Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (229ο): «Γαλάζιο – μπλε»…

 

-«…Γαλάζια, η θάλασσα – πολύ γαλάζια.
Χρυσό αιγαιοπελαγίτικο τοπείο.
Οι γλάροι.

Γαλάζια, η θάλασσα – πολύ γαλάζια.
Χρυσό αιγαιοπελαγίτικο τοπείο.
Οι γλάροι….»

(Γ. Ρίτσος)

 

 

-«…Έλα λοιπόν απʹ την αρχή να ζήσουμε τα χρώματα
Νʹ ανακαλύψουμε τα δώρα του γυμνού νησιού
Ρόδινοι και γαλάζιοι τρούλοι θʹ αναστήσουν το αίσθημα
Γενναίο σαν στήθος το αίσθημα έτοιμο να ξαναπετάξει
Έλα λοιπόν να στρώσουμε το φως
Να κοιμηθούμε το γαλάζιο φως στα πέτρινα σκαλιά του Αυγούστου»

(Ο. Ελύτης)

 

 

-Ο. Ελύτης, «ΑΝΟΙΧΤΟ ΓΑΛΑΖΙΟ»

Εύκολα που περνώ απ’ τα μάτια σου στον ουρανό
απ’ το μανίκι του νερού στο πρόσωπο της θάλασσας
απ’ το μικρό σου δάχτυλο στου ζαφειριού το αστέρι
Έλπιση φήμη του Φώτος έχταση απέραντη
Ό,τι κοιτάω με τη ματιά με θρέφει.

 

 

 

-Ο. Ελύτης, «ΒΑΘΥ ΓΑΛΑΖΙΟ»

Σε μάτιασαν οι νύφες του βυθού
Οι λευκές του μαΐστρου ερινύες
Ανάβοντας τη ζήλια του κορμιού
Μα όταν γέλασαν οι ανυφάντρες του ήλιου
Που φιλοδόξησαν ένα καμάρι επίγειο
Άξαφνα πήρες τη βαφή του απείρου.

(Ο. Ελύτης, Ποίηση, Ίκαρος)

 

 

 

 

-Νίκος Καρούζος, «ΓΑΛΑΖΙΑ ΣΠΛΑΧΝΑ»

 

Κάτοικε του ονείρου

μαζεύω τη φωνή μου από κάθε άκρη

και το υπόλειμμά της αυτό στη σινδόνη των δέντρων

κ’ εκείνο κει ψηλά στο σκουριασμένο βράχον

όπου οργίζεται ο γερο-κόρακας

συγκεντρώνομαι

για τη μεγάλη αποκάλυψη

ρίχνω στον άνεμο μακρόσυρτη αγάπη:

Τη θέλω εγώ την απελπισία μου

δεν την ανταλλάσσω με θαλπωρή άλλη

έχασα.

Μα χάνουν και τ’ άνθη

τ’ άνθη ανοίγουν το μοναδικό παράθυρο…

Κάλλιο να πλανηθεί ο χαρταετός μου

δε θέλω πια ν’ αγγίξω τα χρώματά του

κλείνω τα μάτια μου για να δω.

Είναι η φωνή που με διασχίζει

κι άλλοτε που χτυπά στον άκμονα

χίλιες φορές.

Είναι η φωνή από ένα βάθος:

Για πάντα να μην έχεις

τίποτα για τ’ αληθινά χέρια

μονάχος

ανήμπορος εκστατικός

σ’ αυτή την άξαφνη γιορτή του δευτερόλεπτου

που

παραδίδεται ο κόσμος.

 

(Ν. Καρούζος, Τα ποιήματα, Ίκαρος)

 

 

 

 

-Τόλης Νικηφόρου, «Γαλάζιο βαθύ σαν αντίο»

κι έμεινα μόνος

                             με το γαλάζιο έλεος

               της τελευταίας στιγμής στα μάτια σου

                   γαλάζιο ωκεανός και σιωπητήριο

                          γαλάζιο που με γέννησε

                      με φώτιζε και με σκοτείνιαζε

                 που ακτινοβολούσε και φτερούγιζε

                  έμεινα μόνος με το βαθύ γαλάζιο

                         σαν αντίο στα μάτια σου

                                     μητέρα

 

          (από τη συλλογή Γαλάζιο βαθύ σαν αντίο, 1999)

 

 

 

 

-Γιώργος Φιλιππίδης, «Γαλάζια Μηχανή»

(απόσπασμα)

δ’

Ξύπνησα,
με μιαν αφή αλαφριά στο πρόσωπο
από χέρι ανθρώπινο.
Σχίζαμε τον κάμπο,
ένα ύφασμα γεμάτο μπαλώματα
– του ήρωα η ψυχή.
Με σταλαγμένη στα μάτια μου τη στάλα
του κήπου.
Με δυο λόγους που μόχλευαν το μάγμα στα σωθικά μου·
κι αν δέ στέρξει ο άνθρωπος, θα στέρξει,
θα γείρει το κεφάλι,
θα κοιμηθεί.
Μα η μηχανή αγρυπνά
και ταξιδεύει.

Να μη φοβάσαι τα σκυλιά που αλυχτάνε
στη λάμψη ενός ξοδεμένου φεγγαριού,
να μη φοβάσαι τα σκυλιά που γρυλίζουν
απ’ τα βάθη του στέρφου πηγαδιού,
να μη φοβάσαι τα σκυλιά που ξεσχίζουν
κάθε αφανέρωτου λογισμού τις σάρκες.

Ταξίδι άγιο
απάνω στα σίδερα σπινθηρίζοντας φωτιά,
άγιο ταξίδι, ταξίδι της Γυναίκας με
τα ραγισμένα μάτια, που όλο θέλει να τραγουδά·
γυρνώντας στ’ οκτώ των βουνοσειρών
με το σημάδι του απείρου,
σκορπώντας μέθη
ενός αλλόκοτου μύρου.
Όνειρο άγιο, όνειρο του τόπου που δεν υπάρχουν όνειρα,
λάγιασε.
Κι αν δέ στέρξει ο άνθρωπος, θα στέρξει,
θα γείρει το κεφάλι,
θα κοιμηθεί.
Μα η μηχανή αγρυπνά
και ταξιδεύει.

(Από την ποιητική συλλογή «Γαλάζια Μηχανή», Εκδόσεις Καστανιώτη)

 

 

******************

 

 

 

-Μιχάλης Γκανάς, «Το μπλε που σε τυλίγει»

 

Το μπλε που σε τυλίγει

είναι η στάχτη

του καμένου χρόνου.

Φυσάει ένας αέρας,

φέρνει φωτογραφίες και τετράδια.

Από τα κάτω χρόνια.

Εδώ γελάς, εδώ σωπαίνεις,

εδώ σας πήρανε με φλας

φοράς το μαύρο φωτοστέφανο.

Το μπλε που σε τυλίγει

είναι το φως

που εκτοπίζει ο θάνατος.

Κανένας δεν το βλέπει.

Κι όμως υπάρχει

και πληθαίνει.

 

(http://www.poiein.gr/archives/29766/index.html)

 

 

 

-Τσ. Μπουκόφσκι, «Μπλε πουλί»

Υπάρχει ένα μπλε πουλί στην καρδιά μου που
θέλει να βγεί έξω
αλλά είμαι πολύ σκληρός για αυτόν,
Λέω, μείνε εκεί, δεν θα
αφήσω κανέναν να
σε κοιτάξει.

Υπάρχει ένα μπλε πουλί στην καρδιά μου που
θέλει να βγεί έξω
αλλά του ρίχνω ουίσκι και εισπνέω
καπνό τσιγάρων
και οι πόρνες και οι μπάρμαν
και οι υπάλληλοι του παντοπωλείου
ποτέ δεν ξέρουν ότι
αυτός
είναι εκεί.

Υπάρχει ένα μπλε πουλί στην καρδιά μου που
θέλει να βγεί έξω
αλλά είμαι πολύ σκληρός για αυτόν,
λέω,
κάτσε κάτω,θέλεις να μου
τα χαλάσεις όλα;
θέλεις να χαλάσεις
τα έργα;
θέλεις να διαλύσεις τις πωλήσεις βιβλίων μου
στην Ευρώπη;

Υπάρχει ένα μπλε πουλί στην καρδιά μου που
θέλει να βγεί έξω
αλλά είμαι πολύ έξυπνος,τον αφήνω μόνο
την νύχτα κάποιες φορές
όταν όλοι κοιμούνται.
Λέω, ξέρω ότι είσαι εκεί,
για αυτό μην είσαι,
λυπημένος.

μετά τον βάζω πάλι πίσω,
αλλά τραγουδάει λίγο
εκεί, δεν τον έχω αφήσει ακριβώς
να πεθάνει
και κοιμόμαστε έτσι
μαζί
με την
μυστική μας συμφωνία

και είναι αρκετά καλά να
κάνει ένα άντρα
να κλάψει, αλλά εγώ
δεν κλαίω, εσύ;

(https://www.vakxikon.gr/)

 

 

 

-Tennessee Williams, “Το μπλε τραγούδι [Blue song]»

 

Είμαι κουρασμένος

Είμαι κουρασμένος, από κουβέντες κι από πράξεις

Κι αν θα με συναντήσεις σε κάποιο

δρόμο, μη μου κάνεις ερωτήσεις, γιατί

τ’ όνομά μου μονάχα μπορώ να σου πω

και τ’ όνομα της πόλης όπου

γεννήθηκα – Μα τούτο αρκεί.

Δεν έχει πια νόημα αν το αύριο

θα φτάσει. Αν υπάρχει

μονάχα τούτη η νύχτα κι έπειτα έρθει

το πρωί, δε θά ‘χει νόημα τώρα.

Είμαι κουρασμένος. Είμαι κουρασμένος από κουβέντες

κι από πράξεις. Μες στην καρδιά μου

θα βρεις μια χούφτα μικρούλα

από σκόνη. Πάρ’ την και φύσα την έξω

στον άνεμο. Άστην, να την πάρει ο άνεμος

και θα βρει το δρόμο για το σπίτι.

(http://eliaswords.blogspot.com/2013/03/tennessee-williams.html)

 

 

 

 

-Άννας Α. Αντωνίου, «Μπλε»

Το μπλε χρώμα πάντα σου άρεσε
Ο μπλε σου ο «Πάνθηρ»
τ’ ουρανού το φευγάτο όνειρό σου
Και το μαύρο της νύχτας
μπλε πάντα το έβλεπες
Μπλε βαθύ του πνιγμού
Αστέρες πολύφωτοι
εκεί προς την Κάρυστο
με τη θλίψη του γκιόνη
και την αγάπη
να κάνει παρέα στον έρωτα
Τα μπλε σου τα μάτια
και τα γαλάζια σου όνειρα
κουρνιασμένα
σε ποια άβυσσο
τραγουδούν των Σειρήνων το ευωδιαστό τραγούδι
εκμαυλίζοντας
και
προσδοκώντας;

 (http://fractalart.gr/chromatiki-topi-tria-piimata/)

 

Advertisements

Single Post Navigation

8 thoughts on “Πες το με ποίηση (229ο): «Γαλάζιο – μπλε»…

  1. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    1. «Τι εύκρατη που γίνεται η σκέψη, όταν τα μπλε σου βγαίνουν περίπατο»

    ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

    Vicky Leandros – L’amour est bleu

    2. ΣΕ ΜΠΛΕ ΙΟΥΛΙΤΑΣ

    «Και σε θραύσμα Βρισηίδας βρίσκεται και σε κοχύλι Ευρίπου
    Εκείνο που εννοώ. Θέλει να ‘χε άγριες πείνες άπνοιας
    ο Αύγουστος
    Για να ζητάει μελτέμι· ώστε στο φρύδι ν’ αφήνει λίγο αλάτι και
    Στον ουρανό ένα μπλε που τ’ όνομά του μέσα στα πολλά τ’ ακούς
    ευώνυμο
    Στο βάθος όμως είναι μπλε Ιουλίτας

    Λες κι έχει ανάσας βρέφους πέρασμα προπορευτεί
    Που βλέπεις τόσο καθαρά να πλησιάζουν απ’ αντίκρυ τα όρη
    Και μια φωνή παλαιού περιστεριού να σχίζει κύμα και να χάνεται
    Αν είναι άγιον το του αγαθού πάλι απ’ τον αέρα
    Τού επιστρέφεται. Τόσο απ’ τα ίδια της παιδιά η Ευ-
    Μορφία πληθαίνει και μεγαλώνει ο άνθρωπος πριν δυο και τρεις
    φορές
    Τον παραστήσει ο ύπνος
    Στον καθρέφτη του. Δρέποντας μανταρίνια ή φιλοσόφων ρύακες
    αν όχι και
    Κινούμενη πολίχνη μελισσών πάνω στην ήβη. Ας είναι

    Μαύρον ήλιο κάνουν τα σταφύλια και λευκό πιο το δέρμα
    Ποιος πλην του θανάτου μας διεκδικεί; Ποιος επ’ αμοιβή πράττει
    το άδικο;
    Μια συγχορδία η ζωή
    όπου ένας τρίτος ήχος παρεμβάλλεται
    Και είναι αυτός που λέει στ’ αλήθεια τι πετά ο φτωχός
    Και τι μαζεύει ο πλούσιος: χαδούλια γάτας εύπλεκτα της λυγαριάς
    Αψιθιές με κάππαρη λέξεις εξελικτικές με βραχύ το ένα φωνήεν
    Ασπασμούς απ’ τα Κύθηρα. Έτσι με κάτι τέτοια πιάνεται
    Ο κισσός και μεγαλώνει το φεγγάρι να βλέπουν οι ερωτευμένοι
    Σε τι μπλε Ιουλίτας γίνεται το αραχνοΰφαντο του πεπρωμένου
    να διαβάζεις

    Αχ! Δύσεις έχω δει πολλές κι αρχαίων διαβεί θεάτρων τα
    Διαζώματα. Όμως δεν ποτέ ομορφιά μου εδανείσθηκεν ο χρόνος
    Και κατά του μελανού νίκη να επιτύχει και αγάπης έκταση να
    επιμηκύνει ώστε
    Πιο ευφυής πιο εύφωνος να κελαηδάει ο μέσα μας κορυδαλλός
    Απ’ τον δικό του άμβωνα
    Σύννεφο συνοφρυωμένο που τ’ ανεβάζει πούπουλο ένα σκέτο «μη»
    Κι ύστερα πάλι πέφτει και χορταίνεις χορταίνεις χορταίνεις βροχή
    Ομήλικος γίνεσαι του ανέγγιχτου χωρίς να το γνωρίζεις και
    Συνεχίζεις στου κήπου τ’ άπατα να γαργαλιέσαι με τις εξαδέλφες σου

    Αύριο θα μας ραντίσει νυχτολούλουδα περαστικός οργανοπαίχτης
    Και θα μείνουμε παρ’ όλα αυτά λιγάκι μη ευτυχείς
    όπως συνήθως στην αγάπη

    Όμως απ’ τη μαστίχα του πηλού της γης μια γεύση αιρετική
    ανεβαίνει
    Μισή από μίσος κι όνειρο μισή από νοσταλγία
    Εάν εξακολουθούμε να ‘μαστε αντιληπτοί ως άνθρωποι που
    Διαβιούμε κάτω από θόλους κατάστικτους με σμαραγδίσκων τρίτωνες
    τότε
    Η ώρα θα ‘ναι μισό δεύτερον λεπτού μετά τη μεσημβρία
    Και η τελειότης η άκρα
    συντελεσμένη σ’ έναν κήπο με υάκινθους
    Οπού τους αφαιρέθηκεν ο μαρασμός για πάντα. Κάτι φαιό
    Που μια σταξιά μονάχα λεμονιού αιθριάζει οπόταν
    Βλέπεις κείνο που απ’ την αρχή εννοούσα με στοιχεία καθαρά
    Να χαράζεται
    πάνω σε μπλε Ιουλίτας.»

    ΟΔΥΣΣΕΑΣΣ ΕΛΥΤΗΣ

    Song sung blue, Neil Diamond

    3. ΤΟ ΓΑΛΑΖΙΟ ΚΙΟΣΚΙ

    Κοντά στη θάλασσα αγαπώ ένα γαλάζιο κιόσκι.

    Γύρω απ’ αυτό το ειρηνικό παραθαλάσσιο κιόσκι
    τα μεσημέρια στάζουνε κόμπους ζεστό χρυσάφι
    δίχτυα απλωμένα αντίστροφα σ’ ωριμασμένους ήλιους.

    Το δείλι, όταν το σχήμα του βυθίζεται στους ίσκιους,
    βρίσκουν εκεί καταφυγή φιλέρημα παιδιά,
    που επάνω από τ’ αντίφεγγα τα δυσμικά του πόντου
    αφήνουν βάρκες χάρτινες να φεύγουν σιωπηλά.

    Εκεί το αγιόκλημα άλλοτε με την πολύοσμη κόμη
    παλαιών εμύρωνε κυριών την ανθηρή ομιλία,
    καθώς στο θάλπος των νυκτών του Αυγούστου η ωχρή σελήνη
    στάλαζε φίλτρα ερωτικά από μια ανάερη κρήνη.

    Τώρα το κιόσκι το παλιό με την εράσμια φρίζα
    θρυμματισμένη απ’ τη σκληρή της χειμωνιάς αξίνη,
    όταν οσιώνεται το φως το ακόλαστο της μέρας,
    περνάει στη νύχτα παίρνοντας το μύρο απ’ την αιφνίδια
    μελαγχολία των σιωπηλών, φιλέρημων εφήβων,
    που με το δείλι χάνουνε τις βάρκες, τις ψυχές τους
    επάνω από τ’ αντίφεγγα τα δυσμικά του πόντου.

    Εμμανουήλ Kαίσαρ (από τα Ποιήματα, Eρμής 2001)

    ***

    4. ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΙΚΟ ΓΑΛΑΖΙΟ

    Γιατί, έτσι αποσπασματικό το γαλανό
    τόσο μας συγκινεί σ’ ένα άνθος στο λιβάδι,
    ένα πουλί, τα δυο της μάτια, ένα πετράδι,
    ενώ προσφέρεται άπλετο στον ουρανό;

    Αφού δεν είναι ουρανός (ακόμα) η γη,
    αν και για μερικούς σοφούς έχει ήδη γίνει,
    κι είναι ο ουρανός ψηλά, τόσο μακριά από κείνη,
    ο πόθος μας γι’ αυτόν σ’ αυτά μας οδηγεί.

    ΡΟΜΠΕΡΤ ΦΡΟΣΤ [ROBERT FROST (1874-1963)] Μετ: Νίκος Φωκάς

    Midnight Blue – Brian Crain

    5. ΒΑΘΥ ΓΑΛΑΖΙΟ ΣΧΕΔΟΝ ΜΠΛΕ

    Το βάθος του γαλάζιου
    Η ένταση του βλέμματός μου
    μού κούρασε τα μάτια
    έγινε βαθύ μπλε.

    Οι άσπρες εξακτινώσεις
    χαλάρωσαν τους ορίζοντές μου.

    Δεν βλέπω πια
    Δεν ξέρω πια
    Δεν αναγνωρίζω πια
    τα χρώματα, τ’ αρώματα
    μη τους ορίζοντές μου.

    ΑΜΑΛΙΑ ΡΟΥΒΑΛΗ

    ***

    6. ΦΟΒΑΜΑΙ ΜΠΛΕ

    Γεννήθηκα σε θύελλα Σαββάτου
    σ’ ένα λιμάνι που πλοία δένανε τα σπλάχνα τους
    κι όλα τα σάλιωνε μια νοτιά αψίκορη.
    Η μάνα πέθανε αμέσως.
    Κείνη την ώρα έπεσε, είπαν, μια πόρπη φεγγαριού
    μέσα στη θάλασσα, τη διέλυσε.
    Κι ανάσανα το μπλε το μελανί ως το μεδούλι.

    Μ’ ανάθρεψαν κοκότες σ’ ένα σπίτι παρδαλό
    που από κάτω οι δερβίσηδες χορεύανε νταλκάδες.
    Και το πιοτό, το σπέρμα, ο βαρύς καπνός
    για μας σημαίνανε ψωμάκι. Άλλοι το λέγανε κατάντια.

    Φοβάμαι μπλε, ακούω μπλε
    τις νύχτες μεγαλώνω άδεια χρόνια
    και κρύβω τη σιωπή μου
    στον ήλιο ενός πορτοκαλιού.

    Στέλλα Δούμου / ΧΡΟΝΟΡΥΧΕΙΟ εκδ. Θράκα 2017

    ***

    7. ΥΠΝΟΣ ΣΤΟ ΜΠΛΕ ΔΩΜΑΤΙΟ

    Μετράει τον χρόνο
    και δεν της βγαίνει
    πότε γεννήθηκε
    πότε γονάτισε
    πότε αγάπησε
    για πότε θρήνησε
    σε ποιο δωμάτιο
    ποια μέρα
    μήνα
    ποια χρονιά

    Σεντόνι
    και τα σκεπάζει όλα
    το μούχρωμα
    μόνο να γίνει νύχτα
    στο μπλε δωμάτιο

    Επιτέλους
    να πέσει, θέλει,
    να κοιμηθεί.

    EΛΕΝΗ ΓΚΙΚΑ

    ***

    8. ΤΟ ΜΠΛΕ ΔΕΝΤΡΟ

    Ένα μπλε δέντρο ορίζει το σύμπαν.
    Τα φύλλα του στάζουν βροχή ή μέλι πάνω στη γη
    και γεννιέται γύρω του ένα ανεξίτηλο περιβάλλον,
    ο τόπος όπου κοιμάται το αληθινό πουλί.

    Οράσιο Καστίγιο, μετάφραση: Στάθης Ιντζές

    Γαλάζια Μυστικά – Αλκίνοος Ιωαννίδης

    9. ΓΑΛΑΖΙΟ

    … πάνω σε μια απόχρωση του Αλμπέρτι

    1.

    Ξαφνικά η παλέτα του γέμισε
    με το πιο μυστικό γαλάζιο τ’ ουρανού.
    Έσκυψε πάνω στον καμβά του
    κι άρχισε να ζωγραφίζει πυκνά σύννεφα.
    Στο εργαστήριο αντηχούσαν οι φωνές των αγγέλων
    που επαναλάμβαναν δυνατά τ’ όνομά του:
    Beato Blue Angelico.

    2.

    Ο Ραφαήλ είχε μεγάλα φτερά.
    Ο δάσκαλός του Περουτζίνο επίσης.
    Μ’ αυτά άπλωσε το δικό του γαλάζιο στην οροφή της Καπέλα
    Σιστίνα.
    Στο μέρος του Παραδείσου που του αναλογούσε, ο ήλιος δεν δύει
    ποτέ.

    3.

    Η Βενετία αναπαύεται τώρα
    στο αστραφτερό γαλάζιο του Τισιανού·
    η Ρώμη στο μελαγχολικό του Πουσέν
    που λαμπυρίζει ανάμεσα στις ορτανσίες της Πιάτσα Γκλόρια.
    (Εκεί μικρός μύρισα για πρώτη φορά την Άνοιξη.)

    4.

    Το γαλάζιο του Τιντορέτο με πληγώνει·
    του Τιέπολο (θυμάσαι τα φατνώματα στη Villa Serbeloni;)
    με κάνει να χαμογελώ ανέμελα·
    του Γκρέκο με δοκιμάζει
    − μπορώ άραγε να συνεχίσω να πιστεύω σ’ αυτό το εκτυφλωτικό
    σκοτάδι;

    5.

    Στο εργαστήριο του Βελάσκεθ
    το γαλάζιο συστήνεται ως Ινφάντα Μαργκαρίτα.

    6.

    Πάρε αυτή την ωραία γαλάζια κορδέλα
    και δέσε την γύρω από τα χρυσαφένια σου μαλλιά.
    Σου την προσφέρει ο φιλήδονος Γκόγια.

    7.

    Εκρήξεις γαλάζιου μέσα στις αλληγορίες της Μεσογείου.
    Ο Βαν Γκογκ μία απ’ αυτές.
    (Η πιο έναστρη.)

    8.

    Τα δάκρυα του Μονέ
    ήταν γκριζογάλανα.
    Ο Καντίνσνκι για να τον τιμήσει
    έδωσε στον καβαλάρη του το άρωμα της λεβάντας.

    9.

    Μια μέρα το πινέλο θα μιλήσει.
    Τότε θ’ αποκαλύψει αυτό που τα χρώματα ήδη γνωρίζουν:
    πως ο Ματίς ήταν πράγματι γαλαζοαίματος.
    (Όπως και ο Σαγκάλ εξάλλου.)

    10.

    Είμαι η γαλάζια σου σκιά.
    Το καθαρό περίγραμμα τού σώματός σου.
    Για τα γερασμένα μάτια
    μια διαρκής παρεκτροπή.
    Χάρης Βλαβιανός, «Διακοπές στην πραγματικότητα»

    Ricky Shayne – Mamy Blue

    10. ΜΙΑ ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΓΙΑ ΜΠΛΕ ΤΟΥΛΙΠΕΣ

    Κι αυτό το ποίημα θα είμαστε εμείς;
    Δεν το νομίζω.
    Ύστερα από ώρες σιωπής
    είμαι εγώ μόνο.
    Μέρες σιωπής –
    Δεν ξέρω σε τι αναφέρομαι.
    Φέρομαι σαν φτωχή.
    Ασφαλώς δύσκολα μπορεί να γελάει κανείς –
    Με τι;
    Και φοβάμαι.

    Θέλω να φύγω από όλη αυτή τη γαλήνη για μπλε
    πληγές – Χτες μπλε τουλίπες γέλαγαν στην
    Ολλανδία αλλά τώρα κανείς – Και η σιωπή
    μετά από τα γέλια παραγαλάζια.
    Όχι. Δεν θέλω να διαλυθώ.
    Να σ’ ακολουθήσω στα τέλεια ποιήματα.
    Σ’ αυτά ακριβώς που κόβονται τα δάχτυλα
    στα κρύσταλλα. Εκεί όπου ανακαλύπτεις
    τον ουρανό πίσω από μιαν ιστορία λήθης.
    Όχι. Πρόσεξες τα κεριά;

    Ήταν τόσο τεράστια στις άκρες της
    καλοκαιρινής νύχτας. Εκείνης. Εκεί
    στην κάθε άκρη ενός βαθυγάλαζου άδειου
    υστερίας διαδεχόντουσαν η μια την άλλη.

    Πρόσεξες τ’ άστρα; Πώς
    έπεφταν
    έπεφταν
    έπεφταν.
    Δεν θέλω να διαλυθώ ξανά από ένα ωραίο
    σου πρόσχημα – Σε όλο αυτό το διάστημα μιας δικής σου
    πλήξης.
    Σκοτείνιασε αγάπη.

    ΝΑΝΑ ΗΣΑΪΑ, Persona, Ερμείας 1972

    Madrugada – Strange Color Blue

    11. ΝΑ ΜΟΥ ΔΙΑΒΑΖΕΙΣ ΤΟ ΒΑΘΥ ΓΑΛΑΖΙΟ

    σ’ ένα δωμάτιο παλιό, μοναχικό
    σ’ ένα δωμάτιο γκρίζο
    να μου διαβάζεις το βαθύ γαλάζιο
    και το κόκκινο,
    να μου διαβάζεις ήχους, μουσικές,
    να μου διαβάζεις ποιήματα

    στο μισοσκόταδο τα μάτια σου να λάμπουν
    να κελαρύζει, να μοσκοβολάει η φωνή σου
    να πλημμυρίζει το δωμάτιο λέξεις μυστικές
    που αχνίζουν και θαμπώνουν τα παγωμένα τζάμια

    στα χείλη σου να ανθίζει
    ένα χαμόγελο κρυφό
    όπως πετούμενο που ξαφνικά φτερούγισε
    σε ερειπωμένο σπίτι
    ή ο ξενιτεμένος που επιτέλους γύρισε
    στη μία και μοναδική πατρίδα του

    να μου διαβάζεις ποιήματα
    και να μ’ αγγίζεις με το φως
    με κείνο το αχνό λησμονημένο όνειρο

    ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ, Το μυστικό Αλφάβητο (2010)

    ***

    12. ΜΠΛΕ ΜΠΑΛΟΝΙ

    Βγαίνοντας απ’ τη θάλασσα
    Ένα μπαλόνι με ακολούθησε
    Αυτό το μπλε
    Που υπήρχε μέσα μου φουσκωμένο
    Για να ρυθμίζει
    Την κυκλοφορία της λύπης

    Αφού έκανε μια κίνηση δισταγμού
    Σα να φοβόταν τα βότσαλα
    Σαν η παραλία να ήταν ο κόσμος
    Και τα απροσμέτρητα βότσαλα
    Το απροσμέτρητο πλήθος των ανθρώπων

    Αφού ζύγισε με το βλέμμα του
    Τα δάκρυα που το χώριζαν
    Από την αντίπερα όχθη
    Προχώρησε με ακατανόητη χάρη
    Προς μια εξόδια κίνηση
    Σαν τελικός απολογισμός
    Της ανεπίσημης χορογραφίας του

    Κυλώντας ήσυχα
    Ήρεμα σαν νεκρό

    Πάνω στον πληγωμένο καθρέφτη
    Της θάλασσας

    Σας είχα προειδοποιήσει
    Ότι θα έφευγα κάποτε
    Σαν μπαλόνι

    Σας το είχα πει
    Με όλα τα αίματα

    Σταύρος Σταυρόπουλος

  2. -«Μυριάδες στόματα φωνάζουνε και σε καλούν
    Έλα λοιπόν απʹ την αρχή να ζήσουμε τα χρώματα
    Νʹ ανακαλύψουμε τα δώρα του γυμνού νησιού
    Ρόδινοι και γαλάζιοι τρούλοι θʹ αναστήσουν το αίσθημα
    Γενναίο σαν στήθος το αίσθημα έτοιμο να ξαναπετάξει
    Έλα λοιπόν να στρώσουμε το φως
    Να κοιμηθούμε το γαλάζιο φως στα πέτρινα σκαλιά του Αυγούστου»
    (Ο. Ελύτης)

    -Γ. Ρίτσος, «Παιχνίδια τ’ ουρανού και του νερού»
    XXX

    “Η αλυσιδίτσα στο λαιμό σου,
    τ’ αστράκι της αυγής στα φύλλα,
    σκοινιά, καράβια και φανάρια,
    γλάροι, καθρέφτες και καρποί-
    τα κατάρτια μπουμπουκιάσανε.
    Όμορφη, Θε μου, που ‘ναι η πλάση,
    μύρια ποτήρια του νερού
    φρεσκοπλυμένα, σκουπισμένα
    στο περιγιάλι αστράφτουνε.
    Απ’ όλα πίνω το γαλάζιο,
    κι ακόμη, γιε μου, να μεθύσω.

    (http://dioti.gr/index.php/apo-to-diadiktio-2/73-ritsos/1530-2017-08-05-07-54-08)

    -Georg Trakl, «ΠΑΙΔΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ»

    Καρπούς γεμάτη είναι η κουφοξυλιά· ήσυχα κατοικούσαν τα
    Παιδικά χρόνια σε γαλάζια σπηλιά. Το σιωπηλό κλαρί
    Συλλογιέται ένα παλιό μονοπάτι όπου τώρα μουρμουρίζουν
    Καστανόχρωμα τα αγριόχορτα. Το θρόισμα των φυλλωμάτων.
    Και όταν το γαλανό νερό κελαρύζει στους βράχους, γλυκός
    Είναι του κότσυφα ο θρήνος. Ένας βοσκός αμίλητος ακολουθεί τον ήλιο,
    Που κυλά πίσω από τον φθινοπωρινό λόφο.
    Μια γαλάζια στιγμή, σημαίνει μόνο περισσότερη ψυχή. Στην εσχατιά
    Του δάσους προβάλλει δειλά ένα αγρίμι και στο βάθος αναπαύονται ειρηνικά
    Τα παλαιά σήμαντρα και τα σκοτεινά υποστατικά.
    Ευλαβικότερος τώρα, γνωρίζεις το νόημα των σκοτεινών χρόνων,
    Ψύχος και φθινόπωρο σε μοναχικές κάμαρες·
    Και μέσα σε ιερή γαλαζοσύνη
    Ηχούν και απομακρύνονται βήματα φωτεινά.
    Σιγοτρίζει ένα ανοιχτό παράθυρο·
    Στη θέα του ερειπωμένου νεκροταφείου στο λόφο
    Δάκρυα τρέχουν απ’ τα μάτια.
    Ανάμνηση ιστορημένων θρύλων. Όμως κάποτε φωτίζεται η ψυχή
    Όταν αναπολεί ανθρώπους χαρωπούς, σκουρόχρυσες εαρινές ημέρες.

    (http://www.poiein.gr/archives/8408/index.html)

    -Δημήτρη Χατζηκαρκαντά, «Γαλάζιο»

    Απέραντη θάλασσα η ματιά μου και χάνεσαι μέσα της
    γιατί είσαι κύμα που ταξιδεύει απο άνεμο σ’άνεμο,
    καμαρωτό και ατίθασο και αφηνιασμένο
    μέχρι να αγκαλιάσει τα βράχια,να σκορπιστεί στον αέρα,
    να βρεθεις μια ακόμη σταγόνα στον ωκεανο.
    Γιατί είμαι άνεμος
    και κάθε τι που αγαπάς παίρνει σάρκα στην δική μου την άβυσσο
    ο ουρανός καθρεπτίζεται σε έναν άλλο παράδεισο
    κι αν μια σταγόνα αξίζει όλα αυτά,
    πόσο άραγε θα άξιζε μια ολόκληρη θάλασσα..
    Γιατί είμαστε αστέρια που φέγγουν ανεκπλήρωτα όνειρα
    και κάθε βράδυ τρεμοπαίζουν λιγότερο.
    Με τα μάτια κλειστά τα φαντάζομαι πιό φωτεινά
    πιό κοντά στα φεγγάρια που ίσως κάποτε ήμασταν.
    Μη φοβάσαι λοιπόν
    να δείς στον καθρέπτη το γλυκό σου χαμόγελο
    να απλώσεις το χέρι , να με αγγίξεις στα σκοτεινά.
    Τελικά είναι ωραία να έισαι της θάλασσας κύμα κι αστέρι
    να γεννιέσαι ξανά και ξανά..
    Να πετάς σε αεράκι ελεύθερο , σε γαλάζια αγκαλιά.

    (http://fractalart.gr/galazio/)

  3. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    13. ΤΑ ΜΠΛΕ ΤΕΤΡΑΔΙΑ

    οι μέρες
    της αδιάκοπης βροχής
    δεν ξόδευαν

    κι εγώ να γεμίζω
    με ποιήματα
    τα μπλε τετράδια
    ακατάπαυστα
    να γράφω λέξεις
    δ ά κ ρ υ α

    οι σελίδες
    να βαραίνουν
    το μελάνι
    να σβήνει

    μη σταματάς βροχή!
    μην κοπάσεις
    έως τα μπλε τετράδια
    να μείνουν κενά
    από λέξεις

    Ιωάννης Μαγκαφώσης

    Enya – Caribbean Blue

    14. ΤΟ ΜΠΛΕ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΓΥΡΕΥΑ

    Το μπλε του κόσμου γύρευα
    και καθώς ενόμιζα πως κουβαλούσα το αεράκι
    του μέλλοντός μου
    είδα το χιόνι των ανθρώπων ερώτων μακρινών
    και να ματώνουν τα πνευστά και να ιδρώνουν θάνατο

    και τα σώματα να γίνονται μοίρα
    με τη μνήμη μας ένα ποτάμι θηρία που αστράφτει
    κατηφορίζοντας στα μεγάλα βουνά των ανθρώπων.

    ΜΑΝΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ, «Το νεκρό καφενείο», Καστανιώτης, 2006

    ***

    15. ΜΠΛΕ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

    Τώρα γράφω μπλε ιστορίες
    μου είπε η Άγγελα.
    Πρώτα έγραφα κόκκινες
    όμως με τον καιρό κουράζονται τα χρώματα
    κι αφήνουνε το βάψιμο στις λέξεις.
    Έτσι συμβαίνει και με τους ανθρώπους:
    Πριν σαπίσουν νομίζουν ότι αλλάζουν.

    Υποψιάζομαι ότι αυτή η ιστορία θα τελειώσει σε αναπόφευκτο γκρίζο
    σαν θλιμμένη παρέλαση βετεράνων
    που μόλις σιγήσει η μπάντα
    τους ρίχνουν πίσω σε μισοσκαμμένους τάφους.

    Αλλά πες μου, σου αρέσουν;
    Μου αρέσουν, της είπα.
    Εγείρουν τις αισθήσεις ένα μέτρο πάνω από τη γη.
    Όση δηλαδή είναι η απόσταση χώματος-ουρανού
    αν την έχεις διανύσει χιλιάδες φορές.

    Γιώργος Χριστοδουλίδης, Πληγείσες περιοχές. Γυμνές ιστορίες, Μελάνι, Αθήνα 2016.

    ***

    16. ΤΟ ΜΠΛΕ ΑΛΟΓΑΚΙ

    Ένα απότομο εκτόπισμα
    απ’ το κύμα του ύπνου
    σε πέταξε στα βράχια
    ενός ακόμη θορυβώδους
    πρωινού

    Σε μια τυφλή στροφή
    που δεν υπολόγισες
    μπήκες σ’ ένα σύννεφο φυγής
    χάθηκες στον κήπο
    με τις ανθισμένες κερασιές
    βυθίστηκες στην τρυφερή αγκαλιά
    ενός παραμυθά

    Έπειτα ανέβηκες στο μπλε ξύλινο αλογάκι
    για να κλυδωνιστείς
    στις παιδικές μνήμες

    Κάποιος σε είδε για τελευταία φορά
    να κρατάς μια βαλίτσα όνειρα
    και να περιμένεις στωικά
    στον σταθμό το πεπρωμένο

    Έλσα Κορνέτη, Αγγελόπτερα, 2016

    Δυο μικρά γαλάζια άλογα, Γιώργος Ρωμανός

    17. ΜΠΛΕ ΚΟΒΑΛΤΙΟΥ

    Κοβάλτιο στάζουν τα μάτια σου.
    Η απόγνωση ποτέ δεν ήταν πιο μπλε.
    Τον πόνο σου ξεπλένεις σε όχθες ποταμών.
    Την αγωνία στρουφαλίζεις σε νεροσυρμές.

    Σ’ ακόνες και νεροτριβές
    τις πίκρες με μανία κοπανάς να μαλακώσουν.

    Και στ’ άπειρο φωνάζεις, θλίψη, θλίψη
    Πού θα βρεθεί τόσο νερό να σε συντρίψει;

    Φωτεινή Βασιλοπούλου: Πρωσικό μπλε, Εκδόσεις των Φίλων

    ***

    18. ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΓΑΛΑΖΙΟ

    Πίσω από το προπέτασμα ομίχλης του μυαλού
    υπάρχουν ακόμα άλλες εκτάσεις
    πιο γαλάζιες απ’ όσο νομίζεις.

    Πόσο μικρή θα φαινόταν η Ιστορία
    αν την θωρούσαμε από ψηλά. Δροσερή, φωτεινή
    κι ανάλαφρη θα έφτανε η ανάσα σου ως εκεί,

    όπου το Εγώ σου δεν ζυγίζει ούτε γραμμάριο.

    HANS MAGNUS ENZENSBERGER, Mετάφραση: Γιώργος Πρεβεδουράκης.

    Γαλάζια ώρα, Σπανουδάκης

    19. ΤΟ ΜΠΛΕ ΤΟΥ ΒΕΡΜΙΡ

    Το μπλε του Βερμίρ
    σαν μαχαίρι κόβει
    κι ανασηκώνει μια μια τις στρώσεις του Είναι
    ως τα βάθη εκεί που ο Ερωτευμένος
    κι ο Ιερωμένος δε διχάζονται
    σε στιγμιαίο και αιώνιο
    αλλ΄ ερωτεύονται ολόκληροι τους αγγέλους.

    Α! Το μπλε του Βερμίρ
    πως ενεργεί στο κτήνος
    και το ευλογεί σαν να ‘ρχεται από κάτω
    κι όμως στεφανώνει είναι σύντροφος θλίψης
    ή πάλι διακοσμεί τη σοβαρότητα των εγκοσμίων.

    Κατερίνα Αγγελάκη-Ρούκ

    Brian Crain – Blue Sky Rainbow

    20. Ο ΑΝΤΡΑΣ ΜΕ ΤΗ ΜΠΛΕ ΚΙΘΑΡΑ

    Ο άνδρας σκυφτός στη μπλε κιθάρα του
    Ένας κουρέας κοπαδιών. Η μέρα ήταν πράσινη.
    Εκείνοι τού είπαν, «Έχεις μια μπλε κιθάρα,
    Δεν παίζεις τα πράγματα όπως είναι.»
    Ο άνδρας απάντησε, «Τα πράγματα όπως είναι
    Αλλάζουνε στη μπλε κιθάρα.»
    Αυτή λοιπόν είναι η ζωή, τα πράγματα όπως είναι;
    […]
    Το βήμα της προσεκτικό πάνω στη μπλε κιθάρα…
    Αυτή λοιπόν είναι η ζωή: τα πράγματα όπως είναι,
    Ο βόμβος καθαυτός της μπλε κιθάρας.

    Ουάλας Στήβενς (εμπνευσμένο από τον «Γέρο κιθαρίστα», έργο της μπλε περιόδου του Πικάσο).

    John Coltrane – Blue train

    21. ΓΑΛΑΖΙΟΣ ΕΞ ΑΙΤΙΑΣ ΣΟΥ

    Σε σκέφτομαι γαλάζιος, λες και περπατάω
    σε δάσος χρυσαφί στο ντάλα μεσημέρι:
    γεννιούνται κήποι στη μιλιά μου, και είναι μέρη
    στον ύπνο σου, που με τα σύννεφά μου πάω.

    Μελαγχολία μάς χωρίζει (την κοιτάω)
    και μας ενώνει – κι ένα τρυφερούλι αγέρι.
    Της τέχνης μου το λυρικό σού απλώνω χέρι·
    με τον γαλάζιο πόνο μου σε αποζητάω.

    Ορίζοντας βιολιών (σαν τόξα) τανυσμένων
    και οδύνες γιασεμιών με βάζουν, πονεμένον,
    να σε θωρώ με γαλανή ιδιοσυγκρασία.

    Σε κόσμο μέσα κρυσταλλίνων ποιημάτων
    σε σκέφτομαι με φωτεινών κελαηδημάτων
    θωριά σε Κυριακής γαλάζιας ευκρασία.

    EDUARDO CARRANZA, Μετ: Γιώργος Κεντρωτής.

    Γαλάζιος Δούναβης

    22. ΑΥΤΟ ΤΟ ΜΠΛΕ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΟ ΜΑΣ

    Ήμασταν στο λεπτό της τελευταίας διάκρισης.
    Χρειάστηκε να επαναπατρίσουμε το μαχαίρι.
    Και την ανάλογη πορφύρα.
    Λίγοι θα έχουν μάθει να κοιτούν τη γη όπου ζούσαν και να της μιλούν στον ενικό με τα μάτια χαμηλά.

    Γη της λήθης, γη κοντινή, που ερωτευτήκαμε με τρόμο.
    Και ο τρόμος είναι παρελθόν …
    Στον καθένα την κλεψύδρα του για να τερματίσει μαζί της.
    Να συνεχίσει να ρέει στην τύφλωση.
    Όποιος παραδώσει το μήνυμα δεν θα έχει ταυτότητα.
    Δεν θα συντρίψει.

    Μορφή της Αποκάλυψης, δεν είναι το πλάσιμο κάθε βράδυ ενός προσώπου που είναι δύσκολο να πεθάνει;
    Ένα εργαλείο που το χέρι στερημένο από μνήμη, ανά πάσα στιγμή θα ανακάλυπτε την φιλανθρωπία του, δεν θα γερνούσε, θα διατηρούσε την ακεραιότητά του.
    Έτσι εξαφανίστηκαν οι άνδρες με το σακίδιο μέσα στην ομίχλη.

    René Char, μτφρ.: Ανδρονίκη Δημητριάδου

  4. -«Το γαλάζιο μου άλογο καλπάζει
    εκεί που ο κόσμος σκοτεινιάζει
    και χάνεται η σημασία»
    (Παναγιώτας Χριστοπούλου-Ζαλώνη)

    -Τηλέμαχου Χυτήρη, «Ο ΚΥΚΝΟΣ»

    Μέσα μου υπάρχει
    ένας κύκνος
    και μια ωραία γαλάζια λίμνη.
    Ο κύκνος
    μου επιτρέπει να ζω
    πάνω από τη λάσπη του βυθού
    της ωραίας
    της γαλάζιας
    λίμνης.
    (Από τη συλλογή «Τόποι νέοι»)

    -ΜΑΡΙΑ ΚΟΥΓΙΟΥΜΤΖΗ, «ΤΟ ΓΑΛΑΖΙΟ ΑΛΟΓΟ»

    Πες σ’ αυτό το γαλάζιο άλογο πως δεν υπάρχει.
    Πως πρέπει να προσαρμοστεί στον σκούρο κόσμο.
    Πάει ο καιρός που έπλεε στη θάλασσα
    κοιμότανε στο πράσινο του χορταριού αιδοίο.
    Πες του να σκύψει το κεφάλι για σφαγή
    να φύγει από το πάρτι με τις αλεπούδες.
    Έχει στεφάνι αγκαθωτό από συρμάτινη κραυγή
    κολάρο να φορέσει
    και με τα ξύλινα παπούτσια του
    τον θάνατό του να κλοτσήσει.
    Αργά αργά να ξεφλουδιστεί
    απ’ τον γαλάζιο εαυτό του
    και μ’ ένα χρώμα χωματί να γονατίσει.

    (https://www.translatum.gr/forum
    /index.php?topic=14293.msg144567#msg144567)

    -Π. Π. Παζολίνι, «Προφητεία» (ή «Ο Αλή με τα γαλάζια μάτια»)
    (απόσπασμα)

    Στον Ζαν-Πωλ Σαρτρ, που μου διηγήθηκε
    Την ιστορία του Αλή με τα Γαλάζια Μάτια.

    Ήταν στον κόσμο ένας γιος
    Και μια μέρα πήγε στη Καλαβρία:
    Ήταν καλοκαίρι, και ήσαν
    Αδειανά τα χαμόσπιτα,
    Καινούρια, σαν από ζαχαρωτό ψωμί,
    Από παραμύθια με νεράιδες στο χώμα
    Των περιττωμάτων. Αδειανά. Σαν χοιροστάσια χωρίς χοίρους,
    Στο κέντρο κήπων χωρίς πρασινάδα χωραφιών χωρίς χώμα,
    Καναλιών χωρίς νερό. Καλλιεργημένες από το φεγγάρι οι πεδιάδες.
    Βλαστάρια μεγαλωμένα μέσα από στόματα σκελετών. Ο άνεμος
    Απ’ το Ιόνιο ανακάτευε άχυρα μαύρα
    Όπως στα όνειρα τα προφητικά:
    Και η σελήνη, στο χρώμα των περιττωμάτων,
    Καλλιεργούσε χωράφια
    Που ποτέ δεν αγάπησε το καλοκαίρι.
    Και ήταν η εποχή του γιου
    Που τούτη η αγάπη μπορούσε
    Ν’ αρχίσει, και δεν άρχισε.
    Ο γιος είχε μάτια
    Από καμένο άχυρο, μάτια
    Χωρίς φόβο, και τα είδε όλα
    Όσα ήταν στραβά: τίποτε
    Δε γνώριζε από γεωργία,
    Από μεταρρυθμίσεις, από τους
    Συνδικαλιστικούς αγώνες, από τα Κοινωφελή Ιδρύματα,
    Αυτός. Είχε όμως εκείνα τα μάτια…
    Ο Αλή με τα Γαλάζια Μάτια,
    Ένας από τους τόσους γιους των γιων,
    Θα κατεβεί από το Αλγέρι, πάνω σε καράβια
    Με πανιά ή κουπιά. Θα είναι
    Μαζί του χιλιάδες άνθρωποι
    Μικρόσωμοι και με τα μάτια
    Των φτωχών σκύλων των πατεράδων
    Πάνω στις βάρκες τις φτιαγμένες στα Βασίλεια της Πείνας.
    Θα φέρον μαζί τους τα μωρά,το ψωμί και το τυρί, στα λαδόχαρτα της Δευτέρας του Πάσχα.
    Θα φέρουν τις γιαγιάδες και τα γαϊδούρια,
    Πάνω στις τριήρεις τις κλεμμένες στα αποικιακά λιμάνια.
    Θα ξεμπαρκάρουν στον Κρότωνα, στο Πάλμι,
    Κατά εκατομμύρια, ντυμένοι με ασιάτικα
    Κουρέλια και με αμερικανικά πουκάμισα.
    Μεμιάς οι Καλαβρέζοι θα πουν
    Όπως αλήτες σε αλήτες:
    «Να οι παλιοί αδερφοί,
    Με τους γιους και με το ψωμί και το τυρί!».
    Από τον Κρότωνα και το Πάλμι θ’ ανεβούν
    Στη Νεάπολη, κι από κει στη Βαρκελώνη
    Στη Θεσσαλονίκη και στη Μασσαλία,
    Στις Πολιτείες της Διαφθοράς.
    Ψυχές και άγγελοι, ποντίκια και ψείρες,
    Με σπέρμα της Αρχαίας Ιστορίας,
    Θα πετάξουν μπροστά στους νέγρους.
    Αυτοί πάντα ταπεινοί
    Αυτοί πάντα αδύναμοι
    Αυτοί πάντα φοβισμένοι
    Αυτοί πάντα κατώτεροι
    Αυτοί πάντα ένοχοι
    Αυτοί πάντα υπήκοοι
    Αυτοί πάντα μικροί,
    Αυτοί, που δε θέλησαν ποτέ να γνωρίσουν,
    Αυτοί που είχαν μάτια μόνο για να παρακαλούν,
    Αυτοί που έζησαν σα ληστές,
    Στο βάθος της θάλασσας, αυτοί που έζησαν σαν τρελοί
    Στη μέση τ’ ουρανού,
    Αυτοί που φτιάξανε
    Νόμους έξω από το νόμο,
    Αυτοί που προσαρμόστηκαν
    Σ’ έναν κόσμο κάτω από τον κόσμο
    Αυτοί που πίστεψαν
    Σ’ έναν θεό δούλο του θεού,
    Αυτοί που τραγούδησαν
    Στις σφαγές των βασιλιάδων,
    Αυτοί που χόρεψαν
    Στους πολέμους των αστών,
    Αυτοί που προσευχήθηκαν
    Στους εργατικούς αγώνες
    καταθέτοντας την τιμιότητα
    Των χωριάτικων θρησκειών,
    Ξεχνώντας την τιμή
    Του υποκόσμου,
    Προδίνοντας την ειλικρίνεια
    Των βαρβαρικών λαών
    Πίσω από τους δικούς τους Αλή με τα Γαλάζια
    Μάτια – θα βγουν κάτω από τη γη για να ληστέψουν –
    Θ’ ανέβουν από το βάθος της θάλασσας για να σκοτώσουν –
    Θα κατεβούν από τα ύψη του ουρανού
    Για ν’ αρπάξουν – και για να μάθουν στους συντρόφους
    Εργάτες τη χαρά της ζωής –
    Για να μάθουν στους αστούς
    Τη χαρά της ελευθερίας –
    Για να μάθουν τους χριστιανούς
    Τη χαρά του θανάτου
    Θα καταστρέψουν τη Ρώμη
    Και πάνω στα ερείπιά της
    Θα καταθέσουν το σπόρο
    Της Αρχαίας Ιστορίας.
    Ύστερα με τον Πάπα και με το κάθε άγιο μυστήριο
    Θα πάνε σαν τους τσιγγάνους
    Τον ανήφορο προς τη Δύση και το Βορρά
    Με τις κόκκινες σημαίες
    Του Τρότσκι να κυματίζουν…

    (Ποίηση σε σχήμα τριαντάφυλλου, εκδ. Τυπωθήτω)

  5. Λάκης Παπαδόπουλος – Τα μπλε παπούτσια

    23. ΤΟ ΓΑΛΑΖΙΟ

    Του γαλάζιου του αιώνιου η ήρεμη ειρωνεία,
    Ράθυμα όμορφη σαν τα λουλούδια, βαραίνει
    Τον αδύναμο ποιητή που την αξία του καταριέται
    Μέσα σε μια άγονη από Πόνους έρημο.

    Με τα μάτια κλειστά, ξεφεύγοντας, το νιώθω που κοιτάζει
    Με την ένταση ενός ελέγχου που καταθλίβει,
    Την άδεια μου ψυχή. Να πάω πού; Και ποια άγρια νύχτα
    Κουρέλια, στην αλγεινή τούτη περιφρόνηση να ρίξω;

    Ομίχλες, ανεβείτε! Τις μονότονες στάχτες σας ρίξτε τις
    Με μακριά θαμποκούρελα στους ουρανούς
    Που θα πνίξει τον μολυβόμαυρο των φθινοπώρων βάλτο
    Κι ένα μεγάλο χτίστε σιωπηλό ταβάνι!

    Κι εσύ, από της Λήθης τα έλη βγες και μάζεψε
    Στο διάβα σου, τα ωχρά καλάμια και το βούρκο,
    Ανία αγαπημένη, για να γεμίσεις με χέρι ακούραστο
    Τις μεγάλες μαβιές τρύπες που, κακόβουλα φτιάχνουν τα
    πουλιά.

    Ακόμα! δίχως να πάψουν οι θλιμμένες καπνοδόχες
    Ας καπνίσουν, κι από καπνιά μια φυλακή όπου πλανιέται
    Μέσα στη φρίκη των μαύρων της ιχνών, ας σβήσει
    Τον ήλιο που, κιτρινιάρης, πεθαίνει στον ορίζοντα!

    -Ο ουρανός είναι νεκρός. -Σ’ εσένα σπεύδω! δώσ’ μου,
    ω ύλη,
    Τη λησμονιά της Αμαρτίας και του σκληρού Ιδεώδους
    Σ’ αυτό το μάρτυρα που έρχεται να μοιραστεί το στρώμα
    Όπου το ευτυχισμένο ανθρώπινο κοπάδι έχει πλαγιάσει,

    Γιατί θέλω, αφού πια το κεφάλι μου, άδειο
    Όπως το φτιασιδωμένο βάζο που κείτεται στη βάση ενός
    τοίχου,
    Στερήθηκε πια την τέχνη να στολίζει την ολολύζουσα ιδέα,
    Πένθιμα να χασμιέμαι μπροστά σ’ ένα θάνατο σκοτεινό…

    Και μάταια! Το Γαλάζιο θριαμβεύει και τ’ ακούω να
    τραγουδά
    Μες στις καμπάνες. Η ψυχή μου , φωνή γίνεται
    Για να μας φοβίσει ακόμα περισσότερο με την ανηλεή του
    νίκη,
    Κι από το έμψυχο μέταλλο βγαίνει σε μαβιές Προσευχές!

    Κυλά με την ομίχλη, πανάρχαιο, και διασχίζει
    Όπως το βέβαιο σπαθί την έμφυτή σου αγωνία
    Και πού να καταφύγω μες στην ανώφελη και φαύλη
    ανταρσία;
    Έχω στοιχειώσει! Το Γαλάζιο! Το Γαλάζιο! Το Γαλάζιο!

    ΣΤΕΦΑΝ ΜΑΛΛΑΡΜΕ, μτφ: Π. Σταυρινός

    Enya – Caribbean Blue

    24. ΤΟ ΓΑΛΑΖΙΟ ΛΙΒΑΔΙ

    Θα ‘μαστε μόνοι εγώ κι εσύ
    Και δε θα υπάρχουν πια
    Ούτε αποχωρισμοί ούτε αναχωρήσεις
    Ούτε μέρα ούτε νύχτα
    Και θα ‘χει τόσο κάποια λάμψη απεριόριστη απλωθεί
    Πάνω στα πρόσωπά μας
    Που θα ελευθερωθούν τα βλέφαρα απ’ τον γύψο

    Θα προχωρήσουμε μαζί στην όχθη του φωτός
    Και τα δικά σου βήματα θ’ απορροφήσουν τα δικά μου
    Μια σκουριασμένη αξίνα κι ένα φτυάρι θα ‘ναι πάντα εκεί
    Να μου θυμίζουνε το τρομερό εκείνο απόγευμα μιας Κυριακής
    Θα περπατήσουμε μαζί σ’ ένα γαλάζιο λιβάδι
    Κι από τους λόφους θ’ αναβλύζει
    Κάποιο ανάκουστο τραγούδι
    Που ποτέ δε θα τελειώσει

    Τάκης Βαρβιτσιώτης, Η μεταμόρφωση (1971)

    Λένα Πλάτωνος – Μπλε

    25. Η ΓΗ ΕΙΝΑΙ ΜΠΛΕ

    Η γη είναι μπλε σαν πορτοκάλι
    Δεν είναι λάθος δεν ψεύδονται οι λέξεις
    Δεν σας αφήνουν τραγούδια άλλα να πείτε
    Γύρω-γύρω από φιλιά κι άλλα φιλιά
    Οι σαλεμένοι ακούγονται και οι σαλοί εραστές

    Κι εκείνη εκεί με το στόμα της σα βέρα του γάμου
    Μ’ όλα τα μυστικά και τα χαμόγελα φτιαγμένη
    Και με ένδυμα λαμπρό για να της αφεθούν οι αμαρτίες
    Που δεν πιστεύεις ότι ναι όντως γυμνή είναι.

    Καταπράσινες ανθίζουνε οι σφήκες
    Φαγωμένη η αυγή στο κολλάρο
    Μ’ έναν κολιέ από πορτοπαράθυρα
    Φτερούγες ανοιχτές σκεπάζουν τα φύλλα
    Έχεις ακέριαν του ήλιου τη χαρά
    Και τον ήλιον όλο στης γης τη φλούδα απάνω
    Και στις ατραπούς τις μακριές της ομορφιάς σου.

    Paul Eluard, Απόδοση στα ελληνικά: Γιώργος Κεντρωτής

    Blue Room – Chet Baker

    26. ΜΠΛΕ

    Αμ η ζωή δεν είναι ρουσφέτι
    που μας κάνει ο Θεός.
    Η ζωή μας χαρίζεται για
    να την κεντήσουμε
    δροσοσταλίδες.
    Μάλιστα.
    Και νυχτολούλουδα.

    Και βαρέθηκα τα πατερημά σας,
    παντέρμα πλάσματα
    ριγμένα τυχαία
    σε τοπία που τα σκοτώσατε. Αϊ, Αϊ κακία…

    Κανένας δεν κράτησε
    ένα κουβά με άσβηστο
    ασβέστη
    να λαμπρύνουμε ένα απόγευμα
    γεμάτο πυγολαμπίδες.

    ΡΗΝΙΩ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑ

    Leonard Cohen – Famous Blue Raincoat

  6. -Γ. Ρίτσος, «Τονισμένα χρώματα»

    «Το βουνό είναι κόκκινο. Η θάλασσα πράσινη.
    Ο ουρανός είναι κίτρινος. Το χώμα γαλάζιο.

    Ανάμεσα σ’ ένα πουλί κι ένα φύλλο κάθεται ο θάνατος.»

    (Ποιήματα, τ. 4ος, Κέδρος)

    -Γ. Ρίτσος, «Γαλάζιο ποίημα»
    στον Γκέο Μίλεφ

    «Ήταν ένας άνθρωπος που αγαπούσε τον κόσμο
    ένας άνθρωπος μονόφθαλμος- όταν κοιτούσε
    η μισή μέρα ήταν γαλάζια, η άλλη μισή μαύρη
    ήθελε να ‘ναι όλη η μέρα γαλάζια
    όλος ο κόσμος φωτεινός
    όλοι οι άνθρωποι να ‘χουν ένα γέλιο
    να ‘χουνε ένα στρέμμα γαλάζιο μέσα σε κάθε νύχτα.

    Ένα μονόφθαλμος, δεν ήθελε να πικράνει τους φίλους του.
    Στην άδεια κόγχη του φορούσε ένα ψεύτικο μάτι
    προσεχτικά ζωγραφισμένο, γαλάζιο
    γιατί ήθελε όλη η μέρα να ‘ναι γαλάζια-
    γαλάζιο μάτι, στοργικό, στραμμένο στο κενό
    πονούσε τα κενά χέρια, τα κενά στομάχια
    πονούσε το μαύρο κενό μέσα στα μάτια.
    Ήθελε να ‘ναι όλη η ζωή γαλάζια. Αυτό το μάτι
    διέκρινε όλο το γαλάζιο μες στη νύχτα.

    Ένας μονόφθαλμος. Είχε ένα όνομα.
    Γκέο Μίλεφ τον έλεγαν. Έγραφε ποιήματα.
    Έγραψε το «Σεπτέμβρη». Ένα μονόφθαλμος.
    Έβλεπε με χίλια μάτια την αδικία
    κάρφωνε σα σπαθί το άδειο του μάτι στην αδικία.
    Ήθελε να ‘ναι όλα γαλάζια. Τον πιάσανε.
    Τον κάψαν ζωντανό. Ένας άνθρωπος δίκαιος
    που ‘θελε να ‘ναι οι ψυχές μας γαλάζιες.

    Τον κάψανε. Το μάτι του δεν κάηκε.
    Απόμεινε σα μια σταγόνα φως γαλάζιο
    προστατευμένο μέσα στο καμένο του κρανίο.
    Ήταν ένα γαλάζιος άνθρωπος σαν τη δικαιοσύνη.
    Τώρα μες στο Μουσείο της Επανάστασης, αυτό το μάτι
    φέγγει γαλάζιο σαν ένας φανός στην πόρτα της ελευθερίας.
    Αυτό το μάτι βλέπει και φωτίζει και δικάζει
    αυτό το μάτι προστάζει:
    να φτιάξουμε γαλάζιες τις ψυχές μας και τη ζωή μας.

    Ένας άνθρωπος γαλάζιος με πολύ κόκκινο αίμα με
    Κόκκινα όνειρα για μια γαλάζια μέρα.
    Μες στο Μουσείο της Επανάστασης φυλάγεται το μάτι του
    σα σφραγιδόλιθος του Αγώνα. Είδα το μάτι του-
    στην κόρη του ήτανε ζωγραφισμένη όλη η ιστορία της επανάστασης
    γαλάζιες στιγμές με μα τωμένα χρόνια,
    γαλάζιες σκηνές με κόκκινες σημαίες,
    νεκροί που κουβαλούν ψηλά στα χέρια τους μια γαλάζια μέρα.

    Αυτό το μάτι δεν κλείνει ποτέ.
    Αυτό το μάτι αγρυπνάει πάνω από τη Σόφια.
    Αυτό το μάτι είναι ένα αστέρι γαλάζιο μέσα σ’ όλες τις νύχτες.
    Αυτό το μάτι βλέπει και φωτίζει και δικάζει.
    Όποιος κοιτάξει αυτό το μάτι κερδίζει τα μάτια του.
    Όποιος κοιτάξει αυτό το μάτι βλέπει τον κόσμο.

    Ένας μονόφθαλμος ήταν. Γκέο Μίλεφ τον έλεγαν.
    Έγραψε το «Σεπτέμβρη». Τίποτ’ άλλο δεν ξέρω.
    Μια γαλάζια «καλημέρα» μου είπε.
    Μια γαλάζια «καλημέρα» λέω.
    Ένα γαλάζιο ποίημα γράφω για τον κόσμο. Καλημέρα.»

    (Ποιήματα, τ. 5ος, Κέδρος)

    -Κώστας Λογαράς, «Στις γαλάζιες πλαγιές σου»

    “Όταν βαθιά, θαλασσινά νερά
    μετατοπίζονται απ’ τους ανέμους,
    υπόγειες φλέβες του έρωτα
    αναταράζουν το κορμί σου.
    Τα χείλη σου/ εγκάρσιος σπαραγμός
    που αποκαλύπτουν το βυθό,
    χαράδρες της αιώνιας σιωπής
    κι ανεξερεύνητες εκτάσεις.
    Σβήνουν στα χέρια σου οι πληγές
    από τον έρωτα της νύχτας
    κι όλα ξεχνιούνται/ άσπρο πρωί
    που ορμάει μέσα του/ από παντού το φως.
    Λάμπεις μετέωρη στο διάφανο κενό
    σάρκα απαστράπτουσα
    σώμα πολύτιμο
    με διάσπαρτες ελιές στις γαλάζιες πλαγιές σου.”

    (Από την ανθολογία «Ερωτική ποίηση», Καστανιώτης»

  7. Bernstein performs Gershwin «Rhapsody in Blue»

    27. Η ΓΑΛΑΖΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ

    Η γαλάζια γυναίκα, φτιασιδωμένη, στο παράθυρο,
    δεν ζητούσε οι φουντωτές αγκαθιές
    να είναι ψυχρό ασήμι, ούτε τα αφρώδη σύννεφα
    να είναι ορμητικά, αφρισμένα κύματα,
    ούτε τα αφροδίσια άνθη να αναπαύονται
    χωρίς τις λυσσαλέες τους έξεις, ούτε, τη νύχτα,
    η μεθυστική ζέστη του καλοκαιριού,
    να δυναμώνει τα υποτονικά της όνειρα και μέσα τους
    να παίρνει την αληθινή μορφή της. Της αρκούσε
    που θυμόταν: οι αγκαθιές της άνοιξης
    γυρνούν στις θέσεις τους ανάμεσα στα κληματόφυλλα
    για να δροσίσουν τις ροδοκόκκινες ορμές τους – τα αφρώδη
    σύννεφα
    δεν είναι παρά αφρώδη σύννεφα – τα αφρώδη άνθη
    μαραίνονται δίχως εφηβεία – κι αργότερα,
    όταν η αρμονική ζέστη των αυγουστιάτικων πεύκων
    μπει στο δωμάτιο, αποκοιμιέται και είναι η νύχτα.

    Της αρκούσε που θυμόταν.
    Η γαλάζια γυναίκα κοιτούσε κι ονόμαζε απ’ το παράθυρό της
    τα λουλούδια της κρανιάς, με την ψυχρή τους λάμψη,
    πραγματικά λουλούδια άρα ψυχρά, ψυχρές απεικονίσεις,
    λαμπερές, που τίποτα δεν διαταράσσει εκτός απ’ τη ματιά της.

    WALLACE STEVENS -Σημειώσεις για έναν υπέρτατο μύθο, μτφρ.: Στάθης Καββαδάς, Βιβλιοπωλείον της Εστίας 1994

    Willard Grant Conspiracy – Painter Blue

    28. ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΤΑ ΓΑΛΑΖΙΑ ΑΛΟΓΑ

    Ο δρόμος είναι ήσυχος,
    ο θόρυβος που ακουγόταν απ’ τον τοίχο έπαψε,
    το γατάκι κουλουριάστηκε στην καρέκλα,
    το ραδιόφωνο έκλεισε, τ’ άδεια μπουκάλια για το γάλα
    έξω απ’ την πόρτα.

    Και τώρα
    μονάχα ο ύπνος και όνειρα και σκέψεις του ύπνου.

    Ούτε κι ο έρωτας δε μας κρατάει ξάγρυπνους απόψε
    καθώς βυθιζόμαστε σ’ αυτή την παράξενη χώρα
    όπου τα γαλάζια άλογα ανασηκώνουν το κεφάλι τους
    χωρίς καβαλάρηδες κι υπερήφανα.

    Raymond Souster

    https://dimartblog.com/2014/04/16/%CF%84%CE%BF-%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CE%BC%CE%B1-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B5%CE%B2%CE%B4%CE%BF%CE%BC%CE%AC%CE%B4%CE%B1%CF%82-164/

    ***

    29. ΤΟ ΠΙΟ ΩΡΑΙΟ ΜΠΛΕ

    Θα μας θυμάται ο χάρος, θα θυμάται, ναι: περάστε
    (τα βλοσυρά αναλυμένα τα βουνά) – πώς τήνε κλαίς αηδόνι,
    πώς την κλαίς
    την ιστορία με το φαρμάκι, με το φίδι και
    οι παγεροί, ως κι αυτοί, οι δικαστές νεράκι στο κρασί τους
    ποτάμια δάκρυα πίνει ο νόμος και αν ν’ αλλάξει: πες, τί θέλεις;

    την δίκη θα έχεις, που αγαπάς και
    τι βιολέττες, τι λιβούρνα, τι σπαράγγια, η επάνω οδός
    ο δρόμος πάνω. Πέρα για πέρα αληθινός και μόνος ει,
    με το στεφάνι με τα μύρα Μάης, καμάρι της αυγής
    ο οδηγός της. Όμοιος Απόλλωνας – ποιμένας με τη λύρα,
    ο χορηγός, ο έπαινός της, της ζωής
    ο φωτοδότης, με την ίδια λύρα και κοπάδι
    ο ύμνος -θρίαμβος
    ο θρήνος που μεθάει τα δέντρα και χορεύουν. Χορεύουνε
    τα δέντρα –πως αηδόνι –και ημερώνουνε τ’ αγρίμια και
    (οι πληγές του βασιληά, οι πηγές, ο έρωτάς του –- ένα λιοντάρι στο κατάστρωμα, στο δίχτυ –
    ένα λιοντάρι , είναι πάντα βασιληάς, άνακτας, λάμπει επικρατεί, έλκει
    το δέος πάνω του,
    εκστατικά τα τρωκτικά, πυκνή φωνή, πρόθυμα είναι -μη με φας, αχ μη με φας και
    θα σε βγάλω, θα ροκανίσω το σκοινί)

    Το πιο ωραίο μπλε το πιο μεγάλο, με χίλια δυο ονόματα, με χάρες χίλιες ξενιτιές
    διπλά το ορίζουνε δελφίνια αντικρυστά, μην τύχει και μας ξεχυθεί, ανθέ μου εσύ
    πελεκουδάκι το χρυσό, το βαφτισμένο στο λουλάκι «Ένας …
    που πάει κι έρχεται… και τώρα, είναι μακρυά . Αυτός !
    Αυτός δεν κάνει …!
    Να σού πάρω ένα τσιγάρο… Αυτός… μην τον φοβάσαι,
    χωρίς εσένανε δεν κάνει αυτός, δεν ζει.»

    Μέλπω Γρυπάρη

    ***

    30. ΓΑΛΑΖΙΑ ΣΑΝ ΜΙΑΝ ΕΡΗΜΟ

    Μακάριοι όσοι μοναχικοί είναι
    Εκείνοι που σπέρνουν τον ουρανό μέσα
    στην άπληστη άμμο
    Εκείνοι που επιζητούν τον έμβιο υπό του ανέμου
    τις φούστες
    Εκείνοι οι οποίοι ασθμαίνουν τρέχοντας μετά από ένα
    όνειρο που εξατμίζεται
    Διότι αυτοί είναι της γης το άλας

    Μακάριες οι επιφυλακές άνωθεν του ωκεανού της ερήμου
    Εκείνοι που καταδιώκουν τη φενάκη πέραν της χίμαιρας
    Ο φτερωτός ήλιος χάνει στον ορίζοντα τα φτερά του
    Το αιώνιο θέρος γελά στον υγρό τάφο
    Κι αν ένας θορυβώδης κλαυθμός αντιλαλήσει
    στους κλινήρεις βράχους
    Κανείς δεν εισακούγεται από κανέναν

    Η έρημος πάντα ουρλιάζει υπό του απαθούς ουρανού
    Το σταθερό μάτι μοναχό του αιωρείται
    Όπως ο αετός στο διάλειμμα της ημέρας
    Ο θάνατος τη δροσιά καταπίνει
    Το φίδι πνίγει τον αρουραίο
    Ο νομάς κάτω από τη τέντα ακούει τον χρόνο να ουρλιάζει
    Πάνω στο χαλίκι της αϋπνίας

    Τα πάντα αναμένουν μία λέξη ήδη προκαθορισμένη
    Από κάπου αλλού

    Τζόυς Μανσούρ [απόδοση: Θ.Δ.Τυπάλδος]

  8. -Ρέυμοντ Σούστερ, «Εκεί που τα γαλάζια άλογα»

    «Ο δρόμος είναι ήσυχος,
    ο θόρυβος που π’ ακουγόταν απ’ τον τοίχο έπαψε,
    το γατάκι κουλουριάστηκε στην καρέκλα,
    το ραδιόφωνο έκλεισε, τ’ άδεια μπουκάλια για το γάλα
    έξω από την πόρτα.

    Και τώρα
    μονάχα ο ύπνος και όνειρα και σκέψεις του ύπνου.
    Ούτε κι ο έρωτας δε μας κρατάει ξάγρυπνους απόψε

    καθώς βυθιζόμαστε σ’ αυτή την παράξενη χώρα
    όπου τα γαλάζια άλογα ανασηκώνουν το κεφάλι τους
    χωρίς καβαλάρηδες κι υπερήφανα.»

    (Ξένη ποίηση του 2ου αιώνα, Ελληνκά γράμματα)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: