Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (204ο): «Παραμύθι»…

Φτιάξε, καρδιά μου, το δικό σου παραμύθι, Τσακνής

  1. ΣΤΟ ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ

Στο παιδί μου δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια

Και του μιλούσανε για Δράκους και για το πιστό σκυλί

Για τα ταξίδια της Πεντάμορφης και για τον άγριο λύκο

 

Μα στο παιδί μου δεν άρεσαν ποτέ τα παραμύθια

Τώρα, τα βράδια, κάθομαι και του μιλώ

Λέω το σκύλο σκύλο, το λύκο λύκο, το σκοτάδι σκοτάδι,

Του δείχνω με το χέρι τους κακούς, του μαθαίνω

Oνόματα σαν προσευχές, του τραγουδώ τους νεκρούς μας.

 

Α, φτάνει πια! Πρέπει να λέμε την αλήθεια στα παιδιά.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ, Τα ποιήματα, Πλειάς

 

 

 

  1. ΠΑΡΑ ΕΝΑ ΔΩΔΕΚΑ ΜΑΓΙΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

 

Χ

Έπιανε το μολύβι να γράψει τις σκέψεις του. Το μολύβι

χόρευε σαν τρελό ανάμεσα στα δάχτυλά του, το χαρτί

αρνιόταν να λεκιαστεί, έδιωχνε από πάνω του ό,τι αυτός,

με χίλια βάσανα, κατάφερνε να γράψει.

 

Γράφω το κενό, έλεγε απελπισμένος, γράφω το κενό κι

είμαι τόσο γεμάτος.

Χα χα, κάγχαζε το μολύβι, 

χα χα, κάγχαζε το χαρτί,

χα χα, τόσο γεμάτος.

 

Θεέ μου, τι είν’ αυτή η έρημος, έλεγε απελπισμένος, τι

είν’ αυτή η άσπρη έρημος.

Δεν είμαι έρημος, έλεγε το χαρτί, είμ’ ένα φύλλο 

άσπρο χαρτί, αλλά δε θέλω να με κατοικίσουν οι σκέψεις σου.

ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ, Λεκτικά τοπία

 

Καίτη Χωματά – Το παραμύθι μας

 

  1. ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Είπε, να μου πει το παραμύθι
το παλιό, που ελησμονήθη,
κι έσκυψε κι ανανοήθη, σα γριούλα,
μ’ άνθια στη μορφή, μήλα στα στήθη,
κι άρχισε το παραμύθι:

«Μια φορά κι έναν καιρό, ένα παλληκάρι,
βασιλιά παιδί και ρήγισσας καμάρι,
μια παιδούλα αγάπησε, καλή ώρα,
όπως αγαπούν και τώρα…»

– Όπως αγαπούν και τώρα.

«Κι ήτανε φτωχιά η παιδούλα, μα είχε βιό της
κάλλη και δροσιές στο μερδικό της.
κι η αγάπη είναι τυφλή, καλή ώρα,
Σαν και πάντα, σαν και τώρα.»

– Σαν και πάντα, σαν και τώρα.

«Και το βασιλόπουλο ένα βράδυ
την αγκάλιασε τρελλά μες στο σκοτάδι
και τη φίλησε γλυκά, καλή ώρα,
ποιος το ξέρει! σαν και τώρα…» 

– Ποιος το ξέρει! σαν και τώρα.

«Την κορώνα του της βάζει στο κεφάλι
και τα στήθια της τα κάνει προσκεφάλι
και της λέει λόγια γλυκά κι ακόμα
όσα λεν στόμα με στόμα…»

– Όσα λεν στόμα με στόμα
– Κι ύστερα, πώς να στο πω, καλέ μου;
Κι ύστερα…Το ξέχασα, γλυκέ μου,
το παλιό το παραμύθι…

– Κι αν το ξέχασες, το ξέρουν ταίρια ταίρια
ρώτα να στο πουν τα περιστέρια,
ρώτα να στο μάθουν τα τριγώνια,
να στο κελαϊδήσουνε τ’ αηδόνια…
κι ύστερα λησμόνα το, που ελησμονήθη!
κι η ζωή μας κι η αγάπη παραμύθι.

ΠΑΥΛΟΣ  ΝΙΡΒΑΝΑΣ

 

 

Tα παραμύθια της γιαγιάς, Χαϊνηδες

 

 

  1. ΤΟ ΣΤΕΡΝΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Πραν στρατ στρατ τ μονοπάτι
βασιλοπολες κα καλοκυράδες,
π᾿ τς ξένες χρες βασιλιδες
κα καβαλλάρηδες πάνω στ᾿ τι.

Κα γύρω στς γιαγις μου τ κρεβάτι,
νάμεσα π δυ χλωμς λαμπάδες,
περνούσανε κα σν τραγουδιστάδες
τς τραγουδοσανποις τ ξέρεικάτι.

Κανες γι τς γιαγις μου τν γάπη,
δ σκότωσε τ Δράκο τν ράπη
κα ν τς φέρει θάνατο νερό.

μάννα μου εχε γονατίσει κάτου
μ
᾿ πάνωμι φορ κι ναν καιρ
ρχάγγελος χτυποσε τ φτερά του.

ΛΑΜΠΡΟΣ ΠΟΡΦΥΡΑΣ

 

 

Παραμύθι, Μ. Μητσιάς

 

 

  1. ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Σήκω κι άναψε το τζάκι
κι έλα πλάι μου λιγάκι
να σου πω το παραμύθι
το κουκί και το ρεβίθι

Η ζωή μας είναι ωραία
μα έχει βάσανα πολλά
πάρα πολλά πάρα πολλά
κι όσο θα ‘μαστε παρέα
πάντα θα χαμογελά

Σήκω στρώσε το τραπέζι
βάλε μέλι πετιμέζι
κι άκου σαν μικρό παιδάκι
το παλιό παραμυθάκι

Η ζωή μας είναι ωραία
μα έχει βάσανα πολλά
πάρα πολλά πάρα πολλά
κι όσο θα ‘μαστε παρέα
πάντα θα χαμογελά

ΝΙΚΟΣ  ΓΚΑΤΣΟΣ

 

Μιλτιάδης Πασχαλίδης – Παραμύθι με λυπημένο τέλος

 

  1. ΠΑΡΑΜΥΘΑΚΙ ΓΙΑ ΧΕΙΜΩΝΑ ΚΑΙ ΓΙΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

 

Μια φορά κι έναν καιρό, ας πούμε χθες το απόγευμα, ένα πουλάκι πέταξε ως την παραλία και λίγο πιο εκεί…

-Αχ, κοίτα πώς φαίνεται η καρδιά μου, είπε κοιτάζοντας στη θάλασσα…

 

Τότε όμως ένα ψαράκι του την έκλεψε! Έτσι αγαπήθηκαν και γέμισε ο ουρανός κι η θάλασσα καρδούλες… Γέμισαν καρδούλες όλα τα φύλλα των δέντρων και όλα τα καράβια. Το πουλάκι του τραγουδούσε… Του έφερνε να δει τι ωραίες που είναι οι πεταλούδες, του έλεγε για τ΄ αστέρια και κείνο του χάριζε αστεράκια της θάλασσας να στολίσει τη φωλιά του…

 

– Να δεις τι ωραία είναι και τα λουλούδια, του ΄λεγε..

– Πάρε με μαζί σου, του είπε…

Και το πουλί πήρε το ψαράκι μαζί του στο σπιτάκι του… Όμως από το παράθυρο έβλεπε τη θάλασσα κι έκλαιγε… Τότε ήρθε ένα σύννεφο και έγινε βροχή μέχρι τη θάλασσα… και το ψαράκι γύρισε πίσω, εκεί που ανήκε..

 

– Γιατί έφυγες αφού σ΄αγαπούσα;

– Κι εγώ σ΄αγαπώ, του είπε…

Και του χάρισε ένα κοχύλι ν΄ ακούει τη θάλασσα και τα τικ τακ της καρδιάς του… Κι ήρθε ο χειμώνας κι ήρθε η άνοιξη…

 

– Σ΄ επιθύμησα, του είπε… Κι έγινε η θάλασσα σαν περιβόλι. Και το βράδυ ο ουρανός σαν τη θάλασσα… Έτσι δεν ήταν καθόλου στενοχωρημένοι. Γιατί δεν τους χώριζε πια τίποτα!  

ΑΛΕΞΗΣ  ΚΥΡΙΤΣΟΠΟΥΛΟΣ

 

 

Μια φορά κι έναν καιρό, Γισδάκης

 

 

  1. ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ

 

Μια φορά κι έναν καιρό όπως λεν’ τα παραμύθια

κυνηγούσα τ’ όνειρο για να μάθω την αλήθεια.

Να ‘ναι ήλιος, να ‘ναι αστέρι;

Ποιος την είδε ποιος την ξέρει.

Αχ γιατί, αχ γιατί μοιάζει με καρδούλα κλειστή;

 

Μια φορά κι έναν καιρό κάποιος άγγελος διαβάτης

σ’ ακρογιάλι λαμπερό είχε γράψει τ’ όνομά της.

Μα σαν πέρασε τ’ αγέρι ποιος την είδε ποιος την ξέρει.

Αχ γιατί, αχ γιατί να ‘ναι σα μια σπίθα σβηστή;

 

Μια φορά κι έναν καιρό στην φωτιά και στον αγώνα

την αντίκρισα θαρρώ σαν μια κόκκινη σταγόνα.

Μα πριν βγει το καλοκαίρι ποιος την είδε ποιος την ξέρει.

Αχ γιατί, αχ γιατί να ‘χει στη ζωή ξεχαστεί.

 

ΝΙΚΟΣ  ΓΚΑΤΣΟΣ

 

 

Νεράιδα δίχως παραμύθι – Μιλτιάδης Πασχαλίδης

 

  1. ΠΑΡΑΜΥΘΑΚΙ


Ήτανε, μια φορά, κάποια Πεντάμορφη,
πιο διάφανη κι απ’ τις δροσιές ακόμα.
Δυο στάλες ουρανός ήταν τα μάτια της…
Μια μέρα, οι ουρανοί βρεθήκαν χώμα…

Ήτανε, μια φορά, ένα Βασιλόπουλο…
Το μύρωσεν η αγάπη η ξεγελάστρα.
Την άβυσσο, τ’ αστέρια, ο νους του χάιδευε…
Μια νύχτα δεν αντίκρισε πια τ’ άστρα…

Ήτανε κι ένας πύργος γιγαντόσωμος!
Στεφάνια είχε τα σύννεφα, τη νίκη…
Προχτές, καθώς εσκάλιζα στη θάλασσα,
ευρήκα από τον πύργο ένα χαλίκι…

Ήτανε μια φορά… Και τι δεν ήτανε…
Μα τι να πω; Τριγύρω δες τη φύση:
τόσα μεγάλα κι όμορφα, κι εχάθηκαν
και το μικρό τραγούδι μου θα ζήσει;

 

ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ

 

 

  1. ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Μια φορά κι έναν καιρό,
πάνε, τώρα, χρόνια,
σ’ έναν τόπο μακρινό,
ζούσαν μες στα χιόνια·

πάγωναν τα λούλουδα,
μίσευαν τ’ αηδόνια,
καλοκαίρι ζύγωνε,
–κι ήταν όλο χιόνια!

Μάτια πάντα σκοτεινά,
μέτωπα σκυμμένα,
–οι άνθρωποι δε βάδιζαν
με ρυθμό κανένα…

Μιαν αγάπη πέρασε,
–μετά πόσα χρόνια,
και τα μάτια δάκρυσαν
κι έλιωσαν τα χιόνια…

ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ

 

 

Στης Χαλιμάς τα παραμύθια – Κ. Καράλης

 

10.ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΗΣ ΧΑΛΙΜΑΣ

Δε μου είναι πια εύκολο
μήτε θελητό
να γράφω στιχάκια.


Γύρω παραμονεύουνε οι σκοτωμένοι
με γάντζους και στριφτά μαχαίρια
κι ο τόπος αφρίζει ποτάσα.


Μου το ‘λεγαν ότι στο τέλος
η Χαλιμά τα ξέρασε πετρέλαιο
τα παραμύθια.


Έτσι στους δύσκολους καιρούς
παίρνω ένα καλάθι μανιτάρια
και παρασταίνω
την πεντάμορφη του δάσους.


Στην αρχή μοιάζει λίγο
σα να βουτάς με το κεφάλι
απ’ τον τοίχο.


Πιο έπειτα το συνηθίζεις και σ’ αρέσει.

ΤΖΕΝΗ ΜΑΣΤΟΡΑΚΗ, Το σόι, 1978

 

 

Παντελής Θαλασσινός -Παραμύθι

 

11.ΠΑΡΑΜΥΘΙ

θα σου υφάνω ένα πολύχρωμο χαλί
κι ύστερα θα σου ψιθυρίσω
ένα ατέλειωτο παραμύθι
η ζεστή φωνή στα άπληστα μάτια
ή ακόμη καλύτερα
θα σου υφάνω ένα ατέλειωτο χαλί
κι ύστερα θα σου ψιθυρίσω
ένα πολύχρωμο παραμύθι
η άπληστη φωνή στα ζεστά μάτια

μα πάνω απ’ όλα
ένα μαγικό χαλί
ένα μαγικό παραμύθι
με μαγεμένη φωνή
στα μαγεμένα μάτια

ΤΟΛΗΣ  ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ

 

 

  1. ΕΔΩ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ


μια φορά κι έναν καιρό
στα βάθη της ανατολής
ζούσε ένας ήλιος μόνος.
σχεδόν παράνομος
με την πυρακτωμένη του καρδιά
προορισμένος ν’ ανατέλλει
να φωτίζει
πάντα να βρίσκεται στον ουρανό
και να τα βλέπει όλα

είπε η γιαγιά του κόσμου
γι’ ακόμη μια φορά θλιμμένη
εδώ τελειώνει κάπως πρόωρα
αυτό το παραμύθι
ώρα να πάτε για ύπνο

ε, όπως πάντα
ο ήλιος έζησε καλά
κι εμείς βεβαίως καλύτερα


ΤΟΛΗΣ  ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ, Γαλάζιο βαθύ σαν αντίο, 1999

 

Παραμύθι ξεχασμένο, Αιμιλία Κουγιουμτζή

 

  1. ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑΣ

 

Η Σταχτοπούτα ήταν κόρη μετανάστη

από τα δάση της οκτωβριανής επανάστασης

και πέθανε σ’ ένα εργοστάσιο ζάχαρης.

 

Θυμάσαι τα παλιά μας ποιήματα;

Μιλούσαν αόριστα για τον θάνατό της.

ωστόσο τα γοβάκια της έλιωναν αθόρυβα στη στάχτη

στο τζάκι κάτω απ’ το σταματημένο ρολόι

όπου κεντούσανε τις τουαλέτες του χορού

φόβοι-υπηρέτες και μέλισσες-ελπίδες.

 

Τώρα θα πεθάνουμε κι εμείς

πρόσφυγες ενός παράξενου Οκτώβρη

δίχως πατρίδα και χωρίς παραμονή

σ’ έναν παράνομο και κακοπληρωμένο αιώνα

κι ούτε μια νύξη για τη σταχτοπούτα-επανάσταση

ούτε καν για τον σκοτωμένο πρίγκιπα στα δάση

με τα χλωμά πουδραρισμένα μάγουλα

και τα φιλιά που μύριζαν καμένη άχνη.

 

Η Σταχτοπούτα ήταν κόρη μετανάστη

Τατιάνα, το πραγματικό της όνομα

φορούσε πάντα λαστιχένιες σόλες

για να ξεφεύγει από τους φύλακες στα σύνορα

κι από τα περιπολικά στα πεζοδρόμια.

 

ΚΑΤΕΡΙΝΑ  ΚΑΡΙΖΩΝΗ, συγκεντρωτική έκδοση «Ρεσάλτο», εκδ. Αρμός, 2009

 

 

Βαρσαμάκης Γιώργος-Μυστικά παραμύθια

 

*Η ανάρτηση είναι της φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής.

Advertisements

Single Post Navigation

12 thoughts on “Πες το με ποίηση (204ο): «Παραμύθι»…

  1. Ciao Ageliki!!!!… Ωραίο το θέμα, αλλά μου τα πήρες όλα…

    -«Ένα φιλί ένα χάδι
    και ένα παραμύθι για το βράδυ
    Μήπως και ποιήσουμε…»
    (Δ. Αβούρης)

    -Μενέλαος Λουντέμης, «Τὸ παραμύθι ἑνὸς ραγισμένου ἔρωτα»
    Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,
    ἦταν ἕνα γραμμόφωνο.
    Ἕνα ὁλομόναχο γραμμόφωνο.
    Μὰ μπορεῖ καὶ νὰ μὴν ἤτανε γραμμόφωνο
    καὶ νά ῾ταν μόνο ἕνα τραγούδι,
    ποὺ ζητοῦσε ἕνα γραμμόφωνο,
    γιὰ νὰ πεῖ τὸ καημό του.
    Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,
    ἦταν ἕνας Ερωτας.
    Ἕνας ὁλομόναχος Ἔρωτας
    ποὺ γύριζε μὲ μία πλάκα στὴ μασχάλη,
    γιὰ νὰ βρεῖ ἕνα γραμμόφωνο
    γιὰ νὰ πει τὸ καημό του.
    «Ἔρωτα μὴ σὲ πλάνεψαν
    ἄλλων ματιῶν μεθύσια
    καὶ μέσ᾿ τὰ κυπαρίσια
    περνᾷς μὲ μι᾿ ἄλλη νιά;
    Ἔρωτ᾿ ἀδικοθάνατε,
    Ἔρωτα χρυσομάλλη,
    ἂν σ᾿ εἶδαν μὲ μιὰν ἄλλη,
    ἦταν ἡ Λησμονιά».
    Μιὰ φορὰ κι ἕνα καιρό,
    δὲν ἦταν ἕνας ἔρωτας,
    δὲν ἦταν ἕνας πόνος.
    Ἦταν μισὸς ἔρωτας -μισὸς πόνος-
    καὶ μιὰ μισὴ πλάκα,
    πού ῾λεγε τὸ μισό της σκοπό:
    «Ἔρωτα μὴ σὲ… Ἔρωτα μὴ σὲ…
    ἔρωτα μισέ… ἔρωτα μισέ…»
    Θέ μου!
    Μὰ δὲ βρίσκεται ἕνα χέρι!
    Ἕνα πονετικὸ χέρι,
    γιὰ ν᾿ ἀνασηκώσει τὴ βελόνα
    καὶ ν᾿ ἀκουστεῖ ξανά,
    ὁλόκληρος ὁ Ἔρωτας,
    ὁλόκληρο τὸ τραγούδι:
    «Ἔρωτα μὴ σὲ σκότωσαν
    τὰ μαγεμένα βέλη;
    Ἔρωτα Μακιαβέλλι.
    Τὰ μάτια ποὺ σὲ λάβωσαν,
    μὲ δάκρυα πικραμένα,
    καρφιά ῾ταν πυρωμένα
    καὶ μπήχτηκαν βαθιά».

    (από το «Κάτω Ἀπὸ Τὰ Κάστρα Τῆς Ἐλπίδας»)

    -Κατίνας Μέτσιου, «Παραμύθι Νο 1»

    Με έπλυνα στο πλυντήριο, έβαλα και κάμποσο μαλακτικό.
    Μα βρέχει έξω, θα βαρεθείς μέχρι να στεγνώσω?
    Κοίτα.
    Λίγο πάνω στο καλοριφέρ, αν σιδερώσεις και προσεκτικά τα μανίκια μου κάτι θα γίνει!
    Ένα ρούχο της προκοπής για να φοράς όταν βγαίνεις.
    Καρδιά δεν θα βρεις. Με μαγείρεψα εχθές μα δεν είχα δυόσμο ούτε κανέλλα.
    Είναι πιο νόστιμη έτσι, αλλά τι να σου κάνω?
    Τα παπούτσια σου να προσέχεις.
    Με γδέρνεις όταν βηματίζεις πάνω κάτω νευρικά και δεν πρόλαβα να με περάσω ένα χέρι παρκετίνη!
    Όταν τελειώσω τις δουλειές για σήμερα, άνοιξε με στη σελίδα οκτώ.
    «Ο κόσμος σίγουρα θα αλλάξει» θα γράφω..
    Είμαι καλογραμμένο παραμύθι!
    (http://fractalart.gr/paramythi-no-1/)

    -Μαρία Μαρίλια Χρονιάρη, «ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΚΙ ΕΝΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙ»

    Μια φορά και δυό καιρούς άρχισε μια ιστορία ανάμεσα σε ένα ποίημα και ένα παραμύθι. Τόσο το ποίημα όσο και το παραμύθι ποτέ δεν πίστευαν πως θα υπήρχε μια μέρα περίπτωση να συνυπάρξουν κάτω απ’ τον ίδιο ουρανό, μέσα στις ίδιες σελίδες.

    Κι όμως ένα βράδυ, εντελώς απροσδόκητα, το ποίημα έγραψε ένα παραμύθι και το παραμύθι ένα ποίημα. Ξεπήδησαν από τις σελίδες του τετραδίου κι έφτιαξαν έναν χορό από λέξεις, ήχους, χρώματα καθώς το ένα βυθιζόταν μέσα στο άλλο. Κι ένιωθαν τόσο ανάλαφρα καθώς οι διαφορές και οι ομοιότητες που είχαν, ήταν σαν μια λεπτή γραμμή μέσα στο σύμπαν.

    Και για ώρα πολλή στριφογύριζαν στο δωμάτιο, στα έπιπλα,στα άπλυτα ρούχα ακούγοντας ολότελα πια τον δικό τους ήχο. Το ποίημα και το παραμύθι από τότε κι ίσως κι από πάντα, έμαθαν πως μόνο όταν δεν φοβάσαι, μπορείς. Αν τα δείτε ανάμεσα στο πλήθος θα τα ξεχωρίσετε αμέσως, γιατί παίζουν μια παράξενη μουσική από νότες που δεν υπάρχουν. Μην τα ενοχλήσετε, μην πάτε κοντά τους. Πράξτε σαν να είναι αόρατα.

    Αφήστε τα μόνο να υπάρξουν.

    (http://mchroniari.blogspot.gr/2014/10/blog-post_5.html)

    -Δημήτρης Αβούρης, «Καλό ταξίδι»

    Είπα θα πάρω μια κόκκινη κλωστή απ’ ένα παραμύθι
    θα στη τυλίξω στο λαιμό
    Μήπως γλυτώσεις απ’ τη λήθη και το βέβαιο πνιγμό
    Νάχεις κάπου να πιαστείς. Απ’ ένα ωχ έστω.

    Με κόκκινες κλωστές δένει ο ήλιος τα καράβια του.
    Όλα δικά του είναι.
    Μήπως και˙ Μα δεν˙

    Ύστερα έριξα άγκυρα μέσ’ στα παραμύθια
    και η θάλασσα έβγαζε αφρούς και φωτιές
    κάθε αχός και ένα παραμύθι
    Που να τιθασεύσεις τη ζωή;

    Οι δράκοι, οι γιαλούδες, τα θεριά
    στο λιμάνι απαντήθηκαν. Τόπος πρόσφορος.
    Αλυσίδες και καδένες.

    Βίρα τις άγκυρες. Αλλά για πού;
    Στη προκυμαία τα παιδιά, τα γυναικόπαιδα ψάχνουν για καράβι.
    Για πού τραβάν οι γλάροι;
    Όταν κοιτάς ψηλά ή τον θεό θα δεις
    ή τους γλάρους να σε βλέπουν.
    Όμως όπου και να πατήσεις σε παραμύθι πατάς
    Ύστερα διαλέγεις.
    Καράβι, κλωστή, παραμύθι.
    Ο Ήλιος τάχει δει όλα.
    Αλλά δε μιλάει.
    Νάναι η σιωπή χρυσός ή ο Παραμυθάς μαρτυριάρης
    και στο κάβο δεμένα τα παραμύθια;
    Αν τα λύσεις λύνεις τη λήθη.
    Καλό ταξίδι.
    http://periplous.gr/ekdoseis-periplous/1728

    -Ναζίμ Χικμέτ, «Παραμύθι στο γιο μου»

    ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ, γιε μου, μια χρονιά απ’ όλες τις χρονιές, σε μια χώρα, ζούσε ένας άνθρωπος με άσπρα γένια που ήξερε πολλά, πιο πολλά από την καλοσύνη που ‘χε στην ψυχή του, και η καλοσύνη της ψυχής του ήτανε πιο πλατιά από τη γνώση του.
    Σ’ ΑΥΤΗΝ ΤΗ ΧΩΡΑ, ΛΟΙΠΟΝ, γιε μου, που ζούσε ο άνθρωπος με την άσπρη γενειάδα, στην πιο μεγάλη πόλη είχανε στήσει ένα άγαλμα. Το άγαλμα που λέμε είχε μάτια αστραφτερά φτιασμένα από πέτρες πολύτιμες, τα μαλλιά του από ατόφιο ασήμι, η κορμοστασιά του από απείραγο χρυσάφι και το μπόι του ίσια με δυο χιλιάδων ανθρώπων.
    ΟΙ ΣΥΝΤΟΠΙΤΕΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΜΑΣ με την άσπρη γενειάδα, που είπαμε πως η γνώση του ήτανε πάνω από την καλοσύνη του και η καλοσύνη του πάνω από τη γνώση του, πιστεύανε και προσκυνούσανε σ’ αυτό το άγαλμα. Και σαν να μην έφτανε αυτό, πιστεύανε πως το άγαλμα που λέμε έδινε και την καλοσύνη και την κακία, και την καλή και την κακή σοδειά, και την ομορφιά και την ασκήμια κι όλα.
    ΜΟΝΟ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΑΣΠΡΗ ΓΕΝΕΙΑΔΑ δεν πίστευε σ’ αυτά. Στην αρχή, αυτή του την απιστία την έκρυβε μέσα του. Με τον καιρό όμως το μυστικό του μεγάλωνε, ώσπου έγινε μέσα του μια μεγάλη πέτρα που του βάραινε την ψυχή. Ε, δεν άντεξε, και μια μέρα τρέχει εκεί που ήτανε στημένο τ’ άγαλμα και φωνάζει στους συντοπίτες του:
    – ΚΑΛΟΙ ΜΟΥ ΣΥΝΤΟΠΙΤΕΣ, γιατί πιστεύετε σ’ αυτό το άγαλμα με τ’ αστραφτερά μάτια και τη μαλαματένια κορμοστασιά; Αυτό, εσείς το φτιάσατε και το στήσατε εδώ. Με το μυαλό σας και με τα χέρια σας. Και τώρα στέκεστε μπροστά του λες κι είναι τούτο ο δημιουργός του μυαλού και των χεριών σας! Εγώ σας λέω: πέρα από κείνο που δεν φαίνεται, πού ‘ναι αιώνιο μα και που αλλάζει ασταμάτητα, πέρα από το πλάσμα που δεν πλάστηκε, δεν υπάρχει τίποτα που πρέπει να πιστεύετε. Γκρεμίστε τούτο το άγαλμα, συντοπίτες μου!
    ΣΑΝ ΑΚΟΥΣΑΝΕ ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ που η γνώση του ήτανε πάνω από την καλοσύνη του και η καλοσύνη του πάνω από τη γνώση του, οι συντοπίτες του στην αρχή δεν καταλάβανε, ύστερα σαν καταλάβανε τα χάσανε λίγο, ύστερα θύμωσαν και στο τέλος πήρανε πέτρες από καταγής, γιε μου, και τον πετροβολήσανε. Και όχι μόνο μια φορά. Έλα όμως που αυτός δεν το έβαζε κάτω και δεν σώπαινε… Αυτό που νόμιζε σωστό, αυτό που σκεφτότανε, το ‘λεγε χωρίς να διστάζει, κι όσο το ‘λεγε και το ξανάλεγε τόσο η φωνή του δυνάμωνε, κι όσο η φωνή του δυνάμωνε τόσο ένιωθε και πιο νέος.
    ΈΤΣΙ ΛΟΙΠΟΝ, ΓΙΕ ΜΟΥ, Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΑΣ με την άσπρη γενειάδα απόχτησε την αγέραστη νιότη κάτω απ’ τις πέτρες που πέφτανε βροχή. Κείνοι που τον πετροβολούσανε γέρασαν, οι μέσες τους λύγισαν, τα χέρια τους έτρεμαν και δεν μπορούσαν πια να προστατέψουν την πίστη τους, τ’ άγαλμά τους. Κι ο άνθρωπος μας που συναπάντησε την αιώνια πίστη, αυτός που η γνώση του ήτανε πάνω από την καλοσύνη του και η καλοσύνη του πάνω από την γνώση του, αυτός που η ψυχή του ήτανε πάνω από τη γνώση του και η γνώση του κι απ’ την ψυχή του πιο γενναία, γκρέμισε μόνο με μια γροθιά το άγαλμα πού ‘χε το ύψος χιλιάδων ανθρώπων.
    ΚΙ ΕΣΥ, ΓΙΕ ΜΟΥ, ΣΑΝ ΔΕΝ ΔΙΣΤΑΖΕΙΣ ΝΑ πως δεν πιστεύεις σ’ αυτό που δεν πίστεψες ποτέ, σαν δεν κιοτέψεις τότε που θα σε πετροβολάνε γι’ αυτό που πιστεύεις, κι εσύ τότε, σαν τον άνθρωπο που ζούσε κάποτε σε κείνη τη χώρα, που η καλοσύνη του ήτανε πάνω από τη γνώση του και η γνώση του πάνω από την καλοσύνη του, τότε θα φτάσεις στη αιώνια νιότη, γιε μου…

    [Πηγή: http://www.doctv.gr]

    -Κατερίνας Μαυρομμάτη, “Ολύμπιοι μύθοι”

    Με τους μύθους της Ελλάδας
    παιδαγωγήθηκα.
    Πρώτο μου ποίημα
    η Οδύσσεια.
    Να αποστηθίζω το ιερό εκείνο
    “οικόνδε νέεσθαι”
    το υπέρτατο φλογερό αίσθημα,
    ευσχήμως υμνολογούμενο
    αειπόρφυρο σαν πόθος.
    Κι ύστερα επηκολούθησεν
    σφοδρή η περιέργεια
    για ολονών το παραμύθι.
    Την αλήθεια τους γύρεψα
    δια μέσου της άγριας μοίρας τους
    το ασύλληπτο.
    Όποια ζαριά κι αν έριχνα
    θεοί μου έρχονταν.
    Και βασιλιάδες αμέτρητοι.
    Και ημιθεϊκές γύμνιες.
    Ξέφρενη κι απόλυτη
    η εξουσία της μοναξιάς τους.
    Εύθυμα πένθιμη
    άρπιζε η τύχη τους.
    Λύρα και μεθύσι
    όργανο και ξεφάντωμα.
    Έρωτας και μίσος
    εκδίκηση και σκότωμα.
    Δόρυ ή τρίαινα
    γυρεύοντας εξευμενισμό της μετριότητας,
    αυτό κρατούσαν.
    Περιπλάνηση χωρίς συγγνώμη.
    Σάλπιγγες ηχούσαν
    για να δηλώσουν όνειδος
    από αφηνιασμένο αίμα.
    Κι όμως όλους τους συμπόνεσα
    Για τον καθένα τους έκλαψα.
    Για τον Λυκομήδη
    που εμπιστεύτηκε
    την κόρη του Δηιδάμεια
    στο νεανικό σφρίγος του Αχιλλέα
    – ντυμένος κορίτσι.
    Πώς ξεγελούν τα ένστικτα
    καθώς κρύβονται κάτω από μανδύες.
    Και για τον Ωρίωνα, ράθυμο και κάλλιστο,
    που του έστειλαν σκορπιό να τον δαγκώσει.
    Τι θάνατος άδικος! Για μια Ηώ.
    Και για εκείνες τις αμέριμνες
    Πλειάδες,
    που πήγαν κι αυτοκτόνησαν
    από ασήκωτο κι ανυπόφορο βάρος
    κι έγιναν αστερισμός,
    καθόλου θνησιγενής.
    Τουλάχιστον…
    Κρυφοί έρωτες που έψεγον τη μοναξιά.
    (http://fractalart.gr/katerina-mayrommati-poems/)

    -Γιάννης Υφαντής, «ΠΩΣ ΖΟΥΜΕ ΜΥΘΙΚΑ ΜΑΣ ΔΙΑΦΕΥΓΕΙ»

    Στις ιέρειες της Τέχνης, Chantal Danjou και Marie-Jose Armando·
    στα έργα και στις μέρες μας στο Bormes les Mimosas.
    Πως ζούμε μυθικά μας διαφεύγει.
    Πως ο ζητιάνος στη γωνιά είναι βασιλιάς μας διαφεύγει.
    Πως ίσως κιόλας είμαστε γουρούνια μες στης Κίρκης το μαντρί μας διαφεύγει.
    Πως ίσως τούτη η πόλη μας χωνεύει επειδή είναι της Χάρυβδης στομάχι αυτό μας διαφεύγει,
    Πως το πλυντήριο ρούχων είναι ο μονόφθαλμος Πολύφημος που βάλαμε στη δούλεψη αυτό μας
    διαφεύγει.
    Πως ο σκαφέας που μουγγρίζει σκάβοντας τα χώματα είναι δράκοντας αυτό μας διαφεύγει.
    Πως η οχιά μέσα στα χόρτα ή μες στις πέτρες είναι η λυγερή σαΐτα του Απόλλωνα που ψάχνει για
    τη φτέρνα μας αυτό μας διαφεύγει.
    Πως κάθε μηχανάκι είναι η σιδερένια ενσάρκωση εκείνου του Χρυσόμαλλου Κριού μας διαφεύγει.
    Πως το λιμάνι είναι το πέτρινο μαντρί των καραβιών μας διαφεύγει.
    Πως όλα τα καράβια σέρνουν μια λευκόμαλλη δορά μας διαφεύγει.
    Πως όλα τα καράβια προσπαθούν να αντιγράψουν τη χρυσόμαλλη δορά του Γαλαξία πάνω στα
    νερά μας διαφεύγει.
    Πως το νερό είναι μαχαίρι που μας γδέρνει κατεβάζοντας την άσπρη, τη σγουρή, την πολυόμματη
    δορά της σαπουνάδας απ’ το σώμα μας αυτό μας διαφεύγει.
    Πως οι πετσέτες μες στο μπάνιο μας δεν είναι ούτε μούσκλα γύρω απ’ την πηγή ούτε και είναι
    τα εφτά πέπλα της Άσθαρ αλλά είναι του καθρέφτη οι εφτά δορές μας διαφεύγει.
    Πως η κυρία πού ’ρχεται στο πάρκο με τα τρία της σκυλιά κάθε απόγευμα
    είναι η Περσεφόνη με τον Κέρβερο αυτό μας διαφεύγει.
    Πως ήδη έχουμε θαφτεί μας διαφεύγει•
    μας διαφεύγει πως ο Ήλιος που ακουμπά το δειλινό εκεί στο λόφο είν’ο φύλακας του τάφου μας,
    μια σφίγγα, ένας λέων
    με πρόσωπο καθρέφτη και με χαίτη αχτίδες.
    Μας διαφεύγει που η Σελήνη είναι η χαμένη μας εντάφια προσωπίδα καθώς φλόγινη σα λιόντισσα
    προβαίνει με ησυχία θανατερή μες απ’ τη λόχμη.
    Πως ζούμε πλήρως μυθικά μας διαφεύγει.
    Πως το μολύβι που κρατούμε μπορεί να ’ναι το σουβλί που τύφλωσε τον Κύκλωπα αυτό μας
    διαφεύγει.
    Πως οι μνηστήρες είν’ εδώ και τρώνε και γλεντούν το βιός του Οδυσσέα μας διαφεύγει.
    Πως σαν τον Οδυσσέα ο ποιητής είν’ ένας ξένος μες στο ίδιο του το σπίτι αυτό μας διαφεύγει.
    Πως ήδη των μνηστήρων οι ψυχές αποκολλιούνται απ’ τη σπηλιά του ουρανού και κατεβαίνουν
    τρίζοντας στον Άδη αυτό μας διαφεύγει.
    Πως ο Έρμης χωρίς κακία τις οδηγεί μες απ’ τους δρόμους τους υγρούς προς το σκοτάδι αυτό μας διαφεύγει.
    Πως ζούμε μυθικά μας διαφεύγει.
    Πως είμαστε σκιές και τριγυρνάμε έξω από του χρόνου τον καθρέφτη αυτό μας διαφεύγει.
    (https://www.vakxikon.gr/)

  2. Πλούσιο το θέμα. Ψάξε-ψάξε και θα βρεις, Γιάννη!
    Σ’ ευχαριστώ τα μάλα.

    Μια φορά κι έναν καιρό, Δ. Γαλάνη

    14. ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ

    Μια φορά κι έναν καιρό
    όπως λεν’ τα παραμύθια
    κυνηγούσα τ’ όνειρο
    για να μάθω την αλήθεια.

    Να `ναι ήλιος, να `ναι αστέρι;
    Ποιος την είδε ποιος την ξέρει.
    Αχ γιατί, αχ γιατί
    μοιάζει με καρδούλα κλειστή;

    Μια φορά κι έναν καιρό
    κάποιος άγγελος διαβάτης
    σ’ ακρογιάλι λαμπερό
    είχε γράψει τ’ όνομά της.

    Μα σαν πέρασε τ’ αγέρι
    ποιος την είδε ποιος την ξέρει.
    Αχ γιατί, αχ γιατί
    να `ναι σαν μια σπίθα σβηστή;

    Μια φορά κι έναν καιρό
    στην φωτιά και στον αγώνα
    την αντίκρισα θαρρώ
    σαν μια κόκκινη σταγόνα.

    Μα πριν βγει το καλοκαίρι
    ποιος την είδε ποιος την ξέρει.
    Αχ γιατί, αχ γιατί
    να `χει στη ζωή ξεχαστεί.

    ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ

    ***

    15. ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ

    Ξαναπές μου εκείνο το παραμύθι, πατέρα.

    Το παραμύθι για την ακρωτηριασμένη χώρα
    και τα όνειρα της που εξοντώθηκαν.
    Για την εκκλησία που έκλαψε,
    την αλήθεια που κατηγορήθηκε πως έλεγε ψέματα,
    τις φωνές που ξεσχίστηκαν σαν άκρα του σώματος.

    Πες μου για την χώρα όπου δεν γεννηθήκαμε
    αλλά που εκεί πεθαίνουμε κάθε μέρα της ζωής μας.

    Πες μου για άλλη μια φορά
    γιατί οι Αρμένικες ιστορίες είναι τόσο θλιβερές
    και γιατί υπάρχουν τόσα πολλά γράμματα που σε πνίγουν
    όταν οι λέξεις σου σβήνουν και τα χείλη σου τρέμουν.
    Πες μου πόσο θα ήθελες να μην υπάρχουν όλα αυτά,
    αλλά υπάρχουν. Και δεν είναι παραμύθι

    Είναι η ιστορία μας.
    Gar ou chgar.
    Υπήρχε μια φορά, και δεν υπήρχε.
    Είναι τόσο πολύ πιο εύκολο ν’ αρχίσει κανείς
    ‘Μια φορά κι έναν καιρό’ και να τελειώσει ‘ …αυτοί καλύτερα’.
    Αλλά τίποτα δεν είναι εύκολο στα παραμύθια που μου λες.

    Νόρα Nαντζαριάν

    ΗΤΑΝΕ ΜΙΑ ΦΟΡΑ-ΝΙΚΟΣ ΞΥΛΟΥΡΗΣ

    16. ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ

    ήθελα ν’ ακούσω παραμύθια
    από κείνα που δεν έχουν τέλος
    ούτε καλό ούτε άσχημο
    να μην έχουν τέλος γενικώς

    ήθελα ν’ ακούσω παραμύθια
    από κείνα που στα λένε μάτια
    και χείλια
    που δεν γνωρίζουν τι πα να πει τέλος
    γιατί δεν έμαθαν ποτέ τι πα να πει αρχή

    NIKOΛΕΤΤΑ ΣΙΜΩΝΟΣ

    ***

    17. ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΜΟΥ

    Μου διώξανε τα παραμύθια μου.
    Ήτανε λέει αναρχικά.
    Ήτανε λέει αντικοινωνικά.
    Ήτανε λέει ουτοπικά.

    Μου διώξανε τα παραμύθια μου.
    Κι αντί γι’ αυτά μου δώσανε
    ένα πουγκί με γνώση
    και με λίρες, να το χειριστώ,
    να γίνω μέλος χρήσιμο κι εγώ.

    Άνοιξα το πουγκί. Και ευθύς
    πετάχτηκε ένας ανέραστος
    ένας αλαζών, ένας γλοιώδης
    ένας απατεών, ένας πορνοβοσκός,
    ένας φονιάς ψυχών.

    Και άρχισαν τα μαθήματα.
    Στα πόσα να πυροβολώ,
    στα πόσα να υποχωρώ,
    πόσα να κλέβω, πόσο να πουλώ.

    Έγινα λίγο λίγο χρήσιμη κι εγώ.
    Μα κάπου ακόμα μέσα μου από
    το βύθισμά μου, μέσα από
    τη χρησιμότητά μου, μέσα από
    τη ζάλη μου, με κοροϊδεύουνε
    τα προδομένα παραμύθια μου.

    Γεμάτα σκόνη κάπου
    ξεχασμένα, ζούνε αληθινά –
    χωρίς εμένα.

    ΑΡΛΕΤΑ (1997). Από πού πάνε για την άνοιξη;, Αθήνα: Καστανιώτης.

    Αρλέτα – Παραμύθι

    18. ΔΡΑΚΟΣ Ή ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΓΙΑ ΤΑ ΚΑΛΑ ΠΑΙΔΙΑ

    Δεν έχω κότσια να σε γράψω, Δράκε
    δεν είναι πως φοβάμαι τα ερπετά
    μήτε τους εφιάλτες
    είναι το κράμα αυτών των δυο μαζί
    όπου σημαίνει
    χρόνος
    ή μ’ άλλα λόγια
    πέφτουμε
    σ’ αστραφτερό γκρεμό

    Με βάση τον δικό μου σωματότυπο
    κι αφού δεν καταδέχομαι αλεξίπτωτο
    γνωρίζω πως θα σκάσω στο κενό
    στις 23:05 ακριβώς
    αυτού του αιώνα
    σίγουρα
    κι άκουσε τι θα γίνει τότε:
    Θα σπάσει η κλεψύδρα στο κεφάλι μου
    ποτάμι η άμμος απ’ τη μύτη μου
    η άμμος, λέω, οι αναμνήσεις μου
    από τ’ αυτιά μου, λέω, ποταμός

    η Ελένη
    ο Μπαμπάς μου
    η Μικαέλα μου

    και θα σε πνίξουνε
    ρε πούστη Δράκε

    ΣΤΙΓΚΑΣ ΓΙΑΝΝΗΣ, ΒΛΕΠΩ ΤΟΝ ΚΥΒΟ ΡΟΥΜΠΙΚ ΦΑΓΩΜΕΝΟ

    ***

    19. ΠΑΡΑΜΥΘΙ

    Σε παρακαλώ
    Πες μου άλλο ένα παραμύθι
    Ησύχασέ με ακόμα μια φορά
    Μίλησέ μου γλυκά

    Για πρίγκιπες και βασίλισσες
    Για άλογα και για κάστρα

    Ταξίδεψέ με σε ονειρικούς τόπους

    Πες μου για δράκους και για τέρατα
    Πες μου για μάγισσες και για μαγεία

    Ταξίδεψέ με πάνω από τα σύννεφα
    Εκεί που όλα στο τέλος είναι όμορφα και ήρεμα

    ΣΤΑΥΡΟΣ ΠΟΛΑΚΗΣ

    Διονύσης Σαββόπουλος – Τα παιδιά που χάθηκαν (Τα πιο ωραία παραμύθια)

    20. ΠΑΡΑΜΥΘΙ

    Έχτισε το σπιτάκι του,
    τα θεμέλιά του,
    τις πέτρες του,
    τους τοίχους του,
    τη στέγη του,
    το τζάκι του και τον καπνό,
    τη θέα του απ’ το παραθύρι.

    Έφτιαξε τον κήπο του,
    το φράχτη του,
    το θυμάρι του,
    το σκουλήκι του,
    τη βραδινή δροσιά του.

    Ξεχέρσωσε
    ένα κομμάτι ουρανό πάνω απ’ το κεφάλι του.

    Και τύλιξε τον κήπο μες στον ουρανό
    το σπίτι μες στον κήπο
    κι όλα μαζί σ’ένα μαντίλι

    και βγήκε μόνος
    σαν αρκτική αλεπού
    στην παγερή
    ατέλειωτη
    βροχή
    μέσα στον κόσμο.

    Miroslav Holub, μετ: Σπύρος Τσακνιάς

    ***

    21. ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΣΕ 5+7+5 ΣΥΛΛΑΒΕΣ

    Χάθηκε γόβα!
    προσφέρεται αμοιβή.
    Η σταχτοπούτα.

    Πρίγκηψ, σου λέει.
    Και να σκουριάζει έτσι
    από ευτυχία…

    Κοιμόταν χρόνια.
    Της είπαν, χάλασε
    το ξυπνητήρι.

    Μπρρρ! Μες στο χιόνι
    καίγονται τα όνειρα
    χωρίς καν σπίρτα.

    Δεν ήταν νάνος.
    Τη μοιραζόταν πάντως
    μ´ άλλους πέντ´-έξι.

    Ζάχαρη η στέγη…
    Κι οι τοίχοι σοκολάτα…
    Θα το νοικιάσουν!

    ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

    Μία φορά κι έναν καιρό – Μπλε

    22. ΘΑ ‘ΘΕΛΑ ΝΑ ΣΟΥ ΔΙΗΓΗΘΩ

    Θα ‘θελα να σου διηγηθώ
    ένα παλιό παραμύθι
    που μοιάζει αληθινό,
    πως μες στη νύχτα

    θα ‘ρθώ να σε σώσω
    και θα τρέμω από φόβο
    μη με δεις:

    είμαι ο θεός Έρωτας
    που φορώ το βράδυ φτερά
    και βλέπω μες στο βαθύ ύπνο σου,
    κι εσύ ούτε που με φαντάζεσαι.

    Ζηλεύω τόσο τον ύπνο σου,
    που τον ζεις μες στην αντάρα,
    ανοίγοντας δύο χιλιάδες αόρατες πύλες.

    Όμως το δείλι γίνομαι λύχνος δίχως να με δεις
    και στέκω εκεί όλη νύχτα
    σαν το θάνατο
    κι εσύ φοβάσαι να κοιμηθείς μόνος.

    Alda Merini, (μτφρ. Φωτεινή Ξιφαρά)

    ***

    23. ΟΙ ΜΥΘΟΙ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ

    Οι μύθοι των ποιητών
    κάποιες φορές φαντάζουν θλιβερά όνειρα
    όμως αρκεί ο γυρισμός
    ενός ευγενικού Θησέα
    για να μαζέψει τον μίτο της Αριάδνης
    και να σώσει την ψυχή από τον λαβύρινθό της.

    Πόσες βόλτες δεν έκανα φίλε μου
    στην κόλαση της μελαγχολίας
    ψάχνοντας μια πόρτα αφηρημένη
    που θα με οδηγήσει στον ουρανό.

    Όμως κανένας ήρωας οπλισμένος με ασπίδα
    που κουβαλά μαζί του μια ωραία γυναίκα
    δεν ήρθε για να με σώσει.

    Οι ήρωες δεν ξέρουν ν’ αγαπούν
    μόνο να εκτιμούν την κατάσταση
    και να αντιλαμβάνονται ότι πάνω από τη γη
    ίπταται η σκέψη του ανθρώπου.

    Έτσι είσαι εσύ η σκέψη μου
    και ξέρω ότι κυριαρχείς στην ύλη,
    θα μπορούσες να κατακτήσεις την κόλαση
    χωρίς να γδάρεις την καρδιά του ποιητή
    που ραγίζει για κάθε τριαντάφυλλο
    που ραγίζει για κάθε ανάσα.

    Άλντα Μερίνι (μετ. Ελσα Κορνέτη & Βασίλης Ρούβαλης)

    Χρήστος Θηβαίος – Παραμύθι

    24. Η ΓΙΑΓΙΑ ΜΟΥ ΛΕΕΙ ΤΑ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

    Η γιαγιά μου
    σταμάτησε
    να μιλά για την κατοχή, τον μεγάλο της έρωτα
    να μιλά για το σχολείο
    -δασκάλα χρόνια
    μου μιλούσε
    από συνήθεια ίσως
    για τον Μυριβήλη
    τον Παπαντωνίου
    την Δέλτα

    Τώρα τους ξέχασε και δε μου διαβάζει πια
    η γιαγιά μου
    τώρα λέει τα καλύτερα παραμύθια
    σταμάτησε τη μνήμη της
    και με κοιτάζει
    όπως ένα ξένο παιδί ζητάει τη μάνα του
    μέσα στο πλήθος
    -πριν αρχίσει να κλαίει
    με εκείνο το βλέμμα που ψάχνει γύρω του
    κάτι οικείο
    ή
    κάτι δικό του

    η γιαγιά μου
    τώρα λέει τα καλύτερα παραμύθια

    η γιαγιά μου
    κάθεται στο μπαλκόνι
    και χαιρετάει τους περαστικούς
    ίσως γιατί μένει στη δική της Αθήνα
    με τις ξεκλείδωτες πόρτες
    και τις ψάθινες καρέκλες στους δρόμους
    ίσως γιατί στη δική της Αθήνα
    ακόμη και οι άγνωστοι έλεγαν καλημέρα
    καλό μήνα
    χρόνια πολλά
    η γιαγιά μου αποχαιρετάει τους περαστικούς της
    προσωπικά
    η γιαγιά μου
    τώρα λέει τα καλύτερα παραμύθια

    η γιαγιά μου διαβάζει πολύ
    πάντα την ίδια σελίδα
    και κάθε που ρωτάω
    μού δείχνει πάντα το εξώφυλλο
    για να μου απαντήσει
    ή για να δικαιολογηθεί
    όπως κάνουμε κι εμείς
    όταν κάποιος θέλει να μας γνωρίσει
    να μας ερωτευτεί
    η γιαγιά μου
    τώρα λέει τα καλύτερα παραμύθια
    που δεν μιλάει

    Κι όμως με κοιτάζει πραγματικά
    με παρατηρεί
    ξέρει ότι κάθε στιγμή
    είμαι άλλος
    ακόμη και όταν εγώ το ξεχνώ
    τι εγωισμός που είναι η μνήμη
    η γιαγιά μου
    σταμάτησε

    τώρα μου λέει τα καλύτερα παραμύθια

    Γιώργος Πέππας

    Παραμύθι-Ορφέας Περίδης

    25. ΠΑΡΑΜΥΘΙ

    Ἀγαποῦσε τὸν ἔρωτα
    εἴτανε ὄμορφη
    καὶ ἀγαπιότανε
    ἀπὸ τὸν ἔρωτα,

    ἡ ζωή της ἔμοιαζε
    λουλούδι τοῦ κάμπου
    πέθανε νέα
    ὅπως ζητοῦσε
    καὶ δὲν εἶχε πεῖ.

    Γιώργος Σαραντάρης,12.11.1933

  3. 26. Η ΩΡΑΙΑ ΚΟΙΜΩΜΕΝΗ

    Κοιμήθηκε ο μάγειρας…
    κοιμήθηκε ο φρουρός…
    κοιμήθηκε ο βασιλιάς…
    και σε τυλίγει αόρατος
    στα πέπλα του ο ύπνος επιτέλους
    καθώς αιφνίδια εισβαλλεις
    στο παραμύθι εκείνο το γνωστό
    της κοιμωμένης
    πανέμορφη κι εσύ πριγκιποπούλα μου.
    Τα υπέροχα ματόκλαδά σου σμίγουν
    σε μια συμφωνία ερμητική
    κι ενώ πριν λίγο ακόμη μ’ αγωνία
    κρεμόσουν απ’ τα χείλη μου
    τώρα απρόσιτη κι αμέριμνη
    λάμνεις στη λίμνη των ονείρων σου
    εκστατική.

    Έτσι θα μεγαλώσεις ξαφνικά
    κι όπως ανέμελα δόθηκες στον Μορφέα
    στον έρωτα που στρόβιλος
    θα σε κυκλώσει
    μαγεμένη θα παραδοθείς
    υπνωτισμένη θα χορεύεις
    στους ξέφρενους ρυθμούς του
    θα γίνεις πάλι ξένη, πιο απόμακρη
    πιο όμορφη παρά ποτέ
    κι εγώ:

    Κοιμήθηκε ο μάγειρας…
    κοιμήθηκε ο φρουρός…
    κοιμήθηκε ο βασιλιάς…
    μόνη μου θα παραληρώ
    τον ύπνο τον μεγάλο περιμένοντας
    τελείως ν’ αφεθώ.

    Αγγελική Σιδηρά, ΑΜΦΙΔΡΟΜΗ ΕΛΞΗ, Καστανιώτη & Διάττων 2011

    Ωραία κοιμωμένη, Νίκος Ξυδάκης

    27. Η ΩΡΑΙΑ ΚΟΙΜΩΜΕΝΗ

    Φέρτε στο νου σας
    ένα κορίτσι που γλιστράει συνεχώς,
    με τα μπράτσα να καμπυλώνουν σαν γέρικα καρότα,
    μέσα στην έκσταση του υπνωτιστή,
    μέσα στον κόσμο των πνευμάτων
    μιλώντας με το δώρο των γλωσσών.

    Έχει κολλήσει στη μηχανή του χρόνου,
    ξαφνικά είναι δύο χρονών και πιπιλά το δάχτυλό της,
    σαν σαλιγκάρι στρέφεται προς τα μέσα,
    μαθαίνει να μιλά ξανά.
    Κάνει ένα ταξίδι.
    Κολυμπά όλο και πιο μακριά, όλο και πιο πίσω,
    σαν σολομός,
    παλεύοντας να μπει μες το τσαντάκι της μητέρας της.

    Μικρή κουκλίτσα,
    έλα στον μπαμπά.
    Κάτσε στο γόνατό μου.
    Έχω φιλιά για το σβέρκο σου.
    Μια δεκάρα για τις σκέψεις σου, Πριγκίπισσα.
    Θα τις κυνηγήσω σαν να ‘τανε σμαράγδια.
    Γίνε το παιχνιδάκι μου
    και θα σου δώσω ρίζες.
    Αυτού του είδους το ταξίδι,
    θεριεμένο σαν αγιόκλημα.

    Μια φορά κι έναν καιρό,
    ένας βασιλιάς είχε βαφτίσει
    την κόρη του Τριανταφυλλιά
    κι επειδή είχε μόνο δώδεκα χρυσά πιάτα
    κάλεσε μόνο δώδεκα νεράιδες
    στο σπουδαίο γεγονός.
    Η δέκατη τρίτη νεράιδα
    –τα δάχτυλά της μακριά και λεπτά σαν καλαμάκια,
    τα μάτια της καμένα από τσιγάρα,
    η μήτρα της μια άδεια κούπα τσαγιού–
    έφτασε με δώρο το κακό.
    Έκανε αυτήν την προφητεία:
    στα δεκαπέντε η πριγκίπισσα
    θα τρυπηθεί από ανέμη
    και θα σωριαστεί νεκρή.
    Καπούτ!

    Στην αυλή έπεσε σιωπή.
    Ο βασιλιάς έμεινε άφωνος σαν την Κραυγή του Μουνχ.
    Οι προφητείες των μαγισσών
    εκείνον τον καιρό
    έπιαναν τόπο.
    Ωστόσο, η δωδέκατη νεράιδα
    είχε μια κάποια γόμα
    κι έτσι μετρίασε λιγάκι την κατάρα
    αλλάζοντας τον θάνατο με ύπνο
    εκατό χρόνων.
    Ο βασιλιάς διέταξε να καταστρέψουν
    και να πετάξουν κάθε ανέμη.

    Η Τριανταφυλλιά μεγάλωνε και γίνονταν θεά
    και κάθε βράδυ ο βασιλιάς
    έδενε χαλινάρι στο στρίφωμα του φουστανιού της
    να την κρατάει ασφαλή.
    Στέριωνε με μια παραμάνα το φεγγάρι
    για να της δίνει αέναο φως.
    Ανάγκαζε κάθε άντρα στην αυλή
    να τρίβει με απορρυπαντικό τη γλώσσα του
    να μη μολύνεται ο αέρας γύρω απ’ την πεντάμορφη.

    Έτσι εκείνη ζούσε μέσα στην μυρωδιά του βασιλιά,
    περιπλεγμένη σαν αγιόκλημα.
    Την ημέρα των δεκάτων πέμπτων γενεθλίων της
    η Τριανταφυλλιά
    τρύπησε το δάχτυλό της
    με μια παλιά καμένη ανέμη
    και σταματήσαν τα ρολόγια.
    Ναι, πράγματι. Κοιμήθηκε.

    Ο βασιλιάς και η βασίλισσα κοιμήθηκαν,
    οι αυλικοί κι επίσης οι μύγες στον τοίχο.
    Η φωτιά στο τζάκι πάγωσε
    και το ψητό σταμάτησε να τσιτσιρίζει.
    Τα δέντρα έγιναν μέταλλο και
    πορσελάνη ο σκύλος.
    Όλοι έπεσαν σε ύπνωση
    σαν κατατονικοί
    στη μηχανή του χρόνου κολλημένοι.
    Ακόμα και οι βάτραχοι έμοιαζαν ζωντανοί νεκροί.

    Μόνο μια αγριοτριανταφυλλιά ανθούσε ακόμα
    κι όλο θέριευε
    φτιάχνοντας τείχος από αγκάθια
    τριγύρω από το κάστρο.
    Αρκετοί πρίγκιπες προσπάθησαν
    να το περάσουν
    γιατί είχανε ακούσει πολλά για την Τριανταφυλλιά.
    Όμως δεν είχανε τρίψει τις γλώσσες τους κι έτσι
    πιάστηκαν στ’ αγκάθια και σταυρώθηκαν εκεί.

    Σε εύλογο διάστημα πέρασαν τα εκατό χρόνια
    και ένας πρίγκιπας κατάφερε να μπει.
    Οι θάμνοι χώριζαν μπροστά του σαν να ήταν ο Μωυσής
    και βρήκε το ταμπλό βιβάν ανέπαφο.
    Φίλησε την Τριανταφυλλιά
    κι εκείνη ξύπνησε φωνάζοντας:
    “Μπαμπά! Μπαμπά!”
    Και –ξαφνικά!– βγαίνει απ’ τη φυλακή της!
    Παντρεύτηκε τον πρίγκιπα
    και όλα πήγανε καλά
    εκτός από το φόβο –
    τον φόβο του ύπνου.

    Η Ωραία Κοιμωμένη
    υπέφερε από αϋπνίες…
    Δεν μπορούσε να πάρει έναν υπνάκο
    ή να κοιμηθεί κανονικά
    χωρίς να της ετοιμάσει κάποιες πανίσχυρες σταγόνες
    ο φαρμακοποιός της αυλής
    και μάλιστα ποτέ μπροστά στον πρίγκιπα.

    Αν είναι να ‘ρθει ο ύπνος, έλεγε,
    θα πρέπει να με βρει εξαπίνης
    καθώς γελώ ή χορεύω
    ώστε να αγνοώ αυτό το βάρβαρο μέρος
    όπου ξαπλώνω με τα γελάδια να με σπρώχνουν
    στην τρύπα, ανοιχτή στο μάγουλό μου.
    Επιπλέον, δεν πρέπει να ονειρευτώ
    γιατί όταν ονειρεύομαι βλέπω το τραπέζι στρωμένο
    και μια γριά που τρεμάμενη στη θέση μου.
    Τα μάτια της καμένα απ’ τα τσιγάρα,
    την προδοσία να μασουλά σαν φέτα κρέατος.

    Δεν πρέπει να κοιμηθώ
    γιατί όταν κοιμάμαι είμαι ενενήντα χρονών
    και νομίζω ότι πεθαίνω.
    Ο θάνατος κροταλίζει στον λαιμό μου
    σαν παιδικός βόλος.
    Φορώ για σκουλαρίκια σωληνάρια.
    Κείτομαι ακίνητη σαν σιδερόβεργα.
    Εάν στο γόνατό μου χώσετε μια βελόνα
    ούτε που θα κουνηθώ.
    Είμαι γεμάτη ενέσεις νοβοκαϊνης.
    Αυτό το κορίτσι σε ύπνωση
    είναι δικό σου για να το κάνεις ό,τι θες.
    Μπορείς να την απιθώσεις σ’ ένα μνήμα,
    ένα απαίσιο πακέτο,
    και να φτυαρίσεις χώμα στο πρόσωπό της
    και να μη σου πει ποτέ “Ει! Γεια σου!”.
    Όμως, εάν στο στόμα τη φιλήσεις
    τα μάτια της θ’ ανοίξουνε διάπλατα
    και θα φωνάξει:
    “Μπαμπά! Μπαμπά!”

    Και – ξαφνικά! – βγαίνει απ’ τη φυλακή της.
    Έγινε μια κλοπή.
    Αυτό μου λένε.
    Εγκαταλείφθηκα.
    Αυτό το ξέρω.
    Με ανάγκασαν να πάω προς τα πίσω.
    Με ανάγκασαν να πάω προς τα εμπρός.
    Με πέρασαν από χέρι σε χέρι
    σαν μια πιατέλα φρούτα.
    Κάθε βράδυ με καρφώνουν σ’ ένα μέρος
    και ξεχνώ ποια είμαι.
    Μπαμπά;

    Αυτό είναι ένα άλλο είδος φυλακής.
    Δεν είναι καθόλου ο πρίγκιπας
    αλλά ο πατέρας μου
    που μεθυσμένος σκύβει πάνω απ’ το κρεβάτι μου,
    σαν καρχαρίας κυκλώνει την άβυσσο,
    ο πατέρας μου πάνω μου παχύς
    σαν κοιμισμένη μέδουσα.

    Τι ταξίδι είναι αυτό, κοριτσάκι;
    Αυτή είναι η έξοδος από την φυλακή;
    Βοήθεια, Θεέ μου, αυτή είναι η ζωή μετά τον θάνατο;

    Anne Sexton: «Ποιήματα», Μετάφραση: Δήμητρα Σταυρίδου, Εκδ. Printa, 2010

  4. -«Όταν ο μύθος ήταν κοινή αίσθηση, ο ποιητής είχε στη διάθεσή του ένα φορέα ζωντανό, μια συναισθηματική ατμόσφαιρα έτοιμη, όπου μπορούσε να κινηθεί ελεύθερα για να πλησιάσει τους γύρω του ανθρώπους· όπου μπορούσε ο ίδιος να διατυπωθεί. Μια λέξη, ανεξάρτητα από την επιτηδειότητα του τεχνίτη, μπορούσε να ξυπνήσει μέσα στις ψυχές έναν ολόκληρο κόσμο φόβου ή ελπίδας. Δεν έχουμε τίποτε στις σύγχρονες γλώσσες μας που να ισοδυναμεί σε βάρος ή σε καθολικότητα ή σε συναισθηματικό πλούτο με την απλή λέξη Σεμναὶ της εποχής του Αισχύλου».
    (Γ. Σεφέρης)

    -Μαρία Γ.Τζανάκου, «Μυθωδία»

    «Ο μύθος εξέπεσε του θρόνου του.
    Κατάντησε απλά ένας θνητός.
    Ένας μικρός και τιποτένιος θνητός.
    Με πάθη, με ενοχές, με τύψεις
    Με απεχθή ξεσπάσματα.
    Φοβάσαι;
    Και καλά κάνεις.
    Από εδώ και πέρα οφείλεις να φοβάσαι.
    Είναι και ο φόβος ένας μικρός
    Εκκολαπτόμενος μύθος.»

    (https://eikonakailogos.blogspot.gr/2016/09/blog-post_59.html?m=0)

    -Ιωάννης Ν. Κυριαζής, «Μύθοι του Αισώπου» -έμμετρη απόδοση»

    Λέων καί λαγωός

    Λέων περιτυχών λαγωῷ κοιμωμένῳ, τοῦτον ἔμελλε καταφαγεῖν· μεταξὺ δὲ θεασάμενος ἔλαφον παριοῦσαν, ἀφεὶς τὸν λαγωόν, ἐκείνην ἐδίωκεν. Ὁ μὲν οὖν παρὰ τὸν ψόφον ἐξαναστὰς ἔφυγεν. Ὁ δὲ λέων ἐπὶ πολὺ διώξας τὴν ἔλαφον, ἐπειδὴ καταλαβεῖν οὐκ ἠδυνήθη, ἐπανῆλθεν ἐπὶ τὸν λαγωόν· εὑρων δὲ καὶ αὐτὸν πεφευγότα ἔφη· «Ἀλλ᾿ ἐγὼ δίκαια πέπονθα, ὅτι ἀφεὶς τὴν ἐν χερσὶ βοράν, ἐλπίδα μείζονα προέκρινα.»
    Οὕτως ἔνιοι τῶν ἀνθρώπων μετρίοις κέρδεσι μὴ ἀρκούμενοι, μείζονας δὲ ἐλπίδας διώκοντες λανθάνουσι καὶ τὰ ἐν χερσὶ προϊέμενοι.

    Λιοντάρι βρίσκοντας λαγό στο δάσος κοιμισμένο
    να του ορμήξει σκόπευε γιατί ’ταν πεινασμένο.
    Την ώρα εκείνη δίπλα τους περνά ένα ελάφι
    και το λιοντάρι προς αυτό με γρηγοράδα εστράφη.
    Από την καταδίωξη ξυπνά ο λαγός και φεύγει
    και το ελάφι τρέχοντας τον κίνδυνο διαφεύγει.
    « Αχ! », το λιοντάρι σκέφτεται, « μυαλό πρέπει να βάλω,
    γιατί άφησα το σίγουρο για κάτι πιο μεγάλο ».
    Έτσι και κάποιοι άνθρωποι όμοιο λάθος κάνουν:
    για τα πολλά πηγαίνοντας, τα λίγα που ’χουν χάνουν.
    `
    ******

    Ὄνος, Κόραξ καὶ Λύκος.

    Ὄνος ἡλκωμένος τὸν νῶτον ἔν τινι λειμῶνι ἐνέμετο· κόρακος δὲ ἐπικαθίσαντος αὐτῶι καὶ τὸ ἕλκος κρούοντος, ὁ ὄνος ἀλγῶν ὠγκᾶτο καὶ ἐσκίρτα. Τοῦ δὲ ὀνηλάτου πόῤῥωθεν στάντος καὶ γελῶντος, λύκος παριὼν ἐθεάσατο, καὶ πρὸς αὐτὸν ἔφη· «ἄθλιοι ἡμεῖς, οἳ, κἂν αὐτὸ μόνον ὀφθῶμεν, διωκόμεθα· τούτωι δὲ καὶ προσγελῶσιν.»
    Ὁ λόγος δηλοῖ, ὅτι οἱ κακοῦργοι τῶν ἀνθρώπων καὶ ἐξ ἀπροόπτου (ἀπόπτου?) δῆλοί εἰσιν.

    Γάιδαρος, που ’χει μια πληγή στη ράχη του, βοσκάει
    κι ένα κοράκι κάθεται πάνω και την τσιμπάει.
    Τρελαίνεται απ’ τον πόνο του ο γάιδαρος, γκαρίζει
    και στον αφέντη του το ζο χαμόγελο χαρίζει.
    Λύκος που πέρναγε από κει το θέαμα κοιτάζει
    και με τα λόγια του αυτά πικρά το σχολιάζει:
    « Δύστυχοι εμείς, μας κυνηγούν μόνο που θα μας δούνε,
    μα ο γάιδαρος πιο δύστυχος γιατί μ’ αυτόν γελούνε ».
    Ο πόνος γίνεται διπλός
    γι’ αυτό αν γελά ο διπλανός.
    `
    ********

    Ἔλαφος καί λέων

    Ἔλαφος κυνηγοὺς φεύγουσα ἐγένετο κατά τι σπήλαιον, ἐν ᾧ λέων ἦν, καὶ ἐνταῦθα εἰσῄει κρυβησομένη. Συλληφθεῖσα δὲ ὑπὸ τοῦ λέοντος καὶ ἀναιρουμένη ἔφη· “Βαρυδαίμων ἔγωγε, ἥτις ἀνθρώπους φεύγουσα ἐμαυτὴν θηρίῳ ἐνεχείρισα.’
    Οὕτως ἔνιοι τῶν ἀνθρώπων διὰ φόβον ἐλάττονος εἰς κίνδυνον μείζονα ἑαυτοὺς ἐμβάλλουσιν.

    Ελάφι που από κυνηγούς έτρεχε να ξεφύγει
    μες στη σπηλιά ενός λιονταριού το ’σπρωξε το κυνήγι.
    Και πριν να κατασπαραχτεί απ’ το κακό θηρίο
    έτσι αποχαιρέτησε το σύντομό του βίο:
    « Απ’ τους ανθρώπους θέλοντας το άμοιρο να ξεφύγω
    μπροστά σ’ αυτού του αγριμιού τα νύχια καταλήγω ».
    Μικρών κινδύνων, άνθρωπε, το φόβο αν δεν αντέχεις,
    σ’ ακομη μεγαλύτερους μην πέσεις να προσέχεις.
    `
    *************

    Ὁδοιπόροι καὶ ἄρκτος

    Δύο φίλοι τὴν αὐτὴν ὁδὸν ἐβάδιζον. Ἄρκτου δὲ αὐτοῖς ἐπιφανείσης, ὁ μὲν ἕτερος φθάσας ἀνέβη ἐπί τι δένδρον καὶ ἐνταῦθα ἐκρύπτετο, ὁ δὲ ἕτερος μέλλων περικατάληπτος γίνεσθαι, πεσὼν κατὰ τοῦ ἐδάφους τὸν νεκρὸν προσεποιεῖτο. Τῆς δὲ ἄρκτου προσενεγκούσης αὐτῷ τὸ ῥύγχος καὶ περιοσφραινομένης τὰς ἀναπνοὰς συνεῖχε· φασὶ γὰρ νεκροῦ μὴ ἅπτεσθαι τὸ ζῷον. Ὑποχωρησάσης δέ, ὁ ἀπὸ τοῦ δένδρου καταβὰς ἐπυνθάνετο αὐτοῦ τί ἡ ἄρκτος πρὸς τὸ οὖς εἴρηκεν. Ὁ δὲ εἶπε· Τοῦ λοιποῦ τοιούτοις μὴ συνοδοιπορεῖν φίλοις οἳ ἐν κινδύνοις οὐ παραμένουσιν.
    Ὁ λόγος δηλοῖ ὅτι τοὺς γνησίους τῶν φίλων αἱ συμφοραὶ δοκιμάζουσιν.

    Δυο φίλοι που βαδίζανε μαζί στον ίδιο δρόμο
    αρκούδα συναντήσανε· τα χάσαν απ’ τον τρόμο.
    Ο ένας σε δέντρο πρόλαβε ψηλά να σκαρφαλώσει
    κι ο άλλος, για να ’ναι σαν νεκρός, είχε στη γη ξαπλώσει.
    Σ’ αυτόν η αρκούδα πάει κοντά και μόνο τον μυρίζει
    μα δεν τον πείραξε γιατί νεκρούς, λεν, δεν αγγίζει.
    Αφού το ζώο έφυγε, χαρήκαν που σωθήκαν,
    κι όταν στο δρόμο το κοινό μαζί ξαναβρεθήκαν,
    ο πρώτος λέει στο δεύτερο: « Τι ’πε το ζώο στ’ αφτί σου; »
    « Στον κίνδυνο πως φαίνονται ποιοι φίλοι ’ναι πιστοί σου ».
    `
    *************

    Ἴππος καὶ ὄνος

    Ἄνθρωπός τις εἶχεν ἵππον καὶ ὄνον. Ὁδευόντων δέ, ἐν τῇ ὁδῷ εἶπεν ὁ ὄνος τῷ ἵππῳ· Ἆρον ἐκ τοῦ ἐμοῦ βάρους, εἰ θέλεις εἶναί με ζῶν. Ὁ δὲ οὐκ ἐπείσθη· ὁ δὲ ὄνος πεσὼν ἐκ τοῦ κόπου ἐτελεύτησε.
    Τοῦ δὲ δεσπότου πάντα ἐπιθέντος αὐτῷ καὶ αὐτὴν τὴν τοῦ ὄνου δοράν, θρηνῶν ὁ ἵππος ἐβόα· Οἴμοι τῷ παναθλίῳ, τί μοι συνέβη τῷ ταλαιπώρῳ; μὴ θελήσας γὰρ μικρὸν βάρος λαβεῖν, ἰδοῦ ἅπαντα βαστάζω, καὶ τὸ δέρμα.
    Ὁ μῦθος δηλοῖ ὅτι τοῖς μικροῖς οἱ μεγάλοι συγκοινωνοῦντες οἱ ἀμφότεροι σωθήσονται ἐν βίῳ.

    Κάποιος γαϊδούρι κι άλογο είχε στη δούλεψή του.
    Λέει το γαϊδούρι στο άλογο μ’ όλη την κούρασή του:
    « Αν μέρος απ’ το βάρος μου πάρεις και το σηκώσεις,
    λίγο κοπιάζοντας κι εσύ, εμένα θα με σώσεις ».
    Όμως δεν τα κατάφερε το άλογο να πείσει
    κι η κόπωση το γάιδαρο έκανε να ψοφήσει.
    Κι όσα ως τότε ο γάιδαρος στη ράχη του είχε πάρει,
    τ’ άλογο τα φορτώνεται · μαζί και το τομάρι!
    « Να μάθω που δεν ήθελα λίγο να βοηθήσω,
    το ζώο και το φορτίο του τώρα θα κουβαλήσω! »

    Και τους φτωχούς οι πλούσιοι πρέπει να βοηθούνε,
    γιατί κι οι δύο στη ζωή έτσι θα κρατηθούνε.

  5. 28. ΤΑ ΚΑΙΝΟΥΡΙΑ ΡΟΥΧΑ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΙΑ
    (ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ)

    Ι.

    Σύμφωνα πάντα
    μέ τό γνωστό σέ ὅλους παραμύθι,
    ὁ βασιλιάς ἦταν γυμνός.
    Μόνο πού γίνανε τά πράγματα λιγάκι διαφορετικά.

    Πράγματι ἐμφανίστηκε ὁλόγυμνος
    στή διάρκεια μιᾶς ἐπίσημης παράτας
    ὄχι ὅμως γιατί τάχα τόν ξεγέλασε
    κάποιος ἀετονύχης.
    Ἡ γύμνια του, καλά γνωστή στόν ἴδιο καί στούς σύν αὐτῶ
    ἦταν τῆς ἐξουσίας ἡ σκευή.
    Μ’ αὐτήν ταπείνωνε τούς πάντες:
    Καί νά τόν βλέπουν ἔτσι ὅπως δέν τό ἐπιθυμοῦσαν
    Καί τό ἀντίθετο νά μαρτυρᾶν.

    Ὥσπου μιά μέρα ἐκεῖνο τό παιδί
    κινδύνευσε νά τά τινάξει ὅλα στόν ἀέρα!
    Ἔτσι συμβαίνει πάντα.
    Ἀρκεῖ νά τό τολμήσει κάποιος πρῶτος
    – ἄς εἶναι καί παιδί.
    Μετά οἱ ἄλλοι ἀκολουθοῦν.

    ΙΙ.

    Ὁ ἀρχικαρδινάλιος
    ἤτανε ἄνθρωπος σοφός.
    Μπορεῖ βεβαίως
    ν’ ἄδειαζε κάθε πρωί
    τοῦ ἀφέντη τό καθοίκι
    μά ἦταν, κατά τά ἄλλα,
    ἀκριβοσπουδαγμένος καί πανίσχυρος.

    Ἄφησε νά περάσει ἡ πρώτη μπόρα.
    Γίνανε ταραχές, στηθῆκαν ὁδοφράγματα.
    Ὁ καρδινάλιος διαπραγματεύτηκε,
    μοίρασε χρῆμα, ὑποσχέσεις.
    Τά πράγματα ἠρέμησαν.
    Μέ τόν καιρό ἄρχισε νά χλωμιάζει
    ἡ εἰκόνα τοῦ ἡρωικοῦ παιδιοῦ.

    Ποιός ἤτανε αὐτός, στό κάτω κάτω;
    Ἕνα παιδί πού θά ὑπέδειχνε
    πώς μέχρι τότε ἤμασταν ὑποταγμένοι ὅλοι ἀνεξαίρετα;
    Ἄρχισε νά διαδίδεται
    πώς ἦταν ἀλαζόνας τό παιδί.
    Κακόβουλο καί ἐπιφανειακό κι ἀπρόσεχτο
    –«βέβαια, ἦταν γυμνός ὁ βασιλιάς»–
    ἦταν ὡστόσο ἡ μόνιμη ἐπωδός.

    Μέχρι πού κάποιος (κέρδισε ἀργότερα στόν κλάδο του διακρίσεις καί τιμές)
    εἶπε, σέ μιά ταβέρνα, ἕνα βράδυ:
    «Ἐγώ πάντως, θυμᾶμαι πώς φοροῦσε κάλτσες».
    Τότε ἀκόμα ἕνας πρόσθεσε: «Κι ἐγώ! Σάν κάτι νά θυμᾶμαι, μπλέ δέν ἦταν;»
    Ἔτσι, ἀνασυστήθηκε σιγά σιγά
    ἀπό τό τίποτα
    ὅλη ἡ στολή τοῦ βασιλιᾶ
    καί ζήσανε αὐτοί καλά.

    ΙΙΙ.

    Θ’ ἀναρωτιέστε: τό παιδί;
    Ἀπομονώθηκε,
    καί τά ταλέντα του ἀμφισβητήθηκαν σέ βάθος.
    Ἔπεσε, ὅπως λένε, «σέ δυσμένεια».
    Κατάθλιψη, ἀπώλεια μνήμης, τά γνωστά.

    Μιά μέρα
    μάζεψε ὅλο του τό θάρρος
    γιά νά σηκώσει
    μέ παρρησία
    στά δυό του χέρια τίς σακοῦλες τοῦ σοῦπερ μάρκετ
    καί νά περάσει ἀπ’ τήν μπάρα τοῦ ταμείου.

    Μέ μάτια σάν τῆς Σφίγγας, τόν περίμεναν οἱ Μῆδοι
    κι ἀπό τίς δυό μεριές:
    «Hello, Leonidas!», τόν χαιρέτησαν. «How are you feeling today»;

    Mαρία Τοπάλη, περ. Ποίηση, τχ. 11 (Άνοιξη-Καλοκαίρι 2013)

  6. Ciao Aggeliki!!!!

    *Για ένα μήνα, λόγω εορτών, δε θα ‘χουμε αναρτήσεις…. Με το καλό στα μέσα Γενάρη και πάλι.

    -Κ. Βάρναλης, Το παραμύθι

    Από την «Αληθινή απολογία του Σωκράτη» δημοσιεύουμε το Παραμύθι (Κεφάλαιο δεύτερο, από τον τόμο του Κέδρου «Ποιητικά Πεζός λόγος Ελεύθερος Κόσμος»):

    20. «Παραμύθια»;… Αϊ λοιπόν θα σας πω κ’ ένα παραμύ­θι, για να ξεκουραστείτε! Μια φορά κι έναν καιρό οι κλέφτες της πρώτης πολιτείας του κόσμου, αφού πλουτύνανε αρκετά, αποφασίσανε να τακτοποιήσουνε τη ζωή τους. Μπλοκάρανε λοιπόν τους φτωχούς της πολιτείας κι αφού τους μαζώξανε στην πλατέα, τους είπανε: «Ψηλά τα χέρια! Θέλουμε το καλό σας. Δε θα σας πάρου­με τα φκιάρια, τους κασμάδες, τα σκεπάρνια, τα δισάκια και τα ζεμπίλια σας με το ψωμοτύρι, τα τρύπια σας πουκάμισα με τις ψείρες και τις απάτωτες καλύβες σας, που κάνουνε νερά, σα βρέχει. Είσαστε λεύτεροι! – (ψη­λά τα χέρια!). Λέφτεροι να ζείτε κατά το κέφι σας, να κερδίζετε, να κάνετε κομπόδεμα, να μεθάτε, να χορέβετε, να γεννοβολάτε και να πεθαίνετε. Εμείς θα σας μα­θαίνουμε τις… αλήθειες! Θα σας δώσουμε πλούσια φαν­τασία κ’ αισθαντική καρδιά. θα σας δώσουμε κι αθάνατη ψυχή. Κι όποιος από σας του γουστάρει, θα μπορεί να γράφει ποιήματα, να σκαρώνει θεωρίες και να δοξάζε­ται! Ο κυρίαρχος λαός θα ‘σαστε εσείς! Εμείς μοναχά θα σας κουμαντάρουμε. Θα φροντίζουμε για την ασφάλεια της ζωής, της τιμής και της περιουσίας σας – μ’ ένα λόγο για τη λευτεριά σας. Σεις θα δουλεύετε, κατά πώς θέλετε κι ό,τι θέλετε κι όποτε θέλετε. Εμείς θα σας δίνουμε δουλειά, φτάνει να βρίσκεται, και σεις θα μας δίνετε τα κόπια σας. Και για να μη θαρρέψετε πως σας αδικούμε, θα πλερώνουμε κ’ εμείς το ίδιο δόσιμο στο Κράτος, – στον εαφτό μας!

    21. »Κ’ εσείς κ’ εμείς θα ‘χουμε πάνω από τα κεφάλια μας τους ίδιους Θεούς, που θα προστάζουν εσάς να δουλεύετε και να μην τρώτε κ’ εμάς να καθόμαστε και να τρώμε. Κ’ εμείς κ’ εσείς θα ‘χουμε πάνω απ’ τα κεφάλια μας τους ίδιους νόμους, που εμείς θα σας τους δίνουμε κ’ εσείς θα τους ψηφίζετε σα βουλευτάδες και θαν τους εφαρμόζετε σα δικαστάδες ενάντια στον εαυτό σας. Και για να μην πλακώνουν απ’ άλλες στεριές και θάλασσες κουρσάροι και κλέφτες ν’ αρπάζουνε το υστέρημά σας και να παίρ­νουνε σκλάβους κ’ εσάς και τις γυναίκες σας και τα παι­διά σας, θα σας αρματώνουμε, θα σας γυμνάζουμε, για να μπορείτε να διαφεντέβετε τους θεούς σας, τον εαφτό σας κ’ εμάς, δηλαδή την πατρίδα. Να σκοτώνεστε σεις και να ζούμε μείς. Κι επειδή μοναχοί σας δε θα μπορούσατε να σκεφτείτε το συμφέρον σας και να φυλάξετε τον εαυτό σας, θα σας αναγκάζουμε με το ζόρι (ψηλά τα χέρια!). Ένα πράγμα μοναχά σας απαγορεύουμε: να κλέβει ο ένας τον άλλονε. Γιατί μπορεί να κλέψετε κ’ εμάς».

    22. Έτσι λοιπόν ο λαός δούλευε λεύτερα και λεύτερα σκεφτότανε. Και τραγουδούσε χαρούμενα στις ταβέρνες σαν τον κότσυφα στο κλαρί (στο κλουβί!). Κ’ οι σωτήρες του ξαπλωνόντανε τ’ ανάσκελα σε ζεστά παλάτια το χειμώνα και κάτου απ’ ανθισμένα δέντρα το καλοκαίρι – και σωρό γυναικούλες όμορφες τους ψειρίζανε το σβέρκο και τους χουχουλίζανε το ριζάφτι (πολύ συντελεί!). Κ’ η εφτυχία τους αυτή ήτανε δύναμη της πατρίδας κ’ η ξετσιπωσιά τους καθαρμός. Κι αν κάπου βαριεστίζοντας ο λαός τους έδιωχνε, ζητούσε αμέσως άλλους να τόνε κλέβουνε: δε μπορούσε πια μήτε να σκεφτεί χωρίς «σωτήρες».

    23. Γελάτε και με το δίκιο σας, ω άντρες Αθηναίοι. Τέτια παράξενη πολιτεία μήτε γίνηκε μήτε θα γίνει ποτές! Παραμύθι, βλέπετε. Τώρα θα μου ζητάτε κ’ επιμύθιο! Πού να το βρω!… Μοναχά σας λέω: «Αλίμονο στον αφτόδουλο πολίτη, που φτασμένος στα έσχατα της απελπισιάς παραδίνεται, για να σωθεί, στο έλεος του Θεού και στους νόμους των Κλεφτών».

  7. Θάνος Μικρούτσικος – Το παραμύθι αρχίζει

    29. Η ΛΙΠΟΤΑΞΙΑ ΤΗΣ ΧΙΟΝΑΤΗΣ

    Ἔτσι
    χωρὶς ποτὲ νὰ μοῦ διαβάσεις παραμύθια
    ὅπως χωρὶς σὲ μεγαλώσανε καὶ σένα
    σπαρτιάτικα – ἐνῶ καλοπερνοῦν τὰ ψέματα
    καὶ ψέμα ὅτι τρέφονται μὲ μέλανα ζωμό.

    Τρέφονται μὲ τὶς ἀνάγκες μας
    ἀνώτερες κι ἀπὸ βασιλικὸ πολτό.
    Σὲ νυχτωμένο δάσος σὲ ἄφησε ὁ ποιὸς
    καὶ σὺ δὲ ρώτησες ποτὲ κανένα παραμύθι
    πῶς νὰ διαφύγεις καὶ ἀπὸ ποῦ.

    Καὶ μόνο φόβοι
    δίνανε στοὺς φόβους σου κουράγιο
    ἐκεῖ ἀμετακίνητη νὰ μένεις
    στοῦ ἀνέμου τὰ μουγκρίσματα
    τὴ νύχτα ὅσο ξέσκιζε τῶν δέντρων τὰ κλαδιά
    τὰ ὦτα καὶ τὰ χρόνια.

    Ἔτσι ἀκριβῶς μεγάλωσες καὶ μένα,
    σπαρτιάτικα, μὲ νυχτωμένου δάσους
    τὸν μέλανα ζωμὸ
    δὲ μ᾿ ἔστειλες ποτὲ σὲ παραμύθι
    νὰ διαφύγω ἀπὸ ποῦ.

    Κι ἐγὼ ὅπως ἐσὺ ποτὲ δὲ διανοήθηκα
    σπιτάκι φωτισμένο στὸ βάθος νὰ διακρίνω
    ποτὲ δὲν μπῆκα στῆς Χιονάτης τὴ δανεικὴ ὁδὸ
    δὲ χώθηκα ποτὲ σὲ ξένη σούπα
    νὰ κοιμηθῶ
    οὔτε ξεπαγιασμένη καταβρόχθισα
    μικρόσωμο κρεβάτι μὲ νάνους σκεπασμένο
    γιὰ νὰ κρατιέται ζεστουλό.

    Μάνα, λὲς νὰ εἶναι
    κληρονομικὴ ἡ πραγματικότης;

    ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ – Χλόη Θερμοκηπίου, Ἴκαρος, 2005

    ***

    30. Η ΧΙΟΝΑΤΗ

    Κάποτε γνώρισα ένα νάνο.
    Μια γυναίκα νάνο.
    Είχε μια καμπουρίτσα
    και μακριά βαμμένα νύχια.

    Ήταν κουτή κι έξυπνη μαζί
    γκρινιάρα μα και γελαστή
    τεμπέλα, υπναρού και προκομμένη.
    Ήταν όλοι μαζί
    και οι εφτά νάνοι του παραμυθιού.

    Αργότερα έγινε ακόμα κι η Χιονάτη
    γιατί δάγκωσε ένα μήλο
    και πνίγηκε.
    Την βαλσαμώσανε.
    Τρεις μέρες και τρεις νύχτες
    την είχανε στο φέρετρο.

    Όμως κανένα βασιλόπουλο δεν ήρθε.
    Και την θάψανε!

    Αγγελική Σιδηρά ΑΜΦΙΔΡΟΜΗ ΕΛΞΗ, Καστανιώτη & Διάττων 2011]

    Πες μου παραμύθια, Πουλόπουλος

    31. ΠΙΝΟΚΙΟ

    Θα κουραστώ, είπε ο Πινόκιο.
    Με πιέζεις, θέλεις να σ’ αγαπώ
    με βούλες και σφραγίδες
    και κάποια στιγμή το ξέρω,
    θέλεις να πάψεις να είσαι μαριονέτα από χαρτί
    και να γίνεις αληθινό κορίτσι,
    κι εγώ, ο Πινόκιο,
    δεν αντέχω τα αληθινά κορίτσια,
    τις ευχές και τις χαζοχαρούμενες νεράιδες,
    γιατί, εγώ ο Πινόκιο,
    ζω μέσα στην κοιλιά μιας φάλαινας
    που κλαίει.

    Χλόη Κουτσουμπέλη, Η Λίμνη, ο Κήπος και η Απώλεια (2006)

    ***

    32. ΠΗΤΕΡ ΠΑΝ

    Πέτα μαζί μου μες στη νύχτα
    κορίτσι από δαντέλα,
    πάμε στη χώρα του Ποτέ
    να βρούμε τα παιδιά που χάθηκαν
    κι εκείνα τα άλλα,
    που πονάει τόσο να τα βρούμε.

    Στη χώρα του Ποτέ Ξανά
    τα παιδιά δεν μεγαλώνουν,
    ντύνονται Ινδιάνοι,
    και χορεύουν γύρω απ’ την πληγή.

    Στη χώρα του Ποτέ Χωρίς
    τα παιδιά δεν έχουν μαμά,
    ρίχνουν στις φλέβες τους χρυσόσκονη
    για να πετούν και να ξεχνούν.

    Έλα μαζί μου Γουέντι των δακρύων,
    (γι’ αυτό άλλωστε σε επέλεξα
    είσαι επίτιμος δοκιμαστής δακρύων,
    ξέρεις τη γεύση και το χρώμα τους
    και την παράξενη οσμή της νοσταλγίας),
    σου υπόσχομαι λευκό ατόφιο πόνο,
    υπόσχομαι να σε εγκαταλείψω
    να πετάς μόνη
    με την λευκή σου νυχτικιά
    πάνω από το παλιό ρολόι του Λονδίνου,
    (οι δείκτες του έχουν για πάντα σταματήσει
    την ώρα που η μαμά εγκατέλειψε το σπίτι),

    μα για αντάλλαγμα
    θα σου χαρίσω
    ένα ποίημα από χρυσόσκονη
    και αίμα
    και βραδινό αεράκι του Λονδίνου.

    Χλόη Κουτσουμπέλη, «Η Λίμνη, ο Κήπος και η Απώλεια», Νέα Πορεία, 2006

    Τα παραμύθια μια φορά, Αναστασία Μουτσάτσου

    33. ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ

    Η πανέμορφη αυτή ιστορία
    μας μαθαίνει
    να γυρίζουμε στο σπίτι νωρίς.

    Μας λέει επίσης ότι
    -και στα παραμύθια-
    δεν πας πουθενά
    χωρίς την κατάλληλη γόβα.

    Νικολαΐδης Χαρίλαος , Αλεπού στον αυτοκινητόδρομο, Μελάνι, 2015

    ***

    34. CINDERELLA

    Ξοδεύεις τις ατέρμονες άυπνες νύχτες
    σκαλίζοντας τις στάχτες από το παρελθόν
    θύμησες μηρυκάζοντας
    κι αναμασώντας ημερομηνίες.

    Τέσσερις του Οκτώβρη η μητέρα
    Ιούλιο ο αδελφός
    Ιούνιος και τον ξεβράζει πάλι
    η θάλασσα στα πόδια σου.

    Πρησμένα πόδια
    και τα πρώτα σου γοβάκια
    πού να χωρέσουν
    το βάρος τόσου μέλλοντος.

    Άδεια, λησμονημένα στροβιλίζονται
    στην ύπουλη, γαλάζια νοσταλγία
    του blue tango
    για να σε παρασύρουν στον βυθό.

    Να βρεις ξανά το δαχτυλίδι του
    κι εκείνον που έφυγε
    για να τον αγαπήσεις πιο πολύ
    αφού άργησες.

    Άργησες τόσο
    που το παραμύθι τέλειωσε
    γριά μου Σταχτοπούτα.

    Αγγελική Σιδηρά, ΑΜΦΙΔΡΟΜΗ ΕΛΞΗ, Καστανιώτη & Διάττων 2011

    ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΟΛΑ ΑΥΤΑ -ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΟΥΛΟΠΟΥΛΟΣ

    35. Η ΠΕΝΤΑΜΟΡΦΗ

    Ένα τριαντάφυλλο
    του ζήτησα όλο κι όλο.
    Μα εκείνος το λησμόνησε
    κι όλα μετά τα ξέχασε.
    Άλλοτε μ’ έλεγε «μητέρα»
    κι άλλοτε «γυναίκα του».

    Όλο χανότανε στους δρόμους
    και τον έψαχνα…
    Έτρωγε με τα χέρια
    και καμιά φορά μπουσούλαγε
    στα τέσσερα.
    Ο μάγος- χρόνος τον είχε μεταμορφώσει
    σε κάποιο άβουλο, άλογο τέρας.

    Τον φίλησα
    όταν όλα πια είχαν τελειώσει
    κι έγινε πάλι
    ο πατέρας μου.

    Αγγελική Σιδηρά, ΑΜΦΙΔΡΟΜΗ ΕΛΞΗ, Καστανιώτη & Διάττων 2011

    ***

    36. Η ΠΕΝΤΑΜΟΡΦΗ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΡΑΣ

    Ευτυχώς που οι στίχοι μου σε παραπλανούν
    και δε βλέπεις ακριβώς
    εμένα όταν τους διαβάζεις.

    Ωραίοι εκείνοι ίσως σαν την Εσμεράλδα
    άσκημος εγώ σαν τον Κουασιμόδο.

    Γι’ αυτό επιμένω τόσο πολύ στην αισθητική
    μήπως απαλλαγώ απ’ την ασχήμια μου
    με την αγάπη της πεντάμορφης ποίησης
    εγώ
    το τέρας.

    Χρήστος Αντωνίου

    Πατησίων Και Παραμυθιού Γωνία – Δημήτρης Μητροπάνος

    37. ΜΕΤΑ ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

    Δε ζήσανε αυτοί καλά μετά το παραμύθι

    Και το σπίτι τους ζεστό και τα παιδιά τους
    καλοντυμένα
    και το ψυγείο τους γεμάτο και από κάτω γείτονες
    χωρίς ανησυχίες

    Δεν ζήσανε αυτοί καλά μετά το παραμύθι

    Μυρτώ Αναγνωστοπούλου, Πειρατικός σταθμός, 1979

  8. Ευχαριστώ, Αγγελική!

    *Υπενθυμίζω ότι η επόμενη ανάρτηση θα γίνει 13-14 Γενάρη! Καλές Γιορτές!!!

  9. Καλησπέρα

    Γιώργος Σεφέρης
    Ινδικό παραμύθι *

    Κάτω απ’ τις κουβαροσουκιές
    κάθεται η λωτομάτα
    κόβει ντομάτα για σαλάτα
    καδάμπες και γαντζιές.
    5
    Πώς τραγουδεί τζιντζιριστά
    κι οι μπαμπουκαλαμιώνες
    με τους αμπανοζιοδεντρώνες
    γνέφουνται στα λιμνιά…
    Ω, φρίκη! ξάφνου απ’ τους δρυμούς
    10
    πηδήσανε οι αρτζούνες!
    Με κάτι φλογερές μουτσούνες
    και με κακούς σκοπούς
    κινήσανε κοπαδιαστά
    να βρουν τον άσο κούπα
    15
    της κόρης πού ηταν σαν τουλούπα
    στου Γάγγη τα νερά…
    Μα η διαλεχτή των Νισχιαντχών
    αρτζούνες δεν εσκιάχτη
    και στο κοπάδι έβγαλε τ’ άχτι
    20
    τ’ αψύ των Βινταρμπχών.
    Κι όταν εφύγαν μουλωχτά
    πέρα στις αμαλάκες
    είπε: «Α στο διάολο μαλάκες!…»
    κι έφαγε ανόρεχτα.
    Λονδίνο, 7. 11. 1931

    ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ – ΠΟΙΗΜΑΤΑ
    Ποίημα – Ράνια Τόλιου

    Ημέρα και νύχτα
    Ένα καιρό και μια φορά
    μπορεί τώρα ή παλιά
    ζούσαν δύο ανθρωπάκια
    που ήταν πολύ ωραία τυπάκια.
    Το ένα ντυνότανε στα σκούρα
    και τριγύρναγε σαν σβούρα
    το άλλο πάλι στα λευκά
    με καταπράσινα γυαλιά.
    Είχαν πόλεμο βαρύ
    ποιος θα κάτσει πιο πολύ
    σε τούτη αυτήν εδώ τη γη
    που ήτανε μοναδική
    και πολύ αυταρχική.
    Ο ένας την λάμψη έφερνε
    κι άλλος το σκοτάδι
    κι η γη γυρνούσε σαν τρελή
    από την τόση ταραχή.
    Και μια μέρα ξαφνικά
    η γη τους είπε :
    «Βρε παιδιά!Σταματήστε τους
    καυγάδες,τους τσακωμούς και
    τις κρυάδες και δώστε πια τα
    χέρια.Έτσι όπως εγώ γυρίζω
    και ο ένας και ο άλλος μπορεί να
    κάνει τη δουλειά του χωρίς να ενοχλεί
    τον γείτονά του.»
    Κι έτσι η μέρα με τη νύχτα
    συμφωνήσαν τελικά να
    έρχονται με τη σειρά.

    Παραμύθι- Γιάννης Κεχιόπουλος

    Η Ημέρα με την Νύχτα
    Μια φορά κι έναν καιρό, ζούσαν δύο γυναίκες, η Ημέρα και η Νύχτα.
    Αυτές οι δύο γυναίκες, αγαπούσαν τον ίδιο άντρα, τον Ήλιο. Ο Ήλιος, ήταν ένα όμορφο και φωτεινό παλικάρι.

    Όταν η Νύχτα προσπάθησε να τον διεκδηκήσει, τον προσκάλεσε στο πιο σκοτεινό εστιατόριο της γειτονιάς.
    Ο Ήλιος όμως, απέρριψε την πρότασή της, λέγοντάς της ότι ένας φωτεινός νέος, σαν κι αυτόν, δεν θα ταίριαζε
    σε ένα σκοτεινό εστιατόριο σαν κι αυτό.

    Όμως, όταν ήρθε η σειρά της Ημέρας, ο Ήλιος θαμπώθηκε από την ομορφιά της. Έτσι, ο Ήλιος με την Ημέρα,
    περπατάνε χαρούμενοι πάνω από τα σύννεφα της γης για δώδεκα ώρες. Και μετά, ακολουθεί το επόμενο ζευγάρι,
    το Φεγγάρι με την Νύχτα, και τριγυρνάνε για τις επόμενες δώδεκα ώρες.

    ΚΙ ΕΖΗΣΑΝ ΑΥΤΟΙ ΚΑΛΑ ΚΙ ΕΜΕΙΣ ΚΑΛΥΤΕΡΑ!!!

    Παραμύθι – Δήμητρα Χατζησάββα

    Το παραμύθι της Μέρας και της Νύχτας
    Μια φορά κι έναν καιρό ζούσαν σ΄ένα όμορφο κόσμο δυο κορίτσια.
    Ήταν πάντοτε μαζί από παιδιά. Δε χώριζαν ποτέ και η αγάπη τους ήταν μεγάλη.
    Μια μέρα όμως ήρθε από το βαθύ σκοτάδι μια μάγισσα που ζήλεψε τη φιλία
    τους και τις καταράστηκε να μη συναντηθουν ποτέ ξανά.
    Ο Βασιλιάς Ήλιος όμως που βλέπει τα πάντα τις λυπήθηκε και τις
    μεταμόρφωσε τη μια σε Μέρα και την άλλη σε Νύχτα.
    Έτσι με την Ανατολή αλλά και με τη Δύση του ήλιου μπορούσαν να αγκαλιαστούν
    έστω για μερικά δευτερόλεπτα.

    Από τότε οι δυο φίλες αρκούνται σ΄αυτό το λίγο χρόνο και χαρίζουν με την αγάπη
    τους τα ομορφότερα ηλιοβασιλέματα, αλλά και τη γλυκιά Ανατολή!!!

    παραμύθι – Τάνια Ντεντέογλου

    Ο ΗΛΙΟΣ ΚΑΙ Η ΓΗ

    Μια φορα κι έναν καιρό ήταν ο ήλιος και η γη.
    Ο Ηλιος ηταν φωτεινός αλλά η Γη όχι και ζήλευε.

    Ηθελε κι αυτή να φωτίζεται ολοκληρη την ιδια στιγμή,
    όμως δεν γινόταν γιατί δεν μπορούσαν και οι δυο να κάνουν το ίδιο.

    Ετσι η Γη αποφασισε να γυρναει γυρω από τον εαυτό της ,
    για να φωτίζονται τα μέρη της σε διαφορετικό χρόνο .

    Όμως επειδή ήταν ζωηρή γυρνούσε και γύρω από τον Ηλιό.
    Όποιο μέρος φωτιζόταν είχε μέρα και όποιο δε φωτιζόταν είχε νύχτα !!!

    ΕΤΣΙ ΕΜΕΙΝΑΝ ΧΑΡΟΥΜΕΝΗ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ !!!!

    Κωνσταντίνα Παπαδοπούλου

    Δύο καιρούς και εφτά φορές υπήρχαν δύο αδελφές η μέρα και η νύχτα .Εκεί που παίζαν ξαφνικά τους ήρθε μία κατάρα να τσακώνονται για πάντα. Έτσι η μέρα και η νύχτα τσακωνόταν συνέχεια για το ποιά θα κάτσει πρισσότερο στην γη. Μέχρι που η γη τους είπε:σταματήστε να τσακώνεστε αφού εγώ γυρίζω και η μία αλλά και η άλλη θα είστε στη γη από 12 ώρες η κάθε μια.

    ΕΤΣΙ ΚΑΙ Η ΜΕΡΑ ΚΑΙ Η ΝΥΧΤΑ ΕΙΝΑΙ ΧΑΡΟΥΜΕΝΕΣ!!!

    ΠΑΡΑΜΙΘΙ ΜΕΡΑ ΝΥΧΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΚΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ

    Μια φορα κι εναν καιρο,σε μια χώρα εκατομμυρια χρονια πριν ολοι ηταν ευτυχισμενοι παρεα με τον ηλιο που ηταν ο βασιλιάς τους.
    Στη διπλανη χωρα κυβερνουσε μια βασιλισσα πολυ κακια.Ολοι εκει ζουσαν στο σκοταδι.
    Η βασιλισσα αυτης της χωρας ζηλεψε τοσο πολυ που καλεσε τον ηλιο σε μονομαχια.Οποιος κέρδιζε θα εκανε δικη του την άλλη χωρα.
    Η μαχη ηταν πολύ δυνατη και δυσκολη και για τους δυο.
    Στο τελος πηραν την αποφαση να μοιραζονται τα δυο βασιλεια καθε δωδεκα ωρες για να ειναι ολοι ευτυχισμενοι.!!:):):)

    ΝΙΚΟΣ ΜΑΡΙΤΣΑΣ

    Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν δύο αδερφές, η Μέρα και η Νύχτα. Έπαιζαν μαζί συνέχεια και ήταν πολύ αγαπημένες. ‘Ωσπου μια μέρα τις είδε μια κακιά μάγισσα και τις ζήλεψε τόσο πολύ που τις έκλεισε ξεχωριστά σ’ ένα ψηλό πύργο. Ο πατέρας τους, ο Ήλιος, μετά από μεγάλη αναζήτηση κατάφερε να βρει τις κόρες του. Δυστυχώς, δεν μπορούσε να τις ελευθερώσει γιατί ο πύργος ήταν μαγεμένος. ΄Ομως, πήγαινε και φρόντιζε τη μία για δώδεκα ώρες και έπειτα την άλλη για τις επόμενες δώδεκα ώρες. ‘Ηταν το μόνο που μπορούσε να κάνει… Ακόμα και σήμερα ψάχνει να βρει τρόπο να λύσει τα μάγια!!

    Φωτιάδης Εμμανουήλ-Δύο πραγματικές φίλες
    Μια φόρα κι έναν καιρό ήταν ο Ήλιος που είχε μία κόρη που την λέγαν Μέρα και το Φεγγάρι που είχε μία κόρη που την λέγαν Νύχτα.Καθώς και τα δύο παιδιά μεγάλωναν το Φεγγάρι είπε στην κόρη της να πλησιάσει την Μέρα και να την κάνει παρέα.Όμως η Νύχτα απόρησε γι’ αυτό που της είπε ο πατέρας της.Τότε της είπε ότι θα την φέρναμε στο παλάτι μας και θα μας έδινε λάμψη για πάντα.Εκεί που η Μέρα καθόταν μόνη της την πλησίασε άφωνα.Η Μέρα καλόκαρδη την ρωτάει πως την λένε και από εκείνη την στιγμή έγιναν φίλες.Η Νύχτα όμως ήθελε να της πει τι σκάρωνε αλλά δεν ήθελε να την χάσει.Το Φεγγάρι χωρίς να το ξέρει η Νύχτα κάλεσε την Μέρα για φαγητό.Τότε το Φεγγάρι βρήκε μια δικαιολογία για να πάει σε ένα άλλο δωμάτιο.Παίρνει τα θεοσκότεινα βέλη του και η Νύχτα βλέποντας αυτό πηγαίνει γρήγορα εκεί.Καθώς είναι έτοιμο να ρίξει τα βέλη του η Νύχτα μπαίνει στη μέση και θυσιάστηκε για τη φίλη της.Γι’αυτό το Φεγγάρι απ’τη στεναχώρια του εμφανιζόταν ολόκληρο κάθε 28 μέρες.

    Μαριλένα Κατσικά
    Λοιπόν, υπάρχει ο βασιλιάς Ήλιος και η βασίλισσα Νύχτα.
    Ο βασιλιάς Ήλιος, καθώς έρχεται η ώρα να ξημερώσει, σηκώνεται από το κρεβάτι του χαμογελαστός. Σκορπάει τις λαμπερές ακτίνες του και φωτίσει όλη την γη. Καθώς βραδιάζει, κατεβαίνει προς το βασίλειό του και πάει να κοιμηθεί.
    Τώρα, είναι η σειρά της βασίλισσας Νύχτας. Αφού σηκωθεί, ξεπροβάλλει τα λαμπερά αστέρια και το μοναδικό φεγγάρι. Μετά από τις ατελείωτες ώρες της Νύχτας, έρχεται ξανά η σειρά του βασιλιά Ήλιου και έτσι συνεχίζεται ο ίδιος κύκλος.
    «Καλημέρα!»
    «Καληνύχτα!»

    Kυριακοπούλου Δέσποινα

    Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ο Ήλιος και είχε δύο κόρες την μέρα και την νύχτα.

    Η μέρα ήταν πολύ εργατική.Ξυπνούσε το πρωί,έκανε τις δουλειές της,πήγαινε για ψώνια και κεντούσε.

    Η νύχτα ήταν πολύ τεμπέλα.Δεν έκανε τίποτα.Η Γη λυπήθηκε τη μέρα και αποφάσισε να τις χωρίσει.

    Έτσι η μια θα έρχεται στη γη για 12 ώρες.Θα πηγαίνει μετά να ξεκουράζετε και θα έρχεται η άλλη για άλλες

    12 ώρες.
    Έτσι έχουμε 12 ώρες μέρα και 12 ώρες νύχτα.

    Πηγή annani

  10. Καλές γιορτές

    Ένα παραμύθι …από χαρτί και θάλασσα

    Λίγα χάρτινα καραβάκια έχουν τη χαρά να ταξιδέψουν.

    Συνήθως οι κατασκευαστές τους, όση τέχνη κι αν βάλουν κατά τη «ναυπήγησή» τους, συχνά

    τα εγκαταλείπουν στην τύχη τους…

    Ένα καραβάκι στεκόταν για μέρες σε μια αμμουδιά ανάμεσα σε σπαρμένα βότσαλα, φύκια και σπασμένα ξύλα που ξεβράζονταν στην ακτή. Ένα μικρό χάρτινο καραβάκι, που ‘χε την πλώρη στραμμένη στη θάλασσα κι αγνάντευε τα κύματα. Τα κοιτούσε με λαχτάρα και παράπονο, τους έγνεφε και παρακαλούσε να ρθεί κάποιο να το πάρει
    μακριά στο πέλαγος, μα εκείνα ξετρελαμένα στο παιγνίδι τους δεν άκουγαν.

    Πόσο ήθελε να πλησιάσει κάποιο κοντά του… να το πάρει, να τ’ αλαργέψει.

    Ώσπου ένα μικρό κυματάκι άκουσε το παράπονό του και ήρθε απαλά χαιδεύοντας την πλώρη του.

    Το καραβάκι ίσα που σάλεψε και πριν προλάβει να συνέλθει, ακόμα ένα το άγγιξε

    τραβόντας το προς τα μέσα.

    Έπλεε στο νερό! Σάλπαρε!

    Για πότε απομακρύνθηκε απ’ την ακτή ούτε που το κατάλαβε, θαρρείς και αόρατα κουπιά

    ανεβοκατέβαιναν με δύναμη από τις κουπαστές του και τό σπρωχναν στο πέλαγος.

    Έτρεχε χορεύοντας στα κύματα χωρίς προορισμό, δίχως πηδάλιο, πυξίδα και χάρτες ναυτικούς,

    δίχως άγκυρα.

    Σε τι θα του χρησίμευαν άλλωστε; Αυτό ήθελε μόνο ν’ ακούει τους ψιθύρους τ’ ουρανού και της θάλασσας, να παίρνει τα φιλιά των μελτεμιών. Ήθελε μοναχά να ταξιδεύει!

    Θα το κυβερνούσαν οι άνεμοι και σαν θα νύχτωνε, τ’ άστρα θα το καθοδηγούσαν, τα αργυρόφεγγα

    νερά, τα φωτεινά χαμόγελα των φάρων. Οι γλάροι θα το συντρόφευαν και τα μακρινά

    βουητά των κοχυλιών.

    Θα μάθαινε από που έρχονται τα κύματα, το πως γεννιούνται, και που κοιμάται ο άνεμος με τα σφυρίγματά του.

    Έτρεχε το καραβάκι μεσοπέλαγα, με τη μικρή του πλώρη γελαστή και τ’ άρμενά του φουσκωμένα, κάνοντας τραμπάλα στα γαλανά νερά της θάλασσας, στην αρμύρα, στα λαμπυρίσματά της.

    Κι έτρεχε, έτρεχε χαρούμενο, μεθυσμένο, ελεύθερο!

    Μα κάποτε το καραβάκι κουράστηκε… έπλεε αργά, όλο και πιο αργά…

    Ξάφνου σταμάτησε, έμεινε ακίνητο. Αφουγκράστηκε τους ήχους του πελάγους, τα κύματα, κι έπειτα έγειρε αποκαμωμένο να ξεκουραστεί.

    Φάνηκαν τα πλαϊνά του μουσκεμένα, βαριά, με δυσκoλία το κρατούσαν στην επιφάνεια.

    Έγειρε κι άλλο…

    Η χάρτινη καρίνα του μουλιασμένη διαλυόταν, έλιωνε, μα κρατούσε ακόμα το λευκό του πανάκι καθώς σιγά σιγά

    το κρυβε η θάλασσα στη φιλόξενη αγκαλιά της.

    Έκεινο, παραδομένο πια κοιμόταν…

    Ονειρευόταν πως τό σερναν ιππόκαμποι -τ’αλογάκια της θάλασσας- και το σεργιάνιζαν πότε

    στις γειτονιές των δελφινιών και πότε σε γαλαζοπράσινους βυθούς και σε κοράλλια.

    Ονειρευόταν πλώρες, κύματα, πανιά, ταξίδια…

    Ονειρευόταν πως γινόταν θάλασσα…

    Άυγουστος 2012

    πηγή: Αντώνης Δημητρακόπουλος

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: