Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Archive for the category “Πες το με ποίηση”

Πες το με ποίηση (222ο): «ΤΕΧΝΗ»

 

  1. ΕΚΟΜΙΣΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ

 

Κάθομαι και ρεμβάζω.   Επιθυμίες κ’ αισθήσεις
εκόμισα εις την Τέχνην—   κάτι μισοειδωμένα,
πρόσωπα ή γραμμές·   ερώτων ατελών
κάτι αβέβαιες μνήμες.   Aς αφεθώ σ’ αυτήν.


Ξέρει να σχηματίσει   Μορφήν της Καλλονής·
σχεδόν ανεπαισθήτως   τον βίον συμπληρούσα,
συνδυάζουσα εντυπώσεις,   συνδυάζουσα τες μέρες.

 

Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ,  Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984

 

 

***

 

 

  1. ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ ΙΑΣΟΝΟΣ ΚΛΕΑΝΔΡΟΥ ΠΟΙΗΤΟΥ ΕΝ ΚΟΜΜΑΓΗΝΗ 595 μ.Χ.

 

Το γήρασμα του σώματος και της μορφής μου
είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι.
Δεν έχω εγκαρτέρησι καμιά.


Εις σε προστρέχω Τέχνη της Ποιήσεως,
που κάπως ξέρεις από φάρμακα·
νάρκης του άλγους δοκιμές, εν Φαντασία και Λόγω.

Είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι.—
Τα φάρμακά σου φέρε Τέχνη της Ποιήσεως,
που κάμνουνε —για λίγο— να μη νοιώθεται η πληγή.

 

Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ, Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984

 

 

 

***

 

 

  1. ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΜΕΣ ΣΤΗΝ ΤΕΧΝΗ ΞΕΚΟΥΡΑΖΟΜΑΙ…

       (Μνήμη Ανδρέα Εμπειρίκου)

 

Φίλτατε κύριε Καβάφη, συγγνώμη, αλλά ψεύδεστε.

Από την τέχνη σας αναπαυόσασταν με τα ωραία κορμιά που ρίχνατε

στο πονεμένο σας κρεβάτι.

 

(Εκτός κι αν τα ωραία κορμιά δεν ήταν παρά απλές φαντασιώσεις,

όπως του φίλτατού μας κυρίου Εμπειρίκου)

 

 

Εγώ λοιπόν, φίλτατε κύριε Καβάφη,

με τη δούλεψη της τέχνης ξεκουράζομαι από τη δουλειά μου

κι από τη δούλεψη της τέχνης ξεκουράζομαι πάλι με τη δουλειά μου.

ΤΑΚΗΣ  ΜΗΤΣΑΚΑΚΗΣ

 

 

  1. ΤΕΧΝΗ

Πάμε μαζί
μες απ’ τους ορεινούς σταυρούς κι από τα δάση
προς την πρωτεύουσα. Εκεί η νύχτα αναπνέει την πόλη
σαν συλλαβή υγρή μέσα στη λέξη, σαν παραθαλάσσιο μπαρ.


Πάμε μαζί να μελετήσουμε στους κήπους
τους ποιητές, τους γλύπτες και τους μουσικούς της
κάτω από τον ασπρογάλαζο νυχτερινό ουρανό


είναι ωραία η ζωή με τέχνη

NIKOΣ ΑΛΕΞΗΣ ΑΣΛΑΝΟΓΛΟΥ

 

 

***

 

 5. ΤΕΧΝΗ

Ποτέ δεν συμπάθησα
τα άψογα χαμόγελα
τις τέλειες οδοντοστοιχίες
τους σιδερωμένους άντρες
την τσάκιση στο παντελόνι
τα ανατομικά στρώματα
τα αναπαυτικά όνειρα
τα πούπουλα χήνας στην ομίχλη.


Γι’ αυτό και ζω σε ερειπωμένα σπίτια
Κάτι να χάσκει
κάτι να λείπει
κάτι να διαβρώνει την τελειότητα.


Γιατί τέχνη είναι πάντα η οροφή που λείπει.

Χλόη Κουτσουμπέλη, Κλινικά απών (2014)

 

 

***

 

 6. Η ΤΕΧΝΗ ΠΑΡΗΓΟΡΟΣ

Ες τν Κον Κωστν Παλαμν
(Μετ
τν νγνωσιν τν ποιημτων ατο «Τφος»)

Στο πνου σου τ’ ανλια σκοτδια
κτταξα μ μυστικ τρομρα·
κ
σμων ραων εδα κε ρημδια
κα
χος κ’ ρημι κα μαρη ντρα.

Εδα ν σρνεται, ν παραδρν
μ
σ’ στ συντρμμια κενα τν ψυχ σου
κα
μι χαρ φευγτη παραδεσου
περ
λυπη στ μνμη της ν φρν.

μως θεα Τχνη παραστκει
κα
γρφει μ τ αμα τς καρδις σου,
κα
μαργαριταρνια σιγοπλκει
στεφ
νια π τ δκρυα τ θερμ σου.

χολογει σν μουσικ τ κλμμα
μ
σα στος στχους σου, κα τ κομμτια
τ
ν κσμων ξανασμγουν, , τ θμμα!
κα
γνονται περτεχνα παλτια.

Μεταμορφνεται το πνου χρα,
τλειωτη, σ’ νθσπαρτο λιβδι,
κα
χαραυγ μερνει νικηφρα
τ’
γριο, τ’ παρηγρητο σκοτδι.

Κα βλπω τν ψυχ σου σν κτνα
ν
τρχ αἰώνια π’ νθος σ λουλοδι
κατ
πι π’ τ χρυσ της τ’ γγελοδι,
πο
φτερουγζει μσα στ’ νθη κενα.

Α. Προβελέγγιος, Ποιήματα: Διπλή Ζωή, Νικητήρια, Τα νησιά μας, (Διπλή Ζωή), Αθήνα, Εστία, 1916, σ.σ.15−16

 

***

 

  1. ΕΙΝΑΙ ΤΕΧΝΗ ΝΑ ΤΡΕΧΕΙΣ

 

Είναι τέχνη να τρέχεις,

όπως το να αγαπάς, να ερωτεύεσαι,

να πέφτεις, να σηκώνεσαι,

να συγχωρείς, να ταπεινώνεσαι.

Γιατί η ευτυχία είναι επιλογή, που βρίσκεται σε κίνηση.

 

ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΤίΝΙΟΣ, Κουνήσου μούχλα, Αρμίδα 2014

 

 

***

 

  1. ΜΙΑ ΤΕΧΝΗ

Την τέχνη της απώλειας δεν είναι δύσκολο να μάθεις.
Τόσα πολλά πράγματα μοιάζουν αποφασισμένα
να χαθούν που η απώλειά τους καταστροφή δεν είναι.

Χάνε κάτι κάθε μέρα. Αποδέξου το νευρίασμα
των χαμένων κλειδιών, της κακοξοδεμένης ώρας.
Την τέχνη της απώλειας δεν είναι δύσκολο να μάθεις.

Ύστερα εξασκήσου να χάνεις περισσότερα, να χάνεις
γρηγορότερα: τόπους κι ονόματα, και το πού σκόπευες
να ταξιδέψεις. Τίποτα απ’ αυτά καταστροφή δεν φέρνει.

Έχασα της μητέρας το ρολόι. Και κοίτα! το τελευταίο,
ή το προτελευταίο, από τρία αγαπημένα σπίτια πάει.
Την τέχνη της απώλειας δεν είναι δύσκολο να μάθεις.

Έχασα δυο πόλεις, αξιολάτρευτες. Και, ακόμη πιο τεράστιους,
κάποιους δικούς μου κόσμους, δυο ποταμούς, μιαν ήπειρο.
Μου λείπουν, μα δεν ήταν δα καταστροφή.

Ακόμη και χάνοντας εσένα (την αστειευόμενη φωνή,
μια χειρονομία που αγαπώ) ψέματα δεν θα ‘χω πει. Προφανώς
την τέχνη της απώλειας δεν παραείναι δύσκολο να μάθεις
αν και μπορεί να μοιάζει με (Γραφ’ το!) με καταστροφή.

Ελίζαμπεθ Μπίσοπ, μετ: Παναγιώτης Αλεξανδρίδης

 

***

 

Χάνε κάτι κάθε μέρα. Αποδέξου το νευρίασμα
των χαμένων κλειδιών, της κακοξοδεμένης ώρας.
Την τέχνη της απώλειας δεν είναι δύσκολο να μάθεις.

Ύστερα εξασκήσου να χάνεις περισσότερα, να χάνεις
γρηγορότερα: τόπους κι ονόματα, και το πού σκόπευες
να ταξιδέψεις. Τίποτα απ’ αυτά καταστροφή δεν φέρνει.

Έχασα της μητέρας το ρολόι. Και κοίτα! το τελευταίο,
ή το προτελευταίο, από τρία αγαπημένα σπίτια πάει.
Την τέχνη της απώλειας δεν είναι δύσκολο να μάθεις.

Έχασα δυο πόλεις, αξιολάτρευτες. Και, ακόμη πιο τεράστιους,
κάποιους δικούς μου κόσμους, δυο ποταμούς, μιαν ήπειρο.
Μου λείπουν, μα δεν ήταν δα καταστροφή.

Ακόμη και χάνοντας εσένα (την αστειευόμενη φωνή,
μια χειρονομία που αγαπώ) ψέματα δεν θα ‘χω πει. Προφανώς
την τέχνη της απώλειας δεν παραείναι δύσκολο να μάθεις
αν και μπορεί να μοιάζει με (Γραφ’ το!) με καταστροφή.

Ελίζαμπεθ Μπίσοπ, μετ: Παναγιώτης Αλεξανδρίδης

 

***

 

  1. H TEXNH

 

Τα τζάμια παγωμένα,          

μαύρο, σβυστό το τζάκι,      

τα τζάμια παγωμένα.

 

Από τον τοίχο στάζει,

στάζει, δροσιά φαρμάκι

από τον τοίχο στάζει.

 

Ψυχομαχάει μια λάμπα       

απάνω στο τραπέζι,            

ψυχομαχάει μια λάμπα.       

 

Στο ξέστρωτο κρεββάτι        

μια γάτα ερημοπαίζει           

στο ξέστρωτο κρεββάτι.      

 

Κι απάνω από την στέγη

μια κουκουβάγια κράζει

και κάτω από την στέγη

 

Μες στην καρδιά του ξύλου  

ο σάρακας γκρινιάζει,          

μες στην καρδιά του ξύλου      

 

Αργοξυπνούν δυο μάτια

– ένα τριζόνι τρίζει –

κι εμπρός στα δυο τα μάτια

 

Μιαν άνοιξι από ρόδα,

ξανοίγεται κι ανθίζει,

μιαν άνοιξι από ρόδα.

Παύλος Νιρβάνας

 

****

 

  1. ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΤΕΧΝΗ

Αν κάνω την άμμο να κυλά
Από το αριστερό μου χέρι στην δεξιά παλάμη,

Αυτό είναι, δίχως άλλο, διασκέδαση
Να αγγίζω την πέτρα που έγινε σκόνη

Είναι, όμως, και κάτι παραπάνω
Να ζωντανεύω τον χρόνο,

Για να τον αισθάνομαι
Να κυλάει, να περνά

Κι ακόμα να τον κάνω
Να γυρίζει πίσω, να υποχωρεί.

Κάνω την άμμο να γλιστρά
Και γράφω ποίημα ανάποδα

Eugène Guillevic 1907-1997), (μτφρ: Ανδρονίκη Δημητριάδου, Ποιητική Τέχνη  (απόσπασμα)  1985-1986, Gallimard, 1989)

 

***

  1. ΛΟΥΛΟΥΔΙ ΤΕΧΝΗΣ

Ναι  – Τι τέχνη ζηλιάρα στη λεπτή Σου ιστορία!
Τι στολίδια ακριβά! – Ένα κομμάτι σονέτο,
Μια καρδιά χαραγμένη στο μαύρο σου φέρσιμο,
Με χτυπήματα στιλέτου χαρακιές σουγιά. –

Περήφανη η καρδιά μου φορά στο πέτο
Που του έραψες, ένα μικρό μπουκέτο
Κόκκινου αθάνατου – Πάλι το φέρσιμό σου —
Το αίμα σε άνθος. Ενθύμιο γοητείας.

Λοιπόν, όχι δάκρυα στη μνήμη μας!
— Είναι το αρσενικό-θάνατος της αγάπης εδώ —
ξεφτίδι του μη με λησμόνει, παλιό σακουλάκι μπουφέ!

Γυναίκα διφορούμενη, φύγε! … Γάιδαρος να σου γκαρίζει!
Αν δεν ήσουν ψεύτικη, άραγε θα΄σουν αληθινή;…
Μονομαχία είναι η αγάπη: – Πολύ συγκινημένος! Σας ευχαριστώ.

Τριστάν Κορμπιέρ: Κίτρινες Αγάπες, Μετ:  Άντυ Δημητριάδου

 

***

  1. ΑΟΡΑΤΕΣ ΤΕΧΝΕΣ

 

Εσύ που τραγουδάς όλους μου τους θανάτους.

Εσύ που τραγουδάς αυτό που δεν εμπιστεύεσαι

στο όνειρο του χρόνου,

περιέγραψέ μου την πηγή της αδειοσύνης,

μίλα μου λέξεις ντυμένες φέρετρα

που κατοικούν στην αθωότητά μου.

 

Μ’ όλους μου τους θανάτους

δίνομαι στον θάνατό μου,

με παιδικές χουφτίτσες,

με μέθυσους πόθους

που δεν περπάτησαν κάτω από τον ήλιο,

και δεν υπάρχει μια πρωινή λέξη

που να δίνει δίκιο στο θάνατο

και δεν υπάρχει ένας θεός, ανέκφραστος να πεθάνεις.

 

ΑΛΕΧΑΝΤΡΑ ΠΙΣΑΡΝΙΚ – ΠΟΙΗΜΑΤΑ,  «θράκα», Φεβρουάριος 2014.

Μετάφραση: Στάθης Ιντζές.

 

*Η ανάρτηση είναι της φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής!

 

Advertisements

Πες το με ποίηση (221ο): «ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ -ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΟ -ΣΗΜΕΙΑ ΣΤΙΞΗΣ»

Η Αλφαβήτα, Λουδοβίκος των Ανωγείων

 

  1. ΑΛΦΑΒΗΤΑΡΙ

Έχασα το αλφαβητάρι
της πρώτης δημοτικού
και τώρα
που ψάχνω απεγνωσμένα
να δώσω στην Άννα ένα μήλο


γέρασα από αναμνήσεις
χωρίς διακοπή
για διαφημίσεις,
πίνοντας αναψυκτικό light
και κάνοντας «like»
σε τετράστιχα ημερολογίου.

Κρανιώτης Π. Δημήτρης

 

 

***

 

 2.  ΑΠΟ  ΑΛΛΗ  ΑΛΦΑΒΗΤΑ

 

Ένα παιδί κι εγώ

μοναχικό

μες στα παιδιά

που ξέχασαν τα παραμύθια

και ντύθηκαν

την αμείλικτη αλήθεια

 

πλάθω με φως

του φεγγαριού

και πέταλα σεμνής

μαργαρίτας

γράμματα από μιαν

άλλη αλφαβήτα

για να γράψω

καινούργια παραμύθια

 

Σόνια Πυλόρωφ-Σωτηρούδη, Από άλλη αλφαβήτα (1999)

 

 

Φωτεινή Βελεσιώτου – Ένα Παρελθόν Σαν Περισπωμένη

 

 

3. ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ

[…]Σήμερα
καθώς χάσαμε όλα
τα ουσιαστικά –
μείναμε
με τις προθέσεις

Απόστολος  Μαγγανάρης, Οι θυρεοί 1978

 

 

***

4. ΤΟ ΠΟΛΥΤΟΝΙΚΟ

 

Ποτέ δεν κακολόγησα το πολυτονικό.

Αντίθετα με γοήτευε η γραφικότητά του

να βλέπω πώς φυτρώνει ο τόνος πάνω στις λέξεις

σαν έξαφνο ανθάκι που φύτεψε η ανάγκη

 

ναι, η ανάγκη γιατί θέλουν οι λέξεις

τη βαρεία τους αξία

ο χρόνος την αμετακίνητη οξεία

διάρκειά του και μόνον ο έρωτας

έχει το ελεύθερο να τονίζεται

στην παραλήγουσα

-τι αγράμματη που είναι η συντομία.

 

Εκτιμώ το βαρύ έργο των τόνων

σαν καρφί καθηλώνουν τη συλλαβή

στην ισόβια έντασή τους.

Νοσταλγώ την περισπωμένη.

Θυμάμαι πόσο την νοιάζονταν

η παιδικότητά μου

πώς τη σκέπαζε με το χεράκι της

ώστε ο σφοδρός αέρας που σήκωνε

το ταχύ πέρασμα του χρόνου

να μη χαλάει τα σκαλωτά της

κατάμαυρα μαλλιά

-θα ’χουν ασπρίσει τώρα κι αυτά.

 

Οι τόνοι. Και τα πνεύματα;

Ψιλή ή δασεία;

Απόφυγέ τα.

 

Αν προσέξεις θα δεις

ότι το ένα πνεύμα

γυρίζει περιφρονητικά

την πλάτη του στο άλλο.

 

Εγώ σε αντιπαλότητες δε συμμετέχω.

Αρκούμαι να είμαι ίση με τα μικρότερα.

 

ΚΙΚΗ  ΔΗΜΟΥΛΑ

***

5. ΑΝΩ ΤΕΛΕΙΑ

Ναι, το έχω ξαναπεί
κι όσο οι λέξεις θα μ’ αφήνουν
ακόμα να μιλώ, θα το υπενθυμίζω
φωναχτά ότι λέξεις φταίνε
αν όχι για όλα
πάντως για τα αξεπέραστα

σκέψου την λέξη «φεύγω»
πόσα «θα μείνω» γκρέμισε
και πόσα λες στοίχειωσαν
από τις λέξεις ξεχασμένα.

Ένοχές λέξεις δεν το συζητώ
ας μην επαναφέρω
τι αδικοχαμένα πήγανε εξαιτίας τους
χιλιάδες «σ’ αγαπώ»
τι λίγα που σωθήκανε σε μια φωτογραφία

κι αυτά δεν είναι τίποτα
σε σχέση με το αίφνης θα πάψω να μιλώ
όταν διαμιάς θα φύγουν όλες
οι λέξεις από μέσα μου με πρώτη
πρώτη πρώτη απ’ όλες τη λέξη Υπάρχω.

Κι εσύ γιατί ταράζεσαι δεν ήξερες
ότι μία λέξη είναι σαν τις άλλες
η τόσο ύπαρξή μας;

Απλώς προφέρεται αργά πολύ αργά
σα να ’ναι οι συλλαβές της ατέλειωτες

κι εγώ
όντας φανατική της ύπαρξης

με άρθρωση επιμονή παθιασμένη
θα εξακολουθήσω όταν
να την ξαναμιλώ έστω συλλαβιστά

κι ας μη μου έχει μείνει τότε
καμιά συλλαβή της.

 

ΚΙΚΗ  ΔΗΜΟΥΛΑ

 

 

 

***

 

6. ΤΟ ΔΙΑΖΕΥΚΤΙΚΟΝ «ή»

 

[…] Ω, αυτό το «ή»―
έκφραση περιπαιχτικής κι ευγενικής ταυτόχρονα ακριβολογίας,
αμφίθυμο χαμόγελο μιας αμετάδοτης κι αμέτοχης σοφίας
που στρέφει σκωπτικά προς τον εαυτό της και τους άλλους
γνωρίζοντας καλά πως ακατόρθωτη είναι
η ακρίβεια, πως ακρίβεια δεν υπάρχει, (γι’ αυτό κι ασυχώρετο
το ύφος το πομπικό της βεβαιότητας, ―ο θεός να μας φυλάει).

«Ή», διαζευκτικό, σεμνή συνέπεια στο μυστήριο της αοριστίας,
βαθιά ανταπόκριση στην πολλαπλότητα ουσιών και φαινομένων,
μ’ εσένανε βολεύουμε κι εμείς τις δυσκολίες του βίου και του ονείρου,
τις τόσες αποχρώσεις κι εκδοχές του μαύρου έως το αόρατο άσπρο.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ, 5-15. Πέτρες, Επαναλήψεις, Κιγκλίδωμα. Κέδρος, 1972. 91.

***

 

7. ΧΩΡΙΣ ΤΕΛΕΙΑ Τ’ ΟΝΕΙΡΟ ΜΑΣ

Χωρς τελεία τνειρό μας!

Βάζαμε μόνο ποσιωπητικά!

Τ συνη­θίζαμε πολύ. Μς ρεσε!

να σωρό ποσιωπητικά!

Τόσο πο σνα βδομαδιαο περιοδικό,

πο στέλναμε τος πρώτους στίχους μας, μς γραψαν:

Προσέχετε τ στίξη! χι τόσα ποσιωπητικά.

Ατό εναι δεγμα τν πρω­τόπειρων

Κι λήθεια

μή κα δέν μαστε πρωτόπειροι;

Κα μείναμε πει­ροι σχεδόν.

Μ τί σχεδόν, πο μείναμε ργησε μητέρα ντελς ­πειροι.

 

Γιατό γαπούσαμε κα πάλι τν ρχή∙

χι σν τν παππο, μόνο τ τέλος

– – – –Μάθαμε τελοσπάντων στίξη…

Κι στόσο εναι χιλιάδες πάλι ποσιω­πητικά

τστέρια κάθε βράδυ

Τί ν πομε; Πο ν βάλουμε μι παλα;

ΓΙΑΝΝΗΣ  ΡΙΤΣΟΣ

***

 

8. ΤΑ ΔΙΑΛΥΤΙΚΑ

Εγκαταλείψανε τους τόνους, την παράγραφο κι ακόμη
τα διαλυτικά
(αυτούς τους τέλειους διδύμους της γραφής μας).
Έτσι στις ψησταριές και στις ταβέρνες τους δεν θά ’βρεις
παϊδάκια·
όλοι τους πια σερβίρουνε παιδάκια.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΥΦΑΝΤΗΣ

***

 

9. TEΛEίA ME ΠOΔIA

Ένα ζωύφιο περπατά πάνω στο χάρτη αυτού του βράχου.
Είναι μια κόκκινη τελεία με πόδια.
Περπατά.


Δε σταματάει· περπατά· γιατί το τέλος
του Κόσμου
βρίσκεται
παντού
και μια τελεία που περπατά
δεν ξέρει πού να σταματήσει.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΥΦΑΝΤΗΣ

***

 

10. Είμαι μια τελεία μια ελάχιστη τελεία

Πάνω σ’ ένα άσπρο άγραφο χαρτί

Τέλος μιας πρότασης νοητής

Αρχή μιας άλλης το ίδιο νοητής

               

Αυτός που μ’ έβαλε σαν με είδε μόνη

Έγραψε γύρω μου ένα κύκλο

 

Τώρα εδώ είναι η απορία

Το ’κανε για να με προστατέψει

Απ’ όλο αυτό το απέραντο άσπρο

Φοβήθηκε μην του το σκάσω

 

Ή μήπως θέλησε να δείξει

Ότι δεν είμαι ένα σημείο στίξης

Και να καλύψει έτσι την ανημποριά του

Να γράψει μια ή δυο προτάσεις

 

ΑΡΓΥΡΗΣ  ΧΙΟΝΗΣ , ΤΥΠΟΙ ΗΛΩΝ, Εκδόσεις Εγνατία Σειρά ΤΡΑΜ/λογοτεχνία 1978)

***

 

11. ΜΗ ΒΑΖΕΤΕ ΠΟΤΕ ΤΕΛΕΙΑ ΣΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

μη βάζετε ποτέ τελεία στα ποιήματα
να μοιάζουν με καπνισμένες κάνες
να μοιάζουν με βόμβες σε προξενεία


θεόπνευστοι έρωτες να τα ευλογούν
ο αφαλός τους να λάμπει σαν το πρώτο βιολί
να το λαχταράνε οι μύγες στα σφαγεία


να μαρσάρει σα γιαμάχα ο στίχος
σε όλες τις μαύρες γειτονιές του κόσμου


μη βάζετε ποτέ τελεία στις συγκινήσεις
κι ας μη νοιάζεται κανείς στη μαραμένη χώρα για ποιήματα

ΑΝΤΩΝΗΣ  ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

***

 

12. ΣΗΜΕΙΑ ΣΤΙΞΗΣ

Στο κόμμα, σταματώ…

Παίρνω ανάσες

Συλλογιέμαι το πριν και σχεδιάζω το μετά

Παντρεύω το παρελθόν με το μέλλον

 

Στην τελεία, πεθαίνω…

Μέσα σε μια στιγμή

σταματώ να υπάρχω

μόνο και μόνο για να γεννηθώ ξανά

Στο θαυμαστικό, φωνάζω….

Μ’ ακούν οι γραμμές μου

Αναπηδούν τα γράμματα

Σκορπώ ευτυχία απο την μια άκρη μου στην άλλη


Στο ερωτηματικό, περιμένω…
Αγωνιώ για την απάντηση
που πότε έρχεται, πότε όχι
και εγώ πάντα περιμένω…

Ελένη Τομπέα (Word Chimes)

 

***

 

13. ΣΗΜΕΙΑ ΣΤΙΞΗΣ

Αποσιωπητικά, το ίχνος κάποιου από ένα παράλληλο σύμπαν.
Θαυμαστικό, ο εξώστης. Συνήθως άδειος.
Παρένθεση, χώρος φύλαξης ενός δισταγμού. Ίσως και υποτίμησης του άλλου.
Εισαγωγικά, επισκέπτης, φιλοξενούμενος που θέλει και κάποια περιποίηση.
Κόμμα, μικρό ενοχλητικό κενό δύο ενωμένων κλινών.
Άνω τελεία, ζευγάρι σε διάσταση ή απλή ασυμφωνία.
Ερωτηματικό, ένα που αναζητά έτερο ένα για σχέση ή ερωτική πράξη.
Παύλα, μεντεσές. Να λαδώνεται τακτικά.
Παύλες, περισσότεροι του ενός, συνήθως πολύ ομιλητικοί.
Τελεία, απλό κι απέριττο σύμβολο τέλους ή τελειωμένου όντος.
Τελεία και παύλα, ανακουφιστικό σύμβολο τέλους, σαν χαρούμενη αυτοχειρία.

Γιώργος Παναγιωτίδης -Ομορφιές αφόρητες,  ενότητα «Γραμματική»

***

 

14. ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗΣ ΕΓΚΟΛΠΙΟ


Η τελεία.
Σημείο στίξης,
βασικό.
Το απολύτως απαραίτητο.

Γιατί ,
πώς θα στέριωνε
χωρίς μια τελεία
της απορίας το  άροτρο,
το ερωτηματικό μας,
όταν βουτά
ορμητικό
απ΄ της γραμμής το ρείθρο;

Χωρίς τελεία
πώς θα  σήκωνε υπεροπτικά
το φρύδι
ακκιζόμενη
η άνω η τελεία;

Γιατί,
τι μέλλον θα είχε το θαυμαστικό
δίχως μια τελεία,
καθώς αναρριχάται
εκστατικό
στην σκαλωσιά του κόσμου;

Τελεία.
Μερικές φορές, καταπακτή
μαζί με μια παύλα.
Άλλες φορές,
επίλογος,
με χείλη δαγκωμένα.
Ενίοτε, τελείες,
πολλές μαζί
μαύρα πουλιά στο σύρμα.
Να αποσιωπούν
το άρρητο,
το ανείπωτο,
το τραύμα.

Α, όχι.
Θα έπρεπε το ζητούμενο
να είναι η τελεία.
Άρτια,
ολοστρόγγυλη,
χωρίς αφαίρεση
ή πρόσθεση στο τέλειο,
στο όλον.

Αν, όμως,
τα ερωτηματικά
περιπλανιόνται αδέσποτα,
όλα απαντημένα,
αν τα ψηλόλιγνα θαυμαστικά
επαίρονται γελοία,
τότε
είναι σοφότερο
να μπαίνει  η τελεία
και με το απαραίτητο κενό
να αλλάζει
η σελίδα.


Δήμητρα Κουβάτα, ΒΡΑΒΕΙΟ 1ου ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΥ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΥ ΠΟΙΗΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ «ΜΙΜΗΣ ΣΟΥΛΙΩΤΗΣ»

 

***

15. TEΛΕΙΕΣ

Όλο και κάτι μου φταίει
Γράφω σβήνω το τετράδιο
Βάζω κόμματα πλάι σε
λέξεις χωρίς νόημα

Εκεί,
πλάι στο τέλμα,
πρέπει να μπαίνουν
τελείες .

(Το τέλος πάντα γεννά μιαν αρχή.)

Έφη Ουσταμπασίδη

***

 

16. ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΤΕΛΕΙΕΣ

Τρεις τελείες,
η μία ακολουθεί την άλλη.
Όλες σκυφτές, ταπεινωμένες.
Η μια κοιτά την πλάτη της άλλης,
όλες έκπληκτες, ξαφνιασμένες.
Δεν περίμεναν το τέλος
τόσο γρήγορα, τόσο αιφνίδια.
Κι ήταν τόσο όμορφες οι λέξεις .
Μία απ’ αυτές ήταν «ελπίδα».
Τι χαρά, θυμούνται με δάκρυα στα μάτια,
τι έμφαση, ο τόνος και η ουσία.

Τρεις τελείες,
η μία ακολουθεί την άλλη.
Όλες σιωπηλές, συρρικνωμένες.
Καμιά δεν κοιτάζει τα μάτια της άλλης,
όλες υπαίτιες αλλά και προδομένες.
Κι όμως είχαν πιστέψει πως η πρόταση
αυτή τη φορά θα επιζούσε.
Πως ίσως να γινόταν τραγούδι.
Όχι μοιρολόι. «Ποτέ», φωνάζουν
και τραβούν τα μαλλιά τους.

Τρεις τελείες,
η μία ακολουθεί την άλλη.
Όλες εκδικητικές και γερασμένες.
Η μία κοιτάει την άλλη με μίσος
και κρύβει λεπίδα πίσω απ’ την πλάτη.
Κι όμως αυτές κάποτε
αγαπήθηκαν περίσσια.
Ο ενθουσιασμός, τα νιάτα, η ομορφιά.
Με πόθο κοιτούσαν τα νοήματα!
Τώρα γι’ αυτές σιωπή, μάτια γεμάτα αλάτι
και η ανάμνηση πως υπήρξαν θαυμαστικά.

Μαρία Θ. ΑρχιμανδρίτηΗ μοναξιά της καμπύλης, Κέδρος

***

 

17. ΤΑ ΑΠΟΣΙΩΠΗΤΙΚΑ

Κι ενώ κάθε πρωί τα σχολικά
μαζεύουν από τις γωνιές
πολύχρωμους αθώους νυσταγμένους
με το σημάδι τού μη προορισμού
ρόδινη χαρακιά στα μάγουλά τους
κάπου αλλού
αγέλαστες δασκάλες
σχεδιάζουν να τους μάθουν
πως σ’ ένα μέλλον κοντινό τη δυστυχία
θα την πυροβολήσουν με τις λέξεις


κι όχι, παιδιά μου
όπως κάποιοι τρελοί και ηττημένοι ισχυρίζονται
μ’ εκείνες τις τρεις ολόμαυρες τελίτσες.
Αυτές, μικροί μου άγγελοι
δεν είναι πια στη διδακτέα ύλη.

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, «Όροφος μείον ένα», Καστανιώτης, Αθήνα 2008.

 

 

*Η ανάρτηση είναι της φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής!

Πες το με ποίηση (220ο): «Μικρό – μεγάλο»

 

1.«Ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας!»

         (Ο. Ελύτης)

 

 

 

  1. Οδυσσέας Ελύτης, «Μικρή Πράσινη Θάλασσα»

Μικρή πράσινη θάλασσα δεκατριῶ χρονῶ
Πού θά ‘θελα νά σέ υἱοθετήσω
Νά σέ στείλω σχολεῖο στήν Ἰωνία
Νά μάθεις μανταρίνι καί ἄψινθο

Μικρή πράσινη θάλασσα δεκατριῶ χρονῶ
Στό πυργάκι τοῦ φάρου τό καταμεσήμερο
Νά γυρίσεις τόν ἥλιο καί ν’ ἀκούσεις
Πῶς ἡ μοίρα ξεγίνεται καί πῶς
Ἀπό λόφο σέ λόφο συνεννοοῦνται

Ἀκόμα οἱ μακρινοί μας συγγενεῖς
Πού κρατοῦν τόν ἀέρα σάν ἀγάλματα
Μικρή πράσινη θάλασσα δεκατριῶ χρονῶ
Μέ τόν ἄσπρο γιακά καί τήν κορδέλα
Νά μπεῖς ἀπ’ τό παράθυρο στή Σμύρνη

Νά μοῦ ἀντιγράψεις τίς ἀντιφεγγιές στήν ὀροφή
Ἀπό τά Κυριελέησον καί τά Δόξα Σοι
Καί μέ λίγο Βοριά λίγο Λεβάντε
Κύμα το κύμα νά γυρίσεις πίσω
Μικρή πράσινη θάλασσα δεκατριῶ χρονῶ

Γιά νά σέ κοιμηθῶ παράνομα
Καί νά βρίσκω βαθιά στήν ἀγκαλιά σου
Κομμάτια πέτρες τά λόγια τῶν Θεῶν
Κομμάτια πέτρες τ’ ἀποσπάσματα τοῦ Ἡράκλειτου

(Το Φωτόδεντρο και η Δέκατη Τέταρτη Ομορφιά, Ίκαρος, 1971)

 

 

  1. Ο. Ελύτης, «Η (μικρή) Πορτοκαλένια»

Στον Aντρέα Kαμπά

Tόσο πολύ τη μέθυσε ο χυμός του ήλιου
Που έγειρε το κεφάλι της και δέχτηκε να γίνει
Σιγά-σιγά : η μικρή Πορτοκαλένια !

Έτσι καθώς γλαυκόλαμψαν οι εφτά ουρανοί
Έτσι καθώς αγγίξαν μια φωτιά τα κρύσταλλα
Έτσι καθώς αστράψανε χελιδονοουρές
Σάστισαν πάνω οι άγγελοι και κάτω οι κοπελιές
Σάστισαν πάνω οι πελαργοί και κάτω τα παγόνια
Kι όλα μαζί συνάχτηκαν κι όλα μαζί την είδαν
Kι όλα μαζί τη φώναξαν : Πορτοκαλένια !

Mεθάει το κλήμα κι ο σκορπιός μεθάει ο κόσμος όλος
Όμως της μέρας η κεντιά τον πόνο δεν αφήνει
Tη λέει ο νάνος ερωδιός μέσα στα σκουληκάκια
Tη λέει ο χτύπος του νερού μέσ’ στις χρυσοστιγμές
Tη λέει κι η δρόσο στου καλού βοριά το απανωχείλι :

Σήκω μικρή μικρή μικρή Πορτοκαλένια !
Όπως σε ξέρει το φιλί κανένας δεν σε ξέρει
Mήτε σε ξέρει ο γελαστός Θεός
Που με το χέρι του ανοιχτό στη φλογερή αντηλιά
Γυμνή σε δείχνει στους τριανταδυό του ανέμους !

(από το Ήλιος ο Πρώτος, Ίκαρος 1963)

 

 

 

  1. Γιάννης Ρίτσος, Μικρή Σουΐτα Σε Κόκκινο Μείζον

 

Ι.
Πλήθος λεμόνια
επάνω στο τραπέζι
στις καρέκλες
στο κρεβάτι
κίτρινες λάμψεις
τρέχουν το σώμα σου
μ’ αρέσει που βρέχει
νύχτα με χίλια λεμόνια
και ξαφνικά ο φακός του δασοφύλακα
να σταματάει τους βρεγμένους λαγούς
στα πισινά τους πόδια.


Διακοφτό 18.11.80


ΙΙ.
Ω αλάνθαστο σώμα
πόσα και πόσα λάθη
μ’ ένα μικρό διαβατικό φεγγάρι
στα γυμνά δέντρα του πεζοδρομίου
αδειούχοι στρατιώτες καπνίζουν
κάτω απ’ το υπόστεγο
βρέχει όλη μέρα
ακούω το νερό να κυλάει ατέλειωτο
απ’ τα λούκια στο δρόμο
παρότι το ξέρω
αυτό το εισιτήριο
είναι εκπρόθεσμο πιά.


Αθήνα 18.11.80


ΙΙΙ.
Το σώμα -λέει-
στη γενική: του σώματος
και γενικά το σώμα
άλλη λέξη πυκνότερη δεν έχω
παίρνω τη νάϋλον σακούλα
μπαίνω στα λαϊκά εστιατόρια
μαζεύω ψαροκόκαλα
για τις άγριες γάτες της γειτονιάς
στα διαλείματα -λέει-
κουβεντιάζω με τους μουσικούς
στα σκοτεινά παρασκήνια-
τι απέραντη απόσταση διανύω
απ’ το σώμα σου
έως το σώμα σου.


Αθήνα 19.11.80

(Γ. Ρίτσος, Τα ερωτικά, Κέδρος)

 

 

 

  1. Νίκος Καρούζος, «Μικρή κλίμαξ της ψυχής και του θανάτου»

Μὲ λίγα ροῦχα αἱματωμένα βρέθηκε νεκρὸς
στὴ θερινὴ σελήνη καὶ οἱ φυλλωσιὲς
τοῦ ἔδιναν τώρα τὴ δόξα ποὺ εἶναι
πάνω ἀπ᾿ τὶς ἐπιθυμίες καιρὸς
ἀκίνητος στοὺς ἤχους τοὺς καθηγιασμένους.
Εἶχε μία φοβερὴ πληγὴ στὴν καρδιά του κι ἄλλες ἀκόμη
στὴ λεκάνη στὰ χέρια μέσ᾿ στὸ σεληνόφως
ἔβγαινε ἀπ᾿ ὅλο τὸ σῶμα του ἡ ὀμορφιὰ
σμίγοντας μὲ τὰ χώματα.
Καὶ μία στιγμὴ ὁ θεὸς ἔστειλε ἀγγέλους γύρω του
ἄνθη φλογερά, ἱμάτια ἀπὸ λευκὴ σιωπὴ
τῆς νύχτας ἡ κλίμαξ αὐτὸς
ἀνέρχεται μὲ λίγα ροῦχα αἱματωμένα.

(Ν. Καρούζος, Τα ποιήματα, Ίκαρος)

 

 

 

  1. Νίκος Καρούζος, «Άσμα Μικρό»

 

Χάθηκε αυτός ο οδοιπόρος.
Είχε συνάξει λίγα φύλλα
ένα κλαδί γεμάτο φως
είχε πονέσει.
Και τώρα χάθηκε…
Αγγίζοντας αληθινά πουλιά στο έρεβος
αγγίζει νέους ουρανούς
η προσευχή του μάχη.
Έαρ μικρό έαρ βαθύ έαρ συντετριμμένο.

(Ν. Καρούζος, Τα ποιήματα, Ίκαρος)

 

 

  1. Νικηφόρου Βρεττάκου, «Ελεγείο πάνω στον τάφο ενός μικρού αγωνιστή»

Πάνω στο χώμα το δικό σου λέμε τ’ όνομά μας.
Πάνω στο χώμα το δικό σου σχεδιάζουμε τους κήπους και τις πολιτείες μας.
Πάνω στο χώμα σου Είμαστε. Έχουμε πατρίδα.

Έχω κρατήσει μέσα μου την ντουφεκιά σου.
Γυρίζει μέσα μου ο φαρμακερός ήχος του πολυβόλου.
Θυμάμαι την καρδιά σου που άνοιξε κ’ έρχονται στο μυαλό μου
κάτι εκατόφυλλα τριαντάφυλλα
που μοιάζουνε σαν ομιλία του απείρου προς τον άνθρωπο.
Έτσι μας μίλησε η καρδιά σου.
Κ’ είδαμε πως ο κόσμος είναι μεγαλύτερος
κ’ έγινε μεγαλύτερος για να χωρά η αγάπη. 

Το πρώτο σου παιχνίδι, Εσύ.
Το πρώτο σου αλογάκι, Εσύ.
Έπαιξες τη φωτιά. Έπαιξες το Χριστό.
Έπαιξες τον Άι-Γιώργη και το Διγενή.
Έπαιξες τους δείχτες του ρολογιού που κατεβαίνουν απ’ τα μεσάνυχτα.
Έπαιξες τη φωνή της ελπίδας εκεί που δεν υπήρχε φωνή.
Η πλατεία ήταν έρημη. Η πατρίδα είχε φύγει.
Ήταν καιρός! Δε βάσταξε η καρδιά σου περισσότερο!
Ν’ ακούς κάτω απ’ τη στέγη σου τ’ ανθρώπινα μπουμπουνητά της Ευρώπης!
Άναψες κάτω απ’ το σακκάκι σου το πρώτο κλεφτοφάναρο.
Καρδιά των καρδιών! Κοίταξες τον ήλιο και προχώρησες..

Ανέβηκες στο πεζοδρόμιο κ’ έπαιξες τον Άνθρωπο! 

[πηγή: Νικηφόρος Βρεττάκος, Τα ποιήματα, τ. 1, Τρία Φύλλα]

 

 

 

  1. Νικηφόρος Βρεττάκος, «Οι μικροί γαλαξίες»

Πάνε κι έρχονται οι άνθρωποι πάνω στη γη.
Σταματάνε για λίγο, στέκονται ο ένας
αντίκρυ στον άλλο, μιλούν μεταξύ τους.
Έπειτα φεύγουν, διασταυρώνονται, μοιάζουν
σαν πέτρες που βλέπονται.
Όμως, εσύ,
δε λόξεψες, βάδισες ίσα, προχώρησες
μες από μένα, κάτω απ’ τα τόξα μου,
όπως κι εγώ: προχώρησα ίσα, μες από σένα,
κάτω απ’ τα τόξα σου. Σταθήκαμε ο ένας μας
μέσα στον άλλο, σα νάχαμε φτάσει.
Βλέποντας πάνω μας δυο κόσμους σε πλήρη
λάμψη και κίνηση, σαστίσαμε ακίνητοι
κάτω απ’ τη θέα τους –
Ήσουν νερό,
κατάκλυσες μέσα μου όλες τις στέρνες.
Ήσουνα φως, διαμοιράστηκες. Όλες
οι φλέβες μου έγιναν άξαφνα ένα
δίχτυ που λάμπει: στα πόδια, στα χέρια,
στο στήθος, στο μέτωπο.
Τ’ άστρα το βλέπουνε, ότι:
δυο δισεκατομμύρια μικροί γαλαξίες και πλέον
κατοικούμε τη γη.

http://www.mani.org.gr/poiisi/vretakos/vret1/poiimata_vrettakou1.htm

 

 

9. Μαλβίνα Ιωσηφίδου, «ΜΙΚΡΑ ΠΟΤΑΜΙΑ»

Τα ποτάμια

Άλλοτε της φύσης

Άλλοτε του νου οι ροές

Άγνωστες μεταξύ τους

Οι πηγές

Συλλογισμοί που αφέθηκαν

Να χαράξουν πορείες

Να καθορίσουν κοίτες

Συντρίμμια των πετρωμάτων

Κουβαλώντας

Το πεπρωμένο ξεδιπλώνεται

Με δύναμη σκέψης, θυμού

Οι μικροί καταρράκτες

ανεβάζουν ταχύτητα

Μέχρι να βρουν την κοιλάδα

Της γονιμότητας

Μικρά ποτάμια

που προσμένουν να στεφανωθούν

από τοξωτά γεφύρια

Τη συμβολή των ποταμών

Συνάντηση τη λένε

 (http://fractalart.gr/mikra-potamia/)

 

 

 

  1. Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ, «Ο μικρός μου εαυτός»

 

Ήρθα μόνος

στο δρόμο της πίστης μου.

Αλλά ποιος είναι αυτός ο εαυτός μου μέσα στο σκοτάδι;

Παραμέρισα για να αποφύγω την παρουσία του,

αλλά δεν του ξέφυγα.

Κάνει τη σκόνη να σηκώνεται από τη γη με το σίγουρο βάδισμά του.

Προσθέτει τη δυνατή του φωνή σε κάθε λέξη που προφέρω.

Είναι ο μικρός μου εαυτός,

ο αφέντης μου

που δε γνωρίζει ντροπή.

Αλλά εγώ ντρέπομαι να περάσω την πόρτα σου με τη συντροφιά του.

 

(http://www.musicheaven.gr/html/modules.php?name=Blog&file=page&op=viewPost&pid=11135)

 

 

 

  1. Ακριτικό, «ΤΟΥ ΜΙΚΡΟΥ ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΥ»

Ο Κωσταντίνος ο μικρός κι’ ο Αλέξης ο αντρειωμένος,
και το μικρό Βλαχόπουλο, ο καστροπολεμίτης,
αντάμα τρων και πίνουνε και γλυκοκουβεντιάζουν,
κι’ αντάμα έχουν τους μαύρους των ‘ς τον πλάτανο δεμένους.
Του Κώστα τρώει τα σίδερα, τ’ Αλέξη τα λιθάρια,
και του μικρού Βλαχόπουλου τα δέντρα ξερριζώνει.
Κ’ εκεί που τρώγαν κ’ έπιναν και που χαροκοπούσαν,
πουλάκι πήγε κ’ έκατσε δεξιά μεριά ‘ς την τάβλα.
Δεν κελάϊδούσε σαν πουλί, δεν έλεε σαν αηδόνι,
μόν’ ελαλούσε κ’ έλεγε ναθρωπινή κουβέντα.
«Εσείς τρώτε και πίνετε και λιανοτραγουδάτε,
και πίσω σας κουρσεύουνε Σαρακηνοϊ κουρσάροι.
Πήραν τ’ Αλέξη τα παιδιά, του Κώστα τη γυναίκα,
και του μικρού Βλαχόπουλου την αρραβωνιασμένη.»

Ώστε να στρώση ο Κωσταντής και να σελλώση ο Αλέξης,
ευρέθη το Βλαχόπουλο ‘ς το μαύρο καβαλλάρης.
«Για σύρε συ Βλαχόπουλο ‘ς τη βίγλα να βιγλίσης,
αν είν’ πενήντα κ’ εκατό χύσου μακέλλεψέ τους,
κι’ αν είναι περισσότεροι, γύρισε μίλησε μας.»
Επήγε το Βλαχόπουλο στη βίγλα να βιγλίση.
Βλέπει Τουρκιά Σαρακηνους κι’ Αράπηδες κουρσάρους,
πλάγια κοκκινίζαν.
‘ρχισε να τους διαμετράη, διαμετρημούς δεν είχαν.
Να πάη πίσω ντρέπεται, να πάη εμπρός φοβάται.
Σκύβει φιλεί το μαύρο του, στέκει και τον ρωτάει,
«Δύνεσαι, μαύρε μ’, δύνεσαι ‘ς το γαίμα για να πλέξης;
-Δύνομαι, αφέντη, δύνομαι ‘ς το γαίμα για να πλέξω,
κι’ όσους θα κόψη το σπαθί τόσους θενά πατήσω.
Μόν’ δέσε το κεφάλι σου μ’ ένα χρυσό μαντήλι,
μην τύχη λάκκος και ρηχτώ και πέσης απ’ τη ζάλη.
-Σαΐτταις μου αλεξαντριαναίς, καμιά να μη λυγίσει,
και συ σπαθί μου διμισκί, να μην αποστομώσης.
Βόηθα μ’, ευχή της μάννας μου και του γονιού μου βλόγια,
ευχή του πρώτου μ’ αδερφού, ευχή και του στερνού μου.
Μαύρε μου, άιντε νά μπουμε, κι’ όπου ο Θεός τα βγάλη!»

‘Σ τα έμπα του μπήκε σαν αϊτός, ‘ς τα ξέβγα σαν πετρίτης,
‘ς τα έμπα του χίλιους έκοψε, ‘ς τα ξέβγα δυο χιλιάδες,
και ‘ς το καλό το γύρισμα κανένα δεν αφήνει.
Πήρε τ’ Αλέξη τα παιδιά, του Κώστα τη γυναίκα,
και το μικρό Βλαχόπουλο την αρραβωνιασμένη.
Προσγονατίζει ο μαύρος του και πίσω του τους παίρνει.

‘Στο δρόμο νοπού πήγαινε σέρνει φωνή περίσσα.
«Πού είσαι αδερφέ μου Κωσταντά κι’ Αλέξη αντρεϊωμένε;
αν είστε εμπρός μου φύγετε κι’ οπίσω μου κρυφτήτε,
τι θόλωσαν τα μάτια μου, μπροστά μου δε σας βλέπω,
και το σπαθί μου ερράγισε, κόβοντας τα κεφάλια,
κι’ ο μαύρος λιγοκάρδισε πατώντας τα κουφάρια.»

 

(http://www.myriobiblos.gr/afieromata/dimotiko/txt_akritika_next.html)

 

 

*************

  1. Οδυσσέας Ελύτης, «Η μεγάλη Έξοδος»

Τις ημέρες εκείνες έκαναν σύναξη μυστική τα παιδιά και λάβανε
την απόφαση, επειδή τα κακά μαντάτα πλήθαιναν στην πρωτεύουσα, να βγουν
έξω σε πλατείες με το μόνο πράγμα που τους είχε απομείνει: μια παλάμη
τόπο κάτω από τ’ ανοιχτό πουκάμισο, με τις μαύρες τρίχες και το
σταυρουδάκι του ήλιου. Όπου είχε κράτος η Άνοιξη.

Και επειδή σίμωνε η μέρα που το Γένος είχε συνήθειο να γιορτάζει τον άλλο
Σηκωμό, τη μέρα πάλι εκείνη ορίσανε για την Έξοδο. Και νωρίς εβγήκανε
καταμπροστά στον ήλιο, με πάνου ως κάτου απλωμένη την αφοβία σα
σημαία, οι νέοι με τα πρησμένα πόδια που τους έλεγαν αλήτες. Και
ακολουθούσανε άντρες πολλοί, και γυναίκες, και λαβωμένοι με τον επίδεσμο
και τα δεκανίκια.

Όπου έβλεπες άξαφνα στην όψη τους τόσες χαρακιές, που ‘λεγες είχανε
περάσει μέρες πολλές μέσα σε λίγην ώρα.

Τέτοιας λογής αποκοτιά, ωστόσο, μαθαίνοντας οι Άλλοι, σφόδρα
ταράχτηκαν. Και τρεις φορές με το μάτι αναμετρώντας το έχει τους, λάβανε
την απόφαση να βγουν έξω σε δρόμους και σε πλατείες, με το μόνο πράγμα
που τους είχε απομείνει: μια πήχη φωτιά κάτω απ’ τα σίδερα, με τις μαύρες
κάννες και τα δόντια του ήλιου. Όπου μήτε κλώνος μήτε ανθός, δάκρυο ποτέ
δεν έβγαλαν.

Και χτυπούσανε όπου να ‘ναι, σφαλώντας τα βλέφαρα με απόγνωση. Και η
Άνοιξη ολοένα τους κυρίευε.

Σαν να μην ήτανε άλλος δρόμος πάνω σ’ ολάκερη τη γη, για να περάσει η
Άνοιξη παρά μονάχα αυτός, και να τον είχαν πάρει αμίλητοι, κοιτάζοντας
πολύ μακριά, περ’ απ’ την άκρη της απελπισιάς, τη Γαλήνη που έμελλαν να
γίνουν, οι νέοι με τα πρησμένα πόδια που τους έλεγαν αλήτες, και οι άντρες,
και οι γυναίκες, και οι λαβωμένοι με τον επίδεσμο και τα δεκανίκια. Και
περάσανε μέρες πολλές μέσα σε λίγην ώρα. Και θερίσανε πλήθος τα θηρία,
και άλλους εμάζωξαν. Και την άλλη μέρα εστήσανε στον τοίχο τριάντα.»

 

(Ο. Ελύτης, Άξιον εστί, Ίκαρος)

 

 

 

 

 

  1. Κ. Π. Καβάφης, Che fece …. il gran rifiuto

Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα
που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Όχι
να πούνε. Φανερώνεται αμέσως όποιος τόχει
έτοιμο μέσα του το Ναι, και λέγοντάς το πέρα

πηγαίνει στην τιμή και στην πεποίθησί του.
Ο αρνηθείς δεν μετανοιώνει. Aν ρωτιούνταν πάλι,
όχι θα ξαναέλεγε. Κι όμως τον καταβάλλει
εκείνο τ’ όχι — το σωστό —  εις όλην την ζωή του.

(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

 

 

 

 

  1. Κ. Π. Καβάφης, «Εν μεγάλη Eλληνική αποικία, 200 π.X.»

Ότι τα πράγματα δεν βαίνουν κατ’ ευχήν στην Aποικία
δεν μέν’ η ελαχίστη αμφιβολία,
και μ’ όλο που οπωσούν τραβούμ’ εμπρός,
ίσως, καθώς νομίζουν ουκ ολίγοι, να έφθασε ο καιρός
να φέρουμε Πολιτικό Aναμορφωτή.

Όμως το πρόσκομμα κ’ η δυσκολία
είναι που κάμνουνε μια ιστορία
μεγάλη κάθε πράγμα οι Aναμορφωταί
αυτοί. (Ευτύχημα θα ήταν αν ποτέ
δεν τους χρειάζονταν κανείς.) Για κάθε τι,
για το παραμικρό ρωτούνε κ’ εξετάζουν,
κ’ ευθύς στον νου τους ριζικές μεταρρυθμίσεις βάζουν,
με την απαίτησι να εκτελεσθούν άνευ αναβολής.

Έχουνε και μια κλίσι στες θυσίες.
Παραιτηθείτε από την κτήσιν σας εκείνη·
η κατοχή σας είν’ επισφαλής:
η τέτοιες κτήσεις ακριβώς βλάπτουν τες Aποικίες.
Παραιτηθείτε από την πρόσοδον αυτή,
κι από την άλληνα την συναφή,
κι από την τρίτη τούτην: ως συνέπεια φυσική·
είναι μεν ουσιώδεις, αλλά τί να γίνει;
σας δημιουργούν μια επιβλαβή ευθύνη.

Κι όσο στον έλεγχό τους προχωρούνε,
βρίσκουν και βρίσκουν περιττά, και να παυθούν ζητούνε·
πράγματα που όμως δύσκολα τα καταργεί κανείς.

Κι όταν, με το καλό, τελειώσουνε την εργασία,
κι ορίσαντες και περικόψαντες το παν λεπτομερώς,
απέλθουν, παίρνοντας και την δικαία μισθοδοσία,
να δούμε τι απομένει πια, μετά
τόση δεινότητα χειρουργική.—

Ίσως δεν έφθασεν ακόμη ο καιρός.
Να μη βιαζόμεθα· είν’ επικίνδυνον πράγμα η βία.
Τα πρόωρα μέτρα φέρνουν μεταμέλεια.
Έχει άτοπα πολλά, βεβαίως και δυστυχώς, η Aποικία.
Όμως υπάρχει τι το ανθρώπινον χωρίς ατέλεια;
Και τέλος πάντων, να, τραβούμ’ εμπρός.

(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

 

 

 

  1. Ζακ Πρεβέρ, «Στο μεγάλο ποτέ»

 

Στη μεγάλη νύχτα στη μικρή ημέρα

στο μεγάλο ποτέ στο μικρό πάντα

θα σ᾽αγαπώ

Αυτό του τραγουδούσε

 

Η καρδιά-του επάνω-της μονότονα χτυπούσε

Θάθελα ν᾽αγαπάς εμένα μοναχά

 

Έλεγε πως ήτανε τρελός γι᾽αυτή

και πως μαζί-του εκείνη ήταν πολύ καλή

 

Στο μεγάλο ποτέ στο μικρό πάντα

στη μεγάλη μέρα και στη νύχτα τη μικρή

 

Ναι βέβαια

σου λέω πως σ᾽αγαπώ

σ᾽αγαπώ ως το θάνατο

σ᾽αγαπώ για να ζω

Και δεν θέλω να πω πως μονάχα εσένα αγαπώ

πως δεν θέλω να φύγω

να φύγω για να ξαναγυρίσω

πως δεν μ᾽αρέσει να γελώ

και πως από τα τρυφερά παράπονά-σου δεν προτιμώ 

το γέλιο-σου

 

Μονάχα εμένα ν᾽αγαπάς

λέει εκείνη

αλλιώς δεν αξίζει

Προσπάθησε να καταλάβεις

 

Να καταλάβω αυτό δεν έχει σημασία

 

Έχεις δίκιο δεν έχει σημασία

σημασία έχεις να ξέρεις

 

Δεν θέλω τίποτα να ξέρω

 

Έχεις δίκιο

δεν έχει σημασία το να ξέρεις

σημασία έχεις να ζεις να είσαι να υπάρχεις

 

Δεν έχουν σημασία όλα αυτά

θέλω να μ᾽αγαπάς

και μόνο εμένα ν᾽αγαπάς

μα θέλω να σ᾽αγαπάν κι οι άλλες

κι εσύ να λες όχι σ᾽αυτές

για χάρη-μου

 

Τρομερή η πλεονεξία-σου

 

Δεν φταίω εγώ έτσι είμαι φτιαγμένη

 

Καλά λέει εκείνος και φεύγει

 

Στο μεγάλο ποτέ στη μικρή ημέρα

στη μεγάλη νύχτα στο μικρό πάντα

 

Δεν αξίζει τον κόπο να ξανάρθω

 

Του πέταξε τις βαλίτσες απ᾽το παράθυρο

και νάτος μεσ᾽στο δρόμο

μόνος με τις βαλίτσες

 

Να τώρα είμ᾽ολομόναχος σαν σκύλος

κάτω απ᾽τη βροχή

έπειτα βλέπει ότι δεν βρέχει

είναι λυπηρό

δεν πέτυχε πολύ

τέλος πάντων δεν μπορεί όλα τα βράδυα να έχει

χιονοθύελλα

και το σκηνικό δεν είναι πάντα όπως τ᾽ονειρευτήκαμε

δραματικό

Ο άντρας αφήνει να πέσουν οι βαλίτσες

τα πουκάμισα η ηλεκτρική μηχανή του ξυρίσματος

τα μπουκάλια με τα ποτά

και με τα χέρια στις τσέπες

σηκωμένο το γιακά της καμπαρντίνας

χώνεται μέσα στην ομίχλη

Δεν υπάρχει ομίχλη

αλλά ο άντρας σκέφτεται

Αφήνω τα πράγματα χώνομαι μέσα στην ομίχλη

 

Λοιπόν υπάρχει ομίχλη

κι ο άντρας είναι μέσα στην ομίχλη

και σκέφτεται τον μεγάλο-του έρωτα

και κουρντίζει τα βιολιά της θύμησης

και βιάζει το βήμα γιατί κάνει κρύο

και περνάει μια γέφυρα και γυρίζει πίσω και περνάει μια

άλλη γέφυρα

και δεν ξέρει γιατί

Άντρες και γυναίκες βγαίνουν από ένα σινεμά όπου

πίσω από μια αφίσα …

……………

Σας αφήνω να τελειώσετε εσείς την ιστορία του Ζακ Πρεβέρ.

 

http://annagelopoulou.blogspot.gr/2013/02/blog-post_16.html

 

 

 

 

  1. Νίκος Καρούζος, «ΜΕΓΑΛΗ ΠΕΜΠΤΗ ΣΤΑ ΝΕΦΗ»

 

Μαρία θυμάσαι στις ράγιες του τραμ εκείνο το πένθος

είχαμε βγει απ’ το μικρό εστιατόριο της Λαχαναγοράς

όταν ο ήλιος έκρουε τα χαράματα.

Ξάφνου τη λάμψη πήρες άλλου άνθους ενώ μοναξιασμένη

ακούγεται κοντά μας η καμπάνα της Μεγάλης Πέμπτης

κι ο Γιάννης κοιτάζει ακτήμων.

Είπα εντός του τρόμου δεν άκουσε κανείς

ο άγγελος απ’ τα φωσφορικά ουράνια

στο γκρεμισμένο χρόνο αδειάζει το κακό

κι ο πιο μικρός μας θόρυβος θα κρυσταλλώσει απάνω, εκεί, μακριά.

Τότε μας φώναξε για τους αρχαίους νεκρούς ο Γιάννης

και πηδήσαμε το σιδερένιο φράχτη του Κεραμεικού

(Άξιε ταύρε – καλώντας το Διόνυσο έβγαλε φωνή).

Χαρά ηλιακή μας περιβάλλει κ’ η Μαρία βλέπει χορούς εκστατική

στα συμπλέγματα των λουλουδιών –

εγώ τον Άγιο Φραγκίσκο έβλεπα με τους φίλους του ανέμους

τον πρώτο πετεινό απ’ τα μεσάνυχτα

της αττικής ημέρας κήρυκα ώσπου τα νέφη τη σήκωσαν ψηλά

με τις γριές που είχαν μεταλάβει, με τον ιερέα

ώσπου τα νέφη την πήραν ψηλά τη μέρα

και τη μισοχτισμένη εκκλησιά

τη Λαχαναγορά

και τα μικρά καρότσια με τα γαϊδουράκια.

Και ιδού ο Γιάννης τρέχει προς το μέρος μας

ωσάν ασώματος Τι βαθύ που είναι το λουλούδι, λέει,

και μας έδειξε κοντά μας ένα

ωστόσον άλλο λουλούδι είχε δει μακριά με τους νεκρούς.

Μα τα λουλούδια είναι τόσο αδελφωμένα

κάθε στιγμή κερδίζεις το νόημα του λουλουδιού κοιτάζοντας

κάθε στιγμή το χάνεις…

Εκεί λοιπόν ηχούσε η καμπάνα

της ορθοδοξίας μοναχή

πιο πέρα του σώματος η ιαχή και η Μαρία

ο Γιάννης

ο ταπεινός εγώ και φιλαμαρτήμων.

 

(Ν. Καρούζος, Τα ποιήματα, τ. Α’, εκδ. Ίκαρος)

 

 

Πες το με ποίηση (219ο): «ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ –ΒΟΛΤΑ»

 

Νυχτερινός περίπατος – Μάνος Χατζιδάκις.

 

 

  1. ΕΞΟΔΟΣ

 

Παίρνω και βγάζω περίπατο την ψυχή μου
κάθε που αρχίζει να σκληραίνει το χαμόγελό της.


Μου το λέει πεθύμησα τη βροχή,
τον ήλιο πάνω απ’ τα βουνά ή ανάμεσα απ’ τα σύννεφα
και τον αγέρα που γεννιέται αδιάκοπα στα δάση
όλος αρώματα και ουσίες, γάλα και μουσική.


Την οδηγώ σαν ένα ελάφι κάθε που διψά
μπρος στον τρεχούμενο, λαμπρό μαστό της αιωνιότητας,
ανανεώνει το αίμα, φως μέσα της κ’ επιστρέφει
στη ζωή πάλι, μ’ έναν
καινούργιο τόνο αθανασίας στο χαμόγελό της.

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ  ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

 

 

***

 

  1. O ANΘPΩΠOΣ ΠOY BAΔIZEI

 

Mε το μέτωπο ψηλά

με το κόκκινο φουλάρι του στον άνεμο

βαδίζει

Προχωρεί βήμα το βήμα

προχωρεί βαρειά

βαδίζει.

 

O άνεμος σαν τη θάλασσα μουγκρίζει.

H θάλασσα σαν τον άνεμο σφυρίζει.

Aπό παντού τα φώτα κυλούν όπως

πεσμένα αστέρια.

Φωνές φτάνουν στ’ αυτιά του

Απ’ τις πιο μακρινές όχθες της καρδιάς

–Πού πας γιέ μου, πού πας;

Γύρισε, αγαπημένε μου,

γύρισε, αδερφέ μου,

γύρισε, άνθρωπε του σπιτιού μου,

έλα πίσω.

 

Προχωρεί

βήμα το βήμα

προχωρεί βαριά

βαδίζει.

 

Bαδίζει, αυτός,

ένα τραγούδι σφυρίζοντας οργής και θανάτου.

Bαδίζει, αυτός,

υψώνοντας, φουσκώνοντας το στήθος του καθώς καράβι,

Προχωρεί βήμα το βήμα

προχωρεί βαριά

βαδίζει.

 

Ποιος ξέρει

Ίσως να μη βυθίσει πια, μια φορά ακόμη, τα δάχτυλά του

μες στα ξανθά μαλλιά

της αδερφής του που κεντά, με το εργόχειρο στα γόνατά της

κ’ ίσως πλαγιάζοντας στα πόδια της, μια φοράν ακόμη,

δε θα κοιτάξη πια

όπως θα κοίταζε έναν πράσινο δρόμο που ως τον ήλιο φτάνει

το κάλλος της…

 

Bαδίζει, αυτός –βαδίζει,

Mε μεγάλες φαρδιές δρασκελιές περνά τους δρόμους.

Σαν δυο άγκυρες βαριές, κουνά τα μπράτσα του.

Tο μαλλιαρό στήθος του τεντώνεται καθώς ασπίδα.

 

Δε γροικά πια να κυλούν στάλα-στάλα πάνω στην καρδιά του, σαν γαριφαλόλαδο,

τα λόγια

των άρρωστων κι ανάπηρών του φίλων,

που κάθονται, όλοι, κάθε βράδυ, στο ίδιο ξύλινο τραπέζι.

Mε τα μάτια ξεπεταγμένα πάνω στη μορφή του

Σαν δυο γυμνές λάμες,

βαδίζει κατά πάνω στον εχθρό.

 

Προχωρεί βήμα το βήμα

προχωρεί βαριά

βαδίζει.

 

1929, ΝΑΖΙΜ  ΧΙΚΜΕΤ, Mετ. Άρης Δικταίος

 

 

  1. Τι εύκρατη που γίνεται η σκέψη όταν τα μπλε σου βγαίνουν περίπατο!

ΟΔΥΣΣΕΑΣ  ΕΛΥΤΗΣ

 

 

André Rieu – Walking in the Air

 

 

 

4. ΑΝ  ΒΓΩ  ΠΕΡΙΠΑΤΟ  ΜΕ ΤΙΣ ΝΕΚΡΕΣ ΜΟΥ ΦΙΛΕΣ

Αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες
θα πλημμυρίσει η πόλη με βουβά κορίτσια
ο αέρας με στιφή ευωδιά θανάτου
τα φρούρια θα σηκώσουν άσπρες σημαίες
τα οχήματα θα σταματήσουν –
αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες.

Αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες
θα δείτε χίλια κορίτσια με τρυπημένα στήθη
ακάλυπτα, να σας φωνάζουν
«γιατί μας στείλατε έτσι νωρίς να κοιμηθούμε
σε τόσο χιόνι, αχτένιστες, κλαμμένες;» –
αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες

Αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες
θα ιδούν κατάπληκτα τα πλήθη
πως φάλαγγα πιο ανάλαφρη δεν πάτησε τη γη
πως λιτανεία πιο ιερή δεν έχει παρελάσει
ανάσταση πιο ένδοξη και ματωμένη –
αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες

Αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες
γαμήλιο άνθος η πανσέληνος θα υψωθεί να τις στολίσει
μέσα στα κούφια μάτια τους θα κλαίνε ορχήστρες
οι μπούκλες τους, οι επίδεσμοι θα κυματίζουν
ω τότε, πολλοί από τύψεις θα πεθάνουν –
αν βγω περίπατο με τις νεκρές μου φίλες.

Ρίτα Μπούμη-Παππά, Χίλια σκοτωμένα κορίτσια (1963)

 

***

 

5. Ο ΠΕΡΙΠΑΤΗΤΗΣ ΤΗΣ  ΠΑΡΑΛΙΑΣ

Βρίσκω εκκωφαντικά τα γεγονότα
τις διατυπώσεις πληκτικές
το όλον έργο περιττό και χρονοβόρο
Κι αν ίσως κάποτε συμπράττω
θύμα κι εγώ μοιραίων συσχετισμών
όμως κρατώ τις όποιες αποστάσεις
τεκμήρια της αθωότητός μου


Γι’ αυτό αποφεύγω τους
συνωστισμούς
και προτιμώ τις άδειες παραλίες
φίλος και μνήμων των κυμάτων πάντα
πιστός ακροατής
των οριζόντων


Γι’ αυτό αποφεύγω να
συνομιλώ
και με τον ίδιο ακόμη τον εαυτό μου
Θέλω ν’ ακούω ψιθύρους ουρανών
θέλω ν’ ακούω τριγμούς
πέραν των τάφων

Σβήστε λοιπόν αυτούς τους προβολείς
μη με διαλύετε στους
ορυμαγδούς σας
αφήστε ν’ αφουγκράζομαι γκρεμούς
αφήστε να θωπεύω
τους νεκρούς μου

Ορέστης Αλεξάκης, Ο ληξίαρχος (1989)

 

 

***

 

  1. ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ

 

Χάθηκε το φτερό στης άμαξας τη σκεπή

Κι εγώ τον κοίταξα στα μάτια.

Σφιγγόταν η καρδιά, δίχως να ξέρει καν

Της θλίψης τις αιτίες.

 

Το δείλι μ’ άπνοια και θλίψη ήταν δεμένο

Κάτω απ’ τον θόλο του συννεφιασμένου ουρανού

Και σα σκιά ζωγραφιστή

Στο άλμπουμ το παλιό, το δάσος της Βουλώνης.

 

Βενζίνης μυρωδιά και πασχαλιάς

Μια ταραγμένη ηρεμία …

Το γόνατο μου άγγιξε και πάλι

Δίχως το χέρι να σκιρτήσει καν.

Μάιος 1913

Άννα Αχμάτοβα  -Μετάφραση από τα Ρωσικά: Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης

 

***

 

  1. Ο ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ

μνήμη ρη Κωνσταντινίδη

Βάδιζα κατ μκος τς κτς
μι βαρι συννεφι σκέπαζε τν οραν
τ κύματα γκρίζα κι νατριχιαστικ
κύματα γκρίζα σκάζαν στν παραλία
μι δύναμη μ᾿ σπρωχνε ν κάνω στροφ
ν᾿ ρχίσω ν περπατάω πάνω στ κύματα
μαρες γάτες περπατοσαν πάνω στ γκρίζα
κύματα
κα ψυχή μου ταν νεκρή.

μως ξαφνικ νας λιος σκισε τ
σύννεφα.
θάλασσα γινε πάλι γαλάζια
ζωντάνεψε πάλι
ψυχή μου

κι ξακολούθησα τν περίπατό μου.

ΜΙΛΤΟΣ  ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

 

***

 

 

  1. Ο ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ

 

Κάτι επικίνδυνα κομμάτια
χάος
είν’ η ψυχή μου
που έκοψε με τα δόντια του
ο Θεός

άλλοι τα τριγυρίζουν πάνω σε σανίδια
τα δείχνουν
τα πουλάνε
τ’ αγοράζουν

εγώ δεν τα πουλώ

οι άνθρωποι
τα κοιτάζουν
με ρωτάνε
άλλοι γελάνε
άλλοι προσπερνάνε

εγώ δεν τα πουλώ

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ: ΠΟΗΜΑΤΑ – ΑΠΑΝΤΑ 1945-1998

 

Ludovico Einaudi- «Walk»

 

  1. ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ

 

Έχοντας ένα σκορπισμένο βλέμμα στο δρόμο που είν’ έρημος

ωχρός αγγίζει τον άχαρον αποσπερίτη –

μέσ’ στη φυλακή της θάλασσας η ποίηση του νερού.

Βρέθηκε σε τρόμους με δηλητήρια στα χέρια

η μοναξιά σα δαχτυλίδι ζει στο δέρμα του

κ’ η μοίρα είναι μαύρη ως τ’ αστέρια.

Κακότυχοι έλληνες με τρύπιο μεροκάματο

χρόνια και χρόνια ραγιάδες

γύρω κλαίνε μητέρες γύρω κλαίνε κορίτσια

ο ένας τραγουδά τη λησμονιά ο άλλος την αγάπη.

«Όσο βαριά είν’ τα σίδερα
είν’ η καρδιά μου σήμερα»…

 

 

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ, Η έλαφος των άστρων (1962)

 

 

***

 

10. ΠΕΡΠΑΤΩΝΤΑΣ


Φασματική Αθήνα σε χειμέριον όρθο
ποιος θα ζυγίσει το δικό μας πόνο
μέρες
νύχτες
ώρες βροχερές
όταν μας έκλεινε η σιωπή σαν παλαιά παράθυρα
δίχως τα δέντρα
δίχως της γυναίκας το φιλί
μέρες
νύχτες
ώρες βροχερές…

Να περιμένεις την πνοή π’ ανοίγει  τις οράσεις
ο ποιητής ανθίζει
δεν τρέχει πίσω απ’ τις λέξεις
έχει σαν το λουλούδι μια μοίρα
είν’ ο αθέλητος
έρχετ’ η βροχή νοτίζει το χώμα ο ήλιος
θα ‘ρθει κ’ η νύχτα θα ‘ρθει κ’ η μέρα
και πάντα το φως.

ΝΙΚΟΣ  ΚΑΡΟΥΖΟΣ, Η έλαφος των άστρων, 1962

 

***

 

11. TO ΑΠΟΛΥΤΟ ΣΕ ΔΙΟΓΚΩΣΗ

 

Περπάτησα σήμερα νιώθοντας κούρος

Είχα κάτι λέξεις τις απόδιωξα στα άχρηστα χωρίς ιστορία

Περπάτησα και χθες αλλά σήμερα είναι άλλο.

 

Κι ωστόσο αρχαιότερο περπάτημα –όχι-

ποτέ του δεν έζησα.

 

Τι γίνεται εδώ; Ποιος χειρίζεται ζόρικα

την οφθαλμαπάτη;
Στράφι τα ηρακλείτεια στράφι η επιστήμη.

Συντάσσω δοκίμιο;

Μα όμως αισθάνομαι το άδειο μου κεφάλι

χερόβολο από ηλιαχτίδες.

Ανάληψη της διάνοιας με κοχλαστό λιοπύρι.

 

ΝΙΚΟΣ  ΚΑΡΟΥΖΟΣ, ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ ΑΝΕΛΚΥΣΤΗΡΩΝ 1986

***

 

 12. ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΝΑ ΠΕΡΠΑΤΑΣ ΠΡΟΣ ΤΑ ΠΙΣΩ

 

Η μητέρα μου μας απαγόρευε να περπατάμε προς τα πίσω.

Έτσι περπατούν οι νεκροί, έλεγε. Από πού της κατέβηκε

μια τέτοια ιδέα; Ίσως από μια κακή μετάφραση.

 

Οι νεκροί εξάλλου δεν περπατούν προς τα πίσω, περπατούν πίσω μας.

Δεν έχουν πνευμόνια και δεν μπορούν να μας φωνάξουν

αλλά πολύ θα το ‘θελαν να γυρίσουμε να τους κοιτάξουμε.

Είναι θύματα του έρωτα, πολλοί απ’ αυτούς.

 

Anne Carson «λίγα λόγια», Μετ: Χάρης Βλαβιανός, Πατάκη

 

Πυξ Λαξ – Ένα παιδί περπατάει με τα χέρια

 

 

 13. ΕΠΕΙΤΑ ΑΠΟ ΕΝΑΝ ΠΕΡΙΠΑΤΟ

Μέχρι το λόφο ή την παραλία όταν βγαίνουμε
κι εμείς τα όμορφα βράδια
να περπατήσουμε,
την ένωσή μας βλέπω όλοι
να βρίσκουν πράγμα σωστό.
Σ’ εμάς που η ζωή τόσο αίμα στοιχίζει
και τόσες απρόσμενες χαρές μας δίνει,
τίποτα δεν υπάρχει στην όψη που να προσβάλει
τον απλό λαό – είμαστε για όλους δυο πολίτες
φιλήσυχοι, που σκέφτονται ένα καλό ποτήρι.
Μόνον στις καρδιές αντηχούν σαλπίσματα,
ξεδιπλώνονται στον άνεμο σημαίες.

Και τις γιορτές, όσο παράξενο
κι αν είναι, ψάχνοντας το ερημικότερο
προάστιο, ποιος θα μας έβλεπε σαν κάτι άλλο
από ένα ζευγάρι που γευματίζει στην ύπαιθρο;
Ένας σύζυγος που ήδη θρηνεί φανερά
τη λευτεριά του και μια ζηλότυπη γυναίκα –
δεν υπάρχει – λέω – κάτι
απ’ τους πολλούς που να μας διακρίνει φίλη μου,

εμάς που κουβαλάμε στην καρδιά
τα δυο αντίπαλα πεπρωμένα
της τέχνης και της αγάπης.

Umberto Saba, απόδοση: Σωτήρης Παστάκας

 

 

Βγάλε με απόψε βόλτα, Μαρία Δημητριάδη

 

14. ΒΟΛΤΑ

 

Αν θες να πας μια βόλτα

έξω από την κόλαση μπορείς είπα.

Δες αυτή τη λεωφόρο προς το Βορρά.

Το τυποποιημένο αυτό πάρκο στη λήθη.

Τα διάχρυσα φύλλα του έχουν αποφύγει

τη διάρκεια της εποχής. 

 

Το φως δύοντας έχει αποφύγει τη δύση.

Αν θα επιστρέψεις

μ’ ένα θραύσμα φωτός

θα είναι ό,τι χρειάζεται

για την έρημο των συνεπειών.

 

Τώρα που ό,τι και αν θα συμβεί

θα είναι μια στιγμή μετά τη ζωή μου.

Όπως κι εσύ θα έχεις διαφύγει

μετά τη δική σου φυγή.

Και αυτή θα είναι η κόλαση.

Και αυτή η πλήξη.

Νανά Ησαΐα, Συναίσθηση λήθης, 1982

 

 

 

 

15. ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ

 

Δεν θέλω να περάσω πάλι

Από τους ίδιους τραγικούς δρόμους

Ενός περίπατου που διάρκεσε πάρα πολύ

Κι ωστόσο περπατώ στον ίδιο κόσμο

Εδώ συνέβηκε ότι ήταν να συμβεί.

Το τέλος του συναισθήματος

Στο πάρκο με τα υπόλοιπα φύλλα.

 

Σε εποχές που δεν ήθελαν

Μα διαδεχθούν η μια την άλλη

Αν και επέστρεψαν τη φθορά

Η κυριότερη όρασή μου μαθαίνει τώρα

Την αόρατη έκβαση των νεκρών περιπετειών

Ερευνώ για έστω μια στιγμή πάθους

Και αδυνατώ να κάνω το ίδιο λάθος ακόμα μια φορά

 

Έχω δει πριν από τις σκέψεις κάθε μου εραστή.

Πριν από την όποια δική μου μορφή

Υλοποίηση μιας διαστροφής στο βάθος.

 

Νανά Ησαΐα

 

 

Ζιγκ Ζαγκ-Βόλτα με κλεμμένο αμάξι 1990

 

16. BOΛΤΑ

Τα δυο σκυλιά που ζουν στο διπλανό διαμέρισμα

ανελλιπώς κάθε μέρα

βγάζουνε βόλτα τη γειτόνισσά μου

για να κάνει την ανάγκη της: να πάρει ανάσα.

 

Εκείνη την ώρα οι πλανήτες ευθυγραμμίζονται

για περίπου δυο δευτερόλεπτα

κι ακούγεται από τα αυτιά της

το χορωδιακό των αγέννητων παιδιών της:

του ύπνου που δεν τα πήρε ποτέ,

του φιλιού που δεν τα άγγιξε ποτέ,

της ρώγας που δεν τα τάισε ποτέ.

Όταν τα δυο σκυλιά επιστρέφουν

η πόρτα κλείνει σαν να ’ναι κάθε φορά η τελευταία.

 

Όμως τα πεσμένα «ποτέ»,

σκόρπια στις γωνιές και στις κολώνες

δημιουργούν προβλήματα στους πεζούς ανθρώπους.

Προβλήματα που οι πεζοί με μια σκούπα

και μια χριστοπαναγία

λύνουν στο λεπτό.

Νικόλας Ευαντινός, Λιγωσάδικο, Μανδραγόρας 2016

 

Πες το με ποίηση (218ο): «ΠΟΙΗΣΗ»

1.«Η ποίηση πρέπει να ‘ναι
Ένα ζαχαρωμένο βότσαλο
Πάνω που θα ‘χεις γλυκαθεί
Να σπας τα δόντια σου.»

(Αργύρης Χιόνης)

 

 

 

  1. «Ποίηση ω Αγία μου – συγχώρεσέ με
    αλλ’ ανάγκη να μείνω ζωντανός
    να περάσω από την άλλην όχθη·
    οτιδήποτε θα ‘ναι προτιμότερο
    παρά η αργή δολοφονία μου από το παρελθόν.»

(Ο. Ελύτης)

 

 

  1. «Την πρώτη και την τελευταία λέξη/ την είπαν ο έρωτας και η επανάσταση./ Όλη μου τη σιωπή την είπε η ΠΟΙΗΣΗ».

(Γ. Ρίτσος)

 

 

  1. «..Ω Ποίηση εσύ, ελάχιστε,/ θνητέ σπόρε/ του αιώνιου χρόνου.»

(Τάσος Λειβαδίτης)

 

 

  1. «…κι η πιο μικρή ρωγμή γίνεται ένα τρυφερό, διψασμένο/ αιδοίο να σε δεχτεί/ για να γεννηθεί το μέλι κι ο έρωτας/ κι η ποίηση κι η αυριανή ευτυχία.»
    (Τάσος Λειβαδίτης)

 

 

 

  1.  Τάσος Λειβαδίτης, «Ποίηση»

«Μια ολόκληρη ζωή, ούτε μια μέρα δίχως ένα στίχο, ή,

τουλάχιστον

κάποια διάθεση ποιητική. Σαν τους ετοιμοθάνατους

που μιλάνε αδιάκοπα και δίνουν ευχές και παραγγελίες,

που κάνουν προφορικές διαθήκες και μοιράζουν ακόμα κι

ανύρπαχτες

κληρονομιές – ξέροντας πως μόλις σωπάσουν

θα ‘χουν πεθάνει.

(Τάσος Λειβαδίτης, Ποίηση, τ. 1, Κέδρος)

 

 

 

  1. ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ, «Η ΠΟΙΗΣΗ ΕΙΝΑΙ ΟΙΗΣΗ»

Το κορμί καταστέλλοντας αγγίζω τη ζωή την άδολη
που εξαλείφει
νωχέλεια ρομαντική και εγώ κάθε μέρα στα νυχτώματα
εφευρίσκω το πεπρωμένο μου
σε πιθανή βαρβάρωση με 180
ο χλοερού Αντίχριστου
ταχύπτερα νιώθοντας απαλή θεομηνία μεσ’ στις αρτηρίες μου/
σ’ ένα διάττοντα όπου μοιάζει να ´ναι η άμβλωση της φαινομε-
νικότητας
αυτό θα πεί φωτός ατίμωση για πάντα
/σαν πολλά δεν είν’ ως τώρα τα θηλυκά σου ουσιαστικά
βρε παρλαπίπα;/
συμπτώματα στη βελούδινη τρώγλη του κρίνου με άσπρο πολυ-
τέλειας
και με κίτρινο σε ουράνια στύση
οιακίζοντας όλεθρο προς τα ημερήσια ύψη γαλακτώδη
η αποθάρρυνση δεν υπάρχει στην πεταλούδα κι αν ακόμη
την καρφιτσώνεις
μα όμως το δικό μου Πραγματικό δεν είναι μηχάνημα φυτρώνει
στα στήθια
ο θείος οργασμός των ορθρινών προηγιασμένων εξανθήματα
ωραιότητας
παφλάζοντας εβραϊσμό το ολιγάριθμο εκκλησίασμα
τέμπλα μαρμαρόγλυπτα κι αμαυρωμένα η ραγδαία ενοχή
στα γονατίσματα
ο στιλπνότερος θάνατος του εμπορεύματος οπού εγκλωβίζει
σπανιόψυχους
ανθέμια ρινίσματα η αποσάθρωση κι ο δοκιμαστικός σωλήνας
του έαρος
στην κουπαστή του Τέλλεμαν ακαθόριστο νοοτρόπιο/δε
λαθεύω/
ξιπόλητα τα μάγουλα της Μάρθας/τη λάτρευα δυσοίωνη κι
ολομόναχη
στην οχλαγωγία/
θωρακισμένος με εκπληχτική παράνοια διαρκείας είκοσι
λεπτών επιτέλους
ο νομέας του forte
Δε σε θέλω αυτόχειρα γιατί έτσι θα επιβράβευες ακούσια
το αίσχος της οντότητας
παρόρμηση σαράκι και μυκτηρισμός τα ανακλαστικά τής
ματαιοδοξίας
ενστερνίζομαι απολαύσεις απ’ την ειρημένη Μάρθα που
με συντρίβουν ευχάριστα
ο επικήδειος θα ‘ναι τώρα για την όσφρηση κι ο θάνατός μου
σηπόμενος ουραγός
εποποιία.

(Ν. Καρούζος, Τα ποιήματα, Β’, Ίκαρος)

 

 

 

  1. Νίκου Καρούζου, «Η ποίηση»

 

Κάτι παράξενο συμβαίνει στο δωμάτιό μου,

σαν πέσει η νύχτα.

Ένα πουλί ολάξαφνο,

με φτερουγίσματα που μαχαιρώνουν τον αέρα,

εισορμά κι ύστερα πάλι ησυχία επικρατεί.

Ποτέ μου δεν ετόλμησα το φως ν’ ανοίξω

και πάντα λέω τι νά’ ναι το αλάξαφνο πουλί,

τι πτέρωμα να έχει,

πώς άραγε να συγκινεί η μορφή του.

Πάντως, όταν ξυπνώ μες της αυγής το σκούντημα

δεν είμαι παρά μόνος στο δωμάτιο,

σωματικά στερεωμένος από τον ύπνο,

πιο γνώριμος του θανάτου από χτες,

ενώ η ψυχή προσμένει

το καινούργιο μήνυμα του ήλιου,

όπως πάντα.

Όμως, τι νά’ ναι το πουλί,

που ξαφνικά,

σαν ερχομός πνοής μέσα στο πνεύμα,

σφάζει την ησυχία του δωματίου μου

και το αισθάνομαι κοντά μου;

Ποτέ νομίζω δε θα μάθω-

κι ίσως, να είναι το πουλί αυτό, όλο το μυστικό εδώ πέρα.

(Ν. Καρούζος, Τα ποιήματα, Α», Ίκαρος)

 

 

 

  1. Άρης Δικταίος, Η ΠΟΙΗΣΗ

 

Μα εσύ, Ποίηση,
που έντυνες μια φορά τη γυμνή μέθη μας,
όταν κρυώναμε και δεν είχαμε ρούχο να ντυθούμε,
όταν ονειρευόμαστε, γιατί δεν υπήρχε άλλη ζωή να ζήσουμε,
δε θα υπάρξουν πια σύννεφα για να ταξιδέψουμε τη ρέμβη μας;
δε θα υπάρξουν πια σώματα για να ταξιδέψουμε τον έρωτά μας;
Μα εσύ, Ποίηση,
που δε μπορείς να κλειστείς μέσα σε σχήματα,
μα εσύ, Ποίηση,
που δε μπορούμε να σ’ αγγίξουμε με το λόγο,
εσύ,
το στερνό ίχνος της παρουσίας του Θεού ανάμεσά μας,
σώσε την τελευταία ώρα τούτη του ανθρώπου,
την πιο στυγνή και την πιο απεγνωσμένη,
που ο Θάνατος,
που η Μοναξιά,
που η Σιωπή,
τον καρτερούν σε μια στιγμή μελλούμενη.

                                                    (ΣΙΩΠΗ, 1946)

 

 

 

  1. Άρης Δικταίος, «Η ΠΟΙΗΣΗ»

Αρχιτέκτων, ο νους. Ύλη, το χάος κι ο κυκεώνας: Ήχοι
και συλλαβές, σαν κραυγές φόβου αιφνίδιου· εικόνες
ιερόσυλα αρπαγμένες μέσα από τελετουργικό σκοτάδι· λέξεις
που αναδύονται, αντικειμένων φαντάσματα, απ’ τον κόσμο
της έγκυας πλην επίβουλης σιωπής. Τεχνουργημένος
με φαντασία και λογισμόν, ιδού ο Άλλος,
ο ανομολόγητος της ποιήσεως κόσμος. Κόσμος
της αμαρτίας μας και της λύτρωσής μας, – που τον τρέφει,
συγκομιδή θαυμαστή των αισθημάτων μας, ο πόνος.

 (Άρης Δικταίος, Τα Ποιήματα (1934-1965), Εκδόσεις «Δωδώνη»)

 

 

  1. Νικηφόρος Βρεττάκος, «Αν δε μου ’δινες την ποίηση Κύριε»

 

Αν δε μου ‘δίνες την ποίηση, Κύριε,
δε θα ‘χα τίποτα για να ζήσω
αυτά τα χωράφια δε θα ‘ταν δικά μου.
Ενώ τώρα ευτύχησα να ‘χω μηλιές,
να πετάξουνε κλώνους οι πέτρες μου,
να γιομίσουνε οι φούχτες μου ήλιο,
η έρημος μου λαό,
τα περιβόλια μου αηδόνια.
Λοιπόν πώς σου φαίνονται; Είδες
τα στάχυα μου, Κύριε; Είδες τ’ αμπέλια μου;
είδες τι όμορφα που πέφτει το φως
στις γαλήνιες κοιλάδες μου;
Κι έχω ακόμη καιρό!
Δεν ξεχέρσωσα όλο το χώρο μου, Κύριε.
Μ’ ανασκάφτει ο πόνος μου κι ο κλήρος μου μεγαλώνει.
Ασωτεύω το γέλιο μου σαν ψωμί που μοιράζεται
Ωστόσο
Δεν ξοδεύω τον ήλιο σου άδικα.
Δεν πετώ ούτε ψίχουλο απ’ ό,τι μου δίνεις
γιατί σκέφτομαι την ερμιά και τις κατεβασιές του χειμώνα.
Γιατί θα ‘ρθει το βράδυ μου. Γιατί φτάνει όπου να ‘ναι
το βράδυ μου, Κύριε, και πρέπει
να ‘χω κάμει πριν φύγω την καλύβα μου εκκλησιά
για τους τσοπάνηδες της αγάπης.

(Ο χρόνος και το ποτάμι, 1957)

 

 

 

 

  1. Χουάν Ραμόν Χιμένεθ, «Ποίηση»

Κάποτε νιώθω
καθώς το ρόδο
που θά ’μαι μια μέρα, καθώς το φτερό
που θά ‘μαι μια μέρα.
Και με τυλίγει ένα άρωμα, ξένο και δικό μου,
δικό μου κι ενός ρόδου·
και με περισυλλέγει μια περιπλάνηση ξένη και δική μου
δική μου κι ενός πουλιού.
Τραγούδα, τραγούδα φωνή μου!
γιατί όσο υπάρχει ένα πράγμα
που δεν το είπες εσύ
δεν είπες τίποτα!

Ποίηση· δροσιά
της κάθε αυγής, κόρη
της κάθε νύχτας, ολόδροση, αγνή
αλήθεια των τελευταίων άστρων
πάνω στην τρυφερή αλήθεια των πρώτων λουλουδιών!
δροσιά, ποίηση·
πρωινή πτώση τ’ ουρανού πάνω στον κόσμο
Αυτή ’ναι η ζωή μου, εκείνη προς τα πάνω,
εκείνη της καθάριας αύρας,
του τελευταίου πουλιού,
των χρυσών κορυφών του σκοταδιού!
αυτή ’ναι η λευτεριά μου, να μυρίζω το ρόδο
να κόβω το ψυχρό νερό με το τρελό μου χέρι,
ν’ απογυμνώνω το δρυμό,
να παίρνω απ’ τον ήλιο το αιώνιο φως του!

Μετάφραση Τάκης Βαρβιτσιώτης

(Ξένη ποίηση του 20ου αιώνα, Ελληνικά γράμματα)

 

 

 

  1. Βλαντιμίρ ΜΑΓΙΑΚΟΒΣΚΙ, Συνομιλία με ένα φοροεισπράκτορα περί ποιήσεως 

 

Αρχίζεις να σπρώχνεις μια λέξη στο στίχο

Κ’ η λέξη δε μπαίνει./ Επιμένεις και σπάει.

 

Η ποίηση- είναι ένα ταξίδι/ σ’ άγνωστη χώρα.

Η ποίηση είναι ταυτόσημη/ με την παραγωγή ραδίου.

Για μια και μόνο λέξη/ λιώνεις χιλιάδες τόνους

                 Γλωσσικό μετάλλευμα

 

Όσο πάει αγαπώ λιγότερο/όσο πάει λιγότερο τολμώ

η πιο φυσική απόσβεση

είναι, η απόσβεση του νου και της καρδιάς.

 

Όταν ο ήλιος θα ανατείλει/σαν καλοθρεμμένος κάπρος

Σ’ ένα μέλλον δίχως αναπήρους και ζητιάνους

εγώ θα έχω πεθάνει στην ψάθα

μαζί με άλλους δυο τρεις του συναφιού μου.

Συντάξτε από τώρα/τον μεταθανάτιο ισολογισμό μου!

Το βεβαιώνω και ξέρω πως δεν πέφτω έξω:

απ’ όλους αυτούς/ τους σημερινούς καταφερτζήδες

αυτούς που γλείφουνε πλένε στα λεφτά

μονάχα εγώ θα μείνω βουτηγμένος μες στα χρέη.

 

Ο ποιητής/ μένει πάντοτε χρεώστης

απέναντι στον κόσμο.

Πληρώνει πάντα τόκους και υπερημερίες

για τον πόνο των ανθρώπων.

Μένω χρεώστης

απέναντι στη φωτοχυσία του Μπρόντγουέυ

απέναντι σε σας, σύννεφα της Βαγδάτης

απέναντι στον κόκκινο στρατό, στις βυσσινιές της Ιαπωνίας

που δεν πρόφτασα ως τώρα να τις τραγουδήσω.

 

            Μετάφραση: Άρης Αλεξάνδρου

 (Ξένη ποίηση του 20ου αιώνα, Ελληνικά γράμματα)

 

 

 

  1. Γιώργης ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ, «Τα Αντικλείδια»

 Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.
Πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουν
τίποτα και προσπερνούνε. ‘Ομως μερικοί
κάτι βλέπουν, το μάτι τους αρπάζει κάτι
και μαγεμένοι πηγαίνουνε να μπουν.
Η πόρτα τότε κλείνει. Χτυπάνε μα κανείς
δεν τους ανοίγει. Ψάχνουνε για το κλειδί.
Κανείς δεν ξέρει ποιος το έχει. Ακόμη
και τη ζωή τους κάποτε χαλάνε μάταια
γυρεύοντας το μυστικό να την ανοίξουν.
Φτιάχνουν αντικλείδια. Προσπαθούν.
Η πόρτα δεν ανοίγει πια. Δεν άνοιξε ποτέ
για όσους μπόρεσαν να ιδούν στο βάθος.
‘Ισως τα ποιήματα που γράφτηκαν
από τότε που υπάρχει ο κόσμος
είναι μια ατέλειωτη αρμαθιά αντικλείδια
για ν’ ανοίξουμε την πόρτα της Ποίησης.

                     Μα η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.

(Από τη συλλογή «Τα αντικλείδια», εκδ. Στιγμή)

 

 

 

 

  1. Θωμάς ΓΚΟΡΠΑΣ, «Ποίηση»

 

 Ποίηση/ ανάμνηση από φίλντισι

Περίπατος τα ξημερώματα

Άναμμα τσιγάρου κατά λάθος από φεγγάρι

Χαρταετός που ξέφυγε απ’ τα χέρια παιδιού

Κλάμα παιδιού στη μέση πανηγυριού

Φιλία ανάμεσα σε δυο προδοσίες

Κλωνάρι που ταξιδεύει

Δασκάλα μόνη μελαγχολική στο διάλειμμα

Ένα βιολί που παίζει μοναχό του

Αριθμός 7/της καρδιάς τα μέσα φυλλώματα

Χαλκός χαλκωματένια- όλα τα παλιά γυαλίζω

Χρυσάφι για όλους ή για κανένα

Πόλη που κυριεύτηκε άδεια μετά μακρά πολιορκία

Παλιές φωτογραφίες και μακρυμπάνι της μνήμης

Πεταλούδα που γλυτώνει απ’ τη φωτιά

Φωτιά που γλυτώνει απ’ τα νερά

Χαρά που γλυτώνει απ’ τα γεράματα

Βιολέτες σ’ άσπρο λαιμό

Άσπρο άλογο που τρέχει σε μαύρο ουρανό

Μαύρος ήλιος καλοκαιρινός

Άσπρος ήλιος χειμωνιάτικος

Λεμόνι κάρβουνο γλυκό του κουταλιού

Νύχτα στρωμένη τσιγάρα

λέξεις…

(Θ. Γκόρπας, Ποιήματα, εκδ. Κέδρος)

 

 

 

 

  1. Θωμάς ΓΚΟΡΠΑΣ, «Για την ποίηση πάλι»

 

 Δημοτικό τραγούδι

Χριστόπουλος ήχος μπουζουκιού

Κάλβος ήχος πλατάνων

Σολωμός ήχος γιασεμιών

Παλαμάς ήχος τίποτε

Μαλακάσης ήχος πόλεως σαν παίρνει να βραδιάζει

Καβάφης ήχος πόλεως προχωρημένο βράδυ

Βάρναλης ήχος του μέλλοντος από παλιές καμπάνες

Φιλύρας ήχος προπολεμικής ταβέρνας

Σικελιανός ήχος ματισμένος από αρχαίες

πομπές και σύγχρονα φαγοπότια

Καρυωτάκης ήχος πόλεως που κοιμάται

Σεφέρης ήχος του παλαμικού τίποτε

Εμπειρίκος ήχος που συνεχίζεται μες στα ποιήματά μας

Λαϊκό τραγούδι

 

 (Θωμάς Γκόρπας, Τα ποιήματα, εκδ. Κέδρος)

 

 

 

 

  1. Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, « Η ποίηση δεν μας αλλάζει»

 

Η ποίηση δεν μας αλλάζει τη ζωή

το ίδιο σφίξιμο, ο κόμπος της βροχής

η καταχνιά της πόλης σα βραδιάζει

 

Δε σταματά τη σήψη που προχώρησε

δε θεραπεύει τα παλιά μας λάθη

 

Η ποίηση καθυστερεί τη μεταμόρφωση

κάνει πιο δύσκολη την καθημερινή μας πράξη

 

(Από τη συλλογή «Δύσκολος θάνατος», εκδ. Εγνατία, 1978)

 

 

 

  1. Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου, «Ars Poetica»

 

Το ποίημα θέλω να είναι νύχτα, περιπλάνηση
σε ξεμοναχιασμένους δρόμους και σε αρτηρίες
όπου η ζωή χορεύει. Θέλω να είναι
αγώνας, όχι μια μουσική που λύνεται
μα πάθος για την μέσα έκφραση μιας ασυναρτησίας
μιας αταξίας που θα γίνει παρανάλωμα
αν δεν τα παίξουμε όλα για όλα.
Όταν οι άλλοι, αδιάφοροι, με σιγουριά
ξοδεύονται άσκοπα ή ετοιμάζονται το βράδυ
να πεθάνουν, όλη τη νύχτα ψάχνω για ψηφίδες
αδιάφθορες μες στον μονόλογο τον καθημερινό
κι ας είναι οι πιο φθαρμένες. Να φεγγρίζουν
μες στο πυκνό σκοτάδι τους σαν τ’ αχαμνά ζωύφια
τυχαίες, σκοτωμένες απ’ το νόημα
με αίσθημα ποτισμένες.

(Ο δύσκολος θάνατος, 1978)

 

 

 

  1. Μιχάλης Γκανάς, «Περί ποιήσεως»

 

Κι εσύ που ξέρεις από ποίηση

κι εγώ που δεν διαβάζω

κινδυνεύουμε.

Εσύ να χάσεις τα ποιήματα

κι εγώ τις αφορμές τους.

 

(«Μιχάλης Γκανάς, Ποιήματα 1978-2012», εκδ. Μελάνι)

 

 

 

  1. Ν. Εγγονόπουλος, «Ποίηση 1948»

 

Τούτη η εποχή/ του εμφυλίου σπαραγμού

δεν είναι εποχή/ για ποίηση/ κι άλλα παρόμοια:

σαν πάει κάτι/ να γραφεί/ είναι ως αν

να γράφονταν/ από την άλλη μεριά

αγγελτηρίων θανάτου/ γι αυτό και

τα ποιήματά μου/ είναι τόσο πικραμένα

(και πότε- άλλωστε- δεν ήσαν;)

κι είναι/- προ πάντων- και τόσο λίγα.

 

(Ν. Εγγονόπουλος, Ποιήματα, τ. Β’, εκδ. Ίκαρος)

 

 

 

 

 

Πες το με ποίηση (217ο): «ΦΥΣΗ –ΦΥΤΑ»

Ο ΕΦΙΑΛΤΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΣΕΦΟΝΗΣ, Μαρία Φαραντούρη

 

 

  1. Η ΦΥΣΗ ΕΧΕΙ ΤΗΝ ΠΙΟ ΩΡΑΙΑ ΜΝΗΜΗ

 

Η φύση έχει μια μνήμη με σύννεφα μπλάβα

με κίτρινες προεκτάσεις του φεγγαριού

στις λίγες αναμνήσεις που μου μένουν

όταν υμνούσα το Σεπτέμβρη

κι απ’ τα νερά τα γκρίζα, τα μαλαματένια του

είχα δει ν’ αναδύονται τα πιο ωραία

σώματα της αγάπης μου.

 

Ήταν α υ τ ή η ψύχρα

α υ τ ή η θολή καθαρότητα

κι ένα γλυκό φωτοστέφανο

τριγύριζε τα πρωινά ψάρια

στον μαρμάρινο μπάγκο.

 

Ο αέρας ύφασμα

με τέλεια εφαρμογή

η μυρωδιά του γιασεμιού

λες κι ήταν προσωπικό μου χάρισμα

λες και με αφορούσε κι εμένα

η ωραιότητα.

 

Η αγάπη έχει αξία συλλογική

τα τόσα πρόσωπα είναι ένα

μες στο γαλάζιο

κι η συμβολή τους συμβολική

στης εποχής το γύρισμα

στον τρύγο

στο πλύσιμο των βαρελιών

δίπλα στη θάλασσα

στα μαύρα σακιά με κοπριά

ακουμπισμένα στην πόρτα μου

σαν κακοί οιωνοί.

 

Η φύση έχει την πιο ωραία μνήμη

φοράει το ίδιο φως

σε κάθε επέτειο

κρατάει το ίδιο κλαρί

με τα λαχανιασμένα φύλλα

στην εκθαμβωτική πτώση τους.

 

Γιατί εγώ άσχημα θυμούμαι

Βλέπω μόνο σταγόνες πίκρας

στα χείλη μου που τα ΄σχιζε

η χαρά

και σημάδια αλλοίωσης στα μέλη

τα κρυφά

ανθεστήρια θανάτου

 

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ  

 

***

 

  1. Η ΜΟΝΟΣΗΜΑΝΤΗ ΦΥΣΗ

H φύση με ρομαντική μονοτονία
σχεδιάζει την άνοιξη της ζωής μας
αντιγράφοντας τα δικά της εφηβικά όνειρα.
Λουλούδια, λουλούδια με λίγες διαφορές
στο χρώμα, τη στιγμή άνθισης
που με την κίνησή τους σημαίνουν
την ευγενική καταγωγή κάποιου κήπου
ή την αγριάδα της βλάστησης.
Αέρηδες ταξιδεύουν
μαλλιά ανεμίζουνε
στήθη ξανοίγονται στον ήλιο
κι αμέσως στεγνώνουν τα χνάρια απ’ τα φιλιά.
Άνοιξη, τόσο κοντά στην αρχή
πράσινο, μέλισσες
νεανική πάντα του σύμπαντος η φωνή.
Αλλ’ όμως τι μονοτονία, τι πλήξη
όλο αυτό το ακατάσχετο φως της ζωής
που να κόβεται ποτέ σου δεν θα δεις
κι όσο επαναλαμβάνεται
τόσο το ευγνωμονείς.

                              ***
Ενώ η δύση
έχει τόση ποικιλία!
Κάθε ψυχή αλλιώς τη φαντάζεται
κι αλλιώς αυτή θαρθεί
σ’ άλλη ώρα, αλλιώτικα ντυμένη
κάτι μυστηριακό να εκπέμπει ίσως.
Σε ξεγελούν τα πορφυρά σύννεφα
κι όταν αυτά υποκύψουν
στον μαύρο εαυτό τους
νομίζεις πως εσύ όλα τα φαντάστηκες
πως εσύ ποιητικά συνέλαβες
μια άλλη ουτοπία.
Στην ουσία το τέλος είναι αυτό
που δεν γνωρίζει τη μονοτονία
της ύπαρξης
δεν γνωρίζει την επανάληψη
του εγώ.

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ

 

***

 

  1. Η ΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ

 

Οι πεταλούδες να δεις

θα ξέρουν από μοναξιά

και ζουν μια μέρα μόνο.

 

ΜΑΡΙΑ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗ, Γενναιολογικό δέντρο

 

 

ΦΥΣΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ – ΕΛΕΝΗ ΒΙΤΑΛΗ

 

  1. ΜΙΚΡΗ ΦΥΣΙΚΗ  ΙΣΤΟΡΙΑ

Θ’

Τι γίνονται άραγε οι αέρινες γαζέλες σαν γερνάνε;
Τι γίνονται άραγε αυτές οι αφρικανές νεράιδες;
Μπορώ να φανταστώ τα λιοντάρια, βαριά και
τσιμπλιάρικα, να λιώνουν μέσα στις σπηλιές, με
νεφρά τσακισμένα απ’ το βάρος του χρόνου …


Μπορώ και τις τίγρεις ακόμα να δω, με δόντια σαθρά,
μάτια θολά, ξεχειλωμένα νεύρα, να σέρνονται ως το
τέλος τους σα μαδημένες γάτες … Οι γαζέλες όμως ..


Φθείρονται άραγε κι αυτές, αργά αργά, και σβήνουν
ως να χωρέσουν ολόκληρες και να χαθούν μες στα
τεράστια μάτια τους ή μήπως, μόλις νιώσουνε να τις
εγκαταλείπει το πνεύμα που τις κίναγε, τελειώνουν
μ’ ένα πήδημα, το πιο ανάερο πήδημα το πιο θεαματικό,
μες στα σαγόνια ουρανού και γης;

Αργύρης Χιόνης, Σαν τον τυφλό μπροστά στον καθρέφτη, 1986

 

***

 

  1. ΝΗΠΙΑΓΩΓΕΊΟ Η ΦΥΣΗ

                                                                Στον Νικόλα

 

Να τρώτε φύλλα της μουριάς, αν θέλετε

Η μύξα σας να γίνει από μετάξι.

Και προπαντός να ’στε σκουλήκια. Που έρποντας –

Και τα λοιπά και τα λοιπά.

 

Τι ανήθικη τι ευτελής που γίνεται

Συχνά η φύση! Ορίστε μας (ανω τελεία)

Πώς ν’ αμολήσεις νήπιο στους αγρούς,

Να το διδάξουν ποιοι;

 

Γλειψιματίες κισσοί φτηνιάρες πεταλούδες

(Ρουφούν στα χείλια τους ανθούς που χάνονται

Δέντρα που εκεί που σου κουνούν τα φύλλα, αιφνίδια

Κόβουνε ύπνους νηνεμίας, τα αγενέστατα.

 

Και να ’ταν μόνο δέντρα; Ομοταξίες ολόκληρες

Του ζωικού

Το ’χουνε ρίξει στα σκληρά και αποχαυνώνονται

Με χειμερία. (Προσέξατε (άνω τελεία)

Δε μνημονεύω εδώ ούτε τη βία ούτε το σεξ

Που, αντί για ωραίες προσευχές, ακούγονται

Κάθε λογής ξεσκίσματα στην αίθουσα

Και ολολυγμοί).

 

Δεν είναι αυτό σχολείο για μικρά παιδιά. Να κλείσει.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ ΦΩΣΤΙΕΡΗΣ  (Η ΣΚΕΨΗ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟ ΠΕΝΘΟΣ, 1996)

 

***

 

  1. ΜΟΝΟ Η ΦΥΣΗ

 

Ποιος έξυπνος θα πέταγε μια μπαταρία γεμάτη;

 Μόνο η φύση, αιφνίδια,

Τραβάει το φις του φορτιστή εκτοξεύοντας

Μηχάνημα καλώδια μπαταρίες

Στον κάλαθο –

Με των πλουσίων την άξεστη

Μυθώδη

Ξιπασιά.

ΑΝΤΩΝΗΣ ΦΩΣΤΙΕΡΗΣ (ΠΟΛΥΤΙΜΗ ΛΗΘΗ, 2003)

 

***

  1. [726]

Η Φύση κάνει να διψούμε,
ώστε, πεθαίνοντας μετά,
λίγο νερό εκλιπαρούμε
σε δάχτυλα περαστικά.

Δηλοί την πιο λεπτή για μας
ανάγκη που εν αφθονία
πληροί το μέγα προς δυσμάς
το Ύδωρ, η Αθανασία.

ΕΜΙΛΙ  ΝΤΙΚΙΝΣΟΝ «Το Μέγα Ύδωρ», μετάφραση-πρόλογος Διονύσης Καψάλης, εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2004

***

 

  1. {668}

«Φύση» είναι αυτό που βλέπουμε-
Το Απόγευμα-ο Λόφος-
Ο Σκίουρος-η Έκλειψη-ο Ζούζουνας-
Κι ακόμα-Φύση είναι οι Ουρανοί-
Φύση είναι αυτό που ακούμε-
Ο Κότσυφας-η Θάλασσα-
Είναι η Βροντή-ο Γρύλλος-
Κι ακόμα-Φύση Αρμονία είναι-
Φύση είναι αυτό που ξέρουμε-
Την τέχνη όμως δεν έχουμε για να το πούμε-
Τόσο αδύναμη η Σοφία Μας
Μπρος στην Απλότητά της.
(1863)

Emily Dickinson, Το ανεξάντλητα Σημαίνον. 91 Ποιήματα, Επιλογή-Μετάφραση-Πρόλογος Έλλη Συνοδινού, εκδόσεις Ιδεόγραμμα, Αθήνα 2006, σ. 96

 

 

Ν’ Αγαπάς τα βουνά – Παντελής Θαλασσινός

 

 

  1. Ο ΕΧΘΡΟΣ ΤΗΣ  ΦΥΣΗΣ

Τα ονόματα των δέντρων,

τα ονόματα των χόρτων,

δε μου είναι και πολύ γνώριμα·

ούτε τα ονόματα των εντόμων και των πουλιών — τα ξέχασα όλα.

Μ’ αδύνατη μνήμη και τη βοήθεια λίγων γνώσεων,

κοιτάζω τα φυτά στο χωράφι, δείχνω τις σοδειές,

φωνάζω τα πουλιά… Η φύση δεν απαντά.

 

Πολύν καιρό πέρασα χωρίς όλα αυτά.

Και σήμερα το πρωί είδα απ’ τη σκαμμένη γη

να σηκώνεται ξαφνικά στον ουρανό κάτι σαν κορυδαλλός

(κορυδαλλό δεν το λένε;)

Δεν υπάρχει δέντρο, χόρτο, πουλί, έντομο, ούτε τίποτ’ άλλο πια.

 

Έχω γεμίσει τα κενά της μνήμης

με Μόρι, Νογκούτσι, Αγιουκάβα και με άλλα τέτοια ονόματα ποιητών.

 

Ονό Τοσαμπούρο [μετάφραση Ηλίας Κυζηράκος]

 

***

 

10.ΑΓΡΙΑ  ΦΥΤΑ  ΣΤΗΝ ΕΡΗΜΟ  ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

 

παράξενα πλάσματα

αμετανόητα

να γράφουν με σπασμένα δάχτυλα

να τραγουδούν με κομμένο λαιμό

 

παράξενα πλάσματα

ασυμβίβαστα

ταχυδρομικά περιστέρια

σε χώρα κυνηγών

μικρά θερμαντικά σώματα

στην επικράτεια των πάγων

 

μαντατοφόροι μιας αθωότητας

που αιώνες τώρα

αναπέμπει νότες μουσικής

σ’ ένα χαμένο ουρανό

 

μικρά δακρυσμένα αδέρφια

άγρια φυτά στην έρημο του κόσμου

 

 

Τόλης Νικηφόρου, Φλόγα απ’ τη στάχτη, 2017

 

 

ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΟΛΥΧΡΟΝΑΚΗΣ – ΥΜΝΟΣ ΣΤΗ ΦΥΣΗ

 

11.ΝΕΑ ΕΙΣΟΔΟΣ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΦΥΣΗ

 

Χωρίς να ξέρω πια τίποτα για λαοθάλασσες
κι άλλες τέτοιες ιστορίες.
Βραδινά νερά νυφική συμπλήρωση
στα μετάξια του μεγάλου μετανάστη του αγέρα
καθώς το σύννεφο μονάζει στη λιγόλεπτη ζωή του
για να στρέφονται τ’ άνθη προς τον ήλιο
χωρίς αντάμειψη και συνέχεια.


Να μη σε κοροϊδέψει τ’ αδιάκοπο ταξίδι του αγέρα.
Τα δάκρυα σκορπίζουν ομορφιά – το ξέρουμε –
μα φέρνουν όμως και μύξα στους ανθρώπους.

 ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ

 

 

12.ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΑΚΑΘΙΣΤΗ ΦΥΣΗ

 

Να την η θάλασσα με θρήνους γοερούς και πάλι

σωριάζεται πάνω σε βατραχόμορφους βράχους –

τι παράξενο! –

σέρνοντας δώθε-κείθε τα πλούσια μαλλιά της όπως η ξέφρενη

κι ατέρμονη κείνη γυναίκα που πέφτει στα πόδια

του τόσο φευγαλέου της έρωτα.

 ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ

Πες το με ποίηση (216ο): «Σταυρός – Τάφος & Επιτάφιος»

      

                                 Α’: ΣΤΑΥΡΟΣ

 

1.“Απρίλης: Άνοιξη! Δυο σταγόνες θάλασσα τα μάτια σου.

Μια καρδερίνα ανεβοκατεβαίνει σ’ έναν ξύλινο ΣΤΑΥΡΟ.”

(Γιάννης Ρίτσος)

 

 

 

  1. “Το άφθαρτο ξύλο: Ο σταυρός είναι δυο επιθυμίες.

Η μια επιθυμία που ερωτεύτηκε τα ουράνια

σμίγει και σταυρώνεται με την επιθυμία/ καθώς διασχίζει τη γη.

Κι ο Χριστός στο έαρ σταυρωμένος.”

(Ν. Καρούζος, Ποιήματα Α’)

 

 

 

  1. «Θεριὰ οἱ ἀνθρώποι, δὲ μποροῦν τὸ φῶς νὰ τὸ σηκώσουν!
    Δὲν εἶν᾿ ἀλήθεια πιὸ χρυσὴ σὰν τὴν ἀλήθεια τῆς σιωπῆς.
    Χίλιες φορὲς νὰ γεννηθεῖς, τόσες θὰ σὲ σταυρώσουν!»
    (Κ. Βάρναλης)

 

 

 

  1. Κωστής Παλαμάς, “Το Τραγούδι του Σταυρού”

Κ’ έγυρ’ Εκείνος το άχραντο κεφάλι και ξεψύχησε
στο μαύρο το κορμί μου απάνου·
άστρα γινήκαν τα καρφιά του μαρτυρίου του, άστραψα
κι από τα χιόνια πιο λευκός τα αιώνια του Λιβάνου.

 

Οι καταφρονεμένοι μ’ αγκαλιάσανε
και σα βουνά και σα Θαβώρ υψώθηκαν εμπρός μου·
οι δυνατοί του κόσμου με κατάτρεξαν
γονάτισα στον ήσκιο μου τους δυνατούς του κόσμου.

 

Τον κόσμο αν εμαρμάρωσα, τον κόσμο τον ανάστησα,
στά πόδια μου άγγελοι οι Καιροί, γύρω μου σκλάβες οι Ώρες.
Δείχνω μια μυστική Χαναάν στα γαλανά υπερκόσμια·
μα εδώ πατρίδες πάναγνες είσαστ’ εσείς, τρεις Χώρες!

 

Ω πρώτη εσύ, Ιερουσαλήμ! του βασιλιά προφήτη σου
μικρή είν’ η άρπα για να ειπή τη νέα μεγαλωσύνη.
Του Σολομώντα σου ο ναός μ’ αντίκρυσε, και ράγισε·
καινούργια δόξα ντύθηκαν της Ιουδαίας οι κρίνοι.

 

Κ’ ύστερα υψώθηκα σ’ εσένα, ω Πόλη, εφτάλοφο όραμα,
κ’ έγινα φως των ουρανών, το θάμα του Ιορδάνη,
τους Κωνσταντίνους φώτισα και τους Ηράκλειους δόξασα,
και τρικυμίες δεν έσβησαν εμέ, μηδέ Σουλτάνοι.

 

Και ύστερα, ταξιδευτής, ήρθα σ’ εσένα, ασύγκριτη,
Αθήνα, των ωραίων πηγή, των εθνικών κορώνα,
τον άγνωστο έφερα Θεό, και, απόκοτος, αψήφησα
την πολεμόχαρη Παλλάδα μεσ’ τον Παρθενώνα.

 

Και γνώρισα τους ιλαρούς θεούς και στεφανώθηκα
την αγριλιά της Αττικής, τη δάφνη απ’ την Ελλάδα,
και ω λόγος πρωταγροίκητος! του Γολγοθά το σύγνεφο
πήρε την άσπρη ομηρική του Ολύμπου λαμπεράδα.

 

Τα είδωλα τ’ αφρόντιστα και τα πασίχαρα έφυγαν,
αλλ’ ούτε πια μεθάει τη γη το ασκητικό μεθύσι,
ας λάμπη η μυστική χαρά στα γαλανά υπερκόσμια·
ειν’ εδώ κάπου μια ζωή, και είν’ άξια για να ζήσει.

 

Με τα κλαδιά της φοινικιάς νέα ωσαννά λαχτάρισα
σ’ εσένα, ω Γη Πανάγια και ω πρώτη μου πατρίδα.
Σ’ εσέ γυρνώ, Ιερουσαλήμ, κ’ ένα τραγούδι φέρνω σου·
Είναι πλασμένο από ψυχή και από φωνή Ελληνίδα!

 (απο τη συλλογη “Ασαλευτη Ζωη”)

 

 

  1. Κ. Καρυωτάκης, «Στο σταυρό»

 

«Κι ακλούθησε του Γολγοθά το δρόμο

φορώντας αγκαθένιο ένα στεφάνι

κι ένα σταυρό σηκώνοντας στον ώμο.

Αυτός που ’ρθε να ζήσει, να πεθάνει,

προς την Αλήθεια για ν’ ανοίξει κάποιο δρόμο.

 

Να Του καρφώσουν άφησε τα χέρια

και σα ληστή με τους ληστές κοιτούσε

να Τον κοιτάνε —οι ματιές σαν μαχαίρια.

Αυτός που τη χαρά μόνο σκορπούσε

και μοναχά για να βλογάει είχε τα χέρια.

 

Σαν άνθρωπος στα νύχια του θανάτου

παράδερνε, σαν άνθρωπος τη φύση

εχάιδεψε με τη στερνή ματιά Του.

Αυτός που είχε τη ζωή στον κόσμο χύσει

και που ήταν πάνω από τους νόμους του θανάτου.»

 (http://www.greek-language.gr/digitalResources/literature/tools/concordance/browse.html?cnd_id=8&text_id=1133)

 

 

 

  1. Τάκης Παπατσώνης, «Περί του Ξύλου»

«Ψυχή μου, ευλόγα σήμερα πρωί, όλη τη μέρα
και την ακολουθούσα νύχτα όλη, το σωτήριο τούτο Ξύλο.
Πηγάζει απ’ τα σκοταδερά έγκατα των δασών.
Εκεί είναι η βασιλεία του, στολισμένο με φύλλα θροούντα.
Εκεί έρχεται σε κοινωνία με τις δροσιές της Νύχτας, με τα θάμπη
των Ημερών. Εκεί του περιπλέχουνται οι κισσοί και οι άλλες
περιπλοκάδες, γεννώντας την ιδέα της ομορφιάς και της αγάπης.
Σπάνιο είναι να τ’ αφήσουν να γεράσει, να τη ζήσει
την αιώνια ζωή, και σπάνιο είναι κεραυνός να τόβρει,
μήνυμα επουράνιο, ένωση ουρανού και γης με λάμψη ακαριαία
και θάνατος στο δάσος, όπως πρέπει.
Ψυχή μου, ευλόγα και την ώραν,
οπότε ξεκινάμε με τα πελέκια μιαν αυγή, άκαρδο, δουλευτικό
σμήνος οι υλοτόμοι. Γουρμάζει τότες η γραμμένη
σιωπηλή στιγμή της θυσίας. Με τα πολλά καταπέφτει
το θειότατο ξύλο. Του αποξεραίνουνται οι χυμοί.
Ξερό απομένει· και όμως ξερό, δεν έρχεται ολότελα
να το ξενώσει η ξεραΐλα από τις φυσικές του επιρροές.
Το διαβιβρώσκει η υγρασία ή το φουσκώνει. Του ανοίγει
ο χρόνος τις ρωγμές. Πιάνει σαράκι. Εχτός αν το προορίζουνε
για τις φωτιές, οπότε πάλι τρίζει, τρίζει, και αφού αναλάμψει,
τέφρα γίνεται, καθώς όλα. Είπα όμως σήμερα της ψυχής μου
να γράψει για το Ξύλο εκείνο το προορισμένο από αιώνων,
για το Ξύλο, που η γέννησή του βαστάει από τις πρώτες
της γης μας φύτρες. Ετούτο εκόπη για να γίνει
Ζυγός μέγιστος, θαυματουργός Στατήρας,
που εστήθηκε στη μέσην ακριβώς του χρόνου
για να ζυγιάσει την κούφιαν έγνοια των ανθρώπων.
«Δεν είναι δάσος, που να προσφέρει ξύλο παρόμοιο».
Το Ξύλο αυτό δεν είναι διόλου ύλη απαθής.
Έχει ψυχή και δείχνει τη κάθε τόσο.
Ενώ κατάξερο είναι και κομμένο, όμως ανθεί
και μέσα του μυκάται και αναβράζει χυμός σεβάσμιος.
Δε θα ξετάξω το γιατί έφερε Λύτρωση το Ξύλο ετούτο.
Ούδε ποια Λύτρωση. Ψυχή μου, θέλω μόνο να ευλογήσεις
την ουσία του Ξύλου, οπόθε αχτινοβόλησε του κόσμου η λάμψη.
Και την ευγένεια που του εδόθη ένα πρωί, όταν ποτίστη
μέχρι του βάθους των φλεβών του από αίμα εξαγοραστικό
και ζωογόνο. Ποιο βάρος φορτώθηκε! Ποιον πόνο
φορτώθηκε! Όλου του κόσμου! Του καθηλώθησαν
όλοι οι δρυμοί της αγωνίας. Χαίρε, Σταυρέ, που μ’ όλα,
μονάχη ελπίδα εσύ αποβαίνεις στις ερημώσεις.»

 

(«Περί του Ξύλου», Εκλογή Α΄, Εκδόσεις Ίκαρος)

 

 

 

 

  1. Άννα Αχμάτοβα, «Σταύρωση»

 

«Μη εποδύρου μου, Μήτερ,

Καθορώσα εν τάφω…»

 

I

 Χορός αγγέλων δόξασε την υπερούσια μέρα

κι υψώθηκε  μεσ’ τη φωτιά στον ουρανό.

«Ίνα τι με εγκατέλιπες!», φώναξε στον πατέρα.

Και «Μη θρηνείς δι’ εμέ» είπε στη μητέρα.

 

 II

 Χτυπιόταν κι έκλαιγε η Μαγδαληνή

Κι ο αγαπημένος μαθητής πετρώνει

Εκεί όπου η Μάνα αγρυπνεί

Δεν τόλμησε κανείς να την κοιτάξει.

 

(Από την ποιητική της συλλογή “Ρέκβιεμ”)

 

 

 

  1. Νίκος Μυλόπουλος, «Η σταύρωση»

    Πολύχρωμα τ’ αυγά,
    Οι φωνές και οι πασχαλίτσες.
    Σκοτεινή η ψυχή,
    Η νυχτιά, οι Ιούδες.
    Ξαναφορώ σκεφτικός
    Την τριμμένη καρφίτσα της μοναξιάς.
    Χωρίς να το θέλει μ’ αγκυλώνει
    Θάνατοι τρυπάνε τη σκέψη μου.
    Ούτε και φέτος μονολογώ
    Ούτε δυο ούτε ένας ληστής
    Θα αγγίξουν δειλά το κορμί μου.
    Οι καμπάνες χτυπάν δυνατά
    Μες στα αίματα
    Η Ανάσταση φτάνει.

(Από τη συλλογή Παράκτιος πια ο έρωτας)

 

 

 

  1. Τάσος Ζερβός, «Ὁ λῃστὴς τοῦ ἀριστεροῦ σταυροῦ»

 

[ ]

Καὶ μόνο ὁ λῃστὴς τοῦ ἀριστεροῦ σταυροῦ

ποὺ εἶχε τόση πεῖρα ἀπὸ θανάτους

πού εἶδε λόφους σταυρωμένων στὸν ὁρίζοντα

τὸν περιπαίζει ὡς τὸ τέλος δίχως ἔλεος

Χωρὶς νὰ καταδέχεται τὰ μνήσθητι τοῦ ἄλλου.

Μ’ αὐτὸς πού στὰ βαθιά Του μάτια

ἡσύχαζε τῶν ἡμερῶν ἡ τάξη

πού ἤδη μετ’ ἀνόμων ἐλογίσθη

καὶ τώρα πιὰ τὴ μοναξιὰ Του ταξιδεύει

μὲ ἄλλα πουλιὰ πού ‘χασαν τὸν ὁρίζοντα

ἦχος πού μάταια γιὰ ὅμοιον ἦχο ἀκροᾶται,

τὸ βέβαιο εἶναι πώς θὰ τὸν εἶχε συμπαθήσει

(καὶ ἴσως ἂν θὰ μπορέσει θὰ μεσολαβήσει)

κι ὅσο γιὰ τ’ ἄλλα πού εἶπε

ἄσε τὸν ὄχλο νὰ πιστεύει

πώς στὸν ἐκ δεξιῶν ἀνήκει ἡ βασιλεία…

 

(Τάσος Ζερβός, «Τὰ ποιήματα» [ἅπαντα], Ροδακιό, 2004, συλλ. «Ἡ μεγάλη ἔρημος»)

 

 

 

                                    Β’: ΤΑΦΟΣ & ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ

 

 

  1. Κ. Καβάφης, «Λάνη τάφος»

 Ο Λάνης που αγάπησες εδώ δεν είναι, Μάρκε,
στον τάφο που έρχεσαι και κλαις, και μένεις ώρες κι ώρες.
Τον Λάνη που αγάπησες τον έχεις πιο κοντά σου
στο σπίτι σου όταν κλείεσαι και βλέπεις την εικόνα,
που αυτή κάπως διατήρησεν ό,τ’ είχε που ν’ αξίζει,
που αυτή κάπως διατήρησεν ό,τ’ είχες αγαπήσει.

Θυμάσαι, Μάρκε, που έφερες από του ανθυπάτου
το μέγαρον τον Κυρηναίο περίφημο ζωγράφο,
και με τι καλλιτεχνικήν εκείνος πανουργία
μόλις είδε τον φίλο σου κ’ ήθελε να σας πείσει
που ως Υάκινθον εξ άπαντος έπρεπε να τον κάμει
(μ’ αυτόν τον τρόπο πιο πολύ θ’ ακούονταν η εικών του).

Μα ο Λάνης σου δεν δάνειζε την εμορφιά του έτσι·
και σταθερά εναντιωθείς είπε να παρουσιάσει
όχι διόλου τον Υάκινθον, όχι κανέναν άλλον,
αλλά τον Λάνη, υιό του Pαμετίχου, Aλεξανδρέα.

 

(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

 

 

 

  1. Κωστής Παλαμάς, «Ο τάφος»

Ήσυχα και σιγαλά,
διψώντας τα φιλιά μας,
από τ’ άγνωστο γλιστράς
μέσα στην αγκαλιά μας.

Ώς κ’ η βαρυχειμωνιά
μ’ αιφνήδια καλοσύνη
κ’ ήσυχη και σιγαλή
σε δέχτηκε κ’ εκείνη.

Ήσυχα και σιγαλά
σε χάιδευεν ο αέρας,
της νυχτός ηλιόφεγγο
κι ονείρεμα της μέρας.

Ήσυχα και σιγαλά
μας γέμιζες το σπίτι,
γλύκα του κεχριμπαριού
και χάρη του μαγνήτη.

Ήσυχα και σιγαλά
ζούσε από σε το σπίτι,
ομορφιά τ’ αυγερινού
και φως τού αποσπερίτη.

Ήσυχα και σιγαλά
φεγγάρια, ω στόμα, ω μάτι,
μιαν αυγούλα σβήσατε
στο φονικό κρεββάτι.

Ήσυχα και σιγαλά
και μ’ όλα τα φιλιά μας,
γύρισες προς τ’ άγνωστο
μέσ’ απ’ την αγκαλιά μας.

Ήσυχα και σιγαλά,
ω λόγε, ω στίχε, ω ρίμα,
σπείρετε τ’ αμάραντα
στ’ απίστευτο το μνήμα!

(από τα Άπαντα, A΄, Mπίρης χ.χ.)

 

 

 

  1. Κωστής Παλαμάς, «Τάφοι του Κεραμεικού – Ω τάφοι!»

(Απόσπασμα)

«…Αρχαίοι τάφοι, πια κανείς δεν έρχεται σιμά σας

με στέφανα από σέλινο, με θλιβερούς υακίνθους,

να σας ραντίσει με κρασί, το μέλι να σας φέρει.

Αλλ’ όμως, τάφοι αγνώριστοι, χαρά σ’ εσάς! καντήλα

καμιά δεν καίγει επάνω σας, λιβάνι δε μυρίζει,

γονατιστός ο υποκριτής μπροστά σας δε χτυπιέται,

σωπαίνουν οι αναστεναγμοί, τα δάκρυα πια δεν τρέχουν,

και πανηγύρια ανίερα ποτέ δε σας ταράζουν,

και σας φυλάγει η μοναξιά κι η σιγαλιά σάς έχει·

δε σας ισκιώνουν θλιβερά τα κυπαρίσσια, ω τάφοι,

ούτε λουλούδια ολόδροσα φυτρώνουν στα πλευρά σας,

ώς και το χόρτο σπάνιο κι ανάρια ανάρια βγαίνει,

δυο τρία αγριοβότανα σας συντροφεύουν μόνο,

και σα να θέλουν να σας πουν πως ο καιρός και η φύση

σκληρά για σας, κρύβουν για σας μονάχα καταφρόνια.

Για σας δεν έχει τίποτε κι η Φύσις η μητέρα,

δεν έχει τίποτε, γιατί δεν είστ’ εσείς παιδιά της·

γιατί μιαν άλλη, όμοια τρανή και δυνατή μητέρα,

γαλήνια και αθάνατη και θεία μητέρα, η Τέχνη

σας γέννησε, σας γλίτωσεν απ’ του Καιρού τα χέρια,

έδιωξεν αποπάνω σας τη θλίψη του θανάτου,

έριξ’ επάνω σας το φως των ιερών λειψάνων,

κι από την πρώτη τη στιγμή που εβγήκατε καινούρια

απ’ τα χέρια της τ’ αγνά, κι ίσαμε τώρα, εκείνη

σας ντύνει με τα χέρια της, με τα δικά της πλούτη,

με χίλια κάλλη της ζωής, με κάθε τι που είναι

παλικαρίσιο κι όμορφο, καλό και τιμημένο!

Τάφοι γεμάτοι ενέργεια, τάφοι, ζωή γεμάτοι!

Μπροστά σας δε συντρίβομαι και δεν ανατριχιάζω,

καθώς την ώρα την πικρή που σκύβω εκεί στην πλάκα

αγαπημένου μου νεκρού και φίλου και δικού μου.

Δε νιώθω από το φόβο μου τα γόνατα λυμένα,

δε βλέπω πως επλάστηκα για χώμα από το χώμα,

και πως με ζώνει τ’ Άπειρο που δεν μπορώ να νιώσω.

Δε με ταράζ’ η κόλαση με τις φοβέρες μαύρη,

και δε με φτάνει της Εδέμ η μυστική ευωδία.

Ξέρω πως είμαι άνθρωπος και τί η ζωή στοιχίζει,

ξέρω πως είμαι άνθρωπος κι είμαι γι’ αυτό περήφανος!

Κι όταν ο μέγας μας θεός και της Αθήνας ο ήλιος

μεσημεριάζει ολόφωτος επάνω από τους τάφους

δε βρίσκω κι άλλη μια μεριά, πιο άγια, πιο παρθένα

για να χαρώ τον ήλιο μας και για να διαλαλήσω

τη θεϊκή τη δόξα του και της ζωής τη δόξα

άλλη απ’ τους έρημους αυτούς κι ευλογημένους τάφους!

 

Χαίρετε τάφοι ερημικοί, κι ευλογημένοι τάφοι!

πολλά μού φανερώνετε, περίσσια μού εξηγάτε,

όμως ανάμεσα σ’ εσάς τρεις μοναχά, τρεις τάφοι,

με τρεις εικόνες ζωντανές κι οι τρεις σας πλουτισμένοι

είστε παλιοί μου σύντροφοι και αδέρφια μου είστ’ εγκάρδια!

Και καθεμία εικόνα σας αυτή είναι κι η ψυχή σας

κι έχ’ η ψυχή του καθενός ξεχωρισμένη γλώσσα.»

(http://www.greek language.gr/digitalResources/literature/tools/concordance/browse.html?cnd_id=7&text_id=1254)

 

 

 

  1. Μιχάλης Γκανάς, «Τον τάφο μου τον θέλω στα Χαυτεία»

«Αφίσες με τραβούν απ’ το μανίκι,
Αθήνα μου γεμάτη καλλιστεία.
Τον τάφο μου τον θέλω στα Χαυτεία,
είκοσι χρόνια σού πληρώνω νοίκι.

Στον ύπνο να περνούν βουνά και δάση,
νεράιδες φασκιωμένες μαύρα ρούχα.
Κάτι σαν άχτι μουλαριού που σου ‘χα
σε ποιο λεωφορείο το ‘χω χάσει.

Ποια τρέλα, πες μου, με χτυπάει στις φτέρνες
και φεύγω και κυλάω σαν το τόπι,
με γήπεδα μουγγά και με ταβέρνες

στα σωθικά. Οι άνθρωποι κ’ οι τόποι,
ξένοι που μοιάζουν στις φωτογραφίες
που βγάζαμε σε άλλες ηλικίες.»

(από τη συλλογή «Μαύρα λιθάρια», Καστανιώτης)

 

 

  1. «Επιτάφιος θρήνος»

(αποσπάσματα)

«Η ζωή εν τάφω
κατετέθης, Χριστέ,
και αγγέλων στρατιαί εξεπλήττοντο,
συγκατάβασιν δοξάζουσαι την σην.

Άξιον εστί
μεγαλύνειν σε των πάντων κτίστην·
τοις σοις γαρ παθήμασιν έχομεν
την απάθειαν, ρυσθέντες της φθοράς.

Αι γένεαι πάσαι
ύμνον τη ταφή σου
προσφέρουσι, Χριστέ μου.

Ω γλυκύ μου έαρ,
γλυκύτατον μου τέκνον,
που έδυ σου το κάλλος;»

 

 

 

  1. Γιάννης Ρίτσος, «Επιτάφιος«

(αποσπάσματα)

(Θεσσαλονίκη. Μάης του 1936. Μια μάνα, καταμεσίς του δρόμου,
μοιρολογάει το σκοτωμένο παιδί της. Γύρω της και πάνω της,
βουΐζουν και σπάζουν τα κύματα των διαδηλωτών — των απερ-
γών καπνεργατών. Εκείνη συνεχίζει το θρήνο της):

I

Γιε μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου, καρδούλα της καρδιάς μου,
πουλάκι της φτωχειάς αυλής, ανθέ της ερημιάς μου,

Πώς κλείσαν τα ματάκια σου και δε θωρείς που κλαίω
και δε σαλεύεις, δε γροικάς τα που πικρά σου λέω;

Γιόκα μου, εσύ που γιάτρευες κάθε παράπονό μου,
που μάντευες τί πέρναγε κάτου απ’ το τσίνορό μου,

Τώρα δε με παρηγοράς και δε μου βγάζεις άχνα
και δε μαντεύεις τις πληγές που τρώνε μου τα σπλάχνα;

Πουλί μου, εσύ που μου ’φερνες νεράκι στην παλάμη
πώς δε θωρείς που δέρνουμαι και τρέμω σαν καλάμι;

Στη στράτα εδώ καταμεσίς τ’ άσπρα μαλλιά μου λύνω
και σου σκεπάζω της μορφής το μαραμένο κρίνο.

Φιλώ το παγωμένο σου χειλάκι που σωπαίνει
κ’ είναι σα να μου θύμωσε και σφαλιγμένο μένει.

Δε μου μιλείς κ’ η δόλια εγώ τον κόρφο, δες, ανοίγω
και στα βυζιά που βύζαξες τα νύχια, γιε μου, μπήγω.

II

Κορώνα μου, αντιστύλι μου, χαρά των γερατειώ μου,
ήλιε της βαρυχειμωνιάς, λιγνοκυπάρισσό μου,

Πώς μ’ άφησες να σέρνουμαι και να πονώ μονάχη
χωρίς γουλιά, σταλιά νερό και φως κι ανθό κι αστάχυ;

Με τα ματάκια σου έβλεπα της ζωής κάθε λουλούδι,
με τα χειλάκια σου έλεγα τ’ αυγερινό τραγούδι.

Με τα χεράκια σου τα δυο, τα χιλιοχαϊδεμένα,
όλη τη γης αγκάλιαζα κι όλ’ είτανε για μένα.

Νιότη απ’ τη νιότη σου έπαιρνα κι ακόμη αχνογελούσα,
τα γερατειά δεν τρόμαζα, το θάνατο αψηφούσα.

Και τώρα πού θα κρατηθώ, πού θα σταθώ, πού θα ’μπω,
που απόμεινα ξερό δεντρί σε χιονισμένο κάμπο;

Γιε μου, αν δε σου ’ναι βολετό να ’ρθεις ξανά σιμά μου,
πάρε μαζί σου εμένανε, γλυκειά μου συντροφιά μου.

Κι αν είν’ τα πόδια μου λιγνά, μπορώ να πορπατήσω
κι αν κουραστείς, στον κόρφο μου, γλυκά θα σε κρατήσω.

III

Μαλλιά σγουρά που πάνω τους τα δάχτυλα περνούσα
τις νύχτες που κοιμόσουνα και πλάι σου ξαγρυπνούσα,

Φρύδι μου, γαϊτανόφρυδο και κοντυλογραμμένο,
—καμάρα που το βλέμμα μου κούρνιαζε αναπαμένο,

Μάτια γλαρά που μέσα τους αντίφεγγαν τα μάκρη
πρωινού ουρανού, και πάσκιζα μην τα θαμπώσει δάκρυ,

Χείλι μου μοσκομύριστο που ως λάλαγες ανθίζαν
λιθάρια και ξερόδεντρα κι αηδόνια φτερουγίζαν,

Στήθεια πλατιά σαν τα στρωτά φτερούγια της τρυγόνας
που πάνωθέ τους κόπαζε κ’ η πίκρα μου κι ο αγώνας,

Μπούτια γερά σαν πέρδικες κλειστές στα παντελόνια
που οι κόρες τα καμάρωναν το δείλι απ’ τα μπαλκόνια,

Και γω, μη μου βασκάνουνε, λεβέντη μου, τέτοιο άντρα,
σου κρέμαγα το φυλαχτό με τη γαλάζια χάντρα,

Μυριόρριζο, μυριόφυλλο κ’ ευωδιαστό μου δάσο,
πώς να πιστέψω η άμοιρη πως μπόραε να σε χάσω;

ΙV

Γιε μου, ποια Μοίρα στο ’γραφε και ποια μου το ’χε γράψει
τέτοιον καημό, τέτοια φωτιά στα στήθεια μου ν’ ανάψει;

Πουρνό-πουρνό μου ξύπνησες, μου πλύθηκες, μου ελούστης
πριχού σημάνει την αυγή μακριά ο καμπανοκρούστης.

Κοίταες μην έφεξε συχνά-πυκνά απ’ το παραθύρι
και βιάζοσουν σα να ’τανε να πας σε πανηγύρι.

Είχες τα μάτια σκοτεινά, σφιγμένο το σαγόνι
κ’ είσουν στην τόλμη σου γλυκός, ταύρος μαζί κι αηδόνι.

Και γω η φτωχειά κ’ η ανέμελη και γω η τρελλή κ’ η σκύλα,
σου ’ψηνα το φασκόμηλο κι αχνή η ματιά μου εφίλα

Μια-μια τις χάρες σου, καλέ, και το λαμπρό σου θώρι
κι αγάλλομουν και γέλαγα σαν τρυφερούλα κόρη.

Κι ουδέ κακόβαλα στιγμή κι ουδ’ έτρεξα ξοπίσω
τα στήθεια μου να βάλω μπρος τα βόλια να κρατήσω.

Κ’ έφτασ’ αργά κι, ω, που ποτές μην έφτανε τέτοια ώρα
κι, ω, κάλλιο να γκρεμίζονταν στο καύκαλό μου η χώρα.

V

Σήκω, γλυκέ μου, αργήσαμε· ψηλώνει ο ήλιος· έλα,
και το φαγάκι σου έρημο θα κρύωσε στην πιατέλα.

Η μπλε σου η μπλούζα της δουλειάς στην πόρτα κρεμασμένη
θα καρτεράει τη σάρκα σου τη μαρμαρογλυμμένη.

Θα καρτεράει το κρύο νερό το δροσερό σου στόμα,
θα καρτεράει τα χνώτα σου το ασβεστωμένο δώμα.

Θα καρτεράει κ’ η γάτα μας στα πόδια σου να παίξει
κι ο ήλιος αργός θα καρτερά στα μάτια σου να φέξει.

Θα καρτεράει κ’ η ρούγα μας τ’ αδρό περπάτημά σου
κ’ οι γρίλιες οι μισάνοιχτες τ’ αηδονολάλημά σου.

Και τα συντρόφια σου, καλέ, που τις βραδιές ερχόνταν
και λέαν και λέαν κι απ’ τα ίδια τους τα λόγια εφλογιζόνταν

Και μπάζανε στο σπίτι μας το φως, την πλάση ακέρια,
παιδί μου, θα σε καρτεράν να κάνετε νυχτέρια.

Και γω θα καρτεράω σκυφτή βραδί και μεσημέρι
να ’ρθεί ο καλός μου, ο θάνατος, κοντά σου να με φέρει.

[…]

ΙΧ

Ω, Παναγιά μου, αν είσουνα, καθώς εγώ, μητέρα,
βοήθεια στο γιο μου θα ’στελνες τον άγγελο από πέρα.

Κι, αχ, Θε μου, Θε μου, αν είσουν Θεός κι αν είμασταν παιδιά σου
θα πόναγες, καθώς εγώ, τα δόλια πλάσματά σου.

Κι αν είσουν δίκαιος, δίκαια θα μοίραζες την πλάση,
κάθε πουλί, κάθε παιδί να φάει και να χορτάσει.

Γιε μου, καλέ μου τα ’λεγε το γνωστικό σου αχείλι
κάθε φορά που ορμήνευε, κάθε φορά που εμίλει:

Εμείς ταγίζουμε τη ζωή στο χέρι: περιστέρι,
κ’ εμείς ούτ’ ένα ψίχουλο δεν έχουμε στο χέρι.

Εμείς κρατάμε όλη τη γης μες στ’ αργασμένα μπράτσα
και σκιάχτρα στέκουνται οι Θεοί κι αφέντη έχουνε φάτσα.

Αχ, γιε μου, πια δε μου ’μεινε καμιά χαρά και πίστη,
και το χλωμό και το στερνό καντήλι μας εσβήστη.

Και, τώρα, επά σε ποια φωτιά τα χέρια μου θ’ ανοίγω,
τα παγωμένα χέρια μου ναν τα ζεστάνω λίγο;

(πηγή: Γιάννης Ρίτσος, Ποιήματα 1930-1942, τ. Α΄, Κέδρος)

 

 

 

 

Πες το με ποίηση (215ο): «ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ»

Μανώλης Μητσιάς – Χάθηκε η Επανάστασή Μας

 

  1. Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

 

η επανάσταση

θα καταργήσει την ιδιοκτησία

το κέρδος

κάθε μορφής εξουσία

την αλλοτρίωση του ανθρώπου

τους κίναιδους που γράφουν στίχους

προ πάντων τους τελευταίους

 

απελπισμένα θα χτυπήσουν τα φτερά τους

και, κρά – κρά, θα χαθούν προς τη δύση

 

και τότε θα ξαναπούμε πως

η επανάσταση δεν έχει αρχή και τέλος

γεννιέται και πεθαίνει κάθε στιγμή

η επανάσταση κυνηγάει τη χίμαιρα

είναι ένα ποίημα με όπλο

μια μήτρα γεμάτη σπέρμα

ένας έρωτας της αρμονίας τού γίγνεσθαι

κι ακόμα είναι

ψωμί για τα παιδιά του κόσμου

 

η επανάσταση αγναντεύει το άπειρο

ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ,   «Τα αναρχικά» 1979

 

 

 

*****

 

 

  1. ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΕΠΙΤΑΦΙΟ ΚΑΙ  ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟ

    γεννήθηκε ισπανός
    αν έχει η φλόγα εθνικότητα

    ήταν ένας απλός εργάτης
    που έζησε σε τρώγλες
    σε τρύπες τοίχων
    και πίσω από οδοφράγματα

    δεν έμαθε πολλά
    να μιλάει μοναχά με τον ήλιο
    να μην φοβάται τα ερείπια
    έτσι να χτίζει καλύτερα

    γκρέμισε τον αρχιεπίσκοπο της σαραγκόσα
    ο βίαιος
    πυρπόλησε τις μητροπόλεις
    ο κακοποιός
    χτύπησε τον βασιλιά και τις τράπεζες
    ο ληστής
    περιπλανήθηκε στη νότια αμερική
    ο αλήτης
    τέσσερα κράτη τον καταδίκασαν σε θάνατο
    όμως αυτός
    είχε όλα τα κράτη καταδικάσει
    όλες τις κυβερνήσεις
    κλαίγοντας και γελώντας σαν παιδί
    μπροστά στην οδύνη του ανθρώπου

    στην ισπανία γύρισε
    να πολεμήσει για την επανάσταση
    να καταχτήσει τη ζωή και το μέλλον
    γνωρίζοντας πως θάνατος δεν υπάρχει

    σκοτώθηκε στη μαδρίτη
    μπροστά στην υποδειγματική φυλακή
    για να μην υπάρχουν φυλακισμένοι στον κόσμο

    ο μπουεναβεντούρα ντουρρούτι
    σαν φλόγα καυτή
    άναψε πολλές καρδιές

 

ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ, ΤΑ ΑΝΑΡΧΙΚΑ

 

*****

 

  1. Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ  ΟΥΤΟΠΙΑΣ

στον Τόλη Νικηφόρου

Κάποτε θεέ μου θα σου μιλήσω για την επανάσταση
για μια παμπάλαια στιγμή που αιωρείται στον ύπνο μας
για τη βουή στο βάθος μέσα των αρτηριών.
Όσο το αίμα μου κυλάει στις φλέβες
όσο υπάρχω κάτω απ’ το υγρό
βάρος των άστρων,
πρέπει να σου μιλήσω
για τις χίμαιρες του κύτταρου
τα παιδιά δίχως νιότη
τα πεινασμένα κορμιά που καμπυλώνουν
δίχως όνειρα, θα σου πω,
για τη φωνή μας που εκβάλλει στο τίποτα
κι ακόμα
θέλω να σου μηνύσω,
με το σώμα, με σινιάλα,
λαχανιασμένα ποδοβολητά από φως
για τα κλουβιά, τις φυλακές, το αδιέξοδο,
τη διείσδυση της νύχτας μέσα στη μέρα
τη ζωή που κείτεται μισοβυθισμένο καράβι
κάτω απ’ τη σκόνη των αιώνων.

Κάποτε θεέ μου θα σου μιλήσω
για την κιβωτό της επανάστασης
το μήκος κύματος της μοναξιάς της
κι όσο ακόμα το ματωμένο ρολόι χτυπάει στο στήθος μου
θα σου πω
πως θέλω να ‘μαι η πρώτη
ερωτευμένη σφαίρα που θα πυροβολήσει το κενό.

Βασίλης Φαϊτάς, Υστερόγραφα για το αύριο, ποιήματα 1980-1984

 

 

*****

 

  1. Ο ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗΣ

Άνθρωποι, δήθεν ανιδιοτελείς, ζητούσαν να τον προστατεύσουν
(προστατευμένοι οι ίδιοι απ’ τ όνομά του).
Μην κάνεις ετούτο ή τ΄ άλλο- του λέγαν˙
μη δίνεις στόχο, μη λύνεις τα κορδόνια σου ή τη ζώνη σου μπροστά τους,
μη γίνεσαι θύμα κάθε τόσο της ειλικρίνειάς σου.


Εκείνος τους χαμογέλαγε συγκατανευτικά
κι έπαιρνε με τα δυό του δάχτυλα μόνον
ένα ένα τα «μη» τους και τα πέταγε μες το δοχείο απορριμάτων
μαζί με τα ρούχα του.

Κι έτσι γυμνός, ωραίος, επαναστάτης,
φορώντας μονάχα τα τρύπια του (απ τις πολλές ορειβασίες) παπούτσια,
πέρασε κάτω απ’ τις ζητωκραυγές και τις κατάρες
και χάθηκε γαλήνιος μέσα στην αθανασί
α

ΓΙΑΝΝΗΣ  ΡΙΤΣΟΣ, Τα αρνητικά της σιωπής

 

*****

 

  1. Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Άκουσα τις φωνές του δυνατές μέσα στον ύπνο
γνώριμες, τόσο μακρινές, ξύπνησα απορημένος
σήκω, με τράβαγε απ’ τα ρούχα, σήκω
τώρα θα κάνουμε
την επανάσταση

γνώριμες, τόσο ζωντανές μέσα στη μνήμη
νύχτες και νύχτες, παθιασμένες
αναλύσεις, έντονες
γραμμές κάτω από φράσεις, συμπεράσματα
στις αναρίθμητες σελίδες, διαφωνίες,
καινούργιοι φίλοι, ξαναμμένα πρόσωπα

ξύπνησα απορημένος, πώς
τώρα μιλούσαν όλοι ξαφνικά
πάλι γι’ αυτή την επανάσταση
τόσες βαριές δεκαετίες, κι αυτός
πώς είχε έρθει, από πού
τόσα χρόνια νεκρός

τόσα χρόνια νεκροί
αυτός, εγώ, η επανάσταση.

ΣΩΤΗΡΗΣ  ΣΑΡΑΚΗΣ, (Περιοδικό Ακτή τχ. 64 Φθινόπωρο 2005)

 

 

ΜΑΡΙΑ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗ- Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΞΕΣΗΚΩΜΟΥ

 

  1. Η ΚΑΘΕ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΕΧΕΙ ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ

Η κάθε επανάσταση έχει το τραγούδι της
που έρχεται πριν απ΄ αυτή σαν προφητεία
μα και πεθαίνει πριν αυτή καλά καλά τελειώσει
είτε πηδά στη θάλασσα και πνίγεται
σαν το ποντίκι έξω απ΄ το καράβι που βουλιάζει.

Με τραγούδια γεννιούνται οι επαναστάσεις
και πεθαίνουνε χωρίς τραγούδια.

ΓΙΩΡΓΟΣ  ΜΟΛΕΣΚΗΣ

 

*****

 

  1. Η ΕΛΠΙΔΑ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΚΑΙΝΟΥΡΙΑ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Όσο και να δηλητηριάσουμε τον ουρανό
πάντα μένει ένα σύννεφο
που θα φέρει το νέο κατακλυσμό.
Όσο και να εξαντλήσουμε τη γη πάντα μένει
μια φλέβα φωτιάς
για ν΄ ανάψει το καινούριο ηφαίστειο.

Σκάψε σκάψε,
ανατίναξε ανατίναξε
και πάντα μένει ένας υπόγειος βράχος
που θα μετατοπιστεί
για να γίνει ένας καινούργιος σεισμός.

Ακόμη και μέσα στον άνθρωπο
όσο τον στεγνώνεις και τον ευτελίζεις
παραμένει μια φλέβα περηφάνιας
που μπορεί να γίνει ποτάμι
και να ξεπλύνει τον κόσμο.

Παρ΄ όλη την αποτυχία των επαναστάσεων
η ελπίδα βρίσκεται σε μια καινούρια επανάσταση.

ΓΙΩΡΓΟΣ  ΜΟΛΕΣΚΗΣ

 

******

 

  1. ΕΙΧΑ ΧΑΘΕΙ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ


Είχα χαθεί μέσα στην επανάσταση δίχως να
γνωρίζω αν έψαχνα για δικαιοσύνη ή για
εκείνη
Ώσπου διασταυρώθηκαν τα βλέμματά μας και
το κόκκινο έγινε
ΦΩΣ !

Τάσος Κουράκης, 67%, 2012, Ενότητα Το κόκκινο έγινε ΦΩΣ

 

*****

 

  1. ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ  

 

Πού θα πάτε, πού θα πάτε! Κομποδιάστε τα κλεμμένα,

κρύψτε και τ’ ασημικά σας να τα χαίρεται η σκουριά

Θα ’βγουμε κι εμείς παγάνα, θα σας εύρουμε ως τον ένα,

και στην πόλη μέσα αν είστε και στ’ απόμερα χωριά.

 

Πού θα πάτε, πού θα πάτε! Κι απ’ τις άγιες πίσω εικόνες

αν τρυπώστε, θα σας βρούμε μ’ όλα τα υποκριτικά

παρακάλια στο θεούλη που αναμπαίζεταν αιώνες

αδικεύοντας το πλήθος όπου του ’χατε χαλκά.

 

Πού θα πάτε, πού θα πάτε! Ξεσηκώθηκαν οι σκλάβοι,

κι όσοι ζούσαν αφεντάδες με τον ίδρο του αλλουνού

δε γλυτώνουν ούτ’ αν φύγουν με ταχύπλωρο καράβι,

τόσο πλήθυναν τα δάκρυα της φτωχιάς και του ορφανού.

 

Πού θα πάτε, πού θα πάτε! Φυλακές και ξερονήσια

κι οι κλωτσιές στα κρατητήρια και οι χαφιέδες στα γιαπιά

μας διδάξανε να βρούμε τους δημίους αλύπητα, ίσια

σαν το φίδι που του δίνουν κατακέφαλα χτυπιά.

 

Πού θα πάτε, πού θα πάτε! Μόλις βλέπαμε κορδόνια

μας ερχόταν να χωθούμε στα κατάβαθα της γης,

και θαρρούσατε πως θα ’στε στου λαού τη ράχη αιώνια

μη γρικώντας τα σημάδια της μεγάλης αλλαγής.

 

Πού θα πάτε, πού θα πάτε! Να, ξυπνάει ο μιναδόρος

και της θάλασσας ο μούτσος κι ο λιγόλογος σκαφτιάς.

Πες και πες οι απλοί διδάχοι, στα στερνά θα πιάσ’ ο σπόρος

κι είναι πια φουρτούνας βόγγος η φωνή της εργατιάς.

 

Πού θα πάτε, πού θα πάτε! Στα σχολειά και στις στρατώνες

κι απ’ τους άμβωνες απάνω Φαρισαίοι χωρίς καρδιά

μας κρατούσαν στο σκοτάδι και με νόμους, με κανόνες

πρόσταζαν τον πεινασμένο «σουτ», «σκασμός» και «τσιμουδιά».

 

Πού θα πάτε, πού θα πάτε! Πρόστυχοι καλαμαράδες

με ψυχή ξεπουλημένη γράφανε κατεβατά

που γινόταν απ’ το κράτος φημερίδες και φυλλάδες

να στραβώνετ’ ο καθένας, να φλομώνεται μ’ αυτά.

 

Πού θα πάτε, πού θα πάτε! Παίρνατ’ άνογους χωριάτες

και τους στέλνατε κοπάδι στου πολέμου τη φωτιά,

διασκεδάζοντας οι ίδιοι με κυρίες μυρωδάτες

απ’ αυτές που το ’χουν ρίξει στο πιοτό και στα χαρτιά.

Πού θα πάτε, πού θα πάτε! Δες που σήκωσε κεφάλι

κι όλο δείχνει τη γροθιά του προλετάριος τρομερός.

Δε σας αξίζ’ η εξουσία και γι’ αυτό την παίρνουν άλλοι.

Κατευόδιο, άρχοντές μου! Βλέπετε, άλλαξ’ ο καιρός.

 

ΓΙΩΡΓΟΣ  ΚΟΤΖΙΟΥΛΑΣ

 

*****

 

  1. ΟΠΟΥ ΚΑΙ  ΝΑ   ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ  ΠΑΝΤΑ

Όπου και να βρίσκεστε πάντα
κρυφό ένα όπλο να κρατάτε πάνω σας γιατί
η επανάσταση
(σαν τη δευτέρα παρουσία) δεν ξέρετε
πού θα σας βρει, γιατί
η επανάσταση
(σαν τη δευτέρα παρουσία) γίνεται
κάθε στιγμή.

Γιάννης Υφαντής, Ποιήματα Κεντήματα στο Δέρμα του Διαβόλου, 1991

 

 

*****

 

  1. ΠΩΣ ΝΑ ΓΡΑΨΕΤΕ ΕΝΑ  ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟ ΠΟΙΗΜΑ

Παίρνετε γνήσιο ελαιόλαδο
αλάτι
πιπέρι
βάζετε λίγο Ρεμπώ
ανακατεύετε
προσθέτετε λίγο Μαγιακόβσκι
ανακατεύετε ξανά
βάζετε μια μερίδα Ρόζα Λούξεμπουργκ
μπόλικο κόκκινο Οκτώβρη
και το αφήνετε να βράσει.

Σε λίγο έτοιμο να σερβίρετε
θαυμάσια συνταγή
για τις σοσιαλιστικές κουζίνες
του μέλλοντος
όπως έλεγε κι ο Κορνήλιος.

ΓΡΗΓΟΡΗΣ  ΣΑΚΑΛΗΣ

 

*****

 

  1. ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Είδα ένα μυρμήγκι
μια μέρα παγωμένη και θλιμμένη,
να χαρίζει στο τζιτζίκι
τη μισή απ’ την περιουσία του τη μαζεμένη.

Όλα αλλάζουν: τα σύννεφα,
οι μύθοι, η κατάσταση…
το μυρμήγκι γίνεται γενναιόδωρο…
αυτό είν’ επανάσταση!

Gianni Rodari, μτφρ. Φωτεινή Ξιφαρά

 

 

 

 

 

 

Πες το με ποίηση (214ο): «Αυτοκίνητο»

 

  1. Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, «Μες στ’ αυτοκίνητα»

 

Έτσι καθώς κατηφορίζει η φάλαγγα

λικνίζοντας στον ίλιγγο τους προβολείς της

και σβήνεις τα φώτα σου στα φώτα των άλλων κι’ εκστασιάζεσαι

μες στο γλυκό σου χαμό – έτσι και τώρα

βαραίνω αργά εντός σου κι’ απομένω

μοναχικό πουλί στην άσφαλτο κι’ έντρομος βλέπω

το φως σου να σπιθίζει τα δικά μου

χαμηλωμένα φώτα

όπως όταν

μες σε κρυστάλλινο ποτήρι πίνεις

το πιο ακριβό ποτό κι’ η μουσική κι’ όλα τα φώτα

σε μηδενίζουν φέγγοντας την ακριβή σου αγάπη

σ’ έκπαγλη ομορφιά κι’ αναβοσβήνεις

στη φρίκη μιάς αποτρόπαιης στιγμής – έτσι και πάλι

θα σε δεχθώ μες στην παλιά σου πόλη καίγοντας

μιά χαμηλή λαχανιασμένη φλόγα

κι’ όταν

μακραίνουν οι στρατιώτες στο προχωρημένο βράδυ

πιάνοντας επαφή με ακραίους σταθμούς ξάφνου αγγίζουν

συντρίμμια αναλυμένης μουσικής – έτσι και τώρα

μες στ’ αυτοκίνητα και στη βουή των δρόμων

ακούω την απόκοσμη φωνή σου να σπαράζει

πληθαίνοντας εντός μου την απόγνωση και βλέπω

την πιο παράφρονη ομορφιά να πνίγεται

μες στις φωνές της άνοιξης και να πεθαίνει

 

(Από τη συλλογή «Ο θάνατος του Μύρωνα» – συγκεντρωτική έκδοση «Ο δύσκολος θάνατος», εκδ. Εγνατία, 1978)

 

 

 

  1. Οδυσσέα Ελύτη, «H Alfa Romeo»

Θαύμασα τον Παρθενώνα
και στην κάθε του κολόνα
βρήκα τον χρυσό κανόνα

Όμως σήμερα το λέω
βρίσκω το καλό κι ωραίο
σε μια σπορ Alfa Romeo

Καλοκαίρια και χειμώνες
να ‘ναι γύρω μου ελαιώνες
πίσω μου όλ’ οι αιώνες

Κι όπου μπρος μου ο δρόμος βγάζει
και σε πειρασμό με βάζει
δώσ’ του να πατάω το γκάζι

Με τη δύναμη του λιόντα
και με του πουλιού τα φόντα
πιάνω τα εκατόν ογδόντα

Γεια σας θάλασσες και όρη
γεια σας κι έχω βάλει πλώρη
για της Αστραπής την Κόρη.

Από τη συλλογή Τα ρω του έρωτα (1972)

[πηγή: Οδυσσέας Ελύτης, Ποίηση, Ίκαρος, Αθήνα 2002, σ. 292-293]

 

 

 

  1. Χλόη Κουτσουμπέλη, «Το κίτρινο ταξί»

    Όχι κύριε με μπερδεύετε με κάποια άλλη.
    Δεν ήμουνα εγώ αυτή
    στο κίτρινο ταξί
    ούτε καθόμουνα ποτέ στο πίσω κάθισμα μαζί σας.
    Ούτε χιόνιζε, είμαι βέβαιη για αυτό
    και όχι δεν έπεφταν νιφάδες στα μαλλιά μου.
    Δεν έχω άλλωστε μαλλιά.
    Δεν με φιλήσατε ποτέ, αλλιώς θα το θυμόμουν.
    Και αν με φιλήσατε, εγώ δεν ήμουνα εκεί.
    Ούτε ο οδηγός γύρισε καμία φορά πίσω το κεφάλι.
    Σιωπηλά διέσχισε την λίμνη ως το τέλος
    και που και που βύθιζε το κουπί
    στα μαύρα ολόγυρα νερά.

 

(http://stellasliterarybistro.com/poiites1.htm)

 

 

 

 

  1. Βαγγέλης Αλεξόπουλος, Στο λεωφορείο

 

Ψηλαφώντας τις ρωγμές

στην επιφάνεια της θάλασσας,

είμαι σίγουρος πια

πως όταν κλαίς

τις ημέρες της βροχής

ατόφια κομμάτια μπλε ουρανού

με ρινίσματα λευκού σύννεφου

κατακρημνίζονται στη θάλασσα

 

Σχεδόν σαν να ήταν λιακάδα.

 

http://fractalart.gr/vagelis-alexopoulos-2/

 

 

 

 

  1. Γιάννης Βαρβέρης, «Cortina 1964 – Απάντηση δεσποινίδας στο αίσθημά μου»

 

 Κύριε· απ’ τον πατέρα σας στα χέρια τα δικά σας βέβαια και το αίσθημά σας το ’χα νιώσει: στη μηχανή μου στην καρότσα και το βλέμμα σας. Πώς αλλιώς άραγε μια Φορντ Κορτίνα 1964 θα ζούσε μέχρι σήμερα; Γι’ αυτό και πέρα απ’ οποιαδήποτε τεχνολογία μαρσάροντας τα κυβικά που μου απομένουν μιλάω απόψε στο αίσθημά σας απαντώντας. Οι γερασμένες σταρ έχουμε λόγο, κύριε· είμαστε μέταλλα γερά τον άνθρωπό μας τον πονάμε. Όσο λοιπόν με θέλετε κι όσο με ξεναγείτε στις λεωφόρους της ζωής σας και στα πάρκινγκ μαζί θα τα σνομπάρουμε τα νέα φιντάνια ακόμα και της Φορντ – ιδίως της Φορντ. Και μη φοβάστε: δε θα χρειαστεί να μ’ οδηγήσετε σε μάντρα ούτε να με βουλιάξετε απαλά σε λιμανάκι. Για μένα ρεκτιφιέ ήτανε τα νιάτα σας κι η αγάπη σας πισσάρισμα ν’ αντέξω. Αν κάτι με μελαγχολεί είστε σεις. Είμαι γυναίκα, ξέρω: τόσες φροντίδες για γυναίκα φθείρουν με το χρόνο κι αυτός που δεν είν’ από μέταλλο σκουριάζει. Άρα, το λέω, δε θ’ άντεχα ποτέ το χωρισμό μας· δε θ’ άντεχα μια μαύρη ξένη, μιά άλλη με πληρωμένο κλάμα να οδηγήσει το κορμί σας εκεί που μόνη μου δε θα ’ξερα να φτάσω. Υποσχεθείτε μου λοιπόν: Σαν έρθει η ώρα κάνε κουράγιο αγαπημένε, βαλ’ τα δυνατά σου κι έλα και ξάπλωσε στο μπροστινό μου κάθισμα· μιά γερασμένη σταρ ξέρει από φλόγα για πρώτη μας φορά και τελευταία θ’ αγκαλιαστούμε ολόκληροι στην έκρηξή μου κι έτσι καπνοί αξεχώριστοι ανεβαίνοντας σαν σ’ εκδρομή στον καθαρότερον αέρα όπως παλιά και πάλι θα συναντηθούμε εσύ εγώ ο πατέρας κι η μητέρα.

(Από τη συλλογή «Πιάνο βυθού», εκδ. Ύψιλον, 1991

 

 

  1. Μίλτος Σαχτούρης, «Το αμάξι»

 

Έφευγα στα μάτια δεμένα κουρέλια

κι έσκισα τα πανιά

με ραμμένο το στόμα πληγή

κι έσκισα το στόμα

ο Μάρτης σταγόνες πάγο έριχνε στα μάτια μου και

τα μάτια μου γίνανε κόκκινα

είδα το μαύρο γυαλί

ν’ αχνίζει όχι

δεν ήταν το γυαλί

μα ένα κορίτσι μαύρο λάμποντας

με ριγμένα τα χέρια το κεφάλι

ανάποδα έγερνε

στο χάος χαμογελώντας το γαλάζιο

κι έπεφτε

 

δεν είχα τύχη

 

Δώσε μου λίγο κρεβάτι Ουρανέ

πήρε φωτιά το σπίτι μου

κυλάει κυλάει τρίζοντας

σαν πληγωμένο αμάξι

 

(Μ. Σαχτούρης, Ποιήματα, Κέδρος)

 

 

 

  1. Τέλλος Άγρας, «Αμάξι στη βροχή»

 

Ώρα, προσμένει μοναχή

η άμαξα, κάτω απ’ τη βροχή,

και δεν τη μέλει·

κι είναι σα να την τυραννά

πιότερο η ξένη γειτονιά

που δεν τη θέλει.

 

Τ’ αλογατάκια της, σιμά,

κάτω απ’ τον ίδιο μουσαμά

κάνουν καρτέρι·

στον τόπο αυτόν, το θλιβερό,

πράμα δε μένει από καιρό,

να το ‘χουν ταίρι.

 

Γρίλιες δεν είναι, μήτε αυλές

περικοκλάδες βαθουλές·

δεν έμειν’ ένα

απ’ τα φανάρια στη σειρά

με τα δυο μπρούτζινα φτερά,

τα σταυρωμένα.

 

Τ’ ανώφλια επέσαν κι οι αγκωνές

κι οι ανεμοπέραστες, στενές,

οι γαλαρίες·

κι έφυγαν έντρομες, πολλές,

κι οι θύμησες, σαν τις καλές,

σεμνές κυρίες.

 

Άδεια βιτόρια και φτωχή,

πάρε μου εμένα την ψυχή,

πάρε με εμένα

για ταξιδιώτη σου: κι ευθύς

πάμε, όθε κίνησες να ‘ρθείς:

στα Περασμένα.


(http://latistor.blogspot.com/2017/03/blog-post_19.html#ixzz59w0vC6E7)

 

 

 

 

  1. Θωμάς Γκόρπας, «Ομόνοια – Άνω Πετράλωνα»

 

Κορίτσι-εξουσία του λεωφορείου μέσα στο βράδυ

κάθεσαι πλάι μου όπως

ξανθό άνθος πίσω από φράχτην όπως

άστρο που περπατάει στον κόρφο μου

κι όμως μου λέει: Θα φύγω.

Κάθεσαι πλάι μου βουλιάζεις μες στα μάτια μου

όπως σ’ ένα τοπίο που θέλεις μα δεν μπορείς να τ’ αγαπήσεις

σχεδιάζοντας μες στη σιωπή που σε κρατάει δεμένη

τον αγαπημένο σου.

Πάντα πνιγμένη μες στα μάτια μου

πάντα δεμένη απ’ τη σιωπή

αναπολώντας μουσικές παλιές να ‘ρθουν και να σε λευτερώσουν

μα οι μουσικές δεν έρχονται κι εσύ

κάθεσαι πλάι μου

πάντα πνιγμένη μες στα μάτια μου

πάντα δεμένη απ’ τη σιωπή

με την καρδιά σου λαβωμένη σαν μικρό πουλί

με την ομορφιά σου ακυβέρνητη σαν μικρό παιδί

κάθεσαι πλάι μου

σαν άνθος και σαν άστρο και σαν έρωτας που θέλει

μα δεν μπορεί.

 

 

 

  1. Πέτρος Στεφανέας, «ΑΠΟΣΥΡΣΗ»

Tο αυτοκίνητό μου είχε χρώμα κίτρινο ξεβαμμένο
όπως τα ξερά φύλλα που μαζεύουν με το φτυάρι
Μπήκα να το οδηγήσω για τελευταία φορά
προς το αυτοκίνητο της εταιρείας μεταφορών
(λέγεται και οδική βοήθεια)
Αυτά τα τελευταία δέκα μέτρα της ζωής του
ακολουθεί ακόμα τις διαταγές μου
Οι ρόδες του ανεβαίνουν
σιγά-σιγά προς την πηγή του γερανού
Νέοι κανόνες αρχίζουν να διολισθαίνουν
μέσα από τα καθίσματα
Ξεκινά η ανυπαρξία
Μέσα του βρίσκεται το μαντιλάκι του ιδρώτα
οι ψάθες και το άδειο μπουκάλι
για τις δύσκολες μέρες του καύσωνα
Νιώθω την απορία τους
τα μικρά κλειστά τους μάτια
Λίγα αυτοκίνητα ξεπερνούν τα τριάντα
Σήμερα
όλοι οι σοβαροί πολίτες τα αποσύρουν
σε νεαρές ηλικίες
Δε θέλουν να τα δουν σε γηροκομείο

(https://teflon.wordpress.com/)

 

 

Πες το με ποίηση (213ο): «ΠΟΔΗΛΑΤΟ»

ΤΟ ΠΟΔΗΛΑΤΟ ΜΟΥ- ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΚΕΔΟΝΑΣ

 

 

  1. ΤΟ ΠΟΔΗΛΑΤΟ

 

Το παιδικό ποδήλατό μου,

ο άλλοτε απαστράπτων Πήγασος

που απογειωνόταν μόλις τον καβάλαγα,

έχει για πάντα τώρα υπογειωθεί.

 

Κι ας λέω ψέματα,

αδιάκοπα,

στον εαυτό μου και σ ‘εκείνο,

πως, κάποια μέρα, θα του αλλάξω λάστιχα,

απ’ τη σκουριά του θα το γδύσω,

θα το λαδώσω και θα το γυαλίσω

κι όλο τον κόσμο μαζί του θα γυρίσω.

 

Το παιδικό μου ποδήλατο έχει για πάντα υπογειωθεί.

Το ξέρω και το ξέρει.

 

ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ

 

***

  1. ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΠΟΔΗΛΑΤΟ

Στη μνήμη του πατέρα μου

Το παλιό ποδήλατο
στην καρδιά σου φύλα το
στα πετάλια του στηρίζεις
παιδικές σου αναμνήσεις.

Μαύρο και θεόρατο
με τεράστια σέλα
και με πόν’ αόρατο
έλα και ξαναέλα.

Το παλιό ποδήλατο
να ξεχνάς αδύνατο
έτριζε η καδένα του
και μάγκωναν τα φρένα του.

Κρέμονταν τα πόδια μου
στον πισινό τροχό του
τώρα με τα ζόρια μου
πετώ με το φτερό του.

Το παλιό ποδήλατο
στ’ όνειρό μου είδα το
το φανάρι νικελένιο
έμαθα να περιμένω.

Ακούω το κουδούνι
στο έμπα της αυλής μας
μ’ αξύριστο πηγούνι
χαμογελάς μαζί μας.

Το παλιό ποδήλατο
αν μπορείς κυνήγα το
γυάλιζαν οι ακτίνες του
στου ήλιου τις αχτίδες του.

Έβαζα το πρόσωπο
πίσ’ από την πλάτη σου
σ’ ένα κόσμο απρόσωπο
φυλαχτό η αγάπη σου.

Το παλιό ποδήλατο
στην αυλή αφύλαχτο
πού να το καβαλικέψεις
πού ’ν’ τα κότσια να πιστέψεις.

Απ’ τη μέση σε κρατώ
και τ’ αέρι χαίρομαι
αχ μπαμπά πώς σ’ αγαπώ
τώρα π’ ερωτεύομαι.

Γιώργος Φράγκος, «Παλαιοπωλείο ασμάτων»,  Φαρφουλάς 2013

 

***

 

  1. ΜΟΝΤΕΛΟ ΤΟΥ 1880

Από ψηλά περνούσε ο θεός με το ποδήλατο·
τα γένια του μπερδεύονταν μέσα στα σύννεφα.
«Ο κύριος Υπατίδης», είπα, ότι έλαχε
στην ώρα επάνω να διαβάζω για το εμβόλιο
ενάντια στον ιό της ηπατίτιδας.

Όχι, μου λέει αυτός, εμένα δεν με ξέρουν
του κεφαλιού μου οι τρίχες, βούλωσ’ το λοιπόν.

Τι να ’κανα; σωπαίνω, με κεφάλι να!
Γιατί μου φάνηκε πως είχε και μπαστούνι
για να χτυπάει την μπάλα· μου ’ρθε κατακούτελα.
Κι όπως από τη μύτη μου το αίμα
έρρεε και ξωμάκραινε απ’ το σώμα μου,
εγώ δεν είχα πού να στηριχτώ.

Πήγα στο Διάβολο και το και το.

Άκου, μου λέει, σε ξέρω από μικρό,
είσαι καλό παιδί, μια συμβουλή σου δίνω:
Άμα ξαναπεράσει πάνω σε ποδήλατο
πάρε αυτό που βλέπεις το καρφί
και τρύπησέ του το να σε θυμάται.

Ευχαριστώ και πήρα το καρφί
και τρύπησά του τον τροχό του ποδηλάτου
κι απ’ το πολύ να με θυμάται με κατήντησε
να μην μπορώ να σταματήσω – γράφω ποιήματα
και πάλι το αίμα ξωμακραίνει από το σώμα μου.

Λύση καμιά. Διαβόλου θεραπεία
σαν πήγα να γυρέψω, κόβω τα ήπατά μου.
Καλά να πάθω, και σας συμβουλεύω –
σας ξέρω από μικρούς, σας αγαπώ πανάθεμα –
να μ’ αποφεύγετε, σαν διάολος το λιβάνι.

Κυριάκος Χαραλαμπίδης, «Μεθιστορία», εκδ. Άγρα, 1995

 

***

 

  1. ΠΕΡΙΤΤΗ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ

 

 

Πώς βούλιαξε στα μυρωμένα γιασεμόκλωνα

εκείνη η εποχή που νοικιάζαμε ποδήλατα

και τρέχαμε λάμποντας μισή ωρίτσα…

 

Νίκος Καρούζος – Τα ποιήματα Α΄ (1961-1978) Χορταριασμένα χάσματα  (1974), Ίκαρος (ε΄ έκδοση 2013).

 

 

***

 

 

  1. ΠΟΔΗΛΑΣΙΑ

 

Άστραφτε το ποδήλατο στον ήλιο

Μια βόλτα μόνο! είπα

 

Δεν ξέρω να ισορροπώ

όμως τολμώ να πέσω για να μάθω

Άλλο αν δεν έμαθα

 

Ανέτοιμη κάθε φορά

με βρίσκει η επιθυμία

καθώς σκορπίζουνε γι’ αλλού

η σέλα τα πετάλια το τιμόνι

 

Μονάχα το φωτάκι του οδηγού

μένει στο δρόμο

 

Ειρήνη Ρηνιώτη, Μια βόλτα μόνο, ΑΓΡΑ

 

Ο ποδηλατιστής, Μπακιρτζής

 

  1. ΛΑΘΡΕΠΙΒΑΤΗΣ ΠΟΔΗΛΑΤΟΥ

– κοίτα μπαμπά! χωρίς βοηθητικές, χωρίς χέρια
χωρίς εσένα σπάω το φράγμα της ενηλικίωσης
γερνάω, μηδενίζω
γίνομαι ωάριο έφηβης γαλανομάτας
σπέρμα ανειδίκευτου αρσενικού
bing bang
χτυπώ το κουδούνι … στην άκρη όλοι
βγάζω φρονιμίτες, έρχομαι να στο πω

σε βλέπω από μακριά να τινάζεις τα πέτα απ’ το χώμα
χαμογελάς, σωπαίνω

ανάβω κηρήθρες θλιμμένων μελισσών
τις μπήγω στο ύψος των ματιών σου
τις ποτίζω χρόνια, γίνονται φασολιές
ριζώνουν σε αμυντικές στάσεις εμβρύου
γιατί δεν ψηλώνουν Τζάκ;

πέρασε η ώρα και η μαμά θ’ ανησυχεί

οι αποχωρισμοί μας δεν έχουν συγκινήσεις
έχουν την οδύνη των πράσινων κυπαρισσιών

κάνω να φύγω … μα κάτι ήθελα να σου πω

– κοίτα μπαμπά! χωρίς βοηθητικές, χωρίς χέρια

Νίκη Χαλκιαδάκη

 

***

  1. ΖΕΣΤΟ ΜΕΣΗΜΕΡΙ-22

Τι είσαι ποδήλατο;
Ερώτηση ή απάντηση;
Ρωτάς τον κόσμο ή του απαντάς;


Στέκεις άθικτο.
Κι όμως τίποτα άθικτο
Δεν υπάρχει στον κόσμο.
Εκτός αν εξαιρέσουμε τον κόσμο ολόκληρο.
Άρα τίποτα.

Μόνο στίλβουσα πρόκληση.
Κοίτα, όμως, εμένα.
Καθώς καπνίζω το τσιγάρο μου
Πίσω απ’ το τζάμι.


Τους κουρασμένους ώμους μου
Τα γένια.
Τι άχρηστος
Τι μεταχειρισμένος
Τι ποδήλατο.

Γιάννης Πατίλης, «Ζεστό μεσημέρι», 1984 –συγκεντρωτική έκδοση «Ταξίδια στην ίδια πόλη» [Ποιήματα 1970-1990], εκδ. Ύψιλον/βιβλία

 

 

Η ποδηλάτισσα – Οδυσσέας Ελύτης

 

  1. Η ΠΟΔΗΛΑΤΙΣΣΑ


Το δρόμο πλάι στη θάλασσα
περπάτησα που `κανε κάθε
μέρα η ποδηλάτισσα.

Βρήκα τα φρούτα που `χε
στο πανέρι της, το δαχτυλίδι
που `πεσε απ’ το χέρι της.

Βρήκα το κουδουνάκι και το
σάλι της, τις ρόδες,
το τιμόνι, το πεντάλι της.
Βρήκα τη ζώνη της, βρήκα σε
μιαν άκρη, μια πέτρα διάφανη
που `μοιαζε με δάκρυ.

Τα μάζεψα ένα ένα και τα
κράτησα κι έλεγα πού `ναι
πού `ναι η ποδηλάτισσα.

Την είδα να περνά πάνω
απ’ τα κύματα, την άλλη μέρα
πάνω από τα μνήματα.

Την τρίτη νύχτωσ’ έχασα
τ’ αχνάρια της, στους ουρανούς
άναψαν τα φανάρια της.

Οδυσσέας Ελύτης

 

***

  1. ΤΑ ΠΟΔΗΛΑΤΑ


Τα παιδιά που περνούσανε και τον κόσμο κατέβαιναν
με ποδήλατα γέμισαν τον αέρα φωνές. Και στο
δρόμο μας σύρριζα από όλους ο ένας λίγη σκόνη που
άφηνε, από κάτω του το ποδήλατο σταματώντας,
εκείνος και αποδήλατος έφευγε απ’ τις κορφές των
δέντρων ψηλά, και οι άλλοι τρέχοντας προλαβαίνανε πιο
κάτω το ίδιο, στη γειτονιά του καθένας, ώσπου ο αέρας
γέμιζε από όλους τους δρόμους εκείνη την ώρα
αγόρια που ανέβαιναν αντί για πουλιά.

ΕΛΕΝΗ ΒΑΚΑΛΟ  – «Γενεαλογία του Κόσμου», Ύψιλον/Βιβλία, 1990

 

***

 

  1. ΕΤΣΙ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ

Στον Βασίλη Λαλιώτη

Χθες το πρωί
σού κλέψαν το ποδήλατο
‘Κλέβεις ποδήλατο, κλέβεις όνειρο’,
σχολίασε κάποιος φίλος ποιητής.


Ποδηλατώντας
μοιραία σημαίνει ‘είσαι ελεύθερη’
Ποδηλατώντας πετάς
μέσα στην πεζή σου πόλη
ξορκίζοντας έτσι
όλους τους αρνητικούς κραδασμούς
της διαβρωμένης ζωής της


(ζωής που οι ίδιοι οι πολίτες της
αφέθηκαν να χάσουν
έχοντας καταντήσει τώρα
αξιοθρήνητα γελοίοι)

ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ

 

 

Το Ποδήλατο Ελένη Βιτάλη

 

 

  1. TO ΠΟΔΗΛΑΤΟ

Ένα μικρό μικρό ποδήλατο κι ένα μικρό μικρό παιδί

είδαν το πρόβλημα το άλυτο και κάναν βόλτα στη ζωή

 

Δεν είναι δράκος, δεν είναι γίγαντας

δεν είναι τίποτα καλέ τρομαχτικό

είναι ό,τι είναι, γι’ αυτό που είναι

δεν το γνωρίζω ούτε εγώ

 

Ένα μικρό μικρό ποδήλατο κι ένα μικρό μικρό παιδί

είδαν το πρόβλημα το άλυτο και κάναν βόλτα στη ζωή…

Ένα μικρό μικρό ποδήλατο κι ένα μικρό μικρό παιδί

είδαν το τίποτα να ορθώνεται και κάναν βόλτα στη ζωή

ΕΛΕΝΗ ΒΙΤΑΛΗ

 

***

 

  1. ΣΠΑΣΜΕΝΑ ΠΟΔΗΛΑΤΑ

Ο πατέρας τους έφτιαχνε τα σπασμένα ποδήλατα της γειτονιάς.
Έρχονταν και περαστικοί κάποτε, του έφερναν.
Τα δυο παιδιά του έτρεχαν πέρα-δώθε ξυπόλητα και ρακένδυτα
–στα μάτια τους έλαμπε η περιπέτεια
και το τέλος της.


Όλη μέρα έτρεχαν
αυτός πνιγμένος στη δουλειά
δεν τα ’χανε απ’ τα μάτια του
όμως μια κοφτερή στιγμή
που το αδόκητο δρεπάνιζε τα σύθαμπα
στο τυφλό σημείο
όταν ο αυχένας αδυνατεί να στρίψει
του ξέφυγαν
καβάλησαν δυο σέλες
με τρυπημένους τροχούς
ξεχαρβαλωμένες καδένες
διαλυμένα φρένα
κι ανέβηκαν στο ψηλότερο σημείο των ονείρων.


Στη μεγάλη κατηφόρα των χρωμάτων
εκεί που συνήθως
όλα τα ξυπόλητα παιδιά την παθαίνουν
δεν τα κατάφεραν.
Τα γύρεψε μάταια
ο πατέρας τους
–ο ανήλιαγος.
Τα γύρεψε βουβά.
Μόνο αυτός τα γύρεψε.

Αυτά και άλλα περιστατικά
συμβαίνουν σε αφώτιστα μέρη.

Γιώργος Χριστοδουλίδης, «Πληγείσες περιοχές», Μελάνι 2016

 

***

 

  1. ΤΑ ΠΟΔΗΛΑΤΑ

    Οι ερωτευμένοι δεν φιλιούνται
    μόνο πίσω από τις βάρκες,
    τρέχουν και κρύβονται στα δάση∙
    όταν γυρίζουν μαζεύουν τα ρούχα τους
    κι ανεβαίνουν στα ποδήλατα.

    Οδηγούν απρόσεκτα,
    έχουν ορμή κι ευελιξία,
    χαλαρωμένα, φωτεινά πρόσωπα
    και σώματα.

    Χωρίς ν’ αντιλαμβάνονται κοινές συνομιλίες
    και βαρετές συνήθειες,
    κυκλοφορούν μ’ επικίνδυνη ταχύτητα∙
    κάνουν ξυστά ανέμελα περάσματα,
    μπαίνουν στη μέση τού δρόμου,
    στρίβουν απότομα.

    Πηγαίνουν όπου θέλουν,
    σε έρωτες μυστικούς,
    σε γνωριμίες που τελειώνουν κάπως έτσι∙
    και καθώς στο πέρασμά τους
    μαγνητίζουν την προσοχή τού κόσμου,
    πέφτουν συχνά σε μικροατυχήματα,
    σε απότομες συγκρούσεις.

    ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΠΑΚΟΝΙΚΑ, Ανοικτή γραμμή (1984)

 

 

Ποδήλατα δίχως φρένα -Πυξ Λαξ

 

  1. Η ποίησις είναι ανάπτυξις στίλβοντος ποδηλάτου.
    Μέσα της όλοι μεγαλώνουμε.
    Οι δρόμοι είναι λευκοί.
    Τ’ άνθη μιλούν.
    Από τα πέταλά τους αναδύονται συχνά μικρούτσικες παιδίσκες.
    Η εκδρομή αυτή δεν έχει τέλος.

                    ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ

 

 

*Η ανάρτηση είναι της καλή φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής!

 

 

Post Navigation