Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (239ο): «Εκείνος – η – ο»…

 

-«…Αλήθεια εκείνη η άνοιξη, εκείνο το πρωινό, εκείνη η απλή κάμαρα της ευτυχίας, αυτό το σώμα σου που κράταγα πρώτη φορά γυμνό, αυτά τα δάκρυα που δεν μπόρεσα στο τέλος να κρατήσω πόσο σου πήγαιναν….»

(Τάσος Λειβαδίτης)

 

 

 

-ΝΤ. Χριστιανόπουλος, «Ἐκεῖνοι ποὺ μᾶς παίδεψαν»

«Ἐκεῖνοι ποὺ μᾶς παίδεψαν βαραίνουν μέσα μας πιὸ πολύ,
ὅμως ἡ δική σου τρυφερότητα πόσο καιρὸ ἀκόμα θὰ βαστάξει;
Ὅ,τι μᾶς γλύκανε, τὸ ξέπλυνε ὁ χρόνος κι ἡ συναλλαγή,
ἐκεῖνοι ποὺ μᾶς χαμογέλασαν βουλιάξαν σὲ βαθιὰ πηγάδια
καὶ μείναν μόνο κεῖνοι ποὺ μᾶς πλήγωσαν,
ἐκεῖνοι ποὺ ἀρνήθηκαν νὰ τοὺς ὑποταχτοῦμε.
Ἐκεῖνοι ποὺ μᾶς παίδεψαν βαραίνουν πιὸ πολύ…»

(http://users.uoa.gr/)

 

 

-Κωστής Παλαμάς, «Εκείνος»

«Τριγύρω του νιάτα περνούν χαρωπά, μιλούν, ζευγαρώνουν, γελούνε οι άλλοι, κι εκείνος σωπαίνει χλωμός κι ακουμπά στο χέρι επάνω γλυκά το κεφάλι.

Διαβαίνει μια κόρη, γοργά τον θωρεί, και μ’ ένα γοργότερο γέλιο της λέει: «Αχ! να ’ξερα ποιά είν’ εκείν’ η σκληρή που τόσο βαθιά την καρδούλα του καίει!»

Τον βλέπει μια μάνα, και πώς τον πονεί! «Φτωχό παλικάρι! δε θα ’χει μανούλα…» Βαθύπλουτος γέρος πετά μια φωνή: «Την άδεια του κλαίει ο μαύρος σακούλα».

Τρανός βουλευτής εμπροστά του περνά και λέει με τρανής βεβαιότητος σχήμα:  «Σε όνειρ’ ο νους του μεγάλο γυρνά· ποιός ξέρει μην είν’ όνειρό του το Βήμα!»

Τριγύρω του νιάτα περνούν χαρωπά, μιλούν, ζευγαρώνουν, γελούνε οι άλλοι, κι εκείνος σωπαίνει χλωμός κι ακουμπά στο χέρι επάνω γλυκά το κεφάλι.

Αυτός για το Βήμα δεν έχει τρεμούλα. Και πλέον απ’ όλα τα εύγε αγαπά του γέρου φτωχού την εγκάρδια ευχούλα, στο δίσκο του όταν ελέη σκορπά.

Ορφάνιας φαρμάκι δεν ήπιεν ακόμα, καλότυχος γέρνει σε μάνας πλευρό· και πλούτη; Στης μάνας του βρίσκει το στόμα Τον πιο ζηλεμένο φιλιών θησαυρό.

Ο έρως τις πλέον βαθιές ευωδίες τις σκόρπισεν όλες σ’ αυτή την καρδιά· μα τώρα και άλλες διψά ευτυχίες, ατίμητου ανθού λαχταρεί μυρουδιά.

Συχνά στης καρδιάς του τα πύρινα βάθη, αυτιάζεται ήχους κρυφής μουσικής και βάλσαμο θέλει στου κόσμου τα πάθη, να χύσει τους ήχους σε στίχους γλυκείς.

Την άπλαστη θέλει αυτή μουσική να πλάσει σε στίχων σειρά φτερωμένη, καθώς ο τεχνίτης μια πέτρα λευκή 40 σ’ αγάλματος όψη χιονάτη ανασταίνει.

Για τούτο μπροστά του ενώ χαρωπά μιλούν, ζευγαρώνουν, γελούνε οι άλλοι, εκείνος σωπαίνει ωχρός κι ακουμπά στο χέρι επάνω γλυκά το κεφάλι.»

(http://www.greek-language.gr/digitalResources/literature/tools/concordance/browse.html?cnd_id=1&text_id=1225)

 

 

 

 

 

-Κωστής Παλαμάς, «Εκείνος που μια μέρα…»

 

Εκείνος που μια μέρα ευτυχήσει

σε στήθη γυναικός αγαπητής

μονάκριβο καμάρι της ν’ ανθίσει,

ποτέ από τα χέρια δε θ’ αφήσει

τη λύρα του, αν είναι ποιητής.

 

Για μια ωραία μοναχή φροντίδα

κάθε ωραίο τότε τραγουδεί,

τιμή, ελεημοσύνη, πίστη, ελπίδα·

κι ο ύμνος π’ αντηχεί για την πατρίδα

απ’ της αγάπης βγαίνει τη χορδή!

 

Πόσα τραγούδια τρυφερά, εμπνευσμένα,

γεμάτα πόθους, όνειρα, φτερά,

δε γράφονται γι’ άλλο καημό κανένα,

παρά για να τα λάχουνε γραμμένα

δύο ματάκια μόνο φλογερά!

 

(http://www.greek-language.gr/digitalResources/literature/tools/concordance/browse.html?cnd_id=7&text_id=1200)

 

 

 

-Κ. Π. Καβάφης, «Ούτος Εκείνος»

Άγνωστος — ξένος μες στην Aντιόχεια — Εδεσσηνός
γράφει πολλά. Και τέλος πάντων, να, ο λίνος
ο τελευταίος έγινε. Με αυτόν ογδόντα τρία

ποιήματα εν όλω. Πλην τον ποιητή
κούρασε τόσο γράψιμο, τόση στιχοποιία,
και τόση έντασις σ’ ελληνική φρασιολογία,
και τώρα τον βαραίνει πια το κάθε τι —

Μια σκέψις όμως παρευθύς από την αθυμία
τον βγάζει — το εξαίσιον Ούτος Εκείνος,
που άλλοτε στον ύπνο του άκουσε ο Λουκιανός.

(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

 

 

 

 

-Ο. Ελύτης, «Κείνοι που επράξαν το κακό»

Κείνοι που επράξαν το κακό τους πήρε μαύρο σύγνεφο
ζωή δεν είχαν πίσω τους μ’ έλατα και με κρύα νερά
μ’ αρνί, κρασί και ντουφεκιά, βέργα και κληματόσταυρο
παππού δεν είχαν από δρυ κι απ’ οργισμένον άνεμο
τους πήρε μαύρο σύγνεφο δεν είχαν πίσω τους αυτοί’
θείο μπουρλοτιέρη, πατέρα γεμιτζή.

Κείνοι που επράξαν το κακό τους πήρε μαύρο σύγνεφο
μα εκείνος που τ’ αντίκρισε στους δρόμους τ’ ουρανού
ανεβαίνει τώρα μοναχός και ολόλαμπρος!

(Ο. Ελύτης, Ποίηση, Ίκαρος)

 

 

 

-Κατερίνα Γώγου, «Εκείνο που φοβάμαι πιο πολύ»

Εκείνο που φοβάμαι πιο πολύ
είναι μη γίνω «ποιητής»
Μην κλειστώ στο δωμάτιο
ν’ αγναντεύω τη θάλασσα
κι απολησμονήσω.
Μην κλείσουνε τα ράμματα στις φλέβες μου
κι από θολές αναμνήσεις και ειδήσεις της ΕΡΤ
μαυρίζω χαρτιά και πλασάρω απόψεις.
Μη με αποδεχτεί η ράτσα που μας έλειωσε
για να με χρησιμοποιήσει.
Μη γίνουνε τα ουρλιαχτά μου μουρμούρισμα
για να κοιμίζω τους δικούς μου.
Μη μάθω μέτρο και τεχνική
και κλειστώ μέσα σε αυτά
για να με τραγουδήσουν.
Μην πάρω κιάλια για να φέρω πιο κοντά
τις δολιοφθορές που δεν θα παίρνω μέρος
μη με πιάσουν στην κούραση
παπάδες και ακαδημαϊκοί
και πουστέψω
Έχουν όλους τους τρόπους αυτοί
και την καθημερινότητα που συνηθίζεις
σκυλιά μας έχουν κάνει
να ντρεπόμαστε για την αργία
περήφανοι για την ανεργία
Έτσι είναι.
Μας περιμένουν στη γωνία
καλοί ψυχίατροι και κακοί αστυνόμοι.
Ο Μαρξ…
τον φοβάμαι
το μυαλό μου τον δρασκελάει και αυτόν
αυτοί οι αλήτες φταίνε
δεν μπορώ γαμώτο να τελειώσω αυτό το γραφτό
μπορεί… ε;… μιαν άλλη μέρα…

(https://poiimata.com/2011/03/25/ekeino-pou-fovamai-pio-poly-katerina-gogou-poima-poiisi-poiimata/)

 

 

-Χρίστος Λάσκαρης, «Εκείνη»

Τα χείλη της
σε λόγια ερωτικά με παρασύρουν πάντοτε
καθώς και τα μαλλιά της
τα πολλά κι αμάζευτα.
Μόνο τα χέρια της,
έτσι δεμένα που σωπαίνουνε στο στήθος της,
με συγκρατούν
και με επαναφέρουν.

(https://poiimata.com/2018/04/13/ekeini-christos-laskaris/)

 

 

-Μίκης Θεοδωράκης, «Εκείνος ήταν μόνος»

 

Εκείνος ήταν μόνος μες στα πλήθη

εκείνος ήταν μόνος στο κελί

γι’ αυτόν αργά τραγούδησες, πολύ αργά

πολύ αργά, πολύ αργά.

 

Εκείνος δεν ακούει τη φωνή σου

η αγάπη σου είναι νεκρή γι’ αυτόν

είναι νεκρά τα λόγια κι οι λυγμοί σου

αργά η μνήμη, αργά και το φιλί σου

πολύ αργά, πολύ αργά.

 

Εκείνος ήταν ήρεμος κι ωραίος

εκείνος ήταν μόνος κι ορφανός

εκείνος ήταν δίκαιος κι απέραντος

σαν ουρανός.

 

Εσύ φωνάζεις τώρα τ’ όνομά του

στο αίμα του ορκίζεσαι μ’ οργή

περίμενες την ώρα του θανάτου

σαν τη βροχή μας φεύγει τώρα το παιδί

σαν τη βροχή, σαν τη βροχή.

(http://www.mikistheodorakis.gr/el/poems/?nid=4527)

 

 

 

 

-Τάσος Λειβαδίτης, «ΕΚΕΙΝΟ»

 

Έρχονται ώρες, που ξαφνικά σε πλημμυρίζει ολάκερο

η νοσταλγία του ανέκφραστου – σαν τη θολή, αόριστη ανάμνηση

απ’ τη γεύση ενός καρπού,

πούφαγες κάποτε, πριν χρόνια, σαν ήσουνα παιδί,

μιά μέρα μακρινή, λιόλουστη – και θέλεις να τη θυμηθείς

κι όλο ξεφεύγει. Τα μάτια σου

γεμίζουν τότε από ‘να θάμπος χαμένων παιδικών καιρών.

Ή ίσως κι από δάκρυα.

 

Γι’ αυτό, σας λέω, πιστεύετε πάντοτε έναν άνθρωπο που κλαίει.

Είναι η στιγμή που σας απλώνει το χέρι του,

φιμωμένο και γιγάντιο·

 

εκείνο που ποτέ δε θα ειπωθεί.

(https://tetradia.blogspot.com/2018/01/Tasos-Leivaditis-Ekeino.html)

 

 

 

 

-Σοφίας Αγραπίδη, «Εκείνο το φθινόπωρο»

 

Μάτια θαμπά, πικραμένα.

Εκείνο το φθινόπωρο

σαν ξερό φύλλο.

 

Ύφος αγνό, μαραμένο

στην πίκρα της συννεφιασμένης

Κυριακής.

 

Κομμένα τα φτερά

πώς να πέταγε;

πικραμένη η μικρή ψυχή.

 

Ξάφνου μια χελιδόνα

της έδωσε για πάντα φτερά.

Τιτιβίζει συνέχεια τώρα.

 

Οι σκέψεις κάποιες μέρες

σαν τα πουλιά φεύγουν

και γυρίζουν!!

 

(http://fractalart.gr/ekeino-to-fthinopwro/)

 

 

 

 

 

-Σταύρος Σταύρου, «Εκείνο με τις εικόνες»

Η θάλασσα προσπαθεί ν’ αποκαλύψει
ένα μεγάλο μυστικό
ή το λιγότερο
να συναρμολογήσει ξανά
τους παιδικούς εαυτούς μας,
αυτά που χάσαμε κάποτε για ένα παγωτό
ή ένα μεταχειρισμένο ποδήλατο,
τα φωταγωγημένα δρομάκια
όλο και πιο σκοτεινά
–ανεξήγητο βέβαια αν σκεφτείς
πως τα παιδιά πάντα χαμογελούσαν–
πράγματα εδώ κι εκεί
φλόγες να τρεμοπαίζουν σ’ ένα όνειρο,
ζήσαμε δε ζήσαμε
ποιος θ’ απαντήσει το φρικτό ερώτημα,
να εξηγήσει
Ουρανέ,
άνοιξε πάλι το παιδικό βιβλίο με τις εικόνες
και θύμισέ μας
πώς είναι να κάνει κανείς όνειρα…

(https://www.thinkdrops.gr/2018/04/15/ekeino-me-tis-eikones-stavros-stavrou/)

 

 

Advertisements

Single Post Navigation

4 thoughts on “Πες το με ποίηση (239ο): «Εκείνος – η – ο»…

  1. 1. […]Γιατὶ δὲν εἶναι κοριτσάκι
    νὰ μάθεις μόνο ἐκεῖνο ποὺ εἶσαι,
    ἐκεῖνο ποὺ ἔχεις γίνει,
    εἶναι νὰ γίνεις
    ὅ,τι ζητάει
    ἡ εὐτυχία τοῦ κόσμου.[…]

    ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

    ***

    2. Α, εκείνο το γειτονικό κορίτσι
    – – – -Ἄ, ἐκεῖνο τὸ γειτονικό κορίτσι, μὲ τὸ τσίτινο φόρεμα,
    μὲ τὰ σκληρά χέρια τῆς δουλειᾶς, μὲ τὸ φρέσκο χορτάρι στὰ μαλλιά της,
    μὲ τὴ μυρωδιά τοῦ πρωινοῦ σαπουνιοῦ στὸ βῆμα της!..
    – – – -Εἶχε δυὸ πρώιμες ἀνθισμένες πασχαλιές μὲς στὴν ὑπομονή της,
    εἶχε ἕνα χνοῦδι μάνας στὴν ἁφή της!

    ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

    ΜΑΡΙΝΕΛΛΑ, ΠΟΥ ΝΑ ΠΑΝΕ ΕΚΕΙΝΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ

    3. ΕΚΕΙΝΟΣ Ο ΦΙΛΙΠΠΟΣ
    Ου γαρ έτι σάρκας τε και οστέα έχει
    ΟΜΗΡΟΣ

    Πεθαμένος στα δύσκολα χρόνια
    μια μέρα ξαφνικά που αντίκρισε
    τις κόκκινες οξυές πιο χαμηλά
    το σπίτι του πνιγμένο στον ποταμό.
    Τώρα στυπόχαρτα μελάνι διαβήτες.

    Απορώ πώς ήρθε αξύριστος την ώρα
    που κούρδιζα το μεγάλο εκκρεμές
    και του εφώναξα σα να τον έβλεπα
    να ξύνει όπως παλιά τα νύχια του
    με το σουγιά. Ε Φίλιππε
    γιόμισε παρακαλώ την πίπα μου. Ο καπνός
    είναι δεξιά πιο πέρα στο ντουλάπι.

    Τότε τριγύρω σφίχτηκε αμνημόνευτη σιγή.
    Κι έστριψα. Παράξενο
    ήμουνα σίγουρος που ήταν ο Φίλιππος
    κοντά στη γωνιά του τραπεζιού μ’ εκείνη
    την τρύπα στο λαιμό που τον έκανε
    να μοιάζει με λείψανο.
    Δε θα ’χει τώρα μήτε σάρκα μήτε οστά.
    Τα γένειά του όμως θα ’χουνε θεριέψει.

    Τάκης Σινόπουλος, Συλλογή Ι. 1951-1964, Ερμής, Αθήνα 31990 Από τη συλλογή Μεταίχμιο (1951)

    ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΕΚΕΙΝΟ -ΔΑΚΗΣ.

    4. ΔΕ ΘΑ ΣΟΥ ΠΩ ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΕΚΕΙΝΟ ΠΟΥ ΚΕΙΝΟΣ ΚΑΙ ΚΕΙΝΗ…

    Δε θα σου πω το παραμύθι εκείνο
    που ‘κείνος και ‘κείνη…
    Δε θα ξαναπλάσουμε όνειρα
    Δε θα ξαναπούμε τραγούδια
    Μόνο -θα ‘ναι δείλι σαν θα ‘ρθω-
    στη μελαγχολική την ησυχία
    θ’ ακουστεί η φωνή μου θλιμμένη
    και κρύα ως πεθαμένου ανάσα

    – «Αγαπημένη μου αντίο…»
    Και θα χαθώ από μπρος σου
    ως χάνεται μακραίνοντας το φως
    στο σκοτάδι της νύχτας
    και θα σβήσει
    ως σβήνουν οι γλυκές μορφές των ονείρων
    με το φως της ημέρας.

    Και θα χάσει ο ένας τον άλλον
    και θα χαθούμε
    και θα μας σκεπάσει
    της νύχτας το σκότος.

    4.1.41 ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

    ***

    5.ΕΚΕΙΝΟ ΠΟΥ ΜΑΣ ΕΝΩΝΕΙ ΜΕ ΤΟ ΑΠΕΙΡΟ

    Εκείνο που μας ενώνει με το Άπειρο
    και που δίνει στη Σκέψη τη δύναμη να τραγουδήσει
    είν’ η εντύπωση που γεννιέται
    απ’ τη διείσδυση μιας ψυχής σε μιαν άλλην.

    Ας σμίξουν λοιπόν τα αισθήματα
    δίχως υποκρισία και ντροπή,
    κι ας κυλιστούν
    πάνω στην υγρή χλόη της ‘Ανοιξης.

    Υπάρχει ένα βαθύ μυστήριο
    στην ένωση τούτη
    που συγκλονίζει τα ρωμαλέα σώματα
    και που δίνει το μέτρο του μεγαλείου της Δημιουργίας!

    Είναι ακατανόητο κι όμως αληθινό αγαπημένη,
    πως το Σύμπαν ολάκερο κι ολάκερος ο θεός
    χωρούν στο φιλί που μου δίνουν τα υγρά σου χείλη !

    Αθήνα 17.ΙΙΙ.45 Μίκης Γ. Θεοδωράκης

    Ανδριάνα Μπάμπαλη-Εκείνα που δεν έχω

    6. ΤΡΕΛΟ ΚΟΡΙΤΣΙ

    Εκείνο το τρελό κορίτσι που αυτοσχεδιάζει τη μουσική του,
    Την ποίησή του, χορεύοντας στην ακροθαλασσιά
    Με την ψυχή του τώρα διχασμένη
    Και σκαρφαλώνει, πέφτει, δίχως να ξέρει πού
    Και κρύβεται σ`ενός ατμόπλοιου τ`αμπάρι
    Με γόνατο σπασμένο, η κόρη αυτή, δηλώνω εγώ,
    Είναι κάτι ωραίο και υψηλό, κάτι
    Ηρωικά χαμένο που ηρωικά έχει βρεθεί.

    Δεν έχει σημασία ποια συμφορά τη βρήκε~
    Την τύλιξε μια μουσική απελπισμένη
    Και τυλιγμένη, τυλιγμένη μες στο θρίαμβό της
    Εκεί που στοίβαζαν δεμάτια και καλάθια
    Έβγαλε μια φωνή παράξενη, τραγουδιστή:
    «Ω θάλασσα που θάλασσα ποθείς, θάλασσα πεινασμένη.

    Yeats W.B. ,Μυθολογίες και οράματα, μετάφραση: Ηλιόπουλος Σπύρος

    ΔΑΚΗΣ – ΕΚΕΙΝΟ ΤΟ ΠΡΩΙ ΣΤΗΝ ΚΗΦΙΣΙΑ

    7. ΤΕΡΕΖΑ

    Εκείνο το βράδυ γύρισα ανήσυχος, «Τερέζα» φώναξα, τίποτα, έψαξα τα δωμάτια, κατέβηκα στο υπόγειο «πού είναι η Τερέζα;» ρώτησα, «πέθανε, είπε κάποιος – την κηδέψαμε χθες», «ηλίθιοι, φώναξα, σας ξεγέλασε, δεν ξέρετε τι μεγάλη πουτάνα ήταν » κανείς δε μίλησε «μα πώς μπορεί ένας άγγελος να πεθάνει » είπα κλαίγοντας.
    Άνοιξα το παράθυρο και πράγματι εκεί στο βάθος τ’ ουρανού έλαμπε η Τερέζα σαν άστρο.

    ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

    ***

    8. Πες μου, ά, πες μου, λοιπόν, πού πήγε όλη εκείνη η
    άνοιξη,
    τα χωρατά των σπουργιτιών, σγουρά γέλια των θάμνων,
    οι παπαρούνες σα γλυκά κόκκινα στόματα, ρυάκια μου
    ασυλλόγιστα, πού πάτε;
    Σαν ένας γρύλος που ξεχάστηκε στη μέρα το ξύλινο
    μαγκανοπήγαδο μακριά,
    πλάι στο πηγάδι ο παππούς παίζοντας την κιθάρα του,
    «μακριά, σα θα φύγω, μάνα, στην ξενιτιά»

    ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

    ΕΚΕΙΝΑ ΠΟΥ ΕΙΧΑ ΝΑ ΣΟΥ ΠΩ – Μανώλης Μητσιάς

    9. ΕΚΕΙΝΑ ΠΟΥ ΕΙΧΑ ΝΑ ΣΟΥ ΠΩ

    Εκείνα που είχα να σου πω
    ήταν μαχαίρια να κοπώ
    και να χαθώ.
    Από δειλία και ντροπές
    δε σου ‘πα τίποτα ποτές
    να λυτρωθώ.

    Ακολουθούσες την αρχή
    πως έτσι θέλει η εποχή
    το ποσοστό.
    Και μ’ ασημόχαρτα φτηνά
    έντυνες τα μηδαμινά
    και το σωστό.

    Εγώ `χα μόνο ένα κορμί
    να σου χαρίσω μια στιγμή
    για να γελάς.
    Μα τις ανθρώπινες ψυχές
    τις έβλεπες σαν μετοχές
    που τις πουλάς.
    ΜΑΝΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ

    Εκείνος Ξέρει

    10. ΕΚΕΙΝΟΣ ΞΕΡΕΙ

    Πόσο λίγος είμαι,
    πόσα λάθη έχω,
    πόσο κάτω βλέπω
    μόνο εκείνος ξέρει.

    Πόσες ευκαιρίες
    και αδυναμίες,
    πόσα θέλω λάθος
    μόνο εκείνος ξέρει.

    Μόνο εκείνος ξέρει,
    μόνο εκείνος ξέρει.

    Μόνο εκείνος ξέρει
    και με υποφέρει
    με υπολογίζει,
    μου δίνει χέρι
    και μου χαρίζει.
    Μόνο εκείνος ξέρει,
    μόνο εκείνος ξέρει.

    ΚΩΣΤΑΣ ΤΟΥΡΝΑΣ

  2. *Μάλλον δύσκολο το θέμα μου, Αγγελική!!! Ψάχνω ψάχνω και πενιχρά τ’ αποτελέσματα!!

    -«Γράφω για ΕΚΕΙΝΟΥΣ που δεν ξέρουν να διαβάσουν/ για τους εργάτες που γυρίζουνε το βράδυ με τα μάτια κόκκινα από τον άμμο./ Γράφω να διαβάζουν αυτοί που μαζεύουνε τα χαρτιά απ’ τους δρόμους»
    (Τάσος Λειβαδίτης)

    -«Τιμή σ’ ΕΚΕΙΝΟΥΣ όπου στην ζωή των ώρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες. Ποτέ από το χρέος μη κινούντες· δίκαιοι κ’ ίσιοι σ’ όλες των τες πράξεις, αλλά με λύπη κιόλας κ’ ευσπλαχνία· γενναίοι οσάκις είναι πλούσιοι, κι όταν είναι πτωχοί, πάλ’ εις μικρόν γενναίοι, πάλι συντρέχοντες όσο μπορούνε· πάντοτε την αλήθεια ομιλούντες…»
    (Κ. Π. Καβάφης)

    -Κώστας Μόντης, «Ἡ πρώτη ἀγάπη Ι»

    « ΕΚΕΙΝΗ ἡ πρώτη ἀγάπη ποὺ ὅσο καιρὸς καὶ νὰ περάσει
    εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ μένει καλοῦ – κακοῦ δεκαέξι χρονῶν,
    ἐκείνη ἡ πρώτη ἀγάπη ποὺ ὅσο καιρὸς καὶ νὰ περάσει
    εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ τριγυρνᾷ δεκαέξι χρονῶν στὸ μικρὸ προά¬στιο
    μὴ τυχὸν καὶ τὴν ξαναχρειαστεῖς καμιὰ φορά,
    μὴ τυχὸν κι ἀνατρέξεις καμιὰ φορά στὴν ἀνάμνησή της!»

    (https://www.tasakos.gr/)

    -Κ. Π. Καβάφης, «Ιδανικές φωνές»

    Ιδανικές φωνές κι αγαπημένες
    εκείνων που πεθάναν, ή εκείνων που είναι
    για μας χαμένοι σαν τους πεθαμένους.

    Κάποτε μες στα όνειρά μας ομιλούνε·
    κάποτε μες στην σκέψι τες ακούει το μυαλό.

    Και με τον ήχο των για μια στιγμή επιστρέφουν
    ήχοι από την πρώτη ποίησι της ζωής μας —
    σα μουσική, την νύχτα, μακρυνή, που σβύνει.

    (Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

    -Ο. Ελύτης, «Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΞΟΔΟΣ»

    Τις ημέρες ΕΚΕΙΝΕΣ έκαναν σύναξη μυστική τα παιδιά
    και λάβανε την απόφαση, επειδή τα κακά μαντάτα
    πλήθαιναν στην πρωτεύουσα, να βγουν έξω σε δρόμους και σε πλατείες
    με το μόνο πράγμα που τους είχε απομείνει: μια παλάμη τόπο κάτω από τ’ ανοιχτό πουκάμισο,
    με τις μαύρες τρίχες και το σταυρουδάκι του ήλιου. Όπου είχε κράτος κι εξουσία η Άνοιξη.
    Και επειδή σίμωνε η μέρα που το Γένος είχε συνήθιο να γιορτάζει τον άλλο Σηκωμό,
    τη μέρα πάλι εκείνη ορίσανε για την Έξοδο.
    Και νωρίς εβγήκανε καταμπροστά στον ήλιο, με πάνου ως κάτου απλωμένη την αφοβιά σα σημαία,
    οι νέοι με τα πρησμένα πόδια που τους έλεγαν αλήτες.
    Και ακολουθούσανε άντρες πολλοί, και γυναίκες, και λαβωμένοι με τον
    επίδεσμο και τα δεκανίκια. Όπου έβλεπες άξαφνα στην όψη τους τόσες χαρακιές,
    πού ‘λεγες είχανε περάσει μέρες πολλές μέσα σε λίγην ώρα.
    Τέτοιας λογής αποκοτιές, ωστόσο, μαθαίνοντες οι Άλλοι, σφόδρα ταράχθηκαν.
    Και φορές τρεις με το μάτι αναμετρώντας το
    έχει τους, λάβανε την απόφαση να βγουν έξω σε δρόμους και σε πλατείες,
    με το μόνο πράγμα που τους είχε απομείνει:
    μία πήχη φωτιά κάτω απ’ τα σίδερα, με τις μαύρες κάνες και τα δόντια του ήλιου.
    Όπου μήτε κλώνος μήτε ανθός, δάκρυο ποτέ δεν έβγαλαν.
    Και χτυπούσανε όπου να ‘ναι, σφαλώντας τα βλέφαρα με απόγνωση.
    Και η Άνοιξη ολοένα τους κυρίευε.
    Σα να μην ήτανε άλλος δρόμος πάνω σ’ ολάκερη τη γη, για να περάσει η Άνοιξη
    παρά μονάχα αυτός, και να τον είχαν πάρει αμίλητοι, κοιτάζοντας πολύ μακριά, πέρ’ απ’ την άκρη της
    απελπισιάς, τη Γαλήνη που έμελλαν να γίνουν, οι νέοι με τα πρησμένα πόδια που τους έλεγαν αλήτες,
    και οι άντρες, και οι γυναίκες, και οι λαβωμένοι με τον επίδεσμο και τα δεκανίκια.
    Και περάσανε μέρες πολλές μέσα σε λίγην ώρα. Και θερίσανε πλήθος τα θηρία,
    και άλλους εμάζωξαν. Και την άλλη μέρα εστήσανε στον τοίχο τριάντα.

    (Ο. Ελύτης, Άξιον εστί, Ίκαρος)

    -Μαρίας Σκαμπαρδώνη, «Εκείνη η γυναίκα που περνά»

    Εκείνη η γυναίκα που περνά,
    ζημιές θέλει μόνο να προκαλεί.
    Τα βλέμματα να τραβά
    σα μαγνήτης κάθε στιγμή.

    Είναι πλούσια, μένει σε παλάτι,
    φοράει κοσμήματα τόσων καρατίων.
    Είναι κυρία υψηλόφρων
    , από αυτές των Δυτικών προαστίων.

    Ρούχα πολύτιμα φοράει,
    για τον εαυτό της συνεχώς παρλάρει.
    Θέλει για τον εαυτό της
    μόνο σαμπάνια και χαβιάρι.

    Νομίζει ότι είναι κάποια
    σπουδαία, πολύ σημαντική.
    Αν της ανοίξεις την πόρτα
    στο αυτοκίνητο ποτέ μέσα δε θα μπει.

    Δεν εμπιστεύεται εύκολα,
    σε κανέναν την καρδιά της δε χαρίζει.
    Μόνο από ακριβές περιοχές
    καταδέχεται να ψωνίζει.

    Εκείνη η γυναίκα που περνά,
    μέσα της όλα τα κρύβει.
    Ποιος ξέρει όμως παρόλα αυτά τα πλούτη
    μέσα της ποιος καημός την πνίγει;

    -Κατερίνα Κατράκη, «Άτιτλο»

    Δε θυμάμαι σε ποιον όροφο έμενες.
    Μόνο ότι ανέβαινα με το ασανσέρ.
    Εκείνο με τα μισοφαγωμένα κουμπιά
    από το χρόνο και τ’ άγνωστα χέρια.
    Τα χέρια σου…
    Εκείνο με το θαμπό καθρέφτη
    απ’ την πολυκαιρία και τ’ άγνωστα μάτια.
    Τα μάτια σου…
    Εκείνο με τ’ αδύναμο σκοινί
    που στέναζε επικίνδυνα κάτω απ’ τ’ άγνωστα κορμιά.
    Το κορμί σου…
    Τόση άνοιξη, τόση βροχή,
    τόσα αινίγματα βαθιά
    σε ένα θάλαμο
    φτωχό και μόνο.
    Τώρα μένεις αλλού.
    Κι εγώ προτιμώ τις σκάλες…

    (https://diastixo.gr/logotexnikakeimena/poihsh/1266-poets-050620132)

  3. Συ είπας. Σωστά κατάλαβες, Γιάννη, ότι τα θέμα δεν έχει δυνατότητες. Αυτή είναι η αλήθεια. Ψιλοπράγματα όσα βρήκα.

    *

    11. ΕΜΕΝΑ ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΜΟΥ ΗΤΑΝ ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΚΕΙΝΟΝ…

    Τί θέλω πιὰ νὰ δέχωμαι τὴν προστασία τῆς Μούσας;
    Νὰ σφίγγω τὴν καρδιά μου νὰ δεχτῆ
    τὶς νέες ἀγάπες, πίστες καὶ χαρές της,
    τάχα πὼς εἶναι μοίρα μου κ᾿ εἶνε καὶ διαλεχτή!

    Πάει ὁ καιρὸς ποὺ ἀχτιδωτὸ τὸ ἀστέρι τῆς ματιᾶς μου
    ἔφεγγε καὶ τῶν θείων καὶ τῶν γηίνων.
    Ὢ τῶν παθῶν δὲν κράτησα ἐγὼ τὴν ἀνόσια Λύρα,
    ἐμένα τὰ τραγούδια μου ἦταν μόνο γιὰ Κεῖνον.

    Καὶ τραγουδοῦσα τὸν καημὸ τῆς ἄσπιλης ψυχῆς μου
    μέσ᾿ στῶν δακρύων τὴν εὐχαριστία
    κι᾿ ὅλη ἡ χαρὰ τοῦ τραγουδιοῦ μου ἦταν, πὼς τὴ φωνή μου
    θὰ τὴν δεχόταν μία βραδιὰ μπρὸς στὴ φτωχή του ἑστία.

    Κι᾿ ὡς διάβαζα στὰ μάτια του κάποτε τὴ χαρά του,
    ποιὰ δόξα πιὸ ἀκριβῆ νὰ πῶ;
    Στὸ χωρισμό μας τοὔφερναν σὰ χελιδόνια οἱ στίχοι
    μήνυμα, πὼς ἀπὸ μακριὰ διπλὰ τὸν ἀγαπῶ.

    Τώρα καμμιά, καμμιὰν ἠχὼ δὲν ἄφησε ἡ φωνή μου
    σπαραχτικὴ ὅταν γέμισε μιᾶς νύχτας τὸ σκοτάδι.
    Ὅμως ὅλοι φοβήθηκαν καὶ γὼ πιστεύω ἀκόμα
    ἀληθινὰ πὼς τὴ βαριὰ χτύπησα πόρτα τοῦ Ἅδη.

    Λοιπὸν γιατί νὰ δέχωμαι τὸ κάλεσμα τῆς Μούσας;
    Σαρκάζει ἡ πίστη μέσα μου τῶν θείων καὶ τῶν γηίνων.
    Μία ἀνόσια Λύρα τῶν παθῶν σὲ μένα δὲν ταιριάζει.
    Ἐμένα τὰ τραγούδια μου ἦταν μόνο γιὰ Κεῖνον.

    MAΡΙΑ ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ

    Στέλιος Ρόκκος – Είμαι Από Κείνα Τα Παιδιά

    12. ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΩΝ 5 π.μ.

    εκείνος που κοιτάζει
    στον τοίχο το καρφί σα να ’ναι θάλασσα

    ξέρει καλά
    πως στο ρηχό του τάφο
    θ’ ανθίζει ένα λουλούδι
    μετανιωμένο

    μα εμείς θα το κρεμάσουμε
    στο πέτο ενός παλιάτσου

    στα φώτα μιας γιορτής
    κάτω από μάτια υγρά
    να ξεραθεί

    ΗΛΙΑΣ ΔΕΛΗΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ,Τα ποιήματα των 5 π.μ., εκδ. ARS POETICA, 2012

    ΕΚΕΙΝΗ – ΤΟΛΗΣ ΒΟΣΚΟΠΟΥΛΟΣ

    13. ΚΕΙΝΟ ΤΟ ΒΡΑΔΥ

    κείνο το βράδυ
    το ‘σκασε
    δεν το ‘χε ξανακάνει
    αλλά το ‘χε υποσχεθεί
    στον εαυτό του

    από σπέρμα το ‘ξερε
    πως δεν είναι
    του κόσμου
    τούτου
    πόση ακόμα αντοχή
    να κρύψει
    στις τσέπες του;

    βάρυναν
    κι αγόγγυστα
    διάβαινε
    τις μέρες του
    μα κείνο το βράδυ
    οι τσέπες τρύπησαν
    σκόρπισε η αντοχή
    στο μωσαϊκό.

    έπειτα,
    έπειτα νύχτωσε
    και με τα χέρια
    στις τσέπες
    πάνω-κάτω
    το δωμάτιο…

    πάνω-κάτω…
    πάνω-κάτω…
    ώσπου κατάλαβε
    το βάρος που ‘φυγε
    από πάνω του
    και το ‘σκασε•

    Μαίρη Πέστροβα

    ***

    14. Κείνο το βράδυ σώπαιναν οι λύκοι, γιατί ουρλιάζανε οι άνθρωποι.
    ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ

  4. Από ποίηση δε βρήκα κάτι αξιόλογο, Αγγελική!
    Παραθέτω όμως ένα βίντεο από τη θρυλική σειρά του Κώστα Μουρσελά, «Εκείνος κι εκείνος» με πρωταγωνιστές το Γιώργο Μιχαλακόπουλο και το Βασίλη Διαμαντόπουλο!!!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: