Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (243ο): «Παλιό»…

*«Δρόμοι παλιοί»- Μαργαρίτα Zορμπαλά

 

-Κ. Π. Καβάφης, «Σ’ ένα βιβλίο παληό»

Σ’ ένα βιβλίο παληό — περίπου εκατό ετών —
ανάμεσα στα φύλλα του λησμονημένη,
ηύρα μιαν υδατογραφία άνευ υπογραφής.
Θάταν το έργον καλλιτέχνου λίαν δυνατού.
Έφερ’ ως τίτλον, «Παρουσίασις του Έρωτος».

Πλην μάλλον ήρμοζε, «—του έρωτος των άκρως αισθητών».

Γιατί ήταν φανερό σαν έβλεπες το έργον
(εύκολα νοιώθονταν η ιδέα του καλλιτέχνου)
που για όσους αγαπούνε κάπως υγιεινά,
μες στ’ οπωσδήποτε επιτετραμμένον μένοντες,
δεν ήταν προωρισμένος ο έφηβος
της ζωγραφιάς — με καστανά, βαθύχροα μάτια·
με του προσώπου του την εκλεκτή εμορφιά,
την εμορφιά των ανωμάλων έλξεων·
και τα ιδεώδη χείλη του που φέρνουνε
την ηδονή εις αγαπημένο σώμα·
με τα ιδεώδη μέλη του πλασμένα για κρεββάτια
που αναίσχυντα τ’ αποκαλεί η τρεχάμενη ηθική.

(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

 

 

 

-Κ. Καρυωτάκης, «Σε παλιό συμφοιτητή»

Φίλε, η καρδιά μου τώρα σαν να εγέρασε
Τελείωσεν η ζωή μου της Αθήνας,
που όμοια γλυκά και με το γλέντι επέρασε
και με την πίκρα κάποτε της πείνας.

Δε θα ‘ρθω πια στον τόπο που η πατρίδα μου
τον έδωκε το γιόρτασμα της νιότης,
παρά περαστικός, με την ελπίδα μου,
με τ’ όνειρο που εσβήστη, ταξιδιώτης.

Προσκυνητής θα πάω κατά το σπίτι σου
και θα μου πουν δεν ξέρουν τι εγίνης.
Μ’ άλλον μαζί θα ιδώ την Αφροδίτη σου
κι άλλοι το σπίτι θα ‘χουν της Ειρήνης.

Θα πάω προς την ταβέρνα, το σαμιώτικο
που επίναμε για να ξαναζητήσω.
Θα λείπεις, το κρασί τους θα’ ναι αλλιώτικο,
όμως εγώ θα πιω και θα μεθύσω.

Θ’ ανέβω τραγουδώντας και τρεκλίζοντας
στο Ζάππειο που ετραβούσαμεν αντάμα.
Τριγύρω θα ‘ναι ωραία πλατύς ο ορίζοντας,
και θα ‘ναι το τραγούδι μου σαν κλάμα.

[πηγή: Κώστας Καρυωτάκης, Άπαντα, Ερμής, Αθήνα, 2004]

 

 

*Δ. Σαββόπουλος, «Οι παλιοί μα φίλοι»

 

 

-Θωμάς Γκόρπας, «ΣΥΝΑΝΤΗΣΙΣ ΠΑΛΑΙΩΝ ΦΙΛΩΝ»

Μνήμη Νίκου Καρούζου

Ένας φίλος ήρθε απόψε από τα παλιά…
Πρόκειται περί αγάπης ή αναμνήσεως της αγάπης;
Παντού στην Αθήνα τραύματα νωχελικά
Μόνον η αδέσποτη νύχτα της μένει ακόμα δική μας
Σαν σκυλί σαν προδομένη αγάπη σαν διάχυτο λαϊκό τραγούδι
Γιομάτο ευγένεια.
Βέρα Βόδη μια αδάμαστη ακόμα γυναίκα ή ναυαγισμένη αδιάφορο
Στην άλλη μεριά ενός μεθυσμένου τηλεφώνου
Είναι γυμνή κ’ έχει στο σώμα της τόπους τόπους πληγές
Ή κρέμες νυκτός αδιάφορο αδιάφορο αδιάφορο
Γιατί τώρα αυτή τη στιγμή στην Πλατεία Κολωνακίου ώρα δύο
Μετά τα μεσάνυχτα
Εγώ και ο φίλος μου είμαστε δυό δίδυμες πηγές εξάρσεως
Ή δυό άνθη πεθαμένα στη γέννα τους
Ή δυό λαμπρά αυτοελεγχόμενα πέη
Οι πεθαμένοι φίλοι μας οι χαμένοι φίλοι μας οι καφέδες και τα
Τσιγάρα μας
Οι παπαγάλοι οι λεχρίτες οι σβηστοί.
Βέρα Βόδη ωραίο όνομα ποιητικό θαυμάσιες λέξεις όπως
Βραδινό αγέρι ανεμώνες μελαγχολική μουσική.
Πρέπει να βασανίζονται να ταπεινώνονται οι ωραίες λέξεις όπως
Βραδινό αγέρι ανεμώνες μελαγχολική μουσική.
Πρέπει να βασανίζονται να ταπεινώνονται οι ωραίες λέξεις
Όπως οι ωραίες γυναίκες μπας και αγαπηθούν στο τέλος.
Οι χασάπηδες της χαράς είναι σαν άγριοι σεμνοί βασιλιάδες
Όταν πέφτουν δάκρυα στο ποτήρι το κρασί βάφεται
Όταν πέφτουν τραγούδια ματώνει
Άλλα με τίποτε Δε νερώνει
Ούτε με Βέρες Βόδη ούτε με Χρίστους ούτε με γλυκές κάμαρες.
Οι σύγχρονες κάμερες είναι συντριπτικές των αναμνήσεων.
Θα πάρω ταξί θα πάρω τσιγάρα θα πάρω λαχεία θα πάρω το
Δρόμο του γυρισμού
Και θα τον πάρω ακριβώς γιατί κανένας Δε με περιμένει
Τι Προμηθέας τι τραγουδιστής τι πρώτη αγάπη το ίδιο κάνει.
Από ένα σημείο και πέρα σβήνουν α φώτα
Δεν έχει φώτα δεν έχει λιμάνια δεν έχει φαρμακεία γενικώς
Διανυκτερεύοντα έχει
Την αθέατη πλευρά του θανάτου που ξεδιπλώνεται ανοίγει λίγο
Λίγο και τα μάτια
Γίνονται τεράστια στα μπαλκόνια τους
Έρχονται τα ΄φύλλα της καρδιάς ν’ αγναντέψουν
Καπνίζοντας το τσιγάρο τους να ονειροπολήσουν
Τα πήρε ο ύπνος κ’ έγειραν
Για πάντα.
Πριν και μετά τη Βέρα Βόδη σκοτάδι
Πριν και μετά το σκοτάδι
Πριν και μετά τα’ άνθη του αίματος σκοτάδι
Και μόνο το τραγούδι καταργεί τα άκρα
Τα φάρμακα τις υπερβολικές δόσεις χαράς
Τα’ άσπρα σπιτάκια και τα πράσινα άλογα.
Υπάρχουμε ως ανοιχτές πληγές κόντρα στα καλά λόγια
Τα καλά παιδιά και τα καλά λάδια
Υπάρχουμε ως υπογραφές κόκινες κατακόκινες της φωτιάς
Σ’ απίθανα σημεία της νύχτας.
Δεν αφήνουμε απλώς τραγούδια πίσω μας στο μέλλον αλλά
Τα κομμάτια μας
Και κάπου μακριά ακόμα άρχισαν να κατασκευάζονται τα νέα
Μουσικά όργανα.

(Θωμάς Γκόρπας, Τα ποιήματα, Κέδρος)

 

 

 

-Ιωάννης Πολέμης, «Το παλιὸ βιολί»

Άκουσε τ΄ απόκοσμο το παλιό βιολί
μέσα στη νυχτερινή σιγαλιά του Απρίλη
στο παλιό κουφάρι του μια ψυχή λαλεί
με τ΄ αχνά κι’ απάρθενα της αγάπης χείλη.

Και τ’ αηδόνι τ’ άγρυπνο και το ζηλευτό
ζήλεψε κι εσώπασε κι έσκυψε κι εστάθη,
για να δει περήφανο τι πουλί ειν’ αυτό
που τα λέει γλυκύτερα της καρδιάς τα πάθη.

Ως κι ο γκιώνης τ’ άχαρο, το δειλό πουλί,
με λαχτάρα απόκρυφη τα φτερά τινάζει
και σωπαίνει ακούγοντας το παλιό βιολί,
για να μάθη ο δύστυχος πως ν` αναστενάζη.

Τι κι αν τρώη το ξύλο του το σαράκι; τι
κι αν περνούν αγύριστοι χρόνοι κι άλλοι χρόνοι;
Πιο γλυκιά και πιο όμορφη και πιο δυνατή
η φωνή του γίνεται, όσο αυτό παλιώνει.

Ειμ` εγώ τ’ απόκοσμο το παλιό βιολί
μέσα στη νυχτερινή σιγαλιά του Απρίλη
στο παλιό κουφάρι μου μια ψυχή λαλεί
με της πρώτης νιότης μου τα δροσάτα χείλη.

Τι κι αν τρώει τα σπλάχνα μου το σαράκι; τι
κι αν βαδίζω αγύριστα χρόνο με τον χρόνο;
Πιο γλυκιά πιο όμορφη και πιο δυνατή
γίνεται η αγάπη μου, όσο εγώ παλιώνω.

(https://www.sansimera.gr/anthology/647)

 

*Γιάννης Καλατζής ~ Το παλιό ρολόι

 

 

-Μπέρτολτ Μπρεχτ, «Η ΠΑΡΕΛΑΣΗ ΤΟΥ ΠΑΛΙΟΥ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟΥ»

Στεκόμουν πάνω σ’ ένα λόφο κι είδα το Παλιό να πλησιάζει, μα ερχόταν σα Νέο.
Σέρνονταν πάνω σε καινούργια δεκανίκια που κανένας δεν είχε ξαναδεί
Βρομούσε νέες μυρουδιές σαπίλας που κανείς δεν είχε ξαναμυρίσει.
Η πέτρα που πέρασε κατρακυλώντας ήταν η νεότερη εφεύρεση
Και τα ουρλιαχτά από τους γορίλες που βαράγανε τα στήθια τους
Συνθέτανε την πιο μοντέρνα μουσική.
Παντού μπορούσες να δεις τάφους ανοιχτούς που χάσκανε άδειοι καθώς
το Νέο πλησίαζε την πρωτεύουσα.
Ολόγυρα στέκανε όσοι εμπνέονταν από τον τρόμο, κραυγάζοντας:
Φτάνει Το Νέο, το Ολοκαίνουργιο, χαιρετήστε το Νέο, γίνεται και εσείς νέοι σαν και εμάς!
Κι αυτοί που ακούγανε, τίποτα άλλο δεν ακούγανε από τις κραυγές τους,
Μα αυτοί που βλέπανε, βλέπανε αυτά που δεν φωνάζονταν.
Έτσι το Παλιό έκανε την εμφάνισή του σε Νέο μασκαρεμένο,
Και έφερε αλυσοδεμένο μαζί του το Νέο να το παρουσιάσει σαν Παλιό.
Το νέο βάδιζε αλυσοδεμένο και ντυμένο με κουρέλια.
Αποκαλύπτονταν τα θεσπέσια μέλη του.
Κι η πομπή συνέχιζε να προχωράει μες τη νύχτα,
μα αυτό που πήρανε για χάραμα ήταν το φως απ’ τις φωτιές στον ουρανό.
Και η κραυγή: Φτάνει Το Νέο, το Ολοκαίνουργιο, χαιρετήστε το Νέο,
γίνεται και εσείς νέοι σαν και εμάς!
Πιο εύκολα θα ακουγότανε, αν όλα δεν είχανε πνιγεί μες τις ομοβροντίες των όπλων

(Μπέρτολτ Μπρεχτ, Από τη συλλογή Ποιήματα του Σβέντμποργκ)

 

 

 

-Κώστα Ουράνη, «Koρίτσια του παλιού καιρού…»

Κορίτσια του παλιού καιρού, Αθηναΐς, Ειρήνη:
μορφές, μέσα στη μνήμη μου, χιμαιρικές κι ωραίες,
σα ρόδινες σ’ ακίνητα βάλτων νερά νυμφαίες,
— τον τόπο αφότου αφήσατε, τί να ‘χετε απογίνει,
κορίτσια του παλιού καιρού, Αθηναΐς, Ειρήνη;

Ποιοι τάχα να σας χαίρουνται, σε ποια να ζείτε ξένα,
ω σεις που με μαγεύατε, παιδί, στην επαρχία,
όπως μαγεύουν έναστρης νυχτιάς την ησυχία
γλυκιές φωνές που τραγουδάν τραγούδια ευτυχισμένα,
ποιοι τάχα να σας χαίρουνται, σε ποια να ζείτε ξένα;

Σα να ‘ρθαν και σας πήρανε κουρσάρικα καράβια,
ούτ’ ένα μήνυμα από σας δεν ήρθε τώρα χρόνια!
Ρημάξανε τα σπίτια σας — κι απ’ τα ψηλά μπαλκόνια
μόνες οι γριές οι βάγιες σας κοιτάνε προς τα βράδια:
σα να ‘ρθαν και σας πήρανε κουρσάρικα καράβια…

[πηγή: Κώστας Ουράνης, Ποιήματα, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας»]

 

*Είναι παλιό το λιμάνι – Άλκηστις Πρωτοψάλτη

 

-Χλόη Κουτσουμπέλη, «Το παλιό καράβι του καινούργιου κόσμου»

 

Είχαμε παγιδευτεί σ’ εκείνο το παλιό καράβι, που όλο

έπλεε προς τα πίσω κι όταν τελικά φθάσαμε στην και-

νούργια γη, ανάλαφρος αέρας ανασήκωσε τα κολλαρι-

στά μας φορέματα, τι είναι εδώ ρώτησε η Αδελαΐδα,

χωρίς μνήμη φουρφούρισε η Ελισάβετ, μήπως χρειάζεστε

μία ομπρέλα, ψιθύρισε η Μαίρη Σμιθ και ύστερα όλα

τελείωσαν, γιατί κάποιος έκλεψε τον μικρό Χανς, ξέρετε

αυτόν που ο φούρναρης έπλασε από ζυμάρι κι όλοι ξέρουμε

πως ήταν η αθωότητά μας, όπως τα φτερά πεταλούδας ή

ένα αλογάκι της θάλασσας και ένας ναύτης είπε είναι η αγάπη

κι ένας άλλος είπε όχι, μπαίνουμε απλώς σε άλλο αιώνα.

[ http://www.andro.gr/empneusi/poems-boat/ ]

 

 

 

-Λένα Παππά, «Παλιά καλοκαίρια»

 

Καρπίζουν μέσα μου παλιά καλοκαίρια

ανάβουνε βλέμματα αλλότινα

θροίζουν αγγίγματα
Τίποτα, τίποτα δεν χάθηκε στ΄ αλήθεια

όλα είναι εδώ, όλα είναι εδώ
Μια σπίθα μόνο ανάβει πυρκαγιές

στις θημωνιές της μνήμης

πυρκαγιές στις θημωνιές της μνήμης
κι αν η ελπίδα το μέλλον συντηρεί

η μνήμη τρέφει το παρόν

το παρελθόν μας δικαιώνοντας
γιατί ότι υπήρξε μια φορά

δεν γίνεται να πάψει να εχει υπάρξει

(http://theologoud.blogspot.com/2008/11/blog-post_20.html)

 

*ΠΥΞ ΛΑΞ – Οι Παλιές Αγάπες Πάνε Στον Παράδεισο

 

-Ρόμπερτ Μπερνς, «Στις παλιές στιγμές»

 

Ξεχνιούνται οι παλιοί γνωστοί,

απ’ το μυαλό του χθες;

Ξεχνιούνται οι παλιοί γνωστοί,

κι οι παλιές στιγμές;

Στις παλιές στιγμές, φίλε μου,

στις παλιές στιγμές,

άλλη μια κούπα σεβασμού

στις παλιές στιγμές.

Κι η κούπα σου θα ύψωθεί !

κι η δική μου όπως και χθες !

Άλλη μια κούπα σεβασμού,

στις παλιές στιγμές.

Πάρε το χέρι φίλε μου!

Δως το δικό σ’ αν θες!

για μια φιλία καλή γουλιά,

στις παλιές στιγμές…

(http://www.mixanitouxronou.gr/xechniounte-i-palii-gnosti-ki-i-palies-stigmes-o-ethnikos-piitis-tis-skotias-pou-egrapse-ta-kalitera-tou-piimata-gia-na-glitosi-apo-tous-danistes/)

 

 

-Γ. Ρίτσος, «Παλιά μαζούρκα σε ρυθμό βροχής»

(αποσπάσματα)

Μαζεύτηκαν τα σύγνεφα στη δύση. Δεν είναι κόκκινα μήτε χρυσά.
Ένα χρώμα θαμπό μελιτζανί. Κ’ οι φωνές των παιδιών
πολύ μακρινές σα χαλασμένες φυσαρμόνικες
μέσα σε κάμαρες κλεισμένες όταν λείπει η μητέρα σε βεγγέρα
με κείνο το μωβ φόρεμα και τα μωβ μάτια
δυό μακρινά λιμάνια δίχως καΐκια. Συγνέφιασε πολύ.
Μην αργήσεις, μητέρα, θα βρέξει. Κ’ οι φωνές θα μείνουν μονάχες
σαν τ’ άδεια ποτήρια του νερού στο βραδινό τραπέζι,
τα ψίχουλα και τ’ άπλυτα πιάτα. Δε μπορώ. Κουράστηκα…

Απ’ τα προχτές μας το ’λεγε ο παππούς: θα βρέξει.
Κι ας έγραφε το μετεωρολογικό δελτίο: Καλοκαιρία
άνεμοι ασθενείς εις το Αιγαίον πέλαγος…
Μα αν ακούγαμε τον παππού (όλο βροχή και κρύο προμάντευε)
θα ’πρεπε να φοράμε διαρκώς τις μάλλινες φανέλες
το μάλλινο κασκόλ και το παλτό. Α, Θε μου…
Κι αν τύχαινε ποτές να κρυολογήσουμε:
«Δε στο ’λεγα – έλεγε ο παππούς στη μάνα μας –
να μην τ’ αφήνεις να γυρνούν χωρίς παλτό; Δε στο ’λεγα;»

 

…Γύρισε η μητέρα.
Ω, να, σκουπίζει τώρα τα παπούτσια της στο διάδρομο
κι ο ήχος της ομπρέλας της που κλείνει. Πέρασε η βροχή.
Μοσκοβολάει όλο το σπίτι μουσκεμένη ρίγανη και ζεσταμένες
κουβέρτες.

Η βροχή θα ’χει σαπουνίσει όλα τα φύλλα ένα – ένα
όπως η μητέρα μας σαπούνιζε τα χέρια μας σαν είμαστε μικρά
παιδιά –
τα φύλλα θα γυαλίζουν σαν τα μάτια των παιδιών. Πιότερο ακόμη.
Τα φύλλα πράσινα. Κ’ η θάλασσα γαλάζια. Μεγάλος που ’ναι ο
κόσμος…
Πάνω στη βέρα της μητέρας νύσταξε το φως.
Σηκώνουν τα μαχαιροπήρουνα και τα ποτήρια απ’ το τραπέζι.
Λίγα ψίχουλα σκόρπια. Οι πετσέτες σωριασμένες
σαν άσπρα πουλιά με σπασμένες φτερούγες.

Το πιάνο πάλι κ’ η μαζούρκα πιο προσεχτική.
Η σκόνη γλύστρησε απ’ τα φύλλα. Κ’ η βροχή
που φεύγει με το βήμα της παλιάς μαζούρκας
μακριά – μακριά στο αγαπημένο βράδι. Η μητέρα
που βγάζει τις φουρκέτες της αργά σα να βγάζει
τις πρόκες απ’ τους τοίχους σε μια κάμαρα που ξενοικιάστηκε
και μένει μόνη αμήχανη στο σκοτεινό ελευθερωμένο αέρα της.

Πρώτη σταγόνα της βροχής έξω στον τσίγκο. Πώς αργεί.
Ο θυρωρός της πλαϊνής πολυκατοικίας
θα κουβαλήσει την καρέκλα του απ’ το πεζοδρόμιο
και θα σταθεί σκυφτός με σταυρωμένα χέρια πίσω απ’ τη τζα-
μένια πόρτα

Καλή βροχή. Θ’ ανοίξει πέρα στους αγρούς μικρές λακκούβες
ίσαμε μια παλάμη για να σπείρει αγριοβιολέτες και κυκλάμινα
θα γεμίσει τις γούρνες του δάσους για να πιουν τα ελάφια
θα κρεμάσει στους βράχους μικρούς καθρέφτες μακρουλούς
να κοιταχτούν οι γλάροι και να δέσουν τις γραβάτες τους.
Ύστερα ο ουρανός θα ροδίζει χαμηλά κατά τους λόφους με τα
λιόδεντρα…

(https://pyroessa-logotimis.blogspot.com/2018/10/blog-post_24.html)

 

 

 

-ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΒΟΛΚΩΦ, «Ποιητές παλιοί…»

                        Της Ειρήνης Λαμνάτου

Ποιητές παλιοί που ακούσαμε,
ανάξιοι της αγάπης σας τελείως
δεν είμαστε, ίσως. Ναι. Ακούστε μας.
Δίχως Θεό, μα ο άνθρωπος πιο θείος.

Ποιητές παλιοί, το μερτικό μας είχαμε
κι εμείς στις δυστυχίες και στη φτώχεια.
Τ’ αρχαία φάσγανα μάς έσφαξαν,
μας έπνιξαν καινούργια βρόχια.

Ποιητές παλιοί, στα πάθη σας
τα πάθη μας προσθέσαμε – και πόσα.
Ματώσαμε. Λυγίσαμε. Πεθάναμε.
Κι όμως κρατήσαμε. Κρατήσαμε τη Γλώσσα.

(theodosisvolkof.blogspot.com, 2010)

 

 

 

 

Advertisements

Single Post Navigation

6 thoughts on “Πες το με ποίηση (243ο): «Παλιό»…

  1. Ομολογώ ότι έχεις διαλέξει τον αφρό των ποιημάτων –και των τραγουδιών- που αναφέρονται στο θέμα, Γιάννη! (Aτού να παίζει στην έδρα του κανείς. ) Ρισπέκτ λοιπόν, σε άπταιστα ελληνικά.
    Ξεκινώντας από το μηδέν, με βάση τα δικά σου ευρήματα, αρχίζω τον αγώνα τον καλό:
    1. ΜΟΥΣΕΙΟ ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ

    Ο λατρευτικός χώρος της νιότης μου
    έγινε μουσείο!
    Εκεί που περιχυμένη κρασιά
    φώναζα τ’ άστρα με τ’ όνομά τους
    «Μαρία!… Νίκο!…»
    και τα ποιήματα γατιά
    τρύπωναν κάτω απ’ το τραπέζι

    εκεί που ‘ρχόταν μαζί μας να πιει
    κι ο λόρδος Βύρων
    με μπέρτα την κληματαριά
    καθαγιασμένος απ’ το ρετσίνι
    εκεί που η μόνη θανάσιμη
    προσωπική προσβολή
    ήταν ενάντια στην ποίηση
    τώρα ταχτικές βιτρίνες
    βλέπω γύρω γύρω.

    Πίσω απ’ το γυαλί
    εκτίθενται τα πάθη μου
    με χρονολογία αρχής και τέλους
    οι σχέσεις μου αλφαβητικά
    —πρώτα με τους αγγέλους—
    με ημερομηνίες εισαγωγής κι εξαγωγής
    απ’ την εντατική του έρωτα.
    Νύχτα και μόνη, μπερδεμένη
    σ’ ένα λαβύρινθο τεχνητής μνήμης·
    καμιά σκέψη, κανένα συναίσθημα
    να φύγω έλεγα, να φύγω μακριά
    απ’ ένα παρελθόν ακατοίκητο
    που έγινε μουσείο.

    Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Η ύλη μόνη. Ποιήματα, Καστανιώτης, Αθήνα 2001

    Το τραγούδι του παλιού καιρού- Μανώλης Μητσιάς

    2. ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΠΑΛΙΟΥ ΚΑΙΡΟΥ

    Αλλάζουν οι καιροί, περνάν τα χρόνια
    του κόσμου το ποτάμι είναι θολό
    μα εγώ θα βγω στου ονείρου τα μπαλκόνια
    για να ιδώ σκυμμένο στον πηλό
    καράβια να κεντάς και χελιδόνια

    το πέλαγο πικρό και η γη μας λίγη
    και το νερό στα σύννεφα ακριβό
    το κυπαρίσσι η γύμνια το τυλίγει
    το χόρτο καίει τη στάχτη του βουβό
    κι ατέλειωτο του ήλιου το κυνήγι

    Κι ήρθες εσύ και σκάλισες μια κρήνη
    για τον παλιό του Πόντου ναυαγό
    που χάθηκε, μα η μνήμη του έχει μείνει
    κοχύλι λαμπερό στην Αμοργό
    και βότσαλο αρμυρό στη Σαντορίνη

    Κι απ’ τη δροσιά που σάλεψε στη φτέρη
    πήρα κι εγώ το δάκρυ μιας ροδιάς,
    για να μπορώ σε τούτο το τεφτέρι
    καημούς να συλλαβίζω της καρδιάς,
    με του παραμυθιού το πρώτο αστέρι.

    Μα τώρα που η Μεγάλη φτάνει Τρίτη
    και Ανάσταση θα αργήσει να φανεί
    θέλω να πας στην Μάνη και στην Κρήτη
    με συντροφιά σου εκεί παντοτινή
    το λύκο, τον αητό και τον αστρίτη.

    Κι άμα θα δεις κρυφά στο μέτωπό σου,
    να λάμπει μια απαλή μαρμαριγή
    τ’ αλλοτινό πεφτάστερο, σηκώσου,
    να ζωντανέψεις πάλι μια πηγή
    που καρτερεί στο βράχο το δικό σου.

    ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ

    Παλιά γειτονιά – Δ. Ψαριανός – Μ. Ζορμπαλά

    3. ΟΙ ΠΑΛΑΙΟΙ ΕΑΥΤΟΙ ΜΟΥ

    Πού πήγαν όλοι, πού χάθηκαν;
    Αυτός που κάποτε ήθελε να αλλάξει τον κόσμο,
    το παιδί που μικρό ήσυχο δεν καθόταν,
    ο άλλος μετά, του έρωτα ο έφηβος ο πληγωμένος,
    ο ατίθασος του στρατού ο σκληρός ο ατρόμητος,
    των δρόμων ο φλογερός οδοιπόρος ακόμη,
    πού πήγαν, πού χάθηκαν;

    Ένας άνεμος τους φύσηξε, τους τύλιξε.

    Κι εκείνος που φοβήθηκε, μένοντας μόνος, την αϋπνία,
    ορίστε, να τος, γυρνά τώρα στους δρόμους,
    κρατώντας στα χέρια μήλα και σόμπες.

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ, Κρυφός κυνηγός

    Κώστας Παρίσσης & Μίλτος Πασχαλίδης – Ο παλιός μου εαυτός

    4. Ο ΠΑΛΙΟΣ ΕΑΥΤΟΣ

    Περπατάει σκυφτός
    ο παλιός μου εαυτός
    τον βαραίνουν τα μη και τα πρέπει.
    Τον κοιτάω τρυφερά
    του μιλάω αλλά
    δεν με ακούει κι ούτε με βλέπει.

    Δεν περνάει καλά
    κι ονειρεύεται να
    δραπετεύσει σε άγνωστους τόπους.
    Του ‘χουν τύχει πολλά
    κι έχει μία καρδιά
    που αγαπάει τους λάθος ανθρώπους.

    Ο παλιός μου εαυτός
    προσπαθεί συνεχώς
    τις σωστές αποφάσεις να πάρει.
    Όμως κάθε φορά
    κάτι πάει στραβά
    κι η ζωή του μπλεγμένο κουβάρι.

    ΜΑΚΗΣ ΤΣΙΤΑΣ

    Παλιά πληγή ~ Θανάσης Παπακωνσταντίνου

    5. ΠΑΛΙΑ ΠΛΗΓΗ

    Βαθιά πληγή, παλιά πληγή μονάκριβη, δική μου.
    Την ξεριζώνω απ’ την καρδιά, φυτρώνει στην αυλή μου.
    Ανθίζει καταχείμωνο που οι φωνές κοπάζουν,
    Έχει τη φυλλωσιά πυκνή και νύχια που χαράζουν.

    Αγαπημένα πρόσωπα, αγαπημένα μάτια.
    Έρχονται σαν τα κύματα κι αφήνουν κατακάθια.
    Μαραίνεται απ’ το γέλιο μου, πίνει απ’ τα δάκρυά μου.
    Έρχεται στις παρέες μου και κλέβει τη μιλιά μου.

    Βαθιά πληγή, παλιά πληγή πες μου τί να κοιτάξω.
    Να μπω σε κόσμο σκοτεινό ή πάλι ν’ αγκαλιάσω;

    ΘΑΝΑΣΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

    ***

    6. ΠΑΛΑΙΟΙ ΜΟΝΙΜΟΙ ΚΑΤΟΙΚΟΙ

    Εδώ περιφέρονται κ’ οι σκιές των προγόνων μου.
    Κάποτε μάλιστα θαρρώ πως ανοίγει
    του μεγάλου, ακατοίκητου παλιού μας
    σπιτιού το παράθυρο ο πατέρας μου.

    Πώς βγάζει σιγά-σιγά το κεφάλι, βγάζει
    το χέρι. Με το μεγάλο του δάχτυλο
    μου δείχνει στο βάθος κάτι
    σαν όνειρο, κάτι σαν ένα περι-
    πλανώμενο, άπιαστο, ουράνιο τόξο.

    Τον ρωτώ
    αν αυτό που βλέπω μπορεί να είναι
    η ειρήνη. Με ακούει και αθόρυβα,
    χωρίς ν’ απαντήσει, κλείνει σιγά-σιγά
    το παράθυρο πάλι ο πατέρας.

    ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

    ***

    7. ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΠΟΔΗΛΑΤΟ
    Στη μνήμη του πατέρα μου

    Το παλιό ποδήλατο
    στην καρδιά σου φύλα το
    στα πετάλια του στηρίζεις
    παιδικές σου αναμνήσεις.
    Μαύρο και θεόρατο
    με τεράστια σέλα
    και με πόν’ αόρατο
    έλα και ξαναέλα.

    Το παλιό ποδήλατο
    να ξεχνάς αδύνατο
    έτριζε η καδένα του
    και μάγκωναν τα φρένα του.
    Κρέμονταν τα πόδια μου
    στον πισινό τροχό του
    τώρα με τα ζόρια μου
    πετώ με το φτερό του.

    Το παλιό ποδήλατο
    στ’ όνειρό μου είδα το
    το φανάρι νικελένιο
    έμαθα να περιμένω.
    Ακούω το κουδούνι
    στο έμπα της αυλής μας
    μ’ αξύριστο πηγούνι
    χαμογελάς μαζί μας.

    Το παλιό ποδήλατο
    αν μπορείς κυνήγα το
    γυάλιζαν οι ακτίνες του
    στου ήλιου τις αχτίδες του.
    Έβαζα το πρόσωπο
    πίσ’ από την πλάτη σου
    σ’ ένα κόσμο απρόσωπο
    φυλαχτό η αγάπη σου.

    Το παλιό ποδήλατο
    στην αυλή αφύλαχτο
    πού να το καβαλικέψεις
    πού ’ν’ τα κότσια να πιστέψεις.
    Απ’ τη μέση σε κρατώ
    και τ’ αέρι χαίρομαι
    αχ μπαμπά πώς σ’ αγαπώ
    τώρα π’ ερωτεύομαι.

    Γιώργος Φράγκος, «Παλαιοπωλείο ασμάτων», Φαρφουλάς 2013

    Διονύσης Σαββόπουλος – Σαν ρεμπέτικο παλιό

    8. ΠΑΛΙΕΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

    Από ύλη είναι φτιαγμένοι οι άνθρωποι
    άλλοι αντέχουν περισσότερο
    άλλοι αντέχουν λιγότερο
    Κάποια στιγμή
    χάνονται αναπάντεχα
    στα μισά της διαδρομής

    Πορευόμαστε με την ψευδαίσθηση
    ότι θα ζήσουμε για πάντα …
    και ξαφνικά
    γινόμαστε όλοι παλιές φωτογραφίες
    που όσο περνάει ο καιρός
    θαμπώνουν τα πρόσωπα
    και δεν φαίνεται πια αν χαμογελούσαμε
    ή αν ήμασταν σκεπτικοί…

    Σκιές και ψυχές ενός άλλου κόσμου
    σ’ ένα παλιό κομμάτι χαρτί….

    ΓΙΑΝΝΑ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΥ

    Μια παλιά φωτογραφία – Διονύσης Θεοδόσης

    9. ΜΙΑ ΠΑΛΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ

    Με το καράβι Αχαριστία
    μια μέρα κρύα σαλπάρισες,
    κι απ’ τα προσωπικά σου δώρα
    εκτός από βροχή και μπόρα
    ένα μονάχα μ’ άφησες.

    Μια παλιά φωτογραφία,
    αγκαλιά στη θάλασσα.
    Χτες την έκανα κομμάτια
    να μη βλέπουνε τα μάτια
    πόσα χρόνια χάλασα.

    Όσες φορές μ’ έχεις φιλήσει
    τόσες φορές σταυρώθηκα,
    κι αυτό που απ’ όλα τώρα μένει
    είναι μια κάμαρα θλιμμένη
    που κάποτε σου δόθηκα.

    ΑΛΚΗΣ ΑΛΚΑΙΟΣ

    Ας παν στην ευχή τα παλιά – Στέλιος Καζαντζίδης

    10. Ο ΦΥΛΛΟΜΑΝΤΗΣ

    Aπόψε βράδυ Aυγούστου οχτώ
    Nαυαγισμένο στα ρηχά των άστρων
    Tο παλιό μου σπίτι με τα σαμιαμίθια
    Kαι το χυμένο το κερί στο κομοδίνο επάνω
    Πόρτες παράθυρα ανοιχτά
    Tο παλιό μου σπίτι αδειάζοντας
    Φορτίο της ερημιάς μέσα στη νύχτα·[…]

    ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

    ***

    11. Τα παλιά τα σπίτια τα κλεισμένα
    πάντα κρύβουν κάτι και για μένα
    πράγματα γνωστά
    πράγματα πιστά
    πράγματα ζεστά κι αγαπημένα
    πράγματα γνωστά
    πράγματα πιστά
    πράγματα ζεστά, λησμονημένα[…]

    ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ

    ΜΙΛΑΩ ΠΑΛΙΑ – ΜΑΝΩΛΗΣ ΜΗΤΣΙΑΣ

    12. ΕΙΣ ΠΑΛΑΙΟΝ ΣΥΜΜΑΘΗΤΗΝ, ΟΜΟΤΕΧΝΟΝ
    Δ. Μ.
    Τον Ψυχάρη τον καταφρονείς
    Της δημοτικής το έχασες το πλοίο
    Φάση τωρινή: Έλιοτ, μπαγλαμάς
    Και αμφισβητίες (των Εξαρχείων;)

    Μας κρατάν τα ούζα που τραβάμε
    Κι ο Νοέμβρης του ΄73
    Καιρό όμως τώρα περπατάμε
    Άλλοι με κερί κι άλλοι με λυχνία.

    Νιόνιο, «εσέ σού πρέπει στέρεα γη»
    Άσε του μπαρόκ τις μαλακίες
    Μέσα στη θανάσιμη ζωή
    Βάδιζε αργά κι άκου ρομβίες.

    ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΦΥΣΣΑΣ

    Γιώργος Νταλάρας, Σαν παλιό σινεμά

    13. ΣΤΙΣ ΠΑΛΙΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ

    Ξεχνιούνται οι παλιοί γνωστοί,
    απ’ το μυαλό του χθες;
    Ξεχνιούνται οι παλιοί γνωστοί,
    κι οι παλιές στιγμές;

    Στις παλιές στιγμές, φίλε μου,
    στις παλιές στιγμές,
    άλλη μια κούπα σεβασμού
    στις παλιές στιγμές.

    Κι η κούπα σου θα υψωθεί!
    κι η δική μου όπως και χθες !
    Άλλη μια κούπα σεβασμού,
    στις παλιές στιγμές.

    Πάρε το χέρι φίλε μου!
    Δος το δικό σ’ αν θες!
    για μια φιλία καλή γουλιά,
    στις παλιές στιγμές.

    Ρόμπερτ Μπερνς (1759-1796)

    Γιώργος Νταλάρας | Λαυρέντης Μαχαιρίτσας ~ Ο παλιός στρατιώτης

    14. Η ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΠΑΛΙΟΥ ΣΠΙΤΙΟΥ

    Φορτισμένο με αναμνήσεις,
    στο μεταλλικό φεγγαρόφωτο
    στέκει μέσα στα χρόνια,
    ως υφαντό, με του ανέμου τ’ αδράχτι.

    Άφησε μια βαθιά ουλή
    στης μνήμης το καθάριο πρόσωπο.
    Η σιωπή του ανάμεσα
    στη μέρα και τη νύχτα.

    Από την αίσθηση του τοίχου,
    που η φθορά έχει νοτίσει,
    η μυρωδιά της πρώτης δόξας
    πλέκει ρόδινο στεφάνι.

    Στα μπαλκόνια του
    τα αηδόνια καλούν την άνοιξη
    και ο έρωτας από μπρούτζινο υλικό,
    στέκει ακλόνητος να περιμένει αιώνια.

    Σοφία Αγραπίδη

    Μπέλλου – Είπα να σβήσω τα παλιά

  2. *Πάρε το δρόμο τον παλιό – Βίκυ Μοσχολιού

    -« Είναι πάντα καινούργιο ό,τι δεν παλιώνει μέσα μας.»
    (Θωμάς Γκόρπας)

    -Σεφέρης Γιώργος, O γυρισμός του ξενιτεμένου

    ― Παλιέ μου φίλε τί γυρεύεις;
    χρόνια ξενιτεμένος ήρθες
    με εικόνες που έχεις αναθρέψει
    κάτω από ξένους ουρανούς
    μακριά απ’ τον τόπο το δικό σου.

    ― Γυρεύω τον παλιό μου κήπο·
    τα δέντρα μού έρχουνται ώς τη μέση
    κι οι λόφοι μοιάζουν με πεζούλια
    κι όμως σαν ήμουνα παιδί
    έπαιζα πάνω στο χορτάρι
    κάτω από τους μεγάλους ίσκιους
    κι έτρεχα πάνω σε πλαγιές
    ώρα πολλή λαχανιασμένος.

    ― Παλιέ μου φίλε ξεκουράσου
    σιγά-σιγά θα συνηθίσεις·
    θ’ ανηφορίσουμε μαζί
    στα γνώριμά σου μονοπάτια
    θα ξαποστάσουμε μαζί
    κάτω απ’ το θόλο των πλατάνων
    σιγά-σιγά θα ‘ρθούν κοντά σου
    το περιβόλι κι οι πλαγιές σου.

    ― Γυρεύω το παλιό μου σπίτι
    με τ’ αψηλά τα παραθύρια
    σκοτεινιασμένα απ’ τον κισσό
    γυρεύω την αρχαία κολόνα
    που κοίταζε ο θαλασσινός.
    Πώς θες να μπώ σ’ αυτή τη στάνη;
    οι στέγες μού έρχουνται ώς τους ώμους
    κι όσο μακριά και να κοιτάξω
    βλέπω γονατιστούς ανθρώπους
    λες κάνουνε την προσευχή τους.

    ― Παλιέ μου φίλε δε μ’ ακούς;
    σιγά-σιγά θα συνηθίσεις
    το σπίτι σου είναι αυτό που βλέπεις
    κι αυτή την πόρτα θα χτυπήσουν
    σε λίγο οι φίλοι κι οι δικοί σου
    γλυκά να σε καλωσορίσουν.

    ― Γιατί είναι απόμακρη η φωνή σου;
    σήκωσε λίγο το κεφάλι
    να καταλάβω τί μου λες
    όσο μιλάς τ’ ανάστημά σου
    ολοένα πάει και λιγοστεύει
    λες και βυθίζεσαι στο χώμα.

    ― Παλιέ μου φίλε συλλογίσου
    σιγά-σιγά θα συνηθίσεις
    η νοσταλγία σού έχει πλάσει
    μια χώρα ανύπαρχτη με νόμους
    έξω απ’ τη γης κι απ’ τους ανθρώπους.

    ― Πια δεν ακούω τσιμουδιά
    βούλιαξε κι ο στερνός μου φίλος
    παράξενο πώς χαμηλώνουν
    όλα τριγύρω κάθε τόσο
    εδώ διαβαίνουν και θερίζουν
    χιλιάδες άρματα δρεπανηφόρα.

    (από τα Ποιήματα, Ίκαρος 1974)

    -Κώστα Βάρναλη, «Παλιολαός»

    Σαν πρωτόβγα στη ζωή,
    τίποτα δε βρήκα.
    Ένας δρόμος. Κι ουδέ νους
    ουδέ μάτια κι ακοή.
    Στο κοπάδι μπήκα
    και με δέσαν μ’ ολουνούς.
    Θάλασσα, στεριά και φως
    τίποτα δικό μας.
    Τίποτ’ έξω μας κ’ εντός.
    Μόν’ ο Χάρος αδερφός
    και μοναδικό μας
    φως και τέρμα του παντός.
    — Πού πηγαίνουμε, αδερφοί;
    φώναζα. Κανένας
    δε γυρνούσε. Είταν, οϊμέ
    όλοι τους όμοια κουφοί
    και τυφλοί της γέννας
    και δεμένοι σαν κ’ εμέ!
    Σκουντουφλούσαμε γερτοί
    λάσπη φορτωμένοι.
    — Προχωράτε ζωντανά!
    να και τούτη, να κι αυτή
    σ’ όποιον αποσταίνει,
    να μη σηκωθεί ξανά.
    Προχωράμε ολοζωίς
    κ’ είμαστε όλο πίσου.
    Ένας κλαίει, άλλος γελά,
    όταν σκάβουμε τη γης,
    ξέχειλοι του μίσου,
    το δικό μας τάφο… Αλλά
    να! μπροστά μας άλλοι οχτροί,
    όμοι’ αλυσωμένοι!
    — Ίσ’ απάνω τους!… Καρδιά!…
    Θα σας πάρουν την ιερή
    την πατρίδα οι ξένοι,
    τις γυναίκες, τα παιδιά!
    Μνέσκαμ’ από τη σφαγή
    ένας κάθε δέκα
    και σακάτηδες! Ξανά
    εδικιά τους όλ’ η γη,
    τέκνα μας, γυναίκα
    και δεμένοι πιο στενά!
    Χάιντε πάλι απ’ την αρχή
    ξύλο και πορεία
    κατά θέλημα θεού,
    δίχως σώμα και ψυχή.
    Προπατορική ιστορία
    του παλιολαού!
    Ξαφνικά σεισμός, βουλκάνοι
    με φωτιά κατεβατή.
    Στοπ! Δεν έχει άλλη πορεία!
    Τρέχει ο δήμιος, δεν προκάνει,
    σ’ εκκλησιά πελεκητή
    να γυρέψει σωτηρία.
    Τ’ είναι τούτ’: Οργή Λαού
    παρά θέλημα Θεού!

    [πηγή: Κώστας Βάρναλης, Ποιητικά, Εκδόσεις «Ο Κέδρος», Αθήνα 2006]

    -Afanti St, Παλιώνουν οι άνθρωποι

    Κάπως, έτσι, σε μια στιγμή, οι άνθρωποι παλιώνουν.
    Γιατί πάλιωσαν πρώτα τα ψέματα, οι δικαιολογίες και τα λόγια.
    Η παρουσία της απουσίας είναι χειρότερη από την απουσία της παρουσίας.
    Όταν στον έρωτα πρέπει να πηγαίνεις δυο βήματα μπροστά, εγώ βαρέθηκα να κάνω τρία πίσω.

    Μήπως δεν είδα καλά, μήπως δεν κατάλαβα;
    Κάτσε πίσω, κοίτα πιο καθαρά ή κοίτα πιο θολά γιατί το θολό συμφέρει μην χαλάσεις τη βολή σου.
    Ποια βολή;
    Μπορώ να κοιμάμαι και μόνη μου στο κρεβάτι μου, πετάω δυο μαξιλάρια και τα παίρνω αγκαλιά και αν ζεσταθώ το βράδυ, τα στέλνω στο διάολο και κοιμάμαι οριζοντίως και καθέτως άμα λάχει.

    Γιατί πάλιωσαν οι αναμνήσεις και δεν χωράνε στο κρεβάτι μου, πόσο μάλλον στην αγκαλιά μου. Στο είπα και το βράδυ που ήρθες στο μπαλκόνι μου, »μην είσαι εδώ, αν δεν μπορείς -μην έρχεσαι’’.
    Δεν μου λείπει συντροφιά, δεν μου λείπει παρέα.
    Είπα έλα να προχωρήσουμε, έλα να δούμε κάτι καινούργιο, κάτι παραπάνω, να μην παλιώσουν οι στιγμές.
    Να μην γεράσει η αγάπη μόνη.

    Και τώρα πάλιωσε ο έρωτας, σκούριασε το γέλιο, ξεθώριασαν οι στιγμές μέσα σε καινούργιο σπίτι.
    Μυρίζει μούχλα η αγκαλιά γιατί έμεινε υγρή χωρίς κορμί μέσα της.
    Το πάθος μπήκε στην αποθήκη και εσύ δεν μου λείπεις πια.
    Και μου λες να ηρεμήσω, ρωτάς τι έπαθα πάλι.
    Είμαι τρελή;
    Δεν ξέρω τι μου φταίει;
    Ψάχνω αφορμές;

    Όχι.
    Oι αφορμές μου χτυπήσανε την πόρτα, μόνες τους μπήκαν γιατί δεν είχες κλειδώσει. Καθάρισαν τα πατώματα, βάψανε τους τοίχους και έριξαν λάδι στις σκουριές-να μην τρίζουν πια τα χαμόγελα.
    Να μπει ο έρωτας με τις πάντες!
    Να μυρίσει φρεσκάδα και καλοκαίρι όπως του αξίζει.

    Θέλω να πάω στη θάλασσα και ανάμεσα στις μπύρες και στο νερό να χαριεντίζω με τον έρωτα, να μαυρίζω εγώ, να μαυρίζει και αυτός!
    Να βγάζουμε το μαγιό μες στο νερό και να το πετάμε ο ένας στον άλλον.
    Να είναι καινούργια όλα και να μην το έχω ξανά δει το έργο.
    Να μην με νοιάζει αν θα χτυπήσει το τηλέφωνο και αν θα έχει δροσιά στο μπαλκόνι να σαπίσουμε εκεί.

    Υπάρχουν τόσα μέρη που δεν παλιώνουν, που η φύση τα ανανεώνει, αρκεί να είμαστε εμείς καινούργιοι, με μάτια ορθάνοιχτα και συναισθήματα σε εξέλιξη.
    Δεν είναι ο έρωτας στάσιμο νερό που πιάνει βρωμιά, είναι τρεχούμενο, δροσερό ρυάκι να μπαίνουμε γυμνοί μέσα και να φεύγει ότι μας βαραίνει.

    Κάπως, έτσι, σε μια στιγμή κάνω δυο βήματα μπροστά να μην παλιώσει η ψυχή μου, και αν θα κάνω πίσω, θα είναι να πάρω φόρα για να βουτήξω στο ρυάκι, όσο έχει ακόμα καλοκαίρι.
    (https://enfo.gr/ar6200)

    *ΒΙΚΥ ΜΟΣΧΟΛΙΟΥ, «ΣΠΙΤΙ ΠΑΛΙΟ»

    -Ελένης Θ. Π. Λουκά, «Σπίτι παλιό»

    Εκεί ερειπωμένο στην άκρη του δρόμου
    κλειστά παραθύρια κι αράχνες του τρόμου
    μαυρισμένοι οι τοίχοι, του χρόνου σημάδια
    απουσίες φωνάζουν, ανθρώπων ρημάδια.

    Ζωές, σκηνές, μιλιές κι αισθήματα
    πάντα πιστό σε μια πορεία χωρίς συνθήματα
    κάθε σημείο του και ένα αποτύπωμα μιας ιστορίας
    κάθε γωνία του και μια ανάμνηση μιας αγωνίας.

    Άδειο κρεβάτι στη μοναξιά του φίλη η σκόνη
    ένα χαλάκι κι αυτή η θλίψη δεν το ζυγώνει
    φωτογραφίες πάνω στους τοίχους ορφανεμένες
    θρηνούν κι αναπολούν μέρες χαμένες.

    Το μυστικό της λησμονιάς καλά κρυμμένο
    κι ο καημός της ερημιάς γράμμα κλεισμένο
    σπίτι παλιό εκεί μονάχο περιμένει κάποια ζωή,
    ψυχή στην πέτρα που επιμένει.

    (http://fractalart.gr/spiti-palio/)

  3. 15. ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΤΟΥ ΠΑΛΙΟΥ ΚΑΙΡΟΥ

    Κορίτσια τοῦ παλιοῦ καιροῦ, Ἀθηναΐς, Εἰρήνη:
    μορφές, μέσα στὴ μνήμη μου, χιμαιρικὲς κι ὡραῖες,
    σὰ ρόδινες σ᾿ ἀκίνητα βάλτων νερὰ νυμφαῖες,
    -τὸν τόπο ἀφότου ἀφήσατε, τί νά ῾χετε ἀπογίνει,
    κορίτσια τοῦ παλιοῦ καιροῦ, Ἀθηναΐς, Εἰρήνη;

    Ποιοὶ τάχα νὰ σᾶς χαίρουνται, σὲ ποιὰ νὰ ζεῖτε ξένα,
    ὢ σεῖς ποὺ μὲ μαγεύατε, παιδί, στὴν ἐπαρχία,
    ὅπως μαγεύουν ἔναστρης νυχτιᾶς τὴν ἡσυχία
    γλυκιὲς φωνὲς ποὺ τραγουδᾶν τραγούδια εὐτυχισμένα,
    ποιοὶ τάχα νὰ σᾶς χαίρουνται, σὲ ποιὰ νὰ ζεῖτε ξένα;

    Σὰ νά ῾ρθαν καὶ σᾶς πήρανε κουρσάρικα καράβια,
    οὔτ᾿ ἕνα μήνυμα ἀπὸ σᾶς δὲν ἦρθε τώρα χρόνια!
    Ρημάξανε τὰ σπίτια σας -κι ἀπ᾿ τὰ ψηλὰ μπαλκόνια
    μόνες οἱ γριὲς οἱ βάγιες σας κοιτᾶνε πρὸς τὰ βράδια:
    σὰ νά ῾ρθαν καὶ σᾶς πήρανε κουρσάρικα καράβια…

    ΚΩΣΤΑΣ ΟΥΡΑΝΗΣ

    Ένας φίλος ήρθε απόψε απ’ τα παλιά – Σώτος Παναγόπουλος

    16. ΠΑΛΙΕΣ ΑΓΑΠΕΣ

    Οι παλιές αγάπες μένουν στη σοφίτα του μυαλού
    σκεπασμένες, σκονισμένες και με γεύση του πηλού.
    Δεν έχουν ποτέ γεράσει, δεν έχουν ποτέ χαθεί
    κι όσο έχουνε πικράνει, τόσο έχουν πικραθεί.

    Οι παλιές αγάπες πάντα γαληνεύουν τη ψυχή
    δεν εξάπτουνε τα πάθη, δεν ανοίγουνε πληγή.
    Κουβαλούνε αναμνήσεις σαν μυρμήγκια την τροφή
    και γνωρίζουν ως που φτάνουν, ξέρουνε την οροφή.

    Οι παλιές αγάπες έχουν κάτι απροσπέλαστο
    μοιάζουν με τον ουρανό μας, το γλυκό και έναστρο.
    Αγαπώ τη νοσταλγία, αγαπώ πολύ κι αυτές
    δεν κομπάζω, μα ρεμβάζω και τις πεθυμώ σαν χθες.

    Γιώργος Φράγκος, «Παλαιοπωλείο ασμάτων», Φαρφουλάς 2013

    Χρήστος Δάντης – Το Παλιό Μου Παλτό

    17. ΠΑΛΑΙΟΠΩΛΕΙΟ

    Πέρασα βερνίκι όλες μου τις μνήμες
    κόλλησα με γόμα όλες τις ρωγμές
    πήρα τα σκαρπέλα, πήρα και τις λίμες
    κι έχω αφήσʼ απʼ έξω όλες τις πομπές.

    Παλαιοπωλείο είνʼ οι μνήμες μας
    καλογυαλισμένες μέσα στη ψυχή
    έχουν μέσα φόδρα απʼ τις λύπες μας
    μα και για σφραγίδα άλλην εποχή.

    Έχω συντηρήσει τόσες αναμνήσεις
    έχω βάλει λάδια κι άλλα υλικά
    έχω αποβάλει τόσες αντιρρήσεις
    έβγαλα τη σκόνη κι άλλα περιττά.

    Έβαψα μʼ ασβέστη θύμησες ποικίλες
    έβγαλα τα χόρτα τα πειρατικά
    άνοιξα με φόρα της καρδιάς τις πύλες
    κι άφησα να φέγγουν τα θαυμαστικά.

    Γιώργος Φράγκος, «Παλαιοπωλείο ασμάτων», Φαρφουλάς 2013

    Γιώργος Ρωμανός – Παλιά Χαλκογραφία (1971)

    18. ΠΑΛΙΑ ΣΥΝΕΡΓΕΙΑ

    Στα παλιά τα συνεργεία μαύρα τα πατώματα,
    μαύρες οι καρδιές ανθρώπων, μαύρα τα τοιχώματα.
    Μόνʼ ασπρίζουνε στον πάγκο τα φλιτζάνια του καφέ
    δεν μυρίζει μαντζουράνα, δεν μυρίζει κατιφέ.

    Στα παλιά τα συνεργεία πήζει μηχανέλαιο
    και ξεπλένουν εργαλεία μόνο με πετρέλαιο.
    Γύρω βίδες, κατσαβίδια, πεταμένα ρουλεμάν
    κι οι μαστόροι ιδρωμένοι όλο κάτι πολεμάν.

    Στα παλιά τα συνεργεία έχʼ αφίσες με γυμνές
    έχει όμορφα κορίτσια που δεν θλίβονται ποτές.
    Βλέπουν λάγνα τους τεχνίτες να κρατάνε τα κλειδιά
    κι από τη μαυρίλα κόβουν μια μεγάλη ψαλιδιά.

    Γιώργος Φράγκος, «Παλαιοπωλείο ασμάτων», Φαρφουλάς 2013

    Ρωγμές -Η Ζωή Μας Η Παλιά

    19. Η ΖΩΗ ΜΑΣ Η ΠΑΛΙΑ

    Σε κοιτάζω στα μάτια, έχουμε μείνει μόνοι
    γίναμε πια κομμάτια και αλλάξαμε όλοι
    οι παλιές μου οι παρέες πήραν δρόμο και ‘φύγαν
    οι στιγμές οι ωραίες, έλα πες μου που πήγαν

    Θα ‘ναι σίγουρα σε μια θήκη, ερμητικά κλεισμένη
    με τη ζωή μας την παλιά σ’ ένα άλμπουμ πεταμένη
    σ’ ένα άλμπουμ πεταμένη
    η ζωή μας ξεχασμένη

    Στον κατάλογο σε βλέπω, φοβάμαι να τηλεφωνήσω
    τη ζωή σου πια προβλέπω, ντρέπομαι να σου μιλήσω
    μα σ’ ένα σούπερ – μάρκετ ξανά ίσως και να συναντηθούμε
    είκοσι χρόνια μετά, τα παλιά να θυμηθούμε

    Θα ’σαι σίγουρα μαμά και χρόνια πια στεφανωμένη
    μα η ζωή μας η παλιά σ’ ένα άλμπουμ πεταμένη
    σ’ ένα άλμπουμ πεταμένη
    ζωή μας η ξεχασμένη, σ’ ένα άλμπουμ πεταμένη

    Μα η ζωή μας προχωρά, δεν μένει από ένα ‘κλικ’ πιασμένη
    άσε λοιπόν τη ζωή την παλιά σ’ ένα άλμπουμ πεταμένη

    ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ

  4. -Ορφέας Περίδης – Τα παλιά γκαρσόνια

    -Φρανσουά Βιγιόν, Μπαλάντα των κυριών του παλιού καιρού

    Πέστε μου πού, σε ποιο μέρος της γης,
    είναι η Φλώρα, η ωραία από τη Ρώμη,
    η Αλκιβιάδα, κι ύστερα η Θαΐς,
    η ξαδέλφη της με τη χρυσή κόμη;
    Ηχώ απαλή, σκιά σε λίμνη, τρόμοι
    των φύλλων, ροδοσύννεφα πρωινά,
    η εμορφιά τους δεν έδυσεν ακόμη.
    Μα πού ‘ναι τα χιόνια τ’ αλλοτινά;

    Πού ‘ναι η αγνή και φρόνιμη Ελοΐς;
    Γι’ αυτήν είχε τότε καλογερέψει
    ο Πέτρος Αμπαγιάρ. ‘Αλλος κανείς
    όμοια στον έρωτα δε θα δουλέψει.
    Κι η βασίλισσα που έκαμε τη σκέψη
    κι έριξε στο Σηκουάνα, αληθινά,
    το σοφό Μπουριντάν για να μουσκέψει;
    Μα πού ‘ναι τα χιόνια τ’ αλλοτινά;

    Η ρήγισσα Λευκή, ρόδον αυγής,
    με τη φωνή της τη γλυκά ακουσμένη,
    η Βέρθα, η Βεατρίκη, η Αρεμβουργίς
    του Μαίν, η Σπαρτιάτισσα η Ελένη,
    κι η καλή Ιωάννα από τη Λορραίνη,
    όλες ανοίξεως όνειρα τερπνά,
    η ανάμνησή τους ζωηρή απομένει.
    Μα πού ‘ναι τα χιόνια τ’ αλλοτινά;

    Πρίγκιψ, αν τις αναζητείτε τώρα,
    τάχα θα τις έβρετε πουθενά,
    τάχα θα υπάρχουν σε καμιά χώρα;
    Μα πού ‘ναι τα χιόνια τ’ αλλοτινά;

    μτφρ. Κ. Γ. Καρυωτάκης (1896-1928)

    (http://users.sch.gr/symfo/sholio/kimena/xeni/vigion.htm)

    -Κωστής Παλαμάς, «Νέα ωδή του παλιού Αλκαίου»

    Στον ποιητή Α. Προβελέγγιο

    Στης Λέσβος τ’ ακρογιάλια, εκεί που πάντα με άνθια ραντίζουν οι Ώρες τους αγρούς, και πάντα παίζουν οι ροδοπόδες Χάριτες με τις παρθένες, του Έβρου φέραν τα νερά, χέρια σα νά ηταν, 5 την ορφανή του Ορφέα λύρα, κι από τότε ναός της Αρμονίας είναι το νησί μας, κι αντί να πνέει αέρας, πνέει εδώ τραγούδι. Την πήρε ψυχοκόρη της ταιριάζοντάς την η Αιολική ψυχή τη θρακική τη λύρα, 10 κι αντιλαλήσαν πύρινα οι χρυσές χορδές της της Ψάπφας και της Ήριννας τα καρδιοχτύπια. Κι εγώ που πάντα μάχομαι τον τυφλόν όχλο, και το βαρήκοο τύραννο μάχομαι πάντα, του διαλεχτού καμάρι, στύλος των αρίστων, 15 γυρνώντας απ’ της εξορίας την καταδίκη ο κοσμογυριστής, ο θαλασσοδαρμένος, την ίδια λύρα τάραξα με νέο δοξάρι χαρίζοντάς της μια πνοή παλικαρίσια· μες στο χλωρό νησί το ερωτοπλουμισμένο, 20 σαν τρίαινα του θεού, του Αλκαίου το δοξάρι ξυπνάει την τρικυμία των ήχων, και τα λόγια με οργή τινάζει σα σαΐτες φαρμακεύτρες ίσα σκληρά στους Πιττακούς και στους Μυρσίλους. Ο Έρωτας του κάκου απαλόφερν’ εμπρός μου 25 στα ρόδ’ απάνω ροδοστέφανο τ’ αγόρι, το Λύκο, με τα ολόμαυρα μαλλιά και μάτια, και αγνή και μιας ντροπής παράξενης μητέρα τη Μούσα Ψάπφα τη γλυκοχαμογελούσα. Βωμό στον Άρη στύλωσα, και το στολίδι 30 το βροντερό των όπλων ξάπλωσα στο σπίτι, και τραγουδούσα το σπαθί το ελεφαντένιο, λάφυρο τ’ αδερφού μου από τη Βαβυλώνα. Και της πατρίδας μου είδα το καράβι μαύρο να το κυλάν εδώ κι εκεί της αναρχίας 35 τα κύματα θεόρατα και να το δέρνουν, και κάλεσα με τη φωνή της χρυσής λύρας, απ’ τ’ αγριομανητό της θαλασσοφουρτούνας πιο δυνατήν, αφανιστήν ή λυτρωτή μας, τον πόλεμο, τον πόλεμο που ζει από αίμα. 40 Κι όταν εφάνη ο πόλεμος αγριοφερμένος απ’ τον οχτρό τον Αθηναίο κατά τη Λέσβο, απάνου στην καρδιά μου, τρίζοντας τα δόντια, τον σφίγγω και του κράζω: Χαίρε, δοξασμένε! Όμως αλιά σ’ εμέ και τρισαλίμονό μου! 45 Μέσα στου σκοτωμού τον κόσμο και του ολέθρου, γαύρος πολεμιστής και βαριαρματωμένος, νιώθω τη γη κάτου απ’ τα πόδια μου να σειέται, μέσα μου σαν αχνός να χάνεται το πείσμα, και νιώθω σα βραχνά το θώρακα στα στήθη, 50 σαν τάφου πέτρα το λευκότριχο το κράνος, νιώθω λυμένα μου τα ήπατα, και νιώθω μέσα μου της ζωής τη λαχτάρα νικήτρα. Κι εκεί που οι δυο λαοί, σαν ταύροι θεριεμένοι από κεντρί σκληρόν, ορμούσαν καρτερώντας 55 ο ένας του άλλου το χαμό, και γύρω γύρω η Αληχτώ τα Τάρταρα σκορπολογούσεν, εγώ μπροστά μου ξάνοιγα —ω μάγια, ω μάγια!— της Λέσβος τ’ ακρογιάλια, και ποτέ δεν τα είδα τόσο χλωρά και τόσο ερωτοπλουμισμένα, 60 εγώ το Λύκο αγνάντευα, τ’ όμορφο αγόρι με τα μαλλιά τα ολόμαυρα και με τα μάτια, κι άλλη φορά δε μ’ άγγιξαν μες στην καρδιά μου τόσο βαθιά τα μάτια του και τα μαλλιά του· εγώ τη Μούσα Ψάπφα κοίταζα κοντά μου, 65 ιοστέφανην, αγνή, γλυκοχαμογελούσα, κι εμέ του δυνατού δεν πιάστηκεν η γλώσσα απ’ την παράξενη ντροπή ποτέ, όπως τότε. Κι ενώ βασίλευεν εκεί λυσσώντας ο Άρης ο ανθρωποθεριστής, ο βραχοκαταλύτης, 70 εγώ με της ψυχής τα μάτια ακολουθούσα της λύρας το θεό που διάβαινε αποκείθε γυρνώντας απ’ τη χώρα των Υπερβορείων, που διάβαινε από ψηλά με χρυσή μίτρα στο αμάξι που χιονόλευκοι τραβούσαν κύκνοι 75 στα Δελφικά παλάτια, ολοτριγυρισμένος απ’ τ’ άνθια, από τ’ αηδόνια, απ’ όλον τον Απρίλη. Ω! για να τα προφτάσω και για να τα πιάσω, ω! για να τ’ αγκαλιάσω τα μαγέματα όλα, όλα εκειά τα γλυκά, τα δολερά, τα θεία, 80 —αλίμονο σ’ εμέ και τρισαλίμονό μου!— έριξα κάτου το σπαθί και την ασπίδα, κι έφυγα σα λιγόψυχος και σαν προδότης!

    (http://www.greek-language.gr/digitalResources/literature/tools/concordance/browse.html?cnd_id=7&text_id=1390)

    -Νίκος Ορφανίδης, Το παλιό μου σπίτι

    Το παλιό μου σπίτι κατηφορίζει τις νύχτες
    φορτώνεται στον ώμο παράθυρα όνειρα πουλιά
    την παλιά φωτογραφία
    τις ζωγραφιές στον τοίχο
    το κράνος και τ’ άρβυλα στη γωνιά
    το γιασεμί που σκαρφάλωσε στο μπαλκόνι
    με συναντά παράνομα
    όταν ο αέρας λυσσομανά
    κι εγώ αγωνίζομαι να κρατηθώ
    καταγράφω στο τετράδιο τους νεκρούς
    καθώς κάθονται αμέριμνοι στο τραπέζι της αυλής
    πίνοντας το κρασί ή το ούζο τους.

    (http://dreaming-in-the-mist.blogspot.com/2013/10/blog-post_19.html)

    -Μπέλλου – Είπα να σβήσω τα παλιά

    -Κωστή Λαγουδιανάκη «Υπαίθριοι μικροπωλητές του παλιού Ρεθέμνους»

    Ρέθεμνος αλλοτεσινό στο λοϊσμό νεδιάζει1,
    Αναστοράται2 τα παλιά, θύμησες σειραδιάζει3.
    Ρέθεμνος αλλοτεσινό στο νου αποσπερίζει
    τσι περασμένους τσι καιρούς θυμάται και φωτίζει.
    Τσι περασμένες εποχές στο νου του ξαναφέρνει
    και «χωργιογύρης» γίνεται και τα σοκάκια παίρνει.
    Θωρεί «ξωτάρικες δουλειές», στη στράτα δουλευτάδες
    τσι καστανάδες τσι παλιούς και τσι πασατεμπάδες.
    Στσ’ ακροδρομιές συχνάζουνε κι άφτουνε τσι φουφούδες
    με κόκκινα τα μάγουλα σαν και τσι κοπελούδες.
    Άφτει φουφού ο πωλητής και τη φωθιά συμπαίνει
    και πασατέμποι ζεστεροί νεδιάζουνε τ’ Αρμένη.
    Σέρνει φωνή πως «γκάβουνε», τάξε ζεστοί και καίνε
    και παρανόμι «Γκάβουνε» οι Ρεθεμνιώτες λένε.
    Το στέκι του το μόνιμο για τη Μεγάλη Πόρτα
    εμίσεψε παντοτινά, δεν είναι όπως πρώτα.
    Πλια πώδε και στον Πλάτανο σαν πάει το σεργιάνι4
    Παντήχνει5 του ο καστανάς, θωρεί τον Ιορδάνη.
    Τση Μικρασίας άφηκε τη γονική πατρίδα
    κι ανεζητά στο Ρέθεμνος τση ζήσης την ελπίδα.
    Όλο τση ζήσης του το βιος κρεμά σε μια κολόνα
    σακάκι και ομπρέλα του στον έντιμο αγώνα.
    Η φτώχεια του η τίμια στση ζήσης του τ’ αμόνι
    και το φαΐ-σκουτελικό6 πέμπουνε οι γειτόνοι.

    (http://www.rethnea.gr/article.aspx?id=53344)

    -Αγγελική Μπούλιαρη, Η νοσταλγία του παλιού πόνου

    Δάφνες ποιήτριας να δρέψω, δεν επιθυμώ.
    Δεν είμαι σεμνή. Προσγειωμένη είμαι.
    Κι ας λένε πως πάσχει
    κάποιας μορφής ευαισθησία
    απ’ του ρεαλισμού την έλλειψη.
    Είναι που πια δεν ήθελα
    άστεγοι να περιπλανώνται
    οι στίχοι μου
    οι στοιχειωμένοι.

    (http://www.anemosekdotiki.gr/poihsh/nostalgia.html)

  5. ΣΑΝ ΠΑΛΙΑ ΥΔΑΤΟΓΡΑΦΙΑ

    Όσο περνάει ο καιρός και ξεθωριάζουν τα χρώματα
    και τα πρόσωπα γλιστρούν απ’ το κάδρο ένα ένα χάνονται
    ―σαν να γυρίζουν στο πουθενά, να γίνονται πάλι ένα τίποτα―
    κι όσο εκείνη η άγρια νύχτα που δεν την έχει ζήσει κανένας
    παρά μόνο μέσα απ’ την απουσία των άλλων και πάλι για λίγο, την ένιωσε
    τόσο φουντώνει μέσα μας ο φόβος
    τόσο η απελπισία, η μαύρη απόγνωση, μας κυκλώνει.

    Mα όσο εκείνος ο επίμονος βόμβος που είναι η ίδια η ζωή
    αλλάζει λίγο λίγο
    ώσπου γίνεται σιωπηλή, γίνεται πληγή που αιμορραγεί και μαράζι
    τόσο περισσότερο λάμπει
    το άσπρο μέταλλο της μνήμης.

    Nα γιατί αγαπούμε την ποίηση.
    Γιατί μέσα στη μνήμη κρύβεται το σπάνιο κοίτασμά της.
    Mέσα απ’ αυτή πετάγεται η πιο καθάρια φλέβα της.
    Kι αν του ανθρώπου η ψυχή είναι ένα φρύγανο στον αέρα
    σαν άστρο πάλλεται και στίλβει
    η καθαρή φωνή του ποιητή.
    κι η ψυχή μας τότε μοιράζεται τον πόνο.

    Kι ο κόσμος αλλάζει, ο φόβος για λίγο γίνεται όνειρο.

    ΘΑΝΑΣΗΣ ΚΩΣΤΑΒΑΡΑΣ

    ***

    ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΛΙΟ ΚΑΘΡΕΦΤΗ

    Σαν μέσα από παλιό καθρέφτη γνωρίζω τον κόσμο.
    Mέσα σε ανήσυχο νερό ταξιδεύουν τα μάτια μου.

    Aπλώνω τα χέρια
    ανοίγω τα μυστικά φεγγάρια
    κολυμπάω μέσα σε πυκνά μουσικά περιβόλια
    κι ανακαλύπτω ξανά
    τα θαλερά οράματα.

    Aπό την άλλη γενιά μοιάζει να κρατάει ο φόβος.
    Aπό άλλους φόβους αναβλύζει το θάμπος.
    Kι η ερημιά βέβαια πάντα.
    H ερημιά με τα στεγνά κι απόκρημνα βράχια
    στη μέση της θάλασσας.

    Γιατί όλα αλλάζουν, όλα θαμπώνουν και λάμπουν
    γίνονται πάλι σκοτεινά κι ανεξήγητα.
    Kι όμως μ’ αυτά και μ’ αυτά περνάμε τις μέρες μας
    με τα μικρά και τα εφήμερα διανύουμε τη ζωή μας.

    Kι ίσως πάλι μέσα στα ασύλληπτα και τα φευγαλέα
    να είναι κρυμμένη μια μικρή, μια αδύνατη
    μα επίμονη σπίθα της αιωνιότητας.

    ΘΑΝΑΣΗΣ ΚΩΣΤΑΒΑΡΑΣ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: