Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (210ο): «ΣΚΕΨΗ»…

Luz Casal – Piensa En Mi

 

 

VI

Ω ναι, μια σκέψη για να ‘ναι πραγματικά υγιής -άσχετο σε τι αναφέ-
ρεται- πρέπει ν’ αντέχει στο ύπαιθρο. Και όχι μόνον. Πρέπει την
ίδια στιγμή στην ευαισθησία μας να ‘ναι καλοκαίρι.

Λίγο, δυο – τρεις βαθμούς πιο χαμηλά, τετέλεσται: το γιασεμί σωπαί-
νει, ο ουρανός γίνεται θόρυβος.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ,Ο ΜΙΚΡΟΣ ΝΑΥΤΙΛΟΣ (1985)

 

 

 ***

 

ΚΛΕΦΤΕΣ ΣΤΗ ΣΚΕΨΗ

 

Κλαίγοντας περιγράφει
πῶς ρήμαξαν τὸ σπίτι της λῃστὲς
τῆς πήρανε χρυσαφικὰ καὶ βίασαν οἱ ἄθλιοι
γερόντισσες ἀξίες.

Δὲ χαίρεται;

 

Ἐμένα ἔχει χρόνια νὰ πατήσει
κλέφτης τὸ πόδι του στὸ σπίτι
οὔτε γιὰ καφέ.
Ἐπίτηδες ἀφήνω ξεκλείδωτο τὸ μπρίκι.

 

Κάθε φορὰ ἐπιστρέφοντας προσεύχομαι
νὰ βρῶ σπασμένους τοὺς κυνόδοντες τῆς πόρτας

νὰ σείονται τὰ φῶτα σὰν μόλις νὰ κουτούλησαν
μὲ σεισμοῦ πανύψηλου κεφάλι

νὰ δῶ κλεμμένα τὰ κτερίσματα
ἀπὸ τὶς μούμιες βασιλεῖες τοῦ καθρέφτη

σὰν κάποιος νὰ ξυρίστηκε στὸ μπάνιο
καὶ στὴ σπανὴ ἁφή μου νά ῾χουν φυτρώσει γένια
χάμω δεμένη χειροπόδαρα νὰ κεῖται ἡ διάψευσή τους

κι ἀπ᾿ τὴν κουζίνα νά ῾ρχεται μὲ τὸ πάσο του ἀτμὸς
ζεστῆς πατημασιᾶς μὲ μπόλικη κανέλα ἀπὸ πάνω.

 

KIKH ΔΗΜΟΥΛΑ,  Ενός λεπτού μαζί

 

 *****

 

ΔΕΝ  ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ- ΑΡΑ  ΥΠΑΡΧΩ

 

Σε θάλασσα καλοκαιριού που ανάσκελα

Λυμένα πια τα μέλη και ανασαίνοντας

Αλμύρα ήλιου, ολόκληρος

 

Στο δαχτυλάκι το μικρό της άνωσης

Λιώνει το βάρος του μυαλού

Mε απέραντο πορτοκαλί σκοτάδι που όρμησε

Ως τις κλειδώσεις

 

Tι εύκολα

Kαθώς αδειάζει κάθε ιδέα

Kι ανάστροφα

Pουφάει την αόρατη ευφροσύνη

του –να– μην

 

Ώσπου ολοκάθαρα: «Δεν σκέφτομαι – άρα υπάρχω»

αστράφτοντας

καρφώθηκε στη σκέψη μου

η σκέψη.  

ΑΝΤΩΝΗΣ ΦΩΣΤΙΕΡΗΣ,  «Πολύτιμη λήθη», Kαστανιώτης, 2003

 

 *****

 

ΕΠΙΣΚΕΨΗ  ΣΚΕΨΗΣ

 

Τρεις ώρες τώρα προσπαθώ να κοιμηθώ.
Ζέστη Αυγούστου
Και ιδρώτας του μυαλού ολόγυρα
Σαν τα κουνούπια οι σκέψεις
Το λογχίζουν.

Τι έπαθα; Στο φως της μέρας
Σπάνια μ’ επισκέπτονται. Και νιώθω βέβαια ευτυχής.
Ή, για να γίνω πιο ακριβής:


Απαγορεύω τέτοιες επισκέψεις. Αφού λαθραία
Έτσι και τύχει να τρυπώσει σκέψη, αργότερα
Η μια την άλλη προσκαλεί, ότι τάχαμου
Για λίγο μόνο, μια μικρή φιλοξενία -τα ξέρετε-
Οπότε ιδού, μπουκάρουν καραβάνια ολόκληρα
Με βλέψεις μόνιμης μετοικεσίας
Οι συνειρμοί. Να λείπει.

Κλείνω λοιπόν ερμητικά τα σύνορα – και τέρμα.

Γιατί δεν είμ’ εγώ Αμερική. Ούτε τα εδάφη μου
Μπορούν να θρέψουν τόσους μετανάστες.


ΑΝΤΩΝΗΣ ΦΩΣΤΙΕΡΗΣ, Πολύτιμη λήθη, 2003

 

*****

Η ΣΚΕΨΗ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟ ΠΕΝΘΟΣ

 

Εγκαταλείπω ξανά τη σιωπή της ψυχής μου

Και μπαινοβγαίνω στα εκκωφαντικά λιθογραφεία

Του τίποτα. (Πέτρινοι κύλινδροι αλέθουν συλλαβές

Να μη μας λείψει το επιούσιο ποίημα.) Μαύρο ψωμί

Με μαύρο αλεύρι – αναρωτήθηκε άραγε κανείς

Γιατί στο τύπωμα βγαίνουν οι λέξεις

Μαύρες;

 

Ποια γενετήσια κλίση αποφάσισε

Πως είναι πένθος κάθε σκέψη; Ποιο ένστικτο

Ρίχνει χαστούκι στα εύοσμα

Παιδιά της σημειολογίας

Που άφησαν

Σκανδαλωδώς να τους ξεφύγει το εμφανές;

 

(Προσποιούμενος συχνά συγκινήσεις

Κατάντησα ευαίσθητος.

 

Και με τι χέρια να ζυμώσεις τώρα το ψωμί

Με τι κουράγιο να τελειώσεις το ποίημα).

ΑΝΤΩΝΗΣ ΦΩΣΤΙΕΡΗΣ

 

 

*****

 

 

ΑΠΟΨΕ ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ

Aυτούς που βασανίζονται κλεισμένοι, στο καβούκι τους
—Ν’ ακούνε μουσική και να καπνίζουν—
Αυτούς που αποπειράθηκαν ν’ αυτοκτονήσουν με ομορφιά
—Ρούφηξαν το βιτριόλι της και κάηκαν—
Αυτούς που ο φόβος τούς φυτεύει στις ερμιές
Αυτούς που άυπνοι αιωρούνται στον αέρα
Αυτούς που κάναν έρωτα και μείνανε πιο μόνοι
Αυτούς που ανέκφραστοι ακολουθούν μια νεκροφόρα μνήμη
Αυτούς που λιώνουν βουτηγμένοι στα χαρτιά
Αυτούς που βλέπουν τ’ όνομά τους στο κουδούνι
Και το χτυπούν δαιμονισμένα
να ξυπνήσει
ο ένοικος.

ΑΝΤΩΝΗΣ  ΦΩΣΤΙΕΡΗΣ, Το θα και το να τού θανάτου (1987)

 

 

Φορές – φορές συλλογίζομαι /Μίλτος Πασχαλίδης-Γιάννης Λειβαδάς

 

 

ΦΟΡΕΣ ΦΟΡΕΣ ΣΥΛΛΟΓΙΖΟΜΑΙ

 

Φορές φορές συλλογίζομαι τι χρειάζονται όλα αυτά

τι χρειάζεται η ξοδεμένη δύναμή σου

η μετρημένη σου χαρά και η βαθιά σου οδύνη

το πιο πολύτιμο που έκανες, η ποίησή σου.

 

Τι θ’ απογίνουμε, τι θ’ απογίνουν.

ANEΣΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ

 

 

 *****

 

 

Είμαστε

σαν το γρασίδι των δημόσιων κήπων,

κάθε τόσο μας κουρεύουν

σύρριζα τη σκέψη

χάριν συμμετρίας

 

AΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ

 

*****

 

ΣΥΛΛΟΓΙΣΤΗΚΕΣ

Συλλογίστηκες
Μιαν αγάπη που άνθισε στην ερημιά
Τρίτη φορά χαράζοντας το ίδιο γνωστό σου όνομα
Πάνω στο φως που πλημμυρίζει όλο διαθλάσεις
Ξέροντας με ακρίβεια
Τη μέρα
Την ώρα
Και το λεπτό
Που θα σβήσει
Σωστή κλεψύδρα

Κι ακόμα συλλογίστηκες
Μια ζωή μια οποιαδήποτε ζωή
Που σύρθηκε από το όχι στο ναι
Ανεβοκατέβηκε τις ατέλειωτες βαθμίδες του λογισμού
Έπαιξε στο κύμα στο σύννεφο στον κόρφο της γυναίκας
Γέλασε και σπάραξε κι έδωσε χωρίς απολαβή
Ξεστόμισε λόγια ακατάληπτα
Μη ξέροντας
Τη μέρα
Την ώρα
Και το λεπτό
Που θ’ αδειάσει η κλεψύδρα


Κλείτος Κύρου, Σε πρώτο πρόσωπο (1957)

 

 

Όσα δε βάνει ο λογισμός, Πουλόπουλος

 

 

 

ΒΡΕΧΕΙ ΠΑΝΩ ΣΤΟΝ ΛΟΓΙΣΜΟ

Βρέχει πάνω στον λογισμό.

Και ο λογισμός βρέχει πάνω στον κόσμο
σαν ό,τι απόμεινε από ’να δίχτυ δεκατισμένο
που οι πόντοι του δεν γίνεται πια να μαζευτούνε.

Βρέχει μέσα στον λογισμό.

Και ο λογισμός ξεχύνεται και βρέχει μέσα στον κόσμο
ξεχειλίζοντας μετά το κέντρο και όλα τα δοχεία
ακόμα και όσα είναι σφραγισμένα και φυλάσσονται καλά.

Βρέχει κάτω από το λογισμό.

Και ο λογισμός βρέχει κάτω από τον κόσμο
τα ερείσματα διαλύοντας των πραγμάτων
για να ιδρύσει εκ νέου τον οίκο του ανθρώπου και του βίου.

Βρέχει χωρίς το λογισμό.

Και ο λογισμός
συνεχίζει να βρέχει δίχως τον κόσμο,
συνεχίζει να βρέχει χωρίς τη βροχή,
συνεχίζει να βρέχει.

Roberto Juarroz: Αργεντίνος ποιητής (1925-1995). Μετ: Γιώργος Κεντρωτής

 

 *****

 

Η ΝΟΣΗΡΗ ΣΥΝΘΗΚΗ

 

Η νοσηρή συνθήκη

να μη μπορούμε να σκεφτούμε μαζί,

να μη μπορούμε να σκεφτούμε από κοινού,

να μη μπορεί να σχηματισθεί ανάμεσα στους δύο μία σκέψη,

μας χωρίζει, και δεν υπάρχει φάρμακο.

 

Γι’ αυτό και η μείζων συνθήκη

δύο όντων που αλληλοπροσεγγίζονται

είναι να θεσπίσουν νέο θεό,

έναν θεό που ν’ αντιλαμβάνεται μόνος του τον εαυτό του,

και θα διορθώσει αυτό το λάθος,

αυτό το τραύμα το μοιραίο

των δύο χωριστών θεών.

 

ROBERTO JUARROZ, Μετ: Γιώργος Κεντρωτής.

 

 

 *****

 

 

ΚΑΤΑΚΟΡΥΦΗ ΠΟΙΗΣΗ

Σκέφτομαι πως ετούτη τη στιγμή

κανένας δε με σκέφτεται μέσα στο σύμπαν,

πως μόνο εγώ με σκέφτομαι,

και αν τώρα πέθαινα,

κανένας, ούτε ο εαυτός μου, δε θα με σκεφτόταν.

 

Κι εδώ αρχίζει η άβυσσος,

όπως όταν κοιμάμαι.

Είμαι το ίδιο μου το στήριγμα και μου το αφαιρώ.

Συμβάλλω στην επένδυση των πάντων με απουσία.

 

Ίσως αυτός να είν’  ο λόγος

που το να σκέφτεσαι έναν άνθρωπο

είναι σαν να τον σώζεις.

 

Roberto Juarroz , «Κατακόρυφη ποίηση», μετ. Αργύρης Χιόνης (Εκδόσεις Τα τραμάκια, Θεσσαλονίκη, 1997)

 

***

ΣΚΕΨΕΙΣ ΕΝΟΣ ΟΝΕΙΡΟΠΟΛΟΥ  ΟΔΗΓΟΥ

 

«Ό, τι είναι να σωθεί∙ σώθηκε σώζοντάς μας», λες.

 

Και φεύγοντας, θαρρείς πως επιστρέφεις,

σε άλλες εποχές,

απ’ το στενό δρομάκι που έστριψες,

κορνάροντας

τον θάνατο.

 

Τον άλλο εαυτό σου.

 

Ενώ, πάνω στο τζάμι ξεψυχούν τα λόγια της βροχής.

 

(Ό, τι ήταν να σωθεί, διασώθηκε μες στην διαρκή ροή).

 

Χρήστος Τουμανίδης

`

 *****

 

ΠΑΡΑΛΟΓΗ ΣΚΕΨΗ

Παράταση ή επανάληψη
Μιας τυφλής πράξης;
Πως με τον ίδιο τόνο φωνής
Επέμενα στην εκμάθηση
Της λογικής
Με τις ίδιες σαφείς λέξεις;


Δεν έβλεπα την έμμονη σκέψη;
Καθημερινά λόγια την έκρυβαν
Και ακόμα την αγνοώ.
Την διαστροφή της αίσθησης.
Παραίσθηση;
Παράλογη σκέψη;

ΝΑΝΑ ΗΣΑΐΑ

 

*****

 

ΠΡΩΤΟΣ ΚΑΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ  ΣΤΟΧΑΣΜΟΣ

Ο Χρόνος
έχει το χρώμα της νύχτας.
Μιας νύχτας ασάλευτης..
Πάνω από τεράστια φεγγάρια

η Αιωνιότητα
στάθηκε στις δώδεκα.
Κι’ ο Χρόνος αποκοιμήθηκε για πάντα
στον πύργο του

Μας ξεγελάνε
όλα τα ρολόγια.
Ο Χρόνος έχει πια
ορίζοντες.

Federico Garcia Lorca, μτφ. Ανδρέας Ριζιώτης

 

Κάθε στιγμή η σκέψη μου, Μπακιρτζής

 

Ο ΦΥΛΑΚΑΣ  ΤΩΝ  ΚΟΠΑΔΙΩΝ

 

Είμ ‘ ένας φύλακας κοπαδιών.

Το κοπάδι είν’ οι σκέψεις μου

κι οι σκέψεις μου είν’ όλες αισθήσεις.

 

Σκέφτομαι με τα μάτια και τ’ αυτιά

και με τα χέρια και τα πόδια

και με τη μύτη και το στόμα.

 

Να σκέφτεσαι ένα λουλούδι σημαίνει να το βλέπεις και να το μυρίζεις.

Να τρως ένα φρούτο σημαίνει να γνωρίζεις την αίσθησή του.

 


Γι αυτό, σαν μια μέρα όλο ζέστη

νιώθω θλιμμένος που την απολαμβάνω τόσο

κι απλώνομαι παράμερα και πάνω στα χορτάρια

και κλείνω τα μάτια ολόζεστα,

νιώθω το κορμί μου ολάκερο να ‘χει αναποδογυρίσει στην πραγματικότητα,

ξέρω την αλήθεια κι είμ’ ευτυχισμένος.

 

ΦΕΡΝΑΝΤΟ  ΠΕΣΣΟΑ, μετ:Φ.Δ.Δρακονταειδής

 

*****

 

V

Υπάρχει αρκετή μεταφυσική

στο τίποτα να μη σκέφτεσαι.

Τι σκέφτομαι για τον κόσμο;

Να ήξερα τι σκέφτομαι για τον κόσμο!

 

Αν δεν ήμουνα στα καλά μου

θα τόνε σκεφτόμουνα.

Τι ιδέα έχω για τα πράγματα;

Τι γνώμη έχω για αιτίες και αποτελέσματα;

Τι διαλογίστηκα για Θεό και ψυχή

και την δημιουργία του κόσμου;

 

Δεν ξέρω. Για μένα οι σκέψεις γι’ αυτά

είναι να κλείνω τα μάτια και να μη σκέφτομαι.

Είναι να τραβώ τις κουρτίνες

του παραθύρου μου (αν και δεν έχει κουρτίνες).

Το μυστήριο των πραγμάτων;

 

Να ήξερα τι είναι μυστήριο!

Το μόνο μυστήριο είναι

ότι υπάρχει κάποιος

πού σκέφτεται το μυστήριο.

 

Αυτός πού στέκεται στον ήλιο

και κλείνει τα μάτια

αρχίζει να μην καταλαβαίνει

το φώς τι είναι

και να σκέφτεται πράγματα

στην πλησμονή της κάψας.

 

Ανοίγει τα μάτια και βλέπει τον ήλιο

και να σκεφτεί πλέον

τίποτα δεν μπορεί

γιατί το φώς του ήλιου

αξίζει πιότερο από τις σκέψεις

όλων των φιλόσοφων

και όλων των ποιητών.

 

Το φως του ήλιου

δεν ξέρει αυτό πού κάνει

και γι’ αυτό δε σφάλλει

όντας ωραίο και απλό.

[…]

 

Fernando Pessoa, Poemas de Alberto Caeiro, (μτφρ: Στάθης Λειβαδάς)

 

*****

 

Ευτυχείς αυτοί πού δε συλλογιούνται,

γιατί η ζωή είναι γενιά τους

και απλόχερο καταφύγιο!

Ευτυχείς αυτοί πού πράττουν

όπως το ζώο πού έχουν μέσα τους!

Καλύτερα, από παιδιά,

να έχεις απλά πίστη,

πού σημαίνει

να μη ξέρεις ποιος είσαι

ή τι θέλεις.

 

Ευτυχείς αυτοί

πού δεν σκέφτονται,

γιατί είναι όντα,

και όντα σημαίνει να πιάνεις

ένα χώρο

και την συνείδηση να ακουμπάς

σε ένα μοιράδι.

 

Fernando Pessoa- Poemas de Alberto Caeiro, μτφρ: Στάθης Λειβαδάς)

 

 

*****

 

ΤΗ ΡΙΖΑ ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ

Τη ρίζα σκέφτομαι,
που όπως και η καρδιά
θαμμένη είναι
μα δεν παραπονιέται

δουλεύοντας για τα κλαδιά,
τα φλύαρα φύλλα.

ΧΡΙΣΤΟΣ  ΛΑΣΚΑΡΗΣ

 

*****

 

ΧIX

ΠΡΕΠΕΙ να σκέφτομαι θετικά.
Πάντα θετικά, πάντα.


Σκεπτόμενος θετικά,
κάθε ήττα αποκτά μια καλή πλευρά,
κάθε αποτυχία οδηγεί προς το καλύτερο
και τα προβλήματα είναι χρήσιμες συμβουλές
για ένα αύριο, πάντα θετικό.

Αν μας νικήσει στον καβγά ο νεαρός,
πρέπει να σκεφτούμε θετικά.
Αν κάποιος δεν καταφέρνει να βρει καπνό
πρέπει να σκεφτεί θετικά.
Αν τα προβλήματα είναι σκληρά αινίγματα,
πρέπει να σκεφτούμε θετικά.
Πάντα θετικά, όπως
οι ζητιάνοι κι οι φτωχές μητέρες.

Θετικά, Θεέ μου, θετικά!
Μακάρι να ‘μουν θετικός άνθρωπος
και να σταματήσω να γράφω, χάνοντας τον χρόνο.

Adrián González da Costa, μτφρ.: Βιργινία Χορμοβίτη

 

 


Αντώνης Ρεπάνης – Είναι η σκέψη μου η τρελή

 

 

ΕΜΠΡΑΚΤΩΣ


Αν ο χρόνος μου είναι η σκέψη,
Ο τόπος μου είναι το νόημα.
Τα μέσα μου είναι τα φτερά
Και ασαφής ο σκοπός μου.

Αν ο σκοπός είναι ο χρόνος μου,
Η σκέψη μου είναι τα φτερά.
Το νόημα είναι τα μέσα μου
Και ακαθόριστος ο τόπος.

Αν τρέμει το νερό στην πηγή του,
Το κλάμα εκείνου που διψά δεν ακούγεται.
Κάποιος πέταξε και του ‘φερε να πιει,
Για να ‘χει η σκέψη του νόημα.

ΔΗΜΗΤΡΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ,  Ο τρόμος ως απλή μηχανή, Πατάκη 2012

 

*****

 

ΣΚΕΨΕΙΣ ΠΟΥ Μ’ ΕΠΙΣΚΕΠΤΟΝΤΑΙ
ΣΤΟΥΣ ΠΟΛΥΣΥΧΝΑΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ

Πρόσωπα,
Δισεκατομμύρια πρόσωπα στην επιφάνεια της γης.
Το καθένα τους διαφορετικό, έτσι μας είπαν,
απ’ όσα υπήρξαν και θα υπάρξουν.
Όμως η Φύση – ποιος κι από πότε την κατανοεί;
μπορεί να έχει κουραστεί απ’ τον αδιάκοπο μόχθο της
και γι’ αυτό επαναλαμβάνει προηγούμενες ιδέες
και μας προμηθεύει
με προ πολλού φαγωμένα απ’ τον χρόνο πρόσωπα.

Αυτοί οι περαστικοί θα μπορούσαν να είναι
ο Αρχιμήδης φορώντας jeans
η μεγάλη Αικατερίνη καλυμμένη μ’ ένα
ύφασμα για μεταπώληση
κάποιος Φαραώ με χαρτοφύλακα και γυαλιά.

Επίσης η χήρα ενός ανυπόδητου τσαγκάρη
από μία ακόμα μπυρόβια Βαρσοβία
ο μάστορας απ’ τη σπηλιά της Αλταμίρα
καθώς οδηγεί τα εγγόνια του στον ζωολογικό κήπο,
ένας δασύτριχος Βάνδαλος στην πορεία του
για το μουσείο, με κομμένη την ανάσα όταν
αντικρίζει τους παλιούς μάστορες.

Οι έκπτωτοι εδώ και διακόσους αιώνες,
πέντε αιώνες πριν,
μισόν αιώνα πριν.

Τον ένα τον έφεραν εδώ σε μια χρυσαφένια άμαξα,
Έναν άλλο τον μετέφεραν σε μια αποστολή εξολόθρευσης.

Ο Μοντεζούμσι, ο Κομφούκιος, ο Ναβουχοδονόσορας
οι νταντάδες πλύστρες τους και η Σεμίραμις
που μιλάει μόνο Αγγλικά.

Δισεκατομμύρια πρόσωπα πάνω στην επιφάνεια
της γης.
Το δικό μου πρόσωπο, το δικό σας, ποιου άλλου
δεν θα μάθετε ποτέ.
Ίσως η φύση πρέπει να μας ευτελίσει
και για να συνεχίσει να καλύπτει τη ζήτηση,
ανασύρει, ψαρεύοντας ό,τι είναι βυθισμένο
στον καθρέφτη της λήθης.

ΒΙΣΟΥΑΒΑ ΣΙΜΠΟΡΣΚΑ, Εδώ, Μετ: Βασίλης Καραβίτης­

 

Όμορφο που ‘ναι να σε συλλογιέμαι – Μάνος Λοϊζος

 

 

ΟΜΟΡΦΟ ΠΟΥ ΄ΝΑΙ  ΝΑ ΣΕ ΣΥΛΛΟΓΙΕΜΑΙ

 

Όμορφο που ’ναι να σε συλλογιέμαι
μέσα απ’ τους θορύβους του θανάτου και της νίκης

Να συλλογιέμαι εσένανε μέσα απ’ τη φυλακή
κι έχοντας περασμένα τα σαράντα

Όμορφο που ’ναι να σε συλλογιέμαι
Να το ’να χέρι σου
σ’ ένα ύφασμα γαλάζιο ξεχασμένο,
ξεχασμένο

Και να – να ’μαι στα μαλλιά σου η ραθυμιά η περήφανη
της Ινσταμπούλ της γης μου

Όμορφο που ’ναι να σε συλλογιέμαι, να γράφω όλο για σένα,
να σε κοιτάζω πλαγιασμένος έτσι ανάσκελα μες στο κελί μου

Μια λέξη που ’χες πει την τάδε μέρα, στο τάδε μέρος
Όχι η λέξη η ίδια μα αυτός ο τρόπος που είχε,
που είχε μέσα της να κλείνει όλο τον κόσμο.

Όμορφο που ’ναι να σε συλλογιέμαι
Για σένα θα σκαλίσω ακόμα τόσα πράγματα
Θα φτιάξω ένα μικρό κουτί, ένα δαχτυλίδι
Θα υφάνω τρεις οργιές μετάξι

Και ξαφνικά πετιέμαι ορθός
τρέχοντας να χουφτώσω του παραθυριού τα κάγκελα

Και να φωνάζω στον γαλάζιο ουρανό της λευτεριάς,
όλα μου τα τραγούδια που ’γραψα για σένα.

 

Nâzım Hikmet -Απόδοση στα ελληνικά: Γιάννης Ρίτσος

 

 

*Η ανάρτηση είναι της καλή φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής!

 

 

Advertisements

Single Post Navigation

7 thoughts on “Πες το με ποίηση (210ο): «ΣΚΕΨΗ»…

  1. 1.“Να με σκέφτεσαι. Γιατί η σκέψη ενώνει όσα η απόσταση χωρίζει.”

    2. «…Ανία, πόθοι, όνειρα, συναλλαγές, εξαπατήσεις Κι αν σκέφτομαι είναι γιατί η συνήθεια είναι πιο προσιτή από την τύψη…»
    (Μ. Αναγνωστάκης)

    3. Μπ. Μπρεχτ, «Κ’ ΕΓΩ ΠΑΝΤΑ ΣΚΕΦΤΟΜΟΥΝ»

    Κ’ εγώ πάντα σκεφτόμουν πως τα πιο απλά λόγια
    Πρέπει να φτάνουν. Όταν λέω τι γίνεται
    Η καρδιά του καθενός πρέπει να σπαράζει.
    Ότι είσαι χαμένος αν δεν αμυνθείς
    Αυτό πια πρέπει να το καταλάβεις.

    (http://e-oikodomos.blogspot.gr/2011/08/bertolt-brecht.html)

    Μαχμούντ Νταρουΐς

    4. Μαχμούντ Νταρουίς, «Να σκέφτεσαι τους άλλους»
    Μαχμούντ Νταρουΐς

    Καθώς ετοιμάζεις το πρωινό σου, να σκέφτεσαι τους άλλους.
    Μην ξεχνάς να ταΐζεις τα περιστέρια.
    Όταν πολέμους ξεκινάς, να σκέφτεσαι τους άλλους.
    Μην ξεχνάς όσους λαχταρούν την ειρήνη.
    Όταν πληρώνεις το νερό, να σκέφτεσαι τους άλλους.
    Εκείνους που μόνο τα σύννεφα έχουν να τους θηλάσουν.
    Όταν γυρνάς στο σπιτικό σου, να σκέφτεσαι τους άλλους.
    Μην ξεχνάς όσους ζουν σε αντίσκηνα.

    Όταν τ’ αστέρια μετράς πριν κοιμηθείς, να σκέφτεσαι τους άλλους.
    Εκείνους που δεν έχουνε πού να πλαγιάσουν.
    Όταν ελεύθερα μιλάς, να σκέφτεσαι τους άλλους.
    Εκείνους που δεν τους αφήνουν να μιλήσουν.

    Και καθώς σκέφτεσαι εκείνους, τους άλλους,
    Στον εαυτό σου γύρισε και πες:
    «Αχ και να ήμουν ένα κερί στο σκοτάδι».

    (https://atexnos.gr/)

    5. Μαίρης Πέστροβα, Σαν σε σκέφτομαι, ψηλώνω

    Κάθε βράδυ
    σου γράφω κι ένα γράμμα
    όχι απ’ αυτά της αλφαβήτου,
    τα μοναχούλια,
    αλλά τα άλλα
    τα πολλά
    της άλλης μοναξιάς

    θα στα ταχυδρομήσω όλα μαζί
    θα τα βρεις κάτω από την πόρτα σου
    σε έναν; δύο; τρεις αιώνες;
    γιατί αιώνες φαντάζουν οι μέρες μακριά σου

    ως την αυγή
    θα ‘χω ψηλώσει κι άλλο
    το κεφάλι μου θα φτάσει ψηλά ψηλά στον ουρανό
    από κει θα σε βλέπω
    να στρώνεις το τραπέζι
    να ποτίζεις τα λουλούδια
    να κεντάς
    και να γελάς
    καθώς θα σου χαμογελώ απ’ το παράθυρο

    μα πώς ήρθες μέχρι εδώ
    θα με ρωτάς
    κι εγώ θα σου απαντώ
    μα είναι τόσο εύκολο για μένα
    να σε σκέφτομαι και να ψηλώνω.

    (http://fractalart.gr/san-se-skeftomai-psilwnw/)

    6. ΑΝΤΩΝΗΣ ΖΑΡΙΦΗΣ, Η ΣΚΕΨΗ ΣΟΥ

    Συρρίκνωση των εικόνων,
    παλινδρόμηση στον χρόνο
    κάνεις πως ακούς,
    κάνεις πως βλέπεις,
    βυθίζεσαι στον αμνιακό σάκο
    που κρύβει την καταγωγή της θαλπωρής σου.

    Στο κουκούλι της σιωπής λοιπόν
    που αποτυπώνεις το πρόσωπο σου
    αναπνέουν οι αλήθειες της φαντασίας σου
    και η αταλάντευτα τεθλασμένη σκέψη σου,
    ακολουθώ να ξέρεις την αχνή σκιά σου
    όταν με πανικοβάλλει η ασέληνη νύχτα.

    (ΑΝΤΩΝΗΣ ΖΑΡΙΦΗΣ, Από την ποιητική συλλογή, «ΧΑΛΚΙΝΟ ΘΟΛΟ»)

    7. Κ. Ουράνης, «Τους ναυτικούς τους γέρους συλλογίζομαι»

    Τους ναυτικούς τους γέρους συλλογίζομαι,
    που πια να ταξιδεύουν δεν μπορούνε
    κι άραξαν στο νησί τους – και τις μέρες τους
    ανώφελοι και άνεργοι περνούνε,

    που είναι σαν ξένοι στη ζωή τη γύρω τους
    και στο νησί τους σαν φυλακισμένοι,
    που σέρνονται σκυφτοί και λιγομίλητοι
    κι ο νους τους στα ταξίδια τους πηγαίνει,

    που πάντα τη φανέλα με την κόκκινη
    την άγκυρα στο στήθος τους φοράνε
    και που, όταν περπατάν, σκαμπανεβάζουνε
    σαν μέσα σε καράβι ακόμα να’ ναι,

    που, στεριανοί, δεν παύουνε να γνοιάζονται
    για τον καιρό στη θάλασσα που κάνει,
    που κι ούτε μιαν ημέρα δεν αφήνουνε
    χωρίς να κατεβούνε στο λιμάνι,

    και που, όταν ο χειμώνας μες στα σπίτια τους
    τους κλείνει, μπρος στο τζάκι τους, τα βράδια,
    μ’ υπομονή κι αγάπη – για τ’ αγγόνια τους
    είτε γι’ αυτούς – μικρά φτιάνουν καράβια.
    (http://tapinitexni.blogspot.gr/2012/09/blog-post_8.html)

    8. Κ. Ουράνης, «Τα φορτηγά καράβια συλλογίζομαι»

    Τα φορτηγά καράβια συλλογίζομαι
    που γέρασαν και τώρα, λαβωμένα,
    χωρίς ούτε μια βάρδια στο κατάστρωμα,
    σαπίζουν στ’ ακρολίμανα δεμένα.

    (Τα φορτηγά καράβια που ταξίδεψαν
    στων πέντε των ηπείρων τα πελάγη
    απ’ του Μουρμάνσκ την παγερή τη θάλασσα
    ίσαμε του Αμαζόνα τα τενάγη.)

    Τους ναυτικούς, τους γέρους συλλογίζομαι
    που στα μεγάλα των χειμώνων βράδια
    με υπομονή κι αγάπη για τα εγγόνια τους
    είτε γι’ αυτούς μικρά φτιάχνουν καράβια.

    Και δεν μπορούν πια να ταξιδέψουνε
    μα κάθε μέρα ως το λιμάνι πάνε
    κι άνεργοι, ανώφελοι και πένθιμοι
    σαν κάτι τις να χάσανε κοιτάνε.

    Κι άνεργοι, ανώφελοι και πένθιμοι
    σαν κάτι τις να χάσανε κοιτάνε.

    9. «…Εγώ συλλογίζομαι πώς και γιατί άραγε μια βροχή μπορεί να σου θυμίζει τόσα πράγματα
    –Χωρίς αμφιβολία είναι τόσο ανόητο να τα στοχάζεσαι όλα αυτά μια τέτοιαν ώρα–
    Συλλογίζομαι όμως στις ζεστές χειμωνιάτικες κάμαρες μιαν αλλιώτικη μυρουδιά
    Ύστερα από τις 6 με τα κλειστά παραθυρόφυλλα και τ’ αναμμένο φως
    Ή μια γωνιά δίπλα στο τζάμι σ’ ένα μεγάλο καφενείο με τις αδιάφορες φωνές.
    Τα συλλογίζεσαι όλα αυτά με τον πιο απλούστερο τρόπο ολωσδιόλου παιδιάστικα
    Μπορείς να λησμονείς το κάθε τι, τί τάχα να γυρεύεις εδώ μια τέτοιαν ώρα
    Εσύ, ο διπλανός σου, όλος αυτός ο κόσμος που πορεύεται δίπλα σου μες στο σκοτάδι
    Αυτή η ανήσυχη σιωπή που πληγώνει περισσότερο κι απ’ το πιο κοφτερό λεπίδι
    Να λησμονείς για μιαν ελάχιστη στιγμή πως ίσως δεν τέλειωσε ούτε και απόψε για σένανε το κάθε τι
    Τόσο π’ αν τρίξει κάτι αναπάντεχα είναι να σου ξυπνήσει την ακριβήν υπόθεση μιας επιστροφής
    Τη χειμωνιάτικη ζεστή κάμαρα, το καφενείο με τις πολύχρωμες φωνές.
    …Έτσι βρέχει λοιπόν μια κίτρινη βροχή χωρίς τέλος.
    Μια κίτρινη παλιά βροχή, τη νύχτα, σα μαστίγιο.

    (Μ. Αναγνωστάκης, Άρχισε μια σιγανή βροχή, απόσπασμα)

    10. Paul Cendrier, Σοφία εκ του Μηδενός

    Έτσι ήταν
    Σκεφτόμουν πως θα μοιάζεις όταν γελάς
    Πως να μοιάζεις όταν γελάς;
    Και τώρα σκέφτομαι πως θα μοιάζεις
    όταν με σκέφτεσαι να σε σκέφτομαι
    Πως να μοιάζεις;
    Ούτε εσύ θα το ήξερες
    Όχι προηγουμένως
    Μπορεί όμως κάτι να σου έμοιασε
    Κάτι μπορεί να σου φάνηκε οικείο στο πρόσωπό σου
    όταν με σκεφτόσουν να σε σκέφτομαι
    Έτσι ήταν;
    Θα είσαι όμορφη
    όταν με σκέφτεσαι
    να σε σκέφτομαι;
    (http://fractalart.gr/paul-cendrier/)

  2. Άψογος, Γιάννη! Καλή Σαρακοστή!

    *

    ΣΚΕΦΤΕΙΤΕ

    Σκεφτείτε τη θέση της Κυβερνήσεως
    μετά την δολοφονίαν των ποιητών
    εμένα σκεφτείτε ανεβαίνοντας το φλογερό δρόμο
    που άλλοτε ακούγονταν κλαγγές όπλων
    φοιτητών
    τώρα έρημο πάρκο.

    Σκεφτείτε τη θέση των ποιητών
    μετά την εγκαθίδρυση των κυβερνήσεων
    μετά τη διαταγή παύσατε πυρ υμνήσατε τους
    άρχοντας
    σκεφτείτε και μένα.
    Μέσα στο ήρεμο πλήθος υψώνομαι
    με κοιτάζουν παράξενα
    μέσα στη νέα βουή δεν ακούγομαι
    πέφτω και φεύγω.
    Γιέσενιν – Μαγιακόφσκι αδελφοί που τερματίσατε
    δεν αγαπήσατε τα ήρεμα βράδια τον καφέ
    τις συζητήσεις
    δεν είχατε σε ποιον να επιτεθείτε.

    Τώρα κυριαρχεί η χαμηλή φωνή
    κάποιου εγκάρδιου Ναζίμ
    που μας καλεί για ειρήνη
    τώρα χτυπάν στα πάρκα τραγούδια των σκλάβων.

    Ξαφνιάζονται οι άνθρωποι σαν ακουστεί
    το Εμπρός επαναστάτες
    ξαφνιάζονται σαν ακουστεί Ελευθερία.

    Πάψε τους ύμνους σου αστέ ποιητή έλληνα
    Λειβαδίτη
    για έρωτες και σπίτια και ηρεμία
    όσο ανθρώπινα κι αν είναι.
    Αύριο θ’ αναγκαστείς να φωνάζεις
    όπως άλλοτε μαζί μου θάνατος στους τυράννους.
    Αύριο που η ζωή θα μας σφίγγει
    θα βγεις με την κορούλα σου στους δρόμους
    γεμάτος απορία μέσα στις φλόγες
    και δε θ’ αναγνωρίζεις τίποτα.

    Έλα μαζί μου.
    Μίλα για μια τεράστια σύγκρουση της εργατιάς
    μ’ αρχόντους
    ατσάλωνε την τόση θέλησή της
    πάψε τους θρήνους σου.
    Εγώ με τη φωτιά του 17 προχωράω αντίθετα
    από τα συνέδρια τις συσκέψεις
    αντίθετα από τις μυστικές αστυνομίες
    από τους υπουργούς τις δεξιώσεις
    αντίθετα στον πόλεμο.
    Κανένας πια δεν έμεινε ποιητής.
    Έτσι μονάχος ανοίγω το δρόμο.

    Μιχάλης Κατσαρός, «Μέρες 1953», Κατά Σαδδουκαίων, 1953

    *****.

    ΣΥΛΛΟΓΙΣΜΕΝΑ ΣΥΝΝΕΦΑ

    Συλλογισμένα σύννεφα μουδιάζουν τὴν ψυχὴ
    ποὺ κουρασμένα ὄνειρα ἐλαφροζαλίζουν.

    Γιώργος Σαραντάρης, 21.5.1933

    *****

    Η ΣΚΕΨΗ ΣΟΥ

    Η σκέψη σου
    στάζει δηλητήριο
    μέσα μου·
    μελαγχολικό δηλητήριο
    μονότονο και ηδονικό
    και τον καπνό σκορπίζει
    πάνω στην παρουσία μου
    εκεί, στο παρελθόν.

    Γιώργος Σαραντάρης

    *****

    ΑΓΝΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ

    Αγνές σκέψεις συλλογιστήκαμε
    Μαζί μας, στους δρόμους τους μακρινούς
    Από τα χέρια πιασμένοι πήγαμε
    Χωρίς να λέμε… ανάμεσα στ’ άνθη τα σκοτεινά

    Περπατούσαμε σαν αρραβωνιασμένοι
    Μοναχοί στην πράσινη νύχτα
    Και μοιραζόμεθα το μυθικό φρούτο
    Την σελήνη που αγαπάει τους τρελούς

    Κατόπιν πεθαίναμε πάνω στο κύμα
    Πολύ μακριά.

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ

    *****

    Στον κόσμο πάλι
    μια στιγμή καθώς συλλογίστηκα
    τα μάτια κλείνοντας σε αστραπή-
    τα χρώματα
    του ανοίγουν μια πόρτα σε άλλο κόσμο.

    Εκείνος, άλλη έγνοια πια
    ξαναγυρίζει στον κόσμο μας
    περιδιαβάζοντας
    πάλι σε κήπους τώρα μοναξιάς,
    ο κηποτύραννος.

    Ω ξαναχτύπησε λοιπόν καμπάνα,
    χρώματα ξανατυλίξτε τον,
    στον κόσμο
    φτέρωσε μουσική
    σαν κίνδυνος πουλιού
    τα βήματα του.

    Ο κήπος χάθηκε στην έγνοια της πολιτείας
    παρμένα τα σκήπτρα
    και της τέχνης τα σύνεργα.
    Σε μιαν αραχνιασμένη σκέψη
    κάθε ανυποψίαστη καρδιά…

    © Δ.Ι. ΑΝΤΩΝΙΟΥ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, Εκδόσεις Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού, 2009.

    *****

    ΣΚΕΨΗ

    Ο Θάνατος υπάρχει μα δεν διαρκεί.
    Προσπερνώντας ένα νεκρό πουλί
    σκέφτεσαι πως είναι νεκρό,
    μα μετά περπατάς
    και το ξεχνάς.

    Η σκέψη παραμένει
    και η σκέψη είναι το μόνο
    που γνωρίζω
    για τον Θάνατο.

    ΓΚΡΕΓΚΟΡΥ ΚΟΡΣΟ (Gregory Corso) – Μετ: ΓΙΑΝΝΗΣ ΛΕΙΒΑΔΑΣ

    *****

    ΣΕ ΣΥΛΛΟΓΙΖΟΜΑΙ
    Στην Ισιδώρα

    Σε συλλογίζομαι εκεί στο βορρά
    να μεταφέρεις την πέτρα της αντοχής,
    την πανάρχαιη ρίζα,
    την άμυνα αντίκρυ στη διάβρωση
    του ωραίου ζώντος καρπού,
    του ανθρώπου που έχει
    πέσει επί γης
    απ’ το δέντρο του σύμπαντος.

    ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

    *****

    ΠΕΡΙΣΚΕΨΗ

    Φοβᾶμαι πώς εἶσαι στόν ὕπνο μου. Πώς εἶσαι ἕνα
    ὄνειρο.
    Πώς εἶσαι στήν ποίηση μέσα. Πώς εἶσαι στά χρώματα
    τῆς εἰκόνας.
    Πώς εἶσαι
    μουσική
    πού ἀναλύεται.

    Πώς σέρνοντας τάχα τούς ἴδιους πέπλους της
    παρουσιάζεσαι ἐσύ. Πώς ἀκούγεσαι, φαίνεσαι, σάμπως
    τά μαλλιά σου, τό γέλιο, τά μάτια, τά χέρια σου,
    νά μήν εἶναι παρά τό ἴδιο τό φῶς της,
    τό σχῆμα, τό νόημα, ἡ σάρκα της.

    Μά ἡ ποίηση εἶναι ἕνα διάχυτο ἄνθος.
    Ἡ μουσική ἐτελείωσε. Ἡ εἰκόνα στή θέση της.
    Ἀναρωτιέμαι ὧρες-ὧρες:
    Ὑπάρχεις;

    ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ, ΤΟ ΒΑΘΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ: Διάλογος Απόλλωνα και Διονύσου, 1961

    *****

    ΤΟ ΜΕΣΟΥΡΑΝΗΜΑ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ

    … Ἡ σκέψη μου εἶναι ἀγάπη κ’ ἡ ἀγάπη μου σκέψη.
    Μυστηριακή θεία δύναμη πού ἀναθρώσκει
    ἀπ’ τά βάθη μου, ἀντανακλᾶ καί στολίζει
    μέ τήν ἐξαίσιά της λάμψη τό μηδέν καί τή νύχτα.

    Μή ρωτεῖστε ποῦ πέφτουν τά ποτάμια τῆς γῆς
    τί στηρίζουν οἱ κορφές τῶν βουνῶν
    τί κρύβει ἀπό πάνω μας ἡ μεγάλη φωτιά.

    Δέν ρωτῶ γι’ ἄλλο τίποτα.
    Τραγουδῶ σάν πουλί στ’ ακρινότερο δέντρο τοῦ κόσμου:
    Ἀγαπῶ, ἄρα ὑπάρχω.

    ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ, [«Το μεσουράνημα της φωτιάς»]

    *****

    ΠΕΡΙΣΥΛΛΟΓΗ

    Τα υπάρχοντά μου, είναι όλος ο κόσμος.
    Τα μαζεύω σ’ αυτό το βιβλίο καθώς
    ο τσοπάνος τ’ αρνιά του καθώς πέφτει το σούρουπο
    στο λιβάδι. Όχι πως βράδιασε, αλλά
    είναι θείες οι μέρες μας, οι ώρες τους, θεία
    τα λεπτά, οι στιγμές τους. Κ’ εγώ
    δε θυμάμαι καλά, όμως έχω,
    δεν ξέρω
    την εντύπωση πάντοτε
    πως κάποιος μου ζήτησε
    να ομορφύνω τον κόσμο

    ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ, «Τα ποιήματα», τόμος Β’

    Γεράσιμος Ανδρεάτος – Στη σκέψη της τρελής

    ΤΟ ΑΒΑΤΟ

    Τη μάσκα μου μπορείτε να θαυμάσετε.
    Εκτίθεται σε θέατρα σκιών
    και σε μουσεία.

    Τα λόγια μου μπορείτε ν’ αγοράσετε.
    Πωλούνται σε τιμές ελκυστικές
    κάτω του κόστους.

    Τη γεύση μου μπορείτε να μαντέψετε.
    Παλιώνω σε κελάρι σκοτεινό
    να ωριμάσω.

    Τα ρούχα μου μπορείτε να μυρίσετε.
    Αρώματα φοράω ακριβά
    Επιταφίων.

    Τις σκέψεις μου μονάχα μην αγγίξετε.
    Το χέρσο ναρκοπέδιο του νου
    με τις αλήθειες.

    Χάρης Μελιτάς, Η διαθήκη, 2013

    *****

    ΣΚΕΨΕΙΣ ΕΜΒΡΥΟΥ

    Θα γίνω τριάντα χρόνων σε τριάντα ένα χρόνια-
    Τώρα είμαι έμβρυο
    Και κρυμμένος στη συνείδηση της ομίχλης
    Θα βγω από την κοιλιά της μάνας μου.
    Θα μείνω σιωπηλός άλλους δυο χρόνους-
    Και τι να πω, αφού τα έχουν πει όλα;

    Μόνο θα κλαίω ή θα γελώ,
    Τίποτε άλλο.
    Και αν ψελλίσω κάτι, θα πω πως είμαι γέρος
    Και πως όλα στο βίο τα βαρέθηκα…

    Είμαι ένα
    Έμβρυο-
    Ζω την πίκρα της μάνας μου
    Τον πόθο του πατέρα μου να σύρει το σπαθί.

    Μπαχά Σάλα Ζαχν, μετ. Κωστής Μοσκώφ

    *****

    ΣΚΕΨΕΙΣ
    Στον Ε. Χ. Γονατά

    Ήσυχα ύπνου φέρετρα κρεβάτια
    φοβερού θανάτου
    αφού τριγύρισε τον άνεμο αυτής της γης
    ο άνεμος αφηνίασε και δάγκωσε
    η γης γύρισε ανάποδα
    απ’ τη μεριά που ανθίζανε τα πράγματα
    στάθηκε τότε εκείνος
    σκεφτικός
    πολύχρωμος
    κοντά στη θάλασσα
    σα σκιάχτρο σ’ ακρογιάλι

    ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ, Ο περίπατος

    *****

    ΜΕ ΤΙΣ ΣΚΙΕΣ (ιβ’)

    Περίσσεψαν οι σκέψεις στο γραφείο.
    Πρέπει να βάλω τάξη,
    να μη σκοντάφτω απάνω τους.
    Την κάθε μια στο φάκελό της,
    άλλες στο αρχείο, άλλες για ενέργεια,
    άλλες –πριν γίνουνε πληγές– στην ανακύκλωση.

    Κι ας λεν∙ «πάει κι αυτός, καπνός του κόσμου»,
    οι συνάδελφοι.

    Σταύρος Ζαφειρίου, [Από την ενότητα Με τις σκιές] Τα Κατοικίδια (1997)

    *****

    Η ΣΚΕΨΗ ΜΟΥ

    Αν μπορούσα θα έδενα τη σκέψη μου
    και σε βαριές αλυσίδες θα την άδραχνα
    Ίσως τότε, θέλοντας και μη
    τελικά θα ηρεμούσε

    Επειδή, χωρίς να με ειδοποιεί
    πάντα θα ξεστρατίζει
    Όταν θα ψάχνω πού θα μπορούσε να πάει
    θα την βρίσκω να τρέχει πάλι σ’ εσένα

    Τι νιώθω λοιπόν, δεν ξέρω
    αλλά αν είχα αυτή τη δύναμη,
    φτερά στη σκέψη μου θα έβαζα
    για να την βοηθούσα στη φυγή της.

    Veronica Micle (1850-1889) απόδοση: Ιωάννα Μοάτσου-Στρατηγοπούλου

    ΣHM. Στις 3 Αυγούστου στο χωριό Βάρατεκ της βορειοανατολικής Ρουμανίας, αυτοκτόνησε με κατάποση αρσενικού. Πενήντα μέρες μετά το τραγικό τέλος του Εμινέσκου με τον οποίο την έδενε δεκαεπτάχρονη αδιέξοδη σχέση.

    *****

    ΣΚΕΦΤΙΚΟΣ, ΑΝΑΤΑΡΑΖΟΝΤΑΣ ΣΚΙΕΣ

    Σκεφτικός, αναταράζοντας σκιές στη βαθιά μοναξιά.
    Είσαι κ’ εσύ μακριά, ω, απ’ όλα πιο μακριά.
    Σκεφτικός, ελευθερώνοντας πουλιά, σβήνοντας εικόνες,
    θάβοντας λαμπάδες.

    Καμπαναριό της καταχνιάς, πόσο μακριά, πέρα, ψηλά!
    Πνίγοντας θρήνους, αλέθοντας σκοτεινές ελπίδες,
    σιωπηλός μυλωνάς,
    έρχεται η νύχτα, σκυφτή, πέρα απ’ την πολιτεία.
    Η παρουσία σου είναι αλλιώτικη, παράξενη σ’ εμέ σαν
    ένα πράγμα.

    Σκέφτομαι περπατώντας, αναλογίζομαι τη ζωή μου πριν από
    σένα.
    Τη ζωή μου πριν απ’ όλα, τη στυφή ζωή μου.
    Η κραυγή μπροστά στη θάλασσα, ανάμεσα στις πέτρες,
    τρέχοντας λεύτερος, τρελός, στην καταχνιά της θάλασσας.
    Η θλιβερή μανία, η κραυγή, η μοναξιά της θάλασσας.
    Λαχανιασμένος, αγέρωχα στητός στον ουρανό.

    Εσύ, γυναίκα, τι ήσουν εκεί; Ήσουν μια βέργα, ένα φτερό
    της απέραντης βεντάλιας; Ήσουνα μακριά όπως τώρα.
    Πυρκαγιά στο δάσος. Καίει σε γαλάζιους σταυρούς.
    Καίει, καίει, φλογίζει, τρίζει σε δέντρα από φως.
    Σωριάζεται, τρίζει. Πυρκαγιά. Πυρκαγιά.
    Κ’ η ψυχή μου χορεύει πληγωμένη από βέλη φωτιάς.

    Ποιος φωνάζει; Πώς γίνεται σιωπή πλημμυρισμένη με ήχους;
    Ώρα της νοσταλγίας, ώρα της χαράς, ώρα της μοναξιάς,
    ώρα δική μου μέσα σε όλες!
    Βούκινο που μέσα του περνάει τραγουδώντας ο άνεμος.

    Τόσο πάθος για κλάμα δεμένο στο σώμα μου.
    Ξεκομμένη απ’ όλες τις ρίζες,
    Ορυμαγδός απ’ όλα τα κύματα!
    Κατρακυλούσε, χαρούμενα, θλιμμένα, ατέλειωτα η ψυχή μου.
    Σκεφτικός, θάβοντας λαμπάδες στη βαθιά μοναξιά.
    Ποια είσαι εσύ; Ποια είσαι;

    PABLO NERUDA, «Ποιήματα – εκλογή», μτφρ.: Ρήγας Καππάτος, Εκδόσεις Α. Καραβία, 1966

    *****

    ΝΑ ΣΥΛΛΟΓΙΣΤΕΙ ΚΑΝΕΙΣ

    Να συλλογιστεί κανείς, που κλαίνε στις κηδείες οι ακροατές!
    Από την ψωραλέα συνήθεια βέβαια και από το θέαμα το πομπώδες.
    Γιατί στο βάθος δεν έχει τίποτα λυπητερό, να κλαίει κανείς.
    Γιατί στο βάθος αυτής της ιστορίας είναι όλη η ανάβλυση του φρέατος της ζωής.
    Είναι η μύχια συνάντηση της καρδιάς των άστρων.
    Είναι ταξίδι για την ένωση με την ουσία της ρίζας των δέντρων.
    Είναι η απόθεση στη γης. Γη της δροσιάς, και της ευμάρειας.
    Του σίτου και του ελαίου, των πουλιών και των θερίων.

    Τάκης Παπατσώνης , «Εν ώρα θερινή»

  3. 1.«Κάποτε συλλογίζομαι πως τούτα εδώ που γράφω
    δεν είναι άλλο παρά εικόνες που κεντούν στο δέρμα τους
    φυλακισμένοι ή πελαγίσιοι.»
    (Γ. Σεφέρης)

    2. Γ. Σεφέρης, Selva oscura

    Τα μάτια αν κλείσω βρίσκομαι σ’ ένα μεγάλον ίσκιο
    το χρώμα της αυγής το αισθάνομαι στα δάχτυλά σου.
    Ξέχασε το ψέμα που σε βόηθησε να ζήσεις
    γύμνωσε τα πόδια σου, γύμνωσε τα μάτια σου,
    μας μένουν λίγα πράγματα όταν γυμνωθούμε
    αλλά τα βλέπουμε στο τέλος πιστά.
    Τα μάτια αν κλείσω βρίσκομαι πάντα σ’ ένα μονοπάτι,
    τ’ αυλάκια χαλασμένα δεξιά κι αριστερά, στην άκρη
    το σπίτι με γυαλιά που το χτυπάει ο ήλιος, άδειο.
    Σκέφτηκα τα δάχτυλά σου να χτυπούν τα τζάμια
    σκέφτηκα την καρδιά σου να χτυπά πίσω απ’ τα τζάμια
    και πόσα λίγα πράματα χωρίζουν έναν άνθρωπο
    που δεν τα ξεπερνά.
    Δεν ξέρεις τίποτε γιατί κοίταξες τον ήλιο.
    Το αίμα σου στάλαξε στα μαύρα φύλλα της δάφνης
    τ’ αηδόνι, περασμένες νύχτες, μάρμαρα στο φεγγάρι
    και στο ποτάμι το ’συρα κι έβαψε το ποτάμι.
    Συλλογίζομαι, όταν συλλογίζομαι, συλλογίζομαι
    τις φλέβες μου και το μυστήριο των χεριών σου που οδηγούν
    κατεβαίνοντας προσεχτικά σκαλοπάτι το σκαλοπάτι.
    Τα μάτια αν κλείσω βρίσκομαι σ’ έναν μεγάλο κήπο.

    3. Τάσου Πορφύρη, «Σχεδόν μεσοπόλεμος»

    Βαδίζει σκεφτικός ψιλοβαριέται
    -το πεζοδρόμιο από βήματα υποφέρει-
    Ψάχνει μια φράση “motto” να φοριέται
    Στο ποίημα που τη λύτρωση θα φέρει
    Βράδυ και βρέχει στη μικρή πλατεία
    Σταγόνες -φωτοστέφανα- στα γύρω φώτα
    Ένας περαστικός μια φιγούρα αστεία
    -κι η μουσική καημός του Nino Rotta-
    Τρέχει κρατώντας μια μικρή ομπρέλα
    Το στήθος του σπαράζει από λυγμούς
    Θα μπορούσε να κάνει κάποια τρέλα
    Όμως τον κρατάει όμηρο μια εποχή
    -σε δυσανάγνωστες ανάκατες σελίδες-
    Και βρέχει «βρέχει μια παλιά κίτρινη βροχή»

    [Από τη συλλογή Οι μέσα μας πληγές, Ύψιλον

    4. «Γύριζε στην πόλη σκεφτικός
    μετά από τόσα χρόνια άγνωστος
    στους κλειστούς αρχαίους δρόμους
    χορτασμένος εξορίες
    ξενιτιές και δόξα….
    Κι εκεί κατά το σούρουπο
    στις βραδινές ερειπωμένες ράγες
    χαμένων τρένων αποχωρισμού
    τον άγγιξε ανάλαφρα η ταραχή
    μιας ανυποψίαστης αγάπης.»

    [Νίκου Αλεξίου, από το ποίημά «Ο Τζιόρτζιο Ντε Κίρικο στο Βόλο» ]

    5. ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΜΑΡΤΖΩΚΗΣ, [ΕΓΕΙΡΑ ΣΚΕΦΤΙΚΟΣ ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΧΑΜΟΥ]

    «Έγειρα σκεφτικός το βλέμμα χάμου
    κι άπλωσα μες στα φρύδια την παλάμη
    κι αφ’ τ’ ανοιχτά θωρούσα δάχτυλά μου
    τα μάτια που ευτυχή μ’ έχουνε κάμει.

    Ερχότουνε το χνώτο της σιμά μου
    και μ’ έκανε να τρέμω σαν καλάμι,
    κι ίδρωτας κρύος χυνόταν στα μαλλιά μου
    κι από το μέτωπο έτρεχε ποτάμι.

    Όταν το χέρι μου έβγαλα, το βλέμμα
    εγύρισα δειλά με τόση αχτίδα
    και στην καρδιά πλημμύρισε το αίμα.

    Το φόρεμά της έκανε πως σιάζει
    κι όταν το μάτι σήκωσε, την είδα
    να με βλέπει χωρίς να με κοιτάζει.»

    (http://alonakitispoiisis.blogspot.gr/2013/09/blog-post_6717.html)

    6. Χρήστος Μαγκλάσης (Κνάκαλος), «Δεύτερη σκέψη»

    «Στα εργαστήρια του νου,
    στην ζύμωση της σκέψης,
    δεύτερη σκέψη στασιάζει,
    διαξιφισμοί χαρακωμάτων,
    από ‘δω ένας λοβός ομιλητής,
    από ‘κει ένας λοβός ακροατής,
    Μπερδεμένα λόγια ψελλίζει
    στα χείλη ο καψερός,
    κι ο χρόνος είν’ εχθρός.
    Τρέχει η γλώσσα να τα προλάβει όλα,
    αν ήξερε να βάζει και σημεία στίξεως ,
    θα ήταν καθαρομιλημένη η απόφαση.
    Συνήθως προλαβαίνει το θυμικό
    και βγάζει απ’ ευθείας πορίσματα,
    με την βούλα του ανεπίκαιρου
    και την εγγύηση της προπατορικής εμπειρίας .
    Τους προγόνους μας ξεχνάμε,
    όμως αυτοί μας εκδικούνται,
    κάνοντας κατάληψη στις αποφάσεις μας.
    Στην πτήση προς το μέλλον,
    τα ζύγια φτιάχνει το παρόν,
    με τα βαρίδια απ’ το παρελθόν.»

    (http://fractalart.gr/deyteri-skepsi/)

    7. «…Θάταν βαθύς στες σκέψεις, διεδίδετο,
    κ’ οι τέτοιοι τόχουν φυσικό να μη μιλούν πολλά.

    Μήτε βαθύς στες σκέψεις ήταν, μήτε τίποτε.
    Ένας τυχαίος, αστείος άνθρωπος.
    Πήρε όνομα ελληνικό, ντύθηκε σαν τους Έλληνας,
    έμαθ’ επάνω, κάτω σαν τους Έλληνας να φέρεται·
    κ’ έτρεμεν η ψυχή του μη τυχόν
    χαλάσει την καλούτσικην εντύπωσι
    μιλώντας με βαρβαρισμούς δεινούς τα ελληνικά,
    κ’ οι Aλεξανδρινοί τον πάρουν στο ψιλό,
    ως είναι το συνήθειο τους, οι απαίσιοι….»
    (Κ. Π. Καβάφης, Ηγεμών εκ Δυτικής Λιβύης, απόσπασμα)

    8. «Αν είν’ η σκέψη σου
    πριν από σένα,
    δεν είναι απόκομμα
    θεού και γέννα:
    τη σκλάβα σκέψη σου
    σκλάβα δετή
    σου τηνε πλάσανε
    οι Δυνατοί.»

    (Κ. Βάρναλης, Η καμπάνα, απόσπασμα)

    9. «…Νὰ ποὺ μ᾿ ἀρέσουν ἐπὶ τέλους αὐτὰ τὰ βουνά, ἔτσι κουλουριασμένα

    τὸ γερασμένο κοπάδι τριγύρω μου μ᾿ αὐτὲς τὶς ρυτίδες
    σκέφτηκε κανεὶς νὰ πεῖ τὴ μοίρα ἑνὸς βουνοῦ ὅπως κοιτάζει μία παλάμη
    σκέφτηκε κανείς;…
    Ὢ ἐκείνη ἡ ἐπίμονη σκέψη
    κλεισμένη σ᾿ ἕνα κουτὶ ἀδειανό, θεληματικὴ
    χτυπώντας ἀδιάκοπα τὸ χαρτόνι, ὅλη τὴ νύχτα
    σὰν ποντικὸς ποὺ ροκανίζει τὸ πάτωμα….»

    (Γ. Σεφέρης, «Ωραίο φθινοπωρινό πρωί», απόσπασμα)

    10. Πέδρο Σαλίνας ~ Το να σε σκέφτομαι απόψε ~

    Το να σε σκέφτομαι απόψε
    δεν σήμαινε να σε σκέφτομαι με τη σκέψη μου,
    εγώ μόνο, μέσα μου. Σε σκεφτόμουν
    διεξοδικά μ’ εμένα, τον πλατύ κόσμο.

    Το μεγάλο ονειροπόλημα του κάμπου, τ’ αστέρια,
    η θάλασσα σιωπηλή, τα χορτάρια αόρατα,
    παρόντα μόνο με τα ξηρά τους αρώματα,
    σε όλα αυτά,
    απ’ τον Αλδεβαράν ως τον γρύλλο σε σκεφτόμουν.

    Πόσο ήρεμα
    επικρατούσε η ομόνοια
    ανάμεσα στις πέτρες, τα περίλαμπρα άστρα,
    το μουγγό νερό, την τρεμουλιαστή συστάδα των δέντρων,
    σ’ όλα τ’ άψυχα,
    κι η δικιά μου ψυχή
    τ’ αφιέρωνε όλα σ’ εσένα! ‘Ολα να προστρέχουν
    πειθήνια στο κάλεσμά μου, στην υπηρεσία σου,
    ανυψωμένα σε πρόθεση και δύναμη αγάπης.
    Εσμιγαν τα φώτα κι οι σκιές
    στο φως της αγάπης μου, έσμιγε
    η μεγάλη σιωπή πάνω στην επίπεδη γη,
    φωνές απαλές απ’ τα σύννεφα, από τον ουρανό,
    στο τραγούδι προς εσένα που τραγουδούσε μέσα μου.
    Μια συμφωνία κόσμου και ύπαρξης,
    βιασύνης και χρόνου, μια εκεχειρία απίθανη
    απλωνόταν μέσα μου, όπως μπαίνει η ευτυχία
    όταν έρχεται αβίαστα, φιλί με φιλί.
    Και σχεδόν
    σταμάτησα να σ’ αγαπώ για να σ’ αγαπήσω
    μ’ άπειρη εμπιστοσύνη, περισσότερο απ’ αυτήν που έχω σ’ εμένα,
    σ’ αυτήν την πράξη αγάπης προς τη μεγάλη νύχτα
    που πλανιέται στον χρόνο κι επιφορτισμένη ήδη
    με ιερή αποστολή, ιεραπόστολος αποδείχτηκε
    μιας αγάπης που έγινε αστέρια, γαλήνη, κόσμος,
    που σώθηκε πια απ’ τον φόβο
    εκείνου του πτώματος που απομένει σαν ξεχαστεί.

    (http://freeyourmindwithpoetry.blogspot.gr/2013/06/blog-post_8495.html)

  4. ΠΟΛΛΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΕΜΑΘΑ ΤΗΝ ΣΚΕΨΗ

    Πολλών ανθρώπων έμαθα τη σκέψη
    σε λίγους έδωσα μια γεύση απ’ τη δική μου.

    Πολλών ανθρώπων γεύτηκα την πρόσκαιρη αγάπη
    στον άγνωστο έδωσα αιώνια τη δική μου
    σκληρός και ανισόρροπος ο απολογισμός.

    Αν κλαίς για όσα δεν σου δόθηκαν
    φτωχός κι ανάξιος θ’ απομείνεις αποδέχτης
    αν κλαίς για όσα απλόχερα έχεις δώσει
    τότε στ’ αλήθεια δεν τα έδωσες ποτέ.

    Βάσος Λυσσαρίδης, «Ποιήματα», Άγρα/Αιγαίον, 2008

    *****

    ΝΥΧΤΕΡΙΝΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΕΣΑ ΣΕ ΜΙΑ ΒΑΡΚΑ

    Μια όχθη λεπτό χορτάρι κι ελαφρή αύρα,
    μια μοναχική νυχτερινή βάρκα με ψηλό κατάρτι.
    Άστρα ανεβαίνουν πάνω στην άγρια πλατιά πεδιάδα·
    το φεγγάρι πάει με το ρέμα του Μεγάλου Ποταμού.

    Φήμη: κερδίζεται ποτέ με τη λογοτεχνία;
    Υπηρεσία: πρέπει να την παρατήσω, γέρος κι άρρωστος.
    Πλέοντας, πλέοντας, είμαι σαν τι;
    Ανάμεσα γη κι ουρανό, ένας μονάχος γλάρος.

    Του Φου, μτφρ. Σωκράτης Σκαρτσής, Κινέζοι Αναχωρητές Ποιητές

    *****

    TO KEΦΑΛΙ ΜΟΥ ΣΥΜΠΑΝ ΟΛΟΚΛΗΡΟ

    μου αρέσει να κοιτώ τις σκέψεις μου σαν χάνονται
    στο διάστημα ορφανές και
    ξαναβρίσκονται στο στόμα άλλων,
    τις κινήσεις σαν μιμούνται αγριανθρώπων και
    επιστρέφουν σε μένα ξένες.

    ωραίες σαν το κεφάλι μου – εκσφενδονίζεται
    συνένοχο.

    ΕΥΤΥΧΙΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, «Μέγας κηπουρός», Εκδόσεις Κοινωνία των (Δε)κάτων, 2007

    *****

    ΑΝΥΠΟΤΑΚΤΗ ΣΚΕΨΗ
    στον Κώστα Θ. Ριζάκη

    Η σκέψη μου ανυπότακτη
    σε βαθύ την κλείνω πηγάδι
    ξεπετάγεται αναβλύζοντας με ορμή

    σε κλουβί σκοτεινό τη φυλακίζω
    ξεγλιστρά με πάθος και αντίσταση
    τρέχει πάντα ξεφεύγει
    πηγαίνει εκεί όπου θέλει
    την επιθυμία συναντά

    βασανίζουν μαζί
    αρραγές δίδυμο δυνατό
    την ψυχή και το είναι μου.

    Σοφία Παπαχριστοφίλου, Από φεγγίτη μικρό, 2016

    *****

    ΕΝΑ ΣΠΗΛΑΙΟ ΕΙΝ’ Η ΣΚΕΨΗ ΜΑΣ

    Τυφλά ζώα κοιμούνται μέσα.
    Ο ήλιος που φωτάει απέξω
    Δεν ήρθε να με ξυπνήσει.

    Μόνοι βαδίζουμε στο δρόμο μας
    Τα άστρα κι η σελήνη το ξέρουν:
    Με τη νύχτα τραγουδάμε
    Σε μια νύχτα που περνάμε.

    Κι αν ελπίζουμε σε κάτι ( άνθρωπε)
    Είναι που θα’ ρθει η Άνοιξη.
    Άνοιξη! Τα παιδιά σε προσμένουν
    Τα πουλιά και τα δέντρα.

    Αναστάσιος Δρίβας (1899-1942), Μια Δέσμη Αχτίδες στο Νερό

    *****

    ΣΚΕΨΗ

    Να έχεις δύο μακριές φτερούγες
    από ίσκιο
    και να τις διπλώνεις πάνω απ’ τον πόνο σου,

    να είσαι σκιά, νυχτερινή
    ειρήνη
    γύρω από το ξοδεμένο σου
    χαμόγελο.

    Antonia Pozzi, Μυρωδιά πρασίνου και άλλα ποιήματα, μτφρ.: Άννα Γρίβα

    *****

    ΣΚΕΨΕΙΣ ΔΕΥΤΕΡΕΣ

    Για τις επιλογές που στη ζωή σου κάνεις,
    ποτέ μη μετανιώνεις.
    Μην αρνηθείς της εκλογής σου την χαρά και την ελευθερία
    σκεπτόμενος διαρκώς τα οφέλη
    που μιαν άλλη επιλογή θα σου ‘χε φέρει.
    Μπροστά σου πάντα να κοιτάζεις.

    Κι αν παρ’ όλα αυτά,
    δεύτερες σκέψεις το μυαλό σου κατακλύζουν,
    του Λωτ τη στάση – με κάθε κόστος –να κρατήσεις.
    Αλλιώς, κι αν περπατείς πάντα θα μένεις πίσω
    και μια βροχή θα σε κυλήσει αρμυρό νερό στο χώμα.

    Παναγιώτης Στανίτσας, Ποιήματα

    *****

    ΣΚΕΨΗ

    Θλιμμένα στη γενιά μου κοιτάζω!
    Το μέλλον της – κενό ή σκοτεινό,
    Όπου υπό της γνώσης και της αμφιβολίας το βάρος,
    Αδιάκοπα με την αδράνεια παλεύει.
    Πλούσιοι είμαστε, σχεδόν από την κούνια,
    Με των πατέρων τα λάθη και τη γνώση τη στερνή,
    Η ζωή μας γεμάτη βάσανα είναι, σα δρόμος ίσος μα άσκοπος πολύ,
    Σα γλεντοκόπι σε άγνωστου γιορτή.

    Για το καλό και το κακό αναίσχυντα αδιάφοροι,
    Χωρίς ν’ αγωνιστούμε μαραζώνουμε στης κονίστρας την αρχή ∙
    Μπροστά στον κίνδυνο ντροπιαστικά είμαστε λιγόψυχοι
    Μπροστά στην εξουσία– σκλάβοι σιχαμεροί.
    Έτσι ο αδύναμος καρπός, ώριμος ο καιρός του φτάσει
    Μήτε το γούστο, μήτε το βλέμμα μας χαροποιεί,
    Ξενομερίτης ορφανός ανάμεσα κρέμεται στα άνθη,

    Της πτώσης του η ώρα θε να ‘ναι της στιγμής η ομορφιά!
    Το νου μας θανατώσαμε με επιστήμη άγονη,
    Ζηλότυπα αποκρύβοντας από γνωστούς και φίλους
    Τις καλύτερες ελπίδες και την ευγενική φωνή
    Με των γελοιοποιημένων παθών τη δυσπιστία.
    Το κύπελλο της απόλαυσης μόλις αγγίξαμε
    Μα της νιότης τις δυνάμεις δε φυλάξαμε ∙

    Φοβόμασταν κάθε χαράς τον κορεσμό,
    Για πάντα χύσαμε τον καλύτερο χυμό.
    Της ποίησης τα όνειρα, της τέχνης τα έργα
    Το νου μας με ενθουσιασμό δε λεν να συγκινήσουν ∙
    Στο στήθος μας απομεινάρι αισθήματος ζηλότυπα φυλάμε –
    Κρυμμένο το ‘χουμε από τσιγκουνιά, άχρηστος θησαυρός.

    Τυχαία μισούμε κι αγαπούμε,
    Μήτε στην έχθρα, μήτε στην αγάπη, τίποτα δε θυσιάζουμε,
    Και βασιλεύει μέσα στη ψυχή μια ανεξήγητη παγωνιά,
    Όταν η φλόγα καίει στο αίμα.
    Και μας είναι πληκτικά των προπατόρων μας τα πολυτελή συμπόσια,
    Η φιλότιμη, παιδική τους διαστροφή ∙
    Στο τάφο βιαζόμαστε να πάμε χωρίς ευτυχία, χωρίς δόξα,
    Κοιτώντας προς τα πίσω ειρωνικά.
    Σα πλήθος σκυθρωπό και γρήγορα λησμονημένο
    Από τον κόσμο τούτο θα περάσουμε αθόρυβα και χωρίς ν’ αφήσουμε ίχνος,

    Δίχως μια σκέψη γόνιμη στους αιώνες ν’ αφήσουμε,
    Μήτε με τη μεγαλοφυΐα του έργου που ξεκινήσαμε.
    Κι η στάχτη μας με την αυστηρότητα του δικαστή και του πολίτη,
    Τους απόγονους θα προσβάλει με στίχο περιφρονητικό,
    Με την πικρή ειρωνεία του άσωτου υιού
    Απέναντι στο σπάταλο πατέρα.

    Μιχαήλ Λέρμοντοφ -Μετάφραση από τα ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης

    *****

    ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΚΟΙ ΣΥΛΛΟΓΙΣΜΟΙ

    Κάποτε, βέβαια, θα βρεθώ κι εγώ -ας μη γελιόμαστε¬-
    με κάποιο σουγιά μπηγμένο στα πλευρά,
    κάποιο σκοινί γύρω απ’ το λαιμό μου,
    παραμορφωμένος απ’ τα χτυπήματα τού αγνώστου,
    (άνεργος; ναυτικός; ψυχοπαθή ς; τί σημασία έχει…).

    Τα συρτάρια μου άνω κάτω, ρούχα πεταμένα,
    ολόγυμνος σε στάση άμυνας ή παράκλησης
    να κλείσει, να τελειώσει, επιτέλους, το μαρτύριο
    (πού, άλλωστε, το περίμενα στο βάθος)
    και’ πια να μείνουν πίσω μου δυό τρία ποιήματα,
    μάλλον οι, τελευταίοι στίχοι μου,
    πεντέξι σοφές υποθήκες πίσω από τη μάσκα μου.

    Λοιπόν, ας έχετε το νου σας. “Αν χαθώ,
    αν δεν τηλεφωνήσω κι εξαφανισθώ περίεργα,
    μην το αποδώσετε στις γνωστές παραξενιές μου.

    Ψάξτε με στο λιμάνι, σ’ έρημες μαούνες,
    σε τίποτα θάμνα εξοχικά,
    σε ύποπτα, παγωμένα ξενοδοχεία,
    αναζητήστε με μ’ επιμονή στις ερημιές,
    ρωτήστε πρόσωπα στα πάρκα,
    κυρίως, διαβάστε για τις έρευνές σας
    προσεκτικά τα ποιήματά μου.

    Περιγράφω λεπτομερώς τους υποψήφιους δολοφόνους μου,
    τί μάρκα τσιγάρου καπνίζουν,
    το βλέμμα, τις συνήθειες,
    τη βραχνάδα τους.

    ΑΝΤΡΕΑΣ ΑΓΓΕΛΑΚΗΣ (Ή μεταφυσική της μιας νύχτας, 1982)

    *****

    ΣΚΕΨΕΙΣ ΤΟ ΑΠΟΒΡΑΔΟ

    Η μοναξιά είναι παρούσα σαν ένα σύννεφο
    Απόψε όμως έχει δύο όψεις
    Η μία είναι σκυθρωπή
    κι η άλλη παρόμοια με φεγγαράδα

    Είναι τόσο κοινή που την συγχέεις
    με μια βόλτα στην Ερμού
    Με τις ψηλοτάκουνες γόβες στη βιτρίνα
    Με τις δαντελωτές κυλόττες
    Με ό,τι απόμεινε από τη μέρα σου
    Ανάβεις ένα τσιγάρο κι άλλο ένα
    Πίνεις λίγο κόκκινο κρασί
    και συλλογιέσαι πως όλα είναι μια ιδέα
    μια ψευδαίσθηση, μια σαμσάρα
    κι εσύ το χρυσό μωρό του σύμπαντος

    που σου πρέπει να διασχίσεις
    το ορμητικό ποτάμι της ζωής
    όχι με ουρλιαχτά
    μα με χαχανητά!

    ΓΡΗΓΟΡΙΑ ΠΟΥΛΙΟΥ

    *****

    ΕΤΣΙ ΣΚΕΦΤΗΚΑ ΟΤΑΝ ΣΕ ΕΙΔΑ

    Όμορφε παράξενε
    έλα να περάσουμε αγκαλιά
    τούτη τη βραδιά

    Να ξεχάσουμε τα βάσανά μας όλα
    Να γιορτάσουμε την ανέλπιστη χαρά μας

    Να δώσουμε υλικό για χίλια χρόνια
    στα όνειρά μας
    προτού στεγνώσουν τα φιλιά
    προτού το πάθος μας σβήσει και πεθάνει
    σαν τη νύχτα αυτή
    όταν έρθει η αυγή.

    ΓΡΗΓΟΡΙΑ ΠΟΥΛΙΟΥ

    *****

    ΜΙΑ ΣΚΕΨΗ

    Η θλίψη δόθηκε στον άνθρωπο
    από ευσπλαχνία
    Όταν στην έσχατη ώρα της απογείωσής της
    φθάσει
    μ’ ανακούφιση η ψυχή
    τα γήινα σαν κονιορτό ν’ αποτινάξει.

    ΓΡΗΓΟΡΙΑ ΠΟΥΛΙΟΥ

    *****

    Ο ΣΚΕΠΤΙΚΙΣΤΗΣ ΜΙΛΑΕΙ

    Η μισή ζωή σου πέρασε
    ο δείκτης προχωράει, η ψυχή αναρριγεί!
    Πολύ καιρό γυρνάει και ψάχνει
    και δε βρίσκει – κι αργοπορεί εδώ;

    Η μισή ζωή σου πέρασε
    και κάθε ώρα της ήταν πόνος και πλάνη!
    Τι ψάχνεις τώρα; Γιατί;
    Αυτό ακριβώς ψάχνω – το γιατί!

    ΦΡΙΝΤΡΙΧ ΝΙΤΣΕ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, μτφρ. Αλέξανδρος Σ. Αλεξάνδρου

    *****

    ΠΕΡΙΣΥΛΛΟΓΗ

    Τι να τα κάνεις τα λειψά τα προσιτά,
    τα τετριμμένα, τα πεζά, τα αδιέξοδα,
    ξοδεύοντας καιρό στα περιττά,
    στο βόλεμα, στους τύπους, στα ανέξοδα.

    Μας παίζει άσχημα παιγνίδια ο καιρός,
    χάσαμε τον ρυθμό στο αναμέτρημα.
    Ο κόσμος έγινε άγριος, βλοσυρός
    και μείναμε μεσοστρατίς στο ενδιαίτημα.

    Ο παιδεμένος χρόνια στοχασμός
    σκοντάφτει ανήμπορος σε κάθε κίνημα
    κι ακολουθεί του ονείρου μισεμός.
    Κι όμως, ήταν γενναίο το ξεκίνημα.

    ΕΛΕΝΗ ΧΩΡΕΑΝΘΗ

    *****

    ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΠΟΛΛΗ ΑΓΟΝΗ ΣΚΕΨΗ

    Στη σάρκα
    πίσω ολοταχώς.
    Όπως ο ναυαγός
    στο γνώριμο ερημονήσι του.

    Βασίλης Καραβίτης

    *****

    ΣΚΕΨΕΙΣ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΕΝΑ ΣΑΝΤΟΥΪΤΣ

    Είναι όλο και πιο δύσκολο -όχι, είναι αδύνατο
    που να πάρει- να συναινείς στο να θαυμάζεις αυτούς
    που
    θεωρούνται σπουδαίοι στην εποχή μας,
    είναι όλοι τους
    ύποπτοι
    κανείς τους δεν διαθέτει
    αρχοντιά
    πρωτοτυπία
    ευφυΐα
    ειλικρίνεια
    και κυρίως αυτό το πλέον απαραίτητο:
    απλή, καλή καρδιά.

    μόνο κόκαλα και πάλι κόκαλα
    που ξασπρίζουν κάτω απ’ τον ήλιο.

    λένε ότι τίποτα δεν πάει χαμένο:
    ή είναι αλήθεια
    ή όλα πάνε χαμένα

    Τσαρλς Μπουκόφσκι, Η λάμψη της αστραπής πίσω απ’ το βουνό-Ποίηση
    ΗΛΕΚΤΡΑ, 2005 (μφρ: Σώτη Τριανταφύλλου)

    Έχω μια σκέψη, Ψαραντώνης – Νίκος Στρατάκης -Γιώργος Νικηφόρου Ζερβάκης

    ΑΝΑΜΕΣΑ

    Ανάμεσα στην ιδέα και στη λέξη
    υπάρχει πιο πολύ απ’ ό,τι καταλαβαίνουμε.

    Υπάρχουν ιδέες που γι’ αυτές δεν βρίσκονται λέξεις.
    Η σκέψη χαμένη στα μάτια ενός μονόκερου
    εμφανίζεται ξανά στο γέλιο ενός σκύλου.

    Βλαντίμιρ Χόλαν—Μετάφραση: Βασίλης Καραβίτης

    *****

    ΑΤΙΤΛΟ (ΔΕΝ ΣΚΕΦΤΗΚΑ ΠΡΙΝ ΜΙΛΗΣΩ)

    Δεν σκέφτηκα πριν μιλήσω
    άπλωσα τη ροδιά μου
    να γλιστρήσει
    ως τη ρίζα που δίψαγε το φως.
    Ανάμεσα στα δέντρα
    περίμεναν άγρυπνα μάτια

    Δεν σκέφτηκα πριν κοιτάξω
    την απέραντη θάλασσα.
    Στις αμμόπετρες τα χέρια μου
    χαλάρωσαν

    γυμνά τα πόδια
    του ποιητή

    Αγκάθι της φωτιάς
    το παρόν.
    Δεν σκέφτηκα το κατόπιν.
    Άνοιξα πόρτα
    σε τέσσερα τριαντάφυλλα
    ν’ ανθίσουν.
    Εφτά τα περιστέρια να πετάξουν
    μακριά από το σημάδι

    Κώστας Κινδύνης, [Από την ενότητα Σημειώσεις ανατομίας]Τα ποιήματα [1971 – 1977] (2007)

  5. 1.« Από τον στοχασμό σου
    ……πήζει
    ………..ο ήλιος
    μες στο ρόδι
    κι ευφραίνεται»
    (Ο. Ελύτης)

    2. Ζαν Πιέρ Ζουβ, «Στοχάσου»
    Απόσπασμα

    Το πνεύμα του ποιητή έπεσε κατά τύχη στο παλιό
    κείμενο του Εκκλησιαστή: «Ότι πάντα ματαιότης
    και προαίρεσις πνεύματος.»

    Στοχάσου λίγο τον ήλιο της νιότης σου
    Εκείνον που έλαμπε σαν ήσουν δέκα χρονώ
    Ξάφνισμα τον θυμάσαι τον ήλιο της νιότης σου
    Αν καρφώσεις καλά τα μάτια
    Αν τα στενέψεις
    Μπορείς ακόμη να τον ξεχωρίσεις
    Ήταν ρόδινος
    Σκέπαζε τα μισά τ’ουρανού
    Μπορούσες να τον κοιτάξεις εσύ κατά πρόσωπο
    Ξάφνισμα τάχα γιατί μα ήταν τόσο φυσικό
    Είχε ένα χρώμα
    Είχε ένα χορό είχε έναν πόθο
    Είχε μια ζεστασιά
    Μια καταπληχτική ευκολία
    Σ’ αγαπούσε
    Όσα κάποτε στη μέση της ζωής σου και φεύγοντας με
    το τρένο πλάι στα δάση το πρωί
    Νόμισες πως φανταζόσουν
    Με τον εαυτό σου
    Μες στην καρδιά είναι φυλαγμένοι οι παλιοί μας ήλιοι
    Βρίσκεται εκεί δεν κούνησε να τος αυτός ο ήλιος
    Μα ναι βρίσκεται εκεί
    Έζησα βασίλεψα
    Φώτισα μ’ έναν τόσο μεγάλον ήλιο
    Αλίμονο πέθανε
    Αλίμονο ποτέ
    Δεν ήταν
    Ω αυτός ο ήλιος λες
    Κι όμως η νιότη σου ήταν δυστυχισμένη

    Δεν είναι ανάγκη να’σαι βασιλιάς της Ιερουσαλήμ
    Κάθε ζωή ρωτά
    Κάθε ζωή ρωτιέται
    Κάθε ζωή προσμένει

    […]

    (Μετάφραση Γιώργος Σεφέρης, «Αντιγραφές», εκδόσεις Ίκαρος)

    3. Ο Ανδρέας Γ. Λίτος, «ΤΟΥ ΔΡΟΜΟΥ ΣΤΟΧΑΣΜΟΣ»

    Ένας ουρανός την δρόσο να σταλάζει.
    Δάκρυα γυρεύει η δίψα της αγάπης.
    Μεγάλη η αγάπη κι άχραντη η γαλήνη.
    Μα η νύχτα δεν πιστεύει την αυγή.
    Ακόμη το κλωναράκι του βασιλικού
    στα ρουθούνια σκορπάει τη μοσχοβολιά,
    σαν το φως του αφανέρωτου λύχνου.
    Η χαρά βασιλεύει στου ταπεινού την αυλή,
    αλλά ο υπερήφανος φοβάται την χαρμονή.

    (http://fractalart.gr/tou-dromou-stoxasmos/)

    4. Μιχάλης Σταυρακάκης, «ΣΤΟΧΑΣΜΟΣ»

    «”Ήθελα να κάμω
    πολλά παιδιά.
    Τόσα πολλά σαν τ’ άστρα.
    Να γεμίσω τον κόσμο αδέλφια.»

    (https://atexnos.gr/ )

    5. Χρήστος Ε. Κατσιγιάννης, «Στοχασμός»

    «Άσε να σβήσουν, να χαθούν
    να πάψουν πια ν’ ακούγονται
    οι επευφημίες, οι ζητωκραυγές
    οι αλαλαγμοί, οι ιαχές
    τα θούρια, οι παιάνες
    τα βάρβαρα εμβατήρια
    κι η ανεμική άγρια μπόρα!
    Μετά, προς το κοντόβραδο
    θα έχεις όλο τον καιρό
    Ευγενικιά μου Υπομονή
    λόγια σοφής Σιωπής
    κι εσύ να ψιθυρίσεις.»

    (http://pegas1.eu/prologarxeio.htm)

    6. «…Κοντά σου δεν αχούν άγρια οι ανέμοι.
    Κοντά σου είναι η γαλήνη και το φως.
    Στου νου μας τη χρυσόβεργην ανέμη
    ο ρόδινος τυλιέται στοχασμός…»
    (Μαρία Πολυδούρη)

  6. ΓΥΜΝΗ ΣΚΕΨΗ

    Γυμνή σκέψη δίχως τεχνάσματα
    για να δείξει την αλήθεια
    γιατί κανείς δεν είχε δικαίωμα
    να κρύψει τα κλειδιά της γνώσης

    αλλιώς οι καρποί θα φαίνονται
    από άλλα δέντρα
    ενώ πρέπει να υπάρχει
    η συνέχεια για να ζει
    η μνήμη μέλλοντος
    μέσω του θανάτου και της ζωής

    γι’ αυτό κοίτα το λίθο
    που είναι θεμέλιο μετέωρο
    γιατί είναι ακρόλιθος.

    Ν. Λυγερός

    ******

    ΣΚΕΨΗ ΣΤΟ ΣΟΥΡΟΥΠΟ

    Στο δρόμο συναντάμε γέρους τους λιποτάκτες των παλιών πολέμων,
    εν’ ανοιξιάτικο καπέλο στον καναπέ απ’ αυτά που φορούν τα νεαρά κορίτσια.
    Καθένας έχει ένα μεγάλο μυστικό και θα φύγουμε χωρίς να το μάθει
    ούτε αυτός, ούτε άλλος κανένας.

    Τάσος Λειβαδίτης, «Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου (Γ)»

    *****

    ΒΡΑΔΙΝΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ

      Έπρεπε ν’ ανακαλύψω γρήγορα το μυστικό – ήταν μια υπόθεση σκοτεινή, μια συνωμοσία θα ’λεγα, για την οποία όλοι απέφευγαν να μιλήσουν, ακόμα κι ο ίδιος ο πατέρας μου μετά το δείπνο άναβε τσιγάρο κι έμενε σιωπηλός, εγώ ονειρευόμουν ένα λεωφορείο μια νύχτα φθινοπωρινή, μια εκδρομή με παλιούς φίλους στο χαμένο μας όνειρο ή άφηνα τις μύγες πάνω στο πρόσωπό μου διότι λησμόνησα να σας πω ότι είχα πεθάνει από καιρό, μόνο που έπρεπε να το κρύβω, γιατί τί άλλο πιο επαίσχυντο από συντρόφους που λιποτακτούν ή ακόμα χειρότερο που επιμένουν να ονειροπολούνε.
      Κι ίσως, σκέφτομαι, η Κόλαση είναι ένα παιχνίδι
                          που κερδίζεις.

    TAΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ, «βιολέτες για μια εποχή» (1985). Τάσος Λειβαδίτης, «Ποίηση», τόμος τρίτος, Κέδρος, Αθήνα 1988, σελ. 252.

    *****

    ΣΥΛΛΟΓΙΣΜΟΙ

    Συλλογιέμαι τα τραίνα πού τρέχουν προς το τίποτα
    τη θάλασσα που αιώνια επιστρέφει…

    Τάσος Λειβαδίτης: Τα Χειρόγραφα του Φθινοπώρου

    *****

    ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ

    Μισοφέγγουν, μισοχάνονται τ’ αστέρια.
    Δύο σταγόνες, τρεις σταγόνες, αρχινά η βροχή.
    Μα το δέντρο που ξέρει πως έρχεται φθινόπωρο
    ψιθυρίζει το νέο από φύλλο σε φύλλο.

    Uan Mei, 1716-1798 μ.Χ. (μτφρ. Αμαλία Τσακνιά)

    *****

    ΣΚΕΨΕΙΣ

    Κάπου κάπου νομίζω πως πιάνω τις σκέψεις σου
    μέσα στα δάχτυλά μου.

    Τις αγγίζω, τις χαϊδεύω
    τις αισθάνομαι
    και ξαφνιασμένη ανοίγω τη χούφτα μου
    να χυθούν στο άπειρο
    σαν τους διάττοντες των Λεοντιδών.

    Όχι πως δεν μπορώ να τις κρατήσω,
    όχι πως δε λαχταρώ να τις κάνω δικές μου,
    φοβάμαι μήπως τις διαβάσουν οι άλλοι
    και προδοθείς…

    Αφροδίτη Διαμαντοπούλου

    *****

    Κ’ ΕΓΩ ΠΑΝΤΑ ΣΚΕΦΤΟΜΟΥΝ

    Κ’ εγώ πάντα σκεφτόμουν πως τα πιο απλά λόγια
    Πρέπει να φτάνουν. Όταν λέω τι γίνεται
    Η καρδιά του καθενός πρέπει να σπαράζει.

    Ότι είσαι χαμένος αν δεν αμυνθείς
    Αυτό πια πρέπει να το καταλάβεις.

    Μπέρτολτ Μπρεχτ

    *****

    ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΡΑΜΜΕΝΕΣ ΜΕ …ΠΙΝΕΛΟ

    Ζωγραφίζω χιλιάδες πουλιά σταυρωμένα πάνω στο φόντο της νύχτας
    Ζωγραφίζω σκέψεις που πια δεν τολμώ να κάνω…
    Σκέψεις που τρέχουνε πιο γρήγορα απ’ τη μέρα που έφυγε και δεν την προφτάνω
    Κρυμμένες τόσο βαθιά κάτω από την ορφάνια του παιδιού που με χλευάζει…

    Ζωγραφίζω πράγματα που ο νους δεν τα χωράει
    Μια πριγκίπισσα που μ’ ένα κρίνο στην καρδιά της ξεψυχάει
    Ζωγραφίζω τα πολλαπλά πρόσωπα του διπλανού μας θανάτου
    Καθισμένος στην πλάτη του σύμπαντος, ένα γαλάζιο βράδυ Σαββάτου.

    Ζωγραφίζω τη μοναξιά της δίπλα πόρτας σε χρώμα θαλασσί
    Και τον χάροντα σαν γέρο να πίνει φτηνό κρασί…
    Έξω απ’ των ματιών μου τη σιχασιά
    να προσμένει χρόνια τώρα, μα να μη μπορεί να μπει!

    Ζωγραφίζω μια υδρόγειο σφαίρα και εγώ στο κέντρο
    Να πλανάμαι στις πέντε ηπείρους αγκαλιά μ’ ένα δέντρο
    Γεμάτο με πολύτιμους λίθους, σαν δισάκι πάνω στον ώμο
    Να με ταξιδεύει σ’ άλλους καιρούς
    και να βρέχομαι απ’ το χρόνο

    Ζωγραφίζω ένα ψυχεδελικό δράμα όλων των αισθήσεων
    Που μου δίνει έμπνευση ακόμα πιο μεγάλη, για να ζωγραφίζω
    Τους βουβούς κυκλώνες αγάπης,
    τους εραστές των παραισθήσεων
    Γιατί και ‘γω, απ’ αυτούς είμαι ένας το πινέλο σαν αγγίζω…

    … και ζωγραφίζω, εκατομμύρια ροζ καρδιές,
    που γράφουν Σ’ ΑΓΑΠΩ
    Και κάπου εκεί, βρίσκω εσένα. Καθισμένη στα σκαλοπάτια του Απόστολου Παύλου
    … να με περιμένεις, ενώ πάλι άργησα στο ραντεβού, γιατί ήθελα απλώς να ζωγραφίσω!..

    Γιώργος Αλισάνογλου, Άηχες κραυγές (2001)

    *****

    ΜΙΑ ΣΚΕΨΗ ΓΙΑ ΕΚΕΧΕΙΡΙΑ

    Όταν πια βρεθώ στον τόπο μου
    θα είμαι περίπου εκατό χρονών
    τη νύχτα που θα πέσω να κοιμηθώ
    πρέπει να πω στον Τζων ότι δεν χρειάζεται
    σαξόφωνο για το βραδινό σιωπητήριο
    παρά μόνον ένας επίδεσμος στα μάτια
    τα στήθη της και η τρομπέτα του Μάιλς

    Εκεί ακριβώς που τα υπέροχα ποτάμια συναντιούνται
    τα γεμάτα αίμα ρουθούνια μου να χάνονται μες
    στην τυφλότητα του Ομήρου, όπως φτερουγίζουν
    τα κουπιά με ρυθμό κοφτό, προς το πέτρινο κρεβάτι
    της Χάρυβδης
    [Σκεπάστε με Πεύκα εσείς/εσείς/ Κέδροι με αναρίθμητα
    κλαριά/ κρύψτε με/ κάντε με/ κάντε με να ονομάσω όλα όσα
    έβλεπα]

    Αλισάνογλου Γιώργος , Παιχνιδότοπος (ενότητα «Μνήμη»), Κίχλη, 2016

    *****

    ΕΠΟΧΗ ΠΕΡΙΣΥΛΛΟΓΗΣ

    Όταν πέφτει ένα φύλο
    κοίτα τον ουρανό
    κοίτα τα σύννεφα που έρχονται αλλά μην τα φοβάσαι

    Όταν πέσει κι’ άλλο φύλλο
    σκύψε το κεφάλι σου κατάχαμα
    κοίτα την Γη που χάνει το πράσινο της χρώμα άλλα μη μελαγχολείς

    Όταν πέσει κι άλλο φύλλο
    κοίτα πέρα την θάλασσα
    κοίτα πως λυσσάει αλλά μην την σκιάζεσαι, περπάτα πάνω στα κύματα της

    Όταν πέσει κι’ άλλο φύλλο
    άκου τις βροντές από μακριά
    ετοιμάσου να νοιώσεις το νερό να κυλάει στο πρόσωπο σου αλλά μη το καλύψεις από αυτό

    Όταν πέφτει ένα φύλο να χαμογελάς
    γιατί τότε φτάνει η εποχή της δοκιμασίας
    γιατί τότε φτάνει η εκούσια απουσία του Θεού
    γιατί τότε είσαι μόνο σου με την σκέψη σου
    γιατί τότε ετοιμάζεσαι για την επόμενη λιακάδα

    Άκης Καργιοφύλλης

    *****

    ΤΡΑΓΩΔΙΑ

    Κανείς δε σκέφτηκε να κλείσει φεύγοντας την πόρτα
    κανείς δε σκέφτηκε τον άνεμο που θα ‘ρχόνταν σε λίγο
    κανείς δε σκέφτηκε τι άφηνε και τι έπαιρνε κοντά του
    φύλλα μαχαίρια βλέμματα ή τα τελευταία λόγια
    που θα ‘διναν στην παρεξήγηση ένα τέλος.

    Θέλω να σ’ αγαπήσω μα δε γίνεται έχω αργήσει
    θέλω να σ’ αγαπήσω όσο δε μ’ αγάπησε κανένας
    να σκιστώ για σένα ν’ αλλάξω γειτονιά ν’ αλλάξω στέκια.

    Τώρα πελώρια άγνωστα χέρια ασυνείδητα με δέρνουν
    τώρα ξαφνικά νερά μού έκλεισαν όλους τους δρόμους
    τώρα παλιά τραγούδια λαϊκά βαραίνουν τον αέρα…

    Αν θα σε ξαναβρώ δεν ξέρω πού θα σε τρακάρω πάλι
    σε πόλη ολοκαίνουργια με εναέριους δρόμους
    ή σε μοντέρνα ερημιά ή μες στο τελευταίο σκοτάδι…
    Και θα ‘χω άραγε ακόμα την παλιά καρδιά;

    ΘΩΜΑΣ ΓΚΟΡΠΑΣ- Τα ποιήματα 1957-1983, Κέδρος 2006

    • Ciao, Aggeliki!!!… Τόσες πολλές και όμορφες οι «σκέψεις» σου!!!…Grazie mille!!!!
      Ετοιμάζομαι για τη νέα ανάρτηση με θέμα τον «έρωτα»…Έχω αρκετές σχετικές αναρτήσεις, αλλά καλό είναι να κάνουμε μια συγκεντρωτική!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: