Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (233ο): «Δίκιο – άδικο – δικαιοσύνη»…

 

-«Αυτές οι καρδιές δε βολεύονται παρά μόνο στο δίκιο …»

(Γιάννης Ρίτσος)

 

 

 

-«Από την πληγή μου κοίταξα / του κόσμου την πληγή

Ξένη απ’ τον άνθρωπο η χαρά / Ξένοι απ’ το δίκιο οι νόμοι».

(Γ. Ρίτσος)

 

 

-«…Ἂν τὸ δίκιο θές, καλέ μου,
μὲ τὸ δίκιο τοῦ πολέμου
θὰ τὸ βρῇς. Ὅπου ποθεῖ
λευτεριά, παίρνει σπαθί….»

(Κ. Βάρναλης από την «Μπαλάντα του κυρ-Μέντιου»)

 

 

 

-«Όποιος πετάει το δίκιο του στο δρόμο , αφήνει το δίκιο του άδικο να γίνει.»

 (Mπέρτολτ Μπρέχτ)

 

 

 

-«…Μη με διαβάζετε
όταν
έχετε
δίκιο.
Μη με διαβάζετε όταν
δεν ήρθατε σε ρήξη με το σώμα…
Ώρα να πηγαίνω
δεν έχω άλλο στήθος.»

(Ν. Καρούζος)

 

 

 

-Κ. Βάρναλης, «Για λευτεριά και δίκιο»

«Μόχθους, βάσανα και πόνους μάστιγας, σφαγάς και φόνους»
ΡΗΓΑΣ ΦΕΡΑΙΟΣ

«Και πάλι στον αγώνα σκοτωμένοι,
αλλ’ όχι νικημένοι. Η φλόγα μένει
κατάκορφα σε στήθια και σε νου,
στα πέρατα της γης και τ’ ουρανού.

Άχαρα νιάτα, αγέλαστα· και γέρα
σ’ ατέλειωτη σκλαβιά χωρίς αγέρα!
Στον τοίχο αλυσωμένοι το σκεβρό
τρέχουν οι σκλάβοι πριν απ’ τον καιρό.

Μαχαίρι στο λαό, φωτιά, κρεμάλα
ή περασμένοι αραδαριά με μπάλα!
Τα θύματα βουνό και στην κορφή,
ξένοι, ντόπιοι φονιάδες αδερφοί!

Και πάλι σκοτωμένοι στον αγώνα—
για λευτεριά και δίκιο στον αιώνα!
Απ’ τη λάσπη του αιμάτου νά! Παλεύει
ο Γήλιος στα μεσούρανα ν’ ανέβει.»

(Κ. Βάρναλης, Ποιητικά, Κέδρος)

 

 

 

-Χ. Λ. Μπόρχες, «Οι δίκαιοι»   

 «Κάποιος που καλλιεργεί τον κήπο του όπως θα ήθελε ο Βολταίρος.
Κάποιος που νιώθει ευγνωμοσύνη γιατί στον κόσμο υπάρχει η μουσική.
Αυτός που ανακαλύπτει με χαρά μια ετυμολογία.
Δύο πελάτες που σε κάποιο καφενείο παίζουν το σιωπηλό τους σκάκι.
Ο πηλοπλάστης που προκαθορίζει ένα σχήμα ή ένα χρώμα.
Ο στοιχειοθέτης που στήνει όμορφα τούτο το κείμενο και που ίσως δεν τ’ αρέσει.
Μια γυναίκα κι ένας άντρας που διαβάζουν μαζί τις τελευταίες στροφές ενός ποιήματος.
Κάποιος χαϊδεύοντας ένα ζωάκι που κοιμάται.
Κείνος που συγχωρεί ή θέλει να συγχωρέσει το κακό που του ’γινε.
Κάποιος που νιώθει ευγνωμοσύνη γιατί σ’ αυτόν τον κόσμο έζησε ο Στήβενσον.
Κάποιος που προτιμά να ’χουν δίκιο οι άλλοι.
Οι άνθρωποι αυτοί, που μεταξύ τους δεν γνωρίζονται, έχουν σώσει τον κόσμο.»

(http://frear.gr/?p=10069)

 

 

 

-Σοφίας Σκλείδα, «Δίκαιο της πυγμής»

 

«Δεν φυλακίζονται οι σκέψεις

Δραπετεύουν διαρκώς από το ερημητήριό τους

Άλλοτε σκωπτικά επισκέπτονται όσους ταλανίζουν εγωιστικά την ύπαρξή τους

Και άλλες με στωικότητα ενδυναμώνουν λιγόψυχες και ακέραιες συνειδήσεις

Όλες επιστρέφουν τροπαιοφόρες

Οι μεν για την τόνωση της ματαιοδοξίας και της έπαρσης

Οι δε για την θαυματουργική επενέργεια της αυτοταπείνωσης σε ζωντανή σύνδεση με την

εξέχουσα ηθική

Οργουελικά πρότυπα κυοφορούν

κλώνους διάβρωσης της ατομικότητας, των κοινωνικών μας αξιών και της πατρογονικής μας

κληρονομιάς

Και η «ισορροπία του τρόμου» καλά κρατεί…»

(http://fractalart.gr/dikaio-tis-pygmis/)

 

 

 

-Μπέρτολτ Μπρεχτ: «Δίκαια κυνηγημένος»

Σαν πλουσιόπαιδο μεγάλωσα.
Οι γονείς μου κολάρο
μου φόρεσαν, μ’ έμαθαν
υπηρέτες να ‘χω και μου διδάξανε την τέχνη να δίνω διαταγές. Όταν
μεγάλωσα όμως, κι ολόγυρά μου κοίταξα,
δε μ’ άρεσαν οι άνθρωποι της τάξης μου,
ούτε να διατάζω και να μ’ υπηρετούν.
Τότε, την τάξη μου απαρνήθηκα και για συντρόφους πήρα
τους ταπεινούς ανθρώπους.

Έτσι
οι γονείς μου έναν προδότη ανάστησαν, του μάθανε
όλα τους τα κόλπα, κι αυτός
τα μαρτυράει στους εχθρούς τους.

Ναι, κάνω βούκινο τα μυστικά τους. Στέκομαι
στον απλό λαόν ανάμεσα, και του εξηγώ
πως τονε κοροϊδεύουν. Και προμαντεύω τι θα γίνει, γιατί
ξέρω καλά τα σχέδιά τους
(χαμένη δεν πήγε δα η εκπαίδευσή μου)
Τα Λατινικά του πουλημένου τους παπαδαριού
τα μεταφράζω λέξη – λέξη στην απλή τη γλώσσα, και
τότε βλέπεις μονομιάς τι κουραφέξαλα είναι. Κατεβάζω
τη ζυγαριά της Δικαιοσύνης τους και δείχνω
πως είναι κάλπικα τα ζύγια της. Και οι χαφιέδες τους τρέχουνε
και τους λένε
πως κάθομαι μαζί με τους κατατρεγμένους
που ετοιμάζουν επανάσταση.

Να φρονιμέψω, μου μήνυσαν. Και μου πήραν
ό,τι με τη δουλειά μου είχα κερδίσει. Κι επειδή μυαλό δεν έβαλα,
με κυνήγησαν, ψάξανε το σπίτι μου, αλλά
δε βρήκανε
παρά χαρτιά, που ξεσκέπαζαν
τις συνωμοσίες τους ενάντια στο λαό. Τότε
ξαμόλυσαν εντάλματα
κατηγορώντας με πως έχω ιδέες χυδαίες, με άλλα λόγια:
τις ιδέες του «χυδαίου όχλου».

Όπου κι αν πάω, στιγματισμένος είμαι
στων δυνατών τα μάτια. Μα οι αδύναμοι
διαβάζουν τα εντάλματα και
άσυλο μου δίνουν λέγοντας:
«Εσένα, σε κυνηγάνε
για δίκαιο σκοπό».

 (Μπέρτολτ Μπρεχτ, Ποιήματα, σε μετάφραση Μάριου Πλωρίτη)

 

 

-«Παραπονεμένα λόγια έχουν τα τραγούδια μας

γιατί τ’ άδικο το ζούμε μέσα από την κούνια μας»

(Μ. Ελευθερίου)

 

 

 

-«…Όχι με λόγια, μ’ έργα τ’ Άδικο πολέμα!
Κι όχι μονάχος! Με τα πλήθη συνταιριάσου!
Τ’ άδικο μ’ αίμα θρέφεται! Πνίξε το με αίμα.

Κι άμα θα σπάσουν οι αλυσίδες τ’ αδερφού,
η λεφτεριά η δικιά του θα ναι λεφτεριά σου,
κι ανάγκη πια δε θα χεις κανενός Θεού.»

(Κ. Βάρναλης, από το “ΣΤΥΛΙΤΗΣ”)

 

 

-«Και τώρα δικαιοσύνη δεν βρίσκομεν από κανέναν∙ όλο δόλο κι απάτη»

(Μακρυγιάννης)

 

 

 

-«…Δίνω το χέρι στη δικαιοσύνη

Διάφανη κρήνη κορυφαία πηγή

Ο ουρανός μου είναι βαθύς κι ανάλλαχτος

Ό,τι αγαπώ γεννιέται αδιάκοπα

Ό,τι αγαπώ βρίσκεται στην αρχή του πάντα.»

 

(Ο. Ελύτης, Ήλιος ο πρώτος)

 

 

 

-«…Τώρα μπροστά σου ανοίγεται η δικαιοσύνη
Τα μελανά βουνά πλέουν στη λάμψη
Πόθοι ετοιμάζουν τον κρατήρα τους
Στην παιδεμένη χώρα της καρδιάς
Κι από το μόχθο της ελπίδας νέα γη ετοιμάζεται
Για να βαδίσει εκεί με αετούς και λάβαρα
Ένα πρωί γεμάτο ιριδισμούς
Η φυλή που ζωντανεύει τα όνειρα
Η φυλή που τραγουδάει στην αγκαλιά του ήλιου….»

 

(Ο. Ελύτης, «Ωδή στη Σαντορίνη»)

 

 

-Χριστόφορου Τριάντη, «Δικαιοσύνη»

 «Σκληρές είναι οι νύχτες στις πολιτείες

των ποιμένων

Αργεί η δικαιοσύνη

να περάσει τις στέγες των σπιτιών

Μα είναι πεπρωμένο του ουρανού

να γίνει η βασίλισσα της γης

Να! Στις ζωγραφιές των λαών

τη θέση της βρήκε

Μοιάζει με των αγίων τα πρόσωπα

στους πίνακες του Μπος

Σαν άνεμος από τον Βόσπορο

είναι τα πόδια της

Σαν φλόγα της Ανάστασης

η ματιά της

Η καρδιά της σαν σφυρί

σμιλεύει το παρόν

Τα χέρια της σαν δρεπάνια

τον κόσμο αγκαλιάζουν

Τα λόγια της τους ήρωες

ανασταίνουν

Η αλήθειά της

τους ποιητές ματώνει

Ποτάμι κόκκινο γίνεται

Και φως γεμίζει το άπειρο

μαζί με τον Ήλιο…»

(http://fractalart.gr/xristoforos-triantis-4/)

 

 

 

 

-Τίτος Πατρίκιος, «Οι δικαστές»

 

“Κι αντίκρυ μου κάθισαν οι δικαστές.

 Ο ένας πόρνος, μπεκρής και τετραπέρατος

κρυφά χλευάζοντας και φανερά δοξολογώντας

μιαν εξουσία που τον ξέρει και τον χρειάζεται.

 

Ο άλλος αδιάφορος για ό, τι δεν ήτανε δικό του

προσυπογράφοντας το καθετί που του ζητούσαν

φτάνει ν’ ακούει επαίνους για τις επιδόσεις του.

 

Ο άλλος στοχαστικός και λάγνος, πάντα υποταγμένος

στα όσα βαθιά ως τα σπλάχνα του μισούσε

με αντάλλαγμα το ελεύθερο της δίψας του.

 

Ο άλλος πονετικός χωριάτης, γκαρδιακός παραμυθάς

έτοιμος πάντα να ξεπλύνει το παλιό του κρίμα

προσκυνώντας τους νέους κάθε φορά ηγεμόνες.

 

Ο άλλος αδιάλλακτος, στάσιμος, μαραζωμένος

θρηνώντας σιωπηρά τα χαμένα χρόνια του

μισώντας όσους τον αφήναν πίσω…”

 

(https://efisoul63.wordpress.com/)

Advertisements

Single Post Navigation

5 thoughts on “Πες το με ποίηση (233ο): «Δίκιο – άδικο – δικαιοσύνη»…

  1. Γιάννη,
    Δυσκολεύομαι πολύ να βρω κάτι αξιόλογο. Μήπως θα μπορούσαμε να προσθέσουμε και τα ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ;

    *

    1. δικαιοσύνη

    για πρώτη κι έσχατη φορά
    θα απονεμηθεί δικαιοσύνη

    στον ουρανό θα σβήσουν τα μεγάλα φώτα
    στα μάτια μας θα σβήσει η λάμψη
    στα στήθη ο πόνος
    τα γράμματα θα εξατμιστούν
    και οι σελίδες θα επανακτήσουν τη λευκότητά τους
    στην αρχική αθωότητα
    το άγιο σκοτάδι θα μας εξισώσει

    όλα θα ξαναγίνουν χώμα
    όλα θα παραμείνουν ανεξιχνίαστα
    και θ’ απλωθεί μπροστά μας το μεγάλο τίποτα
    και η απόλυτη ελευθερία

    ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ, Ένα λιβάδι μέσα στην ομίχλη που ονειρεύεται, 2002

    Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ -ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ

    2. TA KEKTHMENA

    πήραν απ’ τα κεκτημένα δικαιώματα
    τα δικαιώματα και τά ‘καναν
    κεκτημένα σκέτα

    τα ξεφτίλισαν
    κι έτσι χάθηκε και το δικαίωμα
    χάθηκε και το δίκιο

    ένας πολιτισμός ολόκληρος
    διακόσια τόσα χρόνια
    πατούσε στο αίμα πάνω· στο δικαίωμα
    έγινε πολιτισμός της ευκαιρίας

    άνθρωποι ανόητοι απρόσεχτοι επιπόλαιοι
    δεν πήρανε χαμπάρι
    ούτε τ’ ότι οι ίσες ευκαιρίες
    έχουνε μείνει ευκαιρίες σκέτες
    οι θηρευτές χρειάζονται ευκαιρίες
    οι μονομάχοι τ’ αρπακτικά

    οι κοινωνίες παλεύουν ν’ αποκτήσουν δικαιώματα
    αστόχαστοι

    Χρήστος Ε. Δημάκης

    ***

    3. ΘΟΛΟ

    Άδικο άδικο το βλέμμα σου
    στη σιωπή του ονείρου
    όταν μ’ επισκέπτεσαι
    Ακίνητη στη θλίψη ἡ στιγμή
    τοπίο ομίχλης πάγος το δωμάτιο
    φιάλη οξυγόνου στη γωνία
    Η ζωή σαν κλέφτρα ξεπορτίζει

    ΑΝΘΗ ΜΑΡΩΝΙΤΗ, ΤΑ ΜΙΚΡΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΠΡΟΛΑΒΕΣ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ 2015-2016 ΑΓΡΑ, 2018

    Σωτηρία Μπέλλου – Θα με δικάσει

    4. ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΕΙΟΝ

    Πάνω στην ξύλινη έδρα καθισμένοι,
    μια γνώμη, μια καρδιά ευχαριστημένη,-
    τρεις ομοιόμορφοι, ήσυχοι ανθρωπάκοι
    κι ο εισαγγελέας, με Φαίρμπανξ μουστακάκι!

    Ένας εργάτης κάθεται στον μπάγκο,
    από ένα σπάγγο κρέμεται ο Χριστός
    κι απ’ το Χριστό κρεμιέται, δίχως σπάγγο,
    το Καθεστώς!

    «Εσύ ήσουν αρχηγός στην απεργία;»
    «Αυτό για μένα θα ήτανε τιμή».
    «Και τι σας φταίει το Κράτος κι η Θρησκεία»;
    «Βοηθούν όσους μας κλέβουν το ψωμί»!

    Ο πρόεδρος είναι μάνα στη δουλειά του
    κι είναι αυστηρός στα ήθη και στους τρόπους,
    κοιτάει το νόμο μέσα απ’ τα γιαλιά του
    και μέσα από το νόμο τους ανθρώπους.

    «Δυο χρόνια φυλακή και δυο εξορία»!
    Και τον ακούει ο εργάτης καθιστός,
    κλαίει μια γριούλα με ήμερη πικρία,
    μειδιά κάτου απ’ τη σκόνη του ο Χριστός,

    Πάνω στην ξύλινη έδρα καθισμένοι,
    μια γνώμη, μια καρδιά ευχαριστημένη,
    δικάζουνε τον κλέφτη, τον αλήτη
    κι απέ παίρνουν το τραμ και πάνε σπίτι.

    Τρων και μιλάν για το Άδικο με πάθος,
    διδάσκουν τα παιδιά τους ηθική,
    βέβαιοι αυτοί πως είναι κατά βάθος,
    πιο τίμιοι απ’ όσους κλειουν στη φυλακή.

    ΑΣΗΜΑΚΗΣ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ

    ***

    5. ΕΛΕΓΕΙΟ

    Αγριεμένε αέρα που θρηνείς,
    πόνε πολύ λυπητερέ για να σε τραγουδήσω,
    αέρα που λυσσομανάς όταν το σύννεφο,
    το σκοτεινό μουγκρίζει ολονυχτίς,
    Μπόρα λυπητερή που μάταια κλαις,
    Δάση γυμνά με τα ανεμοδαρμένα κλαδιά σας ,
    Βαθιές σπηλιές και μαύρε ωκεανέ,
    Για το άδικο που γίνεται στον κόσμο να θρηνείτε.

    ΠΕΡΣΥ ΣΕΛΛΕΥ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ 1955, μτφ. ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΤΑΥΡΟΥ

    ***

    6. Ως να πληρώσει τ’ άδικο
    που ποιητήν εμάρανε
    Τον ποιητή τον έμορφο
    κανείς ξανά δεν θα ιδεί
    να ισγιάζει τα φτερά του
    καθώς διαβαίνει ανάμεσα
    στον βράχο τον Αλίμονο
    και στο Λευκό Λιμάνι

    Γ. Χειμωνάς: «Ο εχθρός του ποιητή»

    ***

    7. […]Ας περιδιαβαίνει το μυαλό μου πεινασμένο
    κι άφοβο και διψασμένο κι εύπλαστο
    ακόμη κι αν είναι Κυριακή ας έχω άδικο
    γιατί όποτε οι άνθρωποι έχουν δίκιο δεν είναι νέοι[…]

    E. E. Cummings, met. Χάρης Βλαβιανός

    Άδικη Καρδιά – Μανώλης Λιδάκης

    8. Η ΕΛΠΙΔΑ ΠΕΘΑΙΝΕΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ

    Όταν σε αδικήσουνε κι εσύ αγωνίζεσαι
    ελπίζοντας να βρεις το δίκιο σου,
    αυτοί που σε αδίκησαν σου βάζουν την ιδέα
    πως η ελπίδα τάχατες πεθαίνει τελευταία.

    Ρήση, εφεύρημα επιτήδειων και εκμεταλλευτών,
    να σε αποχαυνώνουνε κι εσύ άπραγος να μένεις,
    να ψάχνεις όνειρα χαμένα, άμοιρε,
    κι αδίκως να προσμένεις κι αρρωσταίνεις.

    Και για να μην ξεσηκωθείς το δίκιο να ζητήσεις,
    ο επιτήδειος στον εκμεταλλευτή
    σκύβει ψιθυριστά, του λέει στο αυτί του:
    «Δώσε παρηγοριά στον άρρωστο μέχρι να βγει η ψυχή του».

    Και για παρηγοριά σου λένε αν δεν δικαιωθείς
    γι αυτά που εσύ προσμένεις, από ελπίδα φρούδα,
    μαζί σου δήθεν θα θρηνήσουνε
    με κροκοδείλια δάκρυα και με φιλί Ιούδα.

    Και το εφεύρημα, η ρήση τους, κατάληξη έχει μοιραία.
    Και πριν ο άμοιρος δικαιωθεί, πρώτα πεθαίνει αυτός
    Και «η Ελπίδα μετά από αυτόν, πεθαίνει τελευταία».

    ΣΤΕΡΓΙΟΣ ΔΗΜΟΓΛΟΥ

    ***

    9. ΑΝΕΜΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ

    Ανάθεμα την ώρα ποιος ορίζει εδώ
    το ανάποδο βαφτίζει και το λέει σωστό

    Του αδύναμου το δίκιο μήτε λέει ποτέ
    βγαίνει τη νύχτα μέρα και τ’ ορκίζεται

    Όπου μεγάλη πόρτα πίσω της αυτός
    κάνεις να την ανοίξεις γίνεται άφαντος.

    ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

  2. Γεια σου, Αγγελική!!! Έχεις δίκιο…Ενώ στην αρχή θεώρησα σχετικά εύκολο το θέμα, στο ψάξιμο βρήκα τις δυσκολίες… Ας το απλώσουμε, λοιπόν…

    -Μαρίας Σκαμπαρδώνη, «Άτιτλο»

    Ο κατηγορούμενος σώπασε,
    Τα μάτια του δάκρυσαν.
    Ήξερε πως έφταιγε
    και δίκαια τα έργα του κατέκριναν.

    Δεν μπορούσε να ξεφύγει
    από της δικαιοσύνης την κρίση.
    Μα πάνω από όλα
    από τη δική του τη συνείδηση.

    Εκείνα που στο σκοτάδι έθαβε
    θα ερχόντουσαν στο φως.
    Και στην κρίση θα υπαγόντουσαν
    όλα τα μυστικά που με επιμέλεια έκρυβε.

    Και αν δε βρισκόταν σήμερα
    σε δίκη για απόδοση ποινής,
    θα τον είχε δικάσει η συνείδηση
    ο μεγαλύτερος όλων δικαστής.

    Σε αίθουσα βρισκόταν
    της υπόθεσής του η δίκη.
    Τα μάτια δεν εσήκωνε
    -λέξη δεν έβγαινε από τα χείλη.

    Σε μία στιγμή βούρκωσε,
    τα μάτια δάκρυσαν.
    Θυμήθηκε τη νιότη του –
    πόσα όνειρα διαφορετικά έκανε!

    Πού να σαι νιότη μου! σκεφτόταν,
    να με ξεγελάσεις το κατάφερες.
    Άλλα μου υποσχόσουν πως θα γίνω
    και κοίτα τελικά πού με έφερες!

    Η δίκη τελείωσε,
    η απόφαση διαβάστηκε.
    Και εκείνος, με δάκρυα στα μάτια
    με τη δικαιοσύνη πια συμβιβάστηκε…

    -Δημήτρης Ελευθεράκης, «ΟΔΥΣΣΕΩΣ ΔΙΚΗ»

    Μόλις ἐπέστρεψε, πῆγε νά βρεῖ τόν Λαέρτη. Τόν παραμόνεψε
    πίσω ἀπ’ τίς ἀχλαδιές, πού ἔβαφαν ἐκείνη τήν πλευρά τοῦ λόφου
    ἕνα ἀνεξήγητο χρυσό. (Θυμήθηκε τήν Ὠγυγία, τό δόρυ τοῦ Ἥλιου,
    τό ἴδιο τρύπημα στό στῆθος). Ἦταν ὁ Ὀδυσσέας
    πού χάρισε πραγματικούς θανάτους μέ δακτυλικά ξίφη,
    πού γέλασε τούς Λαιστρυγόνες καί τόν Ὅμηρο.
    Τί νά τοῦ πεῖ. Ἡ Ἱστορία εἶναι μιά ἐπιτύμβια πλάκα
    μέ ἀριθμούς κι ὀνόματα. Κι ὁ ποιητής
    μιά πολυμήχανη σκιά πού ἀσπρίζει στό φῶς.
    Πῶς νά μιλήσει στόν Λαέρτη γιά τόν πόλεμο, τή νύχτα
    τά σφαγμένα σώματα. (Γιά τά δικά του σφαγμένα σώματα).
    Πῶς νά σκεφτεῖ ἕνα μνημόσυνο γιά τούς ἀνίδεους ἥρωες.
    Ἀφήνοντας τήν τσουγκράνα του νά πέσει στή γῆ
    γνωρίζοντας τό ἔγκλημα, κλαίγοντας γιά τό ἔγκλημα
    ὁ Λαέρτης θά τόν συγχωρέσει. (Ὁ Λαέρτης, ἐκείνη ἡ παρήγορη
    θλίψη στήν ἔξοδο τοῦ ἔπους, ἐκεῖνο τό ὁμηρικό κουρέλι).
    Τότε ὁ Ὀδυσσέας θά χαθεῖ στό σκοτάδι. Ὁ Ὀδυσσέας,
    σῶμα καί ὄνομα, θά γείρει κάτω ἀπό τήν ἀχλαδιά,
    ἐνῶ τό χρυσό θά γίνεται μαῦρο, ὕστερα πάλι χρυσό κι ὕστερα
    πάλι μαῦρο.

    (https://chronos.fairead.net/poimata-details/eleutherakis-diki)

    -Αριστοφάνης («Νεφέλες»), “Δίκαιος και άδικος λόγος” (απόσπασμα)…
    (Όλοι φεύγουν. Η σκηνή αδειάζει. Βγαίνουν ο Δίκαιος κι ο Άδικος Λόγος μαλώνοντας)..

    ΔΙΚΑΙΟΣ ΛΟΓΟΣ (Δ. Λ.): Άντε πρόβαλε και δείξε την αξία σου στο κοινό
    μ’ όλην την ξετσιπωσιά σου.
    ΑΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ (Α. Λ.): Όσο μεγαλύτερο το πλήθος τόσο κι ευκολότερα
    θα σε κοπανήσω.
    Δ. Λ.: Εσύ; Και ποιος είσαι;
    Α. Λ.: Λόγος είμαι.
    Δ. Λ.: Λόγος Άδικος.
    Α. Λ.: Κι ωστόσο σε νικώ το Δίκαιο εσένα.
    Δ. Λ.: Με ποια τέχνη, ποια σοφία;
    Α. Λ.: Βρίσκω πάντα νέες ιδέες.
    Δ. Λ.: Όλα αυτά περνούν και πιάνουν σήμερα σε τέτοιους βλάκες.
    Α. Λ.: Ποιος το είπε; Είναι σοφοί.
    Δ. Λ.: Θα σε καταστρέψω.
    Α. Λ.: Πως;
    Δ. Λ.: Μιλώντας δίκαια και σωστά.
    Α. Λ.: Ό,τι λες θα το μπαντάρω με έξυπνες αντιλογίες.
    Δεν υπάρχει Δικαιοσύνη.
    Δ. Λ.: Δεν υπάρχει;
    Α. Λ: Δείξε μου την.
    Δ. Λ.: Στους θεούς ψηλά!
    Α. Λ.: Τι κουβέντα! Αν υπήρχε εκεί, πως μένει ατιμώρητος ο Δίας,
    που έχει δέσει τον μπαμπά του!
    Δ. Λ.: Με έπιασε αναγούλα! Δεν κρατιέμαι! Τη λεκάνη!
    Α. Λ.: Παλαβέ, γεροξεκούτη…
    Δ. Λ.: Ξεσκισμένε, σκυλομούρη!
    Α. Λ.: Με τριαντάφυλλα με ραίνεις!
    Δ. Λ.: Βλάστημε και θεομπαίχτη!
    Α. Λ.: Κρινοστέφανα μου βάζεις.
    Δ. Λ.: Δέρνεις τον πατέρα σου!
    Α. Λ.: Μάθε, πως με πασπαλίζεις με μαλαματόσκονη.
    Δ. Λ.: Ως τα τώρα με λυωμένο σε ζεμάτιζα μολύβι.
    Α. Λ.: Όλα τώρα είναι τιμή μου.
    Δ. Λ.: Θρασύτατος είσαι!
    Α. Λ.: Κι εσύ είσαι πολύ παλιός!
    Δ. Λ.: Εξ αιτίας σου δεν πατάει κανένας νέος στο σχολείο μου. Μα θα
    έρθει καιρός να νιώσουν οι Αθηναίοι τι δασκαλεύεις τους ανόητους.
    Α. Λ.: Μυρίζεις πολύ άσχημα!
    Δ. Λ.: Τώρα κάνεις τον καμπόσο μα πρωτύτερα πεινούσες
    και σακκί ζητιάνου κράταγες και παράσταινες τον κακομοίρη
    τον Τήλεφο τον ξεπεσμένο το βασιλιά της Μυσίας.
    Κι έτρωγες απ’ το σακκί σου ξερό ψωμί,
    κάνοντας ατιμίες σαν αυτές του Πανδέλετου.
    Α. Λ.: Τι σοφία!
    Δ. Λ.: Μα και τι τρέλλα.
    Α. Λ.: Τρέλα ποιανού;
    Δ. Λ.: Η δική σου και της δόλιας της πολιτείας
    που σε τρέφει και χαλάς τα καημένα τα παιδάκια.
    Α. Λ.: (δείχνοντας το Φειδιππίδη) Μαθητής σου δεν θα γίνει
    αυτός εδώ, επειδή είσαι παλιός.
    Δ. Λ.: Ναι, αν θέλει να σωθεί
    κι όχι μονάχα τη γλώσσα του να ακονίσει για να κόβει.
    Α. Λ.: (στο Φειδιππίδη) Άστονε κι έλα σε μένα.
    Δ. Λ.: Θα σε δείρω, αν τον αγγίξεις.
    ΧΟΡΟΣ: (μπαίνοντας στη μέση για να μην αρπαχτούν)
    Πάψτε τους καυγάδες πια πάψτε τις βρισιές!
    (στο Δίκαιο Λόγο)
    Κι άντε δείξε πρώτα εσύ τους παλιούς τι τους μάθαινες.
    (στον Άδικο Λόγο)
    Και συ δείξε την καινούργια τέχνη σου,
    για να μπορέσει να διαλέξει από τους δυο σας όποιον θέλει ο νεαρός.
    Δ. Λ.: Αυτό θέλω.
    Α. Λ.: Κι εγώ το ίδιο.
    ΧΟΡΟΣ: Ποιος θα κάνει την αρχή;
    Α. Λ.: Του παραχωρώ τη θέση.
    Κι όταν θα έχει τελειώσει με μικρές έξυπνες φρασούλες
    και με στοχασμούς καινούριους θα τον κατασαγιτέψω.
    Κι αν τολμήσει γρυ να κάνει θα του πρήξω μούτρα, μάτια
    με της γνώμης μου τις σφήκες τις φαρμακερές.
    ΧΟΡΟΣ: Άντε δείξτε μας οι δυο σας πόσο είστε επιδέξιοι
    και στη σκέψη και σε λόγια και σε έξυπνα γνωμικά,
    ποιος είναι από σας το καλύτερο παλικάρι.
    Της σοφίας το βραβείο ποιος από τους δυο σας θα πάρει!
    Είναι μεγάλος ο κίνδυνος και δύσκολη η μάχη.
    (Στο Δίκαιο Λόγο)
    Εσύ που στεφάνωσες με πλήθος αρετών την παλιά γενιά
    μίλα μας δυνατά, όσο θέλεις, να μας μάθεις το ποιος είσαι.
    Δ. Λ.: Να πως μορφώνονταν οι παλιότεροι Αθηναίοι,
    όταν εγώ ήμουν δάσκαλος επιτυχημένος
    το δίκαιο και η αρετή βασίλευε παντού στην πολιτεία αυτή.
    Μικρό παιδί δεν άκουγες να μιλάει.
    Στο δρόμο όλα τα παιδιά της γειτονιάς πηγαίνανε με τάξη
    στο σπίτι του κιθαριστή γυμνά ακόμα και με χιόνια.
    Και τους μάθαινε πρώτα, αφού αυτά κάθονταν κάτω,
    τα ονομαστά τραγούδια.
    «Γεια σου Παλλάδα φοβερή και καστροπολεμίστρα»
    ή «λύρα, βγάλε τη φωνή σου τη δυνατή και τη γλυκειά»
    κι αυτά με την παλιά εκείνη προγονική αρμονία.
    Κι άμα κανένας έπαιζε κάποιο πρόστυχο τραγούδι
    ή αν έκανε τσακίσματα σαν του Φρύνη,
    επειδή ατίμαζε τις Μούσες, έτρωγε μπόλικο ξύλο.
    Κάθονταν σεμνά στου γυμναστή
    για να μη βλέπουν τίποτα το πονηρό απ’ έξω.
    Και μόλις σηκωνόνταν απ’ την άμμο, την έφτιαχναν,
    να μην φαίνονται εκεί σημάδια από την ήβη.
    Κανείς δεν αλειφότανε λάδι κάτω από τον αφαλό του
    κι έτσι στα σακουλάκια τους επάνω ανθοβολούσε
    δροσιά και χνούδι, όπως πάνω στα φρέσκα κυδώνια.
    Με λιγωμένη τη φωνή και κλείνοντας το μάτι
    κανένας δεν εζύγωνε τον αγαπητικό του
    σαν να ρουφιάνευε μονάχος τον εαυτό του.
    Ποτέ κανείς δεν άρπαζε ραπανάκια στο δείπνο
    ούτε άνηθο και σέλινο, μπροστά στους μεγάλους.
    Λίγο έτρωγε, δεν χαχάνιζε σαν τσίχλα και δε σταύρωνε
    τα πόδια το ένα πάνω στο άλλο.
    Α. Λ.: Παλιές συνήθειες απ’ τον καιρό που χτίστηκε ο κόσμος
    κι οι Αθηναίοι φορούσανε τζιτζίκια στα μαλλιά τους!
    Δ. Λ.: Κι όμως με αυτά ανάθρεψα τους Μαραθωνομάχους.
    Μα τώρα εσύ τα νέα παιδιά πολύ βαριά τα ντύνεις,
    που σαν τα κοιτώ στα Παναθήναια, πνίγομαι,
    καθώς βαστάνε την ασπίδα εμπρός τους
    χορεύοντας οκνά αντί να οράνε στον ενόπλιο χορό της Τριτογένειας.
    (Στο Φειδιππίδη)
    Και τώρα, παλικάρι, δάσκαλο εμένα, το Δίκαιο Λόγο πάρε –
    Δεν θα συχνάζεις στα λουτρά, στην αγορά καθόλου,
    θα έχεις σεβασμό, να ντρέπεσαι, αλλά όταν σε πειράξουν
    φωτιά θα παίρνεις. Κι όταν πλησιάζουν γέροι, θα σηκώνεσαι
    απ’ το σκαμνί που κάθεσαι μ’ ευγένεια
    και θα τιμάς τους γονιούς σου, και δεν θα κάνεις τίποτα
    που να λερώνει την εικόνα της Αιδώς εντός σου.
    Δεν θα πηγαίνεις να χαζεύεις με ανοιχτό το στόμα
    εκεί που κουνιούνται οι χορεύτριες
    για να μη σου ρίξει καμία μικρούλα κανένα κυδώνι αγάπης
    και άσχημα μπλέξεις και χάσεις την υπόληψή σου.
    Και δεν θα αντιμιλάς ποτέ στο γέρο σου πατέρα,
    δεν θα τον λες Ιαπετό, δεν θα τον συγχύζεις
    αυτόν που σε ανάστησε από μικρό παιδάκι.
    Α. Λ.: (στο Φειδιππίδη)
    Αν πας, παλληκαράκι μου, μ’ αυτόν, μα τον Βάκχο,
    θα μοιάσεις με τα ανόητα τ’ αγόρια του Ιπποκράτη
    και θα σε φωνάζουν παντού κόπανο και χαζό.
    Δ. Λ.: Αλειμμένος λάδι το κορμί, με ροδοκόκκινη όψη
    θα συχνάζεις στα γυμναστήρια και όχι στο παζάρι
    όπως κάνουν οι τωρινοί νεαροί, που όλοι σαχλαμαρίζουνε.
    Ποτέ για ψύλλου πήδημα
    δεν θ’ αρχινάς συζήτηση μικρή και ασήμαντη.
    Θα τρέχεις στης Ακαδημίας τα ελαιόδεντρα από κάτω
    με άλλα φρόνιμα παιδιά στεφανομένος άσπρα καλαμόφυλλα
    και θα ευωδιάζεις λεύκα και πράσινο βάτο και ξεγνοιασιά.
    Θα χαίρεσαι τα καλοκαίρια, όταν σιγά θροούνε στον άνεμο αντικρυστά
    οι κλώνοι του πλάτανου και της φτελιας.
    (Σε τόνο ζωηρότερο)
    Όσα εγώ σου λέω αν τα κάνεις και καλά τα βάλεις στο μυαλό σου
    θα έχεις ατσαλένιο στήθος και τριανταφυλλένιο πρόσωπο.
    Θα έχεις πλάτες δυνατές γλώσσα τόσο δα μικρή.
    Κι άμα κάνεις ό,τι τώρα κάνουν όλοι οι νέοι στη χώρα
    θα χεις πρόσωπο ωχρό και στήθος μικρό και στενό
    γλώσσα μια πιθαμή. Το μυαλό σου θα νομίζει
    την τιμή πράγμα κακό και καλό τη ρουφιανιά.
    Και στο τέλος θα σου κολλήσει
    ο άσχημος χαρακτήρας του Αντιμάχου η αισχρότητα.
    ΧΟΡΟΣ: Μες στα λόγια σου, ω δάσκαλε της υψηλής σοφίας
    τι γλυκά της φρονιμάδας το άνθος μοσχοβόλησε!
    Τι ευτυχισμένα, αλήθεια, ζούσαν οι παλιοί προγόνοι!
    (στον Άδικο Λόγο)
    Τώρα εσύ μεγάλε τεχνίτη της γλώσσας
    πες μας κάτι καινούργιο. Μια χαρά ο αντίπαλός σου
    τα κατάφερε και πρέπει με μεγάλα πια εφευρήματα
    του μυαλού να τον τουμπάρεις δίχως να γίνεις ρεζίλι.
    Α. Λ.: Πλακώθηκαν τα στήθια μου, δεν κρατιόμουν
    απ’ το να συνταράξω τα λόγια του με αντίλογα.
    Μ’ έχουνε πει κατώτερο λόγο οι φιλόσοφοι,
    γιατί εγώ πρώτος τόλμησα να βγω παλικαρίσια
    να αρνηθώ τη δικαιοσύνη, να αντιλέξω τους νόμους.
    Και τούτη η αξία μου κάνει χιλιάδες τάλαντα
    να υποστηρίζω δηλαδή το άδικο και να νικάω στο τέλος.
    (Στο Φειδιππίδη)
    Για κοίτα εγώ πως θα ξετινάξω την παλιά ανατροφή
    που τόσο την παίνεσε ο αντίπαλος.
    Σκέψου, πως θα σου απαγορεύσει τα ζεστά λουτρά.
    (Στο Δίκαιο Λόγο)
    Δεν μας λες να μάθουμε κι εμείς, γιατί τ’ απαγορεύεις;
    Δ. Λ.: Είναι βλαβερό συνήθειο, κάνει δειλό τον άντρα.
    Α. Λ.: Στάσου, σε άρπαξα απ’ τη μέση και δε θα μου ξεφύγεις.
    Για πες μου, απ’ όλα τα παιδιά του Δία, ποιος έχει
    πιο γενναία ψυχή και άντεξε στους πιο μεγάλους κόπους;
    Δ. Λ.: Ποιος άλλος από τον Ηρακλή; Κανείς δεν τον περνάει.
    Α. Λ.: Είδες ποτέ τα λουτρά του Ηρακλή να ‘ναι κρύα;
    Κι όμως η αντρεία του ήταν η πρώτη σ’ όλο τον κόσμο.
    Δ. Λ.: Εγώ μιλάω για εκείνα, που πάνε τα παιδιά
    και όλη τη μέρα σαχλολογούν και έτσι γεμίζουν
    της πόλης τα λουτρά, και αδειάζουν οι παλαίστρες.
    Α. Λ.: Εσύ κατηγορείς, μα εγώ παινεύω την αγορά. Αν ήταν
    κακό πράγμα, δεν θα μιλούσε για «αγορητάδες» ο Όμηρος
    όπως δηλαδή για το Νέστορα και τόσους άλλους ήρωες.
    Λες ακόμα ότι δεν πρέπει να γυμνάζουνε τη γλώσσα οι νέοι.
    Κι εγώ σου λέω, πως πρέπει και μάλιστα πολύ.
    Κι ακόμα τους συστήνεις να είναι πάντοτε φρόνιμοι –
    άλλο κακό κι αυτό. Είδες κανένα φρόνιμο ποτέ σου να προκόψει;
    Λέγε μου λοιπόν, αν μπορείς, βγάλε με ψεύτη.
    Δ. Λ.: Να λοιπόν! Για τη φρονιμάδα του, του χάρισαν του Πηλέα
    μαχαίρι οι θεοί να πολεμάει με τα θηρία του δάσους.
    Α. Λ.: Μαχαίρι; Αστείο κέρδος είχε για πληρωμή
    της αρετής του ο κακομοίρης!
    Ενώ για δες ο Υπέρβολος εξαιτίας της πονηριάς του
    έβγαλε απ’ τα λυχνάρια πολλά τάλαντα
    ανακατεύοντας με τέχνη χαλκό και μολύβι.
    Αυτό είναι κέρδος, όχι εκείνο το γελοίο μαχαίρι!
    Δ. Λ.: Μα επειδή ήταν φρόνιμος, παντρεύτηκε τη Θέτιδα.
    Α. Λ.: Και εκείνη τον παράτησε, γιατί δεν ήταν υβριστής
    ούτε καλός στο κρεβάτι τα βράδια.
    Γιατί η γυναίκα τα θέλει αυτά. Μ’ ακούς παλιάλογο;
    (Στο Φειδιππίδη)
    Και τώρα, παλικάρι,
    για σκέψου πόσα έχει μέσα της κακά η φρονιμάδα
    και πόσες ηδονές πρόκειται να στερηθείς γι’ αυτήν.
    Χωρίς αυτά είναι μαύρη η ζωή, ποιος θέλει να τη ζήσει!
    Ας πάμε τώρα σε άλλο ζήτημα: στις ανάγκες τις φύσης μας.
    Αμάρτησες, ερωτεύτηκες, μοίχευσες, πιάστηκες.
    Χάθηκες αν δεν μπορεί να κόβει η γλώσσα σου.
    Ενώ μαζί μου, μπορείς να χορταίνεις την κάθε σου επιθυμία
    χόρευε, γέλα, γράψε την ντροπή στα παλιά τα παπούτσια σου.
    Κι αν σε πιάσουνε με άλλου γυναίκα
    θα λες: «Δεν φταίω εγώ, πιάστε το Δία και βγάλτε του τα μάτια.
    Γιατί κι εκείνος ξεμυαλίζεται απ’ τις όμορφες γυναίκες.
    Εγώ ο θνητός θα γίνω ανώτερος απ’ τους θεούς;»
    Δ. Λ.: Κι άμα τον πιάσουν και τον ραφανιδώσουν,
    κι αν τον καψαλίσουν με χόβολη; Θ’ αρνιέται το αμάρτημά του, τι λες;
    Α. Λ.: Και τι θα πάθει τάχα κι αν το αρνηθεί κι αν όχι;
    Δ. Λ.: Υπάρχει μεγαλύτερο κακό και ρεζιλίκι;
    Α. Λ.: Και τι θα πεις αν σου αποδείξω πως δεν έχεις δίκιο;
    Δ. Λ.: Θα καταπιώ τη γλώσσα μου.
    Α. Λ.: Θα σε ρωτάω και απάντα μου: Ποιοι γίνονται συνήγοροι;
    Δ. Λ.: Οι ξεσκισμένοι.
    Α. Λ.: Πολύ σωστά. Και τραγωδίες ποιοι γράφουνε;
    Δ. Λ.: Οι ξεσκισμένοι.
    Α. Λ.: Πολύ καλά. Και ποιοι δημηγορούν;
    Δ. Λ.: Οι ξεσκισμένοι.
    Α. Λ.: Τώρα, το κατάλαβες, ότι δεν ξέρεις τι μας λες;
    Για κοίτα γύρω σου το κοινό και πες μας ποιοι περισσεύουν.
    Δ. Λ.: Να! Κοιτάζω!
    Α. Λ.: Και τι βλέπεις;
    Δ. Λ.: Πως είναι περισσότεροι οι ξεσκισμένοι.
    (Δείχνει με το δάχτυλο μερικούς από τους θεατές)
    Να τος εκείνος, να κι αυτός
    κι ο τριχωτός, από εκεί! (προς το κοινό)
    Ω, εσείς, την πατήσαμε! Και τώρα, να με δεχθείτε
    πετάω τα ιμάτιά μου και τρέχω να μπω ανάμεσά σας.

  3. Ηδύλη Τσαλίκη, Δικαίωση

    10. ΔΙΚΑΙΩΣΙΣ

    Τότε λοιπόν αδέσποτο θ’ αφήσω
    να βουίζει το Τραγούδι απάνωθέ μου
    Τα χάχανα του κόσμου, και του ανέμου
    το σφύριγμα, θα του κρατούν τον ίσο.

    Θα ξαπλωθώ, τα μάτια μου θα κλείσω,
    και ο ίδιος θα γελώ καθώς ποτέ μου
    «Καληνύχτα, το φως χαιρέτισέ μου»
    θα πω στον τελευταίο που θ’ αντικρύσω.

    Όταν αργά θα παίρνουμε το δρόμο,
    η παρουσία μου κάπως θα βαραίνει
    — πρώτη φορά — σε τέσσερων τον ώμο.

    Ύστερα, και του βίου μου την προσπάθεια
    αμείβοντας, το φτυάρι θα με ραίνει
    ωραία ωραία με χώμα και με αγκάθια.

    ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ

    ***

    11. ΕΧΟΥΜΕ ΚΑΘΕ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΝΑ ΚΟΙΜΟΜΑΣΤΕ

    ή μήπως όχι;
    σκέψου να ανήκε στο κράτος
    ο ύπνος

    τα πράματα θάτανε δύσκολα
    θ’αγοράζαμε ύπνο με δελτίο; ή ελεύθερα; και πόσο;

    κι αν είχε παραχωρηθεί στην ιδιωτική πρωτοβουλία ποιά
    η τιμή του σήμερα;

    θα πεθαίναμε από εγρήγορση χωρίς χρήματα;
    οι πάσχοντες από αϋπνίες τυχερώτεροι λιγάκι-
    δεν είν’έτσι;

    για σκέψου να μη μας ανήκε ο ύπνος

    ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ

    ***

    12. ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΝΑ ΜΙΛΗΣΩ

    Το δικαίωμα να μιλήσω πάλι μου ’δωσε
    απόθεμα βαρύ και πλούσιο του θανάτου.
    Θηρία αρπακτικά καραδοκούνε το χαμό μου,
    διεκδικούν το σώμα μου και την ψυχή μου,
    ζητάνε πάνω απ’ όλα τη φωνή μου.

    Όμως εγώ είμ’ εδώ και κάνω πόλεμο
    παίζω διαρκώς κορόνα γράμματα τη ζωή μου
    πολλές φορές τ’ άκουσα μες στ’ αυτιά μου τα ουρλιαχτά
    είδα τα δόντια και με ζέσταναν τα χνότα τους
    όμως την τελευταία στιγμή
    έρχεται πάντα η ομιλία και με σώζει.

    Ανέστης Ευαγγέλου, Μέθοδος αναπνοής (1966)

    ***

    13. ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΤΗΝ ΕΥΚΑΙΡΙΑ

    Δώστε και στους βλάκες
    Επιτέλους μια ευκαιρία
    Να κάνουν κάτι το έξυπνο
    Γιατί δεν είναι λίγοι οι έξυπνοι
    Που κάνουν τόσες βλακείες
    Που θα ζήλευαν ακόμα και
    Αυτοί οι ίδιοι οι βλάκες.

    Αργύρης Μαρνέρος, Αίθουσα αναμονής (2003)

    Άλκηστις Πρωτοψάλτη-Δικαίωμα

    14. δεν έχει δικαίωμα να βαδίζει όμως
    ή να λικνίζεται όμως ή να κλαίει όμως

    δεν έχει δικαίωμα να ανοίξει το παράθυρο της ψυχής του,
    να ανανεώσει τον αέρα, την απώλεια, και τα δάκρυά του…

    και εσύ επίσης ξεχνάς πως είσαι
    ένα κομμάτι ψωμί

    ASHRAF FAYADH, Μετάφραση: Σάρα Θηλυκού
    (από την μετάφραση στα αγγλικά της Mona Kareem)

    ***

    15. ΕΩΣ…

    «Δεν έχεις το δικαίωμα, φώναζα, το κρίμα το δικό μου
    να σηκώνεις
    Κι εσύ ανένδοτα σιωπούσες

    Γιατί δικαιοσύνη δεν υπάρχει στην αγάπη
    -ποιος αδικεί ποιος αδικείται
    τι μας βαραίνει πιο πολύ
    το κρίμα ή η αθωότητα

    Η αγάπη δε μας δίνεται, μας παίρνει
    κι όσοι αγαπούν αλύπητα αγαπούν
    ρημάζουν και ρημάζονται
    Κι όλα τα πήρες πάνω σου
    το φταίξιμο την ενοχή και την ποινή μου

    Δικαιοσύνη δεν υπάρχει στην αγάπη
    Εντάξει, εσύ αναστήθηκες.
    Εγώ όμως με σχεδία το σταυρό μου
    θαλασσοδέρνομαι σε μαύρους ουρανούς»

    ΒΥΡΩΝ ΛΕΟΝΤΑΡΗΣ

    ***

    16. ΔΙΚΑΙΩΜΑ

    Δικαίωμα κανένα δεν εκράτησα,
    μήτε να ψιθυρίσω τ’ όνομά σου
    στα σύννεφα του δειλινού,
    μήτε στα όνειρά μου να σ’ αγγίξω.
    Μόνο που σε ταξίδεψα κρυφά,
    σου στόλισα τα μαλλιά
    και σε ζωγράφισα λευκή στη νύχτα.

    Δικαίωμα κανένα δεν εκράτησα
    μήτε το γέλιο σου να χαρώ,
    μήτε το δάκρυ του φεγγαριού σου
    να σκουπίσω.
    Μόνο που σε τραγούδησα
    με νότες κωδικές,
    με ήχους σιωπής.

    Δικαίωμα κανένα δεν εκράτησα.

    ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΦΙΛΟΣ

    ***

    17. ΔΙΚΑΙΩΜΑ

    Ὁ Ἥλιος κυκλοδίωκτος,
    ὡσάν ἀράχνη, μ’ ἐδίπλωνε
    μέ φῶς καί μέ θάνατον,
    ἀκαταπαύστως.
    Κάλβος

    Ὅ,τι κι ἄν σοῦ ζητήσουμε
    Θεέ μου, ἀπ’ τή ζωή,
    ὅ,τι κι ἄν σοῦ ζητήσουμε,
    νά μᾶς τό δώσεις∙
    ἔχουμε τό δικαίωμα.

    Τό ἔχουμε ἀκριβά,
    προκαταβολικά, πληρώσει
    μέ τό θάνατο.

    Λένα Παππά , Ψίθυροι, Άπαντα Α’ τομ.

  4. -«Κριτές θα μας δικάσουν οι αγέννητοι, οι νεκροί.»
    (Κ. Παλαμάς)

    -«Το ένα σου μάτι / στο ποίημα και τ’ άλλο / να σε δικάζει.»
    (Γιώργης Παυλόπουλος)

    -«…Έλα να πάμε στα καμένα,
    δε μας χωράει πια το σπίτι,
    έρχονται δύσκολες ημέρες
    μουτζουρωμένες σαν Δευτέρες,
    έρχονται φλόγες απ’ τα δάση
    και μια φωτιά να μας δικάσει,
    μέσα στο πύρινό της χνότο,
    από τον έσχατο ως τον πρώτο.»
    (Μ. Γκανάς)

    -Γιάννης Πατίλης, «Το δικαίωμα στη σιωπή»

    «Ἐδῶ χρειάζεται κάποιο χέρι νὰ φανεῖ•
    νὰ γυρίσει τὸν διακόπτη τοῦ ἐνισχυτῆ
    νὰ φιμώσει τὴ λαμὲ τραγουδίστρια
    νὰ θάψει βαθιὰ στὴ γῆ τὰ ψεύτικα τραγούδια
    ποὺ σὰν σπασμένα μπουκάλια μας κόβουν τὸν λαιμό.»

    (http://www.myriobiblos.gr/greekliterature/patilis_dikaioma.html)

    -Ο Ελύτης, “Ναι, υπήρχε δικαιοσύνη σ’ αυτό τον κόσμο”

    Την άνοιξη του 1935, ο ποιητής Ανδρέας Εμπειρίκος κι εγώ αποβιβαζόμασταν στο λιμάνι της Μυτιλήνης. Μια πρόσκληση να περάσουμε τις ημέρες του Πάσχα σε σπίτι φιλικό ήταν η αφορμή. Αλλά η αιτία η βαθύτερη ήταν να βαδίσουμε πάνω στα ίχνη που δεν μπορεί παρά να είχε αφήσει, πεθαίνοντας εκεί ένα χρόνο πριν, ο λαϊκός ζωγράφος Θεόφιλος. (…) Έπρεπε, ρωτώντας δεξιά κι αριστερά, να φτάσουμε ως τους πιο στενούς συγγενείς του ζωγράφου, να μάθουμε όσο γίνεται περισσότερα πράγματα γι’ αυτόν και, θυμάμαι, ότι με το χτυποκάρδι, που δίνει σε κάθε συλλέκτη το προαίσθημα ότι βρίσκεται σε καλό δρόμο κινούσαμε κάθε πρωί για την αποστολή μας. Από δρόμους άφτιαχτους, κακοτράχαλους, μισοπατημένους απ’ το βλαστομάνημα του Μαγιού, προωθηθήκαμε ως τις πιο ξεμοναχιασμένες άκριες του νησιού, ως τα πιο λιγοσύχναστα χωριά και δεν αφήσαμε καφενείο για καφενείο που να μη σταματήσουμε. Όσο που να ‘ρθει ο καφές ή η λεμονάδα, το μάτι μας είχε κιόλας φέρει βόλτα εκατό φορές τους τέσσερις τοίχους του μαγαζιού. Κι όταν, όπως μας έλαχε μερικές φορές, σπάνιες είναι η αλήθεια, επισημαίναμε αναρτημένο έργο του Θεόφιλου, με τρόπο φέρναμε την κουβέντα, ζητούσαμε πληροφορίες, αρχινούσαμε τα παζάρια, τέλος, φορτώναμε στο αυτοκίνητό μας το λάφυρο και φεύγαμε. Δε θυμάμαι πια καθόλου πώς έγινε κι ένα απογεματάκι, στην έπαυλη που μας φιλοξενούσε, παρουσιάστηκε ο Παναγιώτης Κεφάλας. Ήταν ο αδερφός του Θεόφιλου. Ένας φτωχός, κακογερασμένος μαραγκός, με πέντε παιδιά, που δεν ήξερε αν άνοιξε η τύχη του ή αν οι δυο Αθηναίοι που έδειχναν τόσο πολύ να ενδιαφέρονται για τα καμώματα του “αχμάκη”, του αδερφού του, τον κοροϊδεύανε. (…) Στο τέλος, κουβάλησε όλα τα προσωπικά αντικείμενα του αδερφού του, τα πινέλα του, τα τεφτέρια του, τα πιο ασήμαντα μικροπράγματά του. Ήθελε, βέβαια, να μας ευχαριστήσει. Αλλά είχε σχεδόν αρχίσει, θα ‘λεγες, να συγκινείται κι ο ίδιος από την περίπτωση του “αχμάκη” που, σίγουρα, σ’ όλη την ως τότε ζωή του θα ελεεινολογούσε. Η φωνή του έτρεμε, θυμάμαι, το βράδυ που τον παρακαλέσαμε να μας μιλήσει για τη φαμίλια του, για τη ζωή του κοντά στο Θεόφιλο, για τα περιστατικά των παιδικών τους χρόνων.
    Επιστρέφοντας από την Αμερική, τον Ιούνιο του 1961, σταμάτησα για λίγες μέρες στο Παρίσι. Και καθώς βγήκα να χαζέψω στους δρόμους, το πρώτο πράγμα που είδα ήτανε, σε μια βιτρίνα βιβλιοπωλείου όπου συνήθιζα να πηγαίνω άλλοτε, η μεγάλη “αφίσα” της έκθεσης Θεόφιλου που είχε ανοίξει, ακριβώς εκείνη την εβδομάδα, στις αίθουσες του Λούβρου. Η καρδιά μου άρχισε να χτυπά δυνατά. Ε λοιπόν ναι, υπήρχε δικαιοσύνη σ’ αυτό τον κόσμο. (…) Στις μεγάλες αίθουσες του Λούβρου, καθώς τριγύριζα τώρα και ξανακοίταζα τα έργα αυτά, ένιωθα κοντά στο αίσθημα της υπερηφάνειας, τ’ ομολογώ, κι ένα άλλο αίσθημα ξεριζωμού, κάτι σαν αυτό που είχα νιώσει στο Βρετανικό Μουσείο του Λονδίνου με τα μάρμαρα του Παρθενώνα. Μοιραία, συλλογιζόμουνα τα περισσότερα απ’ αυτά θα σκόρπιζαν μια μέρα στις συλλογές της Ευρώπης ή της Αμερικής. Και το άλλο βράδυ, καθώς έτρωγα με τον Teriade, του το εξομολογήθηκα. Πήρε ένα ύφος παράξενο, με κοίταξε στα μάτια κι αντί να μου αποκριθεί, με ρώτησε αν είχα σκοπό, τώρα που επέστρεφα στην Ελλάδα, να πάω στη Μυτιλήνη. Θα είχε, λέει, μια θερμή παράκληση να μου κάνει: να πληροφορηθώ και να του γράψω αν, ανάμεσα στη Χώρα και στη Βαρειά, βρισκότανε κανένα οικόπεδο κατάλληλο για Μουσείο. “Μουσείο;” ρώτησα ξαφνιασμένος. “Ναι, για το Μουσείο Θεόφιλου” μου αποκρίθηκε ήρεμα.
    Μια μέρα, Ιούλιος του ‘65 ήτανε, παραξενευτήκαμε κι οι ίδιοι που όλα είχαν τελειώσει. Έβλεπες τους τοίχους, απάνου ως κάτου, ντυμένους με τα ίδια χρώματα που έξω απ’ τα ανοιχτά παράθυρα υπήρχανε και απλώνονταν και ζούσανε πραγματικά, στις ελιές, στις ροδιές, στις στέγες, στον ουρανό, ένα πανηγύρι άξιο της ψυχής εκείνου που μας είχε συγκεντρώσει εκεί. Φωνάξαμε έναν παπά στο γειτονικό εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής να λειτουργήσει. (…) Στεκόμασταν αμίλητοι, με τα χέρια δεμένα μπροστά, σα να ταξιδεύαμε, σα να ‘φευγε ο χρόνος δεξιά κι αριστερά μας με αόρατα κύματα. Η ιστορία ενός ανθρώπου είχε τελειώσει για μας κι άρχιζε για τους άλλους – και για τους αιώνες.

    (αποσπάσματα από το βιβλίο του ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ “Ο ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΘΕΟΦΙΛΟΣ ” Εκδόσεις ΓΝΩΣΗ)

  5. Λάκης Παπαδόπουλος – Δικαίωμα στο όνειρο

    18. ΦΥΛΑΚΕΣ

    Κάθε πρωί ένας ένοχος θα δικάζεται ,
    εγώ , εσύ , οι μισοί από μας , τελοσπάντων
    – δεν υπάρχουν , βλέπετε , περιθώρια στα ποσοστά .

    Η δίκη πάντα με τη σοβαρότητα
    που απαιτεί η περίσταση ,
    όρκους , ευαγγέλια , ψευδομάρτυρες ,
    καταξιωμένα από το χρόνο δικαστικά έδρανα
    – τ’ αναγνωρίζεις από την πατίνα της λίγδας
    και το φθαρμένο λούστρο .

    Και πάντα το κουδουνάκι της συνεδρίασης στη θέση του
    – κάποτε ακόμη και η θέα των αντικειμένων
    μας επιβάλλεται περισσότερο από τους ανθρώπους .

    Κάθε βράδυ , κάποιο βράδυ ,
    ο ένοχος θα παίρνει τη ζεσταμένη θέση του δικαστή ,
    που η νύχτα έχει στο μεταξύ παγώσει ,
    θα ανοίγει ανάποδα τα δικαστικά έγγραφα ,
    θα απαγγέλλει κατηγορίες .

    Κάθε πρωί ένας από εμάς θα φυλακίζεται
    και οι αλυσίδες ίσως ζυγίζουν περισσότερο από τ’ αδικήματα .

    Σαράντος Ντουφεξής

    ***

    19. ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ

    Όταν γίνεις παρανάλωμα αγάπης,
    τότε αντικρίζεις τον παράδεισο.
    Πρόσωπο με πρόσωπο στη Σύναξη
    κι η μυστική εικόνα το θαύμα.

    Πρόσεξε μη σου πέσει το φως από τα χέρια
    και χάσεις το ιπτάμενο νόημα.
    Με πνεύμα και νου
    να θεάσαι την φευγαλέα γαλήνη
    στο βάθος των γηίνων ματιών.

    Η κορυφή του αοράτου τριγώνου
    δείχνει προς τα Άνω,
    η πλατυτέρα βάση τους διπλανούς.
    Με το πανάκριβο εισιτήριο της αγάπης,
    δικαίωμά σου ο παράδεισος.

    Ανδρέας Λίτος,… της Αγάπης και του Φωτός (2002)

    ***

    20. ΟΛΑ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ

    Υποκρίσου
    Πως είσαι η άνθινη σκιά των λουλουδιών
    Που κρέμονται την άνοιξη
    Η μέρα η πιο σύντομη του έτους και η νύχτα η εσκιμώα
    Η αγωνία των οραματιστών του φθινοπώρου
    Των ρόιδων το άρωμα το σοφό έγκαυμα της τσουκνίδας

    Άπλωσε διάφανα βαμβακερά
    Στων ματιών σου το ξέφωτο
    Δείξε τις λεηλασίες της φωτιάς τα εμπνευσμένα τους έργα
    Και τον παράδεισο της τέφρας της
    Το αφηρημένο φαινόμενο
    Που παλεύει με τους δείχτες του εκκρεμούς
    Τις πληγές της αλήθειας τα άκαμπτα κηρύγματα
    Τον εαυτό σου δείξε

    Μπορείς να εξέλθεις με μιαν εσθήτα κρυστάλλινη
    Το κάλλος σου διαρκεί και συνεχίζεται
    Τα μάτια σου στάζουν δάκρυα θωπείες χαμόγελα
    Τα μάτια σου δεν έχουν μυστικό
    Δεν έχουν όρια

    ΠΩΛ ΕΛΥΑΡ-Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

    ***

    21. ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ

    Νά σέ βλέπω πρέπει ποῦ καί ποῦ
    γιά νά τελειώσω τό ἄπραχτο ἔργο μου
    καί νά μέ ἐμπνέει γιά ιά στιγμή
    κάτι λίγο διαφορετικό
    ἀπό τήν ἔλλειψή σου.

    Ναί, ἡ ἡρωίδα δέν βγῆκε ἀκόμη
    στό μπαλκόνι· ὅλα ἦρθαν στραβά
    καί καμιά ψευδαίσθηση
    δέν τήν ὁδήγησε στήν καλοσύνη.

    Ἀλήθεια, πῶς νά περιγράψεις τή φύση
    ὅταν σ᾿ ἔχει ἀποκηρύξει;

    Στήν πρεμιέρα τῆς βροχῆς
    μέ καλεῖ καμιά φορά
    ἤ στῶν ἐποχῶν τά γυρίσματα.

    Τίποτα δέν μοῦ λένε τά φεγγάρια·
    μόνο ὅταν ἀγγέλλουν ἀέρα δυνατό
    φοβᾶμαι μήν παρασυρθῶ
    μήν ἀνασηκωθῶ ἀπό τό χῶμα
    καί ἐλπίσω.

    Ἕλα νά σέ βλέπω ποῦ καί ποῦ
    κι ὅταν μέ βρίσκεις νά πετάω ἀπό χαρά
    εἶναι πού βλέπω ἀκόμη καί σ᾿ ἐσένα
    τήν ὕαινα τοῦ χρόνου
    σουρνάμενη στό δέρμα
    σημάδια αἰωνιότητας ν᾿ ἀφήνει.

    ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ-ΡΟΥΚ, Μεταφράζοντας σέ ἔρωτα τῆς ζωῆς τό τέλος

    Twenty one pilots: The Judge

    22. Κανένας δεν ακούει, κανένας. Όλοι τους πάνε κρατώντας
    ένα εικόνισμα και πάνω του η φωτιά. Κι ούτε μια μέρα,
    μια στιγμή στον τόπο αυτόν που να μη γίνεται άδικο και
    φονικό κανένα

    ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: