Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (245ο): «ΧΕΙΜΩΝΑΣ»…

*Διονύσης Σαββόπουλος – Το τραγούδι του χειμώνα

 

 

-Μίλτος Σαχτούρης, «ΧΕΙΜΩΝΑΣ»

 

Τι ωραία που μαραθήκαν τα λουλούδια 

τι τέλεια που μαραθήκαν 

κι αυτός ο τρελός να τρέχει στους δρόμους 

με μιά φοβισμένη καρδιά χελιδονιού 

χειμώνιασε και φύγανε τα χελιδόνια 

γέμισαν οι δρόμοι λάκκους με νερό 

δυό μαύρα σύννεφα στον ουρανό 

κοιτάζονται στα μάτια αγριεμένα 

αύριο θα βγει στους δρόμους και η βροχή 

απελπισμένη 

μοιράζοντας τις ομπρέλλες της 

τα κάστανα θα τη ζηλεύουν 

και θα γεμίσουν μικρές κίτρινες ζαρωματιές 

θα βγουν κι οι άλλοι έμποροι 

αυτός που πουλάει τ’ αρχαία κρεβάτια 

αυτός που πουλάει τις ζεστές-ζεστές προβιές 

αυτός που πουλάει το καφτό σαλέπι 

κι αυτός που πουλάει θήκες από κρύο χιόνι 

για τις φτωχές καρδιές 

 

(«Μίλτος Σαχτούρης, Ποιήματα 1945-1971», εκδ. Κέδρος, 1977)

 

 

 

-Τάκης Βαρβιτσιώτης, «Ο χειμώνας περίλαμπρος»

Ο χειμώνας περίλαμπρος
Απλώνεται εδώ χάμου
Σαν ένα σώμα που ξεχειλίζει από άστρα
Σα μια λάμπα που φωτίζει
Ολοσκότεινους δρόμους όπου γυαλίζουν
Αποτυπώματα παγωμένα

 

Όλα κρυστάλλινα λαμποκοπούν
Όλα περίτρομα φτερουγίζουν
Κι απομένει πάνω στους ώμους μας
Ένας μανδύας από χιόνι
Κι απομένει πάνω στα χείλη μας
Μια λάμψη φιλντισένια

(Πηγή: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Τάκης Βαρβιτσιώτης)

 

*ΠΥΞ ΛΑΞ – Η εικόνα του χειμώνα

 

-Ορέστης Αλεξάκης, «Χειμών δριμύς επέρχεται»

τοπίο γυμνό

πετρώδες

κάνει κρύο

φυσάει βοριάς

αόρατη γυναίκα

θα ξεπαγιάσεις έτσι

ψιθυρίζει

χειμών δριμύς επέρχεται μικρό μου

μάζεψε τα ξερόκλαδα ν’ ανάψεις

φωτιά για τους νεκρούς.

Κοιτάζω γύρω

δέντρο κανένα μόνο

μαύρες πέτρες

και πού κλαδιά και πώς

φωτιά ν’ ανάψω

κι ο τόπος σκοτεινιάζει και

κρυώνω

κλείνω τα μάτια βλέπω

περιστέρια

κι ακούω φωνές και γέλια και

σαλεύουν

πολύφυλλα κλαδιά στο μέτωπό μου

και λάμπει διάφανο στο φως

και λάμνει

σε βαθύ σκιά νερά γυμνό κορίτσι

κι αγέρας χλιαρός αναστατώνει

τ’ αρσενικά μου κύτταρα

κι ακούω

φιλιά κι ανάσες και

καλός ο πόθος

καλό το δάκρυ το

φιλί κι η σάρκα

και πιο βαθιά δεν έχει ο κόσμος λένε

κι η βάρκα με λικνίζει και

ποιος είμαι

και πού πηγαίνω σκέφτομαι

και σβήνει

το φωτεινό κορίτσι και

κρυώνω

και να `μαι πάλι κουρελής και μόνος

οδοιπορώντας έρημα τοπία

κι αόρατη γυναίκα ψιθυρίζει

χειμών δριμύς επέρχεται μικρό μου

μάζεψε τα ξερόκλαδα ν’ ανάψεις

φωτιά για τους νεκρούς

που ξεπαγιάζουν.

 

(Από τη συλλογή «Ο ληξίαρχος», εκδ. Αστρολάβος / Ευθύνη, 1989)

 

 

-Μανόλης Αναγνωστάκης, «Χειμώνας 1942»

Ξημέρωσεν o δείχτης πάλι Κυριακή.

Εφτά μέρες
η μία πάνω απ’ την άλλη
δεμένες
ολόιδιες
σα χάντρες κατάμαυρες
κομπολογιών του Σεμιναρίου.

Μία, τέσσερις, πενηνταδυό.
Έξι μέρες όλες για μία
έξι μέρες αναμονή
έξι μέρες σκέψη
για μία μέρα
μόνο για μία μέρα
μόνο για μίαν ώρα
απόγευμα κι ήλιος.

Ώρες
ταυτισμένες
χωρίς συνείδηση
προσπαθώντας μία λάμψη
σε φόντο σελίδων
με πένθιμο χρώμα.

Μια μέρα αμφίβολης χαράς
ίσως μόνο μίαν ώρα
λίγες στιγμές
το βράδυ αρχίζει πάλι η αναμονή
πάλι μίαν εβδομάδα, τέσσερις, πενηνταδυό.
 

Σήμερα βρέχει απ’ το πρωί.
ένα κίτρινο χιονόνερο.

(Μ. Αναγνωστάκης, Τα ποιήματα, Νεφέλη)

 

 

 

-Κ. Παλαμάς, «ΧΕΙΜΩΝΑΣ»

Τα πάντα κρύα και μαύρα και δαρμένα,

γέρο χειμώνα, σέρνεσαι και κλαις.

Μα να! βουβά τραγούδια οι μενεξέδες,

ανθούνε γαληνές οι μυγδαλιές.

 

Γοργόνειρο η ζωή σας, μενεξέδες,

η πνοή σας αθάνατο νερό.

Μυγδαλιές, θα σας κάψει τ’ αγριοκαίρι,

το γέλιο σας δροσάτο, ευγενικό.

 

Παρηγορείστε τους δυστυχισμένους,

μπάλσαμο ελάτε στις λαβωματιές,

βουβά, βαθιά τραγούδια, ω μενεξέδες,

νυφούλες γαληνές, ω μυγδαλιές.

 

(http://ola-ta-kala.blogspot.com/2013/12/blog-post_1.html)

 

*Διονύσης Σαββόπουλος – Το χειμώνα ετούτο

 

-Μυρτιώτισσα, «Χειμώνας» 

Νάτος και πάλι που έφτασεν ο θλιβερός χειμώνας,
μου ψαχουλεύει την ψυχή το παγερό του χέρι…
Χλώμιασ’ η μέρα κι η νυχτιά θα γίνει τώρα αιώνας.
Ώρες θα στέκω ν’ αγρικώ το μανιασμένο αγέρι.

Απόψε, όσοι μου πέθαναν, ξανά θε να πεθάνουν,

τη συνοδεία τη νεκρική θ’ ακολουθήσω πάλι
κι όταν ακόμη μια φορά κάτω απ’ τη γη τους βάνουν
θα κρύψω μες στα χέρια μου τ’ αλλόφρονο κεφάλι.

Ω! Πόσο μόνη θα αιστανθώ στην άδεια κάμαρά μου,

Όταν κι ο ίσκιος των νεκρών π’ αγάπησα, μ’αφήσει…
Με τι λαχτάρα θα το ιδώ το φως Σου ολόγυρά μου,
σα θα ‘ρτει, Θε μου, τη ζωή γλυκά να μου θυμίσει!

 

(http://stigmalogou.blogspot.com/2018/12/blog-post_3.html)

 

 

 

 

 

-ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ, «ΠΑΝΩ ΣΕ ΜΙΑ ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΗ ΑΧΤΙΝΑ»

Α

Φύλλα από σκουριασμένο τενεκέ

για το φτωχό μυαλό που είδε το τέλος·

τα λιγοστά λαμπυρίσματα.

Φύλλα που στροβιλίζουνται με γλάρους

αγριεμένους με το χειμώνα.

 

Όπως ελευθερώνεται ένα στήθος

οι χορευτές έγιναν δέντρα

ένα μεγάλο δάσος γυμνωμένα δέντρα.

 Β’

Καίγουνται τ’ άσπρα φύκια

Γραίες αναδυόμενες χωρίς βλέφαρα

σχήματα που άλλοτε χορεύαν

μαρμαρωμένες φλόγες.

Το χιόνι σκέπασε τον κόσμο. 

Γ’

Οι σύντροφοι μ’ είχαν τρελάνει

με θεοδόλιχους εξάντες πετροκαλαμήθρες

και τηλεσκόπια που μεγαλώναν πράγματα—

καλύτερα να μέναν μακριά.

Πού θα μας φέρουν τέτοιοι δρόμοι;

Όμως η μέρα εκείνη που άρχισε

μπορεί δεν έσβησε ακόμη

με μια φωτιά σ’ ένα φαράγγι σαν τριαντάφυλλο

και μια θάλασσα ανάερη στα πόδια του Θεού.

Δ’

Είπες εδώ και χρόνια:

«Κατά βάθος είμαι ζήτημα φωτός».

Και τώρα ακόμη σαν ακουμπάς

στις φαρδιές ωμοπλάτες του ύπνου

ακόμη κι όταν σε ποντίζουν

στο ναρκωμένο στήθος του πελάγου

ψάχνεις γωνιές όπου το μαύρο

έχει τριφτεί και δεν αντέχει

αναζητάς ψηλαφητά τη λόγχη

την ορισμένη να τρυπήσει την καρδιά σου

για να την ανοίξει στο φως.

Ε’

Ποιός βουρκωμένος ποταμός μας πήρε;

Μείναμε στο βυθό.

Τρέχει το ρέμα πάνω απ’ το κεφάλι μας

λυγίζει τ’ άναρθρα καλάμια·

 

οι φωνές

κάτω απ’ την καστανιά γίναν χαλίκια

και τα πετάνε τα παιδιά.

ΣΤ’

Μικρή πνοή κι άλλη πνοή, σπιλιάδα

καθώς αφήνεις το βιβλίο

και σκίζεις άχρηστα χαρτιά των περασμένων

ή σκύβεις να κοιτάξεις στο λιβάδι

αγέρωχους κενταύρους που καλπάζουν

ή άγουρες αμαζόνες ιδρωμένες

σ’ όλα τ’ αυλάκια του κορμιού

που έχουν αγώνα το άλμα και την πάλη.

 

Αναστάσιμες σπιλιάδες μιαν αυγή

που νόμισες πως βγήκε ο ήλιος

Ζ

Τη φλόγα τη γιατρεύει η φλόγα

όχι με των στιγμών το στάλαγμα

αλλά μια λάμψη, μονομιάς·

όπως ο πόθος που έσμιξε τον άλλο πόθο

κι απόμειναν καθηλωμένοι

ή όπως

ρυθμός της μουσικής που μένει

εκεί στο κέντρο σαν άγαλμα

αμετάθετος.

Δεν είναι πέρασμα τούτη η ανάσα

οιακισμός κεραυνού.

(Γιώργος Σεφέρης, «Ποιήματα», Ίκαρος)

 

 

 

 

-Λάμπρος Πορφύρας , «Χειμωνιάτικα δέντρα»

 

Tα σκοτεινά φυλλώματα στα πεύκα αργοσαλεύουν,

σα ρασοφόροι στο βουνό που μάχονται ν’ ανέβουν,

κι ο θλιβερός τους ο ψαλμός στ’ άδεια βογγάει λαγκάδια

σα μουσικός αντίλαλος από βαθιά πηγάδια.

 

Mαζί τους κάτι ολόγυμνα κλαριά δεν αποσταίνουν

τρελλά μια χειμωνιάτικη καμπάνα να σημαίνουν,

όπου τα γέρνει ο άνεμος γέρνουν, σημαίνουν, δίχως

απ’ το βουβό τους σήμαντρο ποτέ να βγαίνει ο ήχος.

 

Kαι στον καθρέφτη του νερού, που σαν την καταχνιά,

κάποτε -τ’ ανοιξιάτικο το λέει το παραμύθι-

τον κήπο της Nεράιδας εστρώναν τα κλωνιά

τίποτε τώρα στα θολά δεν απομένει βύθη.

 

Σε ραγισμένους γύρω αυλούς οι καλαμιές φυσούνε

τα νυφικά μαλλάκια τους μαδούν μαδούν οι ιτιές,

τον κήπο της Nεράιδας σβημένο νοσταλγούνε

και κλαιν τις ανοιξιάτικες εφήμερες σκιές,

 

Ω! κι όλο σκύβουν στα νεκρά νερά τα βουρκωμένα,

ω! κι όλο σειούνται κι έχουνε μες στον πικρό βοριά

τα ίδια τα κινήματα, τ’ αργά κι απελπισμένα,

που ‘χομε μες στη λύπη μας κι εμείς την πιο βαριά.

 

(http://poihtikostayrodromi.blogspot.com/2016/12/blog-post.html)

 

 

 

Μήτσου Παπανικολάου, «Χειμώνας»

Μη με προσμένει πια να ‘ρθω στο βουερό ακρογιάλι.
Την αμμουδιά να πάρουμε, να φθάσουμε ως το μώλο.
Στην καταχνιά της θάλασσας και στην ανεμοζάλη
Σα ροδοσύγνεφο σκορπά, σβήνει το είναι μου όλο.

Κάποια φωτιά ονειρεύομαι για το σβηστό μας τζάκι
Ν’ αστράφτει μες στη σκοτεινιά της σάλας της κλεισμένης.
Να κρούει το παραθύρι μας ο αέρας, το νεράκι
Και εσύ δειλή κι αμίλητη στο πλάι μου να μένεις.

Να λες σ’ αυτή σου τη σιωπή όσα ποτέ δεν είπες
Στις ανοιξιάτικες αυγές, στα θερινά τα βράδια,
Ν’ αντιστοράς στο βλέμμα σου χαρές μαζί και λύπες
Πόθους, παλμούς, ονείρατα, φιλιά, αγκαλιές και χάδια.

Κι έτσι στην κρύα τη σκοτεινιά της νύχτας του Γενάρη
Μες στ’ όνειρο θ’ αγγίξουμε μια άνοιξη περασμένη,
Τα ρόδα τ’ απριλιάτικα που πια μας τα’ χουν πάρει
η μοίρα μας κι οι ξένοι.

(http://piotermilonas.blogspot.com/2013/11/blog-post_1361.html)

 

*Φταινε οι νυχτες του χειμωνα-Δημητρης Μητροπανος

 

-Μιχαήλ Δ. Στασινόπουλος, «Πουλάκι του χειμώνα»

Μες στο κρύο, έξω απ’ το σπίτι,
ξένο πέταξε σπουργίτι.
Φύλλο, σπόρος πουθενά,
πώς κρυώνει και πεινά!

Το παράθυρο θ’ ανοίξω
δυο σπυράκια να του ρίξω.
–Έλα μέσα δω, πουλί,
ζεστασιά θα βρεις πολλή.

Δεν ακούει, μόνο τσιμπάει
δυο σπυράκια και πετάει.
–Ταξιδιάρικο πουλί,
πέταξε, ώρα σου καλή.

(https://www.elniplex.com/%CF%87%CE%B5%CE%B9%CE%BC%CF%8E%CE%BD%CE%B1%CF%82/)

 

 

 

-Διαλεχτή Ζευγώλη-Γλέζου, «Μας έφτασε ο βαρύς χειμώνας»

Μας έφτασε ο βαρύς χειμώνας
χωρίς τραγούδια και πουλιά,
στα σύννεφα τρυπώνει ο ήλιος
και το φεγγάρι στην ομίχλη,
τα φύλλα τα χλωμά ένα ένα ρίχνει
στη γη η κληματαριά.

Μουχρώσαν τα βουνά και οι κάμποι,
τα στενορύμια και οι αυλές,
αμίλητα στοιχειά τα δέντρα
στέκουνε ολόρθα στη βροχή
στέκουνε ολόρθα στους ανέμους,
στοιχειώσανε τα μονοπάτια
κι ερήμαξαν οι ακρογιαλιές.

Φεύγουνε οι μέρες του χειμώνα,
σαν ταξιδιάρικα πουλιά,
θα βγει απ’ τα σύννεφα κι ο ήλιος
κι απ’ την ομίχλη το φεγγάρι,
πράσινα φύλλα θα βλαστήσουν
και πάλι στις κληματαριές,
τα μονοπάτια θα ξυπνήσουν,
θα ζωντανέψουν τ’ ακρογιάλια,
θα λουλουδίσουν τα μπαλκόνια,
θα λουλουδίσουν τα κλαδιά,
και θά ’ρθουνε τα χελιδόνια.

(Από το Aνθολόγιο Δημοτικού, β’ μέρος, ΟΕΔΒ, 1975, Oργανισμός Eκδόσεως Διδακτικών Bιβλίων)

 

 

 

-Γ. Σουρής, «ΧΕΙΜΩΝΑΣ»

 

Καλώς τα πρωτοβρόχια, καλώς τον τον χειμώνα

Με τις βροντές, το κρύο, το χιόνι, τη βροχή,

Θε να τραβούμε ύπνο, που θα πηγαίνει γόνα,

Χωρίς κοριός ή ψύλλος να μας ανησυχεί.

Αντίο, καλοκαίρι και σκόνη βρωμερή…

Πλακώνει ο χειμώνας με φόρεμα βαρύ.

 

Τι όμορφα που είναι να βρέχει, να χιονίζει,

Και συ εις το κρεβάτι κατακουκουλωμένος

Ν’ ακούεις  τον αέρα τον κρύο να σφυρίζει,

Και μάλιστα να είσαι κι απογυναικωμένος.

Ω! συγχωρήσατέ με, κυρίες ευγενείς,

Και την αδιαντροπιά μου δεν πέρασε κανείς.

 

Αλλά θαρρώ πως τούτο και σεις το λαχταράτε, 

Κι αν το γλυκό σας στόμα ποτέ δεν το προφέρει,

Πιστεύω τον χειμώνα πως όλες αγαπάτε

Με πιο ζεστή αγάπη από το καλοκαίρι.

Μα μη, σεμνές κυρίες, εντρέπεσθε και τόσο,

Και τα χρηστά σας ήθη εγώ δεν θα λερώσω.

 

Πρέπει να λέμε κάτι για να περνά η ώρα,

Μας φθάνει τόση λίμα για την πολιτική.

Το μέλλον της πατρίδος πάει εμπρός, και τώρα

Ας κάμουμε κουβέντα διαφορετική.

Ας πούμε για το κρύο και άλλα εξυπνάδες,

Κι ας κάμουμε, κυρίες, και λίγους χωρατάδες.

 

Μας φθάνει πια η τόσο μεγάλη σοβαρότης,

Είναι καιρός να πούμε και λίγα χωρατά.

Ωσάν πουλί διαβαίνει η ομορφιά της νιότης,

Και τότε εις το στρώμα ο έρως δεν πετά.

Μας φθάνει του πολέμου το τόσο νταραβέρι,

Δεν έχουμε πια φόβο, τα πήραμε τα μέρη.

 

Δεν θα ‘χουμε και πάλι καμιά επιστρατεία,

Κανείς δεν θα φοβάται να γίνει στρατιώτης,

Θα ησυχάσει ο Βλάχος και η διπλωματία,

Και θα ‘ρθουμε στα νιάτα της λεβεντιάς της πρώτης.

Λίγο κρασί ή μπύρα, κανένα γλυκό μάτι,

καμία εσπερίδα, και έπειτα… κρεβάτι

 

Ψυχή μου τι ωραία!.. να! να! ακούω μπρος μου

Τους φίλους επιστράτους με νέα ρεδιγκότα

Στις Λαύρες τους να λένε «ψυχή μου, ήλιε, φως μου»

Ακέραιοι και σώοι κι αφράτοι καθώς πρώτα.

Εις το κορμί δεν έχει κανείς λαβωματιά,

Μα έχει λαύρα μέσα και φλόγα στη ματιά.

 

Πηδούν και τρέχουν όλοι γι’ αγάπη διψασμένοι,

Και μες στη μυρωδάτη κοπέλας αγκαλιά

Τις ώρες του πολέμου θυμούνται οι καημένοι,

Και σβήνουν τη φωτιά τους με χάδια και φιλιά.

Τον πόλεμο, το κράνος, τον σάκο βλαστημούν,

Και δως του μ’ ένα κι άλλο φουστάνι πολεμούν.

 

Ειρήνη κι ησυχία, με κάστανα, με μήλα,

Με τσάι, μ’ εσπερίδες, με πιάνα, με χορούς…

Πιο γρήγορα, λεβέντη χειμώνα, κατρακύλα,

Και δεν θε να μας εύρεις σας πέρσι σοβαρούς.

Τουφέκι πια δεν έχει σε τούτο τον καιρό,

Μόνο κρασί, γυναίκα, μεθύσι και χορό.

 

………………………………………………….

 

Δεν θέμε πολεμάρχους να έχουμε κοντά μας,

Εμείς ζητούμε ανθρώπους ήσυχους και γλεντζέδες,

Να μη μας ξεκουφαίνουν με πόλεμο τ’ αυτιά μας,

Και να μας λεν τραγούδια ειρήνης κι αμανέδες.

Εφέτος ησυχία, ύπνος βαρύς, γαλήνη,

Κι ο Μπούμπουλης, αν θέλει, πολεμικός ας μείνει.

(http://ola-ta-kala.blogspot.com/2013/12/blog-post_1.html)

 

 

 

Advertisements

Single Post Navigation

10 thoughts on “Πες το με ποίηση (245ο): «ΧΕΙΜΩΝΑΣ»…

  1. Ωραιότατα τα χειμωνιάτικά σου, Γιάννη!
    Σαπίσαμε στη βροχή. Μετά το χτεσινό χαλασμό, ξημέρωσε μια υπέροχη ηλιόλουστη ημέρα.

    *

    1. ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΟ ΤΟΠΙΟ

    Ἕν᾿ ἀλλόκοτο φεγγάρι σὰν ἕνα κομμάτι πάγου,
    πεθαμένο καὶ στημένο μέσ᾿ στὴ μέση του πελάγου,

    μιὰ βουβή, μεγάλη ξέρα, πιὸ γυμνὴ κι ἀπὸ παλάμη,
    μ᾿ ἕνα γέρικο, θλιμμένο, τραγικό, μικρὸ καλάμι

    κι ἕνας ἴσκιος -ἕνα κάτι- ποὺ δὲ ξέρω τί ἔχει χάσει
    κι ἀπὸ τότε φέρνει γύρα, μὴ μπορώντας νά ῾συχάσει.

    Παγωμένο τὸ χαμένο κι ὅλο φῶς, ἐκεῖνο τρίο,
    σιωποῦσε κι ἀγρυπνοῦσε, μέσ᾿ στὴ νύχτα, μέσ᾿ στὸ κρύο…

    ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ

    ***

    2. ΒΑΡΥΧΕΙΜΩΝΙΑ

    Άνθισε η μυγδαλιά, ή χιονιού νιφάδες
    τής στόλισαν τη νύχτα τα κλαδιά;
    Μου έσβησε το αγριοβόρι τη φωτιά
    και μπαίνει κρύο από τις χαραμάδες.

    Ζοφερές νύχτες, μέρες αποφράδες
    στου χωριού την απόκοσμη ερημιά,
    σε άξενα, κακοτράχαλα βουνά,
    όπου αργούν οι ανοιξιάτικες λιακάδες.

    Λίγοι καπνοί στις γύρω καμινάδες,
    κάποιο φως, που προδίδει ζεστασιά.
    Πιο ανάλγητη απ’ τη βαρυχειμωνιά
    δυο τρυφερές δεν μου ‘γραψες αράδες.

    Κάρολος Τσίζεκ, Στίχοι έρωτα και αγάπης (2005)

    ***

    3. Ο ΧΕΙΜΩΝΑΣ ΔΑΣΚΑΛΟΣ

    Άλλη κίνηση δεν θα κάμω πια
    γιατί ο χειμώνας – δάσκαλος
    ποτέ του δεν με κοίταξε ακίνητος
    τόσο βαθιά
    με το ένα μάτι γκρίζο και τ’ άλλο άσπρο
    σαν της γάτας.

    Στέκομαι επιτέλους
    το μέλλον αλλάζει πόδι μουδιασμένο
    τ’ αλλά μου μέλη
    απλές υποθήκες θανάτου.

    Κοίτα, η κάμαρα
    πάλι μεταμορφώθηκε σε νύχτα
    κι η νύχτα σε κάμαρα.
    Απ’ έξω το τίποτα λάμπει
    σε άσπρη δόξα…

    Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, ΤΑ ΣΚΟΡΠΙΑ ΧΑΡΤΙΑ ΤΗΣ ΠΗΝΕΛΟΠΗΣ, εκδόσεις Εγνατία σειρά ΤΡΑΜ 1977

    Xειμώνας, Χάρις Αλεξίου

    4. ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΗ ΒΡΑΔΙΑ

    Από το κρύο πάγωσε ο αγέρας, το χιόνι τρέμει και από
    τα βλέμματά μου το χνώτο μου αχνίζει, και τα
    γένια είναι ξερά σαν πάγος!
    Μα εμπρός, πάντα εμπρός!

    Σαν με επισημότητα όλος ο τόπος σωπαίνει!
    Το φεγγάρι φωτίζει τα γέρικα ελάτια, που σα να νοσταλγούν
    το θάνατο γέρνουν κάτω στη γη τα κλαριά τους.

    Παγωνιά, πάγωσέ μου την καρδιά, μέσα βαθιά,
    τη θερμοτρικυμιασμένη μου, την άγρια καρδιά!
    Να μπει ησυχία της μια φορά, σαν εδώ στο νυχτερινό τον κάμπο!

    Βαθιά μέσα εκεί στο δάσος, σκούζει ο λύκος, καθώς το
    παιδί που ξυπνά τη μάνα με το σκούξιμο, ξυπνά τη
    νύχτα από τ’ όνειρό της και της γυρεύει την
    αιματόβρεχτή του την τροφή.

    Και πάνω απ’ τα χιόνια και τους πάγους, άγρια
    φυσομανούν, σαν νάθελαν με το αφηνιασμένο
    τρίξιμό τους να ζεσταθούν.

    Ξύπνα καρδιά, και φώναξε το παράπονό σου!
    Ας τους νεκρούς σου να ξυπνήσουν και τα φριχτά σου
    βάσανα! Και άστε με τους ανέμους να πετάξουν
    τους άγριους συμπαίχτες του Βορρά!”

    Νίκολας Λενάου (Nikolaus Lenau) 25/8/1802– 22/8/1850, Αυστριακός ποιητής, Ανθολογία γερμανικής ποίησης, 1749-1921, Εκάτη

    ***

    5. ΠΡΟΣΕΥΧΗ

    Κρύο, χειμώνας, παγωνιά,
    όξω η βροχούλα κλαίει
    φύλαγε Θε μου τα πουλιά
    που μείνανε χωρίς φωλιά
    και τους αλήτες που γυρνούν
    στους δρόμους δίχως στέγη.

    Φώτης Αγγουλές, Τέσσερις Εποχές-ποιητικό ημερολόγιο 2016, επιμέλεια Γιώργος Μπλάνας, Γκοβόστης 2015.

    ***

    6. ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΧΕΙΜΩΝΑΣ

        κι ο άξιος εύκολα μένει στ’ όνειρο
        κι ο άξιος με γυμνό σώμα πολεμά το επίγειο κράτος
                Ν.Δ. ΚΑΡΟΥΖΟΣ

    Σήμερα στάχτη ο ουρανός.

    Σύννεφα καπνοί του πολέμου
    κι εσύ σ’ αυτή την κάμαρη
    της κρύας μοναξιάς
    έρχεσαι
    για ν’ ανοίξεις το παράθυρο
    σ’ αυτό τον τόπο που ξεριζώνεται
    από τον άνεμο της αδικίας.

    Πώς ν’ αντέξεις. Αιώνων βροχή
    ακατάπαυτη από μοχθηρία
    γδέρνει τα κόκαλα του άξιου
    μα εκείνος επάνω κοιτάζοντας μένει
    ακόμη ορθός.

    Πώς ν’ αντέξεις. Στάχτη ο τόπος
    παγωμένος ουρανός που διώχνει
    τα παιδιά του θυμωμένη θάλασσα
    εκβράζει στην αμμουδιά
    κουρέλια σκουπίδια σκοινιά σάπιους
    καρπούς αδύναμα σανίδια.

    Δεν έχουν τέλος οι καημοί
    και τα πάθια μας κυρ Αλέξανδρε.

    ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΜΠΕΚΑΤΩΡΟΣ (1947-2206) «Πατριδογνωσία, 1968-1998», Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2004, σελ. 128.

    Χειμωνανθός – Χαρούλης Γιάννης

    7. ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ

    Χειμώνας –κι όμως
    πέφτουν από ψηλά
    χιονονιφάδες άσπρα λουλουδάκια.

    Μπορεί, μπορεί ψηλά πίσω απ’ τα σύννεφα
    άνοιξη να είναι, άνθρωποί μου.

    Κιοουάρα-Νο-Φουκαγιαμπου, Στίχοι γραμμένοι πάνω στο νερό, Ανθολογία ιαπωνικής ποίησης, μετάφραση Τάσος Γεωργίου, εκδόσεις Σμίλη.

    ***

    8. ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΟ ΒΡΑΔΥ

      Στο παράθυρο οι νιφάδες του χιονιά·
      η καμπάνα η βραδινή αργά σημαίνει.
      Η φωτιά τρίζει κι αχνίζει στη γωνιά
      και στρωμένο το τραπέζι περιμένει.

      Από δρόμο έχοντας φτάσει σκοτεινό
      οδοιπόρος την εξώπορτα χτυπάει.
      Δέντρο ολάνθιστο το έλεος χρυσό
      το χυμό τον παγερό της γης ρουφάει.

      Μπαίνει ο Ξένος τυλιγμένος τη σιωπή·
      το κατώφλι οδύνη τώρα το πετρώνει.
      Στο τραπέζι το ψωμί και το κρασί
      λαμπυρίζουν μες στο φως που τα κυκλώνει.

    Γκέοργκ Τρακλ, μτφρ. Κώστας Κουτσουρέλης

    ***

    9. ΧΕΙΜΩΝΑΣ

    «Στο χιόνι περπατούσε.
    Μαύρο παλτό.
    Κλειστό πουλόβερ
    τους λυγμούς ρουφούσε στον ψηλό λαιμό του

    Πιο κει
    ξυπόλητο παιδί
    έξω από το καφενείο
    δίπλωνε τα κρυοπαγήματα.

    Χωρίς κουβέντα
    του δίνει τα παπούτσια.

    Και λάμπει
    ολόκληρη η φορεσιά του».

    Γιώργος Γάββαρης, Το δέντρο με τις λέξεις, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ 2016

    ***

    10. ΧΕΙΜΩΝΑΣ

    Νύχτα, χειμώνας σαρωτικός. Λίγο μόνο
    τις κουρτίνες σηκώνεις και κοιτάς. Ανασηκώνονται
    άγρια τα μαλλιά σου, η χαρά άξαφνα
    ανοίγει διάπλατα τα μαύρα τα μάτια∙
    με κείνο που είδε ‒ήταν μια εικόνα
    του τέλους του κόσμου‒ παρηγοριέται:

    η καρδιά ως τα βάθη ζεστή, γεμάτη.
    Κι ένας άνδρας σε λίμνη πλανιέται
    παγωμένη, κάτω απ’ το στραβό φανοστάτη.

    Ουμπέρτο Σάμπα, Μετάφραση από τα ιταλικά: Θεοδόσης Κοντάκης

  2. *Βίκυ Μοσχολιού – Ηρθ’ ο χειμώνας

    -Γιάννης Ρίτσος, «Χειμωνιάζει»

    “Με κάθε χτύπο του ρολογιού πέφτει ένα κίτρινο φύλλο.
    Είχες ένα ψάθινο καπέλο με λιλά λουλούδια.
    Τώρα κει μέσα γεννάνε οι κότες
    κ’ ένα σαλιγκάρι ανηφορίζει στο πόδι της καρέκλας.
    Το χιόνι θα είναι κρύο, κρύο, κρύο
    σαν το ψηλό κολάρο του πατέρα
    που βρίσκεται από χρόνια στο σεντούκι.
    Μύρισαν κιόλας τα δέντρα ναφθαλίνη.”

    (Γ. Ρίτσος, Σημειώσεις στα περιθώρια του χρόνου)

    -Γιάννης Καρατζόγλου, “Έστω αποκλειστικά χειμώνες”

    “Μισώ τους χειμώνες, έλεγε παλιά,
    δεν το μπορώ το κρύο, τον ουρανό γεμάτο σύννεφα,
    δεν αντέχω τους πάγους και τα χιόνια.
    Αχ, να μην υπήρχανε χειμώνες στη ζωή μου…

    Και μια στιγμή, στους ύστερους χρόνους
    πιάνει τον εαυτό του να υπολογίζει, να μετράει
    πόσους μόνον χειμώνες θα δεχότανε από τούδε
    χωρίς καλοκαίρια ούτε φθινόπωρα ούτε ανοίξεις.

    Έστω αποκλειστικά παγερούς χειμώνες…”

    (https://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=8471.msg723508&fbclid=IwAR3QBf0YO7c4NONk2if-M99r6A76TrmeUamZ7kzUm0sPDm5fZe6raM1gbPU#msg723508)

    *Ελένη Βιταλη – Ενα χειμωνιατικο πρωι

    -Εύα Πετροπούλου-Λιανού, «Χειμωνιάτικα πρωινά»

    «Χειμωνιάτικα πρωινά
    με αγάπες και όρκους
    να κοιτάς τα ξύλα στη φωτιά να κροταλίζουν

    χειμωνιάτικα πρωινα
    κι εσυ σε διαδήλωση με ενα καροτσίδιο
    να φωνάζεις για μια επανάσταση που σου ζεσταίνει την καρδιά

    χειμωνιάτικα πρωινά
    και τα πουλιά κελαηδούν ακόμη
    τα παιδιά φορουν τα παλτά
    η μάνα τρέχει ξωπίσω τους
    να προσέχεις Λευτέρη
    είναι βαρύς ο χειμώνας
    στα ελεύθερα βουνά.»

    (http://poihtikostayrodromi.blogspot.com/2016/12/blog-post.html)

    *
    -Ο χειμώνας (Μάρω Λοϊζου)

    Δε μ’ακούς; Έρχομαι μέσα από τους έρημους ασφαλτόδρομους. Έλα, έλα, κοριτσάκι μυρίζω φασουλάδα, πορτοκάλι και τραγανιστό τσουρέκι.
    Έλα, έλα, αγοράκι φόρεσε το σκούφο σου βάλε τα μάλλινα γάντια σου άνοιξε το στόμα σου, να ξεδιψάσεις με το χιόνι γέμισε τις τσέπες σου σταφίδες, καρύδια και ξεραμένα σύκα τάισε με ψίχουλα τα πεινασμένα σπουργίτια.
    Έρχομαι μέσα από τις παγωμένες λίμνες και τα ποτάμια τα γυμνά κλαδιά και το μολυβένιο ουρανό άσ’ το μόνο του στη γωνιά του το πατίνι κάνε το φίλο σου να δακρύσει με μια φέτα μανταρίνι.
    Τι κάνει η γιαγιά σου; Πλέκει ακόμη πλάι στο περβάζι; Για κοίτα πώς μελάνιασε η μύτη σου….την πάγωσε τ’ αγιάζι…
    Έλα, έλα, αγοράκι έλα, έλα κοριτσάκι. Δε μ’ ακούς; Είμαι ο Χειμώνας.

    (https://www.elniplex.com/%CF%87%CE%B5%CE%B9%CE%BC%CF%8E%CE%BD%CE%B1%CF%82/)

  3. 11. ΧΕΙΜΩΝΑΣ

    Όλοι κοιμούνται μες στα σπίτια τους
    Ίχνη από δάκρυα παντού

    Πόσο φοβούνται τα παιδιά
    Πώς τρέμουν οι καθρέφτες

    Τ’ άστρα μαζεύονται στην οροφή
    Περήφανη αποξενώνεται το εκμαγείο της η σιωπή

    Μέσα στον κήπο τα κλαδιά
    Μιαν άσπρη ντύνονται μελωδία

    Βαθιά στο δάσος η παιδούλα αποκοιμιέται
    Μ’ ένα χρώμα λυπημένης τριανταφυλλιάς

    Και μόνη ακούγεται η φωνή του ξυλοκόπου
    Και του ανέμου η πένθιμη βοή

    Η χλόη ανακαλύπτει πως δεν έχει μνήμη
    Ξυπνά η στάχτη ανάμεσα στα πεθαμένα φύλλα

    Τάκης Βαρβιτσιώτης | Ποιήματα 1941-2002 (2003)
    [Από την ενότητα Οι τέσσερις εποχές (1961)]

    Ο Χειμώνας – Β. Παπακωνσταντίνου

    12. Ο ΧΕΙΜΩΝΑΣ

    Ο χειμώνας είν’ αγόρι
    Μ’ ένα αδέξιο πανωφόρι
    Που γυρνάει τις νύχτες και μεθάει

    Ανταμώνει τις νυφάδες
    Στων σπιτιών τις χαραμάδες
    Ξενιτεύεται μες στα φιλιά

    Τις νυφάδες ξελογιάζει
    Στο χορό τις δοκιμάζει
    Ψάχνει εκείνη ήλιο που έχει
    Τον Απρίλη που ν’ αντέχει

    Ο χειμώνας είναι αγόρι
    Θέλει τη λευκή τη κόρη
    Το γοβάκι να ταιριάξει
    Τη χιονάτη του ν’ αρπάξει

    Ο χειμώνας ψάχνει φίλη
    Μα φοβάται τον Απρίλη
    Και ζητάει απ’ τις νεράιδες
    Να του βρουν κι άλλες νυφάδες

    Μην του λέτε για αγάπη
    Μόνο ψάξτε τη χιονάτη
    Που ’χει τατουάζ στην πλάτη
    Έναν ήλιο για προστάτη

    Μη μιλάτε του χειμώνα
    Μόνο βρείτε του κρυψώνα
    Η νιφάδα του θα λιώσει
    Λίγο πριν να ξημερώσει

    Μη μιλάτε του χειμώνα

    ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΜΠΟΥΛΑΣΙΚΗΣ

    ***

    13. ΧΕΙΜΩΝΑΣ

    Λοιπόν, έτσι ή κι’ αλλοιώτικα
    το πέρασες το καλοκαίρι.
    Δεν χρειάζεται μεγάλα πράματα
    κ’ εσύ κοντά στους άλλους να περάσης,
    μεσ’ στον συνωστισμό του δρόμου,
    ένα καλοκαιράκι του Θεού.

    Όμως με τον χειμώνα τι θα γίνη
    που νάτος μάζεψε τα πρώτα σύγνεφά του
    και μήνυσε πως έρχεται;

    Πολλή χαρά, παιδί μου, χρειάζεσαι
    για να περάσης τον χειμώνα.
    Και δεν την έχης τη χαρά αυτήν εσύ.

    ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΝΤΗΣ, «Τα τραγούδια της ταπεινής ζωής», Εκδόσεις ΠΑΡΓΑ

    ***

    14. ΘΑ ‘ΝΑΙ ΧΕΙΜΩΝΑΣ

    Θα΄ναι χειμώνας, θαρρώ, όταν έρθει.
    Από την αφόρητη λευκότητα του δρόμου
    μια κουκίδα θα φανεί, τόσο μαύρη που τα μάτια θα θαμπώσουν,
    και θα πλησιάζει για ώρα πολλή, πάρα πολλή
    αντισταθμίζοντας την απουσία του με τον ερχομό του,
    και για ώρα πολλή, πάρα πολλή, κουκίδα θα μείνει.

    Ένας κόκκος σκόνης; Ένα κάψιμο στο μάτι;

    Χιόνι, τίποτα άλλο δεν θα υπάρχει, μόνο χιόνι,
    για ώρα πολλή, πάρα πολλή, τίποτα άλλο,
    κι αυτός το χιονισμένο πέπλο θα παραμερίζει,
    μέγεθος θα αποκτά και τρεις διαστάσεις,
    κι όλο και περισσότερο θα πλησιάζει…
    Αυτό είναι το όριο, δεν μπορεί να έρθει πιο κοντά.

    Μα αυτός συνεχίζει να πλησιάζει,
    και τώρα είναι τόσο πελώριος που δεν μπορείς να τον μετρήσεις.

    Βέρα Πάβλοβα

    Wintertime – Steve Miller Band

    15. Ο ΧΕΙΜΩΝ

    Φύσησε πάλι ο βοριάς με θυμό
    Κι ο γέρος μας ήλθε ψυχρός ο χειμών.
    Τ’ αηδόνι τη φύση ως πριν δεν υμνεί,
    Η γη μας αστόλιστος μένει γυμνή.

    Κελάηδημ αφήνει ο κόραξ τραχύ,
    Κι ο βράχος με πένθος το κρακ αντηχεί.
    Τα ρόδα, τα άνθη, τα φύλλα στην γη
    Ωχρά τα σκεπάζει φθορά και σιγή.

    Παντού ερημία, παντού σιωπή!
    Η φύση κοιμάται ωχρά σκυθρωπή!
    Πώς μοιάζει, Θεέ μου, ο μαύρος χειμών
    Την υστερινή ώρα, το τέλος ημών!

    ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΠΑΡΑΣΧΟΣ

    ***

    16. ΧΕΙΜΩΝΑΣ

    Είναι ώρα να βάλεις τον ροδόκηπο για ύπνο.
    Να μαζέψεις τη σορό όλων των πεσμένων φύλλων.
    Πρέπει να πάρεις τα πράγματα στα χέρια σου, είπες,
    αλλιώς θα σε καβαλήσουν στο σβέρκο –
    Θυμάμαι που ήρθες και μου έφτιαξες τα σεντόνια
    και μου έκανες το κρεβάτι μου ροδόκηπο.

    Και τότε που τρύπησα το δάχτυλό μου και μάτωσε
    κι εσύ το καθάρισες με τη γλώσσα σου
    κι εγώ έπαιζα με το γόνατό σου.
    Πρέπει. Να πάρεις. Τα πράγματα. Στα χέρια σου – είπες.
    Τότε που φυτεύαμε, παίζαμε σκραμπλ, φτιάχναμε ψωμί
    τραγουδούσαμε να διώξουμε τον πρώτο χειμωνιάτικο αέρα.

    Είναι ώρα να βάλεις τον ροδόκηπο για ύπνο!
    Προλάβαμε και δεν αφήσαμε πολλά ανείπωτα
    μέχρι τη στιγμή που δε μπορούσες πια να μιλήσεις.

    Ναι, πρέπει να πάρουμε τα πράγματα στα χέρια μας, είπαμε
    και το κάναμε και κρατήσαμε το αίμα της αγάπης μας κόκκινο –
    Και παίρνω όρκο ότι απ’ αυτό τράφηκε αυτό το χώμα που έβγαλε τέτοια δέντρα.

    Και τώρα ήρθε η ώρα να βάλω τον ροδόκηπο για ύπνο.
    Θα πρέπει να πάρεις τα πράγματα στα χέρια σου, έτσι είχες πει.

    Janet Lees, απόδοση: Belica-Antonia Kubareli

    The Strawbs / «The Winter Long» https://www.youtube.com/watch?time_continue=3&v=9tTCgwJ8DUU

    17. Έφτανε γοργά, ο χειρότερος χειμώνας,
    όπως δεν τον γνωρίσαμε ποτέ,
    άγριος, αλαζόνας, βίαιος,
    οπλισμένος με τα δυνατότερα όπλα του

    κι όμως εσύ, στεκόσουν κόντρα,
    στον άνεμο και τις καταιγίδες του,
    εκεί στο ψηλότερο σημείο,
    σαν σπουργίτι ορφανό, με το κεφάλι ψηλά,
    υπερήφανος

    καταλάβαινες ότι αυτός
    ήταν ο τελευταίος σου χειμώνας,
    μα ήσουν έτοιμος να τον νικήσεις,
    γιατί ήσουν δίκαιος, γλυκός,
    αποφασισμένος, άνθρωπος.

    Γιάννης Βέλλης

    ***

    18. ΧΕΙΜΕΡΙΝΟΣ ΚΟΛΥΜΒΗΤΗΣ

    Παράξενο πως όλες αυτές τις μέρες,
    σκέφτομαι τη ζωή μου από το τέλος,
    από το τέλος στην αρχή.

    Η ζωή, το μεγάλο ποτάμι.
    Κι εγώ, αντίθετα στο ρεύμα,
    ανηφορίζοντας στις πηγές, να βλέπω την εκβολή.
    Γύρω το ρεύμα σέρνει σκάφη γεμάτα
    ανύποπτους εκδρομείς με φωνές και γέλια.

    Κι ένας χειμερινός κολυμβητής, γέρος, πεισματάρης,
    ανηφορίζει τη ζωή του από το τέλος,
    από το τέλος στην αρχή.

    ΝΙΚΟΣ ΔΗΜΟΥ

    ***

    19. ΤΙ ΜΑΣ ΚΑΝΕΙΣ ΧΕΙΜΩΝΑ;

    Έβρεξες και χιόνισες, άσπλαχνε χειμώνα.
    Πάγωσες την όμορφη τρυφερή ανεμώνα.

    Όλους μας φυλάκισες μέσα στη φωλιά μας.
    Φύσηξες και ρήμαξες την αμυγδαλιά μας.

    Φτάνουν πια οι κακοκαιρίες φτάνουν πια τα χιόνια.
    Άσε να ‘ρθει η άνοιξη με τα χελιδόνια.

    ΓΙΩΡΓΗΣ ΚΡΟΚΟΣ

    The Moody Blues – A Winter’s Tale

    20. ΧΕΙΜΩΝΑΣ

    Νύχτα, χειμώνας σαρωτικός. Λίγο μόνο
    τις κουρτίνες σηκώνεις και κοιτάς. Ανασηκώνονται
    άγρια τα μαλλιά σου, η χαρά άξαφνα
    ανοίγει διάπλατα τα μαύρα τα μάτια∙

    με κείνο που είδε ‒ήταν μια εικόνα
    του τέλους του κόσμου‒ παρηγοριέται:
    η καρδιά ως τα βάθη ζεστή, γεμάτη.
    Κι ένας άνδρας σε λίμνη πλανιέται
    παγωμένη, κάτω απ’ το στραβό φανοστάτη.

    Umberto Saba (1883-1957) ηλεκτρονικό Φρέαρ -Μετάφραση από τα ιταλικά: Θεοδόσης Κοντάκης

    ***

    21. ΧΕΙΜΩΝΑΣ

    Ο καιρός άλλαξε.
    Έβαλε κρύο.
    Κι εμείς δεν προλάβαμε να ετοιμαστούμε στο σπίτι.
    Βέβαια δεν ήμαστε μόνοι.
    Κι αυτό μας ζέσταινε.

    Όταν όμως πλάκωσε η βαρυχειμωνιά
    ο καθένας βυθίστηκε μες στο παλτό του.
    Προσπάθησε να κοιμηθεί για να μη σκέφτεται.

    Το πρωί μας βρήκε χωριστά
    ν’ αναζητούμε ποιος λείπει ανάμεσά μας.
    Κανείς δεν είδε.
    Μα όλοι είμαστε γνώστες της ενοχής μας.

    ΜΑΡΙΑ ΚΟΚΚΙΝΑΚΗ -Η γούρνα με τα περιστέρια, 2016

  4. *Καλημέρα, Αγγελική! Λόγω εορτών η επόμενη ανάρτηση θα γίνει μετά τ’ Άη Γιαννιού.
    Καλές γιορτές!!!!

    *Vivaldi: Winter (I’ inverno)

    -Τάσος Λειβαδίτης, «Αναμονή»

    «Ήταν ένας νέος ωχρός, καθόταν στο πεζοδρόμιο, χειμώνας,
    κρύωνε. «Τι περιμένεις;» του λέω. «Τον άλλον αιώνα», μου λέει.
    Και χιόνιζε ήσυχα ήσυχα, όπως πάνω από έναν τάφο.»

    (Τάσος Λειβαδίτης, Ο τυφλός με τον λύχνο, εκδόσεις Κέδρος)

    -Τάσος Λειβαδίτης, Ιστορίες για το Χειμώνα

    Ώσπου ένα πρωί ξυπνάς με την πεποίθηση ότι μες στον ύπνο σου βρήκες επιτέλους τον αληθινό προορισμό σου — ντύθηκα βιαστικά κι αποχαιρέτησα τους δικούς μου παίζοντας μια υπέροχη μελωδία πάνω στα κάγκελα του κρεβατιού, ώ, μη γελάτε γιατί τα πράγματα έχουν δυο όψεις κι εγώ προτιμώ την πιο συναρπαστική — και αδιάκοπα αυτή η αίσθηση ότι δεν μπορέσαμε να ζήσουμε ποτέ την αληθινή μας ζωή κι έμεινε για πάντα εκεί στα σκοτεινά
    (γι’ αυτό τα βράδια σωπαίνουμε κι αφουγκραζόμαστε το σκοτάδι) — ώ μελαγχολία του απείρου – ας σηκώσουμε το ποτήρι μας κι ας πιούμε εις υγείαν της συμπόνιας, γιατί δε θα γνωρίσει ποτέ ο ένας τον άλλον σαν τη μητέρα το ίδιο βράδυ που πέθανε ο πατέρας πήρε απ’ το συρτάρι κάτι κοριτσίστικες κορδέλες και τις έδεσε στα μαλλιά της για να δείξει ότι ο κόσμος δε χάθηκε ακόμα κι ότι ίσως έχουμε καιρό.
    Άλλα ας αφήσουμε τις ελπίδες μας γι’ αύριο κι ας κοιτάξουμε πίσω απ’ τον καναπέ, εκεί που συμβαίνουν τα μεγάλα γεγονότα όπως τα πρώτα μας δάκρυα — κι αργότερα έπρεπε να υποφέρω για να κρύβω τη μεγάλη αποστολή μου ώσπου στο τέλος αγάπησα κι αυτό το ωραίο δέντρο στον κήπο έτσι δεν ξέχασα ποτέ πως κάποιος πολύ σοβαρός λόγος με είχε
    φέρει στη γη ενώ στο βάθος κάθε νύχτας μου υπάρχει ένα μυστικό που φοβάμαι να το ανακαλύψω. Υπερβολές, θα πείτε. Όμως γι’ αυτό θα ‘χουμε ιστορίες για όλο το χειμώνα.

    (http://www.katiousa.gr/logotechnia/istories-tou-cheimona/)

    Γιάννης Ρίτσος , «Σταχτής χειμώνας»

    Σταχτής χειμώνας. Το σταχτί δεσπόζει έξω και μέσα στο τοπίο. Σταχτιά σπίτια, οι δρόμοι, τα βουνά σταχτιά, τα λίγα δέντρα.
    Ετούτο το καίκι απορριγμένο στη στεριά – το θυμάμαι από πρόπερσι,
    κάποιος αδέξιος παραθεριστής είχε καθήσει στο ένδοξο λιοπύρι
    και το ζωγράφιζε- έτσι ξεχασμένο και πράταιρο
    στο τότε φως και στα γέλια των λουομένων.
    Τώρα βρήκε τη θέση του βολεύτηκε,
    κι ας έσπασαν οι ανέμοι τα κατάρτια του,
    μες στη σταχτιά ερημιά, στην άφωνη βουή της θάλασσας
    που έτσι με το να λέει, να λέει, κανείς δεν τη προσέχει πιά -τη συνήθισαν
    όπως ένα παλιό, τεράστιο εκκρεμές που ξεχάστηκε στο άπειρο,
    όπως το αίμα που κυλάει αγνοημένο μεσ’ στις φλέβες.
    Βολεύτηκε δίπλα σ’ αυτά τα σπίτια της ακρογιαλιάς,
    γδαρμένα απ’ τα νύχια του χρόνου και του ανέμου,
    της σιωπής και το πόνου,
    δίπλα σ’ αυτά τα εγκαταλελειμμένα καταστήματα
    με τις δυσκολοδιάβαστες επιγραφές,
    τα «Γενικόν Εμπόριον» και «Καφενείον η Ρέμβη»

    (http://www.magikokouti.gr/ri-xroniko.htm)

    -Μιχάλη Γκανά, “Λίγος χειμώνας πέρσι και γλυκός”

    Λίγος χειμώνας πέρσι και γλυκός·
    γλυκύς βραστός με αραιό χαρμάνι.
    Χιόνισε ζάχαρη Ζαχάρω και Σοχό
    μα στο Ντομπρίνοβο του Σκουρογιάννη
    (Ντουμπρίνοβο το λεν οι χωριανοί
    κι ας γράφουν οι ταμπέλες Ηλιοχώρι)
    αρκούδες άυπνες αλλάζανε πλευρό
    και δέρνονταν τα φίδια στο Ζαγόρι.
    Νύσταξε κι η αρκούδα του Χατζή
    μα πώς να κοιμηθεί με πανωφόρι
    αφού τη γούνα της να βγάλει δεν μπορεί
    κι ας λιώνει από τη ζέστη η καημένη
    γραμμένο της στο Γράμμο να καεί
    κι όχι στα γουναράδικα γδαρμένη.
    Λίγος χειμώνας πέρσι και γλυκός·
    γλυκύς πικρός σε πλαστικό κουπάκι.
    Το ‘στρωσε θάνατο στη χώρα του χαμού
    ετούτο το μακρύ καλοκαιράκι.

    (Από την ποιητική συλλογή “Άψινθος”, του Μιχάλη Γκανά)

    *Κι ένα ωραίο κείμενο του Νίκου Δήμου:

    -Νίκος Δήμου, «Εναντίον του χειμώνα»

    Πριν 100 περίπου χρόνια ο Ezra Pound έκανε μία παρωδία του αρχαιότερου ποιήματος της Αγγλόφωνης λογοτεχνίας. To αρχικό κείμενο ήταν:
    Sumer is icumen in,
    Lhude sing cuccu!
    Groweth sed, and bloweth med,
    And springeth the wude nu.
    Sing: cuccu
    (δηλαδή: ήρθε το καλοκαίρι, δυνατά τραγουδάει ο κούκος, μεγαλώνει ο σπόρος και ανθίζει το λιβάδι και θάλλει το δάσος. Τραγουδήστε: κούκος!) και το μετέτρεψε σε:
    Winter is icummen in
    Lhude sing Goddam
    Raineth drop and staineth slop
    And how the wind doth ramm!
    Sing: Goddam
    (Δηλαδή: Ήρθε ο χειμώνας, τραγουδήστε δυνατά: στο Διάβολο! Βρέχει σταγόνες και σε λερώνουν τα λασπόνερα – και πως περονιάζει ο άνεμος! Τραγουδήστε: στο Διάβολο!)
    Λοιπόν είναι καιρός να ακουστεί και η άλλη πλευρά – του Pound και η δική μου. Η πλευρά όσων μισούν τον χειμώνα.
    Όλη η φιλολογία γύρω στον χειμώνα είναι μία ρομαντική κατασκευή. Τοχιόνι είναι πολύ όμορφο στις καρτ-ποστάλ, αλλά δεν παύει να είναι ενοχλητικό και επικίνδυνο και για τον πεζοπόρο και για τον οδηγό. Για να μην πούμε τι συμβαίνει όταν φτάσει πάνω από τους 30 πόντους και κλείσουν οι δρόμοι. Οπάγος είναι καλός για τους παγοδρόμους – ιδιαίτερα σε κλειστά στάδια. Για όλους εμάς τους άλλους είναι πηγή ολισθημάτων και καταγμάτων. Λένε πως «τοκρύο είναι υγεία» αλλά μόνο «υγιεινό» δεν είναι – προκαλεί μύρια όσα κακά: από κρυολογήματα και πνευμονίες μέχρι γρίπη και εμφράγματα. Ο «βοριάς που τ’αρνάκια παγώνει», παγώνει και τους φτωχούς συμπολίτες μας που δεν έχουν να πληρώσουν πετρέλαιο με 190 000 τον τόνο. Που δεν έχουν να αγοράσουν ζεστά ρούχα και «θερμήν υπόδεσιν δια τους παγωμένους πόδας των» όπως γράφει και ο Παπαδιαμάντης.
    Γενικά ο χειμώνας είναι για τους πλούσιους – εποχή των προνομιούχων. Το καλοκαίρι η ζέστη είναι τζάμπα, τα ρούχα λίγα και τα τρόφιμα φτηνότερα.
    Τι διάβολο βρίσκουν στον χειμώνα οι θαυμαστές του; Βροχή, αέρας, χιόνι, ομίχλη – τι το ωραίο σε αυτά. Μόνο ο Gene Kelly τραγουδούσε στη βροχή – αλλά στην ταινία. Έχετε δει κανένα να το κάνει στην πραγματικότητα;
    «Κρύο – καιρός για δύο». Άλλος μύθος! Έχετε δοκιμάσει να κάνετε έρωτα υπό το μηδέν; Ε, σας διαβεβαιώ ότι δεν γίνεται. Και όλες εκείνες οι ερωτικές σκηνές μπροστά στο αναμμένο τζάκι; Άλλη ρoμαντική κατασκευή – φοβερά άβολο πράγμα να χτυπιέσαι στο πάτωμα, η μία σου μεριά να ψήνεται και η άλλη να παγώνει.
    Τι του ζηλέψατε του χειμώνα; Το σκοτάδι και τις ατέλειωτες νύχτες του; Την υγρασία που σαπίζει τα κόκαλα; «Πολλοί άνθρωποι, λένε ότι απολαμβάνουν τον χειμώνα», γράφει ο Richard Adams, «αλλά αυτό που πραγματικά απολαμβάνουν είναι να αισθάνονται ότι είναι καλά οχυρωμένοι εναντίον του». Δηλαδή χαιρόμαστε να νιώθουμε ζεστοί τον χειμώνα. Ε, χάθηκε το καλοκαίρι, όπου η ζέστη είναι φυσική και δεν κοστίζει;
    Κυρίες και κύριοι – σαν συνεπής επικούρειος, μισώ τον χειμώνα: Είναι άβολος, ανθυγιεινός, ακριβός, άσκημος. Γιατί μην μου πείτε ότι συγκρίνεται με την ανθοφορία της άνοιξης, με την δόξα του καλοκαιριού, με τα χρώματα του φθινοπώρου!
    Ο χειμώνας νεκρώνει τις αισθήσεις – κι εγώ μόνο με τις αισθήσεις επικοινωνώ με την ζωή.
    Πού να διαβάσεις Ελύτη τον χειμώνα: μόνο τα τελευταία του ποιήματα είναι χειμωνιάτικα…
    Ίσως και γι αυτό να μην μ’αρέσει ο χειμώνας: συμβολίζει τα γηρατειά. Κι όπως κι αυτά, τον βρίσκω αντιπαθέστατο και εντελώς περιττό. Όχι πέστε μου – τι χρειάζεται ο χειμώνας; Δεν θα προτιμούσατε να ζείτε σε ένα μέρος που να βασιλεύει μόνιμα η άνοιξη; Τι χρειάζεται ο Γενάρης, όταν υπάρχει ο Μάης;
    Όσοι φαντάστηκαν τον παράδεισο – ανοιξιάτικο τον φαντάστηκαν. Αυτό δεν σας λέει κάτι; Μπορείτε να φανταστείτε παράδεισο στον Βόρειο Πόλο;
    Δυστυχώς ο χειμώνας – όπως και το γήρας – δεν είναι εποχή. Είναι μία αναγκαιότητα. Κάτι παραπάνω: είναι μίααδικία.
    Δεν ανήκω σε αυτούς που ψιθυρίζουν: «Τα πάντα εν σοφία εποίησεν…» Μπορεί να είναι κι έτσι… Αλλά τότε εν σοφία εποίησεν και το μυαλό μου – και αυτό αδυνατεί να καταλάβει την αναγκαιότητα του χειμώνα, του γήρατος, της παρακμής και του θανάτου. Κάποιος έβαλε μέσα μου έρωτα ζωής παράφορο – και μετά μου ζητάει να αποδεχθώ το αντίθετο…
    Για όλους τους εραστές της ζωής ο χειμώνας είναι μία άρνηση. Μπορεί να έχει και μερικές καλές στιγμές – αλλά είναι διαλείμματα. Και είναι οι στιγμές που τον πολεμάμε σωστά, που τον ακυρώνουμε. Χαιρόμαστε την κατάλυση της δύναμής του.
    Για όλους τους εραστές του φωτός, η εποχή με τις τεράστιες νύχτες είναι το βασίλειο του σκότους. Η ημέρα που εγώ γιορτάζω δεν είναι η ονομαστική μου εορτή ή τα γενέθλιά μου, αλλά η εικοστή πρώτη Ιουνίου. Το θερινό ηλιοστάσιο – η μεγαλύτερη μέρα του χρόνου. Όπου το φως κυριαρχεί και η φύση λάμπει.
    Βέβαια ο ρομαντικός εξωραϊσμός του χειμώνα, όταν δεν είναι αφέλεια, είναι μία άμυνα. Προσπαθούμε να δούμε τις καλές πλευρές του αναπόφευκτου. Σαν τα γερατειά και πάλι, που τα ονομάσαμε «τρίτη ηλικία» (γέροι δεν υπάρχουν πια) και τους βρίσκουμε διάφορες πραγματικές ή πλαστές χάρες. Παρηγοριά στον άρρωστο…
    Κι όλη η τέχνη γύρω από τον χειμώνα; Η αποστολή της τέχνης είναι να απαλύνει την αντιξοότητα: αυτό κάνει και εδώ: καλλωπίζει το μαύρο, για να το αντέξουμε.
    (Τόση ώρα μιλάω για το χειμώνα και εννοώ όλα τα άλλα. Ελπίζω να το έχετε καταλάβει…)
    Ο Calvin Coolidge πρόεδρος των ΗΠΑ, φημιζόταν για την λακωνικότητά του. Κάποτε πήγε στην εκκλησία όπου ο ιεροκήρυκας εκφώνησε ένα δίωρο κήρυγμα περί αμαρτίας. Όταν στην έξοδο της λειτουργίας, τον ρώτησαν τι είχε πει, ο Coolidge απάντησε: «Ήταν αντίθετος».
    Ε λοιπόν κι εγώ «είμαι αντίθετος». Κάθετα – που λένε. Αν από εμένα περιμένατε λόγο πανηγυρικό, έπρεπε να με καλέσετε την άνοιξη. Ο χειμώνας είναι μία δικτατορία – και όσο ζω θα του προβάλλω αντίσταση.

    (http://www.ndimou.gr/el/keimena/anthologia/satires/enantion/)

  5. The Strawbs , The Winter Long

    22. OTAN KANEI KΡYO

    Όταν κάνει κρύο τον καιρό του κρύου, για μένα είναι σαν να ’κανε καλοκαιρία,
    γιατί για το είναι μου, επαρκές στην ύπαρξη των πραγμάτων,
    το φυσικό είναι το ευχάριστο μόνο επειδή ’ναι φυσικό.

    Δέχομαι τις δυσκολίες της ζωής γιατ’ είν’ το πεπρωμένο,
    όπως δέχομαι το κρύο μεσούντος του Χειμώνα
    ειρηνικά, δίχως να κλαίγομαι, σαν όποιος απλά και μόνο δέχεται
    και βρίσκει χαρά στο γεγονός να δέχεται,
    στο γεγονός ύψιστα επιστημονικό και δύσκολο να δέχεται το αναπόφευκτο φυσικό.

    Τ’ είναι για μένα οι αρρώστιες που ’χω και τα κακά που μου συμβαίνουν
    αν όχι ο Χειμώνας του ατόμου μου και της ζωής μου;

    Ο ακανόνιστος Χειμώνας, που τους νόμους της εμφάνισής του αγνοώ,
    που υπάρχει όμως για μένα δυνάμει της ίδιας της ύψιστης μοίρας,
    της ίδιας αναπόφευκτης εξωτερικότητας προς εμένα,
    σαν τη ζέστη της γης μεσούντος του Θέρους
    και το κρύο της γης στο απόγειο του Χειμώνα.
    Δέχομαι από προσωπικότητα.

    Γεννήθηκα υποκείμενος, όπως οι υπόλοιποι, σε σφάλματα και σ’ ελαττώματα,
    ποτέ όμως στο σφάλμα να θέλω να μάθω πάρα πολλά,
    ποτέ στο σφάλμα να θέλω να μάθω μόνο με τη νόηση,
    ποτέ στο ελάττωμα ν’ απαιτώ απ’ τον Κόσμο
    που υπήρξε οτιδήποτε δεν υπήρξε ο Κόσμος.

    Fernando Pessoa (Φερνάντο Πεσσόα, 1888-1935), Ποιήματα του Αλμπέρτο Καέιρο, εκδόσεις Γνώση, 1982, μετ: Φίλιππος Δρακονταειδής

    ***

    23. ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΗ ΣΤΙΓΜΗ

    Κάθε κίνηση είναι κυκλική
    στην γωνία του τοίχου, εκεί
    όπου τα φύλλα συρρέουν και περιστρέφονται
    γύρω από τον εαυτό τους
    μέσα στο ουρλιαχτό τ’ ανέμου.

    Χιονισμένα τοπία
    Οφείλουμε να τους πιστώσουμε
    την ομορφιά και την ανάσταση
    που σμίγουνε με τον χειμώνα;

    Τόση είναι η δική μας γνώση• μια λεπτομέρεια
    που θροΐζει στα φύλλα τα ξερά, μια θλίψη
    σ’ ένα απόγευμα των ημερών μας.

    Χοακίν Χιανούτσι , μτφρ. Στάθης Ιντζές

    ***

    24. ΠΟΡΤΟΚΑΛΙά

    Τι θλιβερός χειμώνας, Θε μου!
    Τι θλιβερός χειμώνας!

    Ένα πορτοκαλί μεσοφόρι κρέμεται,
    ένα ροζ ξεσκονόπανο και βρέχει.
    Ένας γέρος κοιτάζει μες’ απ’ το τζάμι.
    Ένα ξερό δέντρο,
    ένα φως αναμμένο χρώμα πορτοκαλιού.
    Ένα δέντρο με πορτοκάλια πιο πέρα.

    Και το κορίτσι αναποδογυρισμένο
    και το φλιτζάνι σπασμένο
    κι όλοι, Θε μου, να κλαίνε να κλαίνε να κλαίνε
    Κι ύστερα χρήματα χρήματα χρήματα πολλά

    Τι θλιβερός χειμώνας, Θε μου!
    Τι θλιβερός χειμώνας, Θε μου!
    Τι θλιβερός χειμώνας

    MIΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

    ΥΓ. Σου στέλνω με μέιλ κάτι που πατάει στην επικαιρότητα.
    Κάνε ό,τι νομίζεις μ’ αυτό.

  6. 25. MIA MEΡΑ ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΗ

    Μια μέρα χειμωνιάτικη είναι ένα δέντρο ξεπαγιασμένο
    Που θέλει κάτι να ντυθεί και να μη στέκεται άλλο όρθιο

    Μια μέρα χειμωνιάτικη είναι μια κλαμένη ροδιά
    Μια λεύκα δίχως μυστικά -ένα πλατάνι αφοπλισμένο

    Μια μέρα χειμωνιάτικη είναι μια καρδερίνα πεινασμένη
    Ένα κοτσύφι που τρελάθηκε και στέκει άφοβο στο τζάμι

    Μια μέρα χειμωνιάτικη είναι ένα ανέγγιχτο ρόπτρο
    Μια σόμπα που ψάχνει κρυφά τον ουρανό -ένας άδειος δρόμος

    Μια μέρα χειμωνιάτικη είναι ένα παρατημένο ραβδί
    Ένα σκυλί που δε γαβγίζει –ένα πρόβατο που θρηνεί

    Μια μέρα χειμωνιάτικη είναι ένας πόκος ομίχλης
    Που κρύβει μέσα της τελώνια πολλά κι έναν παράτολμο λύκο

    Μια μέρα χειμωνιάτικη είναι όλα τα πράγματα που αναβλήθηκαν
    Και που τα πιο πολλά δεν πρόκειται να γίνουν ποτέ

    Μια μέρα χειμωνιάτικη πρέπει να σμίξουμε γρήγορα
    Ν’ αγκαλιαστούμε σφιχτά και να επωάσουμε την άνοιξη

    ΗΛΙΑΣ ΚΕΦάΛΑΣ

  7. Σαν πίνακες ζωγραφικής τα περισσότερα ποιήματα για τον Χειμώνα, αν και τα «ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ» τής Αγγελικής, μου έκλεψαν λίγο παραπάνω την καρδιά! (το αντέγραψα!).. Χρόνια πολλά φίλοι μου, Γιάννη και Αγγελική, και καλές γιορτές! ✿

  8. Ευχαριστούμε πολύ, Petra!! …..Χρόνια πολλά και καλά επίσης!!!

  9. Γιάννη μου, πολύχρονος κι ο,τι επιθυμείς και να χαίρεσαι την οικογένεια σου! Καλή χρονιά με Υγεία! ✿

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Google photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: