Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (246ο): «ΜΑΓΕΙΑ-MAΓΟΣ-ΜΑΓΙΚΟΣ»

Thomas S. Eliot – Το ταξίδι των μάγων, Δημήτρης Χορν

 

1.ΤΟ  ΤΑΞΙΔΙ ΤΩΝ  ΜΑΓΩΝ

Μας έκανε φοβερή παγωνιά,
Ακριβώς η χειρότερη εποχή του έτους
Για ταξίδι, και μάλιστα ένα τέτοιο μεγάλο ταξίδι:
Τα μονοπάτια βαθιά και ο καιρός δριμύς
Μέσα στην καρδιά του χειμώνα.
Κι οι καμήλες γδαρμένες, με πόδια πληγιασμένα, πεισματάρες
Πλαγιάζοντας πάνω στο χιόνι που έλειωνε.


Έρχονταν στιγμές που μετανοούσαμε
Για τα θερινά παλάτια στις πλαγιές, τις ταράτσες,
Και τις γλυκές κοπέλες που έφερναν σερμπέτια.
Κ’ ύστερα οι καμηλιέρηδες βρίζοντας και γκρινιάζοντας
Και τρέχοντας μακριά, και ζητώντας το γλυκό πιοτό τους και γυναίκες
Κ’ οι φωτιές της νύχτας που έσβηναν, κι ούτε ένα αποκούμπι,
Κ’ οι πολιτείες εχθρικές κι οι πολίχνες αφιλόξενες
Και τα χωριά βρωμερά ζητώντας ακριβές τιμές:
Μας βρήκαν δυσκολίες πολλές.


Στο τέλος προτιμήσαμε να ταξιδεύουμε όλη νύχτα,
Παίρνοντας στα κλεφτά έναν ύπνο,
Με τις φωνές που τραγουδούσαν στ’ αυτιά μας λέγοντας
Πως όλα αυτά ήταν μια τρέλα.

Κι ύστερα την αυγή φτάσαμε σε μια εύκρατη κοιλάδα,
Υγρή, κάτω απ’ τη χιονογραμμή, που μύριζε βλάστηση·
Με τρεχούμενα νερά κι ένα νερόμυλο χτυπώντας το σκοτάδι
Και τρία δέντρα πάνω στο χαμηλό ουρανό
Κι ένα άσπρο γέρικο άλογο κάλπαζε μακριά στο λιβάδι·


Κ’ ύστερα φτάσαμε σ’ ένα καπηλειό μ’ αμπελόφυλλα πάνω απ’ τ’ ανώφλι,
Έξι χέρια σε μια πόρτα ανοιχτή παίζοντας ζάρια μ’ ασημένια νομίσματα,
Και πόδια κλωτσώντας τους άδειους ασκούς του κρασιού.
Όμως δεν υπήρχε καμιά είδηση, κι έτσι συνεχίσαμε
Και φτάσαμε κατά το δειλινό, ούτε στιγμή νωρίτερα
Βρίσκοντας το μέρος· ήταν (θα ’ λεγες) ικανοποιητικό.

 

Όλα ετούτα έγιναν πριν από πολύν καιρό, θυμάμαι.
Και πάλι θε να τ’ αποφάσιζα, όμως σημείωσε
Αυτό σημείωσε 
Αυτό: κάναμε τόσο δρόμο για Γέννηση ή για Θάνατο; Ασφαλώς, υπήρξε μια γέννηση,
Είχαμε αποδείξεις, δεν χωρούσε αμφιβολία. Είχα δει γεννήσεις και θανάτους
Είχα νομίσει όμως πώς ήσαν διαφορετικοί· η Γέννηση αυτή
Ήταν σκληρή και πικρή αγωνία για μας, όπως ο Θάνατος, ο δικός μας θάνατος.

Ξαναγυρίσαμε στον τόπο μας, σ’ αυτά τα Βασίλεια,
Όμως δε νιώθουμε άνετα πια εδώ, με τις παλιές εντολές,
Μ’ έναν ξένο λαό που κρατάει γερά τους θεούς του.
Θα ήμουν ευχαριστημένος μ’ έναν αλλιώτικο θάνατο.

  1. S. Eliot, μετ. Κλείτος Κύρου.

 

Μαρία Φαραντούρη – Τα μάγια

 

 

2.ΤΟ  ΜΑΓΙΚΟ  ΔΑΧΤΥΛΙΔΙ


Όλα του Μηδενός μεταμορφώσεις είναι, μάγια.
Φόρεσε δαχτυλίδι το Μηδέν και ξόρκισε τη Μάγια.

Γιάννης Υφαντής, Μανθρασπέντα (1977)

 

***

3.Ο ΤΡΙΠΡΟΣΩΠΟΣ  ΜΑΓΟΣ

Τον ίλιγγο των στροβίλων σου, πόσο περίτεχνα
τον αποκρύβεις με την επίφαση της γαλήνης.
«Γαλήνια νύχτα» σε ονομάζουν, εσένα, του οίστρου
την προφυλακή. Κι όντως, στον άνθρωπο, που ενόσω ζει,
τον τρέφει η απατηλότητα των όσων φαινομένων
που του προσφέρνονται να τα ορμηνέψει
όπως του βολεί, παρέχεις, νύχτα, μεταξύ των άλλων
σωτήριων το πλέον σωτήριο, την επίφαση
της γαλήνης σου.

ΤΑΚΗΣ  ΠΑΠΑΤΣΩΝΗΣ

 

Μάγισσα, Χάρις Αλεξίου

4.Η  ΜΑΓΙΣΣΑ

Ν’ ακούς το ανάκουστο μού λέει
καθώς σωπαίνουν τα νερά
νεκρό παιδί να σιγοκλαίει
κόρη να ντύνεται φτερά
σαν άσπρη ντάλια που επιπλέει

Ν’ ανθούν στο στήθος σου τ’ αστέρια
στο ανάβλεμμά σου οι πασχαλιές
και δυο κορμιά γεμάτα χέρια
να σμίγουν σ’ άγριες αγκαλιές
κι αιματοπότιστα νυχτέρια

Να φέγγει ολόφωτο το χώμα
κι όλος ο λάκκος ανοιχτός
και να ‘ρχεται απ’ το ξένο σώμα
το μαύρο αγέρι της νυχτός
Σαν ρούχο που σκεπάζει πτώμα

ΟΡΕΣΤΗΣ  ΑΛΕΞΑΚΗΣ

 

***

 

5.ΤΗΣ  ΜΑΓΙΣΣΑΣ

«Για ποιον τα λέει; Την τύχη μας διαβάζει;
Αυτά ακούγονται συνήθως στον καφέ και την τράπουλα.
Τι προσπαθεί να ξεδιαλύνει;
Δεν είναι ο θάνατος αυτός που προμηνά.
Για χωρισμούς, για έρωτες που μισολέει
σημάδια μαύρα κι άγρια το δείχνουν.

Για αγάπες τι να πει; Δεν τις βρίσκει;
Για πλούτη πες της να μας πει και για κομπίνες
και οι αγάπες βρίσκονται.
Πώς δένεται ο καιρός
απ’ τον λαιμό, σε μια πατρίδα που μας σπρώχνει
στους γκρεμούς, αυτό να βρει.

Για δόξες να μας πει και για τιμές
για ψυχικές μας δήθεν ανατάσεις
και σε ποια γόνατα
θα γείρουμε ζητώντας να μας κλείσουνε τα μάτια.

Ρώτα, λοιπόν, αφού εσύ μιλάς τη γλώσσα.»

Μάνος Ελευθερίου, Αναμνήσεις από την όπερα (1987)

 

 

To μαγισσάκι -Νένα Βενετσάνου

 

 

6.Η  ΔΥΝΑΜΗ  ΤΗΣ  ΚΙΡΚΗΣ

Ποτέ δεν μεταμόρφωσα κάποιον σε γουρούνι.

Κάποιοι άνθρωποι είναι γουρούνια· εγώ τους έδωσα και του γουρουνιού την όψη.

Με έχει κουράσει ο δικός σου κόσμος

Που επιτρέπει σε μια μάσκα να συγκαλύπτει αυτό που υπάρχει από μέσα. Οι ναύτες σου δεν ήταν κακοί άνθρωποι·

Η απείθαρχη ζωή

Τούς το έκανε αυτό. Ως γουρούνια,

Με τις δικές μου και των κοριτσιών μου τις φροντίδες, γλύκαναν αμέσως.

 

Τότε τα μάγια αντέστρεψα,

την καλοσύνη μου σου έδειξα

Μα και τη δύναμή μου. Είδα

Ότι θα μπορούσαμε να είμαστε ευτυχισμένοι εδώ,

Όπως ευτυχισμένοι είναι οι άντρες και οι γυναίκες

Όταν οι ανάγκες τους είναι απλές. Την ίδια στιγμή,

Προέβλεψα την αναχώρησή σου,

Οι άντρες σου με τη βοήθεια μου να αντικρίζουν πλέον θαρρετά τον λυγμό και την οργή της θάλασσας.

 

Πιστεύεις πως

Μερικά δάκρυα με αναστάτωσαν; Καλέ μου,

Κάθε μάγισσα έχει στην καρδιά της μια πραγματίστρια. Δεν μπορεί να δει την ουσία εκείνος που αδυνατεί να αποδεχτεί τον περιορισμό. Αν ήθελα μόνο να μείνεις κοντά μου

Θα σε είχα κρατήσει φυλακισμένο.

  1. Glück, μτφ: Α. Αποστολοπούλου) || Κ. Γραμματόπουλος, «Ο Οδυσσέας στην Κίρκη»

 

 

ΟΙ ΜΑΓΟΙ, Διονύσης Σαββόπουλος

 

7.ΟΙ ΜΑΓΟΙ

 

Τους βλέπεις; Είναι εδώ που μια νυχτιά

ξαπλώσανε στο αχούρι των αλόγων.

Να ο παλμός, γιορτάζει μονοσύλλαβος

και ρουθουνίζει. Ούτε καν νιώσαν πώς,

κυνηγοί αυτοί, επέσανε σ’ ενέδρα ζώων.

Και δώστου με σαϊτιές και με πυγολαμπίδες.

 

Βεβαίως αβέβαια πράγματα

είναι χρησμός να μην το μάθω

ποιο τάχατες καμίνι βαρεμάρας μυ ύφανε

από το χάος σ’ αυτή τη φάτνη του γραφτού.

 

Μου αρκεί που προσκυνώ

το μάστορά μου ρύπο σας

ω νεκροί μάγοι.

 

Ελάτε να σας φιλήσω

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣ

 

***

 

 

8.ΟΙ  ΜΑΓΟΙ

Οι μάγοι με τα δώρα δεν φάνηκαν
Ούτε σήμερα

Θα ’ναι το άστρο μου πολύ χλωμό
Με λιγοστό το λάδι

Η φυγή στην Αίγυπτο
Η δεύτερη σελίδα
Ξανά πρέπει ν’ αναβληθεί

1959 Φαίδων ο Πολίτης, Κασσάνδρες και τυφλοί κροκόδειλοι (1961)

 

***

 

9.Ο ΜΑΓΟΣ

Θα προσπαθήσω να ευχαριστήσω τους θεατές
Τους σπάγκους το γυαλιστερό σου πριόνι

Είμαι στο κουτί σου φάλτσε μάγε
Με πονάς μάγε
Θα προσπαθήσω να σ’ ευχαριστήσω σαν κτήνος σφαγμένο

Τώρα δε βλέπω τίποτα πρέπει να φύγω
Η νύχτα στάζει από παντού
Μέσα στη μουσική τα κόκαλα του έρωτα
Τον άδειο σπασμό

‘Αφησέ με θα φέρω το φτωχό ζώο στην τρύπα του
Σέρνοντας πόνο το αίμα στις σκάλες
Θα κάθομαι μαζί του ακούγοντας τους αέρες
Αυτό το οξύ που με παραμόρφωσε

Ο μόνος που μου μίλησε ένας χαζός οδηγός
Μου ‘ πε το χαλασμένο του αυτοκίνητο να σμπρώξω
Λοιπόν τους γκρέμισα στο βάραθρο
Ο θάνατος είναι εθνικό προϊόν
Γέμισα ποντικοπαγίδες όλο το σπίτι
Κρέμονται σαν κλουβιά στο ταβάνι
Στο νεροχύτη στο σωλήνα αποχετεύσεως
Στο αραχνιασμένο κοστούμι του γάμου μου

Κανένα όνειρο κάτω απ’ την κρύα κουβέρτα
Κι οι τοίχοι τελειώνοντας κάπου απελπισμένα
Αδέξιοι σαν ποιήματα.

Αλέξης Τραϊανός, Η κλεψύδρα με τις στάχτες (1975) [Από την ενότητα Το νύχι στη σάρκα]

 

Ο χορός της μάγισσας του μεσημεριού – Γ. Σταυριανός

https://www.youtube.com/watch?v=O4sRdyTFYbE

 

 

 

10.ΜΑΓΕΜΕΝΗ  ΨΥΧΗ

 

σ’ αγάπησα

σε σκονισμένες γειτονιές και εργοστάσια

στην άχρωμη επιφάνεια του μπετόν

 

πίσω από οδοφράγματα σ’ αγάπησα

σε συγκεντρώσεις απεργών

σε διαδηλώσεις φοιτητών

στους διαδρόμους των δικαστηρίων

σε μυστικές συνεδριάσεις της νύχτας

 

είναι γραμμένο τ’ όνομά σου

στις προκηρύξεις που μοιράσαμε

στις κόκκινες αφίσες που κολλήσαμε

και στα αρχεία των τμημάτων ασφαλείας

 

σ’ αγάπησα, σύντροφέ μου,

η μαγεμένη σου ψυχή είναι δική μου

η αγωνία μου σου ανήκει

 

ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ, Αναρχικά

 

***

 

 

11.ΤΟ  ΜΑΓΙΚΟ  ΧΑΛΙ

σε μυστικά δωμάτια υφαίνεται
με δάχτυλα σκληρά ή ευαίσθητα
από τεχνίτες που υποπτεύονται
πως το έργο μπορεί και να μην έχει τέλος
–αυτή είναι η φύση του–
που ελάχιστα κατέχουνε


υπόσταση και τον σκοπό της κίνησης
βλέπουνε –ο καθένας– μικρά κομμάτια
από μια μόνο θέση
ταγμένοι να υφαίνουν
όταν πεθαίνουν
μετουσιώνονται σε απειρόχρωμες κλωστές

Τόλης Νικηφόρου, Το μαγικό χαλί (1980)

 

 

***

  

12.ΤΟ  ΜΑΓΙΚΟ  ΜΠΑΛΟΝΙ

αγόρασα ένα μαγικό μπαλόνι
μη με ρωτήσετε πότε και πού
είναι σαν να το είχα πάντα


κι όμως θυμάμαι ότι το πλήρωσα πανάκριβα
έδωσα το δεξί μου χέρι
κομμάτια ματωμένα από τη γούνα μου
γι’ αυτό και το κρατάω τρυφερά
ανάλαφρα στα δυο μου δάχτυλα


μα δεν το κρύβω σε δωμάτια μυστικά
το περιφέρω στους μεγάλους δρόμους
και το εκθέτω στους πιο άγριους καιρούς


κι εκείνο αντέχει μ’ ένα τρόπο θαυμαστό
του ψιθυρίζω λέξεις
μουσικές
και το κοιτάζω εκστατικά


μπορώ να διακρίνω μέσα του ολοκάθαρα
μυριάδες χώρες άγνωστες και μακρινές
και πολιτείες μυθικές ονειρεμένες
άστρα, πλανήτες, νεφελοειδείς και γαλαξίες


και πάνω απ’ όλα
εσένα, τα παιδιά, τον ήλιο τον μοναδικό
το κόκκινο ολοκόκκινό σου ρούχο

Τόλης Νικηφόρου, Ο μεθυσμένος ακροβάτης (1979)

 

 

ΤΟ ΜΑΓΙΚΟ ΒΟΥΝΟ -ΛΙΔΑΚΗΣ & ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ

 

13.ΤΑΞΙΔΕΨΑ ΜΕ ΠΟΙΗΤΕΣ ΚΑΙ ΜΑΓΟΥΣ

 

Μικρές λιμνούλες σα γαλάζια μάτια

συνάντησα στο δρόμο προς τη δύση

άγγελοι παίζανε εκεί χωρίς ιμάτια

και μια νεράιδα τα μαλλιά της είχε λύσει.

 

Σύννεφα πορφυρά και χρυσαφένια

που ο άνεμος τα σκόρπιζε και πάλι

μαζεύονταν κι εμοιάζανε με χτένια

που στόλιζαν του ήλιου το κεφάλι.

 

Ταξίδεψα με ποιητές και μάγους

μαζί μας και πουλιά που τραγουδούσαν

με τα αθώα μάτια τους κοιτούσαν

και βλέπανε στην άκρη του πελάγους

άσπρη χαρά το κύμα να σκεπάζει

τη μοναξιά τη φτώχια το μαράζι.

ΝΙΚΟΣ  ΜΟΣΧΟΒΑΚΟΣ

 

***

 

14.Ο  ΜΑΓΙΚΟΣ  ΑΝΘΡΩΠΟΣ

Υπάρχει ένας μαγικός κόσμος μέσα στον κόσμο,
και ένας μαγικός άνθρωπος μέσα σε κάθε άνθρωπο.


Ο άνθρωπος βλέπει τον κόσμο
της μεγαλειώδους συσκευασίας,
όμως δεν βλέπει τα υπέροχα περιεχόμενα .


Αλλά αν δει τον μαγικό άνθρωπο μέσα του
τότε ο μαγικός άνθρωπος βλέπει τον μαγικό κόσμο.


Δεν είναι ανύπαρκτος ούτε αόρατος.
Είναι υπαρκτός και ορατός,
Άμα ξέρεις ότι υπάρχει
Και αν ξέρεις να τον βλέπεις…

 

Herman Hesse, «Ο λύκος της στέπας»

 

https://simpleman-theskyisthelimit.blogspot.com/2013/03/blog-post_13.html

 

 

*Η ανάρτηση είναι της καλής φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής.

Advertisements

Single Post Navigation

5 thoughts on “Πες το με ποίηση (246ο): «ΜΑΓΕΙΑ-MAΓΟΣ-ΜΑΓΙΚΟΣ»

  1. *Καλή χρονιά, Αγγελική, με υγεία και πάντα με ποίηση!!!

    *Μελίνα Κανά – Αχ ζωή μάγισσα να σε μάθω άργησα

    -«Τη μαγεία δεν την πιάνεις με την ερμηνεία της μαγείας, πόσο μάλλον με την περιγραφή της ερμηνείας της μαγείας. Ή κελαηδάς ή σωπαίνεις. Δε λες: αυτό που κάνω είναι κελαηδητό!»
    (Ο. Ελύτης)

    -«Την άγια νύχτα τη χριστουγεννιάτικη, / ποιος δεν το ξέρει;
    Των μάγων κάθε χρόνο τα μεσάνυχτα / λάμπει τ’ αστέρι.»
    (Γ. Δροσίνης)

    -«…Στο Θεό φανήτε τώρα, ήρθεν η ώρα,
    από τάγνωστα μυστικά σας μέρη,
    Μάγοι, φέρτε στο Θεό τα πλούσια δώρα.
    Φέρτε μου, Μάγοι -θεία βουλή το γράφει-
    τα σμύρνα της ελπίδας, το λιβάνι
    της πίστης, της αγάπης το χρυσάφι!…»
    (Κ. Παλαμάς)

    *Σαν μαγεμένο το μυαλό μου – Μπαγιαντέρας

    -Κ. Π. Καβάφης, «Κατά τες συνταγές αρχαίων Eλληνοσύρων μάγων»

    «Ποιο απόσταγμα να βρίσκεται από βότανα
    γητεύματος», είπ’ ένας αισθητής,
    «ποιο απόσταγμα κατά τες συνταγές
    αρχαίων Ελληνοσύρων μάγων καμωμένο
    που για μια μέρα (αν περισσότερο
    δεν φθάν’ η δύναμίς του), ή και για λίγην ώρα
    τα είκοσι τρία μου χρόνια να με φέρει
    ξανά· τον φίλον μου στα είκοσι δυο του χρόνια
    να με φέρει ξανά— την εμορφιά του, την αγάπη του.

    »Ποιο απόσταγμα να βρίσκεται κατά τες συνταγές
    αρχαίων Ελληνοσύρων μάγων καμωμένο
    που, σύμφωνα με την αναδρομήν,
    και την μικρή μας κάμαρη να επαναφέρει.»

    (Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

    -Δημήτρης Καλοκύρης, «Η ερμηνεία των μάγων (I)»

    Δουλεύει κάθε νύχτα ευλαβικά
    τα ηδονικά σκηνώματα
    απάνω στο αμόνι των σωμάτων,
    με αγυρτείες και γητέματα
    τινάζοντας εδώ κι εκεί τη μαύρη χαίτη
    και με το βλέμμα να σου συννεφιάζει το μυαλό
    όπως διπλώνει ωραία το ρούχο
    πάνω στο καπνισμένο ασήμι
    και χωρίζει λιγάκι τα γόνατα
    για ν’ ακουμπήσει το μηνίσκο δεξιά.
    Την κοιτάς που κουρνιάζει περήφανα
    στο Κριάρι ανάμεσα και στο κέρας του Ταύρου
    ποντάροντας στα κρυπτικά αρώματα
    που αναδεύει στην πυρακτωμένη σάρκα
    καθώς ένας σκοπός
    που ξέμεινε αργά έξω απ’ το τείχος
    στρώμα μιας αιγύπτιας
    γύρισε μεθυσμένος τα χαράματα
    κι άνοιξε τις ανατολικές πύλες
    να περάσει ο θεός.

    -Δημήτρης Καλοκύρης, «Η ερμηνεία των μάγων (II)»

    Μύθοι των μάγων και των μυστικών.
    Κατασκευές των αριθμών και της αστρολογίας
    για να σκορπά το αίμα του αλέκτορα
    στα βυσσινιά θεμέλια της αυτοκρατορίας:
    χρυσάφι,
    να πλημμυρίζει αργά αργά το σώμα
    και ν’ ανταλλάσσει τα επιτόκια της ζωής
    με τη δικαιοσύνη που το ξεπληρώνει
    λιβάνι,
    για να φωλιάζει σαν τη γλώσσα στη φωτιά
    και να μεταμορφώνει το κενό
    σε ζωογόνο αιτία
    και σμύρνα,
    μέσα στα έγκατα της ηδονής
    ένα πικρό βοτάνι
    για να δαγκώνεται το στήθος του θανάτου πιο βαθιά
    με τον σπασμό της ξαφνικής ελευθερίας.

    -Δημήτρης Καλοκύρης, «Η ερμηνεία των μάγων (III)»

    Κι άστην να ζει σ’ ένα σοκάκι και να ονειρεύεται
    ένα πλεχτό που το Σαββατοκύριακο θα τελειώσει
    ένα λουσάτο νυφικό, πολύχρωμα λαμπιόνια,
    τη βέρα, αιωνίως να της εξαργυρώνει το δάχτυλο
    το καντηλάκι να διανυκτερεύει στα εικονίσματα
    για τον νυμφίο του αντίπερα κόσμου
    ένα ακριβό μυρωδικό
    για να εξουδετερώνει τον ιδρώτα της
    στις γόνιμες ολονυκτίες του Απριλίου
    και την απέραντη και τρυφερή της ερημιά
    που θα ποτίζει στο ζυμάρι,
    το κονιάκ και τα μπαχαρικά

    τη μαύρη κότα των Χριστουγέννων.

    (Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Καλοκύρης)

    *Γλυκερία – Πήγα σε μάγισσες

    -Αχιλλέας Παράσχος, «Ἡ Μάγισσα»

    Α’
    Ἤτανε νυχτιὰ πειὸ μαύρη ἀπὸ τὸν ᾍδη·
    βαρυχειμωνιὰ ἐπάγονε τὴ χώρα,
    χιόνι ἔπεφτε μέσ’ στὸ βαθὺ σκοτάδι
    καὶ μεσάνυχτα ἐσήμανεν ἡ ὥρα…
    Ἐβασίλευε σὰν χάρος ὕπνος, κρύο,
    σιωπὴ βαθειὰ σὰν μέσα σὲ φορεῖο.
    Δὲν ἀκούγετο φωνή, πνοὴ καμμία,
    ὅλα ἤτανε νεκρά, βουβὰ καὶ κρύα.
    Ἔτσι ἕνα καιρό – πρὶν τοῦ καιροῦ ἀκόμα, –
    θἆταν σκοτεινοὶ κ’ οἱ κόσμοι πρὶν φανοῦνε·
    πρὶν ἀπάνω τοὺς Θεοῦ φυσήσῃ στόμα
    κ’ ἔβγουνε στὸ φῶς, ποὺ νὰ μὴν εἶχαν βγοῦνε!

    Β’
    Στὴν γωνιὰ κοντά, εἰς ἕνα μικρὸ δῶμα,
    ποιητὴς χλωμός, νειὸς ἄμοιρος κοιμᾶται·
    ἔκλαψε πολὺ πρὶν κοιμηθῇ ἀκόμα,
    πλὴν στὸν ὕπνο του ξεχνᾷ καὶ δὲν θυμᾶται,
    νἄδιν’ ὁ Θεὸς ποτὲ νὰ μὴν ξυπνήσῃ,
    καὶ τὸν ὕπνο του ὁ ἄλλος νὰ κρατήσῃ,
    ὁ ἀξύπνητος, ποὺ σταματᾷ τὸ χρόνο,
    ὅλα, τὸ Θεό, ἁκόμα καὶ τὸν πόνο…
    Τίποτε, Θεέ, ἀπ’ ὅλα τὰ καλά Σου,
    πειὸ καλλίτερο τοῦ ὕπνου δὲν ἐφάνη·
    ὄχι· κι’ ἀπ’ αὐτὸν ἀκόμα, ἡ καρδιά Σου
    σπλαγχνικώτερο τὸ Χάρο ἔχει κάνει!
    Ἄχ, ὁ νειὸς αὐτός, ποὺ κοίτεται θλιμμένος
    θενὰ ἤτανε γιὰ τὴ χαρὰ πλασμένος,
    ἄν δὲν ἔσμιγε μιὰ δύσεχτην ἡμέρα,
    κόρη Μάγισσας καὶ Μάγου θυγατέρα.
    Εἶχε γεννηθῇ σὰν ρόδο τὸν Ἀπρίλι·
    γλυκοχάραγμα, ἐπάνω σὲ τριφύλλι·
    ἔπεφτε δροσιά, ἐτρέχανε ρυάκια
    κι’ ἀνατέλλανε μαζὺ σὰν ἀδελφάκια,
    ἀπ’ τὴ μιὰ μεριὰ ἐκεῖνος… κι’ ἀπ’ τὴν ἄλλη
    φῶς ἀνέφελο, τὸ φῶς τοῦ χρυσομάλλη.
    Καὶ πρωτόπνευσε ἀγέρι ἀπὸ λουλούδια
    καὶ πρωτάκουσε τῶν ἀηδονιῶν τραγοῦδια.
    Σὰν μανούλα του τὸν προίκισεν ἡ μοῖρα·
    ζοῦσε μὲ ἀνθοὺς καὶ τὴν ἀγνή του λύρα,
    μὲ τὸν οὐρανὸ ποὺ εἶχε στὴ καρδιά του,
    μὲ τὸ δάσος του καὶ μὲ τὰ ὄνειρά του.
    Κι’ ἀγαποῦσε… – πλὴν αὐτὸ τὸ λένε μόνο,
    ὅσοι ἔρωτος ποτὲ δὲν εἶχαν πόνο·
    ὄχι, ἐλάτρευε· πλὴν μήτε, προσκυνοῦσε·
    δὲν ἀγάπαε ἐκεῖνος· ἀγαποῦσε!
    Ἀγαποῦσε, ναί· πλὴν ὄχι καθὼς ἄλλοι,
    κόρη ἀπ’ τὴ γῆ, νεράϊδας κρύα κάλλη·
    ὄχι, ἑμάζωξε ἀπὸ τὴν πλάσι ὅλα·
    ὅ,τι ὤμορφο καὶ ὅ,τι ἐμοσχοβόλα·
    χαμογέλασμα ἀπ’ τῆς αὐγῆς τὰ χείλη,
    οὐρανοῦ δροσιά, τριαντάφυλλο τ’ Ἀπρίλι,
    κύματος άφρό, ἀκτῖν’ ἀπὸ τὴν Πούλια
    καὶ τὰ ἔσμιξε μὲ χιονισμένα φούλια,
    μὲ Βωμοῦ φωτιά, μ’ ἀγέρι μυρωμένο
    καὶ μὲ μενεξὲ ἀκτινοφιλημένο,
    κ’ ἔπλασε μ’ αὐτά, μὲ τὸ δικό του χέρι
    τὴν ἀγάπη του, τῆς νειότης του τὸ ταῖρι.

    Γ’
    Κ’ ἔζη σὰν δροσιὰ μέσ’ σ’ ἄνθη μυρωμένα,
    μὲ τὴν ἄπλαστη, καρδιόπλαστη παρθένα
    σ’ ἕνα ὄνειρο… αὐτὴν εἶχε ζωή του
    καὶ τὴν φύλαγε βαθειὰ μέσ’ στὴν ψυχή του·
    ἤτανε γλυκειά, παράξενη λατρεία·
    κόρη ἀνύπαρκτη ἐλάτρευε μὲ πόνο
    ζωντανὴ καρδιὰ μ’ ἀγάπη οὐρανία·
    αὐτὴν ἔβλεπε νύχτα καὶ μέρα μόνο·
    τί παράξενο! Ἦτον σκιὰ μπροστά του
    κάθε ζωντανή, κ’ ἐζοῦσε ἡ σκιά του…
    Πλὴν κ’ ἡ ἄφαντη ποὺ ἔπλασε παρθένα
    π’ ὠνειρεύονταν μὲ μάτια ἀνοιγμένα,
    τὸν ἐλάτρευε κι’ αὐτή, τὸν ἀγαποῦσε,
    στὴν ἀγάπη του ποτὲ δὲν ἀπιστοῦσε…
    Τὴν ἐκύτταζε σ’ ἀκτῖν’ ἀργυρωμένη
    καὶ τὴν ἄκουγε τ’ ἀηδόνι σὰν λαλοῦσε·
    τὴν ἀγκάλιαζε σὲ μύρτο ἀνθισμένη
    καὶ σὰν ἔδινε φτωχοῦ τὴν ἐφιλοῦσε…
    Δὲν χωρίζονταν καὶ σὰν ἀπεκοιμᾶτο·
    τοῦ τὴν ἔφερναν τὰ ὄνειρά του πάλι,
    τὴν ἀντάμονε εἰς τὸ λιβάδι κάτω,
    στὸ ψηλὸ βουνό, στὸ ἔρημο ἀκρογιάλι·
    καὶ καμμιὰ φορὰ σὰν ἔσβυνε ἡ μέρα,
    ἀνταμόνανε στὸ κοιμητῆρι πέρα!
    Ὅμως μιὰν αὐγή, αὐγὴ καταραμμένη,
    ἡ ἁγία του ἐφάνη ἐρωμένη·
    πλὴν δὲν ἤτανε ὀνείρου πλέον πλάνῃ,
    κόρη ζωντανὴ στὰ μάτια του ἐφάνη·
    τ’ ὄνειρό του, ναί· ἀλλὰ μὲ σάρκα κ’ αἷμα·
    μπρὸς σὲ λυγαριὰ ἐκάθουνταν, στὸ ρέμμα·
    εἶχε στὰ μαλλιὰ τῆς νύχτας τὸ σκοτάδι
    καὶ στὸ μέτωπο γλυκειὰν αὐγὴ τ’ ἀπρίλι,
    φῶς εἰς τὴ ματιά, πλὴν φῶς ἀπὸ τὸν Ἅδη,
    καὶ τριαντάφυλλο μισόκλειστο στὰ χείλη.
    Λάμψις σκέπαζε τὰ κάλλη τ’ ἀνθηρά της,
    πλὴν ἐφαίνουνταν κι’ αὐτὴ κ’ ἡ ὠμορφιά της…
    Ὅμως ὠμορφιὰ ποὺ πόνο προξενοῦσε·
    σ’ ἀποτύφλονε κ’ ἐδίπλαζε τὸ φῶς σου·
    σοὔπερνε τὸ νοῦ κι’ ὀπίσω στὸν γυρνοῦσε,
    σοὔδινε ζωὴ καὶ ἦτο θάνατός σου.

    Δ’
    Μάζονε ἀνθοὺς μέσα στὸ ρέμμα μόνη
    κ’ ἐτραγούδαγε τῆς ἄνοιξης τὰ κάλλη,
    ἄλλοτε αὐτὴ καὶ ἄλλοτε τ’ ἀηδόνι·
    ἦταν δυὸ φωναὶς καὶ μία ἦτο πάλι…
    Ἄχ· τὸν ἔδεσε ἀλύπητα ἡ μοῖρα!
    Λίγο πέρασε κ’ ἡ ἀργυρῆ του λύρα.
    Ἐσυντρόφευε τῆς κόρης τὸ τραγοῦδι…
    Μὲ φαρμακερὸ ἐδένετο λουλοῦδι
    Παραδείσου ἀνθός… κι’ ἀλλάζαν δαχτυλίδι,
    ἄστρο μὲ φωτιά, ἀηδόνι μὲ τὸ φεῖδι!
    Ἀγαπήθηκαν· ὁ νεὶς τὴν ἐπροσκύνα,
    σὰν βωμὸ Θεοῦ, σὰν Παναγιᾶς ἀκτῖνα,
    μ’ ἔκστασι τρελλή, πλὴν καὶ κρυφὴ ὀδύνη·
    σάν… ἀλλ’ ὄμως σάν, δὲν βρίσκουνταν γιὰ κείνη!
    Γιὰ τῆς Μάγισσας τὴν κόρη μόνο ζοῦσε
    κ’ ἐδροσίζετο σ’ ἀγνώριστα πελάη·
    πλὴν κ’ ἡ Λυγερὴ κι’ αὐτὴ τὸν ἀγαποῦσε,
    ὅπως τὴ ζωὴ ὁ Χάρος ἀγαπάει…
    Ὅπως ἡ φωτιὰ τὰ δάση σὰν ἀνάβει,
    καὶ ἡ θάλασσα ποὺ πνίγει τὸ καράβι!
    Χάρος ἤτανε γι’ αὐτὸν, φωτιὰ καὶ κῦμα·
    πλὴν δροσιᾶς φωτιά, ζωή, πλὴν μέσ’ στὸ μνῆμα.
    Μὲ ἀθάνατο φαρμάκι τὸν κερνοῦσε·
    τονὲ πέθαινε καὶ τὸν ἐλαχταροῦσε·
    ἦταν δάγκαμα φειδιοῦ τὸ φίλημά της,
    ἦταν ἄβυσσος φωτιᾶς τ’ ἀγκάλιασμά της.
    …………………………………………………………

    Ε’
    Κ’ εἶχαν μιὰ ψυχὴ σὲ δυὸ κορμιά, μία γνώμη·
    ταῖρι σὰν κι’ αὐτὸ στὸν κόσμο δὲν ἐφάνη.
    Χρόνος πέρασε· πλὴν πέρασε ἀκόμη
    καὶ τοῦ ποιητοῦ τὸ μάγευμα κ’ ἡ πλάνη…
    Εἶδεν ἔξαφνα τὴν ἅγια Τράπεζά του
    μπρός του θρύμματα· γυναῖκα τὴ θεά του·
    τοῦ ὀνείρου του δὲν ἦτο πλέον κόρη,
    ποὺ στὸν οὐρανὸ καὶ στ’ ἄστρα ἐθεώρει.
    Ἄχ, δὲν ἤτανε ἡ κόρη ἡ ἁγιασμένη,
    ἡ πανάχραντη, ἀφρόχυτη παρθένα·
    πῆρε γιὰ δροσιά Λαΐδα κολασμένη
    καὶ γιὰ χερουβεὶμ τῆς μάγισσας τὴ γέννα!
    Σὰν ἐξύπνησε ἀπὸ τὸ βυθισμό του,
    ἐθυμήθηκε τὸ πρῶτο τ’ ὄνειρό του.
    Κ’ ἔκλαψε πολύ, ἡ δροσερὴ μορφή του
    ἐκιτρίνισε· νυχτώθηκ’ ἡ αὐγή του·
    τοὔπεσ’ ὁ ἀνθὸς κι’ ἀπόμεινε τ’ ἀγκάθι
    κι’ ἀπ’ τὴ λύρα του ἡ ἔμπνευσις ἐχάθη!

    Στ’
    Ἄχ, εἶναι σκληρὸ μὲ τὴν καρδιὰ ἐκείνου
    κόρη ν’ ἀγαπᾷς, κόρη κιτριᾶς καὶ κρίνου,
    καὶ ἀντὶ ἀνθοῦ νὰ βρῇς ἀγκάθι ἐμπρός σου!
    Εἶναι κόλασις ἀγνώριστη ἀκόμα,
    ν’ ἀγαπᾷς θεὸ καὶ νἆνε ὁ θεός σου
    σάρκα καὶ σεισμὸς σὲ φλογισμένο στρῶμα…
    Ὅσοι ξεύρουνε τὸν ξένον τοῦτον πόνο,
    τὴ ζωή τοῦ νειοῦ, αὐτοὶ γνωρίζουν μόνο·
    εἶχε στὴ καρδιὰ βαθειὰ γιὰ κείνη θλῖψι·
    ὄχι ἔρωτα, ὄχι ἀγάπη· τύψι,
    τύψι κ’ ἔλεος, μετάνοια, ὀδύνη
    καὶ ἀποστροφὴ κι’ ἀγγέλου καλωσύνη…
    Καὶ τὴν ἔφευγε κι’ ἀποπλανᾶτο μόνος,
    μέσ’ σὲ ρεμματιαὶς ἡμέρα, νύκτα, δείλη·
    πλὴν τὸν γύριζε ἐλέους πίσω πόνος·
    μὲ μαρτυρικὸ χαμόγελο στὰ χείλη,
    ἡ εὐγενικὴ τῆς ἔκρυβε ψυχή του,
    τὸ μαρτύριο, τὴ θλῖψι τὴν κρυφή του.
    Σεῖς ποὺ ἔχετε καρδιὰ μέσ’ στὴν καρδιά σας,
    μὴν τὴν ρίχνεται στὸ πρῶτο ἀπάντημά σας,
    εἰς τὴν πρώτη νειὰ ποὺ ἔξαφνα ἰδῆτε·
    μὴ τὴ δίψα της τὴν σβύνετ’ ὅπου βρῆτε.
    Τ’ ἄχραντά της μὴ ὅπου κι’ ἂν εἶν’ σκορπᾶτε·
    τ’ ἄνθος τῆς ζωῆς μὴ εὔκολα πετᾶτε!
    Δίδετ’ ἡ καρδιὰ μὲ τόση εὐκολία,
    ἀλλὰ πέρνεται ὀπίσω στάχτη κρύα…
    Ἡ αὐγὴ ἀργεῖ· ἀκόμη δὲν χαράζει
    καὶ ἀπὸ μακρυὰ βραχνὸ τ’ ὀρνίθι κράζει·
    ἔξω ὁ βοριὰς στὰ σκοτεινὰ βογκάει
    καὶ στῆς Μάγισσας κοιμᾶται ὁ νειὸς τὸ πλάϊ,
    – φεῖδι μὲ πουλί – πλὴν δὲν κοιμᾶτ’ ἐκείνη·
    ἡ ἀναλαμπὴ ποῦ ἡ γωνιὰ ἀφήνει,
    ξέναις ὠμορφιαὶς φωτίζει κι’ ἄλλα κάλλη·
    ἀκουμποῦσ’ ὁ νειὸς σ’ ἀφράτο προσκεφάλι,
    ἄχ· σε στήθεια δυό, δυὸ μῆλα μυρισμένα,
    σὲ δυὸ κύματα χιονάτα καὶ σμιγμένα.
    Τὸν νανούριζε παλμός· καὶ τὸ κορμί υοθ
    ὅλο ἐσκέπαζαν μαῦρα μαλλιὰ ἁπλωμένα·
    ἦταν σὰν νεκροῦ ἡ ὄψις ἡ χλωμή του
    καὶ τὰ μάτια του ἀστέρια σκεπασμένα,
    μέσ’ στὴν ἀγκαλιὰ ἡ κόρη τὸν κρατοῦσε
    καὶ τὸν κύτταζε μὲ μάτι ἀναμμένο·
    πότε στέναζε καὶ πότε ἐφιλοῦσε
    στὰ δυὸ χείλη του τριαντάφυλλο κλεισμένο!
    «Ξύπνα, τοὔλεγε, τοῦ Παρνασσοῦ λουλοῦδι
    – κ’ ἤτανε ἡ φωνή, χάϊδι, φιλί, τραγοῦδι –
    «Ξύπνα, φίλησε, στὰ χείλη μου κεράσι
    «καὶ στὰ μάτια μου ὁλόκληρη τἡν πλάσι
    «Τὴν ἀνατολὴ τοῦ ἥλιου στὴ ματιά μου
    «καὶ τὴ δύσι του στὰ δύο μάγουλά μου.
    «Ξύπν. Ἀγκάλιασε, ἡ νειότη πρὶν νὰ σβύσῃ,
    «Κρίνο ζωντανό, μὲ σάρκα κυπαρίσσι·
    «Κι’ ἀπ’ τὰ σύνεφα κι’ ἀπὸ ψηλὰ ριχμένα,
    «Μῆλα τ’ οὐρανοῦ στὸν κόλπο μου κρυμμνα.
    «Ξύπνα νὰ χαρῇς τὴ νειά ποὺ σὲ λατρεύει·
    «Ἄχ, ὁ ὕπνος σου τὰ κάλλη μου σοῦ κλέβει!»
    Σὲ λησμονησιὰ κ’ εἰς ὕπνο βυθισμένος,
    δὲν ἐξύπνησε ὁ νειὸς ὁ πικραμένος.
    Ἄνθρωπο ποτέ, ποτὲ μὴν ἐξυπνᾶτε!
    Εἶνε θλιβερή, μεγάλη ἁμαρτία,
    νὰ τὸν ἐξυπνᾷς τὴν ὥρα ποὺ κοιμᾶται·
    ἡ ἀνάστασις δὲν εἶνε εὐτυχία!
    Ὁ Θεὸς ζωῆς μᾶς ἔχει δώσει κῦμα,
    πλὴν διώρθωσε τὸ λᾶθός του τὸ μνῆμα…
    Τρόμαξε ἡ νειὰ στὴν τόση σιωπή του·
    δὲν ἀκούστηκε καμμιὰ ἀπάντησί του·
    σκύβει, τὸν φιλεῖ, τὸν σείνει φοβισμένη,
    ὅμως ἄφωνος ὁ ποιητής της μένει.
    Μπρὸς στὰ μάτια της ἐμπῆκε μαύρη σκέπη
    Καὶ σὰν τοῦ πουλιοῦ κτυποῦσε ἡ καρδιά της,
    λύχνο ἄναψε καὶ σὰν τρελλὴ τὸν βλέπει·
    ἄχ! ἤτανε ἀκίνητος, νεκρὸς ἦταν μπροστά της!
    ……………………………………………………………….
    Ἕνα φίλημα δροσιὰ ἢ φλόγα ἀφήνει,
    πότε τὴ ζωὴ καὶ πότε χάρο δίνει.

    (https://el.wikisource.org/wiki/%CE%97_%CE%BC%CE%AC%CE%B3%CE%B9%CF%83%CF%83%CE%B1)

    -Ζωή Καρέλλη, «Το ταξίδι των μάγων»

    Έπρεπε νάμαστε τρεις.
    Αν δεν ήταν τόσο σκοτάδι,
    θα καταλάβαινα ίσως, γιατί
    έχω μείνει τόσο μονάχος.
    Πόσο έχω ξεχάσει.
    Πρέπει απ’ αρχής πάλι το ταξίδι
    ν’ αρχίσει.
    Πότε ξεκινήσαμε, τότε, οι τρεις;
    Ή μήπως, κάποτε, είχαμε ανταμώσει…
    Μαζύ πορευτήκαμε ένα διάστημα,
    όσο μας οδηγούσε άστρο λαμπρό.
    Αυτό άλλαξε την οδό ή εγώ
    τίποτα πια να δω δεν μπορώ;
    Πού βρίσκομαι τώρα, σε τέτοιον καιρό,
    σκληρό, ανένδοτο, δύσκολο,
    εγώ, ανήσυχος, βιαστικός.
    Μήπως κι’ η ώρα πλησίασε;
    Πού να το ξέρω!
    Πού είναι τα δώρα;
    είχαμε τότε τοιμάσει δώρα
    ήμερα, ήσυχα
    δώρα ημών των ταπεινών, χρυσόν
    λίβανον και σμύρναν άλλοτε
    με θαυμασμό κι’ ευλάβεια τού φέρναμε.
    Τώρα σ’ αυτόν τον καιρό
    σίδερο, κεραυνό και φωτιά.
    Ήμασταν τρεις,
    τώρα κανέναν άλλον δε βλέπω
    κι’ αισθάνομαι τα χέρια μου
    πότε άδεια, πότε βαριά.
    Βασιλείς τότε προς τον βασιλέα
    του κόσμου, τώρα κανείς
    δε βασιλεύει με βεβαιότητα.
    Σκοτάδι βαρύ. Ποιος μ’ οδηγεί;
    Δίχως συντροφιά,
    δίχως άστρο κανένα πηγαίνω.
    Μόνη προσφορά, η μεγάλη που γνωρίζω,
    συμφορά της στέρησής Του.
    Τι να προσφέρω σημάδι ευλάβειας
    κι’ υποταγής; Εμείς, άνθρωποι
    της παράφορης τούτης εποχής,
    τι μπορούμε, δικό μας, ευτυχείς
    να Του δώσουμε; Είναι ανάγκη
    να βρούμε την προσφορά.
    Τίποτα δεν προσφέρει της ψυχής μας
    ο τόσος αγώνας.
    Χρυσόν, λίβανον και σμύρναν
    άλλοτε, δώρα απλά.
    Μας παιδεύει η ασυμπλήρωτη προσφορά.
    Τώρα που πορεύομαι στο σκοτάδι,
    χωρίς τη χαρά των δώρων, μονάχος,
    δεν έχω παρά τον εαυτό μου να δώσω.
    Εν συντριβή βαδίζοντα.

    (https://www.catisart.gr/)

  2. Χρόνια πολλά, Γιάννη! Καλή χρονιά! Υγεία και χαρά!

    Νύχτα Μαγικιά, Δήμητρα Γαλάνη

    15. ΝΥΧΤΑ ΜΑΓΙΚΙΑ

    Νύχτα μαγικιά μια σκιά περνά
    σκέψου τώρα τη φωνή
    που σου ‘λεγε, ποτέ, ποτέ μαζί

    Βάδιζα σκυφτός, ήσουν ουρανός
    με των άστρων τη μουσική
    μου τραγουδάς, ποτέ, ποτέ μαζί

    Μάγισσα χλωμή, το στερνό σου φιλί
    ξεχασμένη μουσική
    μια μαχαιριά, ποτέ, ποτέ μαζί.

    ΓΙΑΝΝΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

    ***

    16.Η ΜΑΓΙΣΣΑ

    Το παιδί αιφνιδιάστηκε.
    Σήκωσε το ξανθό κεφάλι του
    Στο ταβάνι κ’ έκλεισε τα μάτια.
    Ένας κρουνός από χρυσά νομίσματα
    Πλημμύρισε το πάτωμα.
    Από το ανοιχτό παράθυρο
    Όρμησε η μάγισσα ουρλιάζοντας
    Καβάλα στη μυθική της σκούπα.

    Βάλθηκε να σκουπίζει τα νομίσματα
    Τα σώριασε σε μια γωνιά
    Θα σου πω ένα μυστικό λεει το παιδί.

    Άλλος ο χρυσός άνθρωπος
    Κι άλλος ο άνθρωπος με χρυσάφι.
    Ο πρώτος μπορεί να έχει μια καλή καρδιά
    Και ο δεύτερος μπορεί να έχει την τσέπη του γεμάτη
    απ τα νομίσματα αυτά.

    NIKOΣ ΣΠάΝΙΑΣ

    ***

    17. ΤΟ ΚΑΨΙΜΟ ΤΗΣ ΜΑΓΙΣΣΑΣ

    Στην αγορά στοιβάζουν τα ξερόκλαδα.
    Μια λόχμη απο σκιές είναι φτωχό πανωφόρι.
    Κατοικώ
    Το κέρινο ομοίωμα του εαυτού μου, ένα κορμί κούκλας.
    Η νόσος ξεκινά εδώ: είμαι ένας χάρτινος στόχος για μάγισσες.
    Μόνον ο διάβολος μπορεί να νικήσει το διάβολο.
    Στον μήνα των κόκκινων φύλλων, εγώ ανεβαίνω σε μια κλίνη από φωτιά.
    Είναι εύκολο να κατηγορήσεις το σκοτάδι: το στόμα μιας πόρτας,
    Την κοιλιά του κελαριού.
    Έσβησαν το πυροτέχνημά μου.
    Μια μαυροντυμένη κυρία με κρατά σ’ ένα κλουβί για παπαγάλους.
    Τι μεγάλα μάτια που έχουν οι νεκροί !
    Έχω στενές σχέσεις μ’ ένα μαλλιαρό πνεύμα.
    Καπνός περιστρέφεται από το ράμφος αυτού του άδειου λαγηνιού.
    Αν μείνω μικρή, δεν θα προξενήσω καμμιά βλάβη.
    Αν μείνω ακίνητη, δεν θ’ ανατρέψω τίποτα.
    Έτσι είπα,
    Καθισμένη κάτω απ’ το καπάκι, μικροσκοπική και αδρανής σαν κόκκος ρυζιού. Ανάβουν τα μάτια της κουζίνας, ένα , ένα.

    Είμαστε γεμάτοι άμυλο, οι μικροί λευκοί μου σύντροφοι.
    Μεγαλώνουμε. Πονάει στην αρχή.
    Οι κόκκινες γλώσσες θα διδάξουν την αλήθεια.
    Μητέρα των σκαθαριών, μόνο χαλάρωσε του χεριού σου το σφίξιμο:
    Θα πετάξω μέσα απ’ το στόμα του κεριού σαν άκαυστη πεταλούδα της νύχτας.
    Δώσε πίσω τη μορφή μου.
    Είμαι έτοιμη να ερμηνεύσω τις ημέρες
    Που ζευγάρωσα με τη σκόνη στη σκιά μιας πέτρας.
    Οι αστράγαλοί μου φωτίζονται.
    Λάμψη ανέρχεται στους μηρούς μου.
    Είμαι χαμένη, χαμένη, μέσα στις εσθήτες τέτοιου φωτός.

    Σύλβια Πλαθ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, Μετ: Κατερίνα Ηλιοπούλου, Ελένη Ηλιοπούλου, Κέδρος 2003

    Δέκα Μάγισσες- Γιάννης Σαββιδάκης

    18. Ο ΜΑΓΟΣ ΧΡΟΝΟΣ

    Είναι ο Μάιος της άνοιξης ο μήνας
    που τα λουλούδια σμίγει μαγικό
    να πλέξουνε στεφάνι. Εκείνο
    που ξορκίζοντας κάθε κακό θα ανταποδώσει
    βίον με τύχη ελπίδα και το χρυσό μας όνειρο
    αληθινό θα κάνει. Για να μας παρασύρουν
    χρώματα του μέλλοντος και ευωδιές, ώστε
    το αφανές ν’ αφήσουμε του βίου στην ελπίδα.

    Της άνοιξης και ο Απρίλιος που έχει
    το εξ’ ακανθών, πλεγμένο
    με της κάθε μέρας
    τα σαρκοβόρα θελκτικά φυτά.
    Με την ελπίδα σε φρικτήν ερημίαν
    και το πολύ αργά για κάτι.

    Ένα μαγιάτικο και ένα ακάνθινο στεφάνι
    με τη μεταξωτή λευκή κορδέλα του μαζί δεμένα
    μεταμορφώνονται μες στην εφήμερη ευτυχία μας
    και εναλλάσσονται.

    Μας επισκέπτεται ο χρόνος να διατάζει
    αλλαγές ενώ εμείς αντιστεκόμαστε
    να τον περιφρονούμε επιμένουμε
    βέβαιοι στο τέλος ότι θα ηττηθούμε.

    Ο μάγος χρόνος μεταμορφώνει
    τα αγκάθια σε λουλούδια και υπενθυμίζει.
    Αργά. Είναι πια αργά.
    Στης τύχης μας έρχεται τους γάμους
    τα στέφανα αλλάζει χωρίς
    να γνωρίζουμε ακόμη ποιο μας φόρεσε
    ή αν το μεταμόρφωσε.

    Γιώργος Γώτης, Χρονογραφία, 2007

    ***

    19. ΤΟ ΕΙΔΟΣ ΤΗΣ

    Βγήκα, δαιμονισμένη μάγισσα,
    στοιχειώνοντας τον μαύρο αέρα, πιο τολμηρή τη νύχτα
    Πετώ πάνω από σπίτια φτωχικά, σκέφτομαι το κακό,
    πάω από φως σε φως.
    Πλάσμα μοναχικό, δωδεκαδάχτυλο, τρελό.

    Μια τέτοια γυναίκα δεν είναι ακριβώς γυναίκα.
    Έχω υπάρξει ον του είδους της.
    Βρήκα τις ζεστές σπηλιές στο δάσος,
    τις γέμισα με κατσαρολικά, κουζινομάχαιρα και ράφια,
    ντουλάπια και μεταξωτά, αμέτρητα αγαθά.
    Μαγείρευα για τα σκουλήκια και τα ξωτικά.
    Γκρίνιαζα, έβαζα τα πάντα πάλι σε σειρά.

    Μια τέτοια γυναίκα την παρεξηγούν.
    Έχω υπάρξει ον του είδους της.
    Ανέβηκα στην άμαξά σου, οδηγέ,
    κούνησα τα γυμνά μου μπράτσα στα χωριά που προσπερνούσα,
    έμαθα όλες τις λαμπρές, ύστατες διαδρομές,
    επέζησα εκεί που οι φλόγες σου ακόμα γλύφουν τον μηρό μου,
    εκεί όπου περνούν οι ρόδες σου κι ακόμα σπάνε τα πλευρά μου.

    Μια τέτοια γυναίκα δεν ντρέπεται να πεθάνει.
    Έχω υπάρξει ον του είδους της.

    Αν Σέξτον, μετ: Δήμητρα Σταυρίδου

    ***

    20. ΤΑ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΑ ΚΑΙ ΟΙ ΜΑΓΟΙ

    Έρχεται κάποια νύχτα που τ’ αντικείμενα νεκρά
    δεν υπακούνε τους μάγους
    Κι αδιαφορούν και παραμένουν όπως τυχαία βρέθηκαν
    κάτω από τα μεγάλα τα παράθυρα, δίπλα στις πόρτες
    κόκκινα ή μαύρα δίχως ήχο στη σιωπή

    Και τα φωνάζουνε με εγγαστρίμυθες φωνές, με λαθεμένα
    ονόματα
    βάζοντας εκεί που δεν έπρεπε τον τονισμό, τα πνεύματα
    προσθέτοντας ακατάληπτες φράσεις ανάμεσα στα δόντια
    κινώντας τα δάχτυλα προς το κενό, τρέμοντας τη φωνή
    μπροστά σε άδεια καθίσματα

    Έπειτα απειλητικά κινούνται προς τις πλατείες
    Μάγοι πια δίχως κοινό
    που αυτοϋπνωτίζονται

    Τότε έξω βροχή ραΐζει το πρόσωπο της ξηρασίας.

    Γιώργος Χρονάς – Τα ποιήματα (1973-2008), «Τα μαύρα τακούνια», Οδός Πανός 2008

    Αρλέτα -Μάγισσες με ομπρέλες

    21. ΧΩΡΙΣ

    «Θα ζήσεις χωρίς»
    είπε η μάγισσα
    και μου έδωσε το φίλτρο

    «τα κοχύλια σου θα γίνουν χέρια για να γράφεις».

    «Μα χρειάζομαι τα χέρια για να αγγίζω
    μικρές μοβ ανεμώνες να χαϊδεύω
    τα μάτια του να ψηλαφώ
    τις σκιές στα βλέφαρα κουπιά
    το σώμα του να κολυμπώ».

    «Δεν κατάλαβες λοιπόν»
    είπε η μάγισσα
    και το πρόσωπό της ράγισε
    χίλιες μικρές ρυτίδες.

    «Τα χέρια σου θα γράφουν
    αυτά που ποτέ σου δεν θα αγγίξεις»

    Χλόη Κουτσουμπέλη, Η αλεπού και ο κόκκινος χορός, 2009

    ***

    22. REALITY IS MAGIC

    Βγαίνω στην Ιπποκράτους˙
    είναι κυλιόμενη κάτω από τα πόδια μου,
    είναι τόσο ανάλαφρη,
    που περιμένεις
    από στιγμή σε στιγμή
    ν’ αρχίσει να λικνίζεται
    και να τσιτώνεται σαν βασιλική κόμπρα
    από ένα φλάουτο που παίζει ένας δερβίσης
    απ’ την Άγνωστη Χώρα.

    Άκου, όχι τη χώρα της αδιαφορίας,
    αυτή είναι δική μας,
    των ανθρώπων.
    Άκου, από τη γη την Έρημη˙
    πες πως είναι ένα λουλούδι
    που φυτρώνει σε μια μαύρη τρύπα,
    πολύ μακριά,
    μακριά απ’ τα κόλπα των ανθρώπων.

    Γιώργος Φιλιππίδης, Γαλάζια Μηχανή, Καστανιώτης 1999

    ***

    23. OΠΩΣ ΤΟΥ ΓΚΑΙΤΕ ΟΙ ΜΑΓΙΣΣΕΣ ΚΙ ΕΓΩ

    Με τους παλιούς και σκοτεινούς μάγους (όπου μπορούσαν,
    με φίλτρα, σολομωνικές και με την αλχημεία,
    να ξέρουνε το κάθε τί, να ‘ναι παντού οπού θέλουν,
    να κάνουνε τ’ αδύνατα) — μοιάζουνε τα Βιβλία.

    Κάθε που πιω απ’ τα φίλτρα τους και μπω στη συντροφιά τους,
    του Χρόνου και της Έκτασης οι νόμοι σταματάνε,
    υψώνουμαι έξω απ’ τη Ζωή για μπαίνω μέσα σ’ όλα
    κ’ οι Αιώνες απ’ τα μάτια μου τα εκστατικά περνάνε.

    Μπορώ να παίρνω την ψυχή ανθρώπων πεθαμένων
    και την πικρή τους ή λαμπρή να ξαναζώ ιστορία,
    κάνω δική μου των λαών την άπειρη σοφία
    κι όταν σαλεύει μέσα μου της αλλαγής ο πόθος,
    όπως του Γκαίτε οι μάγισσες κ’ εγώ, καβαλικεύω
    ένα Βιβλίο — και στον πλατύ τον κόσμο ταξιδεύω.

    ΚΩΣΤΑΣ ΟΥΡΑΝΗΣ: ΠΟΙΗΜΑΤΑ

    Βασίλης Παπακωνσταντίνου – Μάγια

    24. ΤΑΧΥΔΑΚΤΥΛΟΥΡΓΟΣ

    Περνᾶμε τὶς μέρες μας
    θαμπωμένοι ἀπ΄ τὴ μαγεία-
    ἀποσβολωμένοι κοιτᾶμε
    τ’ ἀνεξήγητο.

    Δὲν τολμᾶμε, γιὰ μιὰ στιγμή,
    νὰ κοιτάξουμε πίσω ἀπ’ τὰ χέρια του·
    μὴ χαθεῖ ἡ μαγεία,
    μὴ τυχὸν καὶ φανερωθοῦν τὰ τρίκ…

    Ε. ΜΥΡΩΝΑΣ

    ***

    25. ΜΑΓΙΚΟΙ ή ΜΑΓΕΜΕΝΟΙ

    απαραίτητα
    εμείς που πλέουμε ανεξιχνίαστοι απ’ του εαυτού μας τις προσδοκίες
    έχουμε χρέος να δίνουμε το βαθύτερό μας σημαντικό
    ελεύθερο
    γυμνό
    και απροστάτευτο

    βορά στην αθεράπευτη τρυφερότητα
    στην θαλπωρή της λαγνείας
    με εκπνοή, από γρίλιες και στενά περάσματα

    είναι απαραίτητο
    να εξανεμίζουμε
    τέφρα ευχαρίστησης
    απαλή και παράλογη προς εξυπηρέτηση του ανάλαφρου ρούχου

    εμείς φίλε μου
    -εγώ με εσένα εαυτέ-
    είμαστε ικανοί να εκτοξευθούμε
    στα πέρατα της έκπτωτης απληστίας μας

    Κατερίνα Καραγιάννη

  3. CELINE DION: The Magic of Christmas Day

    -Γιόζεφ Μπρόντσκι, «24 Δεκεμβρίου 1971»

    “Τα Χριστούγεννα είμαστ’ όλοι μάγοι λίγο πολύ.
    Στα μπακάλικα χώνονται και σπρώχνουν.
    Χαλβά με γεύση καφέ ζητούν ένα κουτί,
    το ταμείο πολιορκούν, μαλώνουν,
    ένα πλήθος φορτωμένο πακέτα χιλιάδες
    είναι μαζί και γκαμήλες και βασιλιάδες.
    Δίχτυα, τσάντες, χαρτοσακούλες και ό, τι άλλο,
    Καπέλα, γραβάτες, στραβά φορεμένα.
    Μυρωδιά από βότκα, ρετσίνι, μπακαλιάρο,
    μανταρίνια και μήλα με κανέλα φτιαγμένα.
    Χάος προσώπων, κλειστοί είναι οι δρόμοι
    προς τη Βηθλεέμ, φραγμένοι από χιόνι.
    Κι οι φέροντες φτωχικά δώρα
    στα λεωφορεία πηδούν, τσακίζονται στην πόρτα
    την κλειστή/ χάνονται σε λάκκους στις αυλές
    κι ας ξέρουν τώρα πια πως η φάτνη είναι αδειανή:
    ούτε ζώα ούτε παχνί ούτ’ Εκείνη
    που χρυσό ένα φωτοστέφανο τη ντύνει.
    Άδειο. Όμως να τη σκεφτείς φτάνει
    και βλέπεις ξαφνικά φως απ’ το πουθενά.
    Να ’ξερε ο Ηρώδης πως όσο η δύναμή του αυξάνει
    τόσο πιο αληθινό, πιο αναπόφευκτο το θαύμα θα ξεσπά.
    Ο αδιάλειπτος αυτός δεσμός
    είναι των Χριστουγέννων ο βασικός μηχανισμός.
    Κι αυτό γιορτάζουν σήμερα παντού
    κι όπως πλησιάζει η Εορτή
    ενώνουν τα τραπέζια. Δεν απαιτούν
    ακόμα τα’ άστρο, αλλά η θέληση η αγαθή
    φαίνεται στους ανθρώπους από μακριά
    κι οι ποιμένες συδαυλίζουν τη φωτιά.
    Το χιόνι πέφτει, δεν καπνίζουν, σαλπίζουν
    στη στέγη οι καμινάδες. Τα πρόσωπα ένας λεκές όλα.
    Ο Ηρώδης πίνει. Οι γυναίκες τα μωρά τους κρύβουν.
    Ποιος θα ‘ρθει; Κανείς δεν ξέρει τώρα:
    το σημάδι δεν μας το ‘παν κι οι καρδιές μας ίσως
    τον νιόφερτο να μην αναγνωρίσουν.
    Όμως όταν στο κατώφλι διασκορπά
    της νύχτας την ομίχλη την πυκνή το ρεύμα,
    μια μορφή αναδύεται που πέπλο φορά
    με το Βρέφος και το Άγιο Πνεύμα,
    τη νιώθεις, δεν ντρέπεσαι, το μέσα σου χαίρει,
    κοιτάς τον ουρανό και βλέπεις τ’ αστέρι.”

    (Γιόζεφ Μπρόντσκι, Τα ποιήματα της Θείας Γέννησης, Καστανιώτης)

  4. Χριστίνα – Ο Μάγος, 1973

    26. ΤΑ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΑ ΚΑΙ ΟΙ ΜΑΓΟΙ

    Έρχεται κάποια νύχτα που τ’ αντικείμενα νεκρά
    δεν υπακούνε τους μάγους
    Κι αδιαφορούν και παραμένουν όπως τυχαία βρέθηκαν
    κάτω από τα μεγάλα τα παράθυρα, δίπλα στις πόρτες
    κόκκινα ή μαύρα δίχως ήχο στη σιωπή

    Και τα φωνάζουνε με εγγαστρίμυθες φωνές, με λαθεμένα
    ονόματα
    βάζοντας εκεί που δεν έπρεπε τον τονισμό, τα πνεύματα
    προσθέτοντας ακατάληπτες φράσεις ανάμεσα στα δόντια
    κινώντας τα δάχτυλα προς το κενό, τρέμοντας τη φωνή
    μπροστά σε άδεια καθίσματα

    Έπειτα απειλητικά κινούνται προς τις πλατείες
    Μάγοι πια δίχως κοινό
    που αυτοϋπνωτίζονται

    Τότε έξω βροχή ραΐζει το πρόσωπο της ξηρασίας.

    Γιώργος Χρονάς «Τα μαύρα τακούνια», Τα ποιήματα (1973-2008)», εκδ. Οδός Πανός 2008

    ***

    27. Ο ΜΑΓΟΣ

    Ο μάγος φυσάει τη φλογέρα του
    κόντρα στον άνεμο
    που διαχέεται απ’ τις οπές της
    σαν ένα αόρατο μουσικό σιντριβάνι

    Βρέχει μια μαύρη συγχώρεση
    στον κήπο της Γεσθημανής και
    στις Μητροπόλεις της Ευρώπης χιονίζει,
    κινέζικα χαρτάκια τύχης

    Ο χάρος κάποτε θα βαρεθεί
    να βάφει τα μαλλιά του,
    αυτό το χιλιάδων χρόνων,
    αμούστακο παιδί

    ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΣ, «Ο Αρχίλοχος έπεσε από τη Σελήνη με αλεξίπτωτο στην πόλη», Εκδόσεις Οδός Πανός, Αθήνα 2018

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΡΩΜΑΝΟΣ, Το τραγούδι του μάγου

    28. Η ΜΑΥΡΗ ΜΑΓΕΙΑ

    Μια γυναίκα που γράφει νιώθει πάρα πολλά,
    τους εκστασιασμούς εκείνους και τους οιωνούς!
    Σαν να μην έφταναν
    οι κύκλοι και τα παιδιά και τα νησιά,
    οι θρηνωδοί και τα κουτσομπολιά
    και τα λαχανικά σαν μην έφταναν καθόλου.

    Νομίζει πως μπορεί να προειδοποιήσει τ’ άστρα.
    Μια συγγραφέας είναι πρωτίστως κατάσκοπος.
    Γλυκιά μου αγάπη, είμαι αυτό το κορίτσι.
    Ένας άντρας που γράφει ξέρει πάρα πολλά.
    τι μάγια, τι φετίχ!
    Σαν να μην έφταναν οι στύσεις, τα συνέδρια και τ’ αγαθά,
    οι μηχανές και τα γαλόνια
    και οι πόλεμοι σαν να μην έφταναν καθόλου.

    Μ’ έπιπλα από δεύτερο χέρι φτιάχνει ένα δέντρο.
    Ένας συγγραφέας είναι πρωτίστως κάθαρμα.
    Γλυκιά μου αγάπη, είσαι αυτός ο άντρας.
    Δίχως ν’ αγαπάμε τον εαυτό μας,
    μισώντας τα παπούτσια μας, και τα καπέλα μας ακόμη,
    αγαπάμε ο ένας τον άλλον, μονάκριβα, μονάκριβα.
    Τα χέρια μας είναι γαλάζια κι απαλά.
    Τα μάτια μας είναι γεμάτα τρομακτικές εξομολογήσεις.

    Αλλά όταν παντρευόμαστε
    τα παιδιά φεύγουν αηδιασμένα.
    Υπάρχει πάρα πολύ φαγητό και κανείς δεν απόμεινε
    για να καταφάει όλη αυτή την αλλόκοτη αφθονία.

    ΑΝ ΣΕΞΤΟΝ, Μετ: Ευτυχία Παναγιώτου, Μελάνι

    Σωκράτης Μάλαμας – Ο Μάγος

    29. ΜΑΓΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ

    Αύγουστος Κυριακή η Ελλάδα πλάι στη θάλασσα:
    ήλιος δροσιά πεύκα φαΐ κρασί κι αγάπη.
    Στο πικάπ
    έπαιζε ασταμάτητα
    του Τσιτσάνη η «Συννεφιασμένη Κυριακή»
    Και κανείς δεν είπε ν’ αλλάξει ο δίσκος…

    ΘΩΜΑΣ ΓΚΟΡΠΑΣ, ΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΟ ΜΕΛΛΟΝ

    ***

    30. ΜΑΓΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ

    Άνοιξες την πόρτα και μετά
    άλλη κι άλλη και βρέθηκες
    στη μέση του μεγάλου τσίρκου
    στο κλουβί με τα λιοντάρια.
    Είπες: Θε μου, τι γυρεύω εδώ;
    Εγώ πήγαινα στην τουαλέτα.

    Γιάννης Κοντός, Το χρονόμετρο, Κέδρος, 1972

    Ήρθε ένας μάγος – Αλκίνοος Ιωαννίδης

    31. ΗΡΘΕ ΕΝΑΣ ΜΑΓΟΣ

    Ήρθε ένας μάγος που έβγαζε ήλιους απ’ τα μανίκια
    κι απ’ το καπέλο του έπεφταν νησιά
    έκλεισε μες στη χούφτα σου θαλασσινά χαλίκια
    άνοιξες και πέταξαν πουλιά

    Κι έγινα κι εγώ ένα λαμπάκι πάνω απ’ την υδρόγειο
    φεγγάρι να βουτήξω στη Μεσόγειο

    Ύστερα ο μάγος έσπασε δυο γυάλινα ποτήρια
    κι έφτιαξε από τα θρύψαλα νερό
    θα κόβεσαι είπε αν μόνη σου το ακουμπάς στα χείλια
    θα ξεδιψάς αν πίνετε κι οι δυο

    Κι έγινα κι εγώ ένα λαμπάκι πάνω απ’ την υδρόγειο
    φεγγάρι να βουτήξω στη Μεσόγειο

    ΝΙΚΟΣ ΖΟΥΔΙΑΡΗΣ

    Carlos Santana – Black Magic Woman

    32. ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΜΑΓΕΙΑ

    Το φεγγάρι κοκκινίζει
    ψύχρα διαπερνάει τη νύχτα κυματιστή

    Στον ουρανό
    αχτίδες κρυστάλλων μαγικές

    Ένα ποίημα
    τον ποιητή επισκέπτεται

    Ήρεμος θεός
    ύπνο δωρίζει
    κορυδαλλός χαμένος
    τραγουδάει στ’ όνειρο
    μαζί με ψάρια
    γιατί το θέλει το έθιμο
    μια τέτοια νύχτα
    τ’ αδύνατα να κάνεις

    ROSE AUSLÄNDER, Μετ: Γιώργος Κεντρωτής.

    ΜΑΓΙΣΣΑ ΜΟΙΡΑ-ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΜΟΥΤΣΑΤΣΟΥ

    33. ΣΤΟ ΜΑΓΕΜΕΝΟ ΔΑΣΟΣ

    Στο θρό και στον τρεχάμενον ίσκιον κοιμάται μέσα,
    κι όταν πουλιά χαμένα της μασούν τα δαχτυλίδια,
    λόγον κοράλι, σκοτεινόν, τότε ανασαίνει αιφνίδια,
    μες στο παλάτι, ένα παλάτι ρόδο, η πριγκιπέσσα.

    Μηδέ που ακούει τις στάλες, μες στο πέσιμό τους, πέρα
    το ηχερό πλούτος του άφαντου καιρού όλο να κενώνουν·
    μηδέ που ακούει, απ’ το άστατο δάσος, οι αυλοί να λιώνουν
    τ’ αγέρι, που τρυπά ο σερτός αγερμός απ’ το κέρας.

    Μες στους ηχούς του το εωθινόν ο ύπνος ξανά να παίρνει
    άφες, ω η όλο πιότερο, και συ, όμοια η κληματίδα
    που τα θαμμένα μάτια σου τα κρούει, κι ανεμοσέρνει!

    Τόσο στο μάγουλό σου πλάι το ρόδο έχει απαυδήσει!
    Το χάρμα τούτο της πτυχής ποιος μελετά να λύσει
    μυστικά ενόσω γεύεται την πεσούμενη αχτίδα!

    PAUL VALÉRY, Μετάφραση: Τέλλος Άγρας.

    ***

    34. ΡΟΗ. Η ΜΑΓΙΚΗ ΣΟΥ ΛΕΞΗ

    Ροή. Η μαγική σου λέξη.
    Όλη η κατάληξη των σκέψεών σου
    και η πηγή των συναισθημάτων σου.
    Δεν τη φυλάς κάτω απ’ τη γλώσσα,
    τη μοιράζει η καρδιά σου.

    Η ζωή είναι, λες, ροή.
    Ποια είναι όμως η δική μου η ροή;
    Θα σμίξουν τα ποτάμια μας;

    –Τα ρυάκια από καιρό έχουν πεθάνει–
    Μην αφήνεις τη ζωή να σε παρασύρει.
    Έχεις δική σου.
    Ό,τι θες!

    Ιωάννα Λιούτσια, Συνομιλίες σε Μη+ (2013) [Ενότητα Τα δεκατρία γράμματα του πάθους]

  5. *Μια Πόλη Μαγική √ Μάνος Χατζιδάκις √ Βασίλης Λέκκας

    -Μάνος Χατζιδάκις, «Μαγική πόλη»

    Μια πόλη μαγική
    ζούμε μαζί οι δυο αγαπημένοι
    μια πόλη σαν κι αυτή
    πεθαίνει, ζει
    κι αλλάζει μαγεμένη.

    Σαν πέσει η σκοτεινιά
    η αναπνοή μου
    θα σμίξει με τ’ αγέρι
    τότες η πόλη θα φανεί
    μονάχη ερημική
    σαν τ’ ακριβό μου αστέρι.

    -Μηλίτσας Πιέτρη Αυγούστου, «Η μαγεία της σιωπής»

    Μια σιωπηλή νύχτα
    χορεύει με ελαφρά βήματα,
    σε ατέλειωτα όνειρα και αναμνήσεις.
    Μια σιωπή απλώνεται
    σαν θάλασσα γύρω μου,
    με παρασύρει σε αυτοσυγκέντρωση
    και προσευχή.

    Σκόρπια φύλλα και άνθη λεμονιάς
    τυλίγουν σαν πούπουλο το σώμα μου.
    Απολαμβάνω τη στιγμή.
    Απολαμβάνω το παρόν.
    Υπάρχω, σωπαίνω, αναπολώ,
    επιστρέφω στον ομφάλιο λώρο
    της μητέρας μου.
    Αναζητώ τη ζεστασιά,
    της μήτρας και της σιωπής.

    Δραπετεύω, χάνομαι,
    στην απεραντοσύνη της μοναξιάς.
    Η αφή, άγγιγμα, χάδι,
    στου παρελθόντος τα όνειρα,
    τραγούδι ερωτικό,
    υπό τον ήχο ενός φωνόγραφου.
    Έτσι είναι η ζωή, στιγμές.

    Απόψε θα ντυθώ,
    τον μανδύα της αυτογνωσίας..
    Εγώ και ο ήχος της φωνής μου.
    Οι κτύποι της καρδιάς μου,
    οι Άγιες μορφές των Πατέρων,
    το άγγιγμα της νύχτας,
    με Ουράνιο ένδυμα,
    ο πόνος της νοσταλγίας
    και της βαθιάς πληγής.

    Μέσα από τη σιωπή,
    γεννιέται ένας κόσμος μαγικός,
    η μνήμη ανοίγει οπές,
    σε Ουράνια στρώματα,
    αφυπνίζει συναισθήματα
    από καιρό νεκρωμένα.
    Τα πρόσωπα, αχνές φιγούρες,
    στο παγωμένο τζάμι,
    στριφογυρίζουν σαν μαριονέτες
    σε κύκλο ζωής, σε κύκλο θανάτου,
    σ’ ένα κύκλο διαψευσμένων ελπίδων.

    Οι λέξεις πληγώνουν, αιμορραγούν,
    η σιωπή επουλώνει πληγές,
    απλώνει ένα πέπλο,
    να καλύψει τα τραύματα.
    Μια αιωνιότητα σιωπηλή,
    Στη γαλήνη της νύχτας.

    (http://fractalart.gr/i-mageia-tis-siwpis/)

    -Αργύρης Χιόνης, «Παρά ένα δώδεκα μαγικά παραμύθια»
    (Αποσπάσματα)

    (ΙΙ)
    Η βροχή κρύωνε έξω, στο δρόμο. Χτυπούσε το τζάμι και φώναζε, κρυώνω. Ήτανε, πράγματι, χειμώνας.
    Το τζάμι τη λυπήθηκε, της άνοιξε, την έβαλε μες στο δωμάτιο.
    Ο άνθρωπος έγινε έξω φρενών. Είσαι τρελό, του φώναξε, πού ξανακούστηκε να μπαίνει η βροχή μες στο δωμάτιο; Είσαι τρελό.
    Μα είναι βροχή δωματίου, είπε ήρεμα το τζάμι, δεν ακούς τι ωραία που ηχεί πάνω στο πάτωμα, πάνω στο τραπέζι, πάνω στο μέτωπό σου; Είναι βροχή δωματίου.

    Χ
    Έπιανε το μολύβι να γράψει τις σκέψεις του. Το μολύβι
    χόρευε σαν τρελό ανάμεσα στα δάχτυλά του, το χαρτί
    αρνιόταν να λεκιαστεί, έδιωχνε από πάνω του ό,τι αυτός,
    με χίλια βάσανα, κατάφερνε να γράψει.

    Γράφω το κενό, έλεγε απελπισμένος, γράφω το κενό κι
    είμαι τόσο γεμάτος.
    Χα χα, κάγχαζε το μολύβι,
    χα χα, κάγχαζε το χαρτί,
    χα χα, τόσο γεμάτος.

    Θεέ μου, τι είν’ αυτή η έρημος, έλεγε απελπισμένος, τι
    είν’ αυτή η άσπρη έρημος.
    Δεν είμαι έρημος, έλεγε το χαρτί, είμ’ ένα φύλλο
    άσπρο χαρτί, αλλά δε θέλω να με κατοικίσουν οι σκέψεις σου.

    (ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ, Λεκτικά τοπία)

    -Sadahzinia, «Η νεκρή μάγισσα»

    Ήτανε μια φορά κι έναν καιρό σε μια παράξενη, αλλιώτικη χώρα,
    μια μάγισσα φτιαγμένη από κοράκου φτερό
    κι από τη λάσπη που άφησε πίσω μια μπόρα.
    Πήρε ένα δρόμο, λοιπόν, κάποιο πρωί βροχερό
    κι εκεί που πήγαινε, βρήκε ένα νιο μορφονιό με καμπόσο νιονιό
    κι έτσι για να περνά την ώρα τού έκανε ξόρκι μαγικό
    να λέει ό,τι έχει στην ψυχή δίχως ζόρι και στανιό.
    Λίγο πιο `κει και παρά πέρα βρήκε άλλο νιο (εξίσου μορφονιό)
    που είχε τη μύτη του μικρή και μία χαίτη για μαλλί.
    Πήρε απόφαση γι’ αυτό να κάνει κι άλλο μαγικό:
    να παίζει ο νέος μουσική και να `χει κούτρα καραφλή.
    Δρόμο πήραν, δρόμο αφήσαν κι ύστερα ανταμωθήκαν
    σ’ ένα ξέφωτο γυμνό από δέντρα και νερό
    δυο μαγεμένα σερνικά που από τα μάγια της δεθήκαν
    και ως την αυγή την βγάλανε με της φωτιάς τραγούδι και χορό.

    Και έγιναν όλα μουσική και κάθε εικόνα έγινε ρίμα,
    ήταν η μάγισσα εκεί κι όλα ήταν πρίμα.
    Και στης αρχής τη σιγαλιά τα ξόρκια δέσανε σαν ποίημα,
    μας είχε η μάγισσα αγκαλιά κι ήτανε σύρμα.

    Έτσι περνούσε ο καιρός, οι μέρες, τα λεπτά, τα χρόνια,
    τα μάγια ρίζωσαν στο κορμί τους, μα κάτιτι πήγε στραβά.
    Ο ένας μορφονιός πήρε κιλά παραπανίσια και του αρέσαν τα καψώνια
    και του αλλουνού το μερτικό να πίνει και να χάνει τον χαβά.
    Όλα καλά και μαγικά, τις παρενέργειες συνηθίσαν
    με μια κιθάρα και κρασί, χαρτί λευκό και ό,τι να `ναι
    παίζαν τις νύχτες μουσική, κι ούτε τις μέρες σταματήσαν.
    Νυσταγμένοι μια φορά κάναν μια στάση για να φάνε,
    μα ήταν τα ξόρκια αυστηρά και τραγουδούσανε συγχρόνως.
    Άκουσε η μάγισσα η τρελή κι ήρθε πετώντας με ένα παράξενο φλασκί
    γεμάτο με ζουμί να πιούν κι όλα τα μάγια να λυθούν δεόντως.
    Αλλά απ’ το κέφι της αυτή το ήπιε όλο, και τώρα η μάγισσα είναι νεκρή.

    Δεν είναι αλήθεια, δεν μπορεί, δε μας χωράει αυτή η χώρα.
    Είναι η μάγισσα νεκρή, άρχισε η μπόρα.
    Και μέχρι να `ρθει το πρωί, τι κάνουμε αδερφέ μου τώρα,
    που ’ναι η μάγισσα νεκρή, βρήκε την ώρα…

    Την άφησαν λοιπόν εκεί, μαρμαρωμένη και νεκρή
    και φτιάξανε από κοινού ένα τραγούδι και γι’ αυτή να την τιμήσουν.
    Βάλαν τα ρούχα τους τα γκρι, ρίξανε δάκρυ πολύ,
    ώσπου να καταλάβουν ότι τα μάγια σ’ ένα άλλο κόσμο θα τους κλείσουν.
    Ψάξαν παντού, κάθε εικόνα φτιάχναν ρίμα
    και την αλήθεια μου να πω παιδευτήκαν για καιρό,
    όμως τα μάγια δε λυθήκαν κι είναι κρίμα.
    Αυτή η μάγισσα η νεκρή δεν είχε όσιο και ιερό.

    Τώρα για χρόνια και καιρούς θα βολοδέρνουμε κι οι δύο
    κι ο μαγεμένος μας ο νους θα ψάχνει αντίο.
    Μα είναι τα ξόρκια δυνατά κι ας τρεμοσβήνει το κερί,
    έχει τα μάτια ανοιχτά, μα είναι νεκρή.

    (http://www.stixoi.info/stixoi.php?info=Lyrics&act=details&song_id=45729)

    -Jacques Prevert, «Το μαγικό λυχνάρι του Πικάσο»

    Όλα τα μάτια μιας γυναίκας στον ίδιο πίνακα
    Τα χαρακτηριστικά της αγαπημένης που η μοίρα χτύπησε
    κάτω απ’ τα ακίνητα λουλούδια μιας φτηνής ταπετσαρίας
    Το άσπρο χορτάρι του φονικού σε δάσος από καρέκλες
    Ένας ζητιάνος από χαρτόνι ξεκοιλιασμένος πάνω σ’ένα μαρμάρινο τραπέζι
    Οι στάχτες ενός πούρου πάνω στην αποβάθρα κάποιου σταθμού

    Το πορτραίτο ενός πορτραίτου
    Το μυστήριο ενός παιδιού
    Η αναντίρρητη λαμπρότητα ενός πάγκου μαγειρείου
    Η άμεση ομορφιά ενός κουρελιού που παρασύρεται απ’ τον άνεμο
    Ο τρελλός τρόμος της παγίδας στο βλέμμα του πουλιού
    Το παράλογο χλιμίντρισμα ενός αλόγου ασυνάρτητου
    Η ανυπόφορη μουσική των μουλαριών με τα κουδούνια
    Ο ταύρος που σκοτώνεται στεφανωμένος με καπέλλα
    Η πάντα διαφορετική γάμπα μιας κοκκινομάλλας που κοιμάται
    και το πελώριο αυτί των πιο μικρών καημών της

    Το αεικίνητο που εξαπατήθηκε απ’ το χέρι
    Η χαρά της κάθε μέρας και η αβεβαιότητα του θανάτου
    και το σίδερο του έρωτα στην πληγή ενός χαμόγελου
    Το πιο μακρινό αστέρι του πιο ταπεινού σκύλου
    και αλατισμένη σ’ένα τζάμι η γλυκειά γεύση του ψωμιού
    Η γραμμή της τύχης που χάθηκε και ξαναβρέθηκε τσακισμένη
    και ανορθωμένη στολισμένη με τα κουρέλια της αναγκαιότητας
    Η εκκωφαντική εμφάνιση μιας σταφίδας απ’ τη Μάλαγα
    σε μια πουτίγκα ρυζιού

    Ένας άντρας σε μια τρώγλη πληκτική με κόκκινες ανταύγειες
    η νοσταλγία
    και η εκτυφλωτική λάμψη ενός πατώματος από κεριά
    Ένα παράθυρο πάνω στη θάλασσα ανοιχτό σα στρείδι
    το ξυλοπάπουτσο ενός αλόγου και το γυμνό πόδι μιας ομπρέλλας
    Η απαράμιλλη χάρη μιας τρυγόνας ολομόναχης
    μέσα σε σπίτι παγωμένο
    Το νεκρό βάρος ενός εκκρεμούς και οι χαμένες του στιγμές
    Ο υπνοβάτης ήλιος που απότομα μέσα στη νύχτα ξυπνάει την κοιμισμένηκαι ξάφνου έκπληκτη Ομορφιά ρίχνει στους ώμους της ένα πανωφόρι καμινάδας και την παρασύρει μες στο σκοτάδι καπνού καλυμμένου με το λευκό της Ισπανίας, ντυμένου με χαρτιά κολλαριστά

    Και τόσα ακόμα
    Μια κιθάρα από ξύλο πράσινο που νανουρίζει την παιδική ηλικία της τέχνης
    Ένα εισιτήριο τραίνου με όλες του τις αποσκευές
    Το χέρι που μετατοπίζει ένα πρόσωπο που σκίζει το πρόσωπο ενός τοπίου
    Ο σκίουρος που ξεπετάχτηκε απότομα
    απρόσμενα από μια θήκη μπουκαλιών
    ή ένα μουσικό κουτί σαν πανοπλία πράσινων μακρόβιων και φαλλικών φυτών
    και τον χαϊδεύει μια γυμνή νέα κοπέλλα
    υπέροχη χαμογελαστή και άσεμνη
    που κι αυτή ξεπετάχτηκε απότομα από μια σάπια θήκη
    ενός νοσταλγικού ακαδημαϊκού φοίνικα απελπιστικά γέρου
    κι ωραίου σαν κάτι αρχαίο

    Και οι καμπάνες με ψαθάκι πρωινό να ραγίζουν από τις κραυγές
    μιας απογευματινής εφημερίδας
    Οι τρομερές δαγκάνες ενός κάβουρα που ξεπροβάλλουν κάτω απ’ το καλάθι
    Το τελευταίο λουλούδι ενός δέντρου με τις δυο σταγόνες νερού ενός κατάδικου
    Και η νύφη πανέμορφη μόνη και απαρνημένη
    σ’ένα κρεββάτι βαθύ κόκκινο της ζήλειας
    απ’ το χλωμό τον τρόμο των πρώτων της συζύγων

    Κι έπειτα σε κήπο χειμωνιάτικο στη ράχη ενός θρόνου
    μια γάτα τρομαγμένη με τα μουστάκια της ουράς της
    στα ρουθούνια κάποιου βασιλιά

    Και στο πέτρινο πρόσωπο μιας γριάς καθισμένης δίπλα σ’ ένα καλάθι από λυγαριά ο σβησμένος ασβέστης ενός βλέμματος

    Και συσπασμένα πάνω στο φρέσκο μίνιο του κιγκλιδώματος ενός κάτασπρου φάρου μελανιασμένα από την παγωνιά τα δυο χέρια ενός περιπλανώμενου Αρλεκίνου που κοιτάει τη θάλασσα και τα μεγάλα της τα άλογα που αποκοιμιούνται μέσα στη δύση κι έπειτα πάλι ξυπνούν με ρουθούνια αφρισμένα μάτια που φωσφορίζουν ξετρελλαμένα από τη λάμψη του φάρου και τα ανυπόφορα περιστρεφόμενα φώτα του
    Κι ένας καλοψημένος κορυδαλλός στο στόμα ενός ζητιάνου

    Μια άρρωστη κοπέλλα τρελλή, σ’ένα δημόσιο κήπο, που, χαμογελώντας μ’ένα μηχανικό χαμόγελο σα σκίσιμο και λικνίζοντας στην αγκαλιά της ένα παιδί ληθαργικό χαράζει στο χώμα με το γυμνό βρώμικο πόδι της τη σιλουέτα του πατέρα, το χαμένο του πρόσωπο, ενώ παρουσιάζει στους περαστικούς το νεογέννητο της, φτιαγμένο από κουρέλια,
    Κοιτάξτε λοιπόν τον ωραίο μου γιο,
    Κοιτάξτε λοιπόν την ωραία μου κόρη,
    το θαύμα των θαυμάτων μου, το νόθο μου παιδί, από τη μια είναι αγόρι ενώ απ’ την άλλη είναι κορίτσι,
    κάθε πρωί το αγόρι κλαίει και κάθε βράδυ παρηγορώ το κορίτσι
    και τα κουρδίζω όπως τα ρολόγια

    Κι ακόμα ο φύλακας της λεωφόρου γοητευμένος από το λυκόφως
    Η ζωή μιας αράχνης που κρέμεται από έναν ιστό
    Η αϋπνία μιας κούκλας με σπασμένο μηχανισμό και τα μεγάλα της μάτια ορθάνοιχτα για πάντα
    Ο θάνατος ενός λευκού αλόγου τα νιάτα ενός σπουργίτη
    Η πόρτα ενός σχολείου στην οδό Πον ντε Λοντί
    Και οι μεγάλοι Αυγουστίνοι παλουκωμένοι στα κάγκελα ενός σπιτιού σ’ένα μικρό δρομάκι που έχουν το όνομα του
    Όλοι οι ψαράδες της Αντίμπ γύρω από ένα μόνο ψάρι

    Η βία ενός αυγού και η θλίψη ενός στρατιώτη
    Η έμμονη παρουσία ενός κλειδιού κρυμμένου κάτω από το χαλάκι κάποιας πόρτας
    και η γραμμή του στόχου και η γραμμή του θανάτου
    στο παχουλό και αυταρχικό χέρι ενός ομοιώματος ανθρώπου παχύσαρκου που παραληρώντας κρύβει με φροντίδα πίσω από τις σημαίες και τους εσταυρωμένους που θεαματικά στολίζουν το μεγάλο νεκρώσιμο μπαλκόνι του μουσείου του τρόμου και των πολεμικών τιμών
    κρύβει το ζωντανό γελοίο άγαλμα των μικρών κοντών ποδιών του του ασύμμετρου θώρακα
    αλλά παρά το ωραίο του χαμόγελο το μεγαλειώδες και μεγαλόψυχο δεν καταφέρνει να κρύψει τα ανίατα κι αξιολύπητα ίχνη του φόβου της ανίας του μίσους και της μαλακίας τα χαραγμένα στη μάσκα του από κρέας υπόξανθο χλωμό σαν τα άσεμνα συνθήματα της μεγαλομανίας που οι αξιοθρήνητοι βασανιστές της νέας τάξης χαράζουν στα ουρητήρια της νύχτας

    Και πίσω του στη θήκη ενός μισάνοιχτου διπλωματικού σάκκου
    το απλούστατο πτώμα ενός φτωχού χωρικού που χτυπήθηκε στο χωράφι του με ράβδους χρυσού από αναμάρτητους χρηματιστές
    Και παραδίπλα σ’ένα τραπέζι μια ανοιχτή χειροβομβίδα και μέσα της
    μια πόλη ολάκερη
    Κι όλος ο πόνος αυτής της γκρεμισμένης και ματωμένης πόλης
    σε χρώμα άσπρο

    Κι ολόκληρη η πολιτοφυλακή να περιστρέφεται γύρω από το φορείο
    όπου ακόμα ονειρεύεται ένας νεκρός τσιγγάνος
    κι όλος ο θυμός ενός λαού ερωτευμένου
    εργατικού ανέμελου και γοητευτικού
    να ξεσπάει απότομα
    σαν την κόκκινη κραυγή ενός κόκκορα που σφάχτηκε δημόσια
    Και το ηλιακό φάσμα των χαμηλόμισθων που υψώνεται αιμόφυρτο πάνω απ’ τη ματωμένη είσοδο ενός εργατικού σπιτιού κρατώντας στ’ακροδάχτυλα, φτωχό φως της αθλιότητας, μια λάμπα ματωμένη απ’ τη Γκουέρνικα κι αποκαλύπτει καταμεσής της μέρας με το σκληρό αληθινό του φως τις ανυπόφορες ψεύτικες αποχρώσεις ενός ξεθωριασμένου κόσμου
    χρησιμοποιημένου μέχρι το τέρμα και αδειανού ως το μεδούλι
    Ενός κόσμου επί ποδός
    Ενός κόσμου καταδικασμένου
    και ήδη ξεχασμένου
    Πνιγμένου απανθρακωμένου απ’ τις χίλιες φωτιές
    του νερού ενός μικρού ποταμού λαϊκού
    όπου το αίμα του λαού τρέχει ακούραστα ανεξάρτητα
    στις αρτηρίες και τις φλέβες της γης και στις αρτηρίες και τις φλέβες των γνήσιων παιδιών της
    και ζωγραφισμένο απλά σ’ένα άγραφο χαρτί
    το πρόσωπο οποιουδήποτε παιδιού

    Το πρόσωπο του Αντρέ Μπρετόν το πρόσωπο του Πολ Ελυάρ
    το πρόσωπο του αμαξά που πρόβαλε στο δρόμο
    Η λάμψη που ξεχύνεται καθώς κλείνει το μάτι του ο ανθοπώλης
    Το διάσπαρτο χαμόγελο ενός γλύπτη που φτιάχνει κάστανα γλυπτά
    και σκαλισμένο στο γύψο ένα γύψινο πρόβατο σγουρό
    που βελάζει την αλήθεια στα χέρια ενός γύψινου βοσκού όρθιου δίπλα σ’ένα σίδερο ρούχων
    Δίπλα σ’ένα άδειο κουτί πούρων
    Δίπλα σ’ένα μολύβι ξεχασμένο
    Δίπλα στις Μεταμορφώσεις του Οβίδιου
    Δίπλα σ’ένα κορδόνι παπουτσιών
    Δίπλα σε μια πολυθρόνα με κομμένα τα πόδια απ’ την κούραση των χρόνων
    Δίπλα σ’ ένα πόμολο
    Δίπλα σε μια νεκρή φύση όπου τα παιδικά όνειρα μιας νοικοκυράς
    ψυχορραγούν στην κρύα πέτρα του νεροχύτη σαν ψάρια που ασφυκτιούν και σκάνε
    στα αναμμένα κάρβουνα

    Και το σπίτι να κουνιέται συθέμελα απ’ τις καημένες κραυγές του νεκρού ψαριού της νοικοκυράς που ξαφνικά με απελπισία ναυαγεί και ανασηκώνεται από τα βάθη του πατώματος για να αγκυροβολήσει αξιολύπητα στον κήπο του Βερ Γκαλάν στις όχθες του Σηκουάνα
    Κι εκεί παραλυμένη σ’ένα παγκάκι
    Λογαριάζει
    Και δε βλέπει τον εαυτό της αθώο διεφθαρμένο απ’ τις αναμνήσεις
    και θερισμένο σα στάχυ
    Ένας χώρος της απομένει ένα υπνοδωμάτιο
    Και καθώς παίζει κορώνα γράμματα
    ελπίζοντας μάταια να κερδίσει λίγο χρόνο
    Ξεσπάει μεγάλη καταιγίδα μέσα στον τρίφυλλο καθρέφτη
    Μ’ όλες τις φλόγες της ζωής της χαράς της
    Όλες τις λάμψεις της ζεστασιάς της
    Όλες τις λάμψεις της καλής διάθεσης
    Και δίνοντας τη χαριστική βολή στο σπίτι που είχε χάσει το δρόμο του
    Βάζει φωτιά στις κουρτίνες του υπνοδωμάτιου
    και κυλώντας σα σφαίρα φλογισμένη
    τα σεντόνια στα πόδια του κρεββατιού
    Ανακαλύπτει γελώντας μπροστά σ’ όλον τον κόσμο
    το παζλ του έρωτα με όλα του τα κομματάκια
    Όλα τα κομμάτια του τα διαλεγμένα τα διαλεγμένα απ’ τον Πικάσο

    Ένας ερωτευμένος η αγαπημένη του και τα πόδια της στο λαιμό της και τα μάτια στους γλουτούς τα χέρια λίγο πολύ παντού
    Τα πόδια σηκωμένα στον ουρανό και τα στήθη πάνω κάτω
    Τα δυο κορμιά τιναγμένα ανταλλαγμένα χαϊδεμένα
    Ο έρωτας αποκεφαλισμένος απελευθερωμένος και μαγεμένος
    Το εγκαταλειμένο κεφάλι κυλάει στο χαλί
    Οι ιδέες αφημένες, ξεχασμένες στην άκρη
    δεν είναι πια εμπόδια απ’ τη χαρά την ηδονή
    Οι ιδέες θυμωμένες απατημένες από το θυμωμένο έρωτα
    Οι ιδέες χωμένες και έκπληκτες σαν άθλιοι ποντικοί θανάτου
    που οσμίζονται ότι έρχεται το ανατρεπτικό ναυάγιο του Έρωτα
    Οι ιδέες ξανά στη θέση τους μπροστά στην πόρτα του δωματίου
    δίπλα στο ψωμί και τα παπούτσια
    Οι ιδέες καρβουνιασμένες κλεμμένες εξατμισμένες άδειες από ιδέες
    Οι ιδέες απολιθωμένες μπροστά στη θαυμαστή αδιαφορία
    ενός κόσμου παθιασμένου
    Ενός κόσμου που ξαναβρέθηκε
    Ενός κόσμου που δε συζητιέται και δεν εξηγείται
    Ενός κόσμου που δεν ξέρει τη ζωή αλλά είναι γεμάτος από τη χαρά της
    Ενός κόσμου συγκρατημένου και μεθυσμένου
    Ενός κόσμου θλιμμένου και χαρούμενου

    Τρυφερού και σκληρού
    Πραγματικού και υπερ-πραγματικού
    Τρομακτικού και υπέροχου
    Νυχτερινού και ημερήσιου
    Συνηθισμένου και ασυνήθιστου
    Ωραίου όπως όλα

    (Μετάφραση από τα γαλλικά: Βάλια Σερέτη)

    (http://eisvathos.blogspot.com/2013/06/blog-post_6612.html)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: