Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (254ο): «Λίγο – πολύ»…

-«Ζήτησα το λίγο και με τιμώρησαν με το πολύ»

(Ο. Ελύτης)

 

 

-«Βαρύς ο κόσμος να τον ζήσεις, όμως για λίγη περηφάνια το άξιζε.»

(Ο. Ελύτης)

 

 

-«…Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι· τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα.»

(Κ. Π. Καβάφης)

 

 

-«…και να αγαπάμε κάθε μέρα λίγο περισσότερο, κάθε μέρα λίγο καλύτερα…»

(Ναζίμ Χικμέτ)

 

-«Λίγα κοσμήματα στη χλόη. Λίγα διαμάντια στο σκοτάδι.
Μα η πεταλούδα που νύκτωρ εγεννήθη μας αναγγέλει την
αυγή, σφαδάζουσα στο ράμφος της πρωίας.»

(Α. Εμπειρίκος)

 

*Λίγο ακόμα ~ Μ. Φαραντούρη, Μ. Θεοδωράκης

 

-Γ. Σεφέρης, «Λίγο ακόμα»

Λίγο ακόμα θα ιδούμε
Λίγο ακόμα θα ιδούμε
Τις αμυγδαλιές ν’ ανθίζουν
τις αμυγδαλιές ν’ ανθίζουν
τις αμυγδαλιές ν’ ανθίζουν

Λίγο ακόμα θα ιδούμε
Λίγο ακόμα θα ιδούμε
τα μάρμαρα να λάμπουν, να λάμπουν στον ήλιο
κι η θάλασσα να κυματίζει

Λίγο ακόμα, να σηκωθούμε
Λίγο ψηλότερα, λίγο ψηλότερα, λίγο ψηλότερα
Λίγο ακόμα, να σηκωθούμε
Λίγο ψηλότερα, λίγο ψηλότερα, λίγο ψηλότερα

(Γ. Σεφέρης, Ποιήματα, Ίκαρος)

 

 

 

 

-Γ. Σουρής, «Λίγο Μελάνι…»

Ἀφιέρωμα τὴν πρωτοχρονιὰ τοῦ 1878,
στὴ μετέπειτα γυναῖκα του Μαρία.

Λίγο μελάνι καὶ χαρτὶ καὶ λίγοι πάλι στίχοι
εἶναι τὸ μόνο δῶρο μου ὁποὺ θὰ σοῦ χαρίσω…
Καλὰ ποὺ μοῦ ῾δωσε κι αὐτοὺς ἡ ἀκριβή μου τύχη,
γιατὶ ἀλλιῶς δὲ θά ῾ξερα πῶς νὰ σὲ χαιρετήσω.

Ὡς τώρα ἄλλο τίποτα ἀπ᾿ τὸ δικό μου χέρι,
παρὰ πολλοὺς νερόβραστους καὶ κρύους στίχους εἶδες.
Ἀλλὰ κι οἱ στίχοι ποῦ καὶ ποῦ, καμμιὰ φορά, ποιὸς ξέρει,
ἂν ἔχουν δῶρα ζηλευτὰ καὶ ζωντανὲς ἐλπίδες.

Οἱ εὐτυχίες πού ῾ψαλλα τόσες φορὲς γιὰ σένα
ἂν ἔξαφνα φτερούγιζαν μὲ τὴν αὐγὴ μπροστά σου,
θὰ ἔβλεπες τί εἴχανε οἱ στίχοι μου κρυμένα
κι ἄλλη χαρὰ δὲ θά ῾θελε στὸ κόσμο ἡ καρδιά σου.

 (http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/gewrgios_soyrhs_poems.htm)

 

*Σπανουδάκης – είναι πολύ το λίγο (χορωδία)

 

-Γ. Παυλόπουλος, «ΛΙΓΟΣ ΑΜΜΟΣ»

Θυμάμαι πήρες λίγον άμμο

τον κράτησες στο χέρι σου
κι ύστερα τον άφησες
να χύνεται σιγά
στην ανοιχτή παλάμη μου

Στον μέλλοντα λοιπόν αιώνα

θα μείνει λίγος άμμος

με τη δική μας την αφή

κι ο άνεμος που θα φυσάει

όπως τ’ απόγιομα εκείνου του Οκτώβρη

θα τον πηγαίνει εδώ κι εκεί

όλο θα τον πηγαίνει

(http://www.avgi.gr/article/10812/8434916/giorges-paulopoulos-o-poietes-tes-ammou-kai-e-agonia-tes-epidrases)

 

 

 

 

-Μιχάλης Γκανάς, «Λίγος χειμώνας πέρσι και γλυκός»

Λίγος χειμώνας πέρσι και γλυκός·
γλυκύς βραστός με αραιό χαρμάνι.
Χιόνισε ζάχαρη Ζαχάρω και Σοχό
μα στο Ντομπρίνοβο του Σκουρογιάννη
(Ντουμπρίνοβο το λεν οι χωριανοί
κι ας γράφουν οι ταμπέλες Ηλιοχώρι)

αρκούδες άυπνες αλλάζανε πλευρό
και δέρνονταν τα φίδια στο Ζαγόρι.
Νύσταξε κι η αρκούδα του Χατζή
μα πώς να κοιμηθεί με πανωφόρι

αφού τη γούνα της να βγάλει δεν μπορεί
κι ας λιώνει από τη ζέστη η καημένη
γραμμένο της στο Γράμμο να καεί
κι όχι στα γουναράδικα γδαρμένη.

Λίγος χειμώνας πέρσι και γλυκός·
γλυκύς πικρός σε πλαστικό κουπάκι.
Το ‘στρωσε θάνατο στη χώρα του χαμού
ετούτο το μακρύ καλοκαιράκι.

Αύγουστος-Σεπτέμβριος 2007

                                 στη Ζυράννα Ζατέλη

(από τη συλλογή Άψινθος του Μιχάλη Γκανά)

 

 

*Ρίτσος, Θάνος Μικρούτσικος. Καθόλου Λίγο. Γ. Συλλαίου

 

-Γ. Ρίτσος, «Καθόλου λίγο»

 «Ακόμη κάτι – τι; Μήτε εκείνος δεν ξέρει. Να προσθέσει.

Να προσθέσει, πού; Να γίνει τι; Δεν ξέρει. Δεν ξέρει.

Μονάχα τούτη η θέληση – δική του. Παίρνει τσιγάρο. Τ’ ανάβει.

Έξω φυσάει. Οι φοινικιές της εκκλησίας θα σπάσουν. Ο  αέρας

δεν μπαίνει μέσα στα ρολόγια. Δεν ταράζεται η ώρα. Εννέα, δέκα

έντεκα, δώδεκα, μία. Στ’ άλλο δωμάτιο στρώνουν το τραπέζι,

φέρνουν τα πιάτα. Η γερόντισσα κάνει το σταυρό της. Το κουτάλι

ανεβαίνει στο στόμα. Μια φέτα ψωμί είναι κάτω απ’ το τραπέζι.»

(Γ. Ρίτσος, Κιγκλίδωμα, Κέδρος)

 

 

 

Δέσποινα Κουτούφαρη, «Περίσσεψε λίγο όνειρο» 

Περίσσεψε λίγο όνειρο .

θα το μοιραστούμε.

Ένα κομμάτι για σένα,

ένα κομμάτι για μένα.

Περίσσεψε λίγο αγάπη.

Θα τη μοιράσουμε

στους ανθρώπους.

Εκείνοι ξέρουν τι θα κάνουν.

Οι χιονάνθρωποι λιώνουν

πάντα μόνοι τους.

Η δόξα τους τελειώνει

εκεί που αρχίζει η δόξα της άνοιξης.

Σκέψεις που ανθίζουν

στα περιβόλια της παραίτησης ,

της δύναμης για αδυναμία,

της θέλησης για την άρνηση

του εαυτού της.

Στίγμα μοναχικό,

αγκυροβολημένο σε έναν

ξεχασμένο χάρτη.

Οι παλάμες σου γέμισαν φως.

Οι παλάμες μου γέννησαν προσδοκία.

Είμαστε άραγε ελεύθεροι;

(https://atexnos.gr/)

 

 

-Ν. Βρεττάκος, «Λίγο πριν την νύχτα»

 

Κοιτώντας το βλέμμα σου, θαρρούσα πως έβλεπα,

πρώτη φορά, ουρανό που κυμάτιζε.

Στο βάθος του ανταύγειες υποπράσινες σύνθεταν

ένα χρώμα ακαθόριστο. Ένα χρώμα από πνεύμα,

από φως, ένα αγίασμα. Νύχτωνε κι όμως

Θαρρούσα πως σάλευαν στους τοίχους λουλούδια,

σάμπως χαράζοντας πέρα σε κάποιο

βάθος ν’ ανταύγαζε. Τα μάτια σου δέσποζαν.

Θωρώντας αυτή τους την ατλάζινη κίνηση

να πηγαίνει και να ‘ρχεται, δε μπορούσα να ειπώ

τι ακριβώς μου θυμίζανε. Μπορεί την Αγία

Άννα στους βράχους, ορθή, με του σύμπαντος

το διάφανο στέφανο γύρω στο στήθος της.

Μπορεί κάτι άλλο που τόχα συλλάβει

ο ίδιος εγώ, αλλά μούκαψε τη σκέψη και χάθηκε.

Θαρρούσα πως έβλεπα τη γιορτή των χρωμάτων,

τη γιορτή της φωτιάς, τη γιορτή του νερού

και της βλάστησης.

Κι όλα

μαζί, σ’ ένα όρθιο ποτάμι που ανέβαινε

και χύνονταν επάνω στον γαλάζιο ουρανό,

σε δυό οροπέδια, που αχτιδίζαν δυό διάφανες

λίμνες: τα μάτια σου.

Ποιος είναι άραγε

απ’ τους δυό μεγαλύτερος; ο κόσμος ή ο άνθρωπος;

 

Σε λίγο, βαδίζαμε μόνοι, κοιτάζοντας

πέρα στο βάθος. Είχεν απ’ ώρα

δύσει ο ήλιος. Πρίν να προφτάσει,

γλυκός σαν μετέωρο μάτι παιδιού,

ν’ ανατείλει ο έσπερος, πήραν να γίνονται

πράγματα άλλα μές στον ορίζοντα.

Μέσα στο ημίφως σηκωνόνταν αυλαίες.

Άναψεν άξαφνα όλα τα μέσα

φώτα του ο κόσμος

λατομείο του ήλιου.

Άπ’ αύριο θ’ αρχίζω να χτίζω.

(http://img.pathfinder.gr/clubs/files_3/106359/2.pdf)

 

 

****************

 

-«Ναι, αγαπημένη μου.
Πολύ πριν να σε συναντήσω εγώ σε περίμενα.
Πάντοτε σε περίμενα…»
(Τάσος Λειβαδίτης)

 

 

-«Έχεις ακόμη να κλάψεις πολύ ώσπου να μάθεις τον κόσμο να γελάει.»
(Γ. Ρίτσος)

 

Κωνσταντίνος Καβάφης «Πολύ σπανίως»

Είν’ ένας γέροντας. Εξηντλημένος και κυρτός,
σακατεμένος απ’ τα χρόνια, κι από καταχρήσεις,
σιγά βαδίζοντας διαβαίνει το σοκάκι.
Κι όμως σαν μπει στο σπίτι του να κρύψει
τα χάλια και τα γηρατειά του, μελετά
το μερτικό που έχει ακόμη αυτός στα νειάτα.

Έφηβοι τώρα τους δικούς του στίχους λένε.
Στα μάτια των τα ζωηρά περνούν η οπτασίες του.
Το υγιές, ηδονικό μυαλό των,
η εύγραμμη, σφιχτοδεμένη σάρκα των,
με την δική του έκφανσι του ωραίου συγκινούνται.

 

 

 

-Κ. Π. Καβάφης, «Έτσι πολύ ατένισα»

Την εμορφιά έτσι πολύ ατένισα,
που πλήρης είναι αυτής η όρασίς μου.

Γραμμές του σώματος. Κόκκινα χείλη. Μέλη ηδονικά.
Μαλλιά σαν από αγάλματα ελληνικά παρμένα·
πάντα έμορφα, κι αχτένιστα σαν είναι,
και πέφτουν, λίγο, επάνω στ’ άσπρα μέτωπα.
Πρόσωπα της αγάπης, όπως τάθελεν
η ποίησίς μου… μες στες νύχτες της νεότητός μου,
μέσα στες νύχτες μου, κρυφά, συναντημένα…

(Κ. Π. Καβάφης, Ποιήματα, Ύψιλον/βιβλία)

 

 

 

-Χρίστος Λάσκαρης, “Επιμένω σ’ έναν άλλο κόσμο”

Επιμένω σ’ έναν άλλο κόσμο.
Τον έχω τόσο ονειρευτεί,
τόσο πολύ έχω σεργιανίσει μέσα του
που πια
είναι αδύνατο να μην υπάρχει.

 

*Χρήστος Θηβαίος – Αγάπη ( Πόσο πολύ σ’ αγάπησα )

 

-Κατίνα Παΐζη, «Ποσο πολυ σ’αγαπησα»

Πόσο πολύ σ’ αγάπησα ποτέ δε θα το μάθεις
καλέ που δεν εχάρηκες στα χείλη μου φιλιά.
Απ’ τη ζωή μου επέρασες κι αλάργεψες κι εχάθης
καθώς τα διαβατάρικα κι αγύριστα πουλιά.

Τα χέρια μου δεν έδεσα τριγύρω στο λαιμό σου.
Δεν έσταξε απ’ τα μάτια μου το δάκρυ μου θολό.
Κουνούσα το μαντίλι μου αλαφρά στο μισεμό σου
και σιωπηλά σου ευχότανε η ψυχή μου στο καλό.

Δεν είδες το τρεμούλιασμα των κουρασμένων μου ώμων.
Δε μάντεψες τη θύελλα που εκλειούσα στην ψυχή.
Μήτε πως ήμουν σύντροφος των μακρινών σου δρόμων
κι όλη μου η σκέψη ανέκφραστη σ’ άγγιζε προσευχή.

Κι αν ήρθαν μέρες πένθιμες και νύχτες θολωμένες,
που η μοναξιά με τρόμαζε και μου ?παιρνε το νου,
τώρα κρατώ στη θύμηση στιγμές ευτυχισμένες
κάποιου καιρού αλησμόνητου ωραίου κι αληθινού.

Κι αν δεν προσμένεις να με δεις κι εγώ πως θα ξανάρθεις,
ω εσύ, του πρώτου ονείρου μου γλυκύτατη πνοή,
αιώνια θα το τραγουδώ κι εσύ δε θα το μάθεις
πως οι στιγμές που μου ?δωσες αξίζουν μια ζωή.

https://www.eros-erotas.gr/

 

*Ορφέας Περίδης – Γιατί πολύ σ΄αγάπησα

 

-Μ. Αναγνωστάκης, [Τώρα είναι πια πολύ αργά]

II

«Το κάθε τι τελειώνει μια μέρα», «Τώρα είναι πια πολύ αργά»
Ή «Νʼ αποφασίσουμε χωρίς αναβολή» κι άλλες τέτοιες πολλές αοριστίες.
Φυσούσε απʼ το σπασμένο τζάμι. Ύστερα ήρθανε κι άλλοι.
Γνωστοί κάθε βράδυ. Καθίσαν σιωπηλοί σʼ ένα τραπέζι.
Σκέφτηκες πως περάσανε κι απόψε πάλι τόσες ώρες
—Σωστά το κάθε τι τελειώνει είναι τόσο απλό και φυσικό σαν το λες—
Μετρώντας ακόμη μια φορά ένα ένα τα ναυαγισμένα μας όνειρα
Πως ζήσαμε κι άλλο ένα βράδυ την ίδια πάντα αναμονή.
(Φίλοι καλοί, μη μας κατηγορήσετε. Σκίσαμε τώρα καιρό τα βιβλία μας
Καλύψαμε με τα χέρια τʼ αυτιά μας στα σφυρίγματα των πλοίων
Ανάψαμε τη φωτιά μας το πρωί με τις παλιές φωτογραφίες)
Κάποια φορά σκεφτήκαμε πως έπρεπε να κοιτάξουμε περισσότερο τα χέρια μας
Είχα κάτι αρρωστιάρικα δάχτυλα, μέσα γλιστρούσε ανεπανόρθωτα το κάθε τι
Είπαν πως ό,τι αγγίζαμε ράγιζε. (Έπρεπε πια κι εμείς να το πιστέψουμε).
Όμως γιατί ξαναγυρίζουμε κάθε φορά χωρίς σκοπό στον ίδιο τόπο;
Λέγαμε πως λησμονιούμασταν μέρες, ύστερα χρόνια, μα πάντα γυρνούσαμε
Κοιτάζαμε το πρόσωπό μας στον καθρέφτη και μια άλλη συνηθίσαμε μορφή.

…Φυσάει πολύ απʼ το σπασμένο τούτο τζάμι. (Ποιός έριξε φεύγοντας τις καρέκλες στο
πάτωμα;).
Δεν ξεχωρίσαμε στο τέλος αν έπρεπε να ξανάρθουμε ή να μην ξανάρθουμε
Θαρρούσες πως στο βάθος θα μας κούραζε το ίδιο. Δεν ξεχωρίσαμε.
(Είχαν τα πρόσωπά μας τόσο αλλόκοτα μπλεχτεί. Μη μας κατηγορήσετε. Χάσαμε πια
οριστικά το δικό μας).

 

 

-Κατερίνα Γώγου, «Εκείνο που φοβάμαι πιο πολύ…»

«Εκείνο που φοβάμαι πιο πολύ
είναι μη γίνω «ποιητής»
Μην κλειστό στο δωμάτιο
ν’ αγναντεύω τη θάλασσα
κι απολησμονήσω.
Μην κλείσουνε τα ράμματα στις φλέβες μου
κι από θολές αναμνήσεις και ειδήσεις της ΕΡΤ
μαυρίζω χαρτιά και πλασάρω απόψεις.
Μη με αποδεχτεί η ράτσα που μας έλειωσε
για να με χρησιμοποιήσει.
Μη γίνουνε τα ουρλιαχτά μου μουρμούρισμα
για να κοιμίζω τους δικούς μου.
Μη μάθω μέτρο και τεχνική
και κλειστώ μέσα σε αυτά
για να με τραγουδήσουν.
Μην πάρω κιάλια για να φέρω πιο κοντά
τις δολιοφθορές που δεν θα παίρνω μέρος
μη με πιάσουν στην κούραση
παπάδες και ακαδημαϊκοί
και πουστέψω
Έχουν όλους τους τρόπους αυτοί
και την καθημερινότητα που συνηθίζεις
σκυλιά μας έχουν κάνει
να ντρεπόμαστε για την αργία
περήφανοι για την ανεργία
Έτσι είναι.
Μας περιμένουν στη γωνία
καλοί ψυχίατροι και κακοί αστυνόμοι.
Ο Μάρξ…
τον φοβάμαι
το μυαλό μου τον δρασκελάει και αυτόν
αυτοί οι αλήτες φταίνε
δεν μπορώ γαμώτο να τελειώσω αυτό το γραφτό
μπορεί…ε;…μίαν άλλη μέρα…»

(http://www.stcloris.gr/?p=7619)

 

 

 

Advertisements

Single Post Navigation

6 thoughts on “Πες το με ποίηση (254ο): «Λίγο – πολύ»…

  1. ΑΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Πολύ όμορφα και τα ποιήματα και τα τραγούδια που μας παραθέτεις, Γιάννη!

    1. ΛΙΓΟ ΠΟΛΥ

    Λίγο πολύ η άνοιξη
    δεν θέλει πια να φύγει

    ζάρια να παίζει ολοήμερα
    θέλει μ΄εμάς χωριάτες

    δρόμους να μη στοχάζεται
    ταξίδια να μη βλέπει

    να μη τη θέλει ο άνεμος
    ολούθε που μας βρέχει.

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ

    *****

    2.ΠΑΡΑ ΛΙΓΟ

    Υπήρξε ένας χορός.
    Αυτό είναι φανερό.
    Ίσως μια κηδεία.
    Αυτό το υποθέτουμε.

    Μπορεί μία εξαπάτηση.
    (Και πότε δεν υπάρχει;)
    Ή μία παρεξήγηση.
    Κάθε ένας περίμενε άλλον αλλού
    και κανείς δεν πήγε ποτέ στο ραντεβού.

    Φύσηξε δυνατός αέρας
    και σκόρπισε τα κορμιά τους μακριά.
    Τουλάχιστον απ’ αυτούς
    έμειναν τα παπούτσια.
    Παρά λίγο εραστές.

    XΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ, «Κλινικά απών», Γαβριηλίδης 2014

    *****

    3.EΠΙΔΙΩΞΕΙΣ

    Το λίγο στο φύλλο που τρέμει αεράκι,
    το χαμηλό χαμομηλάκι,
    με τη σαν παιδικού φιλιού ευωδιά
    και το τιτίβισμα του ήλιου
    μέσα στις χούφτες τ’ ουρανού, μου αρκεί,
    δε θα γυρέψω άλλο.

    Στο μακρινό και στο πολύ
    δεν είναι πάντοτε η χαρά,
    η ελευθερία στο ύψος.
    Σε ασύδοτες επιθυμίες να σπαταληθώ
    γιατί;
    Όλα είν’ ωραία όταν τ’ αγαπήσεις.

    Το λίγο στα φύλλα που τρέμει αεράκι,
    το χαμηλό χαμομηλάκι
    και το τιτίβισμα χρυσό του ήλιου – μου αρκεί.
    Δε θα γυρέψω άλλο.

    ΛΕΝΑ ΠΑΠΠΑ, Καθ’ οδόν 1973

    *****

    4.ΜΑ ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΛΙΓΟ

    Να που έφυγε και ο θέρος,
    Απ’ την δροσιά θέλω να φύγω,
    Με θερμαίνει ο έρως,
    Μα αυτό είναι λίγο.

    Το όνειρο τολμηρό, που ντρέπεσαι,
    Σαν χρυσή λύρα το σφίγγω,
    Μες στην παλάμη μου έπεσε,
    Μα αυτό είναι λίγο.

    Αγκαλιάζω το καλό,
    Και ούτε το κακό πνίγω,
    Μαζί μου έβαλαν μυαλό,
    Μα αυτό είναι λίγο.

    Για τη ζωή που έταζε κουλούρι,
    Την αγκαλιά μου ανοίγω,
    Και μου πάει γούρι,
    Μα αυτό είναι λίγο.

    Μοναδικό της καλής μου το φιλί,
    Το παλιό και το καινούργιο σμίγω…
    Η ημέρα διαφανή σαν καθαρό γυαλί,
    Μα ολ’ αυτά είναι λίγα.

    Αρσένι Ταρκόφσκι, μτφρ. Γιώργος Σοϊλεμεζίδης

    ΕΣΕΝΑ ΠΟΥ ΣΕ ΞΕΡΩ ΤΟΣΟ ΛΙΓΟ-Σταύρος Ζώρας

    5.ΤΟ ΛΙΓΟ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

    Κάτι βαθιές σιωπές παράξενες ηχούν

    Παραμερίζεις τα κλαδιά
    βλέπεις τώρα τα πράγματα πιο σφαιρικά
    ωστόσο πάλι δεν κατανοείς
    τα σημαίνοντα του κόσμου ετούτου
    τελικά δεν ήμασταν γι’ αυτήν εδώ τη ζωή
    σίγουρα μας κράτησαν λάθος τραπέζι

    Τώρα πλέον έχεις κατανοήσει
    Το λίγο του χρόνου έχεις κατανοήσει
    Σε ποια οριακά σημεία βρίσκονται
    Τα φιλιά
    Και τα λόγια

    Κλείτος Κύρου, Ο πρωθύστερος λόγος (1996) [Ενότητα Επιμύθιο]

    *****

    6.ΤΟ ΛΙΓΟ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

    Με το λίγο του Χρόνου
    έσβησα κάποιες ρυτίδες,
    ακουμπώντας στα παραθυρόφυλλα
    της μοναξιάς.
    Ύστερα στόλισα με λαμπιόνια
    το δένδρο της λήθης,
    φωτεινή υπόμνηση
    της ματαιοδοξίας, να αναβοσβήνει.

    Από το λίγο του Χρόνου
    ξέθαψα ξέθωρες φωτογραφίες,
    κόβοντάς τες σε μικρά τεμάχια
    ακριβής συσκευασίας.
    Ύστερα λύγισα τις φυλλωσιές,
    για να τρυπώσουν τα ανεκπλήρωτα.

    Στο λίγο του Χρόνου
    το περιττό και το καθόλου
    μάχονται σώμα με σώμα
    άνισα και αναποτελεσματικά,
    ξεχνώντας τους κανόνες και τις οδηγίες.
    Με το λίγο του Χρόνου που χάνεται,
    ζυμώνω τις ιδέες και τις σερβίρω
    αφαιρώντας κομμάτια σάρκας
    χαλαρής και ξένης
    αναζητώντας λύσεις σωτήριες
    με μέσα λιτά και ξεχασμένα.

    Αυτό το λίγο του Χρόνου
    -το ανύπαρκτο-
    με εξοντώνει
    με την καθημερινή του έλλειψη.
    Ανέλπιδα, το ψάχνω παντού.

    Πολυξένη Αδάμ-Βελένη, Αναρρίχηση στο ΠΟΤΕ (2007-2010) Το λίγο του χρόνου, 2017

    *****

    7.ΜΟΝΟΣ

    Λίγο
    λίγο
    έχω
    μείνει
    μόνος
    κι
    έρμος

    Σταγονομετρημένα:
    Λίγο
    λίγο
    Είν’ η κατάσταση για λύπη
    όποιου καλή απολάμβανε παρέα
    κι έχασέ τη γι’ αυτή ή την άλλη αιτία.

    Δεν γκρινιάζω για τίποτα: όλα τα ‘χα
    Μα
    δίχως
    να
    προσέξω
    Σαν το δέντρο που χάνει ένα ένα τα φύλλα
    Μόνος
    κι
    έρμος
    έμεινα
    λίγο
    λίγο

    Nicanor Parra, «Ποίηση Ισπανόφωνης Αμερικής» μτφρ. Ηλίας Ματθαίου

    *****

    8. ΠΟΛΥ-ΚΟΙΝΗ ΗΣΥΧΙΑ

    Mιλάω μ’ ένα παιδί που νομίζω ότι ξέρω καλά.
    Του λέω να καθίσει ήσυχα γιατί είναι ώρα κοινής ησυχίας.
    Με ρωτάει τι είναι κοινή ησυχία.
    Του απαντάω ότι οι άνθρωποι κοιμούνται επειδή γύρισαν
    κουρασμένοι απ’ τις δουλειές τους.

    Με ξαναρωτάει γιατί είναι κουρασμένοι.
    Με ξαναρωτάει γιατί δουλεύουν.
    Είναι κουρασμένοι γιατί δούλευαν πολύ γιατί πρέπει να βρούνε χρήματα για να αγοράζουν βιβλία και τετράδια και πέπες γουρουνίτσες στα παιδάκια τους, λέω.
    Εγώ δε θέλω βιβλία και τετράδια ούτε πέπες, λέει.
    Εντάξει, είναι και το φαγητό, ξαναλέω.

    Εγώ δε θέλω να τρώω, τα κάνεις όλα αηδία, ξαναλέει.
    Τι θέλεις, ξαναρωτάω το παιδί που νομίζω ότι ξέρω καλά.
    Θέλω να μην κάθομαι ήσυχα και να μην έχει ώρα αυτής της ησυχίας και να βρω μια μηχανή που θα φτιάχνει χρήματα και να μην δουλεύει κανείς και να μην είναι κουρασμένος, ξαναμαναλέει.
    Δε γίνεται, ξαναμαναλέω.

    Το παιδί με κοιτάζει βαθιά στα μάτια και χρησμοδοτεί :
    ’’Είσαι χαζή. Όλα γίνονται. Αλλά όλοι σας βαριέστε και θέλετε να κουράζεστε‘’.
    Το παιδί που νομίζω ότι ξέρω, θα σώσει τον κόσμο που δεν είχα καμία διάθεση να σώσω εγώ.
    (Αλλά μπορεί και να κάνω λάθος γιατί όντως είμαι χαζή. Και θέλω να κουράζομαι η καπιταλοκρουσμένη.)

    Γλυκερία Μπασδέκη

    Χαρούλα Αλεξίου – Το πολύ μαζί σκοτώνει

    9. ΣΧΕΔΙΟ ΓΙΑ ΚΑΤΙ ΠΙΟ ΠΟΛΥ

    Παραλείποντας, λοιπόν, τα σκοτεινά ενδιάμεσα της
    διήγησης, θ’ αναφερθώ μόνο στο ότι έπρεπε να κλαίμε
    σιγανά, γιατί ο ιδιοκτήτης μας απαγόρευε τα όνειρα και μόνο
    το χέρι της άρρωστης, (που σε λίγο θα πέθαινε), διέφευγε
    την προσοχή του, καμιά φορά, κι άγγιζε ένα μήλο
    στον κήπο

    κι ύστερα, όταν φύγαμε, αυτός ο κήπος μας ακολούθησε,
    έτσι κανείς δεν πέρασε δίπλα μας χωρίς να του αφήσουμε
    μιαν αλησμόνητη εντύπωση, όπως το βράδυ καθώς ανάβεις
    τη λάμπα, εκείνη σ’ ευγνωμονεί με τη φωτισμένη
    σκάλα ή όπως τόσοι θάνατοι για να συμπληρώσει το κυπαρίσσι
    το αληθινό του νόημα.

    Τάσος Λειβαδίτης, «Ανακάλυψη»

    *****

    10. Ένα φλιτζάνι καφές,
    ένα τσιγάρο που καπνίζεις
    και το άρωμά του σε διαπερνά,
    τα μάτια μισόκλειστα
    μέσα στο ημίφως του δωματίου…
    Δεν θέλω τίποτε άλλο από τη ζωή
    εκτός από τα όνειρά μου
    και αυτό…
    Λίγο είναι;
    Δεν ξέρω.
    Μήπως ξέρω τι είναι λίγο και τι πολύ;

    Φερνάντο Πεσσόα, ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΑΝΗΣΥΧΙΑΣ, μετ: ΑΝΝΥ ΣΠΥΡΑΚΟΥ, ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ

    *****

    11. ΔΕΝ ΝΙΩΘΩ ΤΟ ΠΟΛΥ

    Λίγο μιλώ,
    λίγο γελώ,
    λίγο όμως και κλαίω,

    γιατί δεν νιώθω το πολύ,
    γιατί δεν μετανιώνω
    που πάλι θέλησα να πω

    πως σ’ αγαπώ
    και θέλω
    συ να μου μάθεις
    την αυγή,
    τη νύχτα,
    το φεγγάρι,

    συ να με πας,
    να με μεθάς
    με λέξεις
    του ονείρου.

    Δημήτρης Π. Κρανιώτης, «Νοητή γραμμή«, 2005

    ΕΣΥ ΜΕ ΞΕΡΕΙΣ ΠΙΟ ΠΟΛΥ – ΑΛΕΞΙΟΥ , ΠΛΙΑΤΣΙΚΑΣ

    12. ΠΙΟ ΠΟΛΥ

    Τίποτα δεν αγαπώ πιο πολύ απ’ τους ανθρώπους
    που μου φτιάχνουμε καφέ με καϊμάκι,
    απ’ τα βιβλία που, ανέγγιχτα, τα μυρίζω πρώτη,
    απ’ τις λευκές σελίδες ενός μεγάλου τετραδίου,
    κι από τον ήλιο που βγαίνει στην ομίχλη.

    Ιωάννα Λιούτσια, «Συνομιλίες σε Μη+», [Ενότητα Διαπεραστικό σκότος] εκδ. Ars Poetica, 2013

  2. *ΣΩΤΗΡΙΑ ΜΠΕΛΛΟΥ – ΛΙΓΑ ΨΙΧΟΥΛΑ ΑΓΑΠΗΣ

    -Αλέξιος Μάινας, «Λίγα λόγια για το κυνήγι»

    Άρδευση και σπονδές της δυναστείας των Τανγκ.

    Έχει μαζευτεί μια στρατιά μυρμήγκια
    στο μαρμάρινο στηθαίο του μπαλκονιού,
    ξεχειλίζουν απ’ τις σχισμές στη βάση του τοίχου.
    Θυμάμαι ένα καλοκαίρι στη θάλασσα πριν από δεκαετίες.
    Ήταν ένα απ’ τα πρώτα ταξίδια στους αμμόλοφους του Βορρά,
    στο Βέστερλαντ με το σκελετό του φαρόπλοιου
    και το νησί Άμρουμ.
    Έπεφτε νωρίς το φθινόπωρο, σύννεφα στραγγίζαν το φως
    και μοιραία φυσούσε γιατί θα ξεκίναγε το σχολείο.

    Υπήρχε μια μυρμηγκοφωλιά στα δοκάρια που στήριζαν
    τη στέγη του παράσπιτου της αγροικίας που νοίκιαζε ο θείος.
    Απ’ τα παράθυρα φαινόταν η μουλιασμένη έρημος
    της ρυτιδωμένης απ’ την άμπωτη άμμου,
    η γάτα που ’κανε τη δική της ανασκαφή,
    το σμήνος των γερανών που καθόταν στο πασσαλόπηγμα
    εποπτεύοντας τον περίπατο του νερού.
    Ο θείος υποδεχόταν όρθιος το σούρουπο
    μπροστά στο κενό τζάκι και το σπαθί
    πίνοντας και παραπατώντας.
    Η γυναίκα του παραμόνευε για να ισιώσει το χαλί.
    Οι αγοραίες προπόσεις του θείου ξεπερνιούνταν με Μπραμς.

    Θυμάμαι να κυνηγώ τα μυρμήγκια που κατέβαιναν τον τοίχο
    και ξεκάμπιζαν στο χαλί,
    σκαρφάλωνα με τα παπούτσια στο σοφά και τα συλλάμβανα
    ανάμεσα σ’ ανεμόμυλους κι απομιμήσεις των Φλαμανδών,
    τα σήκωνα με δυο δάχτυλα πάνω απ’ το στόμα και τα ’τρωγα.
    Η δανέζα νταντά, που μονίμως καθάριζε φρούτα,
    εμφανιζόταν στην καμαρόπορτα σαν αρχάγγελος
    και σφύριζε με τα δόντια
    για να μου αποσπάσει την προσοχή χωρίς να με μαλώσει.

    Ίσως γνωρίζω πολύ περισσότερα πράγματα τώρα,
    αλλά κοιτώντας μέσα μου τα παλιά μυρμήγκια
    να ξανοίγονται στο τρικυμισμένο χαλί
    μοιάζουν όλα τα σημεία του χρόνου να εκτείνονται στην ίδια ευθεία
    σαν συλλαβές μιας τελεσίδικης ρήσης,
    και καθώς συλλέγεται διαρκώς υλικό και υπάρχουν ευθύνες
    είναι δύσκολο να σταθείς λίγο απόμερα
    και να καταλάβεις τι μένει.

    (http://www.andro.gr/empneusi/poems-ant/)

    -«Κουράστηκα σήμερα πολύ· — βλέπεις κι ετούτη η ζέστη· —όλα τα χρόνια κουράστηκα
    ανεβοκατεβαίνοντας απ’ το Γυμνάσιο στο Μουσείο, απ’ το Μουσείο στο Θέατρο,
    απ’ το Θέατρο στο Στάδιο κι ανάστροφα. Κουράστηκα να δείχνω
    δίχως να βλέπουν· να μιλώ δίχως ν’ ακούν. Ίσως γιατί ’μαι γέρος. Μα, το ξέρω,
    τίποτα κι από σένα δεν άκουσαν κι ας κοιτούσαν τα χείλη σου. Ίσως μάλιστα
    εσένα να σ’ άκουσαν λιγότερο, επειδή σε προσέχανε.

    Τί λίγο που κρατάνε — όχι μονάχα οι ανθρώποι, μα και τ’ αγάλματα, οι πέτρες.
    Ερείπια. Ερείπια. Πόλεμος πάνω στον πόλεμο.
    Φωτιά, σεισμός, λεηλασία. Κι ύστερα η γαλήνη
    των ερειπίων, καθησυχαστική, παρηγορητική, ατελεύτητη. Ανεβαίνεις
    τον έρημο ανήφορο ώς το Στάδιο· μια πέτρα
    κατρακυλάει σ’ ένα βάθος απίθανο, αφήνοντας
    μιαν οπή στον αέρα δίχως αντήχηση· — μπορείς να χώσεις
    εκεί μέσα το χέρι σου σαν κάτω απ’ το προσκέφαλό σου. Τίποτα.
    Πηγμένη σιγαλιά σ’ όλο το μάκρος των κερκίδων.
    Μόνο ο δυνάστης ήλιος, παντεπόπτης αδιάφορος, μπορεί και χαιρέκακος,
    δείχνει απερίφραστα τ’ ακρωτηριασμένα μάρμαρα κάθε μέρα πιο μέσα…»

    (Γ. Ρίτσος, Δελφοί, απόσπασμα)

    -Γ. Σεφέρης, «Το φύλλο της λεύκας»

    Έτρεμε τόσο που το πήρε ο άνεμος
    έτρεμε τόσο πως να μην το πάρει ο άνεμος
    πέρα μακριά
    μια θάλασσα
    πέρα μακριά
    ένα νησί στον ήλιο
    και τα χέρια σφίγγοντας τα κουπιά
    πεθαίνοντας την ώρα που φάνηκε το λιμάνι
    και τα μάτια κλειστά
    σα θαλασσινές ανεμώνες.

    Έτρεμε τόσο πολύ
    το ζήτησα τόσο πολύ
    στη στέρνα με τους ευκαλύπτους
    την άνοιξη και το φθινόπωρο
    σ’ όλα τα δάση γυμνά
    θεέ μου το ζήτησα.

    -Παναγιώτης Βασιλείου, ΟΔΗΓΟΣ ΓΙΑ ΜΙΑ ΞΕΓΝΟΙΑΣΤΗ ΖΩΗ 2
    \
    Κοιμήσου λίγο,
    φάε λίγο,
    πιες λίγο,
    γάμα λίγο,
    γαμήσου λίγου,
    άσʼ τους να σε γαμήσουν και λίγο,
    ερωτεύσου λίγο,
    αγάπα λίγο.
    Παν μέτρον άριστον,
    παν μέτρον άρρωστον,
    ζωή με μέτρο δεν είναι ζωή.
    Σε τι την μετράμε δάσκαλε την ζωή;
    σε τι μετράμε μαμά την αγάπη;
    σε τι να μετρήσω μωρό μου την καύλα;
    Μου μετράνε το ύψος,
    μου μετράνε το βάρος,
    μου μετράνε την περιφέρεια,
    μου πήρανε μάλλον ήδη τα μέτρα και δεν κατάλαβα ακόμα.

    (http://www.poiein.gr/2017/01/24/dhaiaaethoco-aaoeeassio-dhiethiaoa/)

  3. ΑΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Πολλά δε θέλει ο άνθρωπος, Νίκος Δημητράτος

    13. ΠΟΛΛΑ ΔΕ ΘΕΛΕΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ

    Πολλά δε θέλει ο άνθρωπος
    να ‘ν’ ήμερος να ‘ναι άκακος

    λίγο φαΐ λίγο κρασί
    Χριστούγεννα κι Ανάσταση

    κι όπου φωλιάσει και σταθεί
    κανείς να μην του φτάνει εκεί

    Μα ήρθαν αλλιώς τα πράματα
    τονε ξυπνάν χαράματα

    τον παν τον φέρνουν πίσω μπρος
    του τρώνε και το λίγο βιος

    κι από το στόμα την μπουκιά
    πάνω στην ώρα τη γλυκιά

    του τηνε παίρνουνε κι αυτή
    χαρά στους που ‘ναι οι δυνατοί!

    Χαρά στους που ‘ναι οι Δυνατοί
    γι’ αυτούς δεν έχει χόρταση.

    ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ, Ο ήλιος ο ηλιάτορας – 1983/

    *****

    14. ΤΟ ΠΟΛΥ ΚΑΙ ΤΟ ΛΙΓΟ (ποίημα πολιτικόν)
    Ι

    Προσέλθετε, καλεσμένοι και απρόσκλητοι,
    να μοιραστείτε τη χαρά μου
    είπε ο άρχοντας,

    Γέμει η τράπεζα και η καρδιά μου
    άρτων ειρηνικών και πάσης σαρκός τεμάχιον˙
    γεννήματα εκλεκτά της γης και οπώρες,
    πάντα τα κτήνη των ορέων και τα κήτη της θαλάσσης
    σας προσφέρω: Ευφρανθείτε.

    Εν τη πτωχεία μας,
    καθίσαμε όλοι στο τραπέζι

    ΙΙ

    Τόση αφθονία,
    θέτει καθέναν
    ενώπιον των ευθυνών του˙

    Και βρέθηκαν πολλοί
    που γέμισαν το πιάτο τους
    μια, δύο και τρεις φορές
    ενώ η αρετή διαμαρτυρόταν

    και άλλοι τόσοι δίστασαν
    ν’ απλώσουν και να πάρουν μερτικό
    μήπως δε φτάσει για όλους˙

    Κάποιοι, κατέλυαν τα ηδονικά
    και νήστευαν τα άνοστα

    και μερικοί, καχύποπτοι απείχαν
    από το φόβο μην πληρώσουν

    ΙΙΙ

    Το λίγο περισσεύει
    και το πολύ δεν φτάνει˙

    Το αρκετό
    είναι το ερωτηματικό
    που ο καθένας
    θέτει στον εαυτό του.

    Σηκώνουμε τα βάρη
    την νοημοσύνης που αισθάνεται

    IV

    Ο οικοδεσπότης, έκανε πως έτρωγε
    ενώ εντατικά παρατηρούσε

    Την ιερότητα της πείνας
    και της απληστίας την
    αλύτρωτη οργή˙

    Κρασί δεν κέρασε ποτέ,
    μόνο ένα τελευταίο λόγο
    διπλής απόσταξης:

    Δε σας προσφέρω γεύμα – μέτρο του εαυτού προσφέρω.

    Μαρία Σφήκα

    ΤΟ ΛΙΓΟ~ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΠΑΣΗΣ

    15. ΚΑΙ ΜΕΝΕΙ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΤΟ ΕΛΑΧΙΣΤΟ
    Στόν Ἀνέστη Εὐαγγέλου

    Καί μένει στόν κόσμο τό ἐλάχιστο
    Αὐτό πού δρώντας πάλι φορτίζει τίς ψυχές
    Ἀνακυκλώνεται φουσκώνει τό ἄσπρο φῶς
    Ἐδῶ σημαίνεις ἐκεῖ πλέον εἶσαι ἀφανής
    Ἀμετάκλητα ὄνειρα ἀποτρόπαια σφραγίζουν

    Πῶς νά ὑπερβεῖς τό σῶμα σου μέ λέξεις
    Λίγο τό φῶς, βαθύ σκοτάδι
    Καί περιστρέφει ὁ ἔρωτας τίς ψυχές
    Τίς χαράζει
    Δέ μιλιέται, σιωπᾶ καί μᾶς καταδικάζει
    Ἐνῶ τό εἴδωλο στόν καθρέφτη εἶναι ἕνας ἄλλος
    Καί βλέπω στό χαμηλό νερό μέ τή σελήνη πάνω,

    Ἔζησες γιά ἕνα τίποτε;
    Πολλούς βρῆκαν στή γύρα τά δρεπάνια
    Προτοῦ δοθεῖ ἀπάντηση
    Ὄχι γι᾿ αὐτά τά συντελεσμένα
    Ἀλλά γιά κεῖνα τά ἄλλα πού δέν ἔγιναν
    Κι ὅλα βούλιαξαν στό αἷμα

    Πικρή ἐποχή, μίζερος ἀἐρας
    Ἔρημα πρόσωπα, τυφλό παρελθόν
    Καί τό παρόν πιό θλιβερό κι ἀπ᾿ τή σελήνη
    Περισότερο μάταιο κι ἀπ᾿ τό θάνατο
    Συντροφοι μιᾶς ἄλλης ὑποσχημένης ζωῆς
    Ἐνοχή πράξεων ἀνατρέπει τό δοσμένο νόημα
    Κόκκινη σημαία ἀπελπισμένο σύνορο ὀνείρων
    ὑποστέλλει

    Σέ ποιό μουσεῖο αὐτή πού σάρωνε ἐξουσίες
    Χέρια τήν ἀναρριπίζουν στόν ἄλλο αἰώνα
    Ἀπρόσιτες μάνες θηλάζουν στόματα ὀργῆς
    Θάλασσες καί βράχοι μνῆμες προσωπικῆς χαρᾶς
    Θάλασσες τώρα βοῦρκοι, φιλτραρισμένα ὑπερκέρδη
    καί φέγγει βαλσαμωμένος ἥλιος δειλινοῦ
    Ἐδῶ χωρίς ἀπόφαση μένεις χωρίς φωνή
    Σ᾿ ἀνένδοτη προσαρμογή
    Κι ὅ,τι ἔχει κατατεθεῖ οὔτε ὁ θάνατος ἀναιρεῖ
    Στό τώρα καί στό πουθενά
    Καί συγκρούονται κι ἀναπαράγονται κι ἀλλάζουν
    Ἀλλοῦ δέν ἔχει

    Τέλος μένει στόν κόσμο τό ἐλάχιστο
    Αὐτό πού δρῶντας φορτίζει τίς ψυχές.

    ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ ΜΑΡΚΟΓΛΟΥ (Σημειώσεις γιά ποιήματα πού δέ γράφτηκαν)

    Παυλίνα Βουλγαράκη – Λίγο Λίγο

    16. ΙΕΡΟΤΕΛΕΣΤΙΑ ΤΟΥ ΕΛΑΧΙΣΤΟΥ

    Η σωστή δόση αρχικά.
    Δύο κοφτές σιωπές και από γλύκα τίποτα.
    Ένα ανακάτεμα αργό
    όπως μπερδεύονται τα αποκόμματα ζωής
    μέσα σε διάμετρο στενή
    σαν τους διαδρόμους των σπιτιών με τους μικρούς φεγγίτες
    μικρές ανάσες σε σκοτεινές αυλές
    να αποσταίνει λίγο η ζωή.

    Αναμονή με αταραξία
    να μη θολώνει ο νους με άσχετα λόγια.
    Και μετά χτύπημα ανεπαίσθητο ίσα να αγγίξει το κορμί
    να το ξυπνήσει από τον λήθαργο ζεστής ανάσας.

    Και πάλι ελάχιστη αναμονή εκεί στον ελαφρύ κυματισμό.
    Και με τον πρώτο αναστεναγμό
    απόσυρση σκληρή
    συνειδητοποίηση αποχής.

    Κατόπιν αργά και ηδονικά
    με το μυαλό σε αλλοτινούς καιρούς
    πίνεις το αποτέλεσμα της ταραγμένης θάλασσας.

    Διώνη Δημητριάδου, Λέξεις απόκρημνες, μικρές εκδόσεις 2017

    *****

    17. ΛΙΓΟΣΤΟ

    Λίγο, λιγοστό.
    Λίγοι, όχι σε ποσότητα,
    σε κρίσιμη απερισκεψία.
    Μέσα σε ποταμούς ονείρων
    ξεχύνεται η ώσμωση της ντροπής.
    Όποτε κι αυτή συμβαίνει
    γιατί τα ταπεινά
    προϋποθέτουν τα μεγάλα.

    Λένα Σαμαρά

    Μ’ αρέσει να μη λέω πολλά – Υπόγεια Ρεύματα

    18. Η ΝΕΑ ΕΚΔΟΧΗ

    Δεν μένουν πολλά
    για νέα ποιήματα,
    ίσως να έχουν όλα ειπωθεί
    από χιλιάδες ποιητές
    εδώ και χιλιάδες χρόνια.
    Μένει μονάχα ο θάνατος
    Για τον καθένα μας
    ανείπωτος.

    Μένουν πολλά
    για νέα ποιήματα
    κι ας έχουν όλα ειπωθεί
    από χιλιάδες ποιητές
    εδώ και χιλιάδες χρόνια.
    Μένει η υπόλοιπη ζωή
    για τον καθένα μας
    απρόβλεπτη κι ανείπωτη.

    Τίτος Πατρίκιος – Η ηδονή των παρατάσεων

  4. *Μάνος Λοΐζος, Λίγα γαρούφαλα

    -Ναζίμ χικμέτ, «Λίγα γαρούφαλα»

    «Λίγα γαρούφαλα απομένουνε στις γλάστρες
    Στον κάμπο θα `χουν κιόλας οργώσει τη γης
    Ρίχνουν το σπόρο
    Έχουν μαζέψει τις ελιές
    Όλα ετοιμάζονται για το χειμώνα

    Κι εγώ γεμάτος απ’ την απουσία σου
    Φορτωμένος με την ανυπομονησία των μεγάλων ταξιδιών
    Περιμένω σαν αγκυροβολημένο φορτηγό
    μέσα στην Προύσα»

    -Anne Carson, Λίγα λόγια για το να περπατάς προς τα πίσω

    Η μητέρα μου μας απαγόρευε να περπατάμε προς τα πίσω.
    Έτσι περπατούν οι νεκροί, έλεγε. Από πού της κατέβηκε
    μια τέτοια ιδέα; Ίσως από μια κακή μετάφραση.
    Οι νεκροί εξάλλου δεν περπατούν προς τα πίσω, περπατούν πίσω μας.
    Δεν έχουν πνευμόνια και δεν μπορούν να μας φωνάξουν
    αλλά πολύ θα το ‘θελαν να γυρίσουμε να τους κοιτάξουμε.
    Είναι θύματα του έρωτα, πολλοί απ’ αυτούς.

    https://www.fractalart.gr/liga-logia/

    -ΗΛΙΑΣ ΜΑΡΚΟΣ, Για λίγη αγάπη

    Φεύγει κι αυτή η μέρα
    στην απογευματινή κίνηση
    ξεθωριάζει
    για λίγη αγάπη που δεν φάνηκε
    ξοδεύτηκε στις οθόνες
    και τις αναμονές πάσης φύσεως
    κι έχει μια συντριβή αυτή η επανάληψη
    καθώς κυλάει ο χρόνος και φεύγει
    ποιος ξέρει να διαβάζει την δέκατη διάσταση
    ποιος σκοτώνει αυτή την ομορφιά
    στο πικρό μαύρο σκοτάδι της ανυπαρξίας
    που καιροφυλακτεί στον ορίζοντα
    μαύρη φιγούρα σε θέατρο σκιών
    που δεν αστειεύεται καθόλου
    γιατί κι αν ο θάνατος κρατάει τα φτερά μας
    στις ξόβεργες που στήνει τις νύχτες
    ποιος καλός θεός θα φωτίσει
    ακόμα μια μέρα μας από συνήθεια
    βλέπεις η ζωή είναι μαγεία
    για λίγη αγάπη που ψελλίζεις συνεχώς
    μικρέ μου δόκιμε αντιρρησία
    φανερώσου.

    http://www.periou.gr/

  5. ΑΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Εμείς οι λίγοι, Γ. Νταλάρας

    19.EMEIΣ ΟΙ ΛΙΓΟΙ

    Εμείς οι λίγοι οι τρελοί,
    μια ανεξήγητη φυλή
    στης μοναξιάς το χάρτη.
    Σε συμπληγάδες και βροχές
    χρόνια περνάμε κι εποχές
    δεμένοι στο κατάρτι.

    Για μας δε ρώτησε κανείς.
    Εμείς απέξω κι αφανείς.
    Δε φταις εσύ, δε φταίω εγώ.
    Άσε, πού να σου εξηγώ;

    Εμείς οι λίγοι οι τρελοί,
    άγγελοι και αμαρτωλοί
    σ’ ένα μικρό καράβι.
    Με την ψυχή μας οδηγό,
    ίδιο καημό εσύ κι εγώ
    και όποιος καταλάβει.

    Για μας εγώ θα τραγουδώ
    μέχρι το δάκρυ σου να δω,
    να κλαις και να παραμιλάς,
    στη μοίρα σου ν’ αντιμιλάς.

    ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΔΡΙΚΑΚΗΣ

    *****

    20. ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΛΙΓΟΙ

    Είμαστε εμείς οι ονειροπαρμένοι τρελλοί της γης
    Με τη φλογισμένη καρδιά και τα έξαλλα μάτια.

    Είμαστε οι αλύτρωτοι στοχαστές και οι τραγικοί ερωτευμένοι.
    Χίλιοι ήλιοι κυλούνε μες στο αίμα μας
    Κι ολλούθε μας κυνηγά το όραμα του απείρου.
    Η φόρμα δεν μπορεί να μας δαμάσει.

    Εμείς ερωτευτήκαμε την ουσία του είναι μας
    Κι σ’ όλους με τους έρωτες αυτής αγαπούμε.
    Είμαστε οι μεγάλοι ενθουσιασμένοι κι οι μεγάλοι αρνητές.

    Κλείνουμε μέσα μας τον κόσμο όλο κι δεν είμαστε τίποτα απ’
    Αυτόν τον κόσμο
    Οι μέρες μας είναι μια πυρκαγιά κι οι νύχτες μας ένα πέλαγο.
    Γύρω μας αντηχεί το γέλιο των ανθρώπων.

    Είμαστε οι προάγγελοι του χάους

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΚΡΗΣ

    Με των πολλών τη λογική-Ψαραντώνης, Ψαρογιώργης, Αγγελάκας

    21.ΕΙΜΑΣΤΕ ΠΟΛΛΟΙ

    Από τους τόσους ανθρώπους που είμαι, που είμαστε
    κανέναν δεν μπορώ να βρω:
    μου χάνονται κάτω από τα ντυσίματα,
    φύγανε γι’ άλλη πολιτεία.

    Όταν το κάθε τι έχει ετοιμαστεί
    για να με δείξει έξυπνον,
    ο ανόητος που παραφυλάει μέσα μου
    παίρνει το λόγο στο στόμα μου.

    Άλλες φορές με παίρνει ο ύπνος

    ενώ βρίσκομαι με την ανώτερη κοινωνία
    κι όταν γυρεύω μέσα μου τον τολμηρό
    ένας δειλός που δεν τον ήξερα
    τρέχει να πάρει με το δικό μου σκελετό
    χίλιες αβρές προφυλάξεις.

    Όταν καίγεται ένα ευυπόληπτο σπίτι
    αντί για τον πυροσβέστη που φωνάζω
    σπεύδει ο εμπρηστής,
    κι αυτός είμαι γω. Δεν έχω γιατρειά.
    Τι πρέπει να κάνω για να περισυλλεγώ;
    Πώς μπορώ να επανορθωθώ;

    Όλα τα βιβλία που διαβάζω,
    υμνολογούν λαμπρούς ήρωες,
    πάντα βέβαιους για τον εαυτό τους:
    γι’ αυτούς πεθαίνω από το κακό μου
    και στις ταινίες με άνεμους και σφαίρες
    είμαι όλο ζήλεια για τον καβαλάρη,
    κάθομαι και θαυμάζω το άλογο.

    Αλλά μόλις ζητήσω του δραστήριου να βγει,
    μου ξεφυτρώνει ένας γεροτεμπέλης,
    γι’ αυτό και δεν ξέρω ποιος είμαι,
    δεν ξέρω πόσοι είμαι ή είμαστε.
    Θα μου άρεσε να πατήσω ένα κουμπί
    και να βγάλω το εμένα το αληθινό
    γιατί αν έχω ανάγκη εμένα
    δεν πρέπει εμένα να εξαφανίσω.

    Ενώ γράφω είμαι απών,
    κι όταν επιστρέφω έχω κιόλας φύγει:
    πάω να δω αν και στους άλλους ανθρώπους
    συμβαίνει αυτό που συμβαίνει σε μένα,
    αν είναι τόσοι όπως είμαι ‘γω,
    αν μοιάζουν με τους εαυτούς τους,
    κι όταν θα το ‘χω εξακριβώσει,
    θα έχω μάθει τα πράματα τόσο καλά
    που για να εξηγήσω τα προβλήματά μου
    θα σας μιλώ για γεωγραφία.

    Pablo Neruda, Estravagario, Μετ: Δανάη Στρατηγοπούλου

    *****

    22. ΛΙΓΗ ΧΑΡΑ

    Λίγη χαρὰ ἂς φέρνει ἡ ζωὴ στὴ ροή της·
    ἥσυχος κατ’ εὐάερα διαστήματα
    σ’ ἐλεύθερες στιγμὲς
    ὁ ἑαυτός μου θ’ ἀναμιγνύεται στὸ θέαμα.

    Γιώργος Σαραντάρης

    *****

    23. ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΛΟΙ

    Είναι πολλοί που ουρλιάζουνε τις νύχτες
    κι άψογοι, την ημέρα, περιφέρονται ανάμεσά μας,
    πολλοί μ’ έν’ αναμμένο σίδερο μες στο μυαλό
    κόκκινο σίδερο κάτω απ’ το δέρμα.

    Είναι πολλά τ’ αδέρφια μου. Δεν είμαι μόνος.

    Ανέστης Ευαγγέλου, Μέθοδος αναπνοής (1966)

    Νιώθω πολλά – Λαυρέντης Μαχαιρίτσας, Τερμίτες

    24. ΟΣΟ ΛΙΓΟΤΕΡΟ

    Όσο λιγότερο τρως, πίνεις κι αγοράζεις βιβλία.

    Όσο λιγότερο πας στο θέατρο, στον χορό, στην ταβέρνα.

    Όσο λιγότερο σκέφτεσαι, ερωτεύεσαι, φιλοσοφείς, τραγουδάς, ζωγραφίζεις, ασκείσαι κλπ., τόσο περισσότερο αποταμιεύεις – τόσο περισσότερο μεγαλώνει ο θησαυρός που ούτε σκώρος ούτε σκουριά μπορούν να σου καταβροχθίσουν – το κεφάλαιό σου.

    Όσο λιγότερο υπάρχεις, όσο λιγότερο εκφράζεις τη ζωή σου, τόσο περισσότερα έχεις, δηλαδή τόσο περισσότερο μεγαλώνει η αλλοτριωμένη σου ζωή, τόσο περισσότερο μεγαλώνει το αποταμίευμα της αποξενωμένης σου ύπαρξης.

    Όση ζωή και ανθρωπιά σού αποσπά η πολιτική οικονομία, σου την αντικαθιστά με χρήμα και πλούτο· κι όσα δεν μπορείς να πραγματοποιήσεις, τα πραγματοποιεί το χρήμα σου.

    Μπορεί να φάει και να πιει, να πάει στον χορό και στο θέατρο· μπορεί να ταξιδέψει, να ιδιοποιηθεί έργα τέχνης, γνώσεις, αρχαίους θησαυρούς, πολιτική δύναμη –όλα τούτα μπορεί να τα ιδιοποιηθεί για χάρη σου– όλα τούτα να τα αγοράσει: πρόκειται για πραγματική επιχορήγηση.

    Ωστόσο, ακριβώς επειδή το χρήμα είναι όλα αυτά, δεν θέλει να κάνει τίποτε απ’ όλα αυτά, θέλει μόνο ένα πράγμα: να παράγει κι άλλο χρήμα, να αγοράζει τον εαυτό του· επειδή τελικά οτιδήποτε άλλο δεν είναι παρά ο υπηρέτης του, κι όταν έχω τον αφέντη έχω και τον υπηρέτη και δεν χρειάζομαι κι εκείνου τον υπηρέτη.

    Επομένως, όλα τα πάθη κι όλες οι δράσεις βυθίζονται υποχρεωτικά στην πλεονεξία.

    Ο εργαζόμενος αρκεί μόνο να έχει τόσα ώστε να θέλει να ζει και αρκεί να θέλει να ζει για να έχει μόνο τόσα.

    Καρλ Μαρξ, Μτφρ. του Άρη Μαραγκόπουλου
    Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα του 1844, χειρόγραφο III: «Οι ανθρώπινες απαιτήσεις και ο καταμερισμός της εργασίαw υπό το κράτος της ατομικής πρωτοβουλίας».

    *****

    25. ΟΙ ΤΣΕΠΕΣ

    Λιγότερος ουρανός,
    από αυτόν της πτώσεως
    προς του χώματος τη φυσιογνωμία,
    δε μας χαρίστηκε.
    Λιγότερος ουρανός,
    από αυτόν της πτώσεως
    προς της θάλασσας την οικουμενικότητα,
    δε μας διδάχτηκε.

    Ευγνωμοσύνη του χρώματος
    να μας καταδεχτεί,
    ή
    επιστράφηκε κειμήλιο
    εκείνη η παλαιά ενδεικτική παρέκβαση της αίγλης
    να ταπεινωθεί;

    Λιγότερος, λοιπόν, ουρανός!
    Κοστίζουν πολύ τα μεταφορικά
    κάθε τροπικής επιστροφής.
    Τροπικός κι ο άνθρωπος!
    Με τέτοια ζέστη, λιγοστή η ένδυσή του.
    Τα καλοκαίρια του δεν έχουν τσέπες για να χωρέσει τόσο πολύ γαλάζιο.

    Ανδρέας Ζερδεβάς, Αυτουργοί του γαλάζιου, Κέδρος 2018.

    *****

    26. ΚΑΙ ΤΟ ΕΛΑΧΙΣΤΟ ΦΩΣ

    Θέλει ν’ αφήνει ένα μικρό φως πίσω του είτε μπαίνοντας
    στο σπίτι του είτε βγαίνοντας, είτε περπατώντας
    στην πόλη ή και στην έρημο ακόμη. ξέρει: Ούτε μια
    σταγόνα βροχής δεν πηγαίνει χαμένη. Ως και το αίμα
    που πίνει, το μετράει η γης (ν’ αποδώσει λογαριασμό).
    Κ’ οι στεναγμοί των μαρτύρων φωτίζουν το μέλλον.

    ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

    Πολλές φορές – ΜΑΙΡΗ ΛΙΝΤΑ

    27. ΠΟΛΛΕΣ ΦΟΡΕΣ

    Πολλές φορές μου έτυχε ν’ ανακαλύψω,
    περιδιαβάζοντας τον κόσμο, πως μου λείπουνε λέξεις. Έτυχε
    να ιδώ
    τοπία ωραία ή πρόσωπα. Έτυχε απ’ την άλλη
    να ιδώ αγωνίες, τραύματα, φόβους, αλλά δεν μπόρεσα.

    Δεν είχα τ’ απαιτούμενα να τ’ αναπαραστήσω.
    Υπήρχαν πράγματα χωρίς λέξεις. Έτσι κατάλαβα
    πως είναι η γλώσσα μου γυμνή. Πως στέκομαι όπως ένας
    ψευδός μπρός σε μια θάλασσα ανέκφραστη που βουίζει,
    βουίζει,
    βουίζει,
    βουίζει,
    ατελεύτητη.

    ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

    Κωστής Μαραβέγιας – Δε ζητάω πολλά

    28. ΜΗΝ ΠΕΡΙΦΡΟΝΕΙΤΕ ΤΟ ΜΙΚΡΟ, ΤΟ ΛΙΓΟΤΕΡΟ, ΤΟ ΜΗ ΑΡΚΕΤΟ

    Μην περιφρονείτε το μικρό, το λιγότερο, το μη αρκετό
    Το ταπεινό, το αόρατο, το αδύναμο, το σιωπηλό

    Γιατί όταν οι αγάπες και οι μάχες περνούν
    Στην τελευταία βόλτα, στο γυμνό δωμάτιο
    Δεν θα υπάρχει η φωτιά και το μεγαλείο,
    του θριάμβου και της φανφάρας

    Αλλά στάχτες, μια γουλιά νερό,
    ένας ψίθυρος, ένα σημείωμα

    Το μικρό, το λιγότερο, το μη αρκετό.

    Stefano Benni
    https://yannisstavrou.blogspot.com/2018/10/blog-post_12.html

    Το Πολύ Μαζί Σκοτώνει – Χάρις Αλεξίου

    29. ΠΟΛΛΟΙ ΑΥΤΟΙ

    Πολλοί αυτοί με τους οποίους θα ‘θελες να κοιμηθείς,
    Και τόσοι λίγοι αυτοί με τους οποίου θα ‘θελες να ξυπνάς…
    Και το πρωί αποχωρίζοντας να χαμογελάς,
    Και να κουνάς το χέρι σου και ξανά να χαμογελάς,
    Κι όλη μέρα το τηλέφωνο να προσκυνάς.

    Πολλοί αυτοί με τους οποίους θα μπορούσες απλά να ζεις,
    Καφέ να πίνεις, να μιλάς και λογομαχείς…
    Της διακοπές σου μαζί να περνάς.
    Και όπως έχει καθιερωθεί στη χαρά, στη δυστυχία
    Να είσαι δίπλα, αλλά να μην αγαπάς…

    Λίγοι με τους οποίους θέλεις των ονείρων την ησυχία!
    Τα σύννεφα πως μαζεύονται σμάρι μαζί να κοιτάς,
    Λόγια αγάπης να γράφεις στο πρώτο χιόνι,
    Μόνο αυτόν τον άνθρωπο μπορείς να σκεφτείς…
    Και ευτυχία μεγαλύτερη να μην επιθυμείς,

    Και τόσοι λίγοι με τους οποίους θα μπορείς να σιωπάς,
    Μ’ αυτόν που χέρι χέρι πέρασες της ζωής το σχολείο,
    Σ’ αυτόν που δεν λυπάσαι τα χρόνια σου να χαρίζεις,
    Για τον οποίον θα μπορούσες ως βραβείο,
    Οποιοδήποτε πόνο, ακόμη και εκτέλεση να αντικρίζεις…

    Έτσι και συνεχίζονται αυτές οι ιστορίες λογής λογής,
    Εύκολα ανταμώνεσαι, τότε και χωρίζεις δίχως να πονάς…
    Όλα γιατί, πολλοί αυτοί με τους οποίους θα ‘θελες να κοιμηθείς.
    Όλα γιατί, λίγοι αυτοί με τους οποίους θα ‘θελες να ξυπνάς

    Εντουάρντ Ασάντοφ, μετ: Γιώργος Σοϊλεμεζίδης

  6. *Θανάσης Παπακωνσταντίνου, «Ο ελάχιστος εαυτός»

    -Θανάσης Παπακωνσταντίνου, «Ο ελάχιστος εαυτός»

    Έχοντας τα χέρια μες στις τσέπες του βλέπει κάπου μακριά
    τη θάλασσα να φλέγεται· γελά.
    Τον εμπρηστή τον αναγνώρισε τι κι αν έφευγε σκυφτός
    τα λαθάκια του τα έκανε κι αυτός.

    Σε λίγο όμως μια σκέψη ακατάβλητη του γαζώνει τα μυαλά,
    ιδρώνουνε τα χέρια του ξανά.
    Τον εμπρηστή τον αναγνώρισε τι κι αν έφυγε σκυφτός
    γιατί ήταν ο ελάχιστος εαυτός.

    Ο ελάχιστος λέμε, ο νοσταλγός της αρχής,
    που το άσπρο στο μάτι του έχει γεμίσει με βρύα,
    ο ξενιστής των ονείρων, που αλλοιώνει τα σχήματα
    κι αναγκάζει το χώρο να παθαίνει ναυτία.

    Ίδιος με θόρυβο ψυγείου σ’ άδειο σπίτι,
    που δένει αρμονικά με τον άλλον του σύμπαντος
    και υφαίνουν τον τρόμο και μετά την πίστη.

    (http://www.stixoi.info/stixoi.php?info=Lyrics&act=details&song_id=45644)

    -Διώνης Δημητριάδου, «Ιεροτελεστία του Ελάχιστου»

    Η σωστή δόση αρχικά.
    Δύο κοφτές σιωπές και από γλύκα τίποτα.
    Ένα ανακάτεμα αργό
    όπως μπερδεύονται τα αποκόμματα ζωής
    μέσα σε διάμετρο στενή
    σαν τους διαδρόμους των σπιτιών με τους μικρούς φεγγίτες
    μικρές ανάσες σε σκοτεινές αυλές
    να αποσταίνει λίγο η ζωή.
    Αναμονή με αταραξία
    να μη θολώνει ο νους με άσχετα λόγια.
    Και μετά χτύπημα ανεπαίσθητο ίσα να αγγίξει το κορμί
    να το ξυπνήσει από τον λήθαργο ζεστής ανάσας.
    Και πάλι ελάχιστη αναμονή εκεί στον ελαφρύ κυματισμό.
    Και με τον πρώτο αναστεναγμό
    απόσυρση σκληρή
    συνειδητοποίηση αποχής.
    Κατόπιν αργά και ηδονικά
    με το μυαλό σε αλλοτινούς καιρούς
    πίνεις το αποτέλεσμα της ταραγμένης θάλασσας.

    (https://www.fractalart.gr/prodimosieysi-lexeis-apokrimnes/)

    -Όλια Λαζαρίδου, «Η προσευχή του ελάχιστου»

    Κύριε,
    τώρα,
    που καίγεται η στιγμή,
    σαν το παλιόχαρτο,
    κι ο ήλιος σου με τυφλώνει
    μ’ επαναληπτικές ριπές,
    άκου την προσευχή μου,
    εμένα, του ελάχιστου.
    Χάρισε λίγη δροσιά,
    σκάψε μου ένα λακκάκι,
    να θάψω μέσα του αυτό.
    Το αδηφάγο και βασανιστικό
    Αυτό.
    Πάντα πεινασμένο.
    Κλάδεψε τον ύπνο μου,
    να κλείσουν οι δίοδοι του Άδη,
    το χώμα απ’ τα μάτια και τ’ αυτιά.
    Να μην παρακαλάμε πια,
    κανείς να μην παρακαλάει.

    (http://ypokeimeno.com/i-proseuxi-tou-elaxistou/)

    -Κική Δημουλά, [Πολλή Κυριακή για έναν άνθρωπο]

    «Καληνύχτα…
    Με κούρασε πολύ η Κυριακή.
    Πολλή Κυριακή για έναν άνθρωπο.
    Με κούρασε κι αυτός ο γάμος «στις οκτώ»,
    ο λόγος ο αμετάφραστος έσονται εις σάρκα μίαν-
    κορίτσι πάλι η σκέψη, και ταξίδευε
    μ’ άσπρα ανοιχτά σεντόνια.

    Κι ύστερα όλα αυτά τα Κολωνάκια που κατέληξα
    μεγάλωσαν την κούραση.
    Μπορεί να έφταιγε ο καιρός,
    κάτι σαν φθινοπωρινός
    και λίγο σαν χαμένος.
    Μπορεί να φταίξανε
    οι νέες και οι έφηβοι.
    Ως σημαιούλες υπερχρόνου εορτάζοντος
    περνούσαν, όπως περνούσα κάποτε,
    και με κούρασαν.

    Αλλά και αυτά των κυριών τ’ άρρωστα μάτια –
    τα μάτια αρρωσταίνουνε βαριά
    όταν θέλουν να δουν τι είναι πίσω από άλλα μάτια.
    Είδα να ΄χουν πιαστεί σε κάποιο δίχτυ νοσταλγίας
    που το τραβούσαν σκοτεινοί στην πρόθεση ψαράδες-
    καιροί αλιείς.
    Αδιέξοδες κυρίες…
    Είδα, όπου πηγαίνει η ώρα τους, να βρέχει.
    Εκείνο το εις σάρκαν μίαν
    ακόμη δεν μου επέστρεψε τη σκέψη-
    κορίτσι ακόμη η σκέψη, ταξιδεύει
    μ΄ άσπρα ανοιχτά σεντόνια.
    Αλλού εγώ και αλλού η σκέψη,
    μεγάλη πάντα κούραση.
    Με κούρασε πολύ αυτό το «πάντα».
    Κάποιος μιλάει δίπλα μου για ασκήσεις , θαρρώ
    «βαθεία αύλαξ» λέει.
    Ναι. Βαθεία αύλαξ από τη συλλογή
    Καληνύχτα.
    Πικρίζει ο Λυκαβηττός μέσα στο βλέμμα.
    Με κούρασε πολύ αυτή η γεύση,
    κι αυτά τα δέντρα που βαδίζουν μόνα τους
    κάτω από φυλλορροημένες συναντήσεις.
    Καληνύχτα.
    Πολλή Κυριακή για έναν άνθρωπο.
    Ένα σκληρό χαμόγελο στο πρόσωπο του κόσμου.
    Με κούρασε πολύ το πρόσωπο του κόσμου.
    Κι εσύ να είσαι ένα ποτήρι
    στο πάνω πάνω ράφι
    που δεν φτάνω.»

    (Κική Δημουλά, «Το λίγο του κόσμου»)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: