Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (235ο): «Επίλογος – υστερόγραφο»…

 

1.Μανόλης Αναγνωστάκης, «ΕΠΙΛΟΓΟΣ»

 

«Οι στίχοι αυτοί μπορεί και να΄ναι οι τελευταίοι

Οι τελευταίοι στους τελευταίους που θα γραφτούν

Γιατί οι μελλούμενοι ποιητές δε ζούνε πια

Αυτοί που θα μιλούσανε πεθάναν όλοι νέοι

Τα θλιβερά τραγούδια τους γενήκανε πουλιά

Σε κάποιον άλλον ουρανό που λάμπει ξένος ήλιος

Γενήκαν άγριοι ποταμοί και τρέχουνε στη θάλασσα

Και τα νερά τους δεν μπορείς να ξεχωρίσεις

Στα θλιβερά τραγούδια τους φύτρωσε ένας λωτός

να γεννηθούμε στο χυμό του εμείς πιο νέοι.»

 

(Μ. Αναγνωστάκης, Τα ποιήματα, Νεφέλη»)

 

 

 

 

  1. Μανόλης Αναγνωστάκης, «ΕΠΙΛΟΓΟΣ»

 

Κι όχι αυταπάτες προπαντός.

Το πολύ – πολύ να τους εκλάβεις σα δυο θαμπούς

προβολείς μες την ομίχλη

Σαν ένα δελτάριο σε φίλους που λείπουν με τη μοναδική λέξη: ζω.

 

«Γιατί», όπως πολύ σωστά είπε κάποτε κι ο φίλος μου ο Τίτος,

«Κανένας στίχος σήμερα δεν κινητοποιεί τις μάζες

Κανένας στίχος σήμερα δεν ανατρέπει καθεστώτα»

 

Έστω.

Ανάπηρος, δείξε τα χέρια σου. Κρίνε, για να κριθείς.

 

(Μ. Αναγνωστάκης, Τα ποιήματα, Νεφέλη)

 

 

 

 

  1. Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου, «Επίλογος»

 

«Το παράθυρο ανοίχτηκε και πάλι

Η σιωπή της νύχτας μού ξαναθύμισε
κοιμισμένα πλακόστρωτα και περιβόλια
κι αυτή τη μουσική που κάνει τη σιωπή και κλαίει

Δεν ξέρω αν τα μαλλιά σου βουρκώνουν ακόμα
όπως στις νύχτες των περασμένων ανοίξεων
αν η ψυχή σου αρωματίζει πασχαλιές στα παλιά καλντερίμια

Μα τώρα που έχω ξεμάθει να ερωτεύομαι το πνεύμα σου
τι να σε κάνω πια…»

(http://www.poiein.gr/archives/2942/index.html)

 

 

 

 

  1. Νίκος Καρούζος, «Ῥομαντικὸς ἐπίλογος»

«Μὴ μὲ διαβάζετε ὅταν δὲν ἔχετε
παρακολουθήσει κηδεῖες ἀγνώστων
ἢ ἔστω μνημόσυνα.
Ὅταν δὲν ἔχετε
μαντέψει τὴ δύναμη
ποὺ κάνει τὴν ἀγάπη
ἐφάμιλλη τοῦ θανάτου.
Ὅταν δὲν ἀμολήσατε ἀϊτὸ τὴν Καθαρὴ Δευτέρα
χωρὶς νὰ τὸν βασανίζετε
τραβώντας ὁλοένα τὸ σπάγγο.
Ὅταν δὲν ξέρετε πότε μύριζε τὰ λουλούδια
ὁ Νοστράδαμος.
Ὅταν δὲν πήγατε τουλάχιστο μιὰ φορὰ
στὴν Ἀποκαθήλωση.
Ὅταν δὲν ξέρετε κανέναν ὑπερσυντέλικο.
Ἂν δὲν ἀγαπᾶτε τὰ ζῶα
καὶ μάλιστα τὶς νυφίτσες.
Ἂν δὲν ἀκοῦτε τοὺς κεραυνοὺς εὐχάριστα
ὁπουδήποτε.
Ὅταν δὲν ξέρετε πῶς ὁ ὡραῖος Modigliani
τρεῖς ἡ ὥρα τὴ νύχτα μεθυσμένος
χτυποῦσε βίαια τὴν πόρτα ἑνὸς φίλου του
γυρεύοντας τὰ ποιήματα τοῦ Βιγιὸν
κι ἄρχισε νὰ διαβάζει ὦρες δυνατὰ
ἐνοχλώντας τὸ σύμπαν.
Ὅταν λέτε τὴ φύση μητέρα μας καὶ ὄχι θεία μας
Ὅταν δὲν πίνετε χαρούμενα τὸ ἀθῶο νεράκι.
Ἂν δὲν καταλάβατε πῶς ἡ Ἀνθοῦσα
εἶναι μᾶλλον ἡ ἐποχή μας.
ΠΡΟΣΟΧΗ
ΧΡΩΜΑΤΑ
Μὴ μὲ διαβάζετε
ὅταν
ἔχετε
δίκιο.
Μὴ μὲ διαβάζετε ὅταν
δὲν ἤρθατε σὲ ρήξη μὲ τὸ σῶμα…
Ὥρα νὰ πηγαίνω
δὲν ἔχω ἄλλο στῆθος.»

(Ν. Καρούζος, Ποιήματα, εκδ. Ίκαρος)

 

 

 

 

  1. Τάσος Λειβαδίτης, «Ο επίλογος»

Κι αν έφτασα τόσο μακριά, ήταν για να μην ακούσω που δε μου αποκρίθηκαν
κι αχ, πλανήθηκα πολύ σε δρόμους, ακολουθώντας τούτο η εκείνο, κληρονόμος μιας ανεξήγητης ώρας: τότε που όλα θα εξηγηθούν,
χωρίς λόγια η και χωρίς να υπάρχουμε καν — όταν, τέλος, ξαναγύρισα η πόλη είχε λεηλατηθεί, τα βαγόνια αναποδογυρισμένα,
η εξέγερση ήταν πια παρελθόν κι όσοι απόμεναν όρθιοι πυροβολούσαν ακόμα
για ένα φτωχό έπαθλο στα υπαίθρια σκοπευτήρια
και το βράδυ «τι ώρα είναι;» ρωτάς, «οχτώ» σου απαντάνε,
με τέτοιες άθλιες βεβαιότητες ζούμε
και κανείς δεν είδε το έγκλημα — αφού το τέλειο έγκλημα έγινε
εκεί που δεν μπορεί πια τίποτα να συμβεί. Όμως εγώ υπήρξα ανυπόμονος
σαν κάποιον που ανοίγει την ομπρέλα του σε καιρούς ξηρασίας (ίσως γιατί δε θέλει να ξεχάσει),
ή κάποιον που ντύνεται γυναίκα για να πει ένα ψέμα ακόμα παιδικό —
μη μ’ αδικείτε, λοιπόν, αν έκλεισα τα μάτια, ήταν για να υπερασπίσω τον κόσμο
ή θυμόμουν τα χέρια της μητέρας καθώς έβαζαν τη σκούπα πίσω απ’ τη χαλαρωμένη πόρτα — στερεώνοντας ίσως κάτι πιο μακρινό,
ενώ το κοιμητήρι, αντίκρυ, θρόιζε απαλά, σαν το σύντομο επίλογο ενός μυστηρίου.

(Τάσος Λειβαδίτης, Τόμος 2 της τρίτομης έκδοσης του Κέδρου)

                                                                                

 

 

 

  1. Ν. Βρεττάκος, «Ἐπίλογος»»

«Θά περίμενες , θάλασσα, πρίν
ἐγκαταλείψω τήν ὄχθη σου, ν’ ἀκούσεις
τίς δυό τελευταῖες γκρίζες μου
λέξεις: «Καληνύχτα. Τετέλεσται».
Ὄχι, δέν θά τίς πῶ χωριστά
στό καθένα σας, ἀλλά σέ ὅλα μαζί.
Στόν ἄνθρωπο, θάλασσα, πού βάδιζε
πάνω σου, στόν ἥλιο, σέ σένα,
στά βουνά, στά λουλούδια, σέ ὅλον
ἐδῶ τόν φίλο μου Κόσμο.
Θ’ αποχαιρετίσω, αὔριο, μεθαύριο
δέν ξέρω, τήν Ποίηση μόνο. Γιατί
ἡ ποίηση ὑπήρξατε ὅλα μαζί.»

(http://nikiforosvrettakos.dspixel.com/index.php/poihmata/253-epilogos)

 

 

 

  1. Γιώργου Σεφέρη, «Υστερόγραφο»

«Αλλά έχουν μάτια κάτασπρα χωρίς ματόκλαδα
και τα χέρια τους είναι λιγνά σαν τα καλάμια.

Κύριε, όχι μ’ αυτούς. Γνώρισα
τη φωνή των παιδιών την αυγή
πάνω σε πράσινες πλαγιές ροβολώντας
χαρούμενα σαν μέλισσες και σαν
τις πεταλούδες, με τόσα χρώματα.
Κύριε, όχι μ’ αυτούς, η φωνή τους
δε βγαίνει καν από το στόμα τους.
Στέκεται εκεί κολλημένη σε κίτρινα δόντια.

Δική σου η θάλασσα κι ο αγέρας
μ’ ένα άστρο κρεμασμένο στο στερέωμα,
Κύριε, δεν ξέρουνε πως είμαστε
ό,τι μπορούμε να είμαστε
γιατρεύοντας τις πληγές μας με τα βότανα
που βρίσκουμε πάνω σε πράσινες πλαγιές,
όχι άλλες, τούτες τις πλαγιές κοντά μας·
πως ανασαίνουμε όπως μπορούμε ν’ ανασάνουμε
με μια μικρούλα δέηση κάθε πρωί
που βρίσκει τ’ ακρογιάλι ταξιδεύοντας
στα χάσματα της μνήμης —

Κύριε, όχι μ’ αυτούς. Ας γίνει αλλιώς το θέλημά σου.»

11 Σεπτέμβρη ’41

[πηγή: Γιώργος Σεφέρης, Ποιήματα, Ίκαρος, Αθήνα 1998, σ. 192]

 

 

 

 

  1. Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, «Ποιητικό Υστερόγραφο»

 

«Τα ποιήματα δεν μπορούν πια
να ‘ναι ωραία
αφού η αλήθεια έχει ασχημύνει.
Η πείρα είναι τώρα
το μόνο σώμα των ποιημάτων
κι όσο η πείρα πλουταίνει
τόσο το ποίημα τρέφεται και ίσως δυναμώσει.
Πονάν τα γόνατά μου
και την Ποίηση δεν μπορώ πια να προσκυνήσω,
μόνο τις έμπειρες πληγές μου
μπορώ να της χαρίσω.
Τα επίθετα μαράθηκαν
μόνο με τις φαντασιώσεις μου
μπορώ την Ποίηση να διανθίσω.
Όμως πάντα θα την υπηρετώ
όσο βέβαια εκείνη με θέλει
γιατί μόνο αυτή με κάνει λίγο να ξεχνώ
τον κλειστό ορίζοντα του μελλοντός μου.»

(https://www.aition-polixoros.gr/katerina-angelaki-rouk-2/)

 

 

 

  1. Κική Δημουλά, «Υστερόγραφο»

στη Μαρία Κυρτζάκη

 

«Νυχτερινή κι αργούσες

σκάβοντας κάθοδο

βαθιά στον εαυτό σου

μήπως κι ανακαλύψεις

άλλο πιο σπάνιο ψηφιδωτό

με παραστάσεις έξοχες

από τις κερδισμένες

μάχες που έδωσε

ο λόγος σου

δεινός πολεμιστής

 

Νυχτερινή κι αργούσες

να ξυπνήσεις το πρωί.

 

Αντίθετα, εγώ αφώτηγα ξυπνούσα

από φόβο μη μπερδέψω τους δύο ύπνους

αδελφούς εξ αγχιστείας

και κατά λάθος κοιμηθώ

με τον αιώνιο

 

Και σήμερα, περίεργο

νωρίς σε βρήκα ξυπνητή

μεταφερμένη ύποπτα

σε μιας εφημερίδας τη μικρή

υστερόγραφη φωτογραφία

Μαζί και το γραφείο σου

Φορούσες τα γυαλιά σου

 

Έπιασα τον σφυγμό σας· απών.

 

Ωστόσο εσύ ακόμα καθιστή

στην απορροφημένη στάση σου

να ψάχνεις άραγε πού χάθηκε

εκείνο το γενναίο

το άτεγκτα αλλιώτικο

υπέρτατο ποίημα

 

Στο όλον σου το άξιο

αφιερωμένο.

 

Το έγραψε η ποιήτρια φυγή σου

τηρώντας την ίδια ακριβώς

αθόρυβη δύναμη

που άσκησε απαράβατα

και η εν ζωή

γραφή σου.»

(https://www.oanagnostis.gr/kiki-dimoula-isterografo/)

 

 

 

 

  1. Χρίστος Ρουμελιωτάκης,, «ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ»

«Τώρα ο καθένας
ας απλώσει τη δική του τη θάλασσα
άλλη θάλασσα ας μη περιμένει
τώρα ο καθένας
ας ανοίξει τους δικούς του ασκούς
άλλος άνεμος δε θα υπάρξει
και πια τι να τις κάνουμε τις σάλπιγγες
τώρα που ο πόλεμος τελείωσε.»

(http://www.poiein.gr/2005/10/15/nssooio-nioiaeeuoueco-dhiethiaoa-adhu-oi-iyiio-aeiss/)

 

 

 

  1. Γιώργος Στογιαννίδης, «Υστερόγραφο»

«Τότε, σκέφτηκε να την πει καλοκαίρι.
Γιατί τα καλοκαίρια ανατέλλουν χαρούμενα
κι είναι έμπιστα και δροσερά.

Σε λογαριάζουν δικό τους
και βγάζουν το καπέλο τους
μόλις σε ιδούν.

Εγώ, δεν έχω καπέλο,
έχω όμως μια μικρή πέτρα
στο δάχτυλό μου
που με συγκινεί,
όπως ένα φωτισμένο παράθυρο.

Άκουσε,
αγαπώ τα πράσινα δέντρα
αγαπώ τα νερά σου
αγαπώ την ψυχή σου.
Γι΄αυτό βγαίνω τη νύχτα
να σε συναντήσω.
Κουβαλώ τα χαρακτηριστικά σου
παντού.
Οι άνθρωποι πρέπει να σε καταλαβαίνουν
όταν σηκώνουν το βλέμμα τους
και σ’ ανασαίνουν βαθειά.

Αλλιώς,
είναι πράγματα περιττά
οι ποιήσεις
και τα αισθήματα.»

(https://poiimata.com/)

 

Advertisements

Single Post Navigation

10 thoughts on “Πες το με ποίηση (235ο): «Επίλογος – υστερόγραφο»…

  1. Εξαιρετικά τα ποιήματα που διάλεξες και σήμερα, Γιάννη.
    Δύο σε ένα λοιπόν…
    Επίτρεψέ μου σήμερα να ασχοληθώ μ ό ν ο με τον Επίλογο.

    *

    1. ΕΠΙΛΟΓΟΣ

    Κι όλο να λέω να τελειώνω μ’ όλ’ αυτά
    τα σχετικά και τ’ άσχετα
    κάθετα παράλληλα οριζόντια
    τα μαύρα τ’ άραχνα και τ’ άσπρα
    ποια τ’ άσπρα; – τέλος πάντων
    τ’ άστρα τ’ απρόσιτα της Άρκτου, κει ψηλά
    κι όσα χωματένια προσιτά δω κάτω.

    Τα βραχέα, τα μακρά, τ’ ακαριαία.
    φίλε μου, να τελειώνω, να τελειώνω μ’ όλ’ αυτά
    κι όλο να ξαναρχίζω
    φτου κι απ’ την αρχή
    να πίνω το φαρμάκι τους.

    ΣΤΑΥΡΟΣ ΒΑΒΟΥΡΗΣ

    ***

    2. ΕΠΙΛΟΓΟΣ

    Άνοιξε η θύρα ξαφνικά και πρόβαλε
    Ένας γιατρός φορώντας άσπρη μπλούζα
    Χαμογελούσε φιλικά σαν να με γνώριζε
    Κοιτάζω γύρω
    Το δωμάτιό μου
    Τα κάδρα το γραφείο τα βιβλία μου

    «Ποιος είστε και πώς ήρθατε;» ρωτώ
    «Από τη σκάλα του ύπνου» μου απαντά
    «Χρόνια μετά την αποφράδα ημέρα
    Θυμάστε;
    Με τα κόκκινα πουλιά και τις μεγάλες μύγες στο φεγγάρι»

    Και πρόσθεσε καθησυχαστικά
    «Χαμογελάστε
    Δεν υπάρχει λόγος
    Έχουμε πλέον ανελκυστεί
    Στο φως
    Και προχωρούμε ολοταχώς
    Στο θαύμα»

    ΟΡΕΣΤΗΣ ΑΛΕΞΑΚΗΣ, Θίασος στην εξέδρα, 2006

    ***

    3. ΕΠΙΛΟΓΟΣ

    Μέγας ο θάνατος.
    Δικοί του είμαστε
    μες στη χαρά μας.
    Κι ενώ νομίζουμε, πως της ζωής μας λάμπει ο ανθός,
    τολμά να κλάψει αυτός
    βαθιά μας.

    Rainer Maria Rilke, Ποιήματα (μτφρ. Γιώργος Καρτάκης)

    Αντώνης Βαρδής – Επίλογος

    4. CREDO
    [αυτές τις μέρες σκέφτομαι συνέχεια τον Kαρούζο]

    ΠΟΛΥ ΡΟΜΑΝΤΙΚΟΣ ΕΠΙΛΟΓΟΣ

    Μη με διαβάζετε όταν δεν έχετε
    πιεί καφέ στου Λουμίδη
    ή έστω στου Ζόναρς .
    Όταν δεν αφιερώσατε
    μια συλλογή σας
    στη Τζίνα .

    ‘Όταν δεν βραβευτήκατε μ’ ένα Νόμπελ
    χωρίς να το βασανίσετε
    στέλνοντας επανειλημμένα γλυκά και επιστολές.
    Όταν δεν ξέρετε κάθε πότε έραβε κοστούμι
    ο Κατσίμπαλης.
    Όταν δεν μείνατε τουλάχιστον μια φορά
    στη Villa Natacha.
    Όταν δεν ξέρετε κανέναν συντελεσμένο μέλλοντα.

    Αν δεν αγαπάτε τα ζώα
    και μάλιστα τις οχιές.
    Αν δεν ακούτε τη μουσική του Κουνάδη ευχάριστα
    οπουδήποτε.

    Όταν δεν ξέρετε πως ο ωραίος Γκάτσος
    τρεις η ώρα τη νύχτα μεθυσμένος
    χτυπούσε βίαια την πόρτα ενός φίλου του
    γυρεύοντας τα πνευματικά του δικαιώματα
    κι άρχισε να βρίζει ώρες δυνατά
    ενοχλώντας το Κολωνάκι.

    Όταν λέτε τον Θεόφιλο φίλο μας κι όχι υπάλληλό μας.
    Όταν δεν πίνετε ευχάριστα το ωραίο Evian.
    Αν δεν καταλάβατε πως η Μαρίνα
    είναι η κόρη του Καραγάτση.

    ΠΡΟΣΟΧΗ
    ΙΟΥΛΙΤΑ
    Μη με διαβάζετε
    όταν
    δεν έχετε
    εκδοθεί στου Καρύδη.

    Μη με διαβάζετε όταν
    δεν θα σας βαλσαμωθεί το πτώμα.
    Ώρα να πηγαίνω
    δεν έχω άλλο Νόμπελ.

    ΓΛΥΚΕΡΙΑ ΜΠΑΣΔΕΚΗ

    ***

    5. ΕΠΙΛΟΓΟΣ

    Τό παιχνίδι ἐτελείωσε. Ἕνα ἀγέρι, ἰριδίζοντας,
    σάλεψε ἄξαφνα τά κλώνια τῆς νύχτας.
    Μ’ ἐπισκέπτεσαι, φεύγεις, ἐπανέρχεσαι,
    φεύγεις, μ’ ἕνα πρόσωπο ἀέρινο
    πού μοιάζει ὡς νά τὄχουν σχεδιάσει μέ φῶς
    πάνω σ’ ἕνα χαμόγελο.

    ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ, «Το βάθος του κόσμου»

    ***

    6. ΕΠΙΛΟΓΟΣ

    Από χίλιους δρόμους είμαστε φτασμένοι
    σ’ ένα σημείο όλοι, για ένα σκοπό
    Και προσμένουμε μ’ άγνοια τυλιγμένοι
    μα περισσότερο αξιολύπητοι γι’ αυτό.

    Μ’ έναν ωραίο επίλογο θα τελειώσει
    το παραμύθι της ζωής…
    Μαυροντυμένοι ολημερίς,
    ήρωες με τα μαλλιά μας στον αγέρα,
    θα τριγυρνούμε αγέρωχοι
    στα σοκάκια, τη σκοτεινή αυτή μέρα.

    Κουρασμένοι ως θα νυχτώσει
    στη φύση, στ’ αστέρια
    «αντίο» για πάντα θε να πούμε
    και μ’ έναν ωραίο επίλογο θα τελειώσει
    το παραμύθι της ζωής
    που την ψυχή μας τόσο είχε πληγώσει!

    Κ. ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ

    ***

    7. ΕΠΙΛΟΓΟΣ

    Φθινόπωρο είναι, βρέχει, να, και ο χρόνος όλο σβήνει!
    Η νιότη σβήνει, σβήνεις, ω προσπάθεια ευγενική,
    που μόνο εσέ θα σκέφτομαι πεθαίνοντας, σεμνή
    προσπάθεια: να περάσουμε, και το Έργο μας να μείνει.

    Αχ! πάει κι αυτή που μ’ έθρεφεν ελπίδα η πιο μεγάλη·
    μάταιο σαν άλλα ονείρατα, τ’ όνειρο πάει κι αυτό.
    Όλα περνούν, οι πόθοι μας περνούνε, το βουητό,
    χάνεται, ώσπου διαβαίνουμε κι εμείς για νά ’ρθουν άλλοι.

    Γιρλάντα η δόξα, που άφησαν κάτι γιορτές φευγάτες.
    Μόνο πικρία μένει, κανείς όταν ονειρευτεί πολύ
    να μην επέθαινε και λίγο να σωθεί
    και κάπως ναν τον αγαπούν χρόνοι, καιροί διαβάτες!

    Αλίμονο! Με ρόδο τον εαυτό μου παρομοιάζω,
    με ρόδο που μαραίνεται και γίνεται χλωμό!
    Το αίμα δεν τρέχει· θα ’λεγε κανείς πως φυλλορροώ…
    Κι αφού πια τώρα ενύχτωσε — για θάνατο νυστάζω!

    Rodenbach, Georges, Μετ. Κώστας Καρυωτάκης

    ***

    8. ΕΠΙΛΟΓΟΣ ΑΕΡΑΣ

    Ο αέρας σηκώνει τα κρίματα μας ψηλά,
    τα στροβιλίζει για λίγο μακριά
    απ’ τις κουτές σκευωρίες μας
    και τ’ αφήνει να πέσουν πάλι στη γη·
    εκεί ν’ ανθήσουν.

    νωπές ακόμη παίρνει τις λεξούλες
    να, εκεί έλα,
    τις ακουμπάει στις κορφές
    των αισιόδοξων δέντρων
    και τις καθίζει μετά στο χώμα
    σαν αναμνηστικά ξεραμένα τίποτα.

    Ο αέρας σηκώνει τα σχισμένα φύλλα
    της μικρής νουβέλας
    κι όπως ανεβαίνουν, γίνεται ευανάγνωστη
    η σελίδα της ζωής μας, για να διαβαστεί κάποτε στη νηνεμία
    σαν ένα νόημα που μας δόθηκε ακέραιο.

    ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ-ΡΟΥΚ

    ***

    9. ΕΠΙΛΟΓΟΣ

    Οἱ λέξεις εἶναι πρίσματα
    πού μέ διαθλοῦνε:
    καθένας βλέπει κι ἄλλο
    χρῶμα τοῦ φάσματος.

    Ἄν μποροῦσα
    νά γράφω τούς στίχους μου
    μέ φθόγγους σιωπῆς
    ἴσως κάπου κάπου
    κανένας κατόρθωνε
    εἰσχωρώντας στήν ἀδιαπέραστην ὕλη
    νά μέ συναντήσει ἀτεμάχιστο.

    Μανουσάκης Γιώργης, Τό σῶμα τῆς σιωπῆς, Χανιά 1970

    ***

    10. ΕΠΙΛΟΓΟΣ

    Αλήτη! Απόψε είν’ η βραδιά τόσο καλή, τόσο καλή.
    Μπορείς να πας να κοιμηθείς σ’ ένα παγκάκι, αλήτη!
    Πλάτυνε η σκέψη τη ζωή τόσο πολύ, τόσο πολύ,
    που έκανε ο άνθρωπος τη γη κι όλο το σύμπαν σπίτι.

    Δεν έχεις δάκρυα να θρηνείς, ούτε κουράγιο να πονείς,
    ούτε κραυγές υστερικές να βγάνεις πέρα ως πέρα.
    Είσ’ ένα κύμα σιωπηλό μιας τρικυμίας παντοτινής,
    που γαληνεύει ανήσυχα στην ήσυχη εσπέρα.

    Κι όταν θα βρεις το λυτρωμό σ’ ένα παγκάκι ξαπλωμένος
    και θα σιγήσει ο σίφουνας κι η θύελλα της ζωής σου,
    αλήτη, δεν θα πεις ποτέ πως ήσουν κουρασμένος
    απ’ τον αγώνα το σκληρό της άρρυθμης ψυχής σου.

    Αλήτη! Απόψε είν’ η βραδιά τόσο καλή, τόσο καλή.
    Μπορείς να πας να κοιμηθείς σ’ ένα παγκάκι, αλήτη!
    Πλάτυνε η σκέψη τη ζωή τόσο πολύ, τόσο πολύ,
    που έκανε ο άνθρωπος τη γη κι όλο το σύμπαν: σπίτι.

    TΕΥΚΡΟΣ ΑΝΘΙΑΣ, «Σφυρίγματα του αλήτη»

    ***

    11. ΕΠΙΛΟΓΟΣ

    Να καθαρίσουμε πρέπει τη στάχτη από την καμινάδα
    Και να αποθέσουμε στον τοίχο τη ξεβαμμένη πολυθρόνα
    Κι απέ κάποια χαρτιά να απλώσουμε στο τραπέζι

    Κι έπειτα βαθιά κρατώντας την αναπνοή
    Που πια στενάχωρη δες ρέει
    Και στη σιωπή μας να αποσυρθούμε
    Σαν όλους τους κυνηγημένους και φυλακισμένους

    Κι απ’ όλους πια αποδιωγμένοι -για όσα πια μας ταλανίζουν
    Με ανοιχτά τα μάτια, τη καρδιά στη γη μας την απάνθρωπη…

    Μη με μεμφθείς εκείνη τη στιγμή πια αδερφέ μου!
    Ας σβήσω πια τη λάμπα κι ας τυλιχτώ με την κουβέρτα
    Κι ας σιωπήσω!
    Κι αν είναι αύριο για παραπέρα υπάρχει κι άλλος δρόμος…

    Ίαν Λέχον, μετ: Σωτήρης Ε. Γυφτάκης
    από το βιβλίο Πολωνοί Ποιητές – εκδ. λεξίτυπον, 2007

    ***

    12. ΕΠΙΛΟΓΟΣ

    Είμαι στην αρχή της ζωής μου και είμαι έξω στο φως. Έχουν
    περάσει χρόνια από τότε και προσπαθώ να ρουφήξω το άσπρο.
    Μόνο το φως χρειαζόμουν. Ύστερα, σκέφτηκα, θα σταματήσω
    να κάνω αυτόν το θόρυβο. Αν σταματήσω να κάνω αυτόν το
    θόρυβο, θ’ ακούσω κάτι πολύ όμορφο. Δεν ξέρω ακόμα, αλλά
    είμαι σίγουρη, κι αυτό μου συμβαίνει συχνά. Μου συμβαίνει
    συχνά εκεί που κάθομαι και σκέφτομαι, αλλά δεν είναι καθόλου
    αυτό. Καθόλου κάτι που σκέφτομαι, αλλά αυτό με βοηθάει. Με
    βοηθάει να μην έχω το νου μου, να μην περιμένω τίποτα. Γιατί
    τότε τίποτα δεν θα μπορούσε να συμβεί, εκτός από κάτι που
    ήδη το ξέρω. Και τι ξέρω εγώ; Τι ξέρω;

    Λαϊνά Μαρία, Δικό της, Κείμενα, 1985

    • 13. ΕΠΙΛΟΓΙΚΟ

      Να με θυμόσαστε — είπε. Χιλιάδες χιλιόμετρα περπάτησα
      χωρίς ψωμί, χωρίς νερό, πάνω σε πέτρες κι αγκάθια,
      για να σας φέρω ψωμί και νερό και τριαντάφυλλα. Την ομορφιά
      ποτές μου δεν την πρόδωσα. Όλο το βιος μου το μοίρασα δίκαια.
      Μερτικό εγώ δεν κράτησα. Πάμπτωχος. Μ’ ένα κρινάκι τού αγρού
      τις πιο άγριες νύχτες μας φώτισα. Να με θυμάστε.

      Και συγχωράτε μου αυτή την τελευταία μου θλίψη: Θα ‘θελα
      ακόμη μια φορά με το λεπτό δρεπανάκι τού φεγγαριού να θερίσω
      ένα ώριμο στάχυ. Να σταθώ στο κατώφλι, να κοιτάω
      και να μασώ σπυρί – σπυρί το στάρι με τα μπροστινά μου δόντια
      θαυμάζοντας κι ευλογώντας τούτον τον κόσμο που αφήνω,
      θαυμάζοντας κι Εκείνον που ανεβαίνει το λόφο στο πάγχρυσο λιόγερμα. Δέστε:

      Στο αριστερό μανίκι του έχει ένα πορφυρό τετράγωνο μπάλωμα. Αυτό
      δεν διακρίνεται πολύ καθαρά. Κι ήθελα αυτό προπάντων να σας δείξω.
      Κι ίσως γι’ αυτό προπάντων θ’ άξιζε να με θυμάστε.

      Καρλόβασι 30.VII.87
      ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ, Αργά πολύ αργά μέσα στη νύχτα (1991) [Από τη σειρά Τα αρνητικά της σιωπής (1987)]

      ***

      14. ΕΠΙΛΟΓΟΣ

      Έτοιμη λάμπει η πολύχρωμη κ’ έμψυχη εικών
      και την κρεμάω στης Ελλάδας το μούχλιο ντουβάρι
      στη μυωπία την προσφέρω αφελών κριτικών
      να κοιταχτούν σιωπηλοί και οι κουτοί και οι βαρβάροι.
      Μια κοινωνία που σάπισε στον ξεπεσμό
      και που βρωμάει το λεπρό της κορμί σαν ψοφίμι
      θα με ίδει εχθρό, μα το στήθος μου εγώ θα κοσμώ
      με τις βρισιές της: επαίνους, τη μούντζα της: φήμη».
      Οι ποντικοί που κοιμούνται στο φως νηστικοί
      θα ξεμυτίσουν για λεία καθώς θα μουχρώνει
      μα είναι από μέταλλο ο στίχος μου λάμψη και αλκή
      και σπουν τα δόντια τους πάνω του ακόμα και οι χρόνοι.

      ΡΙΤΣΟΣ, Τρακτέρ (1930)

      ***

      15. ΠΡΟΛΟΓΟΣ Ή ΕΠΙΛΟΓΟΣ

      Όποιος μπαίνει στο θάνατο δε μιλάει πια γι’ αυτόν
      Κι όποιος ζει τη ζωή την ξεχνάει για πάντα.

      Πάρε λοιπόν το μολύβι του Τίποτα
      Ζωγράφισε τα γνήσια τοπία
      Και πες το εγώ «κανείς»
      Τον κόσμο «κήπο απότιστο»
      Μες στα φυτά της φαντασίας να ξαπλωθείς
      Ροκάνισε το μισητό σου σώμα.

      ΑΝΤΩΝΗΣ ΦΩΣΤΙΕΡΗΣ

      ***

      16. ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΕΠΙΛΟΓΟΣ

      Προσπέρασα όλες τις ηλικίες τρέχοντας
      στις αποβάθρες ταχυδρομεία του κόσμου
      το αθέατο αιωρείται
      αν κόψω ένα λουλούδι
      στην άλλη άκρη του σύμπαντος
      η αστραπή μιας ανομοιομορφίας
      όλα είναι έτοιμα
      ο παραλήπτης μόνο λείπει
      καθυστερεί τον εαυτό του
      στις ερημιές του κορμιού μας.

      Κάθε ον η ιστορία της ανθρωπότητας
      πρόγονός του μια σκέψη
      η ύπαρξή του γενέθλια ευγνωμοσύνης
      για ό,τι πέρασε
      για κείνο που πρόκειται να συμβεί
      το ανερμήνευτο μέσα του
      ο άλλος
      ό,τι απόμεινε απ’ αυτόν
      η μια σκιά ακολουθεί την άλλη
      πρόλογος και επίλογος μαζί
      προχωρούν πέρα απ’ τις αυταπάτες του δρόμου
      στιγμή που κρατάει αιώνια.

      Παρουσίες ζωής
      γεννημένοι στη ροή του ίδιου ποταμού
      όμως δεν είμαστε το ποτάμι
      κατοικούμε στις όχθες
      σταγόνες ψηλαφούν την καρδιά μας
      η ψυχή μας κοιτάζει τις πατρίδες
      να απομακρύνονται
      δεν ξέραμε για ποιον ή
      γιατί ήρθαμε
      ερωτευμένοι χωρίς ανταπόκριση
      ρίζες μυστηρίου κρυφακούμε
      της ροής την ηχώ.

      ΒΑΣΙΛΗΣ ΦΑΪΤΑΣ, «Το δάκρυ του Ηράκλειτου», Μανδραγόρας, Αθήνα 2018

      ***

      17. ΕΠΙΛΟΓΟΣ

      Κι εκείνο το καντηλέρι
      που φώτιζε την αγάπη μας στη μικρή κάμαρη
      κι εκείνα τ’ αγγελούδια στη ροζέτα
      που ακούγανε τη μοναξιά σου

      κι εκείνο το παραθύρι
      που ‘μπαζε λαθραία μια λιαχτίδα ίσα-ίσα να σε κουρδίζει
      κι εκείνο το εκκρεμές,
      που οι χτύποι του βαθαίναν τ’ αυλάκια σου

      κι ακόμα
      το αρκουδάκι που κράταγες στην αγκαλιά σου παιδί
      και πέθανε, μόλις είπες μεγάλωσα,
      η ξώθυρα, που ξάγρυπνη καρτερούσε
      για να σου πει «άργησες, ανησύχησαν…»,

      το διάσελο της βροχής,
      που η καρδιά δαχτυλογραφούσε το μήνυμα
      και το ζευγάρι που χώριζε στη γωνία
      για να μην ξανασυναντηθεί «ένεκα ο πόλεμος»,
      δεν είναι πιότερο
      από ορθοστάτες
      ονείρου που κλέψαν…

      ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ι. ΜΠΡΟΥΧΟΣ, «Ασκητική θανάτου», Τα Τραμάκια, Θεσσαλονίκη 1990.

      ***

      18. ΕΠΙΛΟΓΟΣ

      Το σπαραγμό σου Ελλάδα μου, ποια νύχτα θα μου κρύψει;
      Ποιος πόνος θα μου πει;
      Ξεπέρασα τον πόνο πια και τη βαθιά μου θλίψη,
      κι έφτασα στη σιωπή.

      Και στέκω εμπρός σ’ ένα σωρό ρημάδια
      και συντρίμμια,
      κι ούτε μια δέηση να πω μπορώ,
      και ούτε μια βλαστήμια.

      Φώτης Αγγουλές

      ***

      19. ΕΠΙΛΟΓΟΣ

      Οι ίριδες στο δέντρο της καμφοράς,
      οι επιστήθιες της άνοιξης
      ένα άγγιγμα.
      Ισημερινός •
      η πυξίδα δείχνει γαλήνη.

      ΝΙΚΟΛΑΣ ΚΑΛΑΣ

      ***

      20. ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ

      Κατά τ’ άλλα
      ο χρόνος συνεχίζει κρυφά την αναρρίχησή του μέσα μας
      τυλίγεται γύρω από τα σώματα μέχρι να τ’ αφανίσει
      η ζωή επιμένει,
      σαρκάζει ανελέητα
      ό,τι ανομολόγητο στο βάθος μάς πονάει
      και την ίδια στιγμή βάζει τα καλά της και προκαλεί:
      όποιος αντέξει.

      Αριάδνη,
      οι καιροί αλλάζουν
      ζητούν τα δικά τους παραμύθια.

      Βικτωρία Καπλάνη, Ήχοι – απόηχοι (2007) [Ενότητα Είσοδος (1998-2000)]

      ***

      21. ΕΠΙΛΟΓΟΣ ΣΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

      Φυσάει βαρδάρης, γέρνει τη φωνή σου
      θρυμματισμένη μνήμη στην πόλη που αγαπήσαμε
      κουβέντες καθημερινές, χαμόγελα, αφές
      από τετραγωνικά εκατοστά του δέρματός σου.

      Φυσάει αέρας και σκορπίζει τη ματιά σου
      μέσα στη μνήμη –ό,τι σου ‘δωσα και πήρα– μόνο
      η καταχώριση στο ημερολόγιο νωπή σχεδόν γραφή
      κι αυτή θ’ αρχίσει λίγο-λίγο να ξεθωριάζει.

      Γιάννης Καρατζόγλου, Ένα καλοκαίρι (1970) ενότητα Ο καιρός των ερώτων, συγκεντρωτική έκδοση Πηγαίος κώδικας (2009)

      ***

      22. ΕΠΙΛΟΓΟΣ

      Τα ζώα είναι αυτά που είναι:
      καθαρή φύση. Τίμια κοιτάνε,
      κατάματα. Ο άνθρωπος, έξω απ’ τη φύση,
      αναζητά.
      Το ζώο είναι. Ο άνθρωπος γίνεται. Αν μπορεί.

      Πρόσεξε αυτόν που δεν αγαπά τα ζώα.
      Η ανθρωπιά του αδύναμη. Το ζώο μέσα του
      αντιδρά. Πρόσεξε αυτόν
      που δεν αγαπά τις γάτες. Κάπου
      φοβάται. Κάπου τρέμει. Κάπου, κρύβεται.

      Ο Χίτλερ μισούσε τις γάτες. Κι ο Καίσαρας. Κι ο Ναπολέων.
      Όλοι οι τύραννοι. Οι δικτάτορες. Οι κήνσορες.
      Βλέπουν στις γάτες τα όρια της δύναμής τους.

      Γάτα στο τσίρκο; Ποτέ! Αδιαμαρτύρητα πεθαίνουν
      αλλά δε δαμάζονται. Η πιο ανθρώπινη αρετή
      φωλιάζει στις γάτες.

      ΝΙΚΟΣ ΔΗΜΟΥ

      ***

      23. ΕΠΙΛΟΓΟΣ

      Να καθαρίσουμε πρέπει τη στάχτη από την καμινάδα
      Και να αποθέσουμε στον τοίχο τη ξεβαμμένη πολυθρόνα
      Κι απέ κάποια χαρτιά να απλώσουμε στο τραπέζι
      Κι έπειτα βαθιά κρατώντας την αναπνοή
      Που πια στενάχωρη δες ρέει

      Και στη σιωπή μας να αποσυρθούμε
      Σαν όλους τους κυνηγημένους και φυλακισμένους
      Κι απ’ όλους πια αποδιωγμένοι -για όσα πια μας ταλανίζουν
      Με ανοιχτά τα μάτια, τη καρδιά στη γη μας την απάνθρωπη…

      Μη με μεμφθείς εκείνη τη στιγμή πια αδερφέ μου!
      Ας σβήσω πια τη λάμπα κι ας τυλιχτώ με την κουβέρτα
      Κι ας σιωπήσω!
      Κι αν είναι αύριο για παραπέρα υπάρχει κι άλλος δρόμος…

      Ίαν Λέχον [μετ: Σωτήρης Ε. Γυφτάκης]

      ***

      24. ΕΠΙΛΟΓΟΣ ΤΑΞΙΔΙΟΥ ΔΙΑΚΟΠΩΝ

      Δεν ήσουν ο τύπος μου, όπως λένε,
      μα είχα καταφέρει να σου κάνω δώρο
      τους κρεμαστούς κήπους της Βαβυλώνας
      εκείνη τη νύχτα, στην ερημιά
      μιας στάσης λεωφορείων, στη μέση του δρόμου
      όσο περιμέναμε να ξαναρχίσει η κυκλοφορία
      που θα μας εγύριζε στη Λα Πλάτα
      και ενώ έδυε το καλοκαίρι εκείνο αδόξως.

      2.5.2005
      CÉSAR CANTONI -Μετ: Γιώργος Κεντρωτής

      • 25. ΕΠΙΛΟΓΟΣ

        Κι όπως είμαι πάντα άτυχος, κάθε φορά που αποφάσιζα ν’ αλλάξω ζωή κάποια καθυστέρηση, μια αναβολή, ένα όνειρο ‒πέρασαν τα χρόνια, Ύστερα δε θυμάμαι τίποτα. Κι η λάμπα είχε σβήσει μια αιωνιότητα πριν.

        Τάσος Λειβαδίτης, «Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου (Γ)»

        ***

        26. ΕΠΙΛΟΓΟΣ

        Μένω για πάντα εδώ υπόλογη
        Τη φυλακή μου κόπιασα να ομορφύνω
        με χιλιάδες τσιγάρα που σιγοκαίνε μέσα μου
        Τέρματα Ερημιά στο μηχανοστάσιο
        Άδεια βαγόνια εξαντλημένα
        Σκουριές αδυναμίες διαβρώσεις
        Ένας σωρός τα οξέα πάνω μου
        Μπρος στο κατώφλι μας οι ράγες σπασμένες

        Κάποτε μιλούσα για δρομολόγια
        Ονειροπολούσα σ’ αυτό το σπίτι
        με τα μαύρα παράθυρα που με κατάπιναν
        Αργότερα ήρθε ο δράκος
        και κάθισε στα κεραμίδια

        Η μητέρα ήταν ευχαριστημένη
        Δε πα να σάπιζε η αμαξοστοιχία
        Εμάς τι μας ένοιαζε;
        Από τότε πέρασε καιρός
        Πέθαναν οι υπολήψεις χάθηκε η μητέρα
        έφυγε ο σταθμάρχης

        Εγώ εξακολουθώ να μένω πάντα εδώ υπόλογη
        με τα τσιγάρα τον καρκίνο και τον δράκο

        Κατερίνα Σημηντήρα, Δυτικά της Σαπφούς 2015

        ***

        27. ΕΠΙΛΟΓΟΣ

        Εξαίσιες ωδές
        που συρρέουν γύρω μας
        σε όλη μας τη ζωή.
        Στο φως και στο σκοτάδι.
        Θριαμβευτικές ή ηττημένες.
        Σε κάθε πορεία.
        Μυστική ή φανερή.
        Νικηφόρα ή μαρτυρική.
        Όμως πάντα πλαισιωμένη
        με φυσικούς ρυθμούς
        με μοναδικές, εξαίσιες ωδές.

        Κατερίνα Σημηντήρα, [Ενότητα Παραλειπόμενα] Εξαίσιες ωδές μιας μυστικής πορείας (2013)

        ***

        28. ΕΠΙΛΟΓΟΣ

        Ανάμεσα σε σένα και σε μένα
        Υπάρχει μια σιωπηλή παραδοχή
        Οι αναβολές ως στον τελικό σου θρίαμβο
        Οι εφήμερες μάχες που κερδίζω
        Είναι το βραβείο που εκείνο το τρωκτικό ο χρόνος
        Ροκανίζει ασταμάτητα τις νύχτες

        Το πρωί βρίσκω τ΄ αποφάγια κάτω από τον καναπέ
        Και ο ήλιος στο παράθυρο μου κλείνει συνωμοτικά το μάτι

        Όλοι μας το ξέρουμε
        Αυτό που μαίνεται
        Είναι πόλεμος
        Αυτό που χάνεται
        Είναι Ζωή

        ΤΖΟΥΛΙΑ ΦΟΡΤΟΥΝΗ

        ***

        29. ΕΠΙΛΟΓΟΣ
        Ι
        Κι έμαθα πώς συρρικνώνονται τα πρόσωπα
        Πώς ο τρόμος ελλοχεύει κάτω από τις βλεφαρίδες
        Και πώς η οδύνη γράφει με σφηνοειδείς χαρακτήρες
        Τραχιές γραμμές τα μάγουλα,
        Πώς κατάμαυρα ή ξανθά δαχτυλίδια τα μαλλιά
        Μονομιάς καλύπτονται απ’ ασημένια σκόνη,
        Και σβήνει το χαμόγελό μου στα πειθήνιά μου χείλη
        Κι ο φόβος, είναι νεκρικός, θροΐζει στο σβησμένο μου γελάκι.
        Και για μένα δεν προσεύχομαι μοναχά,
        Αλλά για όλους, αυτούς που στάθηκαν μαζί μου στη σειρά
        Στη ζέστα του Ιούλη, στο ψύχος του χειμώνα
        Κάτω από τον τόσο κόκκινο, τον τοίχο, κι αθώρητο ακόμα.
        ΙΙ
        Και πάλι, σίμωσε της θύμησης η ώρα
        Σας βλέπω, σας αισθάνομαι και σας ακούω τώρα:
        Κι εκείνη που σχεδόν στο τέλος είχαν σύρει,
        Κι εκείνη που ποτέ ξανά τη γη της θα πατήσει,
        Κι εκείνη που είπε σείοντας τ’ ωραίο της κεφάλι:
        «Το να επιστρέφω πάλι εδώ, σπίτι επιστρέφω πάλι».
        Να τις φωνάξω ήθελα με τα ονόματά τους
        Μα οι λίστες έχουνε χαθεί με τ’ αναφορικά τους.
        Και έχω υφάνει για όλες τους μαντήλι που είν’ φαρδύ
        Απ’ τις φτωχές τις λέξεις τους, που άκουσα εκεί.
        Πάντα και οπουδήποτε θα τις αναθυμούμαι
        Δεν πρόκειται απ’ τη μνήμη μου αυτές να ξεχαστούνε
        Και αν το εξαντλημένο μου μού το φιμώσουν στόμα
        Μ’ αυτό που ξεφωνίζουν εκατό λαού εκατομμύρια ακόμα
        Τότε στη μνήμη τους εμέ
        Παραμονή επετείου μου ίσως με θυμηθούνε
        Κι αν κάποιοι αποφασίσουνε για εμένα να στήσουν
        Στη χώρα αυτή μια προτομή τιμή για να μου δείξουν
        Σε τέτοιο πανηγύρι συναινώ
        Μα βάζω όρο αυτόν εδώ – να στέκει
        Όχι στη Μαύρη Θάλασσα π’ αντίκρισα το φως-
        Γι’ αυτή κάθε συναίσθημα χαμένο εντελώς,
        Ούτε στους κήπους του τσάρου, στην απόμακρη γωνιά
        Εκεί που με γυρεύει μια πένθιμη σκιά,
        Αλλά εδώ, εδώ που στάθηκα τριακόσιες ώρες
        Μα δεν ξεκλείδωσαν για μένα ποτέ οι βαριές οι πόρτες.
        Γιατί ακόμα και στον μακάριο θάνατο θέλω για πάντα να μείνει
        Ο ορυμαγδός από τις κλούβες της αστυνομίας μες στη μνήμη
        Απ’ το σφράγισμα της πόρτας, ο κρότος, το μπουμπουνητό
        Και το σαν πληγωμένου ζώου της γριάς γυναίκας, το ουρλιαχτό.
        Κι από τ’ ασάλευτα, τα χάλκινα, τα τσίνορα μου,
        Ας κυλούν σαν χιόνι που λιώνει τα δάκρυα μου
        Κι ας γουργουρίζει ένα περιστέρι της φυλακής πέρα μακριά,
        Και ας ταξιδεύουν τα πλοία στον Νέβα βουβά.

        Μάρτιος 1940
        ΑΝΝΑ ΑΧΜΑΤΟΒΑ, «Ρέκβιεμ», απόδοση: Γιάννης Αντιόχου)

        ***

        30. ΕΠΙΛΟΓΟΣ

        Με τις παλάμες μου ανοίγω σχισμές
        Και αλιεύω αντίδωρα
        Αγκάθια στολίδια
        Λερωμένο δέρμα η αγάπη στο μέτωπο
        Κρύβω άμμο στις χούφτες
        Να μη γλιστρήσει
        Να έχω κάτι να σε υποδεχτώ
        Όταν θα φέρνεις τη νίκη

        Είπαμε πολλά και φτάνει

        ΜΑΡΙΑ ΚΟΥΛΟΥΡΗ, Ρολόγια και άλλοι χτύποι, ΜΕΛΑΝΙ

        ***

        31. ΕΠΙΛΟΓΟΣ

        Επειδή πολύ έγινε της μόδας η κριτική σε κάποιαν τάχα μου
        – δήθεν μου “γενιά” του Πολυτεχνείου, φάντασμα στο μυαλό
        ανοήτων τροχονόμων, παθολογοανατόμων και ληξίαρχων
        της ιστορίας:

        Οι μαλακίες των γενιών είναι για μπούληδες της επιστήμης
        και της τέχνης που δυσκολεύονται να μυρίσουν το χνώτο
        των ανθρώπων.
        Εγώ δεν γνώρισα καμιά γενιά, γνώρισα ανθρώπους και καθίκια.
        Δεν αλλάζω τίποτε!
        Ούτε γραμμή, ούτε λέξη!

        Δεν μετανιώνω για τίποτε!
        Κι όποιος “μεταρρυθμίζει” ή “αναθεωρεί”,
        μπορεί άνετα να πάει να γαμηθεί.

        XΡΗΣΤΟΣ ΔΗΜΑΚΗΣ, Στιγμές ‘73

        ***

        32. ΕΠΙΛΕΓΟΜΕΝΑ

        Γύρω γύρω θάλασσα και παντού βράχια.
        Πράσινο του πεύκου, σταχτί της ελιάς, κίτρινο του σπάρτου.
        Κι ο κάμπος παλέτα. Από αγρός, τοπίο.
        Του κόσμου τα επιφάνεια σ’ ένα σβώλο χώμα.

        Κι ό,τι πιάσει του μάστορη το χέρι
        δένει με το φως. Κι αν είναι πέτρα,
        ριζώνει̇ κι αν είναι πλίθα, χτίζει
        κι αν είναι λάσπη, κολλάει.
        Ασβέστης και κοκκινόχωμα̇ κεραμιδί και σχιστόλιθος.

        Θεός και χτίστης ο κύριος της γης.
        Σε μια μέρα γίνηκε ο κόσμος
        σε μια νύχτα πάλιωσε. Νυχτόημερο
        η αιωνιότητα.

        Γύρω γύρω θάλασσα και παντού βράχια.
        Κι ο ξωμάχος κι ο θαλασσινός εικόνα και
        ομοίωση:
        κορμί ξερακιανό, κούτελο σκαμμένο.
        Ο ήλιος τρώει το δέρμα, η αρμύρα
        την ψυχή.

        Δημήτρης Κάββουρας, ΤΟΠΙΑ ΜΝΗΜΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΑ, 2007

  2. *Πολύ ωραία, Αγγελική!!!

    -Βασιλεία Οικονόμου «Επίλογος»

    «Θα σου πω προτού φύγω πως
    αν ξαναβρώ το φεγγάρι στο δρόμο
    δεν το κρεμάω στον ουρανό.
    Πλήθυναν οι κρεμασμένοι.

    Θα το φάω
    Χρειάζομαι λίγο φως»

    (https://mandragoras-magazine.gr/)

    -Ζωρζ Ρόντενμπαχ, (μετάφραση Κ. Καρυωτάκης), «Επίλογος»

    Φθινόπωρο είναι, βρέχει, να, και ο χρόνος όλο σβήνει!
    Η νιότη σβήνει, σβήνεις, ω προσπάθεια ευγενική,
    που μόνο εσέ θα σκεφτούμε πεθαίνοντας, σεμνή
    προσπάθεια να περάσουμε και το Έργο μας να μείνει.

    Αχ! πάει κι αυτή που μ’ έθρεφεν ελπίδα η πιο μεγάλη·
    μάταιο σαν άλλα ονείρατα, τ’ όνειρο πάει κι αυτό.
    Όλα περνούν, οι πόθοι μας περνούν, ένα βουητό,
    περνούμε, τέλος οι ίδιοι εμείς για να ‘ρθουν αύριο
    περνούμε τέλος οι ίδιος εμείς για να ‘ρθουν αύριον άλλοι.
    Γιρλάντα η δόξα εμάδησε κι είναι οι γιορτές φυγάτες.
    Μόνο πικρία μένει σ’ εκείνον που ‘χε ονειρευτεί
    πολύ να μην επέθανε και λίγο να σωθεί
    και κάπως ναν τον αγαπούν χρόνοι, καιροί διαβάτες!
    Αλίμονο! Με ρόδο τον εαυτό μου παρομοιάζω,
    με ρόδο που μαραίνεται και γίνεται χλωμό!
    Αίμα δεν τρέχει· θα ‘λεγε κανείς πως φυλλορροώ…
    Κι αφού πια τώρα ενύχτωσε — για θάνατο νυστάζω!

    «https://poiimata.com/2018/02/11/epilogos-georges-rodenbach-karyotakis/»

    -Μιχάλης Κατσαρός: “ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ” στη “διαθήκη μου”

    «Η διαθήκη μου πριν διαβαστεί -καθώς διαβάστηκε-
    ήταν ένα ζεστό άλογο ακέραιο.
    Πριν διαβαστεί
    όχι οι κληρονόμοι που περίμεναν
    αλλά σφετεριστές καταπατήσαν τα χωράφια.
    Η διαθήκη μου για σένα και για σε
    χρόνια καταχωνιάστηκε στα χρονοντούλαπα
    από γραφιάδες, πονηρούς συμβολαιογράφους.
    Αλλάξανε φράσεις σημαντικές
    ώρες σκυμμένοι πάνω της με τρόμο.
    Εξαφανίσανε τα μέρη με τους ποταμούς
    τη νέα βουή στα δάση
    τον άνεμο τον σκότωσαν
    –Τώρα καταλαβαίνω πια τι έχασα.
    Ποιος είναι αυτός που πνίγει.
    Και συ λοιπόν στέκεσαι έτσι βουβός με τόσες παραιτήσεις
    από φωνή
    από τροφή
    από άλογο
    από σπίτι.
    Στέκεις απαίσια βουβός σαν πεθαμένος:
    Ελευθερία ανάπηρη πάλι σου τάζουν.»

    (https://www.inred.gr/michalis-katsaros-isterografo-sti/)

    -Θεοδώρας Ατζεμιάν, «Υστερόγραφο»

    Ανάμεσα στις λέξεις που γράφω ψάχνω για σένα..
    ευλαβικά ψιθυρίζω, αγάπης λόγια,
    υγρασία νοτίζει το χαρτί, και το μελάνι απλώνει,
    χάνεται το νόημα, καθώς νερωμένες γραμμές σβήνουν τις αποδείξεις.
    Καινούργια λόγια, μαζεύονται στην άκρη της γλώσσας,
    έτοιμες να πέσουν στο χαρτί, με αυτοθυσία.
    Ο θρήνος αυτών που χάθηκαν, κυλά προς το τελείωμα της σελίδας,
    βασιλικό το αίμα που σου προσφέρω αγαπημένε,
    Λόγια, με φανταχτερή θωριά παίρνουν τη θέση, όσων χάθηκαν στη μάχη,
    όμως ο Θεός χρειάζεται παραπάνω αλάτι,
    ας έχει τη μορφή παιδιού, τα βέλη του φοβήθηκαν, και πιο τρανοί απο μένα.
    Μοιάζουν άπειροι οι στρατιώτες και απόψε…. η σελίδα πεδίο μάχης..
    ένα γράμμα που ο χρόνος οφείλει να ρίξει τίτλους τέλους,
    μα η ψυχή, κρατά ανοιχτή τη πόρτα, αδιαφορώντας για τα θύματα.
    Μέχρι ενός φωνάζει, και βουτά τη πένα όλο και πιο βαθιά.
    Ελπίζει σε ένα γυρισμό, και κρατά την οπισθοφυλακή της,
    άλλωστε, υπάρχει και η μητέρα των μαχών… το υστερόγραφο.

    ( http://fractalart.gr/theodora-atzemian-3/)

    -Γ. Σ. Αλεξάνδρου, «Υστερόγραφο»

    «Υστερόγραφο:
    Τράβα την κουρτίνα.
    Δες.
    Aκόμη ξημερώνει.»

    (https://diastixo.gr/logotexnikakeimena/poihsh/9629-pente-poiimata)

    -Ανθής Χαραλάμπη, «Υστερόγραφο»

    «Τα ποιήματα φτάνουν σ’ εμένα από τα δάση.

    Μα δεν τα φέρνουν τα πουλιά, ούτε τα σύννεφα.

    Το κεφάλι μου πλατύ κανάλι

    τα σπρώχνει σαν κορμούς

    να κυλήσουν στο χαρτί,

    να τρυπήσουν το τραπέζι,

    το πάτωμα,

    να βγουν στους δρόμους.»

    (http://www.bibliotheque.gr/article/35033)

  3. 1.ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ

    Όσο για μένα μην ανησυχείτε
    – είμαι καλά, πολύ καλά.
    Δεν έχω βέβαια,
    τίποτα πια δικό μου, τα ‘χασα όλα
    με του καιρού το πέρασμα, ένα ένα,
    όμως βολεύτηκα
    σε τούτο το ετοιμόρροπο ξενοδοχείο
    κι οι μέρες μου κυλούν ειρηνικά
    κι ασπρίζω δίκαια.

    Τα βράδια, για να περάσει ή ώρα,
    παίζω χαρτιά με τους ρουφιάνους
    και τα πουτανάκια,
    κλέβουμε ο ένας τον άλλο,
    τσακωνόμαστε,
    όμως στο τέλος, όλα μέλι γάλα.

    Κάποιος
    θα φέρει κόκκινο, φτηνό κρασί,
    άλλος μεζέδες,
    κι αφού τα κοπανήσουμε για τα καλά
    θα διασκεδάζουμε
    μ’ αισχρά και βρωμερά ανέκδοτα
    ώσπου να φέξει.

    Άλλοτε πάλι,
    κάποια γλυκά απογεύματα
    του Σεπτεμβρίου,
    την ώρα πού ο ήλιος γέρνει
    πίσω απ’ τις οικοδομές
    κι ακούγεται μέσα στο σούρουπο
    που κατεβαίνει ακροπατώντας
    μουσική απόμακρη από φυσαρμόνικα,
    ο νους μας τρέχει στα ευρύχωρα δωμάτια των παιδικών μας χρόνων
    στα σπίτια που είδαμε για πρώτη φορά
    το φως, πριν μας τ’ αρπάξουνε
    και πριν μας τα γκρεμίσουνε,

    και τότε αγκαλιαζόμαστε όλοι
    και με φλογερά δάκρυα
    που μουσκεύουνε
    τα φτωχικά και παλιωμένα ρούχα μας κομμάτι νιώθουμε
    να ζεσταίνονται τα κόκαλά μας
    και το αίμα να κυλάει
    μια ιδέα πιο γρήγορα
    στις παγωμένες φλέβες.

    Λοιπόν, ας είμαστε ολιγαρκείς:
    κουτσά στραβά ο καιρός περνάει
    και προσεγγίζουμε επιπλέον και το τέρμα.
    Ευλογημένο ας είναι τ’ όνομά Του.
    Να ‘στε πάντα χαρούμενοι και ν’ αγαπάτε.

    ΑΝΕΣΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ, Η επίσκεψη και άλλα ποιήματα, 1987 Συγκεντρωτική έκδοση Τα ποιήματα (1956-1993), 2007

    ***

    2. Το ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ ενός έπους

    Τα πιο μεγάλα αδέρφια μας
    κοιμούνται κάτω από δυο μέτρα λησμονιά.

    Όλη τη νύχτα χιόνιζε στ’ άσπιλα μέτωπά τους
    όλη τη νύχτα έπεφτε αργά η συκοφαντία
    στη μνήμη τους που βούλιαζε σιγά-σιγά στη λάσπη
    στη μνήμη τους δεν έπαψε πικρό νερό να πέφτει.

    Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Δημοσιεύτηκε στην «Επιθεώρηση Τέχνης», τ. 44, Αύγουστος 1958

    ΑΡΓΥΡΗΣ ΜΠΑΚΙΡΤΖΗΣ – ΑΝΔΡΕΑΣ ΡΟΥΣΣΗΣ: ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ

    3. ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ

    Όταν έρθει η ώρα της αναχώρησης
    Μη λυπηθείτε φίλοι μου
    Μη λυπηθείτε
    Θα πνεύσει ένας άνεμος φορτωμένος
    Νεκρά φύλλα
    Φωνές λησμονημένες

    Αθόρυβα θα περάσετε
    Το παγερό παράθυρο
    Που ανοίγει προς τη νύχτα
    Νύχτα σκληρή
    Πιο τρομερή κι απ’ όλους τους ανέμους
    Πιο άδεια κι απ’ την απουσία

    Θα ’ναι βαθιά η τρυφερότητά σας
    Και το φιλί της αγάπης
    Θα σας φωτίσει

    Όταν έρθει η ώρα της αναχώρησης
    Μη λυπηθείτε φίλοι μου
    Μη λυπηθείτε
    Ας ταξιδέψει το χαμόγελό σας
    Από στόμα σε στόμα

    Τάκης Βαρβιτσιώτης, Φύλλα ύπνου (1949)

    ***

    4. ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ ΣΕ ΜΙΑ ΑΝΑΓΝΩΣΗ

    (Στον Γιόζεφ Μπρόντσκι)

    Κύριε
    αξίωσέ με να διαβάσω
    και άλλα ποιήματά του
    χωρίς ν’ αμβλύνεις στο ελάχιστο
    τη ζήλια μου
    που βλέπω κάποιον άλλο
    να μεταφράζει απαράμιλλα
    τις σιωπές μου.

    Και ρίξε με στην Κόλαση μετά
    ή οπουδήποτε μιλάνε ρώσικα.

    Μιχάλης Γκανάς, Τα Μικρά, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2000

    ***

    5. ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ σε μια ανάγνωση 2
    Με τον τρόπο της Κ. Δ.

    Πίνοντας έρχεται η δίψα τι νομίζεις;
    Πίνοντας πίκρες συνήθως μονορούφι
    πίνοντας γλύκες με κουταλάκι του γλυκού
    – γιατί ο φόβος του πνιγμού
    φυλάει τα εύθυμα ανέκαθεν.

    Πίνοντας το νερό της λησμονιάς.
    (Ποια βρύση να το κάνει;)
    Πίνοντας τέλος τ’ αμίλητο κρασί.
    Άκου – τίποτε τόσο αμίλητο
    Όσο το μιλημένο.

    Τόσο μουγγό κι ανόητο και ηττημένο
    πώς τα ‘πε όλα τάχαμου
    πώς τα ‘βγαλε από μέσα του
    ενώ μπορεί να τα ‘βγαλε απλώς απ ‘το μυαλό

    ΜΙΧΑΛΗΣ ΓΚΑΝΑΣ

    ***

    6. ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ

    Όταν λάβεις γράμμα ύστερα από χρόνια
    Ενώ δεν συντρέχει λόγος κι η στάχτη θα ‘χει
    Στρώσει τα σεντόνια της σε κείνα τα αξέχαστα
    Πρωινά στο Πήλιο και στις νύχτες με τ’ αμέτρητα
    Αστέρια στον ουρανό της πατρίδας μην πιστέψεις
    Τίποτε ούτε τα νέα ούτε τις πληροφορίες για τους
    Ξενιτεμένους που ζουν στην ίδια πολιτεία μονάχα
    Ψάξε για το υστερόγραφο για το ωμέγα του τέλους
    Γιατί ο χρόνος μάς επιστρέφει τα βέλη της νιότης μας
    Φαρμακωμένα.

    ΤΑΣΟΣ ΠΟΡΦΥΡΗΣ, Τα λαβωμένα, Έρασμος 1996

    ***

    7. ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΑ

    Μες στην καρδιά μου ακούγεται ένα ποίημα.
    Αντηχεί, σ’ όλο μου το σώμα η μουσική του
    κι όταν είμαι απαυδισμένος μου δίνει φτερά,
    μου ψιθυρίζει «όπου να ’ναι ξημερώνει. Να!»

    όταν γίνεται η νύχτα αιωνιότης.
    Ποτέ δεν το ’γραψα.
    Δεν μπόρεσα να κάνω συλλαβές, τους στίχους του και λέξεις.

    Να γράφω μουσική δεν ξέρω,
    και σκέφτομαι συχνά
    πως αν το γράψω κάποτε
    θα ’ναι για να πεθάνω.

    Γιατί, μετά δεν θ’ απομένει
    τίποτα πια να πω.

    ΣΤΑΥΡΟΣ ΒΑΒΟΥΡΗΣ, «Λόγω της βροχής – Υστερόγραφα» (1977), του επιλεκτικού τόμου «Πού πήγε, ως πού πήγε αυτό το ποίημα» (1940-1993), εκδόσεις Ερμής – 1998

    «ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ» Νίκος Χουλιαράς

    8. ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ

    Διάβαζες κάθε βράδυ εφημερίδα·
    ποτέ δεν ήταν είδηση η ζωή σου.
    Τα νέα θα σου γράψω απόψε: σ’ είδα
    χλομό, κι όλοι φροντίζαν να σε ντύσουν.

    Σαν να ’χε τελειώσει μια παρτίδα,
    μαζεύανε τα πράγματα οι δικοί σου:
    ήταν πια να γυρίσεις στην πατρίδα. . .
    Στη σάλα περιμέναμε μαζί σου

    κι ακούγαμε που χάραζεν η μέρα
    και λιώναν οι νιφάδες στον αέρα.
    Κοντά μας είχες μείνει όλο το βράδυ
    κι έλεγα θ’ αναβάλεις το ταξίδι.

    Μα ξάφνου ήσουν εκεί σαν το σημάδι
    που μένει όταν χαθεί το δαχτυλίδι.

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΡΟΠΟΥΛΗΣ, Ελλειπτική, 1998

    ***

    9. ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ Α’

    Κατευθύνεσαι στην απέναντι νύχτα.
    Είμαι ήδη εκεί.
    Όταν φτάσεις θά χω θάψει
    τις φλογισμένες μου λέξεις.
    Θα βρεις μονάχα τα καμένα μου δάχτυλα
    τυλιγμένα σε κίτρινα χόρτα.

    Κυρίες και κύριοι
    οι κλόουν βγάζουν τα καπέλα που δε φορούν,
    υποκλίνονται
    και σας χαιρετούν.

    Τώρα που βλέπουν το χαμόγελο στα χείλη σας
    μπορούν πάλι να φορέσουν τη ματωμένη καρδιά τους, ν’ αποσυρθούν στα παρασκήνια και να χαθούν.
    Κυρίες και κύριοι, οι κλόουν σάς αγαπούν.

    Τα τελευταία τρικ ξεπηδούν
    απ’ τα τεράστια μαύρα παπούτσια τους.
    Χειροκροτήστε! Χειροκροτήστε!
    Το δάκρυ κύλησε στην άμμο της πίστας
    ο κόσμος όμως ήδη στριμώχνονταν στην έξοδο.

    Σταύρος Ζαφειρίου, … και να μπλοφάρουμε στο όνειρο (1984)

    ***

    10. ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ Β’

    Κι ούτε καν σήμερα
    που αγγίξατε τις ανοιχτές πληγές του,
    ούτε καν σήμερα
    δεν καταλάβατε
    πόση βροχή και πόση δίψα
    κρύβει ένα ποίημα.

    ΣΤΑΥΡΟΣ ΖΑΦΕΙΡΙΟΥ, Και να Μπλοφάρουμε στο Όνειρο

    ***

    11. ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ

    Η στάθμη του σώματος ποικίλει
    από άνθρωπο σε άνθρωπο.
    Είναι όπως λέμε: να το φεγγάρι
    και αυτό ουσιαστικά είναι ένα
    ψάρι στη λίμνη και η λίμνη
    σιγά σιγά αποξηραίνεται και σε φωνάζω
    με το μικρό σου όνομα.

    – Μια τρύπια δεκάρα όλα
    στον πάτο της λίμνης
    μέσα στη λάσπη και στο όραμα.

    Γιάννης Κοντός -Η στάθμη του σώματος -Μεταίχμιο 2010

    ***

    12. ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ

    Τώρα
    έθρεψε η φλούδα που κάποτε
    χαράξαμε τα αρχικά μας
    τα χώνεψε μέσα του το δέντρο
    αύριο
    θα τα ξεδιπλώσουν στον αέρα
    τα τσεκούρια των ξυλοκόπων

    ΝΙΚΟΣ ΔΑΒΒΕΤΑΣ (ΡΕΚΒΙΕΜ ΓΙΑ ΤΟ ΠΡΩΙΝΌ ΤΕΛΟΣ, 1985)

    ***

    13.ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ

    Τώρα είναι που πρέπει να ψάξεις τον Οδυσσέα
    ‘Οχι για να σου φτιάξει κάποιο δούρειο ίππο
    Που θα σε κάνει θριαμβευτή στο ‘Ιλιον
    Μα να σε φέρει στην αίθουσα με τους παραμορφωτικούς
    Καθρέφτες
    Να δεις πόσο εύκολα χάνεται το πρόσωπο
    Να σου μάθει όλα τα τερτίπια της φάρας του.
    Πώς κρατήθηκε ανέπαφος στο ραβδί της Κίρκης
    ‘Οταν το ραδιόφωνο ούρλιαζε:
    Ουδέν έγκλημα διεπράχθη.
    Η χώρα τελεί εν ασφαλεία.

    ΜΑΡΙΑ ΚΥΡΤΖΑΚΗ (Καβάλα 1948)

    • 14. ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ

      Επέστρεψα εδώ χίλιες φορές
      στ’ ανάμεσα ομορφιάς και λύπης

      Παιδί της λύπης και της ομορφιάς, ποίημα, παιδί μου,
      δεν είμαι πια γυναίκα, αλλ’ ακρόπρωρο
      προβάλλοντας στων καραβιών τις πλώρες
      για να μετριέμαι κάθε μέρα με το κύμα
      και να μιλώ με τη γοργόνα ου συχνορωτά
      αν ζει ακόμα ο βασιλιάς Αλέξανδρος

      Δέσποινα Δεμερτζή- Ασκήσεις απωλείας, 2014
      Ενότητα Β : Το νερό και τρεις καρτ ποστάλ

      ***

      15. ΥΓ. 1

      Η απουσία δεν καταλαμβάνει ποτέ εξωτερικό χώρο
      Απρόσκλητη ενδημεί στη σκέψη μας

      Οι απουσίες είναι ανεπιθύμητα κατοικίδια πτηνά
      που πετούν με αθόρυβο φτερούγισμα
      από το ένα κλαδί συναισθήματος στο άλλο

      Τρέφονται με τις αναμνήσεις
      τη λύπη και τη νοσταλγία μας

      Οι κελαηδισμοί τους είναι υπενθυμίσεις απώλειας
      και προοπτική ερημωμένου μέλλοντος

      Οι νυκτόβιες απουσίες μαυλίζουν τα όνειρα
      και τα προτρέπουν να ξεδιψάσουν ως το ξημέρωμα
      σε πρόσκαιρες πηγές ελπίδας

      Δυστυχώς δεν είναι αποδημητικές
      έτσι δια βίου συνεχώς πετούν μέσα μας
      σε εξοντωτικούς σχηματισμούς

      Γιάννης Τόλιας

      ***

      16. Υ.Γ. 2

      Η απουσία είναι μια μικρή ζωή του παρελθόντος
      που παρασιτικά τρέφεται από τις τωρινές μέρες μας

      Όσο θυμάσαι τόσο την δυναμώνεις
      Όσο προσπαθείς να ξεχάσεις τόσο τη θεριεύεις

      Αποκρύβει όλες τις αφύλακτες διαβάσεις των σκέψεων
      για να περνάς αμέριμνος και να προσκρούεις στον ερχομό της

      Είναι η διακόνισσα του ναού της ενθύμησης.
      Ούτε κερί λατρείας στη λήθη δεν σε αφήνει να ανάψεις

      Διαπλέει το χρόνο μας έχοντας υψωμένα
      τα μαύρα ιστία της διάβρωσης και της αποσύνθεσης

      Η απουσία είναι το έπαθλο που απονέμει η μνήμη
      στους ταχύτερους δρομείς της φθοράς.

      Γιάννης Τόλιας

      Εν κατακλείδι, Παύλος Διδηρόπουλος

      17. ΚΑΤΑΚΛΕΙΔΑ

      Σέρνομαι σαν άγκυρα στον πυθμένα της θάλασσας.
      Και τι δεν πιάνω που δεν το χρειάζομαι.
      Κουρασμένη αγανάκτηση, πυρωμένη αυτοεγκατάλειψη.
      Οι δήμιοι φέρνουν πέτρες, ο Θεός γράφει στην άμμο.

      Σιωπηλά δωμάτια.
      Τα έπιπλα στο φως του φεγγαριού, έτοιμα να πετάξουν.
      Εισέρχομαι αργά στον εαυτό μου
      μέσ’ από ένα δάσος από άδειες πανοπλίες.

      [Η ΑΓΡΙΑ ΠΛΑΤΕΙΑ, 1983.]
      Τούμας Τράνστρεμερ, ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, εκδόσεις PRINTA / ΠΟΙΗΣΗ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ, Αθήνα 2004, σελ. 232, μετ: Βασίλης Παπαγεωργίου.

      ***

      18. ΕΚ ΤΩΝ ΥΣΤΕΡΩΝ

      Το πρόβλημα είναι
      πως δεν άκουσα τις κούκλες.
      Aνοιγόκλειναν
      τα γυάλινά τους μάτια
      λέρωναν τα λευκά φορέματα
      έχαναν τα νάυλον μαλλιά.

      Πρόσεχε τα Σάββατα
      μου έγνεφαν,
      είναι πάντα ξεκούρδιστα
      ο μηχανισμός κλάματος δεν λειτουργεί
      το κεφάλι δεν είναι κολλημένο
      κυλάει σε μία μόνη Κυριακή.

      Αν ήμουν πιο προσεκτική
      θα είχα από τότε αποσυνδέσει την ελπίδα.
      Επίσημα θα ήσουν τώρα.
      Κλινικά απών.

      ΧΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ, ΚΛΙΝΙΚΑ ΑΠΩΝ (2014)

      ***

      19. ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ

      Σε απάντησή σας
      εις τα ειπωμένα
      ούτε παραιτούμαι
      ούτε προσδοκώ

      Αίσθηση ανοσίας
      διά τα τετριμμένα
      κι ούτε χαίρω άκρως
      ούτε δυστυχώ

      Μήπως θα θυμάσαι
      πες σε πέντε χρόνια
      κρατικά βραβεία
      συγγραφής του ’08

      Μήπως θα θυμάμαι
      πες σε δέκα χρόνια
      ώρα σαν και τώρα
      το τι γράφω εδώ

      Θα’ χω αλλάξει πρόσωπο
      αίσθημα παλτό
      και ποιος ζει ποιος πέθανε
      αν δεν σ ‘αγαπώ

      ΑΡΙΣΤΕΑ ΠΑΠΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ

      ***

      20. ΣΤΕΡΝΟΓΡΑΦΟ

      Εμένα δεν με άγγιξαν, κορμιά του Modigliani!
      Στην μάσκα μου δεν κάθισε, σκύλος να πιλοτάρει!
      Πόνος εμένα μ’ έθρεψε, το στρίτσο και οι μουράβιες
      και η μπαρκέτα έγραψε, της προσμονής ανταύγειες!

      Εγώ δεν γράφω ρήματα, για τους αλλοπαρμένους!
      Ισόμετρο δεν στέγνωσε, τους θαλασσοδαρμένους
      κι ούτε, με νοιάζει τι θα πουν, σεφέρια και ελύτες!
      Εγώ την πένα έσπασα, για θαλασσών αλήτες!

      Δεν είμαι τέλος ο γραφιάς, του σαλονιού της σάλας!
      Γέννημα, θρέμμα, ανάθεμα, θαλασσινής κουφάλας
      τους πόθους και τα κρίματα, τραγούδησα του μόχθου!
      Τα εύσημα δεν ζήτησα, ενός λογίου όχλου!

      Τώρα σεπτός τραγουδιστής, ψάλλω τις Αρπυίες
      τα πλευρικά μου σβήνοντας, για δυό μικρές αξίες!
      Η μια, η δίψα της ζωής, η άλλη του θανάτου
      κ΄ οι φίλοι κληρονόμοι μου, του τελικού μαντάτου!!

      ΠΑΝΑΓΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ

      ***

      21. ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ

      Όλα τα βλέμματα που ανταλλάξαμε
      πίσω απ’ το θάνατο
      Αυτοί που έρχονται, αυτοί που φύγαν
      κι η κραυγή τους
      εμπεριέχονται σε μια αχτίδα φως.

      Κανένα χέρι δεν μπορεί να αρθρώσει ό,τι απομένει.
      Αν χαθήκαμε λοιπόν μέσα σε δάσος κινούμενο
      προστάζοντας τα αστέρια μες την αφέλειά μας
      έφτασε η ώρα να παραδεχτούμε
      πως ούτε γράμματα υπήρξαν, ούτε κανένας παραλήπτης
      μόνο λίγος χρόνος
      σιωπηλός και ανεπίδοτος
      σαν υστερόγραφο.

      Νάνα Παπαδάκη

      ***

      22. ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ

      τελευταία αναγγελία
      επιβίβασης πτήσεως 3333
      της λουφτχάνσα άιρ λάινς

      κάποιος αυτού του κόσμου
      ας με περιμένει όπως περνώ
      από τη πύλη εισόδου
      αναχωρήσεων σε διεθνές
      αεροδρόμιο και ο αναγνώστης
      γίνεται ένοπλος φρουρός
      στον έλεγχο των αποσκευών
      που ζητά να αδειάζω τις τσέπες
      από τα χαρτάκια με τα ποιήματα
      να λύσω τη ζώνη από το παντελόνι
      να φανερωθούν οι πόθοι μου
      που έμειναν ξεκρέμαστοι

      να βγάλω τα παπούτσια
      ξυπόλητες οι πατούσες μου
      να σφουγγαρίζουν λέξεις
      του θυμού που σαν στάχτη
      λερώνουν το μάρμαρο
      έτσι που τις σπατάλησα
      για να εκφράσω όλα
      αυτά που νιώθω
      νιώθοντας πως δεν

      Βάσος Γεώργας

      ***

      23. ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ

      Χαμένες ευκαιρίες ευτυχίας
      Μου στέρησες ένα ολόκληρο καλοκαίρι
      Κι έμεινε τόση άμμος στα μάτια
      Που δεν μου φτάνει μια ζωή
      Για να γκρεμίζω τα κάστρα σου

      ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΛάΛΟΥ

      ***

      24.Το ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ του έρωτα

      Μετά τον έρωτα ένα τσιγάρο
      Αναγκαία μετάβαση ύλης
      Από τη σάρκα σε σποδό

      Στήλη καπνού της μνήμης
      Των πεσόντων επί της κλίνης
      Εκείνων που ανδραγάθησαν στον έρωτα
      Αλλά έμειναν στα μετόπισθεν της ζωής
      Όλων αυτών που αρπάξανε
      Από τη φλεγόμενη χαίτη το πάθος
      Και πυραναλώθηκαν
      Αλλά τους κατέσβησε η ζωή

      Στη μνήμη όσων πέρασαν
      Από τη φωτιά γιατί πίστεψαν
      Πως μόνο όποιος καίγεται θα αξιωθεί
      Λίγη δροσιά στης νύχτας του το χώμα

      Ας θυμηθούμε εκείνους που εξομολογήθηκαν
      Με αναμμένα κάρβουνα στο στόμα τους
      Υπέστησαν τα εγκαύματα των όρκων
      Και λούστηκαν στη διάψευση
      Ως σωτήρια πυρόσβεση

      Μετά τους σπασμούς της φωτιάς
      Μη λησμονείς τη στάχτη
      Αυτό το υστερόγραφο του έρωτα

      Θωμάς Ιωάννου, Ιπποκράτους 15, 2011

  4. -Γ. Ρίτσος, «ΤΟ ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ ΤΗΣ ΔΟΞΑΣ – ΆΡΗΣ ΒΕΛΟΥΧΙΩΤΗΣ»
    (απόσπασμα)

    Ι
    ΑΡΗ ΜΕΘΑΥΡΙΟ σα λουφάξουν τα τσακάλια με μια πέτρα σφηνωμένη
    στα δόντια τους
    και μπει το φως μέσα στο δίκιο του έτσι που μπαίνει το σπαθί στη θήκη
    του
    και τ’ άρματά σου πάρουνε τη θέση τους πάνου στης ιστορίας το τζάκι

    τότες θα πάρει κι ο λαός μας μες στα χέρια του την άγια κάρα σου
    και θα κινήσει η λιτανεία στους φωτισμένους δρόμους
    κάτου απ’ τον άγιο φανοστάτη των Τρικάλων
    δίπλα στου Γοργοπόταμου τις νιολουσμένες πικροδάφνες
    κι έτσι θα φεύγουν με σημαίες μέσα στον ήλιο.

    Κι έτσι θα τρέχουνε οι λαοί στους ματοποτισμένους αγρούς μας
    κάθε που θα ζητάνε απ’ το Θεό της Λευτεριάς
    να στείλει τη βροχή αδερφή σου να ποτίσει
    το σπόρο που κοιμάται στα χωράφια της ψυχής
    κάθε που θα ζητάνε νάβγει ο ήλιος ο αδερφός σου τα χρυσά χαράματα
    με τ’ ολοκόκκινο φιλί του να μεστώσει τα ροδάκινα όνειρά μας.

    Α τότες Άρη που θα στρέψει ο μόχτος του ντουνιά
    χαρούμενο ποτάμι απάνου στης αγάπης τη μυλόπετρα
    θα ξαναπούμε τ’ όνομά Σου σα να λέμε ακέριο τον αγώνα
    όπως μια κερασιά ανθισμένη λέει ολόκληρη την Άνοιξη
    όπως το δάκρυ λέει ολάκερο τον πόνο
    όπως το πρώτο αστέρι λέει ολάκερη τη νύχτα του καλοκαιριού
    κι όπως η Λευτεριά λέει τον κόσμο ακέριο.

    ΙΙ
    Α ΕΣΥ ΨΙΛΗ βροχούλα του Μαρτιού, του Μάη χοντρό γελούμενο χαλάζι
    πως φέγγουνε τα μάτια Του σε κάθε στάλα πίσω από τα φύλλα
    πως μας κοιτάει κάτου απ’ τον πλάτανο ο ίσκιος του ο διωματάρης.

    Αύριο μεθαύριο δεν μπορεί θα φτάσει τούτη η μέρα
    α θα φουσκώσει ο σπόρος του ήλιου σου βαθιά-βαθιά μέσα στα στήθεια
    όπως φουσκώνει το προζύμι το σταρένιο μας ζυμάρι στη βαθειά τη σκάφη
    και ξεχειλάει απ’ τ’ χρωματιστά πεσκίρια η νιότη των αγρών σαν το
    βυζί της κόρης απ’ το μπούστο
    κι αστράφτει ο φούρνος και μοσκοβολάει η αυλή της Ήπειρος καμένη
    αφάνα λεβεντιά και θρούμπι
    και ξεφουρνίζουν τα χοντρά ζεστά ψωμιά που ανοίγουνε την όρεξη του
    κόσμου
    για φαΐ για φως και για δουλειά για τα μεγάλα τα έργα.

    Α τότες πως θα πλημμυρίσει με πλατειές σταλαματιές χαράς ο γυμνός
    κόρφος
    έτσι που σπάει ένα σύγνεφο μαρτιάτικο στη μύτη του κυπαρισσιού το
    ρόιδι του
    κι οι κόττες παίρνουνε στη μύτη τους απόνα γυάλινο κουκκί και νάτες
    να πορπατάνε κάτου απ’ τη συκιά μ’ ένα μπαλάκι φως μες στην καρδιά
    τους.

    Και τότες τι όνειρα θα σε κρατούν στον κόρφο τους μέσα στον ήλιο
    ποιο αγουροξύπνητο αγεράκι θ’ ανεμίζει τα ξεφτέρουγα και τα μαλλιά
    σου.

    Και πάνου εκεί στα κατακόκκινα κεραμίδια της Άνοιξης
    διακάκι του Μαγιού το χελιδόνι μας θα σε βλογάει
    μέσα στο φως των κίτρινων σταχυών μες στου αμπελιού τα νιάτα.

    Κι ο πλάτανος λεβεντοπλάτανος, με τα σουσούμια της γενιάς σου,
    θα ζώνεται διπλές τριπλές ζυγές τα πράσινα γαλήνια φυσεκλίκια
    και μες στον κάμπο τρίζωστος απ’ τα ποτάμια της ειρήνης
    θα στήνει ασάλευτο τον ίσκιο του να ξαποστάσεις.

    ΙΙΙ
    ΕΪ ΤΟΤΕΣ ΑΡΗ τ’ όνομά σου ποιος θα το ξεχάσει
    γραμμένο πάνου σ’ όλα μας τ’ αλέτρια
    απάνου σ’ όλα τα σφυριά και σ’ όλα τα δρεπάνια
    απάνου σ’ όλες τις καρδιές σ’ όλα τα χείλη
    απάνου στ’ αναγνωμαστάρι της καλής γριούλας
    που στ’ ανοιχτό κατώφλι του καλοκαιριού σκυμμένη
    φορώντας δυο μικρούς ήλιους για ματογυάλια της
    θα συλλαβίζει κλαίγοντας, λεβέντη μας,
    τον τίτλο τούτο γράμμα-γράμμα πούγραψες με το σπαθί σου
    απάνου-απάνου στο τραγούδι της χαράς όλου του κόσμου:
    Λευτεριά για Θάνατος.

    Και τότες Άρη όπως και τώρα ο ίσκιος σου
    θα πέφτει το βραδάκι στο τραπέζι του δείπνου μας
    και θα σπιθίζει κόκκινες φωτιές μες στα ποτήρια του κρασιού μας.

    Τη νύχτα πάνου στην ταράτσα εκεί της Ρούμελης
    θα σου κρατάμε πάντοτες το κέδρινο σκαμνί σου
    θα σου κρατάμε απείραχτη τη θέση σου στην Άνοιξη
    το ξύλινο κουτάλι σου και το παγούρι
    θα σου φυλάμε και το πρώτο αχλάδι του καλοκαιριού
    τον πρώτο γρύλλο στη γωνιά της θύμησης
    και το πιο φρέσκο απ’ τα τσαμπιά των άστρων.

    Και στο καρφί της μέσα πόρτας κρεμασμένη πάντοτες
    θα καρτεράει η αντάρτισσα φλοκάτα σου
    συλλογισμένη μες στο νύχτιο αγιάζι
    και πάντοτες απάνου εδώ στης Λευτεριάς τα γόνατα
    ο μαύρος σκούφος σου θα στέκει αητός της Γκιώνας.

    Και πάντα ο όρκος του λαού μας για το φως
    για το ψωμί για το κρασί για την αγάπη
    και για το δίκιο θάναι (μα τη Λευτεριά στο λέω)
    – ναι, μα τον Άρη, σου το λέω, της λευτεριάς πρωτοχελίδονο –
    όρκος του λαού μας θάναι -μα τον Άρη- : Ο ΑΡΗΣ.

    ΑΘΗΝΑ, Ιούλιος 1945

    (Γ. Ρίτσος, Ποιήματα, τ. 5ος, Κέδρος)

  5. -Κ. Παλαμάς, «Επίλογος»

    Πέτρω Κ. Αποστολίδη

    Φτωχά γεννάς τραγούδια, πατρίς, φτωχή μητέρα! Μικρά πουλιά πετούνε μες σε κλουβί στενό, οι σταυραϊτοί γυρεύουν ελεύθερον αέρα κι απέραντο ουρανό.

    Της αρχοντιάς ο λύχνος ο κρυσταλλένιος φέρνει ατάραχη, περίσσια, λευκή φεγγοβολή, της φτώχειας το λυχνάρι κάθε πνοή το δέρνει, δαδί με λάμψη λίγη και με καπνό πολύ.

    Όμως θα ’ρθεί μια μέρα που η πατρίς, μεγάλη, τη γλώσσα τη μεγάλη θα βρει μες στην καρδιά και θε να έχουν ταίρι του κλέφτ’ οι στίχοι πάλι κι οι Πίνδαροι παιδιά!

    Ω ποιηταί που τότε γλυκά θα τραγουδάτε, —τί χρόνια μακρυσμένα, τί όνειρο χρυσό!— που δε θα είν’ οι δάφνες πικρές και θα τρυγάτε αμάραντα τα ρόδα ψηλά στον Παρνασσό,

    Ω! μη μας λησμονείτε! Κι εμείς για σας, αηδόνια, φυτέψαμε τις δάφνες και τις τριανταφυλλιές. Βαστάξαμε κι αγκάθια εμείς και καταφρόνια, για να ’χετε σεις τ’ άνθη και τις μοσχοβολιές.

    1885

    (http://www.greek-language.gr/digitalResources/literature/tools/concordance/browse.html?cnd_id=7&text_id=1235)

    -Κ. Παλαμάς, «Ο επίλογος»

    Είμαι Αθηναίος…
    Εγώ Αθηναίος; Δε σας ξέρω. Ξένα, είδωλα ωραία πλαστικά! Τα σύγνεφα με φέραν ίσκιο εμένα για να μ’ αγκαλιαστούν τα ξωτικά.

    Εγώ Αθηναίος; Όχι. Κι εσείς, ξένα, τα ηλιογραμμένα δειλινά. Σκύθισσας μάνας πεταμένη γέννα κι από φυσήματα ήρθα βοριανά.

    Κι εσύ, ορμή, ξένη, που μεθάς τη σάρκα και που τη χαίρεσαι τρελά! Μιας αμαρτίας ακάθαρτης η βάρκα σε φλεγέθοντες μέσα με κυλά.

    Η φωτιά μου γιομάτη είν’ από στάχτη και τη σκαλίζω αργά, βαριά. Του σαρκικού μέσα μου κρύβω το άχτι και της γυναίκας την ανημποριά.

    Στο Βράχο σας τί θέλω; Και συντρίμμια, έφηβοι ωραίοι ιδεατοί, λάμπετε, σαν ολάκεροι. Και η γύμνια μουσική στα κορμιά σας και αρετή.

    Κι εμέ κουρέλια με κακοσκεπάζουν, η στράτα αφώτιστη κακή, παλιούρια και σκυλιά την κομματιάζουν την πορφύρα μου τη λειτουργική.

    Στης Αρμονίας το βράχο τί γυρεύω, βραχνή παράταιρη φωνή; Κληρονομιά προγονική λατρεύω μια μαύρη Παναγιά βυζαντινή.

    Αγιογδύτες την κλέψαν. Πάνε, πάνε… Σβήστε, του λατρεμού κεριά. Πάρτε με, γύφτοι. —Ακάθαρτε ζητιάνε, το αίμα καθάριο μέσα μας. Μακριά!—

    Μέσα μου όλο μαραίνετ’ ένας κρίνος, λύκος ουρλιάζει νηστικός. Στάθηκ’ εμπρός μου ο μέγας Φλωρεντίνος, των κολασμένων ο πνεματικός.

    Μα σε κάτι που λάμπει σα διαμάντι κατάμακρο και μυστικό, ξανοίγω τους αστρόκοσμους του Δάντη και τον Όλυμπο τον ομηρικό.

    Μες στους βυθούς της φλόγας και της πίσσας, δροσιά, και ολόρθο με βαστά. Δαιμονικά, του κάκου οι παιδεμοί σας. Διαμάντι, όλο στα μάτια μου μπροστά!

    Μάης 1910

    (http://www.greek-language.gr/digitalResources/literature/tools/concordance/browse.html?cnd_id=1&text_id=1497

  6. -Γιάννης Καρατζόγλου, «Επίλογος στο καλοκαίρι»

    Φυσάει βαρδάρης, γέρνει τη φωνή σου
    θρυμματισμένη μνήμη στην πόλη που αγαπήσαμε
    κουβέντες καθημερινές, χαμόγελα, αφές
    από τετραγωνικά εκατοστά του δέρματός σου.

    Φυσάει αέρας και σκορπίζει τη ματιά σου
    μέσα στη μνήμη –ό,τι σου ’δωσα και πήρα– μόνο
    η καταχώριση στο ημερολόγιο νωπή σχεδόν γραφή
    κι αυτή θ’ αρχίσει λίγο-λίγο να ξεθωριάζει.

    (https://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=8471.msg135387#msg135387)

    -Γιάννης Κουβαράς, «Επί-λόγος Ι»

    Η λέξη είναι πλέξη
    Γιάννης Πατίλης

    Έξη και πλέξη και ου μπλέξεις
    Κι αν μπλέξεις
    Ταξίδι δίχως γυρισμό
    Πλέκεις στον αργαλειό το δίχτυ
    Που ολοένα σ’ εγκλωβίζει ολόκληρο
    Ψάρι που σπαρταράει η ψυχή
    Χωρίς να μπορεί να βγει
    Κι επιζεί στο ενυδρείο της
    Αν κι όσο της ρίχνει κανένα ψίχουλο
    Ευσπλαχνίας ο αναγνώστης
    Ι
    Μαυρίζουμε τη σελίδα
    Να λιγοστέψει το ψύχος του άσπρου
    Μικρά επιτύμβια χαράσσουμε
    Και περιμένουμε
    Τις πιο πολλές φορές σπάνια, αν όχι καθόλου
    Να περάσει
    Να γυρίσει σελίδα ο αναγνώστης
    Να ζεσταθούμε από το φευγαλέο
    χάδι της αφής του
    Ενθάδε κείμεθα
    Και περιμένουμε χρόνια στη σκοπιά
    τη θέρμη του οδοιπόρου αναγνώστη
    Όπως ο φύλακας στον Αγαμέμνονα του Αισχύλου
    Την παρήγορη φωτιά της φρυκτωρίας

    Και οι ποιητές;
    Γαυγίζουν το ανείπωτο
    Τις σκιές το αόρατο
    Πετροβολούν τη σιωπή
    Όπως τα σκυλιά αλυχτάνε
    Το ραγισμένο φεγγάρι
    Πριν από μεγάλο σεισμό
    ΙΙΙ
    Βάγια κριτικοί κι’ αναγνώστες
    Μου έλειψε η δύναμη
    Να πνίξω τα πιο αδύνατα παιδιά μου
    Που είναι και τα περισσότερα
    ζητώ την κατανόησή σας

    (https://www.vakxikon.gr/%CF%84%CF%81%CE%AF%CE%B1-%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%AE%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1-%CE%B3%CE%B9%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B7%CF%82-%CE%BA%CE%BF%CF%85%CE%B2%CE%B1%CF%81%CE%AC%CF%82/)

  7. 33. ΕΠΙΛΟΓΟΣ

    Δεκέμβριος. Η Σουηδία είναι πλοίο τραβηγμένο στη στεριά,
    ξαρματωμένο. Τα κατάρτια του υψώνονται αυστηρά
    στον ρόδινο ουρανό. Και το σούρουπο κρατά περισσότερο
    από τη μέρα – ο δρόμος που οδηγεί εδώ είναι γεμάτος πέτρες:
    το φως δεν φτάνει ποτέ πριν από το μεσημέρι
    και το κολοσσαίο του χειμώνα ορθώνεται,
    φωτισμένο από φανταστικά σύννεφα. Και τότε
    υψώνεται αμέσως απ’ τα χωριά ιλιγγιώδης
    ο άσπρος καπνός. Τα σύννεφα αιωρούνται σε ατέρμονο ύψος.
    Η θάλασσα ανασκαλεύει στις ρίζες του ουράνιου δέντρου,
    αφηρημένη και σαν ν’ ακούει κάτι.
    (Ένα πουλί πετά αθέατο πάνω από της ψυχής το σκοτεινό
    και αλλού στραμμένο μισό, ξυπνώντας
    με τις φωνές του αυτούς που κοιμούνται. Και
    το τηλεσκόπιο γυρίζει, εντοπίζει έναν άλλο χρόνο,
    και είναι καλοκαίρι: τα βουνά μουγκρίζουν, πλημμυρισμένα
    στο φως και το ρυάκι υψώνει τη λάμψη του ήλιου
    με το διάφανο χέρι του… Και μετά σβήνουν όλα,
    όπως όταν κόβεται μια ταινία στο σκοτάδι.)

    Ο αποσπερίτης κατακαίει τώρα το σύννεφο.
    Δέντρα, φράχτες και σπίτια μεγεθύνονται, διευρύνονται
    στου σκοταδιού την ορμητική, αλλ’ αθόρυβη χιονοστιβάδα.
    Και κάτω από το άστρο εμφανίζεται όλο και περισσότερο
    το άλλο, το κρυμμένο τοπίο που ζει
    τη ζωή των περιγραμμάτων στην ακτινογραφία της νύχτας.
    Μια σκιά τραβά το έλκηθρό της ανάμεσα στα σπίτια.
    Που περιμένουν.

    Στις έξι το απόγευμα σηκώνεται αέρας
    και καλπάζει βροντώντας στον δρόμο του χωριού,
    στο σκοτάδι, σαν πλήθος ιππέων. Πώς
    ηχεί και σιωπά η μαύρη ανησυχία!
    Τα σπίτια είναι φυλακισμένα σε χορό ακινησίας,
    στο βουητό που μοιάζει αυτό του ονείρου. Η μια
    μετά την άλλη οι σπιλιάδες γυροφέρνουν πάνω απ’ τον κόλπο
    και κατευθύνονται προς την ανοιχτή θάλασσα που ξεχύνεται στο σκοτάδι.
    Στον ουρανό τ’ άστρα στέλνουν απελπιστικά σήματα.
    Ανάβουν και σβήνουν από τα σύννεφα που περνούν από μπροστά τους,
    που μόνον όταν κρύβουν το φως αποκαλύπτουν
    την ύπαρξή τους, σαν τα σύννεφα του παρελθόντος
    που περιφέρονται στις ψυχές. Όταν περνώ έξω
    απ’ τον τοίχο του στάβλου φτάνουν στ’ αφτιά μου μέσα στη φασαρία
    τα χτυπήματα των οπλών του άρρωστου αλόγου.
    Η αναχώρηση μέσα στη θύελλα, από
    μια χαλασμένη αυλόπορτα που χτυπά και χτυπά, ένα φανάρι
    που κρέμεται από ένα χέρι, ένα ζώο που κακαρίζει
    τρομαγμένο στο βουνό. Αναχώρηση όταν βροντούν
    οι κεραυνοί πάνω απ’ τις σκεπές των βουστασίων, όταν βουίζουν
    τα τηλεφωνικά καλώδια, όταν ο αέρας σφυρίζει διαπεραστικά
    στα κεραμίδια στη στέγη της νύχτας
    και το δέντρο ανήμπορο σείει τα κλαδιά του.

    Από μια γκάιντα ξεχύνεται μια μελωδία!
    Μελωδία από μια γκάιντα που προελαύνει,
    απελευθερωτικά. Μια πομπή. Ένα δάσος σε πορεία!
    Αφροί γύρω από μια πλώρη, το σκοτάδι σαλεύει
    και στεριά και θάλασσα ταξιδεύουν. Και οι νεκροί,
    που βρίσκονται κάτω απ’ το κατάστρωμα, είναι μαζί μας,
    μαζί μας στο ταξίδι: ταξίδι με πλοίο, περιπλάνηση
    που δεν είναι καταδίωξη, αλλά σιγουριά.

    Κι ο κόσμος μαζεύει συνεχώς το αντίσκηνό του
    Και πάλι. Μια μέρα καλοκαιρινή αρπάζει ο αέρας
    τ’ άρμενα της βαλανιδιάς κι εκσφενδονίζει τη Γη.
    Το νούφαρο κάνει κουπί με το κρυφό νηκτικό του πόδι
    στη σκοτεινή αγκαλιά της λίμνης που είναι σε φυγή.
    Μια ξεκομμένη κοτρόνα κυλά στις αίθουσες τ’ ουρανού και χάνεται.
    Στο καλοκαιρινό σούρουπο φαίνονται στον ορίζοντα νησιά
    που υψώνονται. Παλιά χωριά τραβούν τον
    δρόμο τους, εισχωρούν όλο και πιο βαθιά στα δάση, πάνω
    στους τροχούς των εποχών με τα στριγκλίσματα της καρακάξας.
    Όταν η χρονιά βγάζει τις μπότες της,
    και ο ήλιος σκαρφαλώνει πιο ψηλά, τα δέντρα γεμίζουν φύλλα
    και αέρα και αρμενίζουν ελεύθερα.
    Στα ριζά του βουνού σκάει η κυματωγή του δάσους των κωνοφόρων,
    έρχεται όμως η μεγάλη, ζεστή φουσκοθαλασσιά του καλοκαιριού,
    περνά αργά μέσ’ από τις κορυφές των δέντρων, αναπαύεται
    για μια στιγμή κι αποτραβιέται –
    παραμένει η άφυλλη ακτή. Και τελικά:
    το πνεύμα του Θεού είναι σαν τον Νείλο: πλημμυρίζει
    και υποχωρεί με ρυθμό που έχει υπολογιστεί
    σε κείμενα από διαφορετικές εποχές.
    Αλλά και Αυτός είναι αμετάβλητος
    και γι’ αυτό σπάνια Τον βλέπει κανείς εδώ.
    Διασχίζει τον δρόμο της πομπής από τα πλάγια.

    Όπως το πλοίο που διασχίζει την ομίχλη
    δίχως η ομίχλη να το αντιλαμβάνεται. Σιωπή.
    Το σύνθημα είναι το αδύναμο φέγγος του φαναριού.

    Τούμας Τρανστράμερ, 17 Ποιήματα (1954) μετ. Βασίλης Παπαγεωργίου, Printa

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: