Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (205ο): «Όταν…»…

 

-«Κι ΟΤΑΝ δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλον, είμαστε κιόλας νεκροί…»

(Τάσος Λειβαδίτης)

 

 

 

 

-«Κι ΟΤΑΝ πεθάνουμε να μας θάψετε κοντά κοντά για να μην τρέχουμε μέσα στη νύχτα να συναντηθούμε.»

(Τάσος Λειβαδίτης)

 

 

 

 

-«ΌΤΑΝ ανοίξει

ένα παράθυρο θάναι παρηγορία»

(Κ. Π. Καβάφης)

 

 

 

 

-«…ΟΤΑΝ έχει φεγγάρι μεγαλώνουν οι σκιές μες στο σπίτι,

αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες,

ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου

λησμονημένα λόγια δε θέλω να τ’ ακούσω. Σώπα.

Άφησε με να’ρθω μαζί σου…»

(Γ. Ρίτσος)

 

 

 

-Μίλτος Σαχτούρης, «Όταν»

«Όταν κλείνω τα μάτια

ξεκινάει από μακριά

η αγαπημένη έρχεται

και με κοιτάζει

όταν σβήνω το φως

 

έρχεται ο θάνατος και

μου φιλά τα χέρια.»

 

(Μίλτος Σαχτούρης, Ποιήματα, Κέδρος)

 

 

 

 

 

-Μ. Αναγνωστάκης, «Όταν μια άνοιξη»

 

«Όταν μιαν άνοιξη χαμογελάσει

θα ντυθείς μια καινούργια φορεσιά

και θα ΄ρθεις  να σφίξεις τα χέρια μου

παλιέ μου φίλε.

 

Κι ίσως κανείς δε σε προσμένει να γυρίσεις

μα εγώ νιώθω τους χτύπους της καρδιάς σου

κι ένα άνθος φυτρωμένο στην ώριμη, πικραμένη σου μνήμη.

 

Κάποιο τρένο, τη νύχτα, σφυρίζοντας,

ή ένα πλοίο, μακρινό κι απροσδόκητο

θα σε φέρει μαζί με τη νιότη μας

και τα όνειρά μας.

 

Κι ίσως τίποτα, αλήθεια, δεν ξέχασες

μα ο γυρισμός πάντα αξίζει περισσότερο

από κάθε μου αγάπη κι αγάπη σου

παλιέ μου φίλε.»

 

(Μ. Αναγνωστάκης, Τα ποιήματα, Νεφέλη»

 

 

 

 

Ντίνος Χριστιανόπουλος, «Όταν σε περιμένω»

 «Όταν σε περιμένω και δεν έρχεσαι,
ο νους μου πάει στους τσαλακωμένους,
σ’ αυτούς που ώρες στέκονται σε μια ουρά,
έξω από μια πόρτα ή μπροστά σ’ έναν υπάλληλο,
κι εκλιπαρούν με μια αίτηση στο χέρι
για μια υπογραφή, για μια ψευτοσύνταξη.

Όταν σε περιμένω και δεν έρχεσαι,
γίνομαι ένα με τους τσακισμένους.»

 (Ντίνος Χριστιανόπουλος, από τη συλλογή Ανυπεράσπιστος καημός,1960)

 

 

 

-Μπ. Μπρεχτ, «ΟΤΑΝ ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΚΑΙ ΠΕΦΤΟΥΝ ΣΑΝ ΒΡΟΧΗ ΤΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ»

 «Όπως εκείνος που φέρνει μια σημαντική επιστολή στο γκισέ εκτός των ωρών εργασίας του ταχυδρομείου: και το γκισέ είναι κλειστό·

όπως εκείνος που θέλει να προειδοποιήσει την πόλη για την επερχόμενη πλημμύρα ‒ μιλάει ωστόσο ξένη γλώσσα: και κανένας τί λέει δεν καταλαβαίνει·

όπως ο ζητιάνος που χτυπάει για πέμπτη φορά την πόρτα εκείνη που του είχαν ανοίξει τις προηγούμενες τέσσερις: και μένει τώρα, την πέμπτη του φορά, πεινασμένος·

όπως ο πληγωμένος που τρέχει το αίμα του, ενώ περιμένει τον γιατρό: και το αίμα του συνεχίζει να τρέχει,

 

έτσι ερχόμαστε κι εμείς και γράφουμε και λέμε για τα κακά που έχουμε τραβήξει και για τα εγκλήματα που έχουμε υποστεί.

 

Την πρώτη φορά που αναφέραμε ότι σφάζανε τους φίλους μας με μέτρο και αραιά-αραιά, βγήκε μια κραυγή απόγνωσης και φρίκης. Είχανε σφάξει, τότε, εκατό. Όταν όμως ύστερα σφαχτήκαν χίλιοι, και τελειωμό δεν είχανε οι σφαγές, απλώθηκε παντού σιωπή.

 

Όταν έρχονται και πέφτουν σαν βροχή τα εγκλήματα, κανείς τότε δεν βγαίνει να φωνάξει Σταματήστε!

 

Όταν τα εγκλήματα γίνονται σωρός, γίνονται και αόρατα.

Όταν τα βάσανα είναι αβάσταχτα και θεριεύει ο πόνος, κραυγή από πουθενά δεν ακούγεται.

Γιατί και οι κραυγές… έτσι πέφτουνε κι αυτές… σαν βροχή, σαν βροχή καλοκαιριάτικη.» 

(https://zbabis.blogspot.gr/2015/03/12-4.html)

 

 

 

-Μπ. Μπρεχτ, «Κάποτε όταν θα ‘χουμε καιρό»

 «Κάποτε όταν θα ‘χουμε καιρό
θα σκεφτούμε πάνω στις ιδέες όλων των μεγάλων στοχαστών
θα θαυμάσουμε τους πίνακες όλων των μεγάλων ζωγράφων
θα γελάσουμε μ’ όλους τους χωρατατζήδες
θα κορτάρουμε όλες τις γυναίκες
θα διδάξουμε όλους τους ανθρώπους.»

 

 

 

 -Martin Niemöller, «Όταν ήρθαν να πάρουν…»

 «Όταν ήρθαν να πάρουν τους τσιγγάνους δεν αντέδρασα.
Δεν ήμουν τσιγγάνος.
Όταν ήρθαν να πάρουν τους κομμουνιστές δεν αντέδρασα.
Δεν ήμουν κομμουνιστής.
Όταν ήρθαν να πάρουν τους Εβραίους δεν αντέδρασα.
Δεν ήμουν Εβραίος.
Όταν ήρθαν να πάρουν εμένα,
Δεν είχε απομείνει κανείς για να αντιδράσει…

Γιά σένα που νομίζεις..
ότι η δική σου σειρά δε θα φτάσει ποτέ..
ότι επειδή ακόμη δε χρειάστηκε να πας στο νοσοκομείο
και να σε διώξουν
γιατί δεν έχεις λεφτά..
Οτι επειδή ακόμη έχεις ένα πιάτο φαί, δε θα στο πάρουν
Οτι ακόμη δε σου πήραν το σπίτι του πατέρα σου
για χρέη στο Δημόσιο, θα τη γλυτώσεις
Οτι επειδή το παιδί σου ακόμη είναι στο σχολείο, θα συνεχίσει..
Οτι η ζωή σου δεν επηρεάζεται από εκείνη του διπλανού σου..»

 

 

 

-Κ. Π. Καβάφης, «Επέστρεφε»

 «Επέστρεφε συχνά και παίρνε με,
αγαπημένη αίσθησις επέστρεφε και παίρνε με—
όταν ξυπνά του σώματος η μνήμη,
κ’ επιθυμία παληά ξαναπερνά στο αίμα·
όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται,
κ’ αισθάνονται τα χέρια σαν ν’ αγγίζουν πάλι.

Επέστρεφε συχνά και παίρνε με την νύχτα,
όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται…»

 

 

 

-Κ. Καρυωτάκης, «Όταν ήρθες…»

 

«Εσβήναν τα χρυσάνθεμα σαν πόθοι

στον κήπον όταν ήρθες. Εγελούσες

γαλήνια, σα λευκό χαμολουλούδι.

Αμίλητος, τη μέσα μου μαυρίλα

την έκανα γλυκύτατο τραγούδι

κι απάνω σου το λέγανε τα φύλλα.»

 

(Κ. Καρυωτάκης, Ποιήματα και πεζά, εκδ. γράμματα)

 

 

 

 

-Κ. Καρυωτάκης, [Όταν άνθη εδένατε…]

 

«Όταν άνθη εδένατε στα τεφρά μαλλιά σας,

και μες στην καρδιά σας

αντηχούσαν σάλπιγγες, κι ήρθατε σε χώρα

πιο μεγάλη τώρα —

οι άνθρωποι με τα έξαλλα πρόσωπα, τα ρίγη,

είχαν όλοι φύγει.

 

Όταν άλλο επήρατε πρόσταγμα, άλλο δρόμο,

σκύβοντας τον ώμο,

τη βαθιάν ακούγοντας σιωπή, τους γρύλους,

στην άκρη του χείλους

ένα στάχυ βάζοντας με πικρία τόση —

είχε πια νυχτώσει.

 

Κι όταν εκινήσατε λυτρωμένα χέρια

πάνω από τ’ αστέρια,

κι όταν στο κρυστάλλινο βλέμμα, που ανεστράφη,

ο ουρανός εγράφη,

κι όταν εφορέσατε το λαμπρό στεφάνι —

είχατε πεθάνει.»

 

(Κ. Καρυωτάκης, Ποιήματα και πεζά, εκδ. γράμματα)

 

 

-Χρήστος Δασκαλάκης, «Σωπαίνω όταν…»

 

«Σωπαίνω. Όταν μου λες πως σε φοβίζει η βροχή 

οι νύχτες δίχως το φεγγάρι 

της μοναξιάς το δάκρυ στο λευκό το μαξιλάρι 

δεν σου μιλώ… 

Σωπαίνω. Όταν σε βλέπω με το πρόσωπο σκυφτό 

σβησμένο το χαμόγελο απ’ τα χείλη 

χωρίς μια λέξη της χαράς, στη σκόνη πεταμένο δαχτυλίδι 

δεν σου μιλώ… 

Σωπαίνω. Όταν μου λες πως σε πληγώνει η ζωή 

κανένας πως δεν νοιάζεται για σένα 

 διαβάτης στο σκοτάδι, στα χαμένα 

δεν σου μιλώ… 

Σωπαίνω. Όταν μου λες πως δεν σε αγάπησε κανείς 

απαρηγόρητο γιατί που σιγοσβήνει 

πως δεν σε ρώτησε κανείς τι θ’ απογίνεις 

δεν σου μιλώ… 

Σωπαίνω. Ίσως δεν βλέπεις πως δακρύζω στα κρυφά 

ότι ματώνω όταν λες πως σε πληγώνουν 

όταν πονάς όλες οι σκέψεις μου παγώνουν.  

Τι να σου πω. 

Ίσως δεν βλέπεις πως για σένα είμαι εδώ 

δεν με κοιτάς και κάθε μέρα με πληγώνεις 

και η σιωπή σου με πονά και με λυτρώνει. 

Σωπαίνω. Αν θα μιλήσω θα σου πω  το «σ’ αγαπώ» 

και με φοβίζει ότι δεν θα με πιστέψεις. 

Τι να σου πω. 

Είμαι στο πλάι σου κι απόψε, μα σωπαίνω…»


(https://tovivlio.net/%CE%B7-%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%B3%CE%BC%CE%AE-%CF%80%CE%BF%CF%85-%CE%B8%CE%B1-%CF%86%CE%B5%CF%8D%CE%B3%CF%89/)

 

 

 

 -Ελένη Ψαρουδάκη, «ΟΤΑΝ ΘΑ ΓΙΝΟΥΜΕ ΕΜΕΙΣ»

«Να κοιταζόμαστε στα μάτια
και στο χρώμα τους να χανόμαστε.
Εμείς.
Κάτω απ’ την κουβέρτα
να τυλίγουμε τα πόδια μας.
Εμείς.
Να σου φτιάχνω καφέ, να βρέχει
και κάτω απ’ τη ζεστή στέγη
Εμείς.
Να καρδιοχτυπώ κάθε φορά
που το βλέμμα σου μ’ αγγίζει,
που δεν ξαναγαπήσαμε ποτέ έτσι.
Εμείς.
Να σκορπίζεται το χαμόγελό σου
σαν κομφετί χαράς πάνω στη μέρα μου.
Να γαργαλιέσαι με τα αστεία της νύχτας μου.
Να διπλώνεται η χαρά σαν ακορντεόν
και όπως ξεφυσά η πνοή
να ξεδιπλώνει πάλι πιο λαμπρή
η νότα μας, σαν μια χορδή
που γρατζουνάει τους χειμώνες μας.
Εμείς.
Να περνάνε οι γιορτές
σαν να ‘ναι βαγόνια
φορτωμένα μ’ εποχές
κι οι ράγες τους, τα χρόνια μας
που ξεγλιστρούνε σπίθες
και στην τροχιά την ανεξέλεγκτη
γεννιούνται οι αλήθειες.
Εμείς.
Ν’ ανάβουμε το τζάκι.
Να τρως τα κάστανα που σου ανοίγω.
Να φορώ τις κάλτσες σου εγώ
και να μη μιλάμε μα να ξέρουμε
πως ενώνεται η σιωπή μας
κι όσα δε λέμε θησαυροί
που μένουν κρυμμένοι
στην ψυχή μας.
Εμείς.
Να ‘σαι το στήριγμά μου το αόρατο
που πάνω του βαδίζω
μέσα απ’ της καρδιάς το μισοσκόταδο
τη πόρτα σαν ανοίγω.
Να ‘σαι εκεί χωρίς καμιά ψευδαίσθηση
ο άγρυπνος φρουρός μου
κι όταν πονάς να ‘μαι εγώ η ανακούφιση
που αγιάζει, στο τίποτα από κούραση
δεν την πειράζει και το εγώ έγινε εμείς
που όλα τα αλλάζει.
Εμείς.
Να γυμνώνεται ο κόσμος μπροστά μας
και η στιγμή δίχως άγχος να κοιτάζει
το ξεκαθάρισμα.
Να ‘σαι η γεννήτρια
που τροφοδοτεί τη σκέψη μου.
Να ‘μαι η οδός σου
προς τα μεγάλα μυστικά.
Εμείς.
Να σου δίνω ώθηση
και να παίρνω έμπνευση.
Να με γεμίζεις μ’ αθωότητα
και να σε τρέφω με ανδρεία.
Εμείς.
Εσύ και εγώ.
Εγώ. Εσύ.
Να ‘χουν όλα νόημα και ουσία.
Να ‘ναι η ένωσή μας συνουσία.
Εγώ σε σένα. Εσύ μέσα από μένα.
Συνουσία.
Κάπου εκεί δοσμένοι στο εμείς.
Εμείς στη Δημιουργία.»

 (http://diastixo.gr/logotexnikakeimena/poihsh/2397-poihmata-psaroudaki)

 

 

 

 

 

Advertisements

Single Post Navigation

6 thoughts on “Πες το με ποίηση (205ο): «Όταν…»…

  1. Χρόνια πολλά, Γιάννη, και καλή χρονιά!
    Τι ωραία ανάρτηση! Συγχαρητήρια!

    ΔΗΜΗΤΡΑ ΓΑΛΑΝΗ – Όταν τραγουδάω

    1. ΔΙΑΦΑΝΕΣ ΑΥΛΑΙΕΣ

    Είναι τα βλέφαρά μου
    διάφανες αυλαίες.
    Όταν τα ανοίγω βλέπω
    μπρος μου ό,τι κι αν τύχει.
    Όταν τα κλείνω βλέπω
    μπρος μου ό,τι ποθώ.

    ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ

    ***

    2. ΟΤΑΝ

    Όταν ακούω να μιλάν για τον καιρό
    όταν ακούω να μιλάνε για τον πόλεμο
    όταν ακούω σήμερα το Αιγαίο να γίνεται ποίηση
    να πλημμυρίζει τα σαλόνια
    όταν ακούω να υποψιάζονται τις ιδέες μου
    να τις ταχτοποιούν σε μια θυρίδα
    όταν ακούω σένα να μιλάς εγώ πάντα σωπαίνω.

    Όταν ακούω κάποτε στα βέβαια αυτιά μου
    ήχους παράξενους ψίθυρους μακρινούς
    όταν ακούω σάλπιγγες και θούρια
    λόγους ατέλειωτους ύμνους και κρότους
    όταν ακούω να μιλούν για την ελευθερία
    για νόμους ευαγγέλια για μια ζωή με τάξη
    όταν ακούω να γελούν
    όταν ακούω πάλι να μιλούν εγώ πάντα σωπαίνω.

    Μα κάποτε που η κρύα σιωπή θα περιβρέχει τη γη
    κάποτε που θα στερέψουν οι άσημες φλυαρίες
    κι όλοι τους θα προσμένουνε σίγουρα τη φωνή
    θ’ ανοίξω το στόμα μου
    θα γεμίσουν οι κήποι με καταρράχτες
    στις ίδιες βρώμικες αυλές τα οπλοστάσια
    οι νέοι έξαλλοι θ’ ακολουθούν με στίχους χωρίς ύμνους
    ούτε υποταγή στην τρομερή εξουσία.

    ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΤΣΑΡΟΣ

    Όταν πέφτει το βράδυ, Ζουγανέλη-Νταλάρας

    3. ΟTAN BΡΑΔΙΑΖΕΙ

    Όταν βραδιάζει, μέσα μου, ξυπνούν τα περασμένα·
    ξυπνούν αργά, σα μουσικές νεκρές από καιρό,
    – σα μουσικές που χάθηκαν, και που τις λαχταρώ,
    κι έρχονται πάλι, μαγικά κι ανέλπιδα, σε μένα·

    πόθοι, παράπονα παλιά, νοσταλγικές φωνές,
    λόγια βαθιά κι αξέχαστα, κι ωστόσο ξεχασμένα,
    παράξενα, χιμαιρικές αγάπες μακρινές,
    όπως η φλόγα μιας αυγής, υψώνονται σε μένα!

    Μια βρύση, τότε, μαγική, μου λύνεται ξανά,
    και το τραγούδι ρυθμικό στα χείλη μου ανεβαίνει,
    – ένα τραγούδι καθαρό, καθώς τα δειλινά
    που μέσα του λυτρώνονται, και ζουν οι πεθαμένοι.

    ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ, Τα ποιήματα, Εκδόσεις Πυρσός, Αθήνα

    ***

    4. ΟΤΑΝ ΕΡΧΕΣΑΙ ΣΕ ΜΕΝΑ

    Όταν έρχεσαι σε μένα, απρόσκλητος
    Νεύοντας μου
    Σε αλλοτινά δωμάτια
    Εκεί που υπάρχουν οι αναμνήσεις
    Προσφέροντάς μου, σαν σε παιδί, μια σοφίτα,
    Συναντήσεις ελάχιστων ημερών,
    Στολίδια κλεφτών φιλιών,
    Ψεύτικα κοσμήματα από δανεικές αγάπες,
    Μπαούλα μυστικών λέξεων,
    ΚΛΑΙΩ.

    ΜΑΓΙΑ ΑΓΓΕΛΟΥ
    (Maya Angelou, από τη συλλογή ποιημάτων Just Give Me a Cool Drink of Water ‘fore I Diiie, 1971)

    ΟΤΑΝ ΗΜΟΥΝ ΠΑΙΔΙ – ΜΑΡΙΟΣ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ

    5. ΠΟΙΗΜΑ ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΦΡΙΚΗ

    Όταν γεννιέμαι, είμαι μαύρος
    Όταν μεγαλώσω, είμαι μαύρος
    Όταν κάθομαι στον ήλιο, είμαι μαύρος
    Όταν φοβάμαι, είμαι μαύρος
    Όταν αρρωσταίνω, είμαι μαύρος
    Κι όταν πεθαίνω, ακόμα είμαι μαύρος

    Κι εσύ λευκέ άνθρωπε
    Όταν γεννιέσαι, είσαι ροζ
    Όταν μεγαλώνεις, γίνεσαι λευκός
    Όταν κάθεσαι στον ήλιο, γίνεσαι κόκκινος
    Όταν κρυώνεις, γίνεσαι μπλε
    Όταν φοβάσαι, γίνεσαι κίτρινος
    Όταν αρρωσταίνεις, γίνεσαι πράσινος
    Κι όταν πεθαίνεις, γίνεσαι γκρι
    Και αποκαλείς εμένα έγχρωμο…
    (προτάθηκε από τα Ηνωμένα Έθνη ως το καλύτερο ποίημα του 2006)

    Χάρις Αλεξίου – Όταν βλέπετε να κλαίω

    6. Ο Τ Α Ν Φ Ο Β Α Μ Α Ι

    Όταν φοβάμαι πιο πολύ πως θα πεθάνω,
    και θα ’ναι ασύναχτο στο νου το γέννημά μου,
    τόμους δεν θα ’χω στοιβαγμένους ως επάνω,
    σιταποθήκες με την ώριμη σοδειά μου·

    όταν σε νύχτα αστερωμένη ατενίζω
    πελώρια σύμβολα τα νέφη στον αιθέρα,
    και συλλογίζομαι, ποτέ δεν θα ’ρθει μέρα
    με μάγο χέρι τις σκιές τους να ιστορήσω·

    κι όταν αισθάνομαι πως πια δεν θα σε βλέπω,
    ωραίο πλάσμα της στιγμής, σαν παραμύθι
    τον έρωτά σου απερίσκεπτα να δρέπω·

    τότε, στου κόσμου τη μεγάλη παραλία,
    σκέφτομαι μόνος, ώσπου χάνονται στα βύθη
    και της αγάπης και της δόξας τα πρωτεία.

    Τζον Κητς, Μετάφραση: Διονύσης Καψάλης

    Όταν έχω εσένα – Δημήτρης Μητροπάνος

    7. ΜΙΚΡΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΗΣ ΦΙΛΙΑΣ

    Ὅταν ἤμουν μικρό παιδί, ὅπως εἶναι
    τ’ ἀρνάκια πού παίζουνε
    στό λειβάδι τήν ἄνοιξη,
    εἶχα φίλους τίς πασχαλίτσες
    εἶχα φίλους τίς λιμπελούλες
    εἶχα φίλους τά λουλουδάκια.

    Μετά πού μεγάλωσα, ἀγαποῦσα τό φῶς
    καί κοιτοῦσα ψηλά, εἶχα φίλους τά ὄνειρα.

    Τά χρόνια περνούσανε καί τώρα πού πιά
    δέν εἶμαι καθώς τ’ ἀρνάκια πού παίζουνε
    στό λειβάδι τήν ἄνοιξη,καί δέν κάνω ὄνειρα,
    ἔχω φίλους μου τά παιδιά:

    -τό Δημήτρη, τό Νικηφόρο-
    ἔχω φίλους μου τά παιδιά
    τά λευκά καί τά ἔγχρωμα
    -τήν Πάλμο, τό, Λῆ-
    ἔχω φίλους μου τά Νεγράκια
    καί θυμᾶμαι τις πασχαλίτσες
    και θυμᾶμαι τίς λιμπελοῦλες
    καί θυμᾶμαι τά λουλουδάκια
    καί θυμᾶμαι τά ὄνειρα.

    ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

    ***

    8. ΕΙΡΗΝΗ ΕΙΝΑΙ ΟΤΑΝ

    Σας χωρίζει ένα αδιόρατο χάσμα απ’ τον κόσμο.
    Σας διέφυγαν πράγματα. Δεν τα ’χετε όλα
    καλά λογαριάσει, δεν τα ’χετε δει,
    ακούσει όσο πρέπει. Γι’ αυτό και σας φαίνεται
    τόσο παράξενο, που κλείνω, ανοίγω
    το παράθυρο κι άλλο δεν σας λέω:
    «Ειρήνη!»
    Ειρήνη, λοιπόν,
    είναι ό,τι συνέλαβα μες απ’ την έκφραση
    και μες απ’ την κίνηση της ζωής. Και Ειρήνη
    είναι κάτι βαθύτερο απ’ αυτό που εννοούμε
    όταν δεν γίνεται κάποτε πόλεμος.
    Ειρήνη είναι όταν τ’ ανθρώπου η ψυχή
    γίνεται έξω στο σύμπαν ήλιος· κι ο ήλιος
    ψυχή μες στον άνθρωπο.

    Νικηφόρος Βρεττάκος, Τα ποιήματα, τ. Β΄

    ***

    9. ΤΟ ΠΑΙΔΙ

    Ὅταν καμιὰ φορά γυρίσω πίσω καὶ κοιτάξω
    μὲς στὸ μακρὺ δρόμο,
    πάντα στὸ βάθος βλέπω
    ἕνα παιδί.

    Τροφοδοτεῖ μὲ τὰ λυπημένα μάτια του
    τὰ ποιήματά μου.

    ΧΡΙΣΤΟΣ ΛΑΣΚΑΡΗΣ

    Όταν τραγουδάω – Μελίνα Κανά

    10. ΟΤΑΝ ΘΑ ‘ΡΘΕΙ ΚΑΠΟΙΑ ΦΟΡΑ

    Όταν θα’ ρθει κάποια φορά που θα γεράσεις –συμφορά–
    κι άσπρα τα μαύρα σου μαλλιά θε να τα βάψει ο Χρόνος,
    θα νιώσεις τότε, πως για μπρος δεν πάει άλλο πια, και πως
    μονάχα η θύμηση σκοπός Νινόν σου μένει μόνος!…

    Και τότε, με κάποια ορμή στο κυρτωμένο σου κορμί
    τα «τραγουδάκια» μου θα βρεις σ’ ένα κρυφό συρτάρι
    κι αναγερτή σ’ ένα φωτέιγ, μπρος στη θερμάστρα που θα καίει,
    στο διάβασμά τους θ’ αφεθείς, που θα σε συνεπάρει!…

    Κι όταν τελειώσεις, σιωπηλή, θα ονειρευτείς ώρα πολλή
    τα Ερωτικά μας Κύθηρα που θα’ χει θάψει η λήθη,
    κι ενώ τα δάκρυα θα κυλούν, στα μάγουλά σου, θα ιστορούν
    τα οράματά σου… του φτωχού Ποιητού το παραμύθι…

    Μα εκεί, που δεκαοχτώ χρονών, παιδούλα, θα μεθάς Νινόν
    στην αγκαλιά μου και γλυκά ερωτόλογα θα λες,
    θα’ ρθουν τα εγγόνια σου δειλά, κι αφού προσέξουνε καλά,
    θα σε ρωτήσουν ξαφνικά: «Γιατί γιαγιάκα κλαις;»

    Τότες κι εγώ, στην αγκαλιά της Γης γερμένος, τα παλιά
    μέσ’ απ’ του Χάρου το πυκνό θ’ αναθυμιέμαι βέλο,
    κι ωσάν σε ρεσιτάλ, ωιμέ, τους στίχους που έγραψα για σε,
    μες στους αιώνες, στα έκπληκτα σκουλήκια, θ’ απαγγέλλω!

    ΟΡΕΣΤΗΣ ΛΑΣΚΟΣ, «Εκ νέου» των εκδόσεων Γαβριηλίδη (επιμ. Βαγγέλη Κάσσου)

    ***

    11. ΟΤΑΝ ΦΥΓΕΙΣ

    Όταν φύγεις,
    μην τρομάξεις τα πουλιά,
    τράβηξε γερά τον ουρανό
    να μετρώ τη νύχτα σαν πατρίδα

    και κλείσε καλά τη θάλασσα,
    μην κόψει το νερό και πιάσει βροχή
    κι άμαθος στη μοναξιά
    γλιστρήσω και πνιγώ.

    ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΚΑΡΑΤΖΑΣ, Στα νερά βαθαίνει ο ουρανός, ΔΙΑΤΤΩΝ, Αθήνα 2001

    Κίτρινα ποδήλατα- Όταν θα σε ξαναδώ

    12. ΗΡΘΕΣ ΟΤΑΝ ΕΓΩ

    Ήρθες όταν εγώ δεν σε περίμενα. Σαν κάθε νύχτα
    Καίοντας την ανάμνηση πικρών θανάτων
    Ανημποριά των γηρατειών, τρόμος της γέννησης,
    Σε τρώγλες σκοτεινές, στην αγκύλη της ηδονής
    Πέρα απ’ τους άδειους κάμπους των αποσπασμάτων

    Ήρθες όταν εγώ δεν σε περίμενα. Α πώς θα ζούσες
    Εσύ κι εγώ μια τέτοιαν εποχή
    Σάπιο φορτίο στ’ αμπάρι ενός
    Μεθυσμένου καραβιού που πέθαναν όλοι
    Βουλιάζοντας με χίλιες τρύπες στα κορμιά μας
    Μάτια θολά που χλεύασαν το φως
    Στόματα αδέσποτα στη φλούδα της ζωής
    Καίοντας την ανάμνηση — Νεκροί
    Σε μια εποχή ανέκκλητου θανάτου

    Ήρθες όταν εγώ δε σε περίμενα. Κι ούτε ένα νεύμα
    Μια λέξη, όπως η σφαίρα στο στίγμα του λαιμού
    Ούτε μι’ ανθρώπινη φωνή γιατί δεν είχε
    Ακόμα γεννηθεί καμιά φωνή
    Δεν είχε γεννηθεί τ’ άγριο ποτάμι
    Που ρέει στις άκρες των δακτύλων και σωπαίνει.
    Ανάμνηση ζωής — πότε ν’ αρχίζεις
    Αδίστακτος και πράος να βγάζω λόγους
    Να εκφωνώ στα κενοτάφια τους θρήνους
    Φθαρμένους στων φθόγγων την πολυκαιρία
    Και να κλειδώνεις τις μικρές μικρές χαρές
    Όχι πατώντας στους νεκρούς σου πάνω στίχους
    Γιατί αν είναι κόκαλα, έρωτες ή χαμόσπιτα
    Με την κουβέρτα στην ξώπορτα χωρίζοντας τον κόσμο
    Στα δυο, κρύβοντας το σπασμό και την απόγνωση
    Κι έξω να ψάλλουν οι περαστικοί στο πείσμα των πιστών
    Στο πείσμα του άρρωστου παιδιού και του χειμώνα
    Α πώς θα ζούσες μια εποχή. Κι αυτός αδίσταχτος,
    Ο χρόνος, θρυμματίζοντας τη σκέψη
    Τα στέρεα σχέδια και τις βίαιες αποφάσεις
    Τα αιωρούμενα γιατί, τα υγρά χαμόγελα

    Ήρθες όταν εγώ δεν σε περίμενα. Μη με γελάσεις
    Αυτά δεν είναι τα κατώφλια που έχω σκύψει
    Αυτές οι κρύπτες που ριγούν τα τρωκτικά
    Δεν έχουν τίποτε από τ’ άρωμα της λάσπης
    Ούτε απ’ το χάδι των νεκρών στα όνειρα μας
    Γιατί έχει μείνει κάτι —αν έχει μείνει—
    Πέρα από θάνατο, φθορά, λόγια και πράξη.
    Άφθαρτο μες στην τέφρα αυτή που καίω
    Σαν κάθε νύχτα την ανάμνηση θανάτων
    Πικρών και ανεξήγητων θανάτων
    Γράφοντας ποιήματα χωρίς ήχους και λέξεις.

    ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

    ΔΗΜΗΤΡΑ ΓΑΛΑΝΗ, Όταν Γελάς

    13. ΓΥΜΝΟΠΑΙΔΙΑ Α’
    […]
    Άφησε τα χέρια σου αν μπορείς, να ταξιδέψουν
    εδώ στην κόχη του καιρού με το καράβι
    που άγγιξε τον ορίζοντα.

    Όταν ο κύβος χτύπησε την πλάκα
    όταν η λόγχη χτύπησε το θώρακα
    όταν το μάτι γνώρισε τον ξένο
    και στέγνωσε η αγάπη
    μέσα σε τρύπιες ψυχές·

    όταν κοιτάζεις γύρω σου και βρίσκεις
    κύκλο τα πόδια θερισμένα
    κύκλο τα χέρια πεθαμένα
    κύκλο τα μάτια σκοτεινά·

    όταν δε μένει πια ούτε να διαλέξεις
    το θάνατο που γύρευες δικό σου,
    ακούγοντας μια κραυγή
    ακόμη και του λύκου την κραυγή,
    το δίκιο σου·

    άφησε τα χέρια σου αν μπορείς να ταξιδέψουν
    ξεκόλλησε απ’ τον άπιστο καιρό
    και βούλιαξε,
    βουλιάζει όποιος σηκώνει τις μεγάλες πέτρες.

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ, Ποιήματα, Ίκαρος 1974

    Όταν σε είδα – Γιώργος Ζωγράφος

    14. ΟΤΑΝ ΠΕΡΝΟΥΝ ΟΙ ΓΕΡΑΝΟΙ – ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ

    Όταν περνούν οι γερανοί
    Άνοιξε το παράθυρό σου
    Ν’ ακούσεις το κάλεσμά τους.
    Κι ίσως πειστείς να τους ακολουθήσεις
    Στο μακρινό ταξίδι τους στις χώρες του βορά.

    Σ’ εκείνο το παλιό ξύλινο μπαούλο
    Με τις ξεθωριασμένες ζωγραφιές,
    Μαζί με τ’ ασπρόρουχα, έχεις διπλωμένο
    Ένα ταξίδι απ’ τον καιρό της νιότης σου.
    Μην αμελήσεις να το κοιτάξεις,
    Είναι καιρός να τ’ αποφασίσεις.

    ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ ΜΥΡΙΩΤΗΣ

    ***

    15. H OΨΗ ΣΟΥ ΟΤΑΝ ΡΩΤΑΣ

    Θυμήσου· τὸ μαχαίρι μου ἀσκεῖται
    συνέχεια στὸ δίκαιον.
    Ρωτᾶς γιὰ τὴ ρωγμὴ στὸν τοῖχο
    ποὺ στάζει τὸν ἀμίλητο.
    Ρωτᾶς γιὰ ἔξοδο, γιὰ τὴ ρωγμή σου.
    Ἡ ὄψη σου ὅταν ρωτᾶς νησὶ τῆς ἄβυσσος.
    Πῶς σέρνεται μὲ τὴ λαβωματιὰ σὲ θάμνα
    καὶ ἀχνάρια πίσω του τὰ αἵματα;

    Αὐτὸ ποὺ τρίζει μέσα στὴ σιωπὴ
    εἶναι τὸ μονοπάτι σου
    ποὺ τώρα μόνο πάει καὶ πάει.

    (1967) ΕΚΤΟΡΑΣ ΚΑΚΑΝΑΒΑΤΟΣ

  2. Ciao Aggeliki!!!… Να ‘μαστε πάλι εδώ με την αγαπημένη μας ποίηση! Καλή χρονιά ποιητική, με υγεία!!!

    -«Όταν η συμφορά συμφέρει, λογάριαζέ την για πόρνη.»
    (Ο. Ελύτης)

    -«Όταν ακούς «τάξη», ανθρωπινό κρέας μυρίζει.»
    (Ο. Ελύτης)

    -Marabolli, [Όταν]

    «Όταν μια νέα μέρα ξεκινά, τόλμησε να χαμογελάς γενναιόδωρα. Όταν υπάρχει σκοτεινιά, τόλμησε να είσαι ο πρώτος που θα ανάψει ένα φως. Όταν υπάρχει αδικία, τόλμησε να είσαι ο πρώτος που θα την καταδικάσει. Όταν κάτι φαντάζει δύσκολο, τόλμησε να το κάνεις όπως και να έχει. Όταν η ζωή μοιάζει να σε ρίχνει κάτω, τόλμησε να την πολεμήσεις κι εσύ. Όταν φαίνεται να μην υπάρχει ελπίδα, τόλμησε να βρεις λίγη. Όταν αισθάνεσαι κουρασμένος, τόλμησε να συνεχίσεις να προσπαθείς. Όταν οι καιροί είναι ζόρικοι, τόλμησε να είσαι πιο ζόρικος από αυτούς. Όταν η αγάπη σε πληγώνει, τόλμησε να αγαπήσεις ξανά. Όταν κάποιος είναι πληγωμένος, τόλμησε να τον βοηθήσεις να θεραπευτεί. Όταν κάποιος άλλος έχει χαθεί, τόλμησε να τον βοηθήσεις να βρει τον δρόμο. Όταν ένας φίλος πέφτει, τόλμησε να είσαι ο πρώτος που θα του απλώσει ένα χέρι βοηθείας. Όταν βαδίζεις ένα μονοπάτι με κάποιον άλλο, τόλμησε να τον κάνεις να χαμογελάει. Όταν αισθάνεσαι εξαιρετικά, τόλμησε να βοηθήσεις και κάποιον άλλον να αισθανθεί το ίδιο εξαιρετικά. Όταν η ημέρα έχει τελειώσει, τόλμησε να αισθανθείς πως έκανες ό,τι καλλίτερο μπορούσες. Τόλμησε να είσαι ο καλύτερος που μπορείς. Όλες τις στιγμές, τόλμησε!»
    (Από το Fb)

    -Μ. Αναγνωστάκης, [Όταν όλα περάσουν]

    «Κάτω απ’ τις ράγες του τραίνου
    Κάτω από τις γραμμές του βιβλίου
    Κάτω από τα βήματα των στρατιωτών
    Όταν όλα περάσουν—πάντα σε περιμένω.
    Πέρασαν από τότε πολλά τραίνα
    Κι αλλά πολλά βιβλία θα διαβαστούν
    Κι άλλοι, στρατιώτες το ίδιο θα πεθάνουν.
    Κάτω από καθετί που σου σκεπάζει τη ζωή
    Όταν όλα περάσουν—
    Σε περιμένω.»
    (Μ. Αναγνωστάκης, Τα ποιήματα, Νεφέλη)

    -Γιάννης Μπερούκας, «Όταν απλώνουν οι σιωπές»

    «Μνήμες χαράζω, γεμάτες επιθυμίες
    και λόγια ψάχνω που αρχίζουν τη ζωή,
    γύρω σου γεννιέται ο κόσμος
    γλυκά σαν χάνεται
    μέσα στη νύχτα η ανάσα σου.
    Στην άκρη του παραμυθιού
    σε φόβο αγέννητο σκιές ξακρίζω
    που βαραίνουν την ψυχή μου
    κι οι νύχτες βουρκώνουν
    όταν σταλάζει αίμα ο έρωτας.
    Μνήμες ανοίγω σε κρυφούς απόηχους
    στην άκρη της γιορτής γλυκό κρασί
    να μας σκεπάζει τ’ όνειρο
    το αύριο μαζί να νοσταλγούμε.
    Σ’ ένα σου δάκρυ αντιφεγγίζει η νύχτα
    στην ψυχή μου
    το πιο βαθύ σημάδι σου
    κι όταν απλώνουν οι σιωπές
    και σε κρατώ,
    από χαρά θέλω να κλαις
    για να ‘ναι όμορφη η αγάπη.»
    (http://fractalart.gr/leykes-meres/)

    -Στράτου Κοσσιώρη, «Όταν φυσάει νοτιάς»

    «Όταν φυσάει νοτιάς καθόλου μην πηγαίνεις
    Για κυνήγι.
    Ο λαγός προτιμά τ’ ανοιχτά εδάφη –
    Ανάμεσα σε βαθιές ρεματιές, στις δύσκολες πέτρινες ράχες,
    Εκεί που κάποτε ήταν γη πανέμορφη
    Τώρα ξεφύτρωσε κρανίου τόπος.
    Δεν υπάρχει τίποτα να θαυμάσεις, παρά μονάχα η στάχτη.
    Εκείνη τη μέρα είχε πριν λίγο βρέξει, όταν ξεκίνησα για τα καμένα
    Αυτά βουνά με το ιταλικό μου μονόκαννο κρεμασμένο στην πλάτη.
    Οικογενειακό κειμήλιο από πάππου προς πάππου.
    Τα πορσελέν ξεχύθηκαν στα ξερά πουρνάρια, σε τόπους δύσκολους.
    Πάνω στο νοτισμένο χώμα, σβήνουν σιγά σιγά τα ίχνη
    Κι ο λαγός μένει καλά κρυμμένος στο γιατάκι του.
    Έμεινα πιστός στο καρτέρι μου.
    Πέρασε αρκετή ώρα, ώσπου ο ήλιος άρχισε να κοκκινίζει
    Όταν ξαφνικά μια σκιά φάνηκε στο μισοσκόταδο.
    Τα γαβγίσματα σταμάτησαν. Ένα λεπτό ουρλιαχτό ακούστηκε από μακριά.
    Φοβήθηκα. Σήκωσα το μονόκαννο…
    Τα σκάγια στράβωσαν. Δεν πρόλαβα.
    Πόνο δεν ένιωσα,
    Παρά μονάχα αισθάνθηκα αμυδρά στο πρόσωπό μου
    Στερνό φιλί τα χνότα απ’ την ανάσα του Αγνώστου.»
    (http://apoikia.gr/isaakios-renesis-poiima-stratos-kossioris/)

    -Μάρκος Μέσκος, «ΜΑΚΡΙΝΗ ΧΩΡΑ»

    «Όταν πεθάνω δεν θα τ’ ακούσεις.
    Οι δρόμοι κλειστοί και το νερό αμίλητο στο ποτάμι.

    Όταν πεθάνω δεν θα τ’ ακούσεις – θα το μάθεις αργά
    εγώ θα κρατώ συντροφιά στους νεκρούς κι εσύ
    κι εσύ θα καρτερείς φιλιά και κάστανα από
    τη χώρα της Ασετιλίνης!»
    (http://www.oanagnostis.gr/)

  3. 16. Όταν έρχονται οι λύπες,
    δεν έρχονται σαν μεμονωμένοι κατάσκοποι,
    έρχονται σε τάγματα.

    ΟΥΙΛΙΑΜ ΣΑΙΞΠΗΡ

    ***

    17. ΟΤΑΝ ΕΡΧΕΤΑΙ Ο ΞΕΝΟΣ

    […]Την ώρα που μέναμε κλεισμένοι στη μεγάλη κάμαρα με τους σκεπασμέ- νους καθρέφτες, ήρθε Εκείνος, ακάλεστος, ξένος – τι ζητούσε;
    Εμείς δε θέλαμε να δούμε, ν’ ακούσουμε, να τον αναγνωρίσουμε.
    Το σκονισμένο του ρούχο ελεητικό – δε ζητούσαμε εμείς ευσπλαχνία – τα λιωμένα παπούτσια του απαιτούσαν συμπάθεια, – δεν είχαμε εμείς να δώσουμε τίποτα – ξένος, ακάλεστος, αμέτοχος στη λύπη μας, ήρθε να λυπηθεί εμάς, πίσω απ’ τα σκονισμένα γένια του τρεμόφεγγαν τ’ αστέρια του χαμόγελου μ’ αυτή την αυταρέσκεια της επιείκειας, με τη συγκατάνευση της αρχαίας δοκιμασίας του, σα να ‘λεγε:
    «Κι αυτό θα περάσει», όπως οι κεντημένες μπάντες στους τοίχους των παλιών σπιτιών σμίγοντας μια νοικοκυρίστικη σοφία με πολλά παράταιρα μεταξωτά λουλούδια τριαντάφυλλα, γαρύφαλλα, πανσέδες (όχι μενεξέδες) κ’ οι κορδέλες ολόγυρα οι κεντημένες κίτρινες. Τι ήθελε;[…]

    Γιάννης Ρίτσος

    ***

    18. ΜΙΚΡΑ ΚΑΤΟΠΤΡΑ

    Όταν άγγιξα το κορμί ενός δέντρου
    ρίγησε από πόνο.
    Όταν άπλωσα το χέρι στο κλαδί
    το κορμί του δέντρου ξέσπασε σε κλάμα
    όταν αγκάλιασα το κορμί του
    το χώμα κάτω από τα πόδια μου ρίγησε
    και βόγκηξαν οι βράχοι.

    Έσκυψα τότε και πήρα
    μια χούφτα χώμα
    και βόγκηξε ολόκληρο το Κουρδιστάν.

    Σέρκο Μπέκας, «Μικρά Κάτοπτρα»

    ΟΤΑΝ ΣΟΥ ΛΕΩ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ ΝΑ ΒΓΑΙΝΕΙΣ, ΧΑΡΗΣ & ΠΑΝΟΣ ΚΑΤΣΙΜΙΧΑΣ

    19. ΟΤΑΝ ΑΡΧΙΣΑΝΕ ΝΑ ΦΕΥΓΟΥΝ

    Τό σπίτι μας ἄρχισε ξαφνικά νά μεγαλώνει
    καί νά πληθαίνουνε τά πράγματα
    τά πιάτα, οἱ καρέκλες, τά σεντόνια
    Τίς νύχτες βέβαια δεχόμουν πάντα τίς σκιές σας
    κι ὅταν ξημέρωνε ἔτρεχα μέ ἀγωνία στά δωμάτια
    νά βρῶ κάποια ἀκαταστασία

    Μιά ἀπουσία πού νά ἐπικυρώνει
    τή νυχτερινή σας παρουσία
    Ὅμως ὅλα στή θέση τους, ἀμετακίνητα,
    σάν σκηνικά κάποιας παράστασης
    πού ᾿χε ματαιωθεῖ ὁριστικά, μέ κοροϊδεύανε
    καί οἱ γυμνές κρεμάστρες μέ ἀπειλοῦσαν

    Κάθε πρωί τό σπίτι μας γινότανε ὅλο καί πιό μεγάλο
    κι ὅλο καί περισσεύανε τά πράγματα
    κι οὔτε πού μίλαγα καθόλου
    γιατί στ᾿ αὐτιά μου ἀντηχοῦσε ἀκόμα
    ἡ φωνή μου ἀπό τότε:
    «Εἶναι μικρό τό σπίτι», σοῦ ᾿λεγα
    «κι μεῖς πολλοί καί δέν χωρᾶμε».

    ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΣΙΔΗΡΑ, Ἡ ὄγδοη νότα

    ***

    20. ΟΤΑΝ ΚΑΝΟΥΝΕ ΠΟΛΕΜΟ

    Όταν κάνουνε πόλεμο
    η γη έχει πονόλαιμο
    πονάει η καρδιά της
    και κλαίνε τα παιδιά της

    κι όλο κάνουνε πόλεμο
    κι άντε με τον πονόλαιμο
    τον άρρωστο λαιμό της
    από τον πόλεμό της.

    Ενάντια στον πονόλαιμο
    στον πόνο και τον πόλεμο
    υπάρχει μια ασπιρίνη
    άνθρωποι, πέστε ΕΙΡΗΝΗ.

    Γιώργος Μαρίνος

    ***

    21. ΠΙΣΤΗ

    Δεν έχεις Πίστη, όταν τα στάχυα σου
    προσμένεις να γενούν σιτάρι,
    κι από τ’ άκαρπο δεντρί, που κέντρωσες,
    προσμένεις καρπερό βλαστάρι!

    Πίστη έχεις, όταν από το χέρσωμα
    κι από τα αστραποκαμένα ξύλα,
    προσμένεις τους καρπούς ολόδροσους
    και καταπράσινα τα φύλλα.

    Δεν έχεις Πίστη, όταν, πηγαίνοντας
    το δρόμο του βουνού, προσμένεις
    να φτάσεις ως το ανάερο ψήλωμα
    κάποιας κορφής μαρμαρωμένης.

    Πίστη έχεις, όταν, αλυσόδετος,
    μέσα από τα βάθη της αβύσσου,
    προσμένεις ως τα ουράνια ελεύτερο
    να φτερουγίσει το κορμί σου.

    Δεν έχεις Πίστη, όταν τ’ απόβραδο
    προσμένεις να προβάλλουν τ’ άστρα,
    και με του πετεινού το λάλημα
    να φέξη η αυγή ροδογελάστρα!

    Πίστη έχεις, όταν- όσο αλόγιστο
    και πλάνο ο νους σου κι αν το ξέρει-
    προσμένεις ήλιο τα μεσάνυχτα
    κι αστροφεγγιά το μεσημέρι.

    Δεν έχεις Πίστη, όταν, πιστεύοντας,
    ρωτάς την κρίση και τη γνώση!
    Δεν έχεις Πίστη, όταν την πίστη σου
    στο λογικό έχεις θεμελιώσει!

    Πίστη έχεις, όταν κάθε σου όνειρο
    το ανάφτεις στο βωμό της τάμα,
    κι αν κάποιο τάμα σου είναι αδύνατο,
    προσμένεις να γενεί το θάμα.

    ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΔΡΟΣΙΝΗΣ

    ***

    22. KI OTAN

    Κι όταν σαλπάρει το μικρό κουτάλι των συναντήσεων
    στα δειλινά των στοχασμών
    όσων υπέθεταν αλήθεια
    στα γόνατα των γκρεμισμένων επιφάσεων

    χύνεται οργισμένος

    ο κενός κατάλογος των ονομάτων
    που σαστίσαν
    σε ήχους ψεύτικους
    και λοβοτομημένους προσταγμούς…

    Βάλη Τσιρώνη

    ***

    23. ΟΤΑΝ ΣΙΓΟΥΝ ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ

    Όταν σιγούν οι ποιητές,
    μακραίνει ο χρόνος
    τη ζωή μικραίνοντας.
    Κι ο ιερός θρήνος της σιωπής
    διαβαίνει του κόσμου τα πέρατα.

    Όταν σιγούν οι ποιητές πυκνώνουν
    τα σκοτάδια στη φθίνουσα ροή
    των φωτεινών διαύλων.
    Κι οι φευγαλέες λάμψεις γίνονται
    αστραπές μεσ’ τη βοή των ανέμων
    πυρπολώντας σύμβολα ιερά
    και των μαρτύρων τα λάβαρα.

    Όταν σιγούν οι ποιητές πετρώνει
    η καρδιά θρυμματίζοντας
    τους κραδασμούς
    απ’ της ψυχής την έκσταση.

    Όταν σιγούν οι ποιητές βαλτώνουν
    οι λαοί σε μια χαμοζωή
    σαν κουρασμένοι αχθοφόροι
    που σκύβουν πάνω από τη Γη
    χωρίς ποτέ να προσεγγίζουν ουρανό.

    Ειρήνη Κουτσαντωνάκη, Αφιερωμένο στο Νίκο Καζαντζάκη για τη συμπλήρωση 60 χρόνων από τον θάνατό του-Ηράκλειο, Οκτώβριος 2017

    ***

    24. ΦΑΝΑΡΑΚΙΑ ΧΑΡΤΙΝΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ

    Τί γίνεται, καλέ μου Χέλντερλιν, όταν οι ποιητές
    Προτιμούν να κοιμηθούν;
    Τα παιδιά που υπήρξαν κάποτε οι ίδιοι
    Γίνονται φαναράκια χάρτινα παραμυθιού
    Κι αναβοσβήνουν σαν τους φάρους
    Για πλοία που ποτέ δε θα φανούν.

    Οι σιτοπώλαι μαζεύουν στη χούφτα τους διάττοντες.
    Τους παίζουν στους πεσσούς,φτηνοί παπατζήδες,
    Κούφιοι,ελιοτικά αχυρένιοι, άνθρωποι
    Που κοστίζουν την ανομβρία των ματιών
    Εκεί, στις όχθες Λεμάν ή στη Βαβυλώνα
    Όπου παίζονται και χάνονται οι αυτοκρατορίες
    Επειδή η κυρία προτίμησε τον Μπέρναρντ
    Από τη σοφίτα με τα βιβλία.

    Οι ελέφαντες ξεχνούν όταν οι ποιητές κοιμούνται
    Οι γεναριάτικες γάτες σωπαίνουν.
    Αντί για άνθη η μικρή γαζία
    Τινάζει βλέφαρα και ποντικοουρές.
    Γι αυτό δεν πρέπει να σωπάσουνε οι ποιητές.
    Για να’ χουν οι τρελοί τον ανεμοδείκτη τους.

    Γιάννης Τσίγκρας

    Όταν θα ’ρθει η άνοιξη, Γιώργος Ζωγράφος

    25. ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ
    I
    Όταν η ψυχή μου ορμητικά
    τείνει να σε φτάσει,
    είσαι αλλού φευγάτος.

    Όταν τα χείλη μου
    σου προσφέρουν λέξεις
    το κρανίο σου τελεί
    ερμητικά κλειστό.

    Κάλεσα όλου του κόσμου τα σκεπάρνια
    για να σ’ ανοίξουν.
    Δήλωσαν αδυναμία
    Κι απαίτησαν πληρωμή.

    Πάλι έχασα υλικά,
    πάλι σ’ έχασα σε σφαίρες αέρινες.
    Τα κορμιά σιωπούν.
    Εξακολουθώ να παραμένω
    αθώα εν τρικυμία κρανίου.

    ΑΜΑΛΙΑ ΡΟΥΒΑΛΗ

  4. ΟΤΑΝ ΑΡΧΙΣΑ ΝΑ ΑΓΑΠΑΩ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ

    Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά ..
    μπόρεσα να καταλάβω ότι ο συναισθηματικός πόνος και η θλίψη απλώς με προειδοποιούσαν να μη ζω ενάντια στην αλήθεια της ζωής μου. Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε ΑΥΘΕΝΤΙΚΟΤΗΤΑ.

    Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά..
    κατάλαβα σε τι δύσκολη θέση ερχόταν κάποιος όταν του επέβαλα τις επιθυμίες μου. Και όταν μάλιστα δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή και ούτε ήταν έτοιμος ο άνθρωπος ακόμα και αν αυτός ήμουν εγώ. Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ.

    Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά..
    έπαψα να λαχταρώ για μια άλλη ζωή και έβλεπα γύρω μου ότι τα πάντα μου έλεγαν να μεγαλώσω. Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε ΩΡΙΜΟΤΗΤΑ.

    Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά..
    έπαψα να στερούμαι τον ελεύθερο χρόνο μου και να κάνω μεγαλόπνοα σχέδια για το μέλλον. Σήμερα κάνω ό,τι μου αρέσει και με γεμίζει χαρά, ό,τι αγαπώ και κάνει την καρδιά μου να γελά. Με το δικό μου τρόπο και τους δικούς μου ρυθμούς. Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε ΕΙΛΙΚΡΙΝΕΙΑ.

    Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά..
    απελευθερώθηκα από ό,τι δεν ήταν υγιεινό για μένα. Από φαγητά, άτομα, καταστάσεις και οτιδήποτε με απομάκρυνε από τον εαυτό μου. Παλιά αυτό το έλεγα υγιή εγωισμό. Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε ΑΥΤΑΓΑΠΗ.

    Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά..
    έπαψα να έχω πάντα δίκιο. Έτσι έσφαλα πολύ λιγότερο. Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε ΑΠΛΟΤΗΤΑ.

    Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά..
    αρνήθηκα να συνεχίζω να ζω στο παρελθόν μου και να ανησυχώ για το μέλλον μου. Τώρα ζω κάθε μέρα την κάθε στιγμή που ξέρω ότι ΟΛΑ συμβαίνουν. Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε ΠΛΗΡΟΤΗΤΑ.

    Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά..
    συνειδητοποίησα ότι οι σκέψεις μου με έκαναν ένα άτομο μίζερο και άρρωστο. Όταν επικαλέστηκα τη δύναμη της καρδιάς μου η λογική μου βρήκε ένα πολύτιμο σύμμαχο. Σήμερα αυτό το λέω ΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ.

    Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά..
    κατάλαβα ότι δεν πρέπει να φοβόμαστε τις αντιπαραθέσεις, τις συγκρούσεις και οποιαδήποτε προβλήματα αντιμετωπίζουμε με τον εαυτό μας ή με τους άλλους. Αυτό το λέμε ΑΥΤΟΕΚΤΙΜΗΣΗ.

    Ξέρω ότι από τις εκρήξεις στο σύμπαν γεννιούνται νέα αστέρια. Σήμερα ξέρω ότι ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΖΩΗ.

    Ποίημα – απόσπασμα από το βιβλίο «When I loved myself enough» των Kim & Alison McMillen.

  5. Ciao, Aggeliki!!!!… Υπέροχα όλα!!!…

    *»Όταν ανθίζουν πασχαλιές»…

    -Κ. Π. Καβάφης, «Όταν, φίλοι μου, αγαπούσα…»

    «Όταν, φίλοι μου, αγαπούσα —
    είναι προ πολλών ετών —
    στην ιδίαν γη δεν ζούσα
    μετά των λοιπών θνητών.

    Λυρικήν την φαντασίαν
    είχον, κι αν απατηλήν,
    μ’ εχορήγει ευτυχίαν
    όμως ζώσαν και θερμήν.

    Σ’ ό,τι έβλεπε το μάτι
    πλούσιαν έδιδε θωριά·
    της αγάπης μου, παλάτι
    μοι εφαίνετο η φωλιά.

    Και το τσίτινο φουστάνι
    εφορούσε το φθηνό·
    σας ομνύω μοι εφάνη
    κατ’ αρχάς μεταξωτό.

    Της εστόλιζαν τα χέρια
    δυο βραχιόλια φτωχικά·
    δι’ εμένα τζοβαέρια
    ήσανε αρχοντικά.

    Στο κεφάλι μαζεμένα
    άνθη εφόρει απ’ το βουνό —
    ποια ανθοδέσμη δι’ εμένα
    είχε τέτοιον στολισμό;

    Ομαλούς τους περιπάτους
    πάντα βρίσκαμε μαζί,
    και ή δεν είχε τότε βάτους,
    ή τας έκρυπτεν η γη.

    Δεν με πείθει νυν το πνεύμα
    των ρητόρων και σοφών
    όσον έν εκείνης νεύμα,
    κατ’ εκείνον τον καιρόν.

    Όταν, φίλοι μου, αγαπούσα —
    είναι προ πολλών ετών —
    στην ιδίαν γη δεν ζούσα
    μετά των λοιπών θνητών.»

    (Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993)

    -Κ. Π. Καβάφης, «Όταν ο Φύλαξ Eίδε το Φως»

    «Χειμώνα, καλοκαίρι κάθονταν στην στέγη
    των Aτρειδών κ’ έβλεπ’ ο Φύλαξ. Τώρα λέγει
    ευχάριστα. Μακριά είδε φωτιά ν’ ανάβει.
    Και χαίρεται· κι ο κόπος του επίσης παύει.
    Είναι επίπονον και νύκτα και ημέρα,
    στην ζέστη και στο κρύο να κοιτάζεις πέρα
    το Aραχναίον για φωτιά. Τώρα εφάνη
    το επιθυμητόν σημείον. Όταν φθάνει
    η ευτυχία δίδει πιο μικρή χαρά
    απ’ ό,τι προσδοκά κανείς. Πλην καθαρά
    τούτο κερδήθηκε: γλιτώσαμ’ απ’ ελπίδας
    και προσδοκίας. Πράγματα εις τους Aτρείδας
    πολλά θα γίνουνε. Χωρίς να ’ναι σοφός
    κανείς εικάζει τούτο τώρα που το φως
    είδεν ο φύλαξ. Όθεν μη υπερβολή.
    Καλό το φως· κι αυτοί που έρχονται καλοί·
    τα λόγια και τα έργα των κι αυτά καλά.
    Και όλα ίσια να ευχόμεθα. Aλλά
    το Άργος ημπορεί χωρίς Aτρείδας να
    κάμει. Τα σπίτια δεν είναι παντοτινά.
    Πολλοί βεβαίως θα μιλήσουνε πολλά.
    Ημείς ν’ ακούμε. Όμως δεν θα μας γελά
    το Aπαραίτητος, το Μόνος, το Μεγάλος.
    Και απαραίτητος, και μόνος, και μεγάλος
    αμέσως πάντα βρίσκεται κανένας άλλος.»

    (Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993)

    -Τίτος Πατρίκιος, «Όταν μιλούν»

    «Όταν μιλούν στα καφενεία
    για έρωτα κι ελευθερία και τέτοια
    πως να τους πεις για τον ερειπωμένο έρωτα
    που αντιστέκεται ακόμα και στην απομόνωση,
    για τη δικαιοσύνη που φτιάχνεται στο χάος
    χιλιάδων προσβολών και παραβάσεων,
    πως να τους πεις για λευτεριά που μοναχά κερδίζεται
    μέσα απ’ το βάθος των αποπνικτικών δεσμωτηρίων»

    (http://kokkinoprwi.blogspot.gr/2012/08/blog-post_7.html)

    -Κ. Καρυωτάκης, «ΥΠΟΘΗΚΑΙ»

    «Οταν οι άνθρωποι θέλουν να πονείς,
    μπορούνε με χείλιους τρόπους.
    Ρίξε το όπλο και σωριάσου πρηνής,
    όταν ακούσεις ανθρώπους.

    Οταν ακούσεις ποδοβολητά
    λύκων, ο Θεός μαζί σου!
    Ξαπλώσου χάμου με μάτια κλειστά
    και κράτησε την πνοή σου.

    Κράτησε κάποιον τόπο μυστικό,
    στον πλατύ κόσμο μια θέση.
    Οταν οι άνθρωποι θέλουν το κακό,
    του δίνουν όψη ν’ αρέσει.

    Του δίνουν λόγια χρυσά, που νικούν
    με την πειθώ, με το ψέμα,
    όταν [οι] άνθρωποι διαφιλονικούν
    τη σάρκα σου και το αίμα.

    Οταν έχεις μια παιδική καρδιά
    και δεν έχεις ένα φίλο,
    πήγαινε βάλε βέρα στα κλαδιά,
    στη μπουτονέρια σου φύλλο.

    Ασε τα γύναια και το μαστροπό
    Λαό σου, Ρώμε Φιλύρα.
    Σε βάραθρο πέφτοντας αγριωπό,
    κράτησε σκήπτρο και λύρα.»

    (http://stixoipoihton.blogspot.gr/2011/10/blog-post_26.html)

    -Κική Δημουλά, «Προφυλάξεις»

    «Όταν βρέχει
    δεν παίρνω ομπρέλα.
    To θεωρώ δειλία να προφυλάσσομαι
    από το ξεκάθαρο.

    Όταν δε βρέχει,
    όσο και αν ευτυχεί ο ουρανός
    όσο κι αν τον πιστεύω

    ανοίγω την ομπρέλα μου
    δεν είναι ξεκάθαρη
    καιρική συνθήκη η ευτυχία.»

    (Κική Δημουλά, Ποιήματα, Ίκαρος)

  6. Όταν Χαράζει- Γιάννης Αγγελάκας

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: