Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (217ο): «ΦΥΣΗ –ΦΥΤΑ»

Ο ΕΦΙΑΛΤΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΣΕΦΟΝΗΣ, Μαρία Φαραντούρη

 

 

  1. Η ΦΥΣΗ ΕΧΕΙ ΤΗΝ ΠΙΟ ΩΡΑΙΑ ΜΝΗΜΗ

 

Η φύση έχει μια μνήμη με σύννεφα μπλάβα

με κίτρινες προεκτάσεις του φεγγαριού

στις λίγες αναμνήσεις που μου μένουν

όταν υμνούσα το Σεπτέμβρη

κι απ’ τα νερά τα γκρίζα, τα μαλαματένια του

είχα δει ν’ αναδύονται τα πιο ωραία

σώματα της αγάπης μου.

 

Ήταν α υ τ ή η ψύχρα

α υ τ ή η θολή καθαρότητα

κι ένα γλυκό φωτοστέφανο

τριγύριζε τα πρωινά ψάρια

στον μαρμάρινο μπάγκο.

 

Ο αέρας ύφασμα

με τέλεια εφαρμογή

η μυρωδιά του γιασεμιού

λες κι ήταν προσωπικό μου χάρισμα

λες και με αφορούσε κι εμένα

η ωραιότητα.

 

Η αγάπη έχει αξία συλλογική

τα τόσα πρόσωπα είναι ένα

μες στο γαλάζιο

κι η συμβολή τους συμβολική

στης εποχής το γύρισμα

στον τρύγο

στο πλύσιμο των βαρελιών

δίπλα στη θάλασσα

στα μαύρα σακιά με κοπριά

ακουμπισμένα στην πόρτα μου

σαν κακοί οιωνοί.

 

Η φύση έχει την πιο ωραία μνήμη

φοράει το ίδιο φως

σε κάθε επέτειο

κρατάει το ίδιο κλαρί

με τα λαχανιασμένα φύλλα

στην εκθαμβωτική πτώση τους.

 

Γιατί εγώ άσχημα θυμούμαι

Βλέπω μόνο σταγόνες πίκρας

στα χείλη μου που τα ΄σχιζε

η χαρά

και σημάδια αλλοίωσης στα μέλη

τα κρυφά

ανθεστήρια θανάτου

 

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ  

 

***

 

  1. Η ΜΟΝΟΣΗΜΑΝΤΗ ΦΥΣΗ

H φύση με ρομαντική μονοτονία
σχεδιάζει την άνοιξη της ζωής μας
αντιγράφοντας τα δικά της εφηβικά όνειρα.
Λουλούδια, λουλούδια με λίγες διαφορές
στο χρώμα, τη στιγμή άνθισης
που με την κίνησή τους σημαίνουν
την ευγενική καταγωγή κάποιου κήπου
ή την αγριάδα της βλάστησης.
Αέρηδες ταξιδεύουν
μαλλιά ανεμίζουνε
στήθη ξανοίγονται στον ήλιο
κι αμέσως στεγνώνουν τα χνάρια απ’ τα φιλιά.
Άνοιξη, τόσο κοντά στην αρχή
πράσινο, μέλισσες
νεανική πάντα του σύμπαντος η φωνή.
Αλλ’ όμως τι μονοτονία, τι πλήξη
όλο αυτό το ακατάσχετο φως της ζωής
που να κόβεται ποτέ σου δεν θα δεις
κι όσο επαναλαμβάνεται
τόσο το ευγνωμονείς.

                              ***
Ενώ η δύση
έχει τόση ποικιλία!
Κάθε ψυχή αλλιώς τη φαντάζεται
κι αλλιώς αυτή θαρθεί
σ’ άλλη ώρα, αλλιώτικα ντυμένη
κάτι μυστηριακό να εκπέμπει ίσως.
Σε ξεγελούν τα πορφυρά σύννεφα
κι όταν αυτά υποκύψουν
στον μαύρο εαυτό τους
νομίζεις πως εσύ όλα τα φαντάστηκες
πως εσύ ποιητικά συνέλαβες
μια άλλη ουτοπία.
Στην ουσία το τέλος είναι αυτό
που δεν γνωρίζει τη μονοτονία
της ύπαρξης
δεν γνωρίζει την επανάληψη
του εγώ.

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ

 

***

 

  1. Η ΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ

 

Οι πεταλούδες να δεις

θα ξέρουν από μοναξιά

και ζουν μια μέρα μόνο.

 

ΜΑΡΙΑ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗ, Γενναιολογικό δέντρο

 

 

ΦΥΣΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ – ΕΛΕΝΗ ΒΙΤΑΛΗ

 

  1. ΜΙΚΡΗ ΦΥΣΙΚΗ  ΙΣΤΟΡΙΑ

Θ’

Τι γίνονται άραγε οι αέρινες γαζέλες σαν γερνάνε;
Τι γίνονται άραγε αυτές οι αφρικανές νεράιδες;
Μπορώ να φανταστώ τα λιοντάρια, βαριά και
τσιμπλιάρικα, να λιώνουν μέσα στις σπηλιές, με
νεφρά τσακισμένα απ’ το βάρος του χρόνου …


Μπορώ και τις τίγρεις ακόμα να δω, με δόντια σαθρά,
μάτια θολά, ξεχειλωμένα νεύρα, να σέρνονται ως το
τέλος τους σα μαδημένες γάτες … Οι γαζέλες όμως ..


Φθείρονται άραγε κι αυτές, αργά αργά, και σβήνουν
ως να χωρέσουν ολόκληρες και να χαθούν μες στα
τεράστια μάτια τους ή μήπως, μόλις νιώσουνε να τις
εγκαταλείπει το πνεύμα που τις κίναγε, τελειώνουν
μ’ ένα πήδημα, το πιο ανάερο πήδημα το πιο θεαματικό,
μες στα σαγόνια ουρανού και γης;

Αργύρης Χιόνης, Σαν τον τυφλό μπροστά στον καθρέφτη, 1986

 

***

 

  1. ΝΗΠΙΑΓΩΓΕΊΟ Η ΦΥΣΗ

                                                                Στον Νικόλα

 

Να τρώτε φύλλα της μουριάς, αν θέλετε

Η μύξα σας να γίνει από μετάξι.

Και προπαντός να ’στε σκουλήκια. Που έρποντας –

Και τα λοιπά και τα λοιπά.

 

Τι ανήθικη τι ευτελής που γίνεται

Συχνά η φύση! Ορίστε μας (ανω τελεία)

Πώς ν’ αμολήσεις νήπιο στους αγρούς,

Να το διδάξουν ποιοι;

 

Γλειψιματίες κισσοί φτηνιάρες πεταλούδες

(Ρουφούν στα χείλια τους ανθούς που χάνονται

Δέντρα που εκεί που σου κουνούν τα φύλλα, αιφνίδια

Κόβουνε ύπνους νηνεμίας, τα αγενέστατα.

 

Και να ’ταν μόνο δέντρα; Ομοταξίες ολόκληρες

Του ζωικού

Το ’χουνε ρίξει στα σκληρά και αποχαυνώνονται

Με χειμερία. (Προσέξατε (άνω τελεία)

Δε μνημονεύω εδώ ούτε τη βία ούτε το σεξ

Που, αντί για ωραίες προσευχές, ακούγονται

Κάθε λογής ξεσκίσματα στην αίθουσα

Και ολολυγμοί).

 

Δεν είναι αυτό σχολείο για μικρά παιδιά. Να κλείσει.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ ΦΩΣΤΙΕΡΗΣ  (Η ΣΚΕΨΗ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟ ΠΕΝΘΟΣ, 1996)

 

***

 

  1. ΜΟΝΟ Η ΦΥΣΗ

 

Ποιος έξυπνος θα πέταγε μια μπαταρία γεμάτη;

 Μόνο η φύση, αιφνίδια,

Τραβάει το φις του φορτιστή εκτοξεύοντας

Μηχάνημα καλώδια μπαταρίες

Στον κάλαθο –

Με των πλουσίων την άξεστη

Μυθώδη

Ξιπασιά.

ΑΝΤΩΝΗΣ ΦΩΣΤΙΕΡΗΣ (ΠΟΛΥΤΙΜΗ ΛΗΘΗ, 2003)

 

***

  1. [726]

Η Φύση κάνει να διψούμε,
ώστε, πεθαίνοντας μετά,
λίγο νερό εκλιπαρούμε
σε δάχτυλα περαστικά.

Δηλοί την πιο λεπτή για μας
ανάγκη που εν αφθονία
πληροί το μέγα προς δυσμάς
το Ύδωρ, η Αθανασία.

ΕΜΙΛΙ  ΝΤΙΚΙΝΣΟΝ «Το Μέγα Ύδωρ», μετάφραση-πρόλογος Διονύσης Καψάλης, εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2004

***

 

  1. {668}

«Φύση» είναι αυτό που βλέπουμε-
Το Απόγευμα-ο Λόφος-
Ο Σκίουρος-η Έκλειψη-ο Ζούζουνας-
Κι ακόμα-Φύση είναι οι Ουρανοί-
Φύση είναι αυτό που ακούμε-
Ο Κότσυφας-η Θάλασσα-
Είναι η Βροντή-ο Γρύλλος-
Κι ακόμα-Φύση Αρμονία είναι-
Φύση είναι αυτό που ξέρουμε-
Την τέχνη όμως δεν έχουμε για να το πούμε-
Τόσο αδύναμη η Σοφία Μας
Μπρος στην Απλότητά της.
(1863)

Emily Dickinson, Το ανεξάντλητα Σημαίνον. 91 Ποιήματα, Επιλογή-Μετάφραση-Πρόλογος Έλλη Συνοδινού, εκδόσεις Ιδεόγραμμα, Αθήνα 2006, σ. 96

 

 

Ν’ Αγαπάς τα βουνά – Παντελής Θαλασσινός

 

 

  1. Ο ΕΧΘΡΟΣ ΤΗΣ  ΦΥΣΗΣ

Τα ονόματα των δέντρων,

τα ονόματα των χόρτων,

δε μου είναι και πολύ γνώριμα·

ούτε τα ονόματα των εντόμων και των πουλιών — τα ξέχασα όλα.

Μ’ αδύνατη μνήμη και τη βοήθεια λίγων γνώσεων,

κοιτάζω τα φυτά στο χωράφι, δείχνω τις σοδειές,

φωνάζω τα πουλιά… Η φύση δεν απαντά.

 

Πολύν καιρό πέρασα χωρίς όλα αυτά.

Και σήμερα το πρωί είδα απ’ τη σκαμμένη γη

να σηκώνεται ξαφνικά στον ουρανό κάτι σαν κορυδαλλός

(κορυδαλλό δεν το λένε;)

Δεν υπάρχει δέντρο, χόρτο, πουλί, έντομο, ούτε τίποτ’ άλλο πια.

 

Έχω γεμίσει τα κενά της μνήμης

με Μόρι, Νογκούτσι, Αγιουκάβα και με άλλα τέτοια ονόματα ποιητών.

 

Ονό Τοσαμπούρο [μετάφραση Ηλίας Κυζηράκος]

 

***

 

10.ΑΓΡΙΑ  ΦΥΤΑ  ΣΤΗΝ ΕΡΗΜΟ  ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

 

παράξενα πλάσματα

αμετανόητα

να γράφουν με σπασμένα δάχτυλα

να τραγουδούν με κομμένο λαιμό

 

παράξενα πλάσματα

ασυμβίβαστα

ταχυδρομικά περιστέρια

σε χώρα κυνηγών

μικρά θερμαντικά σώματα

στην επικράτεια των πάγων

 

μαντατοφόροι μιας αθωότητας

που αιώνες τώρα

αναπέμπει νότες μουσικής

σ’ ένα χαμένο ουρανό

 

μικρά δακρυσμένα αδέρφια

άγρια φυτά στην έρημο του κόσμου

 

 

Τόλης Νικηφόρου, Φλόγα απ’ τη στάχτη, 2017

 

 

ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΟΛΥΧΡΟΝΑΚΗΣ – ΥΜΝΟΣ ΣΤΗ ΦΥΣΗ

 

11.ΝΕΑ ΕΙΣΟΔΟΣ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΦΥΣΗ

 

Χωρίς να ξέρω πια τίποτα για λαοθάλασσες
κι άλλες τέτοιες ιστορίες.
Βραδινά νερά νυφική συμπλήρωση
στα μετάξια του μεγάλου μετανάστη του αγέρα
καθώς το σύννεφο μονάζει στη λιγόλεπτη ζωή του
για να στρέφονται τ’ άνθη προς τον ήλιο
χωρίς αντάμειψη και συνέχεια.


Να μη σε κοροϊδέψει τ’ αδιάκοπο ταξίδι του αγέρα.
Τα δάκρυα σκορπίζουν ομορφιά – το ξέρουμε –
μα φέρνουν όμως και μύξα στους ανθρώπους.

 ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ

 

 

12.ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΑΚΑΘΙΣΤΗ ΦΥΣΗ

 

Να την η θάλασσα με θρήνους γοερούς και πάλι

σωριάζεται πάνω σε βατραχόμορφους βράχους –

τι παράξενο! –

σέρνοντας δώθε-κείθε τα πλούσια μαλλιά της όπως η ξέφρενη

κι ατέρμονη κείνη γυναίκα που πέφτει στα πόδια

του τόσο φευγαλέου της έρωτα.

 ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ

Advertisements

Single Post Navigation

14 thoughts on “Πες το με ποίηση (217ο): «ΦΥΣΗ –ΦΥΤΑ»

  1. Ciao, aggeliki!!!… Αρκετά «στανάχωρο» το θέμα, εκτός κι αν το απλώσουμε πολύ: «π.χ. γη, θάλασσα, βουνό, δέντρα, δάσος, κλπ.», αν κι απ’ αυτά έχουμε κάνει ξεχωριστές αναρτήσεις.

    1. “Μάγεμα η φύσις κι όνειρο στην ομορφιά και χάρη·
    η μαύρη πέτρα ολόχρυση καί το ξερό χορτάρι.

    Με χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κρένει:
    «Όποιος πεθάνει σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει»”.
    (Δ. Σολωμός)

    2. Διονύσιος Σολωμός, «Ελεύθεροι πολιρκημένοι»
    VI

    Έστησ’ ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη,

    κι η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκειά της ώρα,

    και μες στη σκιά που φούντωσε και κλει δροσιές και μόσχους

    ανάκουστος κιλαϊδισμός και λιποθυμισμένος.

    Νερά καθάρια καί γλυκά, νερά χαριτωμένα,

    χύνονται μες στην άβυσσο τη μοσχοβολισμένη,

    και παίρνουνε το μόσχο της, κι αφήνουν τη δροσιά τους,

    κι ούλα στον ήλιο δείχνοντας τα πλούτια της πηγής τους,

    τρέχουν εδώ, τρέχουν εκεί, και κάνουν σαν αηδόνια.

    Έξ αναβρύζει κι η ζωή σ’ γή, σ’ ουρανό, σε κυμα.

    Αλλά στης λίμνης το νερό, π’ ακίνητό ‘ναι κι άσπρο,

    ακίνητ’ όπου κι αν ιδείς, και κάτασπρ’ ως τον πάτο,

    με μικρόν ίσκιον άγνωρον έπαιξ’ η πεταλούδα,

    που ‘χ’ ευωδίσει τσ’ ύπνους της μεσα στον άγριο κρίνο.

    – «Αλαφροΐσκιωτε καλέ, για πες απόψε τι ‘δες;».

    – «Νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!

    Χωρίς ποσώς γης, ουρανός και θάλασσα να πνένε,

    ουδ’ όσο καν η μέλισσα κοντά στο λουλουδάκι,

    γύρου σε κάτι ατάραχο π’ ασπρίζει μες στη λίμνη,

    μονάχο ανακατώθηκε το στρογγυλό φεγγάρι,

    κι όμορφη βγαίνει κορασιά ντυμένη με το φως του!».

    3. Ralph Waldo Emerson, «Φύση»

    Ι.
    Οι χειμώνες ξέρουν
    Εύκολα να ρίχνουν το χιόνι,
    Και η αδίδακτη Άνοιξη είναι σοφή
    Σε ηράνθεμα και ανεμώνες.
    Η φύση, μισώντας τέχνη και φροντίδες
    Παρεμποδίζει και φέρνει σε αμηχανία εγκεφάλους που συλλογίζονται·
    Ατύχημα και Έκπληξη
    Είναι οι κόρες των ματιών της·
    Αλλά στοργικά αγαπά τον φτωχό,
    Και, από θαυμασμό γι’ αυτήν
    Γκρεμίζει τον θορυβώδη διεκδικητή.

    Γιατί η Φύση ακούει στο ρόδο,
    Και δίνει προσοχή μέσα από τη στεφάνη της μουριάς,
    Να βοηθήσει τους φίλους της, να πληγώσει τους εχθρούς της,
    Και σαν σοφός Θεός κρίνει σωστά.
    Ωστόσο προέχει η αγάπη της
    Προς τις ψυχές που ποτέ δεν πέφτουν,
    Προς τους χωρικούς που ζουν ευτυχισμένα,
    Και τα καταφέρνουν καλά επειδή το επιθυμούν
    Που περπατούν σε άγνωστους δρόμους
    Και πραγματοποιούν κατορθώματα πριν γίνουν γνωστοί.

    ΙΙ.
    Είναι παιχνιδιάρα και καλή,
    Αλλά με ευμετάβλητη διάθεση,
    Χωρίς θλιβερή επανάληψη κάθε τόσο,
    Θα είναι όλα τα πράγματα για όλους τους ανθρώπους.
    Αυτή που είναι τόσο γριά, αλλά σε καμιά περίπτωση αδύναμη,
    Διοχετεύει τη δύναμη της στους ανθρώπους,
    Χαρούμενα και πολλαπλά χωρίς κώλυμα,
    Τους φτιάχνει και τους πλάθει όπως είναι,
    Και αυτό που αυτοί ονομάζουν τρόπο της πόλης
    Δεν είναι τρόπος τους, αλλά δικός της,
    Και αυτό που λένε ότι φτιάξανε σήμερα,
    Το μάθανε από τις βελανιδιές και τα έλατα.
    Γεννά ανθρώπους σαν φρέσκες μολόχες,
    Ήρωες και κόρες, σάρκα εκ της σαρκός της·
    Εμπλουτίζει το νερό της και το σιτάρι της
    Με γεύσεις τις οποίες βρίσκει κατάλληλες,
    Και τους δίνει κάτι να πιουν και να φάνε·
    Και έχοντας έτσι άρτο και ανάπτυξη,
    Της κάνουν προσφορές, όχι ακούσιες.
    Ότι είναι περισσότερο δικό τους, δεν το κατέχουν,
    Αλλά είναι δανεισμένο από άτομα σιδήρου και πέτρας,
    Και στα περίφημα έργα Τέχνης τους
    Η κυρίαρχη πινελιά είναι πάλι δικιά της.

    (http://monopoihmata.blogspot.gr/2012/09/blog-post_15.html)

    4. Ο. Ελύτης, ΔΕΥΤΕΡΗ ΦΥΣΗ

    Ι

    Χαμόγελο! Η πριγκίπισσά του θέλησε

    Να γεννηθεί κάτω απ’ τη δυναστεία των ρόδων!

    II

    Ο χρόνος είναι γρήγορος ίσκιος πουλιών
    Τα μάτια μου ορθάνοιχτα μες στις εικόνες του

    Γύρω απ’ την ολοπράσινη επιτυχία των φύλλων
    Οι πεταλούδες ζουν μεγάλες περιπέτειες

    Ενώ η αθωότητα

    Ξεντύνεται το τελευταίο της ψέμα

    Γλυκιά περιπέτεια Γλυκιά
    Η Ζωή.

    III

    Επίγραμμα

    Πριν απ’ τα μάτια μου ήσουν φως
    Πριν απ’ τον Έρωτα έρωτας
    Κι όταν σε πήρε το φιλί
    Γυναίκα.
    (Ο. Ελύτης, Προσανατολισμοί, Ίκαρος)

    5. «FLORA (χλωρίδα): η ανάσταση στα έαρα.
    FAUNA (πανίδα): η επανάσταση στα έαρα.»
    (Ν. Καρούζος)

    6. Μαρία Κουντουρά, «Τα Στοιχεία»

    τα όσα προκαλεί η φύση
    εκ φύσεως τα επιθυμεί
    Γ. Χ.
    Είναι φυσικός νόμος, μου λες
    η σωματικότητα της φύσης μου
    και η φύση μάς λέει ότι οι νόμοι της
    πρότυπο είναι που φυσικά υπακούμε
    —χωρίς εξαίρεση.
    Νόμος είναι όνομα που απονέμεται
    σε στοιχεία αρμοστά γενικευμένα
    σκέφτομαι, Πλατωνικά
    πόσο—στοίχημά μας και της φύσης.
    Στης καθημερινότητας τη μικροσκοπική καρδιά
    αμείωτο το τυχαίο αφήνει στοιχειώδη σωματίδια
    στην ομίχλη του είναι
    —παντού, εκεί, που
    κάποιο μέτρο τα στοιχειώνει.
    Νόμος άνομου, λες
    πάλι νόμος όμως—
    αλλά ποιας φύσης

  2. Έλα, Γιάννη, μη γκρινιάζεις.
    Χαλάρωσε και επικεντρώσου στο θέμα.
    Υπάρχουν καμιά 20αριά ποιήματα ακόμη.
    Και μόνο ένα να βρεις, κέρδος είναι.
    «Ουκ εν τω πολλώ το ευ». Εξάλλου, δεν τα πήγες καθόλου άσχημα.

    *

    13. ΦΥΣΙΣ

    Μοῖρες μου πολυτεχνίτρες,
    τῆς ζωῆς μας κυβερνῆτρες
    τί πεθαίνω, ἂν γεννιοῦμαι;
    κι ἂν πεθαίνω, τί γεννιοῦμαι;

    Ἄνθρωπε οἱ Μοῖρες λέγουν
    ὅτι εἰς τοῦτο δὲν σὲ φταίγουν
    καὶ αὐτὴν τὴν κωμωδία
    σὲ τὴν παίζουν τὰ στοιχεῖα.

    Ζωντανά ‘ναι, τρέχουν, σμίγουν
    κι εὐθὺς πάλ’ ἐκεῖ ξεσμίγουν.
    Μιὰ συμπλέκουν, μιὰ ξεμπλέκουν
    καὶ ποτὲ ποσῶς δὲν στέκουν.

    Ὅλη τέτοια εἶν’ ἐπίσης
    ἡ παντάστατή τους φύσις˙
    κι ἀπ’ αὐτὴν λοιπὸν στοχάσου,
    τρέχ’ ἡ γέννα κι ἡ φθορά σου.

    Ὁ σωρός τους ὁ σμιγμένος
    εἶσ’ ἐσὺ ὁ γεννημένος
    κι ὁ σωρός τους ὁ ξεσμιγμένος
    εἶσ’ ἐσὺ ὁ πεθαμένος.

    Τοῦτο ξεῦρε το καὶ γέλα
    κι ἔλ’ νὰ πᾶμε στὴ βαρέλα,
    νὰ ρωτήσουμε κι ἐκείνη
    τί ἀπόκριση μᾶς δίνει.

    Αθανάσιος Χριστόπουλος, Λυρικά

    ***

    14. Η ΦΥΣΙΣ

    Η φύσις είναι σαν μεγάλο συντριβάνι
    Θέμε δε θέμε πάμε πάντοτε με τα νερά της

    Κάποτε δένουμε τους μπόγους μας στη ράχη μας
    Κ’ έτσι καταδυόμεθα στον ύπνο
    Όπως οι κώδωνες των βουτηχτάδων
    Μέσ’ στους βυθούς των ομφαλών της θάλασσας
    Ψάχνοντας ερευνώντας βρίσκοντας
    Πόθους εν εγρηγόρσει σαν πυκνά κοπάδια
    Που αναμιγνύουν τις κραυγές των με λουλούδια
    Στην πιο βαθειά χλωρίδα των βυθών

    Όπως και επί της γης και στα λειβάδια
    Όταν παραμερίζοντας τους ίσκιους τρέχουμε
    Προς τις ψηλότερες κορφές μας
    Απ’ όπου βλέπουμε «a perte de vue» τον κόσμο
    Ή προς σημεία σύδενδρα κοντά σε ακτές
    Όπου παιδιά με χαϊμαλιά στο στήθος
    Παίζουν γυμνά και πέφτουν στα δίχτυα των ψαράδων
    Με πλήθος χαρούμενες φωνές που μοιάζουν με αντιλάλους
    Των ιαχών των Αχαιών προ των τειχών της Τροίας.

    ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ

    ***

    15. ΟΙ ΑΘΑΝΑΤΟΙ

    Πίσω και γύρω από τους αθανάτους
    των ερήμων και των περιβολιών
    Τα θνητά φυτά και οι άνθρωποι
    ζουν και υπάρχουν.

    Ο ουρανός είναι απύθμενος
    και η θάλασσα πανδέγμων
    Οι άνθρωποι όπως και τα φυτά
    ζουν την ζωήν των.

    Εκ πρώτης όψεως, τα πάντα φαίνονται αλλοπρόσαλλα,
    όμως μια προσεκτική θεώρησις του συνόλου
    καταδεικνύει στα έκθαμβα μάτια των παρατηρητών
    ότι παντού υπάρχει μία καταπληκτική συνέπεια, μία δομή, μία αρχιτεκτονική

    Όχι όμως της επιστήμης ή της τέχνης μα της φύσεως,
    μη καταλήγουσα εις καμίαν οριστική μορφήν
    όπως εις τας οικοδομάς ή τα άλλα κτίσματα
    μα που αποτελεί κατά ποικίλα διαστήματα προσωρινήν όψιν
    μιας αείποτε εξελισσομένης ενδελεχείας
    μιας αείποτης πολλαπλασιαζομένης διαθρώσεως και επικοινωνίας,
    ενός αείποτε τελουμένου μυστηρίου,
    που άλλοι το ονομάζουν Κόσμον,
    άλλοι Χάος ή Αρμονία
    και άλλοι Θεού σοφίαν.

    Μέσα εις αυτήν την απέραντον μεγαλοσύνη
    και τα μικρά και τα παραμικρά έχουν την πλήρη σημασίαν των
    και την ανυπολόγιστον βαρύτητα των
    Και εντός της αδιαπτώτου παρουσίας του αναμφισβητήτου αυτού συνόλου
    των μικρών και τεραστίων, των ορατών και αοράτων, των λογικών και παραλόγων
    οπίσω και γύρω από τους αθανάτους,
    που φύονται και εις τους κρημνούς
    και ζουν και εις τας ερήμους
    τα θνητά φυτά, τα ζώα και ημείς οι άνθρωποι
    όλοι μαζί παρά τον θάνατον
    εις αιώνα τον άπαντα ακμάζομεν.

    ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ

    Νίκος Στρατάκης, Φύση

    16. ΣΑΝ ΠΡΟΣΕΥΧΗ

    Μητέρα μου φύση
    Δεν είμαι παρά ένα απ’ τα πιο αδύναμα πλάσματά σου
    εγωκεντρικό απορριμματοφόρο, που προσπαθεί να σωθεί
    απ’ την πλεονεξία της ευφυΐας του
    κι από τη θλίψη που του προσφέρει
    ο κατατρεγμός της σιωπής σου

    Άφησε με να σε νιώσω, να νιώσω το αίμα που μας δένει
    Να βαδίσω μαζί σου κι όχι απέναντί σου
    Να ξαναβρώ την καταγωγή μου
    Γιατί δεν είμαι άμοιρος ευθυνών
    ούτε αθώος των προγονικών σφαλμάτων
    Μα σ’ αγαπώ και σε χρειάζομαι
    όπως ο άντρας την αγάπη της γυναίκας του
    όπως η ανάσα μας, το οξυγόνο
    όπως το αφυδατωμένο χώμα την αναγεννητική βροχή

    Μου λείπεις και μου λείπουνε τα πάντα
    Καμιά ισορροπία μέσα σ’ αυτόν τον αλλότριο κόσμο
    Ανάμεσα στους ομοίους μου είμαι ο πιο ξένος
    Η θλίψη μου είναι σαν την απουσία του ήλιου
    στο άρμα της αυγής
    Ο πόνος μου είναι σαν το καμένο δάσος,
    σκοτεινός και άκαμπτος
    Η οργή σου με φοβίζει και μ’ εξιλεώνει
    Η μοίρα σου είναι και μοίρα μου

    Μου χάρισες θεούς για να παρηγορώ τα κρίματα μου
    και τους έκανα άρχοντες του φόβου μου
    Μου χάρισες συντρόφους να μοιράζομαι την αγάπη
    και τους έκανα σκλάβους και δυνάστες μου
    Μου χάρισες ευφυΐα, όπλα και τόλμη να σε προστατέψω
    κι εγώ ανήμπορο θύμα, αδιάφορος εκμεταλλευτής,
    ένοχος έτσι κι αλλιώς
    σε πληγώνω καθημερινά κι ανεπανόρθωτα

    Και μόνο τη τέχνη μου άφησες
    Δόρυ – δοξάρι
    Να τραγουδήσω μήπως και σωθείς
    Να πολεμήσω μήπως και γλιτώσουμε
    Ή να το μπήξω μέσα μου
    αυτόχειρας απορριπτέος
    Τέκνο ανάξιο της μεγαλοσύνης σου

    Στέλλα Γεωργιάδου

    ***

    17. Η ΦΥΣΗ

    Ανέκαθεν η φύση μου ήταν απεχθής.
    Για την ακρίβεια
    η διαρκής υπόμνηση μιας αναιδούς αυτάρκειας
    μιας άνευ λόγου υπομονής
    μιας εσωστρέφειας
    κάτι σαν
    γιατί ν’ αναρωτιόμαστε

    – πανομοιότυπες σιωπές
    καταβροχθίζουν το ξημέρωμα
    κι άλλωστε άνετα συνυπάρχουνε
    λειωμένα ρούχα, χώματα
    κι η στατική εναλλαγή πολύχρωμων λεκέδων
    ενώ – όπως γνωρίζουμε – η ζωή
    υπήρξε επινόηση ευφάνταστου αφηγητή
    που πέθαινε τους ήρωες
    μόλις ανακαλύπτανε
    πως ούτε αυτός υπάρχει.

    Στο μεταξύ η πράσινη πόρτα
    δεν οδηγεί στο μάθημα της Ωδικής
    αλλά σ’ ένα τραπέζι χειρουργείου
    όπου βαθύτερα απ’ το απρόβλεπτο
    η νοσταλγία τεμαχίζει.

    Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Όροφος μείον ένα, 2008

    ***

    18. ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΙΕΣ
    (απόσπασμα)
    I
    Η φύση είναι ένας ναός όπου κίονες ζωντανοί
    Αφήνουν ν’ ακουστούν καμιά φορά συγκεχυμένα λόγια˙
    Ο άνθρωπος περνά από ‘κει, διασχίζοντας δάση συμβόλων
    Που τον παρατηρούν με βλέμματα οικεία.

    Σαν παρατεταμένοι αντίλαλοι που από μακριά ανταμώνουν
    Σε μια βαθιά και ερεβώδη ενότητα,
    Απέραντη και αχανή, όπως το φως και η νύχτα,
    Τα χρώματα, τ’ αρώματα, οι ήχοι ανταποκρίνονται.

    Εαρινά αρώματα, όπως της σάρκας των παιδιών
    Γλυκά σαν τον οξύαυλο, χλωρά σαν τα λειβάδια
    – Κι άλλα, φθαρμένα, πλούσια και θριαμβικά
    Ουσίες που διαχέονται χωρίς αρχή και τέλος,
    Όπως το μεντζουβί, το άμβαρο, ο μόσχος, το λιβάνι,
    Που ψάλλουν ό,τι φέρνει ο νους και ό,τι οι αισθήσεις.

    CHARLES BAUDELAIRE, Ανθη του Κακού,
    μτφρ.: Αλέξης Ζήρας, δημοσιευμένο στο περ. «Τα Ποιητικά», τ. 2 (Ιούνιος 2011)

    Μελίνα Τανάγρη -Καταιγίδα στην Αθήνα

    19. ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΑΜΟΡΦΩΜΕΝΗ ΦΥΣΗ

    Από την παραμορφωμένη φύση, το φύλλο
    Συμμετρικό ξεφεύγει και η άγκυρα
    Δεν το κρατάει: κιόλας χειμώνας, χειμώνας,
    Λίγη φωτιά την καπνιά της στα κανάλια αφήνει. Κανείς, θα μπορούσε και να προδώσει
    Στις φλόγες εκείνες τη νύχτα,
    Ν’ αρνηθεί
    τη γη, τρεις φορές.

    Σπας
    Που εδώ και χρόνια, τι χρόνια,
    Τ’ αστέρια
    Στα κανάλια να επιπλέουν,
    Βρομισμένα

    Κοιτάς
    Δίχως απέχθεια όμως,
    Αν κάποιον στη γη αγαπάς,
    Αν το νωπό το ξύλο τερετίζει, και
    Αποτεφρώνεται η γεωμετρία
    Του φύλλου που, τσιρίζοντας, σε ζεσταίνει.

    Σαλβατόρε Κουαζίμοντο (μετ. Χρίστος Κρεμνιώτης)

    ***

    20. ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΦΥΣΙΚΟ

    Ενώ πια περιβάλλον φυσικό για μένα έχει γίνει

    Έν’ άθλιο γραφείο με τοίχους πλαστικούς και λάμπες νέον

    Με το χαμόγελο των συναδέλφων ψεύτικο, βεβιασμένο

    Με κόρνες φορτηγών που ακούγονται στο δρόμο

    Ενώ η ζωή μου όλη συνωστίζεται σ’ αυτόν τον στενό χώρο

    Όπου αποστραγγίζονται τα άνθη της διανοίας μου

    Όπου της νιότης μου τα χρόνια φεύγουνε χωρίς επιστροφή

    Ενώ ουδέτερα κι ανούσια εδώ ο βίος μου κυλάει

    Ξέρω πως όλα πάντοτε δεν θα είναι χρήμα, υποταγή, συμβιβασμός

    Ξέρω πως κάπου μακριά ο ουρανός αστράφτει και βροντάει

    Η θάλασσα αφρίζει και τα κύματα ξεσπάνε

    Ζώα αναπαράγονται σε δάση και πουλιά πετάνε

    Σε ένα όργιο έντασης, ανησυχίας, βουής

    Σ’ έναν αέρα καθαρό, αμόλυντο, ωραίο

    Σε μια σειρά ημερών αληθινών κι απόλυτα αγνών

    Σε μία φύση που όλο με καλεί, που όλο με φωνάζει

    Ν’ αφήσω αυτή τη φρίκη και μαζί της να ενωθώ

    Αθήνα, 15.9.1993 ΛΗΤΩ Σεϊζάνη, Δημοσιεύθηκε στο λογοτεχνικό περιοδικό «Πλανόδιον» – Δεκέμβριος 2007

    ***

    21. Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΣΤΗ ΦΥΣΗ

    Οι ρίζες της βροχής είναι στη θάλασσα.
    Το προφίλ μου, το ξέρετε, είναι ο αγέρας.
    Δε θέλω να είμαι μόνος
    θέλω να περπατώ.
    Εγώ δεν είμαι δέντρο ηλίθιο
    με κλαδιά ανοιχτά.
    Και μηλιά να ήμουνα
    μόνο μήλα θα ’κανα.
    Θέλω να πάω στο ποτάμι.

    Τα χέρια μου είναι από πέτρα.
    Όμως δεν είμαι βάθρο πέτρινο
    που πάνω του στήνουν αγάλματα.
    Πάνω μου δε σηκώνω άγαλμα κανένα.
    Τώρα στο χώρο μου
    μπρούμυτα ξάπλωσα,
    τον καλπασμό του φλογισμένου αλόγου ακούω
    με μάτια υγρά και χαίτη αέρινη. Στάσου!

    Σαν να ψιθυρίζουν οι πεθαμένοι με τα φυτά
    …οι πεθαμένοι σαν να μην πέθαναν
    έτσι καθώς δεν έζησαν.
    Το ξέρετε, εμείς είμαστε ένα με τη φύση.
    Το δίκιο του ανθρώπου σαν τα κύματα.

    Βισάρ Ζίτι, «Η μνήμη του αγέρα», 1993, Μετάφραση από τα αλβανικά: Γιάννης Θηβαίος

    THE 5TH DIMENSION -LET THE SUNSHINE IN

    22. Ο ΗΛΙΟΣ ΤΙΤΛΟΦΟΡΕΙ ΤΗ ΦΥΣΗ

    Ο ήλιος με το δικό του τρόπο τιτλοφορεί τη φύση. Ιδού πως:
    Την πλησιάζει νύχτα από τα νώτα. Ύστερα
    εμφανίζεται στον ορίζοντα του κειμένου κι ενσωματώνεται μια στιγμή
    στην πρώτη γραμμή για ν’ αποκοπεί αμέσως.
    Και νάτη εδώ μια ματωμένη στιγμή.

    Τότε, ανατέλλοντας σιγά σιγά, φτάνει στο ζενίθ
    όπου η σωστή θέση του τίτλου, κι όλα είναι ακριβοδίκαια, όλα
    ανάγονται στον ήλιο μ΄ αχτίνες ισομήκεις κι ισοδύναμες.

    Έπειτα όμως δύει σιγά σιγά προς την κάτω δεξιά
    γωνία της σελίδας, και καθώς διαβαίνει την τελευταία γραμμή
    για να βυθιστεί ξανά στο σκότος και τη σιωπή,
    να πάλι μια καινούρια ματωμένη στιγμή.

    Γρήγορα η σκιά κυριεύει το κείμενο που γίνεται
    σε λίγο αδιάβαστο.

    Τότε αντηχεί η κατακραυγή της νύχτας.

    Francis Ponge, Η φωνή των πραγμάτων, μετ. Χριστόφορος Λιοντάκης. Εκδόσεις Πλέθρον, Αθήνα 1978

  3. Χρόνια πολλά

    George Le Nonce,

    Ν Ε Κ Ρ Η Φ Υ Σ Η

    Νὰ διακόψεις τὴ συνέχεια, νὰ κόψεις.
    Ἐδῶ δὲν εἶναι φύση, δὲν εἶναι νομοτέλεια
    ἐδῶ εἶναι πράξεις ἀνθρώπων καὶ ἀπανθρώπων
    καὶ στοὺς ἀνθρώπους ἀφήνει τὸ σημάδι του
    κάθε ποίημα ποὺ διαβάστηκε
    κάθε ποίημα ποὺ ἐπέζησε.

    /

  4. ntinagrigoris1214 :
    Χρόνια πολλά! Ευχαριστούμε για τη Νεκρή Φύση. Ιδού κι άλλες πολλές…

    *

    23. ΝΕΚΡΗ ΦΥΣΗ

    Κάποτε υπήρχε θάλασσα εδώ.
    Υπήρχε ζωή. Ψάρια, πεταλίδες,
    πεταλούδες, ωραίες νύχτες, δίχτυα και ψαράδες.
    Υπήρχαν παιδιά στα κύματα,
    γέλια και γυμνά σώματα.

    Τώρα η άμμος μετράει τις μονότονες ώρες.
    Γύρω, τέλμα και αποστροφή.
    Μεγάλες πέτρες παριστάνουν τα σώματα
    και μια φωνή σέρνεται φίδι γύρω από
    ένα απολιθωμένο κόκκινο μήλο.

    ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΝΤΟΣ

    ***

    24. ΝΕΚΡΗ ΦΥΣΗ

    Τι υπάρχει σ’ εκείνο το δωμάτιο
    έχουν βγάλει το κρεβάτι
    λείπει και το ντουλάπι
    και εκείνο το μικρό παλιομοδίτικο τραπεζάκι στη μέση
    βολικό για να ακουμπάς πάνω του ένα κερί ή
    ένα φλιτζάνι τσάι ή γάλα το πρωί

    χάθηκαν και οι δύο ξεχαρβαλωμένες πολυθρόνες
    που ήταν ακριβώς κάτω από το παράθυρο
    και οι κουρτίνες – σαν να τις πήρε ο άνεμος
    μέσα από το κλειστό τζάμι
    ούτε λάμπα
    ούτε κάτι πάνω στους γυμνούς τοίχους
    να αποσπά την προσοχή σου

    ούτε εγώ πλάι σ’ εσένα
    ούτε κι εσύ δίπλα σ’ εμένα
    μέσα εγώ είμαι δίπλα σου
    εσύ δίπλα σ’ εμένα
    η πορσελάνινη κανάτα
    ένα κομμάτι φέτα
    τα κεράσια

    Σηκώνεσαι πολύ νωρίς ένα πρωί
    βγαίνεις έξω και παίρνεις βαθιά ανάσα
    για να ανοίξεις τις κυψελίδες των πνευμόνων σου μέχρι τέρμα
    να αφήσεις να μπει μέσα σου
    η δροσιά του οξυγόνου
    να καταλάβεις βαθιά με το σώμα σου
    τα πράγματα μόνο φαίνονται μεταβλητά
    ενώ στην ουσία μέσα κι έξω
    παραμένουν τα ίδια
    κάθε φθινόπωρο
    χάνεις και κάποιον δικό σου

    Σίλβια Τσόλεβα, Μετάφραση από τα βουλγαρικά: Ζντράβκα Μιχάιλοβα

    ***

    25. ΝΕΚΡΗ ΦΥΣΗ

    Μόλις ξύπνησα η Ελένη δεν ήταν δίπλα μου.
    Ο ήλιος είχε μόλις πέσει.
    Κι η νύχτα, ορφανή,
    άρχιζε δειλά – δειλά το καθιερωμένο της σουλάτσο.
    Μα, σα να παραπατούσε.

    Το σώμα μου ήταν μουλιασμένο από τον ιδρώτα. Επιτέλους.
    Ο πρώτος ιδρώτας σημαίνει το τέλος της θερμοπληξίας.
    Οι πόροι του δέρματος ξανάνοιξαν και ήμουν πια καλά.
    Βγήκα στην αυλή και κατέβρεξα το κορμί μου με το λάστιχο.

    Στο μεταξύ πεινούσα πολύ. Υπομονή, θα κατέβαινα στη Χώρα αργότερα.
    Πήγα πίσω από το σπίτι, στο εργαστήριο του Μάρκου να δω αν ήταν εκεί.
    Έμοιαζε περισσότερο με αποθήκη παρά με εργαστήριο.
    Σκορπισμένοι πίνακες,
    έπιπλα αναποδογυρισμένα,
    βιβλία διαμελισμένα στο πάτωμα
    κι αράχνες στις γωνιές σαν οφειλή του ήθους.

    Μπήκα με αργά βήματα και τον συνάντησα καθισμένο,
    πίσω από το καβαλέτο του να διαβάζει ένα βιβλίο.
    Ήταν μια ποιητική συλλογή του Σαχτούρη. Τη γνώρισα αμέσως.
    Άκουσε μου λέει το ποίημα αυτό και θα σου πω μια ιστορία μετά.
    Πάνω το τραπέζι είχε δύο φρούτα και καθώς μου διάβαζε το ποίημα εγώ έτρωγα το
    πράσινο μήλο της omertà :

    «Στο καφενείο
    έρχεται ο χοντρός νονός μου
    με τις λίρες
    Ούτε μια δεν είναι για σένα, λέει
    γιατί δεν έγινες ο βαφτιστικός μου
    που περίμενα.
    Τότε λέω κι εγώ στο γκαρσόνι, πλάι μου
    — Φέρε μου ένα φλιτζάνι με μελάνι» .
    «Αυτό το ποίημα Αλέξη είναι του Μίλτου του Σαχτούρη. Τον ξέρεις;»
    Έγνεψα καταφατικά με βεβαιότητα.

    Αν μιλούσα, θα του έλεγα πως γνώριζα και το ποίημα πολύ καλά.
    – «Ε λοιπόν, το ποίημα αυτό είναι μια αληθινή ιστορία, γραμμένη στο τόπο
    αυτό. Ο Σαχτούρης σύχναζε στο νησί και μια φορά τον είχε επισκεφτεί ο
    νονός του. Και τα πράγματα συνέβησαν όπως ακριβώς στα διάβασα.
    Σαν τώρα θυμάμαι τον χοντρό νονό του, κουστουμαρισμένο να μιλάει με
    βροντή φωνή στο Μίλτο.

    Λογικό είναι να με ρωτήσεις πως τα ξέρω εγώ όλα αυτά, μα θα σου πω.
    Δούλευα τότε στο καφενείο του πατέρα μου. Εγώ ήμουν το γκαρσόνι.
    Σε ‘μένα παρήγγειλε το φλιτζάνι με μελάνι. Και δε του το πήγα ποτέ.
    Που να το έβρισκα;
    Σε ρωτώ».

    Προχώρησα προς το μέρος του και με ειλικρίνεια του άγγιξα τον ώμο.
    Τον βάραιναν οι τύψεις.
    Εκείνη τη στιγμή είδα το καβαλέτο του.
    Σχεδίαζε τα δύο πράσινα μήλα που μόλις είχα φάει.
    Πού να το ήξερα, σε ρωτώ.
    Ότι και να απαντήσεις, η αλήθεια είναι πως πλησιάζαμε.

    Γιατί μεταξύ μας αυτό θα πει ποίηση.
    Να τρως τις νεκρές φύσεις.
    Σαχτούρη φουκαρά.
    Κι η νύχτα συνέχιζε να παραπατά,
    να παραπαίει, τώρα με αποδείξεις.

    ΣΑΜΣΩΝ ΡΑΚΑΣ

    ***

    26. ΝΕΚΡΗ ΦΥΣΗ ΜΕ ΜΗΛΑ ΚΑΙ ΚΑΣΤΑΝΑ
    Μεταφράζοντας τον Arregi

    Τραγούδησέ μου ένα lied του Σούμπερτ,
    Το Tränenregen ή το Der Lindenbaum,
    γεμάτο στοιχειωμένα δάση και αιμοβόρα ξωτικά
    που καταδιώκουν μέσα στη βροχερή νύχτα
    τους επικηρυγμένους εραστές.

    Ακούμπησε τα δάχτυλα απαλά πάνω στα πλήκτρα
    και τραγούδησέ μου το πιο θλιμμένο lied.
    Κάλεσε τον δύσμορφο Φρανς
    να κάτσει πλάι μας στη φωτιά.

    Κι αν τύχει και πέσεις πάνω στη λέξη Herz
    φρόντισε η φωνή σου να ραγίσει στη σωστή νότα:

    φαντάσου ότι είμαστε δύο ρομαντικές ψυχές
    που ζούνε γύρω στα χίλια οκτακόσια είκοσι επτά
    κι ότι ένας από τους δυο μας πάσχει
    από μια ανείπωτη, ανίατη ασθένεια.

    Κανείς δεν θα μπορέσει να εκτιμήσει το σθένος μας.
    Την απερίγραπτη ομορφιά μας.

    Χάρης Βλαβιανός, περ. Εντευκτήριο, τεύχ. 82, Ιούλ. – Σεπτ. 2008

    ***

    27. ΝΕΚΡΗ ΦΥΣΗ

    Δύο κόκκινα μήλα
    σαν ζευγάρι ερωτευμένο
    κι ένα αχλάδι κίτρινο
    σαν ξεχασμένη ζήλια.

    Ένα μισό πράσινο μήλο
    όπως μια χλιαρή ελπίδα
    και μια φέτα από καρπούζι
    σαν μια καρδιά κομματιασμένη
    από τον πόνο.
    Δύο ρώγες σταφυλιού
    άσπρη και μαύρη
    όπως δύο μάτια που μυστικά παραφυλάνε.

    Τα φρούτα
    βαλμένα χωρίς μεράκι και φαντασία
    σε μια άχαρη πλαστική πιατέλα
    στο κάτω ράφι του ψυγείου
    θέλουν να πουν
    ότι μπορούν να διηγηθούν τη ζωή
    και μέσ’ από την άχρωμη ψύξη
    και το νανούρισμα του μοτέρ.
    Ακόμη κι έτσι.

    ΛΟΥΑΝ ΤΖΟΥΛΙΣ «ΜΥΡΙΖΩ ΜΗΛΟ»

    ***

    28. ΝΕΚΡΗ ΦΥΣΗ

    Δύο ψάθινα καπέλα κρεμασμένα
    στο σοβατισμένο τοίχο
    του κυκλαδίτικου σπιτιού
    είναι ό,τι θα απομείνει

    Θα υπαινίσσονται
    για τους μυημένους
    τις ζωές μας
    που έλιωσαν σιγά σιγά
    μες στον αμείλικτο ήλιο
    του καλοκαιριού

    Νίκος Αλιφέρης

    ***

    29. ΝΕΚΡΗ ΦΥΣΗ

    Κούκους η πένθιμη Καμπάνα
    Έκανε να αναπηδήσουν, στο σκοτάδι,
    Ο κούκος , του γέρου εκκρεμές,
    Και η κουκουβάγια, φρουρός,
    Στην κορνίζα της στο φως των κεριών
    Που φλογίζει μέσα από τα μάτια της.

    – Άκου την κουκουβάγια να σωπαίνει…
    – Κραυγή του δάσους: Αυτό είναι το καρότσι
    Του θανάτου, κατά μήκος του δρόμου…
    Και, με ένα χαρούμενο πέταγμα, το κοράκι
    Κάνει τον κύκλο της στέγης όπου ξενυχτούν
    Τον θανόντα που αύριο φεύγει.

    Τριστάν Κορμπιέρ: Κίτρινες Αγάπες, Μετ. Άντυ Δημητριάδου

    ***

    30. ΝΕΚΡΗ ΦΥΣΗ

    Για να σε ζωγραφίσω
    σ’ έβγαλα συναγρίδα μου
    από την κατάψυξη

    ήθελα μοντέλο στην πιατέλα
    τριγύρω σέλινα, κρεμμύδια και καρότα

    Τελείωσε η ζωγραφιά
    κι ήσουν ακόμα παγωμένη

    ΚΩΣΤΑΣ ΡΙΤΣΩΝΗΣ, Βραχνή φωνή

    ***

    31. ΝΕΚΡΕΣ ΦΥΣΕΙΣ

    Πράσινο
    Ο βαρύς βηματισμός των πυροβολητών περνά μέσα απ’τη γεωμετρία
    Αφήνομαι
    Σύντομα δε θα ’μαι παρά χάλυβας
    Χωρίς τον γνώμονα απ’ το φως

    Κίτρινο
    Σάλπιγγα της νεωτερικότητας
    Το αμερικάνικο ντοσιέ
    Ξερό και
    Φρέσκο
    Όσο οι πρώτες εξοχές
    Νορμανδία
    Το τραπέζι του αρχιτέκτονα
    Λιτά όμορφο

    Μαύρο
    Μ’ ένα μπουκάλι σινική μελάνη
    Και μπλε πουκάμισα
    Μπλε
    Κόκκινο

    Κι έπειτα ένα λίτρο, ένα λίτρο αισθησιασμού
    Κι αυτή η υψηλή καινοτομία
    Άσπρο
    Φύλλα λευκού χαρτιού

    Blaise Cendrars , μτφρ. Αγγελική Δημουλή https://www.vakxikon.gr/%CE%BC%CF%80%CE%BB%CE%B5%CE%B6-%CF%83%CE%B1%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%AC%CF%81-%CE%BF-%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%B7%CF%84%CE%AE%CF%82

    NATURA-ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ.-ΨΑΡΑΝΤΩΝΗΣ

    32. Η ΤΕΧΝΗ ΤΟΥ ΟΙΚΟΛΟΓΕΙΝ ΕΥΣΧΗΜΟΝΩΣ

    Έφτασε ο καιρός
    να υπερασπιστούμε υψηλόφρονες
    και το δικαίωμα
    κάθε πτηνού στο ίδιο του τιτίβισμα
    της παπαρούνας το δικαίωμα στο κόκκινο
    της θάλασσας τα legal rights στην αλμύρα της

    Μαρία Αρχιμανδρίτου, Ευεξία χρωμάτων (1998)

  5. Σας ευχαριστώ πολύ, Αγγελική και Γρηγόρη, για τα ωραία ποιήματα!!!

    *Ψάχνοντας, ψάχνοντας, κάτι βρήκα κι εγώ:

    -Μαρίας Πανούτσου, «Της φύσης»

    «μάζεψε τα πέταλα από αυτό το λουλούδι
    και φύλαξε τα/πράσινα φύλλα/ ζουμπούλι

    και ορχιδέα σε ένα γυάλινο βαζάκι /με φως να διαπερνά το τυχαίο βλέμμα/ υγρασία/
    έξω στο χορταριασμένο κήπο/ κρύβομαι μ ένα μικρό φύσημα αέρα παρέα/ μαζί/

    πάντα μαζί /με τον κόσμο που αγάπησα
    η ομορφιά δεν κρύβεται/ δεν ζητά/ δεν πεθαίνει»

    (http://fractalart.gr/paparouna-xarwpi/)

    -Κ. Γ. Καρυωτάκη, «Επιστροφή»

    Εγώ δεν επλανήθηκα σε δάση απάρθενα, βουερά,
    μηδέ η ριπή μ’ εχτύπησε του ωκεανείου ανέμου.
    Σκλάβο πουλί, τ’ ανώφελα πηγαίνω σέρνοντας φτερά
    και δε θα ιδώ τους ουρανούς που νοσταλγώ, ποτέ μου.
    Μα πάντα, ω ΦΥΣΗ, αλίμονο! πόσο η ψυχή μου ταπεινή
    λάτρισσα στο παραμικρό γίνεται μάντεμά σου,
    και πόσο, τώρα που η βραδιά θα πέσει φθινοπωρινή,
    το καθετί περσότερο μου λέει την ομορφιά σου!
    Με μιαν ακρούλα σύννεφου ταξιδεμένου με καλείς,
    με το χρυσό χαμόγελο του μαραμένου βρύου,
    μ’ ένα χορτάρι ανάμεσα στις πλάκες όλες της αυλής,
    που το σαλεύει μοναχό η πνοή του Σεπτεμβρίου.
    Και τη φωνή σου ακούγοντας, τη μυστικιά, τη δυνατή,
    ω φύση, θα ‘ρθω κάποτε φέρνοντας το σταυρό μου.
    Θα’ ναι το χώμα σου ελαφρό, και θα ‘ναι πάντα ονειρευτή
    η ώρα με τ’ αναπάντεχο τέλος του μάταιου δρόμου!

    [πηγή: Κ. Γ Καρυωτάκης, Τα Ποιήματα (1913-1928), επιμ. Γ.Π. Σαββίδης, Νεφέλη, Αθήνα 1992, σ. 114]

    – Alphonse de Lamartine, «Το φθινόπωρο»

    Χαίρετε, ω δάση, με τη λίγη ακόμα χλόη!
    Φύλλα ξερά στο έδαφος πεσμένα!
    Ύστατες μέρες όμορφες! Όλα είν’ αλόη
    και πένθος, που ταιριάζουνε σε μένα!
    Είμαι δρομάκι έρημο που κανείς αργοπερνά.
    Ποθώ να δω τον ήλιο μας για τελευταία φορά,
    έτσι χλωμό κι’ αδύνατο απ’ τα βάθη ως ξεκινά
    και των δασών φέρνει ώς εμέ την τόση συμφορά.
    Ναι, σ’ αυτές τις μέρες που η ΦΥΣΗ μοιάζει να πεθαίνει,
    σ’ αυτά τα συννεφιάσματα πιότερη βρίσκω χάρη.
    Είναι το αντίο του φίλου μου, το τελευταίο γέλιο,
    εκείνου που ο θάνατος σε λίγο θάχει πάρει…
    Έτσι, έτοιμοι πια ν’ αφήσουμε για πάντα τη ζωή,
    κλαίγοντας για τις άγονες μέρες μας που χαθήκαν,
    ξαναγυρίζω πάλι εδώ, στου πόθου μου τη γη,
    και χαίρομαι όλα τα καλά που τώρα με αφήκαν…
    Γη, ήλιε και λειβάδια, κι’ εσύ γλυκειά, όμορφη ΦΥΣΗ,
    στην άκρη εδώ του τάφου μου, ένα δάκρυ σάς χρωστάω!
    Ο αγέρας όλο άρωμα! το φως λαμπρό στη δύση!
    Ωραίος ήλιος! Μελλοθάνατος εγώ που τον κυττάω!
    Θάθελα τώρα να στραγγίξω ώς το τέλος
    το δισκοπότηρο αυτό από νέκταρ και χολή.
    Μπορεί σ’ αυτό, που τη ζωή την ίδια θα ρουφούσα,
    μια σταγονίτσα μέλι νάμενε θολή!
    Μπορεί το μέλλον να φυλάει για με ακόμα
    κάποιαν αχτίνα ευτυχίας που δεν έχει χαθεί.
    Μπορεί να υπάρχει μέσ’ το πλήθος ένα στόμα
    ψυχής που μ’ ένοιωσε και να μ’ αποκριθεί.
    Τ’ άνθος μαραίνεται σκορπώντας τ’ άρωμά του.
    Στον ήλιο, στη ζωή, είναι το αντίο τους αυτό.
    Κ’ εγώ πεθαίνω. Κι’ όταν πέσω του θανάτου,
    σε σκοπό θλιβερό, μελωδικά, θα εξατμισθώ…

    μτφ. Αντιγόνη Γαλανάκη-Βουρλέκη

    [πηγή: περ. Νέα Εστία 85, τχ. 1007 (15 Ιουν. 1969) 880 (αφιέρωμα στον Λαμαρτίνο)]

    -Β. Καπετάνιου, «ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗΣ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ»

    Μέσα στην τόση καλοσύνη
    της φύσης που με συγκινεί
    βρήκα φωλιά, βρήκα πηγή
    και μιαν ολόγιομη Σελήνη
    π’ όλο το Είναι μου ορθεί
    και κάμει ολόσειστα τη γη
    να πάλλεται από γαλήνη.
    *
    Τι ταπεινότης, τι τιμή
    πόση η έγνοια της ευθύνης
    ποιο το συγκλόνισμα και τι
    νοιώθω στο ευ της ευφροσύνης
    όταν προσκυνητής στη γη
    στο ‘κόνισμα της καλοσύνης
    δέεται σύστολα η ψυχή!
    *
    Αγγίζω το μικρό πουλί
    και νοιώθω την εμπιστοσύνη
    π’ αυτό μου δείχνει και κινεί
    ‘σθήματα που η ρωμιοσύνη
    ξέχασε γιατ’ η φυλή
    από τη μήτρα ‘χει αποκλίνει.
    *
    Ο κότσυφας θρασομανά
    το θαρρευτό πετά σπουργίτι
    ο τέττιγας αχολογά
    σειέται βουβό το σαμιαμίδι
    ο μέρμηγκας με προσπερνά
    κι ο πάρδος ψάχνει νάβρει σπίτι.
    *
    Πάνου στην πέτρα η φασσιά
    ο κάπρος βγαίνει σαν αυγίζει
    σούρνεται η δενδρογαλιά
    μόνος ο ρήσος συνεχίζει
    το λάφι με ακολουθά
    και το τσακάλι με μυρίζει.
    *
    Κάτου στη γης μύροι λογής
    ρίγανη, θρούμπι κι αφάνα
    αρώματα που με μεθούν
    και μου μπικώνουν την ανάσα,
    φασκομηλιά μεσοστρατίς
    χαμομηλάκια μία στάλα!
    *
    Πεύκος, μυρσίνη, λυγαριά
    κάπαρη, δρυς, γέρο πλατάνι
    κυπάρισσος στη δημοσιά
    ελιά που γέμει το χωράφι
    της γης οπώρες που δετά
    φτιάχνουν της φύσης το λογγάδι.
    *
    Αγέρας, πέτρα, άρμη, φως
    αχολογά ο τόπος πράξη
    ήλιος και γη, λίγο νερό
    αρκούν για να δεθεί η πλάση
    κι όλα να γίνουνε σκοπός
    και να πορέψουνε με τάξη.
    *
    Γήινη εσθήτα όλ’ αυτά
    κι ο άνθρωπος να την πλουτίζει
    να στέργεται κι αρμοστά
    μέσα στο σύμπαν να πορίζει,
    ωριός και θέριος σταυρωτά
    να πλέκει φύση και ν’ ορίζει.
    *
    Και η ταυτότητα της γης
    να μπλέκεται με του ανθρώπου
    μύστης και χτίστης της ζωής
    ο πονητής νάναι του τόπου
    κι ύστερα ως προσκυνητής
    να στέκεται στη γη του κόπου.
    *
    Αχειροποίητη ομορφιά
    νοιώθω ετούτη εδώ την πλάση
    της ύλης σπάζει η παρθενιά
    χωρίς το Είναι της ν’ αλλάζει
    η φύση μία Παναγιά
    κι η παρθενιά της όλη η τάξη.
    *
    Σ’ αυτό το θάμα της ζωής
    προσκυνητής κι εγώ προβαίνω
    στη θέρμη της υποβολής
    παίρνω πνοή κι ανατέμνω
    ψηλά με πάγει της ορμής,
    το κάλεσμα και πλέριος βγαίνω.
    *
    Οι αισθήσεις όλες ποταμός
    τα χνώτα μύροι, η γη βουίζει
    πίνω τον ήλιο, πίνω φως
    φλέβες φουσκώνουν και γεμίζει
    από ανάσα ο σκοπός˙
    γένεται πύρα και φλογίζει.
    *
    Έτσι στεκάμενος σεπτά
    στο ‘κόνισμα της Άγιας Φύσης
    νοιώθω Θεός να με βαστά
    μέτοχος κι εγώ της Κτίσης
    στο θάμα βλέπω φανερά
    πόσο μικρός είμαι της ζήσης!

    (https://dasarxeio.com/2017/03/21/42903/)

  6. 33. ΦΥΣΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

    δεν μου αρέσουν τα φυτολόγια
    ούτε τ’ αποξηραμένα άνθη
    ανάμεσα στις σελίδες των βιβλίων

    δεν θα δεχτώ ποτέ
    πως είσαι μόνο ένα αποτύπωμα
    ενός σπάνιου αστερία
    που ξεράθηκε κάποτε
    πάνω σε μια πέτρα

    μερικοί αυτό το λένε ιστορία
    άλλοι ανάμνηση
    εγώ απλώς θάνατο

    θέλω πάντα να ευωδιάζεις
    σαν το κυκλάμινο μες στη βροχή
    ή σαν φυτό θαλασσινό
    με όλη σου την ανάσα
    με όλη σου τη ζωή
    να είσαι εδώ
    μοναχικό κοράλλι
    στο δικό μου το βυθό
    ΤΖΟΥΛΙΑ ΦΟΡΤΟΥΝΗ

    Green Fields – Brothers Four

    34. ΜΥΡΩΔΙΑ ΠΡΑΣίΝΟΥ

    Μυρωδιά πρασίνου –
    χαμένη μου παιδική ηλικία –
    όταν καμάρωνα
    για τα μελανιασμένα μου γόνατα –
    ξερίζωνα άσκοπα
    τα λουλούδια, τη χλόη στην άκρη των μονοπατιών,

    έπειτα τα πετούσα –
    μου βάραιναν τα χέρια –
    μυρωδιά αυγουστιάτικων δασών – το μεσημέρι –
    όταν το ξαναμμένο πρόσωπο διαλύει
    τους ιστούς των αραχνών –

    διαβαίνοντας τα ρυάκια η πέτρα αναπηδά
    το πόδι βυθίζεται
    το ψύχος εισδύει μέχρι βαθιά στους παλμούς –
    ο ήλιος, ο ήλιος
    πάνω στον γυμνό λαιμό –
    το φως που ξανθίζει τα μαλλιά –
    μυρωδιά γης
    χαμένη μου παιδική ηλικία.

    Antonia Pozzi, Μυρωδιά πρασίνου και άλλα ποιήματα, μτφρ.: Άννα Γρίβα

    ***

    35. ΑΓΡΙΑ ΦΥΣΗ

    Σήμερα,
    καθώς γυρίζαμε σπίτι,
    είδαμε
    μια γερακίνα
    να επιτίθεται σε θήραμα
    στο πλάι του δρόμου.

    Γλίστρησε διαγώνια
    του παρμπρίζ μας
    και έπεσε με τα νύχια ανοιχτά
    πάνω σε κάτι –
    δεν μπορούσαμε να δούμε
    τι ήταν – μια και τα φτερά
    τυλίχτηκαν γύρω απ’ αυτό
    που ο Λούκας αποκάλεσε
    «το θήραμα».

    Θέλησε να μάθει
    αν τα γεράκια παίρνουν παιδιά
    ή γάτες
    και μετά,
    καθώς επιβραδύναμε για να δούμε,
    διάλεξε να θαυμάσει
    το φτέρωμα
    και το άγριο φως
    της ματιάς της.

    Τζων Μπέρνσαϊντ, Mετ: Χριστίνα Λιναρδάκη

    ***

    36. Η ΑΤΙΘΑΣΗ ΦΥΣΗ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ

    Έκλεισα τα μάτια
    και τα βλέφαρά μου γεμίσαν κληματίδες
    αυτές που ανεβαίνουνε πέτρινους τοίχους

    έτσι μονάχες, μοναχές
    με μόνο στήριγμα μια πέτρα
    ξέρουν αυτές
    γεμίζουν με πράσινο το γκρίζο
    γδέρνονται ανάμεσα στο κρύο
    συντροφεύουν τον βράχο με βρύα
    σφίγγονται μετάξυ τους με βία
    Και μόλις άνοιξα τα μάτια
    έκανα φίλη μία ρωγμή
    τόση δα
    μονάχα

    Κρυσταλλία Κατσαρού

    ***

    37. ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΦΥΣΗ

    Ίσως ποτέ να μην μάθουμε ποια ήταν,
    ως το τέλος όμως
    θα πιστεύουμε πως την γνωρίσαμε.

    Προχτές νομίζω
    ήταν η τελευταία φορά
    που κάθισε δίπλα μου,
    όσο έβλεπα ένα ντοκιμαντέρ
    για τον Τρίτο Κόσμο
    Κι αυτή τη στιγμή που γράφω
    αισθάνομαι να μου χαϊδεύει τον ώμο,

    η πραγματικότητα.

    ΛΙΛΗ ΝΤΙΝΑ

    ***

    38. ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΦΥΣΗ

    Εγώ είμαι μικρή.

    Δεν έχω δάχτυλα να υφαίνουν ώρες αγρύπνιας

    Τα χέρια μου τη μοναξιά δεν την κεντούν σε αραχνοΰφαντο στολίδι

    Το στήθος μου ζεστό ποτάμι από πυρ.

    Εγώ είμαι λίγη.

    Δεν φτάνει το τραγούδι μου να ξεμυαλίσει ναυαγούς

    Και το κορμί μου δεν αρκεί να σε κρατήσει εννέα χρόνια στο νησί .

    Δεν έχω εγώ τη φήμη της Ελένης, την κόμη την ξανθή, τα θέλγητρά της

    Που έστειλαν πρόωρα στον Άδη τόσα φιλντισένια ανδρικά κορμιά.

    Εγώ είμαι ανθρώπινη.

    Δεν έχω τίποτε το θεϊκό ,ούτε χαρίσματα, ούτε φίλτρα μαγικά,

    Ούτε χαμόγελο ολόφωτο ,ούτε σημάδια απόκρυφα να εξερευνήσεις.

    Εγώ είμαι φτιαγμένη από πηλό.

    Η σάρκα μου ,τα οστά μου, το αίμα μου

    Ανθρώπου θνητού καμωμένα, χωρίς έστω την ψευδαίσθηση του ξεχωριστού.

    Δεν λάξευσε εμένα το κορμί μου γλύπτης, ούτε θεός δεν φύσηξε αεράκι την ώρα που γεννιόμουν.

    Οι Μοίρες ξεχάσαν να με προικίσουν και αδέσποτη στάθηκα στης τύχης τα τερτίπια.

    Δεν με λαχτάρησε κανένας Κένταυρος εμένα ούτε και ο Δίας μετεμορφώθη σε χρυσή βροχή να με πλαγιάσει.

    Εγώ λοιπόν είμαι αυτή.

    Και ξέρω. δεν σου είμαι αρκετή.

    ΑΝΤΖΕΛΑ ΓΕΩΡΓΟΤΑ

    YMA SUMAC, Chuncho

    39. ΚΑΤΕΒΗΚΕ ΤΗ ΦΥΣΗ ΚΙ ΑΝΕΒΗΚΕ ΤΗΝ ΠΡΑΞΗ

    «Κόκκινο σύννεφο μικρό σαν έρημο ψαροκόκαλο
    στη δειλινή αιθρία ωραίων κι ωραίων ημερών απ’ το φθινόπωρο
    της ψυχής είν’ ο ήλιος πρασινόχαρτο στάχυ
    βγαίνει απ’ τα σκελετώματα στη σκάλα
    που οι γύροι της αρδεύουν έρημοι το στερέωμα.
    Τη ζωή τη στολίζει ο χρόνος
    οι πράξεις αδειασμένες είναι στο κύλισμά του
    κι ολομόναχο βλέπω το παιδί
    που λάμπει πέρ’ από κάθε Γαλαξία.»

    Νίκος Καρούζος

    ***

    40. DE NATURA RERUM
    (ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΦΥΣΕΩΣ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ)

    Ο Λουκρήτιος το γνώριζε.
    Άνοιξε το κιβούρι,
    θα δεις, είναι γεμάτο από χιόνι
    που στροβιλίζεται.

    Κάποτε, δύο νιφάδες ανταμώνουν,
    γίνονται μία
    που περιστρέφεται με χάρη
    στον μικρό θάνατό της.
    Πώς γίνεται
    να ανοίγει ο καιρός;

    Η μια δεν είναι παρά μόνο νύχτα
    κι η άλλη όνειρο.
    Από πού έρχονται αυτές οι δύο σκιές
    που γελώντας βαδίζουν,
    η μια τυλιγμένη
    σε μάλλινο κόκκινο ;

    Yves Bonnefoy, (μτφρ. Ανδρονίκη Δημητριάδου)

    ***

    41. ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ

    Κύριε δένδρε, γιατί μεγάλωσες τόσο
    Και κρύβεις τον ήλιο από μένα;
    Κύριε ήλιε μην κάνεις τον καμπόσο,
    Καιρός για να φωτίσεις κανένα!

    Κύριε πτηνέ, τι τιτιβίζεις ασταμάτητα;
    Δε θέλω συμβουλές από κανένα!
    Κύριε σύννεφε, γιατί βροντοφωνάζεις ακράτητα;
    Εδώ δεν είναι του πολέμου η αρένα!

    Κύριε πέλαγε μας κούφωσες με τα Μποφόρ σου!
    Κάτσε φρόνημα! Χρειάζεσαι εκπαίδευση!
    Κύριε έλατε, και όλοι οι άλλοι ελάτε εδώ!
    Έχουμε σήμερα της Φύσης τη συνέλευση!

    Κυρία οχιά, τι σίζεις απειλητικά;
    Αυτό θα γραφτεί στο ποινικό σου μητρώο!
    Κύριε λέοντα κόψε τον βρυχηθμό!
    Μάλιστα, είσαι “βασιλιάς”, όμως των ζώων!

    Σ’ αυτή τη συνέλευση πρόεδρος είμαι εγώ, ο άνθρωπος!
    Εσείς έχετε μόνο το δικαίωμα ν’ ακούτε!
    Τον άνθρωπο πρέπει να περιβάλλετε με ανέσεις!
    Και πάντα να τον υπακούτε!

    Γκαλίνα Πολίνσκαγια , μετ. Γιώργος Σοϊλεμεζίδης

    ***

    42. ΞΕΜΑΚΡΥΝΕ Η ΦΥΣΗ

    Ξεμάκρυνε η φύση αρκετά
    σταμάτησε να ρέει στη ματιά μας
    απέδρασε από τις αρτηρίες μας
    μετοίκησε σε άλλα καταγώγια
    έγινε στρώμα καπνού

    έχει όμως προοπτική αναγέννησης
    από τις στάχτες της
    μ’ εμπορικές ρήτρες
    ν’ αναρτηθούν δάση σε απομίμηση

    σαν να προσπαθείς να αποσπάσεις
    την προσοχή αχρηστευμένων βλεμμάτων
    με κουδουνίστρες
    και άλλα ευτελή παιχνιδάκια.

    ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΡΩΑΔΙΤΗΣ, ΜΕ ΜΙΑ ΚΟΚΚΙΝΗ ΑΝΑΤΑΣΗ (2016)

    ***

    43. Ο ΚΟΥΑΣΙΜΟΔΟΣ ΩΣ ΦΥΣΙΟΛΑΤΡΗΣ ΛΟΓΙΟΣ

    Πέταξα το τετράδιο απ’ τα χέρια μου
    Σαν να βρήκα στις σελίδες του ένα φίδι.
    Μα ήταν μόνο το κουμπί μιας τελείας
    Που κούμπωνε ως τον λαιμό την παράγραφο.
    Την έπνιξε ο γιακάς την ηρωίδα μου
    Κι ο χρόνος της έπαθε λόξυγκα.

    Έτσι περνώ τις χιονισμένες νύχτες,
    Καμπούρης με κεφάλι καιόμενο.
    Στη ράχη μου οι φιδοφωλιές φορτωμένες
    Σφυρίζουν όλες γύρω απ’ τ’ αυτιά μου.

    «Κάθε εξιστόρηση δαγκώνει», σκέφτομαι,
    «Γράψεις, δε γράψεις, φαρμακώνεσαι»,
    Και δώσ’ του τα χαρτιά μου γεμάτα
    Από τις άτσαλες πατημασιές ενός δύσμορφου.

    «‘Ιχνη ορειβάτου», η κριτική αποφαίνεται.
    Μπα, η μοίρα μου είναι. Ράβει τα κουμπιά της.[…]

    ΔΗΜΗΤΡΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, «Το ελάχιστο ψωμί της συνείδησης»

  7. Ciao Aggeliki!!!… Πού τα βρίσκεις!!!
    Εγώ από ποίηση δε βρήκα κάτι άλλο αξιόλογο, παρά μόνο το πολύ ωραίο τραγούδι των Apurimac με τον Κατσιμίχα, «Μάνα γη», ένα τραγούδι αγαπημένο που πολλλές φορές αξιοποίησα διαδακτικά στο σχολείο!

  8. Ωραίο τραγούδι και υπέροχο βίντεο. Εύγε, Γιάννη!

    *

    44. Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΦΥΣΙΟΓΝΩΣΤΗ

    Όλη την χρονιά το λιναρό-φραγμα σάπιζε στην καρδιά της
    γειτονιάς’ πράσινο και βαρυκέφαλο
    Λινάρι είχε σαπίσει εκεί, λυγισμένo από τεράστια γρασίδια.
    Καθημερινά έλυωνε στον τιμωρό ήλιο.
    Φυσαλίδες γαργάριζαν απαλά, κρεατόμυγες
    Έπλεκαν μια δυνατή γάζα ήχου γύρω από τη μυρωδιά.

    Υπήρχαν λιβελούλες, πεταλούδες με βούλες
    Αλλά το καλύτερο από όλα ήταν το θερμό πηχτό σάλιο
    Των βατραχοαυγών που ανάβλυζε όπως το θρομβωμένο ύδωρ
    Στη σκιά των οχθών. Εδώ, κάθε άνοιξη
    Θα γέμιζα βάζα του γλυκού γεμάτα με τις πηγμένες
    Κηλίδες για να τα παρατάξω στα περβάζια των παραθύρων στο σπίτι,
    Στα ράφια στο σχολείο, και να περιμένω και να κοιτάζω μέχρι
    Οι παχιές κουκίδες να ξεσπούν σε σβέλτους-
    Κολυμβητές γυρίνους. Η Δεσποινίς Γουόλς θα μας έλεγε πώς
    Ο μπαμπάκας βάτραχος λεγόταν κατεσβεϊανός
    Και πώς κόαζε και πώς η μανούλα βάτραχος
    Γέννησε εκατοντάδες μικρά αυγά και αυτά ήταν τα
    Βατραχοαυγά. Μπορούσες επίσης να πεις τον καιρό από τους βατράχους
    Γιατί ήταν κίτρινοι στον ήλιο και καφετιοί
    Στη βροχή.

    Τότε μια καυτή ημέρα όταν τα χωράφια ήταν δύσοσμα
    Με αγγελαδοκούραδα στο χορτάρι οι αγριεμένοι βάτραχοι
    Εισέβαλαν στο λιναρό-φραγμα ‘Έσκυψα γρήγορα πίσω από φράχτες
    Από ένα αγροίκο κόασμα που δεν είχα ακούσει
    Πριν. Ο αέρας ήταν πυκνός με ένα μπάσο χορωδιακό.
    Δεξιά κάτω στο φράγμα αηδιαστικοί-με κοιλιές που πετούσαν έξω βάτραχοι έγερναν
    Στα γρασίδια ‘ οι χαλαροί λαιμοί τους πάλλονταν όπως τα σαλιγκάρια. Μερικοί χοροπηδούσαν:

    Το βρόντηγμα και ο γδούπος ήταν αισχρές απειλές. Μερικοί κάθισαν
    Ισορροπημένοι σαν χειροβομβίδες λάσπης, τα τραχύ κεφάλια τους πέρδονταν.
    Αηδίασα, έστριψα, και έτρεξα. Οι μεγάλοι γλοιώδεις βασιλιάδες
    Είχαν μαζευτεί εκεί για εκδίκηση και ήξερα
    Ότι εάν χαμήλωνα το χέρι μου τα αυγά θα το άρπαζαν.

    Σέιμους Χήνυ, μτφρ. Νίκος Παναγόπουλος

    ***

    45. ΓΙΑ ΤΗ ΜΑΚΡΟΘΥΜΙΑ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ

    Α, η κούπα με τ’ αχνιστό το γάλα
    ζυγώνει ακόμα του γέρου το ξεδοντιασμένο στόμα.
    Α, στα ποδάρια του κακούργου, του δραπέτη,
    τρίβεται το σκυλί που ζητιανεύει αγάπη.
    Α, πάνω απ’ τον άντρα που βιάζει το παιδί στη λαγκαδιά
    οι φτελιές γέρνουν τη σκιερή, χαριτωμένη φυλλωσιά τους.

    Και η τυφλή σκόνη σβήνει από τη θύμησή μας
    στοργικά τα ματωμένα σας τα χνάρια, δολοφόνοι.
    Έτσι κι ο άνεμος πνίγει τις κραυγές των ναυαγών
    μέσα στο θρόισμα των στεριανών των φύλλων.
    Κι ανασηκώνει ευγενικά του φτωχοκόριτσου τη φούστα
    για να δει τις ορεχτικές της γάμπες ο συφιλιδικός διαβάτης.

    Και τη νύχτα, της γυναίκας οι βαθιοί κι ηδονικοί αναστεναγμοί
    σκεπάζουν τις φωνές του τρομαγμένου μωρού στη σκοτεινή γωνία.
    Και το χέρι που έδειρε το παιδί, κρατάει τρυφερά
    ένα μήλο απ’ το δέντρο που φουντώνει χρόνο με το χρόνο.

    Α, πως γυαλίζει το καθαρό μάτι του αγοριού
    σαν ο πατέρας το βόδι γονατίζει και ξεθηκαρώνει το μαχαίρι!
    Και πώς των γυναικών το στήθος, όπου άλλοτε κρέμονταν παιδιά,
    φουσκώνει σαν αντιλαλούν μες στο χωριό φανφάρες του στρατού
    και του πολέμου!

    Α, οι μανάδες μας πουλιούνται, κι οι γιοί μας ταπεινώνονται.
    Το τσούρμο της σκούνας που βουλιάζει, αναζητάει όποιο να ‘ναι
    θαλασσόβραχο!
    Κι ο ετοιμοθάνατος το μόνο που γυρεύει από τον κόσμο, είναι να
    παλέψει!
    για να δει μιαν ακόμα αυγή και του πετεινού το πρώτο λάλημα
    να ξανακούσει.

    Μπέρτολτ Μπρεχτ [Μετ: Μάριος Πλωρίτης]

    ***

    46. ΦΥΤΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ

    Όταν κάποιος στην ηλικία μου
    διηγείται πώς έκλεβαν φωλιές
    βγαίνοντας απ’ το σχολείο,
    ποτέ δεν σκέφτομαι τα πουλιά
    αλλά τη δική μου παιδική ηλικία,
    παιδί σε όλους τους τόπους ανικανοποίητο:
    ξένος στην πολιτεία των χειμώνων
    και ξένος τα καλοκαίρια στο χωριό.

    Τα δέντρα που φυλάω στη μνήμη
    δεν φρουρούν ένα ποτάμι,
    βρίσκονται σε μια πλατεία ρίχνοντας σκιά,
    γίνονται τέρμα στο λύκειο,
    κρύβουν τα πρώτα φιλιά.

    Αν είναι πολλά, από το τζάμι
    μπερδεύουμε τα ονόματά τους
    μην ομιλείτε εις τον οδηγόν
    μη πτύετε, μη βλασφημείτε
    προσεύχονταν οι επιγραφές σ’ εκείνα τα λεωφορεία.
    Ο κόσμος μου, ο φυτικός, δεν είναι του κόσμου τούτου.

    Χαβιέ Μποθαλόνγκο (Ταρραγόνα, 1961) Μετ: Δημήτρης Αγγελής

    ***

    47. ΠΑΡΑΞΕΝΑ ΦΥΤΑ

    Παράξενα φυτά φυτρώνουν
    τελευταία στο μπαλκόνι μου,
    με πλαστικές κινήσεις
    περικυκλώνουν τα ανοίγματα.

    Ο ήλιος μένει έξω απ’ το σπίτι.
    Εγώ τα κλαδεύω καθημερινά
    με το τσεκούρι,
    μέσα στο σκοτάδι πολλές φορές
    χάνω το στόχο.

    Στο τέλος, έμεινα
    χωρίς χέρια.

    ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΣ, «Η Πλατεία των Ταύρων», Οδός Πανός, Αθήνα 2017

    ***

    48. ΤΑ ΑΠΟΔΗΜΗΤΙΚΑ ΦΥΤΑ

    Οι γλάστρες που αναθρέψαμε, με υπομονή
    Κι αυτοθυσία, σε ξένα μπαλκόνια ανθίζουν
    Και φυλλώνουν. Όταν σηκώνω το βλέμμα μου,
    Σε σπίτια άλλων, ψηλά κι απόμακρα,
    Αναγνωρίζω τα φυτά σου: η μπουκαμβίλια
    Και η λεμονιά, το γιασεμί μαζί με το γεράνι,
    Ο φίκος, οι ορτανσίες, οι πικροδάφνες.

    Τα ξέρω και τα γνωρίζω, όλα. Έχω
    Καταγράψει τα χούγια και τις συνήθειές τους.

    Αν ο παράδεισος είναι ό,τι αγαπήσαμε
    Απαλλαγμένο από την απειλή της απώλειας,
    Θα μας ακολουθήσουν-να είσαι βέβαιη:

    Δεν θα μας πληγώνει ούτε ένα κίτρινο φύλλο,
    Όταν συγκατοικήσουμε ξανά σε ένα εξαίσιο
    Ρετιρέ, μαζί με όλους μας τους φίλους.

    ΣΩΤΗΡΗΣ ΠΑΣΤΑΚΑΣ

    ***

    49. ΤΟ ΦΥΤΟ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

    Ένα τερατώδες αλλά υγρό λουλούδι
    μπλέκεται στα πνευμόνια μου, πλέκεται στην καρδιά μου,
    έρπει ως τον λαιμό μου
    και σαν χταπόδι βυζαίνει τη γλώσσα μου.

    Το φύτεψες όλο χαρά πέρυσι το καλοκαίρι
    και να ριζώσει το άφησα δίπλα στη βραδινή μου ελπίδα,
    δίχως να ξέρω πως θα γίνει μεγαλύτερο από μένα
    και μέα μου θα εκραγεί φέτος το Μάρτη.
    Όλο το χειμώνα, καθώς να το μικρύνω προσπαθούσα,
    το ένιωθα να μεγαλώνει.

    Μα φυσικά ποτέ μου δε σου μίλησα γι’ αυτό,
    γιατί η διαύγειά μου ήταν απαίσια μάλλον
    κι ένιωσα υποχρεωμένη να έχω στο νου μου τη δική σου.
    Τώρα που έφυγες για πάντα
    γιατί δε μαραίνεται αυτό το φυτό;

    Προσπαθώ να το αποδιώξω.
    Καταπίνω πέτρες.
    Καταπίνω φιαλίδια λεπτά
    με σταυρωμένα κόκαλα ζωγραφισμένα πάνω τους.
    Όμως εκείνο τρέφεται με το υγρό τους διάλυμα.

    Ανάβω σπίρτα και τα βάζω στο στόμα μου
    και τα δόντια μου λιώνουν αλλά η πρασινάδα συνεχίζει να συρίζει.
    Πίνω αίμα από τους καρπούς μου
    και το πράσινο γλιστράει σαν βραχιόλι.
    Δεν θα μπορούσε κάποιος φύλακας
    να το ισοπεδώσει εάν γυρνούσα μέσα έξω για μια ώρα;
    Το λουλούδι, αυτός ο πολτός, το αχυρένιο παραγέμισμα
    με νίκησε, με έχει.
    Αδύνατο είναι προφανώς να σκοτωθώ ή να το σκοτώσω.

    Βήχω. Παλεύω ν’ αναπνεύσω. Το νιώθω να εισέρχεται
    στις ρινικές κοιλότητες, στο ιγμόρειο, στο κάτω και στο άνω,
    και άρα στον εγκέφαλο, από τα μάτια μου αναβλύζει,
    πρέπει να βρω ένα χειρουργό να το αφαιρέσει με νυστέρι, να το κάψει
    όπως σε κάποιους βίαιους επιληπτικούς.
    Γρήγορα να καλέσω κάποιον πριν εκραγώ!

    Θα μάντευες την ύπαρξή του
    αν με έβλεπες στη λεωφόρο να λικνίζομαι
    με το μακρύ μαύρο παλτό μου, με γούνινη κουκούλα
    και τη μακριά ροζ φούστα μου να ξεπηδά σε κάθε βήμα;
    Θα μάντευες πώς κάτω από το παλτό, το ροζ, το σουτιέν, το εσώρουχο,
    στις εσοχές όπου γονάτισε η αγάπη
    ένα φυτό που βήχει μου προκαλεί ασφυξία;

    Μήπως γίνομαι απάνθρωπη
    και πρέπει ίσως να δεχτώ τη φυσική του τάξη;
    Μήπως γίνομαι κομμάτι του πράσινου κόσμου
    κι από το στόμα μου ξεπεταχτεί ένα τριαντάφυλλο;

    Περαστικέ διαβάτη, άσε με να το κόψω με τα δόντια, να σ’το φτύσω
    κι εσύ να πεις «Τι ωραίο!» και να μου γνέψεις φχαριστώ,
    να περπατήσεις τρία τετράγωνα ως τη γυναίκα που αγαπάς
    κι εκείνη στο αφτί της να το βάλει
    χωρίς να ξέρει πως αυτό μες στο αφτί της θα γλιστρήσει,
    στο μυαλό, να την τρελάνει.
    Τότε θα γίνει σαν κι εμένα και αυτή –
    μια κούκλα ροζ και παραγεμισμένη με φρενιασμένο πράσινο.

    Anne Sexton, Οδός Ελέους 45
    http://vivliodiadromes.blogspot.gr/2014/01/blog-post.html

    ***

    50. ΦΥΣΙΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ

    Η αρχέγονη φωνή του ωκεανού, το τιτίβισμα των μικρών ποταμών,
    (Ο χειμώνας τούς έδωσε χρυσό αντί γι’ ασήμι
    Για να βάφουν το νερό τους, λογχοειδές πράσινο αντί για καφέ για να χαράζουν τις όχθες τους)
    Διαφορετικοί λαιμοί ψάλλουν σε μία γλώσσα.

    Γι’ αυτό πιστεύω πως αν ήμασταν αρκετά δυνατοί για ν’ ακούμε δίχως
    Τις διχόνοιες της επιθυμίας και του τρόμου
    Τη θύελλα των νοσηρών εθνών, την οργή των πεινόπληκτων πόλεων,
    Τότε και αυτές τις φωνές θα τις βρίσκαμε
    Καθαρές σαν παιδικές- ή σαν την ανάσα ενός κοριτσιού που χορεύει μόνο του
    Στην ακτή του ωκεανού και ονειρεύεται εραστές.

    Ρόμπινσον Τζέφερς , Γαβριηλίδης, μετ: Γιώργος Λαμπράκος

  9. Λάτρης τών ολιγόλεκτων,
    στάθηκα εδώ:

    «Η ΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ
    Οι πεταλούδες να δεις
    θα ξέρουν από μοναξιά
    και ζουν μια μέρα μόνο»

    Όλο το νόημα σε λίγες λέξεις..
    Χρόνια πολλά Γιάννη και Αγγελική ✿

  10. 51. ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ ΤΑ ΝΕΡΑ ΓΛΑΡΩΝΟΥΝ

    Της φύσης τα νερά γλαρώνουν
    Κι ανέβηκα να σ’ αγκαλιάσω
    Καβάλα σε άλογο γαλάζιο
    Τους κάμπους εξαφάνιζες μπροστά σου
    Κ’ είχαν χορτάσει οι άνεμοι
    Να βλέπουν το κυνήγι

    Όταν σε φίλησα
    Δεν μίλησαν τα στάχυα
    Ύστερα εσουρούπωσαν οι λόφοι
    Κ’ οι λίμνες μεταβλήθηκαν σε στάχτη
    Το μούχρωμα ήρθε στο βουνό μαζί μας

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ

    ***

    52. Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ Η ΦΥΣΗ

    Ανάμεσα σε ουρανούς
    Περπάτησες χωρίς αίμα
    Έχοντας χαρίσει το αίμα σου
    Στη γη
    Για να δώσει καρπό
    Στον άνθρωπο
    Για να δώσει ανάστημα
    Στ’ όνειρο
    Που τρέφει τον άνθρωπο;

    Ανάμεσα στα λιβάδια
    Διάλεξες μιαν αιώνια κατοικία;
    Ανάμεσα στα λουλούδια
    Τα λουλούδια που θα σε ντύσουν
    Ανάμεσα στα πουλιά
    Τα πουλιά που θα τραγουδήσουν μαζί σου
    Όταν όλα τα πουλιά τραγουδήσουν;

    Κάποιος τα λόγια έρριξε·
    Ξύπνησα με τα φύλλα
    Ακόμα εκοιμόντουσαν τα φύλλα
    Τα ‘φησα και τα ‘βλεπα μπροστά μου
    Με τόσον ύπνο όσος δεν χωράει
    Στα μάτια

    Τα πουλιά δεν κοίταζαν τα φύλλα
    Και τραγουδούσαν
    Εγώ δεν τραγουδούσα
    Ήταν το σπίτι μου έρημο και δεν είχα ψωμί
    Μόνο έτρωγα τα φύλλα
    Μόνο έτρωγα τον ύπνο
    Και περπατούσα

    Τα μάτια μου ετρύπωσαν αυγές
    Ενώ τα πόδια μου ετρύπωναν το χώμα
    Το θόρυβο του σκοταδιού
    Εγλίτωσαν τ’ αυτιά μου
    Πριν κοιμηθώ θα κάνω ένα θαύμα
    Κάποιος δεν ξέρω ποιος μπορεί ο αδελφός μου
    Θέλει ξυπνήσει για πάντα

    Γιατί πεθαίνουν οι ψυχές;
    Γιατί πεθαίνουν οι ψυχές
    Όσων μαζί μας έρχονται
    Και μίλησαν και πάνε;

    Ένα σκοπό ετόνισε ο ύπνος
    Σ’ όλες τις γλώσσες
    Σε κάθε εποχή·
    Έδιωχνε τον θάνατο
    Τον έφερνε σιμά στη θάλασσα
    Τον έπνιγε εκεί·

    Πάνω στον θάνατο
    Εσώπασε η θάλασσα
    Σαν πάνω σε νεκρό
    Με τραγούδι εσκέπασε τον θάνατο
    Με τραγούδι εσκέπασε το πρόσωπο της γης
    Με τα μαλλιά της χάιδεψε τον θάνατο
    Με το φιλί της φίλησε το πρόσωπο της γης
    Κι όταν ανθίζει η γη στον άνεμο στον ήλιο
    Ξανανθίζει ο θάνατος

    Να πάμε όλοι τώρα σ’ έναν τόπο
    Σ’ έναν τόπον απάνεμο
    Εκεί να φάμε το ψωμί μας
    Εκεί να παίξουμε όταν δεν θα τρώμε
    Με το παιχνίδι να μάθουμε τα γράμματα
    Με τα γράμματα να μάθουμε τους αριθμούς
    Τη μουσική

    Για να μετρήσουμε τη γη
    Και να την κάνουμε ήχο
    Και να μετρήσουμε τα πλάσματα
    Και να μιλήσουμε γι’ αυτά
    Σα να ήτανε παιχνίδια ζωντανά
    Μια που έχουνε στον χώρο
    Μια δική τους κίνηση
    Δάκρυα και γέλια σ’ ένα χορό
    Όπου ακόμα μέρος δεν παίρνουμε·
    Ο αριθμός κι η μουσική μας μέθυσαν
    Μας βγάλανε από πάνω τη φωτιά
    Μας έκαναν παιδιά που δεν τολμούνε
    Τη λέξη την ελάχιστη να πούνε

    Είχαμε κάποτε όλοι μια μητέρα
    Μια μητέρα κοινή
    Όλων μητέρα μάντισσα
    Όταν ξυπνούσε ο άνεμος κοντά μας
    Δεν φοβόταν τον άνεμο
    Όταν γαυγίζαν τα σκυλιά τριγύρω
    Δεν φοβόταν σκυλιά και δεν φοβόταν τίποτα
    Ταξίδευε προτού ταξιδέψουμε εμείς
    Γυρνούσε σπίτι προτού εμείς γυρίσουμε

    Όμως μαζί μας έφευγε μακριά
    Μόνο μαζί μας χόρευε μακριά
    Μαζί μας άφηνε μιαν ώρα την πατρίδα
    Μαζί μας έσερνε μαζί της την πατρίδα
    Στη γλυκύτερη μέρα όποιου καιρού
    Σε ρέμβη σε ξεφάντωμα σε πλάνη
    Όταν κάθε τραγούδι είναι ναός
    Και αρπάζει την πνοή απ’ το πουλί
    Και αρπάζει από τη μέλισσα το μέλι

    Οι βρύσες έχουνε τα γέλια
    Οι στέρνες έχουνε τα δάκρυα
    Τ’ άστρα δεν έχουν τίποτα να πούμε
    Τα είπανε όλα προτού κοιμηθώ
    Τώρα κρατάν αναμμένη σιωπή
    Τώρα κοιτάζουν μ’ απορία τη γη

    Εγώ στον ύπνο κρύβομαι και φεύγω
    Και δεν τους μιλώ
    Σε άλλο λαό πηγαίνω να μιλήσω
    Σε άλλον λαό πηγαίνω να μιλήσω
    Σε άλλον ξένο τα χέρια μου απλώνω
    Γυναίκες έρχονται να με απαντήσουν
    Φέρνουν λουλούδια και δεν βλέπουν τ’ άστρα

    Στο χαμόγελο μπαίνουν με μάτια φεγγερά
    Και βγαίνουν
    Με κάτι από την άνοιξη της γης
    Με κάτι από τα περιβόλια εκείνα
    Που λυπήθηκα
    Και δεν έπρεπε να λυπηθώ
    Με κάτι από τις αγκαλιές που αγάπησα
    Όταν ήμουν στην ηλικία παιδί

    Ενός βλέμματος καρποί
    Οι εποχές του χρόνου
    Οι ώρες οι στιγμές
    Μην τις πεις παιδιά
    Γιατί τα παιδιά θα σε ραπίσουν
    Μην τις πεις λουλούδια
    Γιατί αόρατα θα γίνουν τα λουλούδια
    Μην τις πεις καρπούς της γης
    Γιατί οι καρποί της γης θα χάσουν το χυμό τους

    Μάθε να τις κοιτάζεις
    Μάθε τη γονιμότητα του ματιού
    Όπως μαθαίνεις τον ουρανό με τα σύννεφα
    Τη θάλασσα με τα κύματα
    Μάθε τα μάτια με τον καιρό και τα χρώματα.

    Γιώργος Σαραντάρης
    https://el.wikisource.org/wiki/%CE%9F_%CE%AC%CE%BD%CE%B8%CF%81%CF%89%CF%80%CE%BF%CF%82_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CE%B7_%CF%86%CF%8D%CF%83%CE%B7

    Επιστροφή στη φύση – Δημήτρης Πανούσης

    54. Η φύση είναι ό,τι υπάρχει το πιο αντίθετο με την ψυχή του ανθρώπου. Είναι κτηνώδης. Το αίσθημα του ωραίου δεν είναι φυσικό. Το αίσθημα του ηθικού δεν είναι φυσικό. Η ανάγκη της προσευχής δεν είναι φυσική, μήτε η ανάγκη της μοναξιάς, μήτε και το κίνητρο που μας σπρώχνει προς τη φύση. Ο άνθρωπος γυρεύει το Θεό, η φύση αδιαφορεί για το Θεό.

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ, “ΜΕΡΕΣ Α΄” Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ

    ***

    55. Ο ΠΙΟ ΤΡΑΝΟΣ ΚΑΗΜΟΣ ΜΟΥ

    Τὴν ὥρα τὴν ὑπέρτατη ποὺ θὰ τὸ σβῇ τὸ φῶς μου
    ἀγάλια-ἀγάλια ὁ θάνατος, ἕνας θὲ νὰ εἶν᾿ ἐμένα
    ὁ πιὸ τρανὸς καημός μου.

    Δὲ θὰ εἶν᾿ οἱ κούφιοι λογισμοί, τὰ χρόνια τὰ χαμένα,
    τῆς φτώχειας ἡ ἔγνοια, τοῦ ἔρωτα ἡ ἀκοίμητη λαχτάρα,
    μιὰ δίψα μέσ᾿ στὸ αἷμα μου, προγονικὴ κατάρα,
    μήτε ἡ ζωή μου ἡ ἀδειανὴ συρμένη ἀπ᾿ τὸ μαγνήτη
    πάντα τῆς Μούσας, μήτ᾿ ἐσύ, χιλιάκριβό μου σπίτι.

    Ὁ πιὸ τρανὸς καημός μου
    θὰ εἶναι πῶς δὲ δυνήθηκα μ᾿ ἐσὲ νὰ ζήσω, ὦ πλάση,
    πράσινη ἀπάνου στὰ βουνά, στὰ πέλαγα, στὰ δάση,
    θὰ εἶναι πὼς δὲ χάρηκα σκυφτὸς μέσ᾿ στὰ βιβλία,
    ὦ φύση, ὁλάκερη ζωή, κι ὁλάκερη σοφία!

    KΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ, «Η Πολιτεία και Μοναξιά».

    ***

    56. ΣΥΜΒΟΥΛΗ

    Ναι, είν’ αλήθεια το τοπίο άλλαξε λιγάκι.
    Εκεί που ήταν δάση, τώρα φυτρώνουν αχλαδιές
    τα εργοστάσια,
    οι δεξαμενές.

    Κοντά στου ποταμού τις εκβολές κρατάμε τη μύτη μας.
    Το ρεύμα σέρνει χλώριο, πετρέλαιο κι ενώσεις
    μεθυλίου,
    Χωρίς να αναφέρουμε τα υποπροϊόντα των Βιβλίων της Αφαίρεσης:
    Κόπρανα, κατρουλιά και πεθαμένο σπέρμα.
    Στη θάλασσα, μια τεράστια κηλίδα τεχνητού χρώματος δηλητηριάζει
    τα ψάρια.
    Κι η ακρογιαλιά, σκεπασμένη άλλοτε από βούρλα,
    σκουριάζει τώρα με σπασμένες μηχανές, αποκαϊδια, τούβλα.
    Στους παλιούς ποιητές διαβάζαμε την ευωδιά της γης
    και τις ακρίδες. Τώρα παρακάμπτουμε τους αγρούς:

    Πέρνα, όσο πιο γρήγορα μπορείς, μέσ’ από τη χημική ζώνη των καλ-
    λιεργητών.
    Έντομα και πουλιά εξαφανίζονται. Πέρα μακριά
    ένας βαριεστημένος άντρας
    σέρνει με το τρακτέρ του σκόνη, μιαν ομπρέλα κόντρα στον ήλιο.
    Ρωτάω: Τι νοσταλγούμε; Μια τίγρη; Έναν καρχαρία;

    Φκιάσαμε μια δεύτερη Φύση κατ’ εικόνα της πρώτης
    για να μην πιστέψουμε πως ζούμε στον Παράδεισο.
    Πιθανόν, λοιπόν, σαν ξύπνησε ο Αδάμ στον κήπο
    τα θεριά γλείφανε τον αέρα και χασμουριόνταν φιλικά
    τα μυτερά τους δόντια κι ουρές τους μαστιγώνοντας τα πισινά τους
    ήταν απλώς συμβολικά, κι ο κοκκινοράχης αϊτομάχος
    που αργότερα, πολύ αργότερα, ονομάστηκε Lanius Collurio,
    δεν παλούκωνε τις κάμπιες στ’ αγκάθια της τσαπουρνιάς.

    Πάντως ό,τι γνωρίζουμε για τη Φύση, εκτός εκείνης της στιγμής
    δεν είναι υπέρ αυτής. Διόλου χειρότερη δεν είναι η δική μας.
    Παρακαλώ, λοιπόν, τέρμα οι θρηνωδίες.

    Τσέσλαβ Μίλος – μετ: Σπύρος Τσακνιάς

    Φυσική Ιστορία -Τζίμης Πανούσης

    57. ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΗ ΛΕΙΨΗ ΜΑΣ ΦΥΣΗ;

    Προφῆτες, μάρτυρες καί ἅγιοι μᾶς ἐγκαλοῦν κατά καιρούς
    ταράζοντας ἀπρόσκλητοι τήν ταπεινή, ἀκύμαντη ζωή μας.
    Ἐντολοδόχοι, φαίνεται, ὑψηλῶν σκοπῶν ἀπό ἀόρατες δυνάμεις
    δείχνουν ὅλοι τους ὑποδείγματα θεόπνευστων προορισμῶν
    πού ὥς τά τώρα ἀγνοούσαμε καί ἄφρονες ἀποδεχτήκαμε
    μιάν ἄσκοπη καί στείρα ἐπιβίωση χωρίς νόημα.

    Πολλοί ἀφήνονται καί πείθονται ὅτι πρέπει ν᾿ ἀλλάξουν,
    ἐνῶ λίγοι ρεαλιστές καχύποπτοι δέν παύουν νά ρωτᾶνε
    μήπως τό σχέδιο τῆς δημιουργίας ἔχει λαθέψει ἄσχημα καί
    σ᾿ ὅλους μας μένει νά πληρώσουμε τό κόστος τῆς ἀποτυχίας;

    ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΑΡΑΒΙΤΗΣ (Βίος Ἀπορητικός)

  11. Χαίρε, ανεξάντλητη, Αγγελική!!!

    *Ciao, Petra!!!…. Σ’ ευχαριστούμε πολύ που μας θυμάσαι!!!!

    -Ο. Ελύτης, «Ο ΠΛΑΝΗΤΗΣ ΓΗ»

    Αχ δεν είναι αυτός πλανήτης
    όλο κότες και πρόβατα
    και βλακώδεις άλλες κύπτουσες υπάρξεις.
    Άκρη-άκρη του Σύμπαντος ο αμελητέος
    με τους τόσους δα ωκεανίσκους του
    με τα Ιμαλαϊάκια του
    με τα τέσσερα δις των απτεροδιπόδων του
    μαχόμενων αέναα υπέρ βωμών και εστιών
    πετρελαιοπηγών και άλλων πλουτοφόρων περιοχών.
    Δεν είναι αυτός πλανήτης
    στουμπωμένος δηλητηριώδη αέρια
    έκθετος σε βροχές μετεωριτών
    σε σκέψεις φιλοσόφων
    σε μακρούς αγώνες για την ελευθερία
    (τη δική μας πάντοτε -ποτέ των άλλων).
    Ένα σκάκι για κόρακες εξασκημένους
    να κερδίζουν πάντοτε και από τις δύο πλευρές
    «μαύρα πουλιά» που λεν «μαύρα μαντάτα».
    Όχι όχι δεν είναι αυτός πλανήτης
    μάλλον είναι μία πλάνη ήτις οδηγεί πολύ μακριά
    στον Δία στον Χριστό στον Βούδα στον Μωάμεθ
    που εδέησε κάποτε κι εκείνοι
    ν’ ατονήσουν ώστε όλοι εμείς
    από μια κεκτημένη απλώς ταχύτητα
    να μένουμε στη στάση του προσκυνημένου.
    Η αντίστροφη μέτρηση ως τον τέλειο πλήρη αφανισμό.
    Το μόνο πράγμα που θα μείνει ανέπαφο

    (Μαρία Νεφέλη, Ίκαρος)

  12. Ευχαριστώ, Γιάννη!.
    Νομίζω πως τελείωσα, αλλά ποτέ δεν ξέρεις.

    *

    58. ΝΕΚΡΗ ΦΥΣΗ ΣΕ ΚΗΠΟ

    Έχω βρεθεί όπως όλοι μας
    σε πάμπολλα ξενοδοχεία.
    Μπαίνοντας στο δωμάτιο
    κατευθύνομαι προς το μπαλκόνι
    για να δω πού βλέπει:
    σε κτίρια στο σταθμό ή στη θάλασσα
    σ’ ένα φουγάρο τέλος πάντων
    ή σ’ ένα βουνό
    σε μιαν απώτατη αφορμή για ποίημα.

    Όμως απόψε το δωμάτιο έβλεπε
    σε κήπο. Με όλο λουλούδια
    γαλάζια, μωβ, άσπρα και κίτρινα
    και πίσω δέντρα
    ανοιχτά πράσινα και σκούρα δέντρα.

    Έσκυψα μήπως δω
    κάτι οτιδήποτε άλλο· όμως παντού
    λουλούδια, δέντρα και λουλούδια.
    Κι ήταν αυτό
    ένα ρίγος αγαλλίασης
    ή φρίκης
    σαν εγώ να βρισκόμουνα μέσα σε ποίημα
    άλλου.

    ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣ, Πιάνο Βυθού (1991).

    ***

    59. ΤΑ ΓΥΡΑ ΜΟΥ

    Βουνά ξεσκάφτει το τσαπί,
    χτυπάει το μελισσόχορτο,
    αναπηδά το ευώδισμα
    στο λαγαρόν αιθέρα.
    Παντού ο λαός. και λάτρεψα
    και στη λαχτάρα μου είπα:

    «Βάλε το αυτί στα χώματα.
    Και φάνη μου πως η καρδιά
    της γης βαριά αντιχτύπα.
    Κι έβλεπα πάνω απ’ την κορφή
    βαθιά τη πλάση πάσα
    τον ουρανόν ανάσαινα
    και δεν μου ακούγονταν η ανάσα.

    Άγγελος Σικελιανός, Αλαφροΐσκιωτος 1907

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: