Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (371ο): «Ηλικία»…

1.ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΠΑΙΔΙΚΗΣ ΗΛΙΚΙΑΣ

Όταν το παιδί ήταν παιδί,

περπατούσε με κρεμασμένους ώμους,

ήθελε το ρυάκι να είναι ποτάμι,

το ποτάμι να είναι ρέμα πελώριο, πλατύ

και η λακκούβα αυτή με νερό να είναι η θάλασσα.

Όταν το παιδί ήταν παιδί,

δεν ήξερε ότι είναι παιδί,

όλα τα πράγματα το γέμιζαν χαρά

και όλες οι χαρές ήτανε μία.

Όταν το παιδί ήταν παιδί,

δεν είχε γνώμη για τίποτα,

δεν είχε συνήθειες,

καθόταν συχνά στα πόδια του

και άρχιζε ξαφνικά από το τίποτα να τρέχει,

είχε στα μαλλιά μια κορφή

και δεν έπαιρνε ύφος στις φωτογραφίες.

Όταν το παιδί ήταν παιδί,

ήταν η εποχή για τις εξής απορίες:

Γιατί αυτός είμαι εγώ και δεν είμαι εσύ;

Γιατί είμαι εδώ και όχι εκεί;

Πότε άρχισε ο χρόνος και πού τελειώνει ο κόσμος;

Μην είναι άραγε μόνο ένα όνειρο η ζωή στη γη;

Μην είναι ό,τι βλέπω και ακούω και μυρίζω

μόνο το είδωλο ενός κόσμου πριν τον κόσμο;

Υπάρχει αλήθεια τo Κακό και άνθρωποι

που είναι πραγματικά κακοί;

Πώς γίνεται, εγώ, που υπάρχω,

να μην υπήρχα πριν να υπάρξω

και πώς μια μέρα εγώ, που είμαι,

δεν θα είμαι πια αυτός που είμαι;

Όταν το παιδί ήταν παιδί,

του έφερνε αναγούλα το σπανάκι, ο αρακάς, το ρυζόγαλο

και το βραστό κουνουπίδι,

τώρα όμως τα τρώει όλ’ αυτά –όχι μόνο γιατί πρέπει.

Όταν το παιδί ήταν παιδί,

ξύπνησε μια φορά σε ξένο κρεβάτι,

τώρα όμως νομίζει πως ξυπνάει συνέχεια σε ξένο·

πολλοί άνθρωποι του φαίνονταν όμορφοι,

τώρα όμως του μοιάζει ευτύχημα να δει ωραίους ανθρώπους·

είχε μια καθαρή εικόνα για τον Παράδεισο,

που τώρα έχει απομείνει μια μάλλον θολή υποψία·

του ήταν αδύνατον να διανοηθεί το Τίποτα,

ενώ τώρα ανατριχιάζει με τη σκέψη.

Όταν το παιδί ήταν παιδί,

έπαιζε μ’ ενθουσιασμό,

ενώ σήμερα αισθάνεται δοσμένο σε ένα πράγμα όπως τότε,

μόνο όταν αυτό το πράγμα είναι η δουλειά του.

Όταν το παιδί ήταν παιδί,

του έφτανε ένα μήλο, λίγο ψωμί

και το ίδιο είναι και τώρα.

Όταν το παιδί ήταν παιδί,

τα μούρα βάραιναν στη χούφτα του μόνο σαν μούρα

και το ίδιο είναι και τώρα·

η γλώσσα του γινότανε στυφή απ’ τα χλωρά καρύδια

όπως και τώρα,

σε καθεμιά βουνοκορφή

ένιωθε μια λαχτάρα για μια ακόμα πιο ψηλή,

σε κάθε πόλη λαχταρούσε

μια ακόμα πιο μεγάλη

και το ίδιο είναι και τώρα.

Σκαρφάλωνε να φτάσει τα κεράσια της ψηλότερης κορφής με μια τρελή χαρά

και το ίδιο παραμένει και τώρα·

είχε για τους αγνώστους την ίδια ντροπή

που νιώθει και τώρα·

περίμενε το πρώτο χιόνι,

όπως το περιμένει και τώρα.

Όταν το παιδί ήταν παιδί,

σημάδεψε το δέντρο μ’ ένα ξύλο μακρύ,

που εκεί πάλλεται ακόμα και τώρα.

Πέτερ Χάντκε, Μετ: Γιώργος Καρτάκης

***

2.ΗΛΙΚΙΑ ΤΗΣ ΓΛΑΥΚΗΣ ΘΥΜΗΣΗΣ

Ἐλαιῶνες κι ἀμπέλια μακριὰ ὡς τὴ θάλασσα

Κόκκινες ψαρόβαρκες μακριὰ ὡς τὴ θύμηση

Ἔλυτρα χρυσὰ τοῦ Αὐγούστου στὸν μεσημεριάτικο ὕπνο

Μὲ φύκια ἢ ὄστρακα. Κι ἐκεῖνο τὸ σκάφος

Φρεσκοβγαλμένο, πράσινο, ποὺ διαβάζεις ἀκόμη

στὴν εἰρήνη τὸν κόλπου τῶν νερῶν ἔχει ὁ Θεός.

Περάσανε τὰ χρόνια φύλλα ἢ βότσαλα

Θυμᾶμαι τὰ παιδόπουλα τοὺς ναῦτες ποὺ ἔφευγαν

Βάφοντας τὰ πανιὰ σὰν τὴν καρδιά τους

Τραγουδοῦσαν τὰ τέσσερα σημεῖα τοῦ ὁρίζοντα.

Κι εἶχαν ζωγραφιστοὺς βοριάδες μὲς στὰ στήθια.

Τί γύρευα ὅταν ἔφτασες βαμμένη ἀπ᾿ τὴν ἀνατολὴ τὸν ἥλιου

Μὲ τὴν ἡλικία τῆς θάλασσας στὰ μάτια

Καὶ μὲ τὴν ὑγεία τὸν ἥλιου στὸ κορμὶ – τί γύρευα

Βαθιὰ στὶς θαλασσοσπηλιὲς μὲς στὰ εὐρύχωρα ὄνειρα

Ὅπου ἄφριζε τὰ αἰσθήματά του ὁ ἄνεμος;

Ἄγνωστος καὶ γλαυκὸς χαράζοντας στὰ στήθια μου

τὸ πελαγίσιο του ἔμβλημα.

Μὲ τὴν ἄμμο στὰ δάχτυλα ἔκλεινα τὰ δάχτυλα

Μὲ τὴν ἄμμο στὰ μάτια ἔσφιγγα τὰ δάχτυλα

Ἦταν ἡ ὀδύνη

Θυμᾶμαι ἦταν Ἀπρίλης ὅταν ἔνιωθα πρώτη

φορᾶ τὸ ἀνθρώπινο βάρος σου.

Τὸ ἀνθρώπινο σῶμα σου πηλὸ κι ἁμαρτία

Ὅπως τὴν πρώτη μέρα μας στὴ γῆ.

Γιόρταζαν οἱ ἀμαρυλλίδες – Μὰ θυμᾶμαι πόνεσες

Ἤτανε μία βαθιὰ δαγκωματιὰ στὰ χείλια

Μία βαθιὰ νυχιὰ στὸ δέρμα κατὰ κεῖ ποὺ

χαράζεται παντοτινὰ ὁ χρόνος.

Σ᾿ ἄφησα τότες

Καὶ μία βουερὴ πνοὴ σήκωσε τ᾿ ἄσπρα σπίτια

Τ᾿ ἄσπρα αἰσθήματα φρεσκοπλυμένα ἐπάνω

Στὸν οὐρανὸ ποὺ φώτιζε μ᾿ ἕνα μειδίαμα.

Τώρα θά ῾χω σιμά μου ἕνα λαγήνι ἀθάνατο νερό

Θά ῾χω ἕνα σχῆμα λευτεριᾶς ἀνέμου ποὺ κλονίζει

Κι ἐκεῖνα τὰ χέρια σου ὅπου θὰ τυραννιέται ὁ ἔρωτας

Κι ἐκεῖνο τὸ κοχύλι σου ὅπου θ᾿ ἀντηχεῖ τὸ Αἰγαῖο.

(Προσανατολισμοί) ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

***

3.HΛIKIA

Ήρθε λοιπόν η στιγμή

Η επίσημη

Η μοναδική

Το άστρο που ευωδιάζει

Απ’ τους κοιτώνες των παιδιών

Άρρητη στοργή

Σε περιμένει

Έν’ άσπρο τριαντάφυλλο

Ο καημός των ματιών μου

Που ακόμα δεν άνθισαν

Περισυλλέγοντας το μυστήριο

Λικνίζοντας τη σιωπή

Τάκης Βαρβιτσιώτης, [Ενότητα Πρώτα ποιήματα (1941)]

Πηγή: Συγκεντρωτική έκδοση Τάκης Βαρβιτσιώτης | Ποιήματα 1941-2002

(2003)

***

4.Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΜΑΣ ΗΛΙΚΙΑ

Με ήχο εκκωφαντικό, αντίθετα προς τη φορά

των τρένων, θα πετάξουμε.

Μπροστά περνώντας από τις προσόψεις των κτηρίων

τις ραγισματιές θα επιδέσουμε που αιμορραγούν

νήματα της ομίχλης

φεγγίζουν σάρκα αφίλητη και μούχλα ανάμεσα

στα δάχτυλα

– τόπο αγαπημένο να νυκτερεύει την αϋπνία της

η μνήμη.

Στάζει και νότισε η ζωή άχρηστες ώρες μιας ψυχής

αποκλεισμένης από τον εαυτό της.

Ίσως πια τίποτα δεν είναι αληθινό

παρά μονάχα οι κάθετες λουρίδες ενός γαλάζιου

ορίζοντα

πίσω απ' τα κάγκελα αυτής της κρύας φυλακής.

Και πού να θυμηθείς κάποιον να μας μιλήσει βάσιμα

για την καταγωγή των κίτρων

ή σε ποιον χρωστάμε τη συμπαγή απελπισία

όταν ο έρωτας εκτίει την ποινή του

και ποια είναι άραγε η πραγματική μας ηλικία

αφού στις τσέπες κρύβουμε τα χέρια μας

μ’ όλους αυτούς τους γυάλινους βόλους

που ακόμα ευωδιάζουν αλάνα κι αγριόχορτο.

Ευτυχία – Αλεξάνδρα Λουκίδου

***

5.ΑΝΤΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΠΑΙΔΙΚΗΣ ΗΛΙΚΙΑΣ

Ευτυχήματα ευτυχήματα ευτυχήματα.

Τη νύχτα ιδίως όταν τρομοκρατούσαμε

μ’ αναμμένο φακό στο πηγούνι

παρασταίνοντας τα φαντάσματα κ’ οι κοπέλες

έτρεχαν πανικόβλητες.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ

***

6.ΤΕΛΟΣ ΜΙΑΣ ΗΛΙΚΙΑΣ

Καθώς διάσχιζε τον κεντρικό διάδρομο με τους καθρέφτες

-στο τέρμα, λέγαν, είταν το γραφείο του διευθυντή-

βρέθηκε μονομιάς στα πρόθυρα των γερατειών.

'Ορμησε τότε προς την έξοδο κινδύνου, βγήκε

στο πιο ψηλό διάζωμα κι άρχισε να φωνάζει:

"Διώχτε από μπρος μου το πνιγμένο πρόσωπό της,

με κυνηγάει σα μέδουσα, οι σάπιες τρύπες του κολλάν απάνω μου,

βυζαίνουν τα δίκαια όνειρά μου.

Δεν είναι αυτή η μοίρα μου. Γλυτώστε με. Δεν είναι".

'Οταν τον πρόλαβαν, είχε περίπου ηρεμήσει.

'Ηπιε λίγο νερό, μιαν ασπιρίνη,

του τίναξαν τους ασβέστες απ' τα ρούχα, τις στάχτες από τα μαλλιά…

Λίγον καιρόν αργότερα

σβήσαν κ' οι τελευταίες ανυπόταχτες χειρονομίες.

Είπανε μερικοί πως συμβιβάστηκε,

άλλοι μιλήσαν για λύσεις πανικού,

δυο-τρεις επέμεναν πως αναγνώρισε επί τέλους τις ευθύνες του.

Κανείς δεν έμαθε.

'Ηρθε η ζωή όπως συνήθως έρχεται και τα σκέπασε όλα.

ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ

***

7. Η ΕΛΞΗ ΤΗΣ ΒΑΡΥΤΗΤΑΣ (απόσπασμα)

Δεν είμαι ούτε παιδί ούτε νέα ούτε γριά

Έχω την ηλικία της πέτρας

Την τρυφερότητα ενός ευάλωτου νηπίου

Την ακαμψία ενός ζωντανού νεκρού

Στο βυθό του αίματος λουφάζει μια λαγνεία θανάσιμη –

το Έρεβος

— Καλύτερα να μην είχα γνωρίσει ποιος είμαι

Να μην είχα γίνει αυτό που μ’ έκανε η Πράξη

είπε ο Μάκβεθ.

Εύα Μοδινού, Η ηλικία της πέτρας, Γκοβόστη, Αθήνα 2017.

***

8.Η ΗΛΙΚΙΑ ΤΟΥ ΤΡΑΥΜΑΤΟΣ

Δεν συγκρατώ παρά μόνο σπαράγματα

Νομίσματα που τα λιώνει η χρήση

και τα γυρίζει η μνήμη

στην πρώτη τους λάμψη

Ξέρω αδειάζει εύκολα μια αγκαλιά

Βουλιάζει και χάνεται

καθώς την καίει η φωτιά κι όλο ψηλώνει

Δεν μένω σ' αυτό

δεν θέλω και να το χάσω

Κρατώ τον λευκό σου λαιμό

το ωραίο κεφάλι

τα μαλλιά σου, αρχαία χορτάρια

που κυματίζουν ποτάμι στο στέρνο μου

Γλιστράς νύφη πλωτή ως τη θάλασσα

Στη ζεστή της την άμμο

στα κρίνα που ακόμη ριγούν

λευκά στο ελάχιστο φύσημα

Εδώ μεθούσες σε κρήνες περίτεχνες

με σιωπές και ψιθύρους των φύλλων

Στο βράχο που τον σκάβει το κύμα

καθώς τραβιέται το νερό

και σχεδιάζει πάλι την επιστροφή

Χιονίζει σιωπή

κι εγώ επιμένω να σηκώνω ρήματα πλαγιασμένα

ΠΑΝΟΣ ΚΥΠΑΡΙΣΣΗΣ, Τα χειρόγραφα της βροχής, Καστανιώτης 2003

***

9.Η ΗΛΙΚΙΑ ΤΗΣ ΛΗΘΗΣ

Αλήθεια

ποιος θα μπορούσε

άραγε

στο σύθαμπο της ιστορίας

την ηλικία της λήθης

αριθμητικά να υπολογίσει

όταν

αιμορροούσα η μνήμη

ακροβατεί στο συρματόσκοινο

της αδιαλλαξίας του χρόνου

ΕΛΕΝΗ ΧΩΡΕΑΝΘΗ

***

10.ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΚΑΠΟΙΑ ΗΛΙΚΙΑ

Θέλαμε να εξομολογηθούμε τις αμαρτίες μας μα δεν βρίσκαμε αποδέκτες.

Χιονάτα σύννεφα αρνούνταν να τούς δεχτούν, και ο άνεμος

Ήταν πολύ απασχολημένος γυρνώντας από θάλασσα σε θάλασσα.

Αποτύχαμε να προξενήσομε ενδιαφέρον στα ζώα.

Οι σκύλοι απογοητευμένοι περίμεναν μια εντολή.

Μια γάτα, ως είθισται ανήθικη, ήταν στο παρά ένα να κοιμηθεί.

Ένα άτομο εμφανώς πολύ κλειστό

Ποσώς νοιαζότανε ν' ακούσει για τα περασμένα.

Οι φιλικές κουβέντες τη συνοδεία βότκας ή καφέ,

θα έπρεπε να κόβονται με το πρώτο σημάδι ανίας.

Εξευτελιστική θα ήτανε η πληρωμή με την ώρα,

Ενός ανθρώπου μ' ένα δίπλωμα, μόνο για να τον ακούσεις.

Εκκλησίες. Ίσως οι εκκλησίες. Αλλά τι να ομολογήσεις εκεί;

Πως βλέπαμε τούς εαυτούς μας όμορφους και ευγενείς;

Ενώ μετά στο σπίτι μας ένας άσχημος φρύνος

Μισοανοίγει τα παχιά του βλέφαρα

Και απροκάλυπτα ομολογεί: Έίμαι εγώ.

Czeslaw Milosz

http://panosx.blogspot.com/2008/10/at-certain-age.html

*Η ανάρτηση είναι της καλής φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής.

Advertisement

Single Post Navigation

5 thoughts on “Πες το με ποίηση (371ο): «Ηλικία»…

  1. -Γιώργος- Ίκαρος Μπαμπασάκης, Το Καλοκαίρι της Παιδικής Ηλικίας

    Το καλοκαίρι της παιδικής ηλικίας είναι η ποίηση. Όλα αρχίζουν με την ποίηση, και τίποτα δεν σταματάει εκεί. Χρειάστηκε να περάσουν ῾῾έτη στον πάγο, έτη πολλά᾽᾽, όπως έγραφε ο ποιητής Γιάννης Τζώρτζης ήδη από τη δεκαετία του 1980, για να αντιληφθούμε ότι το πεπρωμένο μας είναι η ποίηση και ότι η ποίηση είναι η διελκυστίνδα μας ανάμεσα στην περιλάλητη φράση του Ζαν-Πολ Σαρτρ ῾῾Ποιητής είναι αυτός που τον εξόρισαν βίαια από την παιδική ηλικία᾽᾽ και τη φράση του Γκυ Ντεμπόρ ῾῾Ω η παιδική ηλικία! Μα αυτή είναι εδώ. Δεν μπορέσαμε να βγούμε ποτέ από αυτήν!᾽᾽, δύο φράσεις-κλειδιά για όποιον όχι μόνον επιμένει να συνθέτει ποιήματα αλλά και να εμμένει στο ποιητικώς ζην, δύο φράσεις-κλειδιά που προσδιορίζουν μιαν ολόκληρη Weltanschauung, μιαν ολόκληρη κοσμοθεώρηση, καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο μπαίνεις στο παιχνίδι του κόσμου, και ορίζουν τη συμπεριφορά σου απέναντι στους ανθρώπους που συναντάς.

    Το καλοκαίρι της παιδικής ηλικίας είναι ο πραγματωμένος έρως, όχι ο φαντασιακός, όχι αυτός των διαρκών αναβλητικών ονειροπολήσεων και ρεμβασμών τον Δεκαπενταύγουστο, όχι αυτός των απανωτών υπολογισμών για το προς τι, όχι αυτός των μάταιων στεναγμών και της άσφαιρης αναποφασιστικότητας, αλλά ο πραγματωμένος έρως, αυτός που σε κάνει να δίνεσαι ψυχή τε και σώματι στον άλλον και να προχωράς χέρι με χέρι μαζί του στην περιπέτεια του καθημερινού βίου.

    Το καλοκαίρι της παιδικής ηλικίας ξέρει ότι θα έρθει το ωχρό φθινόπωρο και ο χειμώνας ο βαρύς και η άνοιξη η καμωματού, και γι᾽ αυτό ξέρει να χαμογελάει στις γειτονιές του κόσμου. Το χαμόγελο είναι η καλύτερη διαιώνιση της παιδικής ηλικίας, το χαμόγελο είναι η παιδική ηλικία που δεν παύει να μας συνοδεύει ακόμα και στις πιο κρίσιμες και σοβαρές, ακόμα και αδυσώπητες, στιγμές μας.

    Το καλοκαίρι της παιδικής ηλικίας είναι η αέναη και αιώνια τακτοποίηση της βιβλιοθήκης. Τα βιβλία είναι τα όπλα της παιδικής ηλικίας. Ο αναγνώστης είναι ο φύλακας του κήπου της παιδικής ηλικίας. Ο κήπος της παιδικής ηλικίας είναι η βιβλιοθήκη. Η βιβλιοθήκη είναι ο πιο πολύτιμος λαβύρινθος.

    Το καλοκαίρι της παιδικής ηλικίας δεν είναι όνειρο, δεν είναι χίμαιρα, δεν είναι απάτη, δεν είναι φρεναπάτη. Είναι εδώ και για όλους. Είναι η πραγματική πραγματικότητα για όσους ξέρουν να ποντάρουν τα πάντα σε ό,τι είναι απτό, εφικτό, επιτεύξιμο. Τα επιτεύγματά μας έχουν πάντα να κάνουν με την επιμονή, την υπομονή, τη μέθοδο, και το σύστημα. Οργανώνεις τις επιθυμίες σου και πορεύεσαι προς την πραγμάτωσή τους, πάει να πει προς την πραγμάτωσή σου. Και πραγμάτωση, για όσους εμμένουν στην ποίηση της ζωής, είναι η διαρκής δεξίωση δώρων και η ασταμάτητη προσφορά δώρων.

    Το καλοκαίρι της παιδικής ηλικίας είναι το μέγιστο δώρο της ζωής, το μέγιστο δώρο στη ζωή. Το να διατηρείς την παιδική ηλικία εντός σου ενόσω κυλούν οι μέρες, οι βδομάδες, οι μήνες, τα χρόνια, οι δεκαετίες είναι ένα εξόχως σοβαρό επάγγελμα. Και όπως σε κάθε επάγγελμα, υπάρχουν καλοί επαγγελματίες και κακοί επαγγελματίες. Ο κόσμος γίνεται πιο όμορφος όσο αυξάνεται ο αριθμός και βελτιώνεται η ποιότητα των καλών επαγγελματιών στο σοβαρό επάγγελμα που είναι η διατήρηση της παιδικής ηλικίας.

    Το καλοκαίρι της παιδικής ηλικίας είναι η ευφρόσυνη και δημιουργική μελαγχολία όλων όσοι ξέρουν πολύ καλά πώς να ακούνε το ῾῾βουητό του καταρράκτη του χρόνου᾽᾽. Όταν ζεις μέσα στον ωκεανό του χρόνου, όταν ξέρεις, όπως ο Τζέιμς Τζόις, ότι κάθε Παρασκευή θάβει μια πέμπτη, δεν μπορείς παρά να περνάς ώρες πολλές μες στη σκιά της μελαγχολίας. Αλλά το τέχνημα, το κόλπο, η ῾῾μόντα᾽᾽ είναι να φωτίζεις αυτή τη σκιά, να μετατρέπεις σε δημιουργικότητα τη μελαγχολία, να τραγουδάς το ῾῾τραγούδι που ξεγελάει τον χρόνο᾽᾽ (άλλος ένας ορισμός της ποίησης, από τον Αντρέ Μπρετόν αυτή τη φορά).

    Το καλοκαίρι της παιδικής ηλικίας είναι η διηνεκής δύναμη της φράσης του Νίκου Εγγονόπουλου: ῾῾Θαν την τσακίσω εγώ τη νοσταλγία σου᾽᾽. Και έτσι, νε νι, θαν, θαν, και πάλι θαν, έτσι: ῾῾Θαν την τσακίσω εγώ τη νοσταλγία σου θα μαχαιρώσω τη μυστική σου χαρά με τ’ άσπρα μου πουλιά που ζουν και φτερουγίζουν μέσα στα μάτια σου᾽᾽. Οφείλεις να τσακίζεις τη νοσταλγία, ιδίως όταν είναι μια νοσταλγία κίβδηλη, μια νοσταλγία-άλλοθι για την ακινησία μες στο παρόν.

    Το καλοκαίρι της παιδικής ηλικίας σημαίνει ῾῾να κυνηγώ το πρωί, να ψαρεύω το απόγευμα, να φροντίζω τα ζώα το βράδυ, να κάνω κριτική μετά το δείπνο, όπως ακριβώς μου αρέσει, χωρίς ποτέ να γίνομαι κυνηγός, ψαράς, βοσκός, ή κριτικός᾽᾽.
    Το καλοκαίρι της παιδικής ηλικίας είναι οι καλύτερες σελίδες της Γερμανικής Ιδεολογίας των Μαρξ & Ένγκελς — θυμάσαι;
    Το καλοκαίρι της παιδικής ηλικίας είναι ο ψυχικός/ πνευματικός/ σωματικός αναρχοκομμουνισμός μας.

    Το καλοκαίρι της παιδικής ηλικίας είναι ήδη εδώ!

    https://www.monocleread.gr/2020/07/25/giwrgos-ikaros-mpampasakis-rip-it-up-3/

  2. 11.ΑΠΟΠΛΑΝΗΣΗ ΕΝΗΛΙΚΟΥ

    Κίνηση, μετρό. Χάνομαι στο πλήθος.
    Να ένας άθλιος χοντρός με αποχαυνωμένο ύφος.
    Να και μια κυράτσα με ψώνια από τη λαϊκή.

    Ωπ! Να και δυο κάτασπρα μπουτάκια
    να λικνίζονται μπροστά μου, με φιδίσια περπατησιά.
    Όμορφα, πολύ όμορφα!
    Νέα, νεότατα,
    14 με 16 χρονών,
    δροσίζουν την ατμόσφαιρα
    και σβήνουν τις σκέψεις σου μεμιάς!

    Έτσι, καθώς ο Ελύτης – γέρος σαν ήτανε –
    έγραψε καταγοητευμένος:
    “…Για σένα, το ασχημάτιστο στήθος των δώδεκα χρονώ
    το στραμμένο στο μέλλον με τον κρατήρα κόκκινο…”
    στο Μονόγραμμά του.

    Κανείς δεν τον κατηγόρησε για πορνόγερο.
    Κανείς δεν είπε γι’ αποπλάνηση ανηλίκου.
    Στην περίπτωση αυτή, ισχύει το αντίθετο:
    Αποπλάνηση ενηλίκου
    από νεαρή
    ΓΥΝΑΙΚΑ!

    ΧΡΗΣΤΟΣ (ΖΑΧΟΠΟΥΛΟΣ) ΖΑΧΟΣ

    ***

    12. ΑΚΑΤΑΛΛΗΛΟΝ ΓΙΑ ΑΝΗΛΙΚΟΥΣ

    Το έργο που παίζεται σήμερα
    είναι ακατάλληλο για ανηλίκους
    “Κλοπή των ονείρων τους”
    το θέμα του
    κι οι πρωταγωνιστές καλά εκπαιδευμένοι
    να βουλιάξουνε το πλοίο
    λίγο έξω απ’ το λιμάνι

    Τί κι αν παρηγοριάς λόγια ακούγονται
    πως τάχα έρχονται οι ναυαγοσώστες
    με τις σωσίβιες λέμβους ανά χείρας
    και όπου να ‘ναι στη στεριά θα βγούνε

    Αυτοί πολύ καλά το ξέρουνε
    πως την αυγή θα τους ξεβράσει
    κάποιο κύμα!

    ΠΟΛΑ ΒΑΚΙΡΤΖΗ-ΓΑΛΑΝΟΠΟΥΛΟΥ

    ***

    13. ΑΝΑΔΥΟΜΕΝΗ ΕΝΗΛΙΚΙΩΣΗ

    Η ανάμνηση της ενηλικίωσης
    κατεβαίνει από το σκαλιστό κάδρο
    της τρυφερής νιότης.

    Σπάνια φτάνει στην ώρα της.
    Συνήθως καθυστερεί
    για τους δικούς της λόγους.

    Καθισμένη στις όχθες του χρόνου
    μετράει τα όχι της και τα ναι
    δισταγμούς κι ενοχές.

    Θέλει εξ ‘ολοκλήρου ν’ αναδυθεί
    από το βυθό
    των σκληρών διλημμάτων

    των μυστικών φόβων
    των ανομολόγητων επιθυμιών
    των χαμένων ευκαιριών.

    Από τη σκιά στο φως.

    Ανέμους καλεί σε βοήθεια
    αδιέξοδους έρωτες να σαρώσουν
    ψυχικά τραύματα.

    Τα δύσκολα αντίο ξεπροβοδίζει
    στην αντίπερα όχθη
    στους αγαπημένους της γνέφει –νεκρούς.

    Σε ύποπτους δρόμους αγοράζει γνώση
    -πλαστό διαβατήριο-
    στη χαρά στο θυμό στην εξέγερση.

    Διάττοντα χρόνια σε πυρακτωμένη λίμνη
    της έδωσαν το χρίσμα.
    Στο χάρτη πλοήγησης ανεδύθη νησί.

    ΕΜΜΑ ΤΣΙΒΡΆ

  3. «Και ο ουρανός διανυκτερεύει, οι μυρωδιές έχουν τη παιδική μας ηλικία, και μέσα στον ύπνο μας κοιμούνται τα πιο Ωραία ταξίδια!!! κι εγώ δεν έχω άλλο όπλο απ’ το να διηγούμαι ψεύτικες ιστορίες και να τις πιστεύω!!!»
    (Τάσος Λειβαδίτης)

    ***********
    Javier Bozalongo, ΤΕΧΝΙΚΟΛΟΡ / TECHNICOLOR

    Παιδική μου ηλικία είναι οι αναμνήσεις…
    Αντόνιο Ματσάδο

    Η παιδική μου ηλικία χωρίς αναμνήσεις
    ‒καταλανός στην Καστίγια
    καστιγιάνος τον χειμώνα‒
    έχει θέα στη θάλασσα
    και παράθυρα στον Ιούλιο.
    Σε εποχές ακόμα ασπρόμαυρες
    κατεβαίναμε δυο-δυο τα σκαλιά
    αδιαφορώντας για τη φωνή που ζητούσε ηρεμία
    (και στην πραγματικότητα φοβόταν):
    Μη γυρίσεις αργά στο σπίτι!
    Μην τσακώνεσαι βγαίνοντας απ’ το σχολείο!
    Κόψε τα μαλλιά σου!
    Τι σόι ντύσιμο είν’ αυτό;
    Μνήμη ανιαρή, αναμνήσεις επιλεκτικές
    συνδυασμοί επαναλαμβανόμενοι
    στοιχείων διεσπαρμένων που το ένα με το άλλο
    μας έφεραν βιαστικά στο τεχνικολόρ.

    https://frear.gr/?p=2748

    ***********

    Erin Hanson, “Not”

    Δεν είσαι η ηλικία σου,
    ούτε το νούμερο των ρούχων σου.
    Δεν είσαι ένα νούμερο στη ζυγαριά,
    ή το χρώμα των μαλλιών σου.
    Δεν είσαι τ’όνομά σου,
    ή τα λακκάκια στα μάγουλά σου,
    είσαι όλα τα βιβλία που διάβασες
    και όλα τα λόγια που είπες,
    είσαι η βραχνή πρωινή σου φωνή
    και όλα τα χαμόγελα που προσπάθησες να κρύψεις,
    είσαι ίδιος η γλύκα του γέλιου σου,
    και όλα σου τα δάκρυα,
    είσαι τα τραγούδια που λες δυνατά,
    όταν ξέρεις ότι είσαι ολομόναχος,
    είσαι τα μέρη στα οποία βρέθηκες
    και εκείνο, το μοναδικό, που αποκαλείς “σπίτι”,
    είσαι τα “πιστεύω” σου
    και οι άνθρωποι που αγαπάς,
    είσαι οι φωτογραφίες στο υπνοδωμάτιό σου
    και το μέλλον που ονειρεύεσαι,
    είσαι φτιαγμένος από τόση ομορφιά
    αλλά φαίνεται ότι το ξέχασες,
    τη μέρα που αποφάσισες πως σε ορίζουν
    όλα εκείνα που δεν είσαι!

    https://itravelpoetry.com/2021/06/03/not-erin-hanson/

  4. 14. ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΗ ΗΛΙΚΙΑ

    Πάντοτε δυσπιστούσα για την άνοιξη. Αυτή η ακαθόριστη αίσθηση
    στις ανθισμένες βραγιές κι’ ένα ρίγος λεπτό
    κι’ οι φωνές των παιδιών στο γήπεδο όταν το απόγευμα διυλίζει το φως
    κι’ οι φίλοι μου να περιμένουν το καλοκαίρι, τι κι’ αν γινόταν αργότερα
    μια θάλασσα μεσημεριού με ξέθωρον ήλιο
    πετράδι δουλεμένο να φέγγει στη νύχτα. Πόλη μου αγαπημένη
    πολύβουη μα ερημική, πολύκοσμη μα απρόσιτη βιτρίνα νεωτερισμών
    ψευτίζοντας τη ζωή μας.

    Αυτή η θηλυκιά εποχή
    στιφή, παράξενη σα γριά, με τις εύκολες συζητήσεις
    την πολλή συνάφεια, τη λιγοστή κατανόηση, την απέραντη μοναξιά
    κι’ ο εφιάλτης πως κάποτε θα ξυπνήσουμε μη έχοντας τίποτε να πούμε
    ανάμεσα στα βήματα αυτά, πηγαίνουν και πάλι ξανάρχονται
    κι’ ύστερα σβήνουν στο διάδρομο· ανάβουνε το φως της σκάλας
    μα δεν ακούγεται κανείς.

    Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, «Ο δύσκολος θάνατος», εκδ. Εγνατία, 1978

    ***

    15.ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΙΚΡΑ ΣΧΕΔΟΝ ΑΝΗΛΙΚΑ

    Φόβος, έρωτας, θάνατος, ζήλεια, μνήμη,
    προδοσία, ελπίδα…
    Κείμενα μικρά σχεδόν ανήλικα;
    Ναι.

    Γιατί πώς μπορεί να ενηλικιωθεί
    ο φόβος ή ο θάνατος,
    αλλά και η αμεριμνησία του έρωτα
    ή
    η βεβαιότητά του;

    ΕΛΕΝΗ ΛΙΝΤΖΑΡΟΠΟΥΛΟΥ

    ***

    16. Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΗΛΙΚΙΑ

    Πόσων ετών είμαι;
    Αναρωτιέμαι καθώς κοιτώ τον ήλιο πάνω από τους πάγους
    Στον καθρέφτη μου
    Είμαι,
    Όσων τα ποιήματα που έγραψα …
    Όσων των καλών ιδεών που είχα
    Όσων των ανθρώπων που μ’ αγάπησαν
    Όσο των ταξιδιών που δεν έκανα
    Όσο των ανθρώπων όλων μαζί, που πέρασαν πάνω από τη γη
    και μου άφησαν την περιουσία τους
    Όσο του κακού που μπόρεσα να απαλείψω μέσα
    Όσο της χαράς που έδωσα
    Όσο της ανοχής που έδειξα
    Όσο της αλήθειας που έκανα ποίημα
    Μην αντέχοντας την .

    ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΘΥΜΙΑΝΟΎ// Και να θυμάσαι!, 2019

  5. 17. ΑΠΛΑ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΑ

    […]
    Αν πεθάνω στην ηλικία που πέθανε ο πατέρας μου,
    έχω μπροστά μου ακόμη είκοσι χρόνια ζωής.
    Αν πεθάνω στην ηλικία που πέθανε η μητέρα μου,
    μόλις δεκαέξι.
    Η μητέρα μου πέθανε 2 Οκτωβρίου,
    τη μέρα που η αδελφή μου έκλεινε τα σαράντα ένα.
    Ο παππούς μου 18 Ιουνίου,
    τη μέρα που έκλεινα τα δεκαεννιά.
    Η αδελφή μου, όταν έμαθε το νέο,
    βρισκόταν σε κοινότητα αποτοξίνωσης 95 χιλ. ΒΔ της Ρώμης.
    Εγώ, πετούσα στα 30.000 πόδια πάνω από τον Ατλαντικό
    και αναρωτιόμουν τι θα συμβεί αν το αεροπλάνο
    καρφωθεί ξαφνικά στα μαύρα του νερά.
    […]
    ΧΑΡΗΣ ΒΛΑΒΙΑΝΟΣ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: