Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Archive for the category “Πες το με ποίηση”

Πες το με ποίηση (198ο): «Τρέλα – τρελός»…

Το τραγούδι του τρελού, Μαρία Δημητριάδη

 

 

  1. ΔΕΣΜΟΙ

Ωραία Παράνοια, φτάνεις τη νύχτα, σύντροφε,

κι ανοίγεις τα κουτιά με τις εικόνες. Είναι οι δικές μου.

 

Μου τις ξαναφέρνεις σε ώρες της σπουδής, κι εγώ αποθέτω

ευθύς όλο το φόρτο του φθαρτού Λόγου της ημέρας κι αφοσιούμαι

σε ό,τι κομίζεις αλλαγμένο. Μαζί γευόμαστε, οι παλιοί εταίροι,

ό,τι χωρίς εσέ είναι στείρον. Αλλά πού πηγαίνεις
τις άλλες ώρες και, ενώ βιάζει ο χρόνος, τόσα μου αφαιρείς;

Ποια ορμή ακρασίας, προς ποιες οδούς σε απομακρύνει;

Πού μου πλανάσαι, τι καλύτερο σε απασχολεί, όταν η συνάφεια

μαζί μου, μόνη, σε περιάγει σε μυθώδη ισχύ;

Σε ποια σπατάλη δίδεσαι, όταν ο δεσμός μας

δεν επιτρέπει πλέον τις εκλείψεις σου; Καμώματα

δεν σου ταιριάζουν γυναικός·  ιδέα του κόρου

είναι από μένα τόσο ξένη, όσο τ’ απώτερα των άστρων·

 

είσαι η εστία του συμπλέγματος εκείνου,

που την αμφίβολη ύπαρξή μου συνιστά στον κόσμο·

 

είσαι το σχήμα και το χρώμα του σχεδίου μου, ενός σχεδίου,

που, δίχως την παρεμβολή σου, θα έμενε ό,τι οι κέραμοι

της αταξίας οι ερριμμένοι, ωραία Παράνοια.

ΤΑΚΗΣ ΠΑΠΑΤΣΩΝΗΣ

 

*Ακρασία: η, κατά τον Αριστοτέλη, ακράτεια (αντίθετο της εγκράτειας)

 

 

***

 

  1. ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ ΕΝΑΣ  ΤΡΕΛΟΣ

Εγώ είμαι ένας τρελός που μπροστά στις βιτρίνες

φαντάζομαι μια μεταμόρφωση του εαυτού μου

στου εραστού την προκλητικότητα να με οδηγήσει.

 

Εγώ είμαι ένας τρελός γιατί στο δίσκο της εκκλησίας

ποτέ δε ρίχνω δεκάρα μήπως εξευτελίσω

τους άμοιρους παπάδες, γιατί πάντα νομίζω

πως αυτοί πρέπει να τρέφονται μόνο με πνεύμα Κυρίου.

 

Εγώ είμαι ένας τρελός γιατί ποτέ δε σηκώνω

το λόγο μου πάνω από το ζεστό τόνο της ομιλίας.

 

Εγώ είμαι ένας τρελός γιατί δεν αρκούμαι

σ’  αυτό που βλέπω. Η απ’ έξω ομορφιά με τρομάζει

και ψάχνω να βρω μέσα στο καθετί αν υπάρχει.

 

Εγώ είμαι ένας τρελός γιατί βασανίζομαι

να πείσω τον άλλον να μου πει μιαν ομαλή καλημέρα.

 

Εγώ είμαι ένας τρελός γιατί έσπασα το ρολόι μου

νομίζοντας έτσι πως θα νικήσω το χρόνο.

 

Τέλος εγώ είμαι ένας τρελός γιατί ακόμα νομίζω

πως οι πόλεμοι γίνονται για να κερδηθεί η ελευθερία.

 

ΚΡΙΤΩΝ ΑΘΑΝΑΣΟΥΛΗΣ  (1916-1979)

 

 

***

 

  1. «Η Τρέλα η πολλή είναι εξαίσια Λογική –

στα Μάτια που γνωρίζουν να διακρίνουν –

Η Λογική η πολλή – η πιο ακραία Τρέλα –

Είναι σε τούτο η Πλειοψηφία,

 

Καθώς στο όλον που επικρατεί –

Συναίνεσε – και είσαι συνετός –

Εναντιώσου – παρευθύς κίνδυνος είσαι –

Και μ’ Αλυσίδες βρίσκεσαι δετός -».

 

ΕΜΙΛΥ  ΝΤΙΚΙΝΣΟΝ, [Επειδή δεν άντεχα να ζήσω φωναχτά, μτφ. Άρτεμις Γρίβα, Gutenberg, 2013

 
***

  1. ΤΡΕΛΟΣ

Είμαι – το ξέρω – λογικός.  Ω δεν μιλάω.
Σαν λάμψει η μέρα σβω το φως μου.
Αν ιδώ ένα φύλλο πούπεσε – εντός μου
λέω : είδα ένα φύλλο πούπεσε και… πάω

Τόσο πολύ! Προσέχω. Τ’ όντι
δεν έχω αντίρρηση καμιά. Χαρά μου
νάναι τα δυο διπλό απ’ το ένα. Νοερά μου :
πως είναι στρόγγυλοι – επιμένω – οι οριζόντοι.

Τρελός εγώ; Αστείο! Και στίχους
φιάχνω, και πάω πατώντας˙ ούτε λόγος
ότι όπως στρίβει ο δρόμος, αναλόγως
στρίβω να μη σκουντάψω πα στους τοίχους…

Λοιπόν δεν είμαι. Ωραία! Το ψέμα
μισώ. Τώρα εννοώ γιατί η καρδιά μου
έκανε τίκι – τακ για κείνηνα – στοχιά μου :
για να κυκλοφοράει μου το αίμα!

Πέθανε! Πώς την έλεγαν ξεχνάω…
– χάθηκε μαζί της η χαρά, το φως μου –
και είμαι τόσο λογικός που εντός μου
λέω : είδα ένα φύλλο πούπεσε – και πάω…

ΓΙΑΝΝΗΣ  ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ/ Εαυτούληδες, Άπαντες Στίχοι 1936 – 1970 ΕΠΤΑΛΟΦΟΣ Ε.Π.Ε. / 1970

 

***

  1. Η ΚΥΡΑ ΜΟΥ Η ΤΡΕΛΑ

Πώς ήταν έτσι, πώς μου εφάνη ως είχεν έμβει
κειο το βαπόρι μες στο λιμάνι με όκια τεφρά,
όπως το τύλιξε στ’ αχνά μετάξια της σιγά η ρέμβη
ως το ρυμούλκησε μειλίχιο η νύστα μου εκεί αλαφρά.

 

Ήρθε και στάθηκε μπερδικλωμένο σ’ αχνή τολύπη
κ’ ήταν σαν κάτι, κάτι ανείπωτο νάχε να πει,
κι ύστερα, παίρνοντας, σκυφτή επιβάτισσά του τη λύπη
ως ήρθε θάφευγε, με κυβερνήτη του τη σιωπή.

 

Κι η νύχτα έφτασε. Αχ, το βαπόρι μες στην ασβόλη,
τι τρέλα θάκανε ανεπανόρθωτη και μαγική;
Μη θα κεραύνωνε με μια του λέξη την έρμη πόλη
μη θα ξεμπάρκαρε τη φρίκη αμίλητη οτο μώλο εκεί;

 

Ή μη—βαρκάκια του—μ’ άσπρες κορδέλες σταυροδεμένα
φέρετρα θάστελνε όξω—σαν κύματα και σαν αφροί—
όπου θα κείτονταν της γης τα νήπια μαχαιρωμένα
ή όπου όλοι όσοι αγαπήθηκαν, θάσαν vεκροί;
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Τίποτα, τίποτα… Μα πώς έτσ’ ήταν, πώς μου εφάνη
αυτό το πλοίο; Στάθηκε αμίλητο μ’ όψη φριχτή,
κι έφυγε, ως τόφερε η Κυρά μου η τρέλα μες στο λιμάνι,
αυτή που παίρνοντας με από το χέρι με περπατεί…

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ, Τα Νέα Ελληνικά 1 [Ιανουάριος 1952]

 

 

Ποιος είν’ τρελός από έρωτα, Φλέρυ Νταντωνάκη

 

  1. ΕΙΜΑΙ ΤΡΕΛΗ ΝΑ Σ’ ΑΓΑΠΩ


Είμαι τρελή να σ’ αγαπώ, αφού πια έχεις πεθάνει,
να λιώνω στη λαχτάρα των φιλιών,
να νιώθω τώρα πως αυτό που μου’ δωσες δε φτάνει,
δε φτάνει η δρόσος των παλιών.

Με μιαν ασίγαστη μανία να θέλω ό,τι μου λείπει,
να θέλω ό,τι μου κράτησες κρυφό,
κι έτσι να δέρνομαι μ’ αυτό το μάταιο καρδιοχτύπι.
Στα μάτια σου την τρέλα να ρουφώ.

Τι θ’ απογίνω, αγαπημένε, που θα σε ζητήσω;
Άλλοτε οι μέρες φεύγανε στην προσμονή σου σκιές.
Αιώνες καρτερώντας σε μπορούσα να διανύσω,
με τ’ όνειρό σου οι πίκρες μου γλυκιές.

Πού να’ σαι; Τι ν’ απόμεινε από σε να το ζητήσω;
Πού να’ ναι το στερνό μου αυτό αγαθό;
Ω, δεν μπορεί μια ολόκληρη ζωή γι’ αυτό να ζήσω,
και μάταια καρτερώντας να χαθώ.

Άνοιξη! Ο ήλιος χρυσαφιού πλημμύρα. Μάγια, μύρα
παντού, και σ’ αγαπώ, σε καρτερώ.
Βραδύνεις κι υποψιάζομαι, ζηλεύω, δε σου πήρα
όλης σου της ψυχής το θησαυρό.

Τα λόγια σου! Ω τα λόγια σου, μια υπόσχεση που καίει,
μια υπόσχεση που αργεί πολύ να ‘ρθεί.
Τ’ ακούω παντού, δεν παύουνε. Μέσα τους κάτι κλαίει,
μέσα τους τρέμει η αγάπη σου, προτού μοιραία χαθεί.

Τα λόγια σου με μέθυσαν τη μέθη του θανάτου
κι ακόμα δεν εσίγασαν. Μιλούν
και με τρελαίνουν, με μεθούν, με φέρνουν πιο σιμά σου,
ενώ πιο ακαταμάχητα στην ύπαρξή καλούν.

Αγαπημένε, αν τη ζωή τη δώσω πίσω, πε μου,
τι θα ωφελήσει, αφού δε θα σε βρω;
Δε λογαριάζω τη ζωή, μα πώς μπορεί, καλέ μου,
να σβήσει πια η αγάπη μου; Και να μη σ’ αγαπώ,

ενώ θα ‘ναι Άνοιξη παντού που ακούστηκε η φωνή μας
να επικαλείται τον αιώνιον έρωτα, και μείς
στεφάνι να του πλέκουμε με μόνο το φιλί μας,
μέσα στο γιορτασμό λατρείας θερμής.

Ω ! δε μου δίνει ο θάνατος καμιά, καμιάν ελπίδα,
και μου τις έσβησε η Ζωή σα μια ψυχρή πνοή.
Τώρα μου μένει στου έρωτα την άγρια καταιγίδα
να ιδώ να μετρηθούν για με θάνατος και ζωή. 

ΜΑΡΙΑ  ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ

 

***

 

  1. Ο ΤΡΕΛΟΣ

νας τρελς καθότανε στν εσοδο
τ νύχτα πόψε κα μιλοσε,
μιλοσε βιαστικ κι᾿ ταν πόσταινε
κάποτε, σκεφτικ χαμογελοσε.

 

Μιλοσε γι τ γνώση, τν νόμαζε
τν πρώτη δυναμία τν νθρώπων.
«Μ
θ μιλήσω πόψε κι᾿ ς μ δέσουνε,
ξέρω τ μυστικ τν γιων τόπων!

 

»Ξέρω λο μυστικ κα γύρω μου φοβα
θ τ βροντοφωνήσω πάλι.
Α, μουν τρελλς τόσον καιρ πο σώπαινα
κι᾿ ατ μοχουν βαρύνει τ κεφάλι.

 

»Φίλε μου νσαι πλς πολυλογάς
χωρς οσία, θσαι βάρος.
Φρόντιζε νσαι πι πικίνδυνος
κα μόνος σου ν παίρνς θάρρος.

 

»Νχς καρδι κι᾿ λο ν εφραίνεται
μ᾿ ασθημα κα φιλοτιμία,
ενεν καρτερς τ θάνατο
κα νρθη μία λιποθυμία!!!

 

»Εδες φουκαρς τζίτζικας
ψόφησε χτς π ελικρίνεια.
Τ
λέγε ληθιν κ᾿ πίμονα
κα μες τ παίρναμε γι γκρίνια.

 

»Στ τέλος σκασε π εγένεια
κ᾿ πίσημα κυλίστηκε στ χμα
Α φαλοι, δ θ μο τ κλείσετε
ποτ τ᾿ χρεο μου τ στόμα!»

 

Κα τλεγε τόσο ρεμα
τόσο γλυκ ματιά του φωτοβόλει,
γελο
σε ξαφνικ κ᾿ τσι χαρούμενα
σ νταν καρδιά του περιβόλι!

 

ΜΑΡΙΑ ΠΟΛΥΔΟΥΡH

 

 

 

Tρελή κι αδέσποτη

 

 

  1. Ο ΤΡΕΛΟΣ ΤΟΥ ΠΕΖΟΔΡΟΜΙΟΥ

Όταν τα έργα όλα που έχουν φτάσει
Από την κούνια ως στον τάφο
Αρχίζουν απ’ τον τάφο να γυρνούν στην κούνια·

 

Όταν οι σκέψεις που ένας τρελός
Έχει τυλίξει επάνω σε καρούλι
Είναι μόνο αξετύλιχτο νήμα, μόνο αξετύλιχτο νήμα·

 

Όταν κούνια και καρούλι θα ‘χουν φύγει
Κι εγώ, μια απλή σκιά απομείνω τελικά
Με πράγματα γεμάτη
Διάφανα σαν τον αέρα,
Θα  βρω νομίζω
Μια πιστή αγάπη, μια πιστή αγάπη.

 

WILLIAM BUTLER YEATS, μτφρ. Άντρια Γαριβάλδη

 

  1. Η  ΤΡΕΛΗ

Ετούτη η τρελή κόρη  που αυτοσχεδιάζει τη μουσική της

την ποίησή της, χορεύοντας στην ακροθαλασσιά

με την ψυχή της τώρα χωρισμένη

και σκαρφαλώνει, πέφτει, χωρίς να ξέρει πού

 

και κρύβεται σ’ ενός ατμόπλοιου τ’ αμπάρι

με γόνατο σπασμένο, η κόρη αυτή, δηλώνω εγώ,

είναι κάτι ωραίο κι υψηλό, κάτι

ηρωικά χαμένο που ηρωικά έχει βρεθεί.

 

Δεν έχει σημασία ποια συμφορά τη βρήκε∙

την τύλιξε μια μουσική απελπισμένη

και τυλιγμένη τυλιγμένη μες στο θρίαμβό της

εκεί που στοίβαζα δεμάτια και καλάθια

έβγαλε μια φωνή παράξενη τραγουδιστή:

 

«Αχ θάλασσα που θάλασσα ποθείς, θάλασσα πεινασμένη».

 

WILLIAM BUTLER YEATS, Μετ : Σ π ύ ρ ο ς  Η λ ι ό π ο υ λ ο ς   (Οκτ. 2011)

 

 

***

 

  1. ΤΡΕΛΟΙ ΣΑΝ ΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ ΚΑΙ ΤΟ ΧΙΟΝΙ

 

Μαντάλωσε και κλείσε το παντζούρι,

Γιατί ο απαίσιος άνεμος φυσά:

Ο νους μας είναι στην ακμή του αυτή τη νύχτα,

Κι εγώ, όπως φαίνεται, ξέρω καλά

Πως όλα έξω από μας είναι

Τρελά σαν την ομίχλη και το χιόνι.


Ο Οράτιος, εκεί, στέκεται πλάι στον Όμηρο,
Ο Πλάτων από κάτω έχει σταθεί,
Κι εδώ είναι του Τύλλιου η ανοιχτή σελίδα.
Πόσα χρόνια πριν εγώ κι εσύ
Ήμασταν δυο αγράμματοι έφηβοι,
Τρελοί σαν την ομίχλη και το χιόνι;

Ρωτάς τι έχω και στενάζω, παλιέ φίλε,
Τι έχω και ριγώ;
Ριγώ κι αναστενάζω γιατί νιώθω
Ότι ακόμη και ο Κικέρων
Κι ο Όμηρος με το πολύπτυχο μυαλό ήταν
Τρελός σαν την ομίχλη και το χιόνι.
 

 

WILLIAM BUTLER YEATS, μτφρ. Ιωάννης Στούπας

 

Τρελή κι αλλοπαρμένη – Χαρούλα Αλεξίου

 

 

  1. ΜΑΚΑΡΙΟΙ ΟΙ ΙΣΟΡΡΟΠΗΜΕΝΟΙ

Μακάριοι οι ισορροπημένοι, εκείνα τα παράξενα όντα.
Εκείνοι που δεν είχαν μια μάνα τρελή, έναν πατέρα μεθύστακα,
ένα γιο εγκληματία,
Ένα σπίτι πουθενά, μια άγνωστη αρρώστια,
Εκείνοι που ψήθηκαν από έναν παράφορο έρωτα,
Εκείνοι που έζησαν τα δεκαεφτά πρόσωπα του χαμόγελου και κάτι παραπάνω.

 

Οι γεμάτοι παπούτσια, οι αρχάγγελοι με καπέλο,
Οι ευχαριστημένοι, οι χοντροί, οι χαριτωμένοι,
Οι τραλαλά και οι οπαδοί τους, εκείνοι που γιατί όχι, οι “παρακαλώ περάστε”,
Εκείνοι που κερδίζουν, εκείνοι που αγαπιώνται ίσαμε τη λαβή,
Οι φλαουτίστες που συνοδεύονται από ποντικούς,
Οι πωλητές και οι αγοραστές τους,
Οι καβαλιέροι ελαφρώς υπερανθρωπίζοντες,
Οι άντρες που είναι ντυμένοι με βροντές και οι γυναίκες με αστροπελέκια,
Οι λεπτοί, οι μυαλωμένοι, οι φίνοι,
Οι αγαπητοί, οι γλυκοί, οι βρώσιμοι και οι πόσιμοι.
Μακάρια τα πουλιά, η κοπριά, οι πέτρες.

 

Αλλά αφήστε ελεύθερους αυτούς που δημιουργούν τους κόσμους και τα όνειρα,
Τις αυταπάτες, τις συμφωνίες, τις λέξεις που μας διαλύουν
Και μας ξαναφτιάχνουν, τους πιο τρελούς κι απ’ τις μανάδες τους,
πιο μεθύστακες κι από τους πατεράδες τους
Κι ακόμα πιο εγκληματίες κι απ’ τους γιους τους,
Και πιο ψημένους από παράφορους έρωτες.
Ας τους κρατήσουν τη θέση τους στην κόλαση, και φτάνει.

 

Roberto Fernadez Retamar, Μτφρ. Ρήγας Καππάτος

 

 

***

  1. ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΒΑΡΟΣ ΤΩΝ ΤΡΕΛΩΝ

Φυσάμε ξεφυσάμε

Δε βγαίνει ο βράχος από μέσα μας

Οι τρελοί

γεννιούνται

από τις πέτρες

που πετάχτηκαν ένα απόγευμα αφηρημένα

από ια παρέα παιδιών

καθώς αυτά συζήταγαν με πάθος

να φτιάξουνε μια συμμορία

κι έτσι δεν κατάφεραν

να κάνουν γκελ στη θάλασσα

 

δε γκελάρουν όλοι οι άνθρωποι

να προσέχετε τις πέτρες που πετάτε

 

ΣΑΜΣΩΝ ΡΑΚΑΣ

 

 

Είδα Του Τρελού Τα Κλάματα – Φωτεινή Βελεσιώτου

 

 

13.ΣΤΙΧΟΙ ΤΟΥ ΦΡΕΝΟΚΟΜΕΙΟΥ

Μέσ᾿ στ στήθια συμφορ
σν τ κμα πλημμυρ,
σέρνω τ
βαρύ μου βμα
σ᾿ να μνμα!

 

Σν μ᾿ ρπάχθηκε χαρ
πο χαιρόμουν μι φορ
τσι σ μίαν ρα
μέσ᾿ σ᾿ ατν τν χώρα
λα λλαξαν τώρα!

 

Κι᾿ π τότε πο θρην
τ ξανθ κα γαλαν
κα οράνιο φς μου,
μετεβλήθη ντός μου
κα ρυθμς το κόσμου.

 

Μέσ᾿ στ στήθια συμφορ
σν τ κμα πλημμυρ,
σέρνω τ βαρύ μου βήμα
σ᾿ να μνμα

 

Τν σταυρ τν ψηλ
γκαλιά, γλυκοφιλ
τ μυριάκριβο νομά της,
κι᾿ π᾿ τ χώματά της

 

φωνή της χρυσ
μ καλε «λα κα σ
δίπλα στ ξανθ παιδί σου
κα κοιμήσου!»

 

ΓΕΩΡΓΙΟΣ  ΒΙΖΥΗΝΟΣ

 

***

14.ΤΑ ΧΡΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΤΡΕΛΑΣ

μαθαίνω τα χρώματα της τρέλας καρφωμένη

σε μια καρέκλα με ισορροπημένα τα κουρδισμένα

χέρια μου πάνω σε μια γραφομηχανή καρφωμένη

σ’ ένα τετράγωνο τραπέζι μέσα σ’ ένα τετράγωνο

δωμάτιο καρφωμένο σ’ ένα τετράγωνο σπίτι μέσα

σ’ ένα τετράγωνο κόσμο

 

ΜΥΡΤΩ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ, Το ζώο που κρύβω και άλλα πλάσματα (1987) [Ενότητα άλλα πλάσματα]

 

 

Γιώργος Νταλάρας – Τρελοί και Άγγελοι (Ντύλαν Τόμας)

  1. ΟΙ ΤΡΕΛΟΙ ΤΗΣ ΟΜΟΡΦΙΑΣ

    Γράφω γι’ αυτούς

που περπατούν μόνο μεσάνυχτα

για να μην φαίνονται οι πληγές στα πόδια,

 

γράφω γι’ αυτούς

που κάνουν τους άλλους επιβάτες ν’ απορούν

γιατί κλαίνε δίχως λόγο στο αστικό λεωφορείο,

 

γράφω γι’ αυτούς

που απ’ το χάιδεμα ενός άλλου χεριού στην πλάτη τους

διάλεξαν το τρίψιμο του σκοινιού στον σβέρκο,

 

γράφω γι’ αυτούς

που τους είπανε τρελούς

επειδή έσπασαν το κεφάλι τους στα σύννεφα

επειδή έχωσαν στον άνεμο τα δόντια τους

επειδή ουρλιάζουν κλεισμένοι στο ασανσέρ του έκτου ορόφου

μιας γυψωμένης πολυκατοικίας του ’60.

 

Γράφω γι’ αυτούς

που πόθησαν την ομορφιά,

μα μείναν με την όρεξη.

Χρήστος Αρμάντο Γκέζος, «Ανεκπλήρωτοι Φόβοι», Πολύτροπον, 2012

 

ΑΣΤΟΝ ΤΡΕΛΟ ΣΤΗΝ ΤΡΕΛΑ ΤΟΥ – ΜΑΝΩΛΗΣ ΜΗΤΣΙΑΣ

 

 

 

  1. ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΤΡΕΛΟΥ

 

Ο ήλιος ζει στον ουρανό, το φίδι ζει στη γη.
Xωρίς ασπίδα και κοντάρι προχωρώ.
Mου αρκεί το ψάθινο καπέλο που φορώ.
Mου αρκεί το καλαμένιο μου ραβδί.

 

Στον κόσμο τον μικρό και τον απέραντο
γυμνό μ’ ηύρε το βράδυ και απένταρο.
T’ αρχαία μου τα σύνεργα κοιτώ στον ουρανό:
Tον Tρίποδα, την Άμαξα, το Στέμμα. Προχωρώ.
Kοντά στον Eφταπάρθενο Xορό
σ’ ένα φαράγγι άστρων σκοτεινό
η κουκουβάγια με ρωτά καθώς περνώ:

 

“Xουχουχουχούου, χου;”. Δεν απαντώ,
γιατί πιο πέρα στη σκιά του Γαλαξία
με περιμένει η πανέμορφη Eυδοξία.

 

Στον Mπεντελγκέζε ορκίζομαι τον Mέγα
ομώνω στον Ωρίωνα και στον Bέγα
είμαστε οι πρώτοι άνθρωποι και οι στερνοί θεοί
εγώ το Άλφα είμαι και τ’ Ωμέγα εσύ.
Aπ’ της Γυναίκας και του Άντρα τη λατρεία
είναι που ανθίζουν τα κλαδιά του Γαλαξία.

 

Mέσα στο χέρι της το χέρι μου κρατεί
και περπατάμε στην απέραντη τη γη.
Ποιον θα μπορούσε η γύμνια μας τάχατες να πειράξει
όταν τη λάμψη μας ουδείς αντέχει να κοιτάξει;

 

ΓΙΑΝΝΗΣ  ΥΦΑΝΤΗΣ

 

 

***

 

  1. ΤΡΕΛΟΣ  ΕΠΙΒΑΤΗΣ

 

«Άλλαξε πορεία, δυστυχισμένε» –

Φώναξε ο τρελός επιβάτης στον οδηγό

«Δεν τα βαρέθηκες, τόσα χρόνια, αυτά τα πληκτικά

Σύρε κι έλα; Αριστερά το τιμόνι, όλο αριστερά

Προς το απέραντο θαλασσί που αφρίζει».

 

Οι ταξιδιώτες τινάχτηκαν απ τον ύπνο

Και ζήτησαν απ τον επόπτη να διατάξει έξωση.

Ο τρελός επιβάτης γύρισε και τους κοίταξε

Με βαθιά επιείκεια. Είταν όλοι τους

Σχεδόν πεθαμένοι.

 

«Κουβαλάμε απ την αφετηρία το σάπιο φορτίο» –

Ξαναφώναξε με μανία στον οδηγό

Κι άρπαξε το τιμόνι, το ‘στριψε στον γκρεμό

Άνοιξε τις πόρτες του λεωφορείου,

Κι οι νεκροί επιβάτες κατρακύλησαν στο σκοτάδι.

 

ΣΤΕΛΙΟΣ  ΓΕΡάΝΗΣ

 

 

***

 

  1. ΒΑΝ ΓΚΟΓΚ

 

Τους αγαπάω τους τρελούς,
μιλούν με το φεγγάρι ·

ενώ εμείς κοιμόμαστε,
αυτοί κόβουν τις φλέβες τους

ή το αφτί τους
τρυφερά
και το προσφέρουνε.

 

ΧΡΙΣΤΟΣ ΛΑΣΚΑΡΗΣ

 

 

Στη σκέψη της τρελής – Γεράσιμος Ανδρεάτο

 

 

 

  1. Η ΤΡΕΛΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ


Η τρελή εξακολουθεί να ουρλιάζει,
να κραυγάζει, η τρελή.
Αποτολμώντας μια ακόμη προσπάθεια
να συγκρατήσει τις λέξεις που χάνονται.

 

Παραδίπλα ο τουρίστας
φωτογραφίζει ένα άγαλμα,
απέναντι μια γριά
κοιμάται στο παγκάκι.

 

Κι η τρελή εξακολουθεί να ουρλιάζει,
να κραυγάζει, η τρελή.
Η τρελή της πόλης.

 

ΝΙΚΟΣ  ΜΟΣΧΟΒΑΚΟΣ

 

*Η ανάρτηση είναι της καλής φίλης και συνεργάτιδας του νπλογκ, Αγγελικής!

 

Advertisements

Πες το με ποίηση (197ο): «Έρχομαι»….

 

-«Έρχεσαι

και φεύγεις

πεταρίζοντας

στο σκοτάδι

πυγολαμπίδα-χορεύτρια

φωτεινή και μαγεμένη.

Εγώ πάλι,

λάμπα σταθερή

μονίμως αναμμένη

σε ελκύω.»

(Μαρίας Πέστροβα)

 

 

-«…Κι ἐσὺ περιμένεις ἕνα γράμμα ποὺ δὲν ἔρχεται
Μιὰ μακρινὴ φωνὴ γυρνᾶ στὴ μνήμη σου καὶ σβήνει
Κι ἕνας καθρέφτης μετρᾶ σκυθρωπὸς τὴ μορφή σου
Τὴ χαμένη μας ἄγνοια, τὰ χαμένα φτερά.»
(Μανόλης Αναγνωστάκης)

 

 

-«Ναι, ξέρω από πού έρχομαι!

Αχόρταγος σαν την φωτιά

καίγομαι και αναλώνω τον εαυτό μου.

Ό,τι πιάνω γίνεται φως

Ό,τι αφήνω γίνεται στάχτη:

Φλόγα είμαι, σίγουρα!»

(Friedrich Nietzsche)

 

 

 

-Μιχάλης Γκανάς, [Το ποίημα έρχεται από μακριά…]

«Το ποίημα έρχεται από μακριά
δεν ξέρεις αν χορεύει ή παραπατάει.
Μοιάζει ανάρρωση γλυκειά
με απουσίες δικαιολογημένες
μέρα που λείπουν όλοι από το σπίτι
κι οι θόρυβοι ακούγονται αχνά
μέσα και έξω από το σώμα.
Ο ήλιος συνομήλικος και σκασιάρχης
καπνίζει σιωπή
και φυσάει γύρη στο δωμάτιο.
Σιγά σιγά το ποίημα μεγαλώνει
με πόνους με χαρές και λύπες
και ξανά χαρές ώσπου κάποτε
βλέπει τις πρώτες άσπρες λέξεις
και τυφλώνεται.
Με τέσσερις αισθήσεις γυρίζει ή με έξι
ραβδοσκοπώντας φλέβες τ’ ουρανού
ώσπου σκοντάφτει στον προτελευταίο στίχο.
Αυτός ο στίχος είναι αχθοφόρος
που σηκώνει στις πλάτες του το ποίημα
και σταθερός βατήρας για τον τελευταίο στίχο
που παίρνει φόρα και πηδάει στο κενό.
Ο τελευταίος στίχος δεν μένει πάντα τελευταίος.
Κάποτε γίνεται ο πρώτος στίχος ενός ποιήματος
που γράφει κάποιος αναγνώστης.»

 (Μιχάλης Γκανάς, Ο ύπνος του καπνιστή)

 

 

 

-Γιάννης Ρίτσος, «Όταν έρχεται ο ξένος»

 (αποσπάσματα)

«Την ώρα που μέναμε κλεισμένοι στη μεγάλη κάμαρα με τους σκεπασμέ- νους καθρέφτες, ήρθε Εκείνος, ακάλεστος, ξένος – τι ζητούσε; Εμείς δε θέλαμε να δούμε, ν’ ακούσουμε, να τον αναγνωρίσουμε. Το σκονισμένο του ρούχο ελεητικό – δε ζητούσαμε εμείς ευσπλαχνία – τα λιωμένα παπούτσια του απαιτούσαν συμπάθεια, – δεν είχαμε εμείς να δώσουμε τίποτα – ξένος, ακάλεστος, αμέτοχος στη λύπη μας, ήρθε να λυπηθεί εμάς, πίσω απ’ τα σκονισμένα γένεια του τρεμόφεγγαν τ’ αστέρια του χαμόγελου μ’ αυτή την αυταρέσκεια της επιείκειας, με τη συγκατάνευση της αρχαίας δοκιμασίας του, σα ναλέγε: «Κι αυτό θα περάσει», όπως οι κεντημένες μπάντες στους τοίχους των παλιών σπιτιών σμίγοντας μια νοικοκυρίστικη σοφία με πολλά παράταιρα μεταξωτά λουλούδια τριαντάφυλλα, γαρύφαλλα, πανσέδες (όχι μενεξέδες) κ’ οι κορδέλες ολόγυρα οι κεντημένες κίτρινες. Τι ήθελε;

Κι αν έχουμε δε θέλουμε να δώσουμε τίποτα. Ας μας αφήσουν επιτέλους στο σεπτό σεβάσμιο πένθος μας, στο θάνατό μας, στην περιφάνεια μας να μη δειλιάζουμε μπροστά στις σκιές των πρα- γμάτων, να μας αφήσουν να εξαντλήσουμε τη στάση της γονυκλησίας μας, ακούγοντας παρήγορο τον ξυλοφάγο στις γωνιές της σιωπής. Να φύγει είπαμε, ξένος, ακάλεστος, ύπουλος, – υποκρινόταν το φτωχό για να πιστέψουμε στον πλούτο μας, να μη μας ταπεινώσει, να μας δωροδοκήσει με την ορφάνεια του, με την αχάμνια του (έδειχνε κιόλας τα γυμνά πλευρά του, το φαρδύ του στέρνο) για ν’ αποσπάσει από μας ένα χαμόγελο πάλι, μια νέα μαρτυρία ζωής. …………………………………………………………………….

Έξω απ’ το παράθυρο φωτίζονταν ο αντικρινός τοίχος κάτασπρος με το διαγώνιο ήλιο, τραβούσε το βλέμμα, τραβούσε την ακοή, δεν ακούγαμε το ίδιο μας το κλάμα. Εκείνα που χάσαμε και χάνουμε, έλεγε, εκείνα που έρχονται, προπάντων εκείνα που φτιάχνουμε, είναι δικά μας, μπορούμε να τα δώσουμε, – έτσι έλεγε – ακάλεστος, ξένος, απαράδεχτος, κι είταν τα λόγια του σα μια σειρά σταμνιά σε νησιώτικα παράθυρα γερά, καλόκαρδα σταμνιά, ιδρωμένα, θυμίζοντας το δροσερό νερό σε νεανικά στόματα κι ας αρνιόμαστε το νερό και τη δίψα μας – θυμίζανε, ή τις γλάστρες με τα βασιλικά, τα γεράνια, την αρμπαρόριζα, την ώρα που βραδιάζει και γυρίζουν τα ζώα απ’ τη βοσκή κι ο χρόνος είναι μαλακός κι απέραντος, διακεκομμένος μόνο απ’ τα κου- δούνια των προβάτων -διάφορα μέταλλα, διάφοροι ήχοι, διάφορη απόσταση, πιστοποιώντας την απεραντοσύνη σε κάθε κατεύθυνση μπροστά ή πίσω, απ’ τονα ή τ’ άλλο πλάι, πάνω ή κάτω.

Η στιγμή δεν ήταν πια ένα κλείσιμο μα το κέντρο μιας έκτασης μ’ άπειρη περιφέρεια πέρα απ’ τα βουνά και τον ορίζοντα, πίσω απ’ το χτες και το αύριο, πέρα απ’ το χρόνο, σ’ όλο το χρόνο τον πεθαμένο και τον αγέννητο, πάνω απ’ τον καπνό των βραδινών καπνοδόχων που μοσκοβολούσε ταπεινότητα, καρτερία, μετριοπάθεια, πέρα, πάνω απ’ τους λύχνους που ανάβαν πριν απ’ τ’ άστρα, πάνω απ’ τ’ άστρα πού άναβαν πριν απ’ την προσοχή μας και τη γνώση μας –

Ευτυχισμένα τ’ άστρα, πράα, ευοίωνα, δίχως καθόλου προαίσθημα θανάτου, δίχως καθόλου θάνατο. …………………………………………………………………….

Όλα δικά μας, – είπε ο Ξένος. Όλα του κόσμου τούτου – και τους νεκρούς μας τους κουβαλάμε μέσα μας χωρίς ο χώρος να στενεύει, χωρίς να βαραίνουμε – συνεχίζουμε τη ζωή τους απ’ τις βαθιές στοές και τις έρημες ρίζες, τη δική τους ζωή, τη δική μας ακέρια μες στον ήλιο. Τότε ακριβώς είναι που γίνεται μια μεγάλη ησυχία, μια μεγάλη διφάνεια, διακρίνονται πέρα τα γαλανά νησιά και τα νησίδια που ποτέ ως τότε δε φάνηκαν κι ακούγεται ευδιάκριτα η χορωδία των μικρών κοριτσιών απ’ την αντί- πέρα όχθη των μικρών κοριτσιών που φύγανε νωρίς, αφήνοντας μισοτελειωμένη την πρώτη τους συνομιλία με μια μαργαρίτα.

Σας έλεγα, λοιπόν, πως δεν υπάρχει ο θάνατος, – τελείωσε ο Ξένος ήμερα, απλά, τόσο που εμείς χαμογελάσαμε χωρίς δισταγμό, δε φοβηθήκαμε τους σκεπασμένους καθρέφτες. Ενας τρίγωνος ήλιος στον απέναντι τοίχο είχε επιμηκυνθεί, φωτιζόταν ολόκληρο το βορινό δωμάτιο από μια μόνιμη αντανάκλαση. Μας πήρε το άρωμα από βουνά καρπών που ξεφόρτωναν στα μανάβικα. Ακούσαμε τους χτύπους στο γειτονικό σιδεράδικο και τα τραμ που έστριβαν δίπλα στα κρεοπωλεία.

Είχαμε την ισόρροπη αίσθηση μιας αφάνταστης ειρηικής συγκομιδής από μεγάλες, τετράδιπλες, ζαχαρωμένες ντομάτες, τοποθετημένες με προσοχή και τάξη σε ορθογώνια καφάσια που μεταφέρονταν απ’ τις αγροτικές περιοχές ίσα στις αγορές των πόλεων και στα πολύ- βουα λιμάνια. Πελώρια αυτοκίνητα τρέχαν στους ηλιόλουστους δρόμους σα μυστικά, ολοπόρφυρα βουνά. Σηκωθήκαμε, ξεσκεπάσαμε τους καθρέφτες, κοιταχτήκαμε, κι ήμασταν νέοι πριν από χιλιάδες χρόνια, νέοι ύστερ’ από χιλιάδες χρόνια, γιατί ο χρόνος κι ο ήλιος έχουν την ίδια ηλικία – την ηλικία μας, κι αυτό το φως δεν ήτανε καθόλου αντικατοπτρισμός μα το δικό μας φως φιλτραρισμένο μέσα απ’ όλους τους θανάτους.

Κι αυτός ο Ξένος ήταν πιο δικός μας…»

(Γ. Ρίτσος, 4η διάσταση, Κέδρος)

 

 

– Γιάννης Υφαντής, «Έρχομαι»

Στον Ivan Moody

Δεν ξέρω αν ο Ρίτσος ή ο Όμηρος
είναι που μ’ έπεισε να μπω στον Δούρειο Ίππο
έχοντας μόνο ένα σπαθί κι έναν καθρέφτη.

Έρχομαι από την έρημο εκεί όπου η άμμος
είναι η συντριβή κάθε μορφής.

Έρχομαι από τις Άρκτους, κουβαλώντας
ένα τσουβάλι άστρα και κρατώντας
στο χέρι μου μια μάσκα φεγγαριού.

Έρχομαι απ’ το καλύβι το πλεγμένο μ’ αστραπόκλα-
δα.
Έρχομαι από ‘να σπίτι καμωμένο από καθρέφτες.

Έρχομαι απ’ το φαράγγι το κυρτό όπως σπαθί
μισό από χιόνι και μισό από λουλούδια.

Έρχομαι από τις όχθες του βουνήσιου ποταμού
εκεί που καταρράχτες ασκητές
στέκονται όρθιοι μες στα πέτρινα πιθάρια.

Έρχομαι απ’ το Βορρά• με παγοπέδιλα
δυο μισοφέγγαρα, γλιστρούσα διαρκώς
πάνω στα χιόνια τρεις χιλιάδες χρόνια.

Έρχομαι απ’ των Τατάρων τις ορδές• είμαι ο στρα-
τιώτης
που ‘σφαξε τον Αττάρ κ’ είμαι επίσης
ο ίδιος ο Αττάρ και το μαχαίρι που τον έσφαξε.

Έρχομαι απ’ το μαύρο γαλαξία των μυρμηγκιών που
παρασέρνει
μια πεταλούδα πεθαμένη σα να είναι
ιστιοφόρο αγγέλου σα να είναι
ο Ίκαρος μετά από την πτώση του.

Έρχομαι από την Ελλάδα που με χέρι
την Πελοπόννησο ξαμώνει και σκορπά
γύρω της τα νησιά για να μην είναι
μόνη της απλωμένη μες στη θάλασσα.

Έρχομαι από την τρύπα ενός σάπιου κλωναριού
όπου ιερουργούσα με στολή άγριας μέλισσας
είτε φορούσα άμφια πεταλούδας.

Έρχομαι από το σούρουπο
της Θεσσαλίας,
όπου βόσκησα για χίλια χρόνια ένα κοπάδι από φωτιές.

Έρχομαι απ’ το βιβλίο του Αναξίμανδρου• σ’ αυτό
βρίσκομαι πάντα όπου κι αν πηγαίνω.

Με ρώτησαν από πού έρχομαι.
Τι να τους έλεγα;
Δεν θα με καταλάβαιναν
και τότε
θα μ’ οδηγούσανε δεμένο στον ψυχίατρο.

”Έρχομαι”, είπα, έτσι απλά, “απ’ το Αγρίνιο”,
κρύβοντας μες τη λέξη αυτή όσο μπορούσα
το “άγριος”, το “νι”, και προ παντός
το “ο”, που ‘ναι πηγάδι και παγίδα,
σπίτι μου και καθρέφτης και λαβύρινθος (μα ναι
ο πιο πολύπλοκος λαβύρινθος κι ας φαίνεται
τόσο απλό, ένα μικρό δαχτυλιδάκι).

(Γιάννης Υφαντής, Ναός του κόσμου, Εκδόσεις Δελφίνι)

 

 

-Σταύρος Βαβούρης, “Στον αστερισμό των εγκλίσεων και των χρόνων του ρήματος «Έρχομαι»”

 Που λέτε, μια ολόκληρη ζωή σχεδόν
από τον ένα άνυδρο και φυσικά παντέρημο πλανήτη
στον άλλο και στον άλλο του μεγάλου αστερισμού
των εγκλίσεων και των χρόνων
του ρήματος: έρχομαι.

«Έρχομαι» μου ’λεγαν δηλαδή
(έγκλιση οριστική και χρόνος Ενεστώς)
κι έπειτα «Ερχόμουνα» (σε Παρατατικό)
«μα μ’ έπιασε η βροχή».
«Ήρθα» σε χρόνο Αόριστο «αλλ’ είχες φύγει πια»
«θα ’ρθω και πάλι αν κατορθώσω» (Μέλλων).

Και μ’ όλα τ’ «αν», τα «θα» και τα «αλλά»
που συνοδεύαν Παρατατικό, Αόριστο και Μέλλοντα
είχα μια απεριόριστη πεποίθηση –πιστέψτε με–
(ήτανε χρόνοι Οριστικής – πώς ν’ αμφιβάλλεις;)
Αν και τότε ακόμα ο ερχομός τους
έμπαινε πια σε πλαίσια ιστορικά
μιας δηλαδή κατά το μάλλον κι ήττον πιθανής αφίξεως.

Ο Παρακείμενος με τον Υπερσυντέλικο
δε μ’ έπεισαν ποτέ βεβαίως.
Σε τι θα μ’ ωφελούσε άλλωστε;
Χρόνοι παρωχημένοι κι άσχετοι τελείως
με το τώρα ή το αύριο
που σε κάνουν παρανάλωμα.
«Έχω έρθει» κι «είχα έρθει»
Τ ό τ ε, μ’ άλλα λόγια
Και;
Το ζήτημα ήταν, τ ώ ρ α, τι γινόταν.
Τίποτα δε γινόταν, σήμερα τ’ απόγευμα
το βράδυ έστω αργά.
Οι χρόνοι της Οριστικής
τελειώσανε και κλείσανε
στο «τότε», στο «αν», στο «θα» και στο «αλλά».

Μετά οι σαθρές της Ευκτικής
και τόσο λίγο προσιτές ελπίδες
(να ’ρχόσουνα, να ’ρχόσουν και τι να ’ταν!)
Ουσιαστικά στηρίχθηκαν
στ’ ανύπαρκτα ερείσματα της Υποτακτικής:
«Αν έρθω»… «όταν έρθω»… «για να ’ρθω»…
Υποθέσεις δίχως θέσεις κι αποδόσεις·
σύνδεσμοι χρονικοί και τελικοί
χωρίς σκοπό, μετέωροι στο χάος του αορίστου
που διά μέσου τους μοιραία οδηγήθηκα
στης Προστακτικής τις παραισθήσεις.

Μ’ άλλα λόγια, ό, τι δεν ήταν εφικτό
με την Οριστική, την Υποτακτική
την Ευκτική (ναι, Θεέ μου, τόση ευχετική!),
είχα την ψευδαίσθηση ότι θα το πετύχαινα
προστάζοντας: «Να ’ρθεις. Ξεκίνα.
Είναι τέσσερις. Στις πέντε να ’σαι εδώ».

Ενώ η Προστακτική δεν είν’ επίτευξη·
πρόκειται για μια μονάχα ακόμα φαντασίωση
που διαρκεί ως τις πέντε, έξι το πολύ.
Περνάει καμιά φορά στις ικεσίες:
«ελέησον και σώσον, έλα» λόγου χάριν
και σε λίγες περιπτώσεις μόνο
λίγων τυχερών
γίνεται κυριολεκτική.
Μα ποιοι ’ναι κείνοι που προστάζουν
δίχως την ψευδαίσθηση μονάχα πως προστάζουν;

Στις νόθες καταστάσεις του Απαρέμφατου
προσπάθησα ένα διάστημα μετά
να βρω μια διέξοδο.
Μα τι σημαίνουν άραγε το «ιέναι» και το «ελθείν»;
Ότι έρχεσαι, ότι ήρθες, να ’ρχεσαι, να ’ρθεις,
ίσως και να ’ρχόσουνα, να ’ρθεις; αν έρθεις.
Γύριζα πλησίστιος στους υποθετικούς και τελικούς συνδέσμους
πάλι μ’ άλλα λόγια στα φαντάσματα της Υποτακτικής
και λίγα βήματα πιο πέρα
προσγειωνόμουνα γυμνός κι αμέτοχος
στης Μετοχής την μπλόφα:

ερχόμενοι κι ιόντες
εληλυθότες –α! ναι!- κι ελθόντες:
εκείνοι που έρχονται και θα ’ρχονται
μα θα τους πιάνει πάντοτε η βροχή στο δρόμο

που ήρθανε,
που θα ’ρθουν αν μπορέσουν πάλι.
Τέλος, όλοι κείνοι
που ’χουν κι είχαν έρθει
όταν οι πλανήτες των εγκλίσεων
και των χρόνων του ρήματος «έρχομαι»
όλοι τους, όλοι τους
μ’ είχανε κλείσει έξω απ’ την τροχιά τους.

(http://www.poiein.gr/archives/6949)

 

 

 

Μπουλώτης Χρήστος, «Να έρχεσαι στον ύπνο μου»

 Τώρα που μας χωρίζουνε βουνά από λόγια αλόγιστα και θάλασσες
να έρχεσαι συχνά στον ύπνο μου
Να ‘ρχεσαι πιο συχνά με αερόστατο, με ξύλινο τρενάκι,
με τρεχαντήρι υπερωκεάνιο, με τα πόδια…
να ‘ρχεσαι πάντως

Εξάπαντος να ‘ρχεσαι κάθε νύχτα με ρούχα ή χωρίς
«Σουσάμι άνοιξε» θα λέω τρις και θα σε μπάζω στ’ όνειρο

Στο ίδιο όνειρο, πολύχρωμα μπαλόνια
που τα πήρε ο αέρας να τα ταξιδέψει μακριά
μια πάνω και μια κάτω μεθυσμένα

Έλα στον ύπνο μου, σε περιμένω
να καθαρίζουμε παρέα φρέσκα φασολάκια,
να τρώμε καρμπονάρα, να σε ταΐζω μενεξέδες κουκουνάρια
και να σε πασπαλίζω φεγγαρόσκονη, θα δεις …

Ανάμεσα σε ερωτιδείς αγγέλους να πετάς εσύ,
μαζί κι εγώ

Κι αν θέλεις θα γινόμαστε ακροβάτες,
ηθοποιοί σε θίασο πλανόδιο, έλα …
Στο ίδιο όνειρο εμείς οι δυο να παίζουμε τρίλιζα
στο κατώφλι του καλοκαιριού

Σε πύργους από φίλντισι κι ακριβό βελούδο
να κυνηγιόμαστε στο μυρωμένο λιβάδι των αισθήσεων,
να σε φτάνω, να σ’ αγγίζω, να σε πιάνω

Να ‘μαι τα χέρια εγώ κι εσύ το πιάνο
και να σε τραμπαλίζω
και να σου φτιάχνω κούνια σ’ ανθισμένη κερασιά
να σε κουνώ, να σε ταρακουνώ

Μόνο να έρχεσαι στον ύπνο μου κάθε νύχτα
Τ’ άλλα θα στα πω στ’ αυτί
Γιατί τα όνειρα σαν τα θαύματα είναι
Βγαίνουν αληθινά αν τα πιστεύεις…

(http://dimitriosgogas.blogspot.gr/2012/07/blog-post_5910.html)

 

 

-Ν. Βρεττάκος, «ΚΑΙ ΦΕΥΓΟΝΤΑΣ ΕΡΧΕΣΑΙ»

 «Τώρα το ξέρεις: τα βουνά δεν μπορούνε
να μας χωρίσουν. Και φεύγοντας έρχεσαι.
Και φεύγοντας έρχομαι. Δεν υπάρχει άλλος χώρος
έξω απ’ το χώρο μας. Κι ο άνεμος είναι
η αφή των χεριών μας.
Καθώς ταξιδεύουμε,
εσύ στο βορρά, εγώ προς το νότο,
κοιτώντας τον ήλιο, ο καθένας μας έχει
τον άλλο στο πλάι του.»

(http://www.ainigma.net/gr/nikiforos-vrettakos/poihmata/)

 

 

-Ο. Ελύτης, «Ήρθαν ντυμένοι φίλοι»

 Ήρθαν
ντυμένοι φίλοι
αμέτρητες φορές οι εχθροί μου
το παμπάλαιο χώμα πατώντας
και το χώμα δεν έδεσε ποτέ με τη φτέρνα τους.

Έφεραν το Σοφό, τον Οικιστή, και το Γεωμέτρη,
βίβλους γραμμάτων και αριθμών,
την πάσα υποταγή και δύναμη,
το παμπάλαιο φως εξουσιάζοντας.
Και το φως δεν έδεσε ποτέ με τη σκέπη τους.

Ούτε μέλισσα καν δεν γελάστηκε

το χρυσό ν’ αρχίσει παιχνίδι
ούτε ζέφυρος καν, τις λεύκες να φουσκώσει ποδιές.

Έστησαν και θεμελίωσαν

στις κορφές, στις κοιλάδες, στα πόρτα
πύργους κραταιούς και επαύλεις
ξύλα και άλλα πλεούμενα,
τους νόμους τους θεσπίζοντας
τα καλά και συμφέροντα,
στο παμπάλαιο μέτρο εφαρμόζοντας.

Και το μέτρο δεν…
έδεσε ποτέ με την σκέψη τους.
Ούτε καν ένα χνάρι θεού
στην ψυχή τους σημάδι δεν άφησε
ούτε καν ένα βλέμμα ξωθιάς
τη μιλιά τους δεν είπε να πάρει.

Έφτασαν ντυμένοι «φίλοι»

αμέτρητες φορές οι εχθροί μου
τα παμπάλαια δώρα προσφέροντας.
Και τα δώρα τους άλλα δεν ήτανε
παρά μόνο σίδερο και φωτιά.
Στ’ ανοιχτά που καρτέραγαν δάχτυλα
μόνο όπλα και σίδερο και φωτιά.
Μόνο όπλα και σίδερο και φωτιά.

(Ο. Ελύτης, Άξιον εστί, Ίκαρος)

 

 

 

-Μπ. Μπρεχτ, «ΟΤΑΝ ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΚΑΙ ΠΕΦΤΟΥΝ ΣΑΝ ΒΡΟΧΗ ΤΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ»

 Όπως εκείνος που φέρνει μια σημαντική επιστολή στο γκισέ εκτός των ωρών εργασίας του ταχυδρομείου: και το γκισέ είναι κλειστό·

όπως εκείνος που θέλει να προειδοποιήσει την πόλη για την επερχόμενη πλημμύρα ‒ μιλάει ωστόσο ξένη γλώσσα: και κανένας τί λέει δεν καταλαβαίνει·

όπως ο ζητιάνος που χτυπάει για πέμπτη φορά την πόρτα εκείνη που του είχαν ανοίξει τις προηγούμενες τέσσερις: και μένει τώρα, την πέμπτη του φορά, πεινασμένος·

όπως ο πληγωμένος που τρέχει το αίμα του, ενώ περιμένει τον γιατρό: και το αίμα του συνεχίζει να τρέχει,

 

έτσι ερχόμαστε κι εμείς και γράφουμε και λέμε για τα κακά που έχουμε τραβήξει και για τα εγκλήματα που έχουμε υποστεί.

 

Την πρώτη φορά που αναφέραμε ότι σφάζανε τους φίλους μας με μέτρο και αραιά-αραιά, βγήκε μια κραυγή απόγνωσης και φρίκης. Είχανε σφάξει, τότε, εκατό. Όταν όμως ύστερα σφαχτήκαν χίλιοι, και τελειωμό δεν είχανε οι σφαγές, απλώθηκε παντού σιωπή.

 

Όταν έρχονται και πέφτουν σαν βροχή τα εγκλήματα, κανείς τότε δεν βγαίνει να φωνάξει Σταματήστε!

 

Όταν τα εγκλήματα γίνονται σωρός, γίνονται και αόρατα.

Όταν τα βάσανα είναι αβάσταχτα και θεριεύει ο πόνος, κραυγή από πουθενά δεν ακούγεται.

Γιατί και οι κραυγές… έτσι πέφτουνε κι αυτές… σαν βροχή, σαν βροχή καλοκαιριάτικη.

 (https://zbabis.blogspot.gr/2015/03/12-4.html)

 

 

-ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΑΡΤΙΝΗΣ 

14.

έρχομαι
με τις κραυγές των γλάρων στο σκοτάδι
φορώντας ένα σωσίβιο από κόκκινο γυαλί

έρχομαι μ’ έναν διερμηνέα που μιλά όλες τις γλώσσες του ουρανού
κι έχει ακριβώς ενενήντα εννέα ονόματα

έρχομαι
όπως το τελευταίο όνομα
ύστερα απ’ όλα τα ονόματα του κόσμου

πλατύς σας φράχτης έρχομαι
νωχελικός σαν τις ατέλειωτες ουρές του φαγητού
απόλυτος σαν συρματόπλεγμα κι απάνθρωπος

σαν ήλιος

(Χρήστος Μαρτίνης, Το ξένο φως, Αθήνα, Υποκείμενο)

 

 

 

 -Διονύσιος Σολωμός, [Κάκιωμα]

 

 «Πλέον δεν έρχομαι στο βρέφος

ωραιότητες γεμάτο,

σαν τραντάφυλλο δροσάτο

οπού ανοίγει αυγερινό.

 

Όχι, πλέον δε θέλω νά ’λθω,

ούτε αν έξαφνα αρχινήσει

λυπηρά να τραγουδήσει

τη Βοσκούλα στο βουνό·

 

ούτε αν ψάλλοντας το ιδούνε

τον πατέρα του να δείξει

και τα δάκρυα να σφουγγίξει

με το χέρι το μικρό.

 

Μόνον αν το πάρει η Μοίρα

και στενέψει εμέ να κλίνω,

τότες έρχομαι και δίνω

ένα φίλημα κι εγώ.»

 (http://www.greek language.gr/digitalResources/literature/tools/concordance/browse.html?cnd_id=10&text_id=2043)

 

 

Maya Angelou, «Όταν έρχεσαι σε μένα»

 

 «Όταν έρχεσαι σε μένα

Όταν έρχεσαι σε μένα, απρόσκλητος

Νεύοντας μου

Σε αλλοτινά δωμάτια

Εκεί που υπάρχουν οι αναμνήσεις

Προσφέροντάς μου, σαν σε παιδί, μια σοφίτα,

Συναντήσεις ελάχιστων ημερών,

Στολίδια κλεφτών φιλιών,

Ψεύτικα κοσμήματα από δανεικές αγάπες,

Μπαούλα μυστικών λέξεων,

 ΚΛΑΙΩ.»

 [Πηγή: www.doctv.gr]

 

 

 

-Ραφίκ Σαμπίρ, «ΑΠΟ ΠΟΥ ΕΡΧΕΣΑΙ»

 (στον Γιλμάζ Γκιουνέι)

 Σε τούτα τα μεσάνυχτα του κόσμου από πού ήρθες;

Πώς μπόρεσες ν’ αποτινάξεις τα δεσμά

και να υψωθείς σαν ήλιος μέσα απ’ την ομίχλη

του χειμώνα;

Χώρα πάγων ήταν εδώ. Εσύ από ποιον δρόμο ήρθες;

Εδώ ήταν ο τόπος της φωτιάς. Από πού μας ήρθες;

Το Κουρδιστάν ήταν γεμάτο άγριους λύκους

και το ‘πνιγε το έγκλημα. Ποιο δρόμο πήρες κι ήρθες;

Πως έμαθες, πού έμαθες τον πολιτισμό

και τραγουδάς ταχταρίσματα στη χώρα των λύκων;

Ποιο δρόμο πήρες και μας ήρθες;

Στην καταιγίδα ετούτη, στη νεροποντή, χαμένος σε όνειρα

είσαι; Ουράνιο τόξο είσαι; Τραίνο ονείρων είσαι;

Λιμός χτυπάει τον τόπο μας

ερείπια κατάντησαν οι εποχές

και συ τι είσαι μέσα στο χαμό;

Του ορίζοντα το πρόσωπο

ή του σταριού ένα φύτρο;

Κάποια καταχτημένη αυγή

θα ξυπνήσουμε μαζί σου και θα βρούμε

τα χνάρια της ταυτότητάς μας στα όνειρά σου.

Θα γεμίσουμε το Κουρδιστάν με αγάπη.

με ουράνια τόξα, ταχταρίσματα κι αλήθειες.

ΕΥΑ

Ήσουν φωτιά

μα μήτε μ’ έκαψες

μήτε με ζέστανες

Ήσουν ποταμός

μήτε μ’ έπνιξες

μήτε με νανούρισες στην αγκαλιά ενός από τα κύματά σου

Τώρα ακίνητος είσαι στρόβιλος

και μουγκρίζεις δέκα φορές τη μέρα

μα δεν με ξεκουράζεις λίγο

μήτε με παίρνεις έστω μια φορά μαζί σου.

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΟΠΛΟΥ

Είχα έναν μικρό γαλάζιο ουρανό

Οι καταχτητές μου τον πυρπόλησαν

Είχα ένα ρυάκι κόκκινο αίμα

ένα σακουλάκι μελένια όνειρα

και λίγα βιβλία

Μου τα λεηλάτησαν.

Μα όταν ήρθαν

το δέρμα να μ’ αλλάξουν

και το πρόσωπο

ντύθηκα το χιόνι και τον κεραυνό

φορτώθηκα στον ώμο την πατρίδα

και πήρα το δρόμο του όπλου.

 (http://www.cemilturan.gr/)

 

 

 

-Χάρης Παπασάββας , «ΕΡΧΕΣΑΙ…ΑΠΕΡΧΕΣΑΙ»


Στην έκρηξη της κηλίδας του ήλιου
έρχεσαι
στην έκρηξη του ηφαιστείου της σελήνης
απέρχεσαι.

Τ΄ αστέρια χωρίς πανοπλία
έλιωσαν σαν κεριά
στο φως της παρουσία σου.

Ο Κρόνος ξέφρενα στροβίλιζε
στα κόκκινα σου βήματα,
παπαρούνες φύτρωναν παντού,
και το τοπίο αγκάθινο στεφάνι
πέρα απ΄το σύμπαν εκτείνεται.

Στο λυκαυγές απροσκάλεστη περνάς
με λάμψη θαμπή,
πόθος και πάθος σε ουρά κομήτη
διακτινίζεσαι πάνω απ΄την ζωή μου,
στα όνειρα μου εισχωρείς,
σε ώρες νηνεμίας,
με τέλεια αρτιότητα συνουσιάζεσαι.

http://homouniversalisgr.blogspot.gr/2016/02/blog-post_40.html

 

 

 

 

Πες το με ποίηση (196ο): «Όνομα»….

 

1. Τ’ ONOMA  ΣΟΥ

Τ’ όνομά σου : ψωμί στο τραπέζι.
Τ’ όνομά σου : νερό στην πηγή.
Τ’ όνομά σου : αγιόκλημα αναρριχόμενων άστρων.
Τ’ όνομά σου : παράθυρο ανοιγμένο τη νύχτα στην πρώτη του Μάη.

 

Τ’ όνομά σου : ρινίσματα ήλιου.
Τ’ όνομά σου : στροφή από φλάουτο τη νύχτα.
Τ’ όνομά σου : στα χείλη των αγγέλων τριαντάφυλλο.
Τ’ όνομά σου : κουδούνισμα αλόγων που σέρνουν την άνοιξη πίσω τους.

 

Τ’ όνομά σου : βροχούλα στου σπορέα το μέτωπο.
Τ’ όνομά σου : περίσσευμα στου βοσκού την καλύβα.
Τ’ όνομά σου : τοπίο χωρισμένο με χρώματα.
Τ’ όνομά σου : δυο δρυς που το ουράνιο τόξο στηρίζει τις άκρες του.

 

Τ’ όνομά σου : ένας ψίθυρος απ’ αστέρι σε αστέρι.
Τ’ όνομά σου : ομιλία δύο ρυακιών μεταξύ τους.
Τ’ όνομά σου : μονόλογος ενός πεύκου στο Σούνιο.
Τ’ όνομά σου : ένα ελάφι βουτηγμένο ως το γόνατο σε μιαν άμπωτη ήλιου.

 

Τ’ όνομά σου : ροδόφυλλο σ’ ενός βρέφους το μάγουλο.
Τ’ όνομά σου : πεντάγραμμο στις κεραίες των γρύλων.
Τ’ όνομά σου : ο Ηνίοχος στην άμαξα του ήλιου.
Τ’ όνομά σου : πορεία πέντε κύκνων που σέρνουν την πούλια στα μεσούρανα.

 

Τ’ όνομά σου : Ειρήνη στα κλωνάρια του δάσους.
Τ’ όνομά σου : Ειρήνη στους δρόμους των πόλεων.
Τ’ όνομά σου : Ειρήνη στις ρότες των πλοίων.
Τ’ όνομά σου : ένας άρτος, βαλμένος στην άκρη της γης που περίσσεψε.

 

Τ’ όνομά σου : αέτωμα περιστεριών στον ορίζοντα.
Τ’ όνομά σου : αλληλούια πάνω στο Έβερεστ.

 

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ  ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

 

 

***

  1. Τ‘ ΟΝΟΜΑ ΣΟΥ ΠΡΟΦΕΡΩ

Τ’ όνομά σου προφέρω

μες στις σκοτεινές νύχτες,

σαν έρχονται τ’ αστέρια

να πιούνε στο φεγγάρι

και τα κλαδιά κοιμούνται

των κούφιων φυλλωμάτων.

Νιώθω, μ’ έχει κυκλώσει

η μουσική και το πάθος.

Ρολόι τρελό, που ψάλλει

ώρες νεκρές, αρχαίες.

 

Τ’ όνομά σου προφέρω τη σκοτεινή τούτη νύχτα

και μου ηχεί τ’ όνομά σου

μακρινό όσο ποτέ.

Μακρινότερο απ’ όλα

τ’ άστρα και θρηνώδες

κι από βροχή γαλήνια.

 

Θα σε θέλω, όπως τότε,

καμιά φορά. Ποιο λάθος

έχει η καρδιά μου κάνει;

Αν διαλύεται η καταχνιά,

άραγε, ποιο άλλο πάθος

με περιμένει; Θα ‘ναι

ήρεμο κι αγνό, τάχα;

Αχ, αν τα δάχτυλά μου

μπορούσαν να μαδήσουν

ετούτο το φεγγάρι!

 

Federico Garcia Lorca, Τα χέρια μου αν μπορούσαν να μαδήσουν (απόσπασμα)

 

http://www.pic-a-poem.gr/index.php/poihmata/foreign-poets/t-onoma-sou-profero-lorca/70

 

 

***

  1. Τ’ ΟΝΟΜΑ ΜΟΥ

Μια νύχτα που το λιβάδι ήταν πράσινο χρυσαφί και τα
μαρμάρινα φεγγαρόλουστα δέντρα υψώνονταν σαν φρέσκα μνημεία
στον μυρωδάτο αέρα κι όλη η φύση παλλόταν
από το βουητό και τον ψίθυρο των εντόμων,

 

ξάπλωσα στο γρασίδι
νιώθοντας τις μεγάλες αποστάσεις από πάνω μου, κι αναρωτιόμουν
τι θα γίνω —και πού θα βρω τον εαυτό μου—
και αν και η ύπαρξή μου ήταν ελάχιστη,

 

ένιωσα για μια στιγμή
πως ο απέραντος ουρανός με τ’ άστρα ήταν δικός μου κι άκουσα
τ’ όνομά μου λες για πρώτη φορά,

 

τ’ άκουσα μ’ έναν τρόπο
που κανείς ακούει τον άνεμο ή τη βροχή αλλά ξέπνοο και μακρινό
σαν ν’ ανήκε όχι σε μένα αλλά στη σιωπή
απ’ την οποία είχε ’ρθει και προς την οποία θα πήγαινε.

 

ΜΑΡΚ  ΣΤΡΑΝΤ , μετ: Ντίνος Σιώτης

 

 

***

 

  1. ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΣΟΥ

Στον τοίχο του δωματίου μου
είναι τυπωμένο τ’ όνομά σου,
αόρατο,
ανεξιχνίαστο.

Σε κάθε γωνιά του δωματίου
αναπνέει τ’ όνομά σου.

Κολλημένο στις σκιές
παραμένει,
νιώθεται.

 

Στην κόγχη του δωματίου μου
ξεπηδά στη ματιά τ’ όνομά σου,
ζωντανό,
παλλόμενο,
βροντερό.

 

Στο πάτωμα του δωματίου μου,
μπροστά, στην ψευδοροφή,
τ’ όνομά σου γράφεται μόνο του
και ζωγραφίζεται
και γίνεται γλυπτό.

 

Σε κάθε νυχτερινό όνειρο
μέσα στο δίχτυ του δωματίου
τ’ όνομά σου μεγαλώνει ή δραπετεύει
με κατοικεί,
ρέει
και χύνεται.

 

Εκεί παραμένει τ’ όνομά σου
σαν μια άμορφη παρουσία.
Τ’ όνομά σου που ήταν τυφώνας
και τώρα πια μια λίμνη από νοσταλγίες.

 

José Luis DíazGranados, Μετ: Δημήτρης Αγγελής

 

 

***

 

  1. ΤΟ ΟΝΟΜΑ

Είμαι πολύ μικρός για να’ χω όνομα
δικό μου.

Όμως, τα καλοκαίρια
ο ίσκιος μου μακραίνει.
Σκαρφαλώνει σε μαντρότοιχους
και κλέβει ονόματα κοριτσιών
και ρόδα.

 

Το φθινόπωρο σπέρνω όσα φωνήεντα
δεν έχουν εξατμιστεί
και προσμένω να φυτρώσουν φθόγγοι.
Το όνομά μου είναι διαλυμένο
στις σταγόνες της βροχής και βάφει
το χώμα κόκκινο.

 

Το χειμώνα δεν υπάρχω
και η ανάγκη για όνομα δικό μου
εκμηδενίζεται σχεδόν.

 

Την άνοιξη κυοφορώ την ύπαρξή μου.
Κλέβω νέκταρ από τις πασχαλιές
αυξάνοντας ισόποσα τη δύναμή μου
κι αγναντεύω στο σύμπαν
το αληθινό μου όνομα.

 

ΞΕΝΟΦΩΝ ΒΕΡΥΚΙΟΣ

 

 

Πες μου τ΄ όνομά σου – Αλίκη Καγιαλόγλου

 

  1. Ο ΑΛΛΟΣ  ΠΟΥ ΦΕΡΕΙ Τ’ ΟΝΟΜΑ  ΜΟΥ

 

 

Ο άλλος που φέρει τ’ όνομά μου

έχει αρχίσει να με ξεγνωρίζει.

 

Ξυπνάει όπου εγώ κοιμάμαι,

διπλασιάζει την πεποίθησή μου ότι είμαι απών,

πιάνει τον τόπο μου λες και ο άλλος είμαι εγώ,

με αντιγράφει στις βιτρίνες που δεν αγαπώ

μου οξύνει τις παραιτημένες κόγχες των ματιών

ξεκρεμάει τα σημεία που μας ενώνουν

κι επισκέπτεται χωρίς εμένα τις άλλες εκδοχές της νύχτας.

 

 

Μιμούμενος το παράδειγμά του

αρχίζω κι εγώ τώρα να με ξεμαθαίνω.

Ίσως να μην υπάρχει άλλος τρόπος

ν’ αρχίσουμε να γνωριζόμαστε.

 

ΡΟΜΠΕΡΤΟ  ΧΟΥΑΡΡΟΣ,  μτφρ. Βασίλης Λαλιώτης

 

 

***

7. ΕΣΥ ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ  ΟΝΟΜΑ


Εσύ δεν έχεις όνομα.

Τίποτα ίσως δεν έχει.

 

Αλλά υπάρχει τόσος καπνός μοιρασμένος στον κόσμο,

τόση βροχή ακίνητη,

τόσος άνθρωπος που δεν μπορεί να γεννηθεί, 

τόσος θρήνος οριζόντιος,

τόσο κοιμητήριο στριμωγμένο,

τόσο ρούχο νεκρό

κι η μοναξιά καταλαμβάνει τόσο κόσμο,

 

που το που δεν έχεις όνομα με συντροφεύει

και το όνομα που έχει το τίποτα δημιουργεί έναν τόπο

όπου είναι περιττή η μοναξιά

 

ΡΟΜΠΕΡΤΟ  ΧΟΥΑΡΡΟΣ,  μτφρ. Βασίλης Λαλιώτης

 

 

***

 

  1. ΚΑΚΟΓΡΑΦΙΑ

 

Μ’ ένα κομμάτι κάρβουνο

Με κιμωλία σπασμένη

Και το μολύβι μου το κόκκινο

Τ’ όνομά σου σχεδιάζω

 

Τ’ όνομα του στόματός σου

Των ποδιών σου το αποτύπωμα

Στον τοίχο του κανένα

Στην απαγορευμένη πόρτα

 

Να χαράξω το όνομα του σώματός σου

Έως ότου η λεπίδα του σουγιά μου

Να ματώσει

             Μέχρι που κι η πέτρα να φωνάξει

Κι ο τοίχος να αναπνεύσει

                              Σαν το στήθος.

 

ΟΚΤΑΒΙΟ  ΠΑΖ, Η πέτρα του ήλιου κι άλλα ποιήματα, μτφρ. Τάσος Δενέγρης, Ίκαρος

 

 

Δεν είχες όνομα (Μάνος Χατζιδάκις & Νίκος Γκάτσος)

 

  1. Έζησα τ’ όνομα το αγαπημένο
    στον ίσκιο της γιαγιάς ελιάς
    στον ρόχθο της ισόβιας θάλασσας.

Χάραξα τ’ όνομα το αγαπημένο
στον ίσκιο της γιαγιάς ελιάς
στον ρόχθο της ισόβιας θάλασσας.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ  ΕΛΥΤΗΣ, Ήλιος ο πρώτος

 

 ***

 

  1. ΟΝΟΜΑΤΟΘΕΣΙΑ

                                                                   

Τρία λευκά χαρτάκια-τσαλακωμένα
Τράβηξες κλήρο τ’ όνομά σου
την ίδια τη μέρα του μυστηρίου
Πρωί πρωί έσπασαν τα τηλέφωνα
Οι νονές θορυβημένες
»Τί όνομα θα δώσουμε στο παιδί;»


Τρία χαρτάκια
Τρία ονόματα
Ευδοκία, Μαρία, Γαλήνη.  Όλα ωραία, δε λέω,
μα εσύ τράβηξες »Γαλήνη»
-με τα χεράκια τα λιλιπούτεια-


Γαλήνη
Επιλογή ζωής
Κι ήταν μια πράξη απόσχισης
Ερήμην, η πρώτη σου επανάσταση
Οι γονείς σου ήξεραν
(ο μπαμπάς σου μεγάλωσε με μια Μαρία,
η μαμά σου με μια Ευδοκία)


Εσύ δεν ήξερες,
μα πριν τη γνώση ήσουν σοφή.
Να πάρεις ήθελες τον κόσμο απ’ την αρχή.

 

ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ

 

 ***

 

  1. ΣΗΜΕΙΩΣΗ

Η οικογένειά μου έτρεφε ανέκαθεν εκτίμηση
στα ξενικά ονόματα, κι έτσι στα δέκα πολιτογραφήθηκα Τζένη,
ίσως με την κρυφή ελπίδα
πως, όταν αδυνατίσω, θα γίνω σταρ.

Η αλήθεια είναι πως πολλές φορές προσπάθησα
να το γυρίσω στο Ιφιγένεια, μετά που
ανακάλυψα τις αρετές των σπάνιων ονομάτων,
αλλά τότε δεν ήτανε πρακτικό. Σήμερα,
ίσαμε που να σε συστήσουνε με το Ιφιγένεια,
σε τρώνε λάχανο οι άλλες με τα δισύλλαβα ονόματα.

 

ΤΖΕΝΗ ΜΑΣΤΟΡΑΚΗ

 

 

 

ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΣΟΥ -ΑΣΤΕΡΙΑΔΗ ΠΟΠΗ

 

  1. ΕΣΥ ΘΑ ΤΟΥΣ  ΟΝΟΜΑΣΕΙΣ

 Έχουν όνομα, Κύριε, είναι όσοι πονάνε,
Οι πλησίον σκιές ,
Οι σκιές που απομένουνε στα σώματα
την ώρα που η ζωή τους σπάει γράμμα γράμμα
για να κερδίσουν το ψωμί. Μόνο σε σένα ελπίζουν.


Είναι οι νεκροί που γεννιούνται
απ’ το χειμώνα του κόσμου, είναι οι νεκροί
που είναι εν ζωή και καίνε
με λαδάκι του Θεού οι γινάμενοι
ζητιάνοι, με το αίμα
που ανεβαίνει από τα σώματά τους όπως ανεβαίνει
η υγρασία στης φυλακής τους τοίχους

 

Έχουν όνομα , Κύριε, είναι αυτοί που θέλουν
να ονειρευτούν τη νύχτα και η πείνα τους ξυπνάει,
αυτοί που υποφέρουν τόσο που δεν μπορείς
να τους κοιτάξεις δίχως να τους κάψεις.


Εσύ, ναι, θα τους ονομάσεις. Είναι αυτοί που υποφέρουν
οι αυτοκίνητοι ναυαγοί που ξέρουν
πως ο βράχος θα φάει μέρα τη μέρα
το σώμα και τον πόνο τους,
το εύκολο χιόνι
των νεκρών που ζουν γιατί ποτέ
δεν σταματούν να πέφτουν. Ονόμασέ τους πάλι!


κανείς δεν ξέρει τ’ όνομά τους μεταξύ μας
είναι οι νεκροί που γεννιούνται,
είναι οι νεκροί που αρρωσταίνουν απ΄ τους ζώντες,
νεκροί φυσιολογικοί.

 

Λουί Ροσάλες, Μετ: Βασίλης Λαλιώτης

 

 

 ***

 

 

13.ΧΡΗΣΤΟΙ ΚΑΙ ΒΑΣΙΛΑΚΗΔΕΣ

 

Τους ονόμασαν Κωστάκη, Χρήστο, Βασιλάκη, Γιάννη

γιατί εκείνα τα δικά τους, που έφερναν,

δυσκολοπρόφερτα

τους φάνηκαν.

Κι εκείνοι φοβήθηκαν μην εξοργίσουν

και τη λίγη ανοχή που τους έδειχναν.

το σωστό τους όνομα και όχι το άλλο

που μυρίζει ξενιτιά και βρόχινο νερό, θολό από πόνο και σιωπή.

 

Πολλοί είναι οι Χρήστοι, οι Βασιλάκηδες και οι Γιάννηδες

που λένε καλημέρα, καληνύχτα και καλά Χριστούγεννα.

Κανείς σχεδόν δεν τους θυμάται με το όνομα της μάνας τους…

αφού τους διόρθωσαν το λάθος με μια καινούργια αλήθεια, βολική

για όλους.

 

Μέσα στον ύπνο τους θυμούνται ποιοι είναι,

σαν ονειρεύονται την αδερφή τους να τους παρακαλά

να της χτενίσουν τα μαλλιά.

 

Λουάν Τζούλι, «Πού να ζητήσω συγγνώμη» (Ελληνικά Γράμματα. Επιμέλεια Γιάννης Ξανθούλης)

 

 

 ***

 

 

  1. ΣΤΙΧΟΜΑΝΤΕΙΑ

Τα ονόματά μας πού και πού μας βλέπουν στο όνειρό τους
ψυχές περιπλανώμενες δυστυχισμένες
χαμένες σημασίες που τις αποζητούν ακόμα

 

Για μια στιγμή θαρρούν πως μας αγγίζουν και έντρομα
ξυπνούν κι ανάβουνε τα παγωμένα φώτα
κι αρχίζουν από μόνα τους να γράφονται και να φωνάζονται
να νοιώσουν έτσι πως υπάρχουν

 

Γιατί, πού τώρα πια φωνές, χαιρετισμών να τα καλούν
να τρέμουν οι ουρανόσκαλες και να γεμίζει η γειτονιά
λουλούδια
πού τώρα δάχτυλα αποχωρισμού να τα χαράζουνε
στης νεραντζιάς τη φλούδα

Θα μας ξεχάσουν κάποτε τα ονόματά μας
δε θα μας ξέρουν ούτε στο όνειρό τους
θα ζήσουν μια δική τους ζωή με άλλες σημασίες
σε εξώθυρες και εξώφυλλα
βροχές θα τα μουσκεύουν δάκρυα και δε θα μας ξέρουν

 

Εμείς χαμένες σημασίες
κι αυτά ίχνη από ξένα πεπρωμένα.

 

ΒΥΡΩΝ  ΛΕΟΝΤΑΡΗΣ, Εν γη αλμυρά (Έρασμος, 1996)

 

 

***

 

  1. Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ ΟΝΟΜΑΤΟΣ

Τι είν’ του Θεού το όνομα;

Ένα θέλω χωρίς το περήφανο «λ»

κι ένα κομμάτι απ’ το τρελός

χωρίς το τρεμούλιασμα των «τρ»

και πάλι και ξανά και πάντα

χωρίς το περήφανο «λ».

 

Κράτησα το έσχατο «ω[μέγα]»

γιατί μ’ ένα «ά[λφα]» στην αρχή του

περιέχει όλα τα νοήματα.

 

Κ ε ρ α σ ί α  Χ ρ.  Γ ε ρ ο γ ι ά ν ν η

 

 

ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΜΟΥ – ΝΑΤΑΣΣΑ ΜΠΟΦΙΛΙΟΥ

 

  1. ΕΝ ΟΝΟΜΑΤΙ  ΤΗΣ  ΠΟΙΗΣΕΩΣ Όταν τις νύχτες, σε ώρες πολύ προχωρημένες,
    ανοίγεις δειλά το παράθυρο, που είχε αντιστεί
    στον πέτρινο καταιγισμό της περασμένης μέρας,
    για ν’ αδειάσεις τις σωρευμένες συλλογές των στίχων,
    με τ’ άκοπα φύλλα και τις σεμνές τους αφιερώσεις,
    ξέρεις καλά πως είναι τούτο πράξη υποκρισίας.

    Να χλευάζεις την ποίηση, εν ονόματι της ποιήσεως,
    είναι, επιτέλους, κάποιο μέσον άμυνας ή προστασίας.
    Να τινάζεις όμως, καθώς ένα ξεσκονόπανο,
    στο κατώφλι της νύχτας, τα όνειρα των ποιητών,
    είναι σα να φυτεύεις το σπαθί που σου έχουν δώσει
    δίχως έλεος βαθιά στην ασταμάτητη καρδιά της ποίησης.

    Αν ν’ αδειάσεις μπορέσεις τα δικά σου ράφια,
    του σακακιού σου τις τσέπες, την ίδια την καρδιά σου,
    κι αν άξιος γίνεις να σταθείς έτσι γυμνός
    στο μεσονύχτιο άνοιγμα του παραθύρου σου,
    ίσως θ’ ακούσεις, μέσ’ από το πάφλασμα της νύχτας,
    τους πτοημένους ψίθυρους απ’ τα όνειρα των ποιητών,
    που είχες τινάξει, εν ονόματι δήθεν της ποιήσεως.

    Γ.Θ. Βαφόπουλος, Επιθανάτια και σάτιρες (1966)

 

 ***

 

  1. ΑΡΓΑ ΤΗ ΝΥΧΤΑ

ταν θα μάθεις πως έχω πεθάνει μην προφέρεις το όνομά μου

γιατί θα σταματήσει ο θάνατος και η ανάπαυση.

Η φωνή σου, που είναι η καμπάνα των πέντε αισθήσεων,

θα ήταν ο αμυδρός φάρος που ζητάει η  καταχνιά μου.

 

Όταν θα μάθεις ότι έχω πεθάνει πες συλλαβές παράξενες.

Πρόφερε, άνθος, μέλισσα, δάκρυ, ψωμί, καταιγίδα.

Μην αφήσεις τα χείλη σου να βρουν τα έντεκά μου γράμματα.

Νυστάζω, έχω αγαπήσει, έχω κερδίσει τη σιωπή.

 

Μην προφέρεις τ’ όνομά μου όταν μάθεις πως έχω πεθάνει

από τη σκοτεινή τη γη θα με έφτανε με τη φωνή σου.

Μην προφέρεις τ’ όνομά μου, μην προφέρεις τ’ όνομά μου.

ταν θα μάθεις πως έχω πεθάνει μην προφέρεις τ’ όνομά μου.

 

Ρόκε Ντάλτον, μτφρ. Βασίλης Λαλιώτης

 

*Η ανάρτηση είναι της καλής φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής!

Πες το με ποίηση (195ο): «ΕΙΡΗΝΗ»…

 

 

-Γιάννη Ρίτσου, «Ειρήνη»

Στον Κώστα Βάρναλη

“Τ’ όνειρο του παιδιού είναι η ειρήνη.
Τ’ όνειρο της μάνας είναι η ειρήνη.
Τα λόγια της αγάπης κάτω απ’ τα δέντρα,
είναι η ειρήνη.

Ο πατέρας που γυρνάει τ’ απόβραδο μ’ ένα φαρδύ χαμόγελο στα μάτια
μ’ ένα ζεμπίλι στα χέρια του γεμάτο φρούτα
κ’ οι σταγόνες του ιδρώτα στο μέτωπό του
είναι όπως οι σταγόνες του σταμνιού που παγώνει το νερό στο παράθυρο,
είναι η ειρήνη.

Όταν οι ουλές απ’ τις λαβωματιές κλείνουν στο πρόσωπο του κόσμου
και μες στους λάκκους που ‘σκαψαν οι οβίδες φυτεύουμε δέντρα
και στις καρδιές που ‘καψε η πυρκαϊά δένει τα πρώτα της μπουμπούκια η ελπίδα
κ’ οι νεκροί μπορούν να γείρουν στο πλευρό τους και να κοιμηθούν δίχως παράπονο
ξέροντας πως δεν πήγε το αίμα τους του κάκου,
είναι η ειρήνη.

Ειρήνη είναι η μυρωδιά του φαγητού το βράδι,
τότε που το σταμάτημα του αυτοκίνητου στο δρόμο δεν είναι φόβος,
τότε που το χτύπημα στην πόρτα σημαίνει φίλος,
και το άνοιγμα του παράθυρου κάθε ώρα σημαίνει ουρανός
γιορτάζοντας τα μάτια μας με τις μακρινές καμπάνες των χρωμάτων του,
είναι η ειρήνη.

Ειρήνη είναι ένα ποτήρι ζεστό γάλα κ’ ένα βιβλίο μπροστά στο παιδί που ξυπνάει.
Τότε που τα στάχυα γέρνουν τόνα στ’ άλλο λέγοντας: το φως το φως, το φως,
και ξεχειλάει η στεφάνη του ορίζοντα φως
είναι η ειρήνη.

Τότε που οι φυλακές επισκευάζονται να γίνουν βιβλιοθήκες,
τότε που ένα τραγούδι ανεβαίνει από κατώφλι σε κατώφλι τη νύχτα
τότε που τ’ ανοιξιάτικο φεγγάρι βγαίνει απ’ το σύγνεφο
όπως βγαίνει απ’ το κουρείο της συνοικίας φρεσκοξυρισμένος ο εργάτης το Σαββατόβραδο
είναι η ειρήνη.

Τότε που η μέρα που πέρασε
δεν είναι μια μέρα που χάθηκε
μα είναι η ρίζα που ανεβάζει τα φύλλα της χαράς μέσα στο βράδι
κ’ είναι μια κερδισμένη μέρα κ’ ένας δίκαιος ύπνος
τότε που νιώθεις πάλι ο ήλιος να δένει βιαστικά τα κορδόνια του
να κυνηγήσει τη λύπη απ’ τις γωνιές του χρόνου
είναι η ειρήνη.

Ειρήνη είναι οι θημωνιές των αχτίνων στους κάμπους του καλοκαιριού
είναι τ’ αλφαβητάρι της καλοσύνης στα γόνατα της αυγής.
Όταν λες: αδελφέ μου — όταν λέμε: αύριο θα χτίσουμε
όταν χτίζουμε και τραγουδάμε
είναι η ειρήνη.

Τότε που ο θάνατος πιάνει λίγο τόπο στην καρδιά
κ’ οι καμινάδες δείχνουν με σίγουρα δάχτυλα την ευτυχία,
τότε που το μεγάλο γαρύφαλλο του δειλινού
το ίδιο μπορεί να το μυρίσει ο ποιητής κι ο προλετάριος
είναι η ειρήνη.

Η ειρήνη είναι τα σφιγμένα χέρια των ανθρώπων
είναι το ζεστό ψωμί στο τραπέζι του κόσμου
είναι το χαμόγελο της μάνας.
Μονάχα αυτό.
Τίποτ’ άλλο δεν είναι η ειρήνη.
Και τ’ αλέτρια που χαράζουν βαθειές αυλακιές σ’ όλη τη γης
ένα όνομα μονάχα γράφουν:
Ειρήνη. Τίποτ’ άλλο. Ειρήνη.

Πάνω στις ράγες των στίχων μου
το τραίνο που προχωρεί στο μέλλον
φορτωμένο στάρι και τριαντάφυλλα
είναι η ειρήνη.

Αδέρφια μου,
μες στην ειρήνη διάπλατα ανασαίνει
όλος ο κόσμος με όλα τα όνειρά του.
Δόστε τα χέρια, αδέρφια μου,
αυτό ‘ναι η ειρήνη.”

 

 

 

-ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ, [ΟΔΟΙΠΟΡΩ]

(Απόσπασμα)

Δε φτάνει ν’ αγαπάμε την Ειρήνη και τον Άνθρωπο.

Πρέπει ν’ αγωνιζόμαστε γι’ αυτόν.

Είμαι ένας από την ατέλειωτη στρατιά που ζώνει τον κόσμο.

Οδοιπορώ για να ενώσω κι εγώ τη θέλησή μου με τη θέληση όλων για

την Ειρήνη.

Και δε θα σταματήσω

πριν η Ειρήνη στεριώσει για πάντα σ’ ολόκληρη τη Γη.

Οδοιπορώ για τη βαθιά συνεννόηση ανθρώπου μ’ άνθρωπο,

οδοιπορώ για την πρόοδο, την ευτυχία, την ελευθερία του ανθρώπου,

οδοιπορώ για την αξιοπρέπεια του ανθρώπου που έμαθε να περπατάει,

ανάμεσα στ’ αστέρια,

οδοιπορώ για να στήσουμε τη σημαία της ειρηνικής γης πάνω

στ’ αστέρια,

οδοιπορώ για την ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΕΙΡΗΝΗ.

(Γ. Ρίτσος, Συντροφικά τραγούδια, Σ.Ε.)

 

 

 -ΝΙΚΟΣ ΚΑΛΕΡΓΗΣ – ΜΑΥΡΟΓΕΝΗΣ, «ΕΙΡΗΝΗ»

Εσένα, που σε θέλησε στο πέλαγο

και που σε ζήτησε εσέ, ο ξενητεμένος

για να μεργιάσουν τα στοιχειά που πάλευε,

να φτάσει στο απάνεμο λιμάνι.

Εσένα, που σε τίμησαν θεότητα

στα πανάρχαια χρόνια ιδανικό τους

και που σα θυγατέρα σε αγάπησαν

σαν πιο πολύτιμο αγαθό τους

Εσένα, που μετά τον κάματο

βαριάς δουλειάς της αξημέρευτης

σ’ ευλόγησαν τα γηρατειά, τα νιάτα,

κι ύστερα, εσένα, από πόλεμο

ανθώνα έφτιαξες τα χαλασμένα μονοπάτια

κι έστρωσες δρόμους συ πρωτόφαντους

να μην δακρύζουνε πια μάτια.

Εσύ, της εργατιάς τρανή θεότητα

και του λαού το πρώτο βίωμά του,

ένα με την Ελευτεριά ολόγιομη

κι ένα το τιμημένο όνομά σου

που το υμνεί ο κόσμος ολάκαιρος

– λαέ ο ίδιος ο εαυτός σου –

σ’ όλη τη γη με μια ψυχή, με μια φωνή

– μες τη γαλήνη –

Ειρήνη, Ειρήνη, Ειρήνη!

 

 

-ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΩΤΑΣ, «ΕΙΡΗΝΗ»

«Έλα, Ειρήνη, χαρά των λαών, των μανάδων ελπίδα,

συ που φυτεύεις και χτίζεις και κάνεις τη γη περιβόλι,

 

συ που αναθρέφεις κι αντρειεύεις τα νιάτα μ’ αγώνες ωραίους,

έλα κι οι δρόμοι σου λάμπουν πλυμένοι με δάκρυα κι αίμα×

 

τόσα κορμιά φυτεμένα στα πλάγια πετάξανε κλώνους,

έλα σαν άνοιξη κι άνοιξε πόρτες κλεισμένες και κάστρα,

 

έλα να βγουν τα κοπάδια στην έρημη γη να βοσκήσουν,

να βγουν ανθοί και πουλιά να λαλήσουν επάνω στους φράχτες,

 

έλα σαν μάνα γλυκιά, σε καλούνε τα νιάτα του κόσμου,

να μπεις με νέο τραγούδι μπροστά στο χορό τους, Ειρήνη.»

 

 

 

-ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ, «ΕΙΡΗΝΗ ΕΙΝΑΙ ΟΤΑΝ»

 

«Σας χωρίζει ένα αδιόρατο χάσμα απ’ τον κόσμο.

Σας διέφυγαν πράγματα. Δεν τα ’χετε όλα

καλά λογαριάσει, δεν τα ’χετε δει,

ακούσει όσο πρέπει. Γι’ αυτό και σας φαίνεται

τόσο παράξενο, που κλείνω, ανοίγω

το παράθυρο κι άλλο δεν σας λέω:

Ειρήνη!

Ειρήνη, λοιπόν,

είναι ότι συνέλαβα μέσα απ’ την έκφραση

και μες απ’ την κίνηση της ζωής. Και Ειρήνη

είναι κάτι βαθύτερο απ’ αυτό που εννοούμε

όταν δεν γίνεται κάποτε πόλεμος.

Ειρήνη είναι όταν τ’ ανθρώπου η ψυχή

γίνεται έξω στο σύμπαν ήλιος× κι ο ήλιος

ψυχή μες στον άνθρωπο.»

 

 

 -ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ, «ΛΟΓΟΣ ΣΕ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΕΙΡΗΝΗΣ»

 

«Η παρουσία μου είναι παντού όπου οι άνθρωποι

μιλάνε για την ειρήνη, κ’ είναι παντού

όπου τ’ αδέρφια μου τη βλέπουνε όνειρο

να γεφυρώνει τη γης με το ουράνιο τόξο της,

φωτίζοντας κάτω τα τρύπια καλύβια τους.

 

Κ’ είμαι κοντά στα λουλούδια της γης, που μοιάζουν

σα νάναι η γραφή της ειρήνης πάνω στο χώμα της.

(Γιατί ένα λουλούδι είναι ήλιος που σκέφτεται).

 

Και σε κάθε πουλί του Μαγιού που συνθέτει

τη λέξη ειρήνη στο φως με τις τρίλιες του.

(Γιατί η φωνή είναι ήλιος που σκέφτεται).

 

Και σε κάθε ρυάκι που ρέοντας σαν ένας προαιώνιος

ψαλμός, κυλά συνεχώς τη λέξη ειρήνη.

(Γιατί το νερό είναι ήλιος που σκέφτεται).

 

Και θέλω πολύ, ικετεύω και δέομαι

να γίνουμε όλοι αυτό το λουλούδι, αυτό

το πουλί, αυτό το ρυάκι. Να γίνει ο καθένας μας

ένας ήλιος που σκέφτεται.»

 

 

 

-ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ, [ΕΙΡΗΝΗ]

 

«[…] Ειρήνη εσύ, ω πασίχαρη και ω πλουτοδότρα Ειρήνη,

ο ξάστερος εσύ ο ουρανός και η ξεδιψάστρα η κρήνη,

τον όλβο τον καλείς εσύ, την τύχη εσύ την κάνεις,

καλότυχος θνητός ή λαός, που θα τον ξανασάνης.

Στα πόδια σου άνεργη σπαράζει από τα καταχθόνια

και η καταλύτρα των εθνών, η φάγουσα η Διχόνοια.

Ευλογημένοι όσοι για σε δουλεύουν και «σαρκώσου!»

κράζουν με χέρια ικετικά προς τ’ άπιαστο όνειρό σου! […]»

 

 

-ΡΙΤΑ ΜΠΟΥΜΗ – ΠΑΠΠΑ, «ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΟ ΤΟΠΙΟ»

 

«Ω έλα συ, ατσαλομάτα κόρη

μεσ’ στης αγρύπνιας μας τη μουσκεμένη αυγή

έλα από κει που μας τους πήραν

και τώρα ουρλιάζουν μόνο τα σκυλιά,

θα υψώσουνε το μπόι σου οι λόφοι των κορμιών τους

το δάσος των χεριών μας θα σε προφυλάξει

σου’ χουμε καταφύγιο σκάψει μεσ’ στην καρδιά μας

σκήνωμα, Ειρήνη, ν’ αποκτήσεις

να μην πλανιέσαι μέσα σε τόσες στάχτες

επαίτισσα-

δαρμένη από έναν άπληστο χειμώνα… [ ]»

 

 

-ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΩΤΑΣ, «ΕΜΠΡΟΣ ΠΕΡΗΦΑΝΟ»

«Εμπρός, περήφανο και λεύτερο

πνεύμα της νιότης

για την Ειρήνη γίνου κήρυκας

και στρατιώτης.

Όλοι μαζί να πολεμήσουμε

για την ειρήνη

να σταματήσουμε τον πόλεμο

να μη γίνει.

Κανένας να μην έχει πύραυλον

ούτε κανόνι,

ούτε κανένας το δικαίωμα

να σκοτώνει.

Εμπρός ξεκίνα από τα μνήματα

του Μαραθώνα,

γενναίο πνεύμα ρίξου ολόψυχα

στον αγώνα.

Για την Ειρήνη εμείς θα κάνουμε

κάθε θυσία

κι όλος ο κόσμος είναι πίσω μας

στην πορεία.

Να πρωτοπόρος ο Λαμπράκης μας

με τη σημαία,

Εμπρός προχώρα με το βήμα του,

Νεολαία!»

 

*Όλα τα ποιήματα είναι από το: Γ. Π. Τζήκας- Τ. Γούκος, Σύγχρονη σχολική ανθολογία, εκδ. Ατραπός)   

 

 

 

Πες το με ποίηση (194ο): «Γυμνό»…

Γυμνς κυλίστηκα μέσα στν μμο μ δν ποτάχτηκα.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

 

Έτσι κοιμάται ολόγυμνη, Μάνος Χατζιδάκις

 

  1. ΕΤΣΙ ΚΟΙΜΑΤΑΙ ΟΛΟΓΥΜΝΗ

Έτσι σ΄ ένα πιθάρι βαθύ το σταφύλι ξεραίνεται
και στο καμπαναριό μιας συκιάς κιτρινίζει το μήλο.

Έτσι με μια γραβάτα φανταχτερή
στην τέντα της κληματαριάς το καλοκαίρι ανασαίνει.

Έτσι κοιμάται ολόγυμνη μέσα στις άσπρες κερασιές
μια τρυφερή μου αγάπη
ένα κορίτσι αμάραντο σα μυγδαλιάς κλωνάρι
με το κεφάλι στον αγκώνα της γερτό και την παλάμη
πάνω στο φλουρί της.

Πάνω στην πρωινή του θαλπωρή όταν σιγά-σιγά σαν τον κλέφτη
από το παραθύρι της άνοιξης μπαίνει ο αυγερινός να την ξυπνήσει!

Έτσι κοιμάται ολόγυμνη
μια τρυφερή μου αγάπη.

ΝΙΚΟΣ  ΓΚΑΤΣΟΣ, Αμοργός

 

 

***

 

  1. ΣΠΟΥΔΗ ΓΥΜΝΟΥ

Αν είσαι απ’ τους Ατρείδες άμε

σ’ άλλα μέρη να ολολύξεις. Πυρά τέτοια τον ήλιο δεν ανάβει
εδώ που ανάτειλε η συνείδηση κι έλαβε σώμα Κόρης

        υπαρχτό
με λάμψεις από την απέραντη πεδιάδα –

 

Κοίταξε: πως η μνήμη δένει τα μαλλιά

πίσω και αφήνει εμπρός να πέφτουν τα ματόκλαδα

τρέμοντας απ’ την τόση αλήθεια·

                                                      πως
τσιτώνει το δέρμα στους ώμους στις λαγόνες·

 

ΟΔΥΣΣΕΑΣ  ΕΛΥΤΗΣ, Μαρία Νεφέλη

 

 

***

 

  1. ΓΥΜΝΗ Ν’ ΑΚΟΥΓΕΤΑΙ ΑΚΕΡΑΙΑ Η ΨΥΧΗ

 

γράφοντας υποστέλλω μία μία τις λέξεις,
τα χρώματα αφαιρώ, τις μουσικές,
στο χάος τον κόσμο απλώνω σαν λευκό χαρτί,
ν’ ακούγεται στο τίποτα ένα σήμαντρο,
ν’ ακούγεται ένα φως μες στην ομίχλη,
γυμνή ν’ ακούγεται ακέραια η ψυχή


ΤΟΛΗΣ  ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ, Μυστικά και θαύματα, ο ανεξερεύνητος λόγος της ουτοπίας (2007)

 

 

***

 

  1. Η ΓΥΜΝΗ ΠΑΝΟΠΛΙΑ

 

Κάθε κορίτσι κατεβαίνει πάνοπλο στον κόσμο.

Αλλά η γοητεία των ανδρών η αλαφρομυαλιά τους

η ένοχη σκληράδα τους, μια νύχτα σαν ωραίοι

λογχοφόροι τη βρίσκουν και την αφοπλίζουν.

 

Βίαια της αποσπούν τα ξίφη, της αποσπούν τα ακριβά

 περιδέραια που με σύνεση της κρύβαν το τρυφερό

κόκκινο φύλλο.

 

Της αποσπούν το φόρεμα από αλαλαγμούς και κόκκινους

βοριάδες και μετά το σκληρό

κάτασπρο καπέλο που μαγνητίζει τα τριζόνια

και τις σιγαλιές. Κι ύστερα τη ρίχνουν

σε μια τρικυμία από προορισμούς.

 

Εκείνη που είναι προορισμένη ν’ αφοπλίζεται

και να πληγώνει.

 

Μανόλης ΠΡΑΤΙΚΑΚΗΣ

 

 

 ***

 

  1. ΓΥΜΝΟΣ

Λίγο πιο πριν μέσα στο λεωφορείο
άγγιζα πληγές ανοιχτές
και το σώμα μου ασήκωτο ένοιωθα
τόσο που στη στάση ξεχάστηκα, σα
να ‘μουν έξω απ’ τ’ όχημα.


Άκουγα μουσική απ’ το δρόμο
ή κρυφαπάγγελνα ποιήματα μέσα μου
μισοχαμένος μισοϋπαρκτός,
καλά καλά δεν ήξερα τι ήμουν.


Όταν ο εισπράκτωρ φώναξε τέρμα
ντράπηκα
σα να μ’ είχε πιάσει γυμνό!

Γ.Ξ. ΣΤΟΓΙΑΝΝΙΔΗΣ, Στις προσβάσεις του ύπνου, 1976

 

 

***

6. ΤΟ ΓΥΜΝΟ

Ζωγραφίζω γυμνό
δίχως προοπτική.
Αδειάζει
το πραγματικό στο αδιάκοπο.
Το χρώμα άνυδρο.
Το νερό κι ο αέρας έξω απ’ τον πίνακα.

Είναι ένα «μέσα» χωρίς φόδρα
που με ξεγελά
γυμνός μέσα στον εαυτό μου
ανακαλύπτομαι.

Γ.Ξ. ΣΤΟΓΙΑΝΝΙΔΗΣ, Αμήχανη έξοδος (1982)

 

 

***

 

  1. ΠΑΡΑΙΣΘΗΣΕΙΣ

Όταν κοιμάσαι τη νύχτα
Έρχονται ακροποδητί
Και σου παίρνουν ένα-ένα
Τα ρούχα σου τα μέλη σου


Ξυπνάς γυμνός επιπλέοντας
Σε όνειρα αμύθητα φασματικά
Χάσκει επάνω σου ένας τρύπιος
Ουρανός ξέπνοες ακούγονται
Λεπτές ανυπεράσπιστες φωνές


Κι από τις χαραμάδες
Βλέπεις ελάφια να τρέχουνε
Στα ξέφωτα

 

ΚΛΕΙΤΟΣ  ΚΥΡΟΥ

 

 

***

 

  1. Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥΔΑ

Γυμνή είσαι τόσο απλή όσο το ένα σου χέρι,
Λεία, γήινη, μικροσκοπική, στρογγυλή, διάφανη,
Έχεις γραμμές φεγγαριού, μονοπάτια μήλου,

 

Γυμνή είσαι λεπτή σαν το γυμνό σιτάρι,
Γυμνή είσαι γαλάζια σαν τη νύχτα στην Κούβα,
Έχεις κληματαριές και αστέρια στα μαλλιά.

 

Γυμνή είσαι πελώρια και κίτρινη,
Όπως το καλοκαίρι σε μια χρυσή εκκλησιά.

 

ΑΝΤΟΝΙΟ ΣΚΑΡΜΕΤΑ, Ο Ταχυδρόμος του Νερούδα, Μετ: Λήδα Παλλαντίου, Ωκεανίδα

 

 

Χάρης και Πάνος – Γυμνή σκιά

 

9.  ΓΥΜΝΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ

Γυμνές γυναίκες μας έλεγαν λόγια κωμικά, πως δηλαδή δεν
υπάρχει έρωτας. Αλλά εμείς είχαμε ξαπλωθεί κι ανάμεσα στα
στήθια τους περιμέναμε μονάχα ο ουρανός να μας σηκώσει. Δεν
ξέραμε άλλη τροφή, δεν θυμούμαστε ένα χορτάρι πιο τρυφερό
και πιο εύοσμο από το δέρμα μιας γυναίκας.

28.7.1938, ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ

 

 

***

 

  1. ΕΣΥ ΚΑΙ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ

Έρχεσαι και ξανάρχεσαι σ΄ αυτή την αίθουσα

τόσο γυμνή που σε κοιτάζουν όλοι.

 

Βασανίζεις τα καθίσματα σα να βασανίζεις τον ένοχο.

Σου λέω να πνίξεις μέσα σου αυτά τα άγρια πουλιά

μα εσύ τα λευτερώνεις.

Γίνεσαι μαύρη από τη λύπη σου

κι έρχεσαι εδώ.

 

Από καιρό έρχεσαι και ξανάρχεσαι.

Τα γόνατά σου αστράφτουν μέσα στην αίθουσα.

Σου πλένω με τα δάκρυά μου τα χέρια και τις μασχάλες.

Σου πλένω τα πόδια ως τα βουνά.

Σου χαρίζω την πιο ζεστή φωνή μου για να ντυθείς.

 

Μα εσύ φεύγεις

όπως ήρθες

γυμνή

για να υπάρχει πάντα ένα ποίημα

να λέει

για σένα.

 

ΤΑΚΗΣ  ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ, «Η νύχτα και η αντίστιξη»

 

 

***

 

  1. ΟΙ ΓΥΜΝΟΙ  ΚΑΙ  ΟΙ  ΝΤΥΜΕΝΟΙ

 

Δεν ξέρω αν πρέπει να γελάς

μ’ αυτούς που έχασαν την εξουσία

ή αντίθετα να τους λυπάσαι.

 

Ίσως καλύτερα ταιριάζει η λύπηση

έτσι κακόμοιροι που περιφέρονται

ψάχνοντας κάτι να βάλουν πάνω τους

για να σκεπάσουνε τη γύμνια τους.

 

Ή μήπως πρέπει πάντα να τους φοβάσαι;

 

Έτοιμοι καθώς είναι μόλις ευπρεπιστούν

μόλις φορέσουν το κατάλληλο κουστούμι

ν’ αρπάξουνε ξανά την εξουσία.

 

ΤΙΤΟΣ  ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ ,  «Συγκατοίκηση με το παρόν», Κέδρος 2011

 

***

 

12. ΕΚΕΙΝΗ ΓΥΜΝΗ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ

εκείνη γυμνή στον παράδεισο
της μνήμης της
εκείνη αγνοεί το σκληρό πεπρωμένο
των οραμάτων της
εκείνη φοβάται να μην ξέρει να ονομάσει
αυτό που δεν υπάρχει

ALEJANDRA PISARNIK, Μετ: Βασίλης Λαλιώτης. Από το βιβλίο: Αλεχάνδρα Πισαρνίκ, «Δένδρο της Αρτέμιδος»

 

 

Έφυγες ολόγυμνη-Μητροπάνος, Τερζής, Νταλάρας

 

 

13. ΣΑΝ ΩΡΑΙΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ, ΓΥΜΝΕΣ…

Σαν ωραίες γυναίκες, γυμνές,
τούτες οι μέρες οι καλοκαιρινές
υπάρχουν με τη στιλπνότητα
των λαμπρών σωμάτων,


με την έκθαμβη προσφορά των,
με την έντονη περηφάνεια,
μ’ εκείνη τη σταθερότητα
που έχουν οι γυναίκες
όταν είν’ ωραίες,


πολύ βέβαιες για την εμορφιά των,


τόσο που μένουν έξαφνα
σκεφτικές, όμως ατάραχες,
γεμάτες προσμονή στέκονται,
μ’ υπομονή γνωρίζουν,
γνωρίζουν να περιμένουν,
περιέχοντας τέλεια την ηδονή
του εαυτού των.


Έτσι
οι έντονες του καλοκαιριού μέρες
φαίνονται ακέριες,
καθώς
τις περιβάλλουν νύχτες εξαίσιες,
με πολύν έρωτα, μυστικόν.


ΖΩΗ  ΚΑΡΕΛΛΗ

 

 

***

 

  1. ΕΙΚΟΝΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΝΑΟ ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΟ

 

Ήταν τόσο γυμνή

που η γυμνότητα φαινόταν ένδυμά της

κι η τελειότητα του σχήματός της

ήταν μια λύση.

 

Ίσως ελευθερία μιας στιγμής στο χρόνο,

τόσο πυκνής, που ήταν της ψυχής

παραδοχή.

Δεν μπορεί νάταν άψυχο

το τέλειο σώμα. Η συμμετρία

είναι το πνεύμα της ζωής.

 

Ποιος σου την έμαθε;

Τι σου την αποκάλυψε;

Πώς το γνωρίζεις κι ομολογείς;

 

Όχι, δεν ήταν πια ο έρωτας.

Η επιθυμία είχε ξεπεραστεί.

Ούτε η γαλήνη εσήμαινε τη νίκη.

 

Ήσυχη η γυναίκα στον εαυτό της

περιείχε την γέννηση.

 

ΖΩΗ  ΚΑΡΕΛΛΗ, ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ, 1957

 

***

 

  1. ΑΠΟΓΥΜΝΩΣΗ

 

Όταν θα τελειώσουνε τα τραγούδια,

όταν η ποίηση θα χτυπήσει τα χέρια της

όπως όταν σημαίνει η τελευταία καμπάνα

μιας μέρας που τέλειωσε – τότε,

φτωχός, φτωχότατος άνθρωπος,

ένα με τα πράγματα και τις πέτρες,

 

θάχω βγάλει το ρούχο που μούδωσε ο Θεός,

το καπέλο που με προστάτευε, τα παπούτσια,

το ρολόι μου για το χρόνο,

το δαχτυλίδι του αρραβώνα μου.

 

Πιεσμένος στο χώμα, θα γυρίσω τις πλάτες μου να μη βλέπω

και έρποντας, έρποντας, θ’ αποσυρθώ στο καλύβι μου,

στο μέλλον μου, στη σκηνή μου,

σε μια σταγόνα αέρος.

 

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ  ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

 

 

***

 

16.  ΓΥΜΝΗ ΑΛΗΘΕΙΑ

Ψυχορραγεί το φως του κεριού
στον απέναντι τοίχο.
Από το βάθος μίας υπόγειας στοάς
με κοιτάζει το ασαφές σκοτεινό μου πρόσωπο.


Μία ακτίνα φωτός εξαντλείται στο βάθος.
Το πιο δικό μας γίνεται εν αγνοία μας.


Ο πιο αληθινός εαυτός μας είναι αθέατος.
Το πιο αληθινό μας πρόσωπο δεν έχει νόημα.
Δεν υπάρχει λέξη για την πιο γυμνή μας αλήθεια.

ΘΕΟΦΑΝΗΣ ΣΒΕΣ,  Ποιήματα (2011)

 

 

***

 

17. Η ΠΙΟ ΓΥΜΝΗ ΨΥΧΗ ΜΑΣ

Η πιο γυμνή ψυχή μας
κατοικεί σ’ ένα μικρό πουλί,
στο πέταλο που τρέμει ενός λουλουδιού,
σ’ ό,τι αποσιωπήθηκε από αγάπη ή κατανόηση,
στην κορυφή μιας μουσικής μέσα στην νύχτα,
στο ραγισμένο δάκρυ μιας επιστροφής,
στην θερμότητα μιας μεταμέλειας,
στο χαμηλό ύψος μιας ταπεινής πράξης.

ΘΕΟΦΑΝΗΣ ΣΒΕΣ,  Ποιήματα (2011)

 

 

***

 

  1. ΓΥΜΝΑ ΓΡΑΝΙΤΕΝΙΑ ΚΟΡΜΙΑ

 

Γυμνά γρανιτένια κορμιά

από την σύλληψη ώς την πτώση,

στέκουν εκφραστικά, αμήχανα, θλιμμένα

στον υπαίθριο κήπο τού Όσλο.

Όπως τα σμίλεψε ο Βίγκελαντ

εκφράζοντας τον ανθρώπινο χρόνο

δίχως προοπτικές βελτίωσης.

 

Οι αρχαίοι Έλληνες αγαλματοποιοί

δημιούργησαν μία άγνωστη θεότητα

αφήνοντας ένα παράθυρο ανοιχτό.

 

BAΓΓΕΛΗΣ  ΧΡΟΝΗΣ, Τα αγάλματα και οι ψυχές, Καστανιώτη, Αθήνα 2016, σ. 52

 

 

 

ΓΥΜΝΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ,  Γεωργία Νταγάκη

 

  1. ΓΥΜΝΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ


Εδώ τα πάντα ξέστηθα
κι αδιάντροπα λυσσάνε
αστέρι είν’ ο ξερόβραχος,
και το κορμί φωτιά.
Εδώ ειν’ ο ίσκιος όνειρο
εδώ χαράζει ακόμα
στης νύχτας το αχνό στόμα
χαμόγελο ξανθό.

Εδώ ο λεβέντης μάγεμα
η σάρκα αποθεώθη,
οι παρθενιές, Αρτέμιδες,
Ερμήδες είναι οι πόθοι.
Η κάθε ώρα ολόγυμνη,
θάμα στα υγρόζωα κήτη
πετιέται κι η Αφροδίτη
και χύνεται παντού.

Μέτωπο, μάτια, κύματα
μαλλιά γλουτοί, λαγόνες
κρυφά λαγκάδια του Έρωτα
ρόδα, μυρτιές, κρυψώνες.
Τα στρογγυλά, τα ολόισια
χνούδια, γραμμές, καμπύλες
ω θείες ανατριχίλες,
χορεύτε το χορό.

Κάτι γυμνό και ξέσκεπο
στα ολανοιγμένα πλάτια,
που ζωντανό θα το δειχναν
μόνο δυό φλόγες μάτια,
κάτι από τους σάτυρους
κρατιέται κι ειναι αγρίμι
και είν’ η φωνή του ασήμι,
μη φύγεις, ειμ’ εγώ.

ΚΩΣΤΗΣ  ΠΑΛΑΜΑΣ

 

 

***

 

  1. ΓΥΜΝΟΤΗΤΑ


Τα πιο ωραία που γνώρισα και τα πιο πλήρη
ήταν πάντα γυμνά.
Γυμνή καίει η αλήθεια γυμνός πονά ο θάνατος,
γυμνή ανθίζει η χαρά, σαν το νερό
και σαν το πράσινο χορτάρι,
γυμνό το σώμα και το πρόσωπο της αγαπημένης μου.

Ό, τι αποκαλύφθηκε γυμνό
κανένα ντύμα δεν μπορεί να το σκεπάσει.
Γυμνός χορεύει πάνω σε ακονισμένο μαχαίρι ο πόθος
και νόημα θεϊκό δίνει στο ένστικτο.
Γυμνή βαδίζει η ψυχή στη έσχατή της κρίση
ανάμεσα στο Μηδέν και στο Είναι.

Το ωραίο σώμα έχει τη δική του αλήθεια
ακόμη κι αν το ευτελίζουν.
Πέρα από την ασχήμια των σκέψεων και των υπολογισμών
γυμνό προβάλλει τη βαθύτερη απ’ το ήθος ηθική του.

Δίχως τις μάσκες των παραστάσεων
και τα κοστούμια των ρόλων,
δίχως τις μάσκες της ψυχής και τα κουρέλια του θανάτου,
γυμνοί όπως ήρθαμε να ζήσουμε,
γυμνοί να φύγουμε μέσα στη μήτρα της γης
και να εμφανιστούμε μπρος στους απογόνους.


ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΟΛΕΣΚΗΣ,  Από το ελάχιστο, 2001

 

 

***

 

  1. ΓΥΜΝΟ ΣΑΝ ΒΡΕΦΟΣ

Γυμνό γεννιέται το ποίημα – πιο γυμνό κι από βρέφος
με κλάμα και άναρθρες κραυγές φωνάζει για την ύπαρξή του.
Έτσι γυμνό και απροσάρμοστο
είναι μονάχα μια λάμψη ελευθερίας
ένα στροβίλισμα συγκίνησης
μια υπόσχεση αθανασίας.

 

Το προσαρμόζουμε στη δεδομένη γλώσσα,
το εντοιχίζουμε στα δεδομένα μέτρα,
το ντύνουμε πολιτική και ιδεολογία,
το κοινωνικοποιούμε…
Μ΄ ένα οπλοστάσιο συμβάσεων προχωρούμε
αφού δεν ξέρουμε άλλο τρόπο
να το κάνουμε να υπάρξει.

 

Μ΄ αυτά τα δεδομένα, ωστόσο,
η μόνη ελπίδα να υπάρξει στο τέλος το ποίημα
είναι να καταφέρει να προβάλλει
πίσω απ΄ τα ντύματα και τις συμβάσεις
τη γυμνότητά του. Και σαν βρέφος
να στριγγλίζει θαμπωμένο απ΄ τη ζωή.

 

ΓΙΩΡΓΟΣ  ΜΟΛΕΣΚΗΣ

 

 

***

 

  1. ΓΥΜΝΙΑ

    

Από το πρώτο κι όλας βράδυ

φύγανε όλα τα σπίτια με τον άνεμο.

Φύγανε και τα δέντρα και μείναμε

κάτω από έναν ουρανό στεγνό κι αδιάφορο,

ούτε λάμψη, ούτε φως, ούτε υπόσχεση.

 

Όλοι και όλα εξισωμένα,

δίχως ρίζα, δίχως πέτρα, δίχως τάφο.

Κι αλίμονο του που έχει τέτοια ανάγκη.

 

ΓΙΩΡΓΟΣ  ΜΟΛΕΣΚΗΣ

 

*Η ανάρτηση είναι της φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής!

 

Πες το με ποίηση (191ο): «Σχολείο, δάσκαλος, μαθητής»

*Καλή σχολική χρονιά 2017 – 2018!!!!

 

-Κωστής Παλαμάς, “Τα σχολεία χτίστε”

 

«Με τη φλόγα που ψαίνει και που πλάθει,
με της καρδιάς τη φλόγα, με του Λόγου
τη δύναμη, ξεσκέπαστα, καθάρια,
και με τα χέρια, και με τα μαχαίρια,
τον τόπο πάρτε.
Κάτου σημάδια που έμπηξε το ψέμα!
Τα ταξίματα φέρτε στης Αλήθειας
της ιερής το βωμό και τα σφαχτάρια.
Στον τόπο απάνου όχι πολέμων κάστρα•
τα σκολειά χτίστε!
Λιτά χτίστε τα, απλόχωρα, μεγάλα,
γερά θεμελιωμένα, από της χώρας
ακάθαρτης, πoλύβοης, αρρωστιάρας
μακριά μακριά τ’ ανήλιαγα σοκάκια,
τα σκολειά χτίστε!
Και τα πορτοπαράθυρα των τοίχων
περίσσια ανοίχτε, νάρχεται ο κυρ Ήλιος,
διαφεντευτής, να χύνεται, να φεύγει,
ονειρεμένο πίσω του αργοσέρνοντας
το φεγγάρι.
Γιομίζοντάς τα να τα ζωντανεύουν
μαϊστράλια και βοριάδες και μελτέμια
με τους κελαϊδισμούς και με τους μόσκους•
κι ο δάσκαλος, ποιητής και τα βιβλία
να είναι σαν κρίνα.
Του τραγουδιού τη γλώσσα αντιλαλώντας,
και τα βιβλία σαν τα τραγούδια να είναι!
Στη γη της ομορφιάς, αρματωμένη
την Επιστήμη, η Ομορφιά, χαρά της!
αρχή σοφίας!
Τα σκολειά χτίστε, υψώστε τα πλατάνια
για το δροσό στης ρεματιάς τη χάρη,
για τον καρπό σπάρτε τα αμπέλια, ας είναι
τ’ αγαθά τους αγνά κρασιά, και ας είναι
γούρμα σταφύλια,
λογής, κεχριμπαρένια, άλικα, μαύρα.
Όπου απλωσιά, όπου ψήλωμα, όπου υγεία,
στα πέλαα ν’ αγναντεύουν τα καράβια
και τους αϊτούς να λαχταράν και τ’ άστρα
στα ουράνια πλάτια.
Και βαθιούς τράφους γύρω γύρω σκάφτε
και πύργους πολεμόχαρους υψώστε
και βαρδιατόρους βάλτε να κρατάνε
μακριά μακριά τον ψεύτη και τον πλάνο
της Ρωμιοσύνης.
Ξόβεργα και καρφιά κρατά και πάει
και πιάνει και καρφώνει και σκοτώνει•
του φτερωτού πιο απ’ όλα κυνηγάρης,
αρχίζοντας από τις πεταλούδες,
φτάνει στη Σκέψη.»

 

   
     

 

 

-«…Θυμάμαι μια μέρα , παιδί, έβρεχε,
ένας παράξενος ανθρωπάκος μπήκε στο προαύλιο του σχολείου,
ίσως για να προφυλαχτεί στο υπόστεγο απ’ τη βροχή, αλλά όχι, δεν ήταν για τη βροχή, γιατί κρατούσε ομπρέλα-απλώς μπήκε στη μικρή αποθήκη με τα βαλσαμωμένα πουλιά για το μάθημα της ζωολογίας-και κρεμάστηκε.
Μιλούσαμε μέρες γι’ αυτόν στην τάξη.
Ύστερα πέρασαν χρόνια χωρίς να τον θυμηθούμε.
Τώρα έρχεται τις νύχτες στον ύπνο μου
και με ρωτάει: «Πότε θα ξαναπάμε σχολείο;»

(Τάσος Λειβαδίτης)

 

 

-Γιώτα Αργυροπούλου, «Στο Δημοτικό»

“Τα μήλα ήταν μέλι.

Ο Μίμης και η Άννα αδέρφια αγαπημένα.

Δεν κάπνιζε το τζάκι τους,

δε μάλωναν,

δεν τα ’παιρνε ο πατέρας στο χωράφι.

Όλα κυλούσαν ήρεμα στο αναγνωστικό.

Άστραφτε νιάτα κι ομορφιά η βασίλισσα στο κάδρο

και το πουλί περιπλεγμένο μες στις δάφνες.

 

Σε φέτες απορίας γευόμουνα τον κόσμο.

Δεν άλλαξε η γεύση του,

συνήθισα μονάχα.»

(Από τη συλλογή «Νερά απαρηγόρητα», εκδ. Πλανόδιον, 2004)
 

 

-Αλέξης Σταμάτης, «Σχολική παράσταση»

 

“Η παράσταση εγκαινιάστηκε από το σχολικό πίνακα

μέσα από γεωμετρικούς τόπους και ανεστραμμένα είδωλα

σε τάξεις κόκκινες φλέβες που σπαρταρούσαν

των συμμαθητών την κοινοτυπία εκδικούμενες

του μικροπρεπούς εκείνου κοινού

του κατ’ ανάγκην εισπνεόμενου

του κοινού εκείνου που δηλητήριο μαζί και ανάγκη είναι.»

(Από τη συλλογή «Απλή μέθοδος των τριών», εκδ. Καστανιώτη)

 

-Γλυκερία Μπασδέκη, «Τρίτη Δημοτικού»

“είμαι εννιά

πάω Τρίτη

δεν πέθανε η μάνα μου,

στο σπίτι μένουν ζωντανοί

(ακόμα)

έχω τετράδια, κόλλες γλασέ, μ’ αρέσει

ο Δημήτρης απ’ την

Πέμπτη δε θα γεράσω σύντομα –θα

πάρει

χρόνια

θα βγάλω λύκειο, σχολές

Χριστούγεννα

θα βγάλω γλώσσα, ρούχα

επετείους

μα τώρα είμαι εννιά–

δε φτάσαμε στα κλάσματα

(ακόμα)»

(Από τη συλλογή «Σύρε καλέ την άλυσον», εκδ. Ενδυμίων, 2012)

 

Κωστή Παλαµά, “Στον ∆άσκαλο”
“Σµίλεψε πάλι, δάσκαλε, ψυχές!
Κι ότι σ’ απόµεινε ακόµη στη ζωή σου,
Μην τ’ αρνηθείς! Θυσίασέ το ως τη στερνή πνοή σου!
Χτισ’ το παλάτι, δάσκαλε σοφέ!

Κι αν λίγη δύναµη µεσ’ το κορµί σου µένει,
Μην κουρασθείς. Είν’ η ψυχή σου ατσαλωµένη.
Θέµελα βάλε τώρα πιο βαθειά,
Ο πόλεµος να µη µπορεί να τα γκρεµίσει.

Σκάψε βαθειά. Τι κι’ αν πολλοί σ’ έχουνε λησµονήσει;
Θα θυµηθούνε κάποτε κι αυτοί
Τα βάρη που κρατάς σαν Άτλαντας στην πλάτη,
Υποµονή! Χτίζε, σοφέ, της κοινωνίας το παλάτι …”

(http://natassaath.blogspot.gr/p/blog-page_11.html)

 

 

 

-Γιάννης Π. Τζήκας, «Δάσκαλε»

 

«Δάσκαλε, την πόρτα της τάξης σαν διαβείς

ψηλά το κεφάλι, χαμογέλα

ζεστή την καθημερνή σου καλημέρα να την πεις.

 

Κι όταν το μάθημα αρχίσεις

Λόγια πολλά μη λες

Οι κινήσεις σου απλές, λιτές

Μα τεντωμένες οι αισθήσεις.

 

Δώσε το λόγο στα παιδιά

Δεν έχεις τίποτα να πάθεις

Κοίτα τα μάτια τους τα λαμπερά

Πολλά απ’ αυτά έχεις να μάθεις.

 

Μη στέκεσαι στις στείρες γνώσεις

Συνεργασία, αγάπη, ανθρωπιά

Αυτά πρέπει να δώσεις

Το κριτικό το πνεύμα ν’ ανυψώσεις.

 

Δάσκαλε άκου…

Απ’ τη μεριά της Ζάκυθος

Σου κρένει ο ποιητής:

“Πάντ’ ανοιχτά, πάντ’ άγρυπνα

τα μάτια της ψυχής”»

 

 

Gabriela Mistral, «Η προσευχή της δασκάλας»

«Κύριε! Εσύ που δίδαξες, συγχώρα με που διδάσκω·
που φέρω το όνομα της δασκάλας,
που Εσύ έφερες όταν ήσουν στη Γη.

Δώσε μου την μοναδική αγάπη για το σχολειό μου·
που ούτε το κάψιμο της ομορφιάς να είναι ικανό
να κλέψει την τρυφεράδα μου απ’ όλες τις στιγμές.

Δάσκαλε, κάνε ακατάπαυστο τον ενθουσιασμό μου
και περαστική την απογοήτευση.
Βγάλε από μέσα μου αυτό τον ακάθαρτο πόθο
για δικαιοσύνη που εξακολουθεί να με ταράζει,
το γελοίο απομεινάρι της διαμαρτυρίας
που βγαίνει από μέσα μου όταν με πληγώνουν.
Να μην πονάει η αγνόηση και να μην θλίβομαι
για την λήθη αυτών που μας δίδαξαν.

Κάνε με να είμαι πιο μάνα από τις μάνες,
για να μπορέσω ν’ αγαπήσω
και να υπερασπίσω όπως αυτές,
αυτό που δεν είναι σάρκα της σάρκας μου.
Βόηθά με να πετύχω να κάνω για καθένα
απ’ τα παιδιά μου τον στίχο μου τέλειο
και να σου αφήσω αυτή την άφωνη,
την πιο δυνατή μου μελωδία,
για όταν τα χείλη μου δεν θα τραγουδούν πια.

Δείξε μου τη δύναμη του Ευαγγελίου σου έγκαιρα,
για να μην εγκαταλείψω τη μάχη της κάθε μέρας
και της κάθε ώρας γι αυτό.

Βάλε στο δημοκρατικό σχολειό μου,
τη λάμψη που σκορπίζεται
από το τρέξιμο των ξυπόλυτων παιδιών.

Κάνε με δυνατή,
ακόμα και στη γυναικεία αδυναμία μου
και στη γυναικεία φτώχεια μου·
κάνε με αδιάφορη για ότι μπορεί
να μην είναι αγνό,
για κάθε πίεση που δεν είναι
της θερμής θέλησής σου στη ζωή μου.

Φίλε, συντρόφεψέ με! Στήριξέ με!
Πολλές φορές δεν θα έχω άλλο
από Σένα στο πλευρό μου.
Όταν το δίδαγμά μου θα είναι πιο αγνό
και πιο θερμή η αλήθεια μου,
θα παραμείνω χωρίς τα εγκόσμια·
αλλά Εσύ τότε θα με κυβερνήσεις
ενάντια στην καρδιά σου,
που γνώρισε αρκετά
τη μοναξιά και την αδυναμία.
Δεν θ’ αναζητήσω παρά
στη ματιά σου τη γλυκύτητα της αποδοχής.

Δώσε μου απλότητα και βάθος·
λύτρωσέ με απ’ το να είμαι
περίπλοκη ή κοινότυπη στο καθημερινό μου μάθημα.

Δώσε μου δύναμη να υψώσω τα μάτια
πάνω από το στήθος μου με τις πληγές,
μπαίνοντας κάθε πρωί στο σχολειό μου.
Να μη φέρνω στην έδρα μου τις υλικές μου ανησυχίες,
τις καθημερινές μικροαστικές θλίψεις μου.

Ελάφρυνε το χέρι μου στην τιμωρία
κι απάλυνέ το, ακόμα πιο πολύ στο χάδι.
Να μαλώνω με πόνο,
να ξέρω ότι έχω διορθώσει αγαπώντας!

Κάνε να γεμίσει με πνεύμα
το χτισμένο με τούβλα σχολειό μου.
Να τυλιχτεί με τη λάμψη του ενθουσιασμού μου
η φτωχή του αυλή, η γυμνή του αίθουσα.
Η καρδιά μου να είναι η κολώνα του
και η αγνή μου θέληση πιο δυνατή
από τις κολώνες και το χρυσάφι
των πλούσιων σχολείων.

Και, τέλος, θύμιζέ μου
από την ωχρότητα του καμβά του Velazquez,
ότι το να διδάσκεις
και ν’ αγαπάς παράφορα στη Γη
είναι να φτάνεις με τη λόγχη του Λογγίνου
στην καυτή πλευρά του έρωτα.»

(http://hallofpeople.com/gr/text/mistral.pdf)

 

 

-Gabriela Mistral, «Η ΔΑΣΚΑΛΑ»

«Με τα ζεστά μαλλιά του παίζω

Που τα χωρίζω και τα ισιώνω

Και λες κρατώ μεσ’ στα σγουρά του

Των Μάγιας της διασποράς τον πόνο

 

Δώδεκα χρόνια που ‘χω αφήσει

τ’ αδρό μεξικανόπουλό μου

μα εγώ ακόμα το χτενίζω

είτε ξυπνή είτε στ’ όνειρό μου

 

Μάνας αγάπη είναι εκεί πέρα

Πιασμένη απ’ τα γόνατά μου,

Μια λύτρωση στα παιδιά πάνω

Που δε μ’ αφήνει να πεθάνω»

(http://www.lettre.gr/letter/material/mistral.pdf)

 

 

 

-Μπ. Μπρεχτ, «Δάσκαλε, μάθαινε»

 

«Δάσκαλε, μάθαινε!
Δάσκαλε,
μάθαινε!
Μην λες πολύ συχνά, πως έχεις
δίκιο, δάσκαλε!
Άσε τον μαθητή σου να το
νιώσει!
Όλη την ώρα την αλήθεια μην
την καταπονείς:
Δεν το
αντέχει.
Να ακούς όταν
μιλάς!»
 *»Μια ζωή στην ίδια τάξη»

 

 

-Γιάννης Κουβαράς, «ΑΠΟΦΟΙΤΟΙ 2008»

«Λίγα λιμάνια μοιάζουν με αγκαλιές
Του Βόλου της Κέρκυρας της Μυτιλήνης
Λίγες αυλές μοιάζουν με ανθισμένες αγκαλιές
Και μόνο μια είναι λιμανι και αγκαλιά μαζί
Η πλατυτέρα αγκαλιά των αυλών
αυτή του 2ου Λυκείου Βριλησσίων
Αυλή με τους ευκαλύπτους τις βρύσες
και τ’ αηδόνια του Παραδείσου, εσάς
Αυλή βεγγαλικό χρωμάτων και θαυμάτων
Στόλος άστρων ναυλοχεί στην ψυχή μου
Χιλιάδες φεύγουν από μέσα μου καικια
Εδώ ναυλοχούν και ελλιμενίζονται
φωταγωγημένες βρατσέρες σώματα πλεούμενα
σώμα βαθύ πλεούμενο της μέρας
Το κοπάδι των άστρων οδηγώ στην αγκάλη σας
Αλλά εσείς χαμηλώσατε τ’ άστρα
και λάμπουν απόψε χλωμότερα
πλάι στα φωτεινά πρόσωπά σας»

(Γιάννης Κουβαράς, «Ονείρου Οδύσσεια», εκδ. Γαβριηλίδης, 2013)

 

 

-Μπ. Μπρεχτ, «Οι πιο φτωχοί συμμαθητές απ’ τους συνοικισμούς των προαστίων»

«Οι πιο φτωχοί συμμαθητές με τα λεπτά παλτά τους
Ερχόταν καθυστερημένοι στο πρωινό μάθημα πάντα
Γιατί μοιράζαν γάλα ή εφημερίδες για τις μάνες τους.
Οι δάσκαλοι
Τους γράφανε στο μαύρο τους τεφτέρι και τους βρίζαν.

Για κολατσιό δε φέρναν τίποτα μαζί τους. Στα διαλείμματα
Γράφαν μέσα στους καμπινέδες τα μαθήματά τους.
Αυτό απαγορευότανε. Τα διαλείμματα
Ήτανε για αναψυχή και για φαΐ.

Σαν το δεκαδικό αριθμό του π δεν ξέρανε
Ρωτούσανε οι δάσκαλοι: Γιατί
Δεν έμενες καλύτερα στη λάσπη, απ’ όπου έρχεσαι;
Μα αυτό το ξεραν.

Στους πιο φτωχούς μαθητές απ’ τους συνοικισμούς των προαστίων
Υπόσχονταν κατώτερες θέσεις στις δημόσιες υπηρεσίες.
Γι’ αυτό το περιεχόμενο των
Βρώμικων σχολικών βιβλίων τους από δεύτερο χέρι αγορασμένων
Με τον ιδρώτα του προσώπου τους μαθαίνανε απ’ έξω
Μαθαίνανε να γλείφουνε τις μπότες του δασκάλου και
Τις μανάδες τους τις ίδιες να καταφρονούνε.

Τα κατώτερα πόστα των πιο φτωχών μαθητών απ’ τους συνοικισμούς των
προαστίων
Βρισκότανε κάτω απ’ το χώμα. Η καρέκλα του γραφείου τους
Δεν είχε κάθισμα. Θέα τους
Είχανε τις ρίζες των μικρών φυτών. Γιατί
τους βάλανε
Να μάθουνε ελληνική γραμματική και για τις εκστρατείες του Καίσαρα
Του θείου τον τύπο και τον αριθμό του π;
Στους ομαδικούς τάφους της Φλάντρας, που γι’ αυτούς
ήτανε προορισμένοι
Τι άλλο τους χρειαζότανε πέρα από
Λίγο ασβέστη;»
(Μπ. Μπρεχτ, Ποιήματα, μτφ. Νάντια Βαλαβάνη, Σ.Ε.)

 

 

-Αργύρης Χιόνης, [Νεαρός μαθητής]

«Νεαρός μαθητής μένει ενεός στη θέα λευκής σελίδας του

τετραδίου του. Οι προηγούμενες σελίδες είναι ήδη πλήρεις

σημειώσεων που καταχώρισε, εκεί, χωρίς κανένα δισταγμό.

Γιατί, λοιπόν, διστάζει τώρα; Γιατί, εξαίφνης, νιώθει τέτοιο

δέος μπροστά στην άγραφη σελίδα; Γιατί, με τρέμον χέρι,

γράφει, τελικά: «Το χαρτί άσπρο σαν χιόνι, οι λέξεις μου

κρυώνουν;» Μήπως κατάλαβε ότι οι λέξεις έχουνε ζωή;

Έγινε μήπως ποιητής;»

(Η φωνή της σιωπής, Νεφέλη)

 

 

-Θωμάς Γκόρπας, «ΑΠΟΦΟΙΤΟΙ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ»
Μνήμη Γιώργη Ζάρκου

«Νεολαίε με το χαρτί του γυμνασίου
Εσύ που στο σχολείο σήκωνες το χέρι για να πεις
Όχι το μάθημα μα την αλήθεια
Σήκωνε πάντα αυτό το χέρι που το γέννησε
Της δικαιοσύνης ο καημός κ’ η σιγουριά του αύριο.

Νεολαίε με το χαρτί του γυμνάσιου
Τα χέρια σου ανεβοκατεβαίνουν
Πάνω σε τραπέζια καφενείων
Καταχνιασμένων από την τσιγαρίλα
Και τις ανάσες πεινασμένων
Τα χέρια σου ανεβοκατεβαίνουν
Πάνω σε μεγάλες πόρτες
Που Δε θ’ ανοίξουν ποτέ από μέσα.

Νεολαίε με το χαρτί του γυμνασίου
Είσαι η φωτιά που ετοιμάζει η απελπισία
Και θα κάψει τις σημαίες των αρχόντων.
Και αν το ψωμί κ’ η γνώση ανταλλάσσονται
Με τα’ άλλο χαρτί που εσύ δεν έχεις
Μην αρνηθείς γι’ αυτό το ρόλο που σου ανάθεσε ο καιρός.
Οι μέρες μας κυλούν σαν χειμωνιάτικα ποτάμια
Στους δρόμους φέγγουν φαναράκια μίσους
Στους δρόμους αλαφιάζονται οι μικρές παρέες
Καθώς απ’ τις γωνιές οι μισθοφόροι
Με στιλέτα ξεμπουκάρουν και παγίδες.
Όμως τα δαγκωμένα λόγια ακολουθούν τραγούδια.

(Θωμάς Γκόρπας, Ποιήματα, Κέδρος)

 

 

-Ζακ Πρεβέρ, «Ο κακός μαθητής»

«Λέει όχι με το κεφάλι

μα λέει ναι  με την καρδιά…

είναι ορθός τον ρωτάν

κι όλα τα προβλήματα έχουν δοθεί.

Ξαφνικά τον πιάνουν ακατάσχετα γέλια

και τα σβήνει όλα, τα ψηφία και τις λέξεις,

τις ημερομηνίες και τα ονόματα

και παρά τις φοβέρες του καθηγητή ,κάτω από τα γιουχαΐσματα

των καλών μαθητών με κιμωλίες όλων των χρωμάτων, πάνω στο μαυροπίνακα

της δυστυχίας ζωγραφίζει το πρόσωπο της ευτυχίας.»

(Ζακ Πρεβέρ, από την ποιητική του συλλογή «Κουβέντες».)

 

 

 

Πες το με ποίηση (189ο): «Εργασία – εργάτης – προλετάριος»…

 

-Χριστόφορος Τριάντης, «Εργασία και σίδερα»

«Ε, ύμνοι που πέφτουν
για την ανθρώπινη εργασία
(την αξία της βεβαίως).
Ω καλοί μου άνθρωποι
όλοι το γνωρίζουν: είναι το μέτρον το άριστον
της προκοπής και της αυτογνωσίας,
ο μη εργαζόμενος μηδέ εσθιέτω!
Κι αν υπάρχουν άνεργοι, πάλι καλά,
θα ’ρθει η σειρά τους στα νταμάρια
της εργατικότητας να διακριθούν (συντόμως).
Δεν μπορεί, η τίμια εργασία τούς πάντες
αποζημιώνει με ειλικρίνεια αριθμητική
(λογαριασμών και πληρωμών).
Ναι, αποκτούν ευεργετήματα
του μόχθου οι στυλοβάτες.
Χιλιάδες χρόνια, χιλιάδες (μα την αλήθεια)
τα χέρια και το μυαλό του εργατικού δυναμικού
σήκωσαν πράγματα σημαντικά:
κάστρα και πυροβόλα,
κοιμητήρια και παλάτια,
βόθρους και κλούβια
για ζώα κι ανθρώπους.
Και τα θαύματα (επτά ή περισσότερα)
της ιστορίας
τα –εργατικά– χέρια τα ύψωσαν στον χρόνο.
Μα ξέχασαν οι αποκοιμισμένοι κύριοι
(που ηλιοθεραπεύονται ανά τις εποχές)
να πουν για τ’ ασήμαντα μνημεία
που στέριωσαν οι δρόμοι της αγίας εργασίας.
Να, για τα σίδερα μιλώ
(αιώνων και αιώνων)
που αλυσοδένουν γενικά
τον ήλιο, το φεγγάρι και τ’ αστέρια
να μην τα βλέπουνε οι όχλοι
και οπισθοδρομούν,
παρακάμπτοντας των ευνούχων
τις ολοστρόγγυλες διαταγές.
Τα σιδερένια σχοινιά που δένουν τη χαρά
μέχρι να λιώσει
και πίκρα σαν στέρφα θάλασσα να γίνει.
Τις χρυσές αλυσίδες που σφίγγουν
τις ανάγκες των φτωχών,
μέχρι να γίνουν μακρινές επιθυμίες
και ηδονικά φτιασιδωμένες,
έτοιμες προς πώληση
κι όχι προς αγορά.
Τα σιδερένια μαντίλια που τα μάτια
κλείνουν για να θωρούν το σκοτάδι σαν φως
και τους τυφλοπόντικες
ομορφότερους να τους βλέπουν απ’ τα χελιδόνια.
Τους σιδερένιους χαλκάδες που τρομάζουν τις ζωές
και πεσκέσι στον διάβολο τις προσφέρουν,
έτσι για την εύρυθμη λειτουργία των αγορών
και της φύσης (δευτερευόντως).
Τα σιδερένια αυγά που φυλακίζουν
σάρκες και κανόνια μαζί,
μέχρι κρεάτινες μπάλες να γίνουν
και με κραυγές στην ανθρωπότητα να χιμήξουν,
για να δειπνήσουν οι οπλουργοί
με κόκαλα και αίμα στα πεδία των μαχών.
Τα σιδερένια κουτιά
που το ψωμί δηλητήριο το κάνουν,
για να τρωγοπίνουν οι καθωσπρέπει κύριοι
στις εκκλησίες και τα ζυθεστιατόρια
κι ύστερα να σκοτώνουν του τρελούς
που βρίζουν τους εμπόρους των ψυχών
σαν σκυλεύουν τους αθώους.
Σίδερα αόρατα που κι εμένα δένουν,
τις λέξεις να ξεχνώ
και τα αφεντικά της χυδαιότητας
να ευλογώ,
παρέα με τους δήμιους
με τα σημαδεμένα πρόσωπα.
Ναι, είναι γεγονός πως τους δήμιους
(και τους εκτελεσμένους)
κάθε μέρα τους δείχνουν στα παιδιά
τον θάνατο και την αισχρότητα
να συνηθίσουν…»

(https://teflon.wordpress.com/)

 

 

-Γεράσιμου Μαρκορά, «Εργασία»

«Ξημερώνει αυγή δροσάτη
με το πρώτο της πουλί,
λές και κράζει τον εργάτη
στη φιλόπονη ζωή.
Πριν να σβήση κάθε αστέρι,
με χαρούμενη καρδιά,
νέοι μεσόκοποι και γέροι,
τρέξετ’ όλοι στη δουλειά.
Πέρα εκείθενε οι φροντίδες
ας πετάξουνε, καθώς
ξαφνιασμένες νυχτερίδες,
όπου αγνάντεψαν το φως.
Μη σας είναι ο ξένος πλούτος
έν’ αγκάθι στην καρδιά’
πέστε αζήλευτα: είναι τούτος
εργασίας κληρονομιά.
Σηκωθήτε, η γη χαρίζει
μόνον άφθονο καρπό,
αν ο κόπος την ποτίζη
μ’ έναν ίδρωτα συχνό.
Σαν εσάς, αδέλφια, ιδρώνει
κι ο σοφός, που με το νου
κάμπους άμετρους οργώνει
γιά θροφή του λογισμού.
Δίχως άνεσι και σχόλη
πάντα ο άξιος δουλευτής,
το ανθηρότατο περιβόλι
σκάφτει, σπέρνει, ο ποιητής.
Πάντα, ναι, του τίμιου κόπου
οι γλυκύτατοι καρποί
να ’ναι μόνοι, που τ’ ανθρώπου
σώμα θρέφουν και ψυχή.»!

(https://www.sakketosaggelos.gr/Article/6686/)

 

 

-«Εγώ θα μείνω με τους εργάτες να τραγουδήσω
(…) για των ψαράδων τον ωκεανό,
για το ψωμί των παιδικών μας αηδονιών,
και για την αγροτιά και για τ’ αλεύρι μας,
τη θάλασσα, το ρόδο και το στάχυ,
τους σπουδαστές, τους ναύτες, τους φαντάρους,
για όλους τους λαούς σ’ όλους τους τόπους,
για τη λυτρωτική τη θέληση
των πορφυρών λαβάρων της αυγής.
Πάλεψε πλάι μου, κι εγώ θα σου χαρίσω

τα όπλα όλα της ποίησής μου»

(Πάμπλο Νερούντα)

 

 

 

-Μπ. Μπρεχτ, “Ερωτήσεις ενός εργάτη που διαβάζει”

 

Ποιος έχτισε τη Θήβα την εφτάπυλη;

Στα βιβλία δε βρίσκεις παρά των βασιλιάδων τα ονόματα.

Oι βασιλιάδες κουβαλήσαν τ’ αγκωνάρια;

Kαι τη χιλιοκαταστρεμμένη Bαβυλώνα,

ποιος την ξανάχτισε τόσες φορές; Σε τι χαμόσπιτα

της Λίμας της χρυσόλαμπρης ζούσαν οι οικοδόμοι;

Tη νύχτα που το Σινικό Tείχος αποτελειώσαν,

πού πήγανε οι χτίστες; H μεγάλη Pώμη

είναι γεμάτη αψίδες θριάμβου. Ποιος τις έστησε; Πάνω σε ποιούς

θριαμβεύσανε οι Kαίσαρες; Tο Bυζάντιο το χιλιοτραγουδισμένο

μόνο παλάτια είχε για τους κατοίκους του;

Aκόμα και στη μυθική Aτλαντίδα,

τη νύχτα που τη ρούφηξε η θάλασσα,

τ’ αφεντικά βουλιάζοντας, μ’ ουρλιαχτά τους σκλάβους τους καλούσαν.

 

O νεαρός Aλέξανδρος υπόταξε τις Iνδίες.

Mοναχός του;

O Kαίσαρας νίκησε τους Γαλάτες.

Δεν είχε ούτ’ ένα μάγειρα μαζί του;

O Φίλιππος της Iσπανίας έκλαψε όταν η Aρμάδα του

βυθίστηκε. Δεν έκλαψε, τάχα, άλλος κανένας;

O Mέγας Φρειδερίκος κέρδισε τον Eφτάχρονο τον Πόλεμο.

Ποιος άλλος τόνε κέρδισε;

 

Kάθε σελίδα και μια νίκη.

Ποιος μαγείρεψε τα νικητήρια συμπόσια;

Κάθε δέκα χρόνια κι ένας μεγάλος άντρας.

Ποιος πλήρωσε τα έξοδα;

 

Πόσες και πόσες ιστορίες.

Πόσες και πόσες απορίες.»

(Απόδοση ποιήματος Μάριος Πλωρίτης στο Bertold Brecht, Ποιήματα, Θεμέλιο)

 

 

-«Ομιλία ενός Εργάτη σε έναν Γιατρό» – Μπέρτολντ Μπρεχτ

Ξέρουμε ‘μεις τι είναι αυτό που άρρωστους μας κάνει!
Σαν αρρωσταίνουμε, ακούμε
Πως είσαι συ που θα μας γιατρέψεις.

Δέκα χρόνια ολόκληρα, μας λένε
Σ’ όμορφα σχολειά
Με τα λεφτά του λαού χρισμένα
Μάθαινες το πώς να γιατρεύεις, και για τις γνώσεις σου αυτές
Ξοδεύτηκε μια περιουσία.
Πρέπει λοιπόν να ‘σαι ικανός να μας γιατρεύεις.

Είσαι ικανός;

Όταν σ’ εσένα ερχόμαστε
Παραμερίζεις τα κουρέλια μας
Και ακροάσαι κάθε σπιθαμή απ’ το γυμνό κορμί μας.
όσο για την αιτία της αρρώστιας μας
Μια ματιά να ‘χες ρίξει στα κουρέλια μας
Θα σου ‘λεγε περισσότερα. Είναι η ίδια αιτία που φθείρει
Το κορμί μας και τα ρούχα μας.

Ο πόνος που έχουμε στον ώμο μας
Προέρχεται λες, απ’ την υγρασία… απ’ αυτήν
Προέρχεται όμως και η κηλίδα στον τοίχο του σπιτιού μας.
Πες μας λοιπόν:
Από πού προέρχεται η υγρασία;

Πάρα πολλή δουλειά και πολύ λίγο φαγητό
Αδύναμους μας κάνουν και μας αρρωσταίνουν
Η συνταγή σου λέει:
Πρέπει να πάρετε βάρος.
Μπορείς στα βούρλα να πεις
Ότι δεν πρέπει να βρέχονται.

Πόσο καιρό μπορείς να μας αφιερώσεις;
Βλέπουμε: ένα χαλί στο σπίτι σου
Κοστίζει τόσα, όσα φέρνουνε
Πέντε χιλιάδες δικές μας επισκέψεις.

Κατά πάσα πιθανότητα θα ισχυριστείς πως
Είσαι αθώος. Της υγρασίας η κηλίδα
Στον τοίχο του σπιτιού μας
Λέει το ίδιο.
{Απόδοση: Νάντια Βαλαβάνη, εκδ. Σ.Ε.}

 

 

 

-Μπ. Μπρεχτ, «Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΩΝ ΕΡΓΑΤΩΝ»

«Μιαν ορισμένη μέρα σ` ολόκληρη την Ισπανία

Σταμάτησαν οι εργάτες τις μηχανές. Κρύα

Στεκότανε τα τρένα πάνω στις ράγιες. Δίχως το φως

Βρεθήκανε τα σπίτια όπως κι οι δρόμοι, και τα τηλέφωνα

Ένας σωρός άχρηστα μαραφέτια είχανε γίνει. Οι απατεώνες

Τους αστυνομικούς άλλο πια δεν μπορούσαν να φωνάζουν Αντί γι` αυτό

Μιλάγανε οι μάζες αναμεταξύ τους. Τρεις ολόκληρες μέρες

Εμφανίζονταν αυτοί που υπηρετούσαν τον πανίσχυρο μηχανισμό

Σαν εξουσιαστές του. Οι εργάτες, σταματώντας τη δουλειά

Δείχναν τη δύναμή τους. Το καρπερό χωράφι

Δεν ήταν τίποτα άλλο ξαφνικά από πέτρινο έδαφος.

Αυτούς που δε ζεσταίναν πια τα κάρβουνα από τη στοά

Ούτε και το ακατέργαστο μαλλί γινότανε να τους ζεστάνει. Τα ίδια

τα παπούτσια των αστυνομικών

Θα φθείρονταν και κανέναν διάδοχο πια δε θα βρίσκαν.

Μετά

Έσπασε η έλλειψη της ενότητας της εξέγερσης τη δύναμη, μα ακόμη και

τότε

Μια ολόκληρη μέρα δεν μπορούσαν να φτάσουν στις μάζες

Οι ίδιες οι διαταγές των μανδαρίνων για το σταμάτημα της απεργίας, γιατί

Βέβαια δίχως ατμό ήτανε σταθμευμένες οι λοκομοτίβες

και τα ταχυδρομεία εγκαταλειμμένα. Κι έτσι

Λοιπόν ακόμα φανερώθηκε η

Μεγάλη δύναμη των εργατών.»

 

 

-Βλ. Μαγιακόφσκι, «Β. Ι. Λένιν»

(…)Ξέρω έναν εργάτη
που γράμματα δε νογάει.
Δεν γεύτηκε
μήτε τ’ αλφάβητου τ’ αλάτι.
όμως άκουσε κάποτε,
τον Λένιν να μιλάει,
κι όλα τα κατάλαβε
το μυαλό του εργάτη.
Άκουσα
κάποιου χωριάτη απ’ τη Σιβηρία
την ιστορία.
Σηκώθηκαν, με τα ντουφέκια
πήραν τη γη,
την καρπίσαν.
Για τον Λένιν
δεν είχαν ούτε διαβάσει, ούτε ακούσει,
μα λενινιστές
κιόλας όλοι τους ήσαν.
Είδα βουνά,
που βλαστάρι δε βγαίνει.
Μονάχα το σύννεφο
στα βράχια σκοντάφτει.
Κι εκατό βέρστια πιο πέρα
κάποιος ερημίτης να μένει,
που στα κουρέλια του,
το σήμα του Λένιν
αστράφτει.
Θα μου πούνε ―
πως μιλώ για κονκάρδες
που τα κορίτσια τις καρφώνουν
στο ρούχο τους κοκέτικα
παραξενιές της ζωής.
Μα όχι ―
δεν είναι κονκάρδες
είναι η καρδιά η ίδια
που ανάβει το ρούχο,
και λάμπει γεμάτη
αγάπη για τον Ιλίτς.
Αυτό
δεν εξηγείται
με της εκκλησίας τα τεφτέρια,
κι ούτε κάνας θεός τον πρόσταξε:
Γίνου ο εκλεκτός!
Με ανθρώπινο βήμα,
με εργάτη χέρια,
με το δικό του μυαλό
πήρε το δρόμο
αυτός.(…)

(Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, μετάφραση Δημήτρης Πάνου)

 

 

-Κ. Παλαμάς, «Εμείς οι εργάτες…»

Εμείς οι εργάτες είμαστε που με τον ιδρώτα μας
ποτίζουμε τη γη για να γεννά
καρπούς, λουλούδια, τ’ αγαθά του κόσμου ολόγυρά μας
φτωχή αλουλούδιαστη, άκαρπη μονάχα η αργατιά.

Εμείς οι εργάτες είμαστε που με τον ιδρώτα μας
ζυμώνουμε του κόσμου το ψωμί.
πιο δυνατά κι απ’ τα σπαθιά τα χέρια τα δικά μας,
και με όλο τ’ αλυσόδεμα, σκάφτουν, και η γη πλουτεί.

Στου κόσμου τους θησαυριστές το βιος σου, εργάτη, νόμοι
στο τρώνε αδικητές χωρίς ντροπή.
Αγκαλιαστήτε αδέλφια ορθοί! Με μια καρδιά, μια γνώμη.
Δικαιοσύνη, βρόντηξε και λάμψε, Προκοπή!

 

 

-«…Αυτοί που περιμένουν στον ξύλινο πάγκο
είναι οι φτωχοί, οι δικοί μας, οι δυνατοί
είναι οι ξωμάχοι και οι προλετάριοι
-κάθε τους λέξη είναι ένα ποτήρι κρασί
μια γωνιά μαύρο ψωμί
ένα δέντρο πλάι στο πάγκο
ένα παράθυρο ανοιχτό στη λιακάδα.

Είναι οι δικοί μας Χριστοί, οι δικοί μας Άγιοι.»
(Γ. Ρίτσος, Καπνισμένο τσουκάλι)

 

 

-Γιάννης Ρίτσος, «Ομιλητής Προλετάριος»

 «Έκανε να μιλήσει˙ κόμπιασε˙
ξανάπε τα ίδια˙ σταμάτησε.

«Αυτό ήταν», είπε κι ακούμπησε το χέρι του στο τραπέζι.

Το χέρι του, στέρεο, καθάριο περίγραμμα,
ήταν ένα φαρδύ μυστρί. Μπορούσαμε να εμπιστευθούμε
στα λόγια που δεν είπε και στα χέρια του.

Έξω απ’ την κάμαρα κατέβαινε βουίζοντας το φως.»

(Γιάννης Ρίτσος, Ποιήματα, Κέδρος)

 

 

Λουκάς Σταύρου, «Ο προλετάριος»

«Δεν έχω περιουσία στα κατεχόμενα
για να ζητήσω αποζημίωση
ή να την ανταλλάξω
Άσε που γενικά
δεν έχω περιουσία
άρα λοιπόν ως προλετάριος
δεν έχω λόγο
και μερίδιο στη πατρίδα;»

(http://lukestavrou.com/poems/2016-02-28-proletarios/)

 

 

 

Πες το με ποίηση (188ο): «ΑΛΟΓΟ –ΚΑΒΑΛΑΡΗΣ – ΙΠΠΟΤΗΣ»…

  1. Τ’ ΑΛΟΓΟ ΤΟΥ ΣΚΑΚΙΟΥ

    Προσεκτικ κι σάλευτο, βουβ κι φαιρεμένο,
    στ μαρο τσπρο, πάκουο, πηδάει κα περιμένει.
    Στ μαρο τσπρο, σάλευτο, βαθει συλλογισμένο,
    τ
    σκυθρωπ κι μίλητο παιχνίδι λογαριάζει.
    Μι κίνηση, λλη κίνηση, μι σκέψη, κι λλη σκέψη.


Τριγύρω ο
ξύλινοί του χθρο κι ο πίβουλοι σκοποί τους.


Τί ν
σκεφτε, ν σοφιστε κα τί ν λογαριάσει;
Μς τ στεν τετράγωνα σώθηκεν σκέψη
κι γινε πι μονότονη κα γνώριμη ζωή του.

Μι κίνηση, λλη κίνηση, μι σκέψη, δια σκέψη!


Τ
σιωπηλ παιχνίδι του μετρ κα λογαριάζει,
μ μως τ ξέρει πς γραφτ σλη εναι τ ζωή του,
ν ρμ μέσα στος ξύλινους χθρούς του κα ν πέφτει,
στ μαρο στσπρο, ρωικά, κοντ στ βασιλιά του.

 MIXΑΛΗΣ  ΣΤΑΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ

 

 

Τ’ Άλογο του Ομέρ Βρυώνη – Διονύσης Σαββόπουλος

  1. Τ’ ΆΛΟΓΟ ΤΟΥ ΟΜΕΡ ΒΡΥΩΝΗ

Τ’ άλογο τ’ άλογο Ομέρ Βρυώνη
δες το κορίτσι μου πόσο κρυώνει
έλα ν’ ανέβουμε κι απόψε στ’ άστρα
για να της φέρουμε χρυσή θερμάστρα.

Τ’ άλογο τ’ άλογο Ομέρ Βρυώνη
φέρ’ το τσεκούρι μου και το πριόνι
και πάμε γρήγορα να κόψω ξύλα
γιατί έχει σύγκρυο κι ανατριχίλα.

Τ’ άλογο τ’ άλογο Ομέρ Βρυώνη
τούτο το σύννεφο μ’ εξαγριώνει
και το κορίτσι μου προσμένει πάντα
μ’ ένα θερμόμετρο που λέει σαράντα.

ΝΙΚΟΣ  ΓΚΑΤΣΟΣ

***

  1. ΤΟ ΑΛΟΓΟ ΤΗΣ ΜΟΛΔΟΒΛΑΧΙΑΣ

(Σχεδίασμα του Μαθιού Πασκάλη)

 Ένα λοφίο μια λόγχη ένα δέντρο·

στην άλλην όχθη το άλογο.

 Ανάμεσα κυλάνε σάρκες και αρώματα γυναικών

άντρες μαζί με τις σάρκες, μήτε πρόσχαροι μήτε κατηφείς

αποφασισμένοι

όχι αποφασιστικοί,

αποφασισμένοι από τους άλλους

από τους δυο βασιλιάδες ίσως —

τον έναν που κατοικεί το μπρούντζινο αποτύπωμά του

τον άλλον που κατοικεί το σάρκινο αποτύπωμά του —

από τους δυο βασιλιάδες ίσως

ή το άλογο

με το βάραθρο της κοιλιάς τόσο ανάλαφρα υψωμένο

πάνω στα τέσσερα πόδια

που μας εξαπατούν νυχοπατώντας.

 

Το φοβερό δε φαίνεται ποτέ·

δε φαίνεται το μέγα αγκίστρι που ψαρεύει από το κοκκινωπό βάθρο·

όταν προσέξεις αντικρίζεις το χαμό·

το γαντζουρωτό σπέρμα

που τινάζεται από τα φριχτά αχαμνά του

βαριά σαν αδιάφορο κανόνι σ’ αρχοντικό της Ύδρας,

σπόρο θανάτου

που καρφώνει αλάθευτα τον όποιον σημαδέψει

και τον σέρνει καθώς ο Αχιλλέας τον Έκτορα

ανάσκελα μέσα στη σκόνη

χλωμό γυμνό ντροπιασμένον

μέσα στις κεντητές ρεκλάμες που ανάβουν και σβήνουν

μέσα στους κουρασμένους μηρούς των γυναικών

αυλάκια του έρωτα τελματωμένα·

μέσα στα πυρωμένα λάστιχα και τους αχνούς των αυτοκινήτων

καθώς βαραίνει η ζέστη κι οι στολές παρουσιάζουν όπλα

κι οι μικρές μπρούντζινες σάλπιγγες μείναν ανάερες—

τον φέρνει σίγουρα στην κοιλιά του αλόγου

με την τερατώδη απόφυση του νεκρού βασιλιά στη ράχη

και τα ρουθούνια του που ανοιγοκλούν ανασαίνοντας αηδία.

 

Τελετή αθόρυβη ανάκουστη

προσφορά στον άνθρωπο που κρατούσε τη σφαίρα και το σκήπτρο

προσφορά στ’ άλογο μέσα στον άνθρωπο που χλιμιντρά και ματώνει τα νύχια

και δε χορταίνει μήτε τώρα που ο αναβάτης μετάλλαξε τον ύπνο

τελετή χωρίς ιερατικό βάδισμα μήτε δαυλούς μήτε ιερουργίες

αλλά με τα καθημερινά φερσίματα, τα μικροσκοπικά παθήματα

και τις απρόσωπες χαρές μας,

με τη συνηθισμένη ρυτίδα στο μέτωπο καθώς σηκώνεις το τηλέφωνο που σημαίνει

με το κουρασμένο μάτι και την ξεβιδωμένη χειραψία όταν συναπαντήσεις κάποιον

άρρωστη πομπή με την τάξη του πρόσκαιρα σκηνοθετημένου κόσμου.

Βουκουρέστι, 19. 5. 1939

ΓΙΩΡΓΟΣ  ΣΕΦΕΡΗΣ [Γ΄. ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ (1931 – 1971;)]

 

 ***

 

  1. «Υπάρχουν άλογα που συνεχίζουν να καλπάζουν ακόμα κι όταν είναι ξαπλωμένα στο γρασίδι.»

ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ

***


  1. Καβάλα σε ένα κουνιστό αλογάκι

με χάρτινο καπέλο και ξύλινο σπαθί

πήρα και εγώ μέρος στη μάχη

στο αίμα, στη φωτιά στην αρπαγή.

 

Καβάλα σε ένα κουνιστό αλογάκι

μπρος πίσω πίσω μπρός

γύρισα ολόκληρο το κόσμο

των ίσκιων στρατηλάτης και αρχηγός

γύρισα ολόκληρο τον κόσμο

και έφτασα τώρα εδώ

στη κουνιστή μου πολυθρόνα

μπρος πίσω πίσω μπρός

τσαλακωμένο πια το χάρτινο καπέλο

και τσακισμένο το ξύλινο σπαθί ,

η μάχη η φωτιά το αίμα η φωτιά και η αρπαγή

θαμπές εικόνες στου μυαλού μου την οθόνη.

 

Καίει ο ήλιος μα το αίμα μου παγώνει

ψίθυρος βγαίνει από το στόμα μου η κραυγή

 

ΑΡΓΥΡΗΣ  ΧΙΟΝΗΣ, ΕΚΔΟΧΕΣ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ

 

 

Το τραγούδι του αλόγου – Λιλάντα Λυκιαρδοπούλου

 

  1. Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕ ΤΟ ΑΣΠΡΟ ΑΛΟΓΟ

 

Η μουσική: είν’ ένας άγιος

που κατεβαίνει στο άσπρο του άλογο.

Φτάνει ως την άκρη της καρδιάς μου, υπόσχεται.

 

Γυρνά τα φύλλα της ψυχής μου σε μετέωρα χρώματα

κι όπου γωνιά μου τη φωτίζει. Ψιχαλίζει

ουρανό, επουλώνει τις ρυτίδες μου. Γίνομαι κάτι

σαν ένας κήπος, ανάμεσα σ’ έναν ήλιο

απερίγραπτο.

 

Όλη η κούραση μου,

όλα μου τα σκαψίματα, όλη η μόνωση μου,

δείχνουν απόβροχο του Μάη.

 

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

  

 ***

 

  1. Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΛΟΓΟ

 

Είχε ένα άλογο. Πήγε στον πόλεμο.

Δεν περάσαν δυό μήνες που γύρισε πίσω

με κομμένο το πόδι του. όταν τον είδε

τ’ άλογο του χλιμίντρισε.

 

Λίγες

μέρες μετά, το επιτάξανε.

Εκείνο δεν γύρισε.

Κι’ από τότε, όταν ήθελε

να θυμηθεί κάτι αξέχαστο από

τη ζωή του, κάτι όμορφο

– την Παναγία, το Χριστό ή τον ήλιο

παραδείγματος χάρη –

θυμόταν

αυτό το χλιμίντρισμα.

 

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

 

 ***

 

  1. ΤΟ ΑΦΗΝΙΑΣΜΕΝΟ ΑΛΟΓΟ

 

Καθώς ανηφόριζε τούδωσε μια

κατακέφαλα ο ήλιος. Σταμάτησε τ’ άλογο,

γυάλισε η κόκκινη τρίχα του, φύσηξαν

φωτιά τα ρουθούνια του, τεντώθη σαν λάμα

μετάλλινη η χαίτη του, σηκώθηκεν όρθιο,

χλιμίντρισε, πήρε μιάν άγρια στροφή

σαν κόκκινος ίλιγγος, συγκέντρωσε όλη του

τη δύναμη, πήρε κι’ άλλη απ’ τον ήλιο

κ’ οι οπλές του αρχινίσαν, βροχή, να χτυπούν

τη γρανίτινη πέτρα – απώντας τις μαύρες της

φλέβες, σηκώνοντας τούφα τις σπίθες.

 

Τ’ αναμμένα, βαριά πέταλα του, ακουγόνταν

υπόκωφα

ως μέσα

τη μήτρα της γης.

 

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ  ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

 

Νίκος Κυπουργός , Tου αλόγου

 

  1. ΚΑΙ ΙΔΟΥ ΙΠΠΟΣ ΠΥΡΡΟΣ

στον Δημήτρη Κοσμόπουλο

 

Κεφαλή αλόγου σκύβει να πιει νερό.
Ίσα που πρόλαβε να δει, εκτός απ’ τη μορφή του, μιαν αλογόμυγα επάνω στα καπούλια, πριν σπάσει ο καθρέφτης της πηγής.

 

Ρουθούνια ανοιγμένα γεμάτες γουλιές ήρεμη ανάσα και μόνο
τα μάτια του τρομαγμένα, με το τρέμισμα μιας σκιάς στον αέρα.

Ξανά.

Αναπεπταμένο πεδίο. Γύρω βουνά. Ένα άλογο πίνει νερό. Η καμπύλη του αυχένα του τόξο καλά τανυσμένο. Αεράκι στη χαίτη, όταν μαύρο πουλί περνάει ψηλά. Η σκιά του βιτσιά στα καπούλια.

Ξανά.

Χαμηλή πτήση με ελικόπτερο πάνω από τη Δρακολίμνη της Τύμφης. Καταπράσινο οροπέδιο ανάμεσα σε χιονισμένα βουνά.

Στην όχθη της λίμνης ένα άλογο πυρρό ξεδιψάει. Αλαφιάζεται. Τρέχει. Τρέχουν μαζί του και τ’ άλλα λευκά, φαιά, πυρρά, σίβα, μαύρα, 150 άλογα κάτω από ένα καπώ, στο δρόμο Ιωαννίνων-Κοζάνης.

Μιχάλης Γκανάς-Περιοδικό Τα Νεφούρια, τεύχος 14, Πρωτοχρονιά 2006

 

 ***

  1. ΤΟ ΑΛΟΓΟ

Στν Μιχάλη Γκαν

Πάλι τ γνωστ λογο, μαρο κα λαμπερό, στ μικρ πάρκο πέναντι, τν ρα πού, ποις ξέρει π ποιος συμφωνημένο, παψαν ν περνον, λυσσασμένα κύματα, τ᾿ ατοκίνητα.

 

Μ κοίταξε μασώντας τ πυκν φύλλα το μεσημεριο κα νευε μ κινήματα περήφανά της κεφαλς του σν ν μο λεγε: «Θυμσαι;»

Τ χειρότερο εναι τι βλεπα μία κατακόκκινη νοιχτ πληγ στν ριστερή του παρει κα σταγόνες αμα ν πέφτουν στ ταλαίπωρο χμα, πάνω σε σκουπίδια κα χαρτιά.

 

μως τ παράπονο τς πομονς του παλληκαρίσιο, καυτ πως μεσημεριαν λκή. Μασώντας ατ τ όρατα φύλλα, μπαίνει στν δρόμο κι ρχίζει ν τν διασχίζει ποφασιστικά, τν ρα πο ξεχύνεται, ορλιάζοντας, αρα τς στυνομίας.

 

Στ μάτια του σπιθίζουν δάκρυα σκληρά, διαμάντια. Κατ τ λλα, νέβηκα κι γ στ λεωφορεο, μ τν πόλοιπο κόσμο, τν ρα πο τ λογο σπάραζε κάτω π᾿ τος τροχος κα μ τ βλέμμα ψελνε τν ξόδιο κολουθία.

Αριο, σως ν τ προλάβω.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΣΜΟΠΟΥΛΟΣ

 

 ***

  1. ΤΟ ΑΣΠΡΟ ΑΛΟΓΟ

    Και φυσικά υπάρχουν λόγοι που κοιτάζω πάντα κάτω – κάπου
    είναι πεταμένο ένα κλειδί, που αν το βρεις σώθηκες: θα ξεκλειδώσεις
    το χέρι του τρελού
    και τότε θα είναι στη διάθεσή σου το άσπρο άλογο!

ΤΑΣΟΣ  ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

 

***

…στο βάθος του δρόμου το άγαλμα διηγόταν στα πουλιά το αληθινό ταξίδι.
» μητέρα, ρώτησα κάποτε, που μπορούμε να βρούμε λίγο νερό για τ’ άλογό μου΄»,
«μα δε βλέπω κανένα άλογο», «κι εσύ, μητέρα!»…

ΤΑΣΟΣ    ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ, ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ 

 ***

  1. ΑΛΟΓΑ ΠΕΡΗΦΑΝΑ ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ

Άλογα περήφανα

οι επιθυμίες μου

γονάτισαν κάθισαν χάμω

 

η πόλη όλη βάφτηκε στο σκοτάδι

 

μόνο τρεις άνθρωποι περπάτησαν

 

ο ένας πήγε να βρει το Θεό

ο άλλος πήγε να βρει το Διάβολο

κι ο τρίτος πήγε να βρει το Κενό.

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ, Έκτοτε

 

***

  1. ΤΑ ΑΛΟΓΑ ΤΟΥ ΑΧΙΛΛΕΩΣ

    Τον Πάτροκλο σαν είδαν σκοτωμένο,
    που ήταν τόσο ανδρείος, και δυνατός, και νέος,
    άρχισαν τ’ άλογα να κλαίνε του Αχιλλέως·
    η φύσις των η αθάνατη αγανακτούσε
    για του θανάτου αυτό το έργον που θωρούσε.
    Τίναζαν τα κεφάλια των και τες μακρυές χαίτες κουνούσαν,
    την γη χτυπούσαν με τα πόδια, και θρηνούσαν
    τον Πάτροκλο που ενοιώθανε άψυχο -αφανισμένο-
    μιά σάρκα τώρα ποταπή -το πνεύμα του χαμένο-
    ανυπεράσπιστο -χωρίς πνοή-
    εις το μεγάλο Τίποτε επιστραμένο απ’ την ζωή.

    Τα δάκρυα είδε ο Ζεύς των αθανάτων
    αλόγων και λυπήθη. «Στου Πηλέως τον γάμο»
    είπε «δεν έπρεπ’ έτσι άσκεπτα να κάμω·
    καλύτερα να μην σας δίναμε άλογά μου
    δυστυχισμένα! Τι γυρεύατ’ εκεί χάμου
    στην άθλια ανθρωπότητα πούναι το παίγνιον της μοίρας.
    Σεις που ουδέ ο θάνατος φυλάγει, ουδέ το γήρας
    πρόσκαιρες συμφορές σας τυραννούν. Στα βάσανά των
    σας έμπλεξαν οι άνθρωποι». -Όμως τα δάκρυά των
    για του θανάτου την παντοτεινή
    την συμφοράν εχύνανε τα δυό τα ζώα τα ευγενή

Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ
ΝΑΝΙ ΤΟ ΓΑΡΟΥΦΑΛΟ ΜΟΥ

  1. ΝΑΝΙ ΤΟ ΓΑΡΟΥΦΑΛΟ ΜΟΥ

Νάνι το παιδί μου, νάνι
Που δεν ήθελε νερό
Τ’ άλογο μας το μεγάλο

Αχ! Καρδούλα μου ποιός ξέρει
Τι να λέει το ποταμάκι στο λιβάδι το χλωρό

 

Νάνι, το νερό το μαύρο
μες στα πράσινα χορτάρια
που ψιλό τραγούδι πιάνει.
Νάνι την τριανταφυλλιά μου
που τη γης δάκρυο ποτίζει,
τ’ άλογό μας το καλό.

Κι έχει πόδια λαβωμένα τραχηλιά κρουσταλλιασμένη
Έχει ένα ασημένιο λάζο καρφωμένο μες στα μάτια.
Μόνο μια φορά σαν είδε τ’ αντρειωμένα τα βουνά
Εχλιμίντρισε κι εχάθη στα νερά τα σκοτεινά…

Αχ! Πού πήγες άλογό μου
που δεν ήθελες να πιεις;
Αχ, μαράζι μες στο χιόνι….
Νάνι το γαρούφαλό μου
που τη γης δακρυοποτίζει,
τ’ άλογό μας το καλό…

Μην έρχεσαι – μη μπαίνεις –
το παραθύρι κλείσ’το
Με φυλλωσιές ονείρου,
μ’ όνειρα φυλλωσιάς.
Κοιμάται το παιδάκι μου
Σωπαίνει το μωρό μου…

Αχ! Πού πήγες άλογό μου
που δεν ήθελες να πιεις;
Άλογο της χαραυγής

ΝΙΚΟΣ  ΓΚΑΤΣΟΣ

 

***

  1. ΣΤΟ ΑΛΟΓΟ ΚΑΒΑΛΑ

 

Πομπεύοντας το αδύνατο
με λέξεις
Ανάβοντας ένα φωνήεν,
έρμαιο του αγίου σώματος που λειτουργείται,
να ημερέψει το σκότος

 

Σελώνοντας το τέλος
να διανύσεις πάλι το κενό το ακόρεστο
απ’ την αρχή να ξαναπιάσεις το τραγούδι
το πικρό
ως να γλυκάνει ο τρόμος
«μη
μη με παίρνεις
με γέλασαν
χάρε μη με παίρνεις
της άνοιξης τ’ αηδόνια με γέλασαν
μη
γιατί δεν με ξαναφέρνεις»

Πώς έγινε και μείναμε φτωχοί με τέτοια προίκα
Πώς έγινε και δαπανούμε χιλιάδες τις λέξεις
για να πούμε το σώμα
που ατραγούδιστο εχάθη στον καιρό του

Πώς έγινε και συχνάζουμε πια
στης ψυχής τα υπόγεια
Πώς έγινε κι όλο να φεύγει ο χορός
μακριά από τη μνήμη
Πώς έγινε και ξέπεσε σε δόλωμα το βλέμμα
και σε τρόμο,
εκεί που κατοικούσε κάποτε ο άνεμος
κι η γενναιοδωρία

Πώς έγινε να ξεκρεμάμε κάθε πρωινό
έναν απ’ τους σβησμένους εαυτούς,
να τον ντυνόμαστε κι ας μη μας πάει
κι ας τον μισούμε
όσο μισούμε το φύλλο του ημερολογίου
που μας πετάει ξοδεμένους
στον κάλαθο των ονείρων.

Πώς έγινε κι αντέχουμε την απουσία μας

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ, Σήματα Λυγρά

 

***

  1. ΤΟ ΠΙΟ ΦΤΕΡΩΤΟ ΦΕΡΤΕ ΜΟΥ ΑΛΟΓΟ

 Θέλω να υπακούσω στην κλήση του ταξιδιού μου.
Το πιο φρέσκο, το πιο γοργό φέρτε μου άλογο.
Πηγαίνω προς τη νίκη μου και την τελειοποίησή μου
το πιο αστραφτερό φέρτε μου άλογο,
να το ανεβώ έτσι αφρισμένο όπως θα ‘ναι
μέσα στη μαύρη νύχτα
το πιο γοργό, το πιο αφράτο φέρτε μου άλογο,
να φτάσω στον καιρό μου πριν γίνει ο καλός του πλοίου μας απόπλους.

 Το πιο γοργό, το πιο αφράτο φέρτε μου άλογο.
Δε θα φύγω σαν ένας Αννίβας
για μιαν έρημη παραλία της Θάψου.
Δεν ακολουθεί τη φυγή μου
κανένας Σκιπίωνας, καμιά Ζάμα.
Πορεύομαι σε τροπαιούχον άλλο βίο.

Το πιο φτερωτό φέρτε μου άλογο,
να κάμω γρήγορο το τέλος των χιλιομέτρων μου
που με χωρίζουν από το Καράβι της Απεραντωσύνης μου.
Το πιο φτερωτό φέρτε μου άλογο.

 Σαράντος Παυλέας, Ποιητικοί συνειδησιακοί διάλογοι, Β (1981)

 

***

18.ΤΟ ΑΛΟΓΟ ΜΟΥ


Φοβού τους Δαναούς
και δώρα φέροντες

Το ξύλινο αλογάκι
λίκνιζε ρυθμικά τις προσδοκίες μου.
Κινήσεις όλο αυτάρκεια
σε μια καμπύλη σιγουριάς.
Δίχως απόκλιση καμιά
η διαδρομή μου.

Τώρα το άλογό μου δίχως αναβάτη
δούρειος ίππος με πολιορκεί στενά
ξεχύνοντας μνήμες αφηνιασμένες
κι έχετε φύγει όλοι εσείς οι Δαναοί
να μην μπορώ να σας ρωτήσω
γιατί μου ξεγελούσατε το μέλλον
δώρα φέροντες.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΣΙΔΗΡΑ,  ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΜΕΓΑΛΩΝ, Πλανόδιον, Αθήνα 1998

 

***

 

  1. Ο ΔΟΥΡΕΙΟΣ  ΙΠΠΟΣ
    I
    Ο Δούρειος ίππος τότε είπε
    όχι, δε θα δεχτώ δημοσιογράφους,
    κι είπαν γιατί, κι είπε
    πως δεν ήξερε τίποτα για το φονικό.
    Κι ύστερα, εκείνος
    έτρωγε ελαφρά τα βράδια
    και μικρός
    είχε δουλέψει ένα φεγγάρι
    αλογάκι σε λούνα πάρκ.

Τζένη Μαστοράκη

 

 

***

 

  1. ΤΟΥ ΣΚΟΤΕΙΝΟΥ ΑΛΟΓΟΥ

Πέταλλο βρήκα

αλόγου που κάλπασε.

Ξέρω ποιός λείπει.

*

Καβάλα πήρε

το κέρασμα κι έφυγε

ο ταξιδιώτης.

*

Στεγνά χαλίκια.

Νερά καθάρια. Μακριά – 

τ’ άλογα βόσκουν.

ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ, Το έρημο λυκόφως, χαϊκού

 

ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΤΟΥ ΑΛΟΓΟΥ

 

  1. ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΤΟΥ ΑΛΟΓΟΥ

Με ρίγος θανάτου σέρνω το κάρο
σε λεωφόρο κεντρική.
Φοβάμαι πολύ –ωιμέ-
μην πέσω κάτω. Κοντεύω γιά τον σταύλο
να ξαποστάσω. Στον παραπέρα δρόμο.
Είμαι στο χώμα, κι άνθρωποι μ’έχουν κυκλώσει –και με σφάζουν.

Τα μάτια μου ήταν ακόμη ανοιχτά
γιά βοήθεια τρέχει ο αμαξάς
και πόρτες ανοίγουνε
και χύνονται έξω οι γειτόνοι με μαχαίρια
κι απ’το κορμί μου κόβουν κρέας κι όλο βρίζουν
και με σχίζανε κομμάτια, κι ας με βλέπαν όλοι ν’ανασαίνω.

Κι όμως όλοι μ’αγαπούσανε πάντα
με φίλευαν ζάχαρη και με χαϊδεύαν
και μου έριχναν στην πλάτη μου ρούχο να φυλάγομαι από τις μύγες.
Πρώτα όλοι φίλοι
και τώρα όλοι τους θηρία.
Ποιος τους είχε κάνει έτσι; Τι να είχαν πάθει κι αγριέψαν;

Κι ενώ ξεψυχώ βλέπω μόνο μαυρίλα
και μια παγωνιά να χτυπάει την γη.
Πώς δεν το βλέπεις εσύ;
Κι έχουν παγώσει πιά οι ανθρώποι
το χέρι ζέστανέ τους• μα βιάσου δεν προφταίνεις.
Γιατί όταν πέσεις και ζητάς βοήθεια θα σε σφάξουν!

ΜΠΕΡΤΟΛΤ  ΜΠΡΕΧΤ, μετ.  Παύλος Μάτεσις

 

*Σημείωση: Η ανάρτηση είναι της καλής μου φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής!

 

 

 

 

Πες το με ποίηση (187ο): «Μαθαίνω»…

 

-«Κάθε μέρα μαθαίνω ν’ απορρίπτω αυτά που πίστεψα χτες»

(Κατερίνα Γώγου)

 

 

-Τίτος Πατρίκιος, «Να μαθαίνεις»

Όταν φτάσεις κάποτε ν’ ανακαλύψεις

πόσες ακόμα αυταπάτες συντηρούσες
όταν αναγκαστείς ν’ αναγνωρίσεις
κι εκείνα που δεν ήθελες να παραδεχτείς
όταν πέσει και το τελευταίο είδωλο
που πάνω του στήριζες την πίστη σου
τότε μπορεί ν’ αρχίσεις να μαθαίνεις
πόσο βαθιά πηγαίνουν, πόσο είναι σκοτεινές
οι ρίζες της καθεμιάς σου πράξης.

(«Ποιήματα ΙΙΙ, 1959-1973, εκδόσεις Κέδρος)

 

-Μπ. Μπρεχτ, «Δάσκαλε, μάθαινε»

 «Δάσκαλε, μάθαινε!
Δάσκαλε,
μάθαινε!
Μην λες πολύ συχνά, πως έχεις
δίκιο, δάσκαλε!
Άσε τον μαθητή σου να το
νιώσει!
Όλη την ώρα την αλήθεια μην
την καταπονείς:
Δεν το
αντέχει.
Να ακούς όταν
μιλάς!»

 

-Μπ. Μπρεχτ, «Εγκώμιο στη μάθηση»

«Μάθαινε και τ’ απλούστερα!

Γι’ αυτούς

που ο καιρός τους ήρθε

ποτέ δεν είναι πολύ αργά!

Μάθαινε το αβγ, δε σε φτάνει,  μα συ

να το μαθαίνεις! Μη σου κακοφανεί!

Ξεκίνα! Πρέπει όλα να τα ξέρεις!

Εσύ να πάρεις πρέπει την εξουσία.

Μάθαινε, άνθρωπε στο άσυλο!

Μάθαινε, άνθρωπε στη φυλακή!

Μάθαινε, γυναίκα στην κουζίνα!

Μάθαινε, εξηντάχρονε!

Εσύ να πάρεις πρέπει την εξουσία.

Ψάξε για σχολείο, άστεγε!

Προμηθεύσου γνώση, παγωμένε!

Πεινασμένε, άρπαξε το βιβλίο: είν’ ένα όπλο.

Εσύ να πάρεις πρέπει την εξουσία.

Μην ντρέπεσαι να ρωτήσεις, Σύντροφε!

Μην αφεθείς να πείθεσαι

μάθε να βλέπεις συ ο ίδιος!

Ό,τι δεν ξέρεις ο ίδιος

καθόλου δεν το ξέρεις.

Έλεγξε το λογαριασμό

εσύ Θα τον πληρώσεις.

Ψάξε με τα δάχτυλα κάθε σημάδι

Ρώτα: πώς βρέθηκε αυτό εδώ.

Εσύ να πάρεις πρέπει την εξουσία.»

 

 

-Μπ. Μπρεχτ, «Aκουσα πως τίποτα δε θέλετε να μάθετε»

«Aκουσα πως τίποτα δε θέλετε να μάθετε.

Απ’ αυτό βγάζω το συμπέρασμα πως είσαστε εκατομμυριούχοι.

Το μέλλον σας είναι σιγουρεμένο – το βλέπετε

μπροστά σας σ’ άπλετο φως. Φρόντισαν

οι γονείς σας για να μη σκοντάψουνε τα πόδια σας

σε πέτρα.. Γι’ αυτό τίποτα δε χρειάζεται

να μάθεις. Έτσι όπως είσαι

εσύ μπορείς να μείνεις.

Κι έτσι κι υπάρχουνε ακόμα δυσκολίες, μιας κι οι καιροί

όπως έχω ακούσει είναι ανασφαλείς,

τους ηγέτες σου έχεις, που σου λένε ακριβώς

τι έχεις να κάνεις για να πας καλά.

Έχουνε μαθητέψει πλάι σε κείνους

που ξέρουν τις αλήθειες που ισχύουνε

για όλους τους καιρούς

μα και τις συνταγές που πάντα βοηθάνε.

 

Μιας και για σένα γίνονται τόσο πολλά

δε χρειάζεται ούτε δαχτυλάκι να κουνήσεις.

Βέβαια, αν τα πράματα ήταν διαφορετικά

Η μάθηση θα ‘τανε υποχρέωσή σου.

Αυτό θέλω να τους πω

Αναρωτιέμαι: γιατί να συζητάω μαζί τους;

ψωνίζουνε τη γνώση για να την πουλήσουν.

θέλουν να μάθουνε πού υπάρχει γνώση φτηνή

που να μπορούνε ακριβά να την πουλήσουν. Γιατί

να ενδιαφερθούνε να γνωρίσουν ό,τι

ενάντια στην αγοραπωλησία μιλάει;

Θέλουνε να νικήσουν.

Στη νίκη ενάντια τίποτα δε θέλουνε να ξέρουν.

Δε Θέλουνε άλλοι να τους καταπιέζουν,

Θέλουνε να καταπιέζουνε οι ίδιοι.

Δε θέλουνε την πρόοδο.

Θέλουνε την υπεροχή.

Πειθαρχούνε σ’ όποιον

τους υπόσχεται πως θα μπορούνε να διατάζουν.

Θυσιάζονται

για να μπορέσει να μείνει όρθιος ο βωμός της θυσίας.

Τι να τους πω, σκέφτηκα. Αυτό

θέλω να τους πω, αποφάσισα.»

(Από τη συλλογή «Ποιήματα», μετάφραση:Νάντια Βαλαβάνη)

 

 

J o r g e    L u i s    B o r g e s, «Μαθαίνεις»

«Μετά από λίγο μαθαίνεις
την ανεπαίσθητη διαφορά
ανάμεσα στο να κρατάς το χέρι
και να αλυσοδένεις μια ψυχή.

Και μαθαίνεις πως Αγάπη δε σημαίνει στηρίζομαι
Και συντροφικότητα δε σημαίνει ασφάλεια

Και αρχίζεις να μαθαίνεις
πως τα φιλιά δεν είναι συμβόλαια
Και τα δώρα δεν είναι υποσχέσεις

Και αρχίζεις να δέχεσαι τις ήττες σου
με το κεφάλι ψηλά και τα μάτια ορθάνοιχτα
Με τη χάρη μιας γυναίκας
και όχι με τη θλίψη ενός παιδιού

Και μαθαίνεις να φτιάχνεις
όλους τους δρόμους σου στο Σήμερα,
γιατί το έδαφος του Αύριο
είναι πολύ ανασφαλές για σχέδια
…και τα όνειρα πάντα βρίσκουν τον τρόπο
να γκρεμίζονται στη μέση της διαδρομής.

Μετά από λίγο καιρό μαθαίνεις…
Πως ακόμα κι η ζέστη του ήλιου
μπορεί να σου κάνει κακό.

Έτσι φτιάχνεις τον κήπο σου εσύ
Αντί να περιμένεις κάποιον
να σου φέρει λουλούδια

Και μαθαίνεις ότι, αλήθεια, μπορείς να αντέξεις

Και ότι, αλήθεια, έχεις δύναμη

Και ότι, αλήθεια, αξίζεις

Και μαθαίνεις… μαθαίνεις

…με κάθε αντίο μαθαίνεις»

(https://pteroen.wordpress.com/)

 

 

-Ζακ Πρεβέρ, «Ο κακός μαθητής»

«Λέει όχι με το κεφάλι

μα λέει ναι  με την καρδιά………

είναι ορθός τον ρωτάν

κι όλα τα προβλήματα έχουν δοθεί.

Ξαφνικά τον πιάνουν ακατάσχετα γέλια

και τα σβήνει όλα, τα ψηφία και τις λέξεις,

τις ημερομηνίες και τα ονόματα

και παρά τις φοβέρες του καθηγητή ,κάτω από τα γιουχαΐσματα

των καλών μαθητών με κιμωλίες όλων των χρωμάτων, πάνω στο μαυροπίνακα

της δυστυχίας ζωγραφίζει το πρόσωπο της ευτυχίας.»

(Ζακ Πρεβέρ, από την ποιητική του συλλογή «Κουβέντες».)

 

 

-Νάνος Βαλαωρίτης, «Το μάθημα της χαραυγής»

«Με το κόκκινο φίδι που γεννιέται στο αίμα τους
με τη διπλή φλογέρα που κοιμάται στο βλέμμα τους
τα παιδιά σας θα μεγαλώσουν κι αυτά
θα τινάξουν το βαρύ χαλινάρι να εμποδίζει το όνειρό σας
θα παρατήσουν τους χορούς και τα παιχνίδια στα τρυφερά λαγκάδια
και θα περάσουν σιωπηλοί μαρμαροτράχηλοι τις ατσαλένιες πόρτες
να πλημμυρίσουν τη γερασμένη σας πολιτεία
και τ’ αγέρωχα παλικάρια μεθυσμένα από το αίμα της χαραυγής
θα τιναχτούν να γιορτάσουν το ξύπνημά τους
να τραγουδήσουν με τη δική σας φωνή ένα δικό τους αστέρι
ν’ αγναντέψουν με τα δικά σας βλέμματα ένα δικό τους ήλιο
να κοιμηθούν με το δικό σας ύπνο ένα λαφρύτερο ύπνο
και θάρθουν αστροντυμένοι
όπως έρχεται το φεγγάρι να λιώσει στην αμασχάλη του βουνού
και θάρθουν ηλιολουσμένοι
όπως έρχεται το μαχαίρι αστραφτερό να βρει το κοιμισμένο χέρι
και θάρθουν ανεμοπόδαροι θαλασσοφιλημένοι
να τινάξουν στη μαραμένη σας αγκαλιά τη ζωντανή τους αγάπη.»

 

-Γιώργος Θέμελης, «Μαθητεία»

«Μαθαίνεται η Αγάπη,
Μαθαίνεται από μέσα, αποστηθίζεται.

Όπως η θλίψη, όπως η έκσταση.

Τ’ άφωνα ψάρια δεν πηγαίνουν
Σχολείο να μάθουν τη σιωπή,
Την εκθαμβωτική θαλάσσια αγάπη
Μες σε βαθειά κρησφύγετα.

Τα ερωτικά πουλιά δε μελετούν
Μαθήματα αγάπης· δε γράφουν
Τις τέσσερες πράξεις της
Στις πλάκες τους οι πεταλούδες.

Ίσως μονάχα οι Άγγελοι να μαθαίνουν
Λέξεις, ονόματα, κομμένες συλλαβές,
Συλλαβίζοντας τον έρωτα μες στην ουράνιαν ερημία.

Ίσως να ξέρουν καλά τη σιωπή της Αγάπης,
Τη γλώσσα της σιωπής, τον ανεκλάλητον ερώτα των πραγμάτων.

Αυτή τη γλώσσα, αυτή τη Μουσική,
Αυτή μαθαίνουν τα δάχτυλά μου.

Τα δάχτυλά μου, τα χείλη μου, τα έκπληχτα μάτια.»

Ἀνθολογία Νεοελληνικῆς Ποίησης», Ἐκδ. Ι.Δ. ΚΟΛΛΑΡΟΥ & ΣΙΑΣ Α.Ε.)

 

 

 -Τόλης Νικηφόρου, «μαθητεία, 1»

«μαθαίνω μια ζωή την αλφαβήτα
γλιστράω στην επιφάνεια των γραμμάτων
με την παρήγορη ψευδαίσθηση
ότι θα φτάσω στο ωμέγα κάποτε
όπου ενεδρεύει όμως αναπόφευκτα
το ωκεάνιο και πάλι άλφα

με τις καμπύλες του
τον κύκλο του
τον πρώτο κι ίσως τελευταίο βηματισμό του
τις απροσμέτρητες στον χωροχρόνο
διαστάσεις του

γύρω απ’ το άλφα περιστρέφομαι
στο αιμοσφαίριο αυτό βυθίζομαι
όπως σε αιώνια μήτρα
πύλη του κόσμου και του άδη
έσχατο όριο της δικής μου επίγνωσης

η αρχή της μαθητείας μου
δεν έχει τέλος»

(https://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=8472.30)

 

 

 

 

Πες το με ποίηση (186ο): «Εγώ – εαυτός»…

 

-Νικηφόρος Βρεττάκος, «Εγώ»

«Εγώ

Εγώ, σ’ ένα διάστημα πολλών χιλιετηρίδων.

Εγώ, σ’ έναν κόσμο που στοιβάζονται οι άνθρωποι

και διακινούνται καθώς η άμμος. Εγώ,

κάτω απ’ τον ίλιγγο των έξω απ’ τους ανθρώπους

αριθμούς ουρανίων σωμάτων.

Εγώ

είδα τον ήλιο που ανάτειλε.

Εγώ ανέβηκα στο βουνό.

Εγώ είδα τον ουρανό τον κήπο με τα παγώνια.

Εγώ φόρεσα την κόκκινη ή τη μαύρη γραβάτα.

Εγώ διαμαρτυρήθηκα στην αστυνομία.

Εγώ είχα φίλο τον Άι-Γιώργη και τους συγγενείς του.

Εγώ καθάρισα το αίμα των νεκρών και φύτεψα στη θέση του

τίμιο χορτάρι. Εγώ φόρεσα το καπέλο μου

κάτω απ’ τον μέγα ουρανό και σεργιάνισα.

Εγώ ένιωσα, εγώ άκουσα, εγώ είδα

και σείς μπορέσατε να μη με βαρεθείτε

σαράντα χρόνια ολόκληρα!

Εγώ κούρντισα το ρολόι.

Εγώ τράβηξα την κουρτίνα.

Εγώ συνομίλησα με των άλλων το πεπρωμένο.

Εγώ ξέχασα τις πυτζάμες μου στο ξενοδοχείο Σάντα-Μαρία.

Εγώ μέτρησα τα χρώματα των λουλουδιών στο Πόρτο

Γερμενό την Άνοιξη.

Εγώ είπα στο στρατιώτη να λυπηθεί τη γυναίκα.

Εγώ μάζεψα τα βότσαλα στη θάλασσα πίσω απ’ το Λένιγκραντ.

Εγώ μεσολάβησα στο Θεό να ταχτοποιήσει τις εκκρεμότητες

με το πλάσμα του.

Εγώ κούρεψα τον έφηβο των Αντικυθήρων.

Εγώ φόρεσα τις κάλτσες μου ανάποδα.

Εγώ σκέφτηκα, εγώ έκαμα, εγώ είπα

και σεις μπορέσατε να μη με βαρεθείτε

σαράντα χρόνια ολόκληρα.

Έπρεπε μόνος μου

να το κυνηγήσω με το μαχαίρι, να το γκρεμίσω, ανάσκελα

και να το ρίξω στο ποτάμι το ίδιο που κυλάει

όλα τα περιττά του κόσμου, κατεβάζοντας,

απ’ όλα τα σημεία, σε όλες του τις διευθύνσεις,

τις κάπνιες, τα μαζούτ, και τα πολιτικά σκουπίδια»

(https://thepoetsiloved.wordpress.com/tag/greek-poetry/page/26/)

 

 

-Κ. Παλαμάς, «Ἔρχομ᾿ Ἐγώ…»

«Ἔρχομ᾿ ἐγώ, φτάνω ἐγὼ πρὸς Ἐσένα!

K᾿ ἔτσι σὲ ἡμέραν ἠλιόκαλην ὅπως
τὸ βραδινὸ ξαφναπλώνουμε σκότος
κλείνοντας γύρω μας κάθε φεγγίτη
γιὰ νὰ χαρούμ᾿ ἐκεῖ ἀπάνου στὸν τοῖχο
κάποιους ριγμένους μ᾿ ἕν᾿ ἄλλο φῶς ἤσκιους,
ἔτσι στὸ φῶς τῆς ζωῆς μου ἕνα σκότος
ἔξαφν᾿ ἁπλώνω. Τῆς εἶπα τῆς Νύχτας:
―Kλέφτρα, δὲν τρέμω, νὰ ψάξω ῾σὲ στάσου.―
K᾿ ἔκλεισα μέσα μου κάθε φεγγίτη
γιὰ νὰ χαρῶ ξανοιγμένον ἀπάνου
στοῦ μυστηρίου τὸν ἀγκρέμιστο τοῖχο,
ὤ! τὸν ὁλόφωτον ἤσκιον, Ἐσένα!

Καὶ τῆς καρδιᾶς: ―Ξερριζώσου, τῆς εἶπα,
καὶ τῆς βουλῆς μου: ―Παράλυτη πέσε!
Σβύσου! Τῆς μνήμης, τῆς γνώμης: Κοιμήσου!
Τὴ φαντασία τὴν ἔπνιξα, σπρώχνω
κάθε χαρὰ στὸ γκρεμό, κάθε λύπη
τὴ μαχαιρώνω, κι ὀλάγρια μαδώντας
ποδοπατῶ τῆς ἀγάπης τὰ ρόδα.
K᾿ ἔκραξα: ―Μάτια, κλειστῆτε, καὶ χείλη
μοῦ, βουβαθῆτε, κι αὐτιά, μὴν ἀκοῦτε.
Κι ὅταν τὸ εἶναι μου ὁλόγυμνον, ἄλλο,
ξένο καὶ ἀπ᾿ ὅλα του γύρω καὶ ὁλοῦθε
σὰν ἀπὸ ἀέρα καὶ σὰν ἀπὸ λαύρα
τὸ γοργοφύσημ᾿ ἀκράτητο πῆρε
πρὸς τ᾿ ἀξεδιάλυτου χάους τὸ δρόμο,
εἶπα:
―Eσύ τώρα, ἐσὺ τώρα, ἐσὺ τώρα,
γίνε Καρδιά, Φαντασία καὶ Μνήμη,
δείξου Βουλή, γλυκοπρόσταξε Γνώμη,
κᾶψε μὲ Λύπη, Χαρὰ φίλησέ με,
κλεῖσε μ᾿ ἐσὺ στὴν ἀγκάλη σου, ἀγάπη,
στόμα μου ἐσὺ καὶ ἀκοές μου καὶ μάτια.
Κᾶμε μ᾿ Ἐσύ, κλείσου μέσα μου Ἐγώ μου
καὶ μὲ τοῦ εἶναι μου σμίξου τὸ εἶναι!»

(http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/kwsths_palamas/poihmata.)

 

 

-ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ,  «Ηρθες όταν εγώ…»
«Ηρθες όταν εγώ δε σε περίμενα. Σαν κάθε νύχτα
Καίοντας την ανάμνηση πικρών θανάτων
Ανημποριά των γηρατιών, τρόμος της γέννησης,
Σε τρώγλες σκοτεινές, στην αγκύλη της ηδονής
Πέρα απ’ τους άδειους κάμπους των αποσπασμάτων
Hρθες όταν εγώ δε σε περίμενα. Α, πώς θα ζούσες
Εσύ κι εγώ μια τέτοιαν εποχή
Σάπιο φορτίο στ’ αμπάρι ενός
Μεθυσμένου καραβιού που πέθαναν όλοι
Βουλιάζοντας με χίλιες τρύπες στα κορμιά μας
Μάτια θολά που χλεύασαν το φως
Στόματα αδέσποτα στη φλούδα της ζωής
Καίοντας την ανάμνηση – Νεκροί
Σε μια εποχή ανέκκλητου θανάτου
Hρθες όταν εγώ δε σε περίμενα. Κι ούτε ένα νεύμα
Μια λέξη, όπως η σφαίρα στο στίγμα του λαιμού
Ούτε μι’ ανθρώπινη φωνή γιατί δεν είχε
Ακόμα γεννηθεί καμιά φωνή
Δεν είχε γεννηθεί τ’ άγριο ποτάμι
Που ρέει στις άκρες των δαχτύλων και σωπαίνει.
Ανάμνηση ζωής – πότε ν’ αρχίζεις
Αδίστακτος και πράος να βγάζω λόγους
Να εκφωνώ στα κενοτάφια τους θρήνους
Φθαρμένους στων φθόγγων την πολυκαιρία
Και να κλειδώνεις τις μικρές μικρές χαρές
Oχι πατώντας στους νεκρούς σου πάνω στίχους
Γιατί αν είναι κόκαλα, έρωτες ή χαμόσπιτα
Με την κουβέρτα στην ξώπορτα χωρίζοντας τον κόσμο
Στα δύο, κρύβοντας το σπασμό και την απόγνωση
Κι έξω να ψάλλουν οι περαστικοί στο πείσμα των πιστών
Στο πείσμα του άρρωστου παιδιού και του χειμώνα
Α, πώς θα ζούσες μια εποχή. Κι αυτός αδίσταχτος,
Ο χρόνος, θρυμματίζοντας τη σκέψη
Τα στέρεα σχέδια και τις βίαιες αποφάσεις
Τα αιωρούμενα γιατί, τα υγρά χαμόγελα
Hρθες όταν εγώ δε σε περίμενα. Μη με γελάσεις
Αυτά δεν είναι τα κατώφλια που έχω σκύψει
Αυτές οι κρύπτες που ριγούν τα τρωκτικά
Δεν έχουν τίποτα από τ’ άρωμα της λάσπης
Ούτε απ’ το χάδι των νεκρών στα όνειρά μας
Γιατί έχει μείνει κάτι -αν έχει μείνει-
Πέρα από θάνατο, φθορά, λόγια και πράξη.
Aφθαρτο μες στην τέφρα αυτή που καίω
Σαν κάθε νύχτα την ανάμνηση θανάτων
Πικρών και ανεξήγητων θανάτων
Γράφοντας ποιήματα χωρίς ήχους και λέξεις.»

(Μ. Αναγνωστάκης, Τα ποιήματα, Νεφέλη)

 

 

-Χόρχε Λουίς Μπόρχες, «Εγώ»

«Το κρανίο, η μυστική καρδιά

οι αόρατοι δρόμοι του αίματος,

οι υπόγειες στοές του Πρωτέα ύπνου,

σπλάχνα, αυχένας, σκελετός.

Είμαι όλα τούτα. Είναι απίστευτο

αλλά είμαι ακόμα κι η ανάμνηση ενός σπαθιού,

κι η μνήμη ενός ήλιου μοναχικού που βασιλεύει,

σκορπίζει και γίνεται χρυσαφένια σκιά, κι έπειτα χάνεται.

Είμαι κείνος που κοιτάει απ’ το λιμάνι τις πλώρες,

είμαι τα σπάνια βιβλία, οι σπάνιες

γκραβούρες με τη φθορά του χρόνου.

Είμαι εκείνος που φθονεί αυτούς που ‘χουν πεθάνει.

Το πιο παράξενο είναι να είμαι κάποιος που συνταιριάζει

λέξεις, σ’ ένα δωμάτιο κάποιου σπιτιού.»

[Πηγή: www.doctv.gr]

 

 

 -Αντρέ Μπρετόν, «ΕΓΩ είμαι ανοίξετε»

«Τα τετράγωνα του αέρος σπάζουν με τη σειρά τους

Από καιρό πια δεν υπάρχουν καθρέφτες

Και οι γυναίκες καμώνονται μέρα και νύχτα πως δεν είναι

τόσο ωραίες

Όταν πλησιάζουν τα πουλιά που πρόκειται να καθίσουν στον

ώμο τους

Γέρνουν πίσω το κεφάλι απαλά χωρίς να κλείσουν τα μάτια

Το παρκέτο και τα έπιπλα στάζουν αίμα

Μια αράχνη στέκει στο κυανό της δίχτυ επάνω σ’ ένα άδειο

πτώμα

Παιδιά κρατώντας ένα φανάρι προχωρούν μέσα στα άλση

Ζητούν από τα φύλλα τον ίσκιο των λιμνών

Μα οι σιωπηλές λίμνες ασκούν μεγάλη έλξη

Τώρα πια δεν φαίνεται στην επιφάνεια παρά ένα μικρό

φανάρι που χαμηλώνει

Στις τρεις πόρτες του σπιτιού είναι καρφωμένες τρεις άσπρες

κουκουβάγιες

Την ανάμνησιν των ερώτων της ώρας

Η άκρη των φτερών τους είναι χρυσωμένη σαν τις χάρτινες

κορώνες που πέφτουν στροβιλιζόμενες από τα νεκρά

δένδρα

Η φωνή αυτών των μελετών βάζει γαϊδουράγκαθα στα χείλη

Κάτω από το χιόνι το αλεξικέραυνο γοητεύει τα γεράκια.»

(Ανθολογία γαλλικής ποίησης, Καστανιώτης)

 

………………………………………….

 

Γιάννης Σκαρίμπας, «ΕΑΥΤΟΥΛΗΔΕΣ»

«Ως ωραία ήταν μου απόψε η λύπη.
Ήρθαν όλα σιωπηλά χωρίς πάθη
Και με ήβραν – χωρίς κανέν’ να μου λείπει-
Τα λάθη.

Κι ως τα γνώρισα όλα μου γύρω – μπραμ-πάφες
Όλα κράταγαν, τρουμπέτες και βιόλες
-ΕΑΥΤΟΥΛΗΔΕΣ που με βλέπαν, οι γκάφες
μου όλες.

Α!… τι θίασος λίγον τι από αλήτες
Μουζικάντες μεθυσμένους και φάλτσους
Έτσι ως έμοιαζαν – με πρισμένες τις μύτες-
Παλιάτσους.

Και τι έμπνευση να μου δώσουν τη β έ ρ γ α
Μπρος σε τρίποδα με κ ά ν τα α μυστήρια,
Όπου γράφονταν τα’ αποτυχημένα μου έργα
– εμβατήρια!

Α!… τι έμπνευση!… Μαιτρ του φάλτσου γω πάντα,
Με τη βέργα μου τώρα ψηλά –λέω- με τρόμους
Να, με δαύτη μου να παρελάσω την μπάντα
Στους δρόμους.

Κι ως πισώκολα θα παγαίνω πατώντας
Μεσ’ σε κόρνα θα τα βροντούν και σαντούρια
Οι παλιάτσοι μου – στον αέρα πηδώντας-
Τα θούρια…»

(http://www.poiein.gr/archives/243)

 

 

-Άλλεν Γκίνσμπεργκ, «Ο ΘΛΙΜΜΈΝΟΣ ΜΟΥ ΕΑΥΤΌΣ»

 

«Κάποιες φορές όταν τα μάτια μου είναι κόκκινα

αναβαίνω στην κορυφή του κτιρίου της Αρ Σι Έι

και ατενίζω τον κόσμο μου, το Μανχάτταν –

τα κτίρια μου, τους δρόμους που έκανα τα κατορθώματά μου,

τις σοφίτες, τα κρεβάτια, τα φτηνιάρικα διαμερίσματα

– αποκάτω στην Πέμπτη λεωφόρο που κι αυτή την έχω στο μυαλό μου,

τα αυτοκίνητα της σαν μυρμήγκια, μικρά κίτρινα ταξί, άνθρωποι

που περπατούν στο μέγεθος μάλλινων ψηγμάτων –

Πανόραμα των γεφυρών, ξημέρωμα πάνω από τη μηχανή του Μπρούκλυν,

ο ήλιος δύει στο Νιου Τζέρσεϊ που γεννήθηκα

και στο Πάτερσον που έπαιξα με τα μυρμήγκια –

οι κατοπινοί μου έρωτες στην 15η οδό,

οι πιο μεγάλοι μου έρωτες στο Λόουερ Ηστ Σάιντ,

τα κάποτε υπέροχα αμόρε μου στο Μπρονξ

πέρα μακριά –

πορείες που διασταυρώνονται σ’ ετούτους τους κρυμμένους δρόμους,

η ιστορία μου ολόκληρη, οι απουσίες και οι

εκστάσεις μου στο Χάρλεμ –

– ο ήλιος λάμπει πάνω από κάθε τι που εξουσιάζω

μ’ ένα κλείσιμο του ματιού στον ορίζοντα

μέσα στην έσχατη μου αιωνιότητα –

το ζήτημα είναι άπιαστο.

Θλιμμένος,

παίρνω το ασανσέρ και κατεβαίνω,

συλλογισμένος,

και περπατώ στα πεζοδρόμια καρφώνοντας τα μάτια σ’ όλων των ανθρώπων

τις τζαμαρίες, τα πρόσωπα,

κι ύστερα αναρωτιέμαι ποιος νιώθει αγάπη,

και σταματώ, θολωμένος

μπροστά σε μια βιτρίνα αυτοκινήτων

και στέκομαι χαμένος μέσα σε χαλαρές σκέψεις,

με την κίνηση να πηγαίνει πάνω και κάτω στα τετράγωνα της 5ης λεωφόρου

πίσω μου

προσμένοντας για μια στιγμή όταν …

Είναι ώρα να γυρίσω στο σπίτι και να φτιάξω βραδινό και να ακούσω

τα ρομαντικά νέα του πολέμου στο ραδιόφωνο

… κάθε κίνηση παύει

και περπατώ μέσα στην άχρονη θλίψη της ύπαρξης,

η τρυφερότητα ξεχύνεται μέσα από τα κτίρια,

τα ακροδάχτυλά μου αγγίζουν το πρόσωπο της πραγματικότητας,

το πρόσωπο το δικό μου το γραμμωμένο από δάκρυα στον καθρέφτη

κάποιου παραθύρου – το σούρουπο –

όταν δεν νιώθω καμιά επιθυμία –

για καραμέλες – ή να αποκτήσω φουστάνια ή Γιαπωνέζικα

αμπαζούρ της διανόησης –

Σαστισμένος με το θέαμα γύρω μου,

άντρες να αγκομαχούν στο δρόμο

με δέματα, εφημερίδες,

γραβάτες, όμορφα κοστούμια

σύμφωνα με το γούστο τους

άντρες, γυναίκες, που ξεχύνονται πάνω στα πεζοδρόμια

κόκκινα φώτα που ρυθμίζουν ρολόγια βιαστικά και

ελεγχόμενες κινήσεις –

Και όλοι ετούτοι οι δρόμοι να οδηγούν

τόσο διαγώνια, γεμάτοι κόρνες, εκτεταμένα,

μέσα από λεωφόρους

στοιχειωμένες από ψηλά κτίρια ή πηγμένες στη βρώμα

των φτωχικών συνοικιών

μέσα από τόση μπλοκαρισμένη κίνηση

αυτοκίνητα και μηχανές να ουρλιάζουν

με τόσο πόνο σ’ αυτήν την

εξοχή, σ’ αυτό το νεκροταφείο

στην γαλήνη

του νεκροκρέβατου ή του βουνού

που κάποτε αντίκρισα

ποτέ δεν ξαναβρήκα ή επιθύμησα

να έρθει στο μυαλό μου

όπου ολόκληρο το Μανχάτταν που είδα πρέπει να εξαφανιστεί.»

(http://www.poiein.gr/archives/3475)

 

 

-Λένα Παππά, «O εαυτός μου»

«Μου έκαμε πολλά

Πικρά κι ανεπίτρεπτα

Λάθη βουνό.

 

Ξαφνικά κι ολοένα μού έφευγε κυνηγώντας τον

μόλις που τον πρόφταινα

στην άκρη-άκρη του γκρεμού

άλλοτε κρυμμένος

πίσω από μάσκες τερατώδεις με περιγελούσε

με διέσυρε, με ατίμασε

μες στους καθρέφτες όλους, κλέβοντας

τον χρόνο και τον πόθο μου

άσωτα για να τους σκορπίσει

στους κόκκινους ανέμους της παραφοράς.

 

Καρτερικά τον υπόμεινα μισώντας τον

τρυφερά τον κανάκεψα, συγχωρώντας τον

σε αγώνα ματωμένο τον προκάλεσα

τον στόλισα με όνειρα πολύτιμα

τον έσπρωξα στο πηγάδι

τον αγάπησα, τον καταράστηκα

κρυφά τις νύχτες έλπισα κι ευχήθηκα τον θάνατό του.

 

Στο τέλος, σέρνοντας ήρθε, δαρμένο σκυλί

και κούρνιασε δίπλα μου

ραγισμένος απ’ την ηλικία, γυρεύοντάς μου

να γεράσουμε μαζί.»

(«Τα Ποιήματα» Β’ – Λένα Παππά)

 

 

Φερνάντο Πεσσόα, «Η αποδοχή του εαυτού…»

«Ζητώ συγνώμη που δεν απαντώ
Αλλά λάθος δικό μου δεν είναι
Που δεν αντιστοιχώ
Σ’ αυτόν που σε ’μένα αγαπάτε.

Ο καθένας μας είναι πολλοί
Εγώ είμαι αυτός που νομίζω πως είμαι.
Άλλοι με βλέπουν αλλιώς
Και πάλι λάθος κάνουν.

Μη με παίρνετε γι’ άλλον
Κι αφήστε με ήσυχο.
Αν εγώ δεν θέλω
Να βρω τον εαυτό μου
Γιατί οι άλλοι για μένα να ψάχνουν;»

(Φερνάντο Πεσσόα, Ποιήματα, εκδ. Printa)

 

 

-Χαλίλ Γκιμπράν, «Οι 7 Εαυτοί»

«Στη σιωπηλότερη ώρα της νύχτας, καθώς έγερνα μισοκοιμάμενος,
οι εφτά εαυτοί μου κάθησαν αντάμα και, ψιθυρίζοντας, έτσι κουβέντιαζαν:
Πρώτος Εαυτός:
Εδώ, σ’ αυτό τον τρελό μέσα, κατοίκησα όλα μου ετούτα τα χρόνια, χωρίς άλλο να κάνω παρά ν’ ανανεώνω τον πόνο του, τη μέρα, και να ξαναπλάθω τη θλίψη του, τη νύχτα.
Δεν αντέχω πια τη μοίρα μου κι επαναστατώ, από ‘δω και πέρα.
Δεύτερος Εαυτός:
Η δική σου μοίρα είναι καλύτερη από τη δική μου, αδερφέ, γιατί δικό μου γραφτό: να ‘μαι ο χαρωπός εαυτός του τρελού τούτου.
Γελώ με το γέλιο του και τραγουδώ, τις ώρες της χαράς του και με τρισφτερωμένα πόδια χορεύω τις λαμπερόσπιθες σκέψεις του.
Εγώ θα ‘πρεπε να επαναστατήσω ενάντια στην υποσταμένη μου ύπαρξη.
Τρίτος Εαυτός:
Και τι ν’ ακούσετε από μένα, τον ερωτοκένταυρο εαυτό του, το πυραχτώδικο
έμβλημα των άγριων παθών και των φανταστικών επιθυμιών;
Εγώ είμαι: ο ερωτοπλάνταχτος εαυτός του – που θα ‘πρεπε να σηκώσω παντιέρα ενάντια στον τρελόν ετούτο.
Τέταρτος Εαυτός:
Εγώ, ανάμεσα σε όλους εσάς, είμαι ο πιο δυστυχισμένος, γιατί δε μου έλαχε παρά το απεχθές μίσος κι η ξεθεμελιώστρα αποστροφή.
Εγώ θα ‘πρεπε, ο όμοιος με καταιγίδα εαυτός – ο γεννημένος στις μαυροσπηλιές της Κόλασης,
να ‘μαι ο πρώτος διαμαρτυρόμενος, για να υπηρετήσει τον τρελόν ετούτο.
Πέμπτος Εαυτός:
Όχι, εγώ θα ‘πρεπε, ο διανοούμενος εαυτός, ο εαυτός της κάθε φαντασίωσης, ο εαυτός της κάθε πείνας και δίψας, ο καταδικασμένος στην, χωρίς αναπαμό, περιπλάνηση, στο κυνηγητό άγνωρων πραγμάτων – κι αδημιούργητων πραγμάτων ακόμα’ εγώ θά ‘πρεπε κι όχι εσεις, να επαναστατήσω.
Έκτος Εαυτός:
Κι εγώ, ο δουλευτάρης εαυτός, ο αξιοδάκρυτος εαυτός του μόχθου που, με υπομονής χέρια και πολύπαθα μάτια, πλάθω τις μέρες σε εικόνες και δίνω στα ασχηματοποίητα στοιχεία καινούργιες κι αιώνιες μορφές – εγώ θα ‘πρεπε, ο απομοναχιασμένος, να ‘μαι ο επαναστάτης ενάντια στον πολυπράγμονα τρελόν ετούτο.

 

Έβδομος Εαυτός:
Πόσο παράξενο, να θέτε εσείς όλοι να επαναστατήσετε ενάντια στον άνθρωπο αυτόν, γιατί καθένας σας κι όλοι έχετε να εκπληρώσετε προδιαγραμμένο ρόλο. Αχ! και να μπορούσα να ‘μουν ένας σαν εσάς, ένας εαυτός με προκαθορισμένη κλήρα! Μα εγώ δεν έχω καμιά. Είμαι ο εαυτός που τίποτα δεν κάνει, κείνος που κάθεται στο αλάλητο, στο πουθενά και στο ουδέποτε, ενόσω εσείς είσαστε απασχολημένοι με την αναδημιουργία της ζωής.
Εσείς είσαστε ή εγώ, γείτονες, που θα ‘πρεπε να επαναστατήσω;
Όταν ο έβδομος εαυτός μίλησε έτσι, οι άλλοι έξη εαυτοί τον κοίταξαν με οίκτο μα, χωρίς να πουν τίποτα πια – και καθώς η νύχτα πύκνωνε – ο ένας μετά τον άλλο τράβηξαν για ύπνο τυλιγμένοι μέσα σε μια χαρούμενη εγκαρτέρηση.
Μα ο έβδομος εαυτός απόμεινε γρηγορώντας’ σ’ ενατενισμό του τίποτα που βρίσκεται πίσω από τα πράγματα, Ολα.»

http://www.thessalonikiartsandculture.gr/

 

 

-Ουώλτ Ουίτμαν, «Το τραγούδι του Εαυτού μου»

(απόσπασμα)

«Γιορτάζω τον εαυτό μου, και υμνώ τον εαυτό μου,

Και αυτό που σκέφτομαι θα σκεφτείς,

Γιατί κάθε μόριο που μου ανήκει, ανήκει και σε σένα.

 

Ραθυμώ και προσκαλώ την ψυχή μου,

Πλαγιάζω και ραθυμώ με την ησυχία μου παρατηρώντας μια λόγχη εαρινής χλόης.

 

Η γλώσσα μου, κάθε μόριο από το αίμα μου, φτιαγμένο από αυτό το χώμα, αυτόν τον αέρα,

Γεννημένος εδώ από γονείς γεννημένους εδώ από γονείς το ίδιο, και οι γονείς τους το ίδιο,

Εγώ, τώρα τριάντα-εφτά χρονών απόλυτα υγιής ξεκινώ,

Ελπίζοντας να μην σταματήσω μέχρι το θάνατο.

 

 

Θρησκείες και σχολεία εκκείμενα,

Αποσύρονται για λίγο, αρκούνται με αυτό που είναι, αλλά ποτέ δεν ξεχνιούνται,

Καταφεύγω για καλό ή κακό, αφήνω να φανερωθεί σε κάθε κίνδυνο,

Η φύση ανεμπόδιστη με αρχέγονη δύναμη.

 

2

 

Σπίτια και δωμάτια γεμάτα από αρώματα, τα ράφια είναι κατάμεστα από αρώματα,

Ανασαίνω την ευωδιά ο ίδιος και την ξέρω και μου αρέσει,

Και το απόσταγμα θα με μεθύσει, αλλά δεν θα το αφήσω.

 

Η ατμόσφαιρα δεν είναι άρωμα, δεν έχει τη γεύση από το απόσταγμα, είναι άοσμη,

Είναι για το στόμα μου για πάντα, είμαι ερωτευμένος μαζί της,

Θα πάω στην όχθη δίπλα στο δάσος και θα μείνω ανυπόκριτος και γυμνός,

Τρελαίνομαι να επικοινωνεί μαζί μου.

 

Ο αχινός της ίδιας της ανάσας μου,

Αντίλαλοι, ρυτιδώσεις, βόμβοι ψιθύρων, αγάπης αρχή, μεταξένια κλωστή, διχάλα και κλήμα,

Η αναπνοή μου και η έμπνευσή μου, ο παλμός της καρδιάς μου, ο πόρος του αίματος και του αέρα μέσα από τους πνεύμονές μου,

Η μυρωδιά πράσινων φύλλων και ξερών φύλλων, και της όχθης και των μαυρισμένων θαλασσόβραχων, και του άχυρου στο σιτοβολώνα,

Ο ήχος των εξακοντισμένων λέξεων της φωνής μου λευτερωμένος στους στρόβιλους του ανέμου,

Μερικά επιπόλαια φιλιά, μερικές αγκαλιές, απλωμένα ολόγυρα χέρια,

Το παιχνίδισμα αχτίνας και σκιάς στα δέντρα καθώς οι λυγεροί κλώνοι λικνίζονται,

Η ευχαρίστηση μονάχος ή μέσα στο συνωστισμό των δρόμων, ή στα χωράφια και στις βουνοπλαγιές,

Η αίσθηση της υγείας, ο τερετισμός το καταμεσήμερο, το τραγούδι μου όταν σηκώνομαι από το κερεβάτι και συναντώ τον ήλιο.

 

Έχεις λογαριάσει πολλά τα χίλια στρέμματα; Έχεις λογαριάσει πολλή τη γη;

Έχεις εξασκηθεί τόσο πολύ για να μάθεις να διαβάζεις;

Έχεις νιώσει τόσο λαμπρός για να βρεις το νόημα των ποιημάτων;

 

Σταμάτα αυτή τη μέρα και τη νύχτα μαζί μου και θα κατέχεις την αρχή όλων των ποιημάτων,

Θα κατέχεις το όφελος της γης και του ήλιου, (μένουν εκατομμύρια ήλιοι ακόμα),

Δεν θα δέχεσαι πια τα πράγματα από δεύτεροι ή τρίτο χέρι, ούτε θα βλέπεις μέσα από μάτια νεκρού, ούτε θα τρέφεσαι από φαντάσματα στα βιβλία,

Δεν θα βλέπεις ούτε μέσα από τα δικά μου μάτια, ούτε θα δέχεσαι τα πράγματα από μένα,

Θα ακούς όλες τις πλευρές και θα τις διηθίζεις ο ίδιος.»

 

(Από την Ποιητική Συλλογή του Ουώλτ Ουίτμαν «Το Τραγούδι του Εαυτού μου», Μετάφραση: Ζωή Ν. Νικολοπούλου, Πρόλογος: Κώστας Γεωργουσόπουλος, Εκδόσεις ΗΡΙΔΑΝΟΣ, 2006.)

 

 

 

 

 

 

 

Post Navigation