Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (225ο): «Λευκό (άσπρο)»…

 

1.Γιώργος Σεφέρης «Το γιασεμί»

«Είτε βραδιάζει

είτε φέγγει

μένει λευκό

το γιασεμί.»

 

 

 

 

  1. «Το απομεσήμερο για μια στιγμή καθίσαμε
    Και κοιταχτήκαμε βαθιά μέσα στα μάτια.
    Μια πεταλούδα πέταξε απ’ τα στήθια μας
    Ήτανε πιο λευκή
    απ’ το μικρό λευκό κλαδί της άκρης των ονείρων μας»

(Ο. Ελύτης)

 

 

 

  1. «Μου αναλογεί το λευκό
    Πρέπει να το καταλάβουμε ότι ο ποιητής π ο ι ε ί.
    Εάν θέλει να βγάζει από μαύρο, μαύρο – λογαριασμός δικός του.
    Αναλαμβάνει το βάρος της ευθύνης που αναλογεί στην ψυχή του.
    Εμένα, όπως σας είπα και στην αρχή, μου αναλογεί το λ ε υ κ ό.
    Και σας εξομολογούμαι πως η κατεργασία του λευκού μέρους της ψυχής είναι πιο σκληρή κι από του μαρμάρου.»

(Ο. Ελύτης)

 

 

 


  1. Μίλτος Σαχτούρης
    , «Η λειτουργία του άσπρου»

 

«Ρίχνανε πρώτα τα σκοινιά

στις τέσσερις γωνιές

που ασπρίζανε τα τέσσερα τα πρόσωπα

χτυπούσανε τα χέρια

και προχωρούσαν απ’ τις τέσσερις γωνιές

και μάζευαν τα σύννεφα

έτσι έμενε το δάπεδο γυμνό

έπειτα άρχιζαν να περνούν οι μαύροι πετεινοί

ένας ένας

αφήνοντας ένα ρυάκι αίμα κόκκινο

σαν χάνονταν

ρολόγια αρχίζαν να πυροβολούνε άδικα

και σκότωναν στην τύχη

φεγγάρια ουρλιάζαν

προσφέρανε και εκρηχτικά τριαντάφυλλα

που σκάζαν και ματώνανε τα χέρια

η αγωνία

τα πρόσωπα σιγά-σιγά χάναν τα μάτια τους

τα φρύδια κι έπειτα το στόμα

τα δόντια και τα τσίνορα

γίνονταν κάτασπρα όπως και τα ρούχα τους

όπως και τ’ άσπρα δέντρα

όπως και το λιβάδι

όπως όλα

Άσπρα»

 

(Μ. Σαχτούρης, Ποιήματα (1945-1971), Κέδρος)

 

 

 

 


  1. Μίλτος Σαχτούρης
    , «Το άσπρο περιστέρι»


«Σήμερα ήρθε και κάθισε στο περβάζι

του παραθύρου μου

ένα άσπρο περιστέρι.

— Τί γυρεύεις εδώ, του είπα,

μήπως σου δώσαν λάθος διεύθυνση;

— Καθόλου, μου απάντησε, τί νομίζεις

το περβάζι σου είναι μόνο

για μαύρα πουλιά;

Έκανε δύο τρεις βόλτες πάνω κάτω,

άφησε μια κουτσουλιά και πέταξε,

αφήνοντάς με έκπληκτο!»

 

(Μ. ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ: ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΑΠΑΝΤΑ 1945-1998, Κέδρος)

 

 

 

 

  1. Άννα Αντωνίου, «Λευκό»

Το λευκό που μ’ αρέσει
Λευκό του πάγου
και λευκό του χιονιού
Κοφτερό και σκληρό σαν ατσάλι
Που αφήνει
το βλέμμα
να αγγίξει το άπειρο
Το απόλυτο αυτό
ελευθερία
και
δέσμευση
Που μια ακίδα μικρή
μια ανάσα
λίγο πιο έντονη
και το άπειρο γυρίζει πλευρό
και ξυπνάει
θνητό
μια κηλίδα ωχρά
μια πελώρια θλίψη
μια οθόνη
πάλλευκη κηλιδωμένη
Ήθελα να μου πεις
πώς το γαλάζιο δικό σου
διαπέρασε το λευκό
κι έσμιξαν
Πώς έγιναν τα δύο
ακηλίδωτος ουρανός
και
σύννεφα-ταξιδιώτες.

 (http://fractalart.gr/chromatiki-topi-tria-piimata/)

 

 

 

 

  1. ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, «ΤΑ ΠΑΘΗ ΤΟΥ ΛΕΥΚΟΥ»

1.-
Με άσπρο δένει το άυλο του λευκού• με ρούχα υγρά το ρο σαλπίζοντας ηχεί αγνότητα ουρανού. Το τεχνητό κυμάτισμα μιας σκέψης συλλαβίζοντας προτού τ’ αγκάθια του ήλιου την ξεσκίσουν.


2.-
Στην άσπιλη λευκότητα υποκλίνεται το ρο• κι ας τη στηρίζει αφού στα σπλάχνα του λευκού κρύβεται το άσπρο: η πέτρα αυτή που ξάφνου σπάει με σύριγμα βουβό βεγγαλικού αναστάσιμου προτού σκορπίσει με ιαχές φευγαλέες φωτός.

3.-
Με λάσπη του άσπρου χτίζουν το λευκό. Ακάματοι του ονείρου εργάτες κατεβαίνοντας στο έρεβος του κενού, νερό ανεβάζουν να στερεώσουνε τα ρο.


4.-
Βατράχια το άσπρο εκόαζαν θεμέλιο του λευκού. Το ρο υμνώντας του ύψους κατά πρόσωπο.

(http://www.poeticanet.gr/tessera-poiimata-a-524.html)

 

 

 

 

  1. Κώστα Παρδάλη, «Με λευκό και με γκρι»

 

Χρόνος άχρονος ζει, σε γκρι περιβάλλον

λεκέδες με χρώματα, νεκροί τριγυρίζουν

σάπια κατάλοιπα, απόβλητα άλλων

κι αμφίβολης  Άνοιξης, λουλούδια ανθίζουν

_._

Ανθρώπινα κύτταρα, σε μπούκες  στοιβάζονται

φτιαχτές οπτασίες, σε άσχημα σχήματα

τυμβωρύχοι ψυχών, την ψυχή μας μοιράζονται

συνειδήσεις τυχάρπαστες, μερικών ανομήματα.

_._

Το λευκό έχει έντονη, παρουσία ακόμα

μα το μαύρο ελπίζει ,τον καμβά να γεμίσει

για να γίνει στο κάδρο, μια μορφή δίχως στόμα

δίχως στόμα και σκέψη, δεν μπορεί να μιλήσει.

_._

Με λευκό και με γκρι,  το λευκό θα νικήσει

μια προσπάθεια θέλει, λίγο έμεινε ακόμα

μεσ’ στα σπλάχνα του μαύρου, η ζωή θα ανθίσει

στων φτωχών τις ψυχές, θα ‘ρθει Άνοιξης χρώμα.

https://www.logografis.gr/

 

 

 

  1. Νόνη Σταματέλου, «Το λευκό φόρεμα»

Τι θράσσος  κι’ αυτό!

Ένα  τέτοιο λευκό φόρεμα σε χώρο εργασίας.

Ανάμεσα σε γκρίζες στολές και γκρίζες μάσκες.

Τι θράσσος να βαδίζεις ανάμεσά τους

Και κυρίως.να βαδίζεις ευθυτενής.

Μια στα χαρτιά και μια στο πάτωμα κοιτάζουν

Με το χαμόγελο παντοτινά φυλακισμένο.

Έτσι που λησμόνησαν τους ανθρώπους.

Έτσι που λησμόνησαν τον ουρανό.

Κι’ εσύ τολμάς να διασχίζεις τη μετριότητα

Φορώντας στα μαλλιά σου άνθη λεμονιάς!

Κι’ ανεμίζει το λευκό σου φόρεμα

Κι’ αντιφεγγίζει πάνω του η ηλιαχτίδα

καθώς μπαίνει απ’ το μοναδικό παράθυρο

που παράτολμα άνοιξες με υπομονή στο χρόνο

Γιατί θέλεις να βλέπεις το φως

να παίζει με τ’ άνθη της μικρής ροδιάς

και νάρχεται μέσα δίνοντας αξία ακόμα και στη σκόνη

δίνοντας κι’ άλλη δόξα στις παλιές κορνίζες

των ηρώων και των ευεργετών.

Ποιος έχει  προσέξει τόσα χρόνια τη μικρή ροδιά

στην πρωινή  συγκέντρωση

όπου η καλημέρα σέρνεται σαν φίδι τρομαγμένο

στα σκαλοπάτια.

Ποιος νά ξερε

πώς ύφανες αυτό το λευκό σου φόρεμα!

Με πόση αγρύπνια, με πόση αλμύρα

και πόσα αστέρια κυνηγώντας.

Πόσα νησιά μπελόνιασες σε μίσχους λουλουδιών

συνάζοντας στη χούφτα σου βροχή

να πίνουν τα σπουργίτια τον Αύγουστο.

Ποιος  νά ξερε

Πόσο επώδυνο, μα πόσο αληθινό

ήταν εκείνο το ταξίδι μέσα σου.

Πόσες φορές ξεμάκρυνε το χέρι του Θεού

πριν σε απιθώσει τρυφερά στου φεγγαριού τη σκάλα

Με τα φιλιά της αδελφής σου να ξορκίζουν το κακό.

 

Τι  ν’ απαντήσεις τώρα σε όσους σε ρωτούν:

Πού βρήκες το θράσσος

να διασχίζεις το γκρίζο

Φορώντας ένα τέτοιο λευκό κι’ ανθοστόλιστο φόρεμα;

Και.πώς τολμάς κι’ ελπίζεις

Ακόμα και  «εν ώρα υπηρεσίας»;

 

(https://www.giannena-e.gr/Grammata%20kai%20tehnes/poiitikos%20logos/Stamatelou_Noni_Poiima_Leyko_Forema.aspx)

 

 

  1. Μαρία Καρδάτου, «Λευκός πύργος»

Μαύρα πουλιά πετούν
γύρω απ’ το λευκό πύργο
παιδιά μπαινοβγαίνουν
με χαρούμενες φωνές
να θαυμάσουν
τα βυζαντινά ευρήματα
Απ’ έξω κορνάρουν αυτοκίνητα
και στο βάθος ένα καράβι
γεμάτο τουρίστες
διασχίζει τη θάλασσα
Βαθιά από τους τοίχους
με τις μεγάλες πέτρες
ακούγονται οιμωγές
των βασανισμένων
και εκτελεσμένων
στον ίδιο πύργο
τον πύργο του αίματος

(http://www.poiein.gr/archives/9942/index.html)

 

 

 

  1. Βαγγέλης Κάσσος, «Ο ΟΔΗΓΟΣ ΜΕ ΤΟ ΑΣΠΡΟ ΠΟΥΚΑΜΙΣΟ»

«ο οδηγός με το άσπρο πουκάμισο
με τι θέλετε να μοιάζει
καθώς κατεβαίνει με ορμή
καθώς διασχίζει τη νύχτα
με τι θέλετε να μοιάζει
αν όχι με χελιδόνι που άργησε
που επιστρέφει όπως όπως στη φωλιά
ο οδηγός με το άσπρο πουκάμισο
ξαφνικά τι έπαθε
τι έπαθε και σφίγγει
με τέτοια λύσσα το τιμόνι
μια να πεταχτεί στον ουρανό
μια να πετρώσει στο κάθισμα
ο οδηγός κυλάει γοργά
ανοίγει τα παράθυρα
και γοργά κυλάει
για την επικίνδυνη στροφή
για τη ζεστή αγκαλιά
ούτε που νοιάζεται
ανοίγει τα παράθυρα
και βρίζει
βρίζει γλυκά
σα να προσεύχεται»

(Από τη συλλογή Στα ριζά της σιωπής (1984).

http://www.ainigma.net/gr/vangelis-kassos/poihmata/)

 

 

 

  1. Βαγγέλης Κάσσος, ΟΙ ΛΕΥΚΕΣ ΝΥΧΤΕΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ

«αγόρι μου

σαν το πουλάκι μέσα μου σκιρτάς
κατάπληκτο στο χιόνι
μη γελαστείς
δεν είναι αυτός ο Συμεών
που ακούς να οδύρεται
είναι ο θάνατος που ζητιανεύει
στην αυλή μου
μη βγεις ποτέ
δεν είμαι εγώ ο ουρανός
για ν’ ανατείλεις
το φως με σφάζει
σα γυαλί
μ’ έχει αφαιρέσει ο φόβος
και κρύο βάραθρο
έγινε το κορμί
δεν είναι εδώ η ζωή
σαν ηλιαχτίδα πέρνα
σα δίκοπη αρχή
μη βγεις στον κόσμο και σταθείς
μη σταυρωθείς
μη νιώσεις τέλος
σταυρώθηκες στα σπλάχνα μου
αυτό δε φτάνει;»

(Από τη συλλογή Αδιαπέραστο φως (1998) που κυκλοφορεί στις εκδόσεις Ίνδικτος.)

(http://www.ainigma.net/gr/vangelis-kassos/poihmata/)

 

 

 

  1. Γ. Ρίτσος, «Τ’ Άσπρα Βότσαλα»

«Ετούτα τ’ άσπρα βότσαλα στο γυμνό σου τραπέζι
λάμπουν στον ήλιο. Κανένας δε μαντεύει
από ποιους βυθούς ανασύρθηκαν. Κανένας
δεν υποπτεύεται με το ριψοκίνδυνες
καταδύσεις τ’ ανέβασες. Με τι
στερήσεις κι αρνήσεις τ’ απέσπασες
από τα νύχια κοραλλόδεντρων και βράχων. Γι’ αυτό
λαμποκοπούν τόσο λευκά με τη σεμνή τους περηφάνια
ν’ αποσκεπάζουν το σκοτάδι της καταγωγής τους και ποτέ
να μην μαρτυρήσουνε την ώρα της Μεγάλης Δίκης.»

 

(https://www.sansimera.gr/anthology/158)

 

 

 

Advertisements

Single Post Navigation

12 thoughts on “Πες το με ποίηση (225ο): «Λευκό (άσπρο)»…

  1. [Τα Λευκά Μου Άμφια] Του Άλλεν Γκίνσμπεργκ

    Τώρα που σπατάλησα
    πέντε χρόνια στο Μανχάταν
    με μια ζωή φθαρμένη
    και το ταλέντο νούλα

    μιλώντας ασυνάρτητα
    ασθενής και ψυχασθενημένος
    λογαριθμικός κανόνας κι αριθμο-
    μηχανή πάνω σε γραφείο

    αντίγραφο ιδιόχειρο εις τριπλούν
    σύνοψη και φόροι
    ευπειθής και ακριβής
    και κακοπληρωμένος

    παρέμεινα στην αγορά
    νιότη των είκοσί μου χρόνων
    λιποθύμησα σε γραφεία
    έκλαψα σε γραφομηχανές

    εξαπατημένα πλήθη
    σε τεράστιες συνομωσίες
    αποσμητικά θωρηκτά
    σοβαρή βιομηχανία μπίζνες

    κάθε έξι εβδομάδες όποιος
    ήπιε τη τράπεζα αίματός μου
    αθώος δαιμονισμένος τώρα
    μέρος του οργανισμού μου

    πέντε χρόνια δυστυχισμένος μόχθος
    απ’ τα 22 ως τα 27 δούλευα
    ούτε δεκάρα στην τράπεζα
    έτσι για μπούγιο

    η αυγή χαράζει δεν είναι παρά ήλιος
    η Ανατολή καπνίζει ω κρεβατοκάμαρά μου
    η καταδίκη μου είναι κόλαση ποιο
    ξυπνητήρι χτυπάει

    Νέα Υόρκη 1953

  2. Πόσο υπέροχο το καθένα τους! Πόσο θαυμάσια η συλλογή σας! Την χάρηκε η ψυχή μου! Καλημέρα!! Μια όμορφη Κυριακή νάχετε..δεν ξέρω αν την θέλετε σε λευκό, ας είναι σε λευκό, από την μεριά μου πάντως σας την εύχομαι πλουμιστή νάναι.

    • Ευχαριστούμε πολύ, βεατρίκη!!! … Να ‘σαι καλά (και πάντα με ποίηση!)…

      «…Σ᾿ ἄφησα τότες
      Καὶ μία βουερὴ πνοὴ σήκωσε τ᾿ ἄσπρα σπίτια
      Τ᾿ ἄσπρα αἰσθήματα φρεσκοπλυμένα ἐπάνω
      Στὸν οὐρανὸ ποὺ φώτιζε μ᾿ ἕνα μειδίαμα.
      Τώρα θά ῾χω σιμά μου ἕνα λαγήνι ἀθάνατο νερό
      Θά ῾χω ἕνα σχῆμα λευτεριᾶς ἀνέμου ποὺ κλονίζει
      Κι ἐκεῖνα τὰ χέρια σου ὅπου θὰ τυραννιέται ὁ ἔρωτας
      Κι ἐκεῖνο τὸ κοχύλι σου ὅπου θ᾿ ἀντηχεῖ τὸ Αἰγαῖο.»
      (Ο. Ελύτης)

  3. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    1. LA JEUNESSE BLANCHE

    Η φιλτάτη, η άσπρη μας νεότης,
    α η άσπρη μας, η κάτασπρη νεότης,
    που είν’ απέραντη, κ’ είναι πολύ ολίγη,
    σαν αρχαγγέλου άνω μας πτερά ανοίγει!…
    Όλο εξαντλείται, όλο αγαπάει·
    και λιώνει και λιγοθυμά εις τους ορίζοντας τους άσπρους.
    A πάει εκεί και χάνεται εις τους ορίζοντας τους άσπρους,
    για πάντα πάει.

    Για πάντα, όχι. Θα ξαναγυρίσει,
    θα επιστρέψει, θα ξαναγυρίσει.
    Με τα λευκά της μέλη, την λευκή της χάρι,
    θα έλθ’ η άσπρη μας νεότης να μας πάρει.
    Με τα λευκά της χέρια θα μας πιάσει,
    και μ’ ένα σάβανο λεπτό απ’ την ασπράδα της βγαλμένο,
    με κάτασπρο ένα σάβανο απ’ την ασπράδα της βγαλμένο
    θα μας σκεπάσει.

    Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ, Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993

    ***

    2. Ας γίνουν όλα λευκά για να γεννηθεί το φως.

    Λευκό, ο ψίθυρος.
    Λευκό, το πέταλό.
    Λευκή, η αναχώρηση.
    Λευκή, η εξάλειψη.

    Τόσες αποχρώσεις μέσα στο λευκό!
    Από το παγωμένο λευκό της βουνοκορφής
    στο θερμό λευκό της σελίδας
    που ανήκει στο όνομά Του.

    EDMONT JABΈΣ, Le livre des marges 1984, μτφρ. Χάρης Βλαβιανός

    Σελίδα λευκή – Μάριος Φραγκούλης

    3. ΑΣΠΡΟ ΣΤΟ ΑΣΠΡΟ

    Θα γράψω σήμερα άσπρο στο άσπρο
    θα φορώ μόνο άσπρο
    θα πίνω μόνο άσπρο
    θα τρώω μόνο άσπρο
    Και θα γίνω εκείνο το θαλάσσιο πλάσμα
    που τρώει φως
    στραγγίζοντας τον ωκεανό από το φώσφορό του –

    Προς το παρόν
    είμαι μια «άσπρη κουκκίδα» στο διάστημα
    κι η άμμος στην κλεψύδρα
    που κυλάει
    είναι κι αυτή άσπρη.
    Λευκοί αμμόλοφοι της Αφρικής
    κυλάνε μέσα της
    Χιόνια από τη Σιβηρία
    γλιστράνε μέσα της

    Οι θάλασσες λευκές γεμάτες σπέρμα
    κάτω από το λευκό φεγγάρι
    όπου αστέρια από αλουμίνιο περιστρέφονται αθόρυβα
    γύρω απ’ τη γη που τρεμουλιάζει
    με τις λευκές φάλαινές της
    τα λευκά φαγοκύτταρα
    τα λευκά ξασπρισμένα κρανία
    και τους αλβίνους της
    (Μήπως οι μαύροι ξάσπρισαν
    κι έγιναν οι λευκοί;)

    Να ονειρεύομαι μια λευκή χορδή
    σύμβολο αθωότητας
    Αν και το άσπρο είναι το χρώμα του θανάτου
    Κι ο κόσμος είναι σα σκάκι του θανάτου
    άσπρο στο μαύρο και μαύρο στο άσπρο
    «άφωνα πιόνια
    σε ασπρόμαυρα βασίλεια».

    Ένας άγγελος στέκει στο σταθμό
    κουνώντας ελαφρά τις αραχνοΰφαντες φτερούγες του
    Ένα άσπρο άλογο
    έρχεται μονάχο από ένα ρημαγμένο χωριό
    Σε κάθε γωνιά της γης στους σταθμούς
    βάζουνε πινακίδες
    No pasaran
    Γυρίστε πίσω
    Λάθος κατεύθυνση

    Άσπροι προβολείς
    εξερευνούν τον ουρανό
    Οι πύργοι των αρμάτων στρέφονται
    πάνω στα παλιά Τείχη.
    Ο άγγελος κουνά σιγανά τα φτερά του
    ανασαίνοντας τον ελαφρύ λευκό αέρα
    Η γη ανασαίνει και τρέμει μαζί του
    Αυτοί που κυβερνιούνται
    θα συνεχίσουν να κυβερνιούνται
    Η απόλυτη ελευθερία δεν είναι ελευθερία
    Έρως εναντίον Πολιτισμού
    Αδιέξοδο

    Χιονίζει λευκά ντοκουμέντα
    Οι πολύ πλούσιοι
    γίνονται ακόμα πιο πλούσιοι
    Ένα λευκό γαντοφορεμένο χέρι
    βγαίνει από το παράθυρο
    μ’ ένα καπέλο για να του ρίξουν χρήματα
    Η ασυδοσία δεν είναι δωρεάν

    Ο άγγελος
    στέκει στην άκρη
    της πλατφόρμας
    κουνά απαλά τα μεγάλα άσπρα φτερά του
    που μάλλον είναι πολύ εύθραυστα
    για να μπορέσουν να σηκώσουν το κορμί της ύπαρξης
    που συνεχίζει ν’ ανασαίνει αναρχικό αέρα

    Και το τραίνο
    το τραίνο που ’ναι φτιαγμένο μονάχα από βαγόνια
    που έχει μέσα στριμωγμένους τρία δισεκατομμύρια ανθρώπους
    στέκεται ακόμα στο σταθμό και τρέμει
    και λευκοί φοίνικες σηκώνονται
    μεσ’ από τους καπνούς του pinon

    Και η «λευκή σφίγγα της τύχης»
    κρατά το στόμα της κλειστό
    στους ερημικούς δρόμους του μέλλοντος.

    Lawrence Ferlinghetti, «Τοπία ζωντανών και πεθαμένων» (1979). Το ποίημα περιλαμβάνεται στο βιβλίο «Ferlinghetti Ποιήματα», εκδόσεις Πρόσπερος, Αθήνα 1989. Μετάφραση: Ρούμπη Θεοφανοπούλου.

    Νατάσσα Μποφίλιου – Εν λευκώ

    4. ΕΝ ΛΕΥΚΩ

    Λευκή μου τύχη και λευκή ζωή μου
    Γιατί τα βράδια κρύβεστε στο γκρίζο;
    Βλέπω στο άσπρο σας την προβολή μου
    και το μετά απ’ το μετά γνωρίζω
    Αν είχα θάρρος για να πω το «έλα»
    τώρα δε θα `χα τη φωτιά στο αίμα
    Αν είχε χρώμα θα `ταν άσπρη η τρέλα
    Αν είχε σώμα θα `ταν πάλι ψέμα.

    Κοίτα τα χέρια πως γυρνούν στον τοίχο
    σαν να χορεύουνε με τη σιωπή μου
    κι εγώ που χρόνια γύρευα το στίχο
    που θα εξηγήσει τη βουβή ζωή μου
    μεταμφιέζω τη σιωπή σε λέξη
    και τη χαρίζω σ’ όποιον μου εξηγήσει
    να `χει το μέλλον μου να επιλέξει
    ποιο παρελθόν μου θα ξαναγυρίσει…

    Τίποτα σημαντικό.
    Ζω μονάχα εν λευκώ…

    Λευκή μου τύχη και λευκή ζωή μου
    καλά τα λεν οι έγχρωμοί μου φίλοι
    το πρόβλημά μου η υπερβολή μου
    κι ό,τι αργεί απάντηση να στείλει
    Αν είχε το θάρρος να φανεί ο λόγος
    τώρα δε θα `τανε φωτιά στο αίμα
    Αν είχε χρώμα θα `ταν άσπρο ο φόβος
    Αν είχε σώμα θα `ταν σαν κι εμένα.

    Αν σ’ αγαπούν να μάθουν να το λένε
    κι αν δε στο πουν να μάθεις να το κλέβεις
    κι αν θες να δεις τ’ αληθινά να καίνε
    πρέπει στο ύψος της φωτιάς ν’ ανέβεις.

    Και σε λυπούνται που δεν το `χεις νιώσει
    κι εσύ λυπάσαι που το ξέρεις πρώτος
    και που κανείς δεν είχε λάβει γνώση
    πως η σιωπή σου ήταν χρόνια κρότος.

    Δικαίωμά μου να ποντάρω λίγα
    Δικαίωμά μου να πηγαίνω πάσο
    κι εκεί που λένε πως ποτέ δεν πήγα
    εγώ δεν πρόλαβα να το ξεχάσω
    Κι όποιος ρωτήσει γιατί πάντα φεύγω
    μ’ αυτό τον τόνο του λευκού στο βλέμμα
    του λέω μια φράση σαν να υπεκφεύγω
    με μια ελπίδα να `ναι σαν κι εμένα…

    Τίποτα σημαντικό…
    Ζω μονάχα εν λευκώ….

    ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΕΥΑΓΓΕΛΑΤΟΣ

    Moody Blues – Nights in White Satin

    5. ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΙΡΟΣ ΓΙΑ ΛΕΥΚΕΣ ΝΥΧΤΕΣ

    Φορώ μαύρα ρούχα και πλησιάζω
    το τραπέζι με τα ποτά.
    Δε θέλω να μπλέξω
    με τους θορύβους του χορού.
    Δεν θέλω να παίξω
    με οξειδωμένους ανθρώπους.
    Προ πάντων δε θέλω να λες
    πως είμαι ένα μουντό
    και μίζερο απόγευμα.
    Θέλω απλά ν’ ακουμπήσω στα χέρια σου,
    να ξεκουράσω τα τσακισμένα μου μάτια.

    Πρέπει κάποτε να σου πω την αλήθεια.
    Το τοπίο που υπάρχει
    κάτω απ’ τη γλώσσα μου
    σιγά-σιγά ισοπεδώνεται,
    γίνεται ευθεία γραμμή,
    σε λίγο καιρό θάχει περάσει
    στην ιστορία.

    Σιγά-σιγά χάνω τον έλεγχο των χρωμάτων.

    Σταύρος Ζαφειρίου,… και να μπλοφάρουμε στο όνειρο (1984)

    ΓΡ. ΜΠΙΘΙΚΩΤΣΗΣ – ΑΣΠΡΗ ΜΕΡΑ ΚΑΙ ΓΙΑ ΜΑΣ

    6. ΚΑΤΙ ΣΑΝ ΑΣΠΡΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ

    Κάτι σαν άσπρος ουρανός είχε φύγει απόψε απ’ την καρδιά μου
    Μάταια ζητούσαν θάλασσα οι στοχασμοί μου
    Χωρίς φλόγα ο έρωτας με στριφογύριζε
    Στον τόπο όπου καθόντουσαν οι αμαρτίες μου

    Τραγούδαγαν οι άνεμοι ένα τραγούδι μπόλικο
    Σαν να έπιναν κρασί και να βλαστήμαγαν.

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ

    ***

    7. Ω, ΜΙΑ ΘΥΜΗΣΗ ΛΕΥΚΗ(1)

    Ὤ, μιὰ θύμηση λευκὴ
    Ποιὸς θάνατος θὰ ξαναφέρει
    Ὥς τὰ πόδια μου;

    Ἀγνάντια στὴν ὅραση
    Ποιὰ θάλασσα θὰ γεννηθεῖ
    Γιὰ νὰ φωνάξω πέρα ἀπὸ τὸ λυσσασμένο στῆθος της
    Πάνω ἀπὸ τὰ τείχη τοῦ καιροῦ της
    Κάθε ἔκφυλη ἀγανάχτησή μου
    Ποὺ μοναξιὰ στερεώθηκε;

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ

    ***

    8. Ὤ, μιὰ θύμηση λευκὴ(2)
    Ποιὸς θάνατος θὰ ξαναφέρει
    Ὥς τὰ πόδια μου;
    Ποιὰ θάλασσα θὰ γεννηθεῖ μπροστά μου
    Γιὰ νὰ φωνάξω πέρα ἀπὸ τὸ λυσσασμένο στῆθος της
    Τὴν ἔκφυλη ἀγανάχτησή μου
    Ποὺ μοναξιὰ στερεώνεται;

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ

    ***

    9. ΧΑΘΗΚΕΣ ΜΕΣΑ ΣΕ ΚΑΤΙ ΑΣΠΡΟ

    Η φλόγα κόρωσε μόλις αγγίξανε δυο σύμφωνα
    ο δρόμος στένευε με λέξεις ψόφιες
    που μυρίζανε.
    Χάθηκες μέσα σε κάτι άσπρο.

    Τοίχοι, αφίσες, η πρώτη τού μονόπρακτου:
    ΘΑΝΑΤΟΣ ΠΑΝΤΕΠΟΠΤΗΣ.
    Σκεφτόμουνα πλάι σε ρουμπινέτα
    το πρόβλημα του Αίγισθου:
    διαβήτες, Κληταιμνήστρες, τρίγωνα
    τα τσιγάρα που μου τέλειωσαν
    το πρόβλημα της αποχέτευσης
    σε διαμερίσματα Ερινύων
    το δυσκίνητο λεωφορείο
    ΑΝΩ ΛΟΣΙΑ-ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ
    το κοφτερό τσεκούρι
    η μόνη λύση σε Μυκήνες.

    Κόφτο λοιπόν να τελειώνουμε.

    ΕΚΤΩΡ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ

    Demis Roussos – Una Paloma Blanca

    10. ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΥΚΗ ΣΚΟΥΡΙΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

    μέσα απ’ τη νύχτα
    μέσα από τη λευκή σκουριά του χρόνου
    να ξαναγύριζαν οι εφηβικοί μου φίλοι
    αστραφτεροί σαν ανοιξιάτικο χορτάρι
    αθώοι σαν το βαθύ γαλάζιο τ’ ουρανού

    παιδιά στην ίδια γειτονιά και πάλι
    που αξιώθηκαν το μακρινό ταξίδι
    και τώρα πια καλά γνωρίζουν
    πως όνειρο άφθαρτο
    πλούτος μοναδικός είναι η πατρίδα

    τα κάστανα στη σιδερένια σόμπα
    και η γιαγιά να λέει το παραμύθι
    το λίγο, το ελάχιστο, το απέραντο του κόσμου

    Τόλης Νικηφόρου, Μυστικά και θαύματα ο ανεξερεύνητος λόγος της ουτοπίας (2007)

    ***

    11. Τ’ ΑΣΠΡΟ ΞΩΚΛΗΣΙ

    T άσπρο ξωκλήσι στην πλαγιά, κατάγναντα στον ήλιο,
    πυροβολεί με το παλιό, στενό παράθυρό του,

    Και την καμπάνα του αψηλά, στον πλάτανο δεμένη,
    τηνε κουρντίζει ολονυχτίς για του Αϊ-Λαού τη σκόλη.

    Γ. Ρίτσος, Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας, Κέδρος

    Μ΄ ένα άσπρο άλογο – Αρλέτα.

    12. ΑΣΠΡΕΣ ΠΑΣΧΑΛΙΕΣ ΦΙΛΟΥΝ ΕΦΗΒΟ

    Αδρανούσε ξαπλωμένος
    πάνω στη μόλις ηλικίας του

    σκεπασμένη
    με κάτι ανάρμοστα σκληρό
    ανάξιο για την ευαίσθητη ομορφιά του

    κι αν ήταν ξύλο απλό
    ίσως να το μετέπειθε μιλώντας του η θλίψη
    μα ήτανε καπάκι και δε μετανοούσε

    λευκό βαμμένο
    μα αυτό
    αντί να εξημερώσει το άγριο θέλημά του
    το εξαγρίωνε χειρότερα

    τί κι αν ήτανε ταιριασμένο
    με τα ολόασπρα λουλούδια

    τίποτα
    αυτό το άσπρο επάνω στο λευκό
    τα μαύριζε όλα.

    Ο πατέρας, Σκυφτός, Απασχολημένος
    βάναυσα να πνίγει
    μέσα στη γούρνα των δακρύων του
    ένα ένα τα αθώα του αναφιλητά

    μη και τ’ ακούσει το παιδί
    και καταλάβει πώς δεν κοιμάται.

    Αίφνης, ενώ βουβά η συντριβή
    στη σειρά με τάξη αποχαιρετούσε
    τον αποχωρισμό

    μιά γροθιά χτυπώντας άγρια το καπάκι
    επάνω ακριβώς στα τελευταία χείλη
    του ασπασμού

    ταρακούνησε το θαύμα ουρλιάζοντας
    σήκω

    αλλά δέ φάνηκε Λάζαρος κανείς.

    Κική Δημουλά, «Εύρετρα»

    ΧΟΡΕΨΑΝ Τ’ ΑΣΠΡΑ ΠΟΥΛΙΑ – Γιοβάννα

    13. ΤΑ ΑΣΠΡΑ ΠΟΥΛΙΑ

    Θά ‘θελα νά ‘μασταν, αγαπημένη μου, άσπρα πουλιά επάνω στον αφρό της θάλασσας!
    Τη φλόγα του μετεωρίτη ν’ αποφεύγαμε προτού να ξεθωριάσει και χαθεί,
    Κι η φλόγα του γαλάζιου άστρου, του εσπερινού, κρεμάμενη στο χείλος τ’ ουρανού,
    Έχει ξυπνήσει στις καρδιές μας, αγαπημένη μου, μια θλίψη που ίσως δε θα σβήσει.

    Μια αφύπνιση έρχεται απ’ εκείνους τους ονειροπόλους, μες στη δροσιά, το κρίνο και το ρόδο,
    Ω, μην ονειρεύεσαι, αγαπημένη μου, για κείνους, τη φλόγα του μετεωρίτη που χάνεται,
    Ή τη φλόγα τ’ άστρου του γαλάζιου, π’ αργεί να σμίξει με τη δροσιά που πέφτει
    Γιατί θα τό ’θελα να μεταμορφωνόμασταν σ’ άσπρα πουλιά επάνω στον περιπλανώμενο αφρό: Εγώ κι εσύ!

    Την σκέψη μου σφυροκοπούν αμέτρητα νησιά, και Δαναών ακρογιαλιές πολλές,
    Όπου ο Χρόνος σίγουρα θα μας ξεχνούσε, κι η λύπη δε θα μας πλησίαζε άλλο πια.
    Σε λίγο μακριά απ’ το ρόδο και το κρίνο δεν θα μπορούσαμε ν’ αντέξουμε τις φλόγες.
    Άσπρα πουλιά να είμασταν, αγαπημένη μου, επάνω στον αφρό της θάλασσας να πλέαμε!

    Ουίλιαμ Μπάτλερ Γέιτς
    http://tetradia.blogspot.com/2017/05/

  4. Καλημέρα! Σας ευχαριστώ πολύ, ntinagrigoris και Αγγελική, για τα υπέροχα ποιήματά σας!!! Καλή Κυριακή!!!

    -«…γιατί εγώ
    πολλές ανοιξιάτικες νύχτες συνομίλησα άλλοτε με το Θεό που
    μου εμφανίστηκε
    ντυμένος την αχλύ και την δόξα ενός τέτοιου σεληνόφωτος,
    και πολλούς νέους, πιο ωραίους κι από σένα ακόμη, του εθυσίασα,
    έτσι λευκή κι απρόσιτη ν’ ατμίζομαι μες στη λευκή μου φλόγα,
    στη λευκότητα του σεληνόφωτος,
    πυρπολημένη απ’ τ’ αδηφάγα μάτια των αντρών κι απ’ τη
    δισταχτικήν έκσταση των εφήβων…»

    (Γ. Ρίτσος, Η σονάτα του σεληνόφωτος)

    -Κ. Π. Καβάφης, «Ωραία λουλούδια κι άσπρα ως ταίριαζαν πολύ»

    Μπήκε στο καφενείο όπου επήγαιναν μαζύ.—
    Ο φίλος του εδώ προ τριώ μηνών του είπε,
    «Δεν έχουμε πεντάρα. Δυο πάμπτωχα παιδιά
    είμεθα — ξεπεσμένοι στα κέντρα τα φθηνά.
    Σ’ το λέγω φανερά, με σένα δεν μπορώ
    να περπατώ. Ένας άλλος, μάθε το, με ζητεί.»
    Ο άλλος τού είχε τάξει δυο φορεσιές, και κάτι
    μεταξωτά μαντήλια.— Για να τον ξαναπάρει
    εχάλασε τον κόσμο, και βρήκε είκοσι λίρες.
    Ήλθε ξανά μαζύ του για τες είκοσι λίρες·
    μα και, κοντά σ’ αυτές, για την παληά φιλία,
    για την παληάν αγάπη, για το βαθύ αίσθημά των.—
    Ο «άλλος» ήταν ψεύτης, παληόπαιδο σωστό·
    μια φορεσιά μονάχα του είχε κάμει, και
    με το στανιό και τούτην, με χίλια παρακάλια.

    Μα τώρα πια δεν θέλει μήτε τες φορεσιές,
    και μήτε διόλου τα μεταξωτά μαντήλια,
    και μήτε είκοσι λίρες, και μήτε είκοσι γρόσια.

    Την Κυριακή τον θάψαν, στες δέκα το πρωί.
    Την Κυριακή τον θάψαν: πάει εβδομάς σχεδόν.

    Στην πτωχική του κάσα του έβαλε λουλούδια,
    ωραία λουλούδια κι άσπρα ως ταίριαζαν πολύ
    στην εμορφιά του και στα είκοσι δυο του χρόνια.

    Όταν το βράδυ επήγεν— έτυχε μια δουλειά,
    μια ανάγκη του ψωμιού του— στο καφενείον όπου
    επήγαιναν μαζύ: μαχαίρι στην καρδιά του
    το μαύρο καφενείο όπου επήγαιναν μαζύ.

    (Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

    -Γιώργος Μακρής, «ΠΟΙΗΜΑ ΓΙΑ ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΜΕ ΤΟ ΑΣΠΡΟ ΑΔΙΑΒΡΟΧΟ»

    Θα πρεπε να ναι επίτηδες βαλμένο
    Ένα τυχαίο μα όμορφο γεγονός
    Ένα λευκό αιθέριο γεγονός που στάθηκε για μια στιγμή
    Μέσα σε μιάν αυλή οφθαλμιατρείου^
    Αχ! Μέρα βροχερή, γεμάτη φοιτητές κι άσχημα χάχανα,
    Ενώ δίπλα διέκρινε κανείς τους ασθενείς
    Με μικρά άρρωστα μάτια γεμάτα κακία
    Κακία και συμφορά στο τμήμα απόρων
    Αίθουσα αναμονής
    Και πάνω στο βαμμένο τοίχο οι εταζέρες
    Με τα εργαλεία των γιατρών
    Το μάθημα ανατομίας του καθηγητή Τούλπ
    Σε μια μικρή λιθογραφία μ’ άσπρό φόντο.
    Και ν α την, να την σαν επίτηδες
    Τυχαία και όμορφα βαλμένο γεγονός
    Άγνωστη μ’ άσπρο αδιάβροχο. Σκληρά χαρακτηριστικά
    Μελαχρινά λίγο σκληρά χαρακτηριστικά
    Ντυμένη σε περήφανο αλαζονικό εμβατήριο
    Θυμίζοντας οδυνηρά συμβάντα παλαιότερα,
    Και αρκούσε αυτό για τη δημιουργία
    Κάποιας μικρής όσο κι ασήμαντης νότας
    Όπως αρκεί μια πεθαμένη φύση
    Με κάκτο και μπουκάλα για να καταλάβουμε
    Όπως αρκεί ένα μικρό χεράκι παίζοντας
    Μ’ ένα μικρό αντικείμενο ασυναισθήτως
    Αχ! Μέρα βροχερή γεμάτη απ’ το κορίτσι με το άσπρο
    Αδιαβρόχο.

    (http://www.poiein.gr/archives/234)

    -Μ. Αναγνωστάκης, «Εσύ μόνο το ξέρεις»

    Εσύ μόνο το ξέρεις
    πώς χάνεσαι τώρα πώς βουλιάζεις
    μέσα στα ωραία χρόνια στ’ άσπρα πουκάμισα
    στ’ άσπρα χαμόγελα στ’ άσπρα καινούρια βιβλία

    Εσύ μόνο το ξέρεις πώς βουλιάζεις
    μες στα καινούρια ρούχα στους φρέσκους δρόμους
    στα χειροκροτήματα όταν περνάς
    στους ευγενείς ψιθύρους που πληθαίνουν μπρός σου.

    («Πλήθος ενέδρες της ζωής παραμονεύαν την πτώση σου»)

    Ενέδρες από χειροκροτήματα σαν κούφιες ριπές.

    -Βασίλης Πανδής, «Ωδή στην ασπρόμαυρη φωτογραφία»

    Άσπρο βαθύ, της λύπης που μας γέννησε
    Μαύρο, βαφή των ματιών μας
    Μαύρο, μικρό ελεγείο των εκλάμψεων
    Άσπρο, που μας έπνιξες στην αστραπή και στο χαλάζι
    Άσπρο, τάχα να είσαι αλήθεια;
    Μαύρο, τάχα να είσαι η μόνη αλήθεια;

    (http://www.periou.gr/)

    -Αντώνη Ψαρρού , «ΣΑΝ ΕΡΘΕΙ Η ΩΡΑ» [Άσπρα μαλλιά]

    Με φαντάζομαι γέρο με άσπρα μαλλιά να σου κάνω επίσκεψη
    Να με καλοδέχεσαι, να μου φέρνεις καφέ στη μουριά
    και να κάθεσαι απέναντι, χωρίς να μιλάμε.
    Να στρίβω τσιγάρα, να ρουφώ τον καπνό
    κι εσύ χαμογελαστή, μέσα στο λουλουδάτο σου φόρεμα
    να μου μοιάζεις σαν πίνακας.
    Κάθε γουλιά του καφέ, να μου φέρνει μια θύμηση.
    Να ακούω τραγούδια να γεμίζει η αυλή σου με φίλους
    Να μπερδεύεται η μέρα και να βγαίνει φεγγάρι
    Τα τζιτζίκια στο πεύκο να γίνονται αηδόνια
    Τα βατράχια να βγάζουν φτερά
    και τα άσπρα μαλλιά μου να μαυρίζουνε πάλι
    Να κοιτώ τον καπνό μ’ απορία
    (https://diastixo.gr/logotexnikakeimena/poihsh/2244-antonis-psarros)

  5. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Ludovico Einaudi – Nuvole Bianche

    14. Η ΜΝΗΜΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΖΕΙ ΑΣΠΡΟΜΑΥΡΑ

    Δε λένε ψέματα οι παλιές φωτογραφίες
    ψεύτικος είναι ο πακτωλός των χρωμάτων σήμερα
    που επί χάρτου υποδύονται μοιραίες διαφορές
    και τονικότητες
    για τους ευπίστους.

    To oυσιώδες το συνέλαβε η πρωτόγονα σοφή
    τεχνολογία της αθανάτισης:
    Μαύρο λευκό και γκρι αρκούν
    με ακρίβεια
    να μεταφράσουν όσα πάει να ψελλίσει μια στιγμή.
    Όσα υποτίθεται.

    Μαύρο πυκνό (δεν υπαινίσσεται απλώς-
    μπορεί μονότονα
    μα καθαρά το λέει το μάθημά του)
    γκρι αρκετό (σε όλα πάντα περισσεύει
    ο δισταγμός, το ξέρουμε)
    και μόνο λίγες αστραπές του άσπρου
    ως να φωτίζεται
    μέσα σε δάση νοσταλγίας η ατραπός
    που αργά ή αργότερα
    κι εσύ
    θα περπατήσεις.

    Τεχνολογία πρωτόγονα σοφή
    του Επέκεινα. Που αυτόματα
    λιχνίζει κάθε περιττό των οφθαλμών
    και ακέραιη
    φωτογραφίζει πριν ακόμα γεννηθεί
    τη μνήμη.

    ΑΝΤΩΝΗΣ ΦΩΣΤΙΕΡΗΣ

    ***

    15. ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΜΑΥΡΟΥ

    Άσπρη είναι η αρία φυλή
    η σιωπή
    τα λευκά κελιά
    το ψύχος
    το χιόνι
    οι άσπρες μπλούζες των γιατρών
    τα νεκροσέντονα
    η ηρωίνη.

    Αυτά λίγο πρόχειρα
    για την αποκατάσταση του μαύρου.

    ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΓΩΓΟΥ, Το ξύλινο παλτό, 1982

    ***

    16. ΛΕΥΚΟ

    Θα είσαι πάντα δίπλα μας, εδώ, ανάμεσά μας
    Στην πίτα της πρωτοχρονιάς θα σου ’χουμε κομμάτι
    Σ’ ένα ποτήρι καθαρό θα ’χουμε το κρασί σου
    Τα λόγια σου τα ντροπαλά δε θα ειρωνευτούμε

    Θα είσαι πάντα δίπλα μας, στην πιο καλή τη θέση
    Σαν άρπα θα μας ηρεμεί η άδολη σιωπή σου
    Ο αγέρας που ’χεις σπιτικό γλυκά θα μας δροσίζει
    Και θα σε σεργιανίσουμε όπου αγαπά η καρδιά σου

    Ο χώρος μας γενναιόδωρος για το αγνό σου βλέμμα
    Τ’ αυτιά μας πάντα πρόθυμα στ’ αγράμματά σου χείλη
    Και οι ψυχές μας ανοιχτές για τ’ άσπρα σου τραγούδια

    Τόσο γενναία και σεμνά να μη μας ξαναφύγεις
    Και λίγη αξιοπρέπεια έλα να μας διδάξεις
    Να πάψουνε στα δάκρυα να λούζονται οι ψυχές μας
    Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου

    ***

    17. ΑΣΠΡΟΜΑΥΡΟΣ ΚΟΣΜΟΣ

    Πίσω από τα κτισμένα παράθυρα
    Στο λευκό τετράγωνο
    Ουρλιάζει γαλάζιος κύκλος.
    Με ενοχλεί το γεγονός
    ότι είμαι άνθρωπος.
    Έρχεται η νύχτα
    να χρωματίσει την ανθρώπινη ντροπή.

    Ντέγιαν Τζόρτζεβιτς, Μετ: Παναγιώτης Ασημόπουλος

    ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ ΤΩΝ ΑΝΩΓΕΙΩΝ – Άσπρο κρίνο

    18. ΛΕΥΚΟ

    Ανάμεσά μας καταργούμε τη διαφάνεια
    αυξάνοντας τη φωτεινότητα ενσωματώνοντας:
    ένα γιασεμί,
    ένα σοκάκι στις Κυκλάδες,
    το χαμόγελό σου,
    μια νύφη,
    μια εκκλησία του Αιγαίου,

    τον σφαιρικό φανοστάτη της οδού Ευριπίδου,
    μια πανσέληνο,
    ένα περιστέρι,
    τον έναστρο ουρανό,
    ένα πρόβατο,
    μια κατσίκα,
    το μάρμαρο,
    το βαπόρι,

    τα σκεπάσματα του ξενοδοχείου,
    το λινό πουκάμισο,
    το απλωμένο σεντόνι,
    το άφιλτρο τσιγάρο
    την άκρη από τα νύχια της,

    κι έτσι,
    πάνω σε λευκό φόντο
    γράφεται η ποίηση.

    Μάγια Κολτσίδα, Επισκευές στην Ουτοπία, Πατάκης 2016

    ***

    19. Μ’ ΑΣΠΡΗ ΜΟΥΣΑΜΑΔΙΑ ΜΕΣ ΣΤΗ ΒΡΟΧΗ

    Στου καφενείου τα τζάμια
    που έγλειφε η βροχή
    σ’ αναπολούσε η ψυχή μου
    περιμένοντας:

    Στο μέτωπο ξανθά μαλλιά
    άσπρη μουσαμαδιά μες στη βροχή
    έτσι σαν ανοιξιάτικο γαρίφαλο.

    Έλα,
    και τα τσιγάρα ένα ένα τέλειωσαν,
    κι η ώρα πέρασε πολύ μαζί με τη βροχή.
    Του κόσμου τούτου η ερημιά,
    που εσένα δε σ’ αγγίζει,
    έρχεται.

    Κι απόψε δε θα κοιμηθώ,
    κι όπως θα μυρμηγκιάζουνε
    τ’ άπειρα δευτερόλεφτα
    πότε η βροχή θα με κυκλώνει
    και πότε απ’ την καρδιά
    το είδωλό του θα ξανάρχεται.

    Στο μέτωπο ξανθά μαλλιά
    άσπρη μουσαμαδιά μες στη βροχή
    λευκό ανοιξιάτικο γαρίφαλο.

    Γιώργος Ιωάννου

    ***

    20. ΚΑΙ ΤΟ ΦΟΡΕΜΑ ΣΟΥ ΕΙΝΑΙ ΛΕΥΚΟ

    Έχεις σκύψει το κεφάλι και με κοιτάς·
    και το φόρεμά σου είναι λευκό,
    και το ένα σου στήθος ξεπροβάλλει μέσα από τη χαλαρή
    δαντέλα του αριστερού σου ώμου.

    Το φως με ξεπερνά· τρεμοπαίζει
    και πέφτει στα γυμνά σου μπράτσα.

    Σε βλέπω πάλι. Οι λέξεις σου
    ήταν γρήγορες, σφιχτές,
    μου ελαφρύναν την καρδιά
    από το βάρος μιας ζωής
    φαντασμαγορικής.

    Ήταν βαθύς ο δρόμος
    όπου ο άνεμος κατέβαινε
    κάποιες νύχτες του Μαρτίου
    και μας ξυπνούσε ξένους
    όπως την πρώτη φορά.

    ΣΑΛΒΑΤΟΡΕ ΚΟΥΑΖΙΜΟΝΤΟ [SALVATORE QUASIMODO (1901-1968)]: Μετ: Χάρης Βλαβιανός

    ΑΣΠΡΟ ΠΟΥΚΑΜΙΣΟ ΦΟΡΩ, Γ. Νταλάρας

    21. ΤΟ ΑΣΠΡΟ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΥΡΟ

    Κοίταζα στη Μακρόνησο συχνά
    τις μάχες γλάρων και κοράκων
    για κανένα ξεροκόμματο
    για τίποτ’ αποφάγια.

    Βέβαια ήμουνα με τη μεριά
    των άσπρων γλάρων
    χαιρόμουνα που νικούσαν πάντα
    τα κατάμαυρα κοράκια.

    Πολύ αργότερα έμαθα πως οι γλάροι
    είναι πουλιά εξίσου αδηφάγα
    ενώ τουλάχιστον οι κόρακες
    σε κάτι χρησιμεύουν
    τρώγοντας ψοφίμια.
    TITOΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ , Αντικριστοί καθρέφτες, Στιγμή 1988

    Πυξ Λαξ – Το Άσπρο Μου Πουκάμισο

    22. ΟΙ ΑΣΠΡΕΣ ΛΕΞΕΙΣ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ

    Όταν τελειώνουν οι ημέρες
    Του καλοκαιριού
    Έρχονται πάντα τα παιδιά
    Πρωί
    Να γράψουν άσπρες λέξεις
    Κλείνοντας έξω τα πουλιά με τζάμια
    Υποκύανα
    (Κι ο κόσμος επαναλαμβάνεται) παρα-
    Πλανητικά

    Αλλά παρά
    Τις αφηγήσεις στους υελοπίνακες επάνω
    Παρά τις φωτεινές
    Πράξεις των αποστόλων
    Και όλων
    Των λογιών τα θαύματα
    Οι άσπρες λέξεις είναι τόπος
    Της αθανασίας
    Όπως η κιμωλία της φωτιάς
    Είν’ όνειρο

    Και μην κοιτάς που τ’ όνειρο (παρα-
    Πλανητικά)
    Τον κόσμο ξαναρχίζει ίδιο
    Πάντοτε

    Ε. Γ. ΑΣΛΑΝΙΔΗΣ (1940)

    ***

    23. ΛΕΥΚΗ ΕΠΙΤΑΓΗ

    Τι μου λες
    τώρα για το χθες,
    αφού το άτολμο
    «υπέρ πάντων»
    και το νευρικό
    «κατά πάντων»
    υπέγραψε προδοσίες
    στη λευκή επιταγή
    του μέλλοντός μας.

    Δημήτρης Π. Κρανιώτης, «Ενδόγραμμα»

    ***
    24. ΛΕΥΚΟΤΗΤΑ

    Λευκό το χαρτί − ανένδοτο.
    Πώς να υψωθείς;
    Κι αυτό το παράθυρο του απογεύματος!

    Έξω είναι μια άλλη λευκότητα:
    ο καπνός, το μπετόν κι οι τροχοί.

    Το πρόσωπό μου,
    στο πρόσωπό σου
    σκοντάφτει.
    Μαύρο το ρούχο στην ταράτσα.
    Το μάρμαρο της σκάλας μαύρο.
    Πιο μαύρη η άσφαλτος.

    -Οι καμινάδες, ξέρεις,
    μέσα μας αναπαύονται.
    -Καληνύχτα.

    Πώς να υψωθείς!

    Έτσι μένουμε τα βράδια στο Αιγάλεω.
    Χωρίς άλλοθι.
    Με τη γέφυρα της ποίησης·
    πεσμένη.

    Χρήστος Τουμανίδης, «Αστάθμητα» 1978

  6. -«Μου αναλογεί το λευκό
    Πρέπει να το καταλάβουμε ότι ο ποιητής π ο ι ε ί.
    Εάν θέλει να βγάζει από μαύρο, μαύρο – λογαριασμός δικός του.
    Αναλαμβάνει το βάρος της ευθύνης που αναλογεί στην ψυχή του.
    Εμένα, όπως σας είπα και στην αρχή, μου αναλογεί το λ ε υ κ ό.
    Και σας εξομολογούμαι πως η κατεργασία του λευκού μέρους της ψυχής είναι πιο σκληρή κι από του μαρμάρου.» (Οδ. Ελύτης)

    (https://beatrikn.wordpress.com/)

    -«Εγώ δεν έχω ουδέ μια άσπρη τρίχα στην ψυχή μου
    κι ουδέ σταγόνα γεροντίστικης ευγένειας.
    Με την τραχιά κραυγή μου κεραυνώνοντας τον κόσμο,
    ωραίος τραβάω, τραβάω,
    εικοσιδυό χρονών λεβέντης»
    (Βλαδίμιρος Μαγιακόφσκι)

    -Μαίρης Πέστροβα, «Κουρτινάκι λευκό»

    «Συνεπιβάτης
    εξακολουθητικού χρόνου
    διαρκείας.
    Η μνήμη,
    φώτα πορείας
    σταθερής ταχύτητας
    και μείς
    πορευόμαστε
    τόσα χρόνια
    στα δρομολόγιά μας.
    Σαν χάνω τον δρόμο μου
    Απ’ τους μηρούς σου
    κρέμομαι
    κουρτινάκι λευκό
    με δαντελίτσα
    στο τελείωμα.
    Τράβα το
    και δες,
    λόγχες πύρινες
    η καθημερινότητα
    και μείς
    επιμένουμε
    στην δροσιά μας.»

    (http://fractalart.gr/kourtinaki-leyko/)

    -«Ο άσπρος τοίχος», της Φλώρας Αντωνακοπούλου

    Άστραψε ο τοίχος κάτασπρος στις σαϊτιές του ήλιου.
    Άσπρο πολύ, θαμπώσανε τα μάτια μου, δεν έβλεπα μπροστά μου.
    Κι εκεί, σαν νεύμα φωτεινό, ίχνος,
    το χέρι εκείνου που μ’ επέβλεπε να συναινεί στο χρώμα.
    Τα δέντρα ακίνητα στο φως, μ’ εσπεριδοειδών ανθούς παχύ το στρώμα
    Κι εγώ εκεί να επιτηρώ αυτά που εκείνος φύτεψε και πότισε και ράντισε
    και που ‘ναι τώρα;
    Στον άσπρο τοίχο άφηνε αόρατο σημάδι
    κάθε που φτάναμε, κάθε που φεύγαμε.
    με φίλημα ιερό τον άσπρο τοίχο χαιρετούσε,
    κι εγώ παράξενα κοιτούσα, δεν ένιωθα τι σήμαινε απώλεια .
    Ήξερε εκείνος, το είχε νιώσει από καιρό,
    μαύρο βουνό τα σωθικά του να πιέζει.
    Ήταν εκείνη που έλειπε, παντού παρούσα
    σάλευε στα δέντρα, στους ανθούς, στον άσπρο τοίχο.
    Τώρα εικόνα ιερή, αόρατη, των δυο τους χωνεμένη
    πάντα εκεί, κάθε που φτάνω, κάθε που φεύγω,
    εκείνης που εγκατέλειψε πιο πρώτη τον αγώνα
    κι εκείνου που ακολούθησε μετά
    αφήνοντας λευκό τον κάτασπρο τον τοίχο.

    (https://diastixo.gr/logotexnikakeimena/poihsh/1506-poets-23072013)

    -Πηνελόπη Χαρισιάδη, «Άσπρη και κόκκινη κλωστή»

    Στα χρόνια μου τα παιδικά
    την πρώτη του μήνα Μάρτη
    πότε η μάνα πότε η γιαγιά
    η παράδοση το ζήταγε
    επιτακτικά
    άσπρη και κόκκινη κλωστή
    στο μικρό μου δέναν χεράκι
    μην τύχει και καεί
    από την πρώτη του ηλίου
    την ακτίνα την ζεστή.
    Τώρα μόνον στοχασμοί πικροί
    είναι δεμένοι βαθιά μεσ´ την ψυχή
    με ολόμαυρη κλωστή
    και μες τις λευκές τις καταχνιές
    κάτι θολά φαντάσματα περνούν.
    Μάρτης μήνας ήταν που σαν πουλάκι
    αποδήμησε η γιαγιά
    Μάρτης μήνας ήταν που μου στέρησε
    την πατρική αγκαλιά.
    Ακαρδα, συνέχεια ξεμακραίνει
    η πορεία από την ξεγνοιασιά.
    Τι κι αν χαμογελούν τριγύρω
    οι κάμποι τα βουνά;
    Και μέσα στον μενεξεδένιο ουρανό
    τριανταφυλλένια σύννεφα περνούν γοργά,
    τι κι αν ο ήλιος στον σπόρο δίνει πνοή,
    τι κι αν κρίνα χιονάτα και ζουμπούλια
    ξεπροβάλουνε εδώ και κει.
    Από τη δική μου μέσα την ψυχή
    μια παπαρούνα κόκκινη σαν αίμα
    από τον Μαρτιάτικο απαλό αγέρα
    χάνει τα πέταλα τα μεταξένια
    κι ο νους που ξέρει να γνέθει να ξεγνέθει
    γλυκόπικρο κερνά κρασί
    στην ανοιξιάτικη γιορτή.

    (https://www.ekirikas.com/)

  7. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    25. ΛΕΥΚΗ ΤΥΦΛΟΤΗΤΑ

    Μάτια της ψυχής τυφλά.
    Φτιαγμένα να μη βλέπουν την ασχήμια του κόσμου
    Φτιαγμένα να μη βλέπουν το σκούρο χρώμα της διπλανής ψυχής
    Μήτε του θυμού το κόκκινο,
    Μήτε το κίτρινο της δειλίας και του μίσους,
    Μήτε το μωβ το εσωστρεφές και μυστηριακό.
    Ούτε καν το μαύρο,
    Που πεισματικά επιμένει να καταλήγουν όλα στο σκοτάδι του.

    Μάτια της ψυχής τυφλά,
    Που βλέπουν μόνο το λευκό.
    Λευκό σκληρό και κοφτερό,
    Σαν πάγος και σαν χιόνι
    Μα πάντα τόσο διαυγές και αθώο,
    Σαν άγραφη κόλλα χαρτί.

    Πιστά στην καλοσύνη και στο δίκιο
    Πιστά στην αγάπη.
    Το νιώσιμο που έχει όλα τ΄ άλλα αισθήματα
    Πιστά στο λευκό.
    Το χρώμα που έχει όλα τα άλλα χρώματα.
    Πιστά στα σώματα
    Πιστά στα στόματα
    Πιστά στις λέξεις που βγαίνουν απ΄ αυτά
    .
    Μάτια της ψυχής, μακάρια, στην άγνοιά τους..
    Παραδομένα στη λευκή τους τυφλότητα
    Όμοια με του Θεού, που δε βλέπει τα στραβά για να τα διορθώσει
    Μονάχα καμαρώνει απ΄ το μπαλκόνι του ότι έφτιαξε,
    Κοιτώντας τη θολή, λευκή του ομίχλη
    .
    Μάτια της ψυχής τυφλά.
    Φτιαγμένα να μη βλέπουν την ασχήμια του κόσμου
    Φτιαγμένα να μη βλέπουν το σκούρο χρώμα της διπλανής ψυχής
    Μάτια μακάρια, στην άγνοιά τους.

    Λίλιαν Λαοκράτη

    ***

    26. ΑΣΠΡΟΜΑΥΡΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ

    Τι να σας έλεγε ο φωτογράφος
    που αποτυπώθηκε στο έκπληκτο βλέμμα
    και στο αχνό μειδίαμα;
    Κι εσύ ακόμη,
    νήπιο δυο χρονών ανάμεσα τους,
    με πόση σοβαρότητα προσέχεις, τι;

    Τα χέρια της μητέρας δυο κισσοί
    γύρω στο τρυφερό κορμί σου.
    Ριγέ σακάκι σταυρωτό,
    κοντούτσικα μανίκια, ο πατέρας.

    Μα, τι αλήθεια να σας έλεγε
    και τον ακούγατε με τόση ευλάβεια
    βάζοντας κατά μέρος πόλεμο και κακουχίες;

    Παράπονο δεν έχω από τον φωτογράφο.
    Ώρα καλή του εκεί που βρίσκεται κι αυτός.
    Άφησε έργο κι όνομα στην κάτω δεξιά μεριά.
    Το μόνο μου παράπονο,
    είναι που δεν θα μάθω
    τι μυστικό σας έλεγε που πήρατε μαζί σας;

    Παιονίδου Έλλη (ποιήτρια από την Κύπρο)

    Stavento – Άσπρο Πάτο

    27. ΤΟ ΛΕΥΚΟ ΧΙΟΝΙ

    Οι άγγελοι, οι άγγελοι στον ουρανό
    κάποιος είναι ντυμένος αξιωματικός
    κάποιος είναι ντυμένος μάγειρας
    και οι άλλοι τραγουδούν.

    Ωραίε αξιωματικέ στο χρώμα τ’ ουρανού
    η γλυκιά άνοιξη για αρκετό καιρό μετά τα Χριστούγεννα
    θα σε βραβεύσει μ’ ένα ωραίο ήλιο
    μ’ ένα ωραίο ήλιο
    Ο μάγειρας μαδά τις χήνες

    Ά!.. χιονίζει
    Χιονίζει και να μην έχω
    την πολυαγαπημένη μου στην αγκαλιά μου

    Γκιγιώμ Απολλιναίρ (μτφ: Κ. Αρβανιτίδου/ Alcools)

    ***

    28. ΤΟ ΛΕΥΚΟ

    Διυλίζω τα άδικά μου
    πάλι και πάλι
    έως ότου το λευκό πυρπολήσει
    τη σάπια ανάγκη.
    Τότε ευωδιάζουν μόσχο
    τα γεγονότα της ημέρας
    και της πλάτης το όνειρο
    παίρνει μορφή.

    Ανδρέας Λίτος, Φως ο τόπος του άλλου τρόπου (2012)

    ***

    29. ΤΟ ΛΕΥΚΟ ΠΡΟΣ ΤΟ ΛΕΥΚΟΤΕΡΟ

    Δώρο η ζωή κι εμείς δωρολήπτες
    άπραγοι κι ονειρεμένοι.
    Δωρητές της λίγης χαράς δεν γινήκαμε
    περιμένοντας ανύποπτοι το μέλλον, όπου ήδη κολυμπούσαμε.
    Τα καράβια του πόθου μας σ’ ολάνοικτες θάλασσες
    και γλαυκές ελπιδοφόρες ακρογιαλιές.

    Οι μελλούμενες υποσχέσεις μας που ποτέ δεν χάρηκαν την κορύφωση.
    Η νύμφη μέσα στο κουκούλι καρτερεί
    και στην απαλή παρθενικότητα δεν φτερώνει.
    Αμφιβολίες κι ονειρικές πράξεις
    αδειάζουν την ψυχή μας απ’ το σφρίγος,
    ξεραίνονται οι χυμοί της ευτολμίας.

    Κι όμως η οσιότητα του ήθους είναι η αγχιστεία της αγιότητας.
    Η οσιότητα οδεύει προς τους αγίους.
    Το λευκό προς το λευκότερο.

    Ανδρέας Λίτος, Φωτός Έρως (1998)

    Ρίτα Αντωνοπούλου – Λευκό Φανελάκι

    30. Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕ ΤΟ ΑΣΠΡΟ ΑΛΟΓΟ

    Η μουσική: είν’ ένας άγιος
    που κατεβαίνει στο άσπρο του άλογο.
    Φτάνει ως την άκρη της καρδιάς μου, υπόσχεται.

    Γυρνά τα φύλλα της ψυχής μου σε μετέωρα χρώματα
    κι όπου γωνιά μου τη φωτίζει. Ψιχαλίζει
    ουρανό, επουλώνει τις ρυτίδες μου. Γίνομαι κάτι
    σαν ένας κήπος, ανάμεσα σ’ έναν ήλιο
    απερίγραπτο.

    Όλη η κούραση μου,
    όλα μου τα σκαψίματα, όλη η μόνωση μου,
    δείχνουν απόβροχο του Μάη.

    ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

    ***

    31. ΤΟ ΑΣΠΡΟ ΑΛΟΓΟ

    Και φυσικά υπάρχουν λόγοι που κοιτάζω πάντα κάτω – κάπου
    είναι πεταμένο ένα κλειδί, που αν το βρεις σώθηκες: θα ξεκλειδώσεις
    το χέρι του τρελού
    και τότε θα είναι στη διάθεσή σου το άσπρο άλογο!

    ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

    ***

    32. ΛΕΥΚΟΣ ΙΠΠΟΣ

    Οι καλπασμοί σπαθιών αιχμές
    Απ’ του εδάφους τις σχισμές
    Διάχυτος βόγκος στον αέρα
    Μετράει το φως κλείνει τη μέρα
    Οι άγκυρες του πληγωμένου σκάφους
    Ίδιοι σταυροί πάνω στους τάφους

    Τάσος Δενέγρης, Θάνατος στην Πλατεία Κάνιγγος (1975)

    ***

    33. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ

    Το άσπρο σου
    το λευκό σου
    χρώμα
    στα μαλλιά
    στο δέρμα
    στη ψυχή
    πόσο το αγάπησα…
    Την αθωότητα
    της γνώσης σου
    τη σοφία
    της αμάθειας σου
    την ησυχία
    της θλίψης σου
    Πόσο τα αγάπησα!!!
    Μητέρα…

    Μαρία Λαλιώτη

    ***

    34. ΣΤΟ ΜΑΥΡΟ ΚΑΙ ΣΤΟ ΑΣΠΡΟ

    Στη σκακιέρα είμαι μόνη…
    Μια βασίλισσα μαύρη με άσπρη φορεσιά
    Μια βασίλισσα άσπρη με μαύρο ουρανό!

    Θα δρασκελίσω όπου μπορώ
    όπου η ζωή με πάει…
    Πότε στο μαύρο, πότε στο άσπρο

    Μόνο μέσα μου να μη βάλω και τα δυο μαζί…
    Γκρι σύννεφα δεν θέλω στη ψυχή μου…
    Και είναι τόσο όμορφο το άσπρο!

    http://poihsh-logotexnia.blogspot.gr/2012/07/word-chimes_26.html

  8. *Υπέροχα!!! Grazie mille, Aggeliki!!!

    -Λιάνα Πέτσα, «Η λευκότητα της εξομολόγησης»

    Στον Γιώργο Κοντογιώργη

    Σ’ αγάπησα, καθόλου μοναδικά, απλά
    όπως υποπτεύομαι πως αγαπούν όλοι

    οι φυλακισμένοι μια φέτα μικρή γαλανού ουρανού.
    Σε θαύμαζα, όχι εξαιρετικά, ούτε διαφορετικά
    απ’ τον τρόπο που όλοι θαυμάζουν

    ένα σπάνιο καλοδουλεμένο άσπρο διαμάντι.
    Σου δόθηκα, όχι με ιδιαίτερη θέρμη, αλλά
    όπως φαντάζομαι ότι όλοι δίνονται

    στην αλλόκοτη συγκίνηση της πρώτης φοράς.
    Και σε υπέμεινα, καθόλου αγόγγυστα, όπως
    όλοι που υπομένουν τις αναπόφευκτες δυσκολίες

    χαρμόσυνου τοκετού.
    Φρονώ ότι δεν σου προσέφερα τίποτε περισσότερο
    απ’ ό,τι όλοι προσφέρουν, τίποτε που να αξίζει
    να το θυμάσαι, όπως δεν αξίζει να θυμάται κανείς
    περιγραφές οδύνης.
    Στη μυθιστορία του απόλυτου έρωτα.»

    (δημοσιευμένο στο περιοδικό Πανδώρα,
    τεύχος 22, 5.2008 – 11.2008)
    (http://dreaming-in-the-mist.blogspot.com/2008/07/blog-post_8541.html)

    -Ν. Βρεττάκος, «Το πιο καθαρό πράγμα της δημιουργίας»

    Δεν ξέρω, μα δεν έμεινε καθόλου σκοτάδι.
    Ο ήλιος χύθηκε μέσα μου από χίλιες πληγές.
    Και τούτη τη λευκότητα που σε περιβάλλω
    δε θα τη βρεις ούτε στις Άλπεις, γιατί αυτός ο αγέρας
    στριφογυρνά ως εκεί ψηλά και το χιόνι λερώνεται.
    Και στο λευκό τριαντάφυλλο βρίσκεις μια ιδέα σκόνης.
    Το τέλειο θαύμα θα το βρεις μοναχά μες στον άνθρωπο:
    λευκές εκτάσεις που ακτινοβολούν αληθινά
    στο σύμπαν και υπερέχουν. Το πιο καθαρό πράγμα λοιπόν της δημιουργίας
    δεν είναι το λυκόφως, ούτε ο ουρανός που καθρεφτίζεται μες στο ποτάμι,
    ούτε ο ήλιος πάνω στης μηλιάς τ’ άνθη.
    Είναι η αγάπη.

    (https://authormanolis.wordpress.com/)

    -Γ. Ρίτσος, «Το χιόνι»

    «Το χιόνι είναι άσπρο, μαλακό σαν τελειωμένος έρωτας, -είπε.
    Έπεσε απρόσμενα, τη νύχτα, μ’ όλη τη σοφή σιωπή του.
    Το πρωί, λαμποκοπούσε ολόλευκη η εξαγνισμένη πολιτεία.
    Μια παλιά στάμνα, πεταμένη στην αυλή, ήταν ένα άγαλμα.

    Εκείνος ένοιωσε την κοφτερή ψυχρότητα του πάγου,
    την απεραντοσύνη της λευκότητας, σαν άθλο του προσωπικό
    μονάχα μια στιγμή ανησύχησε: μήπως και δεν του απόμενε
    τίποτα πια θερμό να το παγώσει, μήπως και δεν ήταν
    μια νίκη του χιονιού, μα απλώς μια ουδέτερη γαλήνη,
    μια ελευθερία χωρίς αντίπαλο και δόξα.
    Βγήκε λοιπόν αμήχανος στο δρόμο, κι όπως είδε το χιονάνθρωπο
    που φτιάχναν τα παιδιά, πλησίασε και του ‘βαλε
    δυο σβηστά κάρβουνα για μάτια, χαμογέλασε αόριστα
    κ’ έπαιξε χιονοπόλεμο μαζί τους ως τα’ απόγευμα.»

    https://pyroessa-logotimis.blogspot.com/2016/01/blog-post_21.html

  9. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    AΣΠΡΟΙ ΩΜΟΙ

    Τους άσπρους ώμους σου
    θυμάμαι
    που ανασηκώνονται απ’ τα γέλια .

    Το γέλιο σου
    που αναδύεται αργά
    από τους άσπρους ώμους σου .

    Καρλ Σάντμπεργκ – Μετάφραση : Γ. Νίκας

    Στέλλα Σειραγάκη – Άσπρο χαρτί

  10. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Μαρινέλλα – ΑΣΠΡΟ ΜΟΥ ΡΟΔΟ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: