Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (250ο): «Ναυάγιο – ναυαγός»…

*Αρλέτα – Bar Το Ναυάγιο

 

-«η θάλασσα ηδονίζεται με τα ναυάγια

     τα προκαλεί

     τα κουκουλώνει

 

     είσαι η θάλασσα

     είμαι ναυάγιο»


(Ντίνος Χριστιανόπουλος)

 

 

-«…Κανείς ναυαγός δεν πεθαίνει χωρίς μια φωτογραφία νοσταλγική/ Κανένα πλοίο δε σαλπάρει χωρίς καπνό και χωρίς δάκρυα….»

(Μανόλης Αναγνωστάκης)

 

 

-«Αβάσταχτο είναι… Πικρό είναι
Να σιμώνεις αργά στ’ ακρογιάλι
Χωρίς να είσαι ναυαγός
Ούτε σωτήρας
Παρά ναυάγιο…»

(Μενέλαος Λουντέμης)

 

 

-«Όλα μου τα ταξίδια εσύ.
Όλες μου οι θάλασσες εσύ.
Όλα μου τα ναυάγια εσύ.
Όταν σε συλλογιέμαι
ένας άνεμος με παίρνει
μαζί με το κρεβάτι μου
χωρίς πυξίδα, χωρίς τιμόνι, χωρίς πανί.»

(Φερεϊντούν Φαριάντ)

 

 

 

 

-«Πάψετε πια να εκπέμπετε το σήμα του κινδύνου,
τους γόους της υστερικής σειρήνας σταματήστε
κι αφήστε το πηδάλιο στης τρικυμίας τα χέρια:
το πιο φριχτό ναυάγιο θα ήταν να σωθούμε!»


(Κ. Ουράνης)

 

 

 

-Μίλτος Σαχτούρης, «Τα ναυάγια»

Μακριά στον ορίζοντα γίνεται
ένα ναυάγιο’ είναι πολύ μακριά
και δε γνωρίζουμε τους πνιγμένους,
τους φίλους και τους συγγενείς που
τους θρηνούν.
Αλλά κι εδώ κοντά γίνεται ένα άλλο
ναυάγιο, κι αλίμονο,ξέρουμε
τους πνιγμένους,καθώς και τους
φίλους και τους συγγενείς που τους θρηνούν.

(Μίλτος Σαχτούρης, Ποιήματα 1945-1998, Κέδρος)

 

 

 

-Γιώργος Σεφέρης, «Το ναυάγιο της Κίχλης»

 «Το ξύλο αυτό που δρόσιζε το μέτωπό μου
τις ώρες που το μεσημέρι πύρωνε τις φλέβες
σε ξένα χέρια θέλει ανθίσει. Πάρ’ το, σου το χαρίζω·
δες, είναι ξύλο λεμονιάς…»
Άκουσα τη φωνή
καθώς εκοίταζα στη θάλασσα να ξεχωρίσω
ένα καράβι που το βούλιαξαν εδώ και χρόνια·
το ’λεγαν «Κίχλη»· ένα μικρό ναυάγιο· τα κατάρτια,
σπασμένα, κυματίζανε λοξά στο βάθος, σαν πλοκάμια
ή μνήμη ονείρων, δείχνοντας το σκαρί του
στόμα θαμπό κάποιου μεγάλου κήτους νεκρού
σβησμένο στο νερό. Μεγάλη απλώνουνταν γαλήνη.
Κι άλλες φωνές σιγά σιγά με τη σειρά τους
ακολουθήσαν· ψίθυροι φτενοί και διψασμένοι
που βγαίναν από του ήλιου τ’ άλλο μέρος, το σκοτεινό·
θα ’λεγες γύρευαν να πιουν αίμα μια στάλα·1
ήτανε γνώριμες μα δεν μπορούσα να τις ξεχωρίσω.
Κι ήρθε η φωνή του γέρου, αυτή την ένιωσα
πέφτοντας στην καρδιά της μέρας
ήσυχη, σαν ακίνητη:
«Κι α με δικάσετε να πιω φαρμάκι, ευχαριστώ·2
το δίκιο σας θα ’ναι το δίκιο μου· πού να πηγαίνω
γυρίζοντας σε ξένους τόπους, ένα στρογγυλό λιθάρι.
Το θάνατο τον προτιμώ·
ποιός πάει για το καλύτερο ο θεός το ξέρει».3

Χώρες του ήλιου και δεν μπορείτε ν’ αντικρίσετε τον ήλιο.
Χώρες του ανθρώπου και δεν μπορείτε ν’ αντικρίσετε τον άνθρωπο.

(Γιώργος Σεφέρης, Ποιήματα, Ίκαρος)

 

 

 

-Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη, «Τ Ο  Ν Α Υ Α Γ Ι Ο»

Πρέπει να βρούμε τον τρόπο να επιμείνουμε στη ζωή,
να μην περιμένουμε να προσφερθεί η ευγενικιά πολιτισμένη
βοήθεια. Ψέμα είναι. Δε μπορούμε να βασιστούμε παρά
στη δικιά μας μόνο την αρετή. Ποια όμως δύναμη απομένει
όταν το πλοίο από την κούραση έχει βυθιστεί.

 

Σταχτής, μαβής ουρανός πέφτει
στην πράσινη, κίτρινη θάλασσα πάνω
και η στεργιά που αποκόβει
τη φορά των κυμάτων με τον άσπρο αφρό
ούτε απόμακρα δεν φαίνεται σα σύνορο γαλάζιο.

\

Όταν χωρίσει η ξασπριμένη μαβιά λωρίδα
της δεύτερης αυγής που παραδέρνουμε στο σκοτεινό στερέωμα
ελπίδα δεν απομένει καμιά.
Όμως για τη ζωή δεν πρέπει να μιλάμε
δεν μας είναι άλλο για να διαλέξουμε
αν η ελπίδα δεν υπάρχει, η θέληση είναι η ζωή

πρέπει να βρούμε έναν τρόπο να επιμείνουμε στη ζωή.

 

Είναι ένας ναυαγός που συλλογίζεται: Πολύ τον βασανίζει το
ρύπος, από τα βρώμικα νερά, που πέφτει απάνω του.

(http://popaganda.gr/to-navagio-tou-nikou-gavriil-pentziki/)

 

*Το ναυάγιο ~ Πέτρος Πανδής, Μίκης Θεοδωράκης

 

-Μανόλης Αναγνωστάκης, «Το ναυάγιο»

Θα μείνω κι εγώ μαζί σας μες στη βάρκα
Ύστερα απ’ το φριχτό ναυάγιο και το χαμό
Το πλοίο βουλιάζει τώρα μακριά
(Πού πήγαν οι άλλες βάρκες ; ποιοί γλυτώσαν 😉
Εμείς θα βρούμε κάποτε μια ξέρα
Ένα νησί ερημικό όπως στα βιβλία
Εκεί θα χτίσουμε τα σπίτια μας
Γύρω-γύρω απ’ τη μεγάλη πλατεία
Και στη μέση μια εκκλησιά
Θα κρεμάσουμε μέσα τη φωτογραφία
Του καπετάνιου μας που χάθηκε – ψηλά-ψηλά –
Λίγο πιο χαμηλά του δεύτερου, πιο χαμηλά του τρίτου
Θ’ αλλάξουμε τις γυναίκες μας και θα κάνουμε πολλά παιδιά
Κι ύστερα θα καλαφατίσουμε ένα μεγάλο καράβι
Καινούριο, ολοκαίνουριο και θα το ρίξουμε στη θάλασσα

Θα ‘χουμε γεράσει, μα θα μας γνωρίσουνε.

Μόνο τα παιδιά μας δε θα μοιάζουνε μ’ εμάς.

(Μ. Αναγνωστάκης, Τα ποιήματα, Νεφέλη)

 

 

 

-Γιάννη Ποταμιάνου, «Το ναυάγιο»

Ναυαγισμένο καράβι τσακισμένο
Σε ρούφηξε η θάλασσα
Και σ’ έφτυσε στην άμμο
Σαν κουκούτσι

Τουρίστες μαθητές και δάσκαλοι
Άφωνοι αγναντεύουν
Από ψηλά σαν θαλασσοπούλια
Το αφρισμένο κύμα
Να γλείφει το σκουριασμένο σου κουφάρι
Σε μηχανές και μνήμες αποτυπώνουν
Την εικόνα ενός θανάτου
Το θάνατο ενός ονείρου

Και ο μύθος προσκαλεί
Τη φαντασία μας σε γλέντι
Με ατρόμητους καπετάνιους
Σε φουρτουνιασμένες θάλασσες
Με μονόφθαλμους πειρατές
Και λαθρεμπόρους
Βουτηγμένους στην αλμύρα
Που κουβαλούν λαθραία τσιγάρα

Που κουρσεύουν τη ζωή
Και αψηφούν το θάνατο
Που χτίζουν δικές τους πολιτείες
Δικούς τους νόμους και ηθικές.

Ατρόμητε πολεμιστή των καταιγίδων
Χελώνες και καβούρια μπαινοβγαίνουν
Από τα φινιστρίνια σου
Φύκια στολίζουν την καρίνα σου
Θαλάσσια λουλούδια
Που σου φέρνουν οι γοργόνες
με την αστροφεγγιά
Ατρόμητε θαλασσοπόρε
Αλήτη της θάλασσας
Που προτιμούσες τη φουρτούνα
Για τα άνομα πάθη σου
Πως ξεστράτισες σε τάφο στεριανό;

Σαν τσακισμένος ναυτικός
Βλέπεις τα πλοία να σαλπάρουν
Αναπολείς τους γλάρους
Σε πτήσεις ονειρικές να παίζουν
Με τους αφρούς στο κύμα
Σαν ναυαγός γονατισμένος στην άμμο
Αγναντεύεις την θάλασσα
Χωρίς ελπίδα για ταξίδι
Μόνο με αναμνήσεις και όνειρα
Από λιμάνια και ταξίδια
Από μαντίλια που κουνιούνται
Και λόγια που κατευοδώνουν

Όμως η απόμερη ακρογιάλια
Που ο Ποσειδώνας απόθεσε
το σώμα σου
Ανακαλύφθηκε από τις ύαινες
του κέρδους
Σύγχρονοι πειρατές
Εμπορεύονται το ξεψύχισμά σου
Και ως αξιοθέατο πλέον
Υπομένεις τις κάμερες των τουριστών
Να αποθανατίζουν
Τις ναυαγισμένες ελπίδες
Που έγιναν βορά στις ανάγκες
Φιλάργυρων επιγόνων

(https://skouliki-skoulikia.blogspot.com/2017/10/blog-post_61.html)

 

 

 

-Γιώργου Μαρκόπουλου, «Τ Ο  Χ Ε Ρ Ι  Μ Ο Υ,  Η  Ψ Υ Χ Η   Μ Ο Υ,  Ν Α Υ Α Γ Ι Α»

Το χέρι μου στα μαλλιά σου
φίδι που γυρνάει στη φωλιά του αφού έκαμε κακό.

Η ψυχή μου ελαφρώς λερωμένη
σαν άσπρο κοστούμι καλοκαιρινό.

Πάνω από τα ναυάγια ο ήλιος ξεπρόβαλλε κουρασμένος.

(http://m.popaganda.gr/to-cheri-mou-i-psichi-mou-navagia-tou-giorgou-markopoulou/)

 

********

*Ναυαγός – Από την Παλατινή Ανθολογία | Λιζέτα Καλημέρη

 

-«Ω ναι! Ξέρω καλά πως δεν χρειάζεται καράβι για να ναυαγήσεις
πως δεν χρειάζεται ωκεανός για να πνιγείς.
Υπάρχουν πολλοί που ναυαγήσαν μέσα στο κοστούμι τους,
μέσα στη βαθιά τους πολυθρόνα,
πολλοί που για πάντα τους σκέπασε το πουπουλένιο τους πάπλωμα.

Πλήθος αμέτρητο πνίγηκαν μέσα στη σούπα τους, σ΄ ένα κουπάκι του καφέ, σ΄ ένα κουταλάκι του γλυκού.

Ας είναι γλυκός ο ύπνος τους εκεί βαθιά που κοιμούνται.
Ας είναι γλυκός και ανόνειρος.
Κι ας είναι ελαφρύ το νοικοκυριό που τους σκεπάζει.»

(Αργύρης Χιόνης, Σαν τον τυφλό μπροστά στον καθρέφτη» | Υάκινθος, 1986)

 

 

 

-Γιάννης Βαρβέρης, «Ο κύριος Φογκ ενώπιον ναυαγού»

Μία μέρα
από την πολυθρόνα του είδε
ο κύριος Φογκ
έναν άνθρωπο να πνίγεται.
-Αφού δε γνωριζόμαστε
τι νόημα έχει να τον σώσω, σκέφτηκε.
Με τον καιρό θα με ξεχνούσε
ενώ εγώ για πάντα θα θυμόμουν
την αγνωμοσύνη του.
Ή θα ‘τανε δια βίου ευγνώμων
κι έτσι μοιραία θα τον ξεχνούσα.
Θέματα τόσο σοβαρά
καλύτερα να τα ρυθμίζει
η θάλασσα.

(https://redlineagrinio.gr/red-like/editorial/15270-kyrios-fogk-enopion-nauagou)

 

 

-Πάνος Κυπαρίσσης, «Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΝΑΥΑΓΟΣ»

Ανέβηκε στην πέτρα
πήρε ανάσα
και πήρε βροχή
Ένα ζευγάρι κάλτσες
μια φανέλα
αριθμός 333
Οδυσσέας 333
Άπλωσε τα χέρια του στη θάλασσα
στο νου
Η φρίκη θάλλει
Ο αργαλειός πίσω και πάνω στην πλάτη μας

Πήρε να φιλιώνει με τον τόπο

Ήρθε ο επιλοχίας ο Θωμάς,
είχε μυαλό Τζέιμς ο Θωμάς
μυαλό Μ1 επαναληπτικό

Τον γύρισαν λυώμα
δεν τον γνώρισαν ούτε τα σκυλιά

(http://www.poiein.gr/2010/01/21/dhuiio-eodhanssooco-ieenth-aieieiassa-dhieciuoui/)

 

*Σαν ναυαγός Μητροπάνος Βασίλης Παπακωνσταντίνου

 

-Μαρίας Βίτσα Σουλιώτη, «ΝΑΥΑΓΟΣ ΘΕΟΣ»

Θεέ, της θάλασσας ,
μέρεψε την οργή σου.
Ξεχείλισαν με πόνο
απύθμενο τα νερά σου.
Ναυαγός του ονείρου
σε πέλαγος γλυφό,
προσμένεις την αγάπη.
Πόθοι κρυφοί με κόκκινο
μελάνι χαραγμένοι στην ψυχή.
Ελπίδα ανομολόγητη
σε συμφωνία μυστική
με τον περιπλανώμενο χρόνο.
Και εκεί που αμίλητος
το απέραντο της μοναξιάς
σου αγναντεύεις,
κάποιος τυχαία θα μαγευτεί
από τον ήχο της σιωπής σου.
Και ταπεινά θα κρατήσει
τις λέξεις, γράμμα γράμμα
ψηλαφίζοντας, μαργαριτάρια ακριβά .

(http://fractalart.gr/nayagos-theos/)

 

 

 

-Ελένη Δεληβοριά, «Ναυαγός για λίγο»

Ναυαγός θα γίνω

σ’ έρημο νησί θα μείνω

καράβια θα βυθίσω

και δάκρυα θ’ αφήσω

στην άμμο την καυτή.

Τις σκέψεις μου θα θάψω

σε σεντούκι κλειδωμένο με αόρατο κλειδί.

Όνειρα θ’ αφήσω

καράβια να επιπλεύσουν

σε αστραφτερά νερά.

Και τα πρέπει αυτού του κόσμου

χάρτινες βαρκούλες θ’ αμολήσω στα βαθιά.

 (http://fractalart.gr/nayagos-gia-ligo/)

 

 

 

-Δήμος Χλωπτσιούδης, Ναυαγός

Πρόσφυγες λέξεις
ναυαγούν
σε πελαγίσιες σελίδες
με κουφάρια ποιητικών σχημάτων
φυλακισμένες σε χάρτινα
κέντρα υποδοχής
αποζητούν ελπίδα
εξόδου
προς τον ανθρώπινο πόνο.

Τόσα πτώματα δακρύων
λερώνουν το χαρτί
κι εμείς ακόμα αναζητούμε
έμπνευση.

(http://dreaming-in-the-mist.blogspot.com/2016/03/blog-post_24.html)

 

 

Advertisements

Single Post Navigation

11 thoughts on “Πες το με ποίηση (250ο): «Ναυάγιο – ναυαγός»…

  1. Ωραίες οι επιλογές σου, Γιάννη!
    Το ποιητικό ρίγος φτάνει ως εδώ.

    *

    1.(Σε όλη μας τη ζωή
    βουλιάξαμε
    πολλά καράβια μέσα μας,
    ίσως για να μη ναυαγήσουμε
    μια ώρα αρχύτερα
    εμείς οι ίδιοι).

    MANOΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ, Το περιθώριο, Νεφέλη 2000

    ***

    2. ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΟΓΙΑ

    Τώρα που το καράβι βουλιάζει αύτανδρο στα σκοτεινά
    και το νερό —το νιώθεις— ανεβαίνει,
    προσπάθησε μες στις κραυγές του πανικού και την αλλοφροσύνη
    να συναρμολογήσεις τα λόγια σου· να πεις
    για το ναυάγιο αυτό και να το μνημονέψεις,
    για την καταστροφή και για το μακελειό των χρόνων μας,
    για όσα δε λεν οι επίσημες αναφορές,

    και πιο πολύ να πεις για τους ενόχους,
    βάζοντας όλη σου την αντοχή για νά βρεις τους ενόχους —

    σαν να σ’ ακούει κανείς μέσα σε τούτο το χαλασμό,
    σαν να ’χει τον καιρό, σαν να προφταίνει,
    σαν να μην είναι να ρουφήξει η θάλασσα σε λίγο
    και πλοίο κι εσένα και όλους τους συντρόφους.

    Ανέστης Ευαγγέλου, Αφαίμαξη, Τα ποιήματα (1956-1993), Εκδόσεις Καπάνι, Θεσσαλονίκη 2007

    ***

    3. Θεέ μου, τι αόρατο
    ναυάγιο που είναι
    η έρημη ζωή!

    ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ

    ***

    4. Η ΝΗΣΟΣ ΤΩΝ ΝΑΥΑΓΩΝ

    Τώρα μας καίει το λιοπύρι
    Επάνω σ’ αυτή την ξέρα σ’ αυτό το μαύρο βράχο
    Κυκλωμένο απ’ τους ανέμους δαρμένο απ’ τη βοή
    Κι από μηνύματα καταιγίδων

    Στεγνοί
    Με σάρκες λιγοστές κι άφθονο ουρανό
    Ψυχή αλμυρή δέρμα φθαρμένο από θαλασσοπούλια και φως
    Μαζεύουμε το νερό της βροχής μες στις κουφάλες
    Μασούμε πεταλίδια και βότσαλα

    Μας τρώει η έγνοια
    Μας ανάβει τα είδωλα μια αλλοτινή μορφή
    Πανιά μεγάλα και ξάρτια μες στη φτερούγα του ήλιου
    Κ’ η φαντασία μιας θάλασσας που δεν την πάτησε ήσκιος
    Δε ράγισε το πράο της κρύσταλλο αυλακιά πουλιού

    Δε γίνεται να ξεχάσουμε
    Να πληθύνουμε τη σκόνη θάβοντας το πιο ακέραιο σχήμα
    Στους τάφους που αναπαύονται τα λείψανα των μεγάλων νεκρών
    Στο χωνευτήρι του διανυμένου χρόνου με τον κίτρινο άνεμο
    Γιατί πλέει, ταξιδεύει μέσα στο αίμα μας οργώνοντας το γυρισμό του με τις χιλιάδες χρόνια
    Πάνω σε πλάκες χιλιοδιπλωμένες ποτισμένες οδύνη και που τις ξεφυλλίζει ένας καϋμός

    Σκαρί απ’ όμορφη γυναίκα που η θωριά της καίει και γράφεται
    Και που η ασύγκριτη γραμμή της έχει κάτι απ’ το πουλί που πετάει ψηλά
    Και κάτι απ’ την κοκκινωπή αγωνία του ήλιου όταν μπατάρη
    Κι απ’ το θυμό της θάλασσας που μάχεται να συγκεράση
    Το φως και το σκοτάδι
    Το φελλό και το μολύβι

    Προβάλλει με το γνώριμο ερωτικό του λύγισμα
    «Αργώ» ή «Γοργόνα» στην πολύφωτη μπούκα του ορίζοντα
    Φέρνοντας πίσω τους θεούς
    Τον καπετάνιο που χάθηκε στις πόρτες της αυγής
    Αγγεία, χρυσαφικά…

    Το καράβι που πλέει μέσα στο αίμα μας

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΜΕΛΗΣ

    ***

    5. ΔΥΟ ΝΑΥΑΓΟΙ

    Ξύλα, κουπιά σπασμένα,
    δυο ναυαγοί σ’ ένα μαδέρι
    παλεύοντας ποιος τον άλλονε να πνίξει…

    Ήταν αυτό που απόμενε
    απ’ το μεγάλο στόλο της εφηβικής φιλίας.

    ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ, Mαθητεία ξανά, Διάττων 1991

    ***

    6. ΝΑΥΑΓΟΙ

    Βαριά σκοτεινή βροχή
    Στο προσκεφάλι μου φωνές
    Φωνές που δεν εξαγοράζονται
    Και παραμένουν βαθιά στο αίμα
    Βαθιά στην εξορία της πατρίδας

    Έσπασε ο καιρός στη σιωπή τ’ ουρανού
    Στη δικαιοσύνη μένουμε της ιστορίας
    Στην πίκρα που διασχίζει τις ψυχές
    Λεηλατημένων ονείρων κοινοκτημοσύνη
    Ναυαγοί της ιστορίας κωπηλατούμε.

    Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου, Ονείρων κοινοκτημοσύνη (2002)

    ***

    7. ΤΟ ΝΑΥΑΓΙΟ

    Το πλοίο βυθίστηκε αύτανδρο.
    Επέπλεε όμως η κακία των επιβατών.
    Ένα ψαράκι κατάπιε λίγη και φαρμακώθη.
    Έντρομοι απομακρύθηκαν οι καρχαρίες.

    ΝΙΚΗ – ΡΕΒΕΚΚΑ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, ΤΟΥ ΛΙΝΑΡΙΟΥ ΤΑ ΠΑΘΗ – Ο ΜΕΓΑΣ ΜΥΡΜΗΚΟΦΑΓΟΣ

    ***

    8. ΣΤΟ ΦΩΣ ΣΟΥ ΝΑΥΑΓΟΣ

    Στο φως σου γεννιέμαι ναυαγός,
    εσπέρα με διάφανα νερά.

    Με φυλλωσιές γαλήνης
    καίει παρηγορημένη η πνοή του αέρα.

    Από τους ζωντανούς ξεριζωμένος
    –καρδιά εγώ προσωρινή–
    είμαι ένα μάταιο όριο.

    Το τρομερό σου δώρο
    του λόγου, Κύριε,
    επιμελώς υπομειώνω.

    Ξύπνησέ με απ’ τους νεκρούς:
    όλοι έχουν λάβει τη γη
    και τη γυναίκα τους.

    Εσύ με κοίταξες μέσα μου,
    μες στο σκοτάδι των σπλάχνων μου:
    κανείς δεν έχει τη δική μου απελπισία
    μες στην καρδιά του:

    είμαι ένας άνθρωπος μόνος,
    μια κόλαση ολομόναχη.

    SALVATORE QUASIMODO -Μετ: Γιώργος Κεντρωτής.

    ***

    9. ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

    Σαν τον μεθοδικό ναυαγό που μετράει τα κύματα που
    του φτάνουν για να πεθάνει
    και τα μετράει και τα ξαναμετράει, για ν’ αποφύγει λάθη ,
    μέχρι το τελευταίο,
    μέχρι εκείνο που έχει το ανάστημα ενός παιδιού και του σκεπάζει
    το μέτωπο,

    έτσι έχω ζήσει με τη μάταιη φρόνηση ενός αλόγου από
    χαρτόνι μέσα στο μπάνιο,
    γνωρίζοντας πως δεν έχω γελαστεί σε τίποτα,
    εκτός από τα πράγματα που αγάπησα.

    ΛΟΥΙΣ ΡΟΣΣΑΛΕΣ (1910-1992) (ΙΣΠΑΝΙΑ) μτφρ.Μόσχος Λαγκουβάρδος

    ***

    10. ΝΑΥΑΓΟΙ

    Ξεβράστηκαν
    στη στεριά της μέρας
    κάποιοι κρατώντας κομμάτι νύχτα
    και άλλοι θάλασσα

    όσοι γλύτωσαν είχαν κιόλας ξεχάσει
    οι άλλοι νεκροί ακόμη
    μα προπαντός πλυμένοι
    στέγνωναν στις πέτρες
    ο καιρός δεν τους ξεχώριζε
    και αυτοί πού σώθηκαν
    και οι άλλοι άφησαν πίσω
    τις κομμένες τους ουρές.

    Καλογεροπούλου Έφη, Ήχος από νερό, Ενδυμίων, 2010

    ***

    11. ΑΓΓΕΛΟΙ ΝΑΥΑΓΙΩΝ

    Άγγελοι ναυαγίων ληστές της αθωότητας
    εσείς που στο στήθος της βυθίζετε
    του στιλέτου σας την κοφτερή λεπίδα
    κι ύστερα σκύβετε πυκνοί από λευκότητα
    στο λαιμό τόσων ανύποπτων νεκρών

    Κοιτάξτε τους! Πόσο στοργικά χαρίζουν
    ετούτα τα φτερά σιωπής
    που φύτρωσαν στα βράγχια τους
    στους τωρινούς αγαπημένους τους

    Και δώστε τους πίσω
    λίγη απ’ την αθανασία σας

    EΦΗ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΥ, Χάρτης ναυαγίων, Μετρονόμος

    Θοδωρής Κοτονιάς & Μακρινά Ξαδέρφια – Ναυαγός

    12. ΝΑΥΑΓΟΣ

    Καράβι είμαι στ’ ανοιχτά
    που ψάχνει για λιμάνι,
    που όλο βλέπει τη στεριά
    κι όμως ποτέ δε φτάνει.

    Το σπίτι σου δυο βήματα,
    μα ξενιτιά μου μοιάζει,
    έγινε ο κόσμος θάλασσα
    κι όπου πατώ βουλιάζει.

    Το φυλαχτό που μου `δωσες
    το έχω φυλαγμένο,
    μα πιο κακό απ’ το χωρισμό,
    δεν έχω να προσμένω.

    Και με βρήκαν ναυαγό,
    έξω από την Αμοργό.

    ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΤΟΝΙΑΣ

    ***

    13. ΤΟ ΝΑΥΑΓΙΟ

    Πιάνω τον εαυτό μου πότε πότε
    να αναστενάζει
    βαθιά
    με αναφιλητό.
    Σα να ‘χει μέσα μου σαλέψει
    κάποιο ναυάγιο.

    ΧΡΙΣΤΟΣ ΛΑΣΚΑΡΗΣ

    ***

    14. ΝΑΥΑΓΙΑ

    Πάλι θ’ ανέβουνε τα ρυμουλκά
    το ρεύμα της παλίρροιας
    ναυάγια πλοία οδηγώντας.

    Και θα σβήσουν όλα
    με των εντίμων τις γραφτές αναφορές.

    Και στους μόλους των ανέμων
    σκιές ανθρώπων θα κλείσουνε το στόμα
    και καμιόνια μεγάλα θα ουρλιάζουν στις γραμμές,
    σκεπάζοντας την αλήθεια, που αστράφτει,
    του τυφώνα.

    Χρήστος Κεραμίδης, Δρόμοι της βροχής

    ***

    15. Ναυαγοί επί νήσων
    που εκλαμβάνουν τους αφρούς των κυμάτων
    ως αλυκές ξηράς και οδεύουν
    επί ακμής θαλάσσης αβύθιστοι
    προς το Άλας

    ΤΑΣΟΣ ΚΟΥΡΑΚΗΣ, Επί σωμάτων λέξεων (2016)

    ***

    16. ΝΑΥΑΓΟΣ

    Είναι η ώρα για τα μεγάλα φωτεινά επίπεδα
    Τα φαγωμένα ερειπωμένα λυγμικά πανάρχαια γκρίφια
    Τα χωνεμένα βήματα στην άμμο
    Τα χρυσαφένια σκίνα
    Και το κρασί το σύφλογο
    Όμοια βαθύ και σύφλογο σαν ήλιος το χειμώνα.

    Είναι η ώρα που κερδίζομε το θάνατο
    Κι ωσάν τις πέτρες άφωνοι και ριγηλοί
    Περιδιαβάζουμε στην τρικυμία.

    Αναστάσιος Δρίβας (1899-1942), Μια Δέσμη Αχτίδες στο Νερό

    ***

    17. ΝΑΥΑΓΙΑ

    Φαγώθηκες να δούμε
    το ναυάγιο του κρουαζιερόπλοιου
    ψηλά, από τον δρόμο που οδηγεί
    στο λιμάνι του Αθηνιού.

    Δεν σου αρκούσε το ναυάγιο που ζούμε
    – ήθελες και δεύτερο!

    Παναγιώτης Γούτας, ντόρτια (2012) [Ενότητα Λάβα (2009)]

    ***

    18. NAYAΓΟΣ ΓΙΑ ΛΙΓΟ

    Ναυαγός θα γίνω
    σ’ έρημο νησί θα μείνω
    καράβια θα βυθίσω
    και δάκρυα θ’ αφήσω
    στην άμμο την καυτή.

    Τις σκέψεις μου θα θάψω
    σε σεντούκι κλειδωμένο με αόρατο κλειδί.
    Όνειρα θ’ αφήσω
    καράβια να επιπλεύσουν
    σε αστραφτερά νερά.

    Και τα πρέπει αυτού του κόσμου
    χάρτινες βαρκούλες θ’ αμολήσω στα βαθιά.

    Ελένη Δεληβοριά

    Ο ΝΑΥΑΓΟΣ – ΤΑ ΞΥΛΙΝΑ ΣΠΑΘΙΑ

    19. Ο ΝΑΥΑΓΟΣ

    Ταξίδεψα όσο βαθύτερα μπορούσα μες στις μέρες
    είδα γαλέρες, ψευτοπαντιέρες
    και καπετάνιους που κερδίζουν τη ζωή τους με φοβέρες, λέρες
    και τώρα ξέμεινα, εδώ που στέκονται αιώνια ακίνητες οι μέρες.

    Είχα ξεχάσει πια τι έψαχνα να βρω, κάποια πατρίδα,
    ώσπου σε είδα
    σαν να μην είχες δει ποτέ σου ναυαγό

    Εγώ ήθελα απλώς να πιω λίγο νερό μα εσύ διψούσες
    για τον απέραντο βαθύ ωκεανό.
    Όλο ρωτούσες
    αν πέρασα απ’ την ήπειρο των Μάγων,
    αν ξέρω να διαβάζω τον καιρό.

    Λίγο πριν χάσω τις αισθήσεις μου πριν να παραδοθώ
    σε ρώτησα ποιοί μένουνε εδώ
    κι εσύ μου απάντησες μέσα από τον καπνό
    κοιμήσου τώρα έχουμε καιρό.
    Αυτή είναι η γη των λωτοφάγων.

    Σ’ ένα δωμάτιο με νεράιδες κάτι χρώματα
    μέσα από σήραγγες περνάγαμε και βγαίναμε
    σ’ ένα υπόγειο ωκεανό
    σε μία βάρκα οι ψυχές,
    ένα βαρκάρη που όλο βιάζεται
    Θεέ τι να πω
    Αφήστε με ακόμα λίγο εδώ παρακαλώ
    Εκατομμύρια σταλακτίτες σ’ ουρανό χρυσή βροχή
    και σταλαγμίτες κατ’ εικόνα ομοιώματα πλανήτης Γη

    Είχα ξεχάσει πια τι έψαχνα να βρω

    Αυτή είναι η γη των λωτοφάγων

    ΠΑΥΛΟΣ ΠΑΥΛΙΔΗΣ

    ***

    20. ΤΑ ΠΕΡΙΠΛΑΝΩΜΕΝΑ φιλιά μας
    μπορούν να διατρέξουν τον κόσμο όλο
    αλλά η αγάπη δεν μπορεί να σβήσει τις αποστάσεις
    που μας χωρίζουν αιώνια
    τον έναν απ’ τον άλλον.

    Είσαι ένα νησί κατοικημένο από φωνές
    και όστρακα
    κι ήρθα σε σένα σαν ναυαγός
    ν’ αγγίξω το θαμμένο μέλι
    στα σκοτεινά πέταλα των γοφών σου.

    ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΟΥΛΙΟΣ, Το αλληγορικό σχολείο

  2. -»Νομίζω πως όλοι εμείς που φτάσαμε σε κάποια ηλικία, έχουμε ναυαγήσει δυο φορές, στο τότε και στο τώρα. Είμαστε ναυαγοί σ΄εκείνο που κάποτε αγαπήσαμε και δεν υπάρχει πια και πάλι ναυαγοί σε αυτό που υπάρχει».

    (Τόλης Νικηφόρου)

    -Χρήστος Κεραμίδης, «ΝΑΥΑΓΟΙ»

    Κύματα οργής
    χτυπούσαν το κορμί τους.
    Και πάνω σε βραχίονες
    υφάλων κρατήθηκαν.

    Των άλλων οι φωνές,
    —οι αδύναμες φωνές—
    χάνονταν στην ομίχλη,
    στέλνοντας απεγνωσμένα
    το τελευταίο τους μήνυμα·
    σ’ αυτούς που άργησαν…

    Και άδοξα επιστρέφουν
    στου λιμανιού τα σκοτεινά,
    τ’ ακίνητα νερά!

    (http://fractalart.gr/epistrofi-sta-xamena-oramata/)

    -Ντίνος Πυργιώτης, Ναυαγός
    (Αντί επιλόγου…)

    Σα ναυαγός σ’ ερημονήσι
    μπουκάλια με μηνύματα
    στη θάλασσα πετάει.
    Ίσως τα βρούνε κάποιοι,
    ή κι ίσως να χαθούν.

    Μα την ψυχή του, μια φορά,
    ο ποιητής την άδειασε
    μέσα σ’ αυτούς τους στίχους…

    (Ντίνος Πυργιώτης, ΑΠ’ ΤΟ ΝΗΣΙ ΤΟΥ ΝΑΥΑΓΟΥ)

    -ΧΡΥΣΑ – ΑΛΚΥΟΝΗ ΤΖΟΚ, » ναυαγοί… »

    Και τι είμαστε αλήθεια;
    Ναυαγοί των μεγάλων ταξιδιών που ονειρευτήκαμε…

    Κωπηλατούμε με μανία στις στιγμές μας,
    στιγμές άλλοτε υπαρκτές, άλλοτε χαμένες
    άλλοτε φανταστικές…

    Λάμνουμε με περίσσια υπομονή
    προσπαθώντας να προλάβουμε τη στιγμή,
    εκείνη τη μαγική στιγμή της παιδικής μας ανάμνησης …..

    Κυνηγούμε την ευτυχία μας
    που πλησιάζοντας την,
    όλο και ξεμακραίνει βγάζοντας μας κοροιδευτικά τη γλώσσα …

    Κάθε μέρα κυνηγοί του άπιαστου.
    Κάθε μέρα κυνηγοί της ουτοπίας μας….

    (http://homouniversalisgr.blogspot.com/2016/02/blog-post_14.html)

    -«Το ναυάγιο της ζωής να ερμηνεύσουμε ποθούμε
    μας στον ορίζοντα μόνο η άβυσσος μας χαιρετά.
    Η πυξίδα ανούσια περιστρέφεται και μαρτυρά
    πως τ´απάνεμο λιμάνι της Ιθάκης δε θα βρούμε.
    Αν κι είχαμε έρμα σωστό και το καλύτερο σκαρί
    βουλιάξαμε ακολουθώντας της Σειρήνας τη φωνή.
    Λίγοι στίχοι μας απομένουν μόνο πριν ο νους μας δύσει,
    σαν τα μπουκάλια που σκορπούν κάποιοι ναυαγοί στη τύχη,
    από φοβό μήπως η θύελλα του χρόνου τα βυθίσει,
    μήπως δεν μπορέσουν να ξεπεράσουν της σήψης τον πήχυ.»

    (Χάρη Συνοδινού)

    -Οπτικές – (Δημήτρης Σάλτος)

    Aυτός
    ναυαγός στην νησίδα της λεωφόρου
    κρατιόταν σφιχτά απ’ το τεράστιο σιδερένιο κουτί του ΟΤΕ
    τριγύρω του γκρίζες θάλασσες γεμάτες γυαλιστερές λαμαρίνες και φώτα εκτυφλωτικά
    τα σιδερένια τέρατα τον κύκλωναν συνεχώς, όλο και περισσότερο, άκουγε τις τρομαχτικές στριγκλιές τους, αυτός κρατιόταν όλο και πιο σφιχτά, όλο και πιο σφιχτά
    ο άλλος
    στην κεντρική πλατεία
    είχε ξαπλώσει σε ένα χαρτόνι στην άκρη του πεζοδρομίου
    οι μηχανές των αυτοκινήτων ακουγόντουσαν σαν κύματα που ακουμπούσαν απαλά την ακτή, τα κορναρίσματα κοάσματα βατράχων απ’ το ποτάμι, οι σειρήνες ουρλιαχτά λύκων το ξημέρωμα βαθιά μέσα στα δάση
    εσύ σταθερός
    στην αδιαφορία σου
    με τα ακουστικά να καλύπτουν τις κραυγές
    και oi εικόνες να περνάνε σαν σε viewmaster
    πιστός στο πνεύμα της εποχής.

    (http://lyrics.wordgames.gr/)

    -Πόπη Γιόκαλα, «Βουλιάζουμε»

    Πάψαμε να αναζητούμε νοήματα.
    Η ουσία καταναλώνεται από τα ανούσια.
    Γίνεται η καθημερινότητα δεδομένη.
    Χάθηκαν οι συλλογισμοί εδώ κι εκεί.
    Αποκοιμήθηκαν τα όνειρα.
    Τα αληθινά συναισθήματα ξεψύχησαν.
    Βουλιάζουμε στους συμβιβασμούς
    Πιστεύοντας πως έτσι είναι η ζωή.
    Ναυάγια θα είναι η κατάληξη.
    Ίσως…
    Μέσα από το χάος γεννηθεί ξανά το φως.

    (https://tokoskino.me/author/tokoskino/page/25/)

  3. 21. ΑΝΑΔΥΕΣΑΙ

    Αναδύεσαι.
    Τα σκοινιά που σε βαστούσαν στο βράχο
    τα ‘φαγε το κύμα,
    η προσευχή του κάβουρα
    και οι στεναγμοί των πνιγμένων.

    Ταξιδεύεις στις θάλασσες.
    Ο άνεμος σου δίνει μια κάθε τόσο,
    θέλοντας να σε καταποντίσει.
    Χάνεσαι,
    σε λίγο πάλι αναδύεσαι
    μέσα από τ’ αφρολούλουδα.

    Έρχεσαι συχνά
    όταν είναι γαλήνη κάτω από τα παράθυρά μου.
    (Δεν μπόρεσα όμως ποτέ να ξεχωρίσω καλά τη μορφή σου).

    Αλλά έρχεσαι και με τη θύελλα.
    Είσαι νησί από ελαφρόπετρα
    ή μήπως ναυάγιο από ανάμνηση.

    E.X. Γονατάς, Η Κρύπτη, 1959

    ***

    22. ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΤΑΞΙΔΙ

    Τι νέοι που φθάσαμε στης φθοράς τ´ έρμο ακρογιάλι
    κι είναι τα κύματα της λήθης που σβήνουν τ´ όνομά μας.
    Ο ωκεανός ξεβράζει τις τσακισμένες ιδέες
    κι άνεμος αλλαγής γκρεμίζει τ´ αμμώδη όνειρα μας.

    Παραπαίουν οι τρύπιες των κατορθωμάτων μας σημαίες
    κι είναι ο καπνός της ελπίδας που μας αφήνει πάλι.
    Από μακριά οι σύντροφοι κοιτούνε και ψάχνουν τη φωτιά.
    Τη χαρά να μας ρίξουν μια σανίδα δε θα τη γευτούν.
    Με τηλεσκόπιο ψάχνουν την αδυναμία μας να δουν
    όμως εμείς ξέρουμε πως οι φίλοι σηκώσανε πανιά.

    Ελπίζουμε το τηλεγράφημα να πήγε στους δικούς μας:
    “Είμαστε σώοι κι αβλαβείς και πλέουμε στους θησαυρούς μας.”
    Το ναυάγιο της ζωής να ερμηνεύσουμε ποθούμε
    μας στον ορίζοντα μόνο η άβυσσος μας χαιρετά.
    Η πυξίδα ανούσια περιστρέφεται και μαρτυρά
    πως τ´ απάνεμο λιμάνι της Ιθάκης δε θα βρούμε.

    Αν κι είχαμε έρμα σωστό και το καλύτερο σκαρί
    βουλιάξαμε ακολουθώντας της Σειρήνας τη φωνή.
    Λίγοι στίχοι μας απομένουν μόνο πριν ο νους μας δύσει,
    σαν τα μπουκάλια που σκορπούν κάποιοι ναυαγοί στη τύχη,
    από φόβο μήπως η θύελλα του χρόνου τα βυθίσει,
    μήπως δεν μπορέσουν να ξεπεράσουν της σήψης τον πήχυ.

    ΧΑΡΗΣ ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ

    ***

    23. ΕΠΙΠΛΕΩ

    Όχι πως έπαθα ναυάγιο, κινδύνεψα να χαθώ
    κι ανάγκη πάσα να κρατηθώ στον αφρό.
    Μην πάει ο νους σας σε θαλάσσιες τραγωδίες
    αύτανδρα βυθισμένα φορτηγά
    επιβάτες και πληρώματα χαμένα.
    Τα φοβούμαι αυτά και τ’ απωθώ.

    Αν και φυγείν αδύνατον το πεπρωμένο
    δεν το προκαλώ ποτέ.
    Μετακινούμαι βέβαια, αλλά μονάχα για δουλειές.
    Και το πλοίο τ’ αποκλείω.

    *

    «Επιπλέω» λοιπόν ίσον τα βολεύω πάντα
    –μες τις ελληνικές αντίξοες, τόσο ρευστές, συνθήκες–
    με την ψυχή στα δόντια –ή μάλλον τα δόντια στην ψυχή.

    Με κάποια ασύλληπτη, για βάρβαρους, αλληγορία.

    Πάνος Θασίτης, Ελεεινόν θέατρον (1980)

    ***

    24. Πόσα ναυάγια μέσα μου χωρούν;
    Πόσους νεκρούς η ανάσα μου
    λικνίζει;

    ΟΡΕΣΤΗΣ ΑΛΕΞΑΚΗΣ

    ***

    25. ΝΑΥΑΓΙΟ

    Ένα τραπέζι πολύ κοντά, μια λάμπα πολύ μακριά
    Που μες τον μανιασμένο αέρα δεν μπορούν να σμίξουν
    Και μέχρι τον ορίζοντα μια έρημη ακρογιαλιά.
    Ένας άνθρωπος στη θάλασσα σηκώνει το χέρι, φωνάζει: «Βοήθεια!»
    Κι η ηχώ του απαντά: «Τι εννοείτε μ’ αυτό;»

    ΖΥΛ ΣΥΠΕΡΒΙΕΛ, Αποβάθρες, 1922. Μετ: Δέσποινα Καποδίστρια

    ***

    26.ΝΑΥΑΓΙΟ

    Στρόβιλοι τρέμουλο φρικτοί
    ρευστοί ερειπιώνες
    βουτιά σ’ εβένινα νερά
    λεπτά αιώνες
    τείχη στιλπνά
    κυμάτων ουρανοξυστών
    προσόψεις είδωλα νεκρών
    κοράλια ιππόκαμποι ανεμώνες.

    Ντέμης Κωνσταντινίδης

    ***

    27. ΤΟ «LA FAMILLE EΧPRESS” ΤΟ «ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ», ΕΓΩ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΝΑΥΑΓΙΑ

    Οι πιο πολλοί θα σκέφτονται: “Τι κρίμα! Τόσο ωραία σκαριά!”
    Είχαμε φτιαχτεί για μεγάλα ταξίδια, πράγματι.
    Ευρύχωρα αμπάρια, για μεταφορές.
    Πήγαμε και ήρθαμε αρκετές φορές με επιτυχία.
    Μεγάλα ταξίδια, βέβαια, δεν κάναμε ποτέ.
    Κάτι λίγα αποκομίσαμε.

    Κι όταν, επιτέλους, ήρθε η ευκαιρία να ταξιδέψουμε μακριά
    και γεννήθηκε η ελπίδα για τα μεγάλα κέρδη,
    μείναμε ασάλευτα,
    δεμένα από τις άγκυρες της φύσης και της ανάγκης
    (οι νόμοι τους έχουν καθολική ισχύ,)

    Αντί να σκίζουμε τα μαύρα νερά των ωκεανών,
    βουλιάζουμε σε ακτές και ταπεινά αραξοβόλια,
    Τα σωθικά μας, λεηλατημένα από καθετί πολύτιμο
    κατοικήθηκαν από αχινούς
    “Μην αγγίζετε”
    Η πλώρη μας, αφυδατωμένη από τον ήλιο και τον άνεμο
    διψάει για κύμα και περιπέτεια.
    Τα κατάρτια μας, μαραμένα
    δακρύζουν σε κάθε καταιγίδα.

    Υπάρχουν, όμως, και κάποιοι που θαυμάζουν
    την ακινησία μας,
    έτσι ωραία που σαπίζουμε
    στις παραλίες των παιδικών μας χρόνων…

    Δε θέλαμε άλλα ταξίδια!
    Πόσο να αντέξει κανείς τη ναυτία,
    τα χαστούκια των αέρηδων
    και τα μικρά λαδωμένα χέρια των μηχανικών;
    Παραμένουμε έτσι, όμορφα κουφάρια,
    για τους ρομαντικούς
    -πάντα υπάρχουν κάποιοι-
    που θα ανέβουν στη γέφυρα,
    να ονειρευτούν
    -για λίγο-
    πως ταξιδεύουν με την παλίρροια
    και, σαν τα παιδιά, θα παίξουν τους ναύτες
    χωρίς μεγάλο κίνδυνο.

    Κι ύστερα θα χαράξουν στα κορμιά μας
    μικρές ουλές,
    ανορθόγραφα μηνύματα αγάπης και αιώνιας πίστης.

    Λίγη πίστη μπορεί να μετακινήσει βουνά,
    αλλά όχι εμάς.
    Δεν προσδοκούμε ανάσταση νεκρών,
    τίποτε δεν προσδοκούμε.
    Οι μεγάλες προσδοκίες μας οδήγησαν εδώ.
    Και το ταξίδι συνεχίζεται…

    BIBIAN KAΡΤάΛΟΥ
    https://textasanimage.blogspot.com/2019/02/la-famille-express.html?showComment=1549215064963#c6845303230956411057

  4. *Διαφανα Κρινα-Τα χρονια μου ναυαγησαν στις ξερες σου

    -«…Κατά πού θ’ απλώσουμε τα χέρια μας τώρα που δε μας λογαριάζει πια
    ο καιρός
    Κατά πού θ’ αφήσουμε τα μάτια μας τώρα που οι μακρινές γραμμές
    ναυάγησαν στα σύννεφα
    Τώρα που κλείσανε τα βλέφαρά σου απάνω στα τοπία μας
    Κι είμαστε —σαν να πέρασε μέσα μας η ομίχλη—
    Μόνοι ολομόναχοι τριγυρισμένοι απ’ τις νεκρές εικόνες σου…»

    (Ο. Ελύτης, Ελένη)

    -«Όποιος δε χάθηκε στις θάλασσες του Έρωτα
    δεν »λάτρεψε» ποτέ
    τα »ναυάγια» της καρδιάς.
    Κι εγώ που τόσο αγάπησα αυτά τα ταξίδια.
    Στα μάτια σου
    ναυάγησα .»

    (M-Λαμπράκη)

    -«…Με καράβι μικρό
    που παιδί είχα φτιάξει
    χάρτινο
    την καρδιά μου,
    μια νύχτα ασημένια
    σού έστειλα
    μα τι κρίμα
    πριν φτάσει ναυάγησε
    στης δικής σου καρδιάς
    το ξημέρωμα
    δεν κατάλαβα πώς…»

    (Ζωή Δικταίου)

    -«…το μέρος που πήγαινα κι έκλαιγα ήταν ένας λόφος απ όπου κάποτε αγνάντευες τα πέλαγα. Και τους πειρατές. Στην κορφή του ένας σταυρός. Και ήθελα να χαϊδέψω την άγρια ορχιδέα. Για ό,τι θυσιάστηκε – μπλαβί σχεδόν μαύρο- Για ό,τι ναυάγησε σε τούτο τον κάμπο…»

    (Τζούλια Φουρτούνη)

    -Κώστας Βρεττάκος, «Ναυάγησα μ’ ένα λεωφορείο της γραμμής»

    «Μη με ρωτάς γιατί σαλπάρισα με το «Σαν Μάρκο»
    Ισως, να πάω αλλού δεν είχα
    Ναυάγησα μ’ ένα λεωφορείο της γραμμής
    στην προκυμαία του Τζελέπη
    Ηταν αργά να κάνω πίσω
    όταν μου πήραν τις βαλίτσες απ’ τα χέρια
    Ούτε προσπάθησα ν’ αντισταθώ
    ν’ αλλάξω δρόμο. Οταν χαθείς στην έρημο
    είναι αδιάφορο αν θα σε βρούνε οι ληστές ή
    τ’ αποσπάσματα
    Μη με ρωτάς γιατί σαλπάρισα με το «Σαν Μάρκο»
    Ολα γινήκαν ξαφνικά, όταν εσύ με φώναξες
    με τ’ όνομά μου να γυρίσω πίσω
    κι εγώ αρνήθηκα να σ’ απαντήσω».

    (https://www.tanea.gr/print/2018/11/07/lifearts/nayagisa-m-ena-leoforeio-tis-grammis/)

    -Διονύσης Στεργιούλας, «Από παιδί ναυάγησα»

    Από παιδί ναυάγησα στο κρύο του χειμώνα
    κι αρνήθηκα την άνοιξη μ’ όλα τα χελιδόνια

    Στη λύπη μου δε σ’ άκουσα, ούτε και στη χαρά μου
    και τώρα που σε κοίταξα έφυγες μακριά μου.
    Tα χελιδόνια δε γυρνούν και συ ποτέ δε φτάνεις
    τα χελιδόνια δε γυρνούν και συ ποτέ δε φτάνεις

    Από παιδί ναυάγησα στο κρύο του χειμώνα
    κι αρνήθηκα την άνοιξη μ’ όλα τα χελιδόνια

    Μέσα σε ήχους μυστικούς και σε θολές εικόνες
    μέσα σε κόσμους μυθικούς και άγραφους κανόνες
    Μέσα σε χίλιες μουσικές έχασα την χαρά μου
    μέσα σε χίλιους αριθμούς έχασα το όνομά μου

    Από παιδί ναυάγησα στο κρύο του χειμώνα
    κι αρνήθηκα την άνοιξη μ’ όλα τα χελιδόνια.

    (http://lyrics.wordgames.gr/)

    -Σωτηρίας Κρητικοπούλου, «Άφωνο γράμμα»

    Ναυάγησα στο χρόνο.
    Σε θάλασσες δεν αντηχώ.
    Χαράζομαι μ’ αίμα
    σε λευκούς τοίχους:
    Ελευθερία
    Αλληλεγγύη
    Αύριο-
    Η γλώσσα κατασπαράζει
    τις βαθιές ρυτίδες μου.
    Σίγησα με τον καιρό.
    Κι όμως, υπάρχω ακόμα.

    (http://frear.gr/?p=15375)

  5. 28. ΙΣΟΒΙΟΣ ΝΑΥΑΓΟΣ
    (Περίλυπός εστίν η ψυχή μου έως θανάτου. Μαρ.κεφ.14,34)

    Φορτωμένο το καράβι
    με όλα μου τα τιμαλφή,
    τα κοσμοείδωλα,
    των εφεστίων μου θεών το άσβεστον πυρ,
    το ρόδον το εύοσμον,
    την αγνότητα των πρώτων πραγμάτων
    και της ευτυχίας μου τη μεθυστική μελωδία,
    βυθίστηκε στις Βερμούδες του Απρίλη το δυσχείμερον 2002.

    Και ο άπειρος εγώ κολυμβητής
    χωρίς σωσίβιο πλέον,
    δίχως σανίδα να πιαστώ,
    ερρίχτηκα ισόβιος ναυαγός
    στα ουρανοΰψηλα κύματα της αδυσώπητης Μοίρας μου.

    Αρμύρα, πένθος, απόγνωση
    ενθρονίστηκαν στα συντρίμμια της ψυχής μου.
    Λύτρωσή μου
    του Μεσολογγίου μια νέα Ηρωική Έξοδος.

    ΓΙΑΝΝΗΣ ΛΕΦΑΣ

    ***

    29. ΤΟ ΝΑΥΑΓΙΟ

    Θάλασσα με τ’ αυστηρά σου κύματα,
    αθώωσε το πικρό ναυάγιό μου·

    θα λάβεις ακόμη απ’ το σώμα μου
    στόλους πυκνούς με περιπέτειες,
    άνεμους στιβαρούς και πρόθυμους,
    άστεγους πειρασμούς στις τρικυμίες σου-
    κανάλια απροσπέλαστα οι επιθυμίες μου.

    Θάλασσα, αθώωσε το ναυάγιό μου.

    Δημήτρης Δούκαρης

    ***

    30. ΓΙΑ ΤΑ ΒΥΘΙΣΜΕΝΑ

    Ένα ναυάγιο
    που περιμένει να το ανασύρεις
    είναι το ποίημα
    γεμάτο
    λάφυρα πειρατών χρυσά
    φιλιά πετρωμένα

    Είναι ίσως που πνίγεται η ζωή

    γι’ αυτό
    άγαλμα νεογνό
    οξειδωμένο κι
    άπνοο
    το ποίημα

    αν μιληθεί
    αναστήθηκα

    Γεωργία Δεληγιαννοπούλου

    • -Lucifugo, a diavolo in corpo, «Το Ναυάγιο»

      Ναυάγια, ναυάγια, της ζωής ναυάγια…
      σιγοψιθυρίζουν
      μέσα κι όξω απ’ τα μηνίγγια μας
      οι σειρήνες που προσκαλούν
      το βλέμμα και την προσοχή
      να στρέφουμε
      στ’ άστρα τ’ ουρανού
      μακριά απ’ την κοκκινισμένη θάλασσα!
      Ναυάγια, ναυάγια, της ζωής ναυάγια…
      το λυσσομάνι
      και η φουσκοθαλασσιά της ζωής,
      της ζωής που-φτιάχνουμε-μαζί,
      εδώ και καιρό
      έχει πάψει να ξεβράζει
      στις ακτές της ναυαγούς
      και μισολιγόθυμους ζωντανούς
      ξερνάει πνιγμένους
      κι ολότελα νεκρούς
      -γυναίκες-άνδρες-παιδιά-
      σώματα ανθρώπινα
      στα σύνορα απαγορευμένα
      που πυρπολούνται
      σαν μάγισσες στην πυρά
      για να καούν
      και να ταφούν ζωντανά
      κάτω απ’ το βυθό της θάλασσας
      Ναυάγια, ναυάγια, της ζωής ναυάγια…
      το πρωί ξυπνούμε
      βήχοντας απ’ τα πνεμόνια μας
      το νερό
      του χτεσινού πνιγμού τους
      το βράδυ στον ύπνο
      μάς επισκέπτονται
      τα φαντάσματά τους
      ζητώντας λίγο χώμα στεγνό
      για να θάψουν
      τους μελλοντικούς νεκρούς τους
      Ναυάγια, ναυάγια, της ζωής ναυάγια…
      στις πόλεις και τα χωρία όπου κατοικούμε
      μάθαμε τα χέρια να νίπτουμε
      μέσα στο αίμα των άλλων,
      αμίλητοι να στεκόμαστε
      μπροστά στο ξεψύχισμά τους
      και τους ώμους αδιάφορα
      να κουνούμε μπροστά στο θάνατό τους
      Ναυάγια, ναυάγια, της ζωής ναυάγια…
      εμείς, μόνο εμείς είμαστε η ρημαγμένη θάλασσα
      που κλείνει στα σωθικά της
      τα μουλιασμένα σώματα όλων των πνιγμένων
      ετούτου-εδώ-του-κόσμου
      όσο κι αν σφυρίζουμε αδιάφορα
      στρέφοντας το βλέμμα μας
      στ’ ουρανού τ’ άστρα
      τ’ αστέρια άλλο δεν τ’ αντέχουνε
      τη νύχτα να φωτίζουνε
      τον ολοήμερο πνιγμό
      που αίμα στάζει
      σε στεριά και θάλασσα
      και για άλλες θάλασσες, για άλλες στεριές
      για άλλους ουρανούς πέφτουν και πεθαίνουν
      (https://tokoskino.me/2015/09/19/lucifugo-a-diavolo-in-corpo-%CF%84%CE%BF-%CE%BD%CE%B1%CF%85%CE%AC%CE%B3%CE%B9%CE%BF/)

  6. Ναυαγός – Αλκίνοος Ιωαννίδης

    31. ΝΑΥΑΓΙΣΜΕΝΑ ΟΝΕΙΡΑ

    Κλεισμένα μέσα σε μπουκάλι,
    ναυαγισμένα όνειρα συλλέγω απ’ την ακτή.
    Αρχίζοντας να τα θυμάμαι πάλι,
    τα πιο απλά αποτελούν τη μεγαλύτερη πληγή.

    Σπυρέτος Μπενίτσης, Την Ειμαρμένην, Ιωλκός 2017

    ***

    32. Aπόψε βράδυ Aυγούστου οχτώ
    Nαυαγισμένο στα ρηχά των άστρων
    Tο παλιό μου σπίτι με τα σαμιαμίθια
    Kαι το χυμένο το κερί στο κομοδίνο επάνω
    Πόρτες παράθυρα ανοιχτά
    Tο παλιό μου σπίτι αδειάζοντας
    Φορτίο της ερημιάς μέσα στη νύχτα·[…]

    ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ, Ο φυλλομάντης

    • -«Ἕνα καράβι εἶναι τὸ σῶμα μας καὶ πλέει ἀπάνω σὲ βαθυγάλαζα νερά. Ποιὸς εἶναι ὁ σκοπός μας; Νὰ ναυαγήσουμε»

      (Ν. Καζαντζάκης)

      -Μάνος Ελευθερίου, «Ναυάγια»

      Δίχως αγάπη έχουν σκουριάσει κι οι ψυχές
      σαν τα καράβια που ξεβράζονται μια νύχτα
      και μένουν μόνα σαν τα ψάρια μες στα δίχτυα
      καράβια άγνωστα από μαύρες εποχές.

      Ναυάγια είμαστε στη άμμο στη σκουριά
      ξυπνάς κοιμάσαι και ξυπνάς σε ξένη χώρα
      ρολόγια δείχνουνε τα χρόνια κι όχι ώρα
      ρολόγια δείχνουνε τον πόνο στην καρδιά.

      Σκουριά κι αρμύρα και σπασμένο παρελθόν
      χρέη γραμμάτια ζωή ναυαγισμένη
      αγάπη που είναι πάντα νοικιασμένη
      πασαλειμμένη από σκουριά κι από κραγιόν.

      Ξύπνησα μούσκεμα στα όνειρα προχθές
      πώς να προλάβω στη στροφή που είχα τετάρτη
      πώς να προλάβω τη ζωή μας δίχως χάρτη
      που ο κόσμος γέμισε ζητιάνους και ληστές.

      (http://www.stixoi.info/stixoi.php?info=Lyrics&act=details&song_id=56906)

      -Παναγής Αντωνόπουλος, «Το ναυάγιο»

      Για σένα που δεν έκανες , ταξίδια μακρινά !
      Σένα , που τύχη σ’ έταξε , ρίμες να εξισώσεις
      και έμεινε η σκέψη σου , ν’ αγγίζει ξωτικά !
      Το κάθε μέρα άρρωστο , πως ίσως το προδώσεις !
      Εσένα που η μάνα σου , σ’ έκρυβε στην ποδιά της
      και στο σχολειό σε βάζανε , να κάνεις προσευχή
      κατάφερες τυχάρπαστε , να μπεις στα σωθικά της
      γραφής που ίσως κέρδισε , μι’ ακόμη αποδοχή !
      Τάλαντο σου στερήσανε , εσένανε οι μούσες
      κι μοίρες (ε)λησμόνησαν , να πούνε μια ευχή
      μα θέριεψαν το δράμα σου , οι μέρες σου απούσες
      η φήμη που (ε)κέρδισες , παρέμεινε πλαστή !
      Γιατί ο ναυτίλος φίλε μου , παλεύει με την φύση
      και την ζωή του σπαταλά , να βρει παρηγοριά !
      Δεν περιμένει άπραγος , τραγούδι ν’ αρχινήσει
      για να του φέρει όνομα , με άλλου δοξαριά !!
      Θα μείνεις πάντα ιδανικός , κι ανάξιος εραστής
      μιας θάλασσας που αιμορραγεί κι όταν σε βλέπει κλαίει !
      Της ευκαιρίας πρόδρομος και άξιος ποιητής
      όμως για μας της θάλασσας , ναυάγιο που πλέει !!!!

      (https://atexnos.gr/)

      -Θοδωρή Τσαπακίδη, «Save Our Souls»

      Ήσουν βάρκα σε κήπο
      με σημαιούλες πολύχρωμες στα μαλλιά
      φωτεινά λαμπιόνια στα αυτιά
      και τον καπνό των φουγάρων στο στόμα
      Και εγώ κηπουρός
      των μυστικών σου αισθήσεων
      με ναυτική περιβολή

      Πώς ναυαγήσαμε;

      (http://fractalart.gr/22-poems/)

  7. Αγγελική, το in.gr κατάργησε τα e-mail… Θα σε ενημερώσω για το νέο μου e-mail

  8. «Νομίζω πως όλοι εμείς που φτάσαμε σε κάποια ηλικία, έχουμε ναυαγήσει δυο φορές, στο τότε και στο τώρα. Είμαστε ναυαγοί σ΄εκείνο που κάποτε αγαπήσαμε και δεν υπάρχει πια και πάλι ναυαγοί σε αυτό που υπάρχει» (Τόλης Νικηφόρου)

    Υπέροχο…

    Εγώ πάλι ως πεζός τύπος,
    ήρθα να συμπληρώσω το εξής τραγούδι:

    Νίνο-Σαν ναυαγοί 😊

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: