Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (381ο): «ΤΣΑΪ»…

ΤΣΑΪ ΓΙΑΣΕΜΙΟΥ – ΑΡΛΕΤΑ

1.ΤΣΑΪ

.

Κι από πιοτό κι από καπνούς κι από τα χάη

προτίμησα κι αγάπησα το τσάι,

ένα αρωματικό φλιτζάνι τσάι.

.

Κάλυκας κρίνου να ’ναι το φλιτζάνι

απ’ αργυρόηχη, από φίνα πορσελάνη,

να πίνει και ν’ ανοίγει η φαντασία

μεγάλη μυστική σαν την Ασία,

κι ο Βούδας να φυλάει και να βλογάει

όσα φυλλάκια τσάι η γη βλαστάνει

στην Κίνα και στην Κεϋλάνη…

.

Αλέξανδρος Μπάρας, «Άθροισμα. Ποίηση 1933-1983», Κέδρος, Αθήνα 1983,

σελ. 110.

***

2.ΤΟ ΤΣΑΪ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

.  

«Δεν είναι το δικό μου σαμοβάρι αυτό  

και σίγουρα δεν είναι το φλιτζάνι μου»   

βροντοφώναξε ο πρίγκιπας Ιγκόρ   

στην καμαριέρα που έκανε λάθος στο σερβίτσιο.

.   

«Κανένας δεν μπαίνει στα παπούτσια μου,  

ούτε βέβαια ένας προλετάριος στα σκαρπίνια μου.  

Από ταξική πάλη αγνοώ,  

βεβαιώνω όμως πως οι μουζίκοι μου περνούν καλά  

το ίδιο και τα ποντίκια στο κελάρι μου».  

.

Ύστερα κάπως πνίγηκαν τα λόγια του

στην τελευταία γουλιά,  

ένα καροτσάκι κατρακύλησε στις σκάλες,  

κάποια Ανάκτορα έπεσαν,  

οι μέρες πέρασαν γρήγορα, οι νύχτες γρηγορότερα,  

τα λευκά σώματα των Ρομανόφ,  

αναιμικές μαριονέτες, ταλάντωναν στο πουθενά.

.

Ένα θωρηκτό πρόβαλε στον ορίζοντα,  

ένα μεγάλο κρου αζιερόπλοιο ναυάγησε  

στους ήχους ενός πιάνου,  

μια φουσκωτή βάρκα βούλιαξε στο πέλαγος,  

ο μικρός Αχμέτ πνίγηκε στη θάλασσα,  

στο μεταξύ στο ακριβό κονιάκ έλιωναν οι πάγοι,  

στην Ανταρκτική αποκολλούνταν τα παγόβουνα,   

ο ανεμοστρόβιλος του χρόνου κλωθογύριζε  

και στον υπολογιστή της Άλισον  

το άβαταρ αποκεφαλίζει το τέρας  

με φλεγόμενο σπαθί.

Τότε αυτή σταματάει  

και πίνει αργά από την κούπα,

ενώ το τσάι της ιστορίας  

ξεχειλίζει απ’ την τσαγιέρα του. 

Χλόη Κουτσουμπέλη

***

3.ΤΣΑΙ

.

Τσάι με ζάχαρη και κονιάκ

-Οι υπόλοιποι έχουν ήδη κοιμηθεί-

Ξεφυλλίζω

Γουλιά γουλιά

Το παλιό οικογενειακό άλμπουμ:

Γάμοι, γενέθλια, βαφτίσεις

Άχτιστες ακρογιαλιές

Παιδικές αποκριές

Γέλια

.

Και βλέμματα ακόμα αναγνωρίσιμα.

Κοιτάζω

Γουλιά γουλιά

Το παλιό οικογενειακό άλμπουμ

Φυτολόγιο

Με ξέθωρα, αποξηραμένα χρόνια

.

Ίσως

φταίει η μελαγχολική απραξία της Κυριακής

ίσως

και το ότι οι υπόλοιποι έχουν ήδη αποκοιμηθεί.

.

ΝΕΚΤΑΡΙΑ ΜΕΝΔΡΙΝΟΎ, Αειθαλή και φυλλοβόλα

***

4.ΤΑ ΤΣΑΓΙΑ ΤΩΝ ΗΛΙΚΙΩΜΕΝΩΝ ΚΥΡΙΩΝ

.

Τα τσάγια των ηλικιωμένων κυριών

έχουνε μια παράξενη μελαγχολία

τα κουλουράκια τους μια γεύση από χθες

και τα παράθυρά τους

μια θέα στο φθινόπωρο.

.

Ανάμεσα απ’ τα χέρια τους

περνούνε γερανοί

που προκαλούν αρθρίτιδες και πόνους

κι από τα μάτια τους

κυλούν ζεστά διαμάντια

όταν μιλούν για τους αγαπημένους τους νεκρούς.

.

Τα τσάγια των ηλικιωμένων κυριών

είναι γεμάτα δηλητήριο

μα τα πίνουν αδιαμαρτύρητα

σχεδόν σα να το ξέρουν, οι άμοιρες

και να το διασκεδάζουν

που θα πεθάνουν καθισμένες σ’ έναν κύκλο.

 .

Κατερίνα Καριζώνη, Πέντε ιστορίες για γυναίκες . Τα παγόνια της μονής

Βλατάδων (1992)

ΔΑΚΗΣ – ΤΣΑΙ ΜΕ ΛΕΜΟΝΙ

5.ΤΡΕΙΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΣΑΙ

 .

«Το τσάι είναι έτοιμο κι ίσως να κρυώσει

Γιατί το τσάι πάντα έτσι κάνει

Κι όμως τότε δεν κρύωνε το τσάι.»

Άρης Αλεξάνδρου

.

α΄. ΤΟ ΤΣΑΙ ΤΩΝ ΤΡΕΛΩΝ

.

Μια βροχερή μέρα

είναι πάντα μια πρόφαση για τσάι,

μας έλεγε η θετή μας κόρη

σκύβοντας πάνω στο αλληγορικό φλιτζάνι της,

έτσι εξηγούνται τόσα βροχερά βράδια.

.

Ύστερα το φλιτζάνι χανόταν στα σύννεφα

το τσάι κυλούσε στα λόγια μας,

μας έπνιγε,

μαύρο ποτάμι διέσχιζε τον ύπνο μας

πλημμύριζε μέσα στις δεκαετίες

εισχωρούσε απ’ τα ανοιχτά παράθυρα

στα υπόγεια του αιώνα μας

το μαύρο τσάι των τρελών και των υπόπτων.

.

Κι όσοι μαζί μας ήπιαν και ξαγρύπνησαν

σε κυλικεία δικαστηρίων

και σε φθινοπωρινές κλινικές

χάσαν οριστικά τα συμπεράσματα.

.

Ίσως γι’ αυτό ποτέ το τσάι δεν τελείωνε.

Ίσως γι’ αυτό ποτέ δεν επιστρέφανε οι καλεσμένοι.

@@@

β΄. ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΚΡΥΩΝΕ ΤΟ ΤΣΑΙ

.

Εκείνο το βράδυ

φύσηξε ο αέρας στα σημάδια

φύσηξε στα απλωμένα ρούχα

κι έγιναν μέρες του καλοκαιριού

και τα κεριά στα κηροπήγια σβηστήκαν

την ώρα που ο υπηρέτης ανύποπτος κοιμόταν

μέσα στις αλλοιωμένες βραδινές προθέσεις του.

.

Μόνο το τσάι στο τραπέζι

δεν έλεγε να κρυώσει

κι ας έκανε προσπάθειες

η τραυλή θεία Αλεξάνδρα

εκείνη που μας τρόμαζε στα εφτά μας χρόνια

μύριζε ακόμη το άρωμά της

σ’ όλα μας τα ένστικτα.

.

Για μας είναι πάντα ώρα για τσάι,

έλεγε.

Ίσως γι’ αυτό να φύσαγε ο αέρας.

Ίσως γι’ αυτό δεν κρύωνε το τσάι.

@@@

γ΄. Η ΛΥΠΗΤΕΡΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΓΓΕΙΟΠΛΑΣΤΗ

.

Σαν κάποια μνήμη μακρινή κι ανεξιχνίαστη

ή σαν εκείνη την παλιά φωτογραφία

που τη βρίσκεις στον βυθό

όταν τραβούν τις βάρκες στο ακρογιάλι

έτσι κάποτε πίνοντας ανύποπτη το τσάι μου

διακρίνω στον πάτο του φλιτζανιού

να ιριδίζει

το πρόσωπό σου.

.

Και τότε

μου ξεφεύγει το φλιτζάνι από τα χέρια

μα αντί να πέσει στο πάτωμα

ανεβαίνει στον ουρανό.

.

Κι όλα αυτά γίνονται

εξαιτίας ενός αγγειοπλάστη

που έφτιαξε το φλιτζάνι πάνω στην απελπισία του

τη νύχτα που έχασε εκείνη που αγαπούσε.

.

Από τότε αποφεύγω το τσάι.

.

Κατερίνα Καριζώνη, Τσάι και μυθολογία (1985)

***

6.

ΧΙΙ

Να πίνεις τσάι και, στο μεταξύ, να σβήνει η

ζωή σου, όπως συμβαίνει με τους ήρωες του

Τσέχοφ, να σβήνει η ζωή σου, ενώ εσύ με α-

ξιοπρέπεια το τσάι ν’ ανακατεύεις και να ε-

παινείς τη γεύση και το άρωμά του. Έτσι,

σαν ήρωας του Τσέχοφ ή όπως ο Τσέχοφ ο ί-

διος, στη χυδαιότητα του πόνου ν’ αντιτάσ-

σεις την καλή ανατροφή σου.

.

ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ, ΕΚΔΟΧΕΣ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ

***

7.ΤΣΑΙ

.

Τι άλλο να περιμένεις από έναν άρρωστο

Που την τρίτην ημέρα κατά τας γραφάς

Σηκώνεται μ’ ένα φλογισμένο ποίημα στο μέτωπο

.

Ένας Θεός κουφός σου πέφτει κι εσένα

Βάλθηκες να πετάξεις απ’ το μπαλκόνι σου

Εδώ δεν έχει ουρανό — σφίξε την καρδιά σου

Τι φώτα τι μουσικές τι φωνές σαν από τάφους

Τα ίδια γίνανε και χτες όπως με βλέπεις και σε βλέπω

.

Τρόπος του λέγειν βέβαια γιατί ο κόσμος όλο βουλιάζει

Κι αν πνιγείς με μάτια διεσταλμένα τι προνόμια έχεις

Τι αποθέματα βλεμμάτων θαυμάτων ποιημάτων

Ώστε να δώσεις μια στο δήμιο να πέσει στο πηγάδι

Κι εσύ να πας μια βόλτα δροσερή στην παραλία

.

Γι’ αυτό με μαγεύουν όλο και πιο πολύ τα πρωινά του τσαγιού

Βούτα το φακελάκι στο νερό και περίμενε

Πιες και περίμενε κοίτα βαθιά και περίμενε

Από κει θα βγει ένα γράμμα αχνιστό και υγρό

Ένα γράμμα για σένα περίλυπο έως

Απ’ το παλιό ταχυδρομείο κίτρινο σαν πεθαμένος

.

Ό,τι μου χαρίζεις είναι ένα μήλο μισό

Ό,τι σου χαρίζω είναι μια σάπια υπόσχεση

.

Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, Σαλκίμ (2001)

***

8.ΤΣΑΙ ΜΕ ΚΡΕΜΑ

.

Στον Τ.Σ. Έλιοτ,

il miglior té

.

ΤΙ κάνεις, ρωτάει. Ελαφρύ

αγγλικό πρωϊνό, λέω. Διαβάζω

Έλιοτ, ακούω Beatles. Ω,

λέει εκείνη, πώς τους ανακατεύεις;

.

Όπως την κρέμα με το τσάι, λέω.

Όπως το τσάι με την κρέμα,

με διορθώνει εκείνη, όσο να’ ναι ο Έλιοτ

επέμενε τόσο πολύ

το τσάι να’ ναι πικρό και αγγλικό.

.

Και πέθαινε για πορσελάνη

για τις βραδινές εφημερίδες,

για τον καμπανιστό ήχο απ’ τα κουταλάκια. Εκείνος

ήταν το τσάι, ήταν το τσάι… Εκείνα

τα σκαθάρια απλά πήραν το καϊμάκι.

.

Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ, Από την ποιητική συλλογή «Γράμματα στον Γκαουστίν»

(2003), Μετάφραση από τα βουλγάρικα: Ζντράβκα Μιχάιλοβα

***

9.ΤΣΑΙ ΒΟΥΝΟΥ

.

Λιγνοί κι αθώοι σαν τσάι βουνού

οι φίλοι μου κάποτε ήταν εδώ

στην οδό Μελενίκου στην Τούμπα

στ’ αμφιθέατρα

στους εξώστες του Κρατικού

.

Τώρα οι φίλοι μου μίσεψαν

άνεμοι και τους πήρανε

σε ορεινούς ορόφους

κύματα τους βυθίσανε

σε σκοτεινά κοχύλια

κι εγώ στη λευκή ερημία

βουβό καραβάνι

αναπαράγω το λυγμό μου

.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ

***

10. Ω Ρ Α  Ε Ξ Ι  Τ Ο  Α Π Ο Γ Ε Υ Μ Α

.

Ετοιμάζεται να πιει τσάι.

Τα πόδια σταυρωμένα, το κεφάλι

Επίμονα στραμμένο χαμηλά, κοιτάζει

Με προσήλωση το φακελάκι

Που ανεβοκατεβαίνει μέσα στο

Καυτό νερό. Η κούπα

Πορσελάνινη,

Απροσπέλαστη, κλεισμένη

Στον εαυτό της.

.

Το νερό μαυρίζει ολοένα.

ΠΝΙΓΟΜΑΙ! ΠΝΙΓΟΜΑΙ!

.

Έλενα Πολυγένη, «Η χώρα των παράδοξων πραγμάτων», Το κεντρί

Βιβλιοπωλείο Εκδόσεις

***

11.ΦΛΙΤΖΑΝΙ ΤΣΑΙ

 .

Για να πιούν ένα φλιτζάνι τσάι

πέρασαν

από το φθινόπωρο

από δρόμους γεμάτους φύλλα

από στενά και σκοτεινά σοκάκια

από θορυβώδεις πλατείες

από υγρά σκαλοπάτια

από έρημα δωμάτια

.

όταν έφτασαν

στο φλιτζάνι τσάι

το τσάι ήταν κιόλας κρύο.

.

Ahmad Reza Ahmadi 

Μετάφραση από τα περσικά: Μπαμπάκ Σαντέγκ Χαντζάνι

*Η ανάρτηση είναι της καλής φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής.

Advertisement

Single Post Navigation

5 thoughts on “Πες το με ποίηση (381ο): «ΤΣΑΪ»…

  1. -Τάσος Λειβαδίτης, «Απογευματινό τσάι»

    Άλλα γιατί με κατηγορούν για σκοτεινές προθέσεις. Ίσως
    γιατί στέκομαι πάντα κάτω από μια μαρκίζα, αλλά δε βλέπουν ότι μια ζωή δεν αρκεί
    όταν αρχίζει να βρέχει. Κι αλήθεια τι θα συμβεί αύριο; Τι συνέβη χτες; Πράξεις χωρίς καμιά σημασία
    που κάνουν ακόμα πιο βαθύ το μυστήριο κι οι νεκροί μας φεύγοντας άφησαν στην είσοδο αυτή την ακαθόριστη ελπίδα
    που κάνει πιο αβέβαιο τον κόσμο. Όλα τόσο θολά, σαν μια συνομιλία σ’ έναν πολυθόρυβο δρόμο
    «μα δεν ακούς, λοιπόν — δεν ακούς;» «ν’ ακούσω τι;»
    μια θλίψη παράξενη σαν κάποιος που έμαθε το μυστικό σου ν’ απομακρύνεται αδιάφορος
    κι άλλοτε είδα ανθρώπους πάνω στις έρημες αποβάθρες
    να χειρονομούν απεγνωσμένα — ποιόν ειδοποιούσαν; Τι ήθελαν να πουν;

    Απ’ όλα μπορείς να σωθείς
    εκτός απ’ τη νοσταλγία σου για κάτι πολύ μακρινό
    που δεν το θυμάσαι.

    Έτσι, παρ’ όλο που το σπίτι ήταν άδειο, κανείς δεν ερχόταν, «αλήθεια, πόσος καιρός πέρασε», σκεφτόμουν
    και θα πεθάνουμε ολομόναχοι — κι εκείνο το μικρό καράβι που μας
    χάρισαν σε κάποια παιδικά γενέθλια
    μας πήγε μακριά. (Πότε γυρίσαμε χωρίς να το καταλάβουμε!) Τώρα περιπλανιέμαι σε βράδια που δε θα ξανάρθουν ποτέ ή μένω
    κλεισμένος στην κάμαρα μου — μόνο, για το Θεό, μην τραβήξετε την κουρτίνα
    είναι ανατριχιαστικό!

    «Μια μέρα θα ξαναγυρίσουμε, είχε πει ο Φίλιππος, αλλά θα ‘ναι αργά» και σκέφτηκα τα φαντάσματα
    που εμφανίζονται όταν όλα έχουν τελειώσει (κι ίσως για να κρύψουν ακριβώς αυτό).
    Άλλα τώρα χειμώνιασε, ας κατεβούμε στην κήπο κι ας θάψουμε τα παλιά χειρόγραφα.
    Και κάποτε θα τρομάξεις
    όταν καταλάβεις ποιος είσαι.

    Κι οι εραστές υστέρα από μια νύχτα απερίγραπτη ξυπνάνε σ’ ένα
    φτωχό πρωινό του Νοέμβρη ενώ η βρύση στο νιπτήρα στάζει αργά σαν υπόμνηση της μονότονης
    διαδοχής των ήμερων. Και πεθαίνουμε στερημένοι σ’ έναν παράδεισο από λέξεις.

    Κι άξαφνα
    έρχεται η στιγμή που πρέπει να επιστρέψεις, βράδιασε, στη σάλα έχουν ανάψει τα φώτα — στάθηκα στο διάδρομο, είχα ένα σπουδαίο άλλοθι, αλλά το ξεχνούσα την κρίσιμη στιγμή — με κατηγορούσαν ότι συναντούσα, λέει, κρυφά τις σκιές τού παλιού σχολείου
    ναι, δεν το αρνούμαι, όμως χυνόταν μόνο το δικό μου αίμα
    κι υστέρα τα θλιβερά απογεύματα στέκομαι συνήθως έξω από κάποιο ορφανοτροφείο
    κι απορούσα μάλιστα που στα άσυλα μοιράζουν πάντα τόσο νωρίς το δείπνο, ίσως γιατί το σούρουπο είναι μια δύσκολη ώρα
    και καλύτερα να ‘χει κανείς αλλού το νου του. Έξαλλου, εγώ έχω το άπειρο, τι να τις κάνω τις γνωριμίες.

    Γι’ αυτό κιόλας μ’ αρέσει να χαιρετώ τα πλοία που φεύγουν για τον Άγιο Δομίνικο
    ή έφτιαχνα πύργους με παμπάλαιες εφημερίδες που ‘γραφαν για μια χαμένη εξέγερση — ποιος τη θυμάται;
    κι αυτό το μυστικό που περίμενα χρόνια: κάποιος, λέει, θα με πλησίαζε και θα μου το ‘λεγε ξαφνικά —
    έτσι δεν πρόσεξα τίποτ’ άλλο στον κόσμο. Κι εσύ, καλέ μου φίλε, μόλις πεθάνω
    θα σου γράψω με ειλικρίνεια, θα σου πω για τον άνθρωπο που μ’ έφτυσε
    για το κονιάκ που μου λείπει, για τα πουλιά το πρωί που με ξαναγυρίζουν στο σπίτι τού παππού.

    Κι η Τερέζα κάθε φορά που πίναμε τσάι και μου επέστρεφε το φλιτζάνι, το χέρι
    της ήταν ωχρό
    απ’ το μακρύ ταξίδι — που είχε πάει και πότε θα γυρίσουν οι νεκροί «δε σέβεστε λοιπόν ούτε το άπειρο;» τραύλισα, γι’ αυτό ετοιμάζω
    τις αποσκευές μου αλλά δεν απομακρύνομαι — αφού για να γνωρίσεις τον κόσμο αρκεί
    εν’ ανεξήγητο όνειρο.

    Τότε το εκκρεμές άρχισε να χτυπάει κι ακούστηκε η ώρα του αναπότρεπτου
    έτρεξα να τους προλάβω στη σκάλα, «κανείς δεν πέθανε, τους λέω, μα όλοι είναι σιωπηλοί μάρτυρες γι’ αύριο»
    ενώ την ίδια στιγμή «κάπως έτσι θα ‘ναι η τιμωρία», σκεφτόμουν — όπως και τα παιδικά μας χρόνια την ώρα του θανάτου μας
    θα ‘ναι εκεί και θα μας περιμένουν.

    Και συχνά τις νύχτες ανέβηκα στις γέφυρες των σταθμών
    και κοίταξα τα φωτισμένα τραίνα να χάνονται πέρα στο πουθενά.
    Ώ εποχή μου, όλα ειπώθηκαν και μόνο το φθινόπωρο συνεχίζει το αιώνιο παράπονο του.

    Ώσπου σιγά-σιγά το παρελθόν γίνεται όλο και περισσότερο αίνιγμα και το φως της μέρας δεν έχει επιείκεια γι’ αυτούς που ενδίδουν κι υστέρα είναι κι εκείνο το επικίνδυνο άστρο μιας αναγνώρισης που
    άργησε οι φίλοι που πέθαναν, οι άλλοι που χάθηκαν κυνηγώντας κάτι
    άπιαστο
    λέξεις συμπόνιας που κάνουν τον κόσμο ακόμα πιο τρωτό κι αυτή η αίσθηση ότι όλα όσα ζήσαμε ήταν λάθος κι ότι από αύριο
    ίσως αρχίσει η αληθινή μας ζωή. Ποιόν θέλουμε να ξεγελάσουμε ή ποιος μας εμπαίζει;

    Και καμία φορά τη νύχτα μια κραυγή που ζητάει βοήθεια ακούγεται απ’ το παρελθόν — ακριβώς γιατί ποτέ δεν το ζήσαμε
    ή μας βασανίζουν αναμνήσεις από γεγονότα που δε συνέβησαν ποτέ — αλλά ποιος είναι βέβαιος για το τι συνέβη;
    εξάλλου η κάμαρα μου μοιάζει με όλες τις κάμαρες της γης, θέλω να πω πόσο στο βάθος είμαστε άδικοι ή ξένοι.

    Ώ, που έζησα μια ζωή συγκεχυμένη, ακαθόριστη σαν ένα όνειρο που το ξεχνάς το πρωί και μετά το ξαναθυμάσαι, μέχρι που δεν ξέρεις αν ήταν όνειρο ή το ίδιο το πεπρωμένο. Και είδα τ’ ανοιχτά παράθυρα σα μεγάλα βιβλία της ερημιάς
    όπου διάβασα το ποτέ και το τίποτα. Κι έπρεπε εγώ απ’ αυτό το ποτέ και το τίποτα
    να φτιάξω μια ποίηση για πάντα.

    http://poihsh-logotexnia.blogspot.com/2012/05/blog-post_375.html

    *********
    -Τσάι και απουσία

    Βάλε το μπρίκι –στη φωτιά- με το νερό
    θα σου έχω δίπλα το φλιτζάνι σου το ωραίο
    λίγη βανίλια,
    καραμέλα όση πρέπει
    και μετρημένους όσους θες κόκκους της ζάχαρης ,
    να αχνοβολήσει η γειτονιά γεύση από ‘σένα.

    Κι όσο να βράσει μες στο αίμα το φιλί
    έλα τυλίξου απ’ άκρη σ’ άκρη,
    όλος σ’ εμένα
    να ροβολήσει ο έρωτας μας κατά ‘δω
    με το γοργόφτερο φτερούγισμα της τρέλας.

    Έξω ο χειμώνας θα χορεύει άγριο βαλς
    κι ίσως οι στάλες της βροχής να μας ζηλεύουν
    μα άσε να στάζει η φωτιά μέσα απ’ τα βλέμματα
    κι από τα αρώματα να ανάβουν τα καμίνια.
    Ξέρει η αγάπη στης σιωπής τα χαρακώματα
    να δίνει μάχες όσο λείπουνε τα χείλια.

    https://stixoi.info/stixoi.php?info=Poems&act=details&poem_id=136330

  2. 12.ΤΕΑ ΑΝD SYMPATHY

    Eγώ μονάχος να γυρνώ στα χάη,
    χωρίς μιλιά ν’ αντέχω φονικά
    κι εσύ στις 5 να καλείς για τσάι
    κι η μάμυ σου να φτιάχνει τα γλυκά.

    Μες το χειμώνα εγώ κι εσύ στο Μάη
    στ’ άνετα εσύ κι εγώ στα ξαφνικά.
    Κι όλο το πάθος σου για με να σπάει
    σε γράμματα πολύ ρομαντικά.

    Φύγε, μια στέρεη, κούφια γη σού πρέπει,
    όπως ωραία το γράφει ο ποιητής,
    δεν είναι η αγάπη τσάι και σαλέπι
    μα πρέπει μέσα της ν’ αφανιστείς.

    Κι όλο να διδαχτείς το αλφαβητάρι
    της νύχτας, που στο ωμέγα θα σε πάρει.

    ΤΑΣΟΣ ΚΟΡΦΗΣ, Παυσίλυπα 1987, ΠΡΟΣΠΕΡΟΣ

    ***

    13. TEA-TIME

    Ώρα για τσάι
    Στο σαλονάκι του κρεμασμένου
    Ρουφάμε το τσάι
    Με πάταγο
    Βουτάμε τα μπισκότα
    Στα σάλια του που στάζουν
    Τεντώνουμε τα πόδια
    Και το παίζουμε νεκροί
    Μιλάμε για σχοινιά
    Και ευχές και τελευταίες επιθυμίες

    Κουνάμε τα μέλη του
    Και χορεύει στον αέρα
    Χτενίζουμε τα μαλλιά του
    Και κυματίζουν στον άνεμο
    Βουρτσίζουμε τα δόντια του
    Γιατί είναι σχεδόν ώρα για ύπνο.

    Αντριάνα Μίνου

    ***

    14. ΚΙΝΕΖΙΚΟ ΤΣΑΙ

    Μετανάστευσε, λοιπόν, ο ουρανός
    στην κούπα ετούτη
    ─ τρέμω και να σ’ αγγίξω.

    Άφθαρτη παρουσία στην καθημερινή φθορά μου,
    δέρμα που κληρονόμησε τα μυστικά των αστεριών,
    ευφροσύνη που μου δίνεται μονάχα στάλα στάλα.
    το τσάι αυτό ποτέ να μην τελειώσει.

    Νίκος Παπάνας , Πρώτη δημοτικού και άλλα» Εκδόσεις Ιωλκός (2019)

    ***

    15. ΘΕΛΕΙΣ ΕΝΑ ΤΣΑΓΑΚΙ, ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ;

    Αποχρώσεις μπλε σε τμήματα του πύργου
    το παράθυρο βλεφαρίζει στο ψεύτικο φως
    το δωμάτιο μυρίζει βανίλια
    η κυρία απέδρασε από έναν πίνακα του Μονέ
    ξεφυλλίζει ένα περιοδικό μόδας

    αλλιώς όλα θα ήταν σαν ένα ανιαρό φιλμ
    μόνο απόμακροι ήχοι φτάνουν στ’ αυτιά μας
    ο αγέρας δεν κουνά την κουρτίνα καθόλου
    δεν βλέπω αποτσίγαρα στο ασημένιο σταχτοδοχείο

    το πιάνο με το καπάκι ανοιχτό μοιάζει με τεράστιο ψάρι
    έτοιμο να καταπιεί το πατιναρισμένο μπρούτζινο αγαλματίδιο
    το μπλε γίνεται γκρίζο στο πλαίσιο του παραθύρου
    ο καθρέφτης με κοιτάζει με συμπόνια:
    θα `θελες ένα τσαγάκι, αγάπη μου;

    Attila F. Balázs – Μετάφραση: Μανώλης Αλυγιζάκης

  3. -«…Αχ, φίλε μου, δεν γνωρίζετε, δεν γνωρίζετε
    Τι είναι ζωή, εσείς που στα χέρια σας την κρατάτε.»:
    (Αργά το μίσχο της πασχαλιάς στριφογυρίζει)
    «Την αφήνετε να κυλήσει, να κυλήσει,
    Και η νεολαία είναι βάναυση, και τύψεις δεν έχει
    Και σε καταστάσεις χαμογελάει που δεν μπορεί να δει.»
    Εγώ χαμογελάω, φυσικά,
    Και συνεχίζω πίνοντας τέιον.

    (Τ, Σ, Έλιοτ)

    ********

    «Τι γνωρίζετε για το παλιό
    Ρωσικό, σαμοβάρι Τούλα;
    Κάποτε έκαιγε ατμό,
    Στη χρυσή, γλάστρα πλευρά
    Το βραστό νερό χτυπά ελαφρά…
    Τι είναι το τσάι χωρίς σαμοβάρι,
    Χωρίς αρωματικό ρόφημα,
    Χωρίς βραστό νερό
    Χωρίς μονοξείδιο του άνθρακα;»

    Σ. Μιχάλκοφ.

    Από το ποίημα «Samovar».

  4. 16.ΤΕΑ-ΤΙΜΕ

    Τι νοιαζόμαστε για τα παιδιά, για τους ηλικιωμένους,
    για τον τηλεοπτικό πόλεμο, για τη μυρωδιά αίματος κάτω απ’ το παράθυρο,
    για το παρόν μας που ξεγλιστράει δίπλα στην πόρτα,
    αλλαγές κλίματος, πλημμύρες και πυρκαγιές κάπου αλλού,

    δεν είναι η κακώς καμουφλαρισμένη αδιαφορία,
    μια δυνατότητα
    να βρεθούμε σε κατάλληλο μέρος,
    στην πληρότητα
    του απογευματινού τσαγιού,
    με ανάγνωση στίχων ή απλώς αποσπάσματος συναισθηματικής νουβέλας,
    ειρωνικά χαμόγελα, γάντια πάνω σε αρθριτικά δάχτυλα, πορσελάνη,

    τέσσερις γριές γύρω από το βελούδινο τραπεζομάντιλο με σχέδια ρόδων,
    κουβέντα περί ανέμων και υδάτων,
    κάτω απ’ τα μαύρα καπέλα Μοιρών λουφάζει το μέλλον κάποιου,
    στα καλοσυνάτα βλέμματα τους μπορούμε να μαντέψουμε
    την έλλειψη δικαιοσύνης,
    την αδυναμία και την ελπίδα με την οποία πιστεύουμε στον Θεό
    και ήρεμα να υποδεχθούμε τους εαυτούς μας,

    εκεί πάρα πέρα οι γερασμένες γυναίκες
    που κάθονται στα κατώφλια των σπιτιών
    και περιμένουν να περάσει,
    τον υποδέχονται και τον ξεπροβοδίζουν
    τον θάνατο.

    Sylvia Choleva. Μετάφραση από τα βουλγάρικα: Ζντράβκα Μιχάιλοβα

    ***

    17. […]Λίγο-λίγο τα πράγματα αδειάζουν, όπως εκείνα τα μεγάλα κόκκαλα
    που συναντούσαμε το καλοκαίρι στ’ ακρογιάλι ― κόκκαλα αλόγων
    ή ζώων προϊστορικών· αδειάζουν απ’ τη μέσα ουσία, απ’ το μεδούλι·
    μένει μονάχα ένα στέρεο λευκό, σαν έλλειψη χρώματος, με αόρατες τρύπες,
    όπως το χρώμα εκείνο μέσα στα δωμάτια, το χειμώνα, όταν έξω
    βρέχει ραγδαία.

    Τότε κρατάς το χερούλι της πόρτας ή το χερούλι
    απ’ το φλιτζάνι του τσαγιού, κι ούτε που ξέρεις αν εσύ τα κρατάς ή σε κρατούνε
    ή αν κρατιούνται κι εκείνα κι εσύ.

    Και, ξαφνικά, καθώς δοκιμάζεις
    να πιεις το τσάι σου, βλέπεις στα δάχτυλά σου ανάμεσα το πορσελάνινο χερούλι
    μόνο του· ―το φλιτζάνι λείπει· ―περιεργάζεσαι αυτό το χερούλι, τόσο άσπρο,
    τόσο αβαρές, σχεδόν κοκκάλινο ―και το βρίσκεις ωραίο, σε σχήμα
    μισού μηδενικού― γυρεύει τη συμπλήρωσή του, ενώ, αντίκρυ, στον τοίχο,
    μέσ’ από μια βαθιά ρωγμή, βγαίνει ζεστός ο ατμός απ’ το τσάι που δεν ήπιες.

    ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ, «Αναχωρήσεις, ΙΙΙ». Χειρονομίες, 1972. Επιτομή. Κέδρος, 1977. 335.

    ***

    18. MONH ΣΤΟ ΜΠΑΡΑΚΙ-STOP

    Ψεύτικο ή αληθινό
    το ψεύτικο λουλούδι
    στα μαλλιά της,
    κόκκινα κι’ αυτά
    σεμνά, πολύ σεμνά
    μαζεμένα ψηλά
    όμως τσαφ! στη κορφή
    μια μπούκλα όλο τσαχπινιά!

    Φοράει γυαλιά
    μ’ ασημένια νερά,
    δάκτυλα φρέσκα
    απαλά
    γυρνάν τις σελίδες
    πού – πώ, πώ! –
    με πόση σοβαρότητα κρατά!

    Κάθομαι πλάι
    στο μικρό τραπέζι
    με τσάι τελειωμένο
    σε κούπα άσπρη και σωστή
    – αν βγάλουμε βέβαια το χερούλι
    εκείνο μοιάζει με φτερό –
    τόσο ήσυχη, όλο αξιοπρέπεια
    ακούει τη μουσική
    που σ’ ένα όνειρο δικό της
    την πηγαίνει
    σ’ ένα όνειρο τόσο μυστικό –

    Λάμπες φεγγάρια ολόγυρα

    Τοίχοι με χρώμα σκούρο φωτεινό
    φιγούρες στους τοίχους
    σ’ έναν άηχο ακίνητο χορό

    Κι’ εγώ,
    γράφω, γράφω μόνη στο μπαράκι,
    και θέ μου πόσο θέλω, θέλω
    να σε δω.

    Ολυμπία Καράγιωργα

  5. English Tea -PAUL McCARTNEY

    19. ΤΟ ΕΡΩΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΤΖ. ΑΛΦΡΕΝΤ ΠΡΟΥΦΡΟΚ

    […]Θα ‘πρεπε, μετά το τσάι και τα κέικ και τα παγωτά,
    Να ‘χα το σθένος να εξωθήσω τη στιγμή στην κρίση της μεθοδικά;
    Και παρότι θρήνησα και νήστεψα, θρήνησα και προσευχήθηκα,
    Παρότι είδα το κεφάλι μου (το ελαφρώς φαλακρό)
    φερμένο πάνω σε πιατέλα,
    Προφήτης δεν είμαι – κι ούτε αυτό είναι το θέμα·

    Είδα τη στιγμή του μεγαλείου μου να τρεμοπαίζει,
    Κι είδα τον αιώνιο Θυρωρό το παλτό να μου κρατά, και να μ’ εμπαίζει,
    Και κοντολογίς, φοβήθηκα.

    Και θ’ άξιζε, τελικά,
    Μετά τα φλιτζάνια, το τσάι, τη μαρμελάδα,
    Ανάμεσα στις πορσελάνες, μεταξύ μιας κουβέντας μας,
    Θ’ άξιζε τον κόπο,
    Μ’ ένα χαμόγελο το θέμα να δαγκώσω,
    Το σύμπαν σε μια μπάλα να συμπυκνώσω
    Να την κυλήσω προς ένα αβάσταχτο ερώτημα,

    Να πω: «Είμαι ο Λάζαρος, απ’ τους νεκρούς φερμένος,
    Επέστρεψα για να σας πω τα πάντα, και θα τα πω σε όλους» –
    Αν κάποια, φτιάχνοντας το μαξιλάρι στο κεφάλι της,
    Έλεγε: «Δεν είναι αυτό που εννοούσα, διόλου.
    Δεν είναι αυτό, καθόλου»…

    Τ.Σ.ΕΛΙΟΤ -Απόδοση στα ελληνικά: Χάρης Γαρουνιάτης

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: