Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (221ο): «ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ -ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΟ -ΣΗΜΕΙΑ ΣΤΙΞΗΣ»

Η Αλφαβήτα, Λουδοβίκος των Ανωγείων

 

  1. ΑΛΦΑΒΗΤΑΡΙ

Έχασα το αλφαβητάρι
της πρώτης δημοτικού
και τώρα
που ψάχνω απεγνωσμένα
να δώσω στην Άννα ένα μήλο


γέρασα από αναμνήσεις
χωρίς διακοπή
για διαφημίσεις,
πίνοντας αναψυκτικό light
και κάνοντας «like»
σε τετράστιχα ημερολογίου.

Κρανιώτης Π. Δημήτρης

 

 

***

 

 2.  ΑΠΟ  ΑΛΛΗ  ΑΛΦΑΒΗΤΑ

 

Ένα παιδί κι εγώ

μοναχικό

μες στα παιδιά

που ξέχασαν τα παραμύθια

και ντύθηκαν

την αμείλικτη αλήθεια

 

πλάθω με φως

του φεγγαριού

και πέταλα σεμνής

μαργαρίτας

γράμματα από μιαν

άλλη αλφαβήτα

για να γράψω

καινούργια παραμύθια

 

Σόνια Πυλόρωφ-Σωτηρούδη, Από άλλη αλφαβήτα (1999)

 

 

Φωτεινή Βελεσιώτου – Ένα Παρελθόν Σαν Περισπωμένη

 

 

3. ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ

[…]Σήμερα
καθώς χάσαμε όλα
τα ουσιαστικά –
μείναμε
με τις προθέσεις

Απόστολος  Μαγγανάρης, Οι θυρεοί 1978

 

 

***

4. ΤΟ ΠΟΛΥΤΟΝΙΚΟ

 

Ποτέ δεν κακολόγησα το πολυτονικό.

Αντίθετα με γοήτευε η γραφικότητά του

να βλέπω πώς φυτρώνει ο τόνος πάνω στις λέξεις

σαν έξαφνο ανθάκι που φύτεψε η ανάγκη

 

ναι, η ανάγκη γιατί θέλουν οι λέξεις

τη βαρεία τους αξία

ο χρόνος την αμετακίνητη οξεία

διάρκειά του και μόνον ο έρωτας

έχει το ελεύθερο να τονίζεται

στην παραλήγουσα

-τι αγράμματη που είναι η συντομία.

 

Εκτιμώ το βαρύ έργο των τόνων

σαν καρφί καθηλώνουν τη συλλαβή

στην ισόβια έντασή τους.

Νοσταλγώ την περισπωμένη.

Θυμάμαι πόσο την νοιάζονταν

η παιδικότητά μου

πώς τη σκέπαζε με το χεράκι της

ώστε ο σφοδρός αέρας που σήκωνε

το ταχύ πέρασμα του χρόνου

να μη χαλάει τα σκαλωτά της

κατάμαυρα μαλλιά

-θα ’χουν ασπρίσει τώρα κι αυτά.

 

Οι τόνοι. Και τα πνεύματα;

Ψιλή ή δασεία;

Απόφυγέ τα.

 

Αν προσέξεις θα δεις

ότι το ένα πνεύμα

γυρίζει περιφρονητικά

την πλάτη του στο άλλο.

 

Εγώ σε αντιπαλότητες δε συμμετέχω.

Αρκούμαι να είμαι ίση με τα μικρότερα.

 

ΚΙΚΗ  ΔΗΜΟΥΛΑ

***

5. ΑΝΩ ΤΕΛΕΙΑ

Ναι, το έχω ξαναπεί
κι όσο οι λέξεις θα μ’ αφήνουν
ακόμα να μιλώ, θα το υπενθυμίζω
φωναχτά ότι λέξεις φταίνε
αν όχι για όλα
πάντως για τα αξεπέραστα

σκέψου την λέξη «φεύγω»
πόσα «θα μείνω» γκρέμισε
και πόσα λες στοίχειωσαν
από τις λέξεις ξεχασμένα.

Ένοχές λέξεις δεν το συζητώ
ας μην επαναφέρω
τι αδικοχαμένα πήγανε εξαιτίας τους
χιλιάδες «σ’ αγαπώ»
τι λίγα που σωθήκανε σε μια φωτογραφία

κι αυτά δεν είναι τίποτα
σε σχέση με το αίφνης θα πάψω να μιλώ
όταν διαμιάς θα φύγουν όλες
οι λέξεις από μέσα μου με πρώτη
πρώτη πρώτη απ’ όλες τη λέξη Υπάρχω.

Κι εσύ γιατί ταράζεσαι δεν ήξερες
ότι μία λέξη είναι σαν τις άλλες
η τόσο ύπαρξή μας;

Απλώς προφέρεται αργά πολύ αργά
σα να ’ναι οι συλλαβές της ατέλειωτες

κι εγώ
όντας φανατική της ύπαρξης

με άρθρωση επιμονή παθιασμένη
θα εξακολουθήσω όταν
να την ξαναμιλώ έστω συλλαβιστά

κι ας μη μου έχει μείνει τότε
καμιά συλλαβή της.

 

ΚΙΚΗ  ΔΗΜΟΥΛΑ

 

 

 

***

 

6. ΤΟ ΔΙΑΖΕΥΚΤΙΚΟΝ «ή»

 

[…] Ω, αυτό το «ή»―
έκφραση περιπαιχτικής κι ευγενικής ταυτόχρονα ακριβολογίας,
αμφίθυμο χαμόγελο μιας αμετάδοτης κι αμέτοχης σοφίας
που στρέφει σκωπτικά προς τον εαυτό της και τους άλλους
γνωρίζοντας καλά πως ακατόρθωτη είναι
η ακρίβεια, πως ακρίβεια δεν υπάρχει, (γι’ αυτό κι ασυχώρετο
το ύφος το πομπικό της βεβαιότητας, ―ο θεός να μας φυλάει).

«Ή», διαζευκτικό, σεμνή συνέπεια στο μυστήριο της αοριστίας,
βαθιά ανταπόκριση στην πολλαπλότητα ουσιών και φαινομένων,
μ’ εσένανε βολεύουμε κι εμείς τις δυσκολίες του βίου και του ονείρου,
τις τόσες αποχρώσεις κι εκδοχές του μαύρου έως το αόρατο άσπρο.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ, 5-15. Πέτρες, Επαναλήψεις, Κιγκλίδωμα. Κέδρος, 1972. 91.

***

 

7. ΧΩΡΙΣ ΤΕΛΕΙΑ Τ’ ΟΝΕΙΡΟ ΜΑΣ

Χωρς τελεία τνειρό μας!

Βάζαμε μόνο ποσιωπητικά!

Τ συνη­θίζαμε πολύ. Μς ρεσε!

να σωρό ποσιωπητικά!

Τόσο πο σνα βδομαδιαο περιοδικό,

πο στέλναμε τος πρώτους στίχους μας, μς γραψαν:

Προσέχετε τ στίξη! χι τόσα ποσιωπητικά.

Ατό εναι δεγμα τν πρω­τόπειρων

Κι λήθεια

μή κα δέν μαστε πρωτόπειροι;

Κα μείναμε πει­ροι σχεδόν.

Μ τί σχεδόν, πο μείναμε ργησε μητέρα ντελς ­πειροι.

 

Γιατό γαπούσαμε κα πάλι τν ρχή∙

χι σν τν παππο, μόνο τ τέλος

– – – –Μάθαμε τελοσπάντων στίξη…

Κι στόσο εναι χιλιάδες πάλι ποσιω­πητικά

τστέρια κάθε βράδυ

Τί ν πομε; Πο ν βάλουμε μι παλα;

ΓΙΑΝΝΗΣ  ΡΙΤΣΟΣ

***

 

8. ΤΑ ΔΙΑΛΥΤΙΚΑ

Εγκαταλείψανε τους τόνους, την παράγραφο κι ακόμη
τα διαλυτικά
(αυτούς τους τέλειους διδύμους της γραφής μας).
Έτσι στις ψησταριές και στις ταβέρνες τους δεν θά ’βρεις
παϊδάκια·
όλοι τους πια σερβίρουνε παιδάκια.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΥΦΑΝΤΗΣ

***

 

9. TEΛEίA ME ΠOΔIA

Ένα ζωύφιο περπατά πάνω στο χάρτη αυτού του βράχου.
Είναι μια κόκκινη τελεία με πόδια.
Περπατά.


Δε σταματάει· περπατά· γιατί το τέλος
του Κόσμου
βρίσκεται
παντού
και μια τελεία που περπατά
δεν ξέρει πού να σταματήσει.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΥΦΑΝΤΗΣ

***

 

10. Είμαι μια τελεία μια ελάχιστη τελεία

Πάνω σ’ ένα άσπρο άγραφο χαρτί

Τέλος μιας πρότασης νοητής

Αρχή μιας άλλης το ίδιο νοητής

               

Αυτός που μ’ έβαλε σαν με είδε μόνη

Έγραψε γύρω μου ένα κύκλο

 

Τώρα εδώ είναι η απορία

Το ’κανε για να με προστατέψει

Απ’ όλο αυτό το απέραντο άσπρο

Φοβήθηκε μην του το σκάσω

 

Ή μήπως θέλησε να δείξει

Ότι δεν είμαι ένα σημείο στίξης

Και να καλύψει έτσι την ανημποριά του

Να γράψει μια ή δυο προτάσεις

 

ΑΡΓΥΡΗΣ  ΧΙΟΝΗΣ , ΤΥΠΟΙ ΗΛΩΝ, Εκδόσεις Εγνατία Σειρά ΤΡΑΜ/λογοτεχνία 1978)

***

 

11. ΜΗ ΒΑΖΕΤΕ ΠΟΤΕ ΤΕΛΕΙΑ ΣΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

μη βάζετε ποτέ τελεία στα ποιήματα
να μοιάζουν με καπνισμένες κάνες
να μοιάζουν με βόμβες σε προξενεία


θεόπνευστοι έρωτες να τα ευλογούν
ο αφαλός τους να λάμπει σαν το πρώτο βιολί
να το λαχταράνε οι μύγες στα σφαγεία


να μαρσάρει σα γιαμάχα ο στίχος
σε όλες τις μαύρες γειτονιές του κόσμου


μη βάζετε ποτέ τελεία στις συγκινήσεις
κι ας μη νοιάζεται κανείς στη μαραμένη χώρα για ποιήματα

ΑΝΤΩΝΗΣ  ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

***

 

12. ΣΗΜΕΙΑ ΣΤΙΞΗΣ

Στο κόμμα, σταματώ…

Παίρνω ανάσες

Συλλογιέμαι το πριν και σχεδιάζω το μετά

Παντρεύω το παρελθόν με το μέλλον

 

Στην τελεία, πεθαίνω…

Μέσα σε μια στιγμή

σταματώ να υπάρχω

μόνο και μόνο για να γεννηθώ ξανά

Στο θαυμαστικό, φωνάζω….

Μ’ ακούν οι γραμμές μου

Αναπηδούν τα γράμματα

Σκορπώ ευτυχία απο την μια άκρη μου στην άλλη


Στο ερωτηματικό, περιμένω…
Αγωνιώ για την απάντηση
που πότε έρχεται, πότε όχι
και εγώ πάντα περιμένω…

Ελένη Τομπέα (Word Chimes)

 

***

 

13. ΣΗΜΕΙΑ ΣΤΙΞΗΣ

Αποσιωπητικά, το ίχνος κάποιου από ένα παράλληλο σύμπαν.
Θαυμαστικό, ο εξώστης. Συνήθως άδειος.
Παρένθεση, χώρος φύλαξης ενός δισταγμού. Ίσως και υποτίμησης του άλλου.
Εισαγωγικά, επισκέπτης, φιλοξενούμενος που θέλει και κάποια περιποίηση.
Κόμμα, μικρό ενοχλητικό κενό δύο ενωμένων κλινών.
Άνω τελεία, ζευγάρι σε διάσταση ή απλή ασυμφωνία.
Ερωτηματικό, ένα που αναζητά έτερο ένα για σχέση ή ερωτική πράξη.
Παύλα, μεντεσές. Να λαδώνεται τακτικά.
Παύλες, περισσότεροι του ενός, συνήθως πολύ ομιλητικοί.
Τελεία, απλό κι απέριττο σύμβολο τέλους ή τελειωμένου όντος.
Τελεία και παύλα, ανακουφιστικό σύμβολο τέλους, σαν χαρούμενη αυτοχειρία.

Γιώργος Παναγιωτίδης -Ομορφιές αφόρητες,  ενότητα «Γραμματική»

***

 

14. ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗΣ ΕΓΚΟΛΠΙΟ


Η τελεία.
Σημείο στίξης,
βασικό.
Το απολύτως απαραίτητο.

Γιατί ,
πώς θα στέριωνε
χωρίς μια τελεία
της απορίας το  άροτρο,
το ερωτηματικό μας,
όταν βουτά
ορμητικό
απ΄ της γραμμής το ρείθρο;

Χωρίς τελεία
πώς θα  σήκωνε υπεροπτικά
το φρύδι
ακκιζόμενη
η άνω η τελεία;

Γιατί,
τι μέλλον θα είχε το θαυμαστικό
δίχως μια τελεία,
καθώς αναρριχάται
εκστατικό
στην σκαλωσιά του κόσμου;

Τελεία.
Μερικές φορές, καταπακτή
μαζί με μια παύλα.
Άλλες φορές,
επίλογος,
με χείλη δαγκωμένα.
Ενίοτε, τελείες,
πολλές μαζί
μαύρα πουλιά στο σύρμα.
Να αποσιωπούν
το άρρητο,
το ανείπωτο,
το τραύμα.

Α, όχι.
Θα έπρεπε το ζητούμενο
να είναι η τελεία.
Άρτια,
ολοστρόγγυλη,
χωρίς αφαίρεση
ή πρόσθεση στο τέλειο,
στο όλον.

Αν, όμως,
τα ερωτηματικά
περιπλανιόνται αδέσποτα,
όλα απαντημένα,
αν τα ψηλόλιγνα θαυμαστικά
επαίρονται γελοία,
τότε
είναι σοφότερο
να μπαίνει  η τελεία
και με το απαραίτητο κενό
να αλλάζει
η σελίδα.


Δήμητρα Κουβάτα, ΒΡΑΒΕΙΟ 1ου ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΥ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΥ ΠΟΙΗΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ «ΜΙΜΗΣ ΣΟΥΛΙΩΤΗΣ»

 

***

15. TEΛΕΙΕΣ

Όλο και κάτι μου φταίει
Γράφω σβήνω το τετράδιο
Βάζω κόμματα πλάι σε
λέξεις χωρίς νόημα

Εκεί,
πλάι στο τέλμα,
πρέπει να μπαίνουν
τελείες .

(Το τέλος πάντα γεννά μιαν αρχή.)

Έφη Ουσταμπασίδη

***

 

16. ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΤΕΛΕΙΕΣ

Τρεις τελείες,
η μία ακολουθεί την άλλη.
Όλες σκυφτές, ταπεινωμένες.
Η μια κοιτά την πλάτη της άλλης,
όλες έκπληκτες, ξαφνιασμένες.
Δεν περίμεναν το τέλος
τόσο γρήγορα, τόσο αιφνίδια.
Κι ήταν τόσο όμορφες οι λέξεις .
Μία απ’ αυτές ήταν «ελπίδα».
Τι χαρά, θυμούνται με δάκρυα στα μάτια,
τι έμφαση, ο τόνος και η ουσία.

Τρεις τελείες,
η μία ακολουθεί την άλλη.
Όλες σιωπηλές, συρρικνωμένες.
Καμιά δεν κοιτάζει τα μάτια της άλλης,
όλες υπαίτιες αλλά και προδομένες.
Κι όμως είχαν πιστέψει πως η πρόταση
αυτή τη φορά θα επιζούσε.
Πως ίσως να γινόταν τραγούδι.
Όχι μοιρολόι. «Ποτέ», φωνάζουν
και τραβούν τα μαλλιά τους.

Τρεις τελείες,
η μία ακολουθεί την άλλη.
Όλες εκδικητικές και γερασμένες.
Η μία κοιτάει την άλλη με μίσος
και κρύβει λεπίδα πίσω απ’ την πλάτη.
Κι όμως αυτές κάποτε
αγαπήθηκαν περίσσια.
Ο ενθουσιασμός, τα νιάτα, η ομορφιά.
Με πόθο κοιτούσαν τα νοήματα!
Τώρα γι’ αυτές σιωπή, μάτια γεμάτα αλάτι
και η ανάμνηση πως υπήρξαν θαυμαστικά.

Μαρία Θ. ΑρχιμανδρίτηΗ μοναξιά της καμπύλης, Κέδρος

***

 

17. ΤΑ ΑΠΟΣΙΩΠΗΤΙΚΑ

Κι ενώ κάθε πρωί τα σχολικά
μαζεύουν από τις γωνιές
πολύχρωμους αθώους νυσταγμένους
με το σημάδι τού μη προορισμού
ρόδινη χαρακιά στα μάγουλά τους
κάπου αλλού
αγέλαστες δασκάλες
σχεδιάζουν να τους μάθουν
πως σ’ ένα μέλλον κοντινό τη δυστυχία
θα την πυροβολήσουν με τις λέξεις


κι όχι, παιδιά μου
όπως κάποιοι τρελοί και ηττημένοι ισχυρίζονται
μ’ εκείνες τις τρεις ολόμαυρες τελίτσες.
Αυτές, μικροί μου άγγελοι
δεν είναι πια στη διδακτέα ύλη.

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, «Όροφος μείον ένα», Καστανιώτης, Αθήνα 2008.

 

 

*Η ανάρτηση είναι της φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής!

Advertisements

Single Post Navigation

8 thoughts on “Πες το με ποίηση (221ο): «ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ -ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΟ -ΣΗΜΕΙΑ ΣΤΙΞΗΣ»

  1. Καλή εβδομάδα φιλοι μου

    ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΣΙΔΗΡΑ

    ΤΑ ΠΑΘΗ ΤΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗΣ

    Προστακτική

    Ἀπ’ ὅλες τὶς Προστακτικές
    ἀγάπησα μιὰ λανθασμένη
    ἐκείνη τοῦ Ἀλεξανδρινοῦ
    μὲ τὰ σαγηνευτικὰ ἀπανωτὰ τέσσερα ἔψιλον
    κάθε καινούργιο νὰ ἐπιτείνει πιὸ πολὺ
    τὴν ἱκεσία τοῦ ἄλλου.
    Τὸ ἀνεπανάληπτο:

    ΕΠΕΣΤΡΕΦΕ

    Συναιρέσεις

    Δεν σ’ αγαπώ
    σ’ αγαπάω
    Οδ. Ελύτης

    Νὰ συναιρεῖς πάντα τὶς λέξεις ἄμεσα
    τὰ ρήματα σὲ –άω, –έω, –όω
    ἀκόμα καὶ σὲ –ηω ῶ
    ὅπως τὸ ζῶ
    κι ἂς συντομεύεις ἔτσι
    τὴν ζωή σου.,,,
    Εἶν’ ἐπικίνδυνο
    νὰ ἐκτίθεσαι σὲ χάσματα
    καὶ νὰ παλινωδεῖς.
    Καλύτερα νὰ κλειδωθείς
    στὴν στεγανὴ ἀσφάλεια
    τῆς συναίρεσης.

    “Σε αγαπάω” σού λεγα
    μα εσύ “σε αγαπώ” ἀντέλεγες
    και ακριβολογούσες
    κι αυτή η μία συλλαβή
    που εξοικονομήθηκε
    άναρθρη
    είναι ότι αληθινό περίσσεψε
    απ’ τον εφήμερο, τον βιαστικό
    έρωτά σου.

    Ἀττικὴ σύνταξη

    Ἐκεῖνο τὸ… «Παιδία παίζει»
    πόσο μ’ ἔχει κουράσει.
    Νὰ τριβελίζει στὸ μυαλό μου
    πάντα τὸ ἴδιο παράδειγμα
    καὶ τὸ Εὐαγγέλιο νὰ βρίθει
    ἀπὸ σύνταξη ἀττική:
    «Κατανοήσατε τὰ κρίνα
    πῶς αὐξάνει
    οὐ κοπιᾷ, οὐδὲ νήθει…»
    Μιὰ ἄποψη τριπλή, ἀποστομωτική.

    Τὰ κρίνα βέβαια μεγαλώνουνε
    καὶ τὰ παιδιὰ.
    Κι ἐμεῖς γεράσαμε
    κάπου ξεχάσαμε
    τὴν σύνταξη τὴν ἀττική
    καὶ ἀποροῦμε γιατὶ μᾶς γυροφέρνει
    ξεκρέμαστο
    ἐκεῖνο τὸ ἀνόητο …
    ξανὰ καὶ πάλι:
    «Τὰ παιδία παίζει»

    • AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

      Ευχαριστούμε για την Αγγελική Σιδηρά, που δυστυχώς δεν είναι τόσο γνωστή, όσο της αξίζει. Ένα ακόμη -σχετικό με το θέμα- ποίημά της:

      *

      18. Η ΑΓΑΠΗ ΟΥΔΕΠΟΤΕ ΕΚΠΙΠΤΕΙ
      Α’ Προς Κορινθίους, Απ. Παύλος

      Δίχως λοιπόν εκπτώσεις
      μα και οι πτώσεις
      έχουν εκπέσει δυστυχώς.

      Τόσο φτωχός
      χωρίς ψιλή, δασεία
      δίχως πνεύμα γενικώς!

      Μονάχα με ένα σώμα
      κι αυτό σε κώμα
      στην ουσία.

      Τι να σου δώσω τάχα
      δίχως δοτική;

      Χωρίς την Ευκτική
      όσες ευχές και να ‘χα
      δεν θα φτάναν ως εκεί.

      Μείναμε τώρα μόνοι, χωρισμένοι
      με τα «πρέπει» και τα «μη».

      Το «σ’ αγαπώ» χωρίς περισπωμένη!

      Αλλά η αγάπη όλα τα υπομένει
      και μακροθυμεί.

      Αγγελική Σιδηρά

  2. Ευχαριστώ πολύ, Γρηγόρη και Αγγελική! Ωραία ποιήματα, αγαπημένη ποίηση!!!

    -«Η ποίηση είναι ανάπτυξη ενός επιφωνήματος»
    (Πολ Βαλερύ)

    -Γιάννη Ευθυμιάδη, «ΣΗΜΕΙΑ»

    Το σώμα μου περισπωμένη πάνω στο δικό σου
    Τα χέρια σου παρένθεση στο χώρο
    Κι η ανάσα μας ένα θαυμαστικό.
    Θέλω να διαρκέσει, σβήσε την τελεία
    Ή μάλλον βάλε κι άλλες δυο,
    Ν’ αποσιωπήσουν τον παράδεισό μου.
    Μόνο αγάπη να ορίζει συθέμελα.
    Μόνο αγάπη να αγγίζει το άπειρο και ηλιόπληκτο σύμπαν.

    https://www.culturenow.gr/panw-sto-swma-soy-giannhs-eythymiadhs/

    -ΑΝΤΩΝΑΚΗ ΒΙΒΗ, «ΕΡΩΤΗΜΑΤΙΚΟ»

    Θέλω να μάθω αν μ’ αγάπησες ποτέ…
    Στο διάβα της ζωής ένα ερωτηματικό…
    Έστω κι αν είν’ αργά, θέλω να μάθω
    και ξέρω ότι μπορείς,
    έστω και τόσο αργά, θέλω να μάθω…
    Απλά μην αρνηθείς!

    (https://www.politeianet.gr/)

    -Στέλιος Γιαννίκης, «Τα αποσιωπητικά της ουσίας»

    (Αλείφοντας το λογικό –γένι με υπόκωφη σαπουνάδα
    το αφαίρεσε σε χρόνο μηδέν
    ο Πιστός–
    δεν θα αφήσει τις αμφιβολίες να μακρύνουν
    κρατά μια πέτρα και διακόπτει
    τον καταρράκτη του μέτρου
    προκαλώντας:θαυμαστικό)
    ένα κλειδούχο φτέρνισμα
    και το κουνούπι που απογειώνεται
    με ανεβάζει
    Κατακόκκινο
    στον Ευκάλυπτο.
    Όλων των ειδών καλλιτεχνών τα σύνολα
    έχουν μια κλίση προς το σημείο που χωλαίνουν
    έναν θάνατο που κάποιος πρέπει να τραβήξει
    σαν την αλυσίδα στο καζανάκι.

    (https://teflon.wordpress.com/)

    -Κική Δημουλά, «Πληθυντικός αριθμός»

    Ο έρωτας
    όνομα ουσιαστικόν
    πολύ ουσιαστικόν,
    ενικού αριθμού,
    γένους ούτε θηλυκού ούτε αρσενικού,
    γένους ανυπεράσπιστου.
    Πληθυντικός αριθμός
    οι ανυπεράσπιστοι έρωτες.

    Ο φόβος,
    όνομα ουσιαστικόν,
    στην αρχή ενικός αριθμός
    και μετά πληθυντικός:
    οι φόβοι.
    Οι φόβοι
    για όλα από δω και πέρα.

    Η μνήμη,
    κύριο όνομα των θλίψεων,
    ενικού αριθμού,
    μόνον ενικού αριθμού
    και άκλιτη.
    Η μνήμη, η μνήμη, η μνήμη.

    Η νύχτα,
    όνομα ουσιαστικόν, γένους θηλυκού,
    ενικός αριθμός.
    Πληθυντικός αριθμός
    οι νύχτες.
    Οι νύχτες από δω και πέρα.

    -Κική Δημουλά, «Γράψε λάθος»

    Δεν φτάνει που ήσουν ερχομός θερμοκηπίων
    ενόχλησες και την ορθογραφία μου.

    Κατ΄επανάληψη λες,
    μ΄ έπιασες να γράφω συνδιάζω αντί συνδυάζω
    που σημαίνει συν-δύο,
    βάζω το ένα δίπλα στο άλλο τα δυό μαζί
    ενώνω – το ζω το αφήνουμε έξω γιά μετά,
    αν πετύχει ο συνδιασμός.

    Δεν είναι λάθος φίλε μου.
    Είναι μιά πρόωρη ανάπτυξη αδυναμίας.
    Δείξε μου εσύ ένα ύψιλον
    που να κατάφερε ποτέ σωστά
    να μας ενώσει.
    Συνδιασμοί πολλοί
    αλλά πόσοι γνώρισαν
    τη ρηματική του ζω απεραντοσύνη.

    Απ΄τη σκοπιά του καθ΄ ενός η ορθογραφία.
    Πάρε γιά παράδειγμα
    τι κινητά που γράφεται το ψέμα:
    όταν εσύ το εξακοντίζεις προς τον άλλον
    σωστά το γράφεις μέσα σου, θαρραλέα.
    Όμως όταν εσύ το δέχεσαι κατάστηθα
    τότε το γράφεις ψαίμα.

    Ρωτάς από που ως που γράφω
    τη συμπόνοια με όμικρον γιώτα.
    Ποιός ξέρει θα με παρέσυρε η άπνοια
    ο ανοίκειος το ποίημα η οίηση το κοιμητήριο
    η οικουμένη το οικτρόν και η αοιδός επιθυμία
    απ΄ την αρχή να ξαναγραφόταν ο κόσμος.

    Εξάλλου σου θυμίζω η συμπόνια
    πρωτογράφτηκε λάθος από το θεό.

    (Από τη συλλογή, «Χαίρε ποτέ»)

    -Δημήτρης Αλεξίου, «Επιστολή με ερωτηματικά»

    Πού να βρίσκεσαι άραγε;
    «Στο Λουτράκι» όπως μου είπαν;
    Να πιστέψω τα λόγια τους;

    Έκοψες κοντά τα μαλλιά σου;

    Ζεις σε μονοκατοικία;
    Σε διαμέρισμα με βεράντα και πολλά λουλούδια;
    Σε σπίτι που έχει ολόγυρα πεύκα και κυπαρίσσια;

    Σε κλείνουν τοίχοι ψηλοί και κάγκελα;

    Τα πρωινά βάζεις το τζην που ξέρω;
    Βρίσκεις ερημικές αμμουδιές;
    Κολυμπάς – ακόμη – χωρίς μαγιό;

    Πόσο ελεύθερη είσαι;

    Φοράς το μαύρο σου φόρεμα;
    Βγαίνεις τα βράδια;
    Διαλέγεις ήσυχα μαγαζάκια;

    Aκούς «Τα παλιά τραγούδια με τους μελλοντικούς ήχους»;

    Έχεις παιδιά;
    Είναι ξανθά όπως τα ήθελες;
    Xαϊδεύεις το κεφαλάκι τους;

    Τα μαθαίνεις να τραγουδάνε;

    Το δωμάτιό σου βλέπει θάλασσα ή βουνό;
    Σε θέλγει ο Κορινθιακός;
    Σε εκστασιάζουν τα Γεράνεια;

    Eξακολουθείς να διαβάζεις ποιήματα;
    Τις νύχτες – εκεί – έχει δροσιά;
    Σκεπάζεσαι με το λινό σεντόνι;
    Αφήνεις το παράθυρο ανοιχτό;

    Έχεις παράθυρα;

    (Από το λογοτεχνικό περιοδικό «η λέξη» – τ.164/165, Αυγ.2001)

    -Ράνιας Καταβούτα, «Γιατί ήθελαν να γίνουν θάλασσα»

    Ήθελα να μιλήσω
    Να βάλω τα γράμματα στη σειρά
    Να φτιάξω λέξεις
    Να βάλω κόμματα, τελείες και θαυμαστικά
    Και κείνα τα κάπως απόμακρα αποσιωπητικά.
    Μα…κάπως ξέμπαρκες κείτονται οι λέξεις μου
    Πέφτουν με τη βροχή
    Μα δε φυτρώνουν
    Όλο τρέχουν, όλο τρέχουν
    Βιάζονται να φτάσουν στο λιμάνι
    Να σαλπάρουν
    Πολύ τις ξέρανε η στεριά
    Και κείνες δεν αντέχουν
    Θέλουν να γίνουν θάλασσα.

    http://www.bibliotheque.gr/article/29004

    -Έκτωρ Κακναβάτος, [θαυμαστικό από χαρτί]

    Οι φωνές
    τα φυτικά τα ενάλια
    τα παρασυμπαθητικά σου
    όταν φυσάει εκείνος ο εκδικητικός άνεμος
    κι αφήνεται στην τύχη του το κοβάλτιο
    ρεμβώδες
    οι μύστες κι άλλα ραδιενεργά πολύεδρα
    οι φρένες σου ασταμάτητες κ’ η διαδήλωση
    μισή αφίσσα, πες λεμονοδάσος μέσα σου,
    η άλλη μισή το κάτι σάπιο της Δανίας
    οι χειρονομίες των άπληστων που εισάγονται
    στα γενικά έξοδα με ιεροπραξίες
    πιάνεσαι στα δίκρανα
    χορωδίες αχινών καγχάζουν
    κ’ οι Διάκριοι.
    Πώς αντέχεις;
    Στον άλλο γύρο κάποιοι δίκαιοι
    κερδίζουν λένε την τοξίνη τους
    κι άλλα τέτοια που υπάρχουν
    ίσα για να στέκεσαι στα πόδια σου.
    Το κύκλωμά σου με τα πράγματα
    η συστροφή του
    η λογική του κυκλώματος
    η ανάγκη για είδωλο
    σαν πεινάς την αίσθηση
    έστω σαρκώδης όπως συγκεντρωτικός φακός
    έστω εντερική
    κ’ εκείνο το θαυμαστικό από κοινό χαρτί
    που σου επιφυλάσσουνε
    στο τέλος.

    https://www.bibliotheque.gr/article/67091

  3. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Γεια σου, Γιάννη!
    Πολύ ωραία τα ευρήματά σου.

    *

    19. ΚΛΙΣΗ ΡΗΜΑΤΟΣ

    Μιλώ παράλογα
    Μιλάς παράλογα
    Μιλά παράλογα
    Ασκούμαστε στην ομιλία και τον παραλογισμό

    Ανάγκη των χρόνων να μιλώ παράλογα
    Έτσι που όλα καταληπτά για τους συνανθρώπους
    που χωλαίνουν και δεν το γνωρίζουν
    που μηρυκάζουν και δεν θέλουν να το πιστέψουν

    Μιλάς παράλογα
    Εσύ που σήμερα μαζί κι αύριο χωρίς έρεισμα
    μεταπηδάς την ιδεολογία σου
    Μιλάς παράλογα αντιμέτωπος της ρυθμισμένης ζωής

    Μιλά παράλογα
    Αυτός που κυριολεκτεί και περιγράφει την ιστορία
    τις συμπληγάδες που κλείνουν και που ορίζοντα
    στο ανοιγοκλείσιμο δεν βλέπεις

    Μιλούμε παράλογα
    γιατί δεν μας έμεινε άλλο να κάνουμε
    γιατί δεν έμεινε παρά να παραλογιζόμαστε εν εαυτώ

    Κώστας Πλαστήρας, Mark Alexander Loys συζητάς τα περασμένα, 1995

    ***

    Μου αρέσει η ιστορία που διηγείται με χιούμορ το ποίημα:

    20. ΤΟ ΑΝΤΙΦΑΡΜΑΚΟΝ

    ή Έρως και Γραμματική
    Ὁ Ἕρως, ἀφοῦ ἔφαγε
    ὅλα τὰ χρήματά του,
    – γιατ’ εἶναι ἄσωτο παιδί –
    ἐπερπατοῦσ’ ἕνα πρωΐ
    καὶ ἔκλαιε, γιατὶ ψωμὶ
    ζητοῦσαν τ’ ἄντερά του.

    Ὅλοι τοῦ λέγουν δούλεψε
    νὰ φάγῃς, καὶ τὸ σπρώχνουν,
    τέχνη δὲν ‘γνώριζε καμμιά,
    ὁ Ἕρως εἶναι γιὰ δουλειά;
    ἐγὼ τὸ ἐλυπήθηκα,
    ἕνα φτωχὸ νὰ διώχνουν!!

    Μὴ κλαῖς τοῦ λέγω ἄμοιρο,
    ἐγὼ δὲν θὰ σ’ ἀφήσω,
    ἀπὸ τὴν πεῖνα νὰ χαθῇς,
    ἔλα ‘στὸ σπίτι μου εὐθὺς,
    τὸ ‘πῆρα καὶ ἐπάσχισα
    νὰ τὸ εὐχαριστήσω!

    Πολὺς ἐπέρασε καιρός,
    αὐτὸ δὲν τὸ κουνοῦσε,
    τὸ ἔδιωχνα, δὲν ἐφευγε,
    ἐχόρευε, ἐπήδαγε,
    δὲν μ’ ἄφινε νὰ ἐργασθῶ,
    χτυποῦσε, τραγουδοῦσε!

    Τότε ἐμετανόησα
    τὴν ὥρα ποῦ τὸ ‘πῆρα,
    κολάζεται κανείς, ἀλλὰ
    παιδιὰ ὡσὰν αὐτὸ τρελλά,
    ‘στὸ σπίτι σας νὰ ἔχετε,
    νὰ μὴ τὸ δώσ’ ἡ μοῖρα!

    Μιὰ Κυργιακὴ, μιὰ ὤμορφη,
    μιὰ τοῦ Θεοῦ ἡμέρα,
    ἐδιάβαζα Γραμματική,
    γιὰ νὰ ἰδῶ μιὰ γενικὴ,
    ἄν ἤθελε στὴ λήγουσα
    τὸν τόνο, ἢ πιὸ πέρα.

    Ἀκόμη δὲν τελείωσα
    τὸ «χλούνων ἐτησίων»
    κι’ ὁ Ἔρως φεύγει στὴ στιγμή,
    δὲν στρέφει ‘πίσω του νὰ ‘δῇ,
    ὦ ἀντιφάρμακον λαμπρό,
    πολύτιμο βιβλίον!!

    Αὐτὸ θὰ ἔχουν χαϊμαλί,
    ὡς φαίνετ’, οἱ δασκάλοι,
    κι’ ὁ Ἔρως φεύγει ἀπ’ αὐτούς,
    φοβᾶται τοὺς σχολαστικούς,
    ποὔχουν γεμάτο συμβουλαίς,
    ὅλο τους τὸ κεφάλι!

    Ἀκούσατ’ ἀπ’ τοὺς στίχους μου,
    ὦ φίλοι, τὶ θὰ ἔβγῃ,
    ὅσαις φοραὶς βαργιέσθε πιά,
    τοῦ Ἔρωτα τὴν συντροφιά,
    στὸ χέρι τὴ γραμματική,
    κ’ εὐθὺς ὁ Ἔρως φεύγει!!

    ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΑΜΠΟΥΡΟΓΛΟΥ

    ***

    21. Ο ΔΕΙΚΤΗΣ ΓΙΩΤΑ

    Μὴν ψάχνης μέσα μου νὰ βρῆς τὸ κεφαλαίο Ι τὸ μεγάλο
    οὒτε τὸ i τὸ μικρὸ μὲ τὴν τελεία μὴν ζητήσης μέσα μου νὰ βρῆς.
    Ἂν μέσα μου πράγματι ὑπάρχη κάποιο Ι
    εἶναι ὁ δείκτης γιῶτα τῆς Ἑλληνικῆς.

    Τόσο μικρούλης εἶμαι, νὰ μὲ προσέξουν ζητιανεύω.
    Τὸ γράμμα ποὺ στὰ πόδια του εἶμαι δείκτης πάντα ἐκεῖ
    δὲν εἶναι οὒτε τὸ Ἂλφα, οὒτε τὸ Ἢτα ἢ τὸ Ὠμέγα
    ἀλλὰ τὸ Ὓψιλον ποὺ στὰ Ἑλληνικὰ εἶσαι Σύ.

    ROBERT FROST, μετ. Κώστας Βαλεοντής
    Σημ. Ο συμβολισμός που δηλώνει ο R.F. είναι: Υι = YOUι δηλαδή: ΕΣΥεγώ

    ***

    22. Δεν αντέχω και τα ψωνάκια:
    τα ποιήματα με τα πολλά αποσιωπητικά
    ούτε και τ’ άλλα που θεωρούν τη φύση μάνα τους
    κι όλο τη νοσταλγούν
    χωμένα πίσω απ’ τα γραφεία…

    ΝΙΚΟΣ ΧΟΥΛΙΑΡΑΣ, Τα ποιήματα στο δρόμο

    ***

    23. ΕΡΩΤΗΜΑΤΙΚΑ

    Τα αγαπώ τα ερωτηματικά.
    Τη γοητεία της πρόκλησής τους
    Τη συνεχή αέναη κίνησή τους.
    Τη γεύση
    Τον ήχο
    Το άγγιγμά τους.

    Πώς;
    Τι;
    Γιατί;
    Και ας μην πάρω.
    Και ας μην δώσω απαντήσεις.
    Τα αγαπώ τα ερωτηματικά.

    MAΡΙΑ ΙΩΑΝΝΟΥ

    ***

    24. ΠΡΩΤΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ

    Από ήτα σε ήττα έγινα φωνήεν μακρό και δασύ,
    κατά τη γραμματική της αγάπης,
    καμάρα στα μικρά και γέφυρα στα κεφαλαία.
    Έτσι περνάω στα βαθιά και γέρνω στα χαμένα.

    Με ήτα αρχίζω την ημέρα, με ήττα χωράω στη μνήμη.
    Κι όποτε θέλω όνειρα, μεταβάλλομαι σε δίχρονο γιώτα.
    Στον κάτω χρόνο πλένομαι, στον μέσα χρόνο αληθεύω.
    Τα άλλα φωνήεντα τα έχω έτοιμα για κάθε ξαφνικό:

    α για τη χαρά,
    ε για κάλεσμα,
    ο για βλέμμα,
    ω για τα θαύματα
    και υ για πάθος και για σιωπή.

    ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΚΑΡΑΤΖΑΣ

    ***

    25. ΕΥΚΤΙΚΗ

    Υποσχέσεις αλλαγής
    και οι εθελοντές γι’ αυτήν πάντοτε προδομένοι
    Ντύνεται τώρα γαμπρός ο εφιάλτης
    Μπαίνει σαν φως
    με βούκινα μες στις γιορτές
    καίγοντας χίμαιρες που μας κρατούν
    με θάλπη στα σχοινιά τους

    Το θαύμα
    χρόνια πολλά της προσμονής
    δεν λέει να φανεί
    όπως πιάνεις έξαφνα χρυσή κλωστή
    λίγο πριν την τραβήξει η μοίρα και κοπεί
    ξετυλίγοντας δύσκολο κουβάρι

    Ποιος δίνει σχήμα σε μύθο γόνιμο
    και ποιος μετά τον σβήνει;

    Κυπαρίσσης Πάνος , Φως ορυχείου, Μελάνι, 2011

    ***

    26. ΦΥΛΛΑ ΦΩΝΗΕΝΤΑ

    Φωτίζουν
    φυλάγοντας φωτιές,
    φρουρούν
    φωνές φευγάτες,
    φοράνε
    φύλλα φωνήεντα,

    φτηνά φιλιά
    φοβούνται,
    φονεύουν
    φήμες φαντάσματα,
    τα ποιήματα φταίνε!

    Δημήτρης Π. Κρανιώτης, «Ενδόγραμμα»

    ***

    27. Φάε τη λέξη
    στο απέραντο
    η ζωή θα ορφανέψει

    Φάε και το ρήμα
    μες στο βόρβορο
    δε κάνεις βήμα

    Να φαγωθεί κι ο τόνος
    μες στο δαίδαλο
    σκοντάφτεις πάντα μόνος

    Να φαγωθεί κι όλη η αλφάβητος
    ο άνθρωπος για πάντα
    θα εκπνέει αναλφάβητος

    ΣΑΜΣΩΝ ΡΑΚΑΣ

    ***

    28. ΣΤΑΥΡΩΣΗ

    Φώναξα
    μόνο φωνήεντα

    τα σύμφωνα
    τα στοίχισα
    στην άκρη,

    να βγει καθαρή
    η κραυγή
    ολοστρόγγυλη

    να διώξει
    την επιθανάτια
    αγωνία.

    Αναστασία Βασιλάκου: «Μέρα σαν όλες τις άλλες»

    ***

    29. ΦΛΥΑΡΗ ΑΠΟΣΙΩΠΗΣΗ

    Πώς είναι δυνατόν
    να μην καταλαβαίνουν ότι έζησαν;

    Δεν ήξεραν
    μου λέει
    κι έφυγε περπατώντας
    πάνω σε αποσιωπητικά
    που χάνονταν στον ορίζοντα

    Τότε σκέφτηκα
    ότι μπορώ να γράψω
    ένα ποίημα
    να το διαβάζω στο ταξείδι
    από την ευεργετική μελαγχολία
    προς την εξοχική μου κατοικία
    τη θλίψη

    Γιώργος Δουατζής – Σχεδίες, εκδόσεις Καπόν

    ***

    3ο. ΟΤΑΝ ΓΙΝΕΙΣ ΠΟΙΗΜΑ

    «Όταν γίνεις ποίημα,
    μικρό ερωτηματικό
    της τωρινής ανησυχίας,
    θα πάψω να ’χω συντροφιά
    την αποψινή αγρύπνια»

    Βαγγέλης Κακατσάκης

    ***

    31. ΑΠΟΣΤΡΟΦΟΣ

    Συμμαζεύω λέξεις, σκέψεις, βιώματα
    Επικεφαλίδες, μετρώ και ξαναμετρώ
    Το διανυθέν μήκος με
    Αστιγματική ματιά.

    Κεφάλαια σκόρπια, συνδέσεις πρόχειρες
    Δρωμένων επιπόλαιες συρραφές
    Εικόνων

    Το χθες σήμερα επιτακτικό
    Ζητάει εξηγήσεις και πιάνει τους λογαριασμούς
    Που μένουν σε εκκρεμότητα από χρόνια
    Μα τα πρόσωπα έχουνε λιώσει

    Τα ιμάτια διεμερίσθησαν προ πολλού και ο κλήρος
    Με βγάζει άκληρο και παραπαίοντα
    Μεταξύ των μακρών και βραχέων φωνηέντων μου
    Στην ακαταστασία των λαθών μου να βρίσκω
    Σταθερό άλλοθι αθροίζοντας
    Τις χρεώσεις.

    Κατά τα άλλα, τα ράφια μου σφύζουν
    Από φιλόδοξες λεξιθηρικές στοιβάξεις
    Και πάσης φύσεως προσεγγίσεις
    Επί παντός του επιστητού
    Με βιολετί πινελιές πού και πού στη χρώση
    Της φαντασίας.
    Τίποτα…

    Στην ουσία, μια παρατεταμένη προσκόλληση
    και μια διαρκής εμμονή
    -με προφανώς αποχρώντα λόγο-
    Στη βασανιστική αναίδεια
    Της έκθλιψης.

    Δημήτρης Ι. Μπρούχος

    ***

    32. ΚΙ ΑΥΤΗ Η ΑΠΟΣΤΡΟΦΟΣ

    Κι αυτή η απόστροφος στο σ’ αγαπώ
    μη σε μπερδεύει

    Δεν είναι αγκίστρι να πιαστείς
    Δεν είναι μισοφέγγαρο
    Δεν είναι καν σημάδι απουσίας

    Είναι απλώς εκεί
    για να μικραίνει την απόσταση
    από το εσένα στο εγώ.

    ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΑΚΗ

    ***

    33. ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΑ

    Ι
    Μονοτονικό
    το σπίτι της γλώσσας
    χωρίς αετώματα
    χωρίς κεραμίδια
    με πλάκα.

    ΙΙ
    Κι όμως,
    η σερπετή περισπωμένη
    πήγαινε καπέλο
    στη λέξη κύμα.
    Και τώρα,
    τί θα γίνει
    η λέξη αυτή
    χωρίς το καπέλο της;

    Γιώργος Δανιήλ, Τα επίθετα, ποιήματα 1968-1983 (Πρόσπερος, 1984)

  4. -Ναπολέων Λαπαθιώτης, ΕΠΙΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΕΡΩΤΗΜΑΤΙΚΟ

    Είπα πιο πάνω: γύρισε για πάντα
    και χάθηκε, ξανά μες στη Σιωπή
    – κι ο μύθος, μια κι Εκείνο ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ
    σε αυτή την φράση πρέπει να κοπεί.
    Μα τι σημαίνει αυτό το «ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ»
    Ποιος θα ’ταν ικανός να μας το πει;…

    (http://www.sarantakos.com/liter/lapathiotis/epilogos.html)

    -«Η ζωή είναι ο δισταγμός μεταξύ
    ενός θαυμαστικού και ενός ερωτηματικού.
    Στην αμφιβολία, υπάρχει και η τελεία.»
    (Φ. Πεσόα)

    -«Με ρωτάει ο καιρός, από πού θέλω να περάσει.
    Πού ακριβώς τονίζομαι.
    Στο «γέρνω» ή στο «γερνώ».
    Αστειότητες.
    Κανένα τέλος δεν γνωρίζει ορθογραφία .»
    (Κική Δημουλά)

    -Βαγγέλης Κακατσάκης, «Σε πρώτο ενικό»

    Αγαπώ!
    Μακρύς ο δρόμος
    για να φτάσω
    από το άλφα μέχρι το ωμέγα
    με το θαυμαστικό στο τέλος.
    Σε πρώτο ενικό/κρίνονται όλα.

    (http://www.haniotika-nea.gr/opos-to-psomi-3/)

    -Βαγγέλης Θ. Κακατσάκης «Σημείο στίξης»

    «Δηλώνω: Επιφυλακτικός μπροστά στην τελεία.
    Καχύποπτος στη εμφάνιση του κόμματος.
    Ανήσυχος στη θέα του θαυμαστικού.
    Ξένος μέσα στις παρενθέσεις.
    Απροετοίμαστος στα υπονοούμενα των αποσιωπητικών.
    Ανασφαλής στον ερχομό της παύλας Ερωτευμένος με το ερωτηματικό.
    Το σημείο στίξης μου.»

    (Βαγγέλης Θ. Κακατσάκης, «Όταν γίνεις ποίημα»)

    -NIKH XΑΛΚΙΑΔΑΚΗ, Γραμματική αναπηρία ασύντακτων εραστών

    Παρηγορώ φωτογραφίες για να ζω
    φτιάχνω φράσεις με κατηγορούμενα
    έχω το ουσιαστικόν απεμπολήσει
    και ψάχνω ρήματα διαθέσεως φτηνής
    σχεδόν παθητικής
    κρύβω αφιερώσεις σε λεξικά
    ανωμάλων: ήμαρτον [έως και] τεθνήκαμεν

    Προστακτικά επιβάλλομαι σε
    επιφωνήματα και θαυμαστικά
    -πόσο θαυμαστικά αλήθεια ήταν-
    τότε που αποσιωπητικά δεν άφηνες , θυμάσαι;

    Πέρασαν ποιητικά αίτια από τότε τόσα
    σέρνομαι επιρρηματικά στον χρόνο
    τη δωρική σου ανάμνηση παλεύω να ξεχάσω

    Αποκλήρωσα τα διστακτικά μου ερωτηματικά
    περιφραστικά αντικατέστησα το σ’ αγαπώ
    τριγυρνώ κάθε βράδυ στις δευτερεύουσες
    πίνω, ξεφτιλίζομαι, πέφτω σε κόμματα
    πώς ν’ αντικρίσω πες μου
    τις πρωτόκλιτες θηλές μου;
    ασυναίρετος εσύ
    κι ο πόνος αμετάβατος

    http://www.epoxi.gr/RTB2936/%CE%9A%CE%B5%CE%B9%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%B1/sctptum003.htm

    -Tόλης Νικηφόρου, «δυο λέξεις έξη γράμματα»

    το όνειρο είναι όνειρο
    αυτό είναι σ’ αγαπώ

    από το άλφα ως το ωμέγα του
    αυτό είναι σ’ αγαπώ

    δυο λέξεις που κανείς
    δεν πρόφερε ως τώρα
    και μόλις ανακάλυψα εγώ

    με την ομίχλη
    με το άρωμα του ονείρου
    όμως απτές, πραγματικές
    όπως η γη
    όπως η ανάσα σου

    εσύ τρομάζεις κι εγώ τρέμω
    μα σ’ αγαπώ
    μ’ όλα τα γράμματα
    μ’ όλα τα ρήματα
    τα επιφωνήματα
    με τη σιωπή μου
    σ’ αγαπώ

    (http://and33andreas.blogspot.gr/2009/10/blog-post_20.html)

    -Δημοσθένης Μιχαλακόπουλος, «ερωτήσεις στο πρόχειρο τετράδιο»

    ποιου θεού παρακλάδι κεντρώνει την ποίηση που
    φύεται μέσα μου

    ποιου καρπού η γλυκάδα πριμοδοτεί με εκκρίσεις των σιελογόνων αδένων
    τα ένρινα σύμφωνα της αντίρρησης

    ποιος ανεπαίσθητος βρογχικός συριγμός μπορεί να διαδηλώσει
    για το κλεμμένο οξυγόνο

    πόσες υποταγμένες ανατριχίλες αφήνουν σημάδια στο δέρμα
    και πόσες στη φόδρα του σακακιού

    σε πόσα μαξιλάρια μπορεί να χωρέσει η αλήθεια των ύπνων
    μου

    ποια πληγή ματώνει τα ζουμερά του έρωτα πορτοκάλια

    ποιος θα βάλει ερωτηματικά

    (http://uperaspisitispoiisis.blogspot.gr/2009/03/blog-post_07.html?m=0)

    -Νικόλαος Κοτσαμπουγιούκης, «ΕΡΩΤΙΚΟ»

    Η πένα,
    ως παραδομένη ερωμένη στα εκστατικά χέρια,
    εκρέει μ’ ορμή υγρούς μελανούς χυμούς,
    επιφωνήματα και στίξεις,
    αράδες, γράμματα και λόγια,
    εις τα λευκά γραμμοειδή σεντόνια.
    Τελείωσα.

    (https://diastixo.gr/logotexnikakeimena/poihsh/2284-kotsampougioukis)

  5. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    35. ΣΤΟΝ ΑΣΤΕΡΙΣΜΟ ΤΩΝ ΕΓΛΚΙΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΧΡΟΝΩΝ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ «ΕΡΧΟΜΑΙ»

    Που λέτε, μια ολόκληρη ζωή σχεδόν
    από τον ένα άνυδρο και φυσικά παντέρημο πλανήτη
    στον άλλο και στον άλλο του μεγάλου αστερισμού
    των εγκλίσεων και των χρόνων
    του ρήματος: έρχομαι.

    «Έρχομαι» μου ’λεγαν δηλαδή
    (έγκλιση οριστική και χρόνος Ενεστώς)
    κι έπειτα «Ερχόμουνα» (σε Παρατατικό)
    «μα μ’ έπιασε η βροχή».
    «Ήρθα» σε χρόνο Αόριστο «αλλ’ είχες φύγει πια»
    «θα ’ρθω και πάλι αν κατορθώσω» (Μέλλων).

    Και μ’ όλα τ’ «αν», τα «θα» και τα «αλλά»
    που συνοδεύαν Παρατατικό, Αόριστο και Μέλλοντα
    είχα μια απεριόριστη πεποίθηση –πιστέψτε με–
    (ήτανε χρόνοι Οριστικής – πώς ν’ αμφιβάλλεις;)
    Αν και τότε ακόμα ο ερχομός τους
    έμπαινε πια σε πλαίσια ιστορικά
    μιας δηλαδή κατά το μάλλον κι ήττον πιθανής αφίξεως.

    Ο Παρακείμενος με τον Υπερσυντέλικο
    δε μ’ έπεισαν ποτέ βεβαίως.
    Σε τι θα μ’ ωφελούσε άλλωστε;
    Χρόνοι παρωχημένοι κι άσχετοι τελείως
    με το τώρα ή το αύριο
    που σε κάνουν παρανάλωμα.
    «Έχω έρθει» κι «είχα έρθει»
    Τ ό τ ε, μ’ άλλα λόγια
    Και;

    Το ζήτημα ήταν, τ ώ ρ α, τι γινόταν.
    Τίποτα δε γινόταν, σήμερα τ’ απόγευμα
    το βράδυ έστω αργά.
    Οι χρόνοι της Οριστικής
    τελειώσανε και κλείσανε
    στο «τότε», στο «αν», στο «θα» και στο «αλλά».
    Μετά οι σαθρές της Ευκτικής
    και τόσο λίγο προσιτές ελπίδες
    (να ’ρχόσουνα, να ’ρχόσουν και τι να ’ταν!)

    Ουσιαστικά στηρίχθηκαν
    στ’ ανύπαρκτα ερείσματα της Υποτακτικής:
    «Αν έρθω»… «όταν έρθω»… «για να ’ρθω»…
    Υποθέσεις δίχως θέσεις κι αποδόσεις·
    σύνδεσμοι χρονικοί και τελικοί
    χωρίς σκοπό, μετέωροι στο χάος του αορίστου
    που διά μέσου τους μοιραία οδηγήθηκα
    στης Προστακτικής τις παραισθήσεις.

    Μ’ άλλα λόγια, ό, τι δεν ήταν εφικτό
    με την Οριστική, την Υποτακτική
    την Ευκτική (ναι, Θεέ μου, τόση ευχετική!),
    είχα την ψευδαίσθηση ότι θα το πετύχαινα
    προστάζοντας: «Να ’ρθεις. Ξεκίνα.
    Είναι τέσσερις. Στις πέντε να ’σαι εδώ».

    Ενώ η Προστακτική δεν είν’ επίτευξη·
    πρόκειται για μια μονάχα ακόμα φαντασίωση
    που διαρκεί ως τις πέντε, έξι το πολύ.
    Περνάει καμιά φορά στις ικεσίες:
    «ελέησον και σώσον, έλα» λόγου χάριν
    και σε λίγες περιπτώσεις μόνο
    λίγων τυχερών
    γίνεται κυριολεκτική.
    Μα ποιοι ’ναι κείνοι που προστάζουν
    δίχως την ψευδαίσθηση μονάχα πως προστάζουν;

    Στις νόθες καταστάσεις του Απαρέμφατου
    προσπάθησα ένα διάστημα μετά
    να βρω μια διέξοδο.
    Μα τι σημαίνουν άραγε το «ιέναι» και το «ελθείν»;
    Ότι έρχεσαι, ότι ήρθες, να ’ρχεσαι, να ’ρθεις,
    ίσως και να ’ρχόσουνα, να ’ρθεις; αν έρθεις.

    Γύριζα πλησίστιος στους υποθετικούς και τελικούς συνδέσμους
    πάλι μ’ άλλα λόγια στα φαντάσματα της Υποτακτικής
    και λίγα βήματα πιο πέρα
    προσγειωνόμουνα γυμνός κι αμέτοχος
    στης Μετοχής την μπλόφα:

    ερχόμενοι κι ιόντες
    εληλυθότες –α! ναι!- κι ελθόντες:
    εκείνοι που έρχονται και θα ’ρχονται
    μα θα τους πιάνει πάντοτε η βροχή στο δρόμο
    που ήρθανε,
    που θα ’ρθουν αν μπορέσουν πάλι.

    Τέλος, όλοι κείνοι
    που ’χουν κι είχαν έρθει
    όταν οι πλανήτες των εγκλίσεων
    και των χρόνων του ρήματος «έρχομαι»
    όλοι τους, όλοι τους
    μ’ είχανε κλείσει έξω απ’ την τροχιά τους.

    Σταύρος Βαβούρης

    ***

    36. ΣΕ ΧΡΟΝΟ ΥΠΕΡΣΥΝΤΕΛΙΚΟ

    Αισθήματα και πρόσωπα σε χρόνο υπερσυντέλικο
    Παρωχημένα ανέκαθεν
    και τότε ακόμα που τα νόμιζα, ενεστώτα.
    και τότε ακόμη που τα ενόμιζα, ενεστώτα.

    «Είχα ζητήσει» λόγου χάριν – τόσο να σε βρω
    δεν σ’ είχα βρει,
    αν κι ισχυρίζεσαι πως πιο πολύ
    μ’ είχες εσύ αναζητήσει,
    γράφοντας γράμματα αναρίθμητα
    θαμένα τώρα
    κάτω από την κάθετη ψυχρή βροχή της Δυτικής:

    Εν Λαμία –θυμάμαι-
    Εν Αθήναις –θυμόσαστε-
    τη δωδεκάτη πρώτου, έτους
    έτους… ποίου;
    Δεν είναι δυνατό να ξέρω πια,

    Πάντως, εκείνων των εντάφιων ημερών
    παρωχημένα αισθήματα και πρόσωπα
    σε χρόνο πάντα υπερσυντέλικο
    κι όταν ακόμη τα πιστεύαμε ενεστώτα.

    Σταύρος Βαβούρης, ΟΡΦΕΑΣ ΚΑΤΕΡΧΟΜΕΝΟΣ

    ***

    37. Ο ΠΟΛΥΤΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΟΝΟΥ

    Τι σημασία έχει
    αν παίρνω λύπες
    ή περνώ λύπες.
    Ο πόνος δε ρωτάει
    πού τονίζεσαι.

    Σα βροχόπτωση πέφτει
    και χτυπάει όποια συλλαβή σου
    τύχει να βρει ακάλυπτη.

    Κάποτε μάλιστα
    σε τονίζει παντού
    κι ας φωνάζεις
    πως είσαι καρδιά
    μονοτονικής αντοχής.

    Παναγιώτης Αργυρόπουλος, Εκκωφαντική σιωπή (2004)

    ***

    38. «Η» (διαζευκτικό)

    Σαν βροντή σε βλέπει
    Σαν αστραπή σ’ ακούει
    Είναι τυφλός, κουφός ή ερωτευμένος;

    Μαρία Λάτσαρη, Εν δυνάμει πραγματικότητα

    ***

    39. ΜΙΚΡΕΣ ΚΑΙ ΜΕΛΑΝΕΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

    Η τελεία είναι το πιο βίαιο σημείο στίξης
    Βίαιο γιατί διασπά τη δυναμική, δεν έχει θέση στην εντός κίνηση
    Εντούτοις ανύπαρχτο
    θεσμοθετείται εν είδει αναγκαιότητας για λόγους πλαισίου

    Σαν η συνθήκη να χρειάστηκε τον ορισμό της στίξης
    για να μπορέσει να ακουστεί διαδοχικά
    σαν τα φωνήματα αλλιώς να μην διαφέραν απ’ την κόρνα του δρόμου
    απ’ το κενό, χωρίς την έννοια της τελείας

    Η τελεία μάς αφαιρεί κομμάτια που δεν βλέπουμε
    κομμάτια που θα αγαπούσαμε αν ξέραμε καλύτερα
    κομμάτια που αποχωριστήκαμε και ξεριζώσαμε
    γιατί η επόμενη πρόταση προϋπέθετε
    – μιαν ανάσα τελικά
    κι η προηγούμενη χωρίς τελεία
    δεν θα ’χε ποτέ την απόσταση από το άλλο φώνημα –
    για να σημάνει εντός μας
    Κι όσο για αυτήν την παύση μεταξύ
    τόσο προαπαιτούμενη
    ταυτόχρονη της κατακρήμνισης και της ζωντάνιας

    ΑΝΝΑ-ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΠΑΠΑΔΙΟΝΥΣΙΟΥ, Πάτρα, 13 Οκτωβρίου 2015

    ***

    40. ΣΗΜΕΙΑ ΣΤΙΞΗΣ

    Τα απολύτως αναγκαία:
    την οδοντόκρεμα
    να βουρτσίζω εξογκώματα
    σπασμένων δοντιών
    (τις ρίζες που απέμειναν
    στο δαγκωμένο φεγγάρι)

    τα γυαλιά μυωπίας
    να παρατηρώ διακριτικά
    εξόφθαλμους θανάτους
    – τις Κυριακές στο σταθμό
    πεσμένους στις ράγες –
    τα ισόπαλα βράδια

    να δικαιώνω την αγρύπνια
    μέχρι παρεξηγήσεως
    « αφήστε με να βάζω
    την αϋπνία προσάναμμα»
    μα κυρίως εμένα
    να δημιουργώ αντίλαλους
    στο άδειο δωμάτιο
    με σημεία στίξης μεταλλικά
    υπόλογος στην Ποίηση

    Γιώργος Γκανέλης

    ***

    41. ΑΠΟΠΕΙΡΕΣ

    Τέτοιες απόπειρες να λείπουν
    μη βάζεις λέξεις σε εισαγωγικά

    εννοώ μην τις μαντρώνεις
    μέσα σε ελευθεριακούς στίχους

    Στο τέλος θα τις μακελέψουν
    τα ίδια σου τα ιδεολογήματα

    Γιώργος Γκανέλης

    ***

    42. ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ

    Πέρασε η ζωή σαν ασύντακτη πρόταση
    Υποκείμενο του θανάτου ο άνθρωπος
    Κι εσύ αντικείμενο φτηνής εκμετάλλευσης
    Γέμισε το δωμάτιο με προσδιορισμούς

    Το συναίσθημα κατηγορούμενο για ασέλγεια
    Σε ανήλικα απρόσωπα ρήματα
    Συνημμένες μετοχές σκόρπιες στο πάτωμα

    Ο έρωτας μια συρραφή υποθετικών λόγων
    Τα παιδία παίζει χωρίς παιχνίδια πια
    Η επεξήγηση που δόθηκε ελλιπής.
    Πέρασε η ζωή σαν σχήμα ασύνδετο
    Ποιητικό αίτιο του θανάτου ο χρόνος
    Κι εσύ ψάχνεις τη γενική της αιτίας

    Παράθεση επιχειρημάτων για τα αυτονόητα
    Όμως εξέπνευσε η περίοδος χάριτος
    Τώρα o κόσμος μια τρίπτωτη πρόθεση
    Το μέλλον συντελεσμένο από αιώνες
    Ευθεία παραποίηση της αλήθειας
    Από κραυγές πλαγίου λόγου
    Προσδοκώμενο ουσιαστικό η μοναξιά.

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΚΑΝΕΛΗΣ

  6. -Μαρία Πέστροβα, «Παντού και πουθενά»

    σήμερα κουράστηκα

    έβλεπα ανθρώπους
    πολλούς
    ομιλούντες

    -μα τι λέγαν αλήθεια-

    τόσες λέξεις
    ερωτηματικά,
    θαυμαστικά

    πάσχιζαν να περιγράψουν
    αυτά που ήθελαν να πουν

    κάποιος απ’ αυτούς
    έγινε δέντρο
    ρίζωσε
    άπλωσε τα χέρια-κλαδιά
    και έμεινε να τον χτυπά
    ο αγέρας

    άλλος έγινε πέτρα.
    βρέθηκε στο χέρι ενός παιδιού
    και ρίχτηκε πέρα μακριά
    στην άκρη ενός ποταμού

    εκείνη έγινε πνοή
    -και πώς να την περιγράψεις;-
    ζούσε παντού
    και πουθενά

    εγώ πάλι
    κουράστηκα.

    έζησα τόσες γεννήσεις
    και θανάτους,

    που κουράστηκα…

    (http://fractalart.gr/paidi-enilikas/)

    -Αλεξάνδρα Γαλανού, «Παρενθέσεις και εισαγωγικά»

    Πρωί και γράφει ένα ποίημα.
    Το απλώνει στο παράθυρο
    για να στεγνώσει,
    όχι στον ήλιο όμως,
    γιατί θέλει ακόμη να κρατήσει
    λίγες σταγόνες από ενύπνιο
    νύχτας που πέρασε περιπετειώδους.
    Καθώς η μέρα προχωρεί
    περιστέρια που περνούν
    τσιμπολογούν το ποίημα.
    Του αφαιρούν τα φωνήεντα
    και όλα τα θαυμαστικά.
    Τις παρενθέσεις και τα εισαγωγικά
    αφήνουν ανέγγιχτα.
    Το βράδυ επιστρέφει σπίτι,
    μαζεύει το απλωμένο ποίημα
    και κλείνει το παράθυρο.
    Ίσως το ξαναγράψει αύριο…
    Έχει πολλά παράθυρα η Ποίηση.

    (https://diastixo.gr/kritikes/poihsh/6716-parenthesis-kai-eisagogika)

    -Γιώργος Δελιόπουλος, «Ποιητική»

    Δε φτιάχνονται τα ποιήματα με λέξεις
    και μού ’δωσαν για προίκα ένα ποίημα
    με λέξεις ακριβές πολυτελείας
    με τις μικρές σου παρενθέσεις σφηνωμένες
    ανάμεσα σ’ ελλειπτικές προτάσεις
    σε αόρατες τελείες κι αφανή θαυμαστικά.
    Μία ζωή κατάφερα να σώζω
    τα βράδια τραγουδώντας από στήθους
    βαθιά θαμμένες λέξεις του κορμιού μου.
    Γι’ αυτό μην τις πετάξεις και ας πάλιωσαν
    ας χάθηκαν οι τόνοι και οι κλίσεις
    ας σώπασαν οι ρωμαλέοι φθόγγοι
    μπορεί μια μέρα να χωρέσουν όλες
    στη μικρή παρένθεσή σου
    δεν το ξέρεις.
    Όπως δεν ξέρεις πια το κείμενό μου
    και με διαβάζεις από σκόρπιους στίχους
    πάντα τονίζοντας τη λάθος συλλαβή.
    Βιάζεσαι διαρκώς να με τελειώσεις
    τις χίλιες μου στροφές σε μία μέρα
    τις χίλιες μου μορφές σε λίγα βλέμματα
    κι εγκαταλείπεις ασυνείδητα τη λεία
    τα λάφυρα του χρόνου στη γραφή μου
    αφήνοντας τους ξένους πειρατές
    να με διαβάζουν πρώτοι.
    Ακόμα δεν κατάλαβες τι θέλουν
    μ’ αχόρταγα ρεσάλτα και φωτιές;
    ξεθάβοντας του λόγου τα σπαθιά
    να κλέψουν απ’ τα σύμβολα της νιότης.
    Κάποτε οι στίχοι μου ήταν έφηβοι
    ανάλαφροι κι ανέμελοι από μνήμες
    και βρίσκαμε τον έρωτα σ’ αυτούς.
    Τώρα παλεύω με ανάπηρες προτάσεις
    λίγο πριν πάρουν σύνταξη
    λέξη τη λέξη για να χτίσω ένα ποίημα.
    Αλλά τα ποιήματα δε φτιάχνονται με λέξεις
    ζυμώνονται στο αίμα της ψυχής
    όμως ποιο αίμα και για ποια ψυχή
    να λέμε τώρα.

    (https://www.vakxikon.gr/)

  7. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    43. ΩΔΗ ΣΤΟΝ ΕΙΚΟΣΤΟ ΑΙΩΝΑ

    τα φωνήεντα κίτρινα και τα σύμφωνα άσπρα
    τα μακρά γκριζοπράσινα, τα βραχέα γαλάζια
    περισπώμενα ρόδινα και οξύτονα ιώδη
    στα κατάμαυρα δίχρονα με ερυθρόμορφη στίξη

    Δημήτρης Καλοκύρης

    ***

    44. ΑΚΑΙΡΑ

    Σε θέλω στον Ενεστώτα,
    για να σε βλέπω,
    να σε ακούω,
    να σε αγγίζω.

    Εσένα όμως άκαιρα
    σε άρπαξε ο Παρατατικός.

    ΜΕΛΙΤΑ ΤΟΚΑ-ΚΑΡΑΧΑΛΙΟΥ

    ***

    45. Η ζωή είναι ο δισταγμός
    μεταξύ ενός θαυμαστικού
    και ενός ερωτηματικού.
    Στην αμφιβολία,
    υπάρχει και η τελεία.

    ΦΕΡΝΑΝΤΟ ΠΕΣΣΟΑ

    ***

    46. ΠΑΘΗ ΤΩΝ ΦΘΟΓΓΩΝ

    Σπανίως αι λέξεις παραμένουν απαθείς…
    Αχ. Τζάρτζανος

    Απ’ όλα τα κεφάλαια της γραμματικής
    με συγκινούσε πάντα πιο πολύ
    εκείνο εκεί το βάρβαρο που εκθέτει
    τα πάθη, τα παθήματα των φθόγγων

    κράσεις, εκθλίψεις, συναιρέσεις
    αγώνες μέχρις εξοντώσεως στο τρομερό
    πεδίο των φωνητικών χορδών, ποιος ήχος
    θα πέσει πιο καλά στ’ αυτί, ποιος τρόπος, ποια
    θυσία κάθε φορά να εξορκιστεί
    το άγος της ανούσιας χασμωδίας, αγώνες
    με χίλιες αφορμές, χίλιες αιτίες, μάχες
    άλλοτε αργόσυρτες, βουβές χιλιάδες χρόνια
    υπόγειες, άλλοτε
    ξαφνικές κι απρόσμενες, αγώνες

    θύματα αναρίθμητα, φωνήεντα
    σιγημένα
    κράσεις, αποβολές, αποκοπές, αγώνες
    ανελέητοι
    στη ζούγκλα την απέραντη του λόγου
    ποιος χάνει εδώ, ποιος χάνεται
    πιο πέρα, λύκος
    ο φθόγγος για τον άλλο φθόγγο
    καθώς εφθέγξαντο οι γνώστες κι οι σοφοί
    από αιώνων για το γένος
    των ανθρώπων

    ο θάνατός σου η ζωή μου, θύματα
    αναρίθμητα, φωνήεντα σιγημένα, στέκει
    καμιά φορά στη θέση τους η απόστροφος, μικρό
    σημάδι σαν ενθάδε κείται ή όπως
    εικόνισμα στην επικίνδυνη στροφή
    που ’φαγε κόσμο και κοσμάκη

    κράσεις, ενώσεις, αφαιρέσεις
    αφομοιώσεις, συνιζήσεις, δεν τελειώνουν
    προτάξεις, μεταθέσεις, αναπτύξεις
    συνεκφωνήσεις, αλλαγές
    τροπαί συμφώνων
    σ’ αέναη κοσμογονία οι λέξεις
    όπως νησιά σε ηφαιστειώδη θάλασσα, αθύρματα
    γεννήματα παθών

    σπανίως
    μένουν απαθείς
    και ακέραιαι όπως
    επλάσθησαν, συνήθως
    συμβαίνουν εις αυτάς διάφορα
    πάθη, αποφαίνονται απαθώς
    οι γλωσσολόγοι

    γρήγορα γίνονται όλα τους μαθήματα
    όπως και κάθε πάθημα, μας τα διδάσκουν
    στο σχολείο
    στο οικείο κεφάλαιο της γραμματικής
    όπου άλλωστε όλα καταλήγουν, όπως
    τα Άγια Πάθη σε μια Σύνοψη
    στο οικείο κεφάλαιο της γραμματικής
    ετούτο το ατέλειωτο
    Μεγαλοβδόμαδο των φθόγγων

    ανήξεροι κι αδιάφοροι περνούν
    οι χρήστες, ο καθένας τους
    κι από ένας Πόντιος Πιλάτος
    κι ο ποιητής, πρώτος αυτός
    Ιούδας Ισκαριώτης πανδεινοπασχόντων φθόγγων
    εκστατικός μπροστά στο Γολγοθά τους, δοκιμάζει
    κι ο ίδιος του ξυδιού τη γεύση, τη χολή, του στεφανιού
    τ’ αγκάθια τον κεντρίζουν
    πάθη των φθόγγων, πάθη των ανθρώπων
    ἴδε
    ὁ ἄνθρωπος, Ιούδας και Ματθαίος
    εσταυρωμένος.

    ΣΩΤΗΡΗΣ ΣΑΡΑΚΗΣ, (Πάθη των φθόγγων, 2009)

    ***

    47. ΚΥΑΝΩΣΙΣ

    Να πλάσω νέες λέξεις
    Να εφεύρω τη νέα γραμματική
    Το συντακτικό των ονείρων
    Να διδάξω στο σχολείο σήμερα
    Για να ανακαλύψω την τάξη του αύριο.

    ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, ΑΛΙΠΛΟΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ

    ***

    48. ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ

    Τα τριτόκλιτα απεργούνε
    στις καρδιές μας
    το διεθνής χάθηκε
    στα πλήθη των αεροδρομίων
    το αλλοεθνής πνίγηκε
    στις ορδές των προσφύγων

    το επιρρεπής ναυάγησε
    στους χείμαρρους των καιρών

    Απομείναμε μονάχοι
    με το αληθής και το ψευδής
    αντίρροπες δυνάμεις
    να μας κυριαρχούν
    σε αμφίσημη αναμέτρηση

    Η τρίτη κλίση καταργήθηκε.

    Πολυξένη Αδάμ Βελένη

    Άνω τελεία, Νατάσα Μποφίλιου

    49. ΑΝΩ ΤΕΛΕΙΑ

    Να ‘μασταν βαγόνια σ΄ άλλο τρένο
    Να μη σε δω ποτέ ξανά μπροστά μου
    Να μέτραγα σωστά τα βήματα μου
    Να πέρναγες ξυστά και να μη τρέμω
    Άμα έμπαινε έτσι απλά μια τελεία
    όλα θα χανε σωθεί

    Να έφευγα για πάντα στο Παρίσι
    Να μην έπεφτα πάνω σου τυχαία
    Να μην ήσουν η μόνη προκυμαία
    που θέλω το ταξίδι μου να κλείσει

    Μια κλασική, τυπική άκακη τελεία
    Σαν αλλαγή, σα σιωπή, σαν αυτοκτονία
    Ίδιο το τρένο, ίδια η πορεία,
    είναι άλλο η πράξη κι η θεωρία
    θα περνώ ξυστά δίπλα σου να τρέμεις

    Τι στην Αθήνα; τι στο Παρίσι;
    Δεν αρκεί πια το πλήθος να μας χωρίσει
    και στην άκρη της γης, θα με πετυχαίνεις
    Άμα έμπαινε έτσι απλά μια τελεία
    όλα θα χανε σωθεί

    Γεράσιμος Ευαγγελάτος

    ***

    50. […] είμαστε τόσο καλοί όσο τα σημεία στίξης που βάζουμε

    το θαυμαστικό δηλώνει μια κάποια ποσότητα θαυμασμού
    από το υποκείμενο προς το αντικείμενο ας πούμε

    προτιμώ ξεκάθαρα την απουσία τους
    αν και μερικές φορές κρίνονται απαραίτητα για τη σωστή μας επικοινωνία

    τις περισσότερες φορές που δεν γίνομαι κατανοητή
    φταίει που δεν έβαλα αποσιωπητικά

    Μαρία Φουτζιτζή «Ποσά αντιστρόφως ανάλογα και αναλόγως αντίστροφα κορίτσια», εκδόσεις Σαιξπηρικόν

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: