Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (226ο): «Ποτέ – Πάντα»…

  1. ΠΟΤΕ ΚΑΙ ΠΑΝΤΑ

 

Μην πεις πως θε να μ’ αγαπάς αιώνια, σαν δεν ξέρεις
ποιοι σπόροι πέφτουν στην ψυχή κι αγάπες νέες ανθίζουν·
μην πεις πως θα λησμονηθώ, κι άθελα θα με φέρεις
στη μνήμη σου σαν οι καημοί κι οι πόθοι σε φλογίζουν.
Στη θλίψη μας και στη χαρά συχνά οι νεκροί γυρίζουν,
κι οι ζωντανοί πεθαίνουνε χωρίς να το γνωρίζουν.

 

Σιγούρος Μαρίνος , «Ποτέ και πάντα». Η.Ν. Αποστολίδης, Ανθολογία 1708-1933. Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», χ.χ. 398

 

 

ΠΟΤΕ, Μανόλης Μητσιάς

 

2. ΠΟΤΕ

Ποτέ τόσες νύχτες για σένα
Ποτέ τόσο εσύ πουθενά
Κι εκεί που σε παίρνω για ψέμα
Στο αίμα μου μπαίνεις ξανά
Κι εγώ που χρόνια ζω για σένα

Ποτέ δε θα μπω σ’ άλλο σώμα
Ποτέ κι ας γυρνώ σαν σκιά
Ποτέ κι ας μοιράζομαι ακόμα
στο πριν, στο ποτέ στο μετά
Ποτέ

Ποτέ τόσες νύχτες για νύχτες
Ποτέ τέτοιο τέλος φωτιά
Κι εκεί που κοιμόσουν και μ’ είχες
Καπνός από στάχτη παλιά
Κι εγώ που χρόνια ζω λες κι ήρθες

Ποτέ δε θα μπω σ’ άλλο σώμα
Ποτέ κι ας γυρνώ σαν σκιά
Ποτέ κι ας μοιράζομαι ακόμα
Στο πριν, στο ποτέ, στο μετά…

Λίνα Νικολακοπούλου

 

***

 

 

3. ΜΗΝ ΠΕΙΣ ΠΟΤΕ  ΣΟΥ

Μην πεις ποτέ σου δεν είν’ όμορφη η ζωή
Όταν θα δεις το φως να χαμηλώνει,
Όταν τα φύλλα τα ξερά θα πέφτουνε στα πόδια σου
Κι όλα τα σήμαντρα θα χαιρετούν τους ίσκιους
Μην πεις δεν είναι όμορφη η ζωή.

Ο λόφος θα ντυθεί με των ματιών σου την αχλύ,
Τα χέρια θ’ αγκαλιάζουνε την επιτύμβια στήλη,
Και της φωνής σου το πουλί θα μένει πάντα σταυρωμένο.
Όμως μην πεις δεν είναι όμορφη η ζωή.

Της μέρας οι ήχοι δε θα φτάνουν ως τα χείλη σου τα ωχρά,
Ούτε οι ανοίξεις πια θα τραγουδούν κάτω απ’ τα βλέφαρά σου,
Μόνο ένα σύννεφο καμιά φορά θα σε δροσίζει την αυγή
Κι ένα λουλούδι θα πενθεί μετέωρο τη σιωπή σου.

Χρόνια και χρόνια θα περάσουνε, μα εσύ να τη ζητήσεις
Το χρώμα σου να ξαναδείς μες στων αγγέλων το σκιόφως,
Μη λησμονήσεις τ’ άσπρα τριαντάφυλλα,
Μην αμελήσεις τ’ ουρανού τη γύρη,
Μην πεις δεν είναι όμορφη η ζωή.

Την ακατάλυτη μοίρα της πέτρας μη φθονήσεις,
Τ’ άσπιλα μάρμαρα, την παγωμένη στάλα,
Την άφθιτη, που κρέμεται απ’ το δέντρο του καιρού,
Ούτε ένα όνομα γυμνό και πικραμένο σαν τον ύπνο σου.

Μόνο κατέβα πιο βαθιά, πολύ βαθιά, μέσα στην κοίτη
Της γης, όπου ξαπλώνουνε τις ρίζες τους τα κυπαρίσσια,
Ώσπου η βραδιά να γείρει ατάραχη να εμπιστευθεί
Το πιο απόκρυφο άστρο της μες στην υγρή σου κρύπτη.

Κι ύστερα σχίσε της αράχνης τον πλοκό που σε τυλίγει,
Ανασηκώσου με τα οστά γεμάτα μουσική,
Κι αν είν’ ο ίσκιος σου τόσο πλατύς, τους δυο μας να σκεπάσει.
Μα πρόσεξε μη γελαστείς, μη λησμονήσεις,
Μην πεις ποτέ σου δεν είν’ όμορφη η ζωή.

Τάκης Βαρβιτσιώτης, Η γέννηση των πηγών (1959)

 

***

 

4. ΜΑΛΛΟΝ Ή ΗΤΤΟΝ


έ! όχι και να λογίζεται
καλός ορύκτης
κείνος που καταχωνιάζει
βαθιά στα έγκατα της γης
την πάσα αλήθεια
το κάθε μυστικό
την όποια λύση!

πρέπει όλα να ειπωθούν
πρέπει τα πάντα πια να βγούνε στο φως
για να πετάξουμε απ’ τα γλωσσάρια
τις δυο ασήμαντες
άχρηστες όσο και κούφιες λέξεις:
το «πάντοτε» και το «ποτές»

και να το πάρουμε τελειωτικά
απόφαση:
η σάρκα -ναι- είν΄ πρόθυμη
όμως το πνεύμα
φορές φορές
-ωιμέ-
είν’ ασθενές

νεράιδες
και τα δέντρα
στην
αμφιλύκη
και στις άγκυρες
του
σαλπιγκτού

ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ, Στην κοιλάδα με τους ροδώνες

 

Ποτέ ποτέ ποτέ-Πέτρος Πανδής

 

5. ΣΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΠΟΤέ

 

Στη μεγάλη νύχτα στη μικρή ημέρα

στο μεγάλο ποτέ στο μικρό πάντα

θα σαγαπώ

Αυτό του τραγουδούσε

 

Η καρδιά-του επάνω-της μονότονα χτυπούσε

Θάθελα ναγαπάς εμένα μοναχά

 

Έλεγε πως ήτανε τρελός γιαυτή

και πως μαζί-του εκείνη ήταν πολύ καλή

 

Στο μεγάλο ποτέ στο μικρό πάντα

στη μεγάλη μέρα και στη νύχτα τη μικρή

 

Ναι βέβαια

σου λέω πως σαγαπώ

σαγαπώ ως το θάνατο

σαγαπώ για να ζω

Και δεν θέλω να πω πως μονάχα εσένα αγαπώ

πως δεν θέλω να φύγω

να φύγω για να ξαναγυρίσω

πως δεν μαρέσει να γελώ

και πως από τα τρυφερά παράπονά-σου δεν προτιμώ 

το γέλιο-σου

 

Μονάχα εμένα ναγαπάς

λέει εκείνη

αλλιώς δεν αξίζει

Προσπάθησε να καταλάβεις

 

Να καταλάβω αυτό δεν έχει σημασία

 

Έχεις δίκιο δεν έχει σημασία

σημασία έχεις να ξέρεις

 

Δεν θέλω τίποτα να ξέρω

 

Έχεις δίκιο

δεν έχει σημασία το να ξέρεις

σημασία έχεις να ζεις να είσαι να υπάρχεις

 

Δεν έχουν σημασία όλα αυτά

θέλω να μ αγαπάς

και μόνο εμένα ν αγαπάς

μα θέλω να σ αγαπάν κι οι άλλες

κι εσύ να λες όχι σ αυτές

για χάρη-μου

 

Τρομερή η πλεονεξία-σου

 

Δεν φταίω εγώ έτσι είμαι φτιαγμένη

 

Καλά λέει εκείνος και φεύγει

 

Στο μεγάλο ποτέ στη μικρή ημέρα

στη μεγάλη νύχτα στο μικρό πάντα

 

Δεν αξίζει τον κόπο να ξανάρθω

 

Του πέταξε τις βαλίτσες απ         το παράθυρο

και νάτος μεσστο δρόμο

μόνος με τις βαλίτσες

 

Να τώρα είμ ολομόναχος σαν σκύλος

κάτω απ τη βροχή

έπειτα βλέπει ότι δεν βρέχει

είναι λυπηρό

δεν πέτυχε πολύ

τέλος πάντων δεν μπορεί όλα τα βράδυα να έχει

χιονοθύελλα

και το σκηνικό δεν είναι πάντα όπως τ ονειρευτήκαμε

δραματικό

Ο άντρας αφήνει να πέσουν οι βαλίτσες

τα πουκάμισα η ηλεκτρική μηχανή του ξυρίσματος

τα μπουκάλια με τα ποτά

και με τα χέρια στις τσέπες

σηκωμένο το γιακά της καμπαρντίνας

χώνεται μέσα στην ομίχλη

Δεν υπάρχει ομίχλη

αλλά ο άντρας σκέφτεται

Αφήνω τα πράγματα χώνομαι μέσα στην ομίχλη

 

Λοιπόν υπάρχει ομίχλη

κι ο άντρας είναι μέσα στην ομίχλη

και σκέφτεται τον μεγάλο-του έρωτα

και κουρντίζει τα βιολιά της θύμησης

και βιάζει το βήμα γιατί κάνει κρύο

και περνάει μια γέφυρα και γυρίζει πίσω και περνάει μια

άλλη γέφυρα

και δεν ξέρει γιατί

Άντρες και γυναίκες βγαίνουν από ένα σινεμά όπου

πίσω από μια αφίσα …

Ζακ Πρεβέρ, Ποιήματα, μετ.  Βαγγέλης Χατζηδημητρίου, Θεωρία, Αθήνα 1982

 

 

***

 

6. ΠΑΝΤΑ

(Στην Κριστίν Γκέρχαρντ, Γερμανία)

 

Υπάρχει πάντα μια φλόγα μικρή

Και στη νύχτα ακόμα την πλέον σκοταδιασμένη.

 

Υπάρχει πάντα

Ένα παραθύρι μισάνοικτο,

Μια καρδιά που δυνατά να κτυπήσει προσμένει,

Και μια καινούργια αυγή

Να χαράζει πάντα στην ώρα της.

 

Muhammad Hesham, μετ:   Νικολέττα  Σίμωνος

 

***

 

7. ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ

                                                            ένα ανοιξιάτικο λουλούδι

                                                        μέσα από τη σχισμή του βράχου

                                                                    μία παρήγορη

                                                        μια συγκινητική ψευδαίσθηση

                                                             πάνω απ’ την άβυσσο

 

                                                                το ξέπνοο θήραμα

                                                                    όταν για λίγο

                                                              αναζητά τη θαλπωρή

                                                             σε καταφύγιο μυστικό

 

                                                     όταν σ’ ένα κρυστάλλινο ποτήρι

                                                                χωράει η θάλασσα

                                                          στα μάτια σου ο ουρανός

                                                     και στην καρδιά το πεπρωμένο

 

                                                        όταν τον θάνατο η αγάπη

                                                   σε επιτύμβια στήλη υπερβαίνει

 

                                                  χαμογελάνε μελαγχολικά οι θεοί

                                                              μες στην ομίχλη

                                                         σαν να ζητάνε εκείνοι

                                                          τη δική μας επιείκεια

 

                    ΤΟΛΗΣ  ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ, Φωτεινά παράθυρα, 2014

 

 

 

Δήμητρα Γαλάνη – Νύχτα μαγικιά (Ποτέ, ποτέ μαζί)

 

8. ΝΥΧΤΑ ΜΑΓΙΚΙΑ

Νύχτα μαγικιά μια σκιά περνά

σκέψου τώρα τη φωνή

που σου λεγε, ποτέ, ποτέ μαζί.

 

Βάδιζα σκυφτός, ήσουν ουρανός

με των άστρων τη μουσική

μου τραγουδάς, ποτέ, ποτέ μαζί.

 

Μάγισσα χλωμή, το στερνό σου φιλί

ξεχασμένη μουσική

μια μαχαιριά, ποτέ, ποτέ μαζί.

 

ΓΙΑΝΝΗΣ  ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

 

 

9. ΠΟΤΕ ΣΟΥ ΔΕΝ ΚΑΤΑΛΑΒΕΣ

Οι ξένοι είναι καλοί – στο σπίτι πλήττεις.
Αρρώστιες, βάσανα πολλά, το τι θα φάμε.
Οι ξένοι χωρατεύουνε, γελούν πολύ μαζί σου.

Μα όταν έρθουν οι αρρώστιες κι οι αναδουλειές,
το σπίτι αυτό το πληκτικό μένει κοντά σου.
Όλοι λακίζουν, ούτε καν ρωτούν.
Και δε σε φτάνει ο πυρετός, έχεις και τύψεις,
γιατί ποτέ σου δεν κατάλαβες ποιοι σ’ αγαπούσαν.

Γιώργος Ιωάννου, Τα Χίλια Δέντρα (1963)

 

 

 

Demis  RoussosForever and Ever

 

 

  1. ΧΑΙΡΕ ΠΟΤΕ

 

“Τελευταίοι χαιρετισμοί απόψε

ατελείωτοι οι δικοί μου που σου στέλνω

και χαίρε χαίρε του αποκλείεται

η θεία προθυμία να σ’ τους δώσει.

 

Λιπόθυμα σωριάζοντας βιολέτες

από το σφιχταγκάλιασμα του χλιαρού

καιρού το δικαιολογημένο

έχει από πέρυσι να τις δει.

 

Χαίρε συνέπεια λουλουδιών

προς την τακτήν επιστροφή σας

χαίρε  συνέπεια του ανεπίστρεπτου

τήρησες κατά γράμμα τους νεκρούς.

 

Χαίρε του σκοταδιού το σφιχταγκάλιασμα

που δέχεσαι το διακαιολογημένο

έχει να σε δει πριν τη γέννησή σου.

 

Χαίρε των ματιών σου η ανοιχτοφοβία

χαίρε κεχαριτωμένη υπόσχεση του ανέλπιστου

πως βλέμμα σου θα ξεθαρρέψει πάλι κάποτε

να ξανοιχτεί προς έντρομο δικό μου.

 

Χαίρε των ματιών σου  η ανοιχτοφοβία

 – της μνήμης το “ελευθέρας” να πηγαίνει

όποτε θέλει να τα βλέπει

αυγή χαμένης μέρας.

 

Όσο για σένα κόσμε

που καταδέχεσαι να ζεις

όσο έχει την ανάγκη σου η τύχη

για να καρπούνται τα δεινά

την εύπορη αντοχή σου,

 

που εξευτελίζεσαι να ζεις

για να σου πει μια καλησπέρα

το πολύ κατά τον διάπλου

ένα εγγαστρίμυθα

ολόγιομο φεγγάρι

 

τι να σου πω

χαίρε και συ.”

Κική Δημουλά, Ποιήματα, Ίκαρος

 

 

*Η ανάρτηση είναι της φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής

Advertisements

Single Post Navigation

8 thoughts on “Πες το με ποίηση (226ο): «Ποτέ – Πάντα»…

  1. Καλημέρα, Αγγελική!!! Καλή εβδομάδα!!!

    *Ας ξεκινήσω με το «ΠΟΤΕ»….

    -«Ένα σωστό ποίημα ΠΟΤΈ δεν καθυστερεί σε μια γωνιά τού ρεμβασμού.
    Είναι πάντα στην ώρα του σαν τον συνειδητό, πρόθυμο εργάτη
    είναι ένας έτοιμος στρατιώτης που λέει παρών στο πρώτο κάλεσμα της εποχής του.»
    (Γ. Ρίτσος)

    -«Και ΠΟΤΈ στ’ αλήθεια δε μάθαμε τι είναι τα ποιήματα/ είναι σπαράγματα, είναι ομοιώματα/ φενάκη/ φρεναπάτη/ φρενάρισμα ίσως/ ταραχώδη κύματα/ ειν’ εκδορές/, απλά γδαρσίματα, είναι σκαψίματα/ είναι ιώδιο; Είναι φάρμακα; Είναι γάζες, επίδεσμοι;/ Πολλά τα βαλσαμώνουν ως μηνύματα/ εγώ τα λέω ενθύμια φρίκης»
    (Ν. Καρούζος)

    -«Το ποίημα ΠΟΤΈ δεν είναι παρόν. Είναι μονάχα παρελθόν και μέλλον. Ανάμνηση και προσμονή. Απουσία από τα πράγματα και προβολή σε μια πραγματικότητα που υπήρξε ή θα υπάρξει κάποτε μέσα σε μια άξαφνη στιγμή που θάναι τότε όλος ο χρόνος.»
    (Γ. Σεφέρης)

    -ΑΝΤΩΝΗ ΣΑΜΑΡΑΚΗ, «ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΡΓΑ»

    Μην πεις ποτέ σου: «είναι αργά»
    κι αν χαμηλά έχεις πέσει
    κι αν λύπη τώρα σε τρυγά
    κι έχεις βαθιά πονέσει.

    Μην ποτέ σου αυτές τις δυό
    απελπισμένες λέξεις.
    Κι άς έμπλεξες με το κακό,
    καί πάλι θα ξεμπλέξεις!

    Ποτέ, ποτέ δεν είναι αργά!
    Πρέπει να το πιστέψεις
    καί την Πίστη στην καρδιά
    Εκείνον να γυρέψεις.

    «Είναι αργά!» λοιπόν μην πεις
    ότι κι αν σού συμβαίνει.
    Φτάνει να Του προσευχηθείς
    κι άμέσως σ’ ανασταίνει!

    (https://bleouranos.weebly.com/piomicroniotaetamualphataualpha.html)

    -Τάσος Λειβαδίτης. «Τα πιο ωραία ποιήματα δε θα γραφτούν ποτέ…»

    «Κάποτε μια νύχτα θ’ ανοίξω τα μεγάλα κλειδιά των τρένων για να περάσουν οι παλιές μέρες
    οι κλειδούχοι θα ‘χουν πεθάνει, στις ράγιες θα φυτρώνουν μαργαρίτες απ’ τα παιδικά μας πρωινά
    κανείς δεν έμαθε ποτέ πως έζησα, κουρασμένος από τόσους χειμώνες
    τόσα τρένα που δε σταμάτησαν πουθενά, τόσα λόγια που δεν ειπώθηκαν,
    οι σάλπιγγες βράχνιασαν, τις θάψαμε στο χιόνι
    πού είμαι; γιατί δεν παίρνω απάντηση στα γράμματά μου;
    κι αν νικηθήκαμε δεν ήταν απ’ την τύχη ή τις αντιξοότητες, αλλά απ’ αυτό το πάθος μας για κάτι πιο μακρινό
    κι ο αγέρας που κλείνει απότομα τις πόρτες και μένουμε πάντοτε έξω
    όπως απόψε σε τούτο το έρημο τοπίο που παίζω την τυφλόμυγα με τους νεκρούς μου φίλους.

    Όλα τελειώνουν κάποτε. Λοιπόν, αντίο! Τα πιο ωραία ποιήματα δε θα γραφτούν ποτέ…»

    (http://tetartopress.gr/tasos-livaditis-ta-pio-orea-piimata-de-tha-graftoun-pote/)

    -E.E.Cummings, ΚΑΠΟΥ ΠΟΥ ΔΕΝ ΤΑΞΙΔΕΨΑ ΠΟΤΕ

    (SOMEWHERE I HAVE NEVER TRAVELLED)

    κάπου που δεν ταξίδεψα ποτέ, πρόθυμα πέρα
    από κάθε εμπειρία, τα μάτια σου έχουν τη σιωπή τους:
    στην πιο λεπτή σου χειρονομία υπάρχουν πράγματα που με περιβάλλουν,
    ή που δεν μπορώ ν’ αγγίξω γιατί είναι πολύ κοντινά
    το πιο ανεπαίσθητο βλέμμα σου εύκολα θα με απεγκλωβίσει
    παρόλο που έχω κλείσει τον εαυτό μου όπως τα δάχτυλα·
    ανοίγεις πάντα πέταλο−πέταλο εμένα καθώς η Άνοιξη ανοίγει
    (αγγίζοντας επιδέξια, μυστηριακά) το πρώτο της τριαντάφυλλο
    ή αν η επιθυμία σου είναι να με κλείσεις, εγώ
    και η ζωή μου θα σφαλιστούμε πολύ όμορφα, ξαφνικά,
    όπως όταν η καρδιά αυτού του λουλουδιού φαντάζεται
    το χιόνι να πέφτει παντού με προσοχή·
    τίποτα απ’ ό,τι μπορούμε ν’ αντιληφθούμε σε τούτο τον κόσμο δεν είναι
    ισάξιο με τη δύναμη της σφοδρής σου ευθραυστότητας: που η υφή της
    με συναρπάζει με το χρώμα των τόπων της,
    προσφέροντας τον Θάνατο και το Για Πάντα με κάθε ανάσα
    (δεν ξέρω τι είναι αυτό σε σένα που κλείνει
    κι ανοίγει· μόνο κάτι μέσα μου καταλαβαίνει
    πως η φωνή των ματιών σου είναι βαθύτερη απ’ όλα τα τριαντάφυλλα)
    καμία, ούτε καν η βροχή, δεν έχει τόσο μικρά χέρια

    (http://frear.gr/?p=8444)

    -Σαράντου Μινώπετρου, «Ωδή σε κάποια παιδιά που δεν θα μεγαλώσουν ποτέ»

    Στους μεγάλους όλου του κόσμου ζωντανούς και πεθαμένους
    που μου «βιάσατε» τα πάντα,
    που μισήσατε τα άνθη του αγρού,
    καταστρέφοντας κάτω από την ύπαρξη σας τα πάντα,
    φτιάχνοντας ένα κόσμο γυάλινο και παγωμένο όπως το βλέμμα του κενού σας,
    ένα κόσμο καθρέπτη του αθάνατου εαυτού σας.

    Δεν σας σιχαίνομαι, δεν έχω ιδιότητες σαν τις δικές σας.
    Δεν σας μισώ γιατί φοβάμαι το σκοτάδι.
    Χώρο ψάχνω για να βρω. Φως … μακριά απ’ τις σκιές σας,
    τα αστέρια, το φεγγάρι, μα κι εκεί η σκιά σας στην ζωή μου κάθε βράδυ.

    Τι με κοιτάτε? Όλα καλά! Κι αυτό σας τρελαίνει?
    Στα μάτια σας … το μίσος σας. Το μίσος σας για αυτό που έχω
    κι ένα φόβο για εκείνο που στο τέλος σας προσμένει.
    Κι η ζήλεια σας μεγάλη. Το σκοτάδι σας….να μην φοβάμαι, παρά στο Φως να τρέχω…

    Σχισμένα, σπασμένα σαν δένδρα κάποια του κόσμου παιδιά …
    Μα δεντρί στο φως ριζωμένο
    δεν χάνεται όσο κι αν του κόβεις τα κλαδιά,
    δεν θα ξεραθεί γιατί είναι απ’ τα άστρα ποτισμένο.

    Πόσο θα ήθελα να σας αφήσω
    και με τις πέτρες σας να χτίσω κάστρα!
    Αντιστέκομαι! Τον κόσμο στο φως θα γυρίσω,
    να μισήσουν το σκοτάδι κοιτώντας μόνο τ’ άστρα.

    Η αλήθεια είναι πως σε τούτη της μιας ζωής παρτίδα
    με έχετε νικήσει.
    Δεν έχω γη μήτε πατρίδα
    μα να θυμάστε στο τέλος τι θα ειπωθεί και ποιος θα σας μιλήσει.

    Και μην ξεχνάτε τα παιδιά που τα «βιάζουν» οι μεγάλοι δεν μεγαλώνουν ποτέ!!!
    Όσο και να τα «βιάζετε» ποτέ δεν θα γίνουν σαν και εσάς μεγάλοι….

    Από ένα μεγάλο παιδί…
    που όσο θα ζει θα πονά ….
    μα με τους μεγάλους πάντα θα γελά…

    ( http://fractalart.gr/wdi-se-kapoia-paidia-poy-den-tha-megalwsoyn-pote/)

    -Από το Στερητικό Ε, «Κι ας ξέρω πως δεν θα βρω ποτέ»

    Πες ό,τι θέλεις για μένα.
    Κι εγώ θα πω για την ευγένειά σου που ταλανίζει τα νεύρα μου. Πες ό,τι
    θέλεις.
    Βρες δικαιολογίες για τον χρόνο που δεν είχες. Πες, ρε μπαγάσα, τι μου
    υποσχέθηκες και ακόμα να φανείς. Κι εγώ θα μαρτυρήσω πως μ’ αυτή την
    απόσταση χάθηκε η μορφή σου, η πιο τρυφερή μου παρηγοριά.
    Μόνη μου σακατεύτηκα. Δεν ικετεύω πια. Ας τρέμουν τα χέρια. Ας ραγίζει η
    φωνή. Ας μπερδεύω τις προθέσεις σου στο πάρε δώσε.
    Δεν σου ξαναδίνω τα χείλη μου έτσι. Πες ό,τι θες.

    «Όλοι οι δρόμοι πάνε στους ανθρώπους». Κι αν όχι; Κι αν ψάχνοντας το
    δρόμο, σκότωνα τη ζωή μου για να γράφω; Ας μην υπερβάλλω. Δεν κάνει
    κανένας αυτό που δεν του αρέσει. Δε σε καταλαβαίνω όμως. Και «δεν
    καταλαβαίνω» θα πει «είμαι μόνη». Ελέγχομαι καθημερινά. Πού φταίω, δε
    βρίσκω. Παράδεισο ή Κόλαση μαζί τα βιώνω.
    Την κράτησα την αναπνοή μου.
    Και την απόσταση κράτησα.
    Και σ’ εξιδανίκευσα.
    Αν είσαι ψέμα, θα με πεθάνεις. Αν είσαι αλήθεια, θα με χειρουργήσεις. Μέρες
    τώρα ψάχνω την ψυχή μου. Πού να ‘ναι; Πού κατοικεί, να εντοπίσω
    προσπαθώ. Μια στο κρανίο μου, μια στα γόνατα, μια στ’ ακροδάχτυλά μου.
    Γράφω συνεχώς αν και αποτόλμησα να το σταματήσω. Γράφω αφού να
    πετάξω δεν μπορώ. Γράφω αντί να προσεύχομαι. Γράφω για να μη σου
    κουνώ το δάχτυλο. Γράφω γιατί στις μεγάλες κρίσεις, στον έρωτα, στη
    γέννηση, στο θάνατο, έρχεται η έμπνευση. Με πονάς και δεν θέλω. Ούτε εσύ
    το διανοείσαι.
    Με πονάς και δεν θέλεις.
    Τη στοργή σου αναζητώ.
    Ο πόνος μου κι ο έρωτάς σου, δίδυμα.
    Γράφω και σε ξεντύνω απ’ τα στολίδια σου.
    Να βρω κάτι ψάχνω.
    Ψάχνω κι ας ξέρω πως δεν θα βρω ποτέ

    (http://fractalart.gr/sterhtiko-e-6/)

  2. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    11. ΠΡΟΤΡΟΠΗ

    Φυλαχθεῖτε ἀπό τά ἑτοιμοπαράδοτα αἰσθήματα
    τά προκατασκευασμένα λόγια
    τά περιπλεγμένα νοήματα
    τίς εὒκολες ὑποχωρήσεις
    τίς αὐθόρμητες ἐξομολογήσεις

    φυλαχθεῖτε ἀπό τίς παντός εἲδους συμβουλές
    τίς σοφές κεφαλές
    ἀπό τούς ἐμπειρογνώμονες
    τούς ἐπιλήσμονες καί τούς ἀγνώμονες
    ἀπό τ’ ἀδιέξοδα ὂνειρα
    τίς ἀλλοπρόσαλλες μνῆμες τῆς νεότητος
    τούς κραδαίνοντες ἀριθμούς προτεραιότητος

    φυλαχθεῖτε, ἀντισταθεῖτε
    στούς πόθους που ἀπαιτοῦν ἂμεση ἐκπλήρωση
    στά κενά πού χρειάζονται συμπλήρωση
    στά «Ὁπωσδήποτε»
    «Ποτέ» καί «Πάντα»
    στίς ὑποκλίσεις, στίς φιλοφρονήσεις
    τίς γλυκερές τῶν πλησίον χειραψίες
    τίς φανφάρες, τίς ἂνευ λόγου φωταψίες

    Καί ἰδίως καί προπαντός ἀπό τόν ξένο καί δικό σας
    καλά κρυμμένο ἐντός ἐκτός
    ἂγνωστο ἑαυτό σας.

    ΛΕΝΑ ΠΑΠΠΑ

    ***

    12. ΠΟΤΕ-ΠΑΝΤΑ

    Κάθε στιγμή πεθαίνεις.
    Κάθε στιγμή ξαναγεννιέσαι.
    Διαφορετικός.
    Ποτέ ο ίδιος.

    Μέσα σου κουβαλάς ουσία
    από πολλούς εαυτούς.
    Ανεξερεύνητους, άγνωστους.
    Φανταστικά ωραίους.

    Ενώ στον καθρέφτη του Χρόνου,
    σαν βουερός ποταμός,
    ρέουν οι λέξεις σου διαυγείς.

    Αναλλοίωτες ζουν,
    αντανακλώντας πάντα
    τους ίδιους ήχους,
    το ίδιο ρίγος.

    Μελίτα Τόκα-Καραχάλιου, Αποικία κοχυλιών, 200

    ***

    13. ΠΑΝΤΟΤΕ

    Για πριν από μένα
    δεν σε ζηλεύω.

    Έλα μ’ έναν άντρα
    στην πλάτη σου,
    έλα και μ’ εκατό άντρες στην κόμη σου,
    έλα και με χίλιους άντρες
    ανάμεσα στο στήθος και στα πόδια σου,
    έλα σαν ποτάμι
    που κατεβάζει πνιγμένους
    και χύνεται στη μανιασμένη θάλασσα,
    στον αφρό τον αιώνιο, στον χρόνο μέσα!

    Και φέρ’ τους όλους
    εδώ που είμαι και σε προσμένω:
    μόνοι μας θά ’μαστε πάντοτε,
    μόνοι μας θά ’μαστε πάντοτε εσύ κι εγώ,
    μόνοι μας εσύ κι εγώ επάνω στη γη
    και τη ζωή να ζούμε θε ν’ αρχίσουμε.

    PABLO NERUDA, Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

    ***

    14. ΠΟΤΕ ΠΙΑ ΧΙΡΟΣΙΜΕΣ

    “…Πιστεύω στον άνθρωπο.
    Όλους μας μία κοινή μοίρα μας ενώνει:
    η πάλη κατά του πολέμου, κατά της δυστυχίας και του θανάτου
    η πάλη κατά της φτώχιας και του φόβου
    η πάλη κι η ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο.

    Βαδίζω ενάντια σ’ όλες τις προκαταλήψεις που χωρίζουν τους ανθρώπους
    βαδίζω για την Ειρήνη,
    κι αισθάνομαι στο πρόσωπό μου την ανάσα της Ανθρωπότητας.
    […]
    Δεν ξεχνώ το τρομερό νέφος που σαβάνωσε τη Χιροσίμα.
    Δεν ξεχνώ τους 200.000 νεκρούς της Χιροσίμα.
    Πέρασαν χρόνια από τότε. Δεν ξεχνώ.
    Δεν ξεχνώ την τερατώδη απειλή
    κατά της Ανθρωπότητας και του Πολιτισμού.

    Δεν ξεχνώ τα λόγια του Αϊνστάιν:
    «Σταματήστε τον πυρηνικό ανταγωνισμό, πριν οι άνθρωποι
    ξαναγυρίσουν στα σπήλαια και στα τόξα».

    Παλεύω για την κατάργηση των πυρηνικών όπλων,
    των πυραύλων, των μέσων μαζικής καταστροφής.
    Παλεύω για την κατάργηση των στρατιωτικών βάσεων.
    Παλεύω για μια συμφωνία ανάμεσα στους λαούς.
    Για να μην υπάρξουν ποτέ πια Χιροσίμες.”

    (Γιάννης Ρίτσος, Συντροφικά τραγούδια, εκδ. Σύγχρονη εποχή) (απόσπασμα από το ποίημα «Ο δωδεκάλογος της Γ’ Μαραθώνειας πορείας»)

    ***

    15. ΠΗΤΕΡ ΠΑΝ

    Πέτα μαζί μου μες στη νύχτα
    κορίτσι από δαντέλα,
    πάμε στη χώρα του Ποτέ
    να βρούμε τα παιδιά που χάθηκαν
    κι εκείνα τα άλλα,
    που πονάει τόσο να τα βρούμε.

    Στη χώρα του Ποτέ Ξανά
    τα παιδιά δεν μεγαλώνουν,
    ντύνονται Ινδιάνοι,
    και χορεύουν γύρω απ’ την πληγή.

    Στη χώρα του Ποτέ Χωρίς
    τα παιδιά δεν έχουν μαμά,
    ρίχνουν στις φλέβες τους χρυσόσκονη
    για να πετούν και να ξεχνούν.

    Έλα μαζί μου Γουέντι των δακρύων,
    (γι’ αυτό άλλωστε σε επέλεξα
    είσαι επίτιμος δοκιμαστής δακρύων,
    ξέρεις τη γεύση και το χρώμα τους
    και την παράξενη οσμή της νοσταλγίας),

    σου υπόσχομαι λευκό ατόφιο πόνο,
    υπόσχομαι να σε εγκαταλείψω
    να πετάς μόνη με την λευκή σου νυχτικιά
    πάνω από το παλιό ρολόι του Λονδίνου,
    (οι δείκτες του έχουν για πάντα σταματήσει
    την ώρα που η μαμά εγκατέλειψε το σπίτι),

    μα για αντάλλαγμα
    θα σου χαρίσω ένα ποίημα
    από χρυσόσκονη και αίμα
    και βραδινό αεράκι του Λονδίνου.

    Χλόη Κουτσουμπέλη, «Η Λίμνη, ο Κήπος και η Απώλεια», εκδ. Νέα Πορεία, 2006

    ***

    16. ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ

    Για πάντα όπως ποτέ.
    Ποτέ σου δεν μ’ αγάπησες.
    Ή ήταν οι μεταξωτές κλωστές αράχνης
    που μας μπέρδεψαν
    και πάλι;

    Χλόη Κουτσουμπέλη, Η Λίμνη, ο Κήπος και η Απώλεια (2006)

    ***

    17. ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ

    Δυο λέξεις φίδια
    μεταξωτά
    τυλίγονται
    γύρω απ΄ τον λαιμό μου.

    Για πάντα θα μου λείπεις.

    Χλόη Κουτσουμπέλη, δημοσιευμένο στο περιοδικό Πάροδος, τεύχ. 9, Ιούνιος 2006

    Ποτέ πια-Δήμος Μούτσης

    18. Η ΝΥΧΤΑ
    (απόσπασμα)

    Ποτέ δεν θα ξεχάσω εκείνη τη νύχτα, την πρώτη νύχτα που πέρασα στο στρατόπεδο, που μετέτρεψε όλη μου τη ζωή σε μια μακριά, επτασφράγιστη νύχτα.

    Ποτέ δεν θα ξεχάσω εκείνο τον καπνό.

    Ποτέ δεν θα ξεχάσω τα προσωπάκια των παιδιών που ΄χα δει τα κορμάκια τους να μετατρέπονται σε τολύπες καπνού κάτω από το βουβό γαλάζιο τ’ ουρανού.

    Ποτέ δεν θα ξεχάσω εκείνες τις φλόγες που έκαψαν για πάντα την πίστη μου.

    Ποτέ δεν θα ξεχάσω τη σιωπή εκείνης της νύχτας, που μου στέρησε για πάντα την επιθυμία για ζωή.

    Ποτέ δεν θα ξεχάσω εκείνες τις στιγμές που σκότωσαν τον Θεό μου, την ψυχή μου και τα όνειρά μου, τα οποία πήραν την όψη της ερήμου.

    Ποτέ δεν θα τα ξεχάσω όλα αυτά, ακόμα κι αν με καταδίκαζαν να ζήσω όσους αιώνες ζει και ο Θεός. Ποτέ.

    Ελί Βιζέλ, μετ: Γιώργος Ξενάριος

  3. -«…Πάντα εμείς το φως κι η σκιά
    Πάντα εσύ τ’ αστεράκι καί πάντα εγώ το σκοτεινό πλεούμενο
    Πάντα εσύ το λιμάνι κι εγώ το φανάρι το δεξιά
    Τό βρεγμένο μουράγιο καί η λάμψη επάνω στά κουπιά
    Ψηλά στό σπίτι μέ τίς κληματίδες
    Τά δετά τριαντάφυλλα, καί το νερό πού κρυώνει
    Πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα καί πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει
    Τό γερτό παντζούρι εσύ, ο αέρας πού το ανοίγει εγώ
    Επειδή σ’ αγαπώ καί σ’ αγαπώ
    Πάντα Εσύ το νόμισμα καί εγώ η λατρεία πού τό
    Εξαργυρώνει:…»

    (Ο. Ελύτης, Μονόγραμμα)

    -«…Ἔξω ἀλαλάζουν οἱ καμπάνες
    ἔξω μὲ περιμένουν ἀφάνταστοι φίλοι
    σηκώσανε ψηλὰ στριφογυρίζουνε μιὰ χαραυγὴ
    τί κούραση τί κούραση
    κίτρινο φόρεμα -κεντημένος ἕνας ἀετός-
    πράσινος παπαγάλος -κλείνω τὰ μάτια- κράζει
    πάντα πάντα πάντα
    ἡ ὀρχήστρα παίζει κίβδηλους σκοποὺς
    τί μάτια παθιασμένα τί γυναῖκες
    τί ἔρωτες τί φωνὲς τί ἔρωτες
    φίλε ἀγάπη αἷμα φίλε
    φίλε δῶσ᾿ μου τὸ χέρι σου τί κρύο…»

    (Μ. Σαχτούρης, Η δύσκολη Κυριακή)

    -«…Πάντα στο νου σου ναχεις την Ιθακη.
    Το φθασιμον εκει ειν’ο προορισμος σου.
    Αλλα μη βιαζεις το ταξειδι διολου.
    Καλλιτερα χρονια πολλα να διαρκεσει.
    και γερος πια ν’αραξεις στο νησι,
    πλουσιος με οσα κερδισες στο δρομο,
    μη προσδοκωντας πλουτη να σε δωσει η Ιθακη…»

    (Κ. Π. Καβάφης, Ιθάκη)

    -Μ. Αναγνωστάκης, «Κάτω απ’ τις ράγες…» [Πάντα σε περιμένω]

    «Κάτω απ’ τις ράγες του τρένου
    Κάτω από τις γραμμές του βιβλίου
    Κάτω από τα βήματα των στρατιωτών
    Όταν όλα περάσουν – πάντα σε περιμένω.
    Πέρασαν από τότε πολλά τρένα
    Κι άλλα πολλά βιβλία θα διαβαστούν
    Κι άλλοι στρατιώτες το ίδιο θα πεθάνουν.
    Κάτω από κάθε τι που σου σκεπάζει τη ζωή
    Όταν όλα περάσουν –
    Σε περιμένω.»

    (Από τη συλλογή Η συνέχεια 3 (1962) του Μανόλη Αναγνωστάκη)

    -Μίλτου Σαχτούρη, «Τα γράμματα» [Πάντα θα γράφω ποιήματα]

    «Θα πάψω πια να γράφω ποιήματα
    έριξες το χρυσό σου δαχτυλίδι μες στη
    θάλασσα
    στην αμμουδιά με το νεκρό κρανίο
    κι όλα τα βουλιαγμένα καράβια βγήκαν
    στον αφρό
    κι ο καπετάνιος ζωντανός
    κι οι ναύκληροι να χαμογελάνε
    είπα θα πάψω πια να γράφω ποιήματα
    και στο παράθυρο του σπιτιού μου του προγονικού
    ο πατέρας μου και η μητέρα μου
    κουνάνε τα μαντίλια τους και χαιρετάνε
    τα ποιήματά μου όμως δε μπόρεσαν να
    τα διαβάσουν
    έχουν ξεχάσει να διαβάζουν
    λένε το κάπα άλφα και το δέλτα έψιλον
    και συ μου είπες ψέματα
    στον τόπο αυτό του κόκκινου γελαστού
    κρανίου με ξεγέλασες
    γι’ αυτό κι εγώ σε γέλασα
    και με πιστέψατε
    κατάρα με τις εφτά σκιές
    πάντα θα γράφω ποιήματα»

    [πηγή: Μίλτος Σαχτούρης, Ποιήματα (1980-1998), Κέδρος, Αθήνα 22002, σ. 9]

    -Μαρίας Σκαμπαρδώνη, «Θα είσαι πάντα για εμένα»

    «Θα είσαι πάντα για εμένα ένας δρόμος δύσβατος αλλά συνάμα και υπέροχος.
    Θα είσαι ένας χειμώνας τσουχτερός που το κρύο του με πάγωσε.
    Θα είσαι ένα κόκκινο τριαντάφυλλο που το κόκκινο χρώμα του με πλημμύρισε με ευωδιά, αλλά και το αγκάθι του με τρύπησε, ματώνοντας την άκρη του δαχτύλου μου.
    Θα είσαι μία θάλασσα που ήταν τόσο γαλήνια όταν ήρθα μέσα της να κολυμπήσω , αλλά άξαφνα σήκωσε ένα δυνατό κύμα και πήγε να με πνίξει.
    Θα είσαι ένα δάκρυ που κυλάει στο μάγουλο, άλλοτε από χαρά και άλλοτε από λύπη.
    Θα είσαι μία αγκαλιά που άλλοτε με λυτρώνει και άλλοτε με φυλακίζει.
    Θα είσαι για πάντα η αγάπη μου, το βάσανό μου, η χαρά και ο καημός μαζί..
    Δεν μπορώ να σε ξεχάσω, αδίκως προσπαθώ. Έπρεπε να σε γνωρίσω, ήταν της μοίρας το γραφτό..»

    (http://fractalart.gr/tha-eisai-panta-gia-emena/)

    -Κ. Λουκόπουλος, «Εσύ, ήσουν πάντα ποιητής»

    Απάνω που λες: – μεγάλωσα πια
    δε θα ξανανταμώσω Αρχάγγελους
    όμως είναι τότε που συνωστίζονται στην σκάλα
    ανεβαίνοντας,
    τα νυχτοπατήματά τους σαν τα περίπολα εφόδου,
    κι από τη σκόνη τους
    να πυκνώνει ο χρόνος και να πλημμυρίζει τα όνειρα
    ούτε που μετράω πια,
    πόσες αρχές της Φυσικής παραβιάζονται
    κάτι τέτοια εξηγούσα χθες στον παλαιό συνάδελφο
    Νίκο Αργυράκη, Χημικό,
    ενώ ίσιωνε το μουστάκι του
    χαϊδεύοντας από κάτω, το ευγενικό χαμόγελο,
    έπαιρνε σειρά για την ανηφόρα,
    κι εγώ έκανα πώς δεν έβλεπα, πλάτη τον πατέρα μου,
    που σκάλιζε τους σχιστόλιθους με ένα κουμαρόξυλο
    -σαν γύρισε,
    είδα που του ’λειπαν μπροστά δύο νεογιλά,
    κι οι τιράντες του χιάζονταν
    σαν χελιδονοουρές-
    κι ο Νίκος μου ’λεγε:
    «- εσύ, ήσουν πάντα ποιητής
    ακόμη κι όταν δεν υπήρχε η ποίηση…»,
    κι έσβηνε ένα τσιγάρο στην κουπαστή,
    και τα κίτρινα δάχτυλά του,
    τραύλιζαν στην ανάμνηση των θειούχων και της νικοτίνης.
    «-εσύ ήσουν πάντα ποιητής.
    όμως εμείς σου λέω,
    είμαστε, καιρό τώρα, πεθαμένοι»

    (http://www.periou.gr/)

    – Τέλλος Ἄγρας, «Πᾶν»

    Σώπα! Ὧρες-ὧρες, δὲν ἀκοῦς, βαθιὰ ἀπ᾿ τὸ περβόλι;
    Θρηνοῦν οἱ ἀγροτικοὶ θεοὶ τὴν πράσινή τους σκόλη,
    γιὰ εἶν᾿ οἱ φλογέρες ποῦ γλυκὰ λαλοῦν ἡ μιὰ στὴν ἄλλη;
    (Στὶς στέρνες εἶναι ἡ ὄψη σου, Χινόπωρο, καὶ πάλι!)
    Ὡστόσο χτὲς -ἡ ξαστεριὰ δὲ μ᾿ εἶχε ξεπλανέσει-
    τὸν εἶδα: δρόμο γύρευε στῶν ἀμπελιῶν τὴ μέση:
    τὸ μαδημένο του ἔτρεμε στὴ ράχη τὸ τομάρι,
    κι ἐστάθη· ἀπάνω χάραζε καλόβουλο φεγγάρι.
    Ξάφνω, τ᾿ αὐτὶ ἔστησε μακριά, στὴν αὔρα ποὺ διαβαίνει,
    μ᾿ ἀκοὴ καὶ μάτια μίαν ἠχὼ ζητώντας νεκρωμένη.
    Ἦταν ἡ ὥρα ποὺ ἡ νυχτιὰ στὴν παγωνιὰ μουδιάζει.
    Κι εὐτὺς τὴ σύριγγά του ἁρπάει, στὰ χείλη του τὴ βάζει…
    Παράτονος, μὰ γλυκερός, μῖσος πνιχτὸ στὰ γέλια,
    ὁ ξωτικὸς σκοπὸς κακὸ φυσοῦσε ἀπὸ τ᾿ ἀμπέλια,
    γοερὸς σκοπός, καὶ σκόρπισεν ἄγνωρη ἀνατριχίλα…
    Μὰ νὰ χορέψουν σήκωσε τὰ πεθαμένα φύλλα!

  4. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    19. ΤΟ ΣΥΝΕΧΕΣ ΠΟΙΗΜΑ

    Το συνεχές ποίημα,
    η συνεχής γραφή,
    το κείμενο που ποτέ δεν τελειώνει
    και ποτέ δεν διακόπτεται,
    το κείμενο ισοδύναμο του όντος.

    Η ζωή μετατρέπεται
    σε τύπο γραφής
    και κάθε πράγμα είναι γράμμα,
    σημείο στίξεως,
    η κλίση μιας φράσης.

    Εναρκτήριος μεταβολισμός
    μιας φιλολογίας
    που ανακάλυψε ρήμα καινούργιο:
    το ρήμα πάντοτε.

    Η ποίηση γράφεται πάντοτε,
    η ζωή βιώνεται πάντοτε,
    το ένα, το άλλο, όλα αφυπνίζονται πάντοτε:
    ποίημα-πάντοτε.

    Το ον είναι γραφή.

    Και μια λέξη αρκεί
    να περιγράψει όλη την πράξη:
    πάντοτε.
    Το άλλο ρήμα,
    το ποτέ,
    είναι απλός ο ίσκιος της.

    ROBERTO JUARROZ, Μετ: Γιώργος Κεντρωτής.

    ***

    20. ΟΠΟΥ ΚΑΙ ΝΑ ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ ΠΑΝΤΑ

    Όπου και να βρίσκεστε πάντα
    κρυφό ένα όπλο να κρατάτε πάνω σας γιατί
    η επανάσταση
    (σαν τη δευτέρα παρουσία) δεν ξέρετε
    πού θα σας βρει, γιατί
    η επανάσταση
    (σαν τη δευτέρα παρουσία) γίνεται
    κάθε στιγμή.

    Γιάννης Υφαντής, Ποιήματα Κεντήματα στο Δέρμα του Διαβόλου, 1991

    ***

    21. […] Με εκνευρίζουν τα χρονικά επιρρήματα.
    Πόσο συχνά είναι το συνήθως και πόσο πιστευτό το πάντα ή το ποτέ.

    Εκτός από όταν όλα τα πάντα συμβαίνουν ταυτόχρονα με όλα τα ποτέ
    και δεν ξέρεις σε ποια κατεύθυνση να κοιτάξεις γιατί το πάντα
    σου είναι εδώ αλλά μπορεί να φύγει
    μα κι αυτό το ποτέ πάντα σου το ’θελες.

    Μαρία Φουτζιτζή «Ποσά αντιστρόφως ανάλογα και αναλόγως αντίστροφα κορίτσια», εκδόσεις Σαιξπηρικόν

    ***

    22. ΠΑΝΤΟΤΙΝΗ ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΗ

    Νεκροί λησμονημένοι κάτω απ’ τις μεγάλες παρελάσεις•
    πόρτες κλειστές, προσχήματα, ο φόβος που σώπαινε, το παλιό πανωφόρι
    πάνω απ’ τη σκάλα, η ομπρέλα, οι γαλότσες. Ό καθρέφτης θυμόταν.

    Είχες μια τόσο ασυντόνιστη φωνή. Προσπάθησα — έλεγες — να πειθαρχήσω.
    Το βράδυ φτάναν οι διαδηλωτές στο καφενείο• χτενίζονταν πάνω απ’ το νιπτήρα.
    Τα συνθήματα στους τοίχους είχαν τη θλίψη της υπερβολής. Τότε
    φοβήθηκαν τά σιωπηλότερα λόγια• βαλαν τα χέρια στις τσέπες,
    άγγιξαν τα μεριά τους• έμαθαν πάλι. Αυτός πού βγήκε
    δεν έκλεισε την πόρτα. Η νύχτα ερχόταν από κει θεοσκότεινη
    μ’ όλη την ειλικρίνεια του ανεμπόδιστου μαύρου,
    με τα κλεμμένα ψεύτικα σκουλαρίκια της. Τότε ό Σωτήρης:

    «το πιο βαρύ φτερό, το ασήκωτο — είπε — είναι το σώμα». Κάποιος
    έσβησε ανειδοποίητα τα φώτα• γδυθήκαμε• τ’ ανάψαμε πάλι.
    Κανένας δε γνώρισε κανέναν. Όλοι ήμαστε αθώοι.

    Αθήνα 25.Χ.74 ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ, Ακροκέραμος (1974)

    ***

    23. ΠΑΝΤΑ ΠΑΝΤΟΥ

    Η Αλήθεια!
    Τόσα φωνήεντα μαζί,
    φωνάζουν.
    Φωνάζει

    Πνίγηκε η Θάλασσα
    όταν κατάπιε το ψέμα σου

    Μαρία Γερογιάννη, Φωνή φωνηέντων, Μελάνι 2017

    ***

    24. ΠΟΤΕ ΠΙΑ
    Στον γάτο μου

    Ποτέ δεν θα το συγχωρήσω
    Το ποτέ
    Έτσι που μ’ άφησε
    Για μιαν ασήμαντη
    Μια μόνη συλλαβή

    Κι έγιν’ ακόμα πιο σκληρό
    Μ’ αυτή τη λέξη πλάι του
    Κι όλα τα χάλασε για χάρη της
    Όλα για ένα πια

    Λες και δεν έφταναν
    Οι δυο του συλλαβές
    Να μ’ αφανίσουν

    Αθανασία Καραγιάννη

    ***

    25. ΠΟΤΕ ΠΙΑ

    Ποτέ πια δεν θα γίνεις είκοσι χρονών
    Ούτε τριάντα ούτε σαράντα λοιπόν
    Ποτέ πια δεν θα γυρίσεις στο παρελθόν
    Για να εξιλεωθείς, να επανορθώσεις

    ΛΗΤΩ ΣΕΪΖΑΝΗ

    ***

    26. ΠΟΤΕ ΣΟΥ!…

    Ποτέ σου, όσο γελούμενη κι αν είναι
    κι απάνεμη η στεριά που σε καλεί,
    μην πεις στο πλοίο σου: «εδώ για πάντα μείνε
    κι ανήμεροι πιο πέρα είν’ οι γιαλοί».

    Ποτέ σου, κι αν σε πρόλαβε το βράδυ
    προτού χαρείς μια δόξα ημερινή,
    μην κατεβάσεις μέσα στο σκοτάδι
    της αυγινής σου ελπίδας το πανί.

    Ποτέ σου, κι αν τη δίψα σου χορτάσεις
    κι απ’ τον καρπό του μόχθου σου ευφρανθείς,
    μπροστά στο νέο ταξίδι μη δειλιάσεις,
    στις προκυμαίες τις ίδιες μη σταθείς.

    Πεθαίνοντας της νίκης το στεφάνι
    αν θες στο μέτωπό σου, όταν λυγά
    το θάρρος σου, μην πεις: «Αυτό μου φτάνει»
    κι ούτε ποτέ σου: «Τώρα πια είναι αργά».

    Λέων Κουκούλας

    ***

    27. ΠΑΝΤΑ!

       αφιερωμένο στον Γιώργο Κεντρωτή

    Αναρωτιόταν αν το είπε
    Για την αρμονία του ήχου.
    Σύμβολα που πηδούσαν στον αέρα.
    Πέντε. Κι ένα απ’ αυτά,
    Το άλφα της αρχής των πάντων,
    Να κάνει τη μεγάλη διαφορά.

    Ύστερα, για το αεί αέναον,
    Εχθρό του χρόνου-Κρόνου.
    Μέχρι που έφτασε να σκαρφαλώσει,
    Στην επαρχία Σετσουάν,
    Με τα θεριά βουνά της.

    Αν θα καταδεχόταν να τη συναντήσει,
    Διόλου δεν το γνώριζε!
    Αυτός ο αιλουρόπους μελανόλευκος,
    Και γιγαντιαίος πάντα.
    Γι’ αυτό –κι όχι από φόβο–
    Ποτέ της δεν ανέβηκε.

    Έκατσε εκεί, στα χαμηλά.
    Όπου το πάντα λέγεται,
    –Με πάθος ναι! –
    Αλλά και δόλια αίσθηση ανημπόριας.

    ΓΙΟΥΛΑ ΤΡΙΓΑΖΗ

    ***

    28. ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΕΡΘΕΙΣ ΠΟΤΕ

    Δέν ξέρω πῶς ἔγινε νά φύγεις
    δίχως νά ἔχεις ἔρθει ποτέ
    κι ὅλη μέρα νά ὑφαίνω τήν ἀπουσία σου
    μ᾿ ἕνα βαρύ στιμόνι δίχως νῆμα

    κι ὅλη νύχτα νά ξαγρυπνῶ
    μήπως γυρίσεις κι ἐγώ δέ σέ ἀκούσω
    ἄν καί
    πῶς μπορεῖ νά γυρίσεις
    δίχως νά ἔχεις ἔρθει ποτέ.

    Λεία Χατζοπούλου-Καραβία

  5. – «Εγώ ποτέ δεν θα γίνω πολιτικός. Είμαι επαναστάτης,
    γιατί δεν υπάρχει αληθινός ποιητής που να μην είναι επαναστάτης»

    (Φ. Γκ. Λόρκα)

    -«Αλίμονο ο ποιητής δεν θα είναι ποτέ μονάχος
    πάντα θα κατοικείται από τον ίδιο.»

    (Τίτος Πατρίκιος)

    -«…Εγώ που είχα πει θα σ’ αγαπώ για πάντα.
    Μα όσο περνούν τα χρόνια το για πάντα
    Όλο και τρέμει πιο πολύ σαν αναφιλητό
    Κι η αγάπη είναι μια λέξη που αποφεύγουμε
    Όπως τα μάτια αυτών που γύρισαν από εξορία
    – και που θα ξαναπάν…»

    (Βύρων Λεοντάρης, από την Ομίχλη του Μεσημεριού)

    -Αλεξίας Αθανασίου, «Ποτέ δεν Ξεχαστήκαμε…»

    Προσέχαμε! Ποτέ δεν ξεχαστήκαμε.
    (Δεν είμαστε οι Μωρές Παρθένες.)
    Άγρυπνο βλέμμα μας σε Ορίζοντες αρμένιζε
    (άγρυπνο βλέμμα δακρυσμένης προσμονής)
    το Αστέρι να διακρίνει• Ολόλαμπρο• να τρέξουμε
    Θαύματος κοινωνοί να γίνουμε και ‘μείς.

    Μα πάντοτ’ όταν φτάναμε (έχοντας κάτι νιώσει)
    Αστέρι είχες χαθεί απ’ τον Ουρανό
    Μάνα και Βρέφος Δρόμο Τους έπαιρναν για την Αίγυπτο
    αγαλλιάζοντας ξεμάκραιναν επάνω στις καμήλες τους
    Μελχιώρ Βαλτάσαρ και Γασπάρ. _
    Και ‘μείς ( στο Θαύμα απόντες κάθε χρόνο απόκληροι )
    θλίψη αισθανόμαστε την άμμο να μας πνίγει
    με βλέμμα τ’ άστρα να κυλούν αλλήθωρο.
    _»Ποτέ, λοιπόν, δεν θ’ αντικρίζαμε το Φώς;»

    (Κάτι πλανιέσαι ακόμη στους Αιθέρες
    με συμπόνοια• σαν μια χρυσόσκονη _ απ’ τ’ Αστέρι _
    Σμύρνας πνοή Λιβάνι Ψαλμωδίας ηχώ… η
    Ελπίδα μας.
    Επόμενη φορά θα ‘μαστ’ Εκεί!)

    (http://fractalart.gr/pote-den-ksexastikame/)

    -Σάμιουελ Μπέκετ, «Συνδεδεμένος»
    2.
    Και σου λέω πάλι
    εάν εσύ δεν με διδάξεις δεν θα μάθω
    σου λέω πάλι υπάρχει πάντα κάτι το τελευταίο
    ακόμα και τις τελευταίες φορές
    τις τελευταίες φορές που ικετεύεις
    τις τελευταίες φορές που αγαπάς
    ξέροντας πως να μη ξέρεις να προσποιείσαι
    κάτι το τελευταίο ακόμη και την τελευταία φορά που σου λέω
    εάν εσύ δεν μ’ αγαπήσεις δε θ’ αγαπηθώ ποτέ
    εάν εγώ δεν σ’ αγαπήσω δε θ’ αγαπήσω ποτέ
    η ανατάραξη των περασμένων λέξεων κατευθείαν στην καρδιά και πάλι
    Αγάπη αγάπη αγάπη σαν γδούπος βαρύς ενός παλιού εμβόλου
    χτυπώντας τους αναλλοίωτους σωρούς των λέξεων
    κι εγώ τρομοκρατημένος και πάλι
    πως ίσως δεν αγαπηθώ
    πως ίσως αγαπήσω αλλά όχι εσένα
    πως ίσως αγαπηθώ αλλά όχι από εσένα
    ξέροντας πως να μη ξέρω να προσποιούμαι
    εγώ και όλοι οι άλλοι που θα σε αγαπήσουν
    αν σε αγαπήσουν
    εκτός κι αν δεν σ’ αγαπήσουν

    (https://www.vakxikon.gr/)

    -Γ. Παυλόπουλος, «ΟΙ ΜΑΣΤΟΡΟΙ»

    Ξυπνήσαμε ακούγοντας χτύπους απόμακρους βαθιά στο θόλο
    σαν κάτι να μαστόρευαν πολύ ψηλά στον Ουρανό.
    Κάποιος έδειξε κατά τον ήλιο. Βλέπω είπε χρυσές σκαλωσιές
    τους βλέπω είπε ν’ αλφαδιάζουν και να καρφώνουν εκεί πάνω.
    Εμείς ψάχναμε ολοένα μες στο φως μα τίποτε δεν φαινόταν
    τους χτύπους ακούγαμε μονάχα.
    Ύστερα ένας Άγγελος ήρθε στο πηγάδι μας, άρχισε να βγάζει νερό.
    Τα φτερά του γεμάτα γαλάζια λάσπη.
    Χανότανε στα ύψη και πάλι ξαναγύριζε αμίλητος και σοβαρός
    κι όλη μέρα ανέβαζε νερό να ξεδιψάν εκεί πάνω.
    Δουλεύουν και διψάνε είπαμε όπως κι εμείς εδώ κάτω.
    Σαν βράδιασε ρίξανε το σκοινί. Κανένας δεν κατέβηκε.
    Από την άκρη του έσταζε στο χώμα λίγο αίμα.
    Και ποτέ δεν μάθαμε μήτε ρωτήσαμε ποτέ
    τι απογίναν οι μαστόροι.

    (http://www.poiein.gr/archives/361)

    -Ε. Α. Πόε, «ΤΟ ΚΟΡΑΚΙ» [Ποτέ πια!]

    Δώδεκα έδειχνεν η ώρα, μεσονύχτι, όπως και τώρα
    Κι ήμουν βυθισμένος ώρα σε βιβλία αλλοτινά,
    όταν μέσα από ένα θάμπος ύπνου να μου εφάνη, σάμπως
    Κάποιος έξω από την πόρτα να χτυπούσε σιγανά.
    Επισκέπτης, είπα, θά’ ναι και χτυπάει σιγανά
    Τούτο θά ‘ναι μοναχά.
    Α, θυμάμαι, έπεφτε χιόνι και του κρύου Δεκέμβρη οι τόνοι
    Σκούζαν μες στο παραγώνι και στοιχειώναν στη φωτιά.
    Η νυχτιά με στενοχώρα κι άδικα έψαχνα τόση ώρα
    Νά’ βρω τη γλυκειά Λεωνόρα μες τ’ αρχαία μου χαρτιά.
    Τη Λεωνόρα που οι αγγέλοι της κρατάνε συντροφιά
    Και δική μας ποτέ πια.
    Κάθε θρόισμα στο μετάξι της κουρτίνας είχε αλλάξει
    Κι έρχονταν να με ταράξει ο άγριος φόβος που τρυπά .
    Κι έλεγα , για να πάρω θάρρος και να διώξω αυτό το βάρος :
    – Επισκέπτης , δίχως άλλο , θάναι τούτος που χτυπά ,
    Κάποιος νυχτοπαρωρίτης , που για νάμπει μου χτυπά
    Τούτο θάναι μοναχά.
    Ξάφνου ως νάντριωσε η ψυχή μου και παρά την ταραχή μου
    – Κύριε , φώναξα , ή κυρία , συγχωρέστε με , έστω αργά
    Στα χαρτιά μου ήμουν σκυμένος κι ίσως μισοκοιμισμένος
    Δε σας άκουσα ωρισμένως να χτυπάτε έτσι σιγά .
    Με τα λόγια τούτα ανοίγω τα πορτόφυλλα γοργά .
    ΄Εξω η νύχτα μοναχά.
    Το σκοτάδι αυτό τρυπώντας έμεινα εκειδά απορώντας
    Κάθε τόσο ανασκιρτώντας μέσα σ’ όνειρα αλγεινά .
    Κράτησε ησυχία για ώρα κι άξαφνα απ’ τα βάθη τώρα,
    Μια φωνή να λέει Λεωνόρα σα ν’ ακούστηκε βραχνά .
    Εγώ φώναξα «Λεωνόρα» και τη φέρνει η ηχώ ξανά,
    ΄Ετσι θάναι μοναχά.
    Μπήκα στο δωμάτιο πάλι , μ’ άνω κάτω το κεφάλι ,
    Μα μέσα απ’ αυτή τη ζάλη , δυνατήν ακούω χτυπιά .
    – Α , στο παραθύρι θάναι, λέω ευθύς, και με ζητάνε ,
    Ας ιδώ τώρα ποιος νάναι, φτάνει το μυστήριο πια,
    Η καρδια μου δεν αντέχει, φτάνει το μυστήριο πια
    Θάναι ο αγέρας μοναχά.
    Τότε τα παντζούρια ανοίγω , όμως μια κραυγή μου πνίγω
    Καθώς βλέπω ένα κοράκι μες στο δώμα να περνά .
    Η ευγένεια δεν το νοιάζει κι ούτε που με λογαριάζει ,
    Μα γαντζώνει στο περβάζι της εσώπορτας στερνά .
    Μα γαντζώνει και κουρνιάζει στη μαρμάρινη Αθηνά
    Και κυττάζει μοναχά.
    Πως ανάπνευσα στ’ αλήθεια και γελώντας απ’ τα στήθεια ,
    Λέω , από παλιά συνήθεια , στ’ όρνιο με τη κρύα ματιά :
    – Κι αν σου κόψαν το λοφίο κι αν σ’ αφήκαν έτσι αστείο
    Μαυροπούλι άλλοτε θείο , που πλανιέσαι στη νυχτιά,
    ποιό είναι τάχα τ’ όνομά σου μες την άραχνη νυχτιά;
    Και μου λέει : – Ποτέ πια !
    Θάμασα πολύ μου ακόμα τόρνιο , που είχε ανθρώπου στόμα ,
    Μα τα λόγια του όλο σκώμα δε μου μάθανε πολλά .
    Γιατί αλήθεια , είναι σπουδαίο και περίεργο και μοιραίο ,
    Αν μια νύχτα , σας το λέω , δείτε κάπου εκεί ψηλά
    Κουρνιασμένο ένα κοράκι στην Παλλάδα, να μιλά
    Και να λέει : Ποτέ πιά !
    Τ ‘ όνομά του θα μου κράζει , σκέφτηκα , μα τι με νοιάζει ,
    ΄Ισως πάλι να νυστάζει και τα λόγια του ξεχνά .
    ΄Ομως τούτο ούτε σαλεύει κι είναι ως κάτι να γυρεύει
    Και του κρίνουμαι : – Περσεύει κι άλλος τόπος εδωνά ,
    Την αυγή θα φύγεις πάλι σαν ελπίδα που περνά .
    Και μου λέει : Ποτέ πια !
    Τρόμαξα στ’ αλήθεια μου , όντας , μου δευτέρωσε μιλώντας ,
    – Δίχως άλλο , είπα σκιρτώντας , τούτο ξέρει μοναχά .
    Κάποιος πρώην κύριός του , θάκλαψε πολύ , ο καϋμός του
    ΄Ισως νάγινε δικός του και για τούτο αγκομαχά
    Και του απόμεινε στη σκέψη κι είναι σα να ξεψυχά
    Λέγοντάς μου : – Ποτέ πια !
    Και τη θλίψη μου ξεχνώντας έστρεψα σ’ αυτό γελώντας
    Την καρέκλα μου τραβώντας στο κοράκι αντικρυνά .
    Μα στο κάθισμά μου απάνω , χίλιες τόσες σκέψεις κάνω
    Και στο νου μου τώρα βάνω για ποιό λόγο αληθινά
    Σα μιαν επωδή μακάβρια να μου λέει όλο ξανά
    Το κοράκι : Ποτέ πια !
    Γρίφος θάναι ή αίνιγμά του κι ίσως μήνυμα θανάτου
    Και κυττώντας τη ματιά του που μου τρύπαε την καρδιά ,
    Γέρνω ωραία μου το κεφάλι , στο δικό της προσκεφάλι ,
    Όπου αντιφεγγούσε πάλι , σαν και τότε μια βραδυά ,
    Με το βιολετί βελούδο, σαν και τότε μια βραδυά
    Και που δε θ’ αγγίξει πια !
    Ξάφνου ως νάνοιωσα μου εφάνη γύρω μου άκρατο λιβάνι
    Και πλημμύρα να μου φτάνει σύννεφο η θεία του καπνιά .
    – ΄Αθλιε , φώναξα , στοχάσου , που ο Θεός στέλνει κοντά σου .
    Αγγέλους να σου σταλάσουν νηπενθές για λησμονιά ,
    Πιέστο , ω , πιέστο , τη Λεωνόρα να ξεχάσεις μ’ απονιά ,
    Και μου λέει : – Ποτέ πια !
    Α , προφήτη , κράζω ,ωιμένα , κι αν του δαίμονα είσαι γέννα
    Κι αν ο Πειρασμός σε μένα , σ’ έστειλε απ ‘ τη γης βαθειά ,
    Κι αν σε τόπο ρημαγμένο σ’ έχει ρίξει απελπισμένο
    Σ ‘ ένα σπίτι στοιχειωμένο με σκιές και με ξωθιά ,
    Θάβρω στη Γαλαάδ , ω πες μου , θάβρω εκεί παρηγοριά ;
    Και μου λέει : – Ποτέ πια !
    – Α , προφήτη , ανήλιαγο όρνιο κι αν πουλί σαι κι αν δαιμόνιο
    Απ’ το σκότος σου το αιώνιο κι απ ‘ την κρύα σου συννεφιά.
    Πες μου , στης Εδέμ τα δάση , θάβρει ο νους μου ν’ αγκαλιάσει
    Μια παρθένα πούχει αγιάσει κι έχει αγγέλους συντροφιά ,
    Μιαν ολόλαμπρη παρθένα , πούχει αγγέλους συντροφιά ;
    Και μου λέει : Ποτέ πιά !
    Φύγε στ’ άγριά τα σου μέρη , όρνιο ή φάντασμα , ποιος ξέρει
    Αν αυτό που σ’ έχει φέρει δεν σε καταπιεί ξανά .
    Κι ούτε ένα μικρό φτερό σου να μη μείνει εδώ δικό σου ,
    Φώναξα , και το φευγιό σου να χαθεί στα σκοτεινά .
    Πάρε και το κρώξιμό σου πέρα από την Αθηνά .
    Και μου λέει : – Ποτέ πια !
    Κι από τότε εκεί δεμένο , το κοράκι , καθισμένο
    Μένει πάντα κουρνιασμένο στη μαρμάρινη θεά .
    Κι η ματιά του όπως κυττάζει , με ματιά δαιμόνιου μοιάζει
    Κι η νυχτιά που το σκεπάζει του στοιχειώνει τη σκιά .
    Α , η ψυχή μου , δε θα φύγει μια στιγμή απ’ αυτή τη σκιά .
    Δε θα φύγει ποτέ πια !

  6. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Χαίρομαι, Γιάννη, που σκέφτηκες «Το κοράκι» με τους κλασικούς πλέον οι στίχους NEVERMORE (Ποτέ πια).

    Δήμος Μούτσης – Πάντα Υπάρχει

    29. ΠΑΝΤΑ

    Στη Madame Faure-Favier

    Πάντα
    Τραβούμε έμπρός δίχως ποτέ να προχωρούμε
    Κι άπό πλανήτη σέ πλανήτη

    ’Από νεφέλη σέ νεφέλη
    0 Δον Ζουάν μέ χίλιους τρεις κομήτες
    Δίχως ποτέ ν’ άνυψώνεται άπό τη γη

    Σημαδέψετε δυνάμεις καινούριες
    Καί πάρετε τά φαντάσματα στα σοβαρά
    Τόσοι στο σόμπαν λησμονούν τούς εαυτούς των
    Μεγάλοι έπιλήσμονες
    Γνωρίζουν καλά να μάς κάνουν νά λησμονούμε
    Αυτή καί αύτή την περιοχή τής ύφηλίου
    Πού είναι ό Χριστόφορος Κολόμβος
    Σ’ αυτόν οφείλεται ή λήθη μιας Ηπείρου

    Νά χάσεις
    Μά νά χάσεις άμετάκλητα
    Καί ν’ άφήσεις χώρο γιά άνακάλυψη νά χάσεις
    Τη Ζωή γιά νά κερδίσεις τή Νίκη

    “Γκιγιώμ Απολλιναίρ, Ποιήματα”. Μετ: Νίκος Σπάνιας. “Γνώση”, Αθήνα 1982.

    ***

    30. ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟ ΠΟΤΕ ΚΑΙ ΠΟΥΘΕΝΑ, ΑΛΛΑ ΜΑΚΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΤΙΠΟΤΑ

    Περίεργο που ποτέ δεν ήταν εδώ
    όσα έχουν τώρα φύγει.
    Όσα αναζητούμε δεν είναι παρά μια κραυγή
    πληγής
    που με ηδονή ξύνουμε.

    Προκύπτουμε από ό, τι προκύπτει από εμάς
    το αίτιο ταυτίζεται με το αιτιατό.
    Θέλω να φύγω στην έρημο
    μήπως διώξω την έρημο μέσα μου.

    Μερικές φορές λέω να πεθάνω
    μα θέλει πολύ κόπο
    κι έτσι επ΄αόριστον το αναβάλλω.
    Συναντώ συνέχεια ανισόρροπους
    που προτιμούν τη ζωή απ΄το θάνατο.
    Λέγονται ερωτευμένοι.

    Νίκος Ερηνάκης

    ***

    31. “Αύριο”, λες,
    και μέσα σ’ αυτήν τη μικρή αναβολή παραμονεύει ολόκληρο
    το πελώριο ποτέ.
    Να ‘σαι τόσο πρόσκαιρος, και να κάνεις όνειρα
    τόσο αιώνια!

    Τάσος Λειβαδίτης, ΚΑΝΤΑΤΑ, Κέδρος, 1960

    Για πάντα – Γιάννης Πάριος

    32. ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ

    Στο σώμα της καλπάζουν οι ορδές των
    εξαπατητών της διπλανής πόρτας
    τυχοδιώκτες των υπεραστικών καραβανιών
    που έχασαν το χάρτη τους στα Βαλκάνια
    μέτοικοι που πλήρωσαν το ναύλο τους σε
    πρωινές εφημερίδες και ψυχοτρόπα διόδια
    άνεργοι έμποροι προσδοκίας με μάτια
    σκοτεινά και δύσβατα
    αεριτζήδες μικρόμυαλοι ανεκτίμητης
    κοινωνικής χρησιμότητας
    έφηβοι ευνούχοι με την αγωνία της στιγμής
    να τους κενώνει το στομάχι

    μέσα σε αυτούς και εγώ
    ένα ασήμαντο τίποτα που χαμηλώνει τα
    μάτια του μπροστά στο φως της
    που ξενυχτά τις μνήμες του σαν ιερές
    προσευχές στα σεντόνια της εργατικής τάξης, βράδια
    χωρίς λύτρωση πασπαλισμένα με ξύσματα
    μικρομεσαίου μεγαλείου – όνειρα και
    έρωτες γελοίων
    εγκλωβισμένος σε ένα σώμα αδρονίων που
    υπονομεύει κάθε του στύση
    ποιητής χωρίς πίστη, νικημένος εξ αρχής
    ένας ξένος

    και αυτή,
    μια μελαγχολική προσδοκία που ξεπουλιέται
    στην αγορά του εφήμερου
    σαν αφρικάνικο όνειρο ραντισμένο με
    αστρόσκονη μιας σαβάνιας νύχτας
    λουσμένη στα διάφανα βράδια του αρκτικού κύκλου
    ανάμεσα στις εκβολές του μπαμπού και της ελονοσίας

    ταξιδευτής στα μήκη και τα πλάτη
    στους μοναχικούς ωκεανούς της Νέας Υόρκης
    και στα ψυχρά γραφεία των χρηματιστών
    άπατρις θηρευτής μιας λαχανιασμένης ευτυχίας
    γεμάτη σιγουριά για το μέλλον
    αλίμονο, το σώμα αποσυντίθεται
    και η ορμή του Δούναβη που κάποτε το
    σμίλευε τώρα λιμνάζει
    λίγο πριν αντιδρομήσει στην τελική του μοίρα
    προς τους καταρράκτες

    Αυτό το σώμα θα υμνήσω,
    το μαρμάρινο
    το παρόντα και αιώνιο
    που το δέρμα του αγκαλιάζει ένας μεταξένιος ηλεκτρισμός
    και που οι αδένες του αναβλύζουν μέλι και γάλα

    αυτό το σώμα,
    της επαγγελίας
    που μας υποσχέθηκε να δούμε έστω από μια
    κορφή τον παράδεισο
    και που για χάρη του ταξιδέψαμε σαράντα
    ατέλειωτους χειμώνες
    κυνηγώντας ανεμόμυλους ή θυσιάζοντας αμνούς

    αυτό το σώμα,
    που κοχλάζει μέσα στο ανυπόμονο μάγμα
    της οδύνης
    αγκομαχώντας να αναδυθεί μαζί με το θειάφι
    στα ουράνια
    απέραντο στο λυκαυγές
    στιγματισμένο με δαντέλες γαλανές
    και μαργαριταρένια βότσαλα
    φωνάζει
    με τα κατακόκκινα χείλη του παγωμένα
    μπροστά στο επόμενο θήραμα
    “είμαι εδώ – και θα ‘μαι για πάντα”

    Για πάντα…
    μόνο στη φαντασία των ποιητών υπάρχει το
    “για πάντα”

    Σωτήρης Λυκουργιώτης, “Ιερουργία της Άνοιξης”.

    ***

    33. ΕΤΣΙ ΗΤΑΝ Η ΕΛΛΑΔΑ ΠΑΝΤΟΤΕ

    Έτσι ήταν η Ελλάδα πάντοτε
    ένας δίσκος με αντίδωρα.
    Κανένας δεν τη χόρτασε.

    MIXAΛΗΣ ΓΚΑΝΑΣ

    ***

    34. ΠΟΤΕ

    Ποτέ σου δεν φαντάστηκες
    ένα καλύτερο κόσμο,
    ποτέ σου δεν δάκρυσες,
    ποτέ σου δεν άκουσες
    τις φωνές των κολασμένων της γης.

    Ποτέ σου δεν θαύμασες ένα λουλούδι,
    ποτέ σου δεν αγάπησες
    γιατί τα όνειρά σου περιορίζονται
    σ’ ένα υδραυλικό τιμόνι.

    Θεοχάρης Παπαδόπουλος

  7. -«Τα πάντα ρει», σε στίχους του Μανόλη Ρασούλη:

    -«…Aπόγευμα η ώρα τέσσερες, είχαμε χωρισθεί
    για μια εβδομάδα μόνο … Aλλοίμονον,
    η εβδομάς εκείνη έγινε παντοτινή.»
    (Κ. Π. Καβάφης)

    -«Τ’ όμορφο πράγμα είναι χαρά παντοτινή:
    ποτέ μηδαμινή δεν τ’ απομένει μοίρα·
    μα για μας θα παρέχει
    ήσυχο δώμα πάντοτε και ύπνο που θα έχει
    πλήθος γαλήνια όνειρα, ανάσα, και υγεία.»
    (Τζων Κητς)

    -Ανδρέα Γ. Λίτου, «Παντοτινά»

    Θρηνούμε για τα ανομήματα,
    ακούγονται μόνο οι σταγόνες των δακρύων.
    Ένας ίσκιος περνάει φευγαλέος στα μέτωπα,
    μια ξεχασμένη ανάμνηση.
    Υγρή ακόμη η μετάνοια των δακρύων
    κι η αναμμένη καρδιά θερμαίνει
    τις προσδοκίες του αύριο.
    Η χαρά προβάλλει άγουρη.
    Ξετυλίγεται η λευκή οθόνη
    πλημμυρισμένη από το έλεος.
    Ποιος το πίστευε πως θαύμα είν’ η ζωή,
    κάθε στιγμή φουντώνει.
    Χαμογελάει την αυγή,
    μεστώνει το μεσημέρι,
    πυρώνεται το βράδυ,
    παντοτινά αγαπιέται.
    Από τα φωτεινά χορταράκια της ουτΟπίας!

    (http://fractalart.gr/pantotina/)

    -Πάρης Παπανικολάου, «Παντοτινή αγάπη»

    Πέρασαν κιόλας τρεις μήνες
    κι όμως μακριά σου δεν αντέχω,
    έκρυψαν το φως του ήλιου οι κουρτίνες,
    αλλά εσένα στο τζάμι ακόμη βλέπω.

    Η καρδιά μου έγινε κομμάτια,
    από την μέρα που ήρθες σ’ εμένα,
    μέσα στα καστανά μου μάτια,
    τα δάκρυα μου ‘μειναν ξεχασμένα.

    θα σ’ αγαπώ να ξέρεις παντοτινά
    κι ας μην σε ξαναδώ ποτέ μπροστά μου,
    βάσανο ‘γιναν οι σκέψεις καθημερινά,
    στέρεψε σαν ποτάμι η χαρά μου.

    Να σε ξεχάσω γλυκιά μου δε μπορώ,
    ο νους μου συνεχώς σε σένα ταξιδεύει,
    θα ‘σαι αδιάκοπο μου όνειρο,
    παράσταση ξανά ξανά παιγμένη.

    (http://parispapanikolaou.blogspot.com/2014/05/blog-post_20.html?m=0)

  8. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    35. Όταν έρχεσαι από το πάντοτε, μπορείς να πας παντού.
    Αρθούρος Ρεμπώ

    ***

    36. ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ -VII-

    Η θάλασσα, ο ορίζοντας, το ουράνιο τόξο και η πρώτη σταγόνα
    Ο χρόνος, το τώρα, το πριν, το μετά, το ποτέ και το πάντοτε

    Η απορία που διαγράφεται στα χείλη
    Το φτερούγισμα το ερωτικό, η γέννηση και ο θάνατος
    Η αρχή και το τέλος και πάλι η αρχή και το τέλος πάλι
    Όλα σφιχτοδεμένο στεφάνι στην τροχιά του σύμπαντος

    Το βουβό κλάμα, το χαμόγελο και η έκσταση
    Η χαρά, η οδύνη, ο κόπος και η ανάπαψη
    Οι αισθήσεις και η αντίληψη, ο λόγος και η συνείδηση
    Το βίωμα και η ύπαρξη
    Η αναζήτηση που τέλος δεν έχει
    Ο δρόμος ο πλατύς π’ ανοίγει άλλους δρόμους
    Ο χρόνος, το τώρα, το πριν, το μετά, το ποτέ και το πάντοτε
    Η γέννηση και ο θάνατος
    Η αρχή και το τέλος και πάλι η αρχή και το τέλος πάλι
    Το όλο και το μέρος του τ’ αδιαίρετο
    Ο άνθρωπος, η γη και το σύμπαν

    Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη, «Διαδρομές», Γαβριηλίδης, 2015

    ***

    37. ΠΟΤΕ ΞΑΝΑ

    Αυτό το ποίημα
    ποτέ δε θα το ξαναγράψω.
    Ποτέ δε θα περάσω
    απ’ τα ίδια φιλιά.

    ΧΡΙΣΤΟΣ ΛΑΣΚΑΡΗΣ

    ***

    38. ΑΣΥΜΒΙΒΑΣΤΑ

    Ὅλα τὰ ποιήματά μου γιὰ τὴν ἄνοιξη
    ἀτέλειωτα μένουν.

    Φταίει ποὺ πάντα βιάζεται ἡ ἄνοιξη,
    φταίει ποὺ πάντα ἀργεῖ ἡ διάθεσή μου.

    Γι᾿ αὐτὸ ἀναγκάζομαι
    κάθε σχεδὸν ποίημά μου γιὰ τὴν ἄνοιξη
    μὲ μιὰ ἐποχὴ φθινοπώρου
    ν᾿ ἀποτελειώνω.

    Κικὴ Δημουλᾶ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: