Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (231ο): «Χάνω – απώλεια»…

 

1.Μ. Αναγνωστάκης, «Χάθηκα»

«Χάθηκα,
Μέσα στους δρόμους που μ’ έδεσαν για πάντα
Μαζί με τα σοκάκια, μαζί με τα λιμάνια

Χάθηκα,
Γιατί δεν είχα τα φτερά και είχα εσένα Κατινιώ
Γιατ’ είχα όνειρα πολλά
Και το λιμάνι,
και το λιμάνι είναι μικρό
Γιατ’ ήμουν πάντα μόνος
Και θα `μαι πάντα μόνος.»

 

 

 

  1. «…έτυχε κι έχανα το νήμα
    της Αριάδνης δεν εξετυλίχθηκε ποτέ ως το τέλος

ποιος να συνεχίσει…»

(Ο. Ελύτης)

 

 

 

 

-3. «…η ποίηση ανέρχεται
άλλη μια φορά
χάνεται από την υπόστασή σου Έλληνα σκληροτράχηλε
να εμπνέεσαι άντε
Ad libitum.»

(Ο. Ελύτης)

 

 

 

 

 

-4. «Α, έχασα τις μέρες μου
αναζητώντας τη ζωή μου.»
(Τάσος Λειβαδίτης)

 

 

 

-5. «Aν έχασα τη ζωή μου είναι γιατί πάντα είχα μίαν άλλη ηλικία απ’ την αληθινή…

 …ώσπου ξημέρωνε

κι ερχότανε ένας καινούριος πόνος να με σώσει απ’ τον παλιό.

 …ζήσαμε με χαμένα όνειρα και σκοτωμένη μουσική…»

(Τάσος Λειβαδίτης)

 

 

 

 

-6. «Χάνομαι

αυτή την ώρα

προβάλλει αιωνιότητα το έρημο κλαδί

αν μένεις

ποιος

χάνεται

το

πρόσωπο μου

στο τζάμι που το σχίζουν οι στάλες της βροχής

χάνεται…»

(Ν. Καρούζος)

 

 

 

-7. «Χάθηκε αυτός ο οδοιπόρος.

Είχε συνάξει λίγα φύλλα

ένα κλαδί γεμάτο φως

είχε πονέσει.

Και τώρα χάθηκε…

Αγγίζοντας αληθινά πουλιά στο έρεβος

αγγίζει νέους ουρανούς

η προσευχή του μάχη.

Έαρ μικρό έαρ βαθύ έαρ συντετριμμένο.»

(Ν. Καρούζος)

 

 

 

-9. «Που έχασα τα Πάντα, Μ’ εμπόδισε
Να χάσω Πράγματα μικρότερα.
Αν δε φαινόταν κάτι μεγαλύτερο
Από την Εκτροπή ενός Κόσμου από έναν Άξονα
Ή από του Ήλιου τον αφανισμό
Τόσο μεγάλο δεν θα ήταν βέβαια
Που να σηκώσω εγώ το Βλέμμα απ’ τη δουλειά μου
Για περιέργεια.»


(Έμιλυ Ντίκινσον)

 

 

 

-10. Της Έμιλυ Ντίκινσον

«Που έχασα τα Πάντα, Μ’ εμπόδισε»
Να χάσω Πράγματα μικρότερα.
Αν δε φαινόταν κάτι μεγαλύτερο
Από την Εκτροπή ενός Κόσμου από έναν Άξονα
Ή από του Ήλιου τον αφανισμό
Τόσο μεγάλο δεν θα ήταν βέβαια
Που να σηκώσω εγώ το Βλέμμα απ’ τη δουλειά μου
Για περιέργεια.

(http://popaganda.gr/piima-995/)

 

 

– 11. Βύρων Λεοντάρης, «Μέσα στο Ποίημα σε Χάνω»

Μέσα στο ποίημα σε χάνω. Έξω από μένα
άλλη ομορφιά σε παίρνει, αγαπημένη.
Τι θα γίνω και τι με περιμένει
σε άδειες αισθήσεις και χωρίς εσένα

που είσαι για μένα ό,τι είμαι και που τώρα
δεν είσαι μυστικό και πια δεν είμαι ό,τι είμαι.
Τι να μου κάνουν νοσταλγίες και μνήμες;
Το απτό με αρνιέται αυτή την άχρονη ώρα

το απτό που ήταν η τρέλλα μου και το άγχος
α, όλα αυτά που γίναν τώρα στίχοι…
Τι άδοξα που έχασα το στοίχη-
μα ανάμεσα στο «υπάρχω — δεν υπάρχω».

Να χάνω όσα είχα το άντεχα• μα εσύ ήσουν
και όσα ποτέ δε γίναν και δεν είχα.
Αυτά, πώς να τα χάσω αυτά που ματαιωθήκαν ;
Σε άλλη ομορφιά θ’ αγιάζουνε μαζί σου

λόγια που αρνήθηκαν να ειπωθούνε
αγγίγματα που πήραν πίσω το αίνιγμά τους
σημάδια του έρωτα και του θανάτου
γραφές που γράφτηκαν για να σβηστούνε.

Μέσα στο ποίημα σε χάνω και δεν ξέρω
εσύ μου φεύγεις ή εγώ σου φεύγω ;
Πώς σκοτεινιάζω απ’ το δικό σου φέγγος . . .
Και δε με θέλω πια και δε με ξέρω.

Σε άλλη ομορφιά φριχτή και δίχως έλεος
θα ‘σαι για πάντα, έξω από μένα, ωραία ωραία
τόσο άδικα τόσο άσπλαχνα ωραία…
Και δε με ξέρω πια και δε με θέλω.

(Βύρων Λεοντάρης, Ψυχοστασία, Ύψιλον)

 

 

 

-12. Λούλα Αναγνωστάκη, «Χάθηκα μες τη ζωή μου, χάθηκες μες τη βροχή…»

«Αύγουστος… ήλιος στη παραλία…
Φεύγουν τα πλοία… σ’ άλλα νησιά…
Φεύγουν οι φίλοι… φεύγουν τα πλοία…
Μια ησυχία στην ερημιά…
Χάθηκα… χάθηκα μες’ τη ζωή μου…
Χάθηκες… χάθηκες μες’ τη βροχή…
Σβήσανε τα φώτα στη παραλία…
Ηρθ’ ο Σεπτέμβρης… ηρθ’ η βροχή…
Φεύγαν οι φίλοι… φεύγαν τα πλοία…
πήγε χαμένη η εκδρομή…
Χάθηκα… χάθηκα μεσ’ τη ζωή μου…
Χάθηκες… χάθηκες μεσ’ τη βροχή…»

(https://www.klik.gr/gr/el/stories/loula-anagnostaki-chathika-mes-ti-zoi-mou-chathikes-mes-ti-brochi-2-2/)

 

 

-13. Γιάννης Αγγελάκας, «Ο χαμένος τα παίρνει όλα»

«Γλένταγες στους ουρανούς
με ζάρια και χαρτιά
και ξάφνου στα σκοτάδια μας
γκρεμίστηκες με φόρα.

Τώρα κρυώνεις και πεινάς
μ’ άστο σε μας,
για σένα βράζει αυτή
η άδεια κατσαρόλα.

Μη δίνεις σημασία
που όλα γίναν βιαστικά
κι αν δεν πρόλαβες να πεις
δυο τρία λόγια.

Το ξες πως είναι κερδισμένος τελικά
όποιος χαμογελάει μπροστά στην καρμανιόλα.

Άπλωνες στα σύννεφα τη τσόχα και με μιας,
έναν αιώνα κέρδιζες ποντάροντας μια ώρα.

Τώρα θυμώνεις, ξεφυσάς κι όλο ρωτάς
που σταματάει αυτή η άγρια κατηφόρα.

Μη δίνεις σημασία
που όλα γίναν βιαστικά
κι αν δεν πρόλαβες να πεις
δυο τρία λόγια.

Το ξες πως είναι κερδισμένος τελικά
όποιος χαμογελάει μπροστά στην καρμανιόλα.

Δεν πειράζει που δε σου `ρθε η ζαριά
τζογάρισες στο όνειρο κι είσαι έτοιμος για όλα.
Το λέει κι ένα τραγούδι που μας μάθαιναν παλιά…
ο χαμένος τα παίρνει όλα.

Μη γκρινιάζεις που δε σου `ρθε η ζαριά
τζογάρισες στο όνειρο κι είσαι έτοιμος για όλα.
Το λέει κι ένα τραγούδι που μας μάθαιναν παλιά
ο χαμένος τα παίρνει όλα.

 

 

 

 

-14. Βασίλη Κουντζάκη, [Χάνομαι]

 

-«Χάνομαι ένα Σάββατο

στο κέντρο της πόλης

την ώρα που αφηρημένα κατεβαίνουν

τα ρολά των μαγαζιών

κι επικρατεί μια περίεργη βοή

την ώρα που τα παπούτσια σου

με χάρη ακουμπούν

τις πλάκες του πεζοδρομίου

στο γυρισμό για το σπίτι»

 

(http://fractalart.gr/vasilis-kountzakis/)

 

 

  

-15. Σωτήρης Παστάκας, «Προτού χάσω το κορμί μου»

 

«Προτού χάσω το κορμί μου

έχασα το μυαλό μου- Πάμε πάλι:

Πριν χάσω το μυαλό μου

Έχασα το κορμί μου- Απ’ την αρχή:

Έχασα το μυαλό μου.

Έχασα το κορμί μου.

Πάμε πάλι από την αρχή:

Έχασα το κορμί μου.

Έχασα το μυαλό μου

Σε χέρια που μια νύχτα

Μου πρότειναν τρεμάμενη σάρκα»

 

http://www.bibliotheque.gr/article/12089

 

 

 

 

-16. “…Ξύπνησα ένα απόγευμα

στο Σαντιάγο της Χιλής

με την αίσθηση πως έχασα

τη μέρα μου. Χάνονται

οι μέρες όμοια στο Ρεσίφε,

στο Βανκούβερ, στο Τόκυο,

όπως και στην Αδελαΐδα.

Αποφάσισα λοιπόν, από ’δω

κι ύστερα να χάνω

τις μέρες μου στην Αθήνα,

κι απ’ τους αντίποδες φώναξα

«προσεχώς Ελλάδα»…”

 

(Σωτήρης Παστάκας, από το ποίημα «ΑΠΟ ΤΟ ΣΑΝΤΙΑΓΟ ΤΗΣ ΧΙΛΗΣ»)

 

 

 

 

 

-17. Χρυσάνθης Καραούλη, ΧΑΜΕΝΑ ΔΗΜΗΤΡΙΑΤΙΚΑ

 «Κάποτε είχα έναν κήπο, ξεχωριστό και ζηλευτό

για Σε τον φύτευα θυμάμαι, για Σε τον κάθε του βολβό

με υπομονή το σκαλιστήρι, έδινε τόπο στη χαρά

κάθε ζιζάνιο αφαιρούσα, ν’ ανθοφορήσει η σπορά.

 

Οκτώβρης θα ‘ταν…σαν και τώρα, του Αη-Δημήτρη η εποχή

τότε ο κήπος μου γελούσε κι έσφυζε από ζωή

Χρυσάνθεμα απ’ άκρη σ’ άκρη, μοσχοβολούσε ο καιρός

τέρπονταν χρώματα, μαγείες, ο άλλος μου ο εαυτός.

 

Στο χάδι σου παραμιλούσε, το όνομά σου προσευχή

ένα ανεπαίσθητο σημάδι…. έμεινε πάνω στο λαιμό

δυο λόγια σκόρπια στον αέρα, μου ψιθυρίζαν «σ’ αγαπώ».

 

Πέρασαν χρόνια, μοιάζει ψέμα, τούτη η θλιβερή στιγμή

ο κήπος ξέφτισε, κουρέλια…στην πονεμένη του καρδιά

κι εγώ Χρυσάνθεμα δεν βρίσκω να σου χαρίσω σαν παλιά.»

 

(http://fractalart.gr/monaxika/)

 

 

 

 

 

-18. Ελένης Δεληβοριά, «Έχασα τη θάλασσα»

 

«Έχασα τη θάλασσα!

Την είχα δει μπροστά μου.

Το ορκίζομαι!

 

Μύρισα την αλμύρα της

Και μέθυσα γλυκά.

Έλαμψε το ατελείωτο γαλάζιο της

Και με κάλεσε.

 

Τα κύματα μου έγνεφαν

ξανά και ξανά.

Ο ήχος τους

δροσερό τραγούδι έφτανε στα αυτιά μου.

 

Κι εκεί που το πέλμα μου ακουμπούσε

το βελούδο της αμμουδιάς

Χάθηκε από μπροστά μου.

Στο ορκίζομαι!

 

Μου ξύπνησε όλες μου τις αισθήσεις

Κι ύστερα χάθηκε!

Έχασα τη θάλασσα σου λέω!

 

Και τώρα σαν το ψάρι

που ξεβράστηκε στην ακρογιαλιά

σιγά-σιγά πεθαίνω.»

(http://fractalart.gr/exasa-ti-thalassa/)

 

 

 

 

 

Advertisements

Single Post Navigation

10 thoughts on “Πες το με ποίηση (231ο): «Χάνω – απώλεια»…

  1. Tι είχαμε, τι χάσαμε…
    Καλώς τονε κι ας άργησε…

    Δήμητρα Γαλάνη, Ευστάθιος Δράκος – Το Βαλς Των Χαμένων Μετά

    1. ΤΟ ΚΕΡΔΟΣ ΤΗΣ ΑΠΩΛΕΙΑΣ

    Κάτι, για να το χάσεις
    πρέπει κάποτε να το είχες.
    Κι αν κάποτε το είχες και τώρα όχι πια
    πλούσιος από την ανάμνησή του πάλι μένεις
    αφού και το χαμένο κάποτε ήταν κερδισμένο.

    Αλλοίμονο από κείνους που ποτέ
    δεν έχουν χάσει τίποτε
    που τίποτε να χάσουνε δεν έχουνε
    σ’ αυτόν τον κόσμο.

    Λένα Παππά, «Τα Ποιήματα» Β’

    ***

    2. ΕΧΑΣΑ ΤΟ ΔΡΟΜΟ ΜΟΥ

    Έχασα το δρόμο μου, βρέθηκα σε
    μια ξένη γειτονιά που δε μου θύμιζε
    τίποτε από τη δική μου.

    Ρώτησα μερικούς ανθρώπους αλλά
    δεν ήξεραν τίποτε να μου πουν.

    Όσο κι αν έψαχνα άλλους δρόμους
    τόσο και σε πιο απόξενες τοποθεσίες
    βρισκόμουν κι όταν έστριψα ακόμα
    σ’ ένα δρόμο η αγωνία μου κορυφώθηκε·
    στο τέρμα αυτού του δρόμου ήταν μια
    απόκρημνη ακτή με μια θάλασσα φουρτουνιασμένη.

    Στη γειτονιά μου δεν βρίσκεται
    καμιά θάλασσα. Έχασα το δρόμο μου.

    ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ, Ανάποδα γυρίσαν τα ρολόγια

    Μάλαμας – Τίποτα δε χάθηκε

    3. ΤΙΠΟΤΑ ΔΕ ΧΑΘΗΚΕ

    Τίποτα δε χάθηκε ποτέ από κανέναν
    ούτε ένα αστέρι δε ξεστράτισε ποτέ.
    Κανένας δεν υπέφερε για πάντα στα χαμένα
    κανείς δεν πέθανε ποτέ ωραίε μου εαυτέ.

    Κι αν είναι λόγια δύσκολα είναι τ’ αγαπημένα
    κι αν τα πιστεύεις γεια χαρά και φεύγω ήσυχα.
    Τίποτα δεν πέρασε ούτε και θα γυρίσει
    όλα συμβαίνουν τώρα όλα σε μια στιγμή.

    Παράφορη εποχή κι η μέρα όμορφη
    η μέρα δύσκολη μια πρόκληση ζωής
    αθάνατοι θνητοί…

    ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΜΑΛΑΜΑΣ

    ***

    4. ΣΑ ΝΑ ΜΗ Σ’ ΕΧΩ ΧΑΣΕΙ ΠΟΤΕ

    Τώρα που κινδυνεύω να σ’ έχω ή να μη σ’ έχω
    που έχουν περάσει η λησμονιά κι η ελπίδα σα μια καταιγίδα
    από πάνω μου
    ξανατρέχω για μια τελευταία φορά τον ίδιο το δρόμο.

    Μπορεί να ξανασυναντήσω μέσα σ’ όλες τις νύχτες τον ίσκιο σου,
    μπορεί να με συνεπάρεις, ξανά, όπως ο καθαρός αυτός ουρανός,
    τούτο το απόγευμα που αναπαύεται μέσα μου.

    Πρώτη φορά δοκιμάζω τόση άνεση,
    ο άνεμος έρχεται σαν ένα μικρό θαύμα
    και κουβεντιάζει μαζί μου.

    Ακούω το φως που περπατά πάνω στα φύλλα.
    Σα να μη σ’ έχω χάσει ποτέ,
    να μην έχεις περάσει απ’ τον ύπνο μου.

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΤΟΓΙΑΝΝΙΔΗΣ

    ***

    5. ΜΕ ΣΥΓΧΩΡΕΙΤΕ, ΜΗΠΩΣ ΒΡΗΚΑΤΕ ΚΑΤΙ ΧΑΜΕΝΟ

    Κάτι συμβαίνει καμιά φορά,
    Χωρίς να ξέρεις τι,
    Όμως το νιώθεις: κάτι έχει χαθεί
    Και αρχίζεις να ψαχουλεύεις
    Στις τσέπες βαθιά, πολύ βαθιά
    Άσκοπα σχεδόν, εντελώς άσκοπα
    Γι’ αυτό σας παρακαλώ, να ρωτήσω:

    -Βρήκε μήπως κανείς έναν Κόσμο;
    Σου συμβαίνει καθώς περπατάς
    Το πρωί ή και το σούρουπο
    Σαστίζεις ξαφνικά
    Καθώς έτυχε κι έχασες κάτι
    Τα χέρια στις τσέπες βαθιά
    Αρχίζουν να ψάχνουν εις μάτην

    Γι’ αυτό σας παρακαλώ να ρωτήσω ξανά:
    -Μήπως βρήκε κανείς έναν Κόσμο;

    Rudolf Marku, μετάφραση από τα αλβανικά: Valbona Hysi
    [Ο θάνατος διαβάζει εφημερίδα, 1995]

    Τίποτα δεν πάει χαμένο – Αλεξίου

    6. ΔΕΝ ΕΧΑΣΑ ΤΙΠΟΤΑ

    Είμαι ακόμα εδώ, ο ήλιος γυρίζει
    πίσω απ’ την πλάτη μου σαν γεράκι
    και η φωνή της γης ενώνεται με τη δική μου φωνή.

    Ο χρόνος αρχίζει ξανά ιδωμένος
    από το μάτι που ανακαλύπτει και πάλι το φως.

    Δεν έχασα τίποτα.
    Να χάσω και να πάω πέρα
    από το διάγραμμα του απέραντου ουρανού
    κίνηση ονείρου, ποτάμι
    γεμάτο από φύλλα.

    Σωτήρης Τριβιζάς

    Διονύσης Σαββόπουλος – Τα παιδιά που χάθηκαν

    7. ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΠΟΥ ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ ΤΑ ΧΑΝΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΟΛΑ

    Στον κόσμο που γεννήθηκα
    τα χάνει κανείς όλα
    τις λέξεις τρώει ο καιρός
    και μέσα από τις λέξεις
    φαγώνονται τα μάτια
    τα φιλιά
    ακόμα κι η ανάγκη να υποφέρεις.

    ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ-ΡΟΥΚ

    ***

    8. Ο ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΤΗΣ ΣΤΑΘΕΡΗΣ ΑΠΩΛΕΙΑΣ

    Στον Αντώνη Φωστιέρη

    Δε θα ’μαστε ποτέ
    αυτό που είμαστε στιγμιαία
    αλλ’ είναι θρίαμβος
    αυτή η σταθερή απώλεια.

    Σώζεται μόνο
    η σιωπή του φύλλου
    σκουραίνει το σώμα
    μαζί με τη μέρα
    ως της νύχτας την απρόσμενη
    λάμψη του μαύρου.

    Θραύσματα ζωής
    αντικαταστούν τα χρώματα
    στις μικρές απεικονίσεις
    του ονείρου
    αμυχές
    τις σκιές φωτός
    στο προσωρινό δέρμα.

    Τυφλή στο τόσο μαύρο
    ζήταγα θεό
    και μου ’διναν ένα μονάχα
    δάχτυλο για να τριφτώ
    θριαμβεύω τώρα
    στα πιο κρυφά μέρη
    που συλλαμβάνεται
    η ιδέα: εδώ
    μαθαίνω επιτέλους
    πώς θα φύγω πρώτη.

    KATΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ-ΡΟΥΚ

    ΤΑ ‘ΧΕΙ ΧΑΣΕΙ ΟΛΑ, ΝΙΚΟΣ ΞΥΔΑΚΗΣ

    9. ΤΑ ‘ΧΕΙ ΧΑΣΕΙ ΟΛΑ

    Γύρω γύρω το σκοτάδι
    Κι είναι μήνας Αύγουστος
    Και στη μέση ένας μάγκας
    Να χορεύει μες στο φως

    Τά’ χει χάσει όλα
    Κι ήτανε σε όλα
    Άρχοντας και δυνατός
    Τώρα πώς γυρίζει
    Στο χορό λυγίζει
    Κι είναι μόνος του ο φτωχός.

    Νίκος Ξυδάκης

    ***

    10. ΑΝ ΕΧΕΙΣ ΧΑΣΕΙ

    Αν έχεις χάσει τ’ όνομά σου
    θ’ ανακαταλάβουμε τη βελονιά των πιο μοναχικών
    δρόμων
    για να σε καλέσουμε δίχως να σε κατονομάσουμε.

    Αν έχεις χάσει το σπίτι σου,
    θα ξεγελάσουμε τους φρουρούς της
    φυλακής
    ώσπου να τους αφήσουμε με τη σκιά τους και δίχως τους
    τοίχους τους.

    Αν έχεις χάσει την αγάπη
    θα δημοσιεύσουμε μια μεγάλη αναγγελία από περιστέρια
    γυμνά
    για να καθυστερήσουμε τη ζωή και να σου δώσουμε χρόνο.

    Αν έχεις χάσει τα όριά σου,
    θα διατρέξουμε τον αιματηρό λαβύρινθο
    ώσπου να υψώσουμε άλλη μορφή από τα βάθη του.

    Αν έχεις χάσει την ηχώ σου ή την προέλευσή σου,
    θα τις ψάξουμε, αλλά προς τα μπροστά,
    στον τελικό ναό των προελεύσεων.

    Μόνο αν έχεις χάσει την απώλειά σου,
    θα κόψουμε ένα νήμα
    για να ξεκινήσουμε απ’ την αρχή.

    Roberto Juarroz (μετάφρ.: Nathalie)

    Νατάσσα Μποφίλιου – Σ’ έχω βρει και σε χάνω

    11. ΧΑΜΕΝΑ ΧΡΟΝΙΑ

    Όλοι μας έχουμε χαμένα χρόνια.
    Άλλοτε τρία, άλλοτε επτά, άλλο¬τε παραπάνω.
    Όμως τα είκοσι κλείνουν ωραίο κύκλο.
    Μπορούνε γύρω του να νοσταλ¬γούνε,
    χωρίς τον πανικό που φέρνουν τα χαμένα χρόνια μιας ολόκληρης ζωής.
    Κι έπειτα τι θα σήμαινε να ‘χα κερδίσει είκοσι χρόνια,
    που μετακινούνται κάθε που κοι¬τάζω προς τα πίσω.

    Αδιάκοπη πρόοδο βάσει σχεδίου,
    συνεχή παραγωγή, ανεβασμένη απόδοση,
    αναγνώριση στην ώρα της και α¬νάλογες τιμές;
    ανάλογες είκοσι χρόνια ανώφελα, χαμένα,
    που μόνο αυτά πρόσφεραν ευ¬καιρίες για ονειρικές ζωές,
    γεμάτες δυνατότητες που δεν πραγματώνονταν ποτέ.

    Για απολαύσεις από την ταύτιση,
    με πρόσωπα που δεν επρόκειτο να γίνουν,
    για τέρψεις και ενοχές, απ’ την αέναη τροποποίηση των στόχων.
    Για ανεπιφύλακτες αποδοχές.
    Για έντρομες απορρίψεις.

    Είκοσι χαμένα χρόνια πάντα χρειάζονται για ένα φιλόδοξο παρόν.

    ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ, Η ηδονή των παρατάσεων

    Χαμένα χρόνια- Χάρις Αλεξίου

    12. ΧΑΜΕΝΑ ΧΡΟΝΙΑ

    Αχ, και να γύριζαν, να ‘ρχονταν πίσω
    τα χρόνια που έζησα πριν σ’ αγαπήσω!
    Χρόνια αμνημόνευτα σα να ‘ταν ξένα
    τα χρόνια που έζησα χωρίς εσένα.

    Ποτάμι που ‘τρεξε μες σε λιθάρια
    και δεν επότισε μηδέ χορτάρια,
    κι η γη το ρούφηξε στ’ άφωτα βάθη
    κι ως και τ’ χνάρι του για πάντα εχάθη.

    Αχ, και να γύριζαν να διπλοζήσω,
    αγάπη αδιάκοπη να σου χαρίσω,
    και να ‘σαι η πρώτη μου, εσύ η στερνή μου,
    από τη γέννα μου κι ως τη θανή μου.

    Μισή σου χάρισα ζωή μονάχα.
    Ζωές αμέτρητες ήθελα να ‘χα,
    έτσι όπως πρέπει σου να σ’ αγαπήσω.
    Αχ, και να γύριζαν τα χρόνια πίσω!

    ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΟΛΕΜΗΣ

    Aς χαθείς – Χρήστος Θηβαίος

    13. ΠΕΘΑΙΝΟΝΤΑΣ ΜΕΣ ΣΤΗ ΧΑΜΕΝΗ ΟΙΚΕΙΟΤΗΤΑ

    Έτσι όπως εξελίχθηκε η αρρώστια μου,
    βοήθησαν πολλοί να μην πεθάνω γρήγορα,
    με αιμοδοσίες άμεσες και έμμεσες, κυριολεκτικές και μεταφορικές.

    Μαζί με το αίμα τους μου έφερναν και κάποιο λουλούδι,
    και κάποια παρουσία που με ξάφνιασε, γιατί είχα πολύ
    καιρό να μιλήσω
    με άνθρωπο.

    Κι έτσι η αναπάντεχη συγκίνηση ήταν πολύ πιο δυνατή
    από τον σωματικό πόνο,
    και το τέλος ερχόταν πιο γρήγορα κι ανώδυνα.

    Τους ευχαριστώ όλους για τη γλυκιά μουσική και τη
    δυνατή μορφίνη τους.

    ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΣ (1946-2011)

    Χαμένα Όνειρα -Ζωή Κουρούκλη

    14. XANΩ TO XΡONO MOY

    Χάνω το χρόνο μου εργατικός σαν τη μέλισσα 

    μ’ ενδιαφέρει μια δημοκρατία του συναισθήματος

    μ’ ενδιαφέρει αυτό που αφαιρετικά λέμε αλήθεια
    και που πάντα χάνεται ώσπου να μικρύνει τόσο
    στις προτάσεις του ορθολογισμού


    μ’ ενδιαφέρει η ακροαματικότητα της γλώσσας 

    το ίδιο με την αφηγηματικότητα της

    μ’ ενδιαφέρει η ευδαιμονία όπως αν ήμουν μέλισσα

    θα με ενδιέφερε το νέκταρ
    μ’ ενδιαφέρει η μαγεία που δεν είναι μαγεία
    και τα μύχια της αρμονίας μυστικά 


    μ’ ενδιαφέρει η σύνταξη που κρύβει τα μυστικά της παντού
    μ’ ενδιαφέρουν τα κείμενα, οι παύσεις τους, η στίξη
    οι εκθλίψεις, οι αποκοπές, οι αφαιρέσεις,

    οι ασκήσεις γραμματικής στο δημοτικό


    αναζητώ εντατικά μιαν αισθητική δημοκρατία της ανάγνωσης
    αναζητώ τις πολλαπλές ερμηνείες στις γραμμές των κειμένων
    τις υπερκείμενες τις υποκείμενες και τις ενδιάμεσες
    μ’ ενδιαφέρει η απαγγελία ως φορέας συνθετικού νοήματος

    η κρυμμένη μουσική του κόσμου 

    η αρμονία που λέμε μέτρο κι η στον στίχο επανάληψη
    μ’ ενδιαφέρει η διαμόρφωση του βιώματος 

    μ’ οδηγό τις ας πούμε παραπάνω αρχές

    Στρατής Φάβρος

    ΚΑΙ ΘΑ ΧΑΘΩ – Ισιδώρα Σιδέρη

  2. Γεια σου, Αγγελική!!! Να ‘μαστε πάλι εδώ, στις επάλξεις της ποίησης!!!
    Καλό φθινόπωρο!!!

    -Μάνου Μαυρομουστακάκη, «Έχασα το λεωφορείο»

    «Θεέ μου το λεωφορείο.
    Πόσες στάσεις να κουβάλησε μέχρι τη δική μου;
    Πόσες αποσκευές;
    Το είδα μπροστά μου, στα πενήντα μέτρα.
    Το είδα που κοντοστάθηκε.
    Έτρεξα να το προλάβω.
    Έτρεξε κι εκείνο, να μη το προλάβω.
    Είδα τις αποσκευές του να κοιτούν πίσω από τα τζάμια.
    Τις στάσεις του να κάθονται στα καθίσματα του.
    Τί που χειρονομούσα με ζέση τροχονόμου;
    «Κύριε αργήσατε»
    Το είπα στον εαυτό μου με ενδιάμεσα λαχανιάσματα.
    «Δεν ωφελεί να καταριέστε».
    «Κύριε συνεχίστε για τη στάση σας. Το επόμενο μπορεί επίσης
    να μην έχει υπομονή».
    Το σηκωμένο μου χέρι, εν είδει υαλοκαθαριστήρα σκούπισε
    την εικόνα του λεωφορείου, που το κατάπιε ο δρόμος του.
    Στροφή ενεννήντα μοιρών, για τη στάση μου.
    Εκεί που το επόμενο λεωφορείο θα με έκανε αποσκευή.
    Χαμογέλασα.
    Ωχ αδελφέ, ας είναι.
    Η επόμενη γυναίκα θα φθάσει οσονούπω.»

    (http://fractalart.gr/exasa-to-lewforeio/)

    -Σωτήρης Παστάκας, “Χαμένο Κορμί”

    Ένα χαμένο κορμί
    είναι ο ιδανικός μουσαφίρης.
    Κάθεται και δεν πιάνει
    χώρο στον καναπέ.
    Αποπατεί και δεν λερώνει.
    Αντιμετωπίζει το μόχθο
    και τα κειμήλια εκατό χρόνων
    οικογενειακής ζωής σαν ένα
    σκηνικό που στήθηκε
    για τις ανάγκες της παραμονής του.
    Μόνον όταν αποχωρεί
    τρομάζουν οι οικοδεσπότες.
    Για τέσσερις μέρες
    φιλοξενούσαν ένα φάντασμα.

    (Σωτήρης Παστάκας, “Χαμένο Κορμί”, εκδ. Μελάνι 2010)

    -Ελίζαμπεθ Μπίσοπ, «Μία τέχνη»

    «Την τέχνη της απώλειας δεν είναι δύσκολο να μάθεις.
    Τόσα πολλά πράγματα μοιάζουν αποφασισμένα
    να χαθούν που η απώλειά τους καταστροφή δεν είναι.
    Χάνε κάτι κάθε μέρα. Αποδέξου το νευρίασμα
    των χαμένων κλειδιών, της κακοξοδεμένης ώρας.
    Την τέχνη της απώλειας δεν είναι δύσκολο να μάθεις.
    Ύστερα εξασκήσου να χάνεις περισσότερα, να χάνεις
    γρηγορότερα: τόπους κι ονόματα, και το πού σκόπευες
    να ταξιδέψεις. Τίποτα απ’ αυτά καταστροφή δεν φέρνει.
    Έχασα της μητέρας το ρολόι. Και κοίτα! το τελευταίο,
    ή το προτελευταίο, από τρία αγαπημένα σπίτια πάει.
    Την τέχνη της απώλειας δεν είναι δύσκολο να μάθεις.
    Έχασα δυο πόλεις, αξιολάτρευτες. Και, ακόμη πιο τεράστιους,
    κάποιους δικούς μου κόσμους, δυο ποταμούς, μιαν ήπειρο.
    Μου λείπουν, μα δεν ήταν δα καταστροφή.
    Ακόμη και χάνοντας εσένα (την αστειευόμενη φωνή,
    μια χειρονομία που αγαπώ) ψέματα δεν θα ‘χω πει. Προφανώς
    την τέχνη της απώλειας δεν παραείναι δύσκολο να μάθεις
    αν και μπορεί να μοιάζει με (Γραφ’ το!) με καταστροφή.»

    (https://dimartblog.com/2014/10/10/elizabeth-bishop-2/)

    -Χρήστου Γνωμικού, «Χαμένο Μοιρολόι»

    «Εκείνα που ήταν μόνα τους,
    έκλαψαν…
    Η φωνή τους όσο και
    να στριγκλίζει,
    δεν συγκρίνεται
    ούτε δράμι με αυτή
    της καρδιάς,
    που έχει σιωπήσει μες
    στα ουρλιαχτά της…
    Είναι σαν χείμαρρος
    απόγνωσης,
    μέσα
    σε μια πλειάδα
    λόγων και
    ξεσπασμάτων…
    Η αγωνιά της μεγαλώνει,
    η ελπίδα της
    να την βρει ζωντανή,
    μικραίνει…
    Που να το έπλαθαν
    όλες αυτές
    οι καρδιές
    που γαντζώθηκαν εδώ,
    να παλμοχτυπούν
    τόσο,
    που η μια ψαύει
    την άλλη…»
    (https://itravelpoetry.com/2018/01/26/xameno-moiroloi/)

  3. 15. Η ΚΑΤΑΛΗΞΗ

    Είναι μια διαδικασία σταδιακής εξαπατήσεως.
    Σ’ τα δίνουν πρώτα όλα: νεότητα, σφρίγος, γονείς, φίλους, αγάπη,
    και πριν προλάβεις καν να καταλάβεις τι σημαίνουν όλ’ αυτά,
    αρχίζουν να σου τα παίρνουν μέσ’ από τα χέρια, να σε κοροϊδεύουν.

    Χάνουμε, χάνουμε ολοένα: σαν να μας κλέβουν στα χαρτιά.

    Είναι μια, βασανιστικά αργή, διεξοδική ιστορία πτωχεύσεως.
    Ένα ένα πέφτουν τα λογής περιβλήματά μας,
    πέφτουν τα ωραία, απατηλά στηρίγματα της νιότης
    γίνεται άγριο, ανελέητο κοσκίνισμα.

    Τέλος,
    μένουν ελάχιστα, δυο τρία πράγματα, σε μιαν ολάκερη ζωή,
    αληθινά δικά μας.

    ΑΝΕΣΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ

    ***

    16. ΑΠΩΛΕΙΑ

    Δεν υπάρχει ζωή που
    να μην είναι αθάνατη
    έστω και για μια ελάχιστη στιγμή.
    Ο θάνατος φτάνει πάντα καθυστερημένος
    μετά από εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή.

    Βισουάβα Σιμπόρσκα

    ***

    17. ΣΧΟΛΙΟ

    Ίσως στη διάρκεια των μετακομίσεων
    από τη μια στην άλλη χώρα
    ή από τη μια δεκαετία στην άλλη
    ή από τη μια στην άλλην εκδοχή
    ή ακόμη
    στη διάρκεια τόσων ταραχών
    τόσων συγκλονισμών, τόσων θανάτων
    χάθηκαν πράγματα πολλά
    πολλά και χρήσιμα
    – πολύτιμα αντικείμενα, κειμήλια
    συμβόλαια, χάρτες, σκαριφήματα
    τεκμήρια κι αποδείξεις δικαιωμάτων

    Αυτές λοιπόν οι απώλειες μας καθόρισαν
    Αυτές προσδιόρισαν το τότε μέλλον
    – σήμερα ξοδευμένο παρελθόν –
    δεσμευτικά οριοθετώντας τη ζωή μας

    Μα
    δεν υπάρχει λόγος να το σκέφτεσαι
    γιατί κι αν είχαν
    οι απώλειες αυτές αποφευχθεί
    άλλες θα είχαν πιθανόν συμβεί στη θέση τους
    που θα καθόριζαν εκείνες – πάλιν ερήμην μας –
    το μέλλον της ανύποπτης ζωής μας
    Δεν έχουν νόημα συνεπώς οι μεταμέλειες

    Όποιες κι αν ήταν οι αποκλίσεις, τελικά
    στον ίδιο δρόμο θα μας οδηγούσαν
    Στην ίδιαν έρημο ξανά θα οδοιπορούσαμε
    βασανισμένοι από ήλιο κι άμμο
    ψάχνοντας ένα μήνυμα ουρανού
    διψώντας για νερό και δικαιοσύνη

    Στην ίδιαν έρημο θα γυάλιζαν τα οστά μας

    Ορέστης Αλεξάκης, Το ρόπτρο (2014)

    ***

    18. ΑΠΩΛΕΙΑ ΥΨΟΥΣ

    Είναι ο ουρανός
    Σε ελεύθερη πτώση
    Κι εσύ τρομάζεις
    Στον ελάχιστο σεισμό
    Μην τυχόν χάσεις τη γη
    Κάτω απ’ τα πόδια σου

    Ίσως και να ζηλεύω
    Που έχεις τα μάτια σου ανοιχτά
    Κι εγώ χαζεύω
    Σκοντάφτοντας εδώ κι εκεί
    Μετρώντας πόσο χαμήλωσε
    Ο ορίζοντας των παιδιών
    Ελπίζοντας πως θα έρθει μια μέρα
    Που αψηφώντας τη βαρύτητα
    Θα πέφτουμε προς τ’ άστρα

    Ίσως και να ζηλεύω
    Που εσύ πατάς στα πόδια σου
    Κι εγώ μιλάω για πράγματα ανεδαφικά
    Όμως ρε φίλε θυμάσαι τι μπόι
    Ρίχναμε σε μια νύχτα μέσα
    Και ξυπνούσαμε έτοιμοι
    Να αρπάξουμε τον ουρανό από τα πόδια;

    Ενώ τώρα
    Κρέμεται πάνω απ’ τα κεφάλια μας
    Κι ούτε ματιά δεν του ρίχνεις
    Μόνο αν τύχει και βρέξει
    Τότε τον βλαστημάς
    Που τόλμησε να κλάψει
    Για το ύψος που έχασε
    Στα μάτια των παιδιών

    ΘΩΜΑΣ ΙΩΑΝΝΟΥ, Ιπποκράτους 115

    Να μη χαθείς ποτέ από τη ζωή μου – Μαρινέλλα

    19. ΑΠΩΛΕΙΑ ΕΝΟΣ ΠΟΛΥΤΙΜΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

    Έναν πολύτιμο άνθρωπο έχεις χάσει.
    Τ’ ότι έφυγε από σένα, δεν είναι απόδειξη
    Ότι πολύτιμος δεν είναι. Παραδέξου το:
    Έναν πολύτιμο άνθρωπο έχεις χάσει.

    Έναν πολύτιμο άνθρωπο έχεις χάσει.

    Έφυγε από σένα, γιατί υπηρετούσες μια καλή υπόθεση
    Κι αυτός πήγε μια τιποτένια να υπηρετήσει.
    Παραδέξου το, όμως:
    Έναν πολύτιμο άνθρωπο έχεις χάσει.

    ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ

    ***

    20. Όποιος δεν έχασε ποτέ του τίποτα
    θα δώσει μιαν ερμηνεία διαφορετική
    πιστεύοντας πως τα καταλαβαίνει όλα,

    αλλά πώς γίνεται να καταλάβεις το ποίημα
    άμα δεν το ακούσεις να διαβάζεται από τα βάθη της καρδιάς;

    Μεχμέτ Γιασίν, «Άγγελοι Εκδικητές» , Βακχικόν, μτφρ. Ζ. Δ. Αϊναλής

    ***

    21. ΜΗ ΧΑΝΕΙΣ ΤΟ ΘΑΡΡΟΣ ΣΟΥ

    Μη χάνεις το θάρρος σου, εμείς πάντα το ξέραμε
    πως δε χωράει μέσα στους τέσσερις τοίχους
    το μεγάλο μας όνειρο.

    Εμάς τα σπίτια μας είναι όλοι οι δρόμοι
    που στα σπλάχνα τους κοιμούνται
    τόσοι σκοτωμένοι.

    Θα θυμάμαι πάντοτε τα φιλιά σου που
    κελαηδούσαν σαν πουλιά θα θυμάμαι
    τα μάτια σου φλογερά και μεγάλα
    σαν δυο νύχτες έρωτα μέσα στον άγριο πόλεμο.

    ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

    ***

    22. Το να χάνεις κάποιον,
    σημαίνει το να χάνεις όχι μόνο το ίδιο το πρόσωπο,
    αλλά και όλους εκείνους τους τρόπους
    και τις εκδηλώσεις,
    μέσα από τις οποίες το πρόσωπο αυτό
    έχει φανεί προς τα έξω.

    Έτσι ώστε κάποιος,
    χάνοντας ένα αγαπημένο πρόσωπο,
    μπορεί να ανακαλύψει
    πως τόσα πολλά πράγματα,
    εικόνες,
    ποιήματα,
    μελωδίες,
    τόποι,
    είναι κι αυτά χαμένα…

    IRIS MURDOCH: ΕΝΑ ΚΟΜΜΕΝΟ ΚΕΦΑΛΙ

    ***

    23. Η ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΑΠΩΛΕΙΑΣ

    Η εξορία κι οι αρίφνητές της απώλειες
    με κάναν πολύ ελαφριά με τα αντικείμενα
    λίγο κτητική
    Πια δεν μ’ ενδιαφέρει να συντηρώ μια πολυάριθμη βιβλιοθήκη
    (ματαιότης ματαιοτήτων)
    ούτε συλλέγω πέτρες
    μπουκάλια κάδρα
    αναπτήρες
    πένες φτερά –έτσι τα λέγαν όταν ήμουν παιδί
    τα άπιαστα και λαχταριστά στυλό μελάνης
    Parker και Mont Blanc–
    ούτε χρειάζομαι ένα ευρύχωρο σαλόνι για να γράφω
    καταφύγιο από τους θορύβους του δρόμου
    και τους θορύβους μέσα μου

    Η εξορία κι οι αρίφνητές της απώλειες
    με κάναν γενναιόδωρη
    Δωρίζω ό,τι δεν έχω -λεφτά, ποιήματα, οργασμούς-
    μου άφησε τις ρίζες στον άνεμο
    σαν νεύρα καταδικασμένου
    Γυμνωμένη
    φτωχή
    κυρία του χρόνου μου
    Κι ούτε με κείνον πάλι φείδομαι
    θα’ ταν γελοίο να καμώνομαι πως φέρνω βόλτα
    ένα παντελώς άγνωστο αγαθό.

    Κριστίνα Πέρι – Ρόσσι, “Κατάσταση εξορίας”, Μετ: Νικηφόρος Ερράντες

    ***

    24. ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΣΤΕΓΗΣ

    Κύριε
    μη μας πάρεις κι άλλο
    τις απώλειές μας.

    Δεν έχουμε πού αλλού να μείνουμε.

    ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ, Μεταφερθήκαμε παραπλεύρως

    ***

    25. ΔΕΝ ΑΠΩΛΕΣΑ ΤΙΠΟΤΑ

    Είμαι ακόμη εδώ, ο ήλιος στριφογυρνά
    στους ώμους, όπως το γεράκι και η γη
    αντηχεί τη φωνή μου στη δική σου.
    Και ξαναρχίζει ο καιρός φανερός
    στο βλέμμα που ανακαλύπτει πάλι το φως.

    Δεν απώλεσα τίποτα.
    Η απώλεια είναι να πηγαίνεις παραπέρα
    απ’ ένα διάγραμμα τ’ ουρανού
    κατά τη διάρκεια κινήσεων ονειρικών, ένας ποταμός
    γεμάτος φύλλα.

    SALVATORE QUASIMODO, μτφρ.: Βασίλης Ρούβαλης

  4. -Μαρία Πολυδούρη, «Χαμένα»

    «Προσμένω είν’ η ψυχή μου ελπίδα
    στη νύχτα τη τρισκοτεινή
    τον ήλιο τέτοιο που πρωτοείδα
    εκεί αντικρύ μου να φανεί.

    Προσμένω που σημαίνουν τώρα
    στριγγές φωνές τον χαλασμό,
    προσμένω τη γαλήνιαν ώρα,
    τον βραδινό χαιρετισμό.

    Στη ξερασιά τώρα το χιόνι
    που ‘χει σα σάβανο απλωθεί,
    το μακρεμένο χελιδόνι
    προσμένω πως θα ξαναρθεί.

    Όλα προσμένω τα χαμένα
    κι η ελπίδα μάγισσα μια γρια
    που λέει πως έρχοντ’ ολοένα
    οι σκιες που χάνονται μακριά.»

    -Έκτωρ Κακναβάτος, «Χάθηκες μέσα σε κάτι άσπρο»

    Η φλόγα κόρωσε μόλις αγγίξανε δυο σύμφωνα
    ο δρόμος στένευε με λέξεις ψόφιες
    που μυρίζανε.
    Χάθηκες μέσα σε κάτι άσπρο.
    Τοίχοι, αφίσες, η πρώτη του μονόπρακτου:
    ΘΑΝΑΤΟΣ ΠΑΝΤΕΠΟΠΤΗΣ
    Σκεφτόμουνα πλάι σε ρουμπινέτα
    το πρόβλημα του Αίγισθου:
    διαβήτες, Κλυταιμνήστρες, τρίγωνα
    τα τσιγάρα μου που τελείωσαν
    το πρόβλημα της αποχέτευσης
    σε διαμερίσματα Ερινύων
    το δυσκίνητο λεωφορείο
    ΑΝΩ ΛΙΟΣΑ – ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ
    το κοφτερό τσεκούρι
    η μόνη λύση σε Μυκήνες.
    Κόφ’ το λοιπόν να τελειώνουμε.

    (http://eisvathos.blogspot.com/2015/07/blog-post_1.html)

    -Μ. Λουντέμης – «Πού χάθηκες κοριτσάκι;»

    «Μυρτώ … Μυρτώ…»
    Γέμισα τον κόσμο.
    Έσπειρα τον κόσμο με τ’ όνομά σου.
    Μα εσύ δεν βρέθηκες.

    Ποιοι σε πήραν κοριτσάκι;
    Ποια φτερά σε σήκωσαν απ’ τη ζωή;
    Ρωτώ τους δρόμους:
    «Μην ακούσατε κάτι βηματάκια; -ήταν πολύ αλαφρά».
    Κείνοι πνίγονται στη σκόνη.
    Δεν απαντούν.

    Ποιοι σε πήραν κοριτσάκι;
    Αν μου το ‘καναν αυτό οι ουρανοί,
    πώς μπόρεσαν;
    Πώς μπόρεσαν κείνοι να σ’ αγαπήσουν
    πιο πολύ απ’ τον πατέρα;

    Ρωτώ τους αέρηδες – αυτούς που ‘ρχονται απ’ τα δάση,
    απ’ τη γη, απ’ τις θάλασσες.
    «Ήταν κάτι λογάκια που μύριζαν πασκαλιά –
    μην τ’ άκουσε κανείς;»
    Κείνοι βογκούν –σαν λαίμαργα πουλιά – Και φεύγουν.

    Πού χάθηκες κοριτσάκι;
    Ρωτώ τα φύλλα, τα καΐκια, τους ατμούς.
    Τα μπουμπούκια που ξεκίνησαν απ’ την ανυπαρξία.
    Τα σύννεφα …
    «Μην είδατε ένα προσωπάκι; – Ήταν πολύ αχνό».
    Σωπαίνουν.

    Πού χάθηκες κοριτσάκι;
    Τα μάτια μου θα σ’ έβρισκαν –
    και δίχως φως.
    Και δίχως ήλιο – θα σ’ έπιαναν τα δάχτυλά μου.
    Πώς χάθηκες λοιπόν μικρό μου;
    Πότε μεγάλωσε τόσο πολύ ο κόσμος,
    ώστε να μπορέσεις να χαθείς εσύ;

    Εγώ θα σ’ έβρισκα…
    Ας είσαι μικρό σαν το χνουδάκι.
    Σαν πεταλούδα ας είσα αλαφρό
    Αδύνατο, σαν τη φλογίτσα του κεριού, ας είσαι.
    Εγώ θα σ’ έβρισκα.

    Γιατί σωπαίνεις; Γιατί σωπαίνεις, λοιπόν, κοριτσάκι;
    Αν δεν μπορείς να τραγουδήσεις.
    Αν δεν μπορείς να τους πεις να με φωνάξουν.
    Τότε κλάψε, κοριτσάκι. Κλάψε!
    Και τ’ αυτιά μου θα σ’ ακούσουν
    Κι ύστερα ας μην ακούσουν πια»

    (http://aretimaurogianni9.blogspot.com/2012/12/blog-post_1441.html)

    -Γιώργος Κοροπούλης, Ωραίο μάθημα στα χαμένα παιδιά

    Ωραία παιδιά κατάχαμα κυλάει
    το πιο ωραίο ρόδο απ’ το στεφάνι σας.
    Αδράξτε κάθε τι που προσπερνάει
    μα αν σε βιτρίνα εμπρός βρεθεί η χάρη σας
    ή σε γκισέ φυλάξτε το τομάρι σας.
    Θυμάστε Κόλε Ντε Καγιέ τον λέγανε
    το άσυλο εμπιστεύτηκε ναι σαν κι εσάς,
    σημάδεψε ο μπάτσος και τον ξέκανε.
    Θυμάστε Κόλε Ντε Καγιέ τον λέγανε.

    Παιχνίδι ειν’ η ζωή μα όχι για ψιλά
    χάνεται η ψυχή κι ίσως το σώμα..
    Αν χάσετε δεν έχει θέση εκεί ψηλά
    ποιο μπαρ θα σε δεχτεί αν είσαι λιώμα;
    Μα κι αν κερδίσετε θα `ναι μια ακόμα
    γυναίκα που λαμπάδιασε σαν άχυρο
    για μια μονάχα νύχτα σας το λέω μα
    για τόσα λίγα κρίμα τέτοιο ενέχυρο.
    Γυναίκα που λαμπάδιασε σαν άχυρο.

    Καθένας ας μ’ ακούσει και συμπέρασμα
    θα βγάλει πως απλές αλήθειες λέω.
    Χειμώνα καλοκαίρι είναι το κέρασμα
    καλόδεχτο και το κορίτσι ωραίο
    και λάμπει σαν το νόμισμα το νέο
    που ανεμομάζωμα είναι και σκορπίζεται.
    Μα εγώ σιγά το λέω σαν να φταίω
    η ήρα απ’ το στάρι δε χωρίζεται.
    Ανεμομάζωμα είναι και σκορπίζεται.

    (http://www.stixoi.info/stixoi.php?info=Lyrics&act=details&song_id=23653)

  5. 25.ΤΟ ΑΠΟΛΩΛΟΣ

    Άδικα ψάχνεις, Κύριε, το απολωλός
    κι άδικα θα χαρείς την εύρεσή του.

    Αντίθετα, να ’σαι υπερήφανος
    που διάλεξε με παρρησία να σ’ αρνηθεί
    για την «τιμή και την πεποίθησί του».

    Το απολωλός θα ζήσει κατά την κρίση του
    και σύμφωνα μ’ αυτήν στο τέλος ίσως θα κριθεί.

    Η ανησυχία και η θλίψη Σου
    θα ’πρεπε μάλλον να στραφούν
    στα υπόλοιπα ενενήντα εννέα: σε μας.

    Με τη μορφή προβάτων, αδιάκοπα κοντά Σου
    μας έχεις αιώνες τώρα
    και για πάντα χάσει.

    Γιάννης Βαρβέρης, Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΟΝΟΣ 2009

    ***

    27.ΤΟ ΑΠΟΛΩΛΟΣ ΠΟΙΗΜΑ

    Έμπαινα στο ποίημα
    με τ’ άσπρα πανιά μου στο φουλ φουσκωμένα
    πλήθη στην προκυμαία τσακίζανε χέρια
    μπάτης κι έπαιρνε το σώμα στις μνήμες

    Έμπαινα ήδη στο ποίημα
    με ανασκουμπωμένα μανίκια
    παντόφλες ευρύχωρες και λάσκα πιτζάμα
    τρένο υπέροχα μόνο
    στην απέραντη ερημία της χάρτινης στέπας

    Έμπαινα επιτέλους στο ποίημα
    εν πλήρει στύσει
    σκαμπανέβαζα πες σε κρεβάτι τριζάτο
    όταν αναπάντεχο μ’ έκοψε τηλεφώνημα

    Θανάσης Μαρκόπουλος, «Χαμηλά ποτάμια»

    Απόψε Χάνω Μια Ψυχή – Μαρινέλλα

    28.Η AΠΩΛΕΙΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

    Μπαίνοντας σ’ ένα άδειο μέρος,
    Χωρίς να τη βρω σε κανένα δωμάτιο
    Τα κεριά και τα φώτα που ανάβω
    Αργοσβήνουν μπροστά σ’ έναν άνεμο μελαγχολίας.

    Χοντρή η επιφάνεια της σκόνης απλωμένη παντού
    Ένα ταιριαστό θλιβερό μέρος να γράψεις το όνομά της
    Ή να σχεδιάσεις το πρόσωπό της με τον τρόπο που κοίταξε
    Εκείνη τη θρυλική νύχτα που ήρθε.

    Το παλιό σπίτι καταρρέει σιγά-σιγά
    Κάθε μέρα ακούω τον απαίσιο γδούπο
    Που λέει πως ένα άλλο άνοιγμα υπάρχει εκεί
    Να περνούν οι άνεμοι και να πλημμυρίζουν οι καταιγίδες.

    Οι οπωρώνες μου στενάζουν και γέρνουν από φρούτα
    Όπου, με Ινδική σοφία οι μέλισσες φέρνουν γύρω
    Τ’ άφησα να σαπίζουν πάνω στα κλωνάρια
    Και τρώω ότι πέφτει στο χώμα.

    Οι βαριές αγελάδες κοπίασαν
    Στην αγωνία με σβολιασμένες θηλές
    Τα χέρια μου είναι χαλαρά
    το αίμα μου κρύο.
    Απορώ πως η καρδιά μου χτυπάει ακόμα.

    Δεν έχω καμία επιθυμία να κλάψω ή να τραγουδήσω,
    Ούτε επιθυμία να προσευχηθώ ή να καταραστώ
    Η απώλεια της αγάπης είναι φοβερό πράγμα
    Λένε ψέματα εκείνοι που πιστεύουν πως ο θάνατος είναι χειρότερος.

    Κάουντυ Κάλλεν, μετ. Γεωργ. Νικ. Σχορετσανίτης

    ***

    29.ΑΠΩΛΕΙΑ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ

    μόλις περνάς την πόρτα των χειρουργείων
    γυμνός επί του τροχήλατου φορείου σου
    χάνεις όλους τους κωδικούς σου
    μαζί με τ’ όνομά σου
    είσαι μόνον
    του Γεωργίου
    του Χολίδη
    του χειρούργου σου

    Χρήστος Ε. Δημάκης

    ***

    30.ΑΠΩΛΕΙΕΣ ΚΑΙ ΑΠΟΛΑΒΕΣ ΣΤΙΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ

    Θαρρούμε ότι η φωτιά κατατρώγει το ξύλο.
    Κάνουμε λάθος. Το ξύλο αναζητά τη φλόγα.
    Η φωτιά γλύφει το αγκυροβόλημα του ξύλου
    και το ξύλο ενδίδει στην οικειότητα τούτη,
    με τον τρόπο που εμείς και ο κόσμος συναντιόμαστε
    κάθε νέα μέρα. Απώλειες και απολαβές στις συναντήσεις.

    Όπως η καρδιά συναντά ό,τι δεν είναι καρδιά, όπως
    το πνεύμα συναντά τη σάρκα και το στόμα συναντά
    το αλλότριο σε άλλο στόμα. Στεκόμαστε,
    κοιτώντας την ερήμωση του κήπου μας,
    στο πρώιμο σκοτάδι του Νοέμβρη, ακούγοντας τα κοράκια
    να πετούν ενώ το πρώτο χιόνι λάμπει παγωμένα παντού.

    Η θλίψη αποκαλύπτει την καρδιά, το ίδιο και η αναπάντεχη ευτυχία.

    Jack Gilbert, Μετ: Τούλα Παπαπάντου.
    Από το “Ένεκεν”, Νο 40, Απρίλιος-Ιούνιος 2016.

    ***

    31.ΟΙ ΑΠΩΛΕΙΕΣ ΜΑΣ

    Οι απώλειές μας:
    Δύο με οχτώ μάρτυρες την μέρα
    Δέκα τραυματίες
    Είκοσι σπίτια
    Πενήντα ελιόδεντρα
    Κι ας μην ξεχνάμε την δομική ανισορροπία
    που θα χτυπήσει το ποίημα, το θεατρικό έργο
    και τον μισοτελειωμένο πίνακα.

    Mahmoud Darwish

    Μιχάλης Χατζηγιάννης – Χάνω τον έλεγχο

    32.ΔΕΝ ΘΑ ΥΠΑΡΞΕΙ ΑΠΩΛΕΙΑ

    Ο κόσμος δεν θυσιάζει
    Ούτε θυσιάζεται εύκολα πια
    Η τύχη μάλλον περισσότερο μας αγνοεί

    Μη μιλάς για σκιές
    Το φως ενοχλεί περισσότερο
    Το να ανατινάζεις τον κόσμο
    Είναι πιο δημιουργικό από το να τον υπομένεις

    Επιδίωξε τη σφαίρα τους
    Οι ήδη νεκροί δεν ξαναπεθαίνουν
    Ελευθερώνονται

    Τα παραλήρημα δηλώνει όραμα
    Κι η προσευχή αποτελεί κατάλυση της ηθικής
    Δεν θα υπάρξει απώλεια
    Η άνοιξη παραμένει άνοιξη
    Μα στο τέλος οφείλουμε
    Πάντα μια συγνώμη.

    ΝΙΚΟΣ ΕΡΗΝΑΚΗΣ, Σύντομα όλα θα καίγονται και θα φωτίζουν τα μάτια σου, Printa/Ροές

    ***

    33.ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗΣ ΓΡΑΦΗΣ

    το πρώτο μάθημα
    ονομάζεται απώλεια
    που σε σφραγίζει
    με πυρωμένο σίδερο
    μικρό κι ανυπεράσπιστο

    αν είσαι δυνατός και επιβιώσεις
    θα συνεχίσεις τις σπουδές σου
    διαβάζοντας βιβλία
    μα πάντα ρίχνοντας κλεφτές ματιές
    στο νηπιαγωγείο της γειτονιάς
    και στ’ ασημένια φύλλα της ελιάς
    κάτω από το μπαλκόνι σου

    αυτά και ο έρωτας
    θα σε οδηγήσουν
    και ίσως κάνουν κάποτε
    τα ανοιχτά σου τραύματα ν’ ανθίσουν

    δεν μένει παρά να κοιτάζεις
    το θηρίο στα μάτια
    καθώς σου πίνει κάθε μέρα το αίμα
    στο μονοπάτι προς μια κορυφή
    που δεν υπάρχει

    ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ, Φωτεινά παράθυρα, 2014)

    ***

    34.ΑΠΩΛΕΙΑ

    Δεν είναι που έφυγες
    είναι που σ’ ακολούθησαν
    όλα τα άλφα
    από το «σ’ αγαπάω»
    και το ωμέγα
    από την αθωότητα
    μέχρι το ωραίο.

    Απόμειναν στεγνά
    το γάμα με το πι
    μ’ ένα μετέωρο σίγμα
    να ζητιανεύουν έκφραση
    σ’ αφιλόξενες λέξεις.
    Στην παγωνιά.

    Μαρία Ψωμά, Δεύτερο ζευγάρι φτερά (2011)

  6. Ciao Aggeliki!!! Μ’ άρεσε που συνδύασες το «χάνω» με την «απώλεια»…Καθώς βλέπεις άλλαξα και τον τίτλο του θέματος!

    -Ο. Ελύτης, «Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον ΧΑΜΕΝΟ ανθυπολοχαγό της Αλβανίας»
    ΣT´

    Ήταν ωραίο παιδί. Την πρώτη μέρα που γεννήθηκε
    Σκύψανε τα βουνά της Θράκης να φανεί
    Στους ώμους της στεριάς το στάρι που αναγάλλιαζε·
    Σκύψανε τα βουνά της Θράκης και το φτύσανε
    Mια στο κεφάλι, μια στον κόρφο, μια μέσα στο κλάμα του·
    Bγήκαν Ρωμιοί με μπράτσα φοβερά
    Kαι το σηκώσαν στου βοριά τα σπάργανα…
    Ύστερα οι μέρες τρέξανε, παράβγαν στο λιθάρι
    Kαβάλα σε φοραδοπούλες χοροπήδηξαν
    Ύστερα κύλησαν Στρυμόνες πρωινοί
    Ώσπου κουδούνισαν παντού οι τσιγγάνες ανεμώνες
    Kι ήρθαν από της γης τα πέρατα
    Oι πελαγίτες οι βοσκοί να παν των φλόκων τα κοπάδια
    Eκεί που βαθιανάσαινε μια θαλασσοσπηλιά
    Eκεί που μια μεγάλη πέτρα εστέναζε!

    Ήταν γερό παιδί·
    Tις νύχτες αγκαλιά με τα νεραντζοκόριτσα
    Λέρωνε τις μεγάλες φορεσιές των άστρων
    Ήταν τόσος ο έρωτας στα σπλάχνα του
    Που έπινε μέσα στο κρασί τη γέψη όλης της γης,
    Πιάνοντας ύστερα χορό μ’ όλες τις νύφες λεύκες
    Ώσπου ν’ ακούσει και να χύσ’ η αυγή το φως μες στα μαλλιά του
    H αυγή που μ’ ανοιχτά μπράτσα τον έβρισκε
    Στη σέλα δυο μικρών κλαδιών να γρατσουνάει τον ήλιο
    Nα βάφει τα λουλούδια
    Ή πάλι με στοργή να σιγονανουρίζει
    Tις μικρές κουκουβάγιες που ξαγρύπνησαν…
    Α τι θυμάρι δυνατό η ανασαιμιά του
    Τι χάρτης περηφάνιας το γυμνό του στήθος
    Όπου ξεσπούσαν λευτεριά και θάλασσα…

    Ήταν γενναίο παιδί.
    Με τα θαμπόχρυσα κουμπιά και το πιστόλι του
    Mε τον αέρα του άντρα στην περπατηξιά
    Kαι με το κράνος του, γυαλιστερό σημάδι
    (Φτάσανε τόσο εύκολα μες στο μυαλό
    Που δεν εγνώρισε κακό ποτέ του)
    Mε τους στρατιώτες του ζερβά δεξιά
    Kαι την εκδίκηση της αδικίας μπροστά του
    ―Φωτιά στην άνομη φωτιά!―
    Με το αίμα πάνω από τα φρύδια
    Tα βουνά της Αλβανίας βροντήξανε
    Ύστερα λιώσαν χιόνι να ξεπλύνουν
    Tο κορμί του, σιωπηλό ναυάγιο της αυγής
    Kαι το στόμα του, μικρό πουλί ακελάηδιστο
    Kαι τα χέρια του, ανοιχτές πλατείες της ερημίας
    Βρόντηξαν τα βουνά της Αλβανίας
    Δεν έκλαψαν
    Γιατί να κλάψουν
    Ήταν γενναίο παιδί!

    -Βύρων Λεοντάρης, «Το αίμα της άνοιξης»

    “Ετούτη η άνοιξη έχασε πολύ αίμα
    Άνοιξη όλο καρδιά
    Άνοιξη όλο ξεκίνημα
    Ετούτη η άνοιξη πληγώθηκε βαριά
    – νιότη μας έχασες πολύ αίμα […]
    Άνοιξη όλο ξαστεριά
    άνοιξη όλο στήθος,
    γενναία μας άνοιξη, πληγώθηκες βαριά
    -νιότης μας έχασες πολύ αίμα.
    Μάτωσαν όλες οι αυγές, βαρύνανε τα αρώματα,
    τρομάζει ο άνεμος, τινάζεται- αίμα μπρος και πίσω του,
    αίμα παντού-
    δεν ξέρει πια που να καλπάσει…[…]
    ετούτη η άνοιξη πληγώθηκε βαριά
    -νιότη μας έχασες πολύ αίμα.
    Είδαμε ουρανούς θολούς από χειρονομίες απελπισίας,
    ημέρες πιο σπαραχτικές κι από το πρόσωπο τρελού παιδιού,
    βαδίσαμε στην άμμο, που βουλιάζει,
    ήρθαν πειρατικά στη χώρα της καρδιάς
    -πολλά χέρια χαθήκαν μέσα απ’ τα δικά μας,
    πολλά γράμματα μείνανε χωρίς απάντηση,
    γράμματα που, άσπρες πυρκαγιές εξόριστες, περιδινούνται
    στο πέλαγος της πίκρας.

    Όμως παλέψαμε σκληρά,
    για να μη γίνουμε του πόνου παίγνια,
    για να μην πούμε: «Φτάνει πια,
    αρκετά βασανίστηκε ο άνθρωπος στη γη.
    Τώρα ας χαθούμε. Ας παραδώσουμε την ελπίδα στον όλεθρο
    κι ας συντριφτεί το μέτωπό της
    στα παγωμένα σκαλοπάτια των μνημείων
    κι ας σαλπίσει υποχώρηση το θάρρος».

    Για να μην πούμε: «Φτάνει πια,
    τώρα ας χαθούμε, ας μη γεννούμε άλλα παιδιά»,
    για να μην πούμε: «Φτάνει πια»
    και μείνουν οι οχιές να γεννούν οχιές,
    τα τέλματα να ξερνούν τέλματα,
    και δεν είναι πια στόματα να φιλιούνται
    και δεν είναι πια δάχτυλα να παρηγορούν,
    βήματα να θροΐζουν την άνοιξη,

    μα μοναχά τα σύννεφα να βήχουν,
    μα μόνο τα παράλυτα βουνά
    κι οι φρικαλέες χειρονομίες των κεραυνών
    και σαν κουφοί, ακατάληπτα,
    νεκροταφεία να μιλούν με νεκροταφεία…
    γι αυτό παλέψαμε σκληρά.
    Ποιος έχει τώρα δάχτυλα να λογαριάσει,
    χείλια να τραυλίσει,
    τι χάσαμε και τι κερδίσαμε;
    Όρθιοι, με ακόπαστη μανία της ομορφιάς στο πρόσωπο,
    Αλύγιστοι καταμεσί στη θύελλα καταχτήσαμε
    την αστραπή της δύσκολης ελπίδας.”

    (Βύρων Λεοντάρης, Ψυχοστασία, ύψιλον/βιβλία)

    -Αρχοντούλα Αλεξανδροπούλου, «Χαμένη στη μελάνη»

    «Κάπου ανάμεσα
    στα σύμφωνα και τα φωνήεντα
    χάθηκες απ’ τα μάτια μου
    .
    Όσο κι αν σε αναζήτησα
    κάτω από αποστρόφους
    άνω τελείες και αποσιωπητικά,
    .
    Αληθινά
    «πού χάθηκες, αγάπη μου», αλυχτούσα
    ώρες ολόκληρες να έρθεις καρτερούσα.
    .
    Τελείες και κόμματα προσπέρασα
    στις παύλες γέφυρες απέναντι περνούσα,
    με δυσκολία στα θαυμαστικά σκαρφάλωνα
    κι απ’ τα στενά τελειώματα
    σύντομων στίχων
    κάτω ως τα υποσέλιδα
    βαριά κατρακυλούσα.
    .
    Απ’ την προμετωπίδα κάβους λύνοντας
    τα απανωτά κύματα των σελίδων σου
    με το σκαρί μου έσκισα,
    μα με ορμή, ακυβέρνητη, στον κολοφώνα σου άραξα
    .
    Φώναξα
    «Τίποτα, αγάπη, τίποτα»
    μα χάθηκαν τα λόγια ανείπωτα.
    .
    Γραμμή γραμμή
    τα λόγια σου κατέβηκα
    και άλλα τόσα ανέβηκα
    μήπως και σε προφτάσω
    .
    Το χάδι σου λαχτάρισα καθώς,
    λατρευτικά φυλλομετρούσες τις σελίδες,
    μα εσύ λόγια διαβάζοντας,
    για ένα κορμί που πια δεν έχω,
    δε με είδες.
    .
    Αόρατη πασχίζοντας με αντίβαρο το σώμα
    να σ’ εμποδίσω να κλείσεις το βιβλίο,
    με δάκρυα τρύπησα το εξώφυλλο
    μουσκεύοντας τα απλά των στιγμών μας στοιχεία, του τυπογράφου
    το άκαρδο όνομα διαγράφοντας
    .
    Εκείνου που άσκεφτα μάς χώρισε,
    «αγάπη, αγάπη μου» εκλιπάρησα,
    τυπώνοντας τείχη ανάμεσά μας
    τα δεκαεξασέλιδα
    γεμάτα απ’ των ζεστών
    λόγων σου τα νοήματα
    εκείνα που παλιά κρυφοψιθύριζες
    άγραφα μεσ’ στ’ αυτιά σαν χάδι.
    .
    Σαν δάκρυ εκατρακύλησα
    στο επόμενο βιβλίο,
    σε νέες περιπέτειες
    με δράκους κεφαλαίους,
    σπήλαια ερωτηματικά
    και μάγισσες οξείες.
    .
    Εσύ, ανύποπτος ξανά,
    με το μυαλό στα λόγια,
    από το χέρι μ’ έπιασες
    να πάμε για το δείπνο,
    το πρωινό, τη βόλτα μας
    .
    Κι εγώ σε ακολουθούσα,
    ξέροντας πως στο χτύπο
    κάθε καρδιάς, εσύ άκουγες
    ριματοπλέχτη στίχο.»

    (https://pteroen.wordpress.com/)

  7. 35.Η ΑΠΩΛΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ΖΗΤΗΜΑ ΜΕΘΟΔΟΥ

    Αν ο στόχος μετατεθεί στο απώτερο μέλλον
    διακινδυνεύεται
    η φύση και η επίτευξή του.

    Αν η γνώση βαθαίνει, ο σκοπός μεταλλάσσεται
    η επανάληψη της προσπάθειας
    αφήνει κάτι περισσότερο από πριν –
    υπάρχει πάντα μια ανεπαίσθητη διαφορά.

    Η μάθηση γράφει το νέο ίχνος στο τετράδιο
    αλλά πάντα
    η απώλεια είναι αναπόφευκτη
    απ’ το σημάδι που κάθεται
    επάνω στο παλιό.

    Η απώλεια είναι μέθοδος αλλοίωσης
    η αλλοίωση είναι μέθοδος μάθησης
    η απώλεια είναι ζήτημα μεθόδου.

    Βασίλης Κουγέας

    Έγινε η απώλεια συνήθειά μας – Διάφανα κρίνα

    36.ΕΓΙΝΕ Η ΑΠΩΛΕΙΑ ΣΥΝΗΘΕΙΑ ΜΑΣ

    Γλύφω το οξύ απ’ τις ρωγμές των χειλιών σου
    και προσπαθώ να σου απαλύνω τον πόνο
    τα χρόνια που περάσανε μ’ αφήσανε μόνο
    να ψάχνω την πνοή μου στο νεκρό εαυτό σου,
    στο νεκρό εαυτό σου

    Ζητάω βοήθεια από ανήμπορα χέρια
    που ριγούν στην αγάπη και στον τρόμο
    πήρες λάθος το δικό μου δρόμο
    και ψάχνεις το φως μου σε σβησμένα αστέρια

    Η απουσία σου μ’ εξουθενώνει
    και δεν μπορώ να συνηθίσω
    νοιώθω να προχωράω μπροστά
    μα πάντα φτάνω πίσω
    κι αυτή η αλήθεια με σκοτώνει

    Σβήνω τα ίχνη απ’ τα ψέματά μας
    παραπατάω στην σιωπή
    έγινε η απώλεια συνήθειά μας
    κι ο έρωτας μια άρρωστη κραυγή

    Παντελής Ροδοστόγλου, (ΔΙΑΦΑΝΑ ΚΡΙΝΑ)

    ***

    37. Ο ΧΑΜΕΝΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ

    Ο χαμένος ποιητής μέσω του έργου του
    έδειξε το δρόμο για την ανάδειξη της ανθρωπιάς
    όταν υπάρχει καταπίεση από το σύστημα
    και τα θέλω της κοινωνίας

    κι αν μερικοί τον ξέχασαν ήδη,
    δεν πρόκειται να τον βγάλουμε
    από τη σκέψη μας αφού η ποίηση
    δεν πεθαίνει με το σώμα
    γιατί αγαπά το πνεύμα του ανθρώπου
    που δεν γονατίζει.

    NIKOΣ ΛΥΓΕΡΟΣ

    ΝΑΤΑΣΣΑ ΜΠΟΦΙΛΙΟΥ – Η ΚΑΡΔΙΑ ΠΟΝΑΕΙ ΟΤΑΝ ΨΗΛΩΝΕΙ

    38. Από μικροί μαθαίνουμε να χάνουμε
    η απώλεια θα μπορούσε να `ναι κούνια μας
    δεν μπορείς να τα ’χεις όλα
    πρώτη φράση που μαθαίνουμε

    από μικροί πρέπει να μοιραζόμαστε
    τα γλυκά και τα παιχνίδια με τ’ αδέρφια μας
    μάθε πλέον να μοιράζεσαι
    έτσι δίνουμε ό,τι παίρνουμε

    και τα χρόνια περνάνε
    και ό,τι τρώμε κερνάμε
    δίνουμε ό,τι αποκτάμε
    ώσπου κάτι τελειώνει…

    και οι άνθρωποι φεύγουν
    και εμείς δεν αντιδράμε
    μάθαμε να ξεχνάμε
    και να μένουμε μόνοι…

    μα η καρδιά πονάει όταν ψηλώνει
    να το θυμάσαι μικρή μου καρδιά
    η καρδιά πονάει πάντα όταν ψηλώνει
    πάντα…

    η καρδιά πονάει όταν ψηλώνει
    να το θυμάσαι μικρή μου καρδιά
    η καρδιά πονάει πάντα όταν ψηλώνει
    πάντα…

    Γεράσιμος Ευαγγελάτος

    • -Μενέλαος Λουντέμης, «Κοίταξε να ζήσεις την αγάπη που έχασες»

      Η ΑΓΑΠΗ ΕΙΝΑΙ ΑΝΗΜΕΡΟ ΘΕΡΙΟ που τρώει τη ζωή μας. Μα μόλις φύγει, καταλαβαίνουμε ότι αυτή ήταν η ζωή μας. Λοιπόν; Σ’ άφησε; Σε πρόδωσε; Καλύτερα έτσι. Θα ‘χεις κουράγιο να ξαναδοκιμάσεις. Αν έμενε κι ανακάλυπτες τι ψεύτικο μικροπραγματάκι ήταν, θα πληγωνόσουν για πάντα.
      Η ΑΓΑΠΗ ΕΙΝΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΟΤΑΝ ΤΗΝ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΜΕ ή όταν τη χάνουμε. Όταν την έχουμε, μας ξεφεύγει. Χάνουμε την αίσθησή της. Και την ξαναποκτούμε μόνο όταν τη χάσουμε. Κοίταξε να ζήσεις την αγάπη που έχασες. Να χαρείς την αγάπη που περιμένεις. Κάν’ την τραγούδια, ξενύχτια. Κάν’ την βιβλία, αταξίες. Μόνο μην τη μοιρολογάς. Είναι σαν να τη βρίζεις. Σαν να της κλείνεις τον δρόμο να ξανάρθει.
      ΚΟΙΤΑΞΕ ΜΕ ΠΡΟΣΕΚΤΙΚΑ ΚΑΙ ΘΑ ΚΑΤΑΛΑΒΕΙΣ. Για την αγάπη μιας γυναίκας έγινα ποιητής. Δεν τη συγκίνησα. Έγινα κλόουν, καραγκιόζης, Ρωμαίος, Νίγκελ, Άμλετ… Κείνη προσπέρασε πλάι απ’ τις τραγικές μεταμορφώσεις μου αγέρωχη και πήγε να θαφτεί στο άγνωστο. Ήταν τρελή; Ήταν άρρωστη; Χαλασμένη απ’ τα βιβλία; Δεν ξέρω. Ένα πράγμα ξέρω: πως μ’ έκανε δυστυχισμένο.
      ΕΚΕΙΝΟΙ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΝΑ ΓΙΝΟΥΝ ΜΕΓΑΛΟΙ όχι μόνο δεν τους χρειάζεται η δυστυχία αλλά και τους μπαίνει εμπόδιο. Γιατί τώρα σ’ τα είπα όλα αυτά; Για να σε φέρω στα συγκαλά σου; Για να σε παρηγορήσω; Για να σε πλαντάξω; Δεν ξέρω. Η αγάπη είναι το φαρμάκι και το νέκταρ της ζωής μας. Αν θέλεις να πιεις, θα τα πιεις και τα δύο μαζί. Ένα ένα δεν σ’ τα δίνουν. Γιατί κλείνεις τα μάτια σου; Νυστάζεις ή πονάς;

      (Μενέλαος Λουντέμης, Τότε που κυνηγούσα τους ανέμους, εκδόσεις Δίφρος)

      -Χρήστος Μαγκλάσης (Κνάκαλος), «Στα χαμένα»

      Στα χαμένα
      Άνθρωποι ευάλωτοι,
      βλέμμα αναρτημένο
      ψηλά
      στην περηφάνια τους,
      αρμαθιάζουν τις ήττες
      για μια νίκη που έχασε τον δρόμο .
      Μόνοι, στα χαμένα,
      μαχητές της σιωπής,
      λαβωμένοι της μοναξιάς,
      ούτε ξέρουν πως αντέχουν
      και που θα φτάσουν.

      Με ραγισμένη υπομονή τρίζουν,
      για να θυμούνται πως ζουν
      κι ίσως για να μην ξεχωρίσουν
      τον ήχο όταν σπάσουν.
      Ανάσα παίρνουν από ‘να δάκρυ,
      συλλείτουργο στην αποστεωμένη θέληση,
      που κοντεύει να γίνει ανημποριά.

      Ένας τοίχος,
      λίγο πιο εδώ απ’ το πουθενά,
      τους κόβει τον δρόμο
      απλώνοντας το ροζιασμένο χέρι του,
      σ’ ένα »μη» με κρότο,
      σταλμένο ιδεόγραμμα στο κορμί του.

      »Υπάρχουν άνθρωποι,
      που θα λύγιζαν,
      για να μη σπάσεις ΕΣΥ.’‘
      ………………………………………………
      Κάποιος προστατεύει τα παντέρμα….

      ( http://fractalart.gr/sta-xamena/)

      -Νίκος Σταμπάκης, «ΑΦΟΣΙΩΣΗ»

      Όταν το μάτι αγάλματος π’ απαθανατίζει τον κολοσσό της Ρόδου σε στάση προσοχής
      Μπρος στο διάβα τριών παρθένων με ρόδια
      Ραντίσει το βάθρο με δάκρυα και ξερό χαλάζι
      Θα σου μηνύσω αγάπη μου καθώς ο ουρανός μηνύει στ’ αναστάσιμα βεγγαλικά
      Την διαρκή του αφοσίωση
      Καθώς και την τακτοποίηση εκκρεμότητος π’ αφορούσε το μέγεθος κεραμιδιών
      Θα σου μηνύσω μ’ εντεταλμένο δικολάβο
      Την οριστική νίκη των ασμάτων μου απέναντι στα τρομερά κύμβαλα του θανάτου
      Την επικράτηση του υπερφυσικού βύσσινου απέναντι στις φαβορίτες π’ εστήριζαν κατακόμβες
      Όπ’ αντηχεί αδιάκοπα η φράση, «Τα πάντα είναι χαμένα,
      «Χαμένα όπως φαντάρος σ’ εμποροπανήγυρη
      «Χαμένα όπως αηδόνι στο σεντούκι
      «Χαμένα όπως ρολόι μες σε πηγάδι
      «Χαμένα όπως αστέρι σ’ έναν κουμπαρά
      «Χαμένα όπως πυξίδα σε νεκροταφείο
      «Χαμένα όπως φιλί μες σε βαγόνι
      «Χαμένα όπως γραμματοκιβώτιο στην ομίχλη
      «Χαμένα όπως ζαχαρωτό σε υπηρεσιακή τσάντα
      «Χαμένα όπως μια γυναίκα μες σε σύννεφο από κιμωλία
      «Κτλ.».

      (https://tokoskino.me/)

  8. 39. ΤΟ ΛΑΘΟΣ

    Να μη χαθούμε μες την ερημιά του κόσμου έλεγε
    χαθήκαμε μες σε κατάμεστο ξενυχτάδικο
    άγγελοι μετανάστες σε αθηναϊκό υπόγειο ουρανό.
    Το πρωί μου τηλεφώνησε να μάθει αν τη θέλω ακόμα.
    Δε σ’ ακούω της είπα πάρε το μηδέν.
    Αλλά εκείνη πήρε λάθος… Πήρα λάθος μου είπε
    να με συγχωρείτε.

    ΘΩΜΑΣ ΓΚΟΡΠΑΣ

    Μίκης Θεοδωράκης – ΧΑΘΗΚΑΝΕ ΤΟΣΟ ΝΩΡΙΣ

    40. ΧΑΘΗΚΑΝΕ ΤΟΣΟ ΝΩΡΙΣ

    Χαθήκανε τόσο νωρίς
    μικραδέρφια της βροχής
    επτά φορές κι αν σκοτωθούν
    δεκαεφτά θ’ αναστηθούν.

    Γενιά μου δάκρυ και καημός
    εμπρός σημαία και Χριστός
    τροφή στη λησμονιά
    το αίμα σας, καλά παιδιά,
    και τώρα και ξανά.

    Χαμένη γενιά τραγουδάς.
    Χαμένη γενιά πού με πας;

    ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

    ***

    41. Χαθήκαμε σε μίζερες σκέψεις και μικρότητες,
    χωρίς να λύσουμε το μέγα μυστήριο του κόσμου,
    για να μένει το ερώτημα άλυτο και αδυσώπητο:

    Πώς έζησες,
    γιατί έζησες έτσι όπως έζησες,
    τι θα μπορούσες να κάνεις και δεν έκανες,
    για άλλο δρόμο έψαχνες, για άλλο νόημα,
    λάθος κουδούνια, λάθος πόρτες χτύπησες,
    λάθος δρόμους πήρες, λάθος ανθρώπους αγάπησες,
    σε λάθος κρεβάτια κοιμήθηκες, σε λάθος σπίτια έζησες.

    Γιατί τέτοια περιφρόνηση σ’ αυτό που ονειρεύτηκες,
    σ’ αυτό που σχεδίασες;

    Κ. Μουρσελάς, Βαμμένα Κόκκινα Μαλλιά

  9. Μια χαμένη Κυριακή – Μαρινέλλα & Κώστας Χατζής

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: