλα πολεμάνε,

καβάλα παίρν΄ αντίδερο απ΄ του παπά το χέρι.

Φλωριά ρίχουν στην Παναγιά, φλωριά ρίχνουν στους άγιους, και στον αφέντη το Χριστό τις ασημένιες πάλες.

-Χριστέ μας, βλόγα τα σπαθιά, βλόγα μας και τα χέρια.

Κι ο Θεοδωράκης μίλησε κι ο Θεοδωράκης λέει:

-Τούτ΄ οι χαρές που κάνουμε σε λύπη θα μας βγάλουν. Απόψ΄ είδα στον ύπνο μου, στην υπνοφαντασιά μου, θολό ποτάμι πέρναγα και πέρα δεν εβγήκα.

Ελάτε να σκορπίσουμε, μπουλούκια να γεννούμε.

Σύρε, Γιώργο μ΄, στον τόπο σου, Νικήτα, στο Λοντάρι

εγώ πάου στην Καρύταινα, πάου στους εδικούς μου,

ν΄ αφήκω τη διαθήκη μου και τις παραγγολές μου,

τι θα περάσω θάλασσα, στη Ζάκυνθο θα πάω.»

(Δημοτικό)

 

 

-Κώστας Κρυστάλλης, «ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΟ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ»

 

«Το Μεσολόγγι το μικρό, κι εκείνο στοιχειωμένο,

ατάραχτο στα Τούρκικα τα κύματα βαστιέται.

Χουμάει τ΄ ασκέρι απάνω του, τσακίζεται, σκορπιέται,

χούμισε ως τώρα τρεις φορές, και πάλι τώρα, πάλι

για να χουμήση εσήκωσε ολόρθο το κεφάλι.

Είναι πασσάδες τώρα δυό κι αμέτρητα τ΄ ασκέρια

ο Ιμβραήμ κι ο Κιουταχής. Μα και το Μεσολόγγι

κρύφτει στα μετερίζια του, σαν σε σπηλιές, ξεφτέρια,

και κάπου – κάπου ακούγωνται και κανονιώνε βόγοι.

Τώρα το κύμα είναι τρανό, είναι βαριά η μαυρίλα

το Μεσολόγγι είναι μικρό. Εκείθε ανατριχίλα

κι εδώθε φόβος πλημμυρεί κι ελπίδα την καρδιά.

Από στεριά και πέλαγο το ζώνουν ολοένα,

πως ζώνουν τ΄ άστρο σύγνεφα  βαριά και πυκνωμένα,

κι από τα παλληκάρια του γυρεύουν τα κλειδιά.

Άστρο κι εκείνο ήτανε τότε για την Πατρίδα,

για την Ελλάδα έλαμπε χρυσή εκείνο ελπίδα.

Χρόνος ακέριος πέρασε που τόχουνε κλεισμένο

και του γυρεύουν τα κλειδιά, το θέλουνε δεμένο.

Όσο κι αν έχης στη σπηλιά κλεισμένο το λιοντάρι,

δεν τόχεις και στα χέρια σου. Και τ΄ άξιο παλληκάρι,

που πολεμάει για του Χριστού την Πίστη, για Πατρίδα,

όσο που νοιώθει στην καρδιά αίμα και μια ρανίδα,

δε σου τη δίνει την τιμή, που είναι ….. τάρματά του

κι ένα κοτρώνι να βρεθή αν τύχη από μπροστά του,

όσο που λίγο να κρυφτή, είναι με μιας λιοντάρι,

που αν δή, κλεισμένο στη σπηλιά, την υστερνή του ώρα,

χύνεται σαν την αστραπή, κι αλλιά σ΄ εκειόν που πάρη!

Εκείνοι που φυλάγουνε το Μεσολόγγι τώρα

έχουνε τείχια γύρα τους και αίμα στην καρδιά τους,

αίμα καθάριο, ελληνικό, που δίνει στα ποδάρια

φτερά, τσιλίκι στην καρδιά, και σά θεριά, λιοντάρια,

σπιθοβολάει θεόφοβη η φλογερή ματιά τους.

Ένα δεν έχουν μοναχά, ένα στερεύοντ΄ όλοι…

Ψωμί, μπαρούτι, βόλι.»

 

 

-Ανδρέας Κάλβος, «ΕΙΣ ΤΟΝ ΙΕΡΟΝ ΛΟΧΟΝ»

(Το κείμενο που ακολουθεί περιλαμβάνει τις πέντε πρώτες στροφές από την Ωδή αυτή του Κάλβου. Η ωδή είναι εμπνευσμένη από την αυτοθυσία που έδειξαν οι εθελοντές του Ιερού Λόχου, οι νεαροί σπουδαστές που, αν και άπειροι από πόλεμο, αγωνίστηκαν ηρωικά και έπεσαν στο Δραγατσάνι τον Ιούνιο του 1821. Ο θάνατός του έμεινε λαμπρό παράδειγμα αφοσιώσεως στο ιδανικό της Ελευθερίας.)

 

Ας μή βρέξει ποτέ

το σύννεφον και ο άνεμος

σκληρός ας μη σκορπίσει

το χώμα το μακάριον

που σας σκεπάζει.

 

Ας το δροσίσει πάντοτε

με τ΄ αργυρά της δάκρυα

η ροδόπεπλος κόρη*

και αυτού ας ξεφυτρώνουν

αιώνια τ΄ άνθη.

 

Ω γνήσια της Ελλάδος

τέκνα  ψυχαί που επέσατε

εις τον αγώνα ανδρείως,

τάγμα εκλεκτών ηρώων,

καύχημα νέον*

 

σας άρπαξεν η τύχη

την νικητήριον δάφνην,

και από μυρτιάν σας έπλεξε

και πένθιμον κυπάρισσον

στέφανον άλλον.

 

Αλλ΄  αν τις απεθάνει

δια την πατρίδα, η μύρτος

είναι φύλλον ατίμητον,

και καλά τα κλαδιά

της κυπαρίσσου.

 

 

 -Γιάννης Τζήκας, «ΤΟ ΚΛΕΦΤΟΠΟΥΛΟ»

Ένα μικρό κλεφτόπουλο

μικρό κι αντρειωμένο

με τ΄ όπλο του στο χέρι του

τραβάει το μονοπάτι.

Στο δρόμο που επήγαινε

πουλάκια συναντάει.

Κι αυτά μ΄ ανθρώπινη λαλιά

του λένε, το ρωτάνε:

«Που πας μικρό κλεφτόπουλο

που πας αλαφιασμένο;»

Στέκεται λίγο, σταματά

και θαρρετά τους λέει:

«Σκλαβιά εγώ δεν ημπορώ

σπίτι να μην ορίζω

και πήρα την απόφαση

να πάω να πολεμήσω.

Θέλω πατρίδα λεύτερη

και πίσω δε γυρίζω!»

 

*Σημείωση: Όλα τα ποιήματα είναι από το βιβλίο των Γιάννη Π. Τζήκα – Τάσου Γούκου, «Σύγχρονη σχολική ανθολογία», εκδ. Ατραπός.

 

Πες το με ποίηση (179ο): «Τέλος»…

 

-«Στην αρχή μου είναι το τέλος μου και στο τέλος μου η αρχή μου»
(T.S Elliot)

 

«Έτσι τελειώνει ο κόσμος, όχι με έναν πάταγο, αλλά με έναν λυγμό .»

(T.S Elliot)

 

-«Πολλά είχε αγαπήσει ο Σίσυφος.

Στο τέλος αγαπούσε μόνο την πέτρα του»

(Ν. Δήμου)

 

 

-«Τελικά τούς έκλεισα την πόρτα «τι να την κάνω την πραγματικότητα, τους λέω ‒έγώ έχω τ’ όνειρο

ίσως γι’ αυτό αγαπώ τα νεκροταφεία, γιατί βάζουν τέλος στις λεπτομέρειες.

Ένα τραγούδι λυπημένο τη νύχτα είναι πάντα ένας αποχαιρετισμός.»

(Τάσος Λειβαδίτης)

 

 

-«Να μην περνάς την τελεία αβασάνιστα.

Σταμάτα λίγο σε ότι τελειώνει.

Κάτι καινούργιο αρχίζει πάντα μετά.»

(Χρίστος Γ. Παπαδόπουλος)

 

 

-«Εδώ τελειώνουν τα έργα της θάλασσας, τα έργα της αγάπης.
Εκείνοι που κάποτε θα ζήσουν εδώ που τελειώνουμε
αν τύχει και μαυρίσει στη μνήμη τους το αίμα και ξεχειλίσει
ας μη μας ξεχάσουν, τις αδύναμες ψυχές μέσα στ’ ασφοδίλια.

Ας γυρίσουν προς το έρεβος τα κεφάλια των θυμάτων:
Εμείς που τίποτα δεν είχαμε θα τους διδάξουμε τη γαλήνη.
Ας μη μας ξεχάσουν.»

(Γ. Σεφέρης)

 

-Μίλτος Σαχτούρης, «Ως το τέλος

«Ώς το τέλος λυπήθηκα που ήτανε παιδί

θα ’πρεπε να ’ταν σύννεφο

σαν κι αυτά που μέσα τους κρύβονται τα πουλιά

όταν φοβούνται»

 

 

-Μίλτος Σαχτούρης, «Ως το τέλος II»

«Πάνω στο στρώμα το σώμα του περνούσε από φάσεις

τρομαχτικές. Το ένα του πόδι λέπταινε σαν κλωστή,

ενώ το άλλο χόντραινε σαν κορμός δέντρου.

Ένιωθε όμως την πυγμή του τρομερή και καθώς το

κρεβάτι του ήταν πλάι στον τοίχο, θα ’θελε μ’ ένα

χτύπημα να τρυπήσει τον τοίχο και το χέρι του να

περάσει στο διαμέρισμα το διπλανό.

Πολλές φορές στο δρόμο, καθώς περπατούσε,

αισθανόταν ξαφνικά να πυρακτώνεται όλο του το κορμί

και στο τέλος θα τιναζότανε προς τ’ απάνω, σα βολίδα.

(Και το ’θελε πολύ αυτό)

Όμως στο καφενείο καθόταν ήσυχος παίζοντας

το κομπολόι του, έπινε τον καφέ του…

Νομίζω τον λέγαν Τζιάκο ή Τζακόπουλο ή κάτι

τέτοιο»

(Μ. Σαχτούρης, Ποιήματα, 1945-1971, Κέδρος)

 

 

-Αργύρης Χιόνης, ΕΚΔΟΧΕΣ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ”

«Με ήτα η ζωή τελειώνει·
με ήττα, επίσης.

ΙΙΙ
Έρχονται αθόρυβα οι μέρες μου – γάτες με πελ-
ματα βελούδινα, ταχύτητα αστραπής- τρίβο-
νται μια στιγμή ανάμεσα στα πόδια μου· σκύ-
βω να τις χαϊδέψω· έχουνε κιόλας φύγει.

ΧΙ

Με τρομάζει η ανυπαρξία, η μητέρα μου,
και δεν ξέρω γιατί,
αφού η ερωμένη μου, η ύπαρξη,
είναι αυτή
που πάντα μου επεφύλασσε
και σίγουρα μου επιφυλάσσει ακόμη
τις πιο οδυνηρές εκπλήξεις.

ΧΙΙ
Να πίνεις τσάι και, στο μεταξύ, να σβήνει η
ζωή σου, όπως συμβαίνει με τους ήρωες του
Τσέχοφ, να σβήνει η ζωή σου, ενώ εσύ με α-
ξιοπρέπεια το τσάι ν’ ανακατεύεις και να ε-
παινείς τη γεύση και το άρωμά του. Έτσι,
σαν ήρωας του Τσέχοφ ή όπως ο Τσέχοφ ο ί-
διος, στη χυδαιότητα του πόνου ν’ αντιτάσ-
σεις την καλή ανατροφή σου.

XV
Ανάμεσα στα δάχτυλά μου
και στη σάρκα σου,
όσο σφιχτά κι αν σε κρατώ,
τρυπώνει ο χρόνος.

XVII
Όταν σου αναγγείλουνε το θάνατό μου,
κάνε ό,τι θα ’κανες αν σου χαρίζαν
εν’ άδειο βάζο.

Θα το γέμιζες λουλούδια·
έτσι δεν είναι;»

(ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ ΤΕΥΧΟΣ 79 – ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2007)

 

 

-Μαρία Γραμματικού, «Το τέλος»

«Τα βήματά σου
στην πικρή αμμουδιά
και τα καβούρια
στα υγρά χέρια των βράχων.
Τα βότσαλα στα πέλματά σου
κι ο ήλιος
που σε μεταλλάζει σε σκιά.
Ο άμμος που φεύγει απ’ την παλάμη σου
κι η αδυσώπητη κλεψύδρα του χρόνου.
Κι άξαφνα η κραυγή σου
που σκίζει τη σιωπή
κι η σιωπή
που κομματιάζει την καρδιά μου.»

(https://greekpoems.wordpress.com/)

 

 

-ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΑΡΣΕΝΙΟΥ, «Δρ. Φρ. Τέλος»

«Αν τα όνειρά μου
είναι ταινίες με όνειρα
με τις σπουδαίες δυνάμεις
των σπέσιαλ εφέ
τελειώνω με τα όνειρα τώρα
ξεμπερδεύω με τα σύμβολά τους
που μοιάζουν μόνο με σύμβολα.

Τα αυθεντικά
κλειστήκαν για πάντα στο κιβώτιο δάσος τους
σφραγισμένα στη μεγάλη σπηλιά.
Εννοείται πως δεν ανοίγουν
ούτε με λιναρόσπορο.
Άστα λοιπόν αυτά.
Τώρα: να βγούνε τα μέσα έξω
είναι αστείο πράγμα.
Είναι τα μέσα έξω.
Είναι έξω όλα.»
(http://www.poeticanet.gr/poiimata-a-196.html)

 

 

-Ντ. Χριστιανόπουλος,  «ΤΕΛΟΣ»            

 «Τώρα ποὺ βρῆκα πιὰ μίαν ἀγκαλιά,
καλύτερη κι ἀπ᾿ ὅ,τι λαχταροῦσα,
τώρα ποὺ μοῦ ῾ρθαν ὅλα ὅπως τὰ ῾θελα
κι ἀρχίζω νὰ βολεύομαι μὲς στὴν κρυφὴ χαρά μου,
νιώθω πὼς κάτι μέσα μου σαπίζει.»

(http://users.uoa.gr/)

 

 

-Κ. Π. Καβάφης, «Το Τέλος του Αντωνίου»

«Αλλά σαν άκουσε που εκλαίγαν οι γυναίκες
και για το χάλι του που τον θρηνούσαν,
με ανατολίτικες χειρονομίες η κερά,
κ’ οι δούλες με τα ελληνικά τα βαρβαρίζοντα,
η υπερηφάνεια μες στην ψυχή του
σηκώθηκεν, αηδίασε το ιταλικό του αίμα,
και τον εφάνηκαν ξένα κι αδιάφορα
αυτά που ως τότε λάτρευε τυφλά-
όλ’ η παράφορη Αλεξανδρινή ζωή του-
κ’ είπε «Να μην τον κλαίνε. Δεν ταιριάζουν τέτοια.
Μα να τον εξυμνούνε πρέπει μάλλον,
που εστάθηκε μεγάλος εξουσιαστής,
κι απέκτησε τόσ’ αγαθά και τόσα.
Και τώρα αν έπεσε, δεν πέφτει ταπεινά,
αλλά Ρωμαίος από Ρωμαίο νικημένος.»

(Κ. Π. Καβάφης, Άπαντα ποιητικά, ύψιλον/βιβλία)

 

 

Βαγγέλη Θερμογιάννη, «Τελειώνω εδώ»

Κάτι μαύρα πουλιά κι ένα δέντρο γυμνό

Κι από κάτω η καρδιά μου μʼ αναμμένο καημό

Έχουν πέσει τα φύλλα και το χρώμα υγρό

Όλα λεν έχεις φύγει μα γυρίζω εδώ

 

Κάτι μαύρα σημάδια σε εικόνα θολή

Και μια ανάμνηση τρέχει στα κλαδιά να κρυφτεί

Τα δεν πρέπει, τα λάθη, όλα ήταν εκεί

Κι η ψυχή να πασχίζει στο σκοτάδι να δει

 

Κάτι πρέπει να κάνω, κάτι πρέπει να πω

Το μυαλό μου το χάνω, στη σιωπή θα χαθώ

Κάτι μαύρα πουλιά κι ένα δέντρο γυμνό

Έχει λήξει ο χρόνος και τελειώνω εδώ

(https://tovivlio.net/)

 

 

Γιώργος Σεφέρης, «Τελευταίος Σταθμός»

Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ’ αρέσαν.

Τ’ αλφαβητάρι των άστρων που συλλαβίζεις

όπως το φέρει ο κόπος της τελειωμένης μέρας

και βγάζεις άλλα νοήματα κι άλλες ελπίδες,

πιο καθαρά μπορείς να το διαβάσεις.

Τώρα που κάθομαι άνεργος και λογαριάζω

λίγα φεγγάρια απόμειναν στη μνήμη∙

νησιά, χρώμα θλιμμένης Παναγίας, αργά στη χάση

ή φεγγαρόφωτα σε πολιτείες του βοριά ρίχνοντας κάποτε

σε ταραγμένους δρόμους ποταμούς και μέλη ανθρώπων

βαριά μια νάρκη.

Κι όμως χτες βράδυ εδώ, σε τούτη τη στερνή μας σκάλα

όπου προσμένουμε την ώρα της επιστροφής μας να χαράξει

σαν ένα χρέος παλιό, μονέδα που έμεινε για χρόνια

στην κάσα ενός φιλάργυρου, και τέλος

ήρθε η στιγμή της πληρωμής κι ακούγονται

νομίσματα να πέφτουν πάνω στο τραπέζι∙

σε τούτο το τυρρηνικό χωριό, πίσω από τη θάλασσα του

Σαλέρνο

πίσω από τα λιμάνια του γυρισμού, στην άκρη

μιας φθινοπωρινής μπόρας το φεγγάρι

ξεπέρασε τα σύννεφα, και γίναν

τα σπίτια στην αντίπερα πλαγιά από σμάλτο.
Σιωπές αγαπημένες της σελήνης.

 

Είναι κι αυτός ένας ειρμός της σκέψης ένας τρόπος

ν’ αρχίσεις να μιλάς για πράγματα που ομολογείς

δύσκολα, σε ώρες όπου δε βαστάς σε φίλο

που ξέφυγε κρυφά και φέρνει

μαντάτα από το σπίτι κι από τους συντρόφους,

και βιάζεσαι ν’ ανοίξεις την καρδιά σου

μη σε προλάβει η ξενιτιά και τον αλλάξει.

Ερχόμαστε απ’ την Αραπιά, την Αίγυπτο, την Παλαιστίνη,

τη Συρία∙

το κρατίδιο

της Κομμαγηνής, που ‘σβησε σαν το μικρό λυχνάρι

πολλές φορές γυρίζει στο μυαλό μας,

και πολιτείες μεγάλες που έζησαν χιλιάδες χρόνια

κι έπειτα απόμειναν τόπος βοσκής για τις γκαμούζες

χωράφια για ζαχαροκάλαμα και καλαμπόκια.

Ερχόμαστε απ’ την άμμο της έρημος απ’ τις θάλασσες του

Πρωτέα,

ψυχές μαραγκιασμένες από δημόσιες αμαρτίες,

καθένας κι ένα αξίωμα σαν το πουλί μες στο κλουβί του.

Το βροχερό φθινόπωρο σ’ αυτή τη γούβα

κακοφορμίζει την πληγή του καθενός μας

ή αυτό που θα ‘λεγες αλλιώς, νέμεση μοίρα

ή μονάχα κακές συνήθειες, δόλο και απάτη,

ή ακόμη ιδιοτέλεια να καρπωθείς το αίμα των άλλων.

Εύκολα τρίβεται ο άνθρωπος μες στους πολέμους∙

ο άνθρωπος είναι μαλακός, ένα δεμάτι χόρτο∙

χείλια και δάκτυλα που λαχταρούν ένα άσπρο στήθος

μάτια που μισοκλείνουν στο λαμπύρισμα της μέρας

και πόδια που θα τρέχανε, κι ας είναι τόσο κουρασμένα,

στο παραμικρό σφύριγμα του κέρδους.

Ο άνθρωπος είναι μαλακός και διψασμένος σαν το χόρτο,

άπληστος σαν το χόρτο, ρίζες τα νεύρα του κι απλώνουν∙

σαν έρθει ο θέρος

προτιμούν να σφυρίξουν τα δρεπάνια στ’ άλλο χωράφι∙

σαν έρθει ο θέρος

άλλοι φωνάζουνε για να ξορκίσουν το δαιμονικό

άλλοι μπερδεύονται μες στ’ αγαθά τους, άλλοι ρητο-

ρεύουν.

Αλλά τα ξόρκια τ’ αγαθά τις ρητορείες,

σαν είναι οι ζωντανοί μακριά, τι θα τα κάνεις;

Μήπως ο άνθρωπος είναι άλλο πράγμα;

Μην είναι αυτό που μεταδίνει τη ζωή;

Καιρός του σπείρειν, καιρός του θερίζειν.

 

Πάλι τα ίδια και τα ίδια θα μου πεις φίλε.

Όμως τη σκέψη του πρόσφυγα τη σκέψη του αιχμάλωτου

τη σκέψη

του ανθρώπου σαν κατάντησε κι αυτός πραμάτεια

δοκίμασε να την αλλάξεις, δεν μπορείς.

Ίσως και να ‘θελε να μείνει βασιλιάς ανθρωποφάγων

ξοδεύοντας δυνάμεις που κανείς δεν αγοράζει

να σεργιανά μέσα σε κάμπους αγαπάνθων

ν’ ακούει τα τουμπελέκια κάτω απ’ το δέντρο του μπαμπού,

καθώς χορεύουν οι αυλικοί με τερατώδεις προσωπίδες.

Όμως ο τόπος που τον πελεκούν και που τον καίνε σαν

το πεύκο, και τον βλέπεις

είτε στο σκοτεινό βαγόνι, χωρίς νερό, σπασμένα τζάμια,

νύχτες και νύχτες

είτε στο πυρωμένο πλοίο που θα βουλιάξει καθώς το δεί-

χνουν οι στατιστικές,

ετούτα ρίζωσαν μες στο μυαλό και δεν αλλάζουν

ετούτα φύτεψαν εικόνες ίδιες με τα δέντρα εκείνα

που ρίχνουν τα κλωνάρια τους μες στα παρθένα δάση

κι αυτά καρφώνονται στο χώμα και ξαναφυτρώνουν∙

ρίχνουν κλωνάρια και ξαναφυτρώνουν δρασκελώντας

λεύγες και λεύγες∙

ένα παρθένο δάσος σκοτωμένων φίλων το μυαλό μας.

Κι α σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές

είναι γιατί τ’ ακούς γλυκότερα, κι η φρίκη

δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή

γιατί είναι αμίλητη και προχωράει∙

Στάζει τη μέρα στάζει στον ύπνο

μνησιπήμων πόνος.

 

Να μιλήσω για ήρωες να μιλήσω για ήρωες: ο Μιχάλης

που έφυγε μ’ ανοιχτές πληγές απ’ το νοσοκομείο

ίσως μιλούσε για ήρωες όταν, τη νύχτα εκείνη

που έσερνε το ποδάρι του μες στη συσκοτισμένη πολιτεία,

ούρλιαζε ψηλαφώντας τον πόνο μας∙ «Στα σκοτεινά

πηγαίνουμε στα σκοτεινά προχωρούμε…»

Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά.

 

Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ’ αρέσουν.

 

Cava dei Tirreni, 5 Οκτωβρίου ’44
(Γ. Σεφέρης, Ποιήματα, Ίκαρος)

 

 

Πες το με ποίηση (178ο): «Καλός – κακός»…

 

-«Οι κακοί ποιητές τρέφονται από τα γεγονότα,

οι μέτριοι από τα αισθήματα,

και οι καλοί από τη μετατροπή του τίποτε σε κάτι.»
(Ο. Ελύτης, Εκ του πλησίον)

 

 

-«Κανένα κύμα δεν κρατάει στο στήθος του κακία.»

(Ο. Ελύτης, Προσανατολισμοί)

 

 

-«Όπου και να σας βρίσκει το κακό,

αδελφοί όπου και να θολώνει ο νους σας

μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό

και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη.»

(Ο. Ελύτης, Άξιο εστί)

 

 

 

-Κ. Π. Καβάφης, «Καλός και Κακός Καιρός»

«Δεν με πειράζει αν απλώνη
έξω ο χειμώνας καταχνιά, σύννεφα, και κρυάδα.
Μέσα μου κάμνει άνοιξι, χαρά αληθινή.
Το γέλοιο είναι ακτίνα, μαλαματένια όλη,
σαν την αγάπη άλλο δεν είναι περιβόλι,
του τραγουδιού η ζέστη όλα τα χιόνια λυώνει.

Τι ωφελεί οπού φυτρώνει
λουλούδια έξω η άνοιξις και σπέρνει πρασινάδα!
Έχω χειμώνα μέσα μου σαν η καρδιά πονεί.
Ο στεναγμός τον ήλιο τον πιο λαμπρό σκεπάζει,
σαν έχεις λύπη ο Μάης με τον Δεκέμβρη μοιάζει,
πιο κρύα είναι τα δάκρυα από το κρύο χιόνι.»

(Από τα Αποκηρυγμένα, Ίκαρος 1983)

 

-Τόλης Νικηφόρου, «να είσαι καλός»

«κάτι σαν άγγιγμα ή χαμόγελο

κάτι σαν φύλλο

να είσαι καλός

ανυπεράσπιστος

μπροστά στην αθωότητα

εκστατικός

μπροστά στο θαύμα

αιώνια πιστός στην ουτοπία

στη χώρα που δεν έχει δρόμο

στον δρόμο που δεν έχει τέλος

στο τέλος που δεν έχει ελπίδα

να είσαι καλός»

(http://ploigos-tou-apeirou.blogspot.gr/2017/01/50-79_7.html)

 

 

-Κ. Παλαμάς, «Κακή φωτιά»

«Εγώ είμ’ εδώ ανυπόταχτος και παραστρατισμένος,
εγώ δαγκώνω με θυμό της φτώχειας το ψωμί,
νόθος της τέχνης είμ’ εγώ και της ιδέας διωγμένος
από μιαν έγνοια ο νους θολός, δαρμένο το κορμί.

Ο λύχνος μου στης ιερής μελέτης το τραπέζι
σαν ένα νεκροκάντηλο στα μάτια μου αχνοπαίζει
όλα πολέμια κρύα βιβλία, κοντύλια και χαρτιά.
Με καίει κακιά φωτιά.

Εμέ η ζωή μου πλάνεμα και η γέννησή μου λάθος
το λόγο δεν ορέγομαι, δεν ξέρω το ρυθμό
σέρνουν εμένα δυό άλογα, τ’ αράπικο το πάθος
και τ΄ αφροστάλαχτο όνειρο μπορεί και στο γκρεμό.»

(Κ. Παλαμά, Άπαντα, Γκοβόστης)

 

 

-Ζακ Πρεβέρ, «Ο κακός μαθητής»

«Ο κακός μαθητής
Λέει όχι με το κεφάλι
Μα λέει ναι με την καρδιά
Λέει ναι σε όσους αγαπάει
Λέει όχι στον καθηγητή
Είναι όρθιος
Τον ρωτούν
Και όλα τα προβλήματα έχουν δοθεί
Ξαφνικά τον πιάνουν ακατάσχετα γέλια
Και τα σβήνει όλα
Τα ψηφία και τις λέξεις
Τις ημερομηνίες και τα ονόματα
Τις φράσεις και τους γρίφους
Και παρά τις φοβέρες του καθηγητή
Κάτω από τα γιουχαΐσματα των καλών μαθητών
Με κιμωλίες όλων των χρωμάτων
Πάνω στον μαυροπίνακα της δυστυχίας
Ζωγραφίζει το πρόσωπο της ευτυχίας.»

[πηγή: Ζακ Πρεβέρ, Κουβέντες, μτφρ. Μ. Μεϊμάρης, εκδ. Καστανιώτη]

 

 

 -Ελένη Βακαλό «Πώς έγινε ένας κακός άνθρωπος»

«Θα σας πω πώς έγινε

Έτσι είναι η σειρά

Ένας μικρός καλός άνθρωπος αντάμωσε στο

δρόμο του έναν χτυπημένο

Τόσο δα μακριά από κείνον ήτανε πεσμένος και λυπήθηκε

Τόσο πολύ λυπήθηκε

που ύστερα φοβήθηκε

Πριν κοντά του να πλησιάσει για να σκύψει να

τον πιάσει, σκέφτηκε καλύτερα

Τι τα θες τι τα γυρεύεις

Κάποιος άλλος θα βρεθεί από τόσους εδώ γύρω,

να ψυχοπονέσει τον καημένο

Και καλύτερα να πούμε

Ούτε πως τον έχω δει

Και επειδή φοβήθηκε

Έτσι συλλογίστηκε

Τάχα δεν θα είναι φταίχτης, ποιον χτυπούν χωρίς να φταίξει;

Και καλά του κάνουνε αφού ήθελε να παίξει με τους άρχοντες

Άρχισε λοιπόν και κείνος

Από πάνω να χτυπά

Αρχή του παραμυθιού καλημέρα σας»

[Από τη Συλλογή Του κόσμου (1978).]

 

 

-Ν. Καρούζος, «Η κακία της ημέρας»

«Ανοίγω τα μάτια μου στο λιμάρικο φως

έχω πια ξημερώσει.

Σκέψη αλάξευτη χύνεις αιωνιότητα

χωρίς να στοχάζομαι

νικημένος απ’ του νου την εκκόλαψη.

Λοιπόν εκμαγείο;

Βεβαίως. αυτό που λέμε πρόσωπο

πάει στους δίκαιους.

εμείς έχουμε ξεμείνει δείξαντες

την τρέμουσα πραότητα.

Ορύσσω προφητείες ανασκάφτω διλήμματα

καίγοντας εγωτισμούς

αποτεφρώνοντας εμβατήρια

η κοινωνία που φαντάστηκα λέει όχι όχι

δεν πρόκειται να υπάρξω.

Συνεπώς η ανάσταση εγκλωβίζεται πάντα

στη λέξη της.

Αρκεί για σήμερα το κακό του έρωτα.

Ρυτίδες αλλοιώνουν οράματα.

Σείεται η νοόσφαιρα δίχως τροχιά της

ταρακουνιέται

χωρίς κύκλο άλλης ωραιότητας.

Ενυπάρχει στη μέγιστη φωτιά κ’ η δική μου

σπίθα.

Δώρα πολύτιμα. δώρα που ’χει τραγουδήσει

ο πιο άθεος θεός ο αθωότερος.»

(Ν. Καρούζος, Τα ποιήματα, τ. Β’, Ίκαρος)

 

 

-Κώστας Βάρναλης, «Ο “ΚΑΛΟΣ” ΛΑΟΣ»

Απ’ το χωριό κατέβηκα
μ’ όλη τη φαμελιά μου.
Καρδιά μου, τί ξαλάφρωμα!
Τι πρήξιμο, κοιλιά μου!
Βάντε κλήρο, ρίχτε ζάρι,
το μαντύ του ποιός θα πάρει.

Με γκάιδες και με πίπιζες
πήδα, κοράσι ντρέτο!
Σα μέστωσες κι ωρίμασες,
θανα κοπείς εφέτο.
Θα σε πάρει να σε πα
με καρότσα και παπά.

Μας σφίγγ’ η φλόγα, κόκκινη,
το λάρυγγα, θελιά.
Κι όσο μπορούν ουρλιάζουνε
κι ανθρώποι και σκυλιά.
Και σηκώνουν το φουστάνι
νιες και γράδες, όσο φτάνει.

Χλωμά και κακορίζικα
ο θάνατος κρεμνά σου
στην παγερή διχάλα του
τα μέλη τα στεγνά σου.
Σε τρυπώ με το καλάμι
και νερό δε βγάνεις δράμι.

Τί γρήγορα ξεψύχησες!
Μας χάλασες τη φέστα.
Πού ’ναι τα μεγαλεία σου,
της φαντασιάς σου η ζέστα;
Ήσουνα θεός και ρήγας
κι είχες την ψυχή μιας μύγας!

Εχάλα και ξανάχτιζ’ ε-
κκλησιές σ’ ένα μινούτο!
Ξύπνα λοιπόν, που σε βαρούν
κοτρόνια, λάσπη, κνούτο!
Άιντε λούσου και χτενίσου
κι όσο τρίχα μια, κουνήσου!

Πιάσου μ’ εμάς και χόρεψε,
ρετσίνα πιες αφράτη
και θα γενούν τσιφλίκια σου
Μισίρι και Μπαγδάτι.
Θα σε πάρω και μια δούλα
να τη λένε Σπυριδούλα.

Το χερομάχο σόγι σου
μες στην κοπριά σ’ εγέννα
κι εζήτας βασιλίκι σου
Γη κι Ουρανό ενωμένα!
Πίσκοπε του Δαμαλά,
τώρα το ’παθες καλά!

Χωρίς φουσάτα μπρούντζινα,
πεζούρα και καβάλα,
χωρίς καράβια στο γιαλό
και ματωμένη πάλα,
λιμάρης και ξυπόλυτος,
νά! βασιλιάς απόλυτος.

Φαινόσουνα καλό παιδί,
ζαβό τί πήρες δρόμο
και μια την Πίστη βάραγες
και μια τον άξιο Νόμο;
Εδώ χάμου δυο κορφές:
το Ζακόνι κι οι Γραφές!

Να ’σουνα κλέφτης στα βουνά,
φονιάς μέσα στην πόλη,
σπιούνος και ψευτομάρτυρας
θα σε τιμούσαν όλοι.
«Σαν του Βαραβά και σένα
όλα σου συμπαθημένα!»

(Μια γυναίκα με ψιλή και παθητική φωνή)

Στο πανεθύριν- έσκυβα
τη γλάστρα να ποτίσω,
σα διάβαινες περήφανος,
μάτι και πάτημα ίσο.
Τώρα ολόγδυτον, καλό
μια σε φτύνω, μια γελώ.

(Ξανά όλοι μαζί)

Πλερώνω τα δοσίματα
στο Κράτος και δε μνήσκω
και τα στερνά μου τα όβολα
στης Εκκλησιάς το δίσκο.
Ό,τι αφήσαν οι προγόνοι,
πάει από παιδί σ’ αγγόνι.

Μπροστά από χρυσοπάλατα
περνά η καρδιά και τρέμει.
Μέσα σουλτάνος και πασάς
μ’ αρίφνητο χαρέμι,
λαλήματα, θυμιάματα,
της Χαλιμάς τα θάματα.

Το μάτι μου δε δάκρυσε
κι ο νους δε σκανταλίστη.
Είν’ όλα τούτα πρόσκαιρα,
καθώς το λέγ’ η Πίστη.
Απ’ τη στράτα πάω την ίσα
στη χαρά την παραδείσα.

Χωρίς την ανισότητα,
πώς θα ’ταν δικιοσύνη,
χωρίς τον άγιο πόλεμο,
πώς θα ’ταν καλοσύνη!
Φρόνιμα και ταχτικά
πάω με κείνον που νικά.

Και σα μου παίρνουν κάποτε
καλύβα και χωράφι,
την τσούπα την αγούρμαστη,
της μάνας της χρυσάφι,
θαν τα βρω ψηλά ένα ένα
και τη Βαγγελιώ παρθένα!

………………………………….

Χάιντε, γυναίκα, νύχτωσε!
Μάζωξε στο πανέρι
μπουκάλες και ψωμότυρα.
Πιάσ’ τα παιδιά απ’ το χέρι
— κάνε δίπλα, μη σε πάρω,
θα τραβήξω διπλό σμπάρο.

Το μάθημα, που δώσαμε
για πάντα θα φωτίζει.
Μελίσσι ο λαός και θα χιμά
σ’ όποιον τον ερεθίζει.
Μια μονάχα υπάρχει αλήθεια:
Μαχμουρλίκι και Συνήθεια!

(Κ. Βάρναλης, Ποιητικά, Κέδρος)

Πες το με ποίηση (177ο): «Άλλος, –η, -ο»…

 

-«Εγώ είναι ένας άλλος»

(Α. Ρεμπώ)

 

 

-«Κι όταν δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλο, είμαστε κιόλας νεκροί»

(Τάσος Λειβαδίτης)

 

 

-«Aχ, πού σαι, νιότη, πού δειχνες, πως θα γινόμουν άλλος

(Κ. Βάρναλης)

 

 

-«Ο άνθρωπος δικαιούται να κοιτά τον άλλον από ψηλά

μόνο όταν πρέπει να τον βοηθήσει να σηκωθεί.»

(Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες)

 

 

– «Κοιτούσε ο ένας τον άλλον και γελούσαμε…
Πόσο είταν όμορφο να ζει κανείς».

(Τάσος Λειβαδίτης)

 

 

-«Γιατί δεν είναι άλλος δρόμος, άλλο χέρι, άλλο όνομα, άλλη
σημαία, άλλη καρδιά, άλλο άστρο, άλλη δικαιοσύνη –
απ’ τη ζωή»

(Τάσος Λειβαδίτης)

 

 

-«“Φεύγω, μη ζητήσεις να με βρεις. Αγαπώ άλλον”, έγραφε.
Η χτένα της ξεχασμένη πάνω στο τραπέζι
ανάμεσα στις χυμένες πούντρες – σαν ένα μικρό παιδικό
φέρετρο μέσα στη σκόνη…
Άσε με τώρα να κοιτάζω τα παράθυρά σου
ξέροντας πως μέσα ένας άλλος σε παίρνει, ένας άλλος βυ-
θίζεται
μες στη μεγάλη σου άνοιξη – …
… Ποδοπάτησέ με, να ’χω τουλάχιστον την ευτυχία να μ’ αγγίζεις».

(Τάσος Λειβαδίτης)

 

 

-Τάσος Λειβαδίτης, «Ο Άλλος»

Το σχέδιο ήταν προετοιμασμένο από καιρό, το πιστόλι αγορασμένο – θα τον σκότωνε οπωσδήποτε. Ένα γράμμα, όχι επεξηγηματικό, μα σχεδόν, χαιρέκακο γι αυτόν τον τιποτένιο, που, χρόνια τώρα εξουσίαζε τη ζωή μου. Πώς άρχισε, μου ήταν αδύνατο να θυμηθώ, ο Άλλος, τόσο γλυκομίλητος στην αρχή, τα μάτια του μεγάλα κι έκπληχτα, σχεδόν ποιητικά. Κι όμως σε λίγο, θάδειχνε το αληθινό του πρόσωπο, διεστραμμένος ως το κόκκαλο, μ’ έσπρωξε μια νύχτα στου πιο αγαπημένου φίλου τη γυναίκα, χρησιμοποιούσε τρόπους σατανικούς, όλες οι ραδιουργίες του ήσαν γνωστές, φώλιαζε μέσα μου τον φθόνο, ή την τύψη για εγκλήματα που δεν είχα κάνει, θυμάμαι, μάλιστα, παιδί, που ο Άλλος μ’ έβαζε να κλέβω τα βιβλία των συμμαθητών μου, έτσι, μόνο και μόνο για να ταπεινώνομαι απ’ την ντροπή. Δεν υπήρχε σκέψη ποταπή που να μην την έχωνε, με ηδονή, σαν ένα μαχαίρι, μέσα στο μυαλό μου. Μούστελνε όνειρα φριχτά: την πεθαμένη μητέρα μου γυμνή, με παγίδευε σε καταστάσεις αλλόκοτες, να θέλω νάμαι βασιλιάς, κι ύστερα να βγαίνω απ’ τις ονειροπολήσεις, πραγματικά σαν ένας βασιλιάς που τάχασε όλα ξαφνικά. Μ’ έβαζε να χτυπάω τις πόρνες, να δειλιάζω στο πολύ φως, το γέλιο ενός ανθρώπου στην γωνιά του δρόμου, μ’ έκανε, με μια ακρίβεια μαθηματική, να το νοιώθω σα δική μου προσβολή. Κι ενώ τόσο φοβόμουνα τους άλλους, μ’ έσπρωχνε να εξομολογιέμαι τα ακατανόμαστα της ψυχής. Κι όταν αυτό δεν τούφτανε, μ’ έριχνε στα πόδια τους, να τους ζητάω να με συχωρέσουν. «Λυπήσου με» φώναζα καμμιά φορά τις νύχτες, μα ο Άλλος, με τη διαβολική σιωπή του, μ’ άφηνε να κλαίω ώρες, για δόξες που δεν ήρθαν, για θυσίες που δεν μπόρεσα, ή μ’ ένα χαρτοκόπτη να βγάζω τα μάτια φανταστικών γυναικών. Κι άλλοτε μ’ έστελνε στο ανοιχτό παράθυρο μ’ έναν ίλιγγο ηδονικό – μόλις κατόρθωνα, την τελευταία στιγμή να κρατηθώ απ’ το περβάζι. Μα τι ήθελε λοιπόν; Γιατί μ’ έβαζε αλύπητα να ντροπιάζω τον εαυτό μου; Τι είχε να κερδίσει; Μια νύχτα, μάλιστα, νύχτα τρομαχτική, πριν λίγες μέρες η αγαπημένη μου είχε για πάντα φύγει, ο Άλλος, με την εγκληματική του ιδιοφυΐα, βρήκε έναν καινούργιο τρόπο: μ’ έβαλε να γδυθώ και να φορέσω τα εσώρουχα της, κι εκεί μες στο μισόφωτο, να φαντάζομαι πως είμαι εκείνη, να θέλω απεγνωσμένα να γίνω εκείνη – για να υπάρξει λίγο ακόμα, εδώ, μέσα σ’ αυτήν την κάμαρα πούχαμε ζήσει μιαν ατέλειωτη ευτυχία. Δεν έλειπε παρά ο φόνος. Ώσπου άρχισε να τον σταλάζει ακατανίκητα κι εκείνον μέσα μου. «Το αίμα είναι μια ηδονή, σαν το αλκοόλ», μούλεγε σιγανά, «ένα σώμα νεκρό είναι κάτι δικό σου – και δικό σου, ηλίθιε, δεν είχες τίποτα, ποτέ». Τότε, κατάλαβα μονομιάς, ότι για πρώτη φορά, ο Άλλος θάταν ο χαμένος, εδώ είχε ξεγελαστεί, τον κρατούσα πια. Αγόρασα το πιστόλι, κι έτοιμος από καιρό, τον περιμένω. Δεν μπορεί να μου ξεφύγει: το κλειδί του σπιτιού του είναι μες στην τσέπη μου, και το πρόσωπο του μες στο πρόσωπό μου.

(Τάσος Λειβαδίτης, Ποιήματα 1958 – 1964)

 

 

– Fernando Pessoa, «Ζωή είναι να είσαι άλλος»

«Έχουμε όλοι δύο ζωές:

Την αληθινή, αυτήν που ονειρευόμαστε στα παιδικάτα μας,

Και που εξακολουθούμε να ονειρευόμαστε ως ενήλικες, πνιγμένη στην ομίχλη.

Την ψεύτικη, αυτήν που μοιραζόμαστε με τους άλλους,

Την πρακτική ζωή, την ωφέλιμη ζωή,

Αυτήν που στο τέρμα της είναι το φέρετρο.»

(Πηγή http://www.exostispress.gr/ )

 

 

-Χόρχε Λουίς Μπόρχες, «Δεν είσαι οι άλλοι»

Δε θα σε γλιτώσουν όσα άφησαν γραμμένα

όλοι εκείνοι που ικέτευε ο φόβος σου,

δεν είσαι οι άλλοι και το βλέπεις τώρα

πως είσαι στο κέντρο του λαβυρίνθου που χαράζουν

τα βήματά σου. Δε σε γλιτώνει η αγωνία

του Ιησού ή του Σωκράτη, ούτε κι ο κραταιός

χρυσαφένιος Σιντάρτα, που δέχτηκε το θάνατο

κάποιο απόβραδο, μέσα στον κήπο.

Και είναι σκόνη η λέξη που έγραψε το χέρι του ή τα λόγια

που πρόφεραν τα χείλη σου. Δεν έχει οίκτο η Μοίρα

κι η νύχτα του Θεού τέλος δεν έχει.

Το υλικό σου είναι ο χρόνος , ο αέναος χρόνος.

Είσαι μία μία η κάθε στιγμή.

[Πηγή: www.doctv.gr]

 

 

-Χρίστος Ρουμελιωτάκης, «ΕΜΑΣ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ»

«Ξημερώματα της Παραμονής
η Μαρία, με το αίμα στο στόμα,
ανοίγει την πόρτα και χάνεται στο χιονιά
εμάς τους άλλους, μαύρη Μαρία,
θα μας προλάβει ο καινούργιος χρόνος.»

(http://www.poiein.gr/archives/111/index.html)

 

 

-Γ. Παυλόπουλου, Ο Άλλος

Εκεί που πάλευα να τελειώσω το ποίημα

περασμένα μεσάνυχτα

ήρθε και πάλι ξαφνικά με ανοιχτό αμάξι

με δυο γυναίκες αγκαλιά

και κάτω από το παράθυρο μου

«κατέβα άθλιε» μου φώναζε

«παράτα τα που να σε πάρει

σκίσ΄ τα επιτέλους τα χαρτιά»

 

Κατέβηκα με την ψυχή στο στόμα

όμως ο δρόμος ήταν έρημος

και τσακισμένος ξαναγύρισα στο ποίημα

κι όλη τη νύχτα πάλευα

χωρίς να το τελειώσω.

(Γ. Παυλόπουλου,  Λίγος άμμος, 1997)

 

-Τίτος Πατρίκιος, «Η άλλη εκδοχή»

«Δεν μένουν πολλά
για νέα ποιήματα,
ίσως να έχουν όλα ειπωθεί
από χιλιάδες ποιητές
εδώ και χιλιάδες χρόνια.
Μένει μονάχα ο θάνατος
Για τον καθένα μας
ανείπωτος.

Μένουν πολλά
για νέα ποιήματα
κι ας έχουν όλα ειπωθεί
από χιλιάδες ποιητές
εδώ και χιλιάδες χρόνια.
Μένει η υπόλοιπη ζωή
για τον καθένα μας
απρόβλεπτη κι ανείπωτη.»
(Τίτος Πατρίκιος, Η ηδονή των παρατάσεων)

 

 

-Τίτος Πατρίκιος, «Άλλο ένα Καλοκαίρι»

Για σκέψου να μην πρόφταινα

κι αυτό το καλοκαίρι

να δω το φως ξανά εκτυφλωτικό

να νιώσω την αφή του ήλιου στο κορμί μου

να οσμιστώ δροσερές και χαλασμένες μυρωδιές

να γευτώ γλυκόξινες και πιπεράτες γεύσεις

ν’ ακούω τα τζιτζίκια ως τα κατάβαθα της νύχτας

να καταλαβαίνω τούς δικούς μου που αγαπώ

να μην αδημονώ μ’ αυτούς που με στηρίζουν

να σκέφτομαι κι εκείνους που θέλησα να ξεχάσω

να βρίσκω φίλους που έρχονται από μακριά

ν’ αφήνω κι άλλες ζωές να μπαίνουν στη δική μου

να κολυμπάω  σε θάλασσες ζεστές

ν’ αντικρίζω φρέσκα σώματα γυμνά

ν’ αναπολήσω έρωτες, να ονειρευτώ καινούργιους

ν’ αντιληφθώ τα πράγματα που αλλάζουν.

Έτσι καθώς τα πρόφτασα αυτό το καλοκαίρι

λέω να ελπίζω για προσεχή Χριστούγεννα

για κάποια επόμενη Πρωτοχρονιά

– άσε να δούμε και για παραπέρα.

(https://eranistis2.wordpress.com/)

 

 

Έμιλυ Ντίκινσον,  «Υπάρχει ένας άλλος ουρανός»

«Υπάρχει ένας άλλος ουρανός
πάντα γαλήνιος και δίκαιος
και υπάρχει μια άλλη λιακάδα
κι ας είναι σκοτάδι εκεί˙
μη σκέφτεσαι τα μαραμένα δάση, Ώστιν
μη σκέφτεσαι τα σιωπηλά λιβάδια˙
εδώ είναι ένα μικρό δάσος
τα φύλλα του είναι πάντα πράσινα
εδώ είναι ένας ολοφώτεινος κήπος
που δεν γνωρίζει ποτέ παγετό˙
ανάμεσα στα ζωηρά λουλούδια του
ακούω τον βόμβο των μελισσών!
Έλα στον κήπο μου, αδελφέ μου, έλα!»

(http://blogs.sch.gr/gymparga/)

 

 

-MΑΧΜΟΥΝΤ ΝΤΑΡΟΥΙΣ, «Να σκέφτεσαι τους άλλους»

Καθώς ετοιμάζεις το πρωινό σου, να σκέφτεσαι τους άλλους.
Μην ξεχνάς να ταΐζεις τα περιστέρια.
Οταν πολέμους ξεκινάς, να σκέφτεσαι τους άλλους.
Μην ξεχνάς όσους λαχταρούν την ειρήνη.
Οταν πληρώνεις το νερό, να σκέφτεσαι τους άλλους.
Εκείνους που μόνο τα σύννεφα έχουν να τους θηλάσουν.
Οταν γυρνάς στο σπιτικό σου, να σκέφτεσαι τους άλλους.
Μην ξεχνάς όσους ζουν σε αντίσκηνα.
Οταν τα αστέρια μετράς πριν κοιμηθείς, να σκέφτεσαι τους άλλους.
Εκείνους που δεν έχουνε πού να πλαγιάσουν.
Οταν ελεύθερα μιλάς, να σκέφτεσαι τους άλλους.
Εκείνους που δεν τους αφήνουν να μιλήσουν.
Και καθώς σκέφτεσαι εκείνους τους άλλους,
στον εαυτό σου γύρισε και πες:
«Αχ και να ήμουν ένα κερί στο σκοτάδι».

(http://www.e-poema.eu/blog.php?id=42&pid=)

 

 

 

Πες το με ποίηση (176ο): «Αποκριά – Καθαρή Δευτέρα (καρναβάλι, μάσκα, χαρταετός)»…

 

-«…Κάθε απόκριες που μεταμφιέζω την έλλειψη σε πληρότητα
με τη μνήμη στην στάση του λωτού μήπως σε ξεχάσω
κόβω τις σελίδες τις άγραφες σε μικρά μικρά κομμάτια
και χαρτοπόλεμο κατάμουτρα στον χρόνο τα πετώ.»

(Μαρία Χαραλαμπίδη)

 

 

-Μίλτος Σαχτούρης, «Η Αποκριά»
«Μακριά σ’ έν’ άλλο κόσμο γίνηκε αυτή

η αποκριά

το γαϊδουράκι γύριζε μες στους έρημους δρόμους

όπου δεν ανάπνεε κανείς

πεθαμένα παιδιά ανέβαιναν ολοένα στον ουρανό

κατέβαιναν μια στιγμή να πάρουν τους αετούς τους

που τους είχαν ξεχάσει

έπεφτε χιόνι γυάλινος χαρτοπόλεμος

μάτωνε τις καρδιές

μια γυναίκα γονατισμένη

ανάστρεφε τα μάτια της σα νεκρή

μόνο περνούσαν φάλαγγες στρατιώτες εν δυο

εν δυο με παγωμένα δόντια

 

Το βράδυ βγήκε το φεγγάρι

αποκριάτικο

γεμάτο μίσος

το δέσαν και το πέταξαν στη θάλασσα

μαχαιρωμένο

Μακριά σ’ έν’ άλλο κόσμο γίνηκε αυτή

η αποκριά.»

(Μίλτος Σαχτούρης, Ποιήματα, 1945 – 1971, Κέδρος)

 

-Το Φεβρουάριο του 1886, ο Αστός έγραφε στο Άστυ για τον πόλεμο του Καρναβαλιού

 “ΚΑΡΝΑΒΑΛΙ’

– Ετέλειωσαν τα ψέματα· ο πόλεμος θα γίνει…

– Δε ντρέπεσαι! θα έχουμε παντοτινή ειρήνη!

– Μωρέ θα το βροντήξουμε κι ο κόσμος αν χαλάσει!

– Αϊ! βλέπω έμοιασες και συ του φίλου μου του Βλάση.

Μ’ αυτά και άλλα ο καιρός επέρασε και πάει,

Μ’ αυτά και πιο χειρότερα και σήμερα περνάει.

Εν τούτοις πριν ο πόλεμος τη μούρη του προβάλει

Ιδού οπού μας έφθασε τρελό το καρναβάλι.

Και τώρα δίχως χρήματα, φτωχοί και φουκαράδες

Εμπρός! Ας γίνουμε λοιπόν και πάλι μασκαράδες.

Εμπρός! Ας το γλεντήσουμε! Αν κι είναι φόβος…. – φρίκη!

Μήπως για πάντα μείνουμε με το μασκαραλίκι!

(http://ola-ta-kala.blogspot.gr/2016/03/blog-post_7.html)

 

 

-Γ. Σουρής, «ΚΑΡΝΑΒΑΛΙ»

«Τι θέλει ο λαός αυτός ο αποβλακωμένος,

που μασκαράς ξεκάλτσωτος εβγήκε στο σεργιάνι,

κι εδώ κι εκείθε πιλαλά καταμουντζουρωμένος;

Δεν θέλει τίποτα, καλό μουντζούρωμα του φθάνει

Μουντζούρα για τη μούρη του και άλλο δεν γυρεύει,

ο ίδιος μασκαρεύεται αντί να μασκαρεύει.

 

Ποτέ τους Κυβερνήτας του δεν θέλει να πειράξει,

κι αν κάποτε με τ’ όνομα του κλέφτη τους στολίζει,

όμως ως κάτω χαιρετά του κλέφτη το αμάξι,

και με τα δυο του γόνατα εμπρός του γονατίζει.

Έπειτα ο κυρίαρχος έχει κι αυτή τη χάρη,

να τρέμει για τη φυλακή, να φεύγει το στιλιάρι.

 

Μπορεί να μουντζουρώνεται με τιγανιού μουντζούρα,

να γίνεται και γάδαρος, να σέρνεται, να σέρνει,

αλλ’ όχι να φορεί ποτέ και άρχοντος φιγούρα….

δεν αγαπά να δέρνεται, δεν αγαπά να δέρνει.

Αφού αφήνει φανερά καθένας να τον κλέβει,

τι θα κερδίσει τάχατε και αν τους μασκαρεύει;

 

Για δέτε τι ξεκάλτσωτοι, για δέτε τι μουντζούρα!

για δέτε κι έναν απ’ εδώ με μια κοντή βελάδα,

για δέτε κι άλλον απ’ εκεί με ψεύτικη καμπούρα…

Μπορεί κανείς να μη γελά σε τόση εξυπνάδα;

Γελά ο τάδε κύριος κι η δείνα η κυρία,

μα ξεκαρδίζομαι κι εγώ από την… αηδία.»

(http://ola-ta-kala.blogspot.gr/2016/03/blog-post_7.html)

 

 

-Φερνάντο Πεσσόα, [Έβγαλα τη μάσκα]

“Έβγαλα τη μάσκα και στον καθρέφτη κοιτάχτηκα.

Είδα το παιδί που ήμουν εδώ και πολύ καιρό…

Αυτό είναι το πλεονέκτημα

το να ξέρεις τη μάσκα να βγάζεις.

Είμαστε πάντα παιδιά,

το παρελθόν που ήταν το παιδί αυτό.

Είναι καλύτερα έτσι/ έτσι χωρίς μάσκα.

Γυρίζω πίσω στην προσωπικότητά μου,

όπως στης γραμμής το τέλος.”

( Φερνάντο Πεσσόα, Ποιήματα, εκδ. Printa)

 

 

-Φερνάντο Πεσσόα, [Μάσκες]:

“Πόσες μάσκες, και πόσες άλλες

πάνω στο πρόσωπο της ψυχής μας φοράμε;

Άραγε, όταν γι αστείο η ψυχή τη μάσκα θελήσει να βγάλει

ξέρει  πως έτσι αφήνει το πρόσωπο γυμνό να φανεί;

Η μάσκα η πραγματική, δεν νιώθει τίποτα κάτω απ’ τη μάσκα

Αλλά κοιτάζει μέσα απ’ αυτή με μάτια κρυμμένα.”

( Φερνάντο Πεσσόα, Ποιήματα, εκδ. Printa)

 

 

-Βαλερύ Λαρμπώ (1881-1957), “Η μάσκα”:

“Γράφω φορώντας πάντα στο πρόσωπό μου μια μάσκα,

ναι, μια μακριά μάσκα, βενετσιάνικη, παλαιϊκή,

με στενό μέτωπο,

όμοια με λευκό μεταξωτό ρύγχος.

Κάθομαι στο τραπέζι και υψώνω το κεφάλι,

ατενίζω τον εαυτό μου στον καθρέφτη,

καταπρόσωπο, και μετά σε γωνία, παρατηρώ

την παιδική, κτηνώδικη κατατομή που αγαπώ.

Ω, αν ένας αναγνώστης, ο αδελφός μου, σ’ αυτόν

μιλώ μες απ’ τη χλωμή, γυαλιστερή μάσκα,

αν γινόταν να ‘ρθει και να φυτέψει ένα αργό,

βαρύ φιλί σ’ αυτό το στενό μέτωπο,

σ’ αυτό το πελιδνό μάγουλο,

για να προσδώσει στη μορφή μου όλο το βάρος

μιας άλλης μορφής, άδειας κι αυτής και μυρωμένης.”

(Ανθολογία Γαλλικής Ποίησης, εκδ. Καστανιώτης)

 

-Ανδρέας Εμπειρίκος, «Οι χαρταετοί»

Σε ορισμένους τόπους ονομάζουν τα χέρια χέρες. Στα Ακρο-

κεραύνεια πετούν γυπαετοί. Στις πανωσιές σουρώνει η θάλασ-

σα και αναγαλλιάζει. Στις ανοικτές πλατείες τα παιδιά πε-

τούν το Μάρτη χρωματιστούς αετούς από χαρτί.

Κόκκινοι, πράσινοι, κίτρινοι και κάποτε γαλάζιοι, οι

Χάρτινοι αετοί λυσίκομοι και με μακριές ουρές, πετούν επάνω

Από την πόλη, όπως επάνω από την φτέρη των υψηλών βου-

νών οπι αετοί.

Εκστατικά υψώνουν τα παιδιά τα χέρια. Δείχνουν τους

χάρτινους κομήτες με τις μακριές ουρές. Ουράνιοι δράκοι

πιο ψηλά τα αεροπλάνα, βροντούν και γράφουν στο στερέω-

μα με άσπρους καπνούς τις λέξεις:

ΚΑΛΑ ΛΕΟΝΑ ΝΟΛΑ ΠΥ.

Είναι η ώρα κάτασπρη, η έκστασις γαλάζια. Η πόλις

αχνίζει από ηδονή. Κουνούν τις χέρες τα παιδιά και, ακόμα,

από τα στόματά των πηδούν σαν πίδακες οι λέξεις:

ΚΑΛΑ ΛΕΟΝΑ ΝΟΛΑ ΠΥ.

(Α. Εμπειρίκος, Οκτάνα, εκδ. Ίκαρος)

 

 

 -Ο. Ελύτης, «Ο χαρταετός»

Κι όμως ήμουν πλασμένη για χαρταετός.

Τα ύψη μου άρεσαν ακόμη

και όταν έμενα στο προσκέφαλο μου μπρούμυτα

τιμωρημένη ώρες και ώρες.

ένιωθα το δωμάτιο μου ανέβαινε

-δεν ονειρευόμουν- ανέβαινε

φοβόμουνα και μου άρεσε.

Ήταν εκείνο που έβλεπα πως να το πω

κάτι σαν την «ανάμνηση τον μέλλοντος»

όλο δέντρα που έφευγαν βουνά πού άλλαζαν όψη

χωράφια γεωμετρικά με δασάκια σγουρά

σαν εφηβαία – φοβόμουνα και μου άρεσε-

ν’ αγγίζω μόλις τα καμπαναριά

να τους χαϊδεύω τις καμπάνες

σαν όρχεις και να χάνομαι. . .

Άνθρωποι μ’ ελαφρές ομπρέλες περνούσανε λοξά

και μου χαμογελουσανε·

κάποτε μου χτυπούσανε στο τζάμι:

«δεσποινίς» φοβόμουνα και μου άρεσε.

Ήταν οι «πάνω άνθρωποι» έτσι τους έλεγα

δεν ήταν σαν τους «κάτω»·είχανε γενειάδες

και πολλοί κρατούσανε στο χέρι μια γαρδένια

«μερικοί μισάνοιγαν την μπαλκονόπορτα

και μου ‘βαζαν αλλόκοτους δίσκους στο πικ-άπ.

Ήταν θυμάμαι » Ή Άννέτα με τα σάνταλα»

«Ό Γκέυζερ της Σπιτσβέργης»

το «Φρούτο δεν εδαγκώσαμε Μάης δεν θα μας έρθει»

(ναι θυμάμαι και αλλά)

το ξαναλέω — δεν ονειρευόμουν αίφνης εκείνο

το «Μισάνοιξε το ρούχο σου κι έχω πουλί για σένα»

Μου το ‘χε φέρει ο Ίππότης-ποδηλάτης

μια μέρα πού καθόμουνα κι έκανα πώς εδιάβαζα

το ποδήλατο του με άκρα προσοχή

το ‘χε ακουμπήσει πλάι στο κρεβάτι μου·

υστέρα τράβηξε τον σπάγκο

κι εγώ κολπώνομουν μες στον αέρα

φέγγανε τα χρωματιστά μου εσώρουχα

κοίταζα πόσο διάφανοι γίνονται κείνοι πού αγαπούνε

τροπικά φρούτα και μαντίλια μακρινής ηπείρου·

φοβόμουνα και μου άρεσε το δωμάτιο μου

ή εγώ — δεν το κατάλαβα ποτέ μου.

Είμαι από πορσελάνη καί

το χέρι μου κατάγεται από τους πανάρχαιους Ίνκας

ξεγλιστράω ανάμεσα στις πόρτες

όπως ένας απειροελάχιστος σεισμός

που τον νιώθουν μονάχα οι σκύλοι καί τα νήπια·

δεοντολογικά θα πρέπει να είμαι τέρας

και όμως η εναντίωση αείποτε μ’ έθρεψε

και αυτό εναπόκειται σ’ εκείνους με το μυτερό καπέλο

που συνομιλούν κρυφά με τη μητέρα μου

τις νύχτες να το κρίνουν.

Κάποτε η φωνή της σάλπιγγας

από τους μακρινούς στρατώνες

με ξετύλιγε σαν σερπαντίνα

και όλοι γύρω μου χειροκροτούσαν

-απίστευτων χρόνων θραύσματα μετέωρα όλα.

Στο λουτρό από δίπλα οι βρύσες ανοιχτές

μπρούμυτα στο προσκέφαλο μου

θωρούσα τις πηγές με το άσπιλο λευκό

πού με πιτσίλιζαν·τι ωραία Θεέ μου τι ωραία

χάμου στο χώμα ποδοπατημένη

να κρατάω ακόμη μες στα μάτια μου

ένα τέτοιο μακρινό του παρελθόντος πένθος.

(Οδυσσέας Ελύτης, Μαρία Νεφέλη)

 

 

Πες το με ποίηση (175ο): «Βράδυ»…

 

-«…Όλο το βράδυ ακουγόταν μια φωνή:

Οι μέρες περνούν
το χιόνι μένει»

(Μ. Σαχτούρης)

 

-«…Τήν ώρα πού βραδιάζει στών βράχων το απλησίαστο

Πενθώ το ρούχο πού άγγιξα καί μού ήρθε ο κόσμος.»

(Ο. Ελύτης)

 

-«…και το βράδυ που πέφτει

ολοένα στην πόλη,

στων ανθρώπων την όψη,

στ’ ουρανού τον καθρέφτη,

στη ζωή μου τώρα όλη…»
(Κ. Καρυωτάκης)

 

-«Σάββατο βράδυ: ἀνοίγουνε στὸ δρόμο σὰ λουλούδια
οἱ ἁπλὲς καρδιές, παθητικὰ ν᾿ ἀνέβουνε τραγούδια
ποὺ γιὰ τὴ χαρὰ ἢ τὸν ἁπαλὸ τοῦ ἔρωτα ψάλλουν πόνο,
ἐνῷ γιὰ μένα ἡ ἑβδομάδα ἐτελείωσε καὶ μόνο.»

(Κ. Καρυωτάκης)

 

-«…Ας ήταν να βρεθούμε

έξω από μένα

έξω από σένα

γιατί περνάει η ώρα και βραδιάζω.»

(Βύρων Λεοντάρης)

 

-«…Γιατί φτάνει όπου να ‘ναι
το βράδυ μου, Κύριε, και πρέπει
να ‘χω κάμει πριν φύγω την καλύβα μου εκκλησιά
για τους τσοπάνηδες της αγάπης.»

(Ν. Βρεττάκος)

 

-«Βράδιαζε και στο βάθος του φθινοπωρινού δρόμου λιγόστευε
όλο και πιο πολύ το φως
σα να τέλειωνε για πάντα ο κόσμος.»

(Τάσος Λειβαδίτης)

 

-Κ. Καρυωτάκης, «Βράδυ»

Στον κ. Κλ. Παράσχο

«Τα παιδάκια που παίζουν στ’ ανοιξιάτικο δείλι
–μια ιαχή μακρυσμένη–,
τ’ αεράκι που λόγια με των ρόδων τα χείλη
ψιθυρίζει και μένει,

τ’ ανοιχτά παραθύρια που ανασαίνουν την ώρα,
η αδειανή κάμαρά μου,
ένα τρένο που θα ‘ρχεται από μια άγνωστη χώρα,
τα χαμένα όνειρά μου,

οι καμπάνες που σβήνουν, και το βράδυ που πέφτει
ολοένα στην πόλη,
στων ανθρώπων την όψη, στ’ ουρανού τον καθρέφτη,
στη ζωή μου τώρα όλη…»

(Κ.Γ. Καρυωτάκης, Ποιήματα και πεζά, Ερμής)

 

 

-Τάσος Λειβαδίτης, «Περιμένοντας το βράδυ»

«Δεν ξέρω πώς, δεν ξέρω πού, δεν ξέρω πότε, όμως τα βράδια
κάποιος κλαίει πίσω από την πόρτα
κι η μουσική είναι φίλη μας, και συχνά μέσα στον ύπνο
ακούμε τα βήματα παλιών πνιγμένων ή περνούν μες
στον καθρέφτη πρόσωπα
που τα είδαμε κάποτε σ’ ένα δρόμο η ένα παράθυρο
και ξανάρχονται επίμονα
σαν ένα άρωμα απ’ τη νιότη μας, το μέλλον είναι άγνωστο
το παρελθόν ένα αίνιγμα,
η στιγμή βιαστική κι ανεξήγητη.
Οι ταξιδιώτες χάθηκαν στο βάθος..
άλλους τους κράτησε για πάντα το φεγγάρι..
οι καγκελόπορτες το βράδυ ανοίγουνε μ’ ένα λυγμό,
οι ταχυδρόμοι ξέχασαν το δρόμο,
κι η εξήγηση θα ‘ρθει κάποτε,
όταν δεν θα χρειάζεται πια καμία εξήγηση

Α, πόσα ρόδα στο ηλιοβασίλεμα, τι έρωτες Θέε μου, τι ηδονές
τι όνειρα, ας πάμε τώρα να εξαγνιστούμε μες στη λησμονιά..»

(Τάσος Λειβαδίτης, Ποίηση, Κέδρος)

 

-Ν. Λαπαθιώτης, «Όταν βραδιάζει»

«Όταν βραδιάζει, μέσα μου, ξυπνούν τα περασμένα·
ξυπνούν αργά, σα μουσικές νεκρές από καιρό,
– σα μουσικές που χάθηκαν, και που τις λαχταρώ,
κι έρχονται πάλι, μαγικά κι ανέλπιδα, σε μένα·

πόθοι, παράπονα παλιά, νοσταλγικές φωνές,
λόγια βαθιά κι αξέχαστα, κι ωστόσο ξεχασμένα,
παράξενα, χιμαιρικές αγάπες μακρινές,
όπως η φλόγα μιας αυγής, υψώνονται σε μένα!

Μια βρύση, τότε, μαγική, μου λύνεται ξανά,
και το τραγούδι ρυθμικό στα χείλη μου ανεβαίνει,
– ένα τραγούδι καθαρό, καθώς τα δειλινά
που μέσα του λυτρώνονται, και ζουν οι πεθαμένοι.»

(http://www.potheg.gr/ProjectDetails.aspx?id=2367&lan=1)

 

 

-Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, [Πέντε η ώρα που βραδιάζει]

Πέντε η ώρα που βραδιάζει
πέντε ακριβώς, την ώρα που βραδιάζει
φέρνει έν΄ αγόρι το νεκροσέντονο
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Έτοιμος κι ο κουβάς με τον ασβέστη
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Θάνατος τ΄ άλλα, θάνατος μονάχα
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Ψηλά παίρνει ο αγέρας τα βαμπάκια
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Το οξείδιο σπέρνει κρύσταλλο και νίκελ
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Παλεύει η περιστέρα με το αγρίμι
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Κι η σάρκα μ΄ ένα κέρατο θλιμμένο
πέντε η ώρα που βραδιάζει.

Χορδή τυμπάνου αρχίζει να χτυπά
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Αρσενικού καμπάνες κι ο καπνός
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Βουβοί συντρόφοι στ΄ άχαρα σοκάκια
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Του ταύρου η καρδιά μονάχα ολόρθη
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Όταν ο ιδρώτας χιόνι αργά γινόταν
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Όταν η αρένα γέμισε με ιώδιο
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Τ΄ αυγά του στην πληγή άφησε ο θάνατος
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Πέντε η ώρα που βραδιάζει,
πέντε ακριβώς, την ώρα που βραδιάζει.

Μια κάσα από καρούλια το κρεβάτι
πέντε η ώρα που βριαδιάζει.
Σουραύλια ηχούν και κόκαλα στ’ αυτί του
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Στο μέτωπό του ο ταύρος μουγκανίζει
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Η κάμαρα ιριδίζει από αγωνία
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Από μακριά σιμώνει κι όλα η σήψη
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Σάλπιγγα κρίνου στον χλοερό βουβώνα
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Οι πληγές του εκαίγανε σαν ήλιοι
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Και το πλήθος να σπάει τα παραθύρια
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Αχ! Τι φριχτά στις πέντε που βραδιάζει.
Ήτανε πέντε σ΄ όλα τα ρολόγια,
ήτανε πέντε κι έπεφτε το βράδυ.
(Φ. Γκ. Λόρκα, απόσπασμα από το «Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσιεθ Μεχίας», μτφρ. Ν. Γκάτσος)

*Το ποίημα γράφτηκε από το Λόρκα το 1934, με αφορμή το θάνατο του καλύτερου του φίλου, Ignacio Sanchez Mejias σε ταυρομαχία.

 

-Γ. Ρίτσος, «Καμμιὰ φορὰ ποὺ βραδιάζει…»
«…Καμμιὰ φορὰ ποὺ βραδυάζει, καὶ σηκώνουμε τὸ κεφάλι, []

εἶναι μιὰ μυγδαλιά ποὺ σεργιανάει σά νύφη στὸ περβόλι,

φωτάει μὲ τ’ ἄσπρα της λουλούδια τὸ πηγάδι, τὸ γουρούνι,

φωτάει τὴ ροῦγα κ’ ἡ ροῦγα μεγαλώνει,

πιὸ πέρα φέγγει τὸ βουνό σὰ γυάλινο ποτήρι,

πιὸ πέρα ἡ θάλασσα, ποὔχει στὸν ἀργαλειό της χτένι τὸ φεγγάρι…»

 

 

-Γ. Ρίτσος, «Σπάνια, κατὰ τὸ βράδυ…»

«Σπάνια, κατὰ τὸ βράδυ, ἐρχόταν κάποιο πλοῖο, / φώτιζε μὲ τοὺς ξένους φανούς του τὴν προκυμαία, / φώτιζε τοὺς βαρκάρηδες μὲ τ’ ἄγρια ἠλιοκαμμένα πρόσωπα… Τότε / [] τὸ κουρεῖο διέσχιζε τὸ στενό δρόμο σὰν κλειστό τετράγωνο καράβι, / μὲ τὶς δυό πολυθρόνες του, τοὺς δυό στενόμακρους καθρέφτες, τὰ δυό κομοδίνα του, / μὲ τὰ δυό κίτρινα λαμπιόνια του σὰ δυό μικρές σκουριασμένες ἄγκυρες / μόλις ἀνεβασμένες ἀπ’ τὸ βυθό, μὲ τὶς πετσέτες του / ἀπαθεῖς ἀπ’ τὸ ἄγγιγμα τόσων ξένων προσώπων / νωπές ἀκόμη… []

– – – -Καὶ τότε / ἔνιωθες πὼς σωπάσαν μονομιᾶς τὰ τζιτζίκια (σὰ νὰ κλείσαν κι ἄλλες πόρτες) / – ὥσπου ἔπεφτε ὁλότελα ἡ νύχτα κ’ ἔμενε ἡ ἐρημιά ἁπλωμένη / [] ἀσάλευτη κι ἄσπρη σὰ νεκρή… Τὸ φεγγάρι / κυριαρχοῦσε σὰν κραυγή ἀκατανόητης εὐτυχίας / ψηλά, πάνω ἀπ’ τοὺς καπνοδόχους τῶν ψαρόσπιτων… / Ἕνα κατάρτι κάτι ἔδειχνε, ἐδῶ ἢ ἐκεῖ, ἀκαθόριστο, σταματοῦσε..- / τίποτα δὲν εἶχε συνέχεια, / τίποτα δὲν εἶχε ἀρχή καὶ τέλος… Τ’ ἀστέρια / ἦταν μεγάλα καὶ φωτεινά πάνω ἀπ’ τὰ δέντρα…»

(Γ. Ρίτσος, Ποιήματα, Κέδρος)

 

 

-Μ. Αναγνωστάκης, [Όταν τα βράδια…]

«Όταν τα βράδια

Τρυπάς το στήθος μου μ’ ένα μαχαίρι

Και ψάχνεις να βρεις

Εδώ ένα περίπατο στ’ ακροθαλάσσι

Εκεί ένα καφενείο που το λέγαμε η «Συνάντηση»

Εκεί ένα σούρουπο ή ένα κρυμμένο βιβλίο —

Όχι, μα δεν την είχα εγώ αγαπήσει.

Αύριο, το ξέρεις, πως δε θα ’μαστε πια εμείς

Κι ύστερα θα σβηστεί κι η θύμησή μας

Και μια γυναίκα θα γερνά ύστερα από χρόνια

Μ’ ένα φορτίο ζωής αβάσταχτο ατέλειωτο

Και μια γυναίκα ίσως να κλαίει σε μια γωνιά

Το στήθος της να το τρυπά μ’ ένα μαχαίρι

Να ψάχνει νά βρει έναν περίπατο στ’ ακροθαλάσσι

Ένα βιβλίο κρυμμένο ή ένα σούρουπο.

(Και δε θα ’ναι για σένα, ούτε για μένα).»

(Μ. Αναγνωστάκης, Τα ποιήματα, Νεφέλη)

 

 

-Μ. Αναγνωστάκης, «Ποιήματα ποὺ μᾶς διάβασε ἕνα βράδυ ὁ λοχίας Οtto V…»

I

Σὲ δυὸ λεπτὰ θὰ ἀκουστεῖ τὸ παράγγελμα «Ἐμπρός»
Δὲν πρέπει νὰ σκεφτεῖ κανένας τίποτε ἄλλο
Ἐμπρὸς ἡ σημαία μας κι ἐμεῖς ἐφ᾿ ὅπλου λόγχη ἀπὸ πίσω
Ἀπόψε θὰ χτυπήσεις ἀνελέητα καὶ θὰ θὰ χτυπηθεῖς

Θὰ τραβήξεις μπροστὰ τραγουδώντας ρυθμικὰ ἐμβατήρια
Θὰ τραβήξεις μπροστὰ ποὺ μαντεύονται χιλιάδες ἀνήσυχα μάτια
Ἐκεῖ ποὺ χιλιάδες χέρια σφίγγονται γύρω ἀπὸ μία ἄλλη σημαία
Ἕτοιμα νὰ χτυπήσουν καὶ νὰ χτυπηθοῦν.

Σ᾿ ἕνα λεφτὸ πρέπει νὰ μᾶς δώσουν τὸ σύνθημα
Μιὰ λεξούλα μικρὴ ποὺ σὲ λίγο ἐξαίσια θὰ λάμψει.

(Κι ἐγὼ ποὺ ἔχω μία ψυχὴ παιδικὴ καὶ δειλὴ
Ποὺ δὲν θέλει τίποτε ἄλλο νὰ ξέρει ἀπὸ τὴν ἀγάπη
Κι ἐγὼ πολεμῶ τόσα χρόνια χωρίς, Θέ μου, νὰ μάθω γιατί
Καὶ δὲ βλέπω μπροστὰ τόσα χρόνια παρὰ μόνο τὸ δίδυμο ἀδερφό μου.)

II

Σὲ τούτη τὴ φωτογραφία ἤμουνα νέος κοντὰ 22
χρονῶ. ἐδῶ εἶναι ἡ γυναῖκα π᾿ ἀγαποῦσα: ἡ
γυναῖκα μου
Τὴ λέγανε Μάρθα· ἔσφιγγε τὸ γιό μου μὲ λαχτάρα
στὴν ἀγκαλιά της
Δὲ μοῦ ῾πε: «χαίρομαι ποὺ πᾶς νὰ πολεμήσεις».
Ἔκλαιγε σὰν ἕνα μικρὸ κοριτσάκι.
Κι ἐδῶ κάποιο σπίτι παλιὸ μ᾿ ἕναν κῆπο στὴ μέση
καὶ μ᾿ ἄνθη…
…Θυμᾶσαι ὅταν ἤμασταν παιδιὰ εἴχαμε ἕνα ξύλι-
νο ἄλογο καὶ μία γυαλιστερὴ τρομπέτα
Τὰ βράδια ξαγρυπνούσαμε στὰ βιβλία μὲ τὶς ἀρ-
χαῖες ἡρωικὲς ἱστορίες
Τὸν ἀθῷο μας ὕπνο τυράννησαν οἱ ἀντίλαλοι τῶν
φημισμένων πολεμιστῶν
Ὕστερα τὰ ξεχάσαμε ὅλα αὐτὰ σὲ μία γωνιὰ γε-
λώντας γιὰ τὰ παιδιάστικα καμώματα.
Ἴσως αὔριο μιὰ τόση τρυπίτσα μοῦ χαράξει τό μέ-
τωπο
Ὢ μία τρυπίτσα ποὺ χωρᾷ ὅλο τὸν πόνο τῶν ἀν-
θρώπων
Ποιὸς εἶμαι; Ποῦ βρίσκομαι; Σκίστε τὰ ροῦχα
μου ἐδῶ μπροστὰ στὸ στῆθος
Ἴσως θὰ βρεῖτε ἀκόμα τ᾿ ὄνομά μου σκαλισμένο.
Ποιὸς τὸ θυμᾶται;
Ψάξτε τὰ ροῦχα μου ἀκόμα… Ἐδῶ ἤμουνα νέος
22 μόλις χρονῶ
Κι ἐδῶ μιὰ γυναῖκα ποὺ σφίγγει μὲ λαχτάρα ἕνα
παιδὶ στὴν ἀγκαλιά της.

(Ἔκλαιγε ἀλήθεια ὅταν ἔφευγα σὰν ἕνα μικρὸ κο-
ριτσάκι).

(Μ. Αναγνωστάκης, Τα ποιήματα, Νεφέλη)

 

 

-Ν. Βρεττάκος, «Βραδιάζει»

Βραδιάζει στόν κόσμο, τά παράθυρα κλείνουν
ἀνάβει τό φῶς καί τό ξένο δωμάτιο γίνεται
ὁ κόσμος. Τά λίγα βιβλία μου πᾶνε
κ’ ἔρχονται τότε, διασχίζουν τό χῶρο,
σά νἆναι πρόσωπα φιλικά πού στά χέρια τους
κρατᾶνε ψωμί, νερό φροῦτα, φάρμακα.
Κ’ ἕνα ἀπ’ ὅλα τή νύχτα, ἀνοιχτό στίς σελίδες
πού κλείνουν τά μάτια μου, μένει κοντά μου,
στήν κουβέρτα μου πάνω– φύλακας ἅγγελος
πού ἕπεσε μπρούμυτα κι ἀκούει τήν καρδιά μου.

(http://nikiforosvrettakos.gr/post/vradini-exomologisi-2014-05-24)

 

-Ν. Βρεττάκος, «Βραδινή ἐξομολόγηση»

«Κάθισε δίπλα μου, ἀντίκρυ στή δύση.
Ὁ ἥλιος χαμήλωσε κ’ ἔχω
πολλά νά σοῦ εἰπῶ.
Λοιπόν,
ὁ Ταΰγετος δέν ἦταν βουνό.
Δέν σέ ὑποψίασε τό ἀπίθανο ὕψος
καί τό ἀπίθανο φῶς πού τόν κάνουν
νά μοιάζει ὅπως ἕνα, πότε χρυσό
καί πότε γαλάζιο, πολυπτέρυγο
στόν ὁρίζοντα; Κι αὐτή του ἡ ἔξαρση
πού ἀνελίσσεται κάποτε καί χωρίζει
τ’ αστέρια σέ ἀπό κεῖ κι ἀπό δῶ;

Δέν ἦταν βουνό. Ἠταν τό πρῶτο ποίημα
πού ἀνοίγοντας τά μάτια μου
διάβασα, ὁ πρῶτος μου φίλος
πού συνόριαζε μέ τό φῶς.
Καί γι’ αὐτό:
μετονόμασα σέ Ταΰγετο τό ὅρος Ἀγάπη.»

(http://nikiforosvrettakos.gr/post/vradini-exomologisi-2014-05-24)

 

 

-«Μαρία Σκαμπαρδώνη, «Βραδιάζει…»

Βραδιάζει και απόψε.

Οι δρόμοι αδειάζουν, είναι η ώρα της μέθης του ύπνου.

Ώρα να μείνει η ψυχή μου γυμνή, τώρα όλα σιωπούν.

Εαυτέ μου μην κρύβεσαι άλλο πια, φανερώσου.

Βραδιάζει και απόψε.

Λίγα αυτοκίνητα, σπάνια περνούν στους δρόμους.

Στο δρόμο κανείς δε περπατεί.

Ποιος την ψυχή μου που πονάει άραγε θα δει;

Βραδιάζει και απόψε.

Στη μέθη του ύπνου όλοι έχουν ζαλιστεί.

Μόνο εγώ είμαι ξύπνια,

Πάλι μου λείπεις εσύ…

Κοιτάζω ψηλά τα αστέρια-

Πόσο μικρή είμαι άραγε!

Όλοι οι σεβντάδες και οι πίκρες

Χάνονται μεμιάς.

Φαντάσματα αποκτούν σώμα

Τύψεις και λόγια ανείπωτα με κυνηγούν.

Λόγια που είπα ή δεν είπα

Τις ώρες που οι άλλοι δε θα τα δουν.

Βραδιάζει.

Με εσένα πάλι ξενυχτώ.

Τη θύμησή σου μόνο

Έχω και στη μνήμη μου κρατώ.

Βραδιάζει.

Ποιος με βλέπει ,κανείς.

Τώρα θα κλάψω για σένα

,δε φοβάμαι μήπως με δεις.

Τα μέσα μου σπαράζουν

Ακόμα μία μέρα μακριά σου

Θα έδινα τα πάντα

Αυτό το βράδυ να ήμουν κοντά σου.

Βραδιάζει.

Τα μάτια μου κλείνουν.

Δεν αντέχουν άλλο ανοιχτά,

Ποθούν την ώρα εκείνη που στον ύπνο θα σε δουν.

Βραδιάζει…..»

(http://fractalart.gr/vradiazei/)

Πες το με ποίηση (174ο): «Αθήνα»…

 

-«Πρωί, και λιοπερίχυτη και λιόκαλ’ είναι η μέρα,
κ’ η Aθήνα ζαφειρόπετρα στης γης το δαχτυλίδι.»
(Κ. Παλαμάς)

 

 

-Κωστής Παλαμάς, «Ύμνος εις την Αθήνα»

«Χαρά σ’ εσέ, χώρα λευκή και χώρα ευτυχισμένη!
Καμιά χώρα σ’ όλη τη γη, καμιά στην οικουμένη
δεν ηύρε τέτοιο φυλαχτό σαν το δικό μου μάτι.
Απ’ άλλες χώρες πέρασα γοργά – γοργά τρεχάτη
και μ’ είδαν της Ελλάδας μου τ’ αγαπημένα μέρη
σαν άνεμο και σαν αϊτό και σύννεφο κι αστέρι.
Όμως σ’ εσέ το θρόνο μου αιώνια θεμελιώνω
και ρίζωσ’ η αγάπη μου στα χώματά σου μόνο.»

(Άπαντα Κωστή Παλαμά, Γκοβόστης)

 

 

 -Ν. Καρούζος, «ΣΤΙΓΜΕΣ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ»

Ανάερος ουρανός όπως η αγάπη
νέες παρθένες
ανοίγουν ελαφρά τα στήθη μέσ’ στην Άνοιξη
στον κόσμο που έπαψε να λατρεύει.

Αθήνα πόλις
όνειρα δροσερά
φωνές της νεότητας οπού κύλησε στο θάνατο –
νύχτα πέρασεν ο θεός απ’ τη δική σου ομορφιά.

Μέσ’ στη χαμένη ελπίδα σα να κρέμεται ο σκελετωμένος ήλιος
έρχονται δειλινές γυναίκες απ’ τα όνειρα
κινημένες ιερά –
τι σημάδια που έφερεν ο ελαφρότερος αυτός θάνατος
όσο μια ευτυχία πιο βαθειά κι απ’ το πνεύσιμο των φύλλων
όταν ο φτερωτός γαλάζιος δαίμονας
ίδιος μ’ ευαίσθητο θηλαστικό την όραση πλουτίζει
από δρόμον αιώνιο μεθώντας.

Πρώτος χαρούμενος ο ποιητής
χαίρεται της Ανοίξεως τα δίχως τέλος άνθη
μόνος αγγίζοντας
το τρυφερό έπος των χρωμάτων.

Είναι μια δύναμη ψηλά στ’ αστέρια
είναι στο κουρασμένο σύννεφο η παρηγοριά
της Αττικής ουράνια ευαισθησία.

Ο Γιάννης πάλι σαν ζεστό ελάφι
τραγουδά τη μοναξιά
κρατώντας μέσ’ στα δάχτυλα τους ύπνους
ελπίδων ιδεών ονείρων
από μετάξι.

Ω νύχτα τόσον αθώα
βασιλεύεις με τα ύψη –
των άστρων ερωτικός είν’ ο μεγάλος ποταμός –
κ’ η θλίψη πάντα του φθαρτού μέσ’ στην καρδιά μας.

Αν πω την Άνοιξη μυστήριο
το λικνιστό της ευωδιάς κοράσι αν φωνάξω
σαν περπατεί μονάχο στην απόλυτη σιωπή
δεν έχω πάλι τ’ άχραντα
της καθαρής κι απρόσμενης στιγμής
που οδηγεί στο θαύμα.

Βρομίζουν εκατό φορές οι ερωτευμένοι
στην πνοή του έαρος
ή
μακριά στο φθινόπωρο με λίγη τέφρα.
Ένα λουτρό της μοναξιάς αδιάκοπα σώζει.

Πέρ’ απ’ τα κάθ’ αισθήματα
συνάντησα το πρόβατο σε λάμψεις.
Έχει χορτάρι πάντα η γη
κι αυτό με ριζωμένα μάτια τρώει.

Κύριε σε βλέπω χωρίς τις πληγές
ώς την πορφύρα του μεγάλου θάνατου
μετρώντας την αγάπη.

Δειλινό
ψιθυρίζουν οι κήποι
πεθαίνει ολοένα η ώρα
κ’ οι νεκροί θα ξυπνήσουν εμορφότεροι
στη γλυκειά τυραννίδα της μνήμης.

Μάγια να δείχνει ο αττικός αιγιαλός
με την ορμή του κύματος
εσύ ξανθή και χίμαιρα
βγαίνεις απ’ το ζησμένο σου κορμί.

Χάραμα της Αθήνας οι δρόμοι χαμηλόφωνοι
καθώς πάει ο χρόνος για τον ήλιο πάλι
μέσ’ στην ερήμωση πώς αναπαύονται
μοιάζοντας των ανέμων.

Θέλω νά ’βρω το πράγμα, την ανάσα του Υιού ν’ ακούσω
να σας δείξω τη λουλουδένια γραφή.
Ν’ απολαύσω πτηνά
τους θεούς υποφέροντας
των ελλήνων ο πρόθυμος
να σας δείξω τη λουλουδένια γραφή.

Θ’ αναγγείλω μια νέα ελπίδα.
Χαρίζω στην πόλη το πολύτιμο βλέμμα μου.

(Ν. Καρούζος, Τα ποιήματα, τ. Α’, Ίκαρος

 

 

-Ν. Καρούζος, «ΕΝΝΕΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΜΕΣ’ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ»

ΑΓΓΙΖΟΝΤΑΣ
Είναι κορμί ο ουρανός της Αττικής χαίρεται και λυπάται
δείχνει τα μαύρα γερατειά
καθώς η νύχτα ομοούσια με τη θλίψη
κλώθει τα δικά της πετεινά
η νύχτα η καθίζηση του θείου
και θυμάμαι το γενετήσιο αίμα της.

ΣΤΗΝ ΟΔΟ ΣΤΑΔΙΟΥ
Τρέχει μια ξανθομάλλα
δυο φλόγες τριανταφυλλένιες
ανεβαίνουν απ’ το στήθος στο λαιμό της –
άραγε που πηγαίνει.
Και συ παιδί της λησμονιάς
ευωδιασμένο μέσ’ στα βάσανα
μικρέ έλληνα στρατιώτη της δυστυχίας
ανάμεσα περνάς απ’ τις δυνάμεις της οδού
κρατώντας λίγη πούληση στα χέρια.
Χάρισέ μου το μενεξεδένιο τραγούδι που λένε τα μάτια σου
γνωρίζω ’να κοράσι μ’ όνειρα στα χέρια
χαίρεται στο πιάνο κάποιες ώρες μακρινές
τα ξέρεις αυτά τα χέρια
που δεν έχουν την τόλμη του σώματος
αλλά μονάχα
τα πλήκτρα βυθίζοντας
μιαν εξαίσια ομορφιά απελευθερώνουν;
Με γιασεμί παράπονο στα χείλη
τρέχεις εμπρός, γυρίζεις πίσω
παρακαλείς τον κύριο με το καπέλο –
μικρέ φωνακλά του δρόμου
πληγώνεις την καρδιά.
Είν’ η μοίρα μας έτσι
ώς το θεό φτάνοντας μέσ’ στον ήλιο.
Αντίο αγόρι
για σένα λυπάμαι
εγώ πλάστηκα με πόνο για κάθε τόπο και καιρό.
Δεν είναι τίποτα η ξανθομάλλα το κατάλαβα
με τριάντα δραχμές ησυχάζω.

ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ
Γυρίζει ο έφηβος με τα σφουγγάρια
της ψυχής πραμάτεια. είναι μονάχα ένας γέρος τ’ ουρανού μας
και δροσερός ο πανικός σε τέτοια πατρίδα.
Όλοι πηγαίνουν έχοντας τη φτώχεια ή τον πλούτο
αυτοκίνητα διασχίζουν τους δρόμους
με στεφάνια κηδείας φορτωμένα
όμως
ο γέρος που τον περονιάζει σαν κρύο η νεότητα
με απούλητα σφουγγάρια ψάχνει το κακό
να τ’ αφανίσει θα ’λεγες
απ’ τα σφουγγάρια τραβηγμένο σαν υγρό.

ΜΟΝΑΣΤΗΡΑΚΙ
Τρώει ο ρωμιός απάνω στο μάρμαρο
– μεσημεριάτικες απογνώσεις –
κ’ είναι σα μοναστηράκι του σώματος
γεμάτο φύλλα και πουλιά.
Έχει τον ήλιο το φτωχό εστιατόριο και τον διασπαθίζει
μέσα στη σκόνη του φωτεινού αέρα
γαλάζιες μύγες ωσάν ανθάκια
κομμένα γύρω μας βομβίζουν.
Τρώει με μια πικρή ματιά ο ταπεινός απάνω στο μάρμαρο
σκύβει κρατώντας το ζεστό ψωμί
και συλλογιέται
την πλάκα του τάφου.
Κοντό κριθάρι αγκυλώνει τη θύμηση
τα σπίτια οι δρόμοι και τα δίκαια χέρια
φυλλώματα κόκκινα δίχως ελπίδα…
Ήχοι και θάνατος
η ερωτική ασπράδα που πύκνωσε τα νέφη
ταυτισμένα στους κήπους με τα δέντρα.

Ο ΚΗΠΟΣ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ ΑΝΑΣΑΙΝΕΙ
Θάλασσα πίνεις τα ποτάμια πίνεις όλα τα νερά
μέσ’ στον καιρό της υπάρξεως ανάστροφα νέμεσαι την ομορφιά
πέρα στη δύναμη που κλείνει ο ουράνιος αέρας
όπως εδώ στην άνομη πόλη
ο Εθνικός Κήπος καθαρίζει την ψυχή με ήλιο και με δέντρα.
Ένα μεγάλο φύλλωμα σκέπει την καρδιά μου
κλειδώνει τα πουλιά
σχίζοντας απ’ τις ευωδιές χιλιάδες αναστάσιμα
κ’ η γυναίκα βαθύ βασίλειο σκλαβώνει το δέρμα μου.
Όποιος έριξε τ’ αστέρια στην αγριότητα
νιώθει τον πλούτο του άνθους
οι θεοί κατεβαίνουν απ’ τους μίσχους ώς τη μοναξιά
και τους χυμούς ανεβάζουν με γαλάζια όργανα
γενετήσια.
Ω σιωπή βγαλμένη στα παράθυρα του αιθέρα
σα να δείχνεις
τις κυματιστές ρίζες του κήπου,
άλλη ματιά δεν εχάρισε το αόρατο μέσ’ στο αίμα πρόβατο
που σκύβει στο χορτάρι σου ψηλά, μονάχα των αγγέλων.
Κρήνη θανάτου ανθίζει με χρυσάφι
κ’ η όμορφη φτέρη ψιθυρίζει νέους ύμνους
φανερώνοντας τη σοφία της αναπνοής
ολόκληρο το θάμβος ωσά σώμα.

ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΙΟ ΤΟΠΟ
Νύχτα βεγγαλική φαιδρύνει τους θορύβους της Αθήνας
όπου σπιθίζουν ίμεροι
κι αεράκι σαλεύει τις φυλλωσιές απ’ τα όνειρα.
Χτες το φεγγάρι να ’βλεπες – χάνεται μα η κίνηση τ’ ανασταίνει
τυλιγμένο σε σύννεφα όμοια με καπνούς
γκρίζους και μαύρους…
Πού είναι μέσ’ στη μνήμη το άκαρι
θαλάσσια η ταπεινή αθερίνα
μέρες του χαρταετού νερά της Κυριακής ερωτευμένα
και μια κραυγή απ’ τα βάθη: Αχ να λησμονηθώ με τη μητέρα!
Δεν ανεμίζει τώρα ένας παιδικός Επιτάφιος
όταν ακολουθούσαμε σα να ’μασταν όλοι
σταματημένοι σε κάποιο σημείο του αέρα
κι ανάμεσα στα σιδερόφραχτα ένστικτα
πέρα στο δρόμο βάθαινε η κηδεία του Χριστού
σα λείψανο ένας γέρος ανοίγοντας κάποια ξύλινη πόρτα
βγήκε να χύσει λίγη κολόνια στο χρυσοκέντητο πανί
λευκά λουλούδια πάμφωτα και οι ψαλμωδίες
ελαφρός ουρανός αθώα κορίτσια…
Ω χώμα πότε άρχισες αν ρωτήσω
πάντα ατελείωτη και πάντα φτάνει
στους θάμνους η ωραιότητα.
Με τα τριζόνια λούζομαι
καθώς υγραίνει ο έρωτας το χρόνο
τη νύχτα που παντρεύονται οι γάτες στ’ αγιοκλήματα
τη μέρα σαν κοιμούνται στους κήπους οι φωτογράφοι με άσπρα
και μένει ο βραδινός Άγιος
στην υπαίθρια εκκλησιά με τ’ άφωνα καντήλια
μέσ’ στο μακρύ και σκούρο ρούχο του
ο Άγιος Δημήτριος ίδιος με κορασίδα.
Είν’ ο τόπος ουράνιος.

ΕΣΠΕΡΑ ΤΩΝ ΦΥΛΛΩΝ
Το σήμαντρο αναστενάζει.
Με την αγάπη στην καρδιά
στους φιλικούς δρόμους ανοίγω την ύπαρξή μου
κατεβαίνω μεγάλη σιωπή κι ακούω τα σκαλιά της
είμ’ ένα πρόβατο αγγίζω δειλινά
μα φεύγουν όλα
σκοτεινιά που θα μας οδηγήσεις.
Αγγελικέ μου θάνατε
προσφέρω τη θυσία.

ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ
Κάθε πρωί χαμογελά στα κυπαρίσσια ο ήλιος
είναι παλιά η δύναμη των τάφων
όπου χαίρομαι πέρ’ απ’ τα μάρμαρα
τους γυμνούς πεθαμένους
ολημέρα τους ακούω να λένε για το χώμα με κούφια μάτια
ολημέρα λάμπει το ψωμί
που δεν έφαγαν οι έρημοι φτωχοί στη ζήση
και μονάχα τον Άδη χορταίνουν.
Έτσι χανόμασταν έτσι θα χαθούμε
στους λύκους ανάμεσα και στο θάνατο.
Μ’ αρέσει να περπατώ σε τάφους
μ’ ένα τραγούδι στη φτώχεια δοσμένο
και πάντα ενάντιο
στους κλέφτες της ανθρώπινης τύχης.

ΗΧΗΡΟ
Σύρματα τιμημένα της ζωής μου
οπού με ζώνετε τόσα χρόνια
σκλάβος ανέβηκα ώς τ’ αστέρια
τη ζωωδία των ανθρώπων έχοντας ακυρώσει
μέσ’ στην ορμή για ποίηση
μέσ’ στην ορμή για έρωτα
σύρματα της ζωής μου.

(Ν. Καρούζος, Τα ποιήματα, τ. Α’, Ίκαρος

 

 

-Κωνσταντίνος Π. Καβάφης, «Ο Oράτιος εν Aθήναις»

 «Εις της εταίρας Λέας το δωμάτιον,
όπου κομψότης, πλούτος, κλίνη απαλή,
νέος, με ιάσμας εις τας χείρας, ομιλεί.
Κοσμούσι τους δακτύλους του λίθοι πολλοί,

κ’ εκ σηρικού λευκού φορεί ιμάτιον
με ανατολικά κεντήματ’ ερυθρά.
Η γλώσσα του είν’ Aττική και καθαρά,
αλλ’ ελαφρός τις τόνος εν τη προφορά

τον Τίβεριν προδίδει και το Λάτιον.
Ο νέος την αγάπην του ομολογεί,
κ’ η Aθηναία τον ακούει εν σιγή

τον εύγλωττόν της εραστήν Οράτιον·
κ’ έκθαμβος βλέπει νέους κόσμους του Καλού
εντός του πάθους του μεγάλου Ιταλού.»
(Από τα Αποκηρυγμένα, Ίκαρος 1983)
 

 

-Κ. Καρυωτάκης, «Αθήνα»

Ώρα γλυκιά. Ξαπλώνει ωραία δομένη
η Αθν Απρίλη σαν εταίρα.
Είναι ηδονές τα μύρα στον αιθέρα,
και τίποτε η ψυχή πια δεν προσμένει.
Στα σπίτια σκύβει απάνω και βαραίνει
το ασήμι του βλεφάρου της η εσπέρα.
Βασίλισσα η Ακρόπολη εκεί πέρα
πορφύρα έχει τη δύση φορεμένη.

Φιλί φωτός και σκάει το πρωταστέρι.
Στον Ιλισσό ερωτεύεται τ’ αγέρι
ροδονυφούλες δάφνες που ριγούνε.
Ώρα γλυκιά χαράς και αγάπης, όντας
πουλάκια το ένα τ’ άλλο κυνηγούνε
τ’ Ολύμπιου Δία μια στήλη αεροχτυπώντας..

(Άπαντα Καρυωτάκη, ΠΕΛΛΑ)

 

 

-Λευτέρης Πούλιος, «Αθήνα»

(απόσπασμα)

«Τσιμέντο και σίδερο στον πνιγμένο αέρα

πανάρχαια γόησσα Αθήνα

γυαλίζει τ’ άσπρο σου στήθος απόψε

άσε με να σου το σφίξω μέχρι να πονέσεις

χύνοντας κόκκινο γάλα

καθώς θ’ ακούς το τραγούδι της συνουσίας

παράμερα στα δεντράκια δύο μαθητών

του γυμνασίου και το ρυθμό της καρδιάς μου

σ’ αυτό το βράδυ των μεθυσμένων συντριβανιών

του αμύγδαλου-κόσμου

……………………………………………………………………..

Ακου το ουρλιαχτό του περιπολικού και κοίτα

Αυτούς που οτυς βάζουν στο αυτοκίνητο και

Βιαστικά τους οδηγούν στο τμήμα .

Με προβολείς στο μάτι τους  ρίχνουν κάτω

Τους ψάχνουν κι η μέση τους σπάει στο τραπέζι

Και τους αφήνουν με το στόμα πεταμένο

Στον ουρανό πάνω σ’ ένα κολοσιαίο

Κλάξον αυτοκινήτου πάνω στο δάπεδο του γραφείου

Τα παιδιά με τα γυαλιστερά εξαρτήματα

Ειδικευμένα στον τρόμο και τα μεγαλοπρεπή

Σειρήτια στα μάτια τους.

Κι αυτοί που

Έχουν δολοφονηθεί αδιαμαρτύρητα ή πετάχτηκαν

Απ’ την ταράτσα του κτιρίου μετά το πέρας

Των ανακρίσεων όπως γίνεται στο σινεμά

Κι αυτοί που αφανίστηκαν μες στη θάλασσα

Θέλοντας να το σκάσουν και οι καιροί

Αποθρασύνοντας τον ισχυρό

Σ’ αυτό τον κόσμο τον παράφρονα της φυλακής.

 

Κι αυτοί που πολτοποιήθηκαν απ’ τα τανκς

Μέσα στο Πολυτεχνείο ή έσκασαν απ’ τα

καπνογόνα κι αυτοί που σταυρώθηκαν

Στα διασταυρούμενα πυρά

Φωνάζοντας μέχρι τον άλλο κόσμο

«ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ»»

(Λ. Πούλιος, Ο γυμνός ομιλητής, Κέδρος)

 

 

-Στρατής Τσίρκας, «Αθήνα του 1938»

«Ένα ταξίδι στην Αθήνα,
όνειρο χαδεμένο
είκοσι χρόνια.
Ω θύμησες παιδιάστικες με το τραγούδι
«Στο Ζάππειο μια μέρα…»
και νοσταλγίες νεανικές- τα γράμματα
τα γράμματα σου άγνωστη, αθηναία κόρη…

Ω Αθήνα, ω πόλη που απάνω σου
των αιώνων τα όνειρα φέγγουν.
εγώ που περίμενα
ν ’αποχτήσω κοντά σου
τα μάτια τα μενεξελιά,
της ψυχής σου τα μάτια τ ’αθάνατα
και το ήθος που ξέρει
φωτεινά και απέριττα
μες στο χρόνο να στήνει
αγάλματα…
Για να γκρεμίσω τα όνειρα
Είκοσι χρόνων
Ήρθα μια μέρα στην Αθηνά.

Πενήντα χιλιάδες ζεύγη ματιά
Με υποδέχτηκαν
Οι πενήντα χιλιάδες χαφιέδες σου
Με υποδέχτηκαν
Τα νεκρωμένα καφενεία σου
Με υποδέχτηκαν
Τα τρομαγμένα πρόσωπα των πολιτών σου
Με υποδέχτηκαν
Οι καημοί, το μαράζι κ’ οι ψίθυροι των φοιτητών σου
Με υποδέχτηκαν,
Κ’ οι αγωνίες των εξορισμένων στα νησιά
Με χαιρέτησαν

Και μου κουνήσανε την κεφαλή,
Σαν αηδόνια βουβά και περίλυπα
Οι ποιητές σου
Και με βλαστήμησε
Η μούρη ενός βατράχου βρομερού κι απαίσιου
Σ’ όλους τους δρόμους, σ’ όλες τις προθήκες.»
(http://www.24grammata.com/?p=25727)

 

 

-Νίκος Καββαδίας, «Αθήνα 1943»
«Οι δρόμοι κόκκινες γιομάτοι επιγραφές
τρανά την ώρα διαλαλούν την ορισμένη.
Αγέρας πνέει βορεινός απ’ τις κορφές
κι αργοσαλεύουνε στα πάρκα οι κρεμασμένοι.

Μες στην Αθήνα όλα τα πρόσωπα βουβά
και περπατάν αργά στους δρόμους «ἐν κινδύνῳ»
ως τις εφτά που θ᾿ ακουστεί «Σιστάς Μοσκβὰ»
και στις οχτώ (βαλ᾿ το σιγά) «Εδώ Λονδίνο».

Φύσα ταχιά σπιλιάδα, φύσα βορεινή.
Γραίγο μου κατρακύλα απ᾿ την Κριμαία.
Κατά τετράδας πάν στο δρόμο οι γερμανοὶ
κάτου από μαύρη, κακορίζικη σημαία.

Μήνα το μήνα και πληθαίνουν οι πιστοί,
ώρα την ώρα και φουντώνει το μελίσσι
ως τη στιγμή που μες στους δρόμους θ᾿ ακουστεί
η μουσική που κάθε στόμα θα λαλήσει.»
(http://www.24grammata.com/?p=25727)

 

Πες το με ποίηση (173ο): «Έλληνας – ελληνικός»…

-«…Μπολιβάρ, είσαι ωραίος σαν Έλληνας.»
(Ν. Εγγονοπουλος)

 

-“Όταν θα θέλουν οι Έλληνες να καυχηθούν

«Τέτοιους βγάζει το έθνος μας» θα λένε

για σας. Κι έτσι θαυμάσιος θα είναι ο έπαινός σας.”

(Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ)

 

-«Φτώχεια, φωτιά, φαρμάκι ο τόπος.

Μονόξυλα οι έλληνες μεσ’ στα χρώματα των επιγραφών

Κι ο έρωτας τελευταία ελπίδα»

(Ν. Καρούζος)

 

 

-“Κακότυχοι έλληνες με τρύπιο μεροκάματο

χρόνια και χρόνια ραγιάδες

γύρω κλαίνε μητέρες γύρω κλαίνε κορίτσια

ο ένας τραγουδά τη λησμονιά ο άλλος την αγάπη.

«Όσο βαριά είν’ τα σίδερα

είν’ η καρδιά μου σήμερα»…”

(Ν. Καρούζος)

 

 

-Γιώργου Σαραντάρη, [Εμείς οι Έλληνες]

«Εμείς οι Έλληνες
Με τις ελιές με τα πεύκα
Με τα μάρμαρα με τη θάλασσα
Φυλάξαμε και άλλες αρετές
Δεν εξοφλήσαμε την ευφυΐα μας
Σ’ έναν καιρό πιο ήμερο
Και πιο γενναίο
Δεν θα διστάσουμε
Δεν θα δειλιάσουμε
Από τις κρύπτες θα βγάλουμε τα όργανα
Στην ορχήστρα και στο χορό
Οι φωνές μας θα προσφέρουν
Κάτι σαν το επιούσιον
Το δικό μας πάθος»

                                (29/3/1936)

[πηγή: Γιώργος Σαραντάρης, «[Εμείς οι Έλληνες]», Έργα 2 – Κατάλοιπα (1932-1940), εισαγωγή-επιμέλεια Σοφία Σκοπετέα, Βικελαία Δημοτική Πινακοθήκη, Ηράκλειο 2006, σ. 132]

 

 

-Κ. Π. Καβάφης, «Φιλέλλην»

«Την χάραξι φρόντισε τεχνικά να γίνει.
Έκφρασις σοβαρή και μεγαλοπρεπής.
Το διάδημα καλλίτερα μάλλον στενό·
εκείνα τα φαρδιά των Πάρθων δεν με αρέσουν.
Η επιγραφή, ως σύνηθες, ελληνικά·
οχ’ υπερβολική, όχι πομπώδης-
μην τα παρεξηγήσει ο ανθύπατος
που όλο σκαλίζει και μηνά στη Ρώμη-
αλλ’ όμως βέβαια τιμητική.
Κάτι πολύ εκλεκτό απ’ το άλλο μέρος·
κανένας δισκοβόλος έφηβος ωραίος.
Προ πάντων σε συστείνω να κυττάξεις
(Σιθάσπη, προς θεού, να μη λησμονηθεί)
μετά το Βασιλεύς και το Σωτήρ,
να χαραχθεί με γράμματα κομψά, Φιλέλλην.
Και τώρα μη με αρχίζεις ευφυολογίες,
τα «Πού οι Έλληνες;» και «Πού τα Ελληνικά;
πίσω απ’ τον Ζάγρο εδώ, από τα Φράατα πέρα».
Τόσοι και τόσοι βαρβαρότεροί μας άλλοι
αφού το γράφουν, θα το γράψουμε κ’ εμείς.
Και τέλος μη ξεχνάς που ενίοτε
μας έρχοντ’ από την Συρία σοφισταί,
και στιχοπλόκοι, κι άλλοι ματαιόσπουδοι.
Ώστε ανελλήνιστοι δεν είμεθα, θαρρώ.»

(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

 

 

-Κωστῆς Παλαμᾶς, [ΓΝΩΜΕΣ, ΚΑΡΔΙΕΣ, ΟΣΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ]

«Γνῶμες, καρδιές, ὅσοι Ἕλληνες,

ἀκοῦστε με κ’ ἐμένα:

Μᾶς ηὗραν χρόνια δίσεχτα,

στερνά, καταραμένα.

Ἔργα δὲν ἔχω, τίποτε

ποὺ ἀξίζει νὰ σᾶς φέρω·

κρύος, ἄπραγος δὲν ξέρω

παρὰ νὰ τραγουδῶ.

 

Γνῶμες, καρδιές, ὅσοι Ἕλληνες,

κ’ ἐσεῖς, οἱ φυτρωμένοι

στὴ γῆ ποὺ ἀρήμαχτη ἔμεινε,

κ’ ἐσεῖς, ξερριζωμένοι,

– χώματα, ὀϊμέ! αἱματόπνιχτα

τῆς Θράκης, τῆς Ἰωνίας! –

ρημάδια τῆς μανίας

καὶ τῆς καταστροφῆς.

 

Ἄντρες κ’ ἐσεῖς τῆς Ρούμελης

καὶ τοῦ Μωριᾶ βλαστάρια,

χοροὶ τοῦ Αἰγαίου, τῆς Ἤπειρος

βουνὰ καὶ παλληκάρια,

κ’ ἐσεῖς, παρθένες Ἰόνιες,

πάντα καὶ ἡρώϊσσα Κρήτη,

καὶ ὦ Ρήγισσα Ἀφροδίτη,

πού εἰσαι τῆς Κύπρος πνοή.

 

Κ’ ἐσύ, Μακεδονίτισσα,

θεία ματιασμένη χώρα,

καὶ ἡ Ρόδος, Δωδεκάνησα

χρυσὰ καὶ μέσ’ στὴ μπόρα,

καὶ ὅπου ναοί, κάμποι, μάρμαρα,

δάφνες ξερές, νέα κρίνα,

τὸ Μισολόγγι! Ἀθήνα,

ποὺ πάντα ζοῦν οἱ θεοί!

 

Κ’ ἐσύ, γῆ, ποὺ ηὗραν Ὅμηροι

σ’ ἐσὲ τὸν Ἀχιλλέα,

καὶ ποὺ τὸ Ρήγα γέννησες

μὲ τὴ μεγάλη ἰδέα,

χαίρετε, δρόμοι, ἐρείπια,

ρουμάνια, περιβόλια,

ποτάμια, ἀραξοβόλια,

ριζώματα, κορφές.

 

Πατρίδα! Ἑλλάδες, παίρνετε

νόημ’ ἀπὸ μιὰ καὶ μόνη

λέξη, καὶ αὐτὴ τὸ χαῖρε μου

τὸ ἐκστατικὸ πυρώνει.

Στὴ λέξη, ποὺ σὰν ἄγαλμα

βωμοῦ φαντάζει, φέρνω

τὸν ὕμνο, βάγια σπέρνω.

Π α τ ρ ί δ α! Εἶν’ ὅλα ἐκεῖ.

 

Γνῶμες, καρδιές, ὅσοι Ἕλληνες,

ρυθμὸς οὐρανοδρόμος

ἥλιος ἀπαραστράτιστος

γιὰ τὰ Ἔθνη κάποιος Νόμος

θὰ ὑπάρχῃ. Καὶ καλότυχος

γύρω ὁ λαὸς πλανήτης

τοῦ Νόμου ποὺ μαγνήτης

ὑπάκουο τὸν κρατᾶ.

 

Δὲν ἀπομένει ἀσάλευτο

τίποτε, δὲ γεννιέται,

ποὺ νὰ μὴ ρεύῃ, τίποτε

καὶ ποὺ νὰ μὴ χαλιέται.

Μὰ πῶς ἀπὸ τὸ χάλασμα

πετιέται ξεδιψάστρα

πηγή! Πῶς ξαναπλάστρα

εἶναι κ’ ἡ ὀργή, ἡ πληγή!

 

Πὼς εἶναι μιὰ ἡ πατρίδα μας

κ’ εἶναι παντοῦ ὅπου πᾶμε,

καὶ ὅπου σταθοῦμε, μέσα μας

πατρίδα μία γρικᾶμε,

μία μὲ λογῆς ὀνόματα,

πρόσωπα, προσωπίδες.

Δὲ ζῆ χωρὶς πατρίδες

ἡ ἀνθρώπινη ψυχή.

 

Πλάστης τοῦ κόσμου ὁ Πόλεμος,

ὅραμα ἡ εὐτυχία.

Μὲ τὰ στοιχιὰ πᾶς, πάλεμα

σὲ τρώει μὲ τὰ στοιχεῖα,

Πατρίδα! Ὀρθή! Μὴ λυώνεσαι,

σὰ δέησης ἁγιοκέρι!

Μὲ τὸ δαυλὶ στὸ χέρι

σὲ σφιχτοζώνει ἐχθρός.

 

Γνῶμες, καρδιές, ὅσοι Ἕλληνες,

καὶ μέσα στὴν κοιλάδα

τοῦ δάκρυου ἐδῶ, κι ἀντρειεύοντας

ἀπὸ μιὰ πίστη, Ἑ λ λ α δ ἀ!

κράχτε, στὸ νοῦ ριζῶστε τη

μὲ τὸ Σταυρό, μὲ δόρυ,

Σοφία, Μητέρα, Κόρη,

Παντάνασσα, Ἀθηνᾶ.

 

Καὶ ὦ Βασιλεῖες γερόντισσες

ἄγριες Δημοκρατίες,

κάστρα, φυτειὲς κ’ ἐλεύτερων

καὶ σκλάβων, Πολιτεῖες

καὶ ἀπ’ ὅποια ἀπάνου ὀνόματα,

καὶ ἀπ’ ὅποιο ἀπάνου ἀγώνα,

μιὰ ὑψῶστε, μιὰ κορώνα

καὶ βλέπετε ἴσα ἐκεῖ.

 

Γνῶμες, καρδιές, ὅσοι Ἕλληνες,

ὅ,τι εἶστε, μὴν ξεχνᾶτε,

δὲν εἶστε ἀπὸ τὰ χέρια σας

μονάχα, ὄχι. Χρωστᾶτε

καὶ σὲ ὅσους ἦρθαν, πέρασαν,

θὰ ‘ρθοῦνε, θὰ περάσουν.

Κριτές, θὰ μᾶς δικάσουν

οἱ ἀγέννητοι, οἱ νεκροί.

 

Κόκκαλα πάτρια μέσα μας

θαφτά, ἱερά, μαζί μας

καὶ ὅπου σεισμοὶ μᾶς τίναξαν

οἱ ἐφέστιοι πάντα θεοί μας.

Πολίτες ἄς τὴ χτίσουμε

καὶ ὁπλίτες ἐδῶ καὶ ὅλοι

τοῦ ὀνείρου ἐδῶ τὴν Πόλη

μὲ τὴν Ἁγιὰ Σοφιά.

 

Ἡ λειτουργία δὲν τέλειωσε

κομμένη· γιὰ τὸ τέρμα

κι ἄν ξαναρχίσῃ, ἀτέλειωτη

ξανά θὰ βρῇ τὸ γέρμα,

γιὰ νὰ προσμένουμε ἄγρυπνοι

στὴ νύχτα νὰ προβάλῃ

τοῦ ὄρθρου τὸ γέλιο πάλι

ποὺ προμηνάει τὸ φῶς.»

1925.

(Πηγή: Κ. Παλαμᾶ, Ἅπαντα, Τόμος Θ΄. Β΄ ΕΚΔΟΣΗ, ΓΚΟΒΟΣΤΗΣ)

 

 

-Δ. Σολωμός, “Η Ελληνίδα μητέρα”

 «Κρέμεται το σπαθί κοντά στην κούνια σου, καλό μου, αλλά το χέρι δεν είναι που το ‘σφιγγε στη νίκη.

Μακρύς ο λάκκος π’ άνοιξε και κλει το γίγαντά μου.

Κάμπους, βουνά, χωρίς αυτόν μάχης καπνοί σκεπάζουν.

.

αλλ’ αυτό τώρα που κουνώ τ’ αμέριμνο κορμάκι

αύριο θα γίνει δύναμη που ο λογισμός κινάει,

και στήθι αντρίκειο θα σταθεί στες σαϊτιές της μοίρας.

Βρέχει τα βέλη της αυτή στα ύψη των ανδρείων,

που εκεί στημένοι στερεοί λάμπουν στη μάχη θείοι.

.

Χαρές και πλούτη να χαθούν, και τα βασίλεια, κι όλα,

τίποτε δεν είναι, αν στητή μέν’ η ψυχή κι ολόρθη.

Όλα τα ερείπια γύρω της κοιτά χαμογελώντας,

κι ανθοί σ’ αυτά, παντού κι αργά, βλασταίνουν ως τον τάφο.

φυτρώνει και στο σκότος του του Παραδείσου τ’ άνθι.

.

Του κόρφου συ, της αγκαλιάς αγαπημένο βάρος,

σπούδαξε, μην αργοπορείς βάρος να γίνεις τρόμου

εκεί που οι χείμαρροι του εχθρού τρομαχτικά βρυχίζουν.

Αλλά το χέρι σου ζωστό πλια στο λαιμό μου γύρω

δε θα ‘ναι τότε, αλλά σ’ αυτό τ’ ολεθροφόρο ξίφος.

.

Της Μοίρας έτσ’ οι δύναμες, όσο τρανές κι αν είναι,

κι αν πέσεις συ στον πόλεμο, μένουν εκείνες, όπως

της κούνιας τα κινήματα που τώρα σε κοιμίζουν.

Μεγάλωσε, μεγάλωσε, μη δίχως μάνα μείνεις.

Θα ζώσει εκείνη το σπαθί μες στο βυζί αποκάτου,

κι εμπρός ! σημαία και σπαθί, ψυχή, ψυχή, και νίκη !

.

Την ψυχή μέσα μου γρικώ του ποθητού πατρός σου,

και χίλιες, χίλιες γύρω μου ξαστράφτουν Αμαζόνες.

Άντρες, γυναίκες είν’, κανείς δε θα ρωτά στη μάχη.

Κοίτα τους λάκκους ! – αλλά τι μπορείς συ να κοιτάξεις;

.

Άπειρους λάκκους, άπειρους γεμίζουν οι νεκροί μας.

πέφτουμ’ εμείς, το έργο μας για την πατρίδα μένει,

και σ’ όλα ζει τα στήθη μας τούτ’ η πνοή και μόνη,

που φλόγα γίνεται φριχτή καθολικού πολέμου,

που κάθε γη και θάλασσα παντού περιλαβαίνει,

που ζώνει εσέ και σκίρτημα και της κουνιάς σου δίνει.

.

Σκίρτα, κουνιά, μ’ ευχή χαράς για το καλό που θα ‘ρθει !

Γλυκά κι η τύχη μού γελά, γιατί η στιγμή ‘ναι τούτη

που τ’ ακριβά σου βλέφαρα σηκώνονται κι αφήνουν

το χαμογέλιο της ματιάς να λάμψει, σ’ όλα τ’ άλλα

αβέβαιο και τρεμάμενο, αλλ’ όχι και σ’ εμένα.

.

Έλα σ’ εμέ, των σπλάχνων μου γλυκό βλαστάρι. θέλω

για μια στιγμή γοργά ‘π’ αυτό το σπίτι να μακρύνω.

θέλω το μέτωπ’ ο καπνός της μάχης να σου ‘γγίξει,

πλατιά το στήθος σου, βαθιά, να πνέξει ολέθρου φλόγα.

(«Νεοελληνικά Αναγνώσματα Β΄ Λυκείου»,Ο.Ε.Δ.Β., Αθήνα 1978)

 

 

-Βίκτωρ Ουγκώ, «Το Ελληνόπουλο»

«Τούρκοι διαβήκαν. Χαλασμός, θάνατος πέρα ως πέρα.
Η Χίο, τα’ όμορφο νησί, μαύρη απομένει ξέρα,
με τα κρασιά, με τα δεντρά
τ’ αρχοντονήσι, που βουνά και σπίτια και λαγκάδια
και στο χορό τις λυγερές καμιά φορά τα βράδια
καθρέφτιζε μεσ’ τα νερά.

Ερμιά παντού. Μα κοίταξε κι απάνου εκεί στο βράχο,
στου κάστρου τα χαλάσματα κάποιο παιδί μονάχο
κάθεται, σκύβει θλιβερά
το κεφαλάκι στήριγμα και σκέπη του απομένει
μόνο μιαν άσπρη αγράμπελη σαν αυτό ξεχασμένη
μεσ’ την αφάνταστη φθορά.

Φτωχό παιδί, που κάθεσαι ξυπόλυτο στις ράχες
για να μην κλαις λυπητερά, τ’ ήθελες τάχα να ‘χες
για να τα ιδώ τα θαλασσά
ματάκια σου ν’ αστράψουνε, να ξαστερώσουν πάλι
και να σηκώσεις χαρωπά σαν πρώτα το κεφάλι
με τα μαλλάκια τα χρυσά;

Τι θέλεις άτυχο παιδί, τι θέλεις να σου δώσω
για να τα πλέξης ξέγνοιαστα, για να τα καμαρώσω
ριχτά στους ώμους σου πλατιά
μαλλάκια που του ψαλιδιού δεν τάχει αγγίξει η κόψη
και σκόρπια στη δροσάτη σου τριγύρω γέρνουν όψη
και σαν την κλαίουσα την ιτιά;

Σαν τι μπορούσε να σου διώξει τάχα το μαράζι;
Μήπως το κρίνο απ` το Ιράν, που του ματιού σου μοιάζει;
Μην ο καρπός απ’ το δεντρί
που μεσ’ στη μουσουλμανική παράδεισο φυτρώνει,
κ’ έν’ άλογο χρόνια εκατό κι αν πιλαλάει, Δεν σώνει
μεσ’ απ’ τον ίσκιο του να βγει;

Μη το πουλί που κελαηδάει στο δάσος νύκτα μέρα
και με τη γλύκα του περνάει και ντέφι και φλογέρα;
Τι θες κι απ’ όλα τα αγαθά
τούτα; Πες. Τα` άνθος, τον καρπό; Θες το πουλί;
-Διαβάτη,
μου κράζει το Ελληνόπουλο με το γαλάζιο μάτι:
Βόλια, μπαρούτι θέλω. Νά.»

(Γ. Π. Τζήκας, Σύγχρονη σχολική ανθολογία, Ατραπός)

 

 

-Ν. Εγγονόπουλος, «Μπολιβάρ, ένα ελληνικό ποίημα»

(απόσπασμα)

ΦΑΣΜΑ ΘΗΣΕΩΣ ΕΝ ΟΠΛΟΙΣ ΚΑΘΟΡΑΝ, ΠΡΟ
ΑΥΤΩΝ ΕΠΙ ΤΟΥΣ ΒΑΡΒΑΡΟΥΣ ΦΕΡΟΜΕΝΟΝ

Le cuer d’un home vaut tout l’or d’un païs

Για τους μεγάλους, για τους ελεύθερους,
για τους γενναίους, τους δυνατούς,
Αρμόζουν τα λόγια τα μεγάλα, τα ελεύθερα,
τα γενναία, τα δυνατά,
Γι’ αυτούς η απόλυτη υποταγή κάθε στοιχείου, η σιγή,
γι’ αυτούς τα δάκρυα, γι’ αυτούς οι φάροι,
κι οι κλάδοι ελιάς, και τα φανάρια
Όπου χοροπηδούνε με το λίκνισμα των καραβιών και
γράφουνε στους σκοτεινούς ορίζοντες των λιμανιών,
Γι’ αυτούς είναι τ’ άδεια βαρέλια που σωριαστήκανε στο
πιο στενό, πάλι του λιμανιού, σοκάκι,
Γι’ αυτούς οι κουλούρες τ’ άσπρα σκοινιά, κι οι αλυσίδες,
οι άγκυρες, τ’ άλλα μανόμετρα,
Μέσα στην εκνευριστικιάν οσμή του πετρελαίου,
Για ν’ αρματώσουνε καράβι, ν’ ανοιχτούν, να φύγουνε,
Όμοιοι με τραμ που ξεκινάει, άδειο κι ολόφωτο μέσ’ στη
νυχτερινή γαλήνη των μπαχτσέδων,
Μ’ ένα σκοπό του ταξειδιού: προς τ’ άστρα.

Γι’ αυτούς θα πω τα λόγια τα ωραία, που μου τα υπαγόρευσε
η Έμπνευσις,
Καθώς εφώλιασε μέσα στα βάθια του μυαλού μου όλο
συγκίνηση
Για τις μορφές, τις αυστηρές και τις υπέροχες, του
Οδυσσέα Ανδρούτσου και του Σίμωνος Μπολιβάρ.

Όμως για τώρα θα ψάλω μοναχά τον Σίμωνα, αφήνοντας
τον άλλο για κατάλληλο καιρό,
Αφήνοντάς τον για ναν τ’ αφιερώσω, σαν έρθ’ η ώρα,
ίσως το πιο ωραίο τραγούδι που έψαλα ποτέ,
Ίσως τ’ ωραιότερο τραγούδι που ποτές εψάλανε σ’ όλο τον κόσμο.
Κι αυτά όχι για τα ότι κι οι δυο τους υπήρξαν για τις
πατρίδες, και τα έθνη, και τα σύνολα,
κι άλλα παρόμοια, που δεν εμπνέουν,
Παρά γιατί σταθήκανε μέσ’ στους αιώνες, κι οι δυο τους,
μονάχοι πάντα, κι ελεύθεροι, μεγάλοι,
γενναίοι και δυνατοί.

Και τώρα ν’ απελπίζουμαι που ίσαμε σήμερα
δεν με κατάλαβε, δεν θέλησε, δε μπόρεσε να καταλάβη
τι λέω, κανείς;
Βέβαια την ίδια τύχη νάχουνε κι αυτά που λέω τώρα
για τον Μπολιβάρ, που θα πω αύριο για τον Ανδρούτσο;
Δεν είναι κι εύκολο, άλλωστε, να γίνουν τόσο γλήγορα
αντιληπτές μορφές της σημασίας τ’ Ανδρούτσου και του Μπολιβάρ,
Παρόμοια σύμβολα.
Αλλ’ ας περνούμε γρήγορα: προς Θεού, όχι συγκινήσεις,
κι υπερβολές, κι απελπισίες.
Αδιάφορο, η φωνή μου είτανε προωρισμένη μόνο για τους αιώνες.
(Στο μέλλον, το κοντινό, το μακρυνό, σε χρόνια, λίγα,
πολλά, ίσως από μεθαύριο, κι αντιμεθαύριο,
Ίσαμε την ώρα που θε ν’ αρχινίση η Γης να κυλάη
άδεια, κι άχρηστη, και νεκρή, στο στερέωμα,
Νέοι θα ξυπνάνε, με μαθηματικήν ακρίβεια, τις άγριες
νύχτες, πάνω στην κλίνη τους,
Να βρέχουνε με δάκρυα το προσκέφαλό τους,
αναλογιζόμενοι ποιος είμουν, σκεφτόμενοι
Πως υπήρξα κάποτες, τι λόγια είπα, τι ύμνους έψαλα.
Και τα θεόρατα κύματα, όπου ξεσπούνε κάθε βράδυ στα
εφτά της Ύδρας ακρογιάλια,
Κι οι άγριοι βράχοι, και το ψηλό βουνό που κατεβάζει τα δρολάπια,
Αέναα, ακούραστα, θε να βροντοφωνούνε τ’ όνομά μου.)

Ας επανέλθουμε όμως στον Σίμωνα Μπολιβάρ.

Μπολιβάρ! Όνομα από μέταλλο και ξύλο, είσουνα
ένα λουλούδι μέσ’ στους μπαχτσέδες της Νότιας Αμερικής.
Είχες όλη την ευγένεια των λουλουδιών μέσ’ στην καρδιά σου,
μέσ’ στα μαλλιά σου, μέσα στο βλέμμα σου.
Η χέρα σου είτανε μεγάλη σαν την καρδιά σου,
και σκορπούσε το καλό και το κακό.
Ροβόλαγες τα βουνά κι ετρέμαν τ’ άστρα, κατέβαινες
στους κάμπους, με τα χρυσά, τις επωμίδες,
όλα τα διακριτικά του βαθμού σου,
Με το ντουφέκι στον ώμο αναρτημένο, με τα στήθια
ξέσκεπα, με τις λαβωματιές γιομάτο το κορμί σου,
Κι εκαθόσουν ολόγυμνος σε πέτρα χαμηλή, στ’ ακροθαλάσσι,
Κι έρχονταν και σ’ έβαφαν με τις συνήθειες των πολεμιστών Ινδιάνων,
Μ’ ασβέστη, μισόνε άσπρο, μισό γαλάζιο, για να φαντάζης
σα ρημοκκλήσι σε περιγιάλι της Αττικής,
Σαν εκκλησιά στις γειτονιές των Ταταούλων,
ωσάν ανάχτορο σε πόλη της Μακεδονίας ερημική.

Μπολιβάρ! Είσουνα πραγματικότητα, και είσαι,
και τώρα, δεν είσαι όνειρο.
Όταν οι άγριοι κυνηγοί καρφώνουνε τους άγριους αετούς,
και τ’ άλλα άγρια πουλιά και ζώα,
Πάν’ απ’ τις ξύλινες τις πόρτες στ’ άγρια δάση,
Ξαναζής, και φωνάζεις, και δέρνεσαι,
Κι είσαι ο ίδιος εσύ το σφυρί, το καρφί, κι ο αητός.

Αν στα νησιά των κοραλλιών φυσούνε ανέμοι,
κι αναποδογυρίζουνε τα έρημα καΐκια,
Κι οι παπαγάλοι οργιάζουνε με τις φωνές σαν πέφτει
η μέρα, κι οι κήποι ειρηνεύουνε πνιγμένοι σ’ υγρασία,
Και στα ψηλά δεντρά κουρνιάζουν τα κοράκια,
Σκεφτήτε, κοντά στο κύμα, του καφφενείου τα σιδερένια τα τραπέζια,
Μέσ’ στη μαυρίλα πώς τα τρώει τ’ αγιάζι, και μακρυά
το φως π’ ανάβει, σβύνει, ξανανάβει, και γυρνάει πέρα δώθε,
Και ξημερώνει ― τι φριχτή αγωνία ― ύστερα από μια νύχτα
δίχως ύπνο,
Και το νερό δεν λέει τίποτε από τα μυστικά του.
Έτσ’ η ζωή.
Κι έρχετ’ ο ήλιος, και της προκυμαίας τα σπίτια, με
τις νησιώτικες καμάρες,
Βαμμένα ροζ, και πράσινα, μ’ άσπρα περβάζια
(η Νάξο, η Χίος),
Πώς ζουν! Πώς λάμπουνε σα διάφανες νεράιδες! Αυτός
ο Μπολιβάρ!
Μπολιβάρ! Κράζω τ’ όνομά σου ξαπλωμένος
στην κορφή του βουνού Έρε,
Την πιο ψηλή κορφή της νήσου Ύδρας.
Από δω η θέα εκτείνεται μαγευτική μέχρι των νήσων
του Σαρωνικού, τη Θήβα,
Μέχρι κει κάτω, πέρα απ’ τη Μονεβασιά, το τρανό
Μισίρι,
Αλλά και μέχρι του Παναμά, της Γκουατεμάλα, της
Νικαράγκουα, του Οντουράς, της Αϊτής,
του Σαν Ντομίγκο, της Βολιβίας,
της Κολομβίας, του Περού, της Βενεζουέλας,
της Χιλής, της Αργεντινής, της Βραζιλίας,
Ουρουγουάη, Παραγουάη, του Ισημερινού,
Ακόμη και του Μεξικού.
Μ’ ένα σκληρό λιθάρι χαράζω τ’ όνομά σου πάνω στην
πέτρα, νάρχουνται αργότερα οι ανθρώποι να προσκυνούν.
Τινάζονται σπίθες καθώς χαράζω ― έτσι είτανε, λεν, ο
Μπολιβάρ ― και παρακολουθώ
Το χέρι μου καθώς γράφει, λαμπρό μέσα στον ήλιο.

Είδες για πρώτη φορά το φως στο Καρακάς. Το φως το δικό σου,
Μπολιβάρ, γιατί ώς νάρθης η Νότια Αμερική
ολόκληρη είτανε βυθισμένη στα πικρά σκοτάδια.
Τ’ όνομά σου τώρα είναι δαυλός αναμμένος, που φωτίζει
την Αμερική, και τη Βόρεια και τη Νότια, και την οικουμένη!
Οι ποταμοί Αμαζόνιος και Ορινόκος πηγάζουν από τα μάτια σου.
Τα ψηλά βουνά έχουν τις ρίζες στο στέρνο σου,
Η οροσειρά των Άνδεων είναι η ραχοκοκκαλιά σου.
Στην κορφή της κεφαλής σου, παλληκαρά, τρέχουν
τ’ ανήμερα άτια και τ’ άγρια βόδια,
Ο πλούτος της Αργεντινής.
Πάνω στην κοιλιά σου εκτείνονται οι απέραντες φυτείες του καφφέ.

Σαν μιλάς, φοβεροί σεισμοί ρημάζουνε το παν,
Από τις επιβλητικές ερημιές της Παταγονίας
μέχρι τα πολύχρωμα νησιά,
Ηφαίστεια ξεπετιούνται στο Περού και ξερνάνε
στα ουράνια την οργή τους,
Σειούνται τα χώματα παντού και τρίζουν
τα εικονίσματα στην Καστοριά,
Τη σιωπηλή πόλη κοντά στη λίμνη.
Μπολιβάρ, είσαι ωραίος σαν Έλληνας….»

(Ν. Εγγονόπουλος, Ποιήματα, Ίκαρος)

 

 

-Fréderic Mistral, «Ο ελληνικός ύμνος»

(Μετάφραση: Κωστής Παλαμάς)

«Με την αυγή και η θάλασσα μενεξεδένια

λάμπει, και με το φως τα πάντα ξανανιώνουν.

Να η άνοιξη γυρίζει, να το χελιδόνι

στον Παρθενώνα ξαναχτίζει τη φωλιά του!

Πανίερη Αθηνά, τίναξε το πουλί σου

στ’ αμπέλια μας απάνω τα σαρακωμένα.

Κι αν πρέπει να πεθάνουμε για την Ελλάδα,

θεία είν’ η δάφνη! Μια φορά κανείς πεθαίνει.

 

Αγάλια αγάλια αποχρυσώνεται το κύμα,

να η άνοιξη γυρίζει, μεσ’ στα κορφοβούνια

του Προμηθέα τα σπλάχνα σκίζοντας ένα όρνιο

μεγάλο, ασάλευτο ξανοίγεται μακριάθε

για να διώξεις το μαύρο γύπα που σε τρώει,

αρμάτωσέ μας, νέε νησιώτη, το καράβι.

Κι αν πρέπει να πεθάνουμε για την Ελλάδα,

θεία είν’η δάφνη! Μια φορά κανείς πεθαίνει.

 

Τ’ ανάκρασμα τ΄ακούτε της αρχαίας Πυθείας;

«Νίκη στων ημιθέων τ’ αγγόνια!» Από τη ‘ Ιδη

ως της Νικαίας τ’ ακρογιάλια ξανανθίζουν

αιώνιες οι ελιές. Με τ’ άρματα στα χέρια

εμπρός! Τα ύψη των βουνών ας τ’ ανεβούμε,

τους Σαλαμίνικους αντίλαλους ξυπνώντας!

Αν πρέπει να πεθάνουμε για την Ελλάδα,

θεία είν΄η δάφνη! Μια φορά κανείς πεθαίνει.

 

Κ’ έλα, ετοιμάστε τα λευκά φορέματά σας,

αρραβωνιαστικές, για να στεφανωθήτε

στο γυρισμό τους ακριβούς σας μεσ’ στο λόγγο

γι’ αυτούς που σας γλυτώσανε κόφτε τη δάφνη.

Αγνάντια στη σκυφτή και ντροπιασμένη Ευρώπη,

ας πιούμε ξεχειλη τη δόξα παλληκάρια.

Κι αν πρέπει να πεθάνουμε για την Ελλάδα,

θεία είν’ η δάφνη! Μια φορά κανείς πεθαίνει.

 

Ό,τι έγινε μπορεί να ξαναγίνει, αδέρφια!

Στων πυρωμένων τούτων βράχων την λαμπάδα

με σάρκα θεία μπόρεσ’ ο άνθρωπος να νοιώση

το φωτερώτερο κι απ’ όλα τα όνειρά του.

Κι η χριστιανή ψυχή βωβή εκεί πέρα θα είναι;

Κ’ εμείς ενός κορμιού ξερόκλαδα εκεί πέρα;

Κι αν πρέπει να πεθάνουμε για την Ελλάδα,

θεία είν’ η δάφνη! Μια φορά κανείς πεθαίνει.

 

Το Μαραθώνιο πεζοδρόμο ακολουθώντας

κι αν πέσουμε, το χρέος μας έχουμε κάμει!

Και με το αίμα του προγόνου μας Λεωνίδα

το αίμα μας , θριαμβων αίμα, ταιριασμένο,

θα πορφυρώσει τον καρπό τον κοραλλένιο

και το σταφύλι το κρεμάμενο στο κλήμα.

Κι αν πρέπει να πεθάνουμε για την Ελλάδα,

θεία είναι η δάφνη! Μια φορά κανείς πεθαίνει.

 

Της ιστορίας μάς φέγγουν τρεις χιλιάδες χρόνια,

Ορθοί! Και πρόβαλε από τώρα το παλάτι

στον τόπο εκεί που λύθηκαν τα κακά μάγια,

κι ο φοίνικας ξαναγεννιέται από τη στάχτη.

Στις αμμουδιές της Μέκκας διώξε το ήλιε,

το μισοφέγγαρο μακριά απ΄τον ουρανό μας…

Αν πρέπει να πεθάνουμε για την Ελλάδα,

θεία είν΄η δάφνη! Μια φορά κανείς πεθαίνει.

(http://www.palmografos.com/permalink/16981.html)
(-Fréderic Mistral,βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας 1904)

 

 

-Βισουάβα Σιμπόρσκα, «ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΑΓΑΛΜΑ»

«Με τη βοήθεια των ανθρώπων και των άλλων στοιχείων
ο χρόνος δεν έκανε κακή δουλειά πάνω του.
Πρώτα απομάκρυνε τη μύτη, μετά τα γεννητικά όργανα,
στη συνέχεια, ένα προς ένα, τα δάχτυλα στα πόδια
και τα χέρια,
τον αριστερό μηρό, τον δεξιό,
τους ώμους, γοφούς, κεφάλι και γλουτούς,
και οτιδήποτε διασκορπίστηκε έχει από τότε
καταρρεύσει σε κομμάτια
σε μπάζα, χαλίκι και άμμο.

Όταν κάποιος ζωντανός πεθαίνει μ’ αυτό
τον τρόπο
το αίμα ρέει σε κάθε χτύπημα.

Όμως τα μαρμάρινα αγάλματα
πεθαίνουν λευκά
και όχι πάντοτε εντελώς.

Από το άγαλμα που συζητάμε μόνο
ο κορμός χρονοτριβεί
και μοιάζει με μιαν ανάσα συγκρατημένη
με μεγάλη προσπάθεια,
αφού τώρα πρέπει
να προσελκύσει στον εαυτό του
ακέραιη την χάρη και την βαρύτητα
απ’ αυτό που χάθηκε.

Και τα προσελκύει.

Και τα προσελκύει,
για την ώρα το κατορθώνει,
το κατορθώνει και καταυγάζει
καταυγάζει και διαρκεί.

Εδώ ο χρόνος δικαιούται κάποιο χειροκρότημα
αφού σταμάτησε το έργο του νωρίς
και άφησε ένα μέρος του γι’ αργότερα.»

(https://tapoiitika.wordpress.com/)

 

 

-Γ. Δροσίνης, «Χῶμα ἑλληνικό»

«Τώρα ποὺ θὰ φύγω καὶ θὰ πάω στὰ ξένα
καὶ θὰ ζοῦμε μῆνες, χρόνους χωρισμένοι,
ἄφησε νὰ πάρω κάτι κι ἀπὸ σένα,
γαλανὴ πατρίδα πολυαγαπημένη,
ἄφησε μαζί μου φυλαχτὸ νὰ πάρω
γιὰ τὴν κάθε λύπη κάθε τι κακό,
φυλαχτὸ ἀπὸ ἀρρώστια, φυλαχτὸ ἀπὸ Χάρο,
μόνο λίγο χῶμα, χῶμα ἑλληνικό.

Χῶμα δροσισμένο μὲ νυχτιᾶς ἀγέρι,
χῶμα βαφτισμένο μὲ βροχὴ τοῦ Μάη,
χῶμα μυρισμένο ἀπ᾿ τὸ καλοκαίρι,
χῶμα εὐλογημένο, χῶμα ποὺ γεννάει
μόνο μὲ τῆς Πούλιας τὴν οὐράνια χάρη,
μόνο μὲ τοῦ ἥλιου τὰ θερμὰ φιλιά,
τὸ μοσχάτο κλῆμα τὸ ξανθὸ σιτάρι,
τὴ χλωρὴ τὴ δάφνη, τὴν πικρὴν ἐλιά.

Χῶμα τιμημένο, ποὔχουν ἀνασκάψει
γιὰ νὰ θεμελιώσουν ἕναν Παρθενώνα,
χῶμα δοξασμένο, ποὔχουν ροδοβάψει
αἵματα στὸ Σούλι καὶ στὸ Μαραθώνα,
χῶμα πὄχει θάψει λείψαν᾿ ἁγιασμένα
ἀπ᾿ τὸ Μεσολόγγι κι ἀπὸ τὰ Ψαρὰ
χῶμα ποὺ θὰ φέρνει στὸν μικρὸν ἐμένα
θάρρος, περηφάνια, δόξα καὶ χαρά.

Θὲ νὰ σὲ κρεμάσω φυλαχτὸ στὰ στήθια,
κι ὅταν ἡ καρδιά μου φυλαχτὸ σὲ βάλει
ἀπὸ σὲ θὰ παίρνει δύναμη βοήθεια,
μὴν τὴν ξεπλανέψουν ἄλλα, ξένα κάλλη.
Ἡ δική σου ἡ χάρη θὰ μὲ δυναμώνει,
κι ὅπου κι ἂν γυρίσω, κι ὅπου κι ἂν σταθῶ
σὺ θὲ νὰ μοῦ δίνεις μιὰ λαχτάρα μόνη,
πότε στὴν Ἑλλάδα πίσω θὲ νὰ ῾ρθῶ.

Κι ἂν τὸ ριζικό μου -ἔρημο καὶ μαῦρο-
μοὔγραψε νὰ φύγω καὶ νὰ μὴ γυρίσω,
τὸ στερνὸ συχώριο εἰς ἐσένα θἄβρω,
τὸ στερνὸ φιλί μου θὲ νὰ σοῦ χαρίσω.
Ἔτσι κι ἂν σὲ ξένα χώματα πεθάνω,
καὶ τὸ ξένο μνῆμα θἆναι πιὸ γλυκὸ
σὰ θαφτεῖς μαζί μου στὴν καρδιά μου ἐπάνω,
χῶμα ἀγαπημένο, χῶμα ἑλληνικό.»

(http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/gewrgios_drosinhs)

 

Post Navigation