Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (372ο): «Βάρκα»…

-«…Δαπανηρή ιδέα ο βίος.
Ναυλώνεις έναν κόσμο
για να κάνεις το γύρο μιας βάρκας.»

(Κική Δημουλά)

*******

-«Βάρκα ελήφθη
κουπί και θάλασσα όχι.
Αμέλησες ή τα έκλεψε η ίδια
η μεταφορική τους σημασία;»

~Κική Δημουλά~

********

-«…Τα κύματα τα πράσινα, τα γκρίζα και τα μπλάβα,

 πέρα, απ’ του πέλαου τα φαρδιά,
τα φέρνει ρήγας ο βοριάς, μπατσίζουνε τα βράχια,
μπατσίζουνε την αμμουδιά.
Τις βάρκες, τις ψαρόβαρκες ο φόβος κυβερνήτης
μες στο λιμάνι τις κρατεί·»

(Κ. Καρυωτάκης, Θάλασσα)

********

-«Μακριά, στο φεγγαρόφωτο,
Στο ποτάμι, μια βάρκα
Γαλήνια περνά.
Αυτό τι φανερώνει;

Δεν ξέρω, μα εγώ απομακρύνομαι
Από τον εαυτό μου,
Και ονειρεύομαι
Κάτι που δεν μπορώ να δω.

Ποια αγωνία με καταβροχθίζει;
Ποιος έρωτας κανέναν μας δεν εξηγεί;
Η βάρκα περνά
Κι η νύχτα μένει.»

(Φερνάντο Πεσσόα)

*********

-Γιάννης Ρίτσος, «Η μαύρη βάρκα»

Ο γέρος κάθεται στο κατώφλι. Νύχτα. Μονάχος.
Κρατάει στο χέρι του ένα μήλο. Οι άλλοι
αφήσανε τη ζωή τους στην αρμοδιότητα των άστρων,
Τί να τούς πεις; Η νύχτα είναι νύχτα.
Κι ούτε που ξέρουμε τι ακολουθεί. Το φεγγάρι
κάνει πως διασκεδάζει κάπως
σπιθίζοντας ατέλειωτα στη θάλασσα. Ωστόσο
μέσα σ’ αυτή τη λαμπρότητα διακρίνεται ευκρινέστερα
η μαύρη δίκουπη βάρκα με τον σκοτεινό βαρκάρη που μακραίνει.

*********

-Ν. Βρεττάκος, «Η βάρκα με τους δύο κωπηλάτες»

Το ντουφέκι και τα σύνεργα του ψαρέματος.

Ο Ντίκ και τα στραβοπάπουτσα

Του Χρόνη που χάσκοντας έξω απ’ την πόρτα

γιομίζουν φεγγάρι. Του θυμαριού η μυρουδιά

που μπαίνει σιγά μην ξυπνήσει τη λύπη,

ο ύπνος γιομάτος λευκές

σημαιούλες.

Εκείνο το απόμερο

σπιτάκι το ξύλινο, έμοιαζε σαν

μια βάρκα στον κόσμο κ’ εμείς

στα κουπιά’ όχι πάνω στη θάλασσα

που ήταν κοντά, αλλά πάνω, ψηλότερα.

Στο ρεύμα του ήλιου

*********

«Η μπαλάντα του Αντρίκου» – Μπιθικώτσης(Μ.Θεοδωράκης-1998)

-Κώστας Βάρναλης, «Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΑΝΤΡΕΑ»

Είχε την τέντα ξομπλιαστή
η βάρκα του καμπούρη Αντρέα.
..Γυρμένος πλάι στην κουπαστή
ονείρατα έβλεπεν ωραία.

Η Κατερίνα κ’ η Ζωή
τ’ Αντιγονάκι, η Ζηνοβία
(όνειρο να ’ταν η ζωή;
χτυπάς, φτωχή καρδιά, με βία!)

Τα μεσημέρια τα ζεστά,
τη βάρκα παίρνανε τ’ Αντρέα
και βγαίναν έξω στ’ ανοιχτά
όλες μαζί, τρελή παρέα.

Άξαφνα πέφταν στο νερό
η καθεμιά γυμνή Γοργόνα
κι όλο γινόταν πιο μικρό
τ’ Αντρέα το μάτι, ίσα βελόνα…

Μα ’ρθε ο χειμώνας ο κακός
και σκόρπισε η τρελή παρέα
και σένα βήχας μυστικός
σ’ έστρωσε χάμου, Μπάρμπ’ Αντρέα.

Κι αν φτύνεις αίμα στο γιαλό
περνά μπροστά σου η Ζηνοβία
(ένα τραγούδι σιγαλό
στον καφενέ παιζ’ η ρομβία).

–Πως τα περνάς, σ’ αναρωτά,
τα τόσα βάσανα της ζήσης;
Πάρε τα λίγα αυτά λεφτά
να γιάνεις και να ξαναζήσεις.

Κι η βάρκα, μάνα γελαστή,
σ’ αργοκουνάει μ’ αγάπη πάντα
και συ γερτός στην κουπαστή,
ησύχασες, Αντρέα, για πάντα.

********

-Κωσταντίνου Χατζόπουλου,  «Άσ’ τη βάρκα»

Άσ’ τη βάρκα στο κύμα όπου θέλει να τρέχει,
ας ορίζει το αέρι τιμόνι, πανί,
τα φτερά άπλωσε πλέρια, άκρη ο κόσμος δεν έχει,
είναι πιο όμορφοι οι άγνωροι πάντα γιαλοί·
η ζωή μια δροσιά είναι, ένα κύμα· ας το φέρει
όπου θέλει το αέρι, όπου ξέρει το αέρι.

Ας αλλάζουν λιβάδια με βράχους και δάση,
γύρω ας φεύγουν πού πύργοι, πού καλύβας καπνός·
είτε ειδύλλιο γελούμενο απλώνεται η πλάση,
είτε αντάρες και μπόρες κρεμά ο ουρανός,
μη θαρρείς το πανί σου μπορείς να βαστάξεις,
όπου θέλει το κύμα μαζί του θ’ αράξεις.

Τι γυρεύεις, τι θέλεις μη και συ το γνωρίζεις;
κι έχεις πιάσει ποτέ σου το τι κυνηγάς;
μη όπου σπέρνεις καλό το κακό δε θερίζεις;
δε σκοντάβεις σε ρώτημα σ’ ό,τι ρωτάς;


Κι ό,τι σ’ έχει μαγέψει κι ό,τι σου έχει γελάσει
το έχεις μόνος κερδίσει, μοναχός ετοιμάσει;

Άσε τότε το κύμα όπου θέλει να σπάζει,
ασ’ τις ζάλες να σέρνουν τυφλά την καρδιά·
κι αν τριγύρω βογκά κι αν ψηλά συννεφιάζει,
κάπου ο ήλιος σε κάποιο γιαλό θα γελά,
κι αν πικρό την ψυχή σου το δάκρυ τη ραίνει,
πάντα κάπου κρυφτή μια χαρά την προσμένει.

(Από την ποιητική συλλογή: Απλοί τρόποι (1920)

**********

-“H βάρκα…”, Του Κωνσταντίνου Τέμπου

Κάποτε γνώρισε τις ομορφιές,
της θάλασσας τις υπέροχες τις ζωγραφιές
τα γαλανά, τα κρουσταλλένια της νερά,
τα κύματα τ’ ακούραστα, τα πλανερά.

Είδε τα πορφυρά, τα κοραλλένια δάση
στου Αυγουστιάτικου φεγγαριού την χάση,
είδε τις ολάνθιστες, θαλάσσιες ανεμώνες,
σε θαλασσόδαρτους κάμπους και λειμώνες

συνάντησε όμορφες, πλουμιστές γοργόνες,
μέσ’ τα ανήλιαγα τα άντρα
που δεν αντίκρισαν ποτέ τους άντρα
καλοκαίρια και χειμώνες

Μα κάποτε γέρασε το κορμί της,
ανοίξαν του κορμιού οι αρμοί της
βούλιαξε στης θάλασσας τα βάθη
και η ζωή της, η άμοιρη, εχάθη…

Τώρα, κείτεται άψυχη στην ακρογιαλιά,
χωρίς ζωή, χωρίς λαλιά,
παρατημένη, έρημη και σάπια
μεσ’ τα θαλασσινά δρολάπια

Το φεγγάρι φωτίζει το γεροντικό κορμί
αυτό που είχε κάποτε πάθος και ορμή,
και της θάλασσας το αφρισμένο κύμα
ξεθυμαίνει πάνω στο πελαγίσιο μνήμα

Φύκια, σαν μεταξωτές κορδέλες,
σκεπάζουν σαν περίτεχνες δαντέλες
το γέρικό της το κουφάρι
και γύρω της πετούν αδιάφοροι οι γλάροι…

Η βάρκα είναι σαν την ζωή την ίδια :
Όταν πλέει σε ήρεμα νερά
κρατάει με θάρρος, κρατάει γερά
και νερά μέσα της δεν βάζει

Όταν όμως μανιάζουν οι σπηλιάδες
στον πάτο της θάλασσας την κατεβάζει
είτε αρχόντους έχει μέσα,

είτε και βασιλιάδες…

******

«Μισοβουλιαγμένες βάρκες»,  Γιάννης Μαρκόπουλος

-Ο. Ελύτης, «Μισοβουλιαγμένες βάρκες»

Μισοβουλιαγμένες βάρκες
ξύλα που πρήζουνται με απόλαυση.
άνεμοι ξυπόλυτοι άνεμοι στα σοκάκια
που κουφάθηκαν πέτρινοι κατήφοροι.

Ο μουγκός ο τρελός η μισοχτισμένη ελπίδα.
Μεγάλα νέα καμπάνες στις αυλές άσπρες μπουγάδες
στις παραλίες οι σκελετοί.
Μπογιές κατράμι νέφτι, ετοιμασίες της Παναγίας
που για να γιορτάσει ελπίζει.
Άσπρα πανιά και γαλανές σημαιούλες.

Κι εσύ στα πάνω περιβόλια κτήνος της αγριαχλαδιάς
λιγνό άγουρο αγόρι ο ήλιος ανάμεσα στα σκέλια σου
να παίρνει μυρωδιά κι η κοπελίτσα στην αντικρινή στεριά
να σιγοκαίγεται απ’ τις ορτανσίες.

(Ήλιος ο πρώτος)

**********

-Ζαχαρίας Παπαντωνίου, «Ο ύπνος της βαρκούλας»

Αγεράκι τα φτερά σου για λίγο κόψε…
Φόβον έχω το γιαλό μην ανασάνει,
τι εδώ πα στο φεγγαρόλουστο λιμάνι
μια βαρκούλα αποκοιμήθηκεν απόψε.
 
Λαγαρή και φωτερή η θωριά της πέφτει
στων νερών τον ολοκάθαρο καθρέφτη
και θαρρείς πως είδεν όνειρο η καϋμένη
από ανέμους κι από κύμα αποσταμένη.
 
Να γελούν οι φαντασίες εμάς μονάχα!
Νά που αράζει σε νησάκια διαμαντένια,
σε ουρανούς φωτοχυμένους λάμνει ― τάχα.
Μην ξυπνήσει απ’ το ταξίδι έχω έννια…
 
Κόσμε, αλάργευε από δω, λεφούσι, πέρνα.
Μην ταράξεις το υπνοφάντασμα, διαβάτη.
Στων νεράιδων τη σπηλιά κοιμήσου, μπάτη,
πίνε ακόμα συ, βαρκάρη, στην ταβέρνα!

https://el.wikisource.org/wiki/%CE%9F_%CF%8D%CF%80%CE%BD%CE%BF%CF%82_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%B2%CE%B1%CF%81%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B1%CF%82

********

Νίκος Ξυδάκης – Η Ξανθούλα 

-Διονύσιου Σολωμού, «Η Ξανθούλα»

Την είδα την Ξανθούλα,
Την είδα ψες αργά,
Που εμπήκε στη βαρκούλα
Να πάη στην ξενιτιά. 

Εφούσκωνε τ’ αέρι
Λευκότατα πανιά,
Ωσάν το περιστέρι
Που απλώνει τα φτερά.

Εστέκονταν οι φίλοι
Με λύπη, με χαρά,
Και αυτή με το μαντίλι
Τους αποχαιρετά.

Και το χαιρετισμό της
Εστάθηκα να ιδώ,
Ώς που η πολλή μακρότης
Μου τόκρυψε και αυτό.

 Σ’ ολίγο, σ’ ολιγάκι
Δεν ήξερα να πω
Αν έβλεπα πανάκι
Ή του πελάγου αφρό·

Και αφού πανί, μαντίλι
Εχάθη στο νερό,
Εδάκρυσαν οι φίλοι,
Εδάκρυσα κι’ εγώ.

Δεν κλαίγω τη βαρκούλα,
Δεν κλαίγω τα πανιά,
Μόν’ κλαίγω την Ξανθούλα,
Που πάει στη ξενιτιά.

Δεν κλαίγω τη βαρκούλα
Με τα λευκά πανιά,
Μόν’  κλαίγω την Ξανθούλα
Με τα ξανθά μαλλιά.

[πηγή: Διονύσιος Σολωμός, Άπαντα. Τόμος πρώτος. Ποιήματα, επιμ.-σημ. Λίνος Πολίτης, Ίκαρος, Αθήνα 21961, σ. 65-66]

***********

-Μάνος Χατζιδάκις – Σόνια Θεοδωρίδου: Ο βαρκάρης των κεραυνών»

-Μίλτος Σαχτούρης, «Ο βαρκάρης των κεραυνών»

Ο βαρκάρης των κεραυνών

Γυρίζει

από ακτή σε ακτή

δε θέλει ν’ αράξει πουθενά

τη βάρκα του ψιθυρίζει

φύγαν φύγαν τα νερά

(Μ. Σαχτούρης, VI, Έξι στιγμές)

Advertisement

Single Post Navigation

8 thoughts on “Πες το με ποίηση (372ο): «Βάρκα»…

  1. Μαρκόπουλος – Ποιος Πληρώνει Το Βαρκάρη

    1.Η ΒΑΡΚΑ

    Έσκυψα στον γκρεμό του προσκέφαλου
    και κοίταξα κάτω
    και είδα τις κουτσουπιές ανθισμένες
    είχε πέσει ο ήλιος στη θάλασσα
    και πέρα από το ερημόνησο το φως της μέρας
    ήταν σταματημένο και φευγάτο
    και κάποιος κήδευε κάποιον σε μια βάρκα

    έλαμνε αργά κι άκουγα τα κουπιά
    και καθώς έμπαινε η βάρκα κάτω από το βράχο
    στο σκοτάδι του βράχου
    έλα πάλι του φώναξα
    και πιο βαθειά ο αντίλαλος
    έλα πάλι έλα πάλι έλα πάλι

    αλλά δεν ήξερα σε ποιόν ήθελα να φωνάξω
    γιατί ο άνθρωπος με τα κουπιά κι ο πεθαμένος
    ήμουν εγώ

    κι ένα σκυλί στεκόταν τώρα στην άκρη του γκρεμού
    γάβγιζε τον ίσκιο της βάρκας
    κι εγώ είχα γείρει στο προσκέφαλο
    και δεν σκεφτόμουν τίποτε πια

    δεν έκλαιγα δεν έβλεπα μήτε θυμόμουν τίποτα
    μονάχα τα κουπιά στον ύπνο μου
    αργά και πιο αργά
    με λίκνιζαν αδιάκοπα.

    ΓΙΩΡΓΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ

    ***

    2.Η ΒΑΡΚΑ

    Έσυρε τη βάρκα στη θάλασσα
    αμετανόητα έτοιμος αυτή τη φορά
    σίγουρος ότι θα φέρει τη μεγάλη ψαριά
    εκεί κοντά στα μαγκλόβια1
    περίμενε την κατάλληλη στιγμή
    να ανοιχτεί στο πέλαγος και ν’ απλώσει τα δίχτυα του
    μόνον έτσι θα κατάφερνε να ξοφλήσει τα χρέη στον έμπορο
    που κρυμμένος στην ακτή
    καιροφυλακτούσε για τυχόν αποτυχία του
    ώστε να του αρπάξει και τα υπόλοιπα υπάρχοντα.

    1 μαγκλόβια: είδος παράξενων δασών που βρίσκονται μισοβυθισμένα σε αβαθή και υφάλμυρα παράλια τροπικών και υποτροπικών περιοχών

    Φανή Αθανασιάδου, Άστεγη αγάπη (2016)

    ***

    3. Η ΣΚΟΥΝΑ

    Τα μεσημέρια
    Η σιωπή σκαρφαλώνει
    Από το πράσινο της αυλής
    Ως το παράθυρο
    Κοιτάζει μέσα, γλιστράει
    Και πνίγει τα έπιπλα και το δωμάτιο
    Υφαίνει όνειρα
    Και τα απλώνει στο παραθύρι
    Ώσπου το σπίτι κάνει πανιά

    Πάνος Κυπαρίσσης

    ***

    4.Η ΨΑΡΟΒΑΡΚΑ

    Ἔρχετ᾿ ἡ ψαρόβαρκα, ἔρχεται ὁλοΐσια
    πέρα ἀπ᾿ τὸν Ἀσπρόπυργο κι ἀπ᾿ τὰ Πετρονήσια
    σὰ νεράιδα ἀφρόπλαστη, νύφη φτερωτή,
    τὴ χαϊδεύει ὁ μπάτης·
    μύρια πλούτη ἀτίμητα στὴν ποδιὰ κρατεῖ,
    ζηλευτὰ προικιά της.

    Ἔρχετ᾿ ἡ ψαρόβαρκα χρυσοστολισμένη,
    ἔρχεται ἀσημόζωστη καὶ ροδοντυμένη,
    τοῦ πελάου ἀρχόντισσα βεργολυγερή, μὲ πολλὰ καμάρια·
    πλούτη καὶ στολίδια της ἔχει καὶ φορεῖ
    τοῦ γιαλοῦ τὰ ψάρια!

    ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΡΟΣΙΝΗΣ

  2. Βαρκαρόλα – Ορχήστρα – Σταύρος Ξαρχάκος

    5. Η ΒΑΡΚΑ

    Παιδί σκαρφαλωμένο στο δοκάρι
    κοιτάζω τα νερά που πλημμυρίζουν
    σκεπάζουν τα πανιά και τα πιθάρια
    κι όλο ανεβαίνουν
    κι όλο με πλησιάζουν

    Ακούω φωνές στο δρόμο ξεχωρίζω
    της πεθαμένης μάνας μου το κλάμα
    Θέλω ν’ αποκριθώ φωνή δεν έχω

    Και τότε ξάφνου βλέπω τη γυναίκα
    να πλέει απάνω στα νερά σαν βάρκα
    γυμνή
    σε στάση πρόστυχη
    γελώντας
    κι απλώνοντας τα χέρια προς εμένα
    ξάπλωσε απάνω μου λοιπόν να λέει
    σου ‘χω στο σπίτι μέλι και καρύδια
    πάμε να φύγομε από δω δε βλέπεις;
    Πληθαίνουν τα νερά και θα μας πνίξουν

    Ορέστης Αλεξάκης, Από τη συγκεντρωτική έκδοση Υπήρξε (1999)

    ***

    6.ΣΤΗ ΒΑΡΚΑ

    Κύτα ἡ θάλασσα πῶς μένει
    δίχως κίνημα, βουβή,
    ἐνῶ ἡ βάρκα μου διαβαίνει
    μὲ τὴν ὄμορφη ξανθή!

    Πλῆθος λούλουδα γελοῦνε
    στὰ προπόδια τοῦ νησιοῦ,
    κ’ ἕνα κῦμα δὲν τραβοῦνε
    μὲ τὰ μάγια τους αὐτοῦ.

    Χωρισμένο τ’ ἀκρογιάλι
    ἀπ’ τ’ ἀκίνητα νερά,
    ὅλη ἀνοίγει τὴν ἀγκάλη,
    κράζοντάς τα ἐρωτικά.

    Ἀλλ’ ἀπόψε μὴν ἐλπίσῃ
    ἕνα μόνο τους φιλί,
    πρὶν ἡ Θεία ξαναπατήσῃ
    τ’ ἀνθοστόλιστο νησί.

    ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΜΑΡΚΟΡΑΣ, Τα πρώτα μου λιανοτράγουδα

    ***

    7. Η ΒΑΡΚΟΥΛΑ

    Ποῦ πᾶς, βαρκοῦλα; Ἡ θάλασσα
    μαυρίζει σὰν τὸν ἅδη·
    εἶν’ ὁ οὐρανὸς πανέρημος·
    μουγκοφυσάει βοριᾶς.
    Μὲ κῦμα καὶ σκοτάδι,
    βάρκα μικρή, ποῦ πᾶς;

    Στ’ ἄγριο στοιχειό, ποῦ ἀφήσανε
    τὸ σκάφος του τετάρτια
    μεγάλα σιδερόχτιστα
    τῆς θάλασσας θεριά,
    δίχως πανὶ καὶ ξάρτια
    ποῦ τρέχεις τολμηρά;

    Προτοῦ, βαρκοῦλα, σύψυχη
    θάρρος τυφλὸ σὲ χάσῃ,
    φυλάξου! – αὐταίς, ποῦ σ’ ἄνοιξε
    ἡ τρικυμία πληγαίς,
    ζητοῦν καραβοστάσι,
    φροντίδαις μακρυναίς.

    Ναί· σκαριωμένη, ἀσάλευτη
    μεῖνε σὲ λίγο ἀγέρα.
    Νὰ πέσῃ πρέπει ἀπάνου σου
    σκεπάρνι καὶ σφυρί,
    πρὶν ξανατρέξῃς πέρα
    πατόκορφα γερή.

    Καλοὺς τεχνίταις ἄμποτε
    σὲ λίγο ν’ ἀποχτήσῃς,
    ποῦ, φτειάνοντάς σε, νἄχουνε
    πάντα στὸ νοῦ ὀμπροστὰ
    τί πέλαγο θὰ σχίσῃς
    μὲ δόξα μία φορά.

    Ἄν ὅμως κρύα τὸ χέρι τους
    ἔργο παρόμοιο πιάκει,
    τοῦ ναύτη ἀποκοιμίζοντας
    κάθε γενναίαν ὁρμή,
    θὰ σὲ ἀποφάῃ σαράκι
    στὸ ἀκίνητο σκαρί.

    ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΜΑΡΚΟΡΑΣ, Άλλα ποιήματα (1897-1898)

  3. 8.ΠΡΟΛΟΓΟΙ ΣΤΟ ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΠΙΘΑΝΟΝ
    I
    Υπήρχε μια ηρεμία του μυαλού όπως όταν είσαι μόνος σου σε βάρκα στη θάλασσα,
    Μια βάρκα που προωθούν κύματα που μοιάζουν στιλπνές πλάτες κωπηλατών,
    Σφίγγοντας τα κουπιά τους, λες και ήταν βέβαιοι για τον δρόμο προς τον
    προορισμό τους,
    Σκύβοντας προς τα εμπρός και κατόπιν όρθιοι κρατώντας τις ξύλινες λαβές,
    Υγροί από το νερό και λάμποντας στην ενότητα της κίνησής τους.

    Η βάρκα ήταν φτιαγμένη από πέτρες που είχαν χάσει το βάρος τους και καθώς δεν
    ήταν πια βαριές
    Μια ακτινοβολία μόνον είχε μείνει μέσα τους, ασυνήθιστης καταγωγής,
    Έτσι ώστε εκείνος που σηκωνόταν μέσα στη βάρκα γέρνοντας και κοιτάζοντας
    μπροστά του
    Δεν φαινόταν για κάποιον που ταξίδευε έξω και πέρα από ό,τι είναι οικείο.

    Ανήκε στην για τα πολύ ξένα αναχώρηση του σκάφους του και ήταν μέρος της,
    Μέρος του κατόπτρου της φωτιάς στην πλώρη του, σύμβολό του, όποιο και αν ήταν,
    Μέρος των γυάλινων, νόμιζες, τοιχωμάτων στα οποία γλιστρούσε πάνω από το
    λεκιασμένο με αλάτι νερό,
    Καθώς ταξίδευε μόνος του, όπως ένας άνθρωπος δελεασμένος από μια συλλαβή
    χωρίς κανένα νόημα,
    Μια συλλαβή για την οποία ένιωθε, με μια καθορισμένη βεβαιότητα,
    Πως περιείχε το νόημα στο οποίο ήθελε να εισέλθει,
    Ένα νόημα που, καθώς εισερχόταν μέσα του, θα θρυμμάτιζε τη βάρκα και θα
    ηρεμούσε τους κωπηλάτες
    Όπως σε ένα σημείο κεντρικής άφιξης, μια προς στιγμήν στιγμή, μεγάλη ή μικρή,
    Απομακρυσμένο από κάθε ακτή, από κάθε άντρα ή γυναίκα, και χωρίς να
    χρειάζεται κανέναν.

    Γουάλας Στήβενς, ΑΠΟΔΟΣΗ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΟΥΛΙΑΡΑΣ

  4. Πάμπλο Νερούντα, Βαρκαρόλα

    Να μ’ άγγιζες μονάχα στην καρδιά, αχ μονάχα,
    μονάχα, αχ, το στόμα σου
    να μ’ ακούμπαες στην καρδιά μου,
    το στόμα, το φίνο σου, τα δόντια, τα φίνα σου,
    να μ’ ακούμπαε, αχ, μονάχα η γλώσσα σου
    σάμπως αλικόκκινο βέλος
    εκεί ακριβώς απάνω
    οπού με τα σκονισμένα της χτυπάει,
    χορεύει η καρδιά μου,
    να σάρωνες τα πάντα μ’ ένα σου φύσημα
    μες στην καρδιά μου,
    στ’ ακρογιάλι από δίπλα, με κλάματα όλο,
    τα πάντα να εσάρωνες,
    και τότε , αχ, τότε θα σηκωνότανε, αχ, ήχος ζοφερός,
    ηχώ τροχών από συρμούς ονείρων
    σαν τα νερά τα αείρροα,
    σαν το φθινόπωρο το γραμμένο στα φύλλα των δέντρων,
    σαν το αίμα,
    μ’ ένα θρόισμα από φλόγες, αχ, υγρές
    που κατακαίν τα ουράνια
    και ηχάνε σαν όνειρα ή σαν κλαδιά ή σα βροχούλες
    ή και σαν βούκινα λιμανιού λυπημένου, αν εσάρωνες εσύ
    τα πάντα μ’ ένα σου φύσημα μες στην καρδιά μου,
    στ’ ακρογιάλι από δίπλα, εκεί,
    σαν το φάντασμα με το σεντόνι του τ’ άσπρο
    στην κορφούλα απάνω των ελαφρών αφρών
    στη μέση – μέση του άναιμου ανέμου,
    σαν το φάντασμα
    που ξαμολύθηκε με θρήνους, με κλάματα,
    στην άκρην – άκρη του γιαλού, της πικροθαλάσσης απάσης.

    Σαν απουσία τανυσμένη,
    σαν καμπάνα ξαφνικιά και απότομη –
    έτσι κόβει στα δύο
    και η μεγάλη θάλασσα της καρδιάς μας τον ήχο,
    με τη βροχή, τ’ απόβραδο, στην παντέρμη ακτή:
    η νύχτα πέφτει – ποιος αμφιβάλλει; –
    πέφτει – πέφτει η νύχτα,
    το αμαυρό γαλάζιο των σημαιών της που ναυαγούν αντάτζιο
    πλημμυρίζει μετά με πλανήτες από αχνοθαμπωμένη πλατίνα.

    Κι αντηχάει η καρδιά ωσάν αχιβάδα αγριερή,
    ήχους θαλάσσης και σάλου
    φωνάζει, φωνάζει, αντηχά: θάλασσααα! θρήνεεε!
    φόβεεε που’ λυωσες!…τρόμεεε λυωμένε!
    που εχάααθης σε κακοτυχιές, που εχύυυθης στα κύματα…
    Στο χόχλο μέσα αυτόνε ξεδιπλώνει η μεγάλη θάλασσα
    τις ξαπλωμένες της σκιές, τις πράσινες της παπαρούνες.

    Αν είταν έτσι ξαφνικά να’ ρθεις
    – με σάρκα να’ ρθεις λέω και με οστά –
    σε πένθιμο ακρογιάλι φερέλυπο
    και να’ χεις γύρω – γύρω σου ζωσμένη την πεθαμένη μέρα,
    φάτσα – φάτσα με μια νέα νύχτα, μ’ ένα καινούργιο έρεβος,
    γιομάτη κύματα, κυματερή και πολυκυματούσα,
    και την καρδιά μου να εσάρωνες μ’ ένα σου φύσημα
    την παγωμένη απ’ του φόβου τα χάδια, τ’ αγγίγματα…
    αν εφύσαγες μες στη μονάχη της καρδιάς μου τη λίμνη,
    αν εφύσαγες τις φλόγες της εσύ που πετούν σαν περιστέρες,
    θ’ αντήχααν οι μαύρες συλλαβές των αιμάτων τους,
    θα εφούσκωναν τ’ αείρρυτα ερυθρά νερά της
    και θ’ αντιλάλα, θ’ αντιλάλαε λέω από ίσκιους και σκιές,
    θ’ αντιλάλειε η καρδιά μου ωσάν τη χαρά του Χάρου,
    θα εθρήναε
    σαν υδρορρόη μπουκωμένη αγέρα ή κλάιματα
    ή σα μποτίλια που ξεβράζει χειμάρρους – χειμάρρους
    τον τρόμο αμή και τον περίτρομο
    στο δρόμο αν μη και στον περίδρομο.

    Έτσι θα είτανε τα πράγματα τότε –
    οι αστραπές θα σκεπάζαν
    των μαλλιώνε σου τ’ ωραίο πλήθος,
    η βροχή θα όρμαε μες στα ορθάνοιχτα μάτια σου
    να ετοιμάσει τους λυγμούς που μυστικά μέσα σου πνίγεις.
    Τα μαύρα τότε φτερά
    της υαλίνης θαλάσσης ολοένα θ’ ανοίγονταν,
    θ’ απλώνονταν γύρω σου και θα σε σκέπαζαν
    με μεγάλα νύχια γαμψά, με κρωγμούς, με τραβέρσα.

    Θες – σε ρωτώ – θες να’ σαι’ συ το φάντασμα’ κείνο
    που μόνο του, ολομόναχο σαρώνει τα ωραία περιγιάλια
    φυσώντας, όλο φυσώντας το πένθιμο,
    το άχρηστο μουσικό όργανό του;
    Ας εφώναζες κοντά σου
    τον μακρόσυρτο ήχο του, το μοχθηρό του τσαφάρισμα,
    τη μελωδία του τη στρωμένη από κύματα δαρμένα…
    αρκεί αυτό, αρκεί, αρκεί
    κι όλο και κάποιος θα’ ρχόταν τότε
    όλο – ναι – και κάποιος θα’ ρχότανε τότε
    απ’ των νησιών τις ακρώρειες,
    απ’ τον κόκκινο κάτω πάτο της θάλασσας,
    κάποιος όλο μπορεί και να’ρχότανε,
    κάποιος θα’ ρχότανε όλο – ναι! – εκεί τότε.

    Θα’ ρχόταν φουριόζος,
    να φυσήξει θα’ ρχότανε με μανία, με μένος,
    να φυσήξει, ν’ αντηχήσει το παν
    σα σειρήνα καραβιού τσακισμένου, σα λυγμός,
    σα χλιμίντρισμα μεταξύ αφρών και κυμάτων,
    σαν αγριεμένο νερό που δίνει δαγκωνιές στην ουρά του
    κι αλυχτάει απ’ τον φριχτό, τον φριχτότατο πόνο.

    Στα πόρτα όλα και στους ταρσανάδες
    η αχιβάδα η ολόγιομη ίσκιους σαν το ουρλιαχτό αλητεύει,
    τα θαλασσοπούλια την περιφρονούν,
    πετάνε αλλού, πετάν γι’ αλλού,
    οι ηχοστήλες της και οι πένθιμες κιγκλίδες της
    αναλαμβάνονται στους αιγιαλούς,
    στους αιγιαλούς αναλαμβάνονται και στους κλύδωνες
    των παντέρημων μα ζωηρών του ωκεανού ζωστήρων
    που όλο κλείδωνες με κλαδιά και ξεκλείδωνες.

    https://atexnos.gr/pamplo-nerouda-sta-hthonia-domata/

  5. 2.
    Ανήσυχη βάρκα των επιθυμιών μου
    Χτύπα στα βράχια και γίνε κομμάτια,
    ανήσυχη βάρκα των επιθυμιών μου!
    Και άσε τα όνειρα να αναπνεύσουν
    έτσι όπως ξέρουν.
    Μερικά να κολυμπάνε και να βγουν στην ακτή,
    μερικά να βουτάνε και να φτάσουν στο βυθό,
    μερικά να πνίγονται.
    Κολυμπήστε προς την ακτή επιθυμίες μου!
    Ψάξτε τριγύρω ξύλα ψημένα από το αλάτι.
    Μια βάρκα δυνατότερη να πλέει ξανά προς τους βράχους.
    Και να χτύπα ξανά.
    Έτσι πλέουν η μια πίσω από την άλλη,
    οι βάρκες των επιθυμιών
    Alma Braja

    http://www.poiein.gr/2019/05/09/alma-braja-%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%AE%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1/

    ΒΑΡΚΑΡΟΛΑ [του Laurent Tailhade, μεταφράζει ο Κ. Καρυωτάκης]

    Κυριακή. Σ’ ένα βαπόρι
    στριμωχτήκαν μπουρζουάδες.
    Ξεφωνίζει κάθε αγόρι,
    ξεμυξίζουν οι μαμάδες.

    Τα σκυλιά δε λογαριάζουν
    ο Σηκουάνας πόχει πνίξει,
    δε φοβούνται, διασκεδάζουν
    την ευγενική τους πλήξη.

    “Ω, τι ζέστη, Θεέ μου, βράζει!”
    βεβαιώνουν οι κυρίες,
    κ’ επιπόλαιες και γελοίες
    ξεκουμπώνοντας με νάζι
    τα χυδαία ντεκολτέ τους,
    διευκολύνουν τους εμετούς.

    https://logotexniaskepsi.wordpress.com/2019/09/15/

  6. Η βάρκα-Ελευθερία Αρβανιτάκη

    9.ΑΤΑΞΙΔΕΥΤΗ ΒΑΡΚΑ
    Του Παναγιώτη Μιχ. Πελεκάνου που τ΄αγάπησε

    Τη βάρκα που λαχτάριζες, τώρα δεν την ορίζεις
    έσπασε το τιμόνι της, κουρέλια το πανί,
    τη βούλιαξαν τα κύματα προτού την ταξιδέψεις
    και γοερά τη θρήνησαν, ακόμα κι οι θεοί!

    Τον τρίσβαθο αναστεναγμό τώρα να τον ξεχάσεις,
    το σιγαλό τραγούδισμα, δε θα το ξαναπεί
    τ’ ολόγυμνό της σκέλεθρο στ’ αγέρι έχει σαπίσει
    κι οι μπόρες στα μεσούρανα το κάναν Αστραπή.

    Τη μαγική τη βάρκα μας, που ’σουν καραβοκύρης
    θυμάμαι την αρμάτωνες με μύρια δυο πλουμιά,
    πανιά μεσ’ στα ψιλόλιγνα κι ολόχρυσα κατάρτια
    πού τη θρηνούνε τώρα πια της νύχτας τα στοιχειά.

    Μ’ ήθελες καπετάνισσα, στο μώλο ν’ απαντέχω,
    να περιμένω Μάηδες, σιμά μου να βρεθείς…
    μες στην πλανεύτρα θάλασσα πάντα να σε προσμένω
    στη σάπια τώρα κουπαστή μήπως κι αναστηθείς.

    Πέρθα Καλέμη

    ***

    10. ΒΑΡΚΑΔΑ ΣΤΗ ΛΙΜΝΟΘΑΛΑΣΣΑ

    Το χρώμα σου εθάμπωσε τη σκέψη και το βλέμμα
    αρχόντισσά μου ήμερη ταξίδι του γιαλού
    ο βούρκος σου με έκαψε σαν έχασα το τέρμα
    πλανεύτρα του καημού

    γαϊτα σαν εξάπλωσε στο λυγερό κορμί σου
    εγλίστρησε στο όνειρο μια βόλτα με κουπί
    στο φέγγος κοντραρίστηκε με τη γλυκιά μορφή σου
    και γω στην κουπαστή

    ο ήλιος σαν εφέγγισε το λυγερό κορμί σου
    η βάρκα μου αμήχανα δεν ξέρει πού σταθεί
    κι ο γλάρος που επέταξε σου φώναξε για ντύσου
    κορμί σου προκαλεί

    μια βόλτα τούτη θα μου πει μικρέ γιατί σκαλίζεις
    τις μνήμες κείνες του καημού που βούλιαξαν βαθιά
    αν θέλεις μόνο κάνε το εσύ να πλατσουρίζεις
    στα ήρεμα νερά

    η βάρκα θέλει δύναμη και το κουπί λεβέντη
    ψυχή μικρή που περπατά σ’ αρμύρα θα πονεί
    στο τέλος βγαίνει στη στεριά με πόνο δακρυσμένη
    βαρκάδα ακριβή

    μα η βαρκάδα όνειρο πληρώνει δίχως τέλος
    και η ζωή περίεργη τον πόνο προκαλεί
    γνωστό το τέλος θα μου πει το αίμα απ’ το βέλος
    πληρώνει τη πληγή

    βαρκάδα δεν αρνήθηκε σεργιάνι στο νερό της
    μια λίμνη αστροφέγγητη συχνά και μοναχή
    κι ο ποιητής ανήμπορος να γράψει τον καημό της
    και μένει ορφανή

    ΜΙΜΗΣ Χ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ

  7. Σταύρος Ξαρχάκος & Νίκος Γκάτσος, Βαρκαρόλα (Μη λυγίζετε, παιδιά)

    Νίκος Γκάτσος, Βαρκαρόλα (Μη λυγίζετε παιδιά)

    Μη λυγίζετε παιδιά
    περηφάνια στην καρδιά
    περηφάνια στην καρδιά
    ώσπου νά ’ρθει η ξαστεριά

    Έσκισ’ η μπόρα τα πανιά
    και στου γκρεμού την άκρη
    ποτάμι πάει το δάκρυ
    έχει η ψυχή μου σκοτεινιά

    Μη λυγίζετε παιδιά
    περηφάνια στην καρδιά
    περηφάνια στην καρδιά
    ώσπου νά ’ρθει η ξαστεριά

    Κράτα στο χέρι σου σπαθί
    κι αστραφτερό μαχαίρι
    να ξαναβγεί τ’ αστέρι
    μες στο σκοτάδι το βαθύ

    Μη λυγίζετε παιδιά
    περηφάνια στην καρδιά
    περηφάνια στην καρδιά
    ώσπου νά ’ρθει η ξαστεριά

    https://thepoetsiloved.wordpress.com/2011/10/10/varkarola-mi-lygizete-paidia-stavros-xarhakos-nikos-gatsos-nana-mouskouri

    Σταύρος Ξαρχάκος & Βαγγέλης Γκούφας, Βαρκαρόλα

    Στέγνωσε, αγέρι, τα πανιά
    και πάρ’ τα όνειρά μου
    πάρε και την καρδιά μου
    δεν την μπορώ την ερημιά

    Γιαλό-γιαλό πού θα με πας
    πού θα με ταξιδέψεις
    και τι θα μου γυρέψεις
    αφού το ξέρω μ’ αγαπάς

    https://thepoetsiloved.wordpress.com/2011/10/20/kostas-papadopoulos-agnes-baltsa-varkarola-stavros-xarhakos-vangelis-goufas

  8. Νούρι αλ Τζαράχ: «Μια βάρκα για τη Λέσβο»

    (Τρα¬γού¬δι)

    Είδα την αστραπή στην ανατολή.
    Έλαμψε μόλις για μια στιγμή
    και μου φάνηκε παράξενη.
    Είδα τον ήλιο στο αίμα της,
    βρεγμένο,
    τη θάλασσα ταραγμένη,
    και το χθες κλεμμένο από τα βιβλία.

    Φωνή

    Δρα¬πε¬τεύω από το θά¬να¬το στην κα¬ρό¬τσα του θα¬νά¬του.
    Ο ου¬ρα¬νός με εκτο¬ξεύ¬ει μα¬κριά με σκι¬σμέ¬να φτε¬ρά.
    Πέ¬φτω με θό¬ρυ¬βο στο αί¬μα μου
    και
    στο δι¬κό της
    αί¬μα.
    Κα¬ταρ¬ρέω
    και κερ¬δί¬ζω την απου¬σία μου.
    Και τώ¬ρα στη Δα¬μα¬σκό
    έχω δυο φω¬το¬γρα¬φί¬ες.
    Στη πρώ¬τη,
    μια γρο¬θιά σπά¬ει την πόρ¬τα,
    αι¬μορ¬ρα¬γεί.
    Στην άλ¬λη, ένα μα¬τω¬μέ¬νο μέ¬τω¬πο
    τη βρο¬ντο¬χτυ¬πά¬ει ακό¬μα.
    Ενώ εγώ,
    όπως με βλέ¬πω στην ει¬κό¬να,
    βρί¬σκο¬μαι στο έδα¬φος, πρη¬νής
    και κοι¬τά¬ζω προς το πε¬πρω¬μέ¬νο μου.

    IV. Τέταρτη πλάκα

    Πε¬ρί¬με¬να ένα γράμ¬μα από μια άλ¬λη πό¬λη.
    Πε¬ρί¬με¬να τον ήλιο να έλ¬θει σε μια επι¬στο¬λή
    και το φεγ¬γά¬ρι σε μιαν άλ¬λη.
    Όμως άν¬θρω¬ποι σκιές, άν¬θρω¬ποι σκό¬νη
    σκο¬τεί¬νια¬σαν τη μέ¬ρα σου και σκόρ¬πι¬σαν.
    Και τώ¬ρα, η δο¬λο¬φο¬νη¬μέ¬νη νύ¬χτα κρύ¬βε¬ται
    στο πνιγ¬μέ¬νο μας σκο¬τά¬δι.
    Ο ήλιος και το φεγ¬γά¬ρι,
    δυο αδέλ¬φια εξα¬ντλη¬μέ¬να.
    Αν ήσουν παι¬δί του αδύ¬να¬του χε¬ριού μου…
    Αν ήσουν το νυ¬σταγ¬μέ¬νο βλέμ¬μα μου…
    Μά¬τι που βλέ¬πει και δα¬κρύ¬ζει…
    Μα ήσουν σιω¬πή ξα¬πλω¬μέ¬νη στο γρα¬σί¬δι…
    Μυ¬στή¬ριο μιας σύ¬ντο¬μης στιγ¬μής.
    Η ημέ¬ρα σου,
    μια μοί¬ρα που ουρ¬λιά¬ζει
    «Πε¬πρω¬μέ¬νο»
    Και η ζωή σου
    βρο¬χή μέ¬σα στη νύ¬χτα.

    Ελληνική Πλάκα

    H προει¬δο¬ποί¬η¬ση / Το κά¬λε¬σμα της Σαπ¬φούς

    Σύ¬ριοι εξα¬ντλη¬μέ¬νοι, εσείς που τρέ¬με¬τε από το κρύο στις ακτές. Εσείς που πε¬ρι¬πλα¬νιέ¬στε, σε όλα τα μή¬κη και τα πλά¬τη της γης. Μη γε¬μί¬ζε¬τε τις τσέ¬πες σας με το χώ¬μα των νε¬κρών. Εγκα¬τα¬λείψ¬τε ετού¬τη τη γη, για να ζή¬σε¬τε. Πε¬θά¬νε¬τε με¬τα¬φο¬ρι¬κά, όχι αλη¬θι¬νά… Αφή¬στε τη γλώσ¬σα να σας θά¬ψει στις πε¬ρι¬γρα¬φές και στα επί¬θε¬τα. Μην ξε¬ψυ¬χά¬τε και μη θά¬βε¬στε στο χώ¬μα. Το χώ¬μα δεν έχει μνή¬μη, πα¬ρά μό¬νο τη σιω¬πή. Τα¬ξι¬δέ¬ψε¬τε με τις βάρ¬κες προς κά¬θε κα¬τεύ¬θυν¬ση και κερ¬δί¬στε τον ορυ¬μα¬γδό, την οχλα¬γω¬γία της ψυ¬χής σας. Με¬τά την κα¬ται¬γί¬δα και τη συ¬ντρι¬βή, ση¬κω¬θεί¬τε πά¬νω. Εγερ¬θεί¬τε, σε κά¬θε γλώσ¬σα, σε κά¬θε βι¬βλίο, σε κά¬θε επο¬χή, και σε κά¬θε φα¬ντα¬σία. Εξυ¬ψω¬θεί¬τε πα¬ντού και λάμ¬ψε¬τε, όπως η αστρα¬πή ανά¬με¬σα στα δέ¬ντρα.

    Λον¬δί¬νο 2015-2016

    https://www.hartismag.gr/hartis-11/metafrash/noyri-al-tzarax-mia-barka-gia-th-lesbo-alla-poihmata

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: