Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Archive for the category “Πες το με ποίηση”

Πες το με ποίηση (236ο): «ΣΥΓΓΝΩΜΗ-ΣΥΧΩΡΕΣΗ-METANOIA»…

Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας – Κορίτσια της συγνώμης

  1. Συχώρα με, γάπη μου,
    πο
    ζοσα πρν ν σ γνωρίσω…

ΤΑΣΟΣ  ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

 

 

2. Τ βράδυ χω βρε ναν ραο τρόπο ν κοιμμαι.
Το
ς συγχωρ ναν-ναν λους.

ΤΑΣΟΣ  ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

 

Σου ‘χω έτοιμη συγνώμη – Μανώλης Μητσιάς

 

3. ΖΗΤΩ ΣΥΓΓΝΩΜΗ  ΠΟΥ ΔΕΝ ΑΠΑΝΤΩ

 

 «Ζητώ συγνώμη που δεν απαντώ

Αλλά λάθος δικό μου δεν είναι

Που δεν αντιστοιχώ

Σ’ αυτόν που σε ’μένα αγαπάτε.

 

Ο καθένας μας είναι πολλοί

Εγώ είμαι αυτός που νομίζω πως είμαι.

Άλλοι με βλέπουν αλλιώς

Και πάλι λάθος κάνουν.

 

Μη με παίρνετε γι’ άλλον

Κι αφήστε με ήσυχο.

Αν εγώ δεν θέλω.

Να βρω τον εαυτό μου

Γιατί οι άλλοι για μένα να ψάχνουν;»

 

Φερνάντο Πεσσόα, Ποιήματα, Μετάφραση:  Γιάννης Σουλιώτης, Printa.

 

Γιώργος Νταλάρας- Συγγνώμη για την άμυνα

 

4. ΣΥΓΧΩΡΕΣΗ

 

Ποτέ μη ζητάς συγγνώμη γι’ αυτό που θέλησες να

κάνεις.

Συγγνώμη από γονείς που εγκαταλείπεις,

από φίλους που δεν θυμάσαι πια,

από «αγάπες» που δεν ξεδίψασες ποτέ,

από όνειρα που ποτέ δεν θα ερμηνεύσεις.

 

Μη μου ζητάς συγγνώμη.

Και μη μου ξαναλές τα ίδια.

Η αγάπη δεν θέλει θεωρίες κι αναλύσεις.

Απεχθάνεσαι το μπλα-μπλα

αλλά δεν κάνεις τίποτα άλλο.

Με ρώτησαν ποτέ τα μάτια σου για να τους πω;

Εγώ αυτό το λέω λιποταξία.

 

Τ’ αγρίμια δεν τάζουν στους ανθρώπους.

Φύγε.

 

Ιωάννα Λιούτσια: «Συνομιλίες σε Μη+», εκδ. Ars Poetica, 2013

 

 

5. Άτιτλο (Σα χορευτής που συγχωρεί…)

Σα χορευτής που συγχωρεί
το βήμα που τον πρόδωσε
σου γράφω.


Μαρία Αρχιμανδρίτου, Ευεξία χρωμάτων (1998)

 

***

 

6. ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΜΕΤΑΝΟΊΑΣ

 

Όταν του ζήτησε ο στρατιώτης Ακριβόπουλος

Γεώργιος, χωρίον Κέδρος Θεσσαλίας,

να γράψει για λογαριασμό του

γράμματα μετανοίας στο χωριό, τινάχτηκε.

 

Κι ο στρατιώτης Ακριβόπουλος Γεώργιος,

παλιός κατάδικος σε θάνατο, πρόωρα γερασμένος

από έξι χρόνια στο βουνό, με τη μισή του φαμελιά

ξεκληρισμένη, τού ’πε κλαίγοντας:

 

«Εσύ θα μπόραγες να τ’ αλαφρώσεις λίγο».

Τότε,

πρώτη φορά κατάλαβε

τι σήμαινε ήττα του κινήματος (1998γ [1963]: 19).

ΤΙΤΟΣ  ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ, Μαθητεία 1952-1962, εκδόσεις Πρίσμα 1978

 

***

 

7. Η ΣΥΓΝΩΜΗ

 

Η ελάχιστη συγνώμη μας

να στρώσουμε τα ποιήματά μας
πορφυρό χαλί
στις λεωφόρους του μέλλοντος

να διαβούν οι νέοι
με τα χέρια υψωμένα
σε γροθιές διεκδίκησης

με την ελπίδα να μεταλάβουν
τουλάχιστον αυτοί
την ύστατη δικαίωση

ΓΙΩΡΓΟΣ  ΔΟΥΑΤΖΗΣ– Κόκκινο ποίημα

 

***

8. ΜΕΤΑΘΑΝΑΤΙΑ ΣΥΓΓΝΩΜΗ

 

Δεν μπορέσαμε να ‘χομε ένα σπίτι

να το ζεσταίνει ο ήλιος

να το καλημερίζει

να το χτενίζει με χρυσές κλωστές,

όχι δεν μπορέσαμε!

 

Εγώ δεν μπόρεσα δηλαδή

να σου το προσφέρω

όσο ζούσες

κι ήταν αυτό βαθύτατο

παράπονό σου…

 

Τώρα, Ρίτα μου,

πάνω απ’ το μαρμάρινο ύπνο σου

ορμάει κάθε αυγή

—βασιλικό χρυσάφι—

και λάμπει το κάτασπρο κρεβάτι σου.

 

Ω, σε παρακαλώ,

σε ικετεύω, αν μ’ ακούς,

νιώσε το χάδι του στα κόκαλά σου όλα…

 

Μπορεί να ξαλαφρώσω λίγο έτσι

απ’ την ανεπανόρθωτη ευθύνη μου…

 

Νίκος Παππάς (Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Πολιτιστική, τ. 18, σελ. 36).

 

Δεν μετανιώνω, Μανώλης Λιδάκης ~ Σοφία Βόσσου

 

  1. ΓΙΑ ΤΙΠΟΤΑ ΔΕΝ ΜΕΤΑΝΙΩΝΩ

 

Εκκινώντας από τη γυναίκα που είμαι σήμερα,

πότε-πότε αναλογίζομαι

 εκείνες που θα μπορούσα να είχα γίνει—

 γυναίκες όλες πρώτης τάξης

 δραστήριες, καλές σύζυγοι,

 υπόδειγμα αρετής

 όπως θα ήθελε η μητέρα μου.

 

 

 

 

 10. ΓΙΑ ΤΙΠΟΤΑ ΔΕΝ ΜΕΤΑΝΙΩΝΩ

  

Εκκινώντας από τη γυναίκα που είμαι σήμερα,

πότε-πότε αναλογίζομαι

 εκείνες που θα μπορούσα να είχα γίνει—

 γυναίκες όλες πρώτης τάξης

 δραστήριες, καλές σύζυγοι,

 υπόδειγμα αρετής

 όπως θα ήθελε η μητέρα μου.

 

 Αγνοώ γιατί

 τη ζωή μου όλη πέρασα

 επαναστατώντας εναντίον τους.

 Μισώ τις απειλές τους στο κορμί μου.

 Την ενοχή που οι αναμάρτητες ζωές τους,

 σαν παράξενη γητειά,

 μου προκαλούνε.

 Απαρνούμαι τις ευεργετικές τους λειτουργίες:

 τα κλάματα κρυφά απ’ το σύζυγο,

 την ντροπή μπροστά στη γύμνια

 κάτω απ’ τα πλυμένα και σιδερωμένα εσώρουχα.

 Αυτές οι γυναίκες, ωστόσο,

με κοιτάζουνε μέσα απ’ τον καθρέφτη,

 το δάχτυλο της κατηγόριας τους σηκώνουν

 και, κάποτε, ενδίδω στο όλο επίκριση βλέμμα τους

 και επιδιώκω να κερδίσω την παγκόσμια αποδοχή,

 το «καλό κορίτσι» να ’μαι και η «γυναίκα η συνετή»

 η Τζοκόντα η αψεγάδιαστη.

 Αγωγή να επιδεικνύω κοσμιοτάτη,

 με το κόμμα, με το κράτος, τις φιλίες,

 την οικογένεια, τα παιδιά μου και όλα τα όντα

 που σε πλήθη κατοικούν αυτόν τον κόσμο το δικό μας.

 Μέσα σ’ αυτήν την αναπόφευκτη αντίφαση,

 ανάμεσα σ’ αυτό που θα ’πρεπε να είμαι και αυτό που είμαι,

 αμέτρητες έχω δώσει μάχες θνητές,

 μάχες με όλες τους παραταγμένες ώμο με ώμο εναντίον μου

 —εκείνες που μέσα μου διαμένουν

 προσπαθώντας να γίνουν εγώ—.

 παρακούοντας μητρικές εντολές,

 

 με πόνο και με βία ξεριζώνω

 τις γυναίκες μέσα μου

 που, από παιδί, κάνουν τα μάτια μου να γυρίζουν,

 αφού δεν χωράω στο άψογο καλούπι των ονείρων τους,

 αφού τολμώ να είμαι αυτή η τρελή,

 ατελής, τρωτή και απαλή,

 που ερωτεύεται σαν μια ψυχή που χρειάζεται

 δίκαιους λόγους, άντρες ωραίους

 και λέξεις όλο παιχνίδι.

 

 Γιατί, ενήλικη όντας, τόλμησα να ζήσω

 την απαγορευμένη παιδική ηλικία,

 και έρωτα έκανα πάνω σε γραφεία

 —εν ώρα εργασίας—

 σπάζοντας δεσμά απαραβίαστα

 και τόλμησα να ευχαριστηθώ

 ένα σώμα υγιές και αισθησιακό

 όπως μου το χάρισαν

 τα γονίδια των προγόνων μου.

 Κανέναν τους δεν κατηγορώ. Αντιθέτως τους ευχαριστώ για τα δώρα τους.

 Για τίποτα δεν μετανιώνω, όπως έλεγε η Εντίτ Πιαφ.

 Μα στις πηγές τις σκοτεινές όπου βυθίζομαι

 τα πρωινά, σαν ανοίγω τα μάτια,

 τα δάκρυα νιώθω να ανεβαίνουν—

 αυτές τις άλλες γυναίκες βλέπω να περιμένουνε στην είσοδο,

 καταδίκες πλέκοντας ενάντια στην ευτυχία μου.

 

 Αδείλιαστα καλά κορίτσια με κυκλώνουν

 χορεύοντας τα παιδικά τραγούδια τους ενάντια σε μένα:

 ενάντια σε αυτήν τη γυναίκα

 τη γινωμένη και δίκαια,

 τη γεμάτη,

αυτή τη γυναίκα με στήθια

 και λεκάνη φαρδιά,

 αυτήν που, ενάντια στη μητέρα μου και για χάρη της,

 είμαι και το απολαμβάνω.

GIOCONDA BELLI, μτφρ.  Έλενα Σταγκουράκη 

 

Edith Piaf – Non, Je ne regrette rien

 

 

11. ΟΤΑΝ ΜΕΤΑΝΙΩΣΟΥΝ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ

   Όταν μετανιώσουν οι άνθρωποι, θα είναι αργά; Όχι, δεν θα είναι αργά για να φορέσουμε την αλήθεια, και να ζήσουμε ξανά αρχίζοντας από την παιδική μας ηλικία. Αρκεί να μην την έχουμε καταστρέψει ολότελα την παιδική μας ηλικία, να μην έχουμε ξεχάσει πού την κρύψαμε. Αν συμβεί κάτι τέτοιο, τότε δεν χωράει ντροπή. Θα παρακαλέσουμε τα παιδιά να μας οδηγήσουν απ΄το χέρι. Σωτηρία υπάρχει πάντοτε.

30-10-1938 Γιώργος, Σαραντάρης

 

 

12. ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ


Απόσταγμα του εαυτού μου απόμεινα
μετάνοια μ’ εξαντλεί
όλο πιο λίγη δίχως ενοχές
στο πετραχήλι πάνω απ’ το κεφάλι μου
σταματημένες.


Το βάρος τους
έξω από μένα
με πιέζει πιο πολύ


κι
Πόντιος Πιλάτος
λίγους αιώνες πάρα πέρα
όλο να με παρατηρεί
τα χέρια πάντα νίπτοντας
και μεταθέτοντας ξανά
σε μένα την ευθύνη.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΣΙΔΗΡΑ

 

***

 

13. ΣΥΧΩΡΕΣΕ ΜΕ ΠΟΥ ΣΕ ΞΕΧΑΣΑ


Συγχώρεσε με που σε ξέχασα
τις νύχτες που με τύλιξε ο έρωτας στα ακριβά του
τα βελούδα
κι αν σε ξεχνώ και τώρα
παραδομένη στα χάδια μέρας χαλαρής
ευφρόσυνες στιγμές του βίου λίγες.

Βλέπεις εσύ είσαι για τα δύσκολα
για τα τραχιά
τα ερημικά
τη μοναξιά, το φόβο

πέτρα που κρύβεται ο λαγός
ο κυνηγός
να ξαστοχήσει.

Γιώτα Αργυροπούλου, Ποιήματα

 

***

 

14. συγγνώμη, συγχώρεσέ με

που δεν μπόρεσα να αντλήσω περισσότερα δάκρυα για εσένα

που δεν μουρμούρισα το όνομά σου με νοσταλγία

έστρεψα το πρόσωπό μου προς τη θέρμη των χεριών σου

δεν έχω άλλη αγάπη εκτός από εσένα, εσένα μόνο, και είμαι ο πρώτος από όσους σε αναζητούν

ASHRAF FAYADH, Μετ: Σάρα Θηλυκού
(από την μετάφραση στα αγγλικά της Mona Kareem)

 

Μη μου λες συγγνώμη, Πρωτοψάλτη-Διονυσίου

 

15. Η ΣΥΓΓΝΩΜΗ


Πολύ μίλησα για τον ήλιο σε τούτο τον κόσμο, πολύ
προσπάθησα να τον κάμω λόγο, να τον μοιράσω
σε εγκόλπια, να τον κλείσω στους κάλυκες
μικρών ποιημάτων, όπως βάζουνε τ’ άνθη
μέσα σε βάζα και τα τοποθετούν στους διαδρόμους
ή τα δωμάτια. Συχνά όμως έτυχε
να εισδύσουν σύννεφα στ’ αργαστήρι μου,
να μη βλέπω.


Αλλά
κανείς δεν υπήρξε όσο θα ‘θελε
δυνατός. Γι’ αυτό και μια μέρα
στις όχθες της Γαλιλαίας, κοιτάζοντας για ώρα
πολλή ο Ιησούς τον ήλιο, εσιώπησε, ενώ
τα πλήθη περίμεναν. Και στρέφοντας έπειτα
εμίλησεν άξαφνα για τη συγγνώμη
προς όλους εμάς τους ψαράδες του.

Νικηφόρος Βρεττάκος, Οδοιπορία, Ποιήματα 1967-1970 (1972)

 

 

 

16. ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ ΓΙΑ ΣΥΓΝΩΜΗ

 

Κριε!

Γετονα!

νοιξε γετονα!

ν τυχν κα παραπονθηκα

σ παρακαλ ν μ συγχωρσεις.

 

ν επα, ν κλαψα, ν ζτησα γπη,

ν χϊδεψα τν παιδιν μου τ χρια

σν κτι δικ μου,

ν δν στθηκα σο

περήφανος θπρεπε μσα στ γμνια μου,

ν επα στν λιο πς τποτα

δν το χρωστω

σ παρακαλ ν μ συγχωρσεις.

 

Κι ν θαρρες πς δν τ’ ξιζα

ξσας με ς τ’ πβραδο σν

τ πουλι πο περννε,

σν τ σννεφα τ’ ορανο

πο δν τ βρσκει τπγευμα,

σν τ χλη πο μαρανεται

κα δν τ θυμται

κανες πι τν δια.

 

Σβσε τ χνη μου. Σβσε τος στχους μου

πο σημαδεουν τ πρασμ μου. Δν τθελα.

ψυχ μου φουρτονιαζε κα ττες δν ριζα

τ χρι μου, Κριε! Κι ν

τυχν κα δν κρτησα

τν πνο σου μορφα

πνω στν μο μου,

ν τρκλισα κτω π’ τ βρος του,

ν λγισα,

ν φυγα, γετονα,

σ παρακαλ ν μ συγχωρσεις.

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ  ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ,  Ο ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ, 1957

 

 

*Η ανάρτηση είναι της καλής φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής!

Advertisements

Πες το με ποίηση (235ο): «Επίλογος – υστερόγραφο»…

 

1.Μανόλης Αναγνωστάκης, «ΕΠΙΛΟΓΟΣ»

 

«Οι στίχοι αυτοί μπορεί και να΄ναι οι τελευταίοι

Οι τελευταίοι στους τελευταίους που θα γραφτούν

Γιατί οι μελλούμενοι ποιητές δε ζούνε πια

Αυτοί που θα μιλούσανε πεθάναν όλοι νέοι

Τα θλιβερά τραγούδια τους γενήκανε πουλιά

Σε κάποιον άλλον ουρανό που λάμπει ξένος ήλιος

Γενήκαν άγριοι ποταμοί και τρέχουνε στη θάλασσα

Και τα νερά τους δεν μπορείς να ξεχωρίσεις

Στα θλιβερά τραγούδια τους φύτρωσε ένας λωτός

να γεννηθούμε στο χυμό του εμείς πιο νέοι.»

 

(Μ. Αναγνωστάκης, Τα ποιήματα, Νεφέλη»)

 

 

 

 

  1. Μανόλης Αναγνωστάκης, «ΕΠΙΛΟΓΟΣ»

 

Κι όχι αυταπάτες προπαντός.

Το πολύ – πολύ να τους εκλάβεις σα δυο θαμπούς

προβολείς μες την ομίχλη

Σαν ένα δελτάριο σε φίλους που λείπουν με τη μοναδική λέξη: ζω.

 

«Γιατί», όπως πολύ σωστά είπε κάποτε κι ο φίλος μου ο Τίτος,

«Κανένας στίχος σήμερα δεν κινητοποιεί τις μάζες

Κανένας στίχος σήμερα δεν ανατρέπει καθεστώτα»

 

Έστω.

Ανάπηρος, δείξε τα χέρια σου. Κρίνε, για να κριθείς.

 

(Μ. Αναγνωστάκης, Τα ποιήματα, Νεφέλη)

 

 

 

 

  1. Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου, «Επίλογος»

 

«Το παράθυρο ανοίχτηκε και πάλι

Η σιωπή της νύχτας μού ξαναθύμισε
κοιμισμένα πλακόστρωτα και περιβόλια
κι αυτή τη μουσική που κάνει τη σιωπή και κλαίει

Δεν ξέρω αν τα μαλλιά σου βουρκώνουν ακόμα
όπως στις νύχτες των περασμένων ανοίξεων
αν η ψυχή σου αρωματίζει πασχαλιές στα παλιά καλντερίμια

Μα τώρα που έχω ξεμάθει να ερωτεύομαι το πνεύμα σου
τι να σε κάνω πια…»

(http://www.poiein.gr/archives/2942/index.html)

 

 

 

 

  1. Νίκος Καρούζος, «Ῥομαντικὸς ἐπίλογος»

«Μὴ μὲ διαβάζετε ὅταν δὲν ἔχετε
παρακολουθήσει κηδεῖες ἀγνώστων
ἢ ἔστω μνημόσυνα.
Ὅταν δὲν ἔχετε
μαντέψει τὴ δύναμη
ποὺ κάνει τὴν ἀγάπη
ἐφάμιλλη τοῦ θανάτου.
Ὅταν δὲν ἀμολήσατε ἀϊτὸ τὴν Καθαρὴ Δευτέρα
χωρὶς νὰ τὸν βασανίζετε
τραβώντας ὁλοένα τὸ σπάγγο.
Ὅταν δὲν ξέρετε πότε μύριζε τὰ λουλούδια
ὁ Νοστράδαμος.
Ὅταν δὲν πήγατε τουλάχιστο μιὰ φορὰ
στὴν Ἀποκαθήλωση.
Ὅταν δὲν ξέρετε κανέναν ὑπερσυντέλικο.
Ἂν δὲν ἀγαπᾶτε τὰ ζῶα
καὶ μάλιστα τὶς νυφίτσες.
Ἂν δὲν ἀκοῦτε τοὺς κεραυνοὺς εὐχάριστα
ὁπουδήποτε.
Ὅταν δὲν ξέρετε πῶς ὁ ὡραῖος Modigliani
τρεῖς ἡ ὥρα τὴ νύχτα μεθυσμένος
χτυποῦσε βίαια τὴν πόρτα ἑνὸς φίλου του
γυρεύοντας τὰ ποιήματα τοῦ Βιγιὸν
κι ἄρχισε νὰ διαβάζει ὦρες δυνατὰ
ἐνοχλώντας τὸ σύμπαν.
Ὅταν λέτε τὴ φύση μητέρα μας καὶ ὄχι θεία μας
Ὅταν δὲν πίνετε χαρούμενα τὸ ἀθῶο νεράκι.
Ἂν δὲν καταλάβατε πῶς ἡ Ἀνθοῦσα
εἶναι μᾶλλον ἡ ἐποχή μας.
ΠΡΟΣΟΧΗ
ΧΡΩΜΑΤΑ
Μὴ μὲ διαβάζετε
ὅταν
ἔχετε
δίκιο.
Μὴ μὲ διαβάζετε ὅταν
δὲν ἤρθατε σὲ ρήξη μὲ τὸ σῶμα…
Ὥρα νὰ πηγαίνω
δὲν ἔχω ἄλλο στῆθος.»

(Ν. Καρούζος, Ποιήματα, εκδ. Ίκαρος)

 

 

 

 

  1. Τάσος Λειβαδίτης, «Ο επίλογος»

Κι αν έφτασα τόσο μακριά, ήταν για να μην ακούσω που δε μου αποκρίθηκαν
κι αχ, πλανήθηκα πολύ σε δρόμους, ακολουθώντας τούτο η εκείνο, κληρονόμος μιας ανεξήγητης ώρας: τότε που όλα θα εξηγηθούν,
χωρίς λόγια η και χωρίς να υπάρχουμε καν — όταν, τέλος, ξαναγύρισα η πόλη είχε λεηλατηθεί, τα βαγόνια αναποδογυρισμένα,
η εξέγερση ήταν πια παρελθόν κι όσοι απόμεναν όρθιοι πυροβολούσαν ακόμα
για ένα φτωχό έπαθλο στα υπαίθρια σκοπευτήρια
και το βράδυ «τι ώρα είναι;» ρωτάς, «οχτώ» σου απαντάνε,
με τέτοιες άθλιες βεβαιότητες ζούμε
και κανείς δεν είδε το έγκλημα — αφού το τέλειο έγκλημα έγινε
εκεί που δεν μπορεί πια τίποτα να συμβεί. Όμως εγώ υπήρξα ανυπόμονος
σαν κάποιον που ανοίγει την ομπρέλα του σε καιρούς ξηρασίας (ίσως γιατί δε θέλει να ξεχάσει),
ή κάποιον που ντύνεται γυναίκα για να πει ένα ψέμα ακόμα παιδικό —
μη μ’ αδικείτε, λοιπόν, αν έκλεισα τα μάτια, ήταν για να υπερασπίσω τον κόσμο
ή θυμόμουν τα χέρια της μητέρας καθώς έβαζαν τη σκούπα πίσω απ’ τη χαλαρωμένη πόρτα — στερεώνοντας ίσως κάτι πιο μακρινό,
ενώ το κοιμητήρι, αντίκρυ, θρόιζε απαλά, σαν το σύντομο επίλογο ενός μυστηρίου.

(Τάσος Λειβαδίτης, Τόμος 2 της τρίτομης έκδοσης του Κέδρου)

                                                                                

 

 

 

  1. Ν. Βρεττάκος, «Ἐπίλογος»»

«Θά περίμενες , θάλασσα, πρίν
ἐγκαταλείψω τήν ὄχθη σου, ν’ ἀκούσεις
τίς δυό τελευταῖες γκρίζες μου
λέξεις: «Καληνύχτα. Τετέλεσται».
Ὄχι, δέν θά τίς πῶ χωριστά
στό καθένα σας, ἀλλά σέ ὅλα μαζί.
Στόν ἄνθρωπο, θάλασσα, πού βάδιζε
πάνω σου, στόν ἥλιο, σέ σένα,
στά βουνά, στά λουλούδια, σέ ὅλον
ἐδῶ τόν φίλο μου Κόσμο.
Θ’ αποχαιρετίσω, αὔριο, μεθαύριο
δέν ξέρω, τήν Ποίηση μόνο. Γιατί
ἡ ποίηση ὑπήρξατε ὅλα μαζί.»

(http://nikiforosvrettakos.dspixel.com/index.php/poihmata/253-epilogos)

 

 

 

  1. Γιώργου Σεφέρη, «Υστερόγραφο»

«Αλλά έχουν μάτια κάτασπρα χωρίς ματόκλαδα
και τα χέρια τους είναι λιγνά σαν τα καλάμια.

Κύριε, όχι μ’ αυτούς. Γνώρισα
τη φωνή των παιδιών την αυγή
πάνω σε πράσινες πλαγιές ροβολώντας
χαρούμενα σαν μέλισσες και σαν
τις πεταλούδες, με τόσα χρώματα.
Κύριε, όχι μ’ αυτούς, η φωνή τους
δε βγαίνει καν από το στόμα τους.
Στέκεται εκεί κολλημένη σε κίτρινα δόντια.

Δική σου η θάλασσα κι ο αγέρας
μ’ ένα άστρο κρεμασμένο στο στερέωμα,
Κύριε, δεν ξέρουνε πως είμαστε
ό,τι μπορούμε να είμαστε
γιατρεύοντας τις πληγές μας με τα βότανα
που βρίσκουμε πάνω σε πράσινες πλαγιές,
όχι άλλες, τούτες τις πλαγιές κοντά μας·
πως ανασαίνουμε όπως μπορούμε ν’ ανασάνουμε
με μια μικρούλα δέηση κάθε πρωί
που βρίσκει τ’ ακρογιάλι ταξιδεύοντας
στα χάσματα της μνήμης —

Κύριε, όχι μ’ αυτούς. Ας γίνει αλλιώς το θέλημά σου.»

11 Σεπτέμβρη ’41

[πηγή: Γιώργος Σεφέρης, Ποιήματα, Ίκαρος, Αθήνα 1998, σ. 192]

 

 

 

 

  1. Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, «Ποιητικό Υστερόγραφο»

 

«Τα ποιήματα δεν μπορούν πια
να ‘ναι ωραία
αφού η αλήθεια έχει ασχημύνει.
Η πείρα είναι τώρα
το μόνο σώμα των ποιημάτων
κι όσο η πείρα πλουταίνει
τόσο το ποίημα τρέφεται και ίσως δυναμώσει.
Πονάν τα γόνατά μου
και την Ποίηση δεν μπορώ πια να προσκυνήσω,
μόνο τις έμπειρες πληγές μου
μπορώ να της χαρίσω.
Τα επίθετα μαράθηκαν
μόνο με τις φαντασιώσεις μου
μπορώ την Ποίηση να διανθίσω.
Όμως πάντα θα την υπηρετώ
όσο βέβαια εκείνη με θέλει
γιατί μόνο αυτή με κάνει λίγο να ξεχνώ
τον κλειστό ορίζοντα του μελλοντός μου.»

(https://www.aition-polixoros.gr/katerina-angelaki-rouk-2/)

 

 

 

  1. Κική Δημουλά, «Υστερόγραφο»

στη Μαρία Κυρτζάκη

 

«Νυχτερινή κι αργούσες

σκάβοντας κάθοδο

βαθιά στον εαυτό σου

μήπως κι ανακαλύψεις

άλλο πιο σπάνιο ψηφιδωτό

με παραστάσεις έξοχες

από τις κερδισμένες

μάχες που έδωσε

ο λόγος σου

δεινός πολεμιστής

 

Νυχτερινή κι αργούσες

να ξυπνήσεις το πρωί.

 

Αντίθετα, εγώ αφώτηγα ξυπνούσα

από φόβο μη μπερδέψω τους δύο ύπνους

αδελφούς εξ αγχιστείας

και κατά λάθος κοιμηθώ

με τον αιώνιο

 

Και σήμερα, περίεργο

νωρίς σε βρήκα ξυπνητή

μεταφερμένη ύποπτα

σε μιας εφημερίδας τη μικρή

υστερόγραφη φωτογραφία

Μαζί και το γραφείο σου

Φορούσες τα γυαλιά σου

 

Έπιασα τον σφυγμό σας· απών.

 

Ωστόσο εσύ ακόμα καθιστή

στην απορροφημένη στάση σου

να ψάχνεις άραγε πού χάθηκε

εκείνο το γενναίο

το άτεγκτα αλλιώτικο

υπέρτατο ποίημα

 

Στο όλον σου το άξιο

αφιερωμένο.

 

Το έγραψε η ποιήτρια φυγή σου

τηρώντας την ίδια ακριβώς

αθόρυβη δύναμη

που άσκησε απαράβατα

και η εν ζωή

γραφή σου.»

(https://www.oanagnostis.gr/kiki-dimoula-isterografo/)

 

 

 

 

  1. Χρίστος Ρουμελιωτάκης,, «ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ»

«Τώρα ο καθένας
ας απλώσει τη δική του τη θάλασσα
άλλη θάλασσα ας μη περιμένει
τώρα ο καθένας
ας ανοίξει τους δικούς του ασκούς
άλλος άνεμος δε θα υπάρξει
και πια τι να τις κάνουμε τις σάλπιγγες
τώρα που ο πόλεμος τελείωσε.»

(http://www.poiein.gr/2005/10/15/nssooio-nioiaeeuoueco-dhiethiaoa-adhu-oi-iyiio-aeiss/)

 

 

 

  1. Γιώργος Στογιαννίδης, «Υστερόγραφο»

«Τότε, σκέφτηκε να την πει καλοκαίρι.
Γιατί τα καλοκαίρια ανατέλλουν χαρούμενα
κι είναι έμπιστα και δροσερά.

Σε λογαριάζουν δικό τους
και βγάζουν το καπέλο τους
μόλις σε ιδούν.

Εγώ, δεν έχω καπέλο,
έχω όμως μια μικρή πέτρα
στο δάχτυλό μου
που με συγκινεί,
όπως ένα φωτισμένο παράθυρο.

Άκουσε,
αγαπώ τα πράσινα δέντρα
αγαπώ τα νερά σου
αγαπώ την ψυχή σου.
Γι΄αυτό βγαίνω τη νύχτα
να σε συναντήσω.
Κουβαλώ τα χαρακτηριστικά σου
παντού.
Οι άνθρωποι πρέπει να σε καταλαβαίνουν
όταν σηκώνουν το βλέμμα τους
και σ’ ανασαίνουν βαθειά.

Αλλιώς,
είναι πράγματα περιττά
οι ποιήσεις
και τα αισθήματα.»

(https://poiimata.com/)

 

Πες το με ποίηση (234ο): «Επίσκεψη»…

Ο Επισκέπτης – Σωκράτης Μάλαμας

 

 

  1. ΝΑ ΕΠΙΣΚΕΠΤΟΜΑΣΤΕ  ΤΟΥΣ  ΕΠΙΖΩΝΤΕΣ  ΠΟΙΗΤΕΣ

 

Να επισκεπτόμαστε τους επιζώντες ποιητές

αν μάλιστα τυχαίνει να μένουμε στην ίδια πόλη

να τους βλέπουμε πού και πού

γιατί εκεί που ζούμε ήσυχοι

βέβαιοι πως ζούνε κι αυτοί – ξεχασμένοι έστω –

εκεί έρχεται το μαντάτο τους.

 

Οι καλοί ποιητές μάς φεύγουνε μια μέρα

όχι γιατί πεθαίνουνε

από έμφραγμα ή από καρκίνο

αλλά γιατί φυτρώνουνε στα βλέφαρά τους

λουλούδια τρομερά.

 

Ανοίγουνε κιτάπια στην αρχή

πάνε μετά στον οφθαλμίατρο

ρωτάνε κηπουρούς βοτανολόγους

η επιστήμη σηκώνει τα χέρια ψηλά

λόγια φοβισμένα κι αόριστα

οι περαστικοί κι οι γείτονες σταυροκοπιούνται.

 

Έτσι σιγά σιγά οι ποιητές μαζεύονται

αποτραβιούνται σπίτι τους

ακούγοντας δίσκους παλιούς

γράφοντας λίγο

όλο και πιο λίγο

πράγματα μέτρια.

 

Στο μεταξύ μες στην κλεισούρα

τα τρομερά λουλούδια αρχίζουν να ξεραίνονται

και να κρεμάνε

κι οι ποιητές δε βγαίνουν πια

μήτε για τα τσιγάρα τους στο διπλανό περίπτερο.

 

Μόνο σκεβρώνουνε κοντά στο τζάκι

ζητώντας την απόκριση από τη φωτιά

που πάντα ξεπετάει στο τέλος μια της σπίθα

κι αυτή γαντζώνεται

στα ξεραμένα φύλλα πρώτα

ύστερα στα ξερά κλαριά

σ’ όλο το σώμα

και τότε λάμπει το σπίτι

λάμπει ο τόπος

για μια μόνο στιγμή

κι αποτεφρώνονται.

Γιάννης Βαρβέρης

 

 

***

 

  1. Η ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΤΟΥ ΦΙΛΟΥ

Μία μέρα που ο κύριος Φογκ

σκεφτότανε τι να ’γινε

το ημερολόγιό του

διέκρινε μια φιγούρα γνώριμη μα γερασμένη

να πλησιάζει εκεί στην πολυθρόνα του.

Στον ώμο του κουβαλούσε ένα καλάθι.

 

Ήταν ο μόνος φίλος του εκτός Λέσχης

την εποχή της Λέσχης, τότε.

− Καλέ μου Άγγελε, πώς ήρθες ως εδώ

τι κουβαλάς μες στο καλάθι;

− Ήρθα

για το χαμένο ημερολόγιο, Φογκ.

 

Μες στο καλάθι

είναι χιλιάδες χάρτινες βαρκούλες

που τόσα χρόνια μόνες έρχονταν

εκεί που τις περίμενα

στην αμμουδιά

σε μιαν ακτή

στο Ντόβερ.

 

Γιάννης Βαρβέρης, Ποιήματα, Τόμος Α΄, Ο κύριος Φογκ (α΄ εκδ. ύψιλον/βιβλία, 1993), 1975-1996», Κέδρος, 2013.

 

***

 

  1. ΕΠΙΣΚΕΨΗ

Πότε ασβέστωσες, Θεέ μου; Πότ’ έκοψες

αυτές τις μυρτιές; Πότ’ έπλυνες πάλι το κόκκινο τζάμι σου

και πέφτει ένα φως ρουμπινί από την άνοιξη

στης Μαρίας το μάγουλο;

 

………..Όλα

είναι σε τάξη. Κι εγώ που ανηφόρισα

το βουνό, δε μιλώ. Στο πεζούλι σου κάθομαι

και κοιτάζω τον κόσμο. Θα τον έκανα λέξεις

να τον έχτιζα πάλι, μα δεν έχω καιρό.

 

Με προσμένει πιο κάτω ο αγέρας, να φύγουμε.

Τη Μαρία περιμένω, ν’ ανοίξει την πόρτα,

να βγει μια στιγμή. Μου ‘χει τάξει

………..ένα αγριολούλουδο.

 

Νικηφόρος Βρεττάκος, Το βάθος του κόσμου (1961)

 

***

 

  1. ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ

 

Θ προτιμοσα ο φλοι μου πο ρχονται

ντ ν μο φρνουν, ν παρνουν.

Κατεβανοντας πειτα νας τους

Πσω π’ τν λλο π τοτον τ βρχο,

ν φεγουν κρατντας κι’ π ναν μικρ

μφορα μ λιο στ χρι τους.

 

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ  ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ,  «ΕΚΚΡΕΜΗΣ ΔΩΡΕΑ», 1986

 

  1. ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΣΤΟ  ΠΑΛΕΡΜΟ

λεξνδρα

τανε δο χρονν τ παιδ πο το επα:

«Κρταγ με καλ μ χαθ μς στ δσος».

Τ ματκια του μολεγαν: «Θ’ νατελει λιος».

Κ’ γ το παντοσα: «Κρταγ με καλ».

 

Τρα ψχνω τος δρμους ν βρ

τ’ χναρκια του· ν βρ τ γαζα

πο τοπεσε (βρεχε, τανε νχτα) ν βρ

τς μισς, τρυφερς κουβεντολες του.

 

Γιατ λιος ντειλε, πως τ επε,

κα ποηση χει νγκη π πργματα.

χει νγκη π λθεια τς γς

γι ν γνει πργμα ορνιο,

χρνος ατνομος.

 

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ  ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

 

***

 

  1. TEΛΟΣ ΕΠΙΣΚΕΨΕΩΝ

 

Μ’ άφησες πια.

Οι επισκέψεις σου αραίωσαν

ως το μηδέν.

Σκοτείνιασαν τα ρήματά σου,

το βλέμμα σου απανθρακωμένο,

το τακερό ως πριν.

 

Στρώνω τραπέζι,

τροχίζω το μολύβι

στην πέτρα της αναμονής,

καλό κρασί θερμαίνει το γυαλί,

τέλος παγώνει ορφανό.

 

Άργησες.

Καν δεν ήρθες.

Μάλλον θα το ‘νιωσες πώς πια

σε προσκαλεί η πεινασμένη ανάγκη

κι όχι η έφηβη αυτοπεποίθηση

πώς όλα λέξεις

και όλα ξαναγίνονται αποξαρχής.

Και στράφηκες αλλού

με τη φαρμακερή παραμυθία σου.

Δεν σου κρατώ κακία.

 

Έξω απ το πάθος πια,

όμορφα ηττημένος,

μετρώ τα πράγματα

με τη δικαιοσύνη της παραδοχής.

 

Έτσι ήταν γραμμένο

κι έτσι γράφτηκε.

Να μου δοθεί ως την εξάντληση

των λογισμών μου δέσποινα ανεξάντλητη.

 

Είμαστε τα ταξίδια που αρνηθήκαμε.

 

ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ ΠΑΝΤΕΛΗΣ, ΡΗΜΑΤΑ

 

***

 

  1. ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ

 

Ακούς βαριούς βηματισμούς πάνω στο χιόνι;

 

Οι σύντροφοι είναι

που επιστρέφουν

από το παγωμένο μέλλον

 

Ορέστης Αλεξάκης, Η λάμψη (1983)

 

 

***

 

  1. ΘΑ ΜΕ ΕΠΙΣΚΕΦΤΕΙΣ

 

Θά μέ πισκεφτες

πως πισκέπτονται στήν κλινική τόν ρρωστο

ο συγγενες

κάνοντας φασαρία μέ τά δρα τους

καί φέρνοντας τή ζωή π᾽ἒξω

 

ν ατός συνηθισμένος μέ τή σιωπή

νιώθει νήμπορος νά συνδεθε

κι ρχίζει νά κουράζεται

παρακαλώντας μέ τό βλέμμα του

νά μείνει μόνος

μόνος πως καί πρίν

νά τούς περιμένει

καί νά τούς φαντάζεται.

 

Χρίστος Λάσκαρης-Ποιήματα-Γαβριηλίδης

 

***

 

  1. Η ΕΠΙΣΚΕΨΗ

 

Ντυμένη στα λευκά

σα νοσοκόμα

 

που μπαίνει

και ακουμπά το χέρι στο μέτωπο −

αλλιώς δεν έχουμε ποίημα·

 

έχουμε τον άρρωστο που θα χειροτερεύει.

 

Χρίστος Λάσκαρης, «Δωμάτιο για έναν», Ποιήματα», δεύτερη έκδοση, Γαβριηλίδης, 2009

 

***

 

  1. ΕΠΙΣΚΕΨΗ

Μσ’ στ νχτα χτυπ τ κουδονι.

νογω τν πρτα. Βλπω μνο

τ κρσσια τς βροχς ν τρεμζουν

στ φς. Κι μως ξρω

εσαι σ πο προσμνεις θρητη

σ σκψη σ θμηση

ν σ καλσω ν μπες.

 

Κθεσαι στ παλι κθισμ σου

κι γ ντκρυ σου. σιωπ μου

συναντ τ σιωπ σου. πλνω

τ χρι κι γγζω τ’ ἀέρινο χρι σου

πο ριγε. Χαϊδεω τ μαλλι σου

κα μνει στ δχτυλ μου

τ νερ τς βροχς.

 

«Ξρεις…» Μλησες μο φνηκε;

λθεια, πς εν’ ο νχτες κε;

πιτρπονται ο συναντσεις στ νειρα;

Πς σ’ φησαν ο φρουρο ν κμεις

να ταξδι τσο μακριν;

ΓΙΩΡΓΗΣ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ, Στ’ κρωτήρια τς παρξης, Γαβριηλίδης 2003

 

***

 

  1. ΕΠΙΣΚΕΨΗ

 

Δεν θέλω να επισκεφθώ

Αυτό το φαινόμενο του θανάτου.

Όν λευκό που δοκιμάστηκε στον ύπνο.

Υπό τα προσωπεία αισθητικών αλλαγών.

Αφαίρεση των εννοιών του χρόνου.

 

Τώρα που εγώ διανύω τον επικίνδυνο

Εαυτό μου ως το μηδέν

Αν και του είχα υποσχεθεί τον κόσμο.

ΝΑΝΑ ΗΣΑΐΑ

 

 

 

Πες το με ποίηση (233ο): «Δίκιο – άδικο – δικαιοσύνη»…

 

-«Αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο …»

(Γιάννης Ρίτσος)

 

 

 

-«Από την πληγή μου κοίταξα / του κόσμου την πληγή

Ξένη απ’ τον άνθρωπο η χαρά / Ξένοι απ’ το δίκιο οι νόμοι».

(Γ. Ρίτσος)

 

 

-«…Ἂν τὸ δίκιο θές, καλέ μου,
μὲ τὸ δίκιο τοῦ πολέμου
θὰ τὸ βρῇς. Ὅπου ποθεῖ
λευτεριά, παίρνει σπαθί….»

(Κ. Βάρναλης από την «Μπαλάντα του κυρ-Μέντιου»)

 

 

 

-«Όποιος πετάει το δίκιο του στο δρόμο , αφήνει το δίκιο του άδικο να γίνει.»

 (Mπέρτολτ Μπρέχτ)

 

 

 

-«…Μη με διαβάζετε
όταν
έχετε
δίκιο.
Μη με διαβάζετε όταν
δεν ήρθατε σε ρήξη με το σώμα…
Ώρα να πηγαίνω
δεν έχω άλλο στήθος.»

(Ν. Καρούζος)

 

 

 

-Κ. Βάρναλης, «Για λευτεριά και δίκιο»

«Μόχθους, βάσανα και πόνους μάστιγας, σφαγάς και φόνους»
ΡΗΓΑΣ ΦΕΡΑΙΟΣ

«Και πάλι στον αγώνα σκοτωμένοι,
αλλ’ όχι νικημένοι. Η φλόγα μένει
κατάκορφα σε στήθια και σε νου,
στα πέρατα της γης και τ’ ουρανού.

Άχαρα νιάτα, αγέλαστα· και γέρα
σ’ ατέλειωτη σκλαβιά χωρίς αγέρα!
Στον τοίχο αλυσωμένοι το σκεβρό
τρέχουν οι σκλάβοι πριν απ’ τον καιρό.

Μαχαίρι στο λαό, φωτιά, κρεμάλα
ή περασμένοι αραδαριά με μπάλα!
Τα θύματα βουνό και στην κορφή,
ξένοι, ντόπιοι φονιάδες αδερφοί!

Και πάλι σκοτωμένοι στον αγώνα—
για λευτεριά και δίκιο στον αιώνα!
Απ’ τη λάσπη του αιμάτου νά! Παλεύει
ο Γήλιος στα μεσούρανα ν’ ανέβει.»

(Κ. Βάρναλης, Ποιητικά, Κέδρος)

 

 

 

-Χ. Λ. Μπόρχες, «Οι δίκαιοι»   

 «Κάποιος που καλλιεργεί τον κήπο του όπως θα ήθελε ο Βολταίρος.
Κάποιος που νιώθει ευγνωμοσύνη γιατί στον κόσμο υπάρχει η μουσική.
Αυτός που ανακαλύπτει με χαρά μια ετυμολογία.
Δύο πελάτες που σε κάποιο καφενείο παίζουν το σιωπηλό τους σκάκι.
Ο πηλοπλάστης που προκαθορίζει ένα σχήμα ή ένα χρώμα.
Ο στοιχειοθέτης που στήνει όμορφα τούτο το κείμενο και που ίσως δεν τ’ αρέσει.
Μια γυναίκα κι ένας άντρας που διαβάζουν μαζί τις τελευταίες στροφές ενός ποιήματος.
Κάποιος χαϊδεύοντας ένα ζωάκι που κοιμάται.
Κείνος που συγχωρεί ή θέλει να συγχωρέσει το κακό που του ’γινε.
Κάποιος που νιώθει ευγνωμοσύνη γιατί σ’ αυτόν τον κόσμο έζησε ο Στήβενσον.
Κάποιος που προτιμά να ’χουν δίκιο οι άλλοι.
Οι άνθρωποι αυτοί, που μεταξύ τους δεν γνωρίζονται, έχουν σώσει τον κόσμο.»

(http://frear.gr/?p=10069)

 

 

 

-Σοφίας Σκλείδα, «Δίκαιο της πυγμής»

 

«Δεν φυλακίζονται οι σκέψεις

Δραπετεύουν διαρκώς από το ερημητήριό τους

Άλλοτε σκωπτικά επισκέπτονται όσους ταλανίζουν εγωιστικά την ύπαρξή τους

Και άλλες με στωικότητα ενδυναμώνουν λιγόψυχες και ακέραιες συνειδήσεις

Όλες επιστρέφουν τροπαιοφόρες

Οι μεν για την τόνωση της ματαιοδοξίας και της έπαρσης

Οι δε για την θαυματουργική επενέργεια της αυτοταπείνωσης σε ζωντανή σύνδεση με την

εξέχουσα ηθική

Οργουελικά πρότυπα κυοφορούν

κλώνους διάβρωσης της ατομικότητας, των κοινωνικών μας αξιών και της πατρογονικής μας

κληρονομιάς

Και η «ισορροπία του τρόμου» καλά κρατεί…»

(http://fractalart.gr/dikaio-tis-pygmis/)

 

 

 

-Μπέρτολτ Μπρεχτ: «Δίκαια κυνηγημένος»

Σαν πλουσιόπαιδο μεγάλωσα.
Οι γονείς μου κολάρο
μου φόρεσαν, μ’ έμαθαν
υπηρέτες να ‘χω και μου διδάξανε την τέχνη να δίνω διαταγές. Όταν
μεγάλωσα όμως, κι ολόγυρά μου κοίταξα,
δε μ’ άρεσαν οι άνθρωποι της τάξης μου,
ούτε να διατάζω και να μ’ υπηρετούν.
Τότε, την τάξη μου απαρνήθηκα και για συντρόφους πήρα
τους ταπεινούς ανθρώπους.

Έτσι
οι γονείς μου έναν προδότη ανάστησαν, του μάθανε
όλα τους τα κόλπα, κι αυτός
τα μαρτυράει στους εχθρούς τους.

Ναι, κάνω βούκινο τα μυστικά τους. Στέκομαι
στον απλό λαόν ανάμεσα, και του εξηγώ
πως τονε κοροϊδεύουν. Και προμαντεύω τι θα γίνει, γιατί
ξέρω καλά τα σχέδιά τους
(χαμένη δεν πήγε δα η εκπαίδευσή μου)
Τα Λατινικά του πουλημένου τους παπαδαριού
τα μεταφράζω λέξη – λέξη στην απλή τη γλώσσα, και
τότε βλέπεις μονομιάς τι κουραφέξαλα είναι. Κατεβάζω
τη ζυγαριά της Δικαιοσύνης τους και δείχνω
πως είναι κάλπικα τα ζύγια της. Και οι χαφιέδες τους τρέχουνε
και τους λένε
πως κάθομαι μαζί με τους κατατρεγμένους
που ετοιμάζουν επανάσταση.

Να φρονιμέψω, μου μήνυσαν. Και μου πήραν
ό,τι με τη δουλειά μου είχα κερδίσει. Κι επειδή μυαλό δεν έβαλα,
με κυνήγησαν, ψάξανε το σπίτι μου, αλλά
δε βρήκανε
παρά χαρτιά, που ξεσκέπαζαν
τις συνωμοσίες τους ενάντια στο λαό. Τότε
ξαμόλυσαν εντάλματα
κατηγορώντας με πως έχω ιδέες χυδαίες, με άλλα λόγια:
τις ιδέες του «χυδαίου όχλου».

Όπου κι αν πάω, στιγματισμένος είμαι
στων δυνατών τα μάτια. Μα οι αδύναμοι
διαβάζουν τα εντάλματα και
άσυλο μου δίνουν λέγοντας:
«Εσένα, σε κυνηγάνε
για δίκαιο σκοπό».

 (Μπέρτολτ Μπρεχτ, Ποιήματα, σε μετάφραση Μάριου Πλωρίτη)

 

 

-«Παραπονεμένα λόγια έχουν τα τραγούδια μας

γιατί τ’ άδικο το ζούμε μέσα από την κούνια μας»

(Μ. Ελευθερίου)

 

 

 

-«…Όχι με λόγια, μ’ έργα τ’ Άδικο πολέμα!
Κι όχι μονάχος! Με τα πλήθη συνταιριάσου!
Τ’ άδικο μ’ αίμα θρέφεται! Πνίξε το με αίμα.

Κι άμα θα σπάσουν οι αλυσίδες τ’ αδερφού,
η λεφτεριά η δικιά του θα ναι λεφτεριά σου,
κι ανάγκη πια δε θα χεις κανενός Θεού.»

(Κ. Βάρναλης, από το “ΣΤΥΛΙΤΗΣ”)

 

 

-«Και τώρα δικαιοσύνη δεν βρίσκομεν από κανέναν∙ όλο δόλο κι απάτη»

(Μακρυγιάννης)

 

 

 

-«…Δίνω το χέρι στη δικαιοσύνη

Διάφανη κρήνη κορυφαία πηγή

Ο ουρανός μου είναι βαθύς κι ανάλλαχτος

Ό,τι αγαπώ γεννιέται αδιάκοπα

Ό,τι αγαπώ βρίσκεται στην αρχή του πάντα.»

 

(Ο. Ελύτης, Ήλιος ο πρώτος)

 

 

 

-«…Τώρα μπροστά σου ανοίγεται η δικαιοσύνη
Τα μελανά βουνά πλέουν στη λάμψη
Πόθοι ετοιμάζουν τον κρατήρα τους
Στην παιδεμένη χώρα της καρδιάς
Κι από το μόχθο της ελπίδας νέα γη ετοιμάζεται
Για να βαδίσει εκεί με αετούς και λάβαρα
Ένα πρωί γεμάτο ιριδισμούς
Η φυλή που ζωντανεύει τα όνειρα
Η φυλή που τραγουδάει στην αγκαλιά του ήλιου….»

 

(Ο. Ελύτης, «Ωδή στη Σαντορίνη»)

 

 

-Χριστόφορου Τριάντη, «Δικαιοσύνη»

 «Σκληρές είναι οι νύχτες στις πολιτείες

των ποιμένων

Αργεί η δικαιοσύνη

να περάσει τις στέγες των σπιτιών

Μα είναι πεπρωμένο του ουρανού

να γίνει η βασίλισσα της γης

Να! Στις ζωγραφιές των λαών

τη θέση της βρήκε

Μοιάζει με των αγίων τα πρόσωπα

στους πίνακες του Μπος

Σαν άνεμος από τον Βόσπορο

είναι τα πόδια της

Σαν φλόγα της Ανάστασης

η ματιά της

Η καρδιά της σαν σφυρί

σμιλεύει το παρόν

Τα χέρια της σαν δρεπάνια

τον κόσμο αγκαλιάζουν

Τα λόγια της τους ήρωες

ανασταίνουν

Η αλήθειά της

τους ποιητές ματώνει

Ποτάμι κόκκινο γίνεται

Και φως γεμίζει το άπειρο

μαζί με τον Ήλιο…»

(http://fractalart.gr/xristoforos-triantis-4/)

 

 

 

 

-Τίτος Πατρίκιος, «Οι δικαστές»

 

“Κι αντίκρυ μου κάθισαν οι δικαστές.

 Ο ένας πόρνος, μπεκρής και τετραπέρατος

κρυφά χλευάζοντας και φανερά δοξολογώντας

μιαν εξουσία που τον ξέρει και τον χρειάζεται.

 

Ο άλλος αδιάφορος για ό, τι δεν ήτανε δικό του

προσυπογράφοντας το καθετί που του ζητούσαν

φτάνει ν’ ακούει επαίνους για τις επιδόσεις του.

 

Ο άλλος στοχαστικός και λάγνος, πάντα υποταγμένος

στα όσα βαθιά ως τα σπλάχνα του μισούσε

με αντάλλαγμα το ελεύθερο της δίψας του.

 

Ο άλλος πονετικός χωριάτης, γκαρδιακός παραμυθάς

έτοιμος πάντα να ξεπλύνει το παλιό του κρίμα

προσκυνώντας τους νέους κάθε φορά ηγεμόνες.

 

Ο άλλος αδιάλλακτος, στάσιμος, μαραζωμένος

θρηνώντας σιωπηρά τα χαμένα χρόνια του

μισώντας όσους τον αφήναν πίσω…”

 

(https://efisoul63.wordpress.com/)

Πες το με ποίηση (232ο): «ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ – ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗ – ΑΧΑΡΙΣΤΙΑ»…

Μανώλης Μητσιάς ~ Είμαι καλά, ευχαριστώ

 

  1. ΤΟ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ

Εσύ δε θα μου πεις ευχαριστώ,
όπως δε λες ευχαριστώ στους χτύπους της καρδιάς σου
που σμιλεύουν το πρόσωπο της ζωής σου.

Όμως εγώ θα σου λέω ευχαριστώ
γιατί γνωρίζω τι σου οφείλω.

Αυτό το ευχαριστώ είναι το τραγούδι μου.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

 

***

 

  1. ΧΩΡΙΣ ΔΙΚΑΙΩΣΗ

Σ’ όλη του τη ζωή προσπάθησε, αγρύπνησε, ερεύνησε, εργάστηκε για να ετοιμάσει ένα μεγάλο ευχαριστώ. Και τώρα να μην έχει σε ποιόν να το πει.

Καρλόβασι. 20 VII 74 ΓΙΑΝΝΗΣ  ΡΙΤΣΟΣ

 

 

***

 

  1. ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ

    Ευχαριστώ τη μάνα μου
    που μ’ άνοιξεν ένα παράθυρο:
    να εκστασιάζομαι μπροστά στην αυγή,
    να θλίβομαι μπροστά στη δύση…

    Μάρκος Μέσκος, Πριν από τον θάνατο (1958)

 

 

 

Gracias a la vida, Μερσέντες Σόσα

 

 

  1. ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΤΗ ΖΩΗ


Ευχαριστώ τη ζωή που μου έδωσε τόσα πολλά,
μου έδωσε δυο μάτια κι όταν τα ανοίγω
μπορώ να ξεχωρίσω το μαύρο από το άσπρο
και τ’ αστέρια στον απέραντο ουρανό
και στο πλήθος, τον άντρα που αγαπώ

Ευχαριστώ τη ζωή που μου έδωσε τόσα πολλά,
μου έδωσε ήχους και την αλφαβήτα
και μ αυτά τις λέξεις για να σκεφτώ, να το φωνάξω
Μητέρα, φίλε, αδελφέ και ασίγαστη φλόγα,
ο δρόμος για την ψυχή αυτού που αγαπώ

Ευχαριστώ τη ζωή που μου έδωσε τόσα πολλά
μου έδωσε τον ήχο και μέσα στην μεγαλοσύνη του
καταγράφει, μέρα και νύχτα, τους γρύλους και τα καναρίνια
σφυριά, κινητήρες, γαυγίσματα σκύλων, καταιγίδες
και τη φωνή την τόσο τρυφερή αυτού που αγαπώ

Ευχαριστώ τη ζωή που μου έδωσε τόσα πολλά
μου έδωσε τα βήματα στα κουρασμένα μου πόδια
με αυτά περπάτησα μέσα από πόλεις κι’ από λάσπη,
ακρογιαλιές και έρημους. βουνά και πεδιάδες
και το σπίτι σου, το δρόμο και την αυλή σου.

Ευχαριστώ τη ζωή που μου έδωσε τόσα πολλά
Μου έδωσε το γέλιο, μου ‘δωσε το δάκρυ
κι έτσι ξεχωρίζω την καλή τύχη από την καταστροφή,
τα δυο υλικά που φτιάξανε το τραγούδι μου
και το τραγούδι το δικό σας που είναι και δικό μου

Ευχαριστώ τη ζωή που μου έδωσε τόσα πολλά

 

 

***

  1. ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗ

Εκείνη τη μέρα
γυρνώντας σπίτι
ευχαρίστησα κάθε δέντρο
ξεχωριστά
για την ύπαρξή του.

ΣΠΥΡΟΣ ΔΌΙΚΑΣ

 

 

 

  1. EYXΑΡΙΣΤΙΕΣ

    Χρωστάω τόσα πολλά
    σ’ αυτούς που δεν αγαπώ.

    Την ανακούφιση καθώς αποδέχομαι ότι είναι
    οι αγαπημένοι κάποιων άλλων.

    Τη χαρά ότι δεν είμαι εγώ
    ο λύκος για τα πρόβατά τους.

    Την γαλήνη που νιώθω,
    την ελευθερία μαζί τους
    κι αυτά είναι κάτι που η αγάπη
    δεν μπορεί ούτε να προσφέρει
    ούτε καταφέρνει να μειώσει.

    Δεν τους περιμένω
    από πόρτα σε παράθυρο.
    Καρτερική σαν ένα ηλιακό ρολόι
    καταλαβαίνω αυτά που δεν μπορεί
    να καταλάβει η αγάπη,
    συγχωρώ
    αυτά που δεν θα συγχωρούσε ποτέ.

    Από το ραντεβού στο γράμμα
    περνάνε μόλις λίγες μέρες ή εβδομάδες
    όχι μια αιωνιότητα.

    Τα ταξίδια μαζί τους είναι πάντοτε επιτυχημένα
    όπως και τα κοντσέρτα που ακούσαμε,
    οι καθεδρικοί ναοί που επισκεφθήκαμε,
    τα τοπία που ξεχωρίσαμε.

    Κι όταν μας χωρίζουν
    επτά βουνά και ποτάμια
    είναι τα βουνά και τα ποτάμια
    που τα εντοπίζουμε αμέσως απ’ τον χάρτη.

    Σ’ αυτούς οφείλεται το γεγονός
    ότι ζω σε τρεις διαστάσεις,
    σ’ ένα αντιλυρικό και αντιρητορικό διάστημα,
    μ’ έναν ορίζοντα πραγματικό γιατί μετακινείται.

    Οι ίδιοι δεν ξέρουν
    πόσα κρατάνε στα άδεια τους χέρια
    «Δεν τους χρωστάω τίποτα»
    θ’ απαντούσε η αγάπη
    στο σχετικό ανοιχτό ερώτημα.

ΒΙΣΛΑΒΑ ΣΙΜΠΟΡΣΚΑ, «Μια ποιητική διαδρομή», μτφρ. Βασίλης Καραβίτης.

 

 

ΜΑΝΟΣ ΞΥΔΟΥΣ-Σ’ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ

 

 

  1. ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗ

Ευγνωμοσύνη κάτω απ’ τον ήλιο μη ζητάς.
Κατάλαβέ το: οι πράξεις σου ενοχλούν,
ταράζουν τα βαλτόνερα,
και όσοι από χάρη [δηλ. Χάρη Βλαβιανό]
δεν γνωρίζουν
θέλουν ελεύθερα, χωρίς περισπασμούς,
μέσα στα κόπρανά τους να τσαλαβουτούν.


«Ακριβό του φίλο» με αποκαλούσε τότε
αυτός με το ευγενικό χαμόγελο
και τους αβρούς του τρόπους.
Τώρα με λοιδορεί και μ’ αποστρέφεται.

Κανείς δεν βρέθηκε τόση πίκρα να μου δώσει.

ΧΑΡΗΣ ΒΛΑΒΙΑΝΟΣ

 

***

  1. ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗ

 

Ω, τα μαλλιά σου…
καθώς τα χτένιζες, άπλωνε γύρω μας
ένα δασάκι λεμονιές.
Λέγαμε: «Τι τα θέλει αυτά, μέσα στις πέτρες
και τ΄αλάτι που σφίγγεται η ζωή μας.»
Όμως κρυφά σ΄ευγνωμονούσαμε.


Και τράβαγε η ματιά μας νικημένη

του λαιμού σου την απρόσιτη ανηφοριά
ώσπου χανότανε στα φωτεινά μαλλιά σου.


Κι όταν το βράδυ ανάβλυζαν απ΄ το λευκό σου μαξιλάρι
και πλημμυρίζαν τους γυμνούς σου ώμους
εμείς το νιώθαμε
από τη μοναξιά μας που λιγόστευε.

ΤΙΤΟΣ  ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ

 

Σ’ ευχαριστώ, σ’ ευχαριστώ – Σταύρος Ζώρας

 

 

  1. ΟΤΑΝ ΤΑ ΔΕΝΤΡΑ ΜΙΣΗΣΟΥΝ ΤΗΝ ΑΧΑΡΙΣΤΙΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ

Θα ‘ρθει μια μέρα που τα δέντρα θα μισήσουν την αχαριστία των ανθρώπων και θα σταματήσουν να παράγουν ίσκιο, θροΐσματα κι οξυγόνο. Θα πάρουνε τις ρίζες τους και θα φύγουν. Μεγάλες τρύπες θα μείνουνε στη γη εκεί που ήταν πριν τα δέντρα. Όταν οι άνθρωποι καταλάβουνε τι έχασαν, θα πάνε και θα κλάψουνε πικρά πάνω απ’ αυτές τις τρύπες. Πολλοί θα πέσουνε μέσα. Τα χώματα θα τους σκεπάσουν. Κανείς δεν θα φυτρώσει.

                                AΡΓΥΡΗΣ  ΧΙΟΝΗΣ

 

***

 

  • […] Κάποτε νόμιζα πως η ευγνωμοσύνη ήταν βαρύ φορτίο.

Τώρα ξέρω πως δίνει φτερά στην καρδιά.

Νομίζω πως οι αχάριστοι έχουν καρδιά και πόδια βαριά σαν μολύβι.

Μα, όταν δεις  και νιώσεις,

έστω λίγο,

έστω μόνο για μια στιγμή,

πόσο ωραίο πράγμα είναι η ευγνωμοσύνη,

τα πόδια σου δεν βουλιάζουν πια στην άμμο της θαλάσσης,

μια άγνωστη μέχρι τότε χαρά σού αποκαλύπτεται,

 

η χαρά να μετράς και να βρίσκεις πολλά˙

όχι όσα κατέχεις

αλλά όσα οφείλεις. […]

 

(– 28/5/1897

Oscar Wilde, Μια ζωή επιστολές, μτφρ. Γιώργος Μπλάνας, Ηλέκτρα, Αθήνα, 2005.)

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΓΓΕΛΑΚΑΣ-ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗ

 

 

  • ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗ

    Ξυπνάω σαν παιδί μες στη χαρά
    κι έχω σε όλους και σε όλα εμπιστοσύνη
    κι η μέρα μου κυλάει απαλά
    και το χαμόγελο απ’ τα χείλη μου δεν σβήνει

    Ό,τι κι αν γίνει, ό,τι κι αν γίνει
    μ’ ένα χαπάκι τόσο δα
    ξαναγεμίζει η καρδιά μου καλοσύνη
    Ευγνωμοσύνη, γιατρέ μου, ευγνωμοσύνη

    Έχω σε όλους και σε όλα εμπιστοσύνη
    έχω σε σένα και σε μένα εμπιστοσύνη
    σ’ αυτούς που κυβερνάνε τη ζωή μου
    σ’ αυτούς που προστατεύουν τη ψυχή μου

    Έχω σε όλους και σε όλα, μα σε όλα εμπιστοσύνη
    ό,τι κι αν γίνει, ό,τι κι αν γίνει
    μ’ ένα χαπάκι τόσο δα
    ξαναγεμίζει η καρδιά μου καλοσύνη
    Ευγνωμοσύνη, γιατρέ μου, ευγνωμοσύνη

ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΓΓΕΛΑΚΑΣ

 

***

  • ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗ

Χρωστώ
ένα μεγάλο “ευχαριστώ’
στις λέξεις.

Ας είναι καλά.
Έδωκαν στη ζωή μου νόημα.

ΧΡΗΣΤΟΣ ΛΑΣΚΑΡΗΣ, Απόγευμα προς βράδυ, Γαβριηλίδης 2007

 

 

***

 

 

  • ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ

    αχτίδες του ήλιου
    καθώς με το αεράκι παιχνιδίζετε
    στο πράσινο της φλαμουριάς
    κάτω από το μπαλκόνι μου
    μικρές απλές
    πολύτιμες στιγμές
    σκόρπιες εδώ κι εκεί

    ευχαριστώ
    για το γαλάζιο και το κόκκινο
    για το άγγιγμα
    το φως
    για ένα βιβλίο μια μουσική
    και μερικές γουλιές καφέ
    για τα γυμνά μου πέλματα στο χώμα

    ευχαριστώ που μου θυμίζετε
    πόσο κοινό και καθημερινό
    είναι στ’ αλήθεια το ανεκτίμητο

    μικρές απλές
    πολύτιμες στιγμές
    φωτεινά ίχνη ενός άγνωστου θεού

Τόλης Νικηφόρου, φλόγα απ’ τη στάχτη (2017)

 

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΨΑΡΙΑΝΟΣ: ΕΙΜΑΙ ΚΑΛΑ,  Σ’ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ

 

 

  • ΜΑΥΡΗ ΑΓΝΩΜΟΣΥΝΗ

Ακούστε κει! Να συκοφαντούν τους πολέμους!
Να τους λένε «σφαγεία» και «μακελειά».
Μα αν ήταν έτσι,
τότε γιατί τα νιάτα του κόσμου
μπαίνουν στη φωτιά τραγουδώντας
και με λουλούδια στο ντουφέκι;
Ε;

Στο Βιετνάμ, λέει, φούρνισαν μωρά.
Συκοφαντία! Αγνοούν ως φαίνεται γεωγραφία.
Δεν ξέρουν πως στους Τροπικούς
τα μωρά γεννιούνται μισοψημένα.

Αγνωμοσύνη… Μαύρη αγνωμοσύνη!
Πιο μαύρη κι απ΄ τη φυλή των Μπουρούμπου
που την άσπρισαν τ΄ «αέρια».
Κι αντίς για ευχαριστώ
μας λένε γενοκτόνους!
Αδικία!

Κανείς, κανείς δε σκέφτηκε
τη μαστιζόμενη τάξη των Βιομηχάνων
που θ΄ αναγκαστούν να ρίξουν την παραγωγή
και θα πετάξουν τόσους εργάτες στο δρόμο.
Αλλά ποιος ποτέ –σ΄ αυτόν τον κόσμο τον άδικο-
συλλογίστηκε τη μοίρα του εργάτη;

Μενέλαος Λουντέμης

 

Μαρινέλλα – Σ’ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ

 

  • ΑΥΤΟΙ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ ΔΕΝ

Αυτοί παιδί μου δεν
δεν σου χαρίζουν ούτε τη νύστα τους
όλο δεν και δεν και δέν-τρο δεν φύτεψαν τα χέρια τους
δεν χάιδεψαν σκυλί, γατί, πουλάκι πληγωμένο
γυναίκα άσχημη και στερημένη.


Aυτοί παιδί μου δεν
δεν δίνουν τ’ Αγγέλου τους νερό
δεν άκουσαν ποτέ
ανάκουστο κελαϊδισμό και λιποθυμισμένο
δεν έπιασαν με τα ρουθούνια τους
το άοσμο άνθος του θανάτου
δεν είδαν – κατάργησαν τα μάτια τους –
μια πιπεριά να γίνεται λιμπελούλα.


Aυτοί παιδί μου δεν
δεν ξέρουν, δεν αγαπούν
ξέρουνε μόνο ν’ απαιτούν
περισσότερα περισσότερα περισσότερα
περί-που έτσι γράφεται το μέλλον μας.

Μιχάλης Γκανάς,  Άψινθος, Μελάνι 2012

 

 

Πες το με ποίηση (231ο): «Χάνω – απώλεια»…

 

1.Μ. Αναγνωστάκης, «Χάθηκα»

«Χάθηκα,
Μέσα στους δρόμους που μ’ έδεσαν για πάντα
Μαζί με τα σοκάκια, μαζί με τα λιμάνια

Χάθηκα,
Γιατί δεν είχα τα φτερά και είχα εσένα Κατινιώ
Γιατ’ είχα όνειρα πολλά
Και το λιμάνι,
και το λιμάνι είναι μικρό
Γιατ’ ήμουν πάντα μόνος
Και θα `μαι πάντα μόνος.»

 

 

 

  1. «…έτυχε κι έχανα το νήμα
    της Αριάδνης δεν εξετυλίχθηκε ποτέ ως το τέλος

ποιος να συνεχίσει…»

(Ο. Ελύτης)

 

 

 

 

-3. «…η ποίηση ανέρχεται
άλλη μια φορά
χάνεται από την υπόστασή σου Έλληνα σκληροτράχηλε
να εμπνέεσαι άντε
Ad libitum.»

(Ο. Ελύτης)

 

 

 

 

 

-4. «Α, έχασα τις μέρες μου
αναζητώντας τη ζωή μου.»
(Τάσος Λειβαδίτης)

 

 

 

-5. «Aν έχασα τη ζωή μου είναι γιατί πάντα είχα μίαν άλλη ηλικία απ’ την αληθινή…

 …ώσπου ξημέρωνε

κι ερχότανε ένας καινούριος πόνος να με σώσει απ’ τον παλιό.

 …ζήσαμε με χαμένα όνειρα και σκοτωμένη μουσική…»

(Τάσος Λειβαδίτης)

 

 

 

 

-6. «Χάνομαι

αυτή την ώρα

προβάλλει αιωνιότητα το έρημο κλαδί

αν μένεις

ποιος

χάνεται

το

πρόσωπο μου

στο τζάμι που το σχίζουν οι στάλες της βροχής

χάνεται…»

(Ν. Καρούζος)

 

 

 

-7. «Χάθηκε αυτός ο οδοιπόρος.

Είχε συνάξει λίγα φύλλα

ένα κλαδί γεμάτο φως

είχε πονέσει.

Και τώρα χάθηκε…

Αγγίζοντας αληθινά πουλιά στο έρεβος

αγγίζει νέους ουρανούς

η προσευχή του μάχη.

Έαρ μικρό έαρ βαθύ έαρ συντετριμμένο.»

(Ν. Καρούζος)

 

 

 

-9. «Που έχασα τα Πάντα, Μ’ εμπόδισε
Να χάσω Πράγματα μικρότερα.
Αν δε φαινόταν κάτι μεγαλύτερο
Από την Εκτροπή ενός Κόσμου από έναν Άξονα
Ή από του Ήλιου τον αφανισμό
Τόσο μεγάλο δεν θα ήταν βέβαια
Που να σηκώσω εγώ το Βλέμμα απ’ τη δουλειά μου
Για περιέργεια.»


(Έμιλυ Ντίκινσον)

 

 

 

-10. Της Έμιλυ Ντίκινσον

«Που έχασα τα Πάντα, Μ’ εμπόδισε»
Να χάσω Πράγματα μικρότερα.
Αν δε φαινόταν κάτι μεγαλύτερο
Από την Εκτροπή ενός Κόσμου από έναν Άξονα
Ή από του Ήλιου τον αφανισμό
Τόσο μεγάλο δεν θα ήταν βέβαια
Που να σηκώσω εγώ το Βλέμμα απ’ τη δουλειά μου
Για περιέργεια.

(http://popaganda.gr/piima-995/)

 

 

– 11. Βύρων Λεοντάρης, «Μέσα στο Ποίημα σε Χάνω»

Μέσα στο ποίημα σε χάνω. Έξω από μένα
άλλη ομορφιά σε παίρνει, αγαπημένη.
Τι θα γίνω και τι με περιμένει
σε άδειες αισθήσεις και χωρίς εσένα

που είσαι για μένα ό,τι είμαι και που τώρα
δεν είσαι μυστικό και πια δεν είμαι ό,τι είμαι.
Τι να μου κάνουν νοσταλγίες και μνήμες;
Το απτό με αρνιέται αυτή την άχρονη ώρα

το απτό που ήταν η τρέλλα μου και το άγχος
α, όλα αυτά που γίναν τώρα στίχοι…
Τι άδοξα που έχασα το στοίχη-
μα ανάμεσα στο «υπάρχω — δεν υπάρχω».

Να χάνω όσα είχα το άντεχα• μα εσύ ήσουν
και όσα ποτέ δε γίναν και δεν είχα.
Αυτά, πώς να τα χάσω αυτά που ματαιωθήκαν ;
Σε άλλη ομορφιά θ’ αγιάζουνε μαζί σου

λόγια που αρνήθηκαν να ειπωθούνε
αγγίγματα που πήραν πίσω το αίνιγμά τους
σημάδια του έρωτα και του θανάτου
γραφές που γράφτηκαν για να σβηστούνε.

Μέσα στο ποίημα σε χάνω και δεν ξέρω
εσύ μου φεύγεις ή εγώ σου φεύγω ;
Πώς σκοτεινιάζω απ’ το δικό σου φέγγος . . .
Και δε με θέλω πια και δε με ξέρω.

Σε άλλη ομορφιά φριχτή και δίχως έλεος
θα ‘σαι για πάντα, έξω από μένα, ωραία ωραία
τόσο άδικα τόσο άσπλαχνα ωραία…
Και δε με ξέρω πια και δε με θέλω.

(Βύρων Λεοντάρης, Ψυχοστασία, Ύψιλον)

 

 

 

-12. Λούλα Αναγνωστάκη, «Χάθηκα μες τη ζωή μου, χάθηκες μες τη βροχή…»

«Αύγουστος… ήλιος στη παραλία…
Φεύγουν τα πλοία… σ’ άλλα νησιά…
Φεύγουν οι φίλοι… φεύγουν τα πλοία…
Μια ησυχία στην ερημιά…
Χάθηκα… χάθηκα μες’ τη ζωή μου…
Χάθηκες… χάθηκες μες’ τη βροχή…
Σβήσανε τα φώτα στη παραλία…
Ηρθ’ ο Σεπτέμβρης… ηρθ’ η βροχή…
Φεύγαν οι φίλοι… φεύγαν τα πλοία…
πήγε χαμένη η εκδρομή…
Χάθηκα… χάθηκα μεσ’ τη ζωή μου…
Χάθηκες… χάθηκες μεσ’ τη βροχή…»

(https://www.klik.gr/gr/el/stories/loula-anagnostaki-chathika-mes-ti-zoi-mou-chathikes-mes-ti-brochi-2-2/)

 

 

-13. Γιάννης Αγγελάκας, «Ο χαμένος τα παίρνει όλα»

«Γλένταγες στους ουρανούς
με ζάρια και χαρτιά
και ξάφνου στα σκοτάδια μας
γκρεμίστηκες με φόρα.

Τώρα κρυώνεις και πεινάς
μ’ άστο σε μας,
για σένα βράζει αυτή
η άδεια κατσαρόλα.

Μη δίνεις σημασία
που όλα γίναν βιαστικά
κι αν δεν πρόλαβες να πεις
δυο τρία λόγια.

Το ξες πως είναι κερδισμένος τελικά
όποιος χαμογελάει μπροστά στην καρμανιόλα.

Άπλωνες στα σύννεφα τη τσόχα και με μιας,
έναν αιώνα κέρδιζες ποντάροντας μια ώρα.

Τώρα θυμώνεις, ξεφυσάς κι όλο ρωτάς
που σταματάει αυτή η άγρια κατηφόρα.

Μη δίνεις σημασία
που όλα γίναν βιαστικά
κι αν δεν πρόλαβες να πεις
δυο τρία λόγια.

Το ξες πως είναι κερδισμένος τελικά
όποιος χαμογελάει μπροστά στην καρμανιόλα.

Δεν πειράζει που δε σου `ρθε η ζαριά
τζογάρισες στο όνειρο κι είσαι έτοιμος για όλα.
Το λέει κι ένα τραγούδι που μας μάθαιναν παλιά…
ο χαμένος τα παίρνει όλα.

Μη γκρινιάζεις που δε σου `ρθε η ζαριά
τζογάρισες στο όνειρο κι είσαι έτοιμος για όλα.
Το λέει κι ένα τραγούδι που μας μάθαιναν παλιά
ο χαμένος τα παίρνει όλα.

 

 

 

 

-14. Βασίλη Κουντζάκη, [Χάνομαι]

 

-«Χάνομαι ένα Σάββατο

στο κέντρο της πόλης

την ώρα που αφηρημένα κατεβαίνουν

τα ρολά των μαγαζιών

κι επικρατεί μια περίεργη βοή

την ώρα που τα παπούτσια σου

με χάρη ακουμπούν

τις πλάκες του πεζοδρομίου

στο γυρισμό για το σπίτι»

 

(http://fractalart.gr/vasilis-kountzakis/)

 

 

  

-15. Σωτήρης Παστάκας, «Προτού χάσω το κορμί μου»

 

«Προτού χάσω το κορμί μου

έχασα το μυαλό μου- Πάμε πάλι:

Πριν χάσω το μυαλό μου

Έχασα το κορμί μου- Απ’ την αρχή:

Έχασα το μυαλό μου.

Έχασα το κορμί μου.

Πάμε πάλι από την αρχή:

Έχασα το κορμί μου.

Έχασα το μυαλό μου

Σε χέρια που μια νύχτα

Μου πρότειναν τρεμάμενη σάρκα»

 

http://www.bibliotheque.gr/article/12089

 

 

 

 

-16. “…Ξύπνησα ένα απόγευμα

στο Σαντιάγο της Χιλής

με την αίσθηση πως έχασα

τη μέρα μου. Χάνονται

οι μέρες όμοια στο Ρεσίφε,

στο Βανκούβερ, στο Τόκυο,

όπως και στην Αδελαΐδα.

Αποφάσισα λοιπόν, από ’δω

κι ύστερα να χάνω

τις μέρες μου στην Αθήνα,

κι απ’ τους αντίποδες φώναξα

«προσεχώς Ελλάδα»…”

 

(Σωτήρης Παστάκας, από το ποίημα «ΑΠΟ ΤΟ ΣΑΝΤΙΑΓΟ ΤΗΣ ΧΙΛΗΣ»)

 

 

 

 

 

-17. Χρυσάνθης Καραούλη, ΧΑΜΕΝΑ ΔΗΜΗΤΡΙΑΤΙΚΑ

 «Κάποτε είχα έναν κήπο, ξεχωριστό και ζηλευτό

για Σε τον φύτευα θυμάμαι, για Σε τον κάθε του βολβό

με υπομονή το σκαλιστήρι, έδινε τόπο στη χαρά

κάθε ζιζάνιο αφαιρούσα, ν’ ανθοφορήσει η σπορά.

 

Οκτώβρης θα ‘ταν…σαν και τώρα, του Αη-Δημήτρη η εποχή

τότε ο κήπος μου γελούσε κι έσφυζε από ζωή

Χρυσάνθεμα απ’ άκρη σ’ άκρη, μοσχοβολούσε ο καιρός

τέρπονταν χρώματα, μαγείες, ο άλλος μου ο εαυτός.

 

Στο χάδι σου παραμιλούσε, το όνομά σου προσευχή

ένα ανεπαίσθητο σημάδι…. έμεινε πάνω στο λαιμό

δυο λόγια σκόρπια στον αέρα, μου ψιθυρίζαν «σ’ αγαπώ».

 

Πέρασαν χρόνια, μοιάζει ψέμα, τούτη η θλιβερή στιγμή

ο κήπος ξέφτισε, κουρέλια…στην πονεμένη του καρδιά

κι εγώ Χρυσάνθεμα δεν βρίσκω να σου χαρίσω σαν παλιά.»

 

(http://fractalart.gr/monaxika/)

 

 

 

 

 

-18. Ελένης Δεληβοριά, «Έχασα τη θάλασσα»

 

«Έχασα τη θάλασσα!

Την είχα δει μπροστά μου.

Το ορκίζομαι!

 

Μύρισα την αλμύρα της

Και μέθυσα γλυκά.

Έλαμψε το ατελείωτο γαλάζιο της

Και με κάλεσε.

 

Τα κύματα μου έγνεφαν

ξανά και ξανά.

Ο ήχος τους

δροσερό τραγούδι έφτανε στα αυτιά μου.

 

Κι εκεί που το πέλμα μου ακουμπούσε

το βελούδο της αμμουδιάς

Χάθηκε από μπροστά μου.

Στο ορκίζομαι!

 

Μου ξύπνησε όλες μου τις αισθήσεις

Κι ύστερα χάθηκε!

Έχασα τη θάλασσα σου λέω!

 

Και τώρα σαν το ψάρι

που ξεβράστηκε στην ακρογιαλιά

σιγά-σιγά πεθαίνω.»

(http://fractalart.gr/exasa-ti-thalassa/)

 

 

 

 

 

Πες το με ποίηση (230ο): «Ναι – Όχι»…

ΤΟ ΟΧΙ ΑΠΟΚΟΙΜΗΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΑΓΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΝΑΙ-ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ

  1. CHE FECE… IL GRAN  RIFIUTO

Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα
που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Όχι
να πούνε. Φανερώνεται αμέσως όποιος τόχει
έτοιμο μέσα του το Ναι, και λέγοντάς το πέρα

πηγαίνει στην τιμή και στην πεποίθησί του.
Ο αρνηθείς δεν μετανοιώνει. Aν ρωτιούνταν πάλι,
όχι θα ξαναέλεγε. Κι όμως τον καταβάλλει
εκείνο τ’ όχι — το σωστό —  εις όλην την ζωή του.

K.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ, Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984

 

***

 

  1. ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ ΚΑΙ ΚΑΤΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ

Μέσα υπάρχει το Όχι, έξω κοχλάζει το Ναι.
Πρωτόλειο βίωμα η εξωστρέφεια και η αρχάρια
στην αρχαιότητά της καθημερινότητα.
Καλός ο χειμώνας κι ας είναι πυροτέχνημα
το έαρ
καλή και η άνοιξη κι ας είναι μέγας πόθος
τα καύματα του θέρους
αγαθό καλοκαίρι κι ο ιώδης χυνόπωρος.
Να ξεμελαγχολήσεις.

ΝΙΚΟΣ  ΚΑΡΟΥΖΟΣ

 

***

 

3. ΜΑΝΤΑΝΤΑΓΙΟ (Όχι ακόμα)

Όχι, δεν είμ’ ακόμη έτοιμος
δε θα ‘μαι ίσως ποτέ

όσο υπάρχει το άρωμα
του γιασεμιού έξω στον κήπο
τα χελιδόνια στα σύρματα του τηλεφώνου.
Όσο θα πέφτει η βροχή λοξά στο τζάμι
και θ’ αφρίζει το κύμα της θάλασσας.
Όσο το πορτοκάλι θα μιμείται
τη σφαιρικότητα της γης κι η μέλισσα
θ’ ασπάζεται όλα τα λουλούδια στη σειρά.

Όσο η ματιά θ’ ανακαλύπτει άγνωστη γη
στις σελίδες ενός άκοπου βιβλίου
κι η ακοή θ’ ακολουθεί εκστατική
τις τρίλιες κάποιου αθώρητου βιολιού.

Όσο θα παίρνω καθημερινά
το μερτικό μου από τους θησαυρούς του κόσμου.

Γιώργης Μανουσάκης

 

 

***

 

4. ΝΑΙ, ΤΟ ΕΧΩ ΞΑΝΑΠΕΙ

 

κι όσο οι λέξεις θα με αφήνουν

ακόμα να μιλώ, θα το υπενθυμίζω

φωναχτά ότι οι λέξεις φταίνε

αν όχι για όλα

πάντως για τα αξεπέραστα

 

σκέψου τη λέξη «φεύγω»

πόσα «θα μείνω» γκρέμισε

και πόσα άλλα στοίχειωσαν

από τις λέξεις ξεχασμένα.

 

Ένοχες λέξεις δεν το συζητώ

ας μην επαναφέρω

τι αδικοχαμένα πήγανε εξαιτίας τους

χιλιάδες «σ’ αγαπώ»

τι λίγα που σωθήκανε σε μια φωτογραφία

 

κι αυτά δεν είναι τίποτα

σε σχέση με το αίφνης θα πάψω να μιλώ

 

όταν διαμιάς θα φύγουν όλες

οι λέξεις από μέσα μου με πρώτη

πρώτη πρώτη απ’ όλες τη λέξη Υπάρχω.

 

Κι εσύ γιατί ταράζεσαι δεν ήξερες

ότι μια λέξη είναι σαν τις άλλες

η τόσο ύπαρξή μας;

 

Απλώς προφέρεται αργά πολύ αργά

σα να ’ναι οι συλλαβές της ατέλειωτες

 

κι εγώ

όντας φανατική της ύπαρξης

με άρθρωση επίμονη παθιασμένη

θα εξακολουθήσω όταν

να την ξαναμιλώ έστω συλλαβιστά

 

κι ας μη μου έχει μείνει τότε

καμία συλλαβή της

 

ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ, ΑΝΩ ΤΕΛΕΙΑ

 

 

***

 

5. ΜΠΟΡΕΙ ΚΑΙ ΝΑΙ ΜΠΟΡΕΙ ΚΑΙ ΟΧΙ

 

Η ασάφεια μεταξύ μας μεγάλωσε

όταν στην ερώτησή μου απάντησες

μπορεί και ναι

αλλά μπορεί και όχι.

 

Συννεφιασμένος μέσα μου νιώθω

όμως κι ουρανός είναι συννεφιασμένος.

Άραγε θα βρέξει να καθαρίσει ;

Μπορεί και ναι

αλλά μπορεί και όχι, σκέφτομαι.

Μέσα σ’ εναλλασσόμενες αμφιβολίες

κυλά βασανιστικά αργά

το ποτάμι του χρόνου

στις όχθες του αραιή βλάστηση υπάρχει

με βεβαιότητα μόνη

την ξηρασία που επέρχεται.

ΝΙΚΟΣ  ΜΟΣΧΟΒΑΚΟΣ

 

 

Λουκιανός Κηλαηδόνης, Λέμε Ναι

 

 

6. ΝΑΙ

Θεός να μας φυλάει – και τα παιδιά μας και τ’ αγγόνια μας –
Θεός να δίνει γνώση και στους άλλους. Είμαστε καλά, καλούτσικα,
πολλά δε γυρεύουμε – το φαγί μας, το σπιτάκι μας,
και κάτι στην άκρη, για την κακιά την ώρα.

Σα μας χτυπούν την πόρτα, δε ρωτούμε «δίκαιος ή άνομος»
δίνουμε σ’ όλους αυτό που μπορούμε
Τα παιδιά μας στο έθνος, τα κορίτσια στους όμοιούς μας.
Πουλάμε στο συνηθισμένο κέρδος, πάμε πάντα με το νόμο.

– Έτσι η γαλήνη στέκεται στο σπιτικό μας.

Λέμε πάντα ναι – και στη φωτιά και στο νερό
στο μυλωνά και στον ξωμάχο.
Ναι στον άγιο, ναι στο διάβολο.

Ναι κι όταν ναι δεν υπάρχει,
είν’ η φωτιά που πέφτει πια
και μας εξολοθρεύει.

Πάνος Θασίτης, Ελεεινόν θέατρον (1980)

 

 

***

 

7. ΣΤΑΥΡΟΔΡΟΜΙ

 

Ποιος είπε ναι στην ώρα της φθοράς,

ποιος ψιθύρισε τον πλούτο στην αμύθητη πενία,

ποιος περιβλήθη τα κόκκινα και τα χρυσά

και τη μεγαλωσύνη της γιορτής στη θλίψη,

 

ποιος διευθύνει τα ιδεώδη μάτια της νυχτός,

ν’ ανεύρει τι στερούμεθα,

κι ανεύρε ό,τι ελπίζαμε,

στάθηκε ολόχαρος να το προσφέρει

 

ανταλλάζοντας τη γαλήνη του με την ταραχή μας,

δέχθηκε με όλα του τ’ άρματα τον πόλεμο,

παραδίνεται στους δικούς μας εφιάλτες,

μας υπόσχεται συντροφιά

στο θάνατο και στη ζωή,

το λάδι της φροντίδας στον πόνο,

 

τον ταυτισμό του στη χαρά των ωρών,

την κοινότητα στο δυσδιάκριτο τον Καλό και το Κακό,

την απλοχεριά στ’ αδιατύπωτα τα αιτήματα,

την αλληλεγγύη της φοβερής της ευθύνης,

τη γεύση του πικτού πιοτού στο ίδιο

ποτήρι του μυστηρίου, το γάμο των χειλιών,

το δώρο της επιβολής, το ξερίζωμα

και την απόθεση του μάταιου υλικού,

στην πυρά της φλογάτης ευστάθειας,

που άσβηστη καίει, δίχως Εστιάδες άλλες,

 

παρεχτός τούτη την περιιπτάμενη

και μην αναλισκόμενη,

την πλουμιστή Χρυσαλλίδα,

Δεσπότη Αρμένη που με φτερά ταώ

την ανεμίζει και τη συντηρεί

με ανερμήνευτη Επενέργεια.

 

Εκείνο το ξερόνησο, μαύρο στα σύννεφα,

δελφίνια το αγκαλιάσας γύρω γύρω

τα χέρια του της στοργής (άνω τελεία) στ’ ανοιχτά,

το πλοίο που έπλεχε, φούντωσε τον καπνό του

και, καθώς νηνεμία ήταν, τον ανύψωσε,

άσπρο Χρυσάνθεμο, ιερό Ψαλμό

στον ουρανό του χειμώνα, και, σαν απονύχτωσε,

το άστρο στη δύση του στυλώθηκε,

 

δεν έλεγε να βασιλέψει,

κόκκινο και υπερέχον,

βοώντας τη δίψα του να βλέπει,

τι συντελείτο ανεξιχνίαστο.

 

Παρέτυχε να βλέπει

σαν αμέτοχος κι ο Θεός (άνω τελεία)

κι ενώ όριζεν Εκείνος, οριζόταν:

τόση κατάνυξη περιείχε αυτό το ΝΑΙ.

ΤΑΚΗΣ  ΠΑΠΑΤΣΩΝΗΣ

 

Όλα τα ναι του κόσμου – Ηρώ

 

8. ΝΑΙ  ΓΙΑ ΜΕΝΑ  ΜΟΝΟ  ΕΝΑ:  ΕΣΥ

Nαι για μένα μόνον ένα: Eσύ
σε χίλια σπασμένα μα αστραφτερά κομμάτια καθρέφτη.


Στο φως το ήρεμο – μην πεις πως δεν το κέρδισα –
της σκέψης οπού μ’ οδηγάς·
τώρα
φέρνοντάς σε εγώ
με χίλια άλλα τόσα λόγια ξεσπώ
μες σ’ αυτή τη σιωπή
μπρος στο είδωλό σου σπάζοντάς το πάλι,
η έκφρασή μου
σε χίλια αστραφτερά, σ’ αμέτρητα
αστραφτερά αβάσταχτα κομμάτια…

Δ. Ι. ΑΝΤΩΝΙΟΥ,  Ποιήματα, Eρμής 1998

 

***

 

9. ΓΙΑΤΙ  ΣΗΜΕΡΑ ΟΙ  ΑΝΘΡΩΠΟΙ  ΛΕΝΕ  ΤΟΣΟ  ΕΥΚΟΛΑ  «ΝΑΙ»;

 

– Η μοναξιά… Φοβούνται τη μοναξιά του “όχι”!

Ξέρετε είναι πολύ εύκολο να πέσεις στο ποτάμι

και, χωρίς να κάνεις τίποτε,

να αφεθείς να παρασυρθείς από το ρεύμα!

Είναι πολύ δύσκολο να αντισταθείς.

Γι’ αυτό τιμώ τους αντιφρονούντες

όπου και αν βρίσκονται.

Αυτός που λέει “όχι” είναι ένας αντιφρονών!

Σε μια κοινωνία που βολεύεται να συμφωνεί,

αυτός που διαφωνεί

φωτίζει με διαφορετικότητα την πληκτική ομοιομορφία!

Αν θέλετε,

αυτός ήταν ο θάνατος του καλλιτέχνη στην εποχή μας!

 

ΟΚΤΑΒΙΟ ΠΑΣ

 

 

***

 

10. H ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ

…Τα Ναι και τα Όχι, τα Αν και τα Όμως
βγαίνουν από μέσα μας σαν ανοιξιάτικα βλαστάρια:
εξαιρετικά αυθάδη, αρκετά επίμονα, ιδιαίτερα επιθετικά˙
θα κιτρινίσουν στον καιρό τους, θα προσκυνήσουν την απάθεια του θάμνου
κι ο ήλιος δεν θα ξέρει τι σκιερό ζητάει απ’ το βουνό,
το γεράκι τι χαμηλό από την γη,
ο άνεμος τι ανυποχώρητο από την πέτρα…

 

Γιώργος Μπλάνας, 1900 (απόσπασμα)  «Νεφέλη», 2000

 

***

 

11. από του ΟΧΙ το ψέμα

βγαίνει του ΝΑΙ  μια αλήθεια

(μονάχα αυτή κι εκείνο

που είναι απεριόριστο)

κάνοντας τους ανόητους να καταλάβουν

(όπως εμένα τον κρυόκωλο) πως ούτε

όλα μαζί του μυαλού τα ζητήματα

δεν αξίζουν όσο μία βιολέτα

(e. e. cummings) – ΕΞΙ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, Μετάφραση ΓΙΑΝΝΗΣ ΛΕΙΒΑΔΑΣ

 

***

 

12. «Δόκιμος ασκητής στο μοναστήρι του Perigord»

ΕΙΜΑΙ ΕΝΑ ΟΧΙ
ΣΤΟ ΝΑΙ ΤΩΝ ΠΟΛΛΩΝ ΚΑΙ
Ω ΤΟΥ ΘΑΥΜΑΤΟΣ
ΜΕ  ΕΛΕΗΜΟΣΥΝΕΣ ΕΠΕΖΗΣΑ»

Γιώργος Παπούλιας, Στη Νυρεμβέργη ακόμα βρέχει…

 

 

Βασίλης Παπακωνσταντίνου – Όχι σε όλα

 

13. Είν’ αρκετό να πούμε όλοι
από μια φορά στη ζωή μας
ένα «όχι».

ΚΩΣΤΑΣ  ΜΟΝΤΗΣ, «Στιγμές» 1958-1975. Κέδρος, 1978. 8

 

***

 

14. ΟΧΙ ΑΛΛΑ ΝΑΙ

 

Φτάνουν οι ανώφελες κουβέντες

οι τόσες δικαιολογίες και ταπεινώσεις.

 

Μας καταβάλλανε τα μάλιστα

οι πολλές αναβολές και διορίες.

 

Όχι άλλα ναι.

Καιρός για το μεγάλο μας όχι.

 

ΚΩΣΤΑΣ  ΧΕΛΜΟΣ

 

*Η ανάρτηση είναι της φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής.

Πες το με ποίηση (229ο): «Γαλάζιο – μπλε»…

 

-«…Γαλάζια, η θάλασσα – πολύ γαλάζια.
Χρυσό αιγαιοπελαγίτικο τοπείο.
Οι γλάροι.

Γαλάζια, η θάλασσα – πολύ γαλάζια.
Χρυσό αιγαιοπελαγίτικο τοπείο.
Οι γλάροι….»

(Γ. Ρίτσος)

 

 

-«…Έλα λοιπόν απʹ την αρχή να ζήσουμε τα χρώματα
Νʹ ανακαλύψουμε τα δώρα του γυμνού νησιού
Ρόδινοι και γαλάζιοι τρούλοι θʹ αναστήσουν το αίσθημα
Γενναίο σαν στήθος το αίσθημα έτοιμο να ξαναπετάξει
Έλα λοιπόν να στρώσουμε το φως
Να κοιμηθούμε το γαλάζιο φως στα πέτρινα σκαλιά του Αυγούστου»

(Ο. Ελύτης)

 

 

-Ο. Ελύτης, «ΑΝΟΙΧΤΟ ΓΑΛΑΖΙΟ»

Εύκολα που περνώ απ’ τα μάτια σου στον ουρανό
απ’ το μανίκι του νερού στο πρόσωπο της θάλασσας
απ’ το μικρό σου δάχτυλο στου ζαφειριού το αστέρι
Έλπιση φήμη του Φώτος έχταση απέραντη
Ό,τι κοιτάω με τη ματιά με θρέφει.

 

 

 

-Ο. Ελύτης, «ΒΑΘΥ ΓΑΛΑΖΙΟ»

Σε μάτιασαν οι νύφες του βυθού
Οι λευκές του μαΐστρου ερινύες
Ανάβοντας τη ζήλια του κορμιού
Μα όταν γέλασαν οι ανυφάντρες του ήλιου
Που φιλοδόξησαν ένα καμάρι επίγειο
Άξαφνα πήρες τη βαφή του απείρου.

(Ο. Ελύτης, Ποίηση, Ίκαρος)

 

 

 

 

-Νίκος Καρούζος, «ΓΑΛΑΖΙΑ ΣΠΛΑΧΝΑ»

 

Κάτοικε του ονείρου

μαζεύω τη φωνή μου από κάθε άκρη

και το υπόλειμμά της αυτό στη σινδόνη των δέντρων

κ’ εκείνο κει ψηλά στο σκουριασμένο βράχον

όπου οργίζεται ο γερο-κόρακας

συγκεντρώνομαι

για τη μεγάλη αποκάλυψη

ρίχνω στον άνεμο μακρόσυρτη αγάπη:

Τη θέλω εγώ την απελπισία μου

δεν την ανταλλάσσω με θαλπωρή άλλη

έχασα.

Μα χάνουν και τ’ άνθη

τ’ άνθη ανοίγουν το μοναδικό παράθυρο…

Κάλλιο να πλανηθεί ο χαρταετός μου

δε θέλω πια ν’ αγγίξω τα χρώματά του

κλείνω τα μάτια μου για να δω.

Είναι η φωνή που με διασχίζει

κι άλλοτε που χτυπά στον άκμονα

χίλιες φορές.

Είναι η φωνή από ένα βάθος:

Για πάντα να μην έχεις

τίποτα για τ’ αληθινά χέρια

μονάχος

ανήμπορος εκστατικός

σ’ αυτή την άξαφνη γιορτή του δευτερόλεπτου

που

παραδίδεται ο κόσμος.

 

(Ν. Καρούζος, Τα ποιήματα, Ίκαρος)

 

 

 

 

-Τόλης Νικηφόρου, «Γαλάζιο βαθύ σαν αντίο»

κι έμεινα μόνος

                             με το γαλάζιο έλεος

               της τελευταίας στιγμής στα μάτια σου

                   γαλάζιο ωκεανός και σιωπητήριο

                          γαλάζιο που με γέννησε

                      με φώτιζε και με σκοτείνιαζε

                 που ακτινοβολούσε και φτερούγιζε

                  έμεινα μόνος με το βαθύ γαλάζιο

                         σαν αντίο στα μάτια σου

                                     μητέρα

 

          (από τη συλλογή Γαλάζιο βαθύ σαν αντίο, 1999)

 

 

 

 

-Γιώργος Φιλιππίδης, «Γαλάζια Μηχανή»

(απόσπασμα)

δ’

Ξύπνησα,
με μιαν αφή αλαφριά στο πρόσωπο
από χέρι ανθρώπινο.
Σχίζαμε τον κάμπο,
ένα ύφασμα γεμάτο μπαλώματα
– του ήρωα η ψυχή.
Με σταλαγμένη στα μάτια μου τη στάλα
του κήπου.
Με δυο λόγους που μόχλευαν το μάγμα στα σωθικά μου·
κι αν δέ στέρξει ο άνθρωπος, θα στέρξει,
θα γείρει το κεφάλι,
θα κοιμηθεί.
Μα η μηχανή αγρυπνά
και ταξιδεύει.

Να μη φοβάσαι τα σκυλιά που αλυχτάνε
στη λάμψη ενός ξοδεμένου φεγγαριού,
να μη φοβάσαι τα σκυλιά που γρυλίζουν
απ’ τα βάθη του στέρφου πηγαδιού,
να μη φοβάσαι τα σκυλιά που ξεσχίζουν
κάθε αφανέρωτου λογισμού τις σάρκες.

Ταξίδι άγιο
απάνω στα σίδερα σπινθηρίζοντας φωτιά,
άγιο ταξίδι, ταξίδι της Γυναίκας με
τα ραγισμένα μάτια, που όλο θέλει να τραγουδά·
γυρνώντας στ’ οκτώ των βουνοσειρών
με το σημάδι του απείρου,
σκορπώντας μέθη
ενός αλλόκοτου μύρου.
Όνειρο άγιο, όνειρο του τόπου που δεν υπάρχουν όνειρα,
λάγιασε.
Κι αν δέ στέρξει ο άνθρωπος, θα στέρξει,
θα γείρει το κεφάλι,
θα κοιμηθεί.
Μα η μηχανή αγρυπνά
και ταξιδεύει.

(Από την ποιητική συλλογή «Γαλάζια Μηχανή», Εκδόσεις Καστανιώτη)

 

 

******************

 

 

 

-Μιχάλης Γκανάς, «Το μπλε που σε τυλίγει»

 

Το μπλε που σε τυλίγει

είναι η στάχτη

του καμένου χρόνου.

Φυσάει ένας αέρας,

φέρνει φωτογραφίες και τετράδια.

Από τα κάτω χρόνια.

Εδώ γελάς, εδώ σωπαίνεις,

εδώ σας πήρανε με φλας

φοράς το μαύρο φωτοστέφανο.

Το μπλε που σε τυλίγει

είναι το φως

που εκτοπίζει ο θάνατος.

Κανένας δεν το βλέπει.

Κι όμως υπάρχει

και πληθαίνει.

 

(http://www.poiein.gr/archives/29766/index.html)

 

 

 

-Τσ. Μπουκόφσκι, «Μπλε πουλί»

Υπάρχει ένα μπλε πουλί στην καρδιά μου που
θέλει να βγεί έξω
αλλά είμαι πολύ σκληρός για αυτόν,
Λέω, μείνε εκεί, δεν θα
αφήσω κανέναν να
σε κοιτάξει.

Υπάρχει ένα μπλε πουλί στην καρδιά μου που
θέλει να βγεί έξω
αλλά του ρίχνω ουίσκι και εισπνέω
καπνό τσιγάρων
και οι πόρνες και οι μπάρμαν
και οι υπάλληλοι του παντοπωλείου
ποτέ δεν ξέρουν ότι
αυτός
είναι εκεί.

Υπάρχει ένα μπλε πουλί στην καρδιά μου που
θέλει να βγεί έξω
αλλά είμαι πολύ σκληρός για αυτόν,
λέω,
κάτσε κάτω,θέλεις να μου
τα χαλάσεις όλα;
θέλεις να χαλάσεις
τα έργα;
θέλεις να διαλύσεις τις πωλήσεις βιβλίων μου
στην Ευρώπη;

Υπάρχει ένα μπλε πουλί στην καρδιά μου που
θέλει να βγεί έξω
αλλά είμαι πολύ έξυπνος,τον αφήνω μόνο
την νύχτα κάποιες φορές
όταν όλοι κοιμούνται.
Λέω, ξέρω ότι είσαι εκεί,
για αυτό μην είσαι,
λυπημένος.

μετά τον βάζω πάλι πίσω,
αλλά τραγουδάει λίγο
εκεί, δεν τον έχω αφήσει ακριβώς
να πεθάνει
και κοιμόμαστε έτσι
μαζί
με την
μυστική μας συμφωνία

και είναι αρκετά καλά να
κάνει ένα άντρα
να κλάψει, αλλά εγώ
δεν κλαίω, εσύ;

(https://www.vakxikon.gr/)

 

 

 

-Tennessee Williams, “Το μπλε τραγούδι [Blue song]»

 

Είμαι κουρασμένος

Είμαι κουρασμένος, από κουβέντες κι από πράξεις

Κι αν θα με συναντήσεις σε κάποιο

δρόμο, μη μου κάνεις ερωτήσεις, γιατί

τ’ όνομά μου μονάχα μπορώ να σου πω

και τ’ όνομα της πόλης όπου

γεννήθηκα – Μα τούτο αρκεί.

Δεν έχει πια νόημα αν το αύριο

θα φτάσει. Αν υπάρχει

μονάχα τούτη η νύχτα κι έπειτα έρθει

το πρωί, δε θά ‘χει νόημα τώρα.

Είμαι κουρασμένος. Είμαι κουρασμένος από κουβέντες

κι από πράξεις. Μες στην καρδιά μου

θα βρεις μια χούφτα μικρούλα

από σκόνη. Πάρ’ την και φύσα την έξω

στον άνεμο. Άστην, να την πάρει ο άνεμος

και θα βρει το δρόμο για το σπίτι.

(http://eliaswords.blogspot.com/2013/03/tennessee-williams.html)

 

 

 

 

-Άννας Α. Αντωνίου, «Μπλε»

Το μπλε χρώμα πάντα σου άρεσε
Ο μπλε σου ο «Πάνθηρ»
τ’ ουρανού το φευγάτο όνειρό σου
Και το μαύρο της νύχτας
μπλε πάντα το έβλεπες
Μπλε βαθύ του πνιγμού
Αστέρες πολύφωτοι
εκεί προς την Κάρυστο
με τη θλίψη του γκιόνη
και την αγάπη
να κάνει παρέα στον έρωτα
Τα μπλε σου τα μάτια
και τα γαλάζια σου όνειρα
κουρνιασμένα
σε ποια άβυσσο
τραγουδούν των Σειρήνων το ευωδιαστό τραγούδι
εκμαυλίζοντας
και
προσδοκώντας;

 (http://fractalart.gr/chromatiki-topi-tria-piimata/)

 

Πες το με ποίηση (228ο): «ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ»…

ΕΛΕΝΗ ΒΙΤΑΛΗ – ΖΩΓΡΑΦΙΑ

 

  1. Ο ΖΩΓΡΑΦΟΣ

    Στο σκοτεινό δωμάτιο
    ζωγραφίζει παράθυρα
    έρχονται βροχές
    τα σβήνουν.

    Ζωγραφίζει πουλιά
    φυσάει αέρας σκοτεινός
    αποδημούν τα πουλιά
    στον άσπρο ουρανό.

    Ζωγραφίζει
    κι η καταστροφή συντελείται
    κι από την αρχή
    πάλι αυτός
    σχεδιάζει χρώματα

    Νοέμβρης 1962
    Πρόδρομος Μάρκογλου, Έγκλειστοι (1962) [Από το Παράρτημα]

 

***

 2. ΜΑΘΗΜΑ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗΣ

 

άσε τα μάτια σου πλησίστια να βυθιστούν

στα έκθαμβα μάτια των παιδιών

ανθισμένα στο λάμδα του ήλιου

και το ωμέγα των άστρων

 

ξαφνιασμένα

λίγο πριν αιφνιδιάσουν τον επίπεδο κόσμο

 

βουρκωμένα

στην πρώτη αφή της οδύνης

απ’ τον ωκεανό που ανεξήγητα γνωρίζουν

 

ήδη έμαθες όσα μπορείς να μάθεις

ό,τι κι αν σου επιφυλάσσει η διαδρομή

ήδη αναγνώρισες την αρχή

που είναι τέλος και γράφεται με θήτα

το μέγιστο εκείνο θήτα

και τα μικρά έψιλον και όμικρον 

που σε ορίζουν

 

άπλωσε τώρα φωτεινά στον κόσμο

τα χρώματα της μυστικής πηγής

τον ένδον πίνακα

που άξιος κρίθηκες να ανακαλύψεις

 

ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ, Την κοκκινόμαυρη ανεμίζοντας της ουτοπίας, 1997

 

 

***

 

  1. Η ΖΩΓΡΑΦΙΑ

 

Είπα πως είχα πολλά, ότι μέσα μου

υπήρχανε ποταμοί που θα άρδευαν

τις ερήμους. Όντας ένα παιχνίδι

στα χέρια της μοίρας θαρρούσα

πως έπαιζε το παιχνίδι μου. Τέλος,

αφήνω στη γης ότι αφήνουνε όλοι, εκτός

ελπίζω ακόμη, σ’ αυτό το λουλούδι

που το είπα «αγάπη».

 

Έχω δείξει τουλάχιστο

στον ήλιο μια σύμφωνη

με το πνεύμα του, αδέξια,

παιδική ζωγραφιά.

 

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

 

 

Ζωγραφισμένα στο χαρτί – Μαρινέλλα

 

  1. ΖΩΓΡΑΦΙΣΜΕΝΑ


Την εργασία μου την προσέχω και την αγαπώ.
Μα της συνθέσεως μ’ αποθαρρύνει σήμερα η βραδύτης.
Η μέρα μ’ επηρέασε. Η μορφή της
όλο και σκοτεινιάζει. Όλο φυσά και βρέχει.
Πιότερο επιθυμώ να δω παρά να πω.


Στη ζωγραφιάν αυτή κυττάζω τώρα
ένα ωραίο αγόρι που σιμά στη βρύσι
επλάγιασεν, αφού θ’ απέκαμε να τρέχει.
Τι ωραίο παιδί˙ τι θείο μεσημέρι το έχει
παρμένο πιά για να το αποκοιμίσει.-


Κάθομαι και κυττάζω έτσι πολλήν ώρα.
Και μες στην τέχνη πάλι, ξεκουράζομαι απ’ την δούλεψή της.

[1915] Κωνσταντίνος Καβάφης

 

***

 

 5. ΑΣΚΗΣΕΙΣ  ΙΧΝΟΓΡΑΦΙΑΣ

 

Ένα σμάρι πουλιά χιμάει στα μολυβένια σύννεφα

φυσώντας τα να παραμερίσουν

Περνά η άνοιξη τώρα

σημαδεμένη με φράουλες η ποδιά της

μπαλώματα περβόλια ανασαίνουν το κορμί της

 

Πέρασε και το δες

Απ’ το ξεκούμπωτο πουκάμισο ξεκινά η ανηφόρα

της παραδείσου

Απ’ τον ξεσκέπαστο ώμο της ξεκινά η κόλαση

της κατηφόρας

 

Είναι η άνοιξη

κι είσαι ο χειμώνας που δε λέει να φύγει

Είσαι ο χειμώνας

κι είναι η άνοιξη που δε λέει τίποτα

 

Αυτή σ’ ένα μπλοκ ιχνογραφίας ματώνει απογέματα κι εσύ

γκρινιάζεις που δεν έμειναν σελίδες κενές να χωρέσει

η σκιά σου

 

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

 

 

Χάρις Αλεξίου – ‘Ηθελα να σε ζωγραφίσω

 

 

  1. ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ

 

 

[…]Πέταξαν όλα τα πουλιά μέσα από τα κλαριά μου
οι άδειες φωλιές ξεραίνονται καθώς το δάκρυ
άκρη άκρη εκεί στο μάγουλο


έφυγε κι ο ζωγράφος τούτου εδώ του πίνακα που κατοικώ
έτσι καθώς η αράχνη
έτσι καθώς μια μεταμέλεια


Τι ζωγραφίζει τι να ζωγραφίζει Ίσως τη νεότητα
Και τις ευτυχισμένες χώρες τους ανθρώπους που
Φοβάμαι τόσο οι μέρες τους στις μέρες μου μη μοιάσουνε μια μέρα


Τι ζωγραφίζει εκείνος που στα πράγματα τα χρώματά τους τα καινούργια δίνει
Ίσως εσάς παιδιά ωραία παιδιά καθώς κι εμείς στη δυστυχία ταγμένα
Που αφήνετε μέσα από τα δάχτυλά σας να κυλά ο καιρός της ηδονής
Πεισματικά πιστά στο ρόλο των προσώπων σας τον άψογο

Πώς χάνονται όλα μέσα μου όλα σβήνουν
Εκτός απ’ τη σκληρή ηδονή μετά πολύ
Που έχει φύγει

ΛΟΥΙ ΑΡΑΓΚΟΝ, μετ: Χρύσα Προκοπάκη

 

***

  1. Η ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΗ  ΤΗΣ  ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ


Καμβά. Λευκέ μου καμβά
γίνε όμορφος
πάρε όλα τα χρώματα που σου δίνω
και ανάδειξέ τα σε κάτι φανταστικό
που εγώ μονάχος, δεν θα μπορούσε ποτέ να φτιάξω
Χρώματα, χρώματα
Δώστε μου τις αρμονικές σας αποχρώσεις
χαρίστε μου τη μαγεία σας

Πινέλο, σπάτουλες, χρώματα, καμβάδες
όλα εσείς είστε τα υλικά
που αδημονούν να με χρησιμοποιήσουν
να με κάνουν το μέσο το οποίο θα τα ενώσει
έτσι που στο τέλος να νομίζω
πως δημιούργησα εγώ.

Χρήστος Ζάχος,  Χ-έγερση υποσυνειδήτου, 2014

 

 

***

 

  1. ΠΩΣ ΝΑ ΖΩΓΡΑΦΙΣΕΙΣ ΕΝΑ ΠΟΥΛΙ

 

Ζωγράφισε πρώτα ένα κλουβί

με μια πόρτα ανοιχτή

μετά ζωγράφισε κάτι χαριτωμένο

κάτι απλό

κάτι όμορφο

κάτι χρήσιμο για ένα πουλί

τοποθέτησε μετά την ξόβεργα

σ’ ένα δέντρο

μέσα σ’ ένα κήπο

ή μέσα σ’ ένα δάσος

 

Κρύψου πίσω από το δέντρο

χωρίς να μιλάς

ακίνητος…

Κάποτε το πουλί φτάνει γρήγορα

αλλά μπορεί να πρέπει

και να περιμένεις

πολλά χρόνια

πριν αποφασίσει.

 

Μην απογοητευτείς

να περιμένεις

να περιμένεις αν πρέπει χρόνια και χρόνια

γιατί η ταχύτητα

ή η αργοπορία του πουλιού

δεν έχει καμία σχέση

με την επιτυχία του πίνακά σου.

 

Όταν το πουλί φτάσει

Αν φτάσει ποτέ

κράτα την πιο βαθιά σιωπή

περίμενε να μπει μες

στο κλουβί

και όταν μπει κλείσε γλυκά την πόρτα

με το πινέλο

μετά σβήσε ένα-ένα

όλες τις μπάρες

προσέχοντας μην ακουμπήσεις

ούτε ένα φτερό του πουλιού

 

μετά φτιάξε το πορτραίτο

του δέντρου

διαλέγοντας τα πιο όμορφα

κλαδιά

για το πουλί

 

ζωγράφισε επίσης

τα πράσινα φύλλα

και φρεσκάδα του αέρα

τη σκόνη του ήλιου

και το θόρυβο των ζώων του λιβαδιού

μέσα στη ζέστη του καλοκαιριού.

Jaques Prevert, PAROLES, ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΤΑΚΗΣ ΜΗΤΣΑΚΑΚΗΣ

 

***

  1. Η ΖΩΓΡΑΦΙΑ ΜΟΥ

Μπόι δυ πχες,
κόψη κακή,
γένια μ τρίχες
δ κι κε.

Κούτελο θεο,
λίγο πλατύ,
τραν σημεο
το ποιητ.

Δυ μάτια μαρα
χωρς κακία
γεμάτα λαύρα
μ
κα βλακεία.

Μακρ ρουθούνι
πολ σχιστό,
κι να πηγούνι
σν τ Χριστό.

Πηγάδι στόμα,
μαλλι
χυτ
γεμίζεις στρμα
μόνο μ᾿ ατά.

Μούρη γρία
κα ζαρωμένη,
χλωμ κα κρύα
σν πεθαμένη.

Κανένα χρμα
δν τς ταιριάζει
κα τώρ᾿ κόμα
βαφς λλάζει.

Δόντια φαφούτη
λο σχισμάδες,
φος τσιφούτη
γι μαστραπδες.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΟΥΡΗΣ

 

Zωγραφιά,  Καίτη Χωματά

 

 

  1. Ο ΖΩΓΡΑΦΟΣ

 

Καθισμένος ανάμεσα στην θάλασσα και τα κτήρια

Χαιρόταν να ζωγραφίζει το πορτραίτο της θάλασσας.

 

Αλλά όπως τα παιδιά φαντάζονται ότι η προσευχή

Είναι απλώς σιωπή, έτσι κι αυτός περίμενε το θέμα του

Να βγει στην παραλία, και, αρπάζοντας ένα πινέλο,

Ν’ αποτυπώσει το πορτραίτο του στον καμβά.

 

Έτσι ο καμβάς του παρέμενε λευκός χωρίς χρώματα

Ώσπου οι άνθρωποι που ζούσαν στα κτήρια

Τον έβαλαν να δουλέψει: «Δοκίμασε να χρησιμοποιήσεις το πινέλο

Σαν μέσο για την επίτευξη ενός σκοπού. Διάλεξε, για πορτραίτο,

Κάτι λιγότερο οργισμένο και ευρύ, που να σχετίζεται περισσότερο

Με τις διαθέσεις του ζωγράφου, ή, έστω, με την προσευχή.

 

Πώς μπορούσε να τους εξηγήσει ότι στην προσευχή του

Ζητούσε η φύση, όχι η τέχνη, να σφετεριστεί τον καμβά;

 

Επέλεξε για νέο θέμα τη γυναίκα του,

Κάνοντάς την πελώρια, σαν κατεστραμμένο κτήριο,

Λες, και ξεχνώντας τον εαυτό του, το πορτραίτο

Είχε αναπαραστήσει τον εαυτό του χωρίς πινέλο.

 

Με κάποια αυτοπεποίθηση βούτηξε το πινέλο του

Στη θάλασσα, ψιθυρίζοντας μια βαθιά προσευχή:

«Ψυχή μου, όταν ζωγραφίσω το επόμενο πορτραίτο

Εύχομαι να είσαι εσύ αυτή που θα καταστρέψει τον καμβά».

 

Τα νέα απλώθηκαν σαν άγρια φωτιά μέσα στα κτήρια:

Είχε επιστρέψει στη θάλασσα για να βρει το θέμα του.

Φανταστείτε έναν ζωγράφο σταυρωμένο από το ίδιο του το θέμα!

Μη μπορώντας από την εξουθένωση ούτε το πινέλο να σηκώσει,

Προκάλεσε τα κακόβουλα σχόλια καλλιτεχνών

Που έγερναν στις κουπαστές: «Δεν μπορούμε να προσευχηθούμε πια

Παρακαλώντας να μπει ο εαυτός μας στον καμβά

Ή να ποζάρει η θάλασσα για ένα πορτραίτο».

 

Άλλοι δήλωσαν ότι επρόκειτο για αυτοπροσωπογραφία.

Τέλος κάθε ένδειξη θέματος

Άρχισε να σβήνει, αφήνοντας τον καμβά

Εντελώς λευκό. Άφησε κάτω το πινέλο.

 

Με μιας ένα ουρλιαχτό, που ήταν επίσης και προσευχή,

Υψώθηκε από τα γεμάτα κόσμο κτήρια.

 

Τον πέταξαν, το πορτραίτο, από το πιο ψηλό κτήριο·

Και η θάλασσα καταβρόχθισε τον καμβά και το πινέλο

Λες και το θέμα του είχε αποφασίσει να παραμείνει προσευχή.

 

JOHN ASHBERY, μτφρ. Χάρης Βλαβιανός

 

***

 

  1. Ο ΑΓΓΛΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΚΑΙ ΠΟΙΗΤΗΣ DANTE GABRIEL ROSSETTI
    ΓΡΑΦΕΙ ΜΕ ΤΟ ΧΕΡΙ ΤΟΥ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ

    Άκου!
    σου έλεγα τότε την αλήθεια
    την ήξερα τότε την αλήθεια

    -Όχι μου έλεγες
    τα πουλιά φυτρώνουν
    τα γουρούνια πετάνε
    τα λουλούδια περπατάνε
    οι άνθρωποι, λένε πάντα ψέματα

    σου έδειχνα ένα πουλί
    έλεγες -Είναι λουλούδι
    σου έδειχνα ένα λουλούδι
    όχι, έλεγες -Είναι πουλί

    κι οι άνθρωποι λένε πάντα ψέματα

    τώρα εγώ βλέπω το φεγγάρι
    αυτό το σπασμένο σπαστικό
    παιδί
    που ο Ιούλιος Βερν
    έλεγε κάποτε:


– Οι άνθρωποι θα το κατοικήσουν
βλέπω
αυτό το μεγάλο χιονισμένο φέρετρο
που ρίχνουν κάθε μέρα με κρότο
πάνω του πρόκες
κι επιμένουνε
να το ονομάζουν

ΓΗ

ίσως να είχες δίκιο τότε

γι’ αυτό μπόρεσες κι έζησες
γι’ αυτό μπόρεσα κι έζησα

ΑΥΓΗ

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

 

 

 

 

Πες το με ποίηση (227ο): «Μαύρο»

 

1.-«Δεν καταλαβαίνω τους ανθρώπους
όσο και να παίζουν με τα χρώματα
είναι όλοι τους μαύροι.»

(Γ. Σεφέρης)

 

 

 

  1. -Μ. Σαχτούρης, « Ο ΜΑΥΡΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ»

Στην Εύα Μυλωνά

Πάλεψα
πάλεψα πολύ

όμως
μονάχα αυτός ο μαύρος
άνθρωπος
έμεινε
στριφογυρίζει
δείχνοντας τα δόντια

πάλεψα
πάλεψα πολύ
ώσπου να γίνουν όλα
μαύρα

σκεπαστείτε

(Μ. Σαχτούρης, Ποιήματα (1945-1971), Κέδρος)

 

 

 

  1. -Μίλτος Σαχτούρης, «ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΑΣΤΡΟ»

Στον Ν. Χατζηκυριάκο-Γκίκα

Όταν η νύχτα έμπαινε στην κάμαρά σου
άναβε το μαύρο άστρο
άναβε
ο ήλιος
πέφτανε
τα λέπια του όλα
λαμπερά
κι άναβε
η ρόδα η μαύρη
είχε δυο πικραμένα μαύρα χείλια
όλη τη νύχτα άναβε ο ήλιος
όλη τη νύχτα έκαιγε το μαύρο άστρο έκαιγε
και σε φιλούσε
γύριζε γύρω γύρω στο κρεβάτι
κι έκλαιγε
γύριζε γύρω γύρω στο κρεβάτι
και σε φιλούσεη μαύρη ρόδα γύριζε
η μαύρη ρόδα έτριζε
γύριζε γύρω γύρω τ’ άστρο το παλιό
το μαύρο τ’ άστρο το απελπισμένο

(Μ. Σαχτούρης, Ποιήματα (1945-1971), Κέδρος)

 

 

 

  1. -Μίλτος Σαχτούρης, «Η ΕΙΣΒΟΛΗ ΤΗΣ ΜΑΥΡΗΣ ΠΕΤΑΛΟΥΔΑΣ ΤΟΥ ΠΟΡΟΥ»

Κάθε χρόνο
κατά το μήνα Αύγουστο
εισβάλλει στο προαύλιο
του Μοναστηριού του Πόρου
η μαύρη πεταλούδα του Μοναστηριού
πετάει από πέτρα σε πέτρα
τα παιδιά προσπαθούν
να την πιάσουν
αλλά δεν το κατορθώνουν
είναι η Άγια-Πεταλούδα
του Μοναστηριού του Πόρου
πετάει από πέτρα σε πέτρα
μόνο για λίγες μέρες
κι ύστερα χάνεται
για να ξαναεμφανιστεί
πάλι τον άλλο Αύγουστο
η Άγια μαύρη-Πεταλούδα
του Μοναστηριού του Πόρου

 

(Μ. Σαχτούρης, Ποιήματα (1945-1971), Κέδρος)

 

 

 

  1. -Μίλτος Σαχτούρης, Ο ΜΑΥΡΟΣ ΚΟΚΚΟΡΑΣ

Γέλασε
ο μαύρος κόκορας
όταν του είπαν
πως θα τον σφάξουν
όταν όμως ήρθε η ώρα
η κακή του ώρα
έκλαψε ο μαύρος κόκορας
έκλαψε ο μαύρος κόκορας

(Μ. Σαχτούρης, Ποιήματα (1945-1971), Κέδρος)

 

 

 

  1. Γέροντα Κωσταντία, «ΕΙΜΑΙ ΕΝΑ ΜΑΥΡΟ ΠΟΥ ΤΥΦΛΩΝΕΙ»

 

Είμαι ένα μαύρο που τυφλώνει κι εσύ βαράς καραούλι στη σκοπιά σου,

ακρίτας ω νενίκηκα τη σύγχυση,

σκουπίζεις αδιαφορία κι ένας άνεμος καγχάζει βραχνές ήττες,

αποβραδίς κοιτάζω το χλωμό φεγγάρι μα μένω στήλη άλατος,

ίδια με άγαλμα μπροστά στη ματιά σου την ολοπόρφυρη,

κι εσύ χλωμιάζεις και πετάς αστραπόβροντα που μου σχίζουν το αφτί,

ύστερα την κοιλιά κι ύστερα το πόδι,

για να γεννοβολήσω αρουραίους και πευκοβελόνες,

μισή καρδιά, μισή θλίψη,

ζοφερή γέννα, ζοφερή αμαρτία,

τίκτω ασβούς και χελώνες και σχηματίζω οικογένεια από τέρατα,

χωρίς κεφάλια κι ανείδωτες χιονοστιβάδες

και μέσα στα έγκατα ένα ουρλιαχτό που γίνεται ύλη

και επιμένει να νικά κατά κράτος τις τύψεις, το ονειροπόλημα και τη φυγή,

συντριβή από τα γεννοφάσκια,

χωρίς μοίρα στον ήλιο,

αρνητική αθεολογία,

εσύ, εδώ, τώρα, στη γη, στη μόνη πραγματικότητα που μας περιβάλλει,

στο χώμα το βαρύ, το περπατημένο, το σκαμμένο, για να μας στεγάσει, εκεί.

 

(http://fractalart.gr/eimai-ena-mavro-pou-tyflwnei/)

 

 

 

  1. -Κώστα Παρδάλη, «Λευκή σελίδα σε μαύρο φόντο»

 

Kάθε μέρα μια σελίδα λευκή

της ζωής μου της μαύρης τελειώνει

μοναξιά και μαστούρα σ’ αγωνίας χαρτί

σαν σκουπίζω το αίμα που κυλά στο βελόνι.
_._

Το μυαλό σταματάει σαν η φλόγα στομώνει

τ’ αλουμίνι ιδρώνει μες στα χέρια μου λειώνει

και η ρούχλα κοχλάζει σαν νερό που κυλάει

και αρμενίζει στις φλέβες, σαν μωρά τις μιλάει.

_._

Και αξανά μες στην νύχτα κυνηγάω τον πόθο

να τρυπιέμαι ζητάω να σιγάσω τα πάθη

μιας φρικτής ειρωνείας τα αέναα λάθη

της ζωής μου το πέπλο με αηδία το κλώθω

_._

Πείτε όχι στην χιόνα και αγκαλιάστε τα νιάτα

και γεμίστε με ήλιο και λουλούδια τα πιάτα

και χαρίστε μια νύχτα στην ζωή που χορεύει

των δικών σας ονείρων την νεράιδα μερεύει.

 (https://www.logografis.gr/)

 

 *»Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά»

 

  1. -Κατερίνα Γώγου, «Για την Αποκατάσταση του Μαύρου»

Άσπρη είναι η αρία φυλή
η σιωπή
τα λευκά κελιά
το ψύχος
το χιόνι
οι άσπρες μπλούζες των γιατρών
τα νεκροσέντονα
η ηρωίνη.
Αυτά λίγο πρόχειρα
για την αποκατάσταση του μαύρου

 

(https://poiimata.com/2012/09/27/katerina-gogou-tainia/)

 

 

 

  1. -Παραδοσιακό, «Σήμερα μαύρος Ουρανός»

 

Σήμερα μαύρος Ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα,

σήμερα όλοι θλίβουνται και τα βουνά λυπούνται,

σήμερα έβαλαν βουλή οι άνομοι Οβραίοι,

οι άνομοι και τα σκυλιά κι’ οι τρισκαταραμένοι

για να σταυρώσουν το Χριστό, τον Αφέντη Βασιλέα.

Ο Κύριος ηθέλησε να μπει σε περιβόλι

να λάβει δείπνον μυστικόν για να τον λάβουν όλοι.

Κι’ η Παναγιά η Δέσποινα καθόταν μοναχή της,

τας προσευχάς της έκανε για το μονογενή της.

Φωνή τους ήρθ’ εξ Ουρανού απ’ Αρχαγγέλου στόμα:

-Φτάνουν κυρά μου οι προσευχές, φτάνουν κι’ οι μετάνοιες,

το γυιό σου τον επιάσανε και στο φονιά τον πάνε

και στου Πιλάτου την αυλή εκεί τον τον τυραγνάνε.

-Χαλκιά-χαλκιά, φτιάσε καρφιά, φτιάσε τρία περόνια.

Και κείνος ο παράνομος βαρεί και φτάχνει πέντε.

-Συ Φαραέ, που τά ‘φτιασες πρέπει να μας διδάξεις.

-Βάλε τα δυο στα χέρια του και τ’ άλλα δυο στα πόδια,

το πέμπτο το φαρμακερό βάλε το στην καρδιά του,

να στάξει αίμα και νερό να λιγωθεί η καρδιά του.

Κι’ η Παναγιά σαν τάκουσε έπεσε και λιγώθη,

σταμνί νερό της ρίξανε, τρία κανάτια μόσχο

για να της ερθ’ ο λογισμός, για να της έρθει ο νους της.

Κι’ όταν της ηρθ’ ο λογισμός, κι’ όταν της ηρθ’ ο νους της,

ζητά μαχαίρι να σφαγεί, ζητά φωτιά να πέσει,

ζητά γκρεμό να γκρεμιστεί για το μονογενή της.

-Μην σφάζεσαι, Μανούλα μου, δεν σφάζονται οι μανάδες

Μην καίγεσαι, Μανούλα μου, δεν καίγονται οι μανάδες.

Λάβε, κυρά μ’ υπομονή, λάβε, κύρά μ’ ανέση.

-Και πώς να λάβω υπομονή και πώς να λάβω ανέση,

που έχω γυιο μονογενή και κείνον Σταυρωμένον.

Κι’ η Μάρθα κι’ η Μαγδαληνή και του Λαζάρου η μάνα

και του Ιακώβου η αδερφή, κι’ οι τέσσερες αντάμα,

επήραν το στρατί-στρατί, στρατί το μονοπάτι

και το στρατί τους έβγαλε μες του ληστή την πόρτα.

-Άνοιξε πόρτα του ληστή και πόρτα του Πιλάτου.

Κι’ η πόρτα από το φόβο της ανοίγει μοναχή της.

Τηράει δεξιά, τηράει ζερβά, κανέναν δεν γνωρίζει,

τηράει δεξιώτερα βλέπει τον Αϊγιάννη,

Αγιέ μου Γιάννη Πρόδρομε και βαπτιστή του γυιου μου,

μην είδες τον υγιόκα μου και τον διδάσκαλόν σου;

-Δεν έχω στόμα να σου πω, γλώσσα να σου μιλήσω,

δεν έχω χεροπάλαμα για να σου τόνε δείξω.

Βλέπεις Εκείνον το γυμνό, τον παραπονεμένο,

οπού φορεί πουκάμισο στο αίμα βουτηγμένο,

οπού φορεί στην κεφαλή αγκάθινο στεφάνι;

Αυτός είναι ο γυιόκας σου και με ο δάσκαλός μου!

Κι’ η Παναγιά πλησίασε γλυκά τον αγκαλιάζει.

-Δε μου μιλάς παιδάκι μου, δε μου μιλάς παιδί μου;

-Τι να σου πω, Μανούλα μου, που διάφορο δεν έχεις·

μόνο το μέγα-Σάββατο κατά το μεσονύχτι,

που θα λαλήσει ο πετεινός και σημάνουν οι καμπάνες,

τότε και συ, Μανούλα μου, θάχεις χαρά μεγάλη!

Σημαίνει ο Θεός, σημαίνει η γη, σημαίνουν τα Ουράνια,

σημαίνει κι’ η Άγια Σοφία με τις πολλές καμπάνες.

Όποιος τ’ ακούει σώζεται κι’ όποιος το λέει αγιάζει,

κι’ όποιος το καλοφουγκραστεί Παράδεισο θα λάβει,

Παράδεισο και λίβανο απ’ τον Άγιο Τάφο.

 

http://www.poiein.gr/archives/17337/index.html

 

 

 

  1. -Sylvia Plath, «ΜΑΥΡΟΣ ΚΟΡΑΚΑΣ ΣΤΗ ΒΡΟΧΗ»

 

Πάνω στο ξερό κλαδί εκεί ψηλά

Κουρνιάζει ένας βρεγμένος μαύρος κόρακας

Που στρώνει ξανά και ξανά το φτέρωμά του μες τη βροχή.

Δεν αναμένω ένα θαύμα

Ή ένα ατύχημα

 

Να πυροδοτήσουν την όραση

Μες τα μάτια μου,ούτε ψάχνω

Πια στον ανερμάτιστο καιρό κάποιο σχέδιο,

Μόνο αφήνω τα λεκιασμένα φύλλα να πέφτουν όπως πέφτουν,

Χωρίς τελετή, ή οιωνό.

 

Παρόλο που, το ομολογώ, κάποιες φορές επιθυμώ,

Κάποια ανταπόκριση απ` τον βουβό ουρανό,

Δεν έχω στ` αλήθεια παράπονο:

Κάποιο αμυδρό φως μπορεί ακόμα

Να ξεπηδήσει λευκόπυρο

 

Απ` της κουζίνας το τραπέζι ή την καρέκλα

Σαν μια ουράνια φωτιά που πότε πότε

Κατέχει τα πιο αμβλεία αντικείμενα–

Καθαγιάζοντας έτσι ένα διάστημα

Αλλιώς ασυνεπές

 

Επιδίδοντάς του γενναιοδωρία , τιμή,

Κάποιος ίσως πει αγάπη. Ούτως ή άλλως , τώρα περπατώ

Επιφυλακτική( γιατί θα μπορούσε να συμβεί ακόμα και σ` αυτό το μουντό, ερειπωμένο τοπίο)~ δύσπιστη

Παρόλ` αυτά συνετή, αγνοώντας

 

Πως ένας άγγελος ίσως διαλέξει να φεγγοβολήσει

Άξαφνα δίπλα μου. Γνωρίζω μόνο πως ένας κόρακας

Που τακτοποιεί τα μαύρα φτερά του μπορεί να λάμψει τόσο

Ώστε ν` αδράξει τις αισθήσεις μου, ν` ανασηκώσει

Τα βλέφαρά μου, και να μου παραχωρήσει

 

Μια σύντομη ανάπαυλα από το φόβο

Της απόλυτης ουδετερότητας. Με λίγη τύχη ,

Μοχθώντας επίμονα μέσα απ` αυτή την εποχή

Της κόπωσης,

Θα συρράψω ένα κάποιο κίβδηλο,

 

Περιεχόμενο. Τα θαύματα συμβαίνουν,

Αν σ` αρέσει να αποκαλείς αυτά τα σπασμωδικά

Τεχνάσματα ακτινοβολίας θάυματα. Η αναμονή άρχισε ξανά,

Η μακριά αναμονή για τον άγγελο,

Γι` αυτή τη σπάνια , τυχαία κάθοδο.

 (Sylvia Plath, Ποιήματα, Κέδρος)

 

 

 

  1. -Μενέλαος Λουντέμης, «Μαύρη αγνωμοσύνη»

Ακούστε κει! Να συκοφαντούν τους πολέμους!
Να τους λένε «σφαγεία» και «μακελειά».
Μα αν ήταν έτσι,
τότε γιατί τα νιάτα του κόσμου
μπαίνουν στη φωτιά τραγουδώντας
και με λουλούδια στο ντουφέκι;
Ε;

Στο Βιετνάμ, λέει, φούρνισαν μωρά.
Συκοφαντία! Αγνοούν ως φαίνεται γεωγραφία.
Δεν ξέρουν πως στους Τροπικούς
τα μωρά γεννιούνται μισοψημένα.

Αγνωμοσύνη… Μαύρη αγνωμοσύνη!
Πιο μαύρη κι απ΄ τη φυλή των Μπουρούμπου
που την άσπρισαν τ΄ «αέρια».
Κι αντίς για ευχαριστώ
μας λένε γενοκτόνους!
Αδικία!

Κανείς, κανείς δε σκέφτηκε
τη μαστιζόμενη τάξη των Βιομηχάνων
που θ΄ αναγκαστούν να ρίξουν την παραγωγή
και θα πετάξουν τόσους εργάτες στο δρόμο.
Αλλά ποιος ποτέ –σ΄ αυτόν τον κόσμο τον άδικο-
συλλογίστηκε τη μοίρα του εργάτη;

(http://pandiera.gr/)

 

 

Post Navigation