Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (198ο): «Τρέλα – τρελός»…

Το τραγούδι του τρελού, Μαρία Δημητριάδη

 

 

  1. ΔΕΣΜΟΙ

Ωραία Παράνοια, φτάνεις τη νύχτα, σύντροφε,

κι ανοίγεις τα κουτιά με τις εικόνες. Είναι οι δικές μου.

 

Μου τις ξαναφέρνεις σε ώρες της σπουδής, κι εγώ αποθέτω

ευθύς όλο το φόρτο του φθαρτού Λόγου της ημέρας κι αφοσιούμαι

σε ό,τι κομίζεις αλλαγμένο. Μαζί γευόμαστε, οι παλιοί εταίροι,

ό,τι χωρίς εσέ είναι στείρον. Αλλά πού πηγαίνεις
τις άλλες ώρες και, ενώ βιάζει ο χρόνος, τόσα μου αφαιρείς;

Ποια ορμή ακρασίας, προς ποιες οδούς σε απομακρύνει;

Πού μου πλανάσαι, τι καλύτερο σε απασχολεί, όταν η συνάφεια

μαζί μου, μόνη, σε περιάγει σε μυθώδη ισχύ;

Σε ποια σπατάλη δίδεσαι, όταν ο δεσμός μας

δεν επιτρέπει πλέον τις εκλείψεις σου; Καμώματα

δεν σου ταιριάζουν γυναικός·  ιδέα του κόρου

είναι από μένα τόσο ξένη, όσο τ’ απώτερα των άστρων·

 

είσαι η εστία του συμπλέγματος εκείνου,

που την αμφίβολη ύπαρξή μου συνιστά στον κόσμο·

 

είσαι το σχήμα και το χρώμα του σχεδίου μου, ενός σχεδίου,

που, δίχως την παρεμβολή σου, θα έμενε ό,τι οι κέραμοι

της αταξίας οι ερριμμένοι, ωραία Παράνοια.

ΤΑΚΗΣ ΠΑΠΑΤΣΩΝΗΣ

 

*Ακρασία: η, κατά τον Αριστοτέλη, ακράτεια (αντίθετο της εγκράτειας)

 

 

***

 

  1. ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ ΕΝΑΣ  ΤΡΕΛΟΣ

Εγώ είμαι ένας τρελός που μπροστά στις βιτρίνες

φαντάζομαι μια μεταμόρφωση του εαυτού μου

στου εραστού την προκλητικότητα να με οδηγήσει.

 

Εγώ είμαι ένας τρελός γιατί στο δίσκο της εκκλησίας

ποτέ δε ρίχνω δεκάρα μήπως εξευτελίσω

τους άμοιρους παπάδες, γιατί πάντα νομίζω

πως αυτοί πρέπει να τρέφονται μόνο με πνεύμα Κυρίου.

 

Εγώ είμαι ένας τρελός γιατί ποτέ δε σηκώνω

το λόγο μου πάνω από το ζεστό τόνο της ομιλίας.

 

Εγώ είμαι ένας τρελός γιατί δεν αρκούμαι

σ’  αυτό που βλέπω. Η απ’ έξω ομορφιά με τρομάζει

και ψάχνω να βρω μέσα στο καθετί αν υπάρχει.

 

Εγώ είμαι ένας τρελός γιατί βασανίζομαι

να πείσω τον άλλον να μου πει μιαν ομαλή καλημέρα.

 

Εγώ είμαι ένας τρελός γιατί έσπασα το ρολόι μου

νομίζοντας έτσι πως θα νικήσω το χρόνο.

 

Τέλος εγώ είμαι ένας τρελός γιατί ακόμα νομίζω

πως οι πόλεμοι γίνονται για να κερδηθεί η ελευθερία.

 

ΚΡΙΤΩΝ ΑΘΑΝΑΣΟΥΛΗΣ  (1916-1979)

 

 

***

 

  1. «Η Τρέλα η πολλή είναι εξαίσια Λογική –

στα Μάτια που γνωρίζουν να διακρίνουν –

Η Λογική η πολλή – η πιο ακραία Τρέλα –

Είναι σε τούτο η Πλειοψηφία,

 

Καθώς στο όλον που επικρατεί –

Συναίνεσε – και είσαι συνετός –

Εναντιώσου – παρευθύς κίνδυνος είσαι –

Και μ’ Αλυσίδες βρίσκεσαι δετός -».

 

ΕΜΙΛΥ  ΝΤΙΚΙΝΣΟΝ, [Επειδή δεν άντεχα να ζήσω φωναχτά, μτφ. Άρτεμις Γρίβα, Gutenberg, 2013

 
***

  1. ΤΡΕΛΟΣ

Είμαι – το ξέρω – λογικός.  Ω δεν μιλάω.
Σαν λάμψει η μέρα σβω το φως μου.
Αν ιδώ ένα φύλλο πούπεσε – εντός μου
λέω : είδα ένα φύλλο πούπεσε και… πάω

Τόσο πολύ! Προσέχω. Τ’ όντι
δεν έχω αντίρρηση καμιά. Χαρά μου
νάναι τα δυο διπλό απ’ το ένα. Νοερά μου :
πως είναι στρόγγυλοι – επιμένω – οι οριζόντοι.

Τρελός εγώ; Αστείο! Και στίχους
φιάχνω, και πάω πατώντας˙ ούτε λόγος
ότι όπως στρίβει ο δρόμος, αναλόγως
στρίβω να μη σκουντάψω πα στους τοίχους…

Λοιπόν δεν είμαι. Ωραία! Το ψέμα
μισώ. Τώρα εννοώ γιατί η καρδιά μου
έκανε τίκι – τακ για κείνηνα – στοχιά μου :
για να κυκλοφοράει μου το αίμα!

Πέθανε! Πώς την έλεγαν ξεχνάω…
– χάθηκε μαζί της η χαρά, το φως μου –
και είμαι τόσο λογικός που εντός μου
λέω : είδα ένα φύλλο πούπεσε – και πάω…

ΓΙΑΝΝΗΣ  ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ/ Εαυτούληδες, Άπαντες Στίχοι 1936 – 1970 ΕΠΤΑΛΟΦΟΣ Ε.Π.Ε. / 1970

 

***

  1. Η ΚΥΡΑ ΜΟΥ Η ΤΡΕΛΑ

Πώς ήταν έτσι, πώς μου εφάνη ως είχεν έμβει
κειο το βαπόρι μες στο λιμάνι με όκια τεφρά,
όπως το τύλιξε στ’ αχνά μετάξια της σιγά η ρέμβη
ως το ρυμούλκησε μειλίχιο η νύστα μου εκεί αλαφρά.

 

Ήρθε και στάθηκε μπερδικλωμένο σ’ αχνή τολύπη
κ’ ήταν σαν κάτι, κάτι ανείπωτο νάχε να πει,
κι ύστερα, παίρνοντας, σκυφτή επιβάτισσά του τη λύπη
ως ήρθε θάφευγε, με κυβερνήτη του τη σιωπή.

 

Κι η νύχτα έφτασε. Αχ, το βαπόρι μες στην ασβόλη,
τι τρέλα θάκανε ανεπανόρθωτη και μαγική;
Μη θα κεραύνωνε με μια του λέξη την έρμη πόλη
μη θα ξεμπάρκαρε τη φρίκη αμίλητη οτο μώλο εκεί;

 

Ή μη—βαρκάκια του—μ’ άσπρες κορδέλες σταυροδεμένα
φέρετρα θάστελνε όξω—σαν κύματα και σαν αφροί—
όπου θα κείτονταν της γης τα νήπια μαχαιρωμένα
ή όπου όλοι όσοι αγαπήθηκαν, θάσαν vεκροί;
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Τίποτα, τίποτα… Μα πώς έτσ’ ήταν, πώς μου εφάνη
αυτό το πλοίο; Στάθηκε αμίλητο μ’ όψη φριχτή,
κι έφυγε, ως τόφερε η Κυρά μου η τρέλα μες στο λιμάνι,
αυτή που παίρνοντας με από το χέρι με περπατεί…

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ, Τα Νέα Ελληνικά 1 [Ιανουάριος 1952]

 

 

Ποιος είν’ τρελός από έρωτα, Φλέρυ Νταντωνάκη

 

  1. ΕΙΜΑΙ ΤΡΕΛΗ ΝΑ Σ’ ΑΓΑΠΩ


Είμαι τρελή να σ’ αγαπώ, αφού πια έχεις πεθάνει,
να λιώνω στη λαχτάρα των φιλιών,
να νιώθω τώρα πως αυτό που μου’ δωσες δε φτάνει,
δε φτάνει η δρόσος των παλιών.

Με μιαν ασίγαστη μανία να θέλω ό,τι μου λείπει,
να θέλω ό,τι μου κράτησες κρυφό,
κι έτσι να δέρνομαι μ’ αυτό το μάταιο καρδιοχτύπι.
Στα μάτια σου την τρέλα να ρουφώ.

Τι θ’ απογίνω, αγαπημένε, που θα σε ζητήσω;
Άλλοτε οι μέρες φεύγανε στην προσμονή σου σκιές.
Αιώνες καρτερώντας σε μπορούσα να διανύσω,
με τ’ όνειρό σου οι πίκρες μου γλυκιές.

Πού να’ σαι; Τι ν’ απόμεινε από σε να το ζητήσω;
Πού να’ ναι το στερνό μου αυτό αγαθό;
Ω, δεν μπορεί μια ολόκληρη ζωή γι’ αυτό να ζήσω,
και μάταια καρτερώντας να χαθώ.

Άνοιξη! Ο ήλιος χρυσαφιού πλημμύρα. Μάγια, μύρα
παντού, και σ’ αγαπώ, σε καρτερώ.
Βραδύνεις κι υποψιάζομαι, ζηλεύω, δε σου πήρα
όλης σου της ψυχής το θησαυρό.

Τα λόγια σου! Ω τα λόγια σου, μια υπόσχεση που καίει,
μια υπόσχεση που αργεί πολύ να ‘ρθεί.
Τ’ ακούω παντού, δεν παύουνε. Μέσα τους κάτι κλαίει,
μέσα τους τρέμει η αγάπη σου, προτού μοιραία χαθεί.

Τα λόγια σου με μέθυσαν τη μέθη του θανάτου
κι ακόμα δεν εσίγασαν. Μιλούν
και με τρελαίνουν, με μεθούν, με φέρνουν πιο σιμά σου,
ενώ πιο ακαταμάχητα στην ύπαρξή καλούν.

Αγαπημένε, αν τη ζωή τη δώσω πίσω, πε μου,
τι θα ωφελήσει, αφού δε θα σε βρω;
Δε λογαριάζω τη ζωή, μα πώς μπορεί, καλέ μου,
να σβήσει πια η αγάπη μου; Και να μη σ’ αγαπώ,

ενώ θα ‘ναι Άνοιξη παντού που ακούστηκε η φωνή μας
να επικαλείται τον αιώνιον έρωτα, και μείς
στεφάνι να του πλέκουμε με μόνο το φιλί μας,
μέσα στο γιορτασμό λατρείας θερμής.

Ω ! δε μου δίνει ο θάνατος καμιά, καμιάν ελπίδα,
και μου τις έσβησε η Ζωή σα μια ψυχρή πνοή.
Τώρα μου μένει στου έρωτα την άγρια καταιγίδα
να ιδώ να μετρηθούν για με θάνατος και ζωή. 

ΜΑΡΙΑ  ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ

 

***

 

  1. Ο ΤΡΕΛΟΣ

νας τρελς καθότανε στν εσοδο
τ νύχτα πόψε κα μιλοσε,
μιλοσε βιαστικ κι᾿ ταν πόσταινε
κάποτε, σκεφτικ χαμογελοσε.

 

Μιλοσε γι τ γνώση, τν νόμαζε
τν πρώτη δυναμία τν νθρώπων.
«Μ
θ μιλήσω πόψε κι᾿ ς μ δέσουνε,
ξέρω τ μυστικ τν γιων τόπων!

 

»Ξέρω λο μυστικ κα γύρω μου φοβα
θ τ βροντοφωνήσω πάλι.
Α, μουν τρελλς τόσον καιρ πο σώπαινα
κι᾿ ατ μοχουν βαρύνει τ κεφάλι.

 

»Φίλε μου νσαι πλς πολυλογάς
χωρς οσία, θσαι βάρος.
Φρόντιζε νσαι πι πικίνδυνος
κα μόνος σου ν παίρνς θάρρος.

 

»Νχς καρδι κι᾿ λο ν εφραίνεται
μ᾿ ασθημα κα φιλοτιμία,
ενεν καρτερς τ θάνατο
κα νρθη μία λιποθυμία!!!

 

»Εδες φουκαρς τζίτζικας
ψόφησε χτς π ελικρίνεια.
Τ
λέγε ληθιν κ᾿ πίμονα
κα μες τ παίρναμε γι γκρίνια.

 

»Στ τέλος σκασε π εγένεια
κ᾿ πίσημα κυλίστηκε στ χμα
Α φαλοι, δ θ μο τ κλείσετε
ποτ τ᾿ χρεο μου τ στόμα!»

 

Κα τλεγε τόσο ρεμα
τόσο γλυκ ματιά του φωτοβόλει,
γελο
σε ξαφνικ κ᾿ τσι χαρούμενα
σ νταν καρδιά του περιβόλι!

 

ΜΑΡΙΑ ΠΟΛΥΔΟΥΡH

 

 

 

Tρελή κι αδέσποτη

 

 

  1. Ο ΤΡΕΛΟΣ ΤΟΥ ΠΕΖΟΔΡΟΜΙΟΥ

Όταν τα έργα όλα που έχουν φτάσει
Από την κούνια ως στον τάφο
Αρχίζουν απ’ τον τάφο να γυρνούν στην κούνια·

 

Όταν οι σκέψεις που ένας τρελός
Έχει τυλίξει επάνω σε καρούλι
Είναι μόνο αξετύλιχτο νήμα, μόνο αξετύλιχτο νήμα·

 

Όταν κούνια και καρούλι θα ‘χουν φύγει
Κι εγώ, μια απλή σκιά απομείνω τελικά
Με πράγματα γεμάτη
Διάφανα σαν τον αέρα,
Θα  βρω νομίζω
Μια πιστή αγάπη, μια πιστή αγάπη.

 

WILLIAM BUTLER YEATS, μτφρ. Άντρια Γαριβάλδη

 

  1. Η  ΤΡΕΛΗ

Ετούτη η τρελή κόρη  που αυτοσχεδιάζει τη μουσική της

την ποίησή της, χορεύοντας στην ακροθαλασσιά

με την ψυχή της τώρα χωρισμένη

και σκαρφαλώνει, πέφτει, χωρίς να ξέρει πού

 

και κρύβεται σ’ ενός ατμόπλοιου τ’ αμπάρι

με γόνατο σπασμένο, η κόρη αυτή, δηλώνω εγώ,

είναι κάτι ωραίο κι υψηλό, κάτι

ηρωικά χαμένο που ηρωικά έχει βρεθεί.

 

Δεν έχει σημασία ποια συμφορά τη βρήκε∙

την τύλιξε μια μουσική απελπισμένη

και τυλιγμένη τυλιγμένη μες στο θρίαμβό της

εκεί που στοίβαζα δεμάτια και καλάθια

έβγαλε μια φωνή παράξενη τραγουδιστή:

 

«Αχ θάλασσα που θάλασσα ποθείς, θάλασσα πεινασμένη».

 

WILLIAM BUTLER YEATS, Μετ : Σ π ύ ρ ο ς  Η λ ι ό π ο υ λ ο ς   (Οκτ. 2011)

 

 

***

 

  1. ΤΡΕΛΟΙ ΣΑΝ ΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ ΚΑΙ ΤΟ ΧΙΟΝΙ

 

Μαντάλωσε και κλείσε το παντζούρι,

Γιατί ο απαίσιος άνεμος φυσά:

Ο νους μας είναι στην ακμή του αυτή τη νύχτα,

Κι εγώ, όπως φαίνεται, ξέρω καλά

Πως όλα έξω από μας είναι

Τρελά σαν την ομίχλη και το χιόνι.


Ο Οράτιος, εκεί, στέκεται πλάι στον Όμηρο,
Ο Πλάτων από κάτω έχει σταθεί,
Κι εδώ είναι του Τύλλιου η ανοιχτή σελίδα.
Πόσα χρόνια πριν εγώ κι εσύ
Ήμασταν δυο αγράμματοι έφηβοι,
Τρελοί σαν την ομίχλη και το χιόνι;

Ρωτάς τι έχω και στενάζω, παλιέ φίλε,
Τι έχω και ριγώ;
Ριγώ κι αναστενάζω γιατί νιώθω
Ότι ακόμη και ο Κικέρων
Κι ο Όμηρος με το πολύπτυχο μυαλό ήταν
Τρελός σαν την ομίχλη και το χιόνι.
 

 

WILLIAM BUTLER YEATS, μτφρ. Ιωάννης Στούπας

 

Τρελή κι αλλοπαρμένη – Χαρούλα Αλεξίου

 

 

  1. ΜΑΚΑΡΙΟΙ ΟΙ ΙΣΟΡΡΟΠΗΜΕΝΟΙ

Μακάριοι οι ισορροπημένοι, εκείνα τα παράξενα όντα.
Εκείνοι που δεν είχαν μια μάνα τρελή, έναν πατέρα μεθύστακα,
ένα γιο εγκληματία,
Ένα σπίτι πουθενά, μια άγνωστη αρρώστια,
Εκείνοι που ψήθηκαν από έναν παράφορο έρωτα,
Εκείνοι που έζησαν τα δεκαεφτά πρόσωπα του χαμόγελου και κάτι παραπάνω.

 

Οι γεμάτοι παπούτσια, οι αρχάγγελοι με καπέλο,
Οι ευχαριστημένοι, οι χοντροί, οι χαριτωμένοι,
Οι τραλαλά και οι οπαδοί τους, εκείνοι που γιατί όχι, οι “παρακαλώ περάστε”,
Εκείνοι που κερδίζουν, εκείνοι που αγαπιώνται ίσαμε τη λαβή,
Οι φλαουτίστες που συνοδεύονται από ποντικούς,
Οι πωλητές και οι αγοραστές τους,
Οι καβαλιέροι ελαφρώς υπερανθρωπίζοντες,
Οι άντρες που είναι ντυμένοι με βροντές και οι γυναίκες με αστροπελέκια,
Οι λεπτοί, οι μυαλωμένοι, οι φίνοι,
Οι αγαπητοί, οι γλυκοί, οι βρώσιμοι και οι πόσιμοι.
Μακάρια τα πουλιά, η κοπριά, οι πέτρες.

 

Αλλά αφήστε ελεύθερους αυτούς που δημιουργούν τους κόσμους και τα όνειρα,
Τις αυταπάτες, τις συμφωνίες, τις λέξεις που μας διαλύουν
Και μας ξαναφτιάχνουν, τους πιο τρελούς κι απ’ τις μανάδες τους,
πιο μεθύστακες κι από τους πατεράδες τους
Κι ακόμα πιο εγκληματίες κι απ’ τους γιους τους,
Και πιο ψημένους από παράφορους έρωτες.
Ας τους κρατήσουν τη θέση τους στην κόλαση, και φτάνει.

 

Roberto Fernadez Retamar, Μτφρ. Ρήγας Καππάτος

 

 

***

  1. ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΒΑΡΟΣ ΤΩΝ ΤΡΕΛΩΝ

Φυσάμε ξεφυσάμε

Δε βγαίνει ο βράχος από μέσα μας

Οι τρελοί

γεννιούνται

από τις πέτρες

που πετάχτηκαν ένα απόγευμα αφηρημένα

από ια παρέα παιδιών

καθώς αυτά συζήταγαν με πάθος

να φτιάξουνε μια συμμορία

κι έτσι δεν κατάφεραν

να κάνουν γκελ στη θάλασσα

 

δε γκελάρουν όλοι οι άνθρωποι

να προσέχετε τις πέτρες που πετάτε

 

ΣΑΜΣΩΝ ΡΑΚΑΣ

 

 

Είδα Του Τρελού Τα Κλάματα – Φωτεινή Βελεσιώτου

 

 

13.ΣΤΙΧΟΙ ΤΟΥ ΦΡΕΝΟΚΟΜΕΙΟΥ

Μέσ᾿ στ στήθια συμφορ
σν τ κμα πλημμυρ,
σέρνω τ
βαρύ μου βμα
σ᾿ να μνμα!

 

Σν μ᾿ ρπάχθηκε χαρ
πο χαιρόμουν μι φορ
τσι σ μίαν ρα
μέσ᾿ σ᾿ ατν τν χώρα
λα λλαξαν τώρα!

 

Κι᾿ π τότε πο θρην
τ ξανθ κα γαλαν
κα οράνιο φς μου,
μετεβλήθη ντός μου
κα ρυθμς το κόσμου.

 

Μέσ᾿ στ στήθια συμφορ
σν τ κμα πλημμυρ,
σέρνω τ βαρύ μου βήμα
σ᾿ να μνμα

 

Τν σταυρ τν ψηλ
γκαλιά, γλυκοφιλ
τ μυριάκριβο νομά της,
κι᾿ π᾿ τ χώματά της

 

φωνή της χρυσ
μ καλε «λα κα σ
δίπλα στ ξανθ παιδί σου
κα κοιμήσου!»

 

ΓΕΩΡΓΙΟΣ  ΒΙΖΥΗΝΟΣ

 

***

14.ΤΑ ΧΡΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΤΡΕΛΑΣ

μαθαίνω τα χρώματα της τρέλας καρφωμένη

σε μια καρέκλα με ισορροπημένα τα κουρδισμένα

χέρια μου πάνω σε μια γραφομηχανή καρφωμένη

σ’ ένα τετράγωνο τραπέζι μέσα σ’ ένα τετράγωνο

δωμάτιο καρφωμένο σ’ ένα τετράγωνο σπίτι μέσα

σ’ ένα τετράγωνο κόσμο

 

ΜΥΡΤΩ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ, Το ζώο που κρύβω και άλλα πλάσματα (1987) [Ενότητα άλλα πλάσματα]

 

 

Γιώργος Νταλάρας – Τρελοί και Άγγελοι (Ντύλαν Τόμας)

  1. ΟΙ ΤΡΕΛΟΙ ΤΗΣ ΟΜΟΡΦΙΑΣ

    Γράφω γι’ αυτούς

που περπατούν μόνο μεσάνυχτα

για να μην φαίνονται οι πληγές στα πόδια,

 

γράφω γι’ αυτούς

που κάνουν τους άλλους επιβάτες ν’ απορούν

γιατί κλαίνε δίχως λόγο στο αστικό λεωφορείο,

 

γράφω γι’ αυτούς

που απ’ το χάιδεμα ενός άλλου χεριού στην πλάτη τους

διάλεξαν το τρίψιμο του σκοινιού στον σβέρκο,

 

γράφω γι’ αυτούς

που τους είπανε τρελούς

επειδή έσπασαν το κεφάλι τους στα σύννεφα

επειδή έχωσαν στον άνεμο τα δόντια τους

επειδή ουρλιάζουν κλεισμένοι στο ασανσέρ του έκτου ορόφου

μιας γυψωμένης πολυκατοικίας του ’60.

 

Γράφω γι’ αυτούς

που πόθησαν την ομορφιά,

μα μείναν με την όρεξη.

Χρήστος Αρμάντο Γκέζος, «Ανεκπλήρωτοι Φόβοι», Πολύτροπον, 2012

 

ΑΣΤΟΝ ΤΡΕΛΟ ΣΤΗΝ ΤΡΕΛΑ ΤΟΥ – ΜΑΝΩΛΗΣ ΜΗΤΣΙΑΣ

 

 

 

  1. ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΤΡΕΛΟΥ

 

Ο ήλιος ζει στον ουρανό, το φίδι ζει στη γη.
Xωρίς ασπίδα και κοντάρι προχωρώ.
Mου αρκεί το ψάθινο καπέλο που φορώ.
Mου αρκεί το καλαμένιο μου ραβδί.

 

Στον κόσμο τον μικρό και τον απέραντο
γυμνό μ’ ηύρε το βράδυ και απένταρο.
T’ αρχαία μου τα σύνεργα κοιτώ στον ουρανό:
Tον Tρίποδα, την Άμαξα, το Στέμμα. Προχωρώ.
Kοντά στον Eφταπάρθενο Xορό
σ’ ένα φαράγγι άστρων σκοτεινό
η κουκουβάγια με ρωτά καθώς περνώ:

 

“Xουχουχουχούου, χου;”. Δεν απαντώ,
γιατί πιο πέρα στη σκιά του Γαλαξία
με περιμένει η πανέμορφη Eυδοξία.

 

Στον Mπεντελγκέζε ορκίζομαι τον Mέγα
ομώνω στον Ωρίωνα και στον Bέγα
είμαστε οι πρώτοι άνθρωποι και οι στερνοί θεοί
εγώ το Άλφα είμαι και τ’ Ωμέγα εσύ.
Aπ’ της Γυναίκας και του Άντρα τη λατρεία
είναι που ανθίζουν τα κλαδιά του Γαλαξία.

 

Mέσα στο χέρι της το χέρι μου κρατεί
και περπατάμε στην απέραντη τη γη.
Ποιον θα μπορούσε η γύμνια μας τάχατες να πειράξει
όταν τη λάμψη μας ουδείς αντέχει να κοιτάξει;

 

ΓΙΑΝΝΗΣ  ΥΦΑΝΤΗΣ

 

 

***

 

  1. ΤΡΕΛΟΣ  ΕΠΙΒΑΤΗΣ

 

«Άλλαξε πορεία, δυστυχισμένε» –

Φώναξε ο τρελός επιβάτης στον οδηγό

«Δεν τα βαρέθηκες, τόσα χρόνια, αυτά τα πληκτικά

Σύρε κι έλα; Αριστερά το τιμόνι, όλο αριστερά

Προς το απέραντο θαλασσί που αφρίζει».

 

Οι ταξιδιώτες τινάχτηκαν απ τον ύπνο

Και ζήτησαν απ τον επόπτη να διατάξει έξωση.

Ο τρελός επιβάτης γύρισε και τους κοίταξε

Με βαθιά επιείκεια. Είταν όλοι τους

Σχεδόν πεθαμένοι.

 

«Κουβαλάμε απ την αφετηρία το σάπιο φορτίο» –

Ξαναφώναξε με μανία στον οδηγό

Κι άρπαξε το τιμόνι, το ‘στριψε στον γκρεμό

Άνοιξε τις πόρτες του λεωφορείου,

Κι οι νεκροί επιβάτες κατρακύλησαν στο σκοτάδι.

 

ΣΤΕΛΙΟΣ  ΓΕΡάΝΗΣ

 

 

***

 

  1. ΒΑΝ ΓΚΟΓΚ

 

Τους αγαπάω τους τρελούς,
μιλούν με το φεγγάρι ·

ενώ εμείς κοιμόμαστε,
αυτοί κόβουν τις φλέβες τους

ή το αφτί τους
τρυφερά
και το προσφέρουνε.

 

ΧΡΙΣΤΟΣ ΛΑΣΚΑΡΗΣ

 

 

Στη σκέψη της τρελής – Γεράσιμος Ανδρεάτο

 

 

 

  1. Η ΤΡΕΛΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ


Η τρελή εξακολουθεί να ουρλιάζει,
να κραυγάζει, η τρελή.
Αποτολμώντας μια ακόμη προσπάθεια
να συγκρατήσει τις λέξεις που χάνονται.

 

Παραδίπλα ο τουρίστας
φωτογραφίζει ένα άγαλμα,
απέναντι μια γριά
κοιμάται στο παγκάκι.

 

Κι η τρελή εξακολουθεί να ουρλιάζει,
να κραυγάζει, η τρελή.
Η τρελή της πόλης.

 

ΝΙΚΟΣ  ΜΟΣΧΟΒΑΚΟΣ

 

*Η ανάρτηση είναι της καλής φίλης και συνεργάτιδας του νπλογκ, Αγγελικής!

 

Advertisements

Single Post Navigation

10 thoughts on “Πες το με ποίηση (198ο): «Τρέλα – τρελός»…

  1. *Ciao Aggeliki!… Τα πήρες όλα! Υπέροχη ανάρτηση!….

    *Έβαλες το τραγούδι, εγώ παραθέτω τους στίχους του Βάρναλη:

    -Κώστας Βάρναλης, «Το τραγούδι του τρελού»

    Άϊ! με το γύφτικο ζουρνά,
    με νταγερέ, που κουδουνά,
    σύρε σκοπόν αντάμικο.
    Εστράβωσα τη φέσα μου,
    έρωτας που `ναι μέσα μου
    για να χορέψω τσάμικο.

    Χίλια χέρια κι άρματα
    να `χα να σας φράξω,
    να `χα και δυο κέρατα
    τον οχτρό να σκιάξω!

    Για να βαστάξει όσο μπορεί,
    το μακελειό, να `στε γεροί,
    της πένας αντρειωμένοι!
    Κανοναρχάτε τ’ όνομά μας,
    όντας η δόξα μελετά μας
    τα σκελετά, γερμένη.

    Να χαμ’ ένα βασιλιά,
    για να μας θαμπώνει,
    με λειρί στο κούτελο,
    και φωνή τρομπόνι!

    Όλα εδώ χάμου ψεύτικα.
    Δε σ’ έζησα, ονειρεύτηκα,
    μαύρη ζωή, όλη πίκρα.
    Μα θα χαρώ σε, λευτεριά,
    αιώνια αλήθεια κι ομορφιά,
    σαν θα περάσω αντίκρα.

    Να χαμ’ ένα βασιλιά,
    δράκο με χοντρό λαιμό,
    σέρτικο κι αράθυμο,
    για να κάνει πόλεμο!

    Άμποτε λίγο να δυνόμουν
    για μια στιγμή να τρελαινόμουν,
    ο σαλεμένος νους
    και τα κλεισμένα τσίνορα
    να μην ξαμώνουν σύνορα
    και χώριους ουρανούς!

    Να ιδώ τον κόσμο ανάποδα
    τον αδερφό μου ξένο
    και τον οχτρόν αδέρφι μου
    αδικοσκοτωμένο.
    (Κ. Βάρναλης, Ποιητικά, Κέδρος)

    -Κώστας Βάρναλης, «Ο Τρελός»

    Μπροστά πολύ πολύ από το τρομαγμένο πλήθος προχωρεί
    χορεύοντας και τραγουδώντας ένας που τρελάθηκε.

    Είχα γυναίκα, είχα και ζα,
    είχα μια Βάσω με βυζά,
    μα προκοπή δεν είχα.
    Σε ποιό χαρέμι να παχαίνει
    στα μαξιλάρια ξαπλωμένη
    μασώντας τη μαστίχα.

    Μ’ αν κυλίσει μια ο τροχός
    και στην Πόλη μπούμε,
    σκλάβες χανουμόπουλα
    πὄχει να τραβούμε.

    Άι! με το γύφτικο ζουρνά,
    με νταγερέ, που κουδουνά,
    σύρε σκοπόν αντάμικο.
    Εστράβωσα τη φέσα μου,
    έρωτας που ’ναι μέσα μου
    για να χορέψω τσάμικο.

    Κάνε θάμα, πλόσκα μου,
    ξύλο τσιμισίρι,
    γίνε βρύση γάργαρη
    με χιλιάδες πίροι.

    Να ’στε γεροί, να ’στε καλά
    με τα τσαπράζια τα πολλά
    και τα μεγάλα ονόματα,
    κοτζαμπάσηδες όλοι πρώτης
    και με τους διάκους ο δεσπότης
    — τζιλβέδες και καμώματα!

    Χίλια χέρια κι άρματα
    να ’χα να σας φράξω,
    να ’χα και δυο κέρατα
    τον οχτρό να σκιάξω!

    Για να βαστάξει, όσο μπορεί,
    το μακελειό, να ’στε γεροί,
    της Πένας αντρειωμένοι!
    Κανοναρχάτε τ’ όνομά μας,
    σίντας η Δόξα μελετά μας
    τα σκελετά γερμένη.

    Να ’χαμ’ ένα βασιλιά,
    για να μας θαμπώνει,
    με λειρί στο κούτελο,
    με φωνή τρομπόνι!

    Σου φτάνουν σένα τα χωριά
    της Ρούμελης και του Μοριά
    και να ’ν’ πολλά σου τα έτη!
    Μα η Έγριπο με το μπουγάζι,
    που πλήθιο ψάρι κατεβάζει,
    δικό μου βιλαέτι!

    Έχω τρύπα στο βρακί,
    λίγδα στην καπότα μου,
    έχω ψείρα σαν κουκί
    και βρωμούν τα χνότα μου.

    Έχω νοήματα σοφά!
    Σ’ αγιονορίτικο σοφά
    στα λάδια και στα πάχη
    κολύμπησα, μα πάντα μένει
    άδεια η κοιλιά και τουρλωμένη
    — ανεμογκάστρι θα ’χει!

    Τί λαμπρός που ’ν’ ο καιρός,
    πόσο εγώ ’μαι ωραίος!
    Έφαγα έναν πόντικα,
    δόξα να ’χει ο θέος!

    Η σάρκα και τα κόκαλα,
    λάσπη πολλή και φρόκαλα,
    Πατρίδα μου, χαλάλι σου!
    Σαν είν’ οι αφέντες σου δικοί,
    θα ’ναι κι η ζήση σου γλυκή
    κι ανέγνιο τα κεφάλι σου!

    Το χαράτσι, τα παιδιά,
    μοναχός να κρίνεις,
    άλλο να σ’ τα παίρνουνε
    κι άλλο ναν τα δίνεις.

    Όλα εδώ χάμου ψεύτικα.
    Δε σ’ έζησα, ονειρεύτηκα,
    μαύρη ζωή, όλη πίκρα.
    Μα θα χαρώ σε, Λευτεριά,
    αιώνια Αλήθεια κι Ομορφιά,
    σαν θα περάσω Αντίκρα.

    Να ’χαμ’ ένα βασιλιά,
    δράκο με χοντρόλαιμο,
    σέρτικο κι αράθυμο,
    για να κάνει πόλεμο!

    Άμποτε λίγο να δυνόμουν
    για μια στιγμή να τρελαινόμουν,
    ο σαλεμένος νους
    και τα κλεισμένα τσίνορα
    να μην ξαμώνουν σύνορα
    και χώριους ουρανούς!

    Να ιδώ τον κόσμο ανάποδα
    τον αδερφό μου ξένο
    και τον οχτρόν αδέρφι μου
    αδικοσκοτωμένο.

    Μια μπάλα στο κούτελο τον πάει ίσα Αντίκρα, στο βασίλειο
    της Λευτεριάς, της Αλήθειας και της Ομορφιάς! Δεν
    πρόφταξε να ιδεί τον κόσμο ανάποδα.

    (Κ. Βάρναλης, Ποιητικά, Κέδρος)

    -Οδυσσέας Ελύτης, «Η τρελή ροδιά»

    Σ’ αυτές τις κάτασπρες αυλές όπου φυσά ο νοτιάς
    Σφυρίζοντας σε θολωτές καμάρες, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
    Που σκιρτάει στο φως σκορπίζοντας το καρποφόρο γέλιο της
    Με ανέμου πείσματα και ψιθυρίσματα, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
    Που σπαρταράει με φυλλωσιές νιογέννητες τον όρθρο
    Ανοίγοντας όλα τα χρώματα ψηλά με ρίγος θριάμβου;

    Όταν στους κάμπους που ξυπνούν τα ολόγυμνα κορίτσια
    Θερίζουνε με τα ξανθά τους χέρια τα τριφύλλια
    Γυρίζοντας τα πέρατα των ύπνων τους, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
    Που βάζει ανύποπτη μες στα χλωρά πανέρια τους τα φώτα
    Που ξεχειλίζει από κελαηδισμούς τα ονόματά τους, πέστε μου
    Είναι η τρελή ροδιά που μάχεται τη συννεφιά του κόσμου;

    Στη μέρα που απ’ τη ζήλια της στολίζεται μ’ εφτά λογιώ φτερά
    Ζώνοντας τον αιώνιον ήλιο με χιλιάδες πρίσματα
    Εκτυφλωτικά, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
    Που αρπάει μια χαίτη μ’ εκατό βιτσιές στο τρέξιμό της
    Ποτέ θλιμμένη και ποτέ γκρινιάρα, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
    Που ξεφωνίζει την καινούρια ελπίδα που ανατέλλει;

    Πέστε μου, είναι η τρελή ροδιά που χαιρετάει στα μάκρη
    Τινάζοντας ένα μαντίλι φύλλων από δροσερή φωτιά
    Μια θάλασσα ετοιμόγενη με χίλια δυο καράβια
    Με κύματα που χίλιες δυο φορές κινάν και πάνε
    Σ’ αμύριστες ακρογιαλιές, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
    Που τρίζει τ’ άρμενα ψηλά στο διάφανον αιθέρα;

    Πανύψηλα με το γλαυκό τσαμπί που ανάβει κι εορτάζει
    Αγέρωχο, γεμάτο κίνδυνο, πέστε μου είναι η τρελή ροδιά
    Που σπάει με φως καταμεσίς του κόσμου τις κακοκαιριές του δαί-
    μονα
    Που πέρα ως πέρα την κροκάτη απλώνει τραχηλιά της μέρας
    Την πολυκεντημένη από σπαρτά τραγούδια, πέστε μου είναι η τρε-
    λή ροδιά
    Που βιαστικά ξεθηλυκώνει τα μεταξωτά της μέρας;

    Σε μεσοφούστανα πρωταπριλιάς και σε τζιτζίκια δεκαπενταυγούστου
    Πέστε μου, αυτή που παίζει, αυτή που οργίζεται, αυτή που ξελογιάζει
    Τινάζοντας απ’ τη φοβέρα τα κακά μαύρα σκοτάδια της
    Ξεχύνοντας στους κόρφους του ήλιου τα μεθυστικά πουλιά
    Πέστε μου, αυτή που ανοίγει τα φτερά στο στήθος των πραγμάτων
    Στο στήθος των βαθιών ονείρων μας, είναι η τρελή ροδιά;
    (Ο. Ελύτης, Ποίηση, Ίκαρος)

    -Μίλτος Σαχτούρης, «Ο τρελός λαγός»

    Γύριζε στους δρόμους ο τρελός λαγός
    γύριζε στους δρόμους
    ξέφευγε απ’ τα σύρματα ο τρελός λαγός
    έπεφτε στις λάσπες

    Φέγγαν τα χαράματα ο τρελός λαγός
    άνοιγε η νύχτα
    στάζαν αίμα οι καρδιές ο τρελός λαγός
    έφεγγε ο κόσμος

    Bούρκωναν τα μάτια του ο τρελός λαγός
    πρήσκονταν η γλώσσα
    βόγγαε μαύρο έντομο ο τρελός λαγός
    θάνατος στο στόμα
    (από τα Ποιήματα 1945-1971, Kέδρος 1977)

    -Μίλτος Σαχτούρης, «Ο ΤΡΕΛΟΣ ΑΝΕΜΟΣ ΑΓΙΡ»

    «Ὁ τρελὸς ἄνεμος Ἁγὶρ
    χτυπάει τὶς πόρτες
    τρίζει τὶς πόρτες
    τρίζει τὸ μυαλό μου
    τὸ γεμάτο ἱστορίες
    ἀπὸ ἔρωτες
    ἀπὸ θανάτους
    ἀπὸ ποιήματα
    ἀπὸ ποιήματα πιὸ πικρὰ κι ἀπὸ θανάτους…
    ὁ τρελὸς ἄνεμος Ἁγὶρ
    χτυπάει τὶς πόρτες
    τρίζει τὶς πόρτες….»
    (Μίλτου Σαχτούρη: ΄΄Ἀνάποδα γύρισαν τὰ ρολόγια΄΄, Ἐκδόσεις Κέδρος)

    -Διονύσιος Σολωμός, «Η τρελή μάνα [ή] Το κοιμητήριο»
    ΤΡΑΓΟΥΔΙ
    [19.
    Τώρα ποῦ ἡ ξάστερη
    Νύχτα μονάχους
    Μᾶς ηὗρε ἀπάντεχα,
    Καὶ ἐκεῖ ‘ς τοὺς βράχους
    Σχίζεται ἡ θάλασσα
    Σιγαλινά·

    Τώρα ποῦ ἀνοίγεται
    Κάθε καρδία
    ‘Σ την λύπη, ἀκούσετε
    Μίαν ἱστορία,
    Ποῦ τὴν αἰσθάνονται
    Τὰ σωθικά.

    Σὲ κοιμητήριο
    Εἶναι στημένα
    Δύο κυπαρίσσια
    Ἀδελφωμένα,
    Ποῦ πρασινίζουνε
    Μεσ’ ‘ς τοὺς σταυρούς.

    Ὅταν μεσάνυχτα
    Καταβουΐζουν,
    Οἱ ἀνέμοι, ἄν τὰ βλέπες
    Πῶς κυματίζουν,
    Ἔλεες πῶς κράζουνε
    Τοὺς ζωντανούς.

    Δύο ἀδέλφια δύστυχα
    Κοιμοῦνται κάτου
    Τὸν ἀνεξύπνητον
    Ὕπνον θανάτου,
    Κ’ ἔχασε ἡ μάννα τους
    Τὰ λογικά.

    Τὰ μαῦρα! ἐπαίζανε
    Ἐκεῖ ὅπου στέκει
    Ὁ πύργος· κ’ ἔπεσε
    Τ’ ἀστροπελέκι,
    Κι’ ἄψυχα τ’ ἄφησε,
    Τὰ θλιβερά.

    Ροδοστεφάνωτα
    Ἀσπροεντυμένα
    Τὰ κατεβάσανε
    Ἀγκαλιασμένα
    Μέσα εἰς τὴν ὕστερη
    Ἀλησμονιά.

    Δὲν ἄκουες βάβυσμα
    Χαμένου σκύλου·
    Πουλιοῦ δὲν ἄκουες
    Λάλημα, ἤ χείλου,
    Ἤ κλωνοφλίφλισμα
    Νὰ πνέῃ τερπνά·

    Νερομουρμούρισμα,
    Ὁποῦ ἀναβρύζει.
    Καὶ τ’ς ἐπιτύμβιαις
    Πέτραις δροσίζει,
    Μόλις ἀντίσκοβε
    Τὴ σιγαλιά.

    Θανῆς δὲν ἔμνέσκαν
    Ἄλλα σημεῖα,
    Πάρεξ τοῦ λίβανου
    Ἡ μυρωδία,
    Ὁποῦ ἐχυνότουνε
    ‘Σ τὴν ἐρημιά.
    (Ἡ δύστυχη μητέρα ἔρχεται ἐκεῖ τρέχοντας)

    Στέκει, μυρίζεται
    Εἰς τὸν ἀέρα,
    Καὶ συλλογίζεται, –
    Μαύρη μητέρα! –
    Σὰν κάτι νά θελε
    νὰ θυμηθῇ.

    ‘Σ τὸν τοῖχο σύρριζα
    Σκύφτει, κυττάει,
    Γλυκολυπούμενη
    Χαμογελάει
    Κατὰ τὰ ἐντάφια
    Χόρτα πικρά.

    Κατὰ τὰ σύγνεφα,
    Κατὰ τ’ ἀστέρια,
    Τρεμομανιάζοντας
    Ρίχτει τὰ χέρια,
    Καὶ κλαίει καὶ ρυάζεται
    Τρομαχτικά.

    Τὴς πέφτουν ἔπειτα,
    Καὶ ληθαργίζει,
    Καὶ πάλε ἀρχίναε
    Νὰ τριγυρίζῃ
    Τὸ περιτείχισμα
    Πασπατευτά.

    Γύριζε, γύριζε,
    Τέλος ἐμπαίνει
    ‘Σ τὸ σημαντρήριο
    Καὶ τ’ ἀναιβαίνει,
    Τὰ ἴχνη ἀλλάζοντας
    Σπουδαχτικά.

    Ἦτον ‘ς τὴν ἄλαλη
    Τὴ μοναξία
    Στρογγυλοφέγγαρη
    Φωτοχυσία,
    Σὰν τὴ λαμπρόπλαστη
    Πρωτονυχτιά·

    Ὅμως ἡ δύστυχη,
    Ξεφρενωμένη,
    Κυττάζει ὁλόγυρα
    Τετρομασμένη,
    Πράχνει τὰ σήμαντρα,
    Κράζει σφιχτά.

    «Γλήγορα ἄς φύγουνε
    »Ἀπ’ τὰ λαγκάδια
    »Κειὰ τὰ φριχτότατα
    »Πυκνὰ σκοτάδια·
    »Ἄχ! μὲ πλακώνουνε
    »Μέσ’ ‘ς τὴν καρδιά.»

    «Γλήγορα ἄς φύγουνε,
    »Δὲν τὰ πομένω,
    »Μοιάζουνε, μοιάζουνε,
    »Μὲ τὸ σχισμένο
    »Ροῦχο ποῦ σκέπασε
    »Τὰ δύο παιδιά».

    Γκλάν, γκλάν, τὰ σήμαντρα
    Τῆς ἐκκλησίας,
    Γκλάν, γκλάν, οἱ ἀντίλαλοι
    Τῆς ἐρημίας
    Ἀποκρινόντανε
    Φριχτά φριχτά.

    «Ἀπὸ τὴν ἔρημη
    »Ἀναφωνήτρα,
    »Ποῦ ναι εἰς τοὺς δύστυχους
    »Παρηγορήτρα,
    »Εἶχαν δυὸ ξέμετρα
    »Τὰ δυὸ παιδιά.»

    «Τὰ χω ‘ς τὸν κόρφο μου,
    »Καὶ τὰ φυλάω·
    »Μὲ αὐτὰ τὰ ξέμετρα
    »Θὲ νὰ μετράω
    »Τὰ δυό τους μνήματα
    »Καθημερινά.»

    Γκλάν, γκλάν, τὰ σήμαντρα
    Τῆς ἐκκλησίας,
    Γκλάν, γκλάν, οἱ ἀντίλαλοι
    Τῆς ἐρημίας
    Ἀποκρινόντανε
    Φριχτά φριχτά.

    «Βραχνὸ τὸ ψάλσιμο·
    »Τὰ κεριὰ ἀχνίζουν·
    »Τοῦ νεκροκρέβατου
    »Τὰ ξύλα τρίζουν
    »Ἀργὰ τὰ σήμαντρα,
    »Καὶ τρομερά».

    «Ναὶ, ναὶ, ἀπεθάνανε·
    »Μέσα ‘ς τὸ σκότο
    »Τὰ κατεβάσανε, –
    »Ἀκούω τὸν κρότο, –
    »Τὰ κατεβάσανε
    »Βαθιά βαθιά».

    Γκλάν, γκλάν, τὰ σήμαντρα
    Τῆς ἐκκλησίας,
    Γκλάν, γκλάν, οἱ ἀντίλαλοι
    Τῆς ἐρημίας
    Ἀποκρινόντανε
    Φριχτά φριχτά.

    «Γιατὶ τινάζετε
    »Πάνω τους χώματα;
    »Μὴ μὴ σκεπάζετε
    »Τὰ μικρὰ σώματα
    »Ποῦ ἀποκοιμήθηκαν
    »Γλυκά, γλυκά».

    «Αὔριο θὰ κόψουμε
    »Κάτι λουλούδια.
    »Αὐριο θὰ ψάλουμε
    »Κὰτι τραγούδια,
    »Εἰς τὴν πολύανθη
    »Πρωτομαγιά».

    Γκλάν, γκλάν, τὰ σήμαντρα
    Τῆς ἐκκλησίας,
    Γκλάν, γκλάν, οἱ ἀντίλαλοι
    Τῆς ἐρημίας
    Ἀποκρινόντανε
    Φριχτά φριχτά.

    Γκλάν, γκλάν, παράδερνε
    Μὲ τὰ γλωσσίδια,
    Κ’ ἐματαρχίναε,
    Κ’ ἔλεε τὰ ἴδια,
    Ὥς ὁποῦ ἐβράχνιασε
    Θανατερά.

    Νὰ, ποῦ δροσόβολη
    Αὔρα ξυπνάει,
    Καὶ ψιθυρίζοντας
    Μοσχοβολάει
    Ἀπὸ τὰ ἀρώματα
    Τὰ αὐγερινά·

    ‘Σ τὰ φύλλα ἐπέρναε
    Καὶ τῆς καρδίας,
    Σὰν τὰ κινήματα
    Τῆς φαντασίας
    Ποῦ ζωγραφίζουνε
    Τὴν εὐτυχιά

    Ἐκείν’ ἡ δύστυχη
    Τραυάει τὴν ἄχνα,
    Βαθιὰ τὰ αἰσθάνθηκε
    Μὲσα ‘ς τὰ σπλάχνα,
    Ἄχ! κ’ ἐκατέβηκε
    ‘Σ τὴν ἐρημιά.

    Μὲ λύπη ἐγκάρδια
    Ἐθεωροῦσε
    Ὅλα τὰ μνήματα,
    Καὶ τὰ μετροῦσε
    Μὲ τ’ ἀργὸ κίνημα
    Τῆς κεφαλῆς.
    (https://el.wikisource.org/wiki/)

  2. Εξαιρετικά, Γιάννη. Καθένας με την τρέλα του…

    20. ΤΡέΛΑ

    Περπάταγε στο δρόμο σαν τον τρελό και
    η άσφαλτος τον συντρόφευε, επεκτεινόταν ίσα
    με τον πόνο του, που ήταν μεγαλύτερος από κάθε χαραγμένη διαδρομή.

    Περπάταγε στο δρόμο σαν τον τρελό και
    η άσφαλτος τον πονούσε, σε κάθε του βήμα εκείνη
    βυθιζόταν, μα δεν τον παρέσερνε μαζί της στην ακινησία.

    Περπάταγε στο δρόμο σαν τον τρελό και
    η άσφαλτος του έδειχνε το δρόμο, αλλά εκείνος δεν
    έλεγε να προχωρήσει από το «γιατί» στο οποίο
    σταθερά περιστρεφόταν και θα
    παρέμενε αναπάντητο μέσα του, για πάντα.

    ΘΑΝΑΣΗΣ ΚΟΛΛΙΟΠΟΥΛΟΣ

    Νίκος Χουλιαράς – Της τρέλας η ζητιανιά

    21. THN EΛΕΓΑΝ ΤΡΕΛΗ

    Αγαπούσε
    τα λουλούδια, τα δέντρα.

    Φιλούσε
    τις παπαρούνες, τους κρίνους.

    Έπαιζε
    με τα ζώα, σαν τα παιδιά.

    Λάτρευε
    τους ανθρώπους, τα πουλιά.

    Θυσιαζόταν
    για τη ζωή, για την αγάπη.

    Την έλεγαν τρελή!
    Άραγε γιατί;

    Δημήτρης Π. Κρανιώτης

    Η Τρέλα-Ελένη Βιτάλη

    22. ΝΑ ΠΕΡΙΦΕΡΕΣΑΙ ΣΤΗΝ ΤΡΕΛΑ ΕΚΤΟΠΙΣΜΕΝΟΣ

    καίγομαι στην κόλαση
    αυτό το κομμάτι μου δεν ταιριάζει πουθενά
    καθώς οι άλλοι βρίσκουν άλλα
    μέρη να επισκεφτούν
    άλλα να πουν
    ο ένας στον άλλο,
    για ν’ αξιοποιήσουν
    τον χρόνο τους

    εγώ
    καίγομαι στην κόλαση
    κάπου βορείως του Μεξικού.
    λουλούδια δεν φυτρώνουν εδώ.

    δεν είμαι σαν τους άλλους’
    οι άλλοι είναι σαν τους άλλους.

    μοιάζουν όλοι: πλησιάζουν
    ο ένας τον άλλο
    συναθροίζονται
    στριμώχνονται
    είναι εύθυμοι
    κι είναι συνάμα ευχαριστημένοι
    ενώ εγώ
    καίγομαι στην κόλαση.

    η καρδιά μου είναι χιλίων ετών.

    δεν είμαι σαν τους άλλους.

    εγώ θα πέθαινα εκεί που κάνουν τα πικνίκ τους
    θα πήγαινα από ασφυξία κάτω από τις σημαίες τους
    τα τραγούδια τους με πλήττουν άγρια
    οι στρατιώτες τους δεν με συμπαθούν
    το χιούμορ τους με πληγώνει
    το ενδιαφέρον τους είναι δολοφονικό.
    δεν είμαι σαν τους άλλους
    καίγομαι
    στην κόλαση.

    στην κόλαση
    του εαυτού μου.

    Τσαρλς Μπουκόφσκι

    Τρελός για σένα (Mad about you), Sting- Νταλάρας

    23. Η ΤΡΕΛΑ ΜΟΥ …

    Η τρέλα μου αναρριχάται
    καλπάζει , τραγουδάει στα Ουράλια ,
    στα Ιμαλάια , στις ΄Ανδεις ,
    γίνεται παιάνας ,
    γίνεται ένα με Ινδούς και Ινδιάνους .

    Αγαπάει εκατομμύρια γυναίκες και άστρα ,
    ταξιδεύει με το σμήνος του χρόνου ,
    γίνεται λουλούδι , μέλισσα , πεταλούδα ,
    μεθυσμένη απ’ τη γύρη της φύσης ,
    πίνει κρασί στο πατητήρι του έρωτα ,
    στην οδό Γολγοθά αναπνέει και εισβάλει
    σαν τανκ στο ιερό του Βούδα και προσεύχεται .

    Η τρέλα μου είναι Πυρηνικό Εργοστάσιο
    στους πρόποδες του Νεπάλ ,
    στις ακτές του Μπαγκλαντές
    στην Αβάνα της Κούβας .

    Η τρέλα μου πατάει το σήμερα
    Ραπίζει το χτες
    Ανασταίνει το αύριο .

    Η τρέλα μου κυματίζει σε καταφύγιο
    της Αναπούρνα ,
    μέσα στο ψυχιατρείο των άστρων βασιλεύει ,
    ανασταίνει τη γήινη θλίψη
    αστράτευτη κόρη .

    Γιώργος Βλάχος

    ***

    24. ΛΥΡΙΚΟ

    Ήταν αλήθεια πως εζούσα
    κάποια ζωή ξεχωριστή,
    ζούσα όπως ήθελεν η Μούσα
    κι όπως δεν ήθελε η ζωή.

    Λοξά με κοίταζαν οι άλλοι
    σαν να με παίρναν για τρελό
    κι ήταν για με χαρά μεγάλη
    μαζί τους πάντα να γελώ.

    Μ’ αλήθεια, αν έχασα το νου μου
    κι αν έχω τώρα τρελαθεί,
    τό ’παθα, αχ άστρο τ’ ουρανού μου,
    όταν επρόβαλες εσύ!…

    ΜΗΤΣΟΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ, «Τα ποιήματα», Εκδόσεις Πρόσπερος, Αθήνα 1979,

    Της γειτονιάς μας ο τρελός, Χατζής

    25. ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΤΡΕΛΟΣ

    – Ένα μπλούζ με σφιγμένα δόντια-
    Είμαι τυχερός,
    δεν έχω έϊντς,
    δεν έχω καρκίνο
    –φτου-
    σπασμένο κόκαλο δεν έχω,
    ανικανότητα μηδέν,
    δεν είμαι τρελός,
    τι άλλο θέλω;

    Δεν έχω κλειστεί στη Βαστίλη,
    ούτε με τον Μαρκήσιο ντε Σαντ
    στο τρελάδικο της Σαραντόν,
    ούτε καρατομήθηκα ποτέ,
    ούτε με βίασε κανείς στο Αλκατράζ.

    Την Ιερά Εξέταση
    -ένας θεός ξέρει πώς-
    τη γλίτωσα κι αυτήν.
    Τα ηλεκτροσόκ, κι αυτά τα γλίτωσα,
    δεν είμαι τρελός.
    Τι άλλο θέλω επιτέλους:

    Στις νοσοκόμες της Σαλπετριέρ
    -που ταλαιπώρησαν την Καίτη-
    έκανα μήνυση,
    για όσες και όσους ταλαιπώρησαν.
    Λουτρό τρόμου από κοντά δε γνώρισα,
    ούτε είδα να πάλλεται μέσα μου
    η χορδή του πόνου.

    Ποτέ δε μου φορέσαν αλυσίδες στο λαιμό,
    αλυσίδες στα πόδια,
    ακάνθινο στεφάνι στο μυαλό,
    ποτέ δε μ΄ανεβάσαν στον τροχό
    ή με καθίσαν σε καρέκλα ηλεκτρική
    και τα ηλεκτροσόκ ακόμα
    τα γλίτωσα
    -κι αυτά-
    ούτε υπέστην άλλον γοτθικό βασανισμό
    ή κάποια δόση κανενός ζουρλομανδύα.

    Δεν έχω υποστεί κατάθλιψη
    ούτε ψύχωση του Κρέπελιν
    ούτε βλάβες του συναισθήματος
    ούτε εκκεντρικό με βρήκαν,
    άρα δεν είμαι τρελός.

    Αλκοολικός, ναρκομανής,
    εκφυλισμένος κάποιας μορφής
    δεν ήμουν δεν υπήρξα.
    Ούτε αλλαξοπίστησα.
    Όχι πως δεν εδείλιασα
    πως δε φοβήθηκα,
    πως δεν εκρύφτηκα,
    άρα τρελός δεν είμαι…

    Κανένα δεν εσκότωσα,
    φίλο δεν επρόδωσα,
    καμιά δε χώρισα
    όλες τις αγάπησα.
    Κλεπτομανής, μονομανής,
    δεν ήμουν δεν υπήρξα
    κι’ από μελαγχολία,
    ούτε κατά διάνοια.

    Κανένα δεν εφθόνησα
    ούτε που καταράστηκα
    ούτε που έδειρα
    -αν και πολλά τα κτήνη,
    μονάχα τους με τον καιρό
    στη θέση τους μπήκαν μπαίνουν και θα μπουν-
    σχιζοφρενείς καλλιτέχνες είχα φίλους,
    σχιζοφρενής καλλιτέχνης δεν ήμουν εγώ,
    ρεαλιστής, υπερρεαλιστής
    και λετριστής ακόμα ήμουνα ναι,
    αλλά τρελός όχι ποτέ.

    Υπνοβάτης δεν είμαι,
    δεν υπνωτίζω ούτε υπνωτίζομαι,
    επιδειξίας δεν ήμουν ποτέ,
    ούτε παιδοπίππης ούτε βιαστής
    ούτε νευρωτικός,
    ούτε καν υστερικός,
    ιστορικός ναι,
    τρελός όχι.

    Ο Φρόυντ με ακολουθεί καταπόδας
    βεβαίως,
    αλλά όχι δεν έχουμε συναντηθεί,
    ούτε καν στα όνειρά μου
    τα φροϋδικά.

    Δεν παίρνω ηρεμιστικά,
    δεν βλέπω φιλμ τρομαχτικά,
    ενώπιον δε του big bang
    δεν λιποθυμώ,
    απλώς,
    ανησυχώ.
    Ευτυχώς.

    Άρα,
    τρελός δεν είμαι.

    Ροβήρος Μανθούλης

    Ο τρελός, Κόκοτας

    26. ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΩΝ ΤΡΕΛΩΝ

    μάτι θολό ξεναγεί την ψυχή μου
    στην τρέλα θεατή –
    δε θα ’μπαινα ποτέ στο σπίτι
    ναυάγησε η ματιά μου στους πορτοκαλί καναπέδες
    ξεκούρδιστο το ρολόι
    –εκείνος έστριβε το μουστάκι στο μπαλκόνι
    και έβριζε τον άλλο–
    φωνή εσωτερική σπασμένη από αρρώστια
    στο λαγούμι της προσπάθειας

    τι ομιλία πλανιέται στους κήπους μας
    διαπερνά τα κάγκελα με τα μπλεγμένα γιασεμιά
    και χάνεται στο λαρύγγι του χρόνου;
    χωνεύεται ο ήχος της ψυχής
    σα μέταλλο μουντό στη μνήμη στα αυτιά μου

    χωνεύεται το δάκρυ τους
    κι ο στεναγμός τους άτακτο πουλί τις νύχτες
    πέφτει πάνω στους τοίχους
    αποκολλώντας όνειρα σκληρά

    τρομαγμένο το δόντι του χρόνου
    σαρακίζει γύρω γύρω το στόμα τους
    μοιάζοντας ύστερα από χρόνια
    καλόβουλο χαμόγελο
    ό,τι στα νιάτα πρόδινε ντροπή

    οι τρελοί γείτονές μου
    κοιμούνται νωρίς

    Καρτάκης Γιώργος, Τώρα που στα σύννεφα, Γαβριηλίδης

    Τρελός ή παλικάρι, Χατζής

    27. ΤΡΕΛΟΣ Η ΠΑΛΙΚΑΡΙ

    Κάποιος λείπει απόψε απ’ την παρέα
    κι είναι το ποτήρι του αδειανό
    Πέθανε από αγάπη τελευταία
    Κάποιον που τον λέγαμε τρελός

    Να’ταν τρελός ή παλικάρι
    Να’ταν φτωχός ή βασιλιάς
    κλάψτον αυγή, κλάψτον φεγγάρι
    Ήταν τρελός και παλικάρι
    Ήταν φτωχός και βασιλιάς

    Τ’ άσπρο το πουκάμισο σκισμένο
    Κόκκινο λουλούδι η καρδιά
    κάποιον που τον είχαμε χαμένο
    Πέθανε στ’αλήθεια μια βραδιά

    ΣΩΤΙΑ ΤΣΩΤΟΥ

    Η τρελή του φεγγαριού, Φλέρυ Νταντωνάκη

    28. Τ Ο Τ Ρ Α Γ Ο Υ Δ Ι Τ H Σ Τ Ρ Ε Λ Η Σ Κ Υ Ρ Ι Α Σ

    Μέσα στη σκοτεινή νυχτιά
    σαν το φασούλι το νησί μας
    κι ο κωμικός μας υπηρέτης
    παρατηρεί το κάθε τι μας.

    Ω, οι οπώρες κι η βεράντα
    μικρό ατμόπλοιο στον λιμένα
    σφυρίζει μες στο θέρος ξάφνου
    πως έφυγες μακριά από μένα.

    W. H. A u d e n, Απόδοση : Σ π ύ ρ ο ς Η λ ι ό π ο υ λ ο ς

  3. *«Γέλα, πουλί μου, γέλα/ ειν’ η ζωή μια τρέλα»!…

    -«Τι είν’ η τόση λογική; δεν είναι μια πετυχημένη
    παραφροσύνη;»
    (Ν. Καρούζος)

    -Νίκος Καρούζος, «MORTEL ΑΠΟ ΣΥΝΕΣΗ»

    Δεηθώμεν.
    Ακούγεται πιάνο βιαστικό.
    Θα σας δώσω και δοκίμια
    μην κάνετε έτσι…
    Τρελός πεθάνω λογικός πεθάνω
    δεν είναι το ίδιο;
    Ποτέ δε φτούρησε η διάνοια και
    η γλαφυρή σοβαρότητα
    στη θεόπνευστη μου επικαρπία εμένα.
    Γλώσσες λαλιές τα ρήματα
    θα πάθετε λαχτάρα στην άγρια νεόνυμφη σιγή μου
    θα σκουληκιάσουν οι φιλόδοξοι ήχοι
    και θ’ απομείνει λίγο κάτουρο μονάχα
    στα απονεκρωμένα σκέλια σας.
    Του Αγίου Επιθέτου δεηθώμεν.
    (Ν. Καρούζος, Τα ποιήματα Β’, Ίκαρος)

    -Ντύλαν Τόμας, «ΕΡΩΤΑΣ ΣΤΟ ΑΣΥΛΟ»

    Ήρθε μια ξένη να μοιραστεί την κάμαρά μου
    μες σ’ αυτό το σπίτι το σαλό,
    ένα κορίτσι τρελό σαν πουλί

    κλείνει μια πόρτα νύχτα με τη φτερούγα του χεριού της.
    Δεμένη στο λαβύρινθο του κρεβατιού, εξαπατά
    με συννεφιά τον ακατόρθωτο παράδεισο του σπιτιού

    κι εξαπατά με περιπάτους της κάμαρας τον εφιάλτη,
    έναν ολόκληρο θάνατο
    ή περιτρέχει φανταστικούς ωκεανούς αρσενικών θαλάμων.

    Ήρθε δαιμονισμένη,
    αυτή που δέχεται μιαν αυταπάτη φως,
    κάθε που τρέμει ο τοίχος, δαιμονισμένη ουρανό

    κοιμάται λίκνο ασφυκτικό, βαδίζει σκόνη,
    παραληρεί την θέλησή της στα σανίδια,
    που έλιωσα με βήματα δάκρυ ψυχιατρείου.

    Έτσι σπρωγμένος απ’ το φως στην αγκαλιά της,
    μπορώ επιτέλους, μέχρι τέλους, να υποφέρω σταθερά
    το πρώτο εκείνο όραμα που έβαλε φως στ’ αστέρια.

    (Ντ. Τόμας, Το χρώμα της λαλιάς, ΕΡΑΤΩ)

    -Γιώργος Μαρκόπουλος, «ΣΤΗ ΜΑΝΤΡΑ ΤΟΥ ΑΣΥΛΟΥ»

    Καθόμασταν μια Κυριακή στην αντηλιά της μάντρας του ασύλου
    ώσπου ξάφνου σηκώθηκε ένας και είπε: «να μας πεις για εκείνη».

    Και εγώ πήρα το λόγο και άρχισα: «σπίτι εξοχικό η ψυχή της,
    το χειμώνα, όπον έβλεπες κάθε πρωί τα πορτοκάλια στην αυλή
    και έλεγες κάποιος θα έρχεται
    κάποιοι κληρονόμοι θα τα κόβουν αυτά τα δέντρα.
    Άνοιξα τότε και μπήκα. Πυροβολεία εγκαταλειμμένα στα βουνά
    από -μιαν άλλη κατοχή συνάντησα,
    νεκροταφεία στην πτέρυγα των μωρών με λαμπαδίτσες του Πάσχα
    και μικρά στέφανα από λευκές και ροζ λεμονίτσες.
    Και περνούσεν ο καιρός
    κοινωνώντας πάντα μόνος τη βαθιά μοναξιά της
    όπως τα θηρία το νερό στη δική τους πηγή
    ώσπου μετά από χρόνια βρέθηκα στο γάμο της.
    Όλοι γελούσαν σε εκείνο το θλιμμένο πανηγύρι,
    και αυτός ο πατέρας της διαρκώς έπλενε τα χέρια του
    πριν παραδώσει τη σφαγμένη θέληση της
    στο μεγάλο χρόνο πανδαμάτορα των επιθυμιών.
    Έμεινα από τη γωνία να την κοιτάζω.
    Ήταν σφαγμένη, με το στήθος γυμνό και τα μαλλιά της λυμένα.
    Ωραιότατη κοιμωμένη για τον τάφο της, φώναξα,
    στον άλλο κόσμο θέλω να γίνω ποτάμι και αυτή πηγή,
    ο σκοτεινός Αλφειός και η μακρινή Αρέθουσα,
    για να σμίγουν τα νερά μας κάπου στα βάθη της θάλασσας.
    Λεπτομέρειες δεν συγκρατώ πια. Την άνοιξη μόνο
    στα φωτεινά μου διαλείμματα αμυδρά τη θυμούμαι».
    Και μελαγχόλησαν όλοι μετά την αφήγηση μου αυτή,
    και κανένας δεν μίλησε.
    Το σούρουπο μόνο εκεί που πάλευε ο ήλιος με τη νύχτα
    μου φώναξε ένας: «περνάει στον ορίζοντα εκείνη που μας έλεγες».
    Γύρισα και κοίταξα πέρα μακριά. Καραβάνι περνούσαν οι άνθρωποι
    γέροντες και νέοι του περασμένου κόσμου- με παλτά. Σκισμένοι.
    Με μια κομμένη ζώνη στη μέση. Εξομοιωμένοι.
    Και στο τέλος εσύ. Μόνη.
    Με το ραβδί ανιχνεύοντας το δρόμο, όπως οι τυφλοί.

    (Η ιστορία του ξένου και της λυπημένης, 1987)

    -Τζακ Κέρουακ, ένα απόσπασμα από το μυθιστόρημα «Στο Δρόμο»

    «Aς πιούμε στην υγειά των τρελών, των απροσάρμοστων, των επαναστατών, των ταραχοποιών.
    Σε αυτούς που βλέπουν τα πράγματα διαφορετικά, που δεν τιμούν τους κανόνες, που δεν σέβονται την τάξη…
    Μπορεί να τους επαινέσεις, να διαφωνήσεις, να τους τσιτάρεις, να δυσπιστήσεις, να τους δοξάσεις ή να τους κακολογήσεις. Αλλά δεν μπορείς να τους αγνοήσεις.
    Γιατί αλλάζουν πράγματα. Βρίσκουν, φαντάζονται, βοηθάνε, ερευνούν, φτιάχνουν, εμπνέουν. Σπρώχνουν μπροστά τα πάντα. Ίσως, πρέπει να είναι τρελλοί. Πώς αλλιώς θα κοιτάξουν ένα άδειο καμβά και θα δουν έργο τέχνης; Ή θα καθίσουν στη σιωπή και θ’ ακούσουν τραγούδι που δεν έχει γραφτεί; Εκεί που κάποιοι βλέπουν τρελούς, εμείς βλέπουμε μεγαλοφυΐες.
    Γιατί οι άνθρωποι που είναι αρκετά τρελοί για να πιστεύουν ο,τι μπορούν ν’ αλλάξουν τον κόσμο, είναι αυτοί που στο τέλος το κάνουν».

  4. Xαλίλ Γκιμπράν (1883-193

    Ο τρελός
    Πρόλογος

    Με ρωτάς πως γίνηκα τρελός.
    Να το πως: Μιά μέρα, καιρό, καιρό πριν γεννηθούν πολλοί θεοί,
    ξύπνησα από βαθύ έναν ύπνο κι ανακάλυψα πως όλες μου οι μάσκες είχαν κλεφτεί –
    κι οι εφτά μάσκες που είχα φτιάξει και που είχα φθείρει μες σ’ εφτά ζωές
    – τότες έτρεξ’ αμασκοφόρετος μεσ’ από τους ανθρωπόβρυθους δρόμους κραυγάζοντας: «Κλέφτες, κλέφτες τρισκατάρατοι κλέφτες».

    Άντρες, γυναίκες, με περιγέλασαν και κάποιοι τρέξανε στα σπίτια τους, σκιαγμένοι από μένα.

    Κι όταν εφτασα στην αγορά, ένας νιός σκαρφαλωμένος σε μια στέγη φώναξε:
    «Είναι τρελός».
    Σήκωσα τα μάτια να τον αντικρίσω· ο ήλιος φίλησε το γυμνό μου πρόσωπο για πρώτη φορά.
    Για πρώτη φορά ο ήλιος φίλησε το γυμνό μου πρόσωπο
    κι η ψυχή μου φλογίστηκε από αγάπη για τον Ήλιο, και δεν ήθελα τις μάσκες μου πια τώρα.
    Και σάμπως μέσα σ’ έκσταση φώναξα: ..
    «Ευλογημένοι , ευλογημένοι, οι κλέφτες που ‘κλεψαv τις μάσκες μου».

    Έτσι γίνηκα τρελός.

    Καί βρήκα και τα δυό τους: λεφτεριά και σιγουριά, μέσα στην τρέλα μου’
    τη λεφτεριά της μοναξιάς, τη σιγουριά της ακαταληψίας,
    γιατί όποιοι μας καταλαβαίνουν σκλαβώνουν κάτι μέσα μας.

    Μα, ας μην είμαι και τόσο υπερφίαλος για τη σιγουριά μου.
    Ακόμα κι ένας κλέφτης, φυλακωμένος, είναι ασφαλισμένος από έναν άλλο κλέφτη.
    ………..

  5. Τρέλα και δημιουργία
    Η τρέλα όχι απλώς δεν είναι ανωμαλία, αλλά είναι η συνηθισμένη ανθρώπινη συνθήκη.
    Αν δεν έχεις συνείδηση της τρέλας σου κι αν δεν είναι μεγάλη, είσαι ο κοινός άνθρωπος.
    Αν δεν έχεις συνείδηση και είναι μεγάλη, είσαι τρελός.
    Αν έχεις συνείδηση και είναι μικρή, είσαι χωρίς ψευδαισθήσεις.
    Αν έχεις συνείδηση και είναι μεγάλη, είσαι ιδιοφυία.
    Φερνάντο Πεσσόα

  6. Eυχαριστώ σας, Γιάννη και Γρηγόρη!

    Φλέρυ Νταντωνάκη – Κάθε τρελό παιδί

    29. O ΤΡΕΛΟΣ

    Γιατί με ταράζετε; Πηγαίνετ’ από δω!
    Έχω δουλειά· είμαι βιαστικός,
    μια μάστιγα θα πλέξω φλογερή
    με τις αχτίδες του ήλιου.
    Θα μαστιγώσω τον κόσμο!
    Σε λίγο αυτοί θ’ αναστενάζουνε,
    κι’ εγώ θα σπαρταράω από τα γέλια
    – όπως γελούσαν όταν εγώ αναστέναζα.
    Χα, χα χα!

    Τέτοια είν’ η ζωή· αναστενάζουμε και γελάμε,
    ως να ’ρθει ο θάνατος να μας φωνάξει: Σουτ!
    Μια φορά επέθανα κι’ εγώ,
    μού ρίξανε φαρμάκι στο νερό μου
    αυτοί που το κρασί μου επίνανε.
    Τί κάμανε, νομίζετε, οι φονιάδες
    για να σκεπάσουνε το κρίμα τους;

    Ενώ εγώ κοιτόμουν καταγής,
    εσκύψανε από πάνω μου κι’ αρχίσανε να κλαίνε.
    Είπα να πηδούσα και να τους δάγκωνα τη μύτη.
    Αλλ’ όχι, συλλογίστηκα, ας έχουνε τη μύτη τους γερή,
    για να τους πνίξει η βρώμα του κορμιού μου!
    Χα, χα, χα!

    Πού πήγαν και με θάψανε; Στην Αφρική.
    Όσο γι’ αυτό, μού βγήκε σε καλό,
    ήρθε μιαν ύαινα κι’ έσκαψε το λάκκο μου·
    αν κι’ ήτανε ο μόνος μου ευεργέτης,
    ωστόσο την ξεγέλασα.
    Την ώρα που βουτούσε τη λαγόνα μου,
    εγώ της παρουσιάζω την καρδιά μου –
    τόσο πικρή, οπού τ’ αγρίμι επλάνταξε!
    Χα, χα, χα!

    Αυτά παθαίνουν πάντα
    όσοι κάνουν στον άνθρωπο καλό.
    Τί είναι τάχα ο άνθρωπος;
    Η ρίζα, λεν, ενός λουλουδισμένου κλώνου,
    π’ ανοίγει εκεί ψηλά, στον ουρανό.
    Δεν είν’ αλήθεια· είν’ ένα φυτό,
    που η ρίζα του βυθίζεται στην κόλαση.
    Ένας σοφός μού το ’μαθεν αυτό,
    ένας σοφός, αλλά μεγάλος βλάκας,
    αφού εψόφησ’ απ’ την πείνα!
    Χα, χα, χα!

    Όμως τί έχω και γελάω σαν τρελός;
    Θα ’ πρεπε, βέβαια, να κλαίω –
    να κλαίω που ο κόσμος είναι τέτοιος.
    Κι’ ο Θεός με το μάτι των σύγνεφων
    κλαίει συχνά μετανοιωμένος που τον έπλασε.
    Αλλά τί κάνουνε τα δάκρυα τ’ ουρανού;
    Πέφτουν στη γης – τη γης τη στρογγυλή
    που την ποδοπατάνε οι άνθρωποι.
    Και τί γίνουνται τα δάκρυα τ’ ουρανού;
    Βρώμικη λάσπη!
    Χα, χα, χα!

    Ξέρετε τί θα πει, στη γλώσσα των ανθρώπων,
    αυτή η κραυγή των ορτυκιών: πίτυ καλάθι;
    Αυτό θα πει: μακριά από τη γυναίκα!
    Η γυναίκα τραβάει τον άντρα απάνου της,
    όπως τα πέλαα τα ποτάμια…
    Γιατί; Για να τους καταπιεί.
    Ωραίο ζώο, το ζώο το θηλυκό·
    ωραίο κι’ επικίνδυνο.
    Είναι σ’ ένα χρυσό ποτήρι ένα πιοτί φαρμακωμένο.
    Σ’ εγεύτηκα, ω έρωτα!

    Μια δίπλα από σένα είναι γλυκύτερη
    παρά μια θάλασσα από μέλι·
    κι’ όμως μια δίπλα από σένα
    είναι πικρότερη παρά μια θάλασσα φαρμάκι.
    Έχετε δει καμιά φορά τη θάλασσα
    να την οργώνει ο σίφουνας,
    σπέρνοντας τους σπόρους του θανάτου!
    Έχετε δει καμιά φορά το σίφουνα,
    τον ηλιοκαμένο αυτό χωριάτη,
    οπού κρατάει για υνί τον κεραυνό;
    Χα, χα, χα!

    Όταν ο καρπός γίνει ώριμος, πέφτει από το δέντρο.
    Είσαι κι’ εσύ ένας ώριμος καρπός – ώρα σου να πέσεις!
    Θα περιμένω ως αύριο.
    Αν κι’ αύριο πια δεν είναι η Τελευταία Κρίση,
    ανοίγω αυλάκι ως την καρδιά της γης,
    βάζω δυναμίτιδα,
    κι’ ανατινάζω τον κόσμο στον αέρα!
    Χα, χα, χα!

    ΣΑΝΤΟΡ ΠΕΤΑΙΦΙ [SÁNDOR PETŐFI (1823-1849)]: Μετάφραση: Τάκης Μπαρλάς

    Κι εσύ τρελή με τυραννάς, Μαρίζα Κωχ

    30. ΟΙ ΤΡΕΛΟΙ

    Από χαρτί είναι τα στέμματα που τους στολίζουν,
    Κι ορθά στα γόνατα κρατάνε σκήπτρα από κλαδιά,
    Μακριοί λευκοί μανδύες που συσφίγγουν και γυρίζουν
    Όπως βασιλική ερμίνα γύρω απ΄ την κοιλιά.

    Μια ομάδα από Χριστούς σαν ψίθυρος πλανάται
    Μες στους διαδρόμους σαν τις πεταλούδες τις λευκές,
    Και σαν μεγάλοι κρίνοι γαντζωμένοι αναρριχάται
    Γύρω απ΄ τα κάγκελα στις θλιβερές τους φυλακές.

    Με τ΄ άλικα του πέλματα το γέρμα μέσα μπαίνει
    Κι όπως δυο φώτα το χρυσό το γένι του παίρνει φωτιά.
    Σε σκούρες κόχες είναι αυτοί στα πόδια καθισμένοι,
    Κρυφά, στο σύθαμπο συναθροισμένοι, σαν παιδιά.

    Του δειλινού η λάμψη τις γωνίες ως τα τρίσβαθα φωτίζει,
    Γέλια ευφρόσυνα μέσα απ΄ όλα τα κελιά τη χαιρετούν,
    Κι αυτοί κρεμούν έξω τη γλώσσα τη φαρδιά που κοκκινίζει,
    Απ΄το αχυρένιο στρώμα τους στο φως όταν κοιτούν.

    Σέρνονται ύστερα σωρός – ποντίκια που ζαρώνουν –
    Και μες σε βόμβο σαν τραγούδι σιγανό θα αποκοιμηθούν.
    Του μακρινού τού σούρουπου οι φλόγες που πυρώνουν,
    Στων μηνιγγιών τους τον καημό αγάλι θα σβηστούν.

    Τον ήσυχο τον ύπνο τους γαλάζιο αργά κυκλώνει
    Και στη σιγή πετά ελαφρά το φεγγαρίσιο φως.
    Στα λεπτά χείλη – στη σκιά – ζυγιάζεται ,στεριώνει
    Σαν θρόνος το χαμόγελο, λευκό όπως λωτός.

    Μέχρι φωνές μελωδικές, λεπτές, απ΄το σκοτάδι
    Μπρος στης καρδιάς τον πορφυρό ουρανό ν΄ ανυψωθούν,
    Και κόκκινα τα όνειρα, σαν ήλιος, μες το βράδυ,
    Φτεροκοπώντας έρχονται μες στο αίμα τους να μπουν.

    Georg Heym, (μτφρ. Γιώργος Καρτάκης)

    Black Sabbath «Paranoid»

    31. ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΤΟΥ ΤΡΕΛΟΥ

    Καημένε μου Γιόρικ

    Κάπως λοξός, ουχ ήττον όμως και δεινός στοχαστής
    -έτσι σε εκλαμβάνουν οι σημερινοί αγιογράφοι-
    Κλειστός άνθρωπος ο Άμλετ. Πνευματικά ασταθής.
    Μιλάει για να ζει και ζει μόνο για να γράφει.

    Προνόμια δικά μου καταχράται αυτός ο ποιητής.
    Ονειρεύεται, μας λέει, διαρκώς τα όνειρά του
    της φθηνής πραγματικότητας δήθεν αρνητής:
    Ψέματα. Απλώς παρακμάζει η μπογιά του.

    Μάριος Μαρκίδης, Βαποράκια, Νεφέλη

    Kαθένας με την τρέλα του, Θέμης Ανδρεάδης

    32. ΟΙ ΤΡΕΛΟΙ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΑΝΑΓΚΗ ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

    οι τρελοί δεν έχουν ανάγκη τα παραμύθια
    οι γλώσσες τους τσακίζουν σαν τσεκούρια
    με τα δόντια τους ροκανάνε τη μέρα σα μαμούθ

    παίζουν κρυφτό
    παίζουν κουτσό
    παίζουνε το φονιά
    παίζουνε με τον ήλιο
    και κατουράν τους τάφους των ηρώων

    κι ανθίζουνε ξυπόλητοι κρύβοντας μεσ’ τις λέξεις τους
    τα χνώτα του θεού
    κι είναι μέσα στον κόσμο η απουσία του κόσμου
    κι είναι η μύξα στο μανίκι της θρησκείας

    δε λέν αντίο ποτέ γιατί ποτέ δε φεύγουνε
    είναι διαβόλοι που φυτεύουν άγριους σπόρους
    είναι το πυρωμένο μάτι της κουζίνας που ξεχάστηκε
    το σαλεμένο μάτι του θεού που είναι ένας τράγος καυλωμένος
    χωρίς ελπίδες
    χιμώντας σα θηρίο πάνω σε όλες τις χαρές

    οι τρελοί πάνω σ’ αυτό το άστρο της γης
    δεν έχουν ανάγκη τα παραμύθια.

    Αντωνάκος Αντώνης

    Ο τρελός, Μίλτος Πασχαλίδης

    33. ΑΣ ΕΧΟΥΜΕ ΤΡΕΛΑ

    Ας έχουμε τρέλα ανοιχτά.
    Ω άνδρες της γενιάς μου.
    Ας ακολουθήσουμε
    Τα βήματα αυτής της σφαγιασμένης εποχής:

    Να τη δούμε να σέρνεται σε όλη την θαμπή έκταση του Χρόνου
    Μέσα στο κλειστό σπίτι της αιωνιότητας
    Με τον θόρυβο που έχει το να πεθαίνεις,
    Με το πρόσωπο που τα νεκρά πράγματα φορούν –
    ούτε ποτέ να πούμε
    Εμείς θέλαμε περισσότερα· κοιτάξαμε να βρούμε
    Μια πόρτα ανοιχτή, μία απόλυτη πράξη αγάπης,
    Μετασχηματίζοντας το κακό σκοτάδι της ημέρας·

    αλλά βρήκαμε εκτεταμένη κόλαση και ομίχλη Πάνω στη γη,
    και μέσα στο κεφάλι
    Ένα αναθεματισμένο τέλμα συγυρισμένων τεράστιων τάφων.

    Kenneth Patchen (1911-1972), μετ. Μαρία Θεοφιλάκου

    Θέμης Ανδρεάδης – Εδήλωσα Τρελός

  7. Χαιρετώ σας, Αγγελική και Γρηγόρη!….
    «Οι τρελοί ανοίγουν δρόμους, οι γνωστικοί τούς διανύουν»

    -«…Κι ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο
    Ένας τον άλλον –….»
    (Τάσος Λειβαδίτης)

    -«Πιστεύω εις έναν Ποιητήν εκτός ουρανού και επί γης
    εξόριστο που λέει η τρέλα μ’ αρέσει>..»
    (Ν. Καρούζος)

    -Ιωάννης Γρυπάρης, «Τρελὴ Χαρά»

    Μὲ γυμνὸ πόδι στὰ πλούσια τὰ λουλούδια,
    μὲ ξέπλεγα στὶς αὖρες τὰ μαλλιά της,
    πετᾷ ἡ τρελὴ Χαρὰ μὲ τὰ τραγούδια,
    παιδούλα δροσερὴ σὰ μοσχομπάτης.
    Σὰν πεταλούδα βελουδένια χνούδια
    τινάζει ἀπ᾿ τὰ πολύχρωμα φτερά της
    καὶ στὰ τετράξανθά της τὰ πλεξούδια
    κάτι ἀντιφέγγει σὰ μεσημεριάτης.
    Καὶ τὴ χαρά της δὲν κρατάει στὰ στήθια,
    μὰ ἐκεῖ ποῦ τρελὰ κράζει: τί μοῦ λείπει;
    νὰ σοῦ πετιέται ἀπὸ τὰ κουφολίθια
    ἡ γριὰ ἡ Ἠχὼ καὶ τῆς φωνάζει: ἡ λύπη!
    εἶμαι γριὰ καὶ ξέρω· μόνον ἂν πάθῃς,
    μπορεῖς καὶ τί ῾ναι ἡ χαρὰ νὰ μάθῃς.
    (Σκαραβαῖοι καὶ τερακότες)

    -Κ. Καρυωτάκης, «ΩΧΡΑ ΣΠΕΙΡΟΧΑΙΤΗ»

    Ηταν ωραία σύνολα τα επιστημονικά
    βιβλία, οι αιματόχαρες εικόνες τους, η φίλη
    που αμφίβολα κοιτάζοντας εγέλα μυστικά,
    ωραίο κι ό,τι μας εδίναν τα φευγαλέα της χείλη…

    Το μέτωπό μας έκρουσε τόσο απαλά, με τόση
    επιμονή, που ανοίξαμε για να ‘μπει σαν κυρία
    η Τρέλα στο κεφάλι μας, έπειτα να κλειδώσει.
    Τώρα η ζωή μας γίνεται ξένη, παλιά ιστορία.

    Το λογικό, τα αισθήματα μάς είναι πολυτέλεια,
    βάρος, και τα χαρίζουμε του κάθε συνετού.
    Κρατούμε την παρόρμηση, τα παιδικά μας γέλια,
    το ένστικτο ν’ αφηνόμεθα στα χέρι του Θεού.

    Μια κωμωδία η πλάση Του σαν είναι φρικαλέα,
    Εκείνος, που έχει πάντοτε την πρόθεση καλή,
    ευδόκησε στα μάτια μας να κατεβάσει αυλαία
    — ω, κωμωδία! — το θάμπωμα, τ’ όνειρο, την άχλυ.

    …Κι ήταν ωραία ως σύνολο η αγορασμένη φίλη,
    στο δείλι αυτό του μακρινού πέρα χειμώνος, όταν,
    γελώντας αινιγματικά, μας έδινε τα χείλη
    κι έβλεπε το ενδεχόμενο, την άβυσσο που ερχόταν.

    -Φ. Πεσσόα, «CARRY NATION»

    Ὄχι μιά ἁγία αἰσθητική, σάν τήν ἁγία Τερέζα,
    Ὄχι μιά ἁγία τῶν δογμάτων,
    Ὄχι μιά ἁγία.
    Ἀλλά μιά ἁγία ἀνθρώπινη, τρελή καί θεία,
    Μητρική, ἀγρίως μητρική,
    Μισητή ὅπως ὅλες οἱ ἁγίες,
    Ἐπίμονη, μέ ὅλη τήν τρέλα τῆς ἁγιοσύνης.
    Τή μισῶ καί εἶμαι ἀσκεπής
    καί τήν ἐπευφημῶ χωρίς νά ξέρω τό λόγο!
    Ἀμερικανική ἔκσταση στεφανωμένη μ’ ἀστέρια!
    Μάγισσα μέ καλές προθέσεις…
    Μή μαδᾶτε τριαντάφυλλα στόν τάφο της
    ἀλλά δαφνόφυλλα, δαφνόφυλλα τῆς δόξας
    νά τῆς πλέξουμε τή δόξα μέ τήν ὕβρι!
    Πίνουμε στήν ὑγειά τῆς ἀθανασίας της
    τό δυνατό κρασί τῶν μεθυσμένων.
    Ἐγώ, πού ποτέ τίποτα δέν ἔκανα στόν κόσμο,
    Ἐγώ, πού ποτέ δέν ἔμαθα νά θέλω ἤ νά ξέρω,
    Ἐγώ, πού ἤμουν πάντα ἡ ἀπουσία τῆς βούλησής μου,
    Σέ χαιρετῶ, τρελή μητερούλα, σύστημα συναισθηματικό!
    Ὑπόδειγμα ἀνθρώπινης φιλοδοξίας!
    Θαῦμα καλῆς χειρονομίας, μιᾶς βούλησης μεγάλης!
    Ζάν ντ’ Ἀρκ δική μου δίχως πατρίδα!
    Δική μου ἀνθρώπινη ἁγία Τερέζα!
    Βλαμμένη ὅπως ὅλες οἱ ἁγίες
    καί στρατευμένη σάν τήν ψυχή πού πολεμάει τόν κόσμο!
    Μέ τό κρασί πού μίσησες σέ ἐπευφημοῦμε!
    Οὐρλιάζοντας προπόσεις, κλαίγοντας σέ ἀνακηρύσσουμε ἁγία!
    Σέ χαιρετῶ ὅπως ὁ ἐχθρός χαιρετάει τόν ἐχθρό!
    Ἐγώ, τόσες φορές μεθυσμένος μόνο καί μόνο γιά νά μήν αἰσθάνομαι,
    Ἐγώ, τόσες φορές τύφλα στό μεθύσι, γιατί δέν ἔχω ἀρκετή ψυχή,
    Ἐγώ, τό ἀντίθετό σου,
    Ἁρπάζω ἀπ’ τούς ἀγγέλους τό σπαθί, ἀπ’ τούς ἀγγέλους πού φυλᾶνε τήν Ἐδέμ,
    τό ὑψώνω ἐκστατικός, οὐρλιάζοντας τό ὄνομά σου.

    (http://www.poetics.patakis.gr/?p=232)

    -Χρήστος Κοτσώνης, «Η τρέλα»

    Η λογική του μέλλοντος
    κυρά μου είν’ η τρέλα
    και τρέλα έχω εγώ πολύ
    γι’ αυτό κοντά μου έλα.

    Όπως κατάντησ’ η ζωή
    δε βρίσκει χώρο η λογική
    κάτσε κοντά μου να τη βρεις
    να δεις που θα με θυμηθείς.

    Η λογική του μέλλοντος
    κυρά μου είν’ η τρέλα
    και τρέλα έχω εγώ πολύ
    γι’ αυτό κοντά μου έλα.

    Τρελός εγώ τρελή κι εσύ
    θα κάνουμε παρέα
    και θα περάσουμε μαζί
    μποέμικα κι ωραία.

    Όπως κατάντησ’ η ζωή
    δε βρίσκει χώρο η λογική
    κάτσε κοντά μου να τη βρεις
    να δεις που θα με θυμηθείς.

    Η λογική του μέλλοντος
    κυρά μου είν’ η τρέλα
    και τρέλα έχω εγώ πολύ
    γι’ αυτό κοντά μου έλα.

    (http://www.stixoi.info/stixoi.php?info=Lyrics&act=details&song_id=33716)

  8. 34. ΟΜΩΣ ΕΓΩ ΔΕΝ ΘΑ ΤΡΕΛΑΘΩ ΓΙΑ ΝΑ ΣΑΣ ΚΑΝΩ ΤΟ ΧΑΤΙΡΙ

    Ώ λαμπρέ Απόλλωνα
    τιν’ άνδρα, τιν’ ήρωα, τίνα θεόν,

    Σε ποιον θεό, ήρωα ή άνδρα
    τσίγκινο ένα στεφάνι να φορέσω;
    « Είναι συνήθεια παλιά, δικιά σας, να ξεκάνετε
    τους συγγραφείς που ενοχλούν
    εσείς ή τους τρελαίνετε με δόλο
    ή κλείνετε τα μάτια σαν αυτοκτονούν
    ή βρίσκετε δικαιολογίες φαιδρές για τα ναρκωτικά τους
    μιλώντας για παραφροσύνη και μεγαλοφυΐα.

    Όμως εγώ δεν θα τρελαθώ για να σας κάνω το χατίρι
    δεν θα σας κολακέψω με έναν πρόωρο θάνατο
    Ώ όχι, εγώ θα αντέξω ως το τέλος
    θα νιώσω τα μίση σας να γλιστρούν στα πόδια μου
    σαν χαρμόσυνο γαργάλημα
    να τα κοιτάζουν κοροϊδευτικά
    όσοι απ’ τους πολλούς κινούνται ύποπτα
    και φοβούνται να πουν πως σας μισούν.
    Κι όσο για τη γεύση της αρβύλας μου…
    Ορίστε η γεύση της αρβύλας μου
    χαϊδέψτε την
    βγάλτε και το βερνίκι με την γλώσσα σας»

    Έζρα Πάουντ -[Απόδοση στα ελληνικά: Αντώνης Αντωνάκος]

    Καθένας με την τρέλα του

    35. ΕΞΗΓΗΜΕΝΑ

    Αν αύριο με σκοτώσει η τρέλα,
    με το ίδιο της το χέρι αν με χαντακώσει,
    σαν το σκυλί ή όπως αλλιώς
    το νου σας όσοι αγαπάτε: δεν είναι λόγος
    να παρηγορηθείτε αυτό γρηγορότερα,
    πως ήταν ατύχημα ότι συμβαίνουν κάτι τέτοια,
    ότι τι περιμένεις,
    ούτε πάλι να το παρατραβάτε
    πως πήγα χαράμι ο ακέρδευτος
    και δωρεάν!

    Όταν η τρέλα θα με σκοτώνει,
    όταν θα πέφτω στο πανηγύρι της,
    τελειώνω κανονικά.
    Αυτή είναι η αλήθεια.

    Όσο αν πάσχισα να το ξεχάσω,
    όσες δηλώσεις αποκηρύξεως αν υπέγραψα
    δεν κρύβεται άλλο: είμαι
    του λογικού οπαδός,
    κι εχθρός βαμμένος της τρέλας.

    Δίκαια μ’ έχει βαλμένο στο μάτι
    κι επόμενο είναι να με πετύχει.

    Λουκάς Κούσουλας

    Τρελό Καλοκαίρι & Κώστας Σμοκοβίτης

    36. Ο ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΚΗΠΟΣ ΤΟΥ ΦΡΕΝΟΚΟΜΕΙΟΥ

    Η κραυγή της κουκουβάγιας γδέρνει τη σιγαλιά.
    Φράχτες οι κουρτίνες και πίσω τους
    οι βραγιές βολεύουν σε στρωτές σειρές.
    Σε λίγο θ’ αναστατωθούν.

    Ο κήπος δεν ξέρει τίποτα για την αρρώστια.
    Ξέρει μονάχα για τη νωθρή ανταύγεια
    των άστρων, το στάλαγμα του φεγγαριού· ξέρει
    γιατί, πελούζες και βραγιές έχουν ισοπεδωθεί.

    Και τότε η πληρότητα συντρίβεται.
    Μια κραυγή ανθρώπινη διαπερνάει τ’ όνειρο.
    Έν’ άγριο χέρι συνθλίβει έν’ ανοιχτό τριαντάφυλλο.
    Είμαστε μαγεμένοι, γητεμένοι.

    Ελίζαμπεθ Τζένινγκς, Μετ: Σπύρος Τσακνιάς

    ***

    37. Στο κάτω κάτω είμαι ανισόρροπος.
    Η ψυχή μου ενίοτε
    καίγεται σ’ ένα μικρό λυχνάρι, όπως άλλωστε όλων σαν
    εμένα. Ουδεμία σχέση με το λυχνάρι του Αλαντίν
    τους εξήγησα και τους γύρισα την πλάτη στο καινούργιο
    ρεστωράν για να γίνει ατμόσφαιρα – ταμπαρατούμπαρα.

    Βασίλης Στεριάδης

    ***

    38. ΤΡΕΛΗ ΕΞΟΔΟΣ

    Με φοβερίζουν πως μια βίδα
    Μου λείπει απ’ το κεφάλι

    Και με φοβίζουν πάλι
    Πως θα με θάψουν
    Σε κάσα με τρεις βίδες

    Με φοβερίζουν αλλά δεν σκαμπάζουν
    Πως δίχως την τέταρτη τη βίδα
    Θα είμαι εγώ αυτός που θα φοβίζει

    Καυχιέται ο εύθυμος τρελός
    Της γειτονιάς μου

    Βάσκο Πόπα [Μετάφραση: Λιλιάνα Ιωσήφ – Γκρούμπισιτς]

    ΜΑΡΙΝΑ – Η ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΤΡΕΛΩΝ

    39. ΩΔΗ ΣΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΜΕ ΣΧΙΖΟΦΡΕΝΕΙΑ

    Βλεμματική επαφή καμιά,
    να κρύψει το χάος του ίσως προσπαθεί.
    Ρυπαρός, απόκοσμος και πάντα απασχολημένος
    με σκέψεις, τσιγάρο και σιωπή,
    στον κόσμο του ζει αποτραβηγμένος.

    Αδιαφορεί μα απαντά,
    λίγα λόγια, κι αυτά αν τα ρωτάς
    και σταματά όταν μιλάνε αυτές,
    οι φωνές.
    Που του απομείναν η μόνη συντροφιά.
    Στου νου του την ερημιά
    Όχι, αυτός κανένα δεν αποζητά.

    Μα ναι, κι αυτός πεινά, κουράζεται, νυστάζει
    και φοβάται και ανησυχεί
    και ώρες-ώρες
    θέλει σαν άνθρωπος κι αυτός
    σιμά σε άλλους
    να κουρνιάσει, να βρεθεί.

    Κι η σκέψη προσπαθεί,
    αλλά σε ιδίους δρόμους αυτή
    με λέξεις ακατανόητες, καινοφανείς
    επιχειρεί να εκφραστεί.

    Σκέψεις, λόγια, φόβοι, συμπεριφορά
    Όλα κομμάτια, παράξενα και ιδιωτικά
    Όλα συντελέστηκαν πρώιμα, ανεπαίσθητα και προοδευτικά.
    Στην αρχή μόνο τρόμαξε
    όταν όλα εμφανιστήκαν ξαφνικά,
    μα κατοπινά
    όλα μοιάζαν εντελώς αποδεκτά

    Τώρα της νιότης τ’ όνειρα έχουν από καιρό σβηστεί
    και των οικείων οι υψηλές προσδοκίες
    έχουν με πόνο ξεχαστεί.
    Τώρα πια, ο ίδιος θεωρεί πως το καλύτερο
    που χει σε κάποιον να ευχηθεί
    είναι τη ζωή μέσου, μέτριου ανθρώπου
    να μπορέσει εκείνος να χαρεί.

    Όλα πλέον είναι αδιάφορα, υποτονικά
    τίποτα δεν περιμένει, τίποτα δεν αγροικά.

    Κι αυτός έχει την αρρώστια να διαχειριστεί
    -συμπτώματα, φάρμακα, γιατρούς κι αναπηρία δηλαδή-
    αλλά και του στίγματος το κόστος,
    μιας αρρώστιας-στις μέρες μας η μοναδική,
    ντροπιαστική και ενοχοποιητική!

    Νίκος Μπιλανάκης

    Nyman – A la folie

    40. ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ ΕΙΝΑΙ ΟΙΚΟΤΡΟΦΟΙ ΤΗΣ ΤΡΕΛΑΣ ΤΟΥΣ

    Τα άδεια σπίτια αυτοκτονούν αλλιώς
    σκοτώνουν ένα ένα τα όργανά τους
    αλλά δε γίνονται πτώματα

    ασπρίζουν από το λαιμό ως κάτω
    κι άλλα είναι ψυχές άλλα φαντάσματα

    άλλα ανοίγουν από κάτω την καταπαχτή
    και περισσεύουν στον ορίζοντα
    κι άλλοι τα λένε φυγάδες
    άλλοι αυτόχειρες

    κι αυτά είναι οικότροφοι της τρέλας τους

    ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΖΟΥΛΗΣ

  9. -«Μέσα στην τρελή χαρά…!» – Ποίημα της Φαίης Αγγελοπούλου

    Στέκομαι σε μια γωνιά και κοιτάω τα πουλιά
    να πετούν τόσο ελεύθερα στον ήλιο..
    Μα είναι καθημερινή κι είναι εννέα το πρωί
    στη δουλειά μου θα ‘πρεπε εγώ να πηγαίνω..
    Τι κι αν είμαι άνεργος!
    Περπατάω σαν τρελός..
    να πιστεύω πως σε κάτι χρησιμεύω!
    Νιώθω τόσο χαλαρά,
    μέσα στην τρελή χαρά
    που δεν έχω βρει δουλειά και μπορώ να αναπνέω..!
    Ίσως και να φταίω εγώ
    που γεννήθηκα στο λάθος τον καιρό
    και δεν βρίσκω βασιλιά τα πόδια να του πλένω..
    Θα ‘χα τότε εγώ φαί
    Θα ‘χα και μια φυλακή
    ούτε νοίκι, ούτε ΔΕΗ
    ούτε τράπεζες, ούτε εφοριακοί
    και δεκάρα να μη δίνω!
    Άσε που θυμάμαι εχθές όταν ήμουν στο μετρό
    μ’ έπιασε ένας πανικός!
    Σκέφτηκα μήπως για πάντα εδώ μείνω…
    Όμως, πάλι ευτυχώς!
    Χρωστάω μέχρι το λαιμό και δεν πρόκειται ποτέ να τους ξεφύγω..!!
    Έτσι σώθηκα ξανά..
    Νιώθω μια τρελή χαρά
    που ‘μαι ζωντανός κι έχω την υγειά μου!
    Πάω σπίτι μου, λοιπόν
    Μα στο δρόμο, τι χαμός!
    Δακρυγόνα, πανικός!
    Μου ‘ρχεται να τους σκοτώσω…
    Τρέχω γρήγορα και ‘γω
    να ανεβάσω μια στο blog την αλήθεια που αντίκρυσα στο δρόμο..
    Και ανοίγω την TV
    πάλι ψέματα να πει,
    να τρομάξω, να χωθώ στον καναπέ μου…
    Κι ύστερα σ’ ένα pc
    κολλημένος στα twit
    πως ξεχνιέμαι και ξεχνάω και την οργή μου..!
    Και φωνάζω τη μαμά!
    «Πείνασα για μουσακά!»
    Πως μ’ αρέσει η ζεστασία της βόλεψής μου..!!

    (http://www.palmografos.com/permalink/17845.html)

    -«Τρελή καρδιά»,Έλενα Κίσκη

    Πάλι ξεχειλιζεις τρελή καρδιά
    Που μπορείς να κρυψεις
    τους οργισμενους πόθους
    σε δάχτυλα που θέλεις να σε αγγίξουν
    Ποια ξένη έκταση να βάλει φωτιά
    και να λιωσει το παγωμένο σώμα
    Σε ποια υγρά χείλη
    θα βρεξεις την κάψα των σωθικων
    Έρωτα πάντα θα σε ψάχνω
    σε κάθε φουρτουνιασμενη αμαρτία
    να πνιγομαι στις ηδονες
    Και ας βλέπω
    να κόβεται της ανασας ο γυρισμος

    (http://anastasiosskepseis.blogspot.gr/2014/07/blog-post_6553.html)

  10. 41. ΤΙΠΟΤΕ ΤΑΠΕΙΝΟ

    Τόση ελευθερία τόση γνώση άλλο δεν άντεχε κι εντέλει
    κλείστηκε μες στο σώμα ενός τρελλού.
    Τίποτε ταπεινό.
    Είναι πολίτης πια του σύμπαντος.
    Μήτε αστός μήτε χωριάτης.
    Είναι πολίτης πια του σύμπαντος
    σαν τα σκαθάρια και τους ήλιους. Απαλλάχτηκε.
    Νοίκι, ΔΕΗ και δόξα τα ανάλαβαν οι ατσίδες.

    1980 Γιάννης Υφαντής, Ποιήματα Κεντήματα στο Δέρμα του Διαβόλου (1988)

    ***

    42. Έχω τρέλα ζηλεμένη
    με το δράμι ζυγισμένη
    πούναι ψεύτικα φτειαγμένη
    για να περνώ ζωή χαριτωμένη.
    ……………………………………………………………………………………………
    Λένε πως την πριγκήπισσα Μαρία αγαπώ,
    μα το μυαλό μου, που αξίζει μιλιούνια,
    δεν έστριψε από τον έρωτα αυτό
    ήμουν τρελλός πολύ τρελλός από την κούνια.

    …………………………………………………………..

    Όταν εις την Σμύρνην απεβιβάσθην
    προσεποιήθην, ότι πάσχω τας φρένας
    και δεν μ’επείραξε Τούρκος κανένας.

    ………………………………………………………..

    Πολλοί με νομίζουνε τρελό
    και μ»αποκαλούν λωλο-Νικολό,
    μα αν ήταν όλοι οι τρελλοί σαν κι εμένα
    Φρενοκομεία δε θάταν χτισμένα.
    Εγώ όμως αδιαφορών δι’ αυτάς τας ανοησίας
    διακηρύττω σ’όλους μετά παρρησίας,
    πως λογικός δεν υπάρχει κανένας,
    που να μην πάσχη κάπως κατά τας Φρένας

    …………………………………………………………

    Αφ’ότου τρελάθηκα βρήκα χουζούρι
    και να γνωστέψω δεν με συμφέρει
    η τρέλα πάει γούρι
    και η κοιλιά μου δεν υποφέρει.
    Τζάμπα με ταξιδεύουνε
    και τζάμπα με ταΐζουνε
    και ας με κοροϊδεύουνε
    και τρελό ας με νομίζουνε.

    ΝΙΚΟΛΑΟΣ Δ. ΠΑΛΑΙΟΚΡΑΣΣΑΣ

    CRAZY GIRL, Αλέκα Κανελλίδου

    43. ΤΑ ΠΑΘΗ ΤΟΥ ΝΕΑΡΟΥ ΒΕΡΘΕΡΟΥ
    (απόσπασμα)

    Α εσείς οι λογικοί άνθρωποι! Πάθος! Μέθη! Παραφροσύνη!
    Κάθεστε εκεί ήρεμοι και απαθείς, εσείς οι ενάρετοι, κατακρίνετε τον πότη, απεχθάνεστε τον τρελό, προσπερνάτε σαν τους ιερείς, και, σαν τους Φαρισαίους, ευχαριστείτε το Θεό που δεν σας έκανε όμοιους μ’ εκείνους.
    Έχω μεθύσει πολλές φορές, τα πάθη μου ποτέ δεν απείχαν πολύ από την τρέλα και δεν μετανιώνω ούτε για το ένα ούτε για το άλλο, γιατί, στο μέτρο των δυνατοτήτων μου, έμαθα να κατανοώ ότι όλους τους ξεχωριστούς ανθρώπους, αυτούς που πραγματοποίησαν κάτι μεγάλο, κάτι που έμοιαζε ακατόρθωτο, ανέκαθεν τους θεωρούσαν μεθυσμένους και τρελούς…

    Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε

    ***

    44. Ο ΤΡΕΛΟΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ

    Αντάρα έπιασε απόψε στο χωριό! Μεγάλο σούσουρο!
    «Θαύμα», λένε, έγινε και ο «Τρελοπετρής» βρήκε τα λογικά του!
    Κόσμος πολύς έξω απ’ το σπίτι του,
    να δει το θαύμα, να πιστέψει.
    Αυτόν που τριγυρνούσε κουρελής, μωρός, αλλοπαρμένος,
    αυτόν να δουν.

    Κόσμος πολύς έξω απ’ το σπίτι του.
    Ήρθε κι ο δήμαρχος κι ο δάσκαλος και ο παππάς κι ο ενωμοτάρχης.
    Ήρθαν πολλοί, να δουν για να πιστέψουν.
    Δεν τον «εχώνευε» το δήμαρχο ο Πετρής.
    Γιατί όλο χωρατά του έκανε κι όλο τον πείραζε όταν τον έβλεπε στο δρόμο.
    Και τον ενωμοτάρχη, τον φοβότανε,
    γιατί τον ξυλοφόρτωνε όπου τον έβρισκε και νόμιζε πως δεν καταλαβαίνει.
    Μα και στο δάσκαλο δεν είχε εμπιστοσύνη
    γιατί ήξερε πολλά και σαν μιλούσε, ανησυχία τον έπιανε
    γιατί δεν γνώριζε τη σπουδαγμένη γλώσσα.
    Και τον παππά απέφευγε ο Πετρής,
    παρ’ όλο που τον τάιζε καμιά φορά, αυτός φοβότανε το ράσο.
    Μα ήταν τρελός.

    Κόσμος πολύς έξω απ’ το σπίτι του.
    Κι αυτός να κλαίει.
    Δεν έβλεπε πια τα’ αερικά
    και τα πουλιά δεν του μιλούσαν, μήτε τα ζώα.
    Ξέχασε πώς να διαβάζει τις καρδιές
    και των αγγέλων οι φωνές μεσ’ στο μυαλό του σταματήσαν να μιλάνε.
    «Έγινε θαύμα» λέγανε τριγύρω,
    μα εκείνος, προσπαθώντας να μαζέψει τα κουρέλια του,
    συνέχιζε να κλαίει για το θαύμα που είχε και στερήθηκε.

    Δημήτρης Βραχιολάς

    Τρελοκόριτσο, CHARMES

    45. ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ

    Απόψε δεν γράφονται ποιήματα.
    Ο τρελός ξέφυγε μ’ ένα όπλο
    και ρίχνει στο ψαχνό.

    Όλα τον δείχνουν – αλλά
    κανείς δεν βλέπει.
    Τρέχω – τρέχουμε.
    Σκοντάφτω στον εαυτό μου.

    Ο ποιητής παριστάνει
    το οπωροφόρο δέντρο για να
    γλιτώσει τον ξυλοκόπο.

    ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΝΤΟΣ

    ***

    46. από τρελούς
    κι από παιδιά
    μάθαμε την αλήθεια
    αυτήν που απεσιώπησαν
    και λογικοί
    και γέροι

    πέστε μου πόσοι νοσταλγοί
    ζήτησαν να γυρίσουν
    κι όμως στο τέλος δεν το έπραξαν
    μη ξανανοσταλγήσουν

    ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ
    «Ου δύναταί τις δυσί κυρίοις δουλεύειν», 20-29. Η κοιλάδα με τους ροδώνες. Ίκαρος, 1978. 97

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: