Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (380ο): «Περί βλακείας κι άλλων σχετικών»…

-«Πότε θ’ ανθίσουνε τούτοι οι τόποι;
Πότε θα ρθούνε καινούργιοι ανθρώποι
Να συνοδεύσουνε τη βλακεία
Στην τελευταία της κατοικία;»

(Ν. Γκάτσος)

********

-«Η βλακεία, η εγωπάθεια, η μωρία, η γενική αναπηρία της ηγετικής τάξης στην Ελλάδα σε φέρνει στην ανάγκη να ξεράσεις. Eίμαι βέβαιος πως τούτοι οι ελεεινοί δεν αντιπροσωπεύουν τη ζωντανή Ελλάδα.»

(Γ. Σεφέρης)

*********

-Γιώργου Σεφέρη, «Από βλακεία»

«Ελλάς· πυρ! Ελλήνων· πυρ! Χριστιανών· πυρ!
Τρεις λέξεις νεκρές. Γιατί τις σκοτώσατε;»

[πηγή: Γιώργος Σεφέρης, Τετράδιο Γυμνασμάτων Β΄, φιλολ. επιμ.: Γ.Π. Σαββίδης, Ίκαρος, Αθήνα 21993, σ. 103]

*********

-«Ποιο είναι το μεγάλο μυστικό του βλάκα;», (Μπέρτολτ Μπρεχτ)

«Πάντα υπάρχουν αρκετοί βλάκες για να σχηματίσουν μια πλειοψηφία. Αυτό είναι το μυστικό όπλο του βλάκα».

«Ποιο είναι το μεγάλο μυστικό του βλάκα;» ρώτησαν κάποτε τον κ. Κόινερ.

«Αυτό που τον κάνει ακατανίκητο, ανυπέρβλητα κακό και πάντα νικητή;».

«Το μεγάλο μυστικό του βλάκα, για να σκεφτώ λίγο. Ε, μάλλον ότι δεν του περνά καν από το μυαλό, δεν διανοείται ότι μπορεί για μια στιγμή να ‘χει άδικο. Κι αν του περάσει μια στάλα υποψίας από το μυαλό, γρήγορα τη διώχνει. Αυτός βλαξ; Ποτέ των ποτών. Οι άλλοι είναι πάντα. Έτσι γίνεται αδίσταχτα θρασύς, υπέροχα επικίνδυνος, ανυπέρβλητα αλαζονικός. Και πείθει. Γιατί πάντα υπάρχουν αρκετοί βλάκες για να σχηματίσουν μια πλειοψηφία. Αυτό είναι το μυστικό όπλο του βλάκα. Μα γι’ αυτό ακριβώς πρέπει να εξολοθρεύουμε τη βλακεία, γιατί κάνει βλάκες αυτούς που τη συναντούν».

«Άραγε η βλακεία οδηγεί στην κακία ή η κακία οδηγεί στην βλακεία;».

«Ούτε το ένα ούτε το άλλο» απάντησε ο κ. Κόινερ.

«Και τα δυο δεν είναι παρά συμπτώματα. Η βαθύτερη αιτία είναι η δυσανεξία απέναντι σε ένα Απύθμενο εσωτερικό κενό. Ο Βλάξ το Υποψιάζεται, αλλά καθώς αδυνατεί να το παραδεχτεί, το Απωθεί. Το παραγεμίζει είτε σωματικά -λαιμαργία- είτε στρεφόμενος προς τον εξωτερικό κόσμο: με κακία. Προσπαθώντας να επιβάλλει την εξουσία του ελπίζει να ξεχάσει την εσωτερική του κενότητα, αλλά εκείνη επιστρέφει τα βραδιά καθώς ετοιμάζεται να κοιμηθεί ή τα πρωινά λίγα δευτερόλεπτα πριν ανοίξει τα ματιά του. Φαύλος κύκλος».

«Ποιες δραστηριότητες επιλέγει συνήθως ο Βλάκας;».

«Επειδή είναι ανασφαλής επιλεγεί δραστηριότητες που του δίνουν μια Ψευδαίσθηση παντοδυναμίας. Καθώς είναι περιορισμένος στην Βλακεία του διαθέτει και ορισμένα πλεονεκτήματα: Οργανωτικότητα, επιμονή και υπομονή. Τα καταφέρνει συνήθως να οικειοποιείται δουλειές άλλων. Εξάλλου διαθέτει και ένα σπάνιο χάρισμα: δεν έχει καθόλου την αίσθηση της Ευγνωμοσύνης. Καθώς επίσης είναι και βλάκας δεν μπορεί να διανοηθεί ότι κάνει κάτι το κακό, όταν καρπώνεται τον πνευματικό ή μη μόχθο, άλλων.».

«Ποια Ύπαρξη ενοχλεί περισσότερο τον Βλάκα;».

«Η αλογόμυγα. Γιατί τον βάζει σε υποψίες αυτογνωσίας».

«Ναι κύριε Κόινερ. Αλλά γιατί από την άλλη η αλογόμυγα πάει και κολλάει στα μούτρα του Βλάκα;».

«Διότι δεν μπορεί να ανεχτεί την Βλακεία. Αυτή είναι η μοίρα της αλογόμυγας».

«Και γιατί ο Βλάκας παρόλο που είναι πιο δυνατός δεν εξοντώνει την Αλογόμυγα;».

«Γιατί είναι βλάκας και υπερβολικός. Προσπαθεί να την εξοντώσει με κανονιές. Μόνο ένας βλάκας θα προσπαθούσε να εξοντώσει μια Αλογόμυγα με κανόνι».

«Και ποια θα ήταν η λύση;».

«Η λύση θα ήταν να έπαυε να είναι Βλάκας. Αλλά καθώς αυτό είναι αδύνατον δυστυχώς δεν υπάρχει λύση: Ούτε για τον βλάκα αλλά και ούτε για την Αλογόμυγα».

«Και δεν είναι Τραγικό για τον Βλάκα να πρέπει να υποφέρει διαρκώς την ενοχλητική του Αλογόμυγα;».

«Ε όχι και τόσο. Τι να πούνε και όσοι θα πρέπει να υποφέρουνε τον βλάκα;».

«Πώς είναι δυνατόν ο Βλάξ να μην έχει καθόλου την αίσθηση του χιούμορ;».

«Στην ουσία η έκλειψη Χιούμορ προστατεύει τον βλάκα. Διότι αν είχε στοιχειώδη αίσθηση του Χιούμορ δεν θα έπαιρνε και τον εαυτό του τόσο σοβαρά, οπότε θα έπαυε να’ ναι και βλάκας». 

«Και ποια είναι τα πιο σημαντικά χαρακτηριστικά της Βλακείας;».

«Ας τα πάρουμε ένα-ένα. Πρώτα απ’ όλα ο Βλάξ δεν έχει καμιά ικανότητα μεταφορικής σκέψης. Τα παίρνει όλα κυριολεκτικά. Έτσι αδυνατεί να καταλάβει πότε ο συνομιλητής του μεταφέρει μια άποψη άλλων από την άποψη του ιδίου του συνομιλητή του. Δεν μπορεί να αντιληφθεί την εντός εισαγωγικών φράση. Παράδειγμα, λέει η Βίβλος “Ο Άφρων είπε: Δεν υπάρχει Θεός” και λέει ο Άφρων (δηλαδή ο Βλάξ) «Είδατε; Το λέει και η Βίβλος. Δεν υπάρχει θεός».

«Δηλαδή τι θέλετε να μας πείτε κ. Κόινερ; Ότι υπάρχει Θεός;».

«Αγαπητό μου παιδί. Δεν ξέρω αν υπάρχει ή δεν υπάρχει Θεός. Εκείνο για το οποίο είμαι Βέβαιος είναι ότι η Ανθρώπινη Βλακεία είναι Ακατανίκητη, κυριολεκτικά».

(Ιστορίες του κ. Κόινερ του Μπέρτολτ Μπρεχτ, εκδ. Πατάκη.)

***

-Νίκος Κουφόπουλος , «Περί βλακείας»

Μεσημερακι Κυριακης. Γυρω μια ησυχια. Ένα μωρο κλαιει σιγα. Ομορφη μελωδια. Μετα από λιγο σωπασε. Εκαναν ό,τι θελει. Το κλαμα είναι το οπλο του. Και το μωρο το ξερει.

Ο βλακας ομως αγνοεί, φιλοι, πως είναι βλακας. Και μην μπερδεύεστε. Σαφως, αλλος ειναι ο… μαλακας. Ισως μιλησω και γι΄αυτόν σε καποιο άλλο γραφτο μου. Περι βλακειας σημερα. Σε αυτό εχω το μυαλο μου. Μια ταση, εχει παντοτε, μια κλιση, μια… πρεμούρα, η βλακεια πραξη να γινεται. Κι εδώ είναι τα σκουρα. Γινεται επικίνδυνη. Μια βομβα με ρολόι. Και όταν σκασει φιλοι μου, αρχιζει μοιρολόι. Ο βλακας προκαλει ζημια παντα σε καποιον άλλο, χωρις κερδος να εχει από αυτό. Χωρις καποιο… ρεγάλο. Πολλες φορες, ισως κι αυτος καποια ζημια να παθει. Όμως αυτος περιφρονεί τα… χρησιμα τα λαθη.

Ο κοσμος μας χωριζεται σε εξυπνους και βλακες. Η διακριση είναι δυσκολη. Κι εδώ αρχιζουν πλακες. Ο εξυπνος ποτε δεν λεει, στους εξυπνους πως ανηκει. Ο βλακας, παλι το αγνοει. Κι αυτό του δινει…νικη. Ο βλακας μπορει να είναι λευκος, κιτρινος ή και μαυρος. Αντρας, γυναικα ή και τρανς. Βαζελος ή και… γαυρος. Πλουσιος, φτωχος, μικροαστος, ή και αριστοκρατης. Γιατρος, πανεπιστημιακός ή και απλος εργατης. Κομουνιστης, αναρχικος. Χμ… παντοτε ο φασιστας. Δεξιος, κεντρωος, πρασινος. Πολλοί απ’ τους… atenistas (χεχε…). Διαχρονικος, παντοτινος, χειμωνα καλοκαιρι Ο βλακας ευδημει παντου. Μα ο ιδιος δεν το ξερει.

Η διαφορα όμως φιλοι μου που υπαρχει στην βλακεια, είναι όταν συνοδευεται από καποια… εξουσια. Οσο ψηλα, πιο ισχυρος ο βλακας, με εξουσια τοσο πιο επικίνδυνη γινεται η βλακεια. Προσεξτε, το αντιθετο δεν είναι της εξυπναδας. Η λεμοναδα αντιθετη είναι της πορτοκαλάδας (?). Καποιες φορες και ο εξυπνος βλακεια ισως κανει. Ο βλακας όμως μονιμα. Η βλακεια του… στεφάνι.

Ειπαμε, ο βλακας αγνοει βλακας ότι είναι παντα. Αυτό είναι καταστροφικο. Γι’ αυτό πρεπει στην μπαντα γρηγορα να τον βαζουμε, για λιγο να σωθουμε. Για λιγο μονο γιατι-ωιμέ- ναι, θα ξαναβρεθουμε.

Τι γινεται όμως αν βρεθουν βλακες πολλοι μαζι; Φυγετε φιλοι γρηγορα. Η βλακεια θα εκραγει. Το ένα και ένα δυστυχώς εδώ δεν κανει δυο. Ισως να κανει… δωδεκα. Ισως είκοσι δυο. Το αθροισμα εδώ είναι σαφως, ανωτερο απ’ τα μερη. Μονο που για άλλη μια φορα, ο βλακας δεν το ξερει.

Πολλοι ασχοληθηκαν γραπτως παλι με τη βλακεια. Θα επρεπε ισως μαθημα να ηταν στα σχολεια. Υπηρξε του Ερασμου το Εγκοσμιον Μωριας. Και του Μουζιλ το διασημο εργο Περι Βλακειας. Του Ευαγγελου Λεμπεση, το κλασσικο βιβλιο: Η τεραστία κοινωνική σημασία των βλακών εν τω συγχρόνω βίω. Του Χαριτοπουλου επισης το Εγχειρίδιο βλακειας. Και αλλων που ισως αγνοώ. Ας τυχω ευκαιριας θα επανελθω παραυτα, αν μαθω κατι ακομα. Προς το παρον, θελω από εσας, ένα φιλι στο… στομα. (Ρε, τι τραβαει ο ποιητης. Δινει ψυχη και σωμα, για ένα στιχο δυνατο, και τι… θα κανει ακομα).

Καποιοι από εσας ισως σκεφτούν, για κατσε ρε μεγαλε, πολλα μας τα ειπες, καπου εδώ μια τελεια βαλε. Πες μας για σενα ειλικρινά, εισαι βλακας ή μη βλακας; Το ερωτημα σας φιλτατοι, σορυ, είναι της πλακας. Αν ειμαι εξυπνος, απλα, δεν πρεπει να το λεω. Κι αν ειμαι βλακας, το αγνοώ. Ετσι, τι να σας λεω; Βλεπεται πως ξεγλίστρησα. Σας ειπα ειμαι… γατος. Δικος μου είναι ο Ουρανος, δικος μου και ο πατος. Τα εχω πει και παλι αυτά, σε καποιο άλλο γραφτο μου. Τωρα, ποιημα εχω για σας. Που είναι… ολο δικο μου. 

**********

-Τζακ Κέρουακ, 85ο ΧΟΡΙΚΟ

Στ’ αλήθεια χρειάζεσαι

Την κατάλληλη λέξη

Χρειάζεσαι στ’ αλήθεια

Βεβαίως τα πάντα είναι βλακείες

Σχήματα της βλακείας

Μια κι έξω

Κύριε Ουίλλιαμ Κάρλος

Ουίλλιαμς

Εν πάση περιπτώσει,

Ένα βλακώδες σχήμα

που θα πάψει

όλη τη βλακεία

στο εξής

Αυτό είναι ένα ποίημα

Το ποίημα

Θα πάψει την

Βλακεία

http://www.poiein.gr/2008/11/29/jack-kerouac-dhiethiaoa-aeaauaeae-i-aeuiico-eaeaaauo-poiein-podcast-productions-07/

-Τσάρλς Μπουκόφσκι, Καημένο ανόητο ζωάκι

Προσπαθήσαμε να το κρύψουμε στο σπίτι για να μην

το δουν οι γείτονες.

Ήταν δύσκολο, καμιά φορά χρειαζόταν να λείψουμε

Κι οι δυο μαζί κι όταν επιστρέφαμε

Βρίσκαμε περιττώματα και κάτουρα

παντού.

Αρνιόταν να μάθει να πηγαίνει εκεί όπου πρέπει

Αλλά είχε τα πιο γαλανά μάτια που έχεις δει

ποτέ

Έτρωγε ό,τι τρώγαμε κι εμείς

και καμιά φορά βλέπαμε μαζί τηλεόραση.

Ένα βράδυ γυρίσαμε σπίτι και δεν το βρήκαμε

εκεί.

αίμα στο πάτωμα,

Μια γραμμή από αίμα.

Την ακολούθησα ως έξω στον κήπο

Και το βρήκα στους θάμνους,

Σακατεμένο.

Κρεμόταν μια πινακίδα απ΄τον κομμένο του

λαιμό:

«δεν θέλουμε τέτοια πράγματα στη γειτονιά μας».

Πήγα στο γκαράζ να πάρω το φτυάρι.

Είπα στη γυναίκα μου, «μην βγεις έξω».

Έπιασα το φτυάρι και

Βάλθηκα να σκάβω.

Ένιωθα

πρόσωπα να με κατασκοπεύουν πίσω

από κατεβασμένα στόρια.

Είχαν και πάλι την γειτονιά τους,

Την ωραία ήσυχη γειτονιά με το καταπράσινο γρασίδι,

Τα φοινικόδεντρα, τα κυκλικά ιδιωτικά δρομάκια, τα παιδιά,

Τις εκκλησίες, τα σούπερ μάρκετ κ.λ.π

Έσκαψα στο χώμα.

Από το βιβλίο «Η λάμψη της αστραπής πίσω από το βουνό» με ποιήματα του Τσάρλς Μπουκόφσκι

***********

-Νικολάς Χόρχε Γκιλιέν, Καμιά φορά

Καμιά φορά θέλω να ’μαι ένας μελοδραματικός

για να πω: Σας αγαπώ με τρέλα.

Καμιά φορά θέλω να ’μαι ένας ανόητος

για να ουρλιάξω: Σας αγαπώ τόσο!

Καμιά φορά θέλω να ’μαι ένα παιδί

για να κλάψω κουλουριασμένος στον κόρφο σας.

Καμιά φορά θέλω να ’μαι νεκρός

για να αισθανθώ, κάτω από τη γη υγρή απ’ τους χυμούς μου,

ότι ένα λουλούδι μού μεγαλώνει το στήθος σπάζοντάς μου,

ένα λουλούδι, και να πω: Αυτό το λουλούδι,

για εσάς.

**********

-«…Για σας θα κάνω μια καλύτερη τιμή
είπε το Τίποτα στο Κάτι
κι εκείνο το ηλίθιο το’ χαψε.
Υ.Γ. : Κι όμως το Τίποτα και το Κάτι τα κανονίζουν όλα!»

(Κική Δημουλά)

**********

Όμως εκείνο το ηλίθιο παιδί που γελούσαμε μαζί του
Έ
ρχεται τώρα τις νύχτες γερασμένο.
«
Πώς έγινες έτσι», του λέω.
«
Εσύ όταν πέθανες ήσουν σχεδόν παιδί».
«
Δε γελάνε πια μαζί μου» μου λέει.» […] […] Έκανα να φύγω, αλλά στην πάροδο είδα το μουγκό παιδί,
Είχε ακουμπήσει στον τοίχο κι έκλαιγε,
Και τώρα πάνω στον τοίχο ήταν ένα μικρό φωτισμένο παρεκκλήσιο».

(
Τάσος Λειβαδίτης, 1995:842, Η λέξη)

**********

[Οι ηλίθιοι ] / Κουμέττος Κατσιολούδης

Οι ηλίθιοι
δεν αλλάζουν κατεύθυνση.
Θα σε ποδοπατήσουν.
Θα θελήσουν να περάσουν
με το ζόρι από πάνω σου.
Αγνοούν…….
πως είσαι…… νάρκη.

https://poetryfromcyprus.blogspot.com/2020/07/blog-post_15.html?m=0

***********

-Μάκης Πολίτης,  Η ακουαρέλα ενός ηλίθιου

Κι η νύχτα πέρασε
και το όνειρο μέσα μου άστραψε φως.
Ω, ουράνια πολιτεία, εδώ ήσουν
κάτω απ’ τα πούπουλα της χήνας,
στους αραχνοΰφαντους πέπλους δακρύων
αυτών που δεν άντεξαν να περιμένουν
κι η νύχτα πέρασε.
                        —

Υπνοβάτης λοιπόν στη μεγάλη πόλη,
σκοτεινός εγώ παρατηρητής
του φωτεινού μας μέλλοντος.
Πορεία νυχτερινή στην Πειραιώς,
τ’ αφεντικά μοιράζουνε
φιλοφρονήσεις στους εργάτες.
«Ελάτε, αδέρφια, άλλη μια μέρα μόχθο
για το ψωμί και για τον πλούτο αυτής της χώρας».
Αθέατος, απρόσιτος, βλέπω στα πρόσωπα τους
χαρά ανυπόκριτη για τις διπλές τους βάρδιες
κι η νύχτα πέρασε.
                        —

Καλοντυμένα τα παιδιά των φαναριών
ζεσταίνουν τα χεράκια σε μικρές φουφούδες
που τους μοιράσαν αφειδώλευτα
αγγελικές υπάρξεις,
σεπτές κυρίες, κήρυκες αγάπης
από το Ψυχικό και την Εκάλη.
Ω, πόσο ευτυχισμένα τώρα τρίβουν τα παρμπρίζ
κι η νύχτα πέρασε.
                        —

Αθέατος, απρόσιτος,
ταξιδευτής στο κύμα μιας αρμονίας άφατης
βλέπω στα εξωτερικά ιατρεία
τις τίμιες ιερόδουλες να συναθροίζονται με τάξη,
επιθυμία, απόφαση, θέληση τρανή να υψώνουν
από τις μάστιγες να προστατέψουν
τους ευγενικούς τους πελάτες
κι η νύχτα πέρασε.
                        —

Σ’ ατέρμονες τροχιές κινούνται μέσ’ στο πλήθος
ήσυχα, μυστικά, βουβά,
οι διακριτικοί πορτοφολάδες,
σαν Αρλεκίνοι χορευτές, μύστες κι αρχιερείς
μιας πανάρχαιας ιεροτελεστίας.
Λιτοί κι απέριττοι τώρα ζητάνε μόνο
της επιστροφής τα δίκαια εύρετρα
κι η νύχτα πέρασε.
                         —

Πλατεία Λαυρίου, ξημερώματα.
Ελεύθεροι πια οι ευχέτες ζητιάνοι
εισπράττουν ευχαριστημένοι
το αντίτιμο των προσευχών τους,
κρεσέντο η χορωδία
«να συγχωρεθούν τα πεθαμένα σας».
Ο αστυφύλακας, ευπροσήγορος πάντα, περιπολεί.
Ησυχάστε, λέει.
Κοιμούνται δίπλα οι άστεγοι αδερφοί μας
στα νοικοκυρεμένα τους χαρτόκουτα
κι η νύχτα πέρασε.
                        —

Ω, πολιτεία, όνειρο, ελπίδα μακρινή,
άραγε θα σε δούμε ν’ ανατέλλεις;
Πλούσιοι, φτωχοί, εμπρός αδέρφια στη γραμμή,
στης ευτυχίας την πηγή προστρέξτε.
Στους ίδιους ατραπούς συνοδοιπόροι εμείς,
συμμαχητές χορτάτοι ή πεινασμένοι,
με το μυστρί, τ’ ατσάλι και το νου
να χτίσουμε μια πόλη ευλογημένη
κι η νύχτα πέρασε.

http://www.meganisitimes.gr/

*************

-Αλέξης Αντωνόπουλος, Το πάθημα του ηλίθιου ποιητή


 α’

Δεν πρέπει να κοιτάξεις ποτέ
έναν ποιητή στα μάτια
αν δεν θες να γράψει ποίημα για τα μάτια σου.

β’

Δεν πρέπει να γράψεις ποτέ
ποίημα για τα μάτια μιας γυναίκας
αν εκείνη τρέμει την ίδια της την ομορφιά.

Ηλίθιε. Ηλίθιε ποιητή.
Το ήξερες. Οι θεές στο είχαν πει.

Τώρα βλέπεις τα μάτια της
μόνο μέσα από τις λέξεις που έγραψες τότε.

Το χρώμα τους, γαμώτο.
Θα μπορούσες τουλάχιστον να είχες γράψει
κι έναν στίχο για το χρώμα.

https://tokoskino.me/

************

Γιώργος Σ. Αλεξάνδρου, [Ο ηλίθιος]

Συνωστισμός κραχτών

Προσέγγιση στους περαστικούς

Πωλούν την λεία τους

Στους ευκολόπιστους

Πόρτες ανοιχτές

Κάδρα στον τοίχο

Δίνουν πιστοποιήσεις

Με την καμπάνια:

«Ό,τι δηλώσεις, είσαι»

Μπαίνουν οι παντογνώστες

Ζητούν αναγνώριση

Στο κέντρο της πλατείας

Ο ηλίθιος

Κρατά κλειδί στο χέρι

Ψάχνει μια πόρτα κλειστή

Μήπως και το κλειδί ταιριάξει.

****************

-Ζακ Πρεβέρ, «Πόλεμος»

Ξεριζώνετε/ηλίθιοι

ξεριζώνετε

Όλα τα νέα δέντρα με το παλιό τσεκούρι

τα ξεριζώνετε

Ξεριζώνετε

ηλίθιοι

ξεριζώνετε

Και τα γέρικα δέντρα με τις γέρικες ρίζες

τις γέρικες μασέλες

τα προσέχετε

Και κρεμάτε μια ταμπέλα

Δέντρα του καλού και του κακού

Δέντρα της Νίκης

Δέντρα της Ελευθερίας

Και το έρημο δάσος βρωμίζει το δάσος το παλιό το

ρημαγμένο/και φεύγουν τα πουλιά

και σεις μένετε εκεί τραγουδώντας

μένετε εκεί

ηλίθιοι

τραγουδώντας θούρια και παρελαύνοντας”.

https://www.stcloris.gr/?p=20268

Advertisement

Single Post Navigation

8 thoughts on “Πες το με ποίηση (380ο): «Περί βλακείας κι άλλων σχετικών»…

  1. Ανόητες αγάπες, Πυξ Λαξ-Κατσιμιχαίοι

    1. ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΙ

    Άνδρα κλειστέ, μικρής ψυχής, είναι ήδη κακό
    για σένα η παράνοια να σε δέρνει και η κακεντρεχής
    απομώρανση. Αλλά ό,τι υγιεινό, ό,τι ευτυχές,
    ό,τι άρτιο σε κατανόηση, να το καταστρέφεις,
    δεν σου το συγχωρώ. Και ακόμη δεν σου συγχωρώ
    την τύφλωση να θεωρείς την πράξη σου αγαθή.

    Τι λαβυρίνθους δημιουργεί η βλακεία.

    Τ. Κ. Παπατσώνης

    ***

    2. SPLEEN

    Βαρέθηκα όλους τους σαχλούς και τους κουτούς του κόσμου
    καιρός να ζήσω μοναχός· τι λέτε πια;… Καιρός μου!

    Δεν φτάνει που τους έδινα, ευγενικά το χέρι;
    Πόσες αηδίες ετράβηξα, ένας Θεός το ξέρει!

    Τώρα το πήρα απόφαση: θα ζήσω όπως μ’ αρέσει!
    όποιος μου μπαίνει εμπόδιο θα τον πετώ απ’ τη μέση!

    Και θα τραβώ χωρίς καημούς για τούτο και για κείνο…
    Και για τους άλλους τσακιστή δεκάρα δεν θα δίνω!…

    Ας ρίξουμε, μια και καλή, όλη μας πια τη σκέπη:
    όπως γουστάρει καθενός να ζήσει, τώρα, πρέπει…

    …Κι αν με κακολογήσουνε και ειπούνε χίλια τόσα,
    –ό,τι τους έρχεται στο νου κι ό,τι τους τρώει τη γλώσσα–

    άστους να λένε… Φίμωτρο δεν έχω να τους βάλω
    μα θα μου μπουν απ’ το ‘να αυτί και θα μου βγουν απ’ τ’ άλλο

    κι έτσι κανείς παράπονο στον κόσμο αυτό δεν θα ‘χει
    Πάντα οι κουτοί θα ‘ναι κουτοί κι οι βράχοι πάντα… βράχοι!

    Ναπολέων Λαπαθιώτης

    ***

    3.ΕΙΜΑΙ ΑΝΟΗΤΟΣ ΚΑΙ ΓΙ ‘ ΑΥΤΟ…

    Είμαι ανόητος και γι’ αυτό τα βάσανα και τις αποτυχίες
    Στον εαυτό μου συγχωρώ σαν κερδισμένες μάχες.
    Δεν θα ράβω τη μοίρα μου με ανάξιες σοφίες,
    Με θέματα της σύνεσης δεν βαραίνω άλλες ράχες.

    Είμαι ανόητος και γι’ αυτό σιωπώ, δεν αντιλέγω,
    Όταν με ενοχοποιούν και κολλάνε ρετσινιά.
    Τ’ αξιώματα και τις τιμές δεν συλλέγω,
    Αρκούμε να κρατώ των συνήθειων μου την τιμονιά.

    Είμαι ανόητος και γι’ αυτό στις ηδονές δεν βλέπω
    Σκοπό ζωής και για εγκράτεια είμαι έτοιμος.
    Γυναίκες δεν αλλάζω, ούτε φρονήματα ανατρέπω,
    Είμαι ανόητος, ίσως γι’ αυτό είμαι κι έντιμος

    Είμαι ανόητος και γι’ αυτό είμαι ον ακατανόητο,
    Οι διανοούμενοι τα στερεότυπα απολαμβάνουν.
    Και η λογική μου η αλλόκοσμη με κάνει απτόητο,
    Ώστε οι εξυπνάκηδες μαζί μου τα χάνουν.

    Είμαι ανόητος και γι’ αυτό μες στους νερολάκκους
    Περιπλανώμαι δεν προσέχοντας τους δρόμους, τις αυλές.
    Στα όνειρά μου βλέπω ευγενικούς δράκους,
    Δεν βλέπουν οι νοήμονες υπνοφαντασίες τόσο άπειροκαλές.

    Ζακ Πρεβέρ -μετ: Αλέξανδρος Σοϊλεμεζίδης

  2. 4. ΣΚΑΣΕ ΗΛΙΘΙΕ

    «σκάσε ηλίθιε»
    και να που μ’ αστράφτει άξαφνα
    η μάνα μου μια σφαλιάρα
    όμως εγώ επιμένω με τις σαχλαμάρες
    τις θυμάμαι όλες τις σβουριχτές σφαλιάρες
    που μου ’ριχνε η μάνα μου
    όλες μου οι χαζομάρες άδικα τιμωρούνταν
    κάθε τι που έκανα τιμωρούνταν

    αντιστεκόμενος πάση θυσία
    κάποιες φορές κατάφερνα ν’ αποφύγω
    τις σφαλιάρες της μάνας μου
    και το μητρικό χέρι πετούσε
    σαν νά ’θελε ν’ αδράξει τον αέρα
    και ο υποφαινόμενος παραμένει εν ζωή
    παρόλη την ανευθυνότητά του

    τώρα πια έχω γίνει ένα φανταστικό άτομο
    μπασμένος σε πραγματικότητες όχι βέβαια φανταστικές
    μα για ν’ αποφύγω τις σφαλιάρες της μητέρας μου
    τότε κατάφερνα να πηδήσω απ’ το παράθυρο
    και ήμουν ακόμα σώος κι αβλαβής

    Luigi Di Ruscio, Ιταλός ποιητής (Φέρμο 1930 – Όσλο 2011).Μετ: Ευαγγελία Πολύμου

    ***

    5.ΗΡΕΜΑ, ΒΛΑΚΑ

    πρέπει να δεχτείς την
    πραγματικότητα
    είτε
    κάθεσαι μπροστά από μια πρέσα όλη μέρα είτε
    γυρνάς σπίτι
    πτώμα απ’ το εργοστάσιο χαρτόκουτων
    για να βρεις
    τρία πιτσιρίκια να πετάνε βρώμικες μπάλες του τένις
    στους τοίχους ενός
    δυαριού και τη
    χοντρή γυναίκα σου να κοιμάται ενώ
    καίγεται το φαγητό.

    πρέπει να δεχτείς την
    πραγματικότητα
    που επικρατεί σε έθνη με
    πυρηνικά αποθέματα αρκετά να
    ανατινάξουν το κέντρο της
    γης
    και να ελευθερώσουν τελικά
    τον Διάβολο
    τον Ίδιο
    που ξερνάει την κόκκινη φωτιά του υγρού
    ολέθρου.

    πρέπει να δεχτείς την
    πραγματικότητα
    καθώς διαστέλλονται και σπάνε
    οι τοίχοι του τρελάδικου
    και τρομοκρατημένοι οι παράφρονες
    πλημμυρίζουν τους
    άγριους δρόμους.

    πρέπει να δέχεσαι την τρομερή
    πραγματικότητα.

    TΣΑΡΛΣ ΜΠΟΥΚΟΒΣΚΙ

  3. -Robert Musil – Περί βλακείας

    Δεν έχω ανακαλύψει καμία θεωρία για τη βλακεία, με τη βοήθεια της οποίας θα μπορούσα να επιχειρήσω να λυτρώσω τον κόσμο. Ακόμα και μέσα στα όρια της επιστημονικής επιφυλακτικότητας, δε βρήκα κάποια έρευνα με τέτοιο αντικείμενο ούτε καν μια ταύτιση γνωμών όσον αφορά στην έννοιά της, όπως θα μπορούσε καλώς ή κακώς να προκύψει από τη μελέτη συναφών θεμάτων. Μπορεί αυτό να οφείλεται στην άγνοιά μου, αλλά το πιθανότερο είναι πως το ερώτημα «Τι είναι η βλακεία;» ανταποκρίνεται ελάχιστα στις συνθήκες της σημερινής διανόησης, όπως τα ερωτήματα τι είναι καλό, τι είναι ωραίο ή τι είναι ηλεκτρισμός. Εντούτοις είναι αρκετά ελκυστική η επιθυμία να προσδιοριστεί επιτέλους αυτή η έννοια και να δοθεί μία όσο το δυνατόν πιο νηφάλια απάντηση σε ένα τόσο πρωταρχικό ερώτημα κάθε ύπαρξης.
    Έτσι μια μέρα καταπιάστηκα κι εγώ με το ερώτημα τι είναι πραγματικά η βλακεία και όχι όπως εμφανίζεται -μια περιγραφή που θα αποτελούσε για μένα μάλλον ένα επαγγελματικό κίνητρο και μια αποστολή. Και καθώς δεν ήθελα να καταφύγω στη λογοτεχνία ούτε μπορούσα να το κάνω με επιστημονικό τρόπο, το επιχείρησα εντελώς απλοϊκά, όπως είναι πάντα το ευκολότερο σε τέτοιες περιπτώσεις, ξεκινώντας απλώς από τη χρήση της λέξης «βλακεία» και των συναφών της, αναζητώντας τα πιο κοινά παραδείγματα και φροντίζοντας να τα βάλω σε μια σειρά μόλις τα σημείωνα.
    Mια τέτοια μέθοδος δυστυχώς έχει πάντα κάτι κοινό με το κυνήγι της πεταλούδας: αυτό που νομίζουμε πως παρατηρούμε, το παρατηρούμε για λίγο, χωρίς να το χάνουμε από τα μάτια μας, αλλά καθώς πλησιάζουν από διαφορετικές κατευθύνσεις και άλλες, εντελώς όμοιες πεταλούδες διαγράφοντας μια εντελώς όμοια τεθλασμένη πορεία, σύντομα δεν ξέρουμε πια αν ακολουθούμε την ίδια. Αυτό συμβαίνει και με τα παραδείγματα από την οικογένεια της βλακείας: δε μπορούμε πάντα να διακρίνουμε αν σχετίζονται πραγματικά λόγω της προέλευσής τους ή αν συνδέονται απλώς επιφανειακά και εμείς τυχαία περνάμε από το ένα στο άλλο, ούτε και είναι τόσο απλό να τα αναγάγουμε όλα σε ομώνυμα κλάσματα με τη βλακεία ως κοινό παρονομαστή.
    Κάτω από αυτές τις συνθήκες, όμως, είναι σχεδόν αδιάφορο πως θα αρχίσουμε. Αν αρχίσουμε λοιπόν με οποιονδήποτε τρόπο και αμέσως μάλιστα με την πρωταρχική δυσκολία, πως όποιος προτίθεται να μιλήσει περί βλακείας ή να επωφεληθεί από τη συμμετοχή του σε μια τέτοια συζήτηση, πρέπει να προϋποθέσει πως ο ίδιος δεν είναι βλαξ -άρα να ισχυριστεί ανοιχτά πως πιστεύει ότι είναι έξυπνος, παρόλο που αυτό θεωρείται ως ένδειξη βλακείας! Αν εξετάσουμε όμως αυτό το ερώτημα, γιατί θεωρείται βλακεία να ισχυρίζεται κανείς ανοιχτά πως είναι έξυπνος, προκύπτει καταρχάς μια απάντηση που φαίνεται σκεπασμένη από τη σκόνη των προγονικών αντιλήψεων, διότι λέει πως είναι πιο συνετό να μην εμφανίζεται κανείς ως έξυπνος.
    Eίναι πιθανόν πως αυτή η βαθιά δυσπιστία, η σήμερα πλέον όχι κατανοητή επιφύλαξη, οφείλεται ακόμα σε καταστάσεις όπου ήταν όντως εξυπνότερο για έναν λιγότερο ισχυρό να μη θεωρείται έξυπνος, καθώς η εξυπνάδα του μπορούσε να θεωρηθεί απειλή για τον περισσότερο ισχυρό! Η βλακεία αντιθέτως αποκοιμίζει τη δυσπιστία, την αφοπλίζει, όπως θα λέγαμε σήμερα. Ίχνη μιας τέτοιας παλιάς πονηριάς ή κουτοπονηριάς υπάρχουν ωστόσο ακόμα σε σχέσεις εξάρτησης, όπου οι δυνάμεις έχουν κατανεμηθεί τόσο άνισα, ώστε ο ανίσχυρος να παριστάνει, για την ασφάλειά του, έναν μεγαλύτερο βλάκα απ’ ό,τι είναι.
    Αυτά τα ίχνη, για παράδειγμα, εμφανίζονται ακόμα στην επαρχιώτικη κουτοπονηριά, στη συναναστροφή των υπηρετών με τους ευφραδείς κυρίους τους, στη σχέση του στρατιώτη με τον ανώτερό του, του μαθητή με τον δάσκαλο και των παιδιών με τους γονείς. Εκείνος που ασκεί την εξουσία εκνευρίζεται λιγότερο με την ανικανότητα ενός ανίσχυρου, παρά με την άρνησή του. Η βλακεία μάλιστα τον φέρνει σε απόγνωση, δηλαδή αναμφίβολα σε μια κατάσταση αδυναμίας.
    Αυτό συμφωνεί απολυτά με την άποψη πως η εξυπνάδα ευκολά τον εξοργίζει. Την εκτιμά, βέβαια, στον δουλοπρεπή, αλλά μόνον εφόσον συνδέεται με μια υποταγή άνευ όρων. Από τη στιγμή που λείπει αυτό το εχέγγυο και γίνεται αβέβαιο αν εξυπηρετεί το συμφέρων του ως εξουσιάζοντος, την αποκαλεί μάλλον αλαζονεία, θράσος ή δολιότητα, παρά εξυπνάδα. Έτσι συχνά δημιουργείται η εντύπωση πως η εξυπνάδα υπονομεύει την τιμή και την εξουσία του ισχυρού, ακόμα κι αν δεν απειλεί πραγματικά την ασφάλειά του. Αυτό είναι χαρακτηριστικό στην παιδεία, όταν ένας ανυπάκουος αλλά προικισμένος μαθητής τιμωρείται σκληρότερα από έναν άλλον που δεν πειθαρχεί λόγω βλακείας.
    Στην ηθική έχει επικρατήσει η αντίληψη πως μια βούληση είναι τόσο χειρότερη, όσο καλύτερη είναι η συνείδηση την οποία αντιμάχεται. Ακόμα και η δικαιοσύνη δεν έχει μείνει αλώβητη από αυτήν την προσωπική προκατάληψη και καταδικάζει μια έξυπνα οργανωμένη εγκληματική πράξη με ιδιαίτερη δυσμένεια, ως δόλια και απεχθή. Επίσης στην πολιτική μπορεί ο καθένας να βρει παντού παραδείγματα.

    https://perithorio.com/2022/09/05/robert-musil-%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%AF-%CE%B2%CE%BB%CE%B1%CE%BA%CE%B5%CE%AF%CE%B1%CF%82/

  4. 6. ΟΙ ΗΛΙΘΙΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΣΟΦΟΙ

    Γελάω με τον ήλιο.
    Κι αυτός γελά.

    Είναι ηλίθιο να γελάς με τον ήλιο.
    Ο πατέρας και η μητέρα και ο θείος και η θεία
    ποτέ δε γελούν με αυτόν.
    Επειδή είναι μεγάλοι.
    Και οι μεγάλοι άνθρωποι είναι σοφοί.
    Και οι σοφοί δε βλέπουν τίποτα.
    Οι σοφοί δεν καταλαβαίνουν τίποτα.
    Οι σοφοί δε γνωρίζουν καθόλου τον ήλιο.

    Όμως εγώ είμαι ηλίθιος
    και γελάω με τον ήλιο.
    Σχεδόν πιστεύω, ήλιε,
    ότι κι εσύ είσαι ηλίθιος.
    Περιγελάμε τους σοφούς, ήλιε.

    Uuno Kailas (1901-1933), Ποιήματα (μετάφραση: Timo Kesti και Άννα-Μαρία Αλεξάνδρου)

    ***

    7. ΟΙ ΒΛΑΚΕΣ

    Πώς να προστατευτούμε
    από τους βλάκες.
    Έχουνε βγάλει πια δύο
    κεφάλια.
    Απλώνουν τσίγκους
    στα τομάρια
    και πατάνε ατενίζοντας τις μύγες.

    Οι βλάκες από ουσία κολλώδη
    και αντιαισθητική πυροβολούν
    όσους θέλουν να διασώσουν
    τις παροιμίες.

    Οι βλάκες σε παγωμένη κολυμπήθρα
    μέσα στην κινούμενη άμμο
    φοράνε πετραχήλια κι έχουν
    τατουάζ σταυρούς
    σκοτώνοντας με τα δόντια.

    Προστατευτείτε από τους βλάκες,
    είναι η εποχή του κυνηγιού τους.
    Κρύβονται σε ωραία λόγια και κυρίως
    οδηγούν.
    Προστατευτείτε από τους βλάκες.
    Φορέστε ρούχα και επιτεθείτε.

    ΘΩΜΑΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Έχω δει θεούς να γκρεμίζονται

    ***

    8. ΗΛΙΘΙΟ
    Στὸ φίλο Δήμη Καπετανάκη

    Τὸ τίποτα ἀφυπνίζει τὴν ψυχὴ
    ὅταν αὐτὴ συλλογίζεται μὲ πάθος
    τὸ πεθαμένο καὶ μακάριο παρελθόν·
    τὸ ἠλίθιο τίποτα ἔτσι, ἀπότομα,
    τρελλαίνει τὴν ψυχή…

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ, 6.8.1933

    ***

    9. ΤΑ ΤΙΜΑΛΦΗ ΤΗΣ ΑΝΟΗΣΙΑΣ

    Είναι ν’ απορείς
    αυτός ο καταρρέων κόσμος
    κλείδωσε το βάθος των πραγμάτων
    και πέταξε τα κλειδιά στον ωκεανό

    η γενιά των Νεάντερταλ ξαναγυρίζει
    απ’ τις σπείρες των παγετώνων
    οράματα της παρακμής
    υπάρχουν ακόμα στη μνήμη τού τίποτα
    σκοτεινά άστρα πλοηγοί σε υπόγειες στοές

    τα τιμαλφή της ανοησίας
    επανακάμπτουν
    το σύμπαν διαστέλλεται σε χειμερία νάρκη
    το θαύμα αδιαφορεί
    σαν ένας φύλακας που κοιμάται.

    Βασίλης Φαϊτάς, Ρους και ροή (2014)

  5. Νικόλας Άσιμος -Έλα Κουτέ

    10. ΕΛΑ ΚΟΥΤΕ ΝΑ ΓΙΝΟΥΜΕ ΦΙΛΟΙ

    Της μαριονέτας το παιχνίδι χρόνια τα χρόνια μου `μαθαν
    Έλα κουτέ να γίνουμε φίλοι κι άσε τη γκρίνια μου `λεγαν
    Δέκα δραχμές το καριοφίλι κι έτσι συχνά με πούλαγαν
    Μ’ ένα βαλσάκι μ’ ένα μαρσάκι με ρεβεγιόν και χορωδία
    Κι ήμουν χαρούμενο παιδάκι, χρήσιμον ον στην κοινωνία.

    Δέκα δραχμές το καριοφίλι
    Τα γιαταγάνια δωρεάν
    Έλα κουτέ να γίνουμε φίλοι
    άσ’ το για άλλους το εάν
    Έλα κουτέ να γίνουμε φίλοι
    άσ’ το για άλλους το εάν.

    Στρατιωτάκια μολυβένια
    Έχει πολλά στην αγορά
    Μαξιλαράκια βελουδένια
    Όποιος τον έχει τον παρά
    Μαξιλαράκια βελουδένια
    Όποιος τον έχει τον παρά.

    Έλα κουτέ να γίνουμε φίλοι
    Δέκα δραχμές το καριοφίλι
    άσ’ το για άλλους το εάν
    Τα γιαταγάνια δωρεάν.

    Έλα κουτέ να γίνουμε φίλοι
    Δέκα δραχμές το καριοφίλι
    άσ’ το για άλλους το εάν
    Έτσι όπως πάντα μας πουλάν.

    Αργύρης Μαρνέρος

    ***

    11. ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΤΗΝ ΕΥΚΑΙΡΙΑ

    Δώστε και στους βλάκες
    Επιτέλους μια ευκαιρία
    Να κάνουν κάτι το έξυπνο

    Γιατί δεν είναι λίγοι οι έξυπνοι
    Που κάνουν τόσες βλακείες
    Που θα ζήλευαν ακόμα και
    Αυτοί οι ίδιοι οι βλάκες.

    Αργύρης Μαρνέρος, Αίθουσα αναμονής (2003)

  6. Τσαρλς Σίμικ,Ύπατη μωρία

    Ω κοράκια που φτερουγίζετε πάνω από το κεφάλι μου κρώζοντας!
    Αποδέχομαι πως είμαι, κάποιες φορές,
    Ξαφνικά, και χωρίς την παραμικρή προειδοποίηση,
    Υπερβολικά ευτυχισμένος.
    Ένα πρωινό κατά τα άλλα χωρίς ήλιο,
    Κάνοντας περίπατο αγκαζέ
    Και περνώντας από δέντρα σε σχήμα αγχόνης
    Με την αγαπητή μου Ελένη,
    Που επίσης είναι παράξενο πουλί,

    Με μια αίσθηση ότι είχα κληθεί
    Επειγόντως, αλλά με ευγενέστατη πρόσκληση
    Σε πρόγευμα με φέτες καρπούζι
    Και συντροφιά γυμνές και γυμνούς θεούς
    Σε ένα στρώμα χιόνι από την προηγούμενη νύχτα.
    https://www.hartismag.gr/hartis-12/metafrash/kosmologia-toy-xaroy-alla-poihmata-toy-tsarls-simik

  7. Μαρίζα Ρίζου – Πόσο βλάκας

    12. ΟΙ ΓΕΡΟ-ΑΝΟΗΤΟΙ

    Τι να νομίζουν πως συνέβηκε οι γερο-ανόητοι
    Και κατάντησαν έτσι; Μήπως τα ’χα θαρρούν
    Πώς δείχνει μεγαλύτερη ωριμότητα να σου κρεμά ή μασέλα, να σου στάζει;
    Να κατουριέσαι συνεχώς, να μη θυμάσαι
    Ποιος ήρθε το πρωί; ή πώς αρκεί να το ’θελαν
    Και θα γίνονταν όλα καθώς πριν, όπως όταν χόρευαν οληνύχτα
    Ή πήγαιναν ατό γάμο τους ή κάνανε το επ’ ώμου ένα Σεπτέμβρη;
    Ή μήπως και φαντάζονται ότι αλήθεια
    Δεν έχει διαφορά και πάντα τους φέρονταν σα σακάτες ή πιωμένοι
    Ή ότι περνούσαν μέρες καθιστοί σε μια απερίσπαστη και ρηχή ρέμβη.
    Κοιτάζοντας το φως ν’ αλλάζει θέση; Αν όχι (κι έτσι σίγουρα είναι), τι παράξενο!
    Πώς δεν ουρλιάζουν;

    Στο θάνατο σκορπάς· τα μόρια πού σε αποτελούσαν
    Εξαπολύονται και μακραίνουν το να απ’ τ’ άλλο επ’ άπειρο
    Χωρίς κανένα μάρτυρα. Όλα είναι λήθη, πράγματι:
    Την είχαμε και πριν μα επρόκειτο να λήξει
    Και χώνευε ολοένα μέσα σ’ ένα απαράμιλλον αγώνα
    Για να εξανθήσει το εκατομμυριόφυλλο λουλούδι του
    Να ’σαι εδώ κάτω· την επόμενη φορά μη φανταστείς
    Πώς θα ‘ναι αλλιώτικα. Να τα πρώτα σημάδια:
    Να μην ξέρεις το πώς, να μην ακούς το ποιος, να ’χεις χαμένη
    Την ικανότητα εκλογής· η όψη τους το λέει για πού τραβούν:
    Σταχτιά μαλλιά, παλάμες σαύρας, μούτρο όλο ζάρα σαν ξερό δαμάσκηνο
    Μα δεν τα βλέπουν όλα αυτά!

    Γέρος ίσως θα πει να ’χεις δωμάτια φωτισμένα
    Μέσ’ το μυαλό και μέσα εκεί κάποιους πού παριστάνουν
    Γνωστούς πού ωστόσο αναρωτιέσαι ποιοι ’ναι· καθένας τους διαγράφεται
    Σαν κάτι οδυνηρά χαμένο πού ανακτήθηκε, μπαίνοντας από πόρτες γνώριμες.
    Ακουμπώντας μια λάμπα, μειδιώντας από ένα σκαλοπάτι, παίρνοντας
    Ένα γνωστό βιβλίο από το ράφι· κι άλλοτε
    Μονάχα τα δωμάτια με καρέκλες και φωτιά στο τζάκι
    Τον ανθισμένο θάμνο στο παράθυρο ή του ήλιου
    Την αμυδρή στον τοίχο φιλικότητα κάποια μοναχική
    Αποβροχάρικη βραδιά μεσοκαλόκαιρου. Εκεί ζουν,
    Όχι στο τώρα και στο εδώ, μα εκεί πού γίνηκαν τα πάντα, κάποτε.
    Και να γιατί έχουν

    Ύφος αμήχανο απουσίας, καθώς πασχίζουν να ’ναι εκεί
    Ενώ είναι εδώ. Γιατί μακραίνουν τα δωμάτια πιο πολύ, αφήνοντας
    Αναρμόδιο κρύο, την εύλογη φθορά κάθε φορά
    Της εισπνοής κι εκπνοής· κι αυτούς τους ίδιους μαζεμένους κάτω από
    Το Έβερεστ τού αφανισμού, τους γερο-ανόητους. που δεν αντιλαμβάνονται
    Τι κοντά που ’ναι. Να τι τους κάνει σίγουρα να μη διαμαρτύρονται:
    Η κορυφή ολοφάνερη, απ’ όπου κι αν βρεθούμε
    Γι’ αυτούς σημαίνει υψωματάκι. Μα δε βλέπουν ποτέ
    Τι τους τραβά προς τα πίσω και πώς θα λήξουν όλα; Ούτε τη νύχτα.
    Ούτε όταν οι άγνωστοι έρχονται; Ποτέ όσο διαρκούν
    Τ’ αποτροπιαστικά τους ξεμωράματα; Έ,
    Μια μέρα θα το μάθουμε.

    Φίλιπ Λάρκιν, απόδοση: Νίκος Φωκάς

  8. 13. ΒΡΑΔΥΝΟΙΑ

    Περαστικὰ ἀπὸ δῶ σμῆνος πουλιὰ
    μᾶς φέραν μήνυμα βορινό, καὶ τοὺς κωφεύσαμε.
    Στὴν τέφρα τους τὰ ‘Ορτύκια ἀντιφεγγίζαν Παγετῶνες,
    καὶ ὄχι μονάχα τοὺς κωφεύσαμε, μὰ καὶ τοὺς στήσαμεν ἐνέδρα
    καὶ τοὺς ρίξαμε σκάγια καὶ φωτιές, γιὰ νὰ τὰ φᾶμε.

    Καὶ ποιοί; Ἐμεῖς, ποὺ περιμέναμε
    σὰν καὶ τὶ τὸ βορινὸ μήνυμα,
    τυφλωθήκαμε, καὶ δίχως νὰ σκεφθοῦμε πού μᾶς ἦρθε,
    τοῦ ρίξαμε φωτιές, τὸ λαβώσαμε, τ’ ἀποδιώξαμε.

    Περαστικὸ ἤτανε τὸ σμῆνος, δὲν σοῦ λέω,
    μὰ οὔτε τὴν κούρασή του, τὸν ἀφανισμό του
    δὲν ἀγαπήσαμε, δὲν σεβαστήκαμε• καὶ μιὰ καὶ λεῖψαν,
    μᾶς ἦρθε τώρα ἡ συμπόνεση καὶ βάρος τῆς ψυχῆς
    γιὰ τὴν ἄχαρη πράξη, γιὰ τὴ φαύλην ἐπίθεση,

    καὶ ἰδού μας, ἀπομείναμε οἱ ἀνεπιτήδειοι,
    οἱ βραδυκίνητοι στὸ νοῦ τῶν ἐμφανίσεων,
    ἔρημοι, δίχως μήνυμα βορινό,
    μὲ τὰ συνηθισμένα μας τὰ «mea culpa»
    καὶ τὶς ἀνώφελες αἰτιάσεις τοῦ ἑαυτοῦ μας.

    ΤΑΚΗΣ ΠΑΠΑΤΣΩΝΗΣ-Ἀπὸ τὴ Συλλογὴ «ΕΚΛΟΓΗ Α’, URSA MINOR, ΕΚΛΟΓΗ B’». Ἔκδ. ΙΚΑΡΟΣ Ἀθήνα 1988.

    ***

    14. Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΟΥ ΑΪΝΣΤΑΙΝ

    Το πρόβλημα με εμάς
    δεν είναι πως η βλακεία μας είναι ατέλειωτη σαν το σύμπαν.
    είναι που διαβάζουμε αυτό που είπε ο Αϊνστάιν
    και θεωρούμε πως αφορά όλους τους άλλους.

    Στέφανος Παντελίδης, Πάω γυρεύοντας, εκδόσεις Vakxikon.gr

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: