Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (201ο): «Περιμένω – αναμονή»…

 

-Ντίνος Χριστιανόπουλος, «ΟΤΑΝ ΣΕ ΠΕΡΙΜΕΝΩ»

«Όταν σε περιμένω και δεν έρχεσαι,
ο νους μου πάει στους τσαλακωμένους,
σ’ αυτούς που ώρες στέκονται σε μια ουρά,
έξω από μια πόρτα ή μπροστά σ’ έναν υπάλληλο,
κι εκλιπαρούν με μια αίτηση στο χέρι
για μια υπογραφή, για μια ψευτοσύνταξη.

Όταν σε περιμένω και δεν έρχεσαι,
γίνομαι ένα με τους τσακισμένους.»

(Ντίνος Χριστιανόπουλος, από τη συλλογή Ανυπεράσπιστος καημός, 1960)

 

 

 

 -Κ. Π. Καβάφης, «Περιμένοντας τους βαρβάρους»

— Τι περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι;

Είναι οι βάρβαροι να φθάσουν σήμερα.

— Γιατί μέσα στην Σύγκλητο μια τέτοια απραξία;
Τι κάθοντ’ οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Τι νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί;
Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν.

—Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωί σηκώθη,
και κάθεται στης πόλεως την πιο μεγάλη πύλη
στον θρόνο επάνω, επίσημος, φορώντας την κορώνα;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Κι ο αυτοκράτωρ περιμένει να δεχθεί
τον αρχηγό τους. Μάλιστα ετοίμασε
για να τον δώσει μια περγαμηνή. Εκεί
τον έγραψε τίτλους πολλούς κι ονόματα.

— Γιατί οι δυο μας ύπατοι κ’ οι πραίτορες εβγήκαν
σήμερα με τες κόκκινες, τες κεντημένες τόγες·
γιατί βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους,
και δαχτυλίδια με λαμπρά, γυαλιστερά σμαράγδια·
γιατί να πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια
μ’ ασήμια και μαλάματα έκτακτα σκαλιγμένα;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
και τέτοια πράγματα θαμπώνουν τους βαρβάρους.

—Γιατί κ’ οι άξιοι ρήτορες δεν έρχονται σαν πάντα
να βγάλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα δικά τους;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
κι αυτοί βαρυούντ’ ευφράδειες και δημηγορίες.

— Γιατί ν’ αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία
κ’ η σύγχυσις. (Τα πρόσωπα τι σοβαρά που εγίναν).
Γιατί αδειάζουν γρήγορα οι δρόμοι κ’ η πλατέες,
κι όλοι γυρνούν στα σπίτια τους πολύ συλλογισμένοι;

Γιατί ενύχτωσε κ’ οι βάρβαροι δεν ήλθαν.
Και μερικοί έφθασαν απ’ τα σύνορα,
και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.

__

Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους.
Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.

(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

 

 

 

 -Τάσος Λειβαδίτης, «Σε περιμένω παντού»

 «Κι αν έρθει κάποτε η στιγμή 

να χωριστούμε, αγάπη μου, 

μη χάσεις το θάρρος σου.

Η πιο μεγάλη αρετή του ανθρώπου, 

είναι να ‘χει  καρδιά.

Μα η πιο μεγάλη ακόμα, 

είναι όταν χρειάζεται 

να παραμερίσει την καρδιά του.

Την αγάπη μας αύριο, 

θα τη διαβάζουν τα παιδιά στα σχολικά βιβλία, 

πλάι στα ονόματα των άστρων 

και τα καθήκοντα των συντρόφων.

Αν μου χάριζαν 

όλη την αιωνιότητα χωρίς εσένα, 

θα προτιμούσα

μια μικρή στιγμή πλάι σου.

Θα θυμάμαι πάντα τα μάτια σου, 

φλογερά και μεγάλα,

σα δυο νύχτες έρωτα, 

μες στον εμφύλιο πόλεμο.

Α! ναι, ξέχασα να σου πω, 

πως τα στάχυα είναι χρυσά κι απέραντα, 

γιατί  σ’ α γ α π ώ.

Κλείσε το σπίτι. 

Δώσε σε μια γειτόνισσα το κλειδί 

και προχώρα. 

Εκεί που οι φαμίλιες μοιράζονται 

ένα ψωμί στα οκτώ, 

εκεί που κατρακυλάει 

ο μεγάλος ίσκιος των ντουφεκισμένων. 

Σ’ όποιο μέρος της γης, σ’ όποια ώρα,

εκεί που πολεμάνε 

και πεθαίνουν οι άνθρωποι 

για ένα καινούργιο κόσμο… 

εκεί θα σε περιμένω, αγάπη μου!»

 

(Τάσος Λειβαδίτης, τόμος Ι, Κέδρος)

 

 

-Μιχάλης Κατσαρός, «Θα σας περιμένω»

 Θα σας περιμένω μέχρι τα φοβερά μεσάνυχτα αδιάφορος-
Δεν έχω πια τι άλλο να πιστοποιήσω.
Οι φύλακες κακεντρεχείς παραμονεύουν το τέλος μου
ανάμεσα σε θρυμματισμένα πουκάμισα και λεγεώνες.
Θα περιμένω τη νύχτα σας αδιάφορος
χαμογελώντας με ψυχρότητα για τις ένδοξες μέρες.
Πίσω από το χάρτινο κήπο σας
πίσω από το χάρτινο πρόσωπό σας
εγώ θα ξαφνιάζω τα πλήθη
ο άνεμος δικός μου
μάταιοι θόρυβοι και τυμπανοκρουσίες επίσημες
μάταιοι λόγοι.
Μην αμελήσετε.
Πάρτε μαζί σας νερό.
Το μέλλον μας θα έχει πολύ ξηρασία.

 

(https://tokoskino.me/)

 

 

 

-Γιάννης Ρίτσος, «Παντού μας περίμενε η Ελλάδα»

 

Ποιος άνεμος μετέφερε τούτα τα αγάλματα

κρατώντας τα με δυο πελώρια χέρια κάτω άπ’ τις μασχάλες

αυτά τα πιθάρια με τη στρογγυλή αυτοπεποίθηση

αυτά τα δοχεία του λαδιού και του κρασιού

αύτη την πετρωμένη ευγένεια των αμφορέων

όπου ή ελληνική ομορφιά έχει χαράξει με το μικρό της δάχτυλο

το στέρεο τρίγωνο, την οριζόντια σπείρα, το σοφό τετράγωνο;

 

Ποιός έφερε, ποιός πήρε, ποιός αντάλλαξε απ’ τα πέρατα

γραμμές και χρώματα και λευκές χειρονομίες,

σταυρούς στα ράμφη των αητών, ένα μακρόσυρτο χαμόγελο,

μια ωχρότητα βυζαντινή πού συνεχίζεται μέσα στη νύχτα

μια ωχρότητα ντυμένη το χρυσάφι, την πορφύρα, το σμαράγδι;

 

Βήματα των Ελλήνων πλανώμενα στους χώρους και στους αιώνες

σταθερά βήματα, πικρά βήματα, σιωπηλά βήματα

διατηρώντας το σχήμα τους καθάριο,

καθάριο αχνάρι του γυμνού ποδιού σ’ όποιο χώμα της γης

με το μεγάλο δείχτη του ποδιού αποχωρισμένο απ’ το λουρί του αρχαίου σανδάλου.

 

Και το άσβηστο αχνάρι του σανδάλου ανάλαφρο πάνω στην πέτρα

και το άλλο του βυζαντινού,

τ’ αχνάρια απ’ τα συγκεντρωμένα βήματα της Φιλικής Εταιρίας

κι αυτά τα ελληνικά  ιστία διασχίζοντας αθόρυβα

το νύχτιο αγέρα και τα δάση της Ρουμανίας

αυτά τα ιστία φωτίζοντας με τρίγωνες λάμψεις

πρόσωπα, σπίτια, χρόνια και γιγάντιους κορμούς δέντρων.

 

Ή Ελλάδα μας περίμενε παντού σ’ όλο τον κόσμο

καθώς ταξιδεύαμε με την ‘Ελλάδα σταυρωμένη στην καρδιά μας,

ή ‘Ελλάδα στην «Ιστρια, στο Γαλάτσι, στην Κονστάντσα

μες στις στοές και στις καμπάνες της Αγκάπια

μες στα ψηλά εργαστήρια της ταπητουργίας όπου άνθιζαν

επίπεδα άνθη γαλανά και κόκκινα

μες στα εργαστήρια αγγειοπλαστικής

όπου ένα σχήμα αφηρημένης γεωμετρίας

αναπολούσε τη συγκεκριμένη σκέψη της Ελλάδας.

 

(Είναι ένας σπόρος πάντα ελληνικός πού σπάει τη στενότητα της πέτρας

ν’ ανθίσει μες στην απεραντοσύνη όλα τα φύλλα του και τούς καρπούς του —

κι ή πέτρα ή συντριμμένη από το σπόρο γίνεται μια πομπή από αγάλμα¬τα).

 

Σταθερές σκιές του παρελθόντος μες στην πρωινή κατάνυξη,

όταν ή μοναχή, εγερμένη, μόλις, απ’ το κάδρο μιας εικόνας

με το χρυσόν αχνό του χρόνου στη μορφή της

με τη στάχτη ενός ύπνου απαρνημένου στα ματόκλαδά της

και με το μαύρο πτυχωτό μανδύα της

μόλις ξεκρεμασμένον απ’ τη στοά των αιώνων,

καλούσε στην Αγκάπια τούς αντίλαλους

απ’ το φτερούγισμα των σβησμένων δικέφαλων

χτυπώντας τελετουργικά το ξύλο το εργασμένο απ’ τα δάχτυλα της σιωπής

ενώ ή σκιά της σέρνονταν στις πλάκες του μοναστηρίου σαν φάσμα

αυτοκρατόρισσας

κι ενώ οι καμπάνες σώπαιναν εμβρόντητες

σα φωλιές αντεστραμμένες πού άδειασαν απ’ τα χάλκινα πουλιά τους.

 

Ή Ελλάδα μας περίμενε παντού μέσα στον κόσμο,

κάτω από τις ολάνθιστες μηλιές μες στα κολχόζ της Ρουμανίας,

μες στα Μουσεία, μες στη σιωπή, μέσα στις ντόινες.

Κι εγώ, διασχίζοντας τον κόσμο και το χρόνο συνεχίζω το δρόμο της Ελλάδας

τραβώντας το σκοινί του στίχου μου και ειδοποιώντας την αγάπη

όπως τραβούσε ως τη στερνή στιγμή του ό Βασίλε Ροάιτα τον κρίκο

του συναγερμού για μια παγκόσμια συνάντηση ειρήνης.

 

 

 

Τάκης Σινόπουλος, «Χώρος αναμονής»

Εδώ δεν είναι τόπος για περηφάνια.
Εδώ δεν είναι τόπος για έκσταση.
Ενα μακρύ ποτάμι ημέρες αργοκίνητες.
Η νύχτα ο φόβος και το κάθισμα.
Εσύ γυρεύοντας τη σκάλα για τον ουρανό.
Εγώ ψάχνοντας με τα νύχια το πρόσωπο
ανάμεσα στα σιωπηλά ερείπια της πείνας
στον τόπο τούτο με την παγωμένη φωτιά
τι περιμένω;

Τι περιμένω εδώ που ο πυρετός παροξύνεται;
Αν κάποιος φωνάξει βοήθεια απ΄ το δρόμο
αν κάποιος χτυπήσει τον τοίχο
αν έρθουν απέναντι να καθίσουν
όλα τα παιχνίδια που κερδίζονται χωρίς το θεό
η συνέχεια του σκοταδιού
η λάμπα που έφαγε το πετρέλαιο
τ΄ αποτσίγαρα χάμου στο πάτωμα
τα ξένα ρούχα
ακόμη ζεστά
αν έρθει το θαύμα με τα γέρικα χέρια
η πράξη
που γυρίζει ξάφνου σε φόνο;

Γιατί να επικαλούμαι την άσπιλη γυναίκα
που
  καθόριζε ολημέρα το βασίλειό της;
Γιατί να θυμηθώ την περηφάνια που την έφθειρε ο καιρός
την ησυχία στην κάμαρη τη ζέστα και την άρνηση;
Το στόμα ήταν ακόμα ζωντανό
η αλήθεια καρφωνόταν στο ψέμα και σφάδαζε
η λευτεριά πηδούσε από πόλη σε πόλη
έσταζε το αίμα
η γύμνια ντυνόταν με προσχήματα
κι εγώ κρύωνα
όπως τώρα κρυώνεις εσύ και τρομάζεις και κρύβεσαι
μες στο σπίτι όπου τρίζει η σιωπή
κι ανασαίνει βαθιά στο σκοτάδι.

Σε τούτη την κάμαρα έγιναν οι φανταστικοί βιασμοί
η επινόηση του έρωτα και της απόγνωσης
εδώ εφευρέθηκε το ψέμα κι ο ουρανός
υπάρχει μια τρύπα στο κάθισμα
υπάρχει η σιωπή και ο χρόνος
υπάρχουν κι άλλες επινοήσεις ομοιώματα σχέσεων
ομοιώματα επαφών συναρτήσεων
πίσω απ΄ τον τοίχο η νύχτα υφαίνει έναν κόσμο σκιές
εξόριστα διαστήματα μετατοπίζονται
οι πιθανότητες κοιμούνται μες στο δίχτυ τους
η ώρα ενεδρεύει στο εκκρεμές
μ΄ ένα κρύο χαμόγελο τα φαντάσματα σαλεύουν ακίνητα
πλησιάζουν και είναι ακίνητα
στην κάμαρα τούτη που είμαι ακίνητος και περιμένω
τι περιμένω;

Ισως κατέβεις παραπαίοντας εκεί που τα σπίτια χάνονται
εκεί που η αυγή ανάβει ένα εκατομμύριο χαλίκια
ίσως κατέβεις πιο χαμηλά
εκεί που το σκοτάδι σκάβει το χώμα ακατάπαυστα
εκεί που στροβιλίζονται μισοφώτιστα πρόσωπα
εκεί που η μοναξιά σχεδιάζει
ατελείωτα συμπλέγματα ατελείωτα έργα
στον ατελείωτο χώρο που υπάρχει πίσω από τα πράγματα
όπου το σχήμα χάνεται κι η κίνηση χάνεται
εκεί που είσαι ωστόσο
σκοτεινά τα μάτια τσακισμένα τα χέρια
το καμπύλο κορμί μες στο χρόνο
μες στη νύχτα που καίει
εκεί που είμαι ακίνητος και κοιτάζω και περιμένω
τι περιμένω;

 

 

Κονσταντίν Σίμονοφ, «Περίμενέ με»

Περίμενέ με, θα γυρίσω,
θέλω πολύ να περιμένεις,
περίμενε, σαν σε μελαγχολεί
η χρυσή βροχή,
περίμενε, σαν πέφτουνε τα χιόνια,
περίμενε στις ζέστες,
ακόμα κι όταν οι άλλοι
δεν περιμένουν πια.
Περίμενε, κι όταν δε φθάνουν γράμματα
από τόπους μακρινούς,
περίμενε, κι αν όλοι έχουν βαρεθεί
αυτούς που περιμένουν.
Περίμενέ με, θα γυρίσω,
δεν εύχονται όλοι το καλό
όσοι το ξέρουν σίγουρα,
πως πρέπει να ξεχάσεις.
Άσε να το πιστεύουνε η μάνα και ο γιος μου,
πως πια δε θα γυρίσω,
άσε να το πιστεύουνε οι κουρασμένοι φίλοι,
να κάθονται μπρος στη φωτιά,
πικρό κρασί να πίνουν
μνημόσυνο ψυχής…
Περίμενε. Να μη βιαστείς
μαζί τους για να πιεις.

Περίμενέ με, θα γυρίσω
σε πείσμα όλων των θανάτων.
Όποιον δεν περιμένει,
ας τον να λέει: «ήταν τυχερό».
Γιατί δε θα το νοιώσουνε όσοι δεν περιμένουν,
πως μέσα στα πυρά
μ’ έσωσε
η αναμονή σου.
Μονάχα εσύ κι εγώ
θα ξέρουμε πως γύρισα,
επειδή ήξερες όπως κανείς
εσύ να περιμένεις.

(http://diastixo.gr/logotexnikakeimena/poihsh/7469-konstantin-simonov)

 

 

 

-«…Κι εσύ περιμένεις ένα γράμμα που δεν έρχεται

Μια μακρινή φωνή γυρνά στη μνήμη σου και σβήνει

Κι ένας καθρέφτης μετρά σκυθρωπός τη μορφή σου

Τη χαμένη μας άγνοια, τα χαμένα φτερά.»

(Μ. Αναγνωστάκης)

 

 

 -Μ. Αναγνωστάκης, «Αναμονή»

Πόσα χρόνια να γυρίσει…
Κι όμως η μυρουδιά της χυμένη παντού
Ξεχασμένη σ’ όλο το δωμάτιο στις πιο απίθανες γωνιές
Σάμπως να ζει ακόμη ανάμεσά μας!
Όμως πρέπει να γύρισε ύστερα από τόσα χρόνια
Αυτές τις ώρες την προσμένω κάθε βράδυ
Σχεδιάζοντας με το μολύβι κόκκινα στόματα απάνω στο χαρτί
Όπως και να ’τανε έπρεπε να τρίξει πάλι η πόρτα
Ας είναι κι απ’ τον άνεμο.
Ας είν’ με δυο ημικύκλια στεγνά πάνω στα χείλη
Στο μέτωπο κατάμαυρες ραβδώσεις
Φτάνει που θά ’ρθει μοναχά ύστερα από χρόνια
Μόνο που θά ’ρθει!…
Σχεδιάζοντας κόκκινα φλογερά στόματα απάνω στο χαρτί.
…Νόμισα πως θα πνιγόμουνα!

 

 

-Μενέλαος Λουντέμης, «Αναμονή»

Σε περιμένω. Μη ρωτάς γιατί.
Μη ρωτάς γιατί περιμένει κείνος
Που δέν έχει τί να περιμένει

Και όμως περιμένει.

 

Γιατί σαν πάψει να περιμένει
Είναι σα να παύει να βλέπει
Σα να παύει να κοιτά τον ουρανό
Να παύει να ελπίζει
Σα να παύει να ζεί.

 

Αβάσταχτο είναι…Πικρό είναι
Να σιμώνεις αργά στ’ακρογιάλι
Χωρίς να είσαι ναυαγός
Ούτε σωτήρας
Παρά ναυάγιο.

 

(http://logotexnikesmikrografies.blogspot.gr/2012/05/blog-post_12.html)

 

 

 

 -Ν. Βρεττάκος, «Η αναμονή και το όνειρο»

«Κοιτάζω την ώρα, δεν είναι να ρθείς.
Γυρνώ το κλειδί στην πόρτα και παίρνω
το πρώτο βιβλίο που δεν λέει τίποτα.
Κι άξαφνα, εκέι που διαβάζω, απαλαίνει
η ατμόσφαιρα γύρω μου γαλανίζει ανεπαίσθητα.
Έχεις μπει στο δωμάτιο χωρίς να χτυπήσεις.
Όλα γίνονται διάφανα. Προχωρείς με έναν πέπλο
ουρανού στο κεφάλι σου.»

 

 (http://stithaghi.blogspot.gr/2014/08/blog-post_4.html)

 

 

 

-Γωγώ Θ. Μπελεκούκια-Σπανού, «Ανανονή»

Ξημερωμένες μέρες
δίχως νύχτες
διασχίζεις
-σηκωμένα μπατζάκια
τον ποταμό Αδιάφορο.
Πέλματα γυμνά
που παγώνουν
σε σκληρό βυθό.
Βήμα
που παραμένει αργό
-πατάς πάνω σε Φόβους που πονούν…
Κρατήσου!
Μια ανάσα
και βγαίνεις απέναντι.
Σε περιμένω.
Φόρεσε τη λάμψη στα μάτια σου.

(https://atexnos.gr/%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%AE/)

Advertisements

Single Post Navigation

12 thoughts on “Πες το με ποίηση (201ο): «Περιμένω – αναμονή»…

  1. Αναμονή І

    Καθόμαστε στα κεραμίδια σαν τις γάτες,
    κοιτάζοντας ψηλά τον ουρανό
    ολάκερες στιγμές, ολάκερους χειμώνες
    ωσάν να πασκίζουμε να ματαιώσουμε
    του φεγγαριού το διάβα.

    Αναμονή ІІ

    Κάθεσαι στο κρεβάτι γυμνή
    πριν τοποθετήσεις στο περβάζι
    πλατύ δοχείο με νερό
    να ’ρχονται να πίνουν τα πουλιά.

    *Ρήσος Χαρίσης

  2. Αναμονή
    Ξημερωμένες μέρες
    δίχως νύχτες
    διασχίζεις
    -σηκωμένα μπατζάκια
    τον ποταμό Αδιάφορο.
    Πέλματα γυμνά
    που παγώνουν
    σε σκληρό βυθό.
    Βήμα
    που παραμένει αργό
    -πατάς πάνω σε Φόβους που πονούν…
    Κρατήσου!
    Μια ανάσα
    και βγαίνεις απέναντι.
    Σε περιμένω.
    Φόρεσε τη λάμψη στα μάτια σου.

    Γωγώ Θ. Μπελεκούκια-Σπανου

    Και τώρα;
    οι λέξεις έχουν ειπωθεί,
    κάθομαι άρρωστος.
    το τηλέφωνο χτυπά,οι γάτες κοιμούνται.
    Η Λίζα καθαρίζει.
    Περιμένω να ζήσω,
    περιμένω να πεθάνω
    Μακάρι να μπορούσα να φανώ λίγο γενναίος.
    είναι μια άθλια υπόθεση
    όμως το δένδρο εκεί έξω δεν το γνωρίζει:
    το παρακολουθώ να λυγίζει με τον άνεμο
    κάτω απ΄τον απογευματινό ήλιο.
    δεν υπάρχει τίποτα να δηλώσουμε τώρα πια,
    μόνο μια αναμονή.
    ο καθένας την αντιμετωπίζει μόνος του
    Ω, ήμουν κάποτε νέος,
    Ω, ήμουν κάποτε απίστευτα
    νέος!
    Charles Bukowski.

  3. Η ΑΝΑΜΟΝΗ – Χριστόφορος Τριάντης

    Μέσα στο ρέμα του χρόνου
    τα ευχολόγια και οι προσδοκίες
    χάθηκαν.
    Οι λάσπες σκέπασαν
    τον ήλιο
    κι οι καρδιές ζώστηκαν
    γύρω τους την ορφάνια,
    από φόβο για τη δύναμη
    που βήματα και πορείες
    σακατεύει.
    Η λήθη κύλησε στους κύκλους,
    αναζητώντας κλίμακες και αριθμούς,
    πλέκοντας μυστήρια και θαύματα,
    προμηνύματα παρηγορίας
    και μελλούσης ξηρασίας.
    Ο θάνατος ξέχασε για λίγο τη διαδρομή
    και φώλιασε
    στις αίθουσες
    που ακούστηκαν διδαχές
    και καυχησιολογίες
    λογοκριμένων αθανάτων.
    Η αναμονή του τέλους
    σάπισε τις σκέψεις,
    εφιάλτες γέννησε
    και μάταιους σωσμούς …

  4. [Τα Καλύτερα Ποιήματα] Της Ασημίνας Ξηρογιάννη

    Τα καλύτερα ποιήματα
    τα έγραψα περιμένοντας στην ουρά
    στην τράπεζα
    μέσα στην αναμονή
    (Θλιβερή και ατελείωτη είναι πάντα
    θλιβερή κι εγώ)
    Μέσα στην αναμονή λοιπόν
    έσπερνα σκέψεις
    θέριζα ποιήματα
    Σαν μια απελπισμένη προσπάθεια
    να γραπώσω το χρόνο απ’ τα μαλλιά
    να διασώσω τη μέρα μου
    να δώσω κουράγιο στον άρρωστο.

    3) Κ.Π. ΚΑΒΆΦΗΣ, «ΔΎΟ ΝΈΟΙ, 23 ΈΩΣ 24 ΕΤΏΝ» Aπ’ τες δεκάμισυ ήτανε στο καφενείον, και τον περίμενε σε λίγο να φανεί. Πήγαν μεσάνυχτα— και τον περίμενεν ακόμη. Πήγεν η ώρα μιάμισυ· είχε αδειάσει το καφενείον ολοτελώς σχεδόν. Βαρέθηκεν εφημερίδες να διαβάζει μηχανικώς. Aπ’ τα έρημα, τα τρία σελίνια του έμεινε μόνον ένα: τόση ώρα που περίμενε ξόδιασε τ’ άλλα σε καφέδες και κονιάκ. Κάπνισεν όλα του τα σιγαρέτα. Τον εξαντλούσε η τόση αναμονή. Γιατί κιόλας μονάχος όπως ήταν για ώρες, άρχισαν να τον καταλαμβάνουν σκέψεις οχληρές της παραστρατημένης του ζωής. Μα σαν είδε τον φίλο του να μπαίνει— ευθύς η κούρασις, η ανία, η σκέψεις φύγανε. Ο φίλος του έφερε μια ανέλπιστη είδησι. Είχε κερδίσει στο χαρτοπαικτείον εξήντα λίρες. Τα έμορφά τους πρόσωπα, τα εξαίσιά τους νειάτα, η αισθητική αγάπη που είχαν μεταξύ τους, δροσίσθηκαν, ζωντάνεψαν, τονώθηκαν απ’ τες εξήντα λίρες του χαρτοπαικτείου. Κι όλο χαρά και δύναμις, αίσθημα κι ωραιότης πήγαν— όχι στα σπίτια των τιμίων οικογενειών τους (όπου, άλλωστε, μήτε τους θέλαν πια): σ’ ένα γνωστό τους, και λίαν ειδικό, σπίτι της διαφθοράς πήγανε και ζητήσαν δωμάτιον ύπνου, κι ακριβά πιοτά, και ξαναήπιαν. Και σαν σωθήκαν τ’ ακριβά πιοτά, και σαν πλησίαζε πια η ώρα τέσσερες, στον έρωτα δοθήκαν ευτυχείς.

    Πηγή: https://frapress.gr/

  5. Ίσως

    Περιμένω, ίσως
    Τους ανέμους που θυμίζουν μια γυναίκα του βορά
    «άραγε ήσουν αγκάθι ξεχασμένο στο χέρι μου;
    Με αντικρούει
    και εξαπολύει τα παγωμένα της ρόδα στο κορμί μου
    Τότε εγώ αφήνω το βρεγμένο πουλί να πετάξει
    στον αγκάθινο ουρανό της
    για να επιστρέψει σαν βράχος θυσιαστηρίου
    ή σαν ξεφτισμένο αγκάθι.
    Για να της πει:
    » Ας συναντηθούμε την προηγούμενη νύχτα»
    Θα σε περιμένω.
    RIFAAT SALAM

    Δεν περιμένω.

    Ποτέ του δεν γύρισε

    πίσω το κύμα.

    Δήμητρα Σταύρου

  6. Περιμένοντας το …τέλειο θέμα!

    1. ΑΝΑΜΟΝΗ

    Ξέρω πως είσαι μέσα μου
    κι ωστόσο
    θαρρώ πως απ’ τον έξω κόσμο θα ‘ρθεις

    Ακούω τα βήματά σου να πλησιάζουν
    από τα βάθη μακρινού διαδρόμου

    Άλλοτε λυπημένα με κοιτάς
    μέσ’ απ’ το φως φανταστικής οθόνης
    μου δείχνεις ένα πέτρινο πηγάδι
    κι ένα παιδί στο φιλιατρό
    να κλαίει

    Κάποτε σκοτεινιάζεις
    και γεμίζεις τον ύπνο μου κεριά και μαύρα ρούχα
    και σε φοβάμαι μέσα στην αγάπη
    και σε φοβάμαι
    μέσα στην ελπίδα

    Όμως
    καμιά φορά
    χαμογελάς
    με τόση τρυφερότητα με τόση
    παιδική μνήμη
    που άξαφνα
    διακρίνω
    – κάπου στα βάθη των
    διαλογισμών
    κάπου στα μάκρη ενός
    χαμένου κόσμου –
    πρόσωπα που εξαγνίζονται στο φως
    πράγματα που εξαχνίζονται
    στη δόξα

    Σα να ‘χει κάπου ο χρόνος να σταθεί
    Σα να ‘χει κάπου κι ο Θεός
    πατρίδα

    Ορέστης Αλεξάκης, Υπήρξε (1999)

    ***

    2. Η ΑΠΡΟΣΜΕΝΗ

    Όμως
    ποια να ‘σαι Εσύ που αιφνιδιάζεις
    —με τόση λάμψη τόση μουσική—
    το σκυθρωπό βασίλειο της σιωπής μου;
    Που χείμαρρος φωτός εισβάλλεις ξάφνου
    σ’ αυτά τα ειρηνικά σκιόφωτα όπου
    χρόνια και χρόνια τώρα συντηρώ
    τις λιγοστές αναιμικές μου μνήμες;

    Μ’ αυτή την εκτυφλωτική ομορφιά; Μ’ αυτή
    την εκκωφαντική σου παρουσία;
    Τι ανακαλεί το βλέμμα σου στη μνήμη;
    Κι αυτό το αστραφτερό χαμόγελό σου
    —σαν άξαφνη αστραπή σε μαύρο φόντο—
    ποιο ανέφικτο υπαινίσσεται και ποιες
    ακτές πέραν του χρόνου προφητεύει;

    Στο φρύδι του γκρεμού με καρτερείς
    και με χαμόγελο ήρεμο μου γνέφεις
    ανύπαρκτα φτερά να εμπιστευθώ
    παγιδευμένες πτήσεις να τολμήσω

    Ορέστης Αλεξάκης, Δημοσιευμένο στο περιοδικό Εντευκτήριο, τεύχος 66 (Σεπτέμβριος 2004)

    Αυτοί που περιμένουν

    3. ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΝ

    Έπεσε ο άνεμος. Σιωπή. Στη γωνιά τής κάμαρας
    ένα αλέτρι συλλογισμένο -περιμένει τ’ όργωμα.
    Ακούγεται πιο καθαρά το νερό που κοχλάζει στο τσουκάλι.

    Αυτοί που περιμένουν στον ξύλινο πάγκο
    είναι οι φτωχοί, οι δικοί μας, οι δυνατοί
    είναι οι ξωμάχοι και οι προλετάριοι
    -κάθε τους λέξη είναι ένα ποτήρι κρασί
    μια γωνιά μαύρο ψωμί
    ένα δέντρο πλάι στο πάγκο
    ένα παράθυρο ανοιχτό στη λιακάδα.

    Είναι οι δικοί μας Χριστοί, οι δικοί μας Άγιοι.

    Τα χοντρά τους παπούτσια είναι σα βαγόνια με κάρβουνο
    τα χέρια τους είναι η σιγουριά –
    αργασμένα χέρια, σκληρά χέρια, ροζιασμένα
    με φαγωμένα νύχια, με άγριες τρίχες
    με το μεγάλο δάχτυλο φαρδύ όσο η ιστορία τού ανθρώπου
    με τη φαρδειά σπιθαμή σα γιοφύρι πάνου απ’ το γκρεμό.

    Τα δαχτυλικά τους αποτυπώματα δεν είναι μονάχα στα μητρώα των φυλακών
    φυλάγονται στα αρχεία της ιστορίας,
    τα δαχτυλικά τους αποτυπώματα είναι οι πυκνές σιδηροδρομικές γραμμές
    που διασχίζουν το μέλλον. Και η καρδιά μου εμένα
    τίποτα πιότερο, συντρόφια μου, ένα πήλινο μαυρισμένο τσουκάλι
    που κάνει καλά τη δουλειά του -τίποτ’ άλλο.

    Γιάννης Ρίτσος

    ***

    4. ΣΥΝΟΔΕΙΑ

    Αυτό που περιμένουμε από στιγμή σε στιγμή,
    (Κάτι σα νάχουμε ξεχάσει – κάτι γυρίζει μες στο νου.
    Κοιτάζουμε παντού, παιδεύουμε την ανάμνηση,
    Ανάβουμε φως να βλέπουμε και να βλεπόμαστε).

    Αυτό που περιμένουμε μέσα στο αύριο,
    Στο κάθε επόμενο άνθισμα των αριθμών,
    Μπορεί νάναι μια χειρονομία ή ένα χαμόγελο,
    Που έρχεται κ’ είναι παρόν στο δρόμο που πηγαίνουμε,
    Όταν κινούμε πρωί απ’ το σπίτι μας μέσα στη μέρα,
    Όταν γυρίζουμε πίσω κυρτοί απ’ τον άνεμο.

    Μπορεί νάναι σε κάθε στάση που στεκόμαστε,
    Στην κάθε πόρτα που χτυπάμε να μας ανοίξουν.
    Στο ποτήρι που πίνουμε, στο κάθισμα που καθόμαστε.

    Χαμογελάτε καθώς διαβαίνετε ανάμεσα στα πράγματα.

    Μπορεί να είστε ο ήλιος που περιμένουν ή ένας ενάλιος θεός
    Που έρχεται μες απ’ την πάχνη να τα κυλήσει
    Σε νέες κοίτες, σε καινούργιους αριθμούς.
    Μπορεί να πηγαίνετε και να γυρίζετε μέσα στην μνήμη τους.

    Χαμογελάτε ο ένας στον άλλο, χαμογελάτε στον εαυτό σας.

    Όταν συναπαντιέστε μονάχοι, όταν σωπαίνετε,
    Όταν προσεύχεστε, θυμάστε, ή αφουγκράζεστε.

    Χαμογελάτε στον ξενιτεμένο και στον άγνωστο,
    Χαμογελάτε στους νεκρούς που προπορεύονται.

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΜΕΛΗΣ, Συνομιλίες (1953)

    ***

    5. ΘΑ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΜΕ

    Θα περιμένουμε μην τυχόν περάσει
    Το τραίνο μας με το πολύτιμο φορτίο
    Το τραίνο μιας άλλης ώρας
    Μιας άλλης χώρας που σύνορα δεν έχει.

    Θα περιμένουμε μην τυχόν περάσει
    Το τραίνο που δεν μπορεί μια και ξεκίνησε να σταματήσει
    Τώρα σε σήραγγα μπορεί να βρίσκεται
    Μπορεί να βρίσκεται σε δύσκολο βουνό
    Ίσως σε κάμπο με πλημμύρα
    Σε τόπο που νά’ ναι μεσημέρι
    Ή σ’ άλλον που νά’ ναι βράδυ
    Μα θα περάσει.

    Κι εμείς θα περιμένουμε
    Γιατί δεν είναι δυνατό να δεσμευθεί
    Δεν είναι δυνατόν να σπάσει
    Να κουραστεί σε στέππες και σε πάμπες
    Και σ’ επικίνδυνες ανηφοριές
    Το τραίνο μας, που σίγουρα θα φτάσει.
    Θα περιμένουμε λοιπόν ακόμα,
    Σήμερα κι αύριο και μεθαύριο
    Θα περιμένουμε το τραίνο πάντα
    Γιατί δεν είναι δυνατόν να μην περάσει.
    Αθήνα 14/8/1934

    Ανδρέας Εμπειρίκος, 1934. Προϊστορία ή καταγωγή, Εισαγωγή-Επιμέλεια Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Άγρα, Αθήνα 2014

    ***

    6. Σε περιβάλλω με μια μεγάλη αναμονή.
    Σε περιέχω όπως τα’ αραχωβίτικο κιούπι το λάδι.
    Σε ανασαίνω όπως ο θερμαστής του καραβιού ρουφάει
    μες στα πλεμόνια του το δειλινό του μπάτη.
    Σ’ αγρικώ με την ίδια διάθεση που ο Ερυθρόδερμος
    κολλάει το αυτί του χάμω, για ν’ ακούσει
    τον καλπασμό του αλόγου.

    ΜΑΤΣΗ ΧΑΤΖΗΛΑΖΑΡΟΥ (1914-1987)

    ***

    7. ΑΙΘΟΥΣΑ ΑΝΑΜΟΝΗΣ

    Όταν περιμένεις τη σειρά σου
    στις διάφορες αίθουσες αναμονής
    επικάθεται στη γύρη των χειλιών σου
    η διακεκριμένη εκείνη γεύση
    της ομίχλης

    Σκέφτεσαι
    όλος ο κόσμος μια κλειστή
    κι απέραντη αίθουσα αναμονής
    κι όλοι εκτίουν την ποινή τους
    εξορύσσοντας υπόκωφα το χρόνο

    Και της μοναξιάς οι εκλείψεις
    κυριολεκτικά σπανίζουν

    Κλείτος Κύρου, Εν όλω, συγκομιδή 1943-1997, Άγρα, Αθήνα 1997

    ***

    8. ΑΝΑΜΟΝΗ

    Περίμενε πάντα και τα πάντα
    Μια ολόκληρη ζωή

    Περίμενε το τραμ τον ταχυδρόμο
    Τον Άι-Βασίλη περίμενε
    Τις γυναίκες περίμενε το καλοκαίρι
    Με τ’ αγριοπερίστερα
    Αργότερα περίμενε τον εχθρό
    Και το φίλο τον εχθρό και

    Αποκαμωμένος τώρα περιμένει
    Το θάνατο

    Κλείτος Κύρου – Κλειδάριθμοι (1963)

    Σταύρος Σιόλας – Προσμονή

    9. ΑΙΘΟΥΣΑ ΑΝΑΜΟΝΗΣ

    Στο θαμπό φως, μια συλλογή κρατάει τους πεθαμένους.
    Kάποτε ανοίγει η θύρα και περνά ένας άλλος,
    μ’ ένα μισόγελο, κάτι σαν σκιά χαιρετισμού,
    χωρίς κανείς να του αποκρίνεται. Tον κοιτούν μόνο
    με λοξό βλέμμα, και βυθίζονται ξανά στο θάνατο.
    Άγνωστοι, κι έναν άγνωστο χώρο ανιχνεύουν,
    καθένας μόνος, με μιαν ηρεμία, μια αποδοχή,
    είτε με μια αξιοπρέπεια φοβισμένη. Έπειτα πάλι,
    γυρνώντας, σα να μελετούνε ο ένας του άλλου
    τη μυστική φθορά, την κρυφή πείρα,
    μια σύσπαση που απόμεινε από το ταξίδι,
    τον πανικό ενός ίσκιου στα γερμένα μάτια,
    που αναζητούνε διέξοδο σε ακατανόητα
    περιοδικά, μιας μακρινής χρονολογίας.

    Mέσα, ο σοφός καθηγητής ακούει τα βήματα,
    προβλέπει τα ενδεχόμενα με ακρίβεια,
    εγκάρδιος σε όσους ζύγωσαν κιόλα την πύλη,
    φορέσανε τη μαύρη σκέπη, είν’ έτοιμοι.
    Tους αποχαιρετά μ’ ένα μειδίαμα,
    «Φίλε μου, θα ξαναϊδωθούμε», βέβαιος ότι
    εκείνοι αναχωρούν πια για την άβυσσο.
    Άλλοτε σιωπηλός, στυγνός, όταν, σκυμμένος,
    κουράζεται ερευνώντας μακρινούς θανάτους,
    θύελλες βιαστικές, παιγνιώδη σκότη.

    Όρθια στην πόρτα, η αδελφή, λευκή σαν το άπειρο,
    αμίλητη σαν την ενέδρα, κατανεύει μόνο
    στα ερωτηματικά, με μια ανεπαίσθητη
    κίνηση, μιαν απόκρυφη ειρωνεία.
    Δείχνει το δρόμο, ή σταματά ένα πρόωρο ξύπνημα.
    «Ω, κοιμηθείτε ακόμα, κοιμηθείτε».

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΕΡΑΛΗΣ (1917-1996)

    ***

    10. ΣΤΙΣ ΑΙΘΟΥΣΕΣ ΑΝΑΜΟΝΗΣ

    Όσοι προσμένουν σιωπηλοί στους προθαλάμους
    πλήττουν θανάσιμα, παλιά περιοδικά
    βαριεστημένα ξεφυλλίζουν, μόνο
    φωτογραφίες αδιάφοροι κοιτώντας

    Άλλοι θυμούνται περιστατικά
    ξεθωριασμένα από τον χρόνο κι άλλοι
    σκέπτονται πράγματα που μόνο μέσα
    στη νοσηρή τους φαντασία συμβαίνουν

    Κάποιο τρελαίνονται στο τέλος κι εφορμούν
    βγάζουν τα μπουκαλάκια τής βενζίνας
    ραντίζουν πολυθρόνες και κουρτίνες
    κι όπως αλλόφρονες γιατροί γονυπετούν
    και θρηνωδούν σπαραχτικές σειρήνες

    αυτοί γυρνούν σε χρόνια μακρινά
    θυμούνται το τραγούδι τής μητέρας
    το γέλιο της, τα μαύρα της μαλλιά
    μικραίνουν πάλι, γίνονται
    παιδιά
    κρύβονται στην ποδιά
    της νοσοκόμας

    Ορέστης Αλεξάκης, Ο ληξίαρχος (1989)

    ***

    11. Να περιμένεις μία Ώρα-είναι πολύ-
    Αν η Αγάπη είναι λίγο πιο πέρα-
    Και λίγη-μια Αιώνια αναμονή-
    Αν η Αγάπη είναι στο τέρμα-
    (1863)

    Emily Dickinson, Το ανεξάντλητα Σημαίνον. 91 Ποιήματα, Επιλογή-Μετάφραση-Πρόλογος Έλλη Συνοδινού, Ιδεόγραμμα, Αθήνα 2004, σ. 28, 41.

    ΠΕΡΙΜΕΝΕΙΣ, ΠΕΡΙΜΕΝΕΙΣ – ΚΑΙΤΗ ΧΩΜΑΤΑ

    12. ΕΙΝ’ ΛΙΓΟ ΝΑ ΠΡΟΣΜΕΝΕΙΣ ΤΟΥΣ ΒΑΡΒΑΡΟΥΣ

    Είν’ λίγο να προσμένεις τους βαρβάρους του Καβάφη
    μ’ όση δραματικότητα κι αν σου το περιγράφει,
    γιατί επιτέλους είν’ μια ελπίδα η προσμονή σου
    πως έστω κι αυτοί οι βάρβαροι θ’ αλλάξουν πια τη ζωή σου.

    Δραματικό είναι τίποτα να μην προσμένεις,
    μ’ άδεια τα χέρια, την καρδιά, να μένεις,
    ξένος σ’ ερημικό δρομάκι ξένο
    σα φύλλο του φθινοπώρου απ’ τον άνεμο ριγμένο
    και να κοιτάς τριγύρω αφαιρεμένα
    αυτά τα τόσα πράγματα τα ξένα,

    να μην αναγνωρίζεις τη φωνή σου,
    να ‘χει κοπεί του κόσμου τους κάθε δεσμός μαζί σου
    και το χειρότερον απ’ όλα ακόμα
    να μη βλέπεις τη λύση σου στο χώμα,
    τη λύση που εμπιστεύουνται κι αρπούν οι απελπισμένοι,
    να μην ξέρεις αν δε σου είναι το ίδιο κι οι τάφοι ξένοι.

    ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΝΤΗΣ

    ***

    13. ΓΙΑΤΙ ΟΙ ΒΑΡΒΑΡΟΙ ΜΑΣ ΑΦΗΣΑΝ ΝΑ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΜΕ

    Ήξεραν βέβαια πως ήταν κάποια λύση,
    μα δεν θα διακινδύνευαν τα άλογά τους:
    Είχαν διαβάσει για τη μόλυνση στη Δύση,
    τα ταξικά νερά, τα γκέτο, τους θανάτους.

    Στις πεδιάδες διοργάνωναν αγώνες,
    κι έτρεχαν οι οπερατέρ μας σαν τρελοί,
    τα ίδια πρόσωπα κομμένα στους αγκώνες
    τους λοιδορούσαν κάθε βράδυ στο γυαλί.

    Ο Μέγας Χαν τους απ’ ευθείας απ’ την Τέντα
    μετέδιδε τα σχέδιά του — οι Νονοί
    έγραφαν άρθρα στις φυλλάδες, ντοκουμέντα
    τεμάχιζαν του Φόρεϊν Όφις τα génies.

    Δραματικό ήταν το κύμα προς δυσμάς,
    κι όμως μια ορδή θ’ ακολουθούσε,
    θα ‘ταν αυτόματος ο φόβος μας
    κι ήταν η ανάγκη μας που δαίμονες γεννούσε.

    Χρηματιστήριο, εκκλησία, αγορά,
    είχαν κι από ένα après moi θεώρημα,
    η έρευνα ανθούσε, και σε θλιβερά
    συμπόσια όριζαν το μυθιστόρημα.

    Θ’ αποδειχτεί πως ήταν ο ένας για τον άλλον
    πλάσμα της εξουσίας του κι ομοίωμά του,
    αλλ’ αδερφός σε αδερφό προσφέρει μάλλον
    το γεγονός κι όχι την ώρα του θανάτου.

    Πήτερ Πόρτερ, Μετ: Διονύσης Καψάλης
    Νάσος Βαγενάς (επιμ.), Συνομιλώντας με τον Καβάφη.
    Ανθολογία ξένων καβαφογενών ποιημάτων,
    Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, Θεσσαλονίκη 2000.

    ***

    14. ΠΡΟΣΜΟΝΗ

    Τὶς βαριὲς τὶς ὦρες ποὺ εἶμαι μόνος
    Καὶ δὲν εἶναι γύρω μου κανεὶς
    Ποὺ δὲν εἶμαι παρὰ μόνο πόνος,
    – περιμένω, Μάνα, νὰ φανεῖς.

    Κι ὅμως ἤξερε ὅλες σου τὶς πράξεις
    Πρίν, Σὰ ρόδο, σπάσεις καὶ σαπεῖς
    Σχεδὸν ξέρω πὼς θὰ μὲ κοιτάξεις
    Καὶ τὰ λόγια ἀκόμα, ποὺ θὰ πεῖς…

    Ξέρω ἀκόμα, πὼς θὰ μὲ χαϊδέψεις
    Μ᾿ ἕνα τρόπο τόσο τρυφερό,
    Ποὺ θὰ σβήσεις ὅλες μου τὶς σκέψεις
    Ποὺ μὲ βαραίνουν, τόσο καιρό…

    Κι ἅμα νιώσεις ὅλο μου τὸν πόνο,
    Τί μεγάλος εἶναι καὶ βαθὺς
    Φτάνει τὴ ματιά μου νὰ δεῖς μόνο,
    – δὲν θὰ φύγεις… θὰ μὲ λυπηθεῖς!

    ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ

    ***

    15. ΠΡΟΣΜΕΝΩ ΠΑΛΙ
    Θυμᾶμαι, νύχτα ἦταν βαθειά,
    μὰ ἡ μέρα κόντευε νὰ φτάσει,
    καθὼς κινήσαμε μαζί,
    γιὰ νὰ χαθοῦμε μὲς στὴν πλάση…

    Και σ᾿ ὅσα πέσαμε κακά,
    παγίδες, λάθη, πλάνες, πάθη,
    κανένας μας δὲ μπορεῖ πιὰ
    μήτε νὰ δεῖ μήτε νὰ μάθει…

    Πόσο παλέψαμε κι οἱ δυὸ
    καὶ κυλιστήκαμε στὸ χῶμα,
    ζητώντας καὶ τὰ πιὸ μικρά,
    -δὲ θὰ τὸ πεῖ κανένα στόμα…

    Κι ἐπειδὴς εἴχαμε δεχτεῖ,
    καθένας τὴ δική του μοῖρα,
    πῆρες τὸν ἕνα δρόμο ἐσύ,
    κι ἐγὼ τὸν ἄλλο δρόμο πῆρα.

    Κι ἀφοῦ χαθήκαμε καιρὸ
    καὶ πλανηθήκαμε στὴν τύχη,
    (κι ὡς τώρα, μόνος μας δεσμὸς
    δὲν ἦταν παρὰ κάποιοι στίχοι),

    τώρα, ποὺ τ᾿ ὄνειρο γιὰ μᾶς
    τὰ φῶτα σβήνει τὰ στερνά του,
    -προσμένω, πάλι, νὰ σὲ βρῶ,
    μὲς στὴ γαλήνη τοῦ θανάτου…

    ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ

    Θα περιμένω σε παραλία ερημική – Μάνος Χατζιδάκις [Σπ. Σακκάς]

    16. ΗΡΘΕΣ ΟΤΑΝ ΕΓΩ…

    Ήρθες όταν εγώ δε σε περίμενα. Σαν κάθε νύχτα
    Καίοντας την ανάμνηση πικρών θανάτων
    Ανημποριά των γηρατειών, τρόμος της γέννησης,
    Σε τρώγλες σκοτεινές, στην αγκύλη της ηδονής
    Πέρα απ’ τους άδειους κάμπους των αποσπασμάτων

    Ήρθες όταν εγώ δε σε περίμενα. Α, πώς θα ζούσες
    Εσύ κι εγώ μια τέτοιαν εποχή
    Σάπιο φορτίο στ’ αμπάρι ενός
    Μεθυσμένου καραβιού που πέθαναν όλοι
    Βουλιάζοντας με χίλιες τρύπες στα κορμιά μας
    Μάτια θολά που χλεύασαν το φως
    Στόματα αδέσποτα στη φλούδα της ζωής
    Καίοντας την ανάμνηση – Νεκροί
    Σε μια εποχή ανέκκλητου θανάτου

    Ήρθες όταν εγώ δε σε περίμενα. Κι ούτε ένα νεύμα
    Μια λέξη, όπως η σφαίρα στο στίγμα του λαιμού
    Ούτε μι’ ανθρώπινη φωνή γιατί δεν είχε
    Ακόμα γεννηθεί καμιά φωνή
    Δεν είχε γεννηθεί τ’ άγριο ποτάμι
    Που ρέει στις άκρες των δαχτύλων και σωπαίνει.
    Ανάμνηση ζωής – πότε ν’ αρχίζεις
    Αδίστακτος και πράος να βγάζω λόγους

    Να εκφωνώ στα κενοτάφια τους θρήνους
    Φθαρμένους στων φθόγγων την πολυκαιρία
    Και να κλειδώνεις τις μικρές μικρές χαρές
    Όχι πατώντας στους νεκρούς σου πάνω στίχους
    Γιατί αν είναι κόκαλα, έρωτες ή χαμόσπιτα
    Με την κουβέρτα στην ξώπορτα χωρίζοντας τον κόσμο
    Στα δύο, κρύβοντας το σπασμό και την απόγνωση

    Κι έξω να ψάλλουν οι περαστικοί στο πείσμα των πιστών
    Στο πείσμα του άρρωστου παιδιού και του χειμώνα
    Α, πώς θα ζούσες μια εποχή. Κι αυτός αδίσταχτος,
    Ο χρόνος, θρυμματίζοντας τη σκέψη
    Τα στέρεα σχέδια και τις βίαιες αποφάσεις
    Τα αιωρούμενα γιατί, τα υγρά χαμόγελα

    Ήρθες όταν εγώ δε σε περίμενα. Μη με γελάσεις
    Αυτά δεν είναι τα κατώφλια που έχω σκύψει
    Αυτές οι κρύπτες που ριγούν τα τρωκτικά
    Δεν έχουν τίποτα από τ’ άρωμα της λάσπης
    Ούτε απ’ το χάδι των νεκρών στα όνειρά μας
    Γιατί έχει μείνει κάτι -αν έχει μείνει-
    Πέρα από θάνατο, φθορά, λόγια και πράξη.
    Άφθαρτο μες στην τέφρα αυτή που καίω
    Σαν κάθε νύχτα την ανάμνηση θανάτων
    Πικρών και ανεξήγητων θανάτων
    Γράφοντας ποιήματα χωρίς ήχους και λέξεις.

    ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ, Η συνέχεια

    ***

    17. ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ

    Τη μουσική περιμένω να πλύνω τα χέρια μου, απ’ το
    μελάνι της μέρας. Να πλύνω αυτούς τους αόρατους
    θρόμβους του αίματος που έχω στο μέτωπο.

    Το στήθος μου πλήγιασε σ’ αυτό το τραπέζι,
    ριζωμένο σχεδόν, μ’ αυτές τις γωνιές του
    μπασμένες στα κόκκαλα – Πληρωμή της αγίας
    δωρεάς του ψωμιού, πληρωμή του νερού
    που έχει στύψει το σύννεφο, πληρωμή του βουνού
    και του ήλιου που βλέπω.

    Τη μουσική περιμένω. Και τότε μου φαίνεται
    Πως όλη τη μέρα που πέρασε ήμουνα
    σε μιαν εκκλησία και μοίραζα άνθη.

    ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

    ***

    18. ΑΝΑΜΟΝΗ

    Με κολλημένο το μάγουλο πάνω στις Άλπεις,
    δεμένα τα πόδια με άσπρα σκοινιά,
    ευλογώ όπως ένας απόρρητος ασκητής
    τη ζωή. Με απλωμένο το χέρι μου, έτοιμο,
    περιμένω, απ’ το πρώτο ανεπαίσθητο ράγισμα
    του χιονιού, είμαι βέβαιος πω
    θα προβάλλει το θαύμα του ένα αγριολούλουδο.

    ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΕΡΑΝΤΖΑΣ – ΝΑ ΚΑΡΤΕΡΕΙΣ

    19. ΝΑ ΚΑΡΤΕΡΕΙΣ

    Να καρτερείς μιαν ελπίδα
    Ένα μαντάτο πέρα από τα βουνά
    Να καρτερείς την βροχή την άνοιξη
    Το θέρισμα τον τρύγο
    Ένα γράμμα από μακριά να καρτερείς

    Μην καρτερείς απ’ τους μεγάλους
    Όσο κι αν κλαίς
    Μην καρτερείς για δεν ακούν
    Δεν σου χαμογελάν
    Μη χαμογελάς σε πατάν
    Συ μη σωπαίνεις σε πατάν
    Συ μη σωπαίνεις

    Να καρτερείς
    Και να ‘σαι έτοιμος να συναντηθείτε
    Το σταυρό κράτατον σφιχτά

    Μέτρα, σκέψου, ζύγισε
    Πρόσεξε τα λόγια τα παχιά
    Κοίτα πίσω στα παλιά
    Για να μην κλάψεις πάλι καρτερώντας
    Για να μην κλάψεις πάλι καρτερώντας
    Να καρτερείς και να ‘σαι έτοιμος

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΡΜΕΝΗΣ

    ***

    20. ΠΕΡΙΜΕΝΑΜΕ

    «Περιμέναμε στο Σύνταγμα το βράδυ
    ανάμεσα στις αδειανές καρέκλες και στο σβηστό το φως
    περιμέναμε τις αγάπες,
    όμως οι αγάπες δεν ήρθανε
    γιατί δεν μπορούσαν να μας δώσουνε τ’ αληθινό.

    Περιμέναμε μες στο βρομόσπιτο
    αγκαλιά με τις γυναίκες μιας βραδιάς
    περιμέναμε την ηδονή
    η ηδονή όμως δεν ήρθε
    γιατί δεν μπορούσε να μας δώσει τ’ αληθινό.

    Περιμέναμε πάνω στις βουνοκορφές
    ανάμεσα στα κεραυνωμένα δέντρα
    περιμέναμε κάτι απ’ τη φύση
    όμως το κάτι αυτό δεν ήρθε
    γιατί δεν μπορούσε να μας δώσει τ’ αληθινό.

    Περιμέναμε με τους σοφούς
    μέσα στ’ αργαστήρια σκυμμένοι στις μελέτες
    περιμέναμε τη γνώση
    όμως η γνώση δεν ήρθε
    γιατί δεν μπορούσε να μας δώσει τ’ αληθινό.

    Περιμέναμε με τις παρέες πάνω απ’ τα βουβά ποτήρια
    περιμέναμε το μεγάλο το ωραίο το ιδανικό.

    Περιμέναμε, μα τίποτα δεν ήρθε
    τίποτα δεν θα μπορούσε να’ ρθει…

    Και συρθήκαμε αργά στο σπίτι
    γι’ άλλη μια βραδιά».

    ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΜΠΑΣ (1919-1965) (Νεοελληνικά Γράμματα, τ.132, 16 Ιουνίου 1939)

    LEONARD COHEN – Waiting For The Miracle

    21. ΣΤΑΣΗ ΑΝΑΜΟΝΗΣ

    Η σωστότερη κίνηση θα ‘ναι αυτή που δεν κάναμε.

    Αλλιώς πώς εξηγείται ότι τα δάκρυα
    Δεν επαρκούν να διηγηθούν μέχρι τέλους
    Καμιά βιογραφία;

    Ξεχωρίζω τους ανθρώπους απ’ το βλέμμα μετάνοιας
    Με το οποίο ξεπλένουν τα κόκαλα
    Της πιο ανώδυνης μνήμης. Τους βλέπω να στέκουν μετέωροι
    Αδύναμοι ακόμα να συλλάβουν τι χάος βλακείας
    Αντανακλά ένα δέσιμο γραβάτας
    Μια καλησπέρα ή ολόκληρο λογύδριο από έδρας

    Τι φρίκη θα ένοιωθε
    Υποψήφια ψυχή γαντζωμένη στο έμβρυο
    Καθώς αφήνει το θαλάμι της για να συρθεί
    Στα ετοιμασμένα σκλαβοπάζαρα
    Του πενθημέρου. Μουσικές φωταψίες
    Γλυκασμοί σεληνώδεις και χρώματα
    Μπαλώματα με ρακή ως τον αστράγαλο
    Δε φτάνουν να καλύψουν σφιχτά την υφήλιο
    σήψη. Εκείνοι που έσκαψαν
    Μισό χιλιοστό κάτω απ’ το σώμα τους
    Τώρα μαραίνονται σε φυλακές ψυχιατρείων ή ταξιδεύουνε
    Με λευκές και με μαύρες

    Τα πελάγη του αέρα. Οι άλλοι συνεχίζουν να στριμώχνονται
    Σε θυρίδες τραπέζης εκδοτήρια ουρές
    Περιμένοντας κάτι
    Το επόμενο τραίνο ή τον κύριο έφορο
    Μπορεί και τη Δευτέρα Παρουσία-
    Το τελειότερο πλάσμα της δημιουργίας δαπανάει την ύπαρξη
    Στριμωγμένο σε ουρές από τέλεια πλάσματα
    Που κι αυτά περιμένουν κάτι. Περιμένω σημαίνει
    Προσκυνώ τη συνέχεια του χρόνου
    Προεξοφλώ τη ζωή μου για τρία λεφτά
    ως να ‘ρθει λεωφορείο
    Για έξι μήνες ως να πάρω το δάνειο
    Προεξοφλώ επιταγές επιβίωσης
    Δεκάδες κουρελόχαρτες συναλλαγματικές
    Με αποδέκτη το μέλλον

    Περιμένω σημαίνει πενθώ τη ζωή που ανέβαλα.

    Γι’ αυτό και τα δάκρυα δεν επαρκούν
    Να διηγηθούν μέχρι τέλους
    Καμιά βιογραφία

    Γι’ αυτό και καμιά βιογραφία δεν χωράει τα δάκρυα.

    Αντώνης Φωστιέρης, Η ΣΚΕΨΗ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟ ΠΕΝΘΟΣ

    ***

    22. ΣΕ ΣΤΑΣΗ ΑΝΑΜΟΝΗΣ

    Είμαι διαρκώς σε μια προσωρινή κατάσταση,
    σε στάση αναμονής,
    σε σταθμό που το μεταφορικό μέσο δεν το ξέρω,
    μα πανέτοιμος καρτερώ να επιβιβαστώ.

    Έχω στις αποσκευές μου δύο χέρια, δύο πόδια και ένα κορμί
    που τα κρατά ένα μυαλό που αρνιέται να αποδεχτεί
    την προδιαγραφόμενη πορεία των κάθε λογής «λογικών».

    Άνοιξέ μου να περάσω, να αφήσω σε μια γωνιά τις αποσκευές μου,
    φίλεψέ με γλυκό του κουταλιού, καφέ
    και δυο ρουφηξιές από το δικό σου τσιγάρο να ξαποστάσω.

    Μπαίνω στο σώμα μου και φεύγω.
    Τρέχω, τρέχω ,τρέχω…

    Ο χρόνος, η ώρα, η στιγμή, η απόσταση, το συναίσθημα,
    όλα μετριούνται αλλιώτικα από ένα δρομέα.
    Ακόμα και η «πέραν πάσης λογικής αμφισβήτησης»
    αμφισβητείται για λίγο.
    Δοκίμασέ το και θα δεις.

    ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΤίΝΙΟΣ

    Kαρτέρεμα, Νταλάρας

    23. ΚΑΡΤΕΡΙ

    Πάντα να περιμένω στ’ ακρογιάλι,
    σαν άλλοτε, σα χθες, σήμερα – χρόνια!
    μες απ’ τη στάχτη να πετιέμαι πάλι,
    φοίνικας, κρίνο στα τετράκρυα χιόνια.

    Τον ίδιο εμένα να θωρώ σε εικόνα,
    σ’ ένα γιαλό, προσμονητή του Αγνώστου,
    που έρχεται τάχα, σαν σε νάρκη αρρώστου,
    μα γλιστρά κάτω προς τον καλαμιώνα…

    Καπνός να βγαίνει από ένα τζάκι πέρα,
    να φτάνει η βάρκα χωρίς νέο πιλότο,
    δίχως μαλλιά κυματιστά στον αέρα,
    – όνειρο αγάπης και στερνό και πρώτο.

    ΡΩΜΟΣ ΦΙΛΥΡΑΣ, Γαβριηλίδης, Αθήνα 1999

  7. Καλημέρα!!!… Σας ευχαριστώ πολύ, Γρηγόρη και Αγγελική, για τα ωραιότατα, πλούσια, σχόλιά σας!!!

    -Νικηφόρος, Βρεττάκος, «Η αναμονή και το όνειρο»

    «Κοιτάζω την ώρα, δεν είναι να ρθείς.
    Γυρνώ το κλειδί στην πόρτα και παίρνω
    το πρώτο βιβλίο που δεν λέει τίποτα.
    Κι άξαφνα, εκέι που διαβάζω, απαλαίνει
    η ατμόσφαιρα γύρω μου γαλανίζει ανεπαίσθητα.
    Έχεις μπει στο δωμάτιο χωρίς να χτυπήσεις.
    Όλα γίνονται διάφανα. Προχωρείς με έναν πέπλο
    ουρανού στο κεφάλι σου.»
    (http://stithaghi.blogspot.gr/2014/08/blog-post_4.html)

    -Αλέξη Δάρα, «ΠΕΡΙΜΕΝΕ»

    Περίμενε, δεν ήρθε ακόμα η ώρα
    θ’ αντέξεις όπως άντεξες θαυμάσια ως τώρα.
    Περίμενε, δεν είναι ακόμα η σειρά σου
    είναι μεγάλη η ουρά κι είναι πολλοί μπροστά σου.

    Περίμενε τις αποφάσεις της επιτροπής
    τη μετά θάνατον ζωή,
    τη λαϊκή ετυμηγορία
    να πάρουμε την εξουσία
    να σταματήσει η νάρκωση
    μία επόμενη ενσάρκωση…

    Περίμενε κι ασχήμαινε
    ξεμάκραινε και φύραινε
    στις χίμαιρες επίμενε
    και μέσα σου ξεθύμαινε.

    Κι αν κλαις και βασανίζεσαι
    ν’ ακολουθείς την τάση.
    Μην προβληματίζεσαι,
    μία ζωή ‘ναι, θα περάσει.

    Περίμενε το Σάββατο, τις διακοπές
    τη σύνταξη, τις δόσεις
    άλλες κοινωνίες, άλλες εποχές,
    περίμενε να μεγαλώσεις.

    Περίμενε να δούμε πού το πάνε
    συμφέροντα τεράστια παίζονται
    σεμνά και ταπεινά κάτσε να σε γαμάνε
    στο τέλος οι θυσίες επιβραβεύονται.

    Θα υπάρχει κάποιο τέρμα, δε μπορεί
    άλλη μια μέρα ας δείξουμε ανοχή
    δώσε τόπο στην οργή
    κάνε υπομονή
    κι ίσως μια μέρα αρπάξεις την καλή
    μες στην αναμπουμπούλα.

    Περίμενε, ποιος ξέρει τι; δεν έχει σημασία
    συνήθεια και προσαρμογή φέρνουν επιτυχία,
    έτσι δε θα ‘σαι από τους πρώτους που θα φαγωθούν
    δεν ξέρεις από αυτά, άσε τους γνώστες να μιλούν.

    Περίμενε, δεν τελειώσαμε, πού πας;
    δεν έχουν οι συνθήκες ωριμάσει
    δεν ήρθε ακόμα σήμα από ψηλά.
    Μη βιάζεσαι, είναι κρίσιμη η φάση.

    Περίμενε μ’ ελπίδα, με φόβο, με συντριβή
    όλα είναι μάταια, όλα εκτός από ένα: την αναμονή.

    -Κική Δημουλά, «Συμπληγάδες συγκρίσεις»

    Περιμένω. Σε φουαγιέ θεάτρου.
    ‘Ώσπου v’ αρχίσει η παράσταση
    βλέπω τι παίζεται πλαγίως
    εντός ενυδρείου που διασκεδάζει
    την αναμονή.

    Τετράγωνο περίπου σάν κουτί
    παπουτσιών στο νούμερο της υπερβολής.
    Σε γωνία σφηνωμένο για να γεύονται
    διπλή ασφυξία οι τοίχοι.
    Μικρά ψαράκια όσο το χρυσαφί του ήλιου
    επάνω σε χρυσόμυγας ξεριζωμένο βόμβο
    τρέχουν πανικόβλητα. Σκυλόψαρο τζάμι τά κυνηγά.
    Νάνος βυθός. Τον γαργαλάει εύκολα
    με τα κοντά της δαχτυλάκια η επιφάνεια.

    Συνθλίβεται η πλεύση συχνά
    στις συμπληγάδες πέτρες-χαλίκι
    εύρημα στεριανό.
    Κάθε τόσο αγωγός κρυμμένος στέλνει
    βίαιο αέρα φουρτουνιάζει κάπως η ανία
    φύκια ξεμαλλιάζονται με πλαστικόν
    ολοφυρμό. Για λίγο
    καταποντίζεται η ορατότης. ‘Ώσπου
    μισοπνιγμένη την τραβάνε κατά πάνω
    κάτι φυσαλίδες οξυγόνου μικρές
    σαν καρφίτσας κεφαλάκι που βγαίνουν
    από των ματιών μου τη λιγοστή φιάλη.

    Τι λυπάσαι, χρυσόψαρα είναι
    ούτε που γνώρισαν θάλασσα ποτέ τους.

    Και μείς πόσο τάχα γνωρίσαμε;
    Κι όμως το νοσταλγούμε αυτό το διόλου.

    (http://www.musicheaven.gr/html/modules.php?name=News&file=article&id=3994)

    -Μάριος Χάκας
    ΙΙ
    Όπου και να ‘ναι το τηλέφωνο θα μας συνδέσει με τη
    Φωνή των θαλασσών και τον αντίλαλο των σπηλαίων. Όπου
    να ‘ναι θα γευθούμε την αρμύρα του πόντου, την ορμή των
    κυμάτων, θα νιώσουμε το σύγκρυο των υπογείων ρευμάτων.
    Περιμένω επαφή με το κέντρο των βυθών. Περιμένω να
    κοινωνήσω το σώμα της θάλασσας. Περιμένω να μεταλάβω
    το γαλάζιο αίμα του πελάγου. Ζητά την κυρά των θαλασ-
    σών, την κυρά της αιωνιότητας να με σαβανώσει στον αφρό
    των κυμάτων της, να με σύρει γλυκά στον ίσκιο των βυθών
    της και δένοντας με εκεί με μαγικά φύκια να με νανουρίσει
    τον ύπνο του δικαίου.
    (Από την ενότητα «Θαλασσινά ιντερμέτζα»)

    -Σπύρος Ποταμίτης, «Καρτερώντας»

    Με εικόνες δικές σου ραίνω την ξαγρύπνια μου.
    Ένα παιδί που κρατάει στα χέρια του
    το ολόγιομο φεγγάρι μου χτυπάει το τζάμι.
    Το γνωρίζω απ΄ το χαμόγελο σου. Του άνοιξα
    κι άναψαν στο ταβάνι τ΄ άστρα τ ΄ουρανού σου
    να φωτιστεί η κρύα νύχτα καθώς σε σκέφτομαι.

    Ναι, περιμένω τα χέρια σου να επιστρέψουν,
    τον ήχο της φωνής σου, την άνοιξη του κορμιού σου.
    Περιμένω όπως ανθίζει ένα λουλούδι, μυρώνοντας
    τα σεντόνια με το άρωμα της προσδοκίας, κρατημένος
    απ΄ τις νοσταλγικές μέρες που γέμισαν την ψυχή μου
    με την παρουσία σου και τη ζωή μου φλογερό νόημα.

    Στους τοίχους οι σκιές των χεριών σου μ΄ αγκαλιάζουν
    να γείρουμε στη φιλοξενία της θύμησης ολοζώντανοι
    έξω απ΄ τα όρια που μας κρατούν μακριά, σπάζοντας
    το φράγμα του χρόνου με τη θέληση της καρδιάς μας.

    Μες στη μορφή σου ανασαίνω εσένα καρτερώντας!

    (http://spyros-potamitis-poiisi.webnode.gr/%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%AE%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1/%CE%B1%CE%B9%CE%B8%CE%AD%CF%81%CE%B9%CE%B1-%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CE%AC/)

    -Κατερίνα Ζησάκη, «μην πεις αύριο»

    τώρα είναι
    δεν το θέλω να περιμένω
    τον έρωτα ή το σώμα σου
    ή αυτό το ρίγος απ’ τα δάχτυλά σου
    όλα πιο τώρα από ποτέ
    αν θες να τρέξεις έλα
    να τρέξουμε τώρα
    να πιάσουμε χίλιους υάκινθους αυτή τη βροχερή ημέρα
    μέσα στ’ όνειρο που θα ζωγραφίσουμε
    στο μαγικό μας πίνακα των παιδικών εικόνων
    και το άδικο
    κι αυτό τώρα είναι
    περίμενες να ξημερώσει για να χαϊδέψεις τα παιδιά
    να παίξεις με τα αδέσποτα σκυλιά και με τον ήλιο
    όμως εδώ τώρα είναι
    μέρα και νύχτα
    κι όποιος πεινάει
    όποιος κοιμάται στο δρόμο
    όποιος πεθαίνει και προσπέρασες
    όλα είναι τώρα
    τι περιμένουμε
    ο κόσμος καταποντίζεται τώρα
    η φωνή καιρό ακονισμένη
    να φωνάξουμε τώρα
    και να δώσουμε τώρα
    να αγγίξουμε τώρα
    να διεκδικήσουμε όλα για το τώρα μας
    και τα ταξίδια εκείνα που αναβλήθηκαν για αύριο
    κι όλα εκείνα τα λόγια που κρύψαμε στο στόμα
    να πετάξουμε τώρα
    πιασμένοι απ’ την ουρά ενός μπαλονιού
    ψηλά ως τα σύννεφα
    γιατί κι οι άνθρωποι τώρα είναι
    κι όλες οι σκέψεις αύριο θα ‘ναι κουρασμένες
    και το δίκιο μας
    μέσα σ’ όλα το δίκιο μας
    που όλο περιμένει το αύριό του
    να χαράξει είπες
    να μην ξυπνήσουμε τους γείτονες
    μη γελάς τόσο δυνατά
    ξάπλωσε σώπα
    όμως τώρα είναι
    κι η επιθυμία το πιο γερό ξυπνητήρι στον κόσμο
    κι η αλήθεια μου – γεννημένη χρόνια
    αύριο ίσως να ’ναι μια άλλη
    πριν ακόμα να προλάβει να ειπωθεί
    δεν περιμένω
    την αυγή ή τον πόλεμο
    ή αυτό το αιώνια αυριανό καλοκαίρι
    αν θες να ζήσεις έλα
    να ζήσουμε τώρα
    και να μεθύσουμε
    με όλα εκείνα τα χαμόγελα που βρίσκουμε στο δρόμο
    κι όλα πιο δρόμος από ποτέ
    μην πεις αύριο
    τώρα είναι
    (http://www.poiein.gr/archives/21888)

    -Τσαρλς Μπουκόφσκι, «Και τώρα;»

    οι λέξεις έχουν ειπωθεί,
    κάθομαι άρρωστος.
    το τηλέφωνο χτυπά,οι γάτες κοιμούνται.
    Η Λίζα καθαρίζει.
    Περιμένω να ζήσω,
    περιμένω να πεθάνω
    Μακάρι να μπορούσα να φανώ λίγο γενναίος.
    είναι μια άθλια υπόθεση
    όμως το δένδρο εκεί έξω δεν το γνωρίζει:
    το παρακολουθώ να λυγίζει με τον άνεμο
    κάτω απ΄τον απογευματινό ήλιο.
    δεν υπάρχει τίποτα να δηλώσουμε τώρα πια,
    μόνο μια αναμονή.
    ο καθένας την αντιμετωπίζει μόνος του
    Ω, ήμουν κάποτε νέος,
    Ω, ήμουν κάποτε απίστευτα
    νέος!
    (http://www.poiein.gr/archives/6922)

  8. 24. ΜΕΓΑΛΗ ΑΝΑΜΟΝΗ ΤΗΣ ΕΠΙΟΥΣΗΣ

    Καμωμένος από πηλούς, από φθαρτές ουσίες
    ο άνθρωπος, δεν έχει σταθερή ενατένιση, ούτε ομοιάζει
    άνθρωπος προς άνθρωπο· σπουδαίες διαφορές τον κόσμο χωρίζουν.
    Γι’ αυτό βλέπεις άλλον ν’ αρκείται στον κόσμο
    που μοναχός του δημιουργεί, ενώ άλλος παρέκει
    τα περιμένει έξωθεν όλα, είτε από τον πλησίον, είτε από τον ουρανό.

    Πικρά λυπούμαι το αδύνατο τούτο μέρος των ανθρώπων.
    Καμωμένοι δεν είναι όλοι να θαμπώνονται από κάθε στιγμή
    της ημέρας ή της νύχτας, από κάθε δίπλα της δημιουργίας,
    από κάθε αποσκίαση του βουνού, από κάθε τροπή του καιρού.
    Γράφω για όσους δεν έχουν το κράτος να ξεδιαλύνουν
    τα μεγαλεία των μικρών πραγμάτων και τα πολλά των ολίγων.
    Γι’ αυτούς απομένει το μέγα θέλγητρο της αναμονής.
    Γι’ αυτούς απομένει ο λαμπρός Ήλιος της Επιούσης.

    Κάθε νύχτα περιμένουν. Περιμένουν το μέλλον της Ημέρας,
    τρέφουν την ελπίδα που θα τους κομίσει το μέγα Απρόοπτο,
    την αψηλή φαντασία, τη νέα σπουδή, το βαθύ πάθος,
    ό,τι κάνει να σπαράζουνε επί καλού τους ή κακού τους οι ψυχές.
    Φθάνει να τους κομίσει κάτι ογκώδες νέο, ας είναι τραγικό,
    ας είναι αγαθό, μόνο η φριχτή ηρεμία να μην είναι πια,
    η πραϋντική, η ηρεμία της βλακείας και της ανοστιάς.
    […]
    ΤΑΚΗΣ ΠΑΠΑΤΣΩΝΗΣ

  9. Ciao Aggeliki!!!!

    -MHTΣΟΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ, Ραντεβού

    Πρόσμενα, πρόσμενα να ’ρθείς, κι εσύ δεν ήρθες όμως…
    Μα στην απελπισία μου, δε μού ’λειψε η ελπίδα,
    περίμενα αναπάντεχα για να σε φέρει ο δρόμος
    κι όλους τους είδα νά ’ρχονται και μόνο εσέ δεν είδα.
    Κι έμεινα τέλος μόνος μου μες στ’ άδειο καφενείο,
    έμεινα, όπως δεν έμεινε ποτέ κανένας, μόνος,
    κρατώντας το κεφάλι μου στα χέρια σαν κρανίο
    που το σφραγίζει της ζωής και του θανάτου ο πόνος.
    Τα μάτια μου είχαν κουραστεί στην προσμονή την τόση
    και τά ’κλεισα και σ’ είδα πια στα βλέφαρά μου πίσω
    είχες ερθεί στο ραντεβού που δε μου είχες δώσει
    για να με κάνεις πιο πολύ μ’ αυτό να σ’ αγαπήσω.
    Και την καρδιά μου σ’ άνοιξα, πόρτα που απάνω ως κάτου
    τα μαύρα τη στολίζανε τα κρέπια του θανάτου!

    -«Προσμονή»

    Ερχεσαι μερικές στιγμές και ακροβατείς
    στα όρια της αντοχής μου.
    Ακριβώς στην κόψη του ελάχιστου/τόσο μυστικά
    εκθαμβωτικός/που ανθίζουν »άξαφνα» οι
    παπαρούνες του ανεκπλήρωτου /στο βάζο της
    αγάπης.
    Η προσμονή φοράει »τότε» τα καλά της /ανοίγουν
    τα παράθυρα στο φως/κι όλα τ’ αστέρια
    τραγουδάνε της Ανατολής.
    Ετσι αναβαπτίζεται ο ‘Ερωτας/μες την
    μυσταγωγία
    μιας γλυκιάς /προσμονής..
    (Μαρία Λαμπράκη)

    -Ανδρέα Πολυκάρπου, «Η ΠΡΟΣΜΟΝΗ ΤΟΥ ΑΙΑΝΤΑ»

    Στο Μελέαγρο

    Παρατάχθηκαν χαράματα οι Λοκροί, με όλες τους τις ασπίδες.

    Με τους μακριούς τους χιτώνες,

    με τα σώματα τους σμιλεμένα κάτω από τις πανοπλίες

    και τα ακόντια τους να κοιτάνε τον ήλιο.

    Το σχέδιο της μάχης ετοιμάστηκε από σπουδαίους στρατηγούς.

    Όλα ήσαν έτοιμα για μια λαμπρή νίκη.

    Μια θέση έχουν, όμως, κενή.

    Προσμένουν των Θεών τον απεσταλμένο τη θέση αυτή να καλύψει.

    Ανάμεσα στους πιο ένδοξους στρατιώτες η θέση παραμένει άδεια να χάσκει σαν ρήγμα.

    Τον Αίαντα αναμένουν όπως τους όρισε το μαντείο.

    Δώρα απέστειλε πολλά ο βασιλιάς για τους χρησμοδότες.

    Την εύνοια τους ήθελε προτού η μάχη αρχίσει.

    Χρυσάφι και ελεφαντόδοντο από μέρη μακρινά

    καθώς και φύλλα δάφνης για τις μεθυστικές αναθυμιάσεις.

    Με συνοδεία μουσικής παρέλαυναν πομπή οι απεσταλμένοι

    για να μεταφέρουν τα χαρμόσυνα μαντάτα.

    Του Τελαμώνα ο γιος ορίστηκε ως άρχων της μάχης.

    Πλάι τους θα πολεμούσε στην πρώτη γραμμή.

    Με το ίδιο αυτό σπαθί που έχωσε στα σπλάχνα του

    των εχθρών θα θέριζε τα κεφάλια.

    Άρχισε, όμως, να βραδιάζει και αυτός δεν φάνηκε.

    Τα βήματα του δεν ακούστηκαν

    και τα χρυσόδετα του σαντάλια δεν σκονίστηκαν στη μάχη.

    Μήτε η αιχμή της λόγχης του σε εχθρικά βυθίστηκε σώματα.

    Αποδεκατισμένοι οι Λοκροί σε άνανδρη τράπηκαν φυγή.

    Η γη τους παραδόθηκε στις φλόγες του κατακτητή.

    Στα έγκατα της γης, στα κελιά του θανάτου

    σωρός στάλθηκαν αλυσόδετοι νέοι με τα κορμιά τους διαμελισμένα.

    Του Τεύκρου ο αδελφός μήτε στη Σαλαμίνα βρίσκεται

    μήτε σε ανθρώπου ζωντανού τον τόπο.

    Μόνο στον Άδη σαν ίσκιος ψυχορραγεί.

    Ανάμεσα στους κολασμένους και στους αδικαίωτους τριγυρίζει.

    Μάταια τον περίμεναν τότε και στου Δούρειου ίππου την κοιλιά.

    Μάταια κι εσείς τον αυτόχειρα προσμένατε.

    Αυτός έλουζε το σώμα του στα πράσινα του Αχέροντα νερά.

    Πλάι στην αντανάκλαση του ψυχοπομπού κολυμπούσε γυμνός σαν ένα αμφίβιο.

    Σαν ένα αμφίβιο της ζωής και του θανάτου.

    Χτένισε τη μακριά του κώμη και άλειψε με βάλσαμο την πληγή του.

    Πήρε στα χέρια του το σπαθί και ασπάστηκε για ακόμα μια φορά τη ματωμένη λεπίδα.

    Η τρύπα στο θώρακα, η αιμορραγούσα πληγή δεν έλεγε να επουλωθεί.

    Θυμόταν τα μάτια του Οδυσσέα.

    Τότε που κατέβηκε στον Άδη, το δρόμο να βρει για την Ιθάκη στα λεγόμενα του Τειρεσία.

    Μάτια ειρωνικά. Μάτια του νικητή.

    Μέσα τους καθρεφτιζόταν η εύνοια της Θεάς

    και η πυρπολημένη Τροία.

    Στα δικά του ο τρόμος του θανάτου, της αυτοχειρίας.

    Ολόγιομο σώμα ο Οδυσσέας με τη φλόγα της θέλησης.

    Λαβωμένο και άψυχο σαρκίο ο Αίαντας

    χωρίς καμιά στην ψυχή φωτιά.

    Παγωμένος έστρεψε το βλέμμα του στους γυμνούς του θανάτου χερσότοπους.

    Στα σκοτάδια αυτά φυλακισμένος στα δίχτυα της Περσεφόνης.

    Τι σκέφτηκες αλήθεια τότε που έχωνες στο σώμα σου το ξίφος και τερμάτιζες το ταξίδι;

    Ανδριάντες περίμενες και ποιήματα από τους ζωντανούς;

    Αυτοί ξεχνάνε. Αυτοί λησμονούν.

    Μόνο οι νεκροί θυμούνται

    και όσοι εκ γενετής κουβαλούν μαζί τους του Άδη τις εικόνες.

    Αυτοί οι ξεκούρδιστοι άνθρωποι που σταδιακά θα ακολουθήσουν το δρόμο σου,

    το δρόμο της σήψης και της αυτοχειρίας.

    Ο θάνατος φέρει τη λήθη, την άπνοια της θύμησης.

    Φρικτά στο χώμα το κορμί θα λιώνει.

    Σάπιο θα νιώθει του ήλιου τις θερμές ακτίδες να ανατέλλουν.

    Όχι, όμως, για το νεκρό.

    Κανένας ήλιος, καμιά γι’ αυτόν ανατολή.

    Οι μέρες θα συνεχίζουν την αριθμητική τους πορεία στο χρόνο

    κι εσύ έρμαιο του παρελθόντος.

    Οι νεκροί δεν έχουν μέλλον,

    χωμένοι στο παρελθόν φυτρώνουν σε ρηχά νερά.

    Μην τον προσμένετε, λοιπόν, Λοκροί.

    Η πληγή στο στήθος και των Θεών η μανία

    να μερέψει δεν τον αφήνουν.

    Από τα ανθρώπινα τον χωρίζουν η αυτοχειρία και το μίσος.

    Μισάνθρωπος και άθεος σέρνεται στην κόλαση.

    (http://www.sodeia.net/2014/12/blog-post.html)

    -Διονύσιος Σολωμός:

    Μην καρτερείς εδώ πουλί, και μη προσμένεις χλόη·
    γιατί τα φύλλ’ αν είν’ πολλά, σε κάθε φύλλο πνεύμα.
    Το ψηλό δέντρ’ ολόκληρο κι ηχολογά κι αστράφτει
    μ’ όλους της τέχνης τους ηχούς, με τ’ ουρανού τα φώτα.

    Σαστίζ’ η γη κι η θάλασσα, κι ο ουρανός το τέρας,
    το μέγα πολυκάντηλο μες στο ναό της φύσης,
    κι αρμόζουν διάφορο το φως χίλιες χιλιάδες άστρα,
    χίλιες χιλιάδες άσματα μιλούν και κάνουν ένα.

    («Carmen Seculare», 3. 3-10. Ποιήματα. Ίκαρος, 1961. 262.)

    -Αλέξανδρος Δαδάος, ΚΑΡΤΕΡΩ

    Πότε τα χέρια Του σφιχτά
    Θα πάψεις να τα δένεις,
    Και να λογχίζεις την πλευρά
    Και απαθής να μένεις;

    Πότε στα πόδια Του καρφιά
    Θα κουρασθείς να βάζεις,
    Και το Σταυρό που Του φτιαξες
    Άμυαλα να χλευάζεις;

    Πόσα στο άγιο μέτωπο
    Αγκάθια θα καρφώνεις
    Και το πανάγιο κορμί
    Σκληρά θα μαστιγώνεις;

    Αγκάθια, λόγχες και καρφιά
    Σφυριά και αλυσίδες
    Είναι του κόσμου η συντροφιά.
    Σκοτάδια, καταιγίδες.

    Σε καρτερώ, θα καρτερώ
    Για να περάσει η μπόρα
    Και ν’ άρθει η ευλογητή
    Του Λυτρωτή η ώρα.

    (http://www.epean.org/dadaos/poiimata.html)

  10. Θωμάς Μπακαλάκος – Μην καρτεράτε

    25. ΜΗΝ ΚΑΡΤΕΡΑΤΕ

    Κι εφέτος η Πρωτοχρονιά στη φυλακή με βρίσκει
    κι άδειο κανίσκι ειν’ η καρδιά και μαύροι γύρω μου ίσκιοι.
    Κι έτσι καθώς σε σκέφτομαι χαρά που μού `χεις λείψει
    μου σιγοτραγουδά η βροχή του σύννεφου τη θλίψη.

    Μην καρτεράτε να λυγίσουμε μήτε για μια στιγμή
    μητ’ όσο στην κακοκαιριά λυγάει το κυπαρίσσι
    έχουμε τη ζωή πολύ, πάρα πολύ αγαπήσει.

    ΦΩΤΗΣ ΑΓΓΟΥΛΕΣ

    ***

    26. ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ

    Το πλοίο περιμένει…
    Γιατί την τελευταία στιγμή κοντά μου να φανείς
    Δε θα μ’ αποχαιρέταγε σαν θα’ φευγα κανείς
    και θα’ φευγα αδιάφορος σαν από χώρα ξένη

    Μα τώρα με τον τόπο αυτόν κάποια φιλία με δένει
    και τα δεσμά μου είν’ όμορφα και να τα σπάσω δεν μπορώ
    κι ενώ να μείνω θα’ θελα πολύ, κοντά σας να χαρώ
    Το πλοίο περιμένει…

    ΦΩΤΗΣ ΑΓΓΟΥΛΕΣ

    ***

    27. ΣΕ ΠΡΟΣΜΕΝΑ

    Σε πρόσμενα στο γαλανό ηλιόλουστο νησί
    να ρθεις στεφανωμένη
    με λεμονάνθια, να φοράς γιρλάντες από γιασεμιά
    Τι θες εδώ στην ερημιά;

    Τα μονοπάτια είναι πολύ στενά κι είν’ άναστρο το βράδυ
    κι είν’ οι γκρεμνοί σα χάροι γύρω
    πού πας μονάχη; δε φοβάσαι το σκοτάδι;

    Δος μου το χέρι σου, το χέρι σου αδερφή κι εγώ να τα’ βρω ξέρω
    όλα τα γκρεμνά του χαμού και του σωσμού τα μονοπάτια
    μονάχα να μου φέγγουνε τα φωτεινά σου μάτια

    Δος μου το χέρι σου αδερφή και ξέρω να σε φέρω
    όπου μου πεις ΕΣΥ
    Μα πώς δεν ήρθες στο νησί;

    ΦΩΤΗΣ ΑΓΓΟΥΛΕΣ

    ΘΑ ΠΕΡΙΜΕΝΩ ΕΔΩ – ΓIΩΡΓΟΣ ΝΤΑΛΑΡΑΣ

    28. ΣΤΟΝ ΙΔΙΟ ΡΥΘΜΟ
    3
    Σε περιμένω ακόμα κι’ ας το ξέρω πως δε θάρθεις.

    Την ώρα αυτή, από μια παλιά συνήθεια, πάντα σκύβω,
    φυλλομετρώντας άσκοπα κάνα τυχαίο βιβλίο.

    Μα ενώ καλά το ξέρω πως δε θα ξανάρθεις πίσω,
    μου αρέσει στον εαυτό μου να υποβάλλω την ιδέα,
    πως, κινημένη απ’ την παλιά συνήθεια, θάρθεις πάλι.

    Με την ελπίδα της αναμονής στο παραθύρι
    σιμώνω κ’ εξετάζω τους διαβάτες που περνούνε.

    Μα εσύ το ξέρω πως δε θα φανείς ξανά στο δρόμο.

    Γ. Θ. ΒΑΦΟΠΟΥΛΟΣ, Άπαντα τα ποιητικά», Παρατηρητής 2009.
    «Τα ρόδα της Μυρτάλης» (1931) (ενότητα: «Στον ίδιο ρυθμό»),

    ***

    29. MHN TON ΠΕΡΙΜΕΝΕΙΣ

    Πάντα να περιμένεις κάτι
    δεν έχει σημασία τι και ποιόν
    σημασία έχει το να μη ξεχνάς
    να περιμένεις.

    Αυτό που θα ‘ρθει, που έρχεται
    πάντα τελειώνει.

    Το να περιμένεις δεν τελειώνει
    και δίνει στο απρόσμενο
    το σπουδαίο ρόλο του θυμάμαι.

    Του θυμάμαι
    αυτού του πιστοποιητικού
    για το νερό που κύλησε
    για το πολύτιμο του ανώφελου
    για του έρωτα τη σκοτεινή διαύγεια.

    Και μη περιμένεις με φόβο
    τον φόβο του ανύπαρκτου.

    Αυτόν δεν θα τον συναντήσεις ποτέ
    κανείς δεν τον συνάντησε
    μην τον περιμένεις

    ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΚΛΗΒΑΝΙΩΤΗΣ

    ***

    30. ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΩΡΑ ΤΟΥΣ
    (Στη μικρή Ελένη μου)

    Βιάστηκα να γίνω «σύζυγος». Δεν έγινα.
    Δε βιάστηκα να γίνω πατέρας. Και έγινα.

    Βιάστηκα να γίνω «manager». Δεν έγινα.
    Δε βιάστηκα να γίνω αντάρτης. Και έγινα.

    Βιάστηκα να γίνω εραστής. Δεν έγινα.
    Δε βιάστηκα να γίνω σύντροφος. Και έγινα.

    Βιάστηκα να γίνω διάσημος. Δεν έγινα.
    Δε βιάστηκα να γίνω κηπουρός. Και έγινα.

    Τελικά, επιμένω:
    Έρχεται πάντα αυτό που περιμένουμε,
    μόνο ποτέ όταν το περιμένουμε,
    ποτέ από κει που περιμένουμε
    και, εν πάση περιπτώσει,
    όταν μόνο του κρίνει πώς αξίζει να ρθει.

    ΤΑΚΗΣ ΜΗΤΣΑΚΑΚΗΣ

    Για Κοίτα Ποιον Περίμενα – Φωτεινή Βελεσιώτου

    31. ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΤΟ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙΣ

    Μάτια που κοιτούν αργά,
    χείλη που φιλούν χωρίς βιασύνη,
    όνειρα που απλώνονται,
    κορμιά που πάνε κι έρχονται
    αναζητώντας τη μακρινή σκιά
    μιας μέρας που πεθαίνει
    χωρίς να ζητά τίποτα σε αντάλλαγμα.

    Στόματα που ζουν απ’ τον αέρα,
    πρόσωπα που αναζητούν καθρέφτες,
    κόσμος στα πρόθυρα του γήρατος
    κλείνει το μάτι σ’ ένα φανάρι πορτοκαλί.

    Γέλια που κλαίνε απ’ τα γέλια,
    κραυγές που δεν λένε τίποτα,
    φανοστάτες που χαίρονται
    να βλέπουν να πέφτει η νύχτα
    σε δρόμους που κρύβονται.

    Θόρυβος από καρδιές που απομακρύνονται,
    τραγούδια που ταξιδεύουν,
    σημάδια στον ουρανό που θυμίζουν
    πως η ζωή είναι ένα φιλί
    εκεί που δεν το περιμένεις.

    Javier Ruiz Taboada (Cuando menos lo esperas) Μετ. Μαριάννα Τζανάκη

    ***

    32. ΑΝΑΜΟΝΗ

    Ήταν αλλιώτικες οι μέρες
    Που «περιμέναμε» τον πατέρα
    Κίτρινα τ’ απογεύματα
    Στο μεγάλο δωμάτιο
    Με τις πολλές συναντήσεις

    Τις χαμηλόφωνες συζητήσεις
    Και εκείνα τα μυστικά κοιτάγματα
    Που ρωτούσαν
    Σαν να περίμεναν τις απαντήσεις
    Που ποτέ δεν έρχονταν

    Εκείνα τα κίτρινα απογεύματα
    Το κοριτσάκι του επάνω πατώματος
    Εξασκούνταν επίμονα στο πιάνο

    Μαρία Κέντρου – Αγαθοπούλου, Αρμιλλάρια (1973)

    ΝΙΚΟΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ – ΠΕΡΙΜΕΝΕ ΜΕ ΚΑΙ ΘΑ ΡΘΩ (1969)

    33. ΘΑ ΣΕ ΠΕΡΙΜΕΝΩ

    Θα σε περιμένω εκεί
    που δυο ουράνια τόξα θα κόβουν τις φλέβες τ’ ουρανού.
    Εκεί θα σε περιμένω.

    Να κρατάς κούπα
    να πιούμε από τις δυο προδοσίες
    την πικρότερη.
    Με ασημένιο κώδικα θα συνεννοηθούμε.

    Έλα. Και θα μιλήσουμε κοφτά. Σαν σφαγείς.
    Kαι μόλις έρθει το ρούμι, θα γελάσουμε, ο ένας φορώντας το σώμα του άλλου.
    Μετά, θ’ ανοίξουμε σεμνά τους τάφους μας.

    Κάτω από επιστασίες βροχής, θυμηθήκαμε τις συμμαχίες των σωμάτων.
    Κι αγαπηθήκαμε με ό,τι είχαμε πρόχειρο επάνω μας.
    Εσύ, με βρεγμένα μάτια
    κι εγώ με το ίδιο πρόσωπο της νεαρής κερασιάς.

    ΣΤΕΛΛΑ ΔΟΥΜΟΥ

    ***

    34. ΑΝΕΦΙΚΤΟ

    Δὲν ξέρω ἀλήθεια τί νὰ καρτερῶ.
    Τί πράγμα νάν’ αὐτὸ πώχω χαμένο
    Κι’ ὅλο καὶ ψάχνω, ψάχνω νὰ τὸ βρῶ.
    Κι’ ὅλο το λαχταρῶ καὶ τὸ προσμένω.

    Νὰ τώχα μήπως κάποτε – μπορεῖ –
    καὶ μέσα στὴ ζωὴ νὰ τόχω χάσει;
    Μπορεῖ νάηταν ἀφάνταστα βαρὺ
    γιὰ νάχει τόσο κι’ ἡ ψυχή μου ἀδειάσει.

    Μπορεῖ νάηταν κι’ ἀνάλαφρο πολὺ
    κι’ ἔφυγε μὲ τὸ φύσημα τ’ ἀνέμου.
    Ἴσως νὰ ζοῦσε στῶν ὀνείρων τὴν ἀχλύ.
    Κι’ ἴσως νὰ μὴν τ’ ἀπάντησα ποτέ μου.

    Δὲν ἔχει σχῆμα, χρῶμα καὶ μορφή.
    Σὰν ἔννοια μαγικὴ μὲ διαποτίζει.
    Καὶ σὰν λαχτάρα ἀσίγαστη κρυφὴ
    μὲ βασανίζει.

    Ἀνέφικτο καὶ πλάνο ἰδανικό,
    ποὺ δὲν μπορεῖ ἡ ζωὴ νὰ μᾶς τὸ δώσει.
    Καὶ μέσα σ’ ἕναν κόσμο ἐξωτικὸ
    πασκίζει μόνο ὁ νοῦς νὰ τ’ ἀνταμώσει.

    Κι’ ἐκεῖνο ὅλο καὶ φεύγει μακρυά.
    Πιὸ πέρα ἀπ’ τὴ χαρὰ κι ἀπὸ τὴ λύπη.
    Ἀσύλληπτή τῶν πόθων μας σκιά.
    Ἀγνώριστο περνάει καὶ πάντα λείπει.

    (Χρυσάνθη Ζιτσαία, ψευδώνυμό της Χρυσάνθης Λάμπρου Οἰκονομίδου ἀπὸ τὴν Ζίτσα τῆς Ἠπείρου, 1903-1995, un passant γιαγιὰ τοῦ μαέστρου καὶ συνθέτη Ἄλκη Μπαλτὰ)

    ***

    35. ΘΑ ΣΕ ΠΕΡΙΜΕΝΩ

    Θα σε περιμένω πίσω απ’ την κλειστή πόρτα της νύχτας
    Το φθινόπωρο προχώρησε έσμιξε με το πρόσωπό σου
    Είναι η εποχή που γνωρίζεις τα δέντρα τα πουλιά
    Μέσα στο πληγωμένο φως στο ψυχορράγημά τους

    Είναι η εποχή των καθηλωμένων χεριών
    Η μοναχιασμένη φωνή βρήκε το μίσχο της
    Μια ανάσα σύρθηκε διπλή μες απ’ τα πράγματα
    Έπειτα ένας πνιγμένος ήχος
    Ανακατωμένος με τα στερνά φύλλα

    Το σκοτάδι στα μάτια σου κρυμμένα στο βράδυ
    Που έψαχνα κι έχανα
    Τα μεγάλα έκπληκτα μάτια σου
    Ανοίγοντας στο φθινόπωρο
    Αφημένα σε μιαν άκρη του χρόνου
    Κάνοντάς με να ψάχνω
    Να ζήσω μέσα σου όλο το χρόνο
    Περνώντας ζώντας να ντυθώ την παρουσία σου
    Να κρατήσω μέσα σου την ανθρώπινη ηλικία σου
    Που την άφηνες κι έφευγες

    Τόσες εικόνες που γυρεύουν ανάσταση
    Να φορέσω μια παρέλαση ημερών ύστερ’ απ’ τη βροχή
    Ένα δίχτυ από ήλιο σε μαύρα μαλλιά
    Να κινηθώ στα βήματά σου
    Που δοκιμάζαν τη μέρα και βιάζαν τη νύχτα
    Ανοίγοντας τη σιωπή
    Κι έπειτα πάλι στη σιωπή να τα ρίξω
    Σα μια χαμένη μουσική φως που φεύγει

    Αλέξης Τραϊανός, [Από την ενότητα Υδρία] Μικρές μέρες (1973)

    ***

    36.
    IV
    ΟΛΗ μου τη ζωή πρόσμενα κάτι,
    έχω γεράσει σε μιαν αιώνια παραμονή.

    Και τώρα, κοιτώντας πίσω, αναρωτιέμαι
    πού είναι τα όνειρα που δεν είχα,
    πώς να αναπληρώσω τον χρόνο, τόση
    απώλεια.

    Σήμερα είναι μια νέα ημέρα αυτή του θριάμβου μου,
    λέω. Και πείθομαι και ηρεμώ.
    Και μένω σκεφτικός, δίχως να σκέφτομαι,
    πως έχω ζήσει ίσως δίχως να ζω
    -δίχως να ζω να σκέφτομαι να πιστεύω-, σε τίποτα.

    Adrián González da Costa, μτφρ.: Βιργινία Χορμοβίτη

    ***

    37. ΑΝΑΜΟΝΗ

    Ονειρεύτηκα ανθρώπους κι’ ουρανό
    μέσ’ στους κλειστούς πύργους της ερημιάς
    τ’ ανοιχτά παράθυρα που φυσούν οι άνεμοι.

    Σκόρπισα τη ζωή μου στους ατέλειωτους δρόμους
    στις κορφές των δέντρων
    κρέμασα ένα χαμόγελο
    στο πιο ψηλό κλαδί της ιτιάς
    και περίμενα την άνοιξη
    μέσ’ απ’ τους βράχους τα νερά και τα δέντρα.

    Βασίλης Φαϊτάς, Άποικοι της νύχτας (1966)

    Χάρις Αλεξίου – Φεύγω και μη με περιμένεις

    38. ΜΗΝ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙΣ ΤΙΠΟΤΑ

    Από το δέντρο τ’ ουρανού
    έπεσαν τα σύννεφα στη γη.
    Η χώρα λεκιάστηκε
    από μεγάλα σκουρόχρωμα φύλλα.

    Στις οδούς των Λυπημένων
    βάφονται τα πλαίσια των παραθυριών
    στο χρώμα τ’ ουρανού
    στο χρώμα του ήλιου
    στα σπίτια χωρίς φως.

    Περιστερώνες στις σκεπές
    για ένα χθες με ανοιχτόχρωμα φτερά,
    που δεν ξαναγυρνά.

    Μόνο το καμπάνισμα στην άκρη του δάσους.
    Κύματα ήχου από μικρές καμπάνες
    που φτάνουν μέχρι το δωμάτιο.

    Βγάλε τα παπούτσια,
    βρέξε τα πόδια.

    Μην περιμένεις τίποτα
    παρά μόνο τις μικρές καμπάνες
    να σημάνουν
    στην άκρη του δάσους.

    Χίλντε Ντομίν, μετ: Αλεξάνδρα Αντωνακάκη

  11. Γιάννη, σου έχω στείλει το υλικό 7 φορές. Πάντα παίρνω την εξής απάντηση:

    ** THIS IS A WARNING MESSAGE ONLY **
    ** YOU DO NOT NEED TO RESEND YOUR MESSAGE **

    Δεν ξέρω τι άλλο να κάνω.

    • Αγγελική, εντάξει τα πήρα! Έκανα και την ανάρτηση, αλλά το μέιλ ήρθε κομμένο από το 16ο ποίημα και μετά… Μπορείς να τα αναρτήσεις στο σχόλιό σου… Ευχαριστώ!!!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: