Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (232ο): «ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ – ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗ – ΑΧΑΡΙΣΤΙΑ»…

Μανώλης Μητσιάς ~ Είμαι καλά, ευχαριστώ

 

  1. ΤΟ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ

Εσύ δε θα μου πεις ευχαριστώ,
όπως δε λες ευχαριστώ στους χτύπους της καρδιάς σου
που σμιλεύουν το πρόσωπο της ζωής σου.

Όμως εγώ θα σου λέω ευχαριστώ
γιατί γνωρίζω τι σου οφείλω.

Αυτό το ευχαριστώ είναι το τραγούδι μου.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

 

***

 

  1. ΧΩΡΙΣ ΔΙΚΑΙΩΣΗ

Σ’ όλη του τη ζωή προσπάθησε, αγρύπνησε, ερεύνησε, εργάστηκε για να ετοιμάσει ένα μεγάλο ευχαριστώ. Και τώρα να μην έχει σε ποιόν να το πει.

Καρλόβασι. 20 VII 74 ΓΙΑΝΝΗΣ  ΡΙΤΣΟΣ

 

 

***

 

  1. ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ

    Ευχαριστώ τη μάνα μου
    που μ’ άνοιξεν ένα παράθυρο:
    να εκστασιάζομαι μπροστά στην αυγή,
    να θλίβομαι μπροστά στη δύση…

    Μάρκος Μέσκος, Πριν από τον θάνατο (1958)

 

 

 

Gracias a la vida, Μερσέντες Σόσα

 

 

  1. ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΤΗ ΖΩΗ


Ευχαριστώ τη ζωή που μου έδωσε τόσα πολλά,
μου έδωσε δυο μάτια κι όταν τα ανοίγω
μπορώ να ξεχωρίσω το μαύρο από το άσπρο
και τ’ αστέρια στον απέραντο ουρανό
και στο πλήθος, τον άντρα που αγαπώ

Ευχαριστώ τη ζωή που μου έδωσε τόσα πολλά,
μου έδωσε ήχους και την αλφαβήτα
και μ αυτά τις λέξεις για να σκεφτώ, να το φωνάξω
Μητέρα, φίλε, αδελφέ και ασίγαστη φλόγα,
ο δρόμος για την ψυχή αυτού που αγαπώ

Ευχαριστώ τη ζωή που μου έδωσε τόσα πολλά
μου έδωσε τον ήχο και μέσα στην μεγαλοσύνη του
καταγράφει, μέρα και νύχτα, τους γρύλους και τα καναρίνια
σφυριά, κινητήρες, γαυγίσματα σκύλων, καταιγίδες
και τη φωνή την τόσο τρυφερή αυτού που αγαπώ

Ευχαριστώ τη ζωή που μου έδωσε τόσα πολλά
μου έδωσε τα βήματα στα κουρασμένα μου πόδια
με αυτά περπάτησα μέσα από πόλεις κι’ από λάσπη,
ακρογιαλιές και έρημους. βουνά και πεδιάδες
και το σπίτι σου, το δρόμο και την αυλή σου.

Ευχαριστώ τη ζωή που μου έδωσε τόσα πολλά
Μου έδωσε το γέλιο, μου ‘δωσε το δάκρυ
κι έτσι ξεχωρίζω την καλή τύχη από την καταστροφή,
τα δυο υλικά που φτιάξανε το τραγούδι μου
και το τραγούδι το δικό σας που είναι και δικό μου

Ευχαριστώ τη ζωή που μου έδωσε τόσα πολλά

 

 

***

  1. ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗ

Εκείνη τη μέρα
γυρνώντας σπίτι
ευχαρίστησα κάθε δέντρο
ξεχωριστά
για την ύπαρξή του.

ΣΠΥΡΟΣ ΔΌΙΚΑΣ

 

 

 

  1. EYXΑΡΙΣΤΙΕΣ

    Χρωστάω τόσα πολλά
    σ’ αυτούς που δεν αγαπώ.

    Την ανακούφιση καθώς αποδέχομαι ότι είναι
    οι αγαπημένοι κάποιων άλλων.

    Τη χαρά ότι δεν είμαι εγώ
    ο λύκος για τα πρόβατά τους.

    Την γαλήνη που νιώθω,
    την ελευθερία μαζί τους
    κι αυτά είναι κάτι που η αγάπη
    δεν μπορεί ούτε να προσφέρει
    ούτε καταφέρνει να μειώσει.

    Δεν τους περιμένω
    από πόρτα σε παράθυρο.
    Καρτερική σαν ένα ηλιακό ρολόι
    καταλαβαίνω αυτά που δεν μπορεί
    να καταλάβει η αγάπη,
    συγχωρώ
    αυτά που δεν θα συγχωρούσε ποτέ.

    Από το ραντεβού στο γράμμα
    περνάνε μόλις λίγες μέρες ή εβδομάδες
    όχι μια αιωνιότητα.

    Τα ταξίδια μαζί τους είναι πάντοτε επιτυχημένα
    όπως και τα κοντσέρτα που ακούσαμε,
    οι καθεδρικοί ναοί που επισκεφθήκαμε,
    τα τοπία που ξεχωρίσαμε.

    Κι όταν μας χωρίζουν
    επτά βουνά και ποτάμια
    είναι τα βουνά και τα ποτάμια
    που τα εντοπίζουμε αμέσως απ’ τον χάρτη.

    Σ’ αυτούς οφείλεται το γεγονός
    ότι ζω σε τρεις διαστάσεις,
    σ’ ένα αντιλυρικό και αντιρητορικό διάστημα,
    μ’ έναν ορίζοντα πραγματικό γιατί μετακινείται.

    Οι ίδιοι δεν ξέρουν
    πόσα κρατάνε στα άδεια τους χέρια
    «Δεν τους χρωστάω τίποτα»
    θ’ απαντούσε η αγάπη
    στο σχετικό ανοιχτό ερώτημα.

ΒΙΣΛΑΒΑ ΣΙΜΠΟΡΣΚΑ, «Μια ποιητική διαδρομή», μτφρ. Βασίλης Καραβίτης.

 

 

ΜΑΝΟΣ ΞΥΔΟΥΣ-Σ’ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ

 

 

  1. ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗ

Ευγνωμοσύνη κάτω απ’ τον ήλιο μη ζητάς.
Κατάλαβέ το: οι πράξεις σου ενοχλούν,
ταράζουν τα βαλτόνερα,
και όσοι από χάρη [δηλ. Χάρη Βλαβιανό]
δεν γνωρίζουν
θέλουν ελεύθερα, χωρίς περισπασμούς,
μέσα στα κόπρανά τους να τσαλαβουτούν.


«Ακριβό του φίλο» με αποκαλούσε τότε
αυτός με το ευγενικό χαμόγελο
και τους αβρούς του τρόπους.
Τώρα με λοιδορεί και μ’ αποστρέφεται.

Κανείς δεν βρέθηκε τόση πίκρα να μου δώσει.

ΧΑΡΗΣ ΒΛΑΒΙΑΝΟΣ

 

***

  1. ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗ

 

Ω, τα μαλλιά σου…
καθώς τα χτένιζες, άπλωνε γύρω μας
ένα δασάκι λεμονιές.
Λέγαμε: «Τι τα θέλει αυτά, μέσα στις πέτρες
και τ΄αλάτι που σφίγγεται η ζωή μας.»
Όμως κρυφά σ΄ευγνωμονούσαμε.


Και τράβαγε η ματιά μας νικημένη

του λαιμού σου την απρόσιτη ανηφοριά
ώσπου χανότανε στα φωτεινά μαλλιά σου.


Κι όταν το βράδυ ανάβλυζαν απ΄ το λευκό σου μαξιλάρι
και πλημμυρίζαν τους γυμνούς σου ώμους
εμείς το νιώθαμε
από τη μοναξιά μας που λιγόστευε.

ΤΙΤΟΣ  ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ

 

Σ’ ευχαριστώ, σ’ ευχαριστώ – Σταύρος Ζώρας

 

 

  1. ΟΤΑΝ ΤΑ ΔΕΝΤΡΑ ΜΙΣΗΣΟΥΝ ΤΗΝ ΑΧΑΡΙΣΤΙΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ

Θα ‘ρθει μια μέρα που τα δέντρα θα μισήσουν την αχαριστία των ανθρώπων και θα σταματήσουν να παράγουν ίσκιο, θροΐσματα κι οξυγόνο. Θα πάρουνε τις ρίζες τους και θα φύγουν. Μεγάλες τρύπες θα μείνουνε στη γη εκεί που ήταν πριν τα δέντρα. Όταν οι άνθρωποι καταλάβουνε τι έχασαν, θα πάνε και θα κλάψουνε πικρά πάνω απ’ αυτές τις τρύπες. Πολλοί θα πέσουνε μέσα. Τα χώματα θα τους σκεπάσουν. Κανείς δεν θα φυτρώσει.

                                AΡΓΥΡΗΣ  ΧΙΟΝΗΣ

 

***

 

  • […] Κάποτε νόμιζα πως η ευγνωμοσύνη ήταν βαρύ φορτίο.

Τώρα ξέρω πως δίνει φτερά στην καρδιά.

Νομίζω πως οι αχάριστοι έχουν καρδιά και πόδια βαριά σαν μολύβι.

Μα, όταν δεις  και νιώσεις,

έστω λίγο,

έστω μόνο για μια στιγμή,

πόσο ωραίο πράγμα είναι η ευγνωμοσύνη,

τα πόδια σου δεν βουλιάζουν πια στην άμμο της θαλάσσης,

μια άγνωστη μέχρι τότε χαρά σού αποκαλύπτεται,

 

η χαρά να μετράς και να βρίσκεις πολλά˙

όχι όσα κατέχεις

αλλά όσα οφείλεις. […]

 

(– 28/5/1897

Oscar Wilde, Μια ζωή επιστολές, μτφρ. Γιώργος Μπλάνας, Ηλέκτρα, Αθήνα, 2005.)

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΓΓΕΛΑΚΑΣ-ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗ

 

 

  • ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗ

    Ξυπνάω σαν παιδί μες στη χαρά
    κι έχω σε όλους και σε όλα εμπιστοσύνη
    κι η μέρα μου κυλάει απαλά
    και το χαμόγελο απ’ τα χείλη μου δεν σβήνει

    Ό,τι κι αν γίνει, ό,τι κι αν γίνει
    μ’ ένα χαπάκι τόσο δα
    ξαναγεμίζει η καρδιά μου καλοσύνη
    Ευγνωμοσύνη, γιατρέ μου, ευγνωμοσύνη

    Έχω σε όλους και σε όλα εμπιστοσύνη
    έχω σε σένα και σε μένα εμπιστοσύνη
    σ’ αυτούς που κυβερνάνε τη ζωή μου
    σ’ αυτούς που προστατεύουν τη ψυχή μου

    Έχω σε όλους και σε όλα, μα σε όλα εμπιστοσύνη
    ό,τι κι αν γίνει, ό,τι κι αν γίνει
    μ’ ένα χαπάκι τόσο δα
    ξαναγεμίζει η καρδιά μου καλοσύνη
    Ευγνωμοσύνη, γιατρέ μου, ευγνωμοσύνη

ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΓΓΕΛΑΚΑΣ

 

***

  • ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗ

Χρωστώ
ένα μεγάλο “ευχαριστώ’
στις λέξεις.

Ας είναι καλά.
Έδωκαν στη ζωή μου νόημα.

ΧΡΗΣΤΟΣ ΛΑΣΚΑΡΗΣ, Απόγευμα προς βράδυ, Γαβριηλίδης 2007

 

 

***

 

 

  • ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ

    αχτίδες του ήλιου
    καθώς με το αεράκι παιχνιδίζετε
    στο πράσινο της φλαμουριάς
    κάτω από το μπαλκόνι μου
    μικρές απλές
    πολύτιμες στιγμές
    σκόρπιες εδώ κι εκεί

    ευχαριστώ
    για το γαλάζιο και το κόκκινο
    για το άγγιγμα
    το φως
    για ένα βιβλίο μια μουσική
    και μερικές γουλιές καφέ
    για τα γυμνά μου πέλματα στο χώμα

    ευχαριστώ που μου θυμίζετε
    πόσο κοινό και καθημερινό
    είναι στ’ αλήθεια το ανεκτίμητο

    μικρές απλές
    πολύτιμες στιγμές
    φωτεινά ίχνη ενός άγνωστου θεού

Τόλης Νικηφόρου, φλόγα απ’ τη στάχτη (2017)

 

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΨΑΡΙΑΝΟΣ: ΕΙΜΑΙ ΚΑΛΑ,  Σ’ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ

 

 

  • ΜΑΥΡΗ ΑΓΝΩΜΟΣΥΝΗ

Ακούστε κει! Να συκοφαντούν τους πολέμους!
Να τους λένε «σφαγεία» και «μακελειά».
Μα αν ήταν έτσι,
τότε γιατί τα νιάτα του κόσμου
μπαίνουν στη φωτιά τραγουδώντας
και με λουλούδια στο ντουφέκι;
Ε;

Στο Βιετνάμ, λέει, φούρνισαν μωρά.
Συκοφαντία! Αγνοούν ως φαίνεται γεωγραφία.
Δεν ξέρουν πως στους Τροπικούς
τα μωρά γεννιούνται μισοψημένα.

Αγνωμοσύνη… Μαύρη αγνωμοσύνη!
Πιο μαύρη κι απ΄ τη φυλή των Μπουρούμπου
που την άσπρισαν τ΄ «αέρια».
Κι αντίς για ευχαριστώ
μας λένε γενοκτόνους!
Αδικία!

Κανείς, κανείς δε σκέφτηκε
τη μαστιζόμενη τάξη των Βιομηχάνων
που θ΄ αναγκαστούν να ρίξουν την παραγωγή
και θα πετάξουν τόσους εργάτες στο δρόμο.
Αλλά ποιος ποτέ –σ΄ αυτόν τον κόσμο τον άδικο-
συλλογίστηκε τη μοίρα του εργάτη;

Μενέλαος Λουντέμης

 

Μαρινέλλα – Σ’ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ

 

  • ΑΥΤΟΙ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ ΔΕΝ

Αυτοί παιδί μου δεν
δεν σου χαρίζουν ούτε τη νύστα τους
όλο δεν και δεν και δέν-τρο δεν φύτεψαν τα χέρια τους
δεν χάιδεψαν σκυλί, γατί, πουλάκι πληγωμένο
γυναίκα άσχημη και στερημένη.


Aυτοί παιδί μου δεν
δεν δίνουν τ’ Αγγέλου τους νερό
δεν άκουσαν ποτέ
ανάκουστο κελαϊδισμό και λιποθυμισμένο
δεν έπιασαν με τα ρουθούνια τους
το άοσμο άνθος του θανάτου
δεν είδαν – κατάργησαν τα μάτια τους –
μια πιπεριά να γίνεται λιμπελούλα.


Aυτοί παιδί μου δεν
δεν ξέρουν, δεν αγαπούν
ξέρουνε μόνο ν’ απαιτούν
περισσότερα περισσότερα περισσότερα
περί-που έτσι γράφεται το μέλλον μας.

Μιχάλης Γκανάς,  Άψινθος, Μελάνι 2012

 

 

Advertisements

Single Post Navigation

8 thoughts on “Πες το με ποίηση (232ο): «ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ – ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗ – ΑΧΑΡΙΣΤΙΑ»…

  1. Ο κήπος της αχαριστίας (Κώστας Καρυωτάκης)

    Θα καλλιεργήσω το ωραιότερο άνθος. Στις καρδιές των ανθρώπων θα φυτέψω την Αχαριστία. Ευνοϊκοί είναι οι καιροί, κατάλληλος ο τόπος. Ο άνεμος τσακίζει τα δέντρα. Στη νοσηρή ατμόσφαιρα ορθώνονται φίδια. Οι εγκέφαλοι, εργαστήρια κιβδηλοποιών. Τερατώδη νήπια τα έργα, υπάρχουν στις γυάλες. Και μέσα σε δάσος από μάσκες, ζήτησε να ζήσεις. Εγώ θα καλλιεργήσω την Αχαριστία.

    Όταν έρθει η τελευταία άνοιξις, ο κήπος μου θα ‘ναι γεμάτος από θεσπέσια δείγματα του είδους. Τα σεληνοφώτιστα βράδια, μονάχος θα περπατώ στους καμπυλωτούς δρόμους, μετρώντας αυτά τα λουλούδια. Πλησιάζοντας με κλειστά μάτια τη βελούδινη, σκοτεινή στεφάνη τους, θα νιώθω στο απρόσωπο τους αιχμηρούς των στημόνες και θ’ αναπνέω το άρωμά τους.

    Οι ώρες θα περνούν, θα γυρίζουν τ’ άστρα, και οι αύρες θα πνέουν, αλλά εγώ, γέρνοντας ολοένα περσότερο, θα θυμάμαι.

    Θα θυμάμαι τις σφιγμένες γροθιές, τα παραπλανητικά χαμόγελα και την προδοτική αδιαφορία.

    θα μένω ακίνητος ημέρες και χρόνια, χωρίς να σκέπτομαι, χωρίς να βλέπω, χωρίς να εκφράζω τίποτε άλλο. Θα είμαι ολόκληρος μια πικρή ανάμνησης, ένα άγαλμα που γύρω του θα μεγαλώνουν τροπικά φυτά, θα πυκνώνουν, θα μπερδεύονται μεταξύ τους, θα κερδίζουν τη γη και τον αέρα. Σιγά σιγά οι κλώνοι τους θα περισφίγγουν το λαιμό μου, θα πλέκονται στα μαλλιά μου, θα με τυλίγουν με ανθρώπινη περίσκεψη.

    Κάτου από τη σταθερή τους ώθηση, θα βυθίζομαι στο χώμα.

    Και ο κήπος μου θα είναι ο κήπος της Αχαριστίας.

    Αργύρης Χιόνης (1943-2011)

    ΟΤΑΝ ΤΑ ΔΕΝΤΡΑ ΜΙΣΗΣΟΥΝ ΤΗΝ ΑΧΑΡΙΣΤΙΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ

    Θα ’ρθει μια μέρα που τα δέντρα θα μισήσουν την αχαριστία των ανθρώπων και θα σταματήσουν να παράγουν ίσκιο, θροΐσματα κι οξυγόνο. Θα πάρουνε τις ρίζες τους και θα φύγουν. Μεγάλες τρύπες θα μείνουνε στη γη εκεί που ήταν πριν τα δέντρα. Όταν οι άνθρωποι καταλάβουνε τι έχασαν, θα πάνε και θα κλάψουνε πικρά πάνω απ’ αυτές τις τρύπες. Πολλοί θα πέσουν μέσα. Τα χώματα θα τους σκεπάσουν. Κανείς δεν θα φυτρώσει.

  2. *Καλημέρα, Αγγελική και Γρηγόρη!!! Σας ευχαριστώ πολύ!!!
    Ξεκινώ με την «Αχαριστία»…

    -«Δεν αποθνήσκουν οι θεοί. Η πίστις αποθνήσκει
    του αχαρίστου όχλου των θνητών….»
    (Κ. Π. Καβάφης, Μνήμη)

    -ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΤΣΑΡΟΥΧΑΣ, «Η ΑΧΑΡΙΣΤΙΑ»

    Αχ, έγκλημα είναι αυτή η αχαριστία
    που είναι χειρότερη και από την υποκρισία
    προσφέρεις σε κάποιον κάτι
    και αυτός προσπαθεί να σου βγάλει το μάτι
    επιδιώκεις να του δώσεις και τη ψυχή σου
    και αυτός επιμένει για τη καταστροφή σου
    δεν αισθάνεται υποχρέωση καμμιά
    και ωποσδήποτε θέλει να σου κάνει ζημιά
    την αχαριστία τη συναντάμε σε όλη τη κοινωνία
    και μάλιστα εν πλήρει αφθονία
    κάθε ηλικίας είναι έντονο φαινόμενο
    και μάλιστα προηγούμενο και επόμενο
    η αχαριστία από τον ΘΕΟ τιμωρείται
    αλλά και από τον άνθρωπο καλώς επιμελείται
    πάντοτε έχει αποτελέσματα κακά
    και μερικές φορές σπέρνει και συμφορά
    η προσφορά βγαίνει από της ψυχής τον ωκεανό
    ενώ η αχαριστία σκοτώνει το κάθε χορηγό
    έχουμε ανάγκη από σκέψεις και πράξεις
    και όχι από κοινωνικές αναταράξεις
    θέλουμε να ζούμε με αγάπη και αρμονία
    και όχι να καλλιεργούμε την αχαριστία
    καλύτερα να κάνουμε το καλό
    και να ακολουθούμε της ζωής το γυαλό
    παρά να επιδιώκουμε τη τρικυμία
    και ποτέ να μην βρίσκουμε την ηρεμία
    η αχαριστία είναι μεγάλο αμάρτημα
    για αυτό απαιτεί προσοχή κάθε παραπάτημα
    ας τη ρίξουμε σε κάποιο σκοτεινό καλάθι
    γιατί με τη φαντασία της πολλά πλάθει.

    (http://www.fonipeiraioton.gr/%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%BF%CF%84%CE%B5%CF%87%CE%BD%CE%B9%CE%B1-%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%B7%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1-71/)

    -ΛΑΜΠΡΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ – ΑΧΑΡΙΣΤΙΑ
    Μας λοιδωρείς, Αχαριστία.

    Φιλήδονο το χάδι σου,
    το άδολο φιλότιμο
    πλανεύει.
    Εχεις τον τρόπο σου,
    εκλιπαρείς
    ή θίγεσαι,
    εσύ η ερωμένη του Συμφέροντος,
    ντυμένη στα φανταχτερά
    θρασύδειλα »ποια χρέη» ;
    Λιμοκτονούν οι οφειλές
    στην έρημο του θράσους.
    Παράνομη η σχέση σου
    με την υποκρισία.
    Το νόθο σου το Απληστο,
    το αδηφάγο Δώσε,
    παίρνει και φεύγει και ξεχνά,
    δε θέλει να θυμάται’
    κι η δόλια η Υπόσχεση
    προσμένει στο μουράγιο
    ένα Θησέα – Επιστροφή
    το μύθο του ν’ αλλάξει
    να βάλει τα λευκά πανιά,
    αχάριστη μου, μοίρα.

    (http://homouniversalisgr.blogspot.com/2016/11/blog-post_75.html)

    -Ζέφη Δαράκη, «ΚΟΙΜΗΘΗΚΑ Η ΑΧΑΡΙΣΤΗ»

    Μάτια που αρνούνται να υπακούσουνε
    στα δάκρυα
    Δάκρυα που τρέχουν κάπου αλλού
    περ’ απ’ τα μάτια
    Εκείνος ο παλιός καιρός έφυγε πάει,
    περνάει ανάμεσα στους τωρινούς καιρούς
    Δεν ξέρουν να συλλαβίσουν τα’ όνομά του

    Μάτια που λάμπουνε κατάστεγνο φως
    Σώματα που τελειώνουν
    στη μαύρη σημαία της σιωπής
    Η μνήμη ηχώ μεσ’ στον καθρέφτη

    Οι παλιές μέρες δε γυρίζουν πίσω στο παρόν
    να ρίξουν μια ματιά
    Παρακαλούν να φύγουνε τα τωρινά
    Να μείνει εκείνο το άλλο φως που
    θα ’ρχονται τα δάκρυα να περιγράψουν

    (ΚΟΙΜΗΘΗΚΑ Η ΑΧΑΡΙΣΤΗ, Ύψιλον/βιβλία. 1992)

    -Κωστής Παλαμάς, «Ο Ιξίων»

    Από χάρες ανθρώπων και καλέσματα
    και αμάλαγος εζούσα και παρθένος,
    στόμα, τη βορά ξέρω, όχι το φίλημα·
    και αχάριστος και αναθεματισμένος.

    Δε με πλάσανε θεοί. Δεν την ορέγομαι
    τη χαρά, κι ο κλαημός, κι εκείνος ξένος.
    Όμως θριαμβεύω κι αλαλάζω ακούγοντας,
    και αχάριστος κι αναθεματισμένος,

    τον κεραυνό. Σε λάκκο τον πατέρα μου
    τον έριξα, τον έκαψα, αφρισμένος,
    με καίει το μίσος, κι είν’ η οργή καμάρι μου.
    Και αχάριστος κι αναθεματισμένος.

    Απάνου από το μίσος και απ’ τ’ ανάθεμα,
    θεών και θνητών ο τρισμακαρισμένος
    του κεραυνού Πατέρας με συμπάθησεν·
    αχάριστος κι αναθεματισμένος

    ας ήμουν. Στο τραπέζι του με κάθισε·
    την αμβροσία, το νέκταρ ποτισμένος
    πρόσμενε Ολύμπιος να ροδίσω ισόθεος,
    ο αχάριστος κι ο αναθεματισμένος.

    Τίποτε. Από τον έρωτα που ταίριαζε
    σ’ εμένα κι εκεί απάνου σαϊτεμένος,
    με κακό μάτι μάτιασα την άνασσα,
    και αχάριστος κι αναθεματισμένος,

    του Ολύμπου, τη θεά μάνα τη λευκώλενη.
    Κι αγιάτρευτος, του Ολύμπου αποδιωγμένος
    από τότε στριφογυρίζω ανάερος,
    και αχάριστος κι αναθεματισμένος

    με της θεάς που είχα ματιάσει το είδωλο,
    σύγνεφο είδωλο, σφιχταγκαλιασμένος
    το φτερωτό τροχό που πάει μετέωρος,
    πάντ’ αχάριστος και καταραμένος.

    Κι εκεί που βασανίζομαι και σβήνομαι,
    σαν απ’ τον έρωτά μου αναστημένος,
    για να τον αγκαλιάσω, λέω, είμ’ εφτάψυχος,
    και αχάριστος κι αναθεματισμένος
    αγκαλιάζω του αγέρα τ’ αγριοφύσημα
    στα δόντια του τροχού, άτριφτος τριμμένος,
    κυνηγητής του αχνού, σποριάς του σύγνεφου,
    πάντ’ αχάριστος και καταραμένος.

    Για να μην πάει του κάκου ο σπόρος, το αίμα μου
    μες στων ανθρώπων το άναντρο το γένος,
    τους Κενταύρους τους αντρειωμένους έσπειρα,
    πάντ’ αχάριστος και καταραμένος

    και πλανευτής και πλανεμένος δέρνομαι
    της Νεφέλης και στον τροχό δεμένος
    εραστής, των ανέμων ερμοκύλημα,
    πάντ’ αχάριστος και καταραμένος.

    (http://www.greek-language.gr/digitalResources/literature/tools/concordance/browse.html?cnd_id=7&text_id=2329)

  3. 15. ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ

    Θεέ μου, γιατί δεν μπορώ να σε καταλάβω; Ίσως όμως
    αν σε καταλάβαινα να μην μπορούσα ν’ αντέξω το βάρος σου.

    Θεέ μου, μ’ αυτή την ευτελή πραγματικότητα γύρω μας κινδυνεύεις.
    Πώς να σε σώσω…

    Τάσος Λειβαδίτης: Τα Χειρόγραφα του Φθινοπώρου

    ***

    16. Σ’ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΘΕΕ ΜΟΥ

    Κάποιος είναι στο σπίτι.
    Σ’ ευχαριστώ, Θεέ μου!
    Ακούω ανάσες.
    Ακούω βήματα.
    Σ’ ευχαριστώ, Θεέ μου!.

    Ορχάν Βελή Κανίκ, μτφρ. Γιώργος Μπλάνας.

    Διονύσης Σαββόπουλος – Σ’ ευχαριστώ ω εταιρία

    17. Ο ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΣΥΝΔΑΙΤΗΜΟΝΑΣ

    Βέβαια ακόμη δε γνώριζα ποιός ακριβώς ήταν, ωστόσο πήρε το χέρι Του μια κίνηση απόλυτης μακροθυμίας όταν έκοψε με τόση ειλικρίνεια ένα κομμάτι από το ψωμί που βρισκόταν πάνω στο τραπέζι και τρώγοντας μια μπουκιά έδωσε το υπόλοιπο στο διπλανό του και τότε συνέβη το θαύμα: το δωμάτιο όλο εξαφανίστηκε, τα αστέρια άναψαν ένα-ένα κατανυκτικά και η νύχτα μοσκοβόλησε ευγνωμοσύνη.

    Δημήτριος Μ. Περέογλου

    ***

    18. ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗ

    Κάποιες στιγμές
    τις ώρες της αγρύπνιας
    αναπολώ με ευγνωμοσύνη
    τις πληγές της νιότης μου
    Χωρίς αυτές
    ίσως να μην ερωτευόμουν
    τις πληγές του κόσμου

    Τζένη Φουντέα-Σκλαβούνου, Το Άλφα του Κενταύρου, 2015

    ***

    19. ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗ

    Όταν διαβάζω κάτι που έχει δύναμη,
    αναρωτιέμαι αν θα μπορούσα να το γράψω.

    Αν περιγράφει ένα ταξίδι που ίσως να το έζησα,
    ή αν μιλά για θάλασσες που ρούφηξαν κι εμένα.
    Αν ψιθυρίζει παραμύθια που διηγήθηκα κι εγώ,
    ή διαδρομές που αντήχησαν και από τα βήματά μου.
    Κι ωστόσο η απάντηση ουδόλως μ’ ενδιαφέρει.

    Μου αρκεί που ό,τι διάβασα, το έγραψες εσύ,
    και που στην αφιέρωση, είδα και τ’ όνομά μου.
    Μου αρκεί πως μου τραγούδησες – σε συναυλία ιδιωτική,
    και πως τα δικαιώματα παρέμειναν διαχρονικά δικά μου.

    Άρτεμις Μιχαηλίδου

    ***

    20. ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗ

    Ένας χρόνος που αυτή την εποχή ήμουν στη Ρώμη.
    Είχα τη Ρώμη και την ευτυχία.
    Τη μια γευόμουνα ελεύθερα, την άλλη
    στα κρυφά, το κακό μάτι να ξορκίσω
    Μα όλα
    με ήθελαν μακάριο όλες τις ώρες.
    Κι ενός δημιουργού Θεού η σκέψη μου ήταν.

    Το Μιλάνο κάτω απ’ το χιόνι είναι πιο θλιβερό,
    ίσως πιο όμορφο. Πολλά πέρασα,
    που μέσα μου ακόμη ζουν,
    σ’ αυτήν την ανθρώπινη κι οδυνηρή πολιτεία
    Καταφεύγω στη θαλπωρή της κουζίνας’ ένας συγγενής
    που ξαναβρίσκω και χάνω, σηκώνει τα μάτια
    και τη φωνή απ’ τα δύσκολα τετράδια

    Βλέπει τα λευκά λουλούδια’ βλέπει τη μάνα του,
    σκυμμένη με τις ασχολίες της. Και λέει
    στρέφοντας το φαιδρό του πρόσωπο σε κείνη: “Mητερούλα,
    σαν ξεμυτήσεις θα σε φιλήσει το χιόνι’.
    Κι η καρδιά δέχεται εκείνο το φιλί.

    Umberto Saba, απόδοση: Σωτήρης Παστάκας)

    Ελπίδα – Σ ευχαριστώ

    21. Η ΑΓΝΩΜΩΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

    Πίστεψα για λίγο πως θα μπορούσα
    να τη σαγηνεύσω. Απατήθηκα και πάλι
    όπως τότε που έσβησα τη δίψα μου
    με υποσχέσεις.

    Ατάραχος κάλπασα στον ορίζοντα
    που ως τα τότε δε μου έδινε σημασία.
    Φιληθήκαμε μέσα στην ομίχλη
    και μετά ασφάλισα την εξώθυρα μου.

    Πέρασε καιρός πολύς και εγώ
    μετρώ τα ρέστα που απέμειναν.
    Ίσα που φτάνουν για ένα καρβέλι ψωμί
    μα τελικά δε θα φτάσει να το μοιραστώ.
    Όσο και να λαγκεύει η καρδιά
    στέκω αδύναμος.

    Σίγησε ο άνεμος, τα λόγια έπαψαν
    μα αντηχούν μέσα στο άδειο σπίτι.
    Έτσι είναι, αγνώμων
    αρκεί να την ελευθερώσεις την Αλήθεια
    κι αυτή θα πάρει στο κατόπι
    τους εννιά λεπρούς.

    Παντελής Χούλης

    ***

    22. ΣΧΕΔΙΟ ΓΙΑ ΕΝΑ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ

    Αργά το απόγευμα
    τα μαλλιά μου θ’ ανθίσουν
    γραφίτη κι ακουαρέλες
    και οι σφαίρες
    λαμπρά ονόματα
    Κυριακάτικα.
    Τα παιδιά
    θ’ ακουμπήσουν την πλάτη τους στον τοίχο
    και θα στρίψουν τσιγάρο
    και ο άγιος τρελός
    θα σκύψει ευλαβικά το κεφάλι
    μπρος στην ελευθερία.

    ΣΤΑΥΡΟΣ ΖΑΦΕΙΡΙΟΥ, Το Ευλύγιστο Πέλμα

    Σ’ ευχαριστώ/ήσουν παιδί σαν το Χριστό, Γιώργος Ρωμανός

    23. Σ’ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ

    Νησάκι μου ολοπράσινο, ανθοπλήμμυρο, μυρολουσμένο,
    φιλόξενο, μυριόχαρο και πολυαγαπημένο,
    σ` ευχαριστώ και σ` αγαπώ και δεν ξεχνώ πως μούγινες
    μητέρα της ορφάνιας μου, πατρίδα του ξενιτεμού μου,
    και κοίμισες τον πόνο μου, μες στ` άνθια σου και μούδωσες
    το χάδι της παρηγοριάς, στις νύχτες του καημού μου.

    Και τώρα, ιδές, όπως κεντά το σκίνο η Χιωτοπούλα
    για να δακρύσει τ` ακριβό κι ευωδιαστό μαστίχι,
    όμοια κι η σκέψη μου, κεντά το σκίνο της αγάπης μου,
    για να κυλήσουν μιας βαθιάς ευγνωμοσύνης δάκρυα ,
    και να σου γίνουν στίχοι.

    Αγγουλές Φώτης

    • -“Να είσαι ευγνώμων για τα καλά και τα άσχημα στη ζωή σου. Και τα δύο σου δίδαξαν κάτι.”
      (Χαλίλ Γκιμπράν)

      -«…Ω δέσποινα, ο νους ημών αδυνατεί
      ευγνωμοσύνης φόρον ν’ εύρη επαρκή
      εις την λαμπράν ευεργεσίαν…»
      (Κ. Π. Καβάφης, «Η ψήφος της Αθηνάς»)

      -Όσκαρ Ουάιλντ, «Στον Μαξ Μπήρμπομ»

      -«[…] Κάποτε νόμιζα πως η ευγνωμοσύνη ήταν βαρύ φορτίο. Τώρα ξέρω πως δίνει φτερά στην καρδιά. Νομίζω πως οι αχάριστοι έχουν καρδιά και πόδια βαριά σαν μολύβι. Μα, όταν δεις και νιώσεις, έστω λίγο, έστω μόνο για μια στιγμή, πόσο ωραίο πράγμα είναι η ευγνωμοσύνη, τα πόδια σου δεν βουλιάζουν πια στην άμμο της θαλάσσης, μια άγνωστη μέχρι τότε χαρά σού αποκαλύπτεται, η χαρά να μετράς και να βρίσκεις πολλά˙ όχι όσα κατέχεις αλλά όσα οφείλεις. […]»

      -Κική Δημουλά, «H ευγνωμοσύνη προς το έλλατον»

      Ακούω σύρσιμο ψιθύρων σε στόμα υγρό.
      Ψιλοβρέχει.

      Κάτι στάλες αδύνατες λυγισμένες
      σαν κοτσάνια κυκλάμινων που
      στραμπούληξαν τον λεπτό χυμό τους
      γκρεμούς κατηφορίζοντας

      τραμπαλίζονται μαριονέτες έρμαιες
      στο παράφρον σπαγκάκι του ανέμου

      μπαγκέτες που χτυπούν άτονα
      το σκισμένο τύμπανο του χάους.

      Τις ατιμάζει ο ήχος τους πέφτοντας
      στις ταράτσες και κάνουν χαρακίρι
      μπήγοντας στη γυαλάδα τους κεραίες.

      Πανικόβλητες.
      Βλέπεις τώρα πρωτοέγιναν βροχή
      -μικρές ποσότητες.
      Πριν, ήτανε όνειρο ευχάριστο που έβλεπε
      ο μακρύς στενός λάρυγγας του θέρους.

      Ε, και;
      Όλα πριν, κάτι άλλο ήταν ευχάριστο
      πυκνό παρατεταμένο που έβλεπε στον ύπνο του
      το όνειρο μεγάλο.

      Μετά πρωτοέγιναν μικρές ποσότητες

      γεμάτες ζωή μας.

      (Κική Δημουλά, ήχος απομακρύνσεων, Ικαρος 2001)

      -Γεράσιμου Μαρκορά, «Η ευγνωμοσύνη»

      «Το χάσμα π’ άνοιξε ο σεισμός ευθύς εγιόμισ’ άνθια»
      (Σολωμός)
      Ενώ τ’ ωραίο νησί του άγρια, μεγάλη
      Δύναμη ολέθρου από βαθυά ταράζει,
      Σηκόνει ο Ποιητής τ’ άσπρο κεφάλι
      Και κλαίει, και κλαίει, και θλιβερά φωνάζει.
      Αλλά πώς ξάφνου, εκεί που τόσα κάλλη
      Και τόσα πλούτια έρμη φθορά σκεπάζει,
      Πώς λιγοστεύει του καϋμού του η ζάλη,
      Της κλάψας του η πηγή πώς ξάφνου αλλάζει;
      Ξανοίγει π’ άνθια ελεημοσύνης βγάνει
      Κάθε ψυχή, κ’ η ευγνώμονη καρδιά του
      Τα πάει ψηλά και πλέκει ωραίο στεφάνι.
      Χορός αγγέλων τρέχει ολόγυρά του,
      Και, λέοντας —Χαίρε— όμοιο τραγούδι πιάνει
      Μ’ εκείνα που ‘χε ο θείος φέρει εδώ κάτου.
      (http://photodentro.edu.gr/photodentro/markoras1_pidx0051567/)

      -Αχιλλέας Παράσχος, «Εὐγνωμοσύνη»

      Ἐπὶ τῇ κατὰ τὴν ἐν τῇ ξένῃ διαμονὴν τοῦ ποιητοῦ ἀγγελίᾳ τῆς γεννήσεως τοῦ τρίτου του υἱοῦ.
      Α’
      Τὤβαλες, Μάνα, τὤβαλες τὸ χέρι Σου καὶ πάλι
      κ’ ἡ χάρι Σου μ’ ἐλύτρωσε ἀπὸ φωτιὰ μεγάλη·
      μ’ εἶδες νὰ κλαίω κ’ έστειλε τὸ ἅγιό Σου χέρι
      ἐλῃᾶς κλαδί, μὲ κάτασπρο, χιονᾶτο περιστέρι·
      κ’ ἐσώπασε τὸ δάκρυο κι’ ὁ πόνος ποῦ μ’ ἐπλάνα·
      εὐχαριστῶ, εὐχαριστῶ, γλυκειὰ τοῦ κόσμου Μάνα!

      Β’
      Ἄχ, δὲν μποροῦν νὰ μὴ κτυποῦν τὰ στήθη τ’ ἁγιασμένα,
      γιὰ κείνους ὅπου ἔχουνε τὰ μάτια βουρκωμένα·
      τὸ προσκεφάλι τῆς ζωῆς, τὸ ἅγιο, τὸ κρινᾶτο,
      ὁποῦ παιδάκι ὁ Χριστὸς μιὰ μέρ’ ἀπεκοιμᾶτο,
      εἶναι γεμᾶτο ἔλεος, γεμᾶτο καλωσύνη
      καὶ δὲν ἀφήνει δυστυχῆ στὸν κόσμο, δὲν ἀφήνει!
      Στὴ σκέπη Σου τὴν ἄπειρη, στὴ σκέπη τὴ μεγάλη,
      ποῦ τόσαις ἔβαλε ζωαὶς κι’ ἀκόμα θενὰ βάλῃ,
      ποῦ στὴ σκιά Της οὐρανὸς καὶ γῆ καὶ κῦμα μπαίνει,
      καὶ γιὰ νὰ σὼσῃ δυστυχῆ στὸν ᾅδη κατεβαίνει,
      μέσα σ’ ἐκείνη μ’ ἔβαλες, μέσα σ’ αὐτὴ κ’ ἐμένα·
      χίλιαις φοραῖς Σ’ εὐχαριστῶ, χίλιαις φοραίς Παρθένα!

      Γ’
      Δέξου, Χαριτωμέοη μου, δέξου, Κυρά μου, πάλι,
      εὐγνωμοσύνη ἀθάνατη, ἀτέλειωτη, μεγάλη
      σὰν τῆς ἐλεημοσύνης Σου τὸ πέλαγος! Νὰ κλείσῃ
      στὴ ξενητειά τὸ στόμα μου· ποτὲ νὰ μὴ φιλήσῃ
      τὴν ἄχραντη εἰκόνα Σου· ποτὲ στὴν ἀγκαλιά μου
      τὰ τρία ποῦ μοῦ χάρισες νὰ μὴν ἰδῶ παιδιά μου,
      νὰ μὴν ἰδῶ τὴ μάνα τους, τὴ μάνα τὴ δική μου,
      τὸ μοναχό μου ἀδελφό, τὴ μόνη ἀδελφή μου,
      νὰ μὴ φιλήσω τὸ Σταυρὸ στὸν τάφο τοῦ Πατέρα,
      ἄν ἡ εὐγνωμοσύνη αὐτὴ τελειώσῃ καμμιὰ μέρα!

      Δ’
      Ἄχ, δὲν θ’ ἀφήσῃ ἀπλήρωτη τὴ χάρι Σου ἡ καρδιά μου·
      ὅ,τι πληρώνεσαι καὶ Σὺ τὸ ξέρω, Δέσποινά μου…
      Πλὴν ξέρω πῶς πληρώνεσαι κ’ εἰς χέρια ποιὰ θ’ ἀφήσω
      ὅσα μοῦ χάρισες, χωρὶς καὶ νὰ τὰ λησμονήσω…
      Θενὰ πεινῶ, καὶ στὸ φτωχὸ θὰ δίνω τὸ ψωμί μου·
      τὸ φόρεμά μου τὸ ζεστὸ θὰ βγάζω ἀπ’ τὸ κορμί μου
      καὶ θὰ τὸ δίνω ‘ς ὀρφανὸ παιδί νὰ μὴ κρυώσῃ…
      Ἔτσι μπορεῖ καὶ τὸ Θεὸ κανεὶς νὰ τὸν πληρώσῃ!

      Ε’
      Μέσ’ στῆς ψυχῆς μου τὴν ψυχὴ καὶ μέσα στὴν καρδιά μου,
      ἐφώλευε ἀπελπισιὰ καὶ τρόμος, Δέσποινά μου·
      ὁ νοῦς μου ἐπαράδερνε ἡμέρα, νύχτα, βράδυ,
      σὰν κῦμα ποῦ Βοριᾶς κυλᾷ καὶ δέρνει στὸ σκοτάδι.
      Πλὴν μιὰ Σου ἔρριξες ματιὰ στῶν σπλάχνων μου τὰ βάθη
      κι’ ὁ φόβος κ’ ἡ ἀπελπισιὰ ἐσβέσθηκε κ’ ἐχάθη.
      Ἆ, ποιός μπορεῖ ν’ ἀντισταθῇ, ποιός στὴν ματιὰ ἐκείνη,
      ποῦ κάνει μέρα τὴ νυχτιὰ καὶ φῶς στὸν ᾍδη δίνει!

      ΣΤ’
      Γιὰ πές μου, πές μου, Δέσποινα, πές μου τοῦ κόσμου ἐλπίδα,
      τ’ ἀγόρι ποῦ μοῦ χάρισες, τ’ ἀγόρι, ποῦ δὲν εἶδα,
      μὲ ποιό άπ’ τὰ ἀδελφάκια του, μὲ ποιό, Κυρά μου, μοιάζει;
      Στὰ δυό του μάτια οὐρανὸς κι’ αὐγὴ γλυκοχαράζει
      ὡσὰν καὶ τοῦ Γεωργάκη μου τ’ ἀκτινωτὰ ζαφύρια,
      ἢ μαῦρο εἶνε πέλαγος ποῦ φῶτ’ ἀστράφτουν μύρια,
      σὰν τοῦ Αἰμιλίου τὴ ματιά;… ἄχ, θέλω, Δέσποινά μου,
      θέλ’ ἡ καρδιά μου εὔμορφα νὰ εἶνε τὰ παιδιά μου·
      εἰς τὴν ψυχή νὰ μοιάζουνε τῆς μάνας τους κ’ ἐμένα.
      Ὄχι· νὰ ζήσουνε πολὺ καὶ νἆν’ εὐτυχισμένα…
      Τὸ ἕνα τ’ ἄλλο ν’ ἀγαπᾷ, καθὼς μὲ ἀγαπάει
      τοῦ ἀδελφοῦ μου ἡ καρδιὰ κ’ ἐγὼ τὸν ἀδελφό μου·
      – τ’ ἀδέλφια κάστρα γίνονται σὰν ζοῦνε πλάϊ πλάϊ! –
      θέλω ἀκόμη νἄχουνε Θεό τους τὸ Θεό μου·
      τῆς ἀδελφῆς μου ἡ ματιὰ νὰ λάμπῃ στὴ ματιά τους,
      τὰ χείλη τους νὰ πάρουνε τῆς μάνας τὴ γλυκάδα,
      νὰ λουλουδίζ’ ἡ μνήμη μου βαθειὰ μέσ’ στὴν καρδιά τους
      καὶ νἄχουν, νἄχουν δυό φοραὶς Μητέρα τὴν Ἑλλάδα!
      …………………………………………………………………………..
      Δέξου, Χαριτωμένη μου, δέξου, Κυρά μου, πάλι,
      εὐγνωμοσύνη ἀτέλειωτη, ἀθάνατη, μεγάλη
      σὰν τῆς ἐλεημοσύνης Σου τὸ πέλαγος! Νὰ κλείσουν
      τὰ μάτια μου στῆς ξενητειᾶς τὸ γρυνιασμένο στρῶμα,
      χωρὶς νὰ ἰδοῦνε Πειραιᾶ κι’ Ἀθήνα ν’ ἀντικρύσουν·
      νὰ μὴ δεχθῶ ἕνα φιλὶ στοῦ τάφου μου τὸ χῶμα,
      ποτέ μου νὰ μὴ μυρισθῶ τριαντάφυλλο τ’ Ἀπρίλι
      καὶ ν’ ἀρνηθῶ λίγο νερὸ σὲ διψασμένο χεῖλι,
      ἄν παύσω νὰ δοξολογῶ τὸν Οὐρανὸ κ’ Ἐσένα…
      Εὐχαριστῶ, χίλιαις φοραὶς Σ’ εὐχαριστῶ, Παρθένα!
      (https://el.wikisource.org/wiki/%CE%95%CF%85%CE%B3%CE%BD%CF%89%CE%BC%CE%BF%CF%83%CF%8D%CE%BD%CE%B7)

      -Ευαγγελία Αγγελούση «Ευγνωμοσύνη»

      Θεέ μου
      σ’ ευχαριστώ
      που μου σκίζεις αργά αργά
      όλα τα συγχωροχάρτια που ‘χα μονογράψει
      για τους δεσμοφύλακές μου
      και για τον εαυτό μου.
      Σ’ ευγνωμονώ, Θεέ μου
      που περιμένεις καρτερικά να καταλάβω
      πως δεν χωρά καμιά συγχώρεση
      η φυλάκιση της αλήθειας.
      Δεν αναγνωρίζεται καμιά κατανόηση
      στον καταποντισμό της ουσίας.
      Δεν επιτρέπεται καμιά αστυνόμευση
      στην αβρή αλητεία της ψυχής
      από αγύρτες κόσμους σοβαροφάνειας.
      Τούτο τον κόσμο που πονώ
      χρωστώ να τον διαλέξω.
      (https://apodyoptes.com/2018/06/17/evgnomosini/)

      -ΜΑΡΙΟΝ ΜΙΝΤΣΗ, «ΣΤΟ ΔΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗΣ!!!»

      Μα σου το΄πα, δεν θυμάσαι;
      Άμα χάσεις τη στιγμή, οι ουρανοί θα κλείσουν.
      Γιατί λοιπόν, ρωτάς τι κάνω;
      Φυτεύω αγαπησιάρικες στιγμές, για να μπουμπουκιάσει κι αυτή η
      μέρα!
      Να, δες και μόνος σου τα υλικά:

      Ευγνωμοσύνη γι΄αυτά που κατέχω σήμερα, γιατί ίσως αύριο ερήμην
      μου, πετάξουν μακριά και μετανοιωμένη αναφωνήσω,
      ‘’αχ, στερνή μου γνώση, να σ΄είχα πρώτα.’’
      Τότε, που τα θεωρούσα όλα δεδομένα και τα περνούσα στα ψιλά.

      Μια χούφτα αισιόδοξης ματιάς, δίχως της απληστίας τον αναστεναγμό
      που ζωγραφίζει το ανικανοποίητο, στης δυστυχίας το μαράζι.
      Κι ύστερα…

      Το Θαύμα, να βλέπω τα λίγα για Πολλά!!!
      Κι απ΄το μικρούλη ‘’τίποτα’’, να δημιουργώ ένα σπουδαίο ‘’κάτι.’’
      Κοίτα, ρίχνω λίπασμα στης δυσμένειας την ανημπόρια, να ριζώσει
      το Σάλτο της Ανίκητης Καρδιάς, καθώς μεγεθύνω τη χαρά και τη λύπη
      τη στραγγίζω!

      Τέλος, ποτίζω την Αγάπη, σε εκείνους που νοιάζονται να είμαι συχνά
      Καλά!!! Κι όλοι ΜΑΖΙ, με το πλησίασμα της Έγνοιας, να μην νοιώθουμε
      στα πέλαγα, σαν τους ναυαγούς που τους ξέβρασε η ξέρα!

      Απλά πράγματα φίλε μου, ανέξοδα κι απλά, αρκεί…
      Να ξεριζώσεις της μίζερης κλάψας τη λαλιά!

      Όχι. Μην καταδέχεσαι να προκαλείς τον οίκτο. Το χέρι που με της
      Ασπλαχνίας τη λύπηση θα σου χαϊδέψει τα μαλλιά, μ΄αυτό το ίδιο θα
      σε ρίξει στα σκαλιά της καταφρόνιας.

      Η σκηνοθετημένη λύπη, με το κολπάκι του αχ και βαχ, για να κερδίσεις
      τη συμπάθεια και του Λαβείν τα αβαντάζ, χαρίζει το βούρδουλα της
      εξουσίας σε αυτούς που σε λυπούνται.

      Κατάλαβες λοιπόν, τι κάνω; Κλαδεύω τα πουρνάρια που μου στερούν
      τη θέα από το κυπαρίσσι της αξιοπρέπειας, που με καλεί ψηλά!

      Και να! Μόλις ξεβοτάνισα τους κήπους μου και νοιώθω Ευλογημένη,
      σαν ακούω τη μελωδία της Ευχαριστίας, από τον κρότο που κάνει
      μπαίνοντας, προτού τα ζιζάνια της Αχαριστίας, μπολιάσουν τους ανθούς
      μου, με της αγνωμοσύνης τα αγκάθια.

      Έλα, σπείρε την Υπερήφανη στάση της ζωής σου κι ο Παράδεισος θα
      ανθίσει, στο ραγισμένο βλέμμα της πληγής!

      Και τότε μόνο,
      Όταν ΕΣΥ, θα είσαι με ΣΕΝΑΝΕ ΚΑΛΑ!!!
      Κάτω από το δέντρο της Ευγνωμοσύνης, η σκιά του κάθε ώρα, με τα
      Ωσαννά θα σε τυλίγει και την ψυχή σου θα Ευεργετεί !!!

      (http://boraeinai.blogspot.com/2014/01/blog-post_3592.html)

  4. ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ (Agradecimiento)

    Το παρόν, που ποίημα είναι μονάχα στη μορφή, συνιστά ευχαριστία σε όλους εκείνους που μας στέλνουν φωτογραφίες από πτώματα ανταρτών, σκοτωμένων στη Βολιβία, περιστοιχισμένες, είναι η αλήθεια, από κείμενα παραπλανητικά κι αδέξια, τα οποία όπως πάντα, όπως συμβαίνει και στο Βιετνάμ κάθε λεπτό που περνά, αστοχούν.

    Ευχαριστώ

    ειλικρινά ευχαριστώ

    κι από καρδιάς

    αυτές τις φτωχές απεικονίσεις των ηθελημένων θανάτων τους

    των θανάτων τους χάριν ημών

    που έως τη σημερινή ημέρα δεν θα είχαν

    παρά πρόσωπο ένα

    αυτό το Τσε.

    Ευχαριστώ

    ευχαριστώ και αν μπορούσα

    θ’ ανταπέδιδα και με το παραπάνω

    αν εγώ ομοίως διέθετα

    ανάλογες πληροφορίες

    ευχαρίστως

    –περισσότερο ακόμη–

    με πάθος ανήμερο θα ετοίμαζα

    κάτι παραπάνω από ένα φυλλάδιο

    για ν’ ανταποδώσω

    θα ετοίμαζα ένα άλμπουμ

    με τις φωτογραφίες είκοσι χιλιάδων νέων ανδρών

    εξίσου διάτρητων εξίσου διαμελισμένων

    εξίσου καμένων

    νεκρών

    τη στιγμή που τους ανέθεταν την καταστροφή του Βιετνάμ

    και που τώρα κάπου εκεί αποσυντίθενται.

    Ναι.

    Καθένας είναι ζωντανός

    ζει

    ώσπου μια μέρα πεθαίνει

    και

    στη συνέχεια αποσυντίθεται.

    Και τι μ’ αυτό.

    Το ίδιο και ο ωραίος Κένεντυ

    και ο φτωχός πάστορας Κινγκ

    δίχως ποτέ τους αντάρτες να γίνουν.

    Υπάρχουν κάποιοι

    υπάρχουν πολλοί

    που στο κρεβάτι πεθαίνουν

    –δεν βλέπω το πλεονέκτημα–

    μα για να το κατορθώνουν εκείνοι αυτό

    υπάρχουν οι άλλοι που στη ζωή

    πορεύονται κουνώντας την ουρά τους ώσπου να κοπεί.

    Άλλους

    αν γεννηθούν μαύροι και στις ΗΠΑ

    ή σε χώρες ανάλογες

    τους σκοτώνουν κάποτε σαν τα σκυλιά

    κι ομοίως βρίσκονται κάπου πεταμένοι.

    Αν κατά τύχη γεννήθηκες στο Βιετνάμ

    μάλλον θα βρεθείς διάτρητος από πολυβόλο

    πνιγμένος τσαλαπατημένος

    μαχαιρωμένος μολυσμένος κρεμασμένος

    ψημένος δηλητηριασμένος διαλυμένος

    από τους δυτικούς και χριστιανούς

    τους δυτικούς και χριστιανούς

    τους χριστιανούς λέω.

    Αν έχετε στην κατοχή σας περισσότερες φωτογραφίες

    και δεν σας κάνει πολύ κόπο

    σας παρακαλούμε θερμά

    να συνεχίσετε να μας τις αποστέλλετε.

    Κανέναν δεν τρομάζει ένας θάνατος στον ήλιο

    όταν κάποιος τη ζωή του δίνει για ένα όραμα.

    Εδώ στην Ουρουγουάη

    οι τιμώμενοι ήρωες

    πορεύτηκαν ομοίως στου ξυραφιού την κόψη

    αφήνοντας κι αυτοί τα κόκαλά τους εδώ κι εκεί.

    Κι εκείνος που πηγαίνει σήμερα αντάρτης στη Νότια Αμερική

    δεν πηγαίνει σαν εκείνο το αγόρι από το Κε Σαν

    που θέλησε ν’ αγοράσει μαγνητόφωνο

    και νοίκιασε τον εαυτό του το φτωχό ζωντανό

    μόνο και μόνο για μερικά δολάρια παραπάνω.

    Ωστόσο Κύριοι

    το θέμα είναι άλλο.

    Πώς και δεν το μάθατε στο Βιετνάμ.

    Αυτό λέγεται ελευθερία ή θάνατος

    και για πολλούς δεν πρόκειται απλώς

    για μια φράση όμορφη και τίποτε παραπέρα

    είναι Ελευθερία ή Θάνατος με κεφαλαία

    και αυτή η ελευθερία σάς εναντιώνεται

    όπως σας εναντιώνεται και αυτός ο θάνατος.

    Και υπάρχουν εκείνοι που για να το επιτύχουν

    πηγαίνουν γραμμή στο θάνατο.

    Θα μου πείτε: και λοιπόν.

    Και υπάρχουν επιπλέον ανάμεσά σας

    μισθοφόροι

    σκλάβοι

    πατριδοκάπηλοι

    φονιάδες και προδότες

    και υπάρχουν και ανίκανοι

    που εξίσου απαρτίζουν τα κενά διαστήματα σ’ αυτήν την πρόταση

    κι εξίσου έχουνε την εναλλακτική του θανάτου.

    Και πρέπει –Κύριοι–

    σίγουρα

    και ποιος να το αρνηθεί

    η επιλογή πρέπει να γίνει με πυγμή

    γιατί δυο ζωές και δυο θάνατοι υπάρχουν

    και γιατί υπάρχουν

    τρόποι διαφορετικοί της αποσύνθεσης.

    Και εσείς

    άθελά σας

    βοηθάτε ανά τον κόσμο να γίνει η επιλογή.

    Ευχαριστώ για όλα. Ελευθερία ή θάνατος.

    (1968) VILARINO IDEA, ΤΟ ΑΝΘΟΣ ΤΗΣ ΣΤΑΧΤΗΣ, Μετ: Έλενα Σταγκουράκη, Gutenberg 2015

  5. -Φρανσουά Βιγιόν, «Η Μπαλάντα του Ευχαριστώ»

    «Σε κάθε ιερωμένο ή καλόγρια,
    Σε φρόνιμους και σε παραλυμένους,
    Σε ζητιάνους, τεμπέλικα κορμιά,
    Σε ρουφιάνους, σε πόρνες που σφιγμένους
    Μπούστους φορούν και φούστες, σε σβησμένους
    Κορτάκηδες από έρωτα καημό,
    Με φίνες στενές μπότες ποδεμένους,
    Σ’ όλον τον κόσμο κράζω ευχαριστώ.

    Σε κορίτσια που δείχνουν τα βυζιά
    Για να ‘χουν πιο πολλούς προσκαλεσμένους,
    Σε χήρες και κοπέλες για παντρειά,
    Σε θεατρίνους και σε μασκαρεμένους
    Παλιάτσους, σε ξενύχτες μεθυσμένους,
    Σ’ αγύρτες που δετές απ’ το λαιμό
    Σέρνουν μαϊμούδες, σε χρεωκοπημένους,
    Σ’ όλον τον κόσμο κράζω ευχαριστώ.

    Όξ’ από κείνα τ’ άτιμα σκυλιά,
    Που μ’ έκαμαν να φάω μουχλιασμένα
    Ψωμιά και να πιω βρώμικα νερά
    -που τ’ άντερά μου είν’ απ’ αυτά αργασμένα-
    Με πορδές θε να τα ‘χα φιλεμένα,
    Τώρα όμως κάθουμαι και δεν μπορώ.
    Δυνατά, μη μαλώσω με κανένα,
    Σ’ όλον τον κόσμο κράζω ευχαριστώ.

    Ας τους λιανίσουν τα πλευρά, ένα-ένα,
    Μ’ ένα μεγάλον κόπανο γερό
    Ή με ματσούκια σιδεροδεμένα.
    Σ’ όλον τον κόσμο κράζω ευχαριστώ.»

    (http://ithaque.gr/h-mpalanta-toy-eyxaristo/)

    -«…Φορές-φορές, τὴν ὥρα ποὺ βραδιάζει, ἔχω τὴν αἴσθηση πὼς ἔξω ἀπ᾿ τὰ παράθυρα περνάει ὁ ἀρκουδιάρης μὲ τὴν γριὰ βαριά του ἀρκούδα μὲ τὸ μαλλί της ὅλο ἀγκάθια καὶ τριβόλια σηκώνοντας σκόνη στὸ συνοικιακὸ δρόμο ἕνα ἐρημικὸ σύννεφο σκόνη ποὺ θυμιάζει τὸ σούρουπο καὶ τὰ παιδιὰ ἔχουν γυρίσει σπίτια τους γιὰ τὸ δεῖπνο καὶ δὲν τ᾿ ἀφήνουν πιὰ νὰ βγοῦν ἔξω μ᾿ ὅλο ποὺ πίσω ἀπ᾿ τοὺς τοίχους μαντεύουν τὸ περπάτημα τῆς γριᾶς ἀρκούδας -κ᾿ ἡ ἀρκούδα κουρασμένη πορεύεται μὲς στὴ σοφία τῆς μοναξιᾶς της, μὴν ξέροντας γιὰ ποῦ καὶ γιατί -ἔχει βαρύνει, δὲν μπορεῖ πιὰ νὰ χορεύει στὰ πισινά της πόδια δὲν μπορεῖ νὰ φοράει τὴ δαντελένια σκουφίτσα της νὰ διασκεδάζει τὰ παιδιά, τοὺς ἀργόσχολους τοὺς ἀπαιτητικοὺς καὶ τὸ μόνο ποὺ θέλει εἶναι νὰ πλαγιάσει στὸ χῶμα ἀφήνοντας νὰ τὴν πατᾶνε στὴν κοιλιά, παίζοντας ἔτσι τὸ τελευταῖο παιχνίδι της, δείχνοντας τὴν τρομερή της δύναμη γιὰ παραίτηση, τὴν ἀνυπακοή της στὰ συμφέροντα τῶν ἄλλων, στοὺς κρίκους τῶν χειλιῶν της, στὴν ἀνάγκη τῶν δοντιῶν της, τὴν ἀνυπακοή της στὸν πόνο καὶ στὴ ζωὴ μὲ τὴ σίγουρη συμμαχία τοῦ θανάτου -ἔστω κ᾿ ἑνὸς ἀργοῦ θανάτου- τὴν τελική της ἀνυπακοὴ στὸ θάνατο μὲ τὴ συνέχεια καὶ τὴ γνώση τῆς ζωῆς ποὺ ἀνηφοράει μὲ γνώση καὶ μὲ πράξη πάνω ἀπ᾿ τὴ σκλαβιά της.
    Μὰ ποιὸς μπορεῖ νὰ παίξει ὡς τὸ τέλος αὐτὸ τὸ παιχνίδι; Κ᾿ ἡ ἀρκούδα σηκώνεται πάλι καὶ πορεύεται ὑπακούοντας στὸ λουρί της, στοὺς κρίκους της, στὰ δόντια της, χαμογελώντας μὲ τὰ σκισμένα χείλια της στὶς πενταροδεκάρες ποὺ τὶς ρίχνουνε τὰ ὡραῖα καὶ ἀνυποψίαστα παιδιὰ ὡραῖα ἀκριβῶς γιατί εἶναι ἀνυποψίαστα καὶ λέγοντας ΕΥΧΑΡΙΤΩ. Γιατί οἱ ἀρκοῦδες ποὺ γεράσανε τὸ μόνο ποὺ ἔμαθαν νὰ λένε εἶναι: ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ, ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου….»

    (Γ. Ρίτσος, Η σονάτα του σεληνόφωτος, απόσπασμα)

    -«…Ας βελτιώσουμε τις σχέσεις με τους άλλους.

    Να αρπάζουμε τις ευκαιρίες.
    Να ακούμε την καρδιά μας.
    Να εκτιμούμε τη ζωή.

    Πάντως δεν έχω την αξίωση να είμαι
    ο πρώτος, ο δεύτερος ή ο τρίτος
    στη λίστα σου.

    Μου αρκεί που με θέλεις για φίλο.
    ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ που είμαι.»

    (Χ. Λ. Μπόρχες, «Ποίημα στους φίλους», απόσπασμα)

    -«Οι δίκαιοι» – του Χόρχε Λουίς Μπόρχες

    «Κάποιος που καλλιεργεί τον κήπο του όπως θα ήθελε ο Βολταίρος.
    Κάποιος που νιώθει ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗ γιατί στον κόσμο υπάρχει η μουσική.
    Αυτός που ανακαλύπτει με χαρά μια ετυμολογία.
    Δύο πελάτες που σε κάποιο καφενείο παίζουν το σιωπηλό τους σκάκι.
    Ο πηλοπλάστης που προκαθορίζει ένα σχήμα ή ένα χρώμα.
    Ο στοιχειοθέτης που στήνει όμορφα τούτο το κείμενο και που ίσως δεν τ’ αρέσει.
    Μια γυναίκα κι ένας άντρας που διαβάζουν μαζί τις τελευταίες στροφές ενός ποιήματος.
    Κάποιος χαϊδεύοντας ένα ζωάκι που κοιμάται.
    Κείνος που συγχωρεί ή θέλει να συγχωρέσει το κακό που του ’γινε.
    Κάποιος που νιώθει ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗ γιατί σ’ αυτόν τον κόσμο έζησε ο Στήβενσον.
    Κάποιος που προτιμά να ’χουν δίκιο οι άλλοι.
    Οι άνθρωποι αυτοί, που μεταξύ τους δεν γνωρίζονται, έχουν σώσει τον κόσμο.»
    (http://frear.gr/?p=10069)

    -ΕΥΓΕΝΙΟΥ ΑΡΑΝΙΤΣΗ, «Ο τριπλασιασμός του κόσμου»

    Την ευγνωμοσύνη την αισθάνεται κανείς όταν δεν την χρωστάει. Το διαυγές, καθησυχαστικό της νεύμα ενεργοποιεί αποχρώσεις στοργής και γλυκύτητας, χωρίς καμία αναφορά στο άγχος της οφειλής. Απαξ και η δωρεά είχε την ποιότητα της πηγαίας ανιδιοτέλειας, ο ευγνωμονών πολύ απέχει από το να βρίσκεται αναμεμειγμένος στη διαλεκτική του πάρε δώσε. Οσο κι αν το γεγονός μας παραξενεύει, η γνήσια ευγνωμοσύνη είναι αμετάβατη.

    Αυτή η άποψη, αρχικά, ξενίζει. Όμως μια λιγότερο βιαστική εκτίμηση φέρνει στο προσκήνιο τη χαριτωμένη ελευθερία του ανθρώπου που δέχεται το δώρο με την κατανόηση του ότι, αν ο δωρητής αξιοποιεί κάτι, αυτό δεν είναι η προοπτική της αντιπαροχής αλλά μια ορισμένη αναπαράσταση της ψυχικής του ευρυχωρίας, όπου η ανάγκη του άλλου θα διανυκτερεύσει. Για να το κάνω λιανά, το δώρο προσφέρει ευτυχία όταν αντιληφθείς ότι δεν σου ζητούν τίποτα σε αντάλλαγμα. Ιδού το πλεονέκτημα μερικών φίλων που μοιάζουν τόσο αγαπητοί, τόσο ευχάριστα παρόντες στην οδύνη των ελλείψεων και τόσο παρήγορα τοποθετημένοι μακριά και πάνω από τη δική σου ανησυχία μήπως γίνεις βάρος. Το δώρο είναι ιερό όταν ήδη αποτελεί, αυτό το ίδιο, προεξόφληση του εαυτού του.

    Οπωσδήποτε, το αντικείμενο που κατέχεται φθονερά ή κτητικά ή σαν ενέχυρο εξουσίας είναι εξ υποθέσεως δηλητηριασμένο· ο χρόνος του έχει ψυχθεί και βρίσκεται στο μηδέν, όπου θα παραμείνει μέχρι νεωτέρας. Αντιθέτως, το αντικείμενο ενισχύει στο έπακρο την επιρροή του, άρα και το νόημά του, όταν παραχωρηθεί αυθόρμητα σαν ένα σήμα, όχι απαραιτήτως κατεπείγον, αλληλεγγύης και τρυφερότητας.

    Κυριολεκτικά, η ουσία του δώρου έγκειται στο ότι τριπλασιάζει τον κόσμο. Οντως, κάθε που ένα αντικείμενο φτάνει στο χείλος της δωρεάς, μας επιτρέπεται να πούμε ότι, για να δοθεί, πα’ να πει πως η χαρά της προσφοράς ισοδυναμούσε εξαρχής, στη συνείδηση του δωρητή, με κάτι ελάχιστα περισσότερο από την αξία του ίδιου του αντικειμένου -διαφορετικά, πώς θα το αποχωριζόταν; Αυτή η αξία έρχεται ασφαλώς με τη μορφή της χαράς του ανθρώπου που προσφέρει το αντικείμενο ώστε να δώσει χαρά στον άλλο. Αν σ’ αυτές τις δύο αξίες χαράς, προστεθεί η τυπική αξία του δώρου, αντικειμενικά σταθερή στην υλική της διάσταση, συμπεραίνει κανείς πως όχι μόνον η ευλογία του δωριζόμενου πράγματος υψώνεται στην τρίτη δύναμη, αλλά αυτή η εκλεπτυχμένη άλγεβρα είναι ίσως η μόνη γραμμή άμυνας του Homo significans απέναντι στη βλακώδη αρπακτικότητα του σύγχρονου καταναλωτή.

    Οπότε το φως της ευγνωμοσύνης αντιστοιχεί σ’ έναν υπερθεματισμό του δώρου, σε μια επιπλέον βαθμίδα της προσφοράς, της οποίας ο ηθικός χαρακτήρας είναι βαθύτατα πολιτικός: αν ο μοντέρνος κόσμος θεμελιώνεται στον διπλασιασμό των πραγμάτων, στην παραγωγή αντιγράφων και ψευδαισθήσεων ομοιότητας ή υποκατάστασης, ο πρωταρχικός κόσμος του παραδείσου, όπως μας τον κληρονόμησαν οι ποιητές, ιδιαίτερα εκείνοι που λάτρεψαν το μυστήριο της Φύσης, κατοπτρίζεται σε μιαν ιδέα αυθεντικού τριπλασιασμού, όπερ έδει δείξαι.

    Το ανάλογο υπονοείται, ας πούμε, στο τριαδικό πλαίσιο σκέψης των χριστιανών στοχαστών ή στην ινδική φιλοσοφία Σάνκυα, σύμφωνα με την οποία πρέπει πάντα να σκεφτόμαστε με όρους τριάδων και όχι εγκλωβισμένοι στο φονικό περιβάλλον του δυϊσμού. Από κει, το δώρο εισβάλλει στην εμπειρία ως εκπρόσωπος τριών αξιών (του δωρητή, του αποδέκτη και του κόσμου ως εγγυητή) για να καταστρέψει τις μετωπικές αντιπαλότητες. Αν ο θετικός και ο αρνητικός πόλος αντισταθμίζουν ο ένας τον άλλον (κι αυτό θα ίσχυε ακόμη και στην περίπτωση, π.χ., μιας ευγνωμοσύνης που θα αντιστάθμιζε την γενναιοδωρία), ένας τρίτος όρος ήταν ανέκαθεν απαραίτητος. Δεν τον υιοθετήσαμε και γι’ αυτό ο κόσμος μας, κακά τα ψέματα, δίνει την εντύπωση ότι πλησιάζει στο τέλος του.

    Αναφέρθηκα στη Φύση επειδή αποτελεί το κατ’ εξοχήν δώρο, το αρχέτυπο όλων των μορφών ανιδιοτελούς προσφοράς. Αν μας τη χάρισαν οι θεοί ή η τύχη ελάχιστα μετράει. Σημασία έχει ότι η παραγνώριση, από μέρους μας, του καθήκοντος και της ικανότητας να τη συλλάβουμε σαν δωρεά και να τη δωρίσουμε με τη σειρά μας αντί να την ταπεινώσουμε, αντί να ανακρίνουμε ένα ένα τα περιεχόμενά της μέχρι να φτύσουν αίμα (υπογραμμίζω ότι αναφέρομαι όχι μόνον στην εκμετάλλευση αλλά και στην επιστήμη), η αμέλεια αυτή, επαναλαμβάνω, είναι ακριβώς που οδήγησε στην κατεδάφιση της συμβολικής πραγματικότητας. Πιστεύοντας ότι η ευγνωμοσύνη για τη φιλοξενία που μας παρασχέθηκε αντιστοιχούσε σε άδεια υπενοικίασης, γίναμε πρόσφυγες σ’ ένα σύμπαν του αδιαχώρητου και, συνάμα, της πιο ακραίας μοναξιάς.

    Ετσι, ο αληθινά ευγνώμων δεν χρωστάει αλλά συνυπάρχει με τον γενναιόδωρο στην ψυχική αντήχηση της πράξης της δωρεάς. Για να νιώσεις ειρηνικά την ευγνωμοσύνη προϋποτίθεται ότι ο ευεργέτης έδρασε με τον διακριτικό και ποιητικό τρόπο μιας έξυπνης αγάπης που αφήνει το ταμείο ανοιχτό για μετά τον θάνατό της, δηλαδή για όταν δεν θα έχει την παραμικρή χρεία ταμείου. Σε τελική ανάλυση, η ευγνωμοσύνη που απαντάει σε μια δωρεά χαρακτηριζόμενη από ολοκληρωτική έλλειψη της διάστασης του ανταλλάγματος είναι μάλλον κάτι που πρέπει να χρωστάει ο δωρητής στον αποδέκτη κι όχι αντίστροφα. Με ανοιχτό το κύκλωμα της αγάπης, το δώρο αναβοσβήνει ντροπαλά και ταυτοχρόνως αγέρωχα, δίχως να ανήκει πουθενά, όπως τα αστέρια του νυχτερινού ουρανού.

    Αυτό επαληθεύεται, παρεμπιπτόντως, στην πεποίθησή μου ότι τον τσιγκούνη τον καταλαβαίνεις μάλλον από το ότι δεν παίρνει, και όχι από το ότι δεν δίνει. Εδώ που τα λέμε, όλοι δίνουν λίγο πολύ, είτε υπό το κράτος πιέσεων που εκπορεύονται από στοιχειώδεις υποχρεώσεις, φιλικές ή κοινωνικές, όπως τις λένε, είτε ελπίζοντας να εισπράξουν ξανά την αξία συν τους τόκους. Ως εκ τούτου, ο τσιφούτης περνάει απαρατήρητος, αφού ωθείται, έστω παρά τη θέλησή του, σε ασκήσεις δύσθυμης παραχώρησης, πάντως παραχώρησης. Ωστόσο, η αναπηρία του βοά όταν τον βλέπουμε να αρνείται να πάρει, πράγμα που ο ίδιος, αφελώς, θεωρεί συνώνυμο της αξιοπρέπειας και της ανεξαρτησίας. Αγνοώντας τη συνταρακτική διαφορά ανάμεσα στο παίρνω και στο εισπράττω, ο τσιγκούνης φοβάται όχι μήπως του χρωστούν (και δεν τον εξοφλήσουν), όπως νομίζουμε συνήθως, αλλά μήπως φτάσει στο σημείο να χρωστάει αυτός.

    Θέση αντιφατική: ευγνωμοσύνη αισθάνομαι απέναντι σ’ εκείνους τους φίλους που δεν με υποχρεώνουν να θυμάμαι ότι τους χρωστάω. Χρωστάς όταν δεν κουβαλάς κανένα βάρος: το αντίθετο εκείνου που διατυμπάνιζε ο πατέρας μου, δηλαδή ότι απαλλάσσεται κανείς από το βάρος όταν δεν χρωστάει. Ως προς το κάθε όμορφο πράγμα που εμφανίζεται στο οπτικό μας πεδίο, θα άξιζε να θέλουμε όχι να το αποκτήσουμε αλλά να το ευχαριστήσουμε για το ότι υπάρχει. Αυτά τα γράφω επειδή, όπου να ‘ναι, θα ξεκινήσει το παραλήρημα των Χριστουγέννων.

    (http://ioniahios.blogspot.com/2012/08/blog-post_29.html)

  6. Γιάννη,
    «Ο Τριπλασιασμός του Κόσμου» είναι ένα κείμενο στο οποίο συχνά ανατρέχω και αναφέρομαι σ’ αυτό, επειδή το θεωρώ εξαιρετικό. Χαίρομαι που το παράθεσες εδώ ολόκληρο. Έτσι , μου θύμισες πολύ μεγάλες αλήθειες, διά στόματος Αρανίτση.

    ***

    25. ΑΠΟΡΙΑ

    Κι αν όπως λες δεν υπάρχει Θεός
    ποιον να ευχαριστήσω
    που υπάρχεις;

    Χρυσάνθη Πολύζου,περ. Εμβόλιμον, 2015

    ***

    26. ΕΝΑ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ

    Δεν ξέρω αν θλίβομαι, αν τραγουδώ ή,
    Διακονώντας τη σιωπή, αναδιπλώνομαι,
    Καθώς σε παλιούς καιρούς ανατρέχω,
    Οραματίζομαι το αύριο ή ψηλαφίζω το παρόν.

    Δεν ξέρω τι όλα αυτά εκάρπισαν εντός μου.
    Μόνο για ένα είμαι βέβαιη:
    Δεν έστερξαν το δάκρυ για ό,τι διάβηκεν
    Ή θα διαβεί.
    Δεν είδαν τη ροή χαμό· μεταμορφώσεων
    Την παραδέχτηκαν μήτρα.

    Έτσι σε γνώση άλλαξε η αθωότητα· κι ήταν
    Στο χέρι μας να μείνει στο ίδιο ύψος.
    Τη γνώση έστεψε η πείρα. Κι εκείνη ποδεμένη
    Σκαρφάλωσε σε όποια ραχούλα πιότερο αγαπούσε.
    Ευδία απλότητας παντού.

    Κι όταν το σήμαντρο ηχούσε της καρδιάς
    Οι κραδασμοί οι εντός μας
    Ήταν στην ανθρωπιά αναρριχήσεις.

    Χρόνια παλιά που έζησα ανανεωμένα τώρα,
    Και ξαναγεννημένα στο αύριο,
    Ζωή μου, αυτό που απεκόμισα,
    Λιβανωτός στα σείστρα;

    Ένα ολόψυχο ευχαριστώ.

    Σοφία Καλαϊτζάκη-Παντελοπούλου

    Νατάσσα Μποφίλιου – Ευχαριστήριο

    27. ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΡΙΟ

    Δεν είσαι εσύ γι’ αυτά, τι σε φορτώνω;
    εσύ, την ησυχία σου,
    το βλέμμα σου στα υπογραμμισμένα
    να μη χαθεί εκατοστό.
    Παρ’ όλ’ αυτά,
    παρ’ όλ’ αυτά, σε ευχαριστώ.

    Δεν είσαι για μεγάλες περιπέτειες,
    το σέβομαι,
    ένα περίπατο στο κέντρο, το πολύ,
    καμιά φορά στη θάλασσα, ως εκεί.
    Παρ’ όλ’ αυτά,
    παρ’ όλ’ αυτά, μου είναι αρκετό.

    Προσπάθησες να είσαι κάτι άλλο κι ας μην πέτυχε,
    εγώ είναι σαν να γύρισα τον κόσμο,
    κι ας μη σε κούνησα όσο θέλω απ’ τη βολή σου,
    κι αν δε σε κούνησα όσο θέλω απ’ τη βολή σου.
    Με τα καράβια που με πήγαινες να δω,
    με τα καράβια που με πήγαινες να δω
    ταξίδευα.

    Κι ας είδα τη ζωή στην τηλεόραση
    κι ας διάβασα τα πάντα στα βιβλία
    κι ας ήμουν και δεν ήμουνα στο πλάι σου
    κι ας ήμουν και δεν ήμουνα στο πλάι σου
    ταξίδευα.
    ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΕΥΑΓΓΕΛΑΤΟΣ

  7. -«Κι έναν πόντο πιο ψηλά να πάτε,
    άνθρωποι, ευχαριστώ θα σας πει
    ο Θεός.»
    (Ο. Ελύτης)

    -«Το «ευχαριστώ» είναι πρόστυχη πληρωμή. Όταν δυο άνθρωποι ζούνε ο ένας με την ανάσα του άλλου, δεν χωράει πληρωμή.»
    (Ν. Καββαδίας)

    -Μ. Αναγνωστάκης, «Προσευχή»

    «Κυριακή. Θε μου σ’ ευχαριστούμε
    δέξου μας σαν πρόβατα στην αγκαλιά σου απολωλότα
    πολύ αμαρτήσαμε Κύριε, πολύ αδικήσαμε
    σαν άπιστοι θρηνούμε για τα επίγεια αγαθά μας
    λησμονήσαμε την αιωνίαν Άνοιξη του Παραδείσου
    στον Οίκο σου δεόμεθα συγχωρηθήναι ημάς
    σήμερα Κυριακή τας εντολάς σου ενθυμούμενοι
    μη μας εγκαταλείψεις Θε μου, εις στο σκότος της αβύσσου

    (Άλλωστε, λίαν προσφάτως, προσεφέραμεν
    εις αρμοδίων εντολάς υπείκοντες,
    τον οβολόν μας διά την αναστήλωσιν
    του Ιερού Ναού Σου»

    (Μ. Αναγνωστάκης, «Τα ποιήματα», Νεφέλη)

    *Στην εφημερίδα – όργανο της Δημοκρατικής Νεολαίας Ελλάδας (ΔΝΕ) του ΔΣΕ, «Νέος Μαχητής», στις 6 του Δεκέμβρη 1947 (φύλλο 1ο), στη σελίδα 2, στη στήλη «ΟΙ ΝΕΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ», δημοσιεύθηκε, ανυπόγραφα, το παρακάτω ποίημα:

    «Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΑΝΤΑΡΤΗ»

    «Σ’ ευχαριστώ ψηλό βουνό, που μες στην αγκαλιά σου
    με δέχτηκες φιλόξενα σα στοργικός πατέρας.
    Τι να την κάνω τη ζωή κάτω στο σκλάβο κάμπο;
    Πικρό στο στόμα το ψωμί και τιο νερό φαρμάκι,
    μαυροντυμένα τα δεντρά και το τραγιούδι κλάμα.
    ***
    Σ’ ευχαριστώ ψηλό βουνό, που μούδωσες ελπίδα.
    Οι στάνες σου με θρέψανε, τα δέντρα σου, τα χόρτα.
    Με δρόσισαν τα ρυάκια σου, με σκέπασε η σπηλιά σου.
    Περήφανα τα ελάτια σου, χαρίζουν τη δροσιά τους
    στ’ αγρίμια, στα τελούμενα και τους καταδιωγμένους.
    Χίλιες φορές χιλιόχρονο δεν ένιωσες ποτές σου
    την καταφρόνια του ραγιά, δε λύγισες το γόνα.
    Θέλω να ζήσω λεύτερος, αδέρφι με τ’ αγρίμια.
    ***
    Δώσε βουνό στο σώμα μου τη λεβεντιά του ελάτου,
    κι άκακη σαν τα πρόβατα που βόσκουν στις πλαγιές σου
    κάν’ την ψυχή μου, να μπορεί να κυβερνάει το μίσος
    που η αδικιά το θέριεψε, και δώσε στην καρδιά μου
    του καταρράχτη την ορμή, της πυρκαγιάς τη φλόγα,
    του ντουφεκιού μου τη βροντή κάν’ την αστροπελέκι,
    για να λουφάξει ο τύραννος και να ξυπνήσει ο σκλάβος.
    ***
    Λεύτερα σεις αγρίμια μου τα δόντια σας τροχίστε
    και σεις πυκνά χιονόδεντρα σφίξετε τα κλαδιά σας
    να μην πατήσει ο τύραννος το λεύτερό σας χώμα.
    Κι όταν θε νάρθει η Ανοιξη και λυώσουνε τα χιόνια
    και θα φυσήξει δροσερό της λευτεριάς τ’ αγέρι
    αητέ μου δος μου τα φτερά κι ελάφι μου τα πόδια
    και ρεματιά μου την ορμή για να χυθώ στον κάμπο
    να δώσω βόλι στο φονιά και λευτεριά στο σκλάβο».

    (https://www.rizospastis.gr/story.do?id=3603064)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: