Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (197ο): «Έρχομαι»….

 

-«Έρχεσαι

και φεύγεις

πεταρίζοντας

στο σκοτάδι

πυγολαμπίδα-χορεύτρια

φωτεινή και μαγεμένη.

Εγώ πάλι,

λάμπα σταθερή

μονίμως αναμμένη

σε ελκύω.»

(Μαρίας Πέστροβα)

 

 

-«…Κι ἐσὺ περιμένεις ἕνα γράμμα ποὺ δὲν ἔρχεται
Μιὰ μακρινὴ φωνὴ γυρνᾶ στὴ μνήμη σου καὶ σβήνει
Κι ἕνας καθρέφτης μετρᾶ σκυθρωπὸς τὴ μορφή σου
Τὴ χαμένη μας ἄγνοια, τὰ χαμένα φτερά.»
(Μανόλης Αναγνωστάκης)

 

 

-«Ναι, ξέρω από πού έρχομαι!

Αχόρταγος σαν την φωτιά

καίγομαι και αναλώνω τον εαυτό μου.

Ό,τι πιάνω γίνεται φως

Ό,τι αφήνω γίνεται στάχτη:

Φλόγα είμαι, σίγουρα!»

(Friedrich Nietzsche)

 

 

 

-Μιχάλης Γκανάς, [Το ποίημα έρχεται από μακριά…]

«Το ποίημα έρχεται από μακριά
δεν ξέρεις αν χορεύει ή παραπατάει.
Μοιάζει ανάρρωση γλυκειά
με απουσίες δικαιολογημένες
μέρα που λείπουν όλοι από το σπίτι
κι οι θόρυβοι ακούγονται αχνά
μέσα και έξω από το σώμα.
Ο ήλιος συνομήλικος και σκασιάρχης
καπνίζει σιωπή
και φυσάει γύρη στο δωμάτιο.
Σιγά σιγά το ποίημα μεγαλώνει
με πόνους με χαρές και λύπες
και ξανά χαρές ώσπου κάποτε
βλέπει τις πρώτες άσπρες λέξεις
και τυφλώνεται.
Με τέσσερις αισθήσεις γυρίζει ή με έξι
ραβδοσκοπώντας φλέβες τ’ ουρανού
ώσπου σκοντάφτει στον προτελευταίο στίχο.
Αυτός ο στίχος είναι αχθοφόρος
που σηκώνει στις πλάτες του το ποίημα
και σταθερός βατήρας για τον τελευταίο στίχο
που παίρνει φόρα και πηδάει στο κενό.
Ο τελευταίος στίχος δεν μένει πάντα τελευταίος.
Κάποτε γίνεται ο πρώτος στίχος ενός ποιήματος
που γράφει κάποιος αναγνώστης.»

 (Μιχάλης Γκανάς, Ο ύπνος του καπνιστή)

 

 

 

-Γιάννης Ρίτσος, «Όταν έρχεται ο ξένος»

 (αποσπάσματα)

«Την ώρα που μέναμε κλεισμένοι στη μεγάλη κάμαρα με τους σκεπασμέ- νους καθρέφτες, ήρθε Εκείνος, ακάλεστος, ξένος – τι ζητούσε; Εμείς δε θέλαμε να δούμε, ν’ ακούσουμε, να τον αναγνωρίσουμε. Το σκονισμένο του ρούχο ελεητικό – δε ζητούσαμε εμείς ευσπλαχνία – τα λιωμένα παπούτσια του απαιτούσαν συμπάθεια, – δεν είχαμε εμείς να δώσουμε τίποτα – ξένος, ακάλεστος, αμέτοχος στη λύπη μας, ήρθε να λυπηθεί εμάς, πίσω απ’ τα σκονισμένα γένεια του τρεμόφεγγαν τ’ αστέρια του χαμόγελου μ’ αυτή την αυταρέσκεια της επιείκειας, με τη συγκατάνευση της αρχαίας δοκιμασίας του, σα ναλέγε: «Κι αυτό θα περάσει», όπως οι κεντημένες μπάντες στους τοίχους των παλιών σπιτιών σμίγοντας μια νοικοκυρίστικη σοφία με πολλά παράταιρα μεταξωτά λουλούδια τριαντάφυλλα, γαρύφαλλα, πανσέδες (όχι μενεξέδες) κ’ οι κορδέλες ολόγυρα οι κεντημένες κίτρινες. Τι ήθελε;

Κι αν έχουμε δε θέλουμε να δώσουμε τίποτα. Ας μας αφήσουν επιτέλους στο σεπτό σεβάσμιο πένθος μας, στο θάνατό μας, στην περιφάνεια μας να μη δειλιάζουμε μπροστά στις σκιές των πρα- γμάτων, να μας αφήσουν να εξαντλήσουμε τη στάση της γονυκλησίας μας, ακούγοντας παρήγορο τον ξυλοφάγο στις γωνιές της σιωπής. Να φύγει είπαμε, ξένος, ακάλεστος, ύπουλος, – υποκρινόταν το φτωχό για να πιστέψουμε στον πλούτο μας, να μη μας ταπεινώσει, να μας δωροδοκήσει με την ορφάνεια του, με την αχάμνια του (έδειχνε κιόλας τα γυμνά πλευρά του, το φαρδύ του στέρνο) για ν’ αποσπάσει από μας ένα χαμόγελο πάλι, μια νέα μαρτυρία ζωής. …………………………………………………………………….

Έξω απ’ το παράθυρο φωτίζονταν ο αντικρινός τοίχος κάτασπρος με το διαγώνιο ήλιο, τραβούσε το βλέμμα, τραβούσε την ακοή, δεν ακούγαμε το ίδιο μας το κλάμα. Εκείνα που χάσαμε και χάνουμε, έλεγε, εκείνα που έρχονται, προπάντων εκείνα που φτιάχνουμε, είναι δικά μας, μπορούμε να τα δώσουμε, – έτσι έλεγε – ακάλεστος, ξένος, απαράδεχτος, κι είταν τα λόγια του σα μια σειρά σταμνιά σε νησιώτικα παράθυρα γερά, καλόκαρδα σταμνιά, ιδρωμένα, θυμίζοντας το δροσερό νερό σε νεανικά στόματα κι ας αρνιόμαστε το νερό και τη δίψα μας – θυμίζανε, ή τις γλάστρες με τα βασιλικά, τα γεράνια, την αρμπαρόριζα, την ώρα που βραδιάζει και γυρίζουν τα ζώα απ’ τη βοσκή κι ο χρόνος είναι μαλακός κι απέραντος, διακεκομμένος μόνο απ’ τα κου- δούνια των προβάτων -διάφορα μέταλλα, διάφοροι ήχοι, διάφορη απόσταση, πιστοποιώντας την απεραντοσύνη σε κάθε κατεύθυνση μπροστά ή πίσω, απ’ τονα ή τ’ άλλο πλάι, πάνω ή κάτω.

Η στιγμή δεν ήταν πια ένα κλείσιμο μα το κέντρο μιας έκτασης μ’ άπειρη περιφέρεια πέρα απ’ τα βουνά και τον ορίζοντα, πίσω απ’ το χτες και το αύριο, πέρα απ’ το χρόνο, σ’ όλο το χρόνο τον πεθαμένο και τον αγέννητο, πάνω απ’ τον καπνό των βραδινών καπνοδόχων που μοσκοβολούσε ταπεινότητα, καρτερία, μετριοπάθεια, πέρα, πάνω απ’ τους λύχνους που ανάβαν πριν απ’ τ’ άστρα, πάνω απ’ τ’ άστρα πού άναβαν πριν απ’ την προσοχή μας και τη γνώση μας –

Ευτυχισμένα τ’ άστρα, πράα, ευοίωνα, δίχως καθόλου προαίσθημα θανάτου, δίχως καθόλου θάνατο. …………………………………………………………………….

Όλα δικά μας, – είπε ο Ξένος. Όλα του κόσμου τούτου – και τους νεκρούς μας τους κουβαλάμε μέσα μας χωρίς ο χώρος να στενεύει, χωρίς να βαραίνουμε – συνεχίζουμε τη ζωή τους απ’ τις βαθιές στοές και τις έρημες ρίζες, τη δική τους ζωή, τη δική μας ακέρια μες στον ήλιο. Τότε ακριβώς είναι που γίνεται μια μεγάλη ησυχία, μια μεγάλη διφάνεια, διακρίνονται πέρα τα γαλανά νησιά και τα νησίδια που ποτέ ως τότε δε φάνηκαν κι ακούγεται ευδιάκριτα η χορωδία των μικρών κοριτσιών απ’ την αντί- πέρα όχθη των μικρών κοριτσιών που φύγανε νωρίς, αφήνοντας μισοτελειωμένη την πρώτη τους συνομιλία με μια μαργαρίτα.

Σας έλεγα, λοιπόν, πως δεν υπάρχει ο θάνατος, – τελείωσε ο Ξένος ήμερα, απλά, τόσο που εμείς χαμογελάσαμε χωρίς δισταγμό, δε φοβηθήκαμε τους σκεπασμένους καθρέφτες. Ενας τρίγωνος ήλιος στον απέναντι τοίχο είχε επιμηκυνθεί, φωτιζόταν ολόκληρο το βορινό δωμάτιο από μια μόνιμη αντανάκλαση. Μας πήρε το άρωμα από βουνά καρπών που ξεφόρτωναν στα μανάβικα. Ακούσαμε τους χτύπους στο γειτονικό σιδεράδικο και τα τραμ που έστριβαν δίπλα στα κρεοπωλεία.

Είχαμε την ισόρροπη αίσθηση μιας αφάνταστης ειρηικής συγκομιδής από μεγάλες, τετράδιπλες, ζαχαρωμένες ντομάτες, τοποθετημένες με προσοχή και τάξη σε ορθογώνια καφάσια που μεταφέρονταν απ’ τις αγροτικές περιοχές ίσα στις αγορές των πόλεων και στα πολύ- βουα λιμάνια. Πελώρια αυτοκίνητα τρέχαν στους ηλιόλουστους δρόμους σα μυστικά, ολοπόρφυρα βουνά. Σηκωθήκαμε, ξεσκεπάσαμε τους καθρέφτες, κοιταχτήκαμε, κι ήμασταν νέοι πριν από χιλιάδες χρόνια, νέοι ύστερ’ από χιλιάδες χρόνια, γιατί ο χρόνος κι ο ήλιος έχουν την ίδια ηλικία – την ηλικία μας, κι αυτό το φως δεν ήτανε καθόλου αντικατοπτρισμός μα το δικό μας φως φιλτραρισμένο μέσα απ’ όλους τους θανάτους.

Κι αυτός ο Ξένος ήταν πιο δικός μας…»

(Γ. Ρίτσος, 4η διάσταση, Κέδρος)

 

 

– Γιάννης Υφαντής, «Έρχομαι»

Στον Ivan Moody

Δεν ξέρω αν ο Ρίτσος ή ο Όμηρος
είναι που μ’ έπεισε να μπω στον Δούρειο Ίππο
έχοντας μόνο ένα σπαθί κι έναν καθρέφτη.

Έρχομαι από την έρημο εκεί όπου η άμμος
είναι η συντριβή κάθε μορφής.

Έρχομαι από τις Άρκτους, κουβαλώντας
ένα τσουβάλι άστρα και κρατώντας
στο χέρι μου μια μάσκα φεγγαριού.

Έρχομαι απ’ το καλύβι το πλεγμένο μ’ αστραπόκλα-
δα.
Έρχομαι από ‘να σπίτι καμωμένο από καθρέφτες.

Έρχομαι απ’ το φαράγγι το κυρτό όπως σπαθί
μισό από χιόνι και μισό από λουλούδια.

Έρχομαι από τις όχθες του βουνήσιου ποταμού
εκεί που καταρράχτες ασκητές
στέκονται όρθιοι μες στα πέτρινα πιθάρια.

Έρχομαι απ’ το Βορρά• με παγοπέδιλα
δυο μισοφέγγαρα, γλιστρούσα διαρκώς
πάνω στα χιόνια τρεις χιλιάδες χρόνια.

Έρχομαι απ’ των Τατάρων τις ορδές• είμαι ο στρα-
τιώτης
που ‘σφαξε τον Αττάρ κ’ είμαι επίσης
ο ίδιος ο Αττάρ και το μαχαίρι που τον έσφαξε.

Έρχομαι απ’ το μαύρο γαλαξία των μυρμηγκιών που
παρασέρνει
μια πεταλούδα πεθαμένη σα να είναι
ιστιοφόρο αγγέλου σα να είναι
ο Ίκαρος μετά από την πτώση του.

Έρχομαι από την Ελλάδα που με χέρι
την Πελοπόννησο ξαμώνει και σκορπά
γύρω της τα νησιά για να μην είναι
μόνη της απλωμένη μες στη θάλασσα.

Έρχομαι από την τρύπα ενός σάπιου κλωναριού
όπου ιερουργούσα με στολή άγριας μέλισσας
είτε φορούσα άμφια πεταλούδας.

Έρχομαι από το σούρουπο
της Θεσσαλίας,
όπου βόσκησα για χίλια χρόνια ένα κοπάδι από φωτιές.

Έρχομαι απ’ το βιβλίο του Αναξίμανδρου• σ’ αυτό
βρίσκομαι πάντα όπου κι αν πηγαίνω.

Με ρώτησαν από πού έρχομαι.
Τι να τους έλεγα;
Δεν θα με καταλάβαιναν
και τότε
θα μ’ οδηγούσανε δεμένο στον ψυχίατρο.

”Έρχομαι”, είπα, έτσι απλά, “απ’ το Αγρίνιο”,
κρύβοντας μες τη λέξη αυτή όσο μπορούσα
το “άγριος”, το “νι”, και προ παντός
το “ο”, που ‘ναι πηγάδι και παγίδα,
σπίτι μου και καθρέφτης και λαβύρινθος (μα ναι
ο πιο πολύπλοκος λαβύρινθος κι ας φαίνεται
τόσο απλό, ένα μικρό δαχτυλιδάκι).

(Γιάννης Υφαντής, Ναός του κόσμου, Εκδόσεις Δελφίνι)

 

 

-Σταύρος Βαβούρης, “Στον αστερισμό των εγκλίσεων και των χρόνων του ρήματος «Έρχομαι»”

 Που λέτε, μια ολόκληρη ζωή σχεδόν
από τον ένα άνυδρο και φυσικά παντέρημο πλανήτη
στον άλλο και στον άλλο του μεγάλου αστερισμού
των εγκλίσεων και των χρόνων
του ρήματος: έρχομαι.

«Έρχομαι» μου ’λεγαν δηλαδή
(έγκλιση οριστική και χρόνος Ενεστώς)
κι έπειτα «Ερχόμουνα» (σε Παρατατικό)
«μα μ’ έπιασε η βροχή».
«Ήρθα» σε χρόνο Αόριστο «αλλ’ είχες φύγει πια»
«θα ’ρθω και πάλι αν κατορθώσω» (Μέλλων).

Και μ’ όλα τ’ «αν», τα «θα» και τα «αλλά»
που συνοδεύαν Παρατατικό, Αόριστο και Μέλλοντα
είχα μια απεριόριστη πεποίθηση –πιστέψτε με–
(ήτανε χρόνοι Οριστικής – πώς ν’ αμφιβάλλεις;)
Αν και τότε ακόμα ο ερχομός τους
έμπαινε πια σε πλαίσια ιστορικά
μιας δηλαδή κατά το μάλλον κι ήττον πιθανής αφίξεως.

Ο Παρακείμενος με τον Υπερσυντέλικο
δε μ’ έπεισαν ποτέ βεβαίως.
Σε τι θα μ’ ωφελούσε άλλωστε;
Χρόνοι παρωχημένοι κι άσχετοι τελείως
με το τώρα ή το αύριο
που σε κάνουν παρανάλωμα.
«Έχω έρθει» κι «είχα έρθει»
Τ ό τ ε, μ’ άλλα λόγια
Και;
Το ζήτημα ήταν, τ ώ ρ α, τι γινόταν.
Τίποτα δε γινόταν, σήμερα τ’ απόγευμα
το βράδυ έστω αργά.
Οι χρόνοι της Οριστικής
τελειώσανε και κλείσανε
στο «τότε», στο «αν», στο «θα» και στο «αλλά».

Μετά οι σαθρές της Ευκτικής
και τόσο λίγο προσιτές ελπίδες
(να ’ρχόσουνα, να ’ρχόσουν και τι να ’ταν!)
Ουσιαστικά στηρίχθηκαν
στ’ ανύπαρκτα ερείσματα της Υποτακτικής:
«Αν έρθω»… «όταν έρθω»… «για να ’ρθω»…
Υποθέσεις δίχως θέσεις κι αποδόσεις·
σύνδεσμοι χρονικοί και τελικοί
χωρίς σκοπό, μετέωροι στο χάος του αορίστου
που διά μέσου τους μοιραία οδηγήθηκα
στης Προστακτικής τις παραισθήσεις.

Μ’ άλλα λόγια, ό, τι δεν ήταν εφικτό
με την Οριστική, την Υποτακτική
την Ευκτική (ναι, Θεέ μου, τόση ευχετική!),
είχα την ψευδαίσθηση ότι θα το πετύχαινα
προστάζοντας: «Να ’ρθεις. Ξεκίνα.
Είναι τέσσερις. Στις πέντε να ’σαι εδώ».

Ενώ η Προστακτική δεν είν’ επίτευξη·
πρόκειται για μια μονάχα ακόμα φαντασίωση
που διαρκεί ως τις πέντε, έξι το πολύ.
Περνάει καμιά φορά στις ικεσίες:
«ελέησον και σώσον, έλα» λόγου χάριν
και σε λίγες περιπτώσεις μόνο
λίγων τυχερών
γίνεται κυριολεκτική.
Μα ποιοι ’ναι κείνοι που προστάζουν
δίχως την ψευδαίσθηση μονάχα πως προστάζουν;

Στις νόθες καταστάσεις του Απαρέμφατου
προσπάθησα ένα διάστημα μετά
να βρω μια διέξοδο.
Μα τι σημαίνουν άραγε το «ιέναι» και το «ελθείν»;
Ότι έρχεσαι, ότι ήρθες, να ’ρχεσαι, να ’ρθεις,
ίσως και να ’ρχόσουνα, να ’ρθεις; αν έρθεις.
Γύριζα πλησίστιος στους υποθετικούς και τελικούς συνδέσμους
πάλι μ’ άλλα λόγια στα φαντάσματα της Υποτακτικής
και λίγα βήματα πιο πέρα
προσγειωνόμουνα γυμνός κι αμέτοχος
στης Μετοχής την μπλόφα:

ερχόμενοι κι ιόντες
εληλυθότες –α! ναι!- κι ελθόντες:
εκείνοι που έρχονται και θα ’ρχονται
μα θα τους πιάνει πάντοτε η βροχή στο δρόμο

που ήρθανε,
που θα ’ρθουν αν μπορέσουν πάλι.
Τέλος, όλοι κείνοι
που ’χουν κι είχαν έρθει
όταν οι πλανήτες των εγκλίσεων
και των χρόνων του ρήματος «έρχομαι»
όλοι τους, όλοι τους
μ’ είχανε κλείσει έξω απ’ την τροχιά τους.

(http://www.poiein.gr/archives/6949)

 

 

 

Μπουλώτης Χρήστος, «Να έρχεσαι στον ύπνο μου»

 Τώρα που μας χωρίζουνε βουνά από λόγια αλόγιστα και θάλασσες
να έρχεσαι συχνά στον ύπνο μου
Να ‘ρχεσαι πιο συχνά με αερόστατο, με ξύλινο τρενάκι,
με τρεχαντήρι υπερωκεάνιο, με τα πόδια…
να ‘ρχεσαι πάντως

Εξάπαντος να ‘ρχεσαι κάθε νύχτα με ρούχα ή χωρίς
«Σουσάμι άνοιξε» θα λέω τρις και θα σε μπάζω στ’ όνειρο

Στο ίδιο όνειρο, πολύχρωμα μπαλόνια
που τα πήρε ο αέρας να τα ταξιδέψει μακριά
μια πάνω και μια κάτω μεθυσμένα

Έλα στον ύπνο μου, σε περιμένω
να καθαρίζουμε παρέα φρέσκα φασολάκια,
να τρώμε καρμπονάρα, να σε ταΐζω μενεξέδες κουκουνάρια
και να σε πασπαλίζω φεγγαρόσκονη, θα δεις …

Ανάμεσα σε ερωτιδείς αγγέλους να πετάς εσύ,
μαζί κι εγώ

Κι αν θέλεις θα γινόμαστε ακροβάτες,
ηθοποιοί σε θίασο πλανόδιο, έλα …
Στο ίδιο όνειρο εμείς οι δυο να παίζουμε τρίλιζα
στο κατώφλι του καλοκαιριού

Σε πύργους από φίλντισι κι ακριβό βελούδο
να κυνηγιόμαστε στο μυρωμένο λιβάδι των αισθήσεων,
να σε φτάνω, να σ’ αγγίζω, να σε πιάνω

Να ‘μαι τα χέρια εγώ κι εσύ το πιάνο
και να σε τραμπαλίζω
και να σου φτιάχνω κούνια σ’ ανθισμένη κερασιά
να σε κουνώ, να σε ταρακουνώ

Μόνο να έρχεσαι στον ύπνο μου κάθε νύχτα
Τ’ άλλα θα στα πω στ’ αυτί
Γιατί τα όνειρα σαν τα θαύματα είναι
Βγαίνουν αληθινά αν τα πιστεύεις…

(http://dimitriosgogas.blogspot.gr/2012/07/blog-post_5910.html)

 

 

-Ν. Βρεττάκος, «ΚΑΙ ΦΕΥΓΟΝΤΑΣ ΕΡΧΕΣΑΙ»

 «Τώρα το ξέρεις: τα βουνά δεν μπορούνε
να μας χωρίσουν. Και φεύγοντας έρχεσαι.
Και φεύγοντας έρχομαι. Δεν υπάρχει άλλος χώρος
έξω απ’ το χώρο μας. Κι ο άνεμος είναι
η αφή των χεριών μας.
Καθώς ταξιδεύουμε,
εσύ στο βορρά, εγώ προς το νότο,
κοιτώντας τον ήλιο, ο καθένας μας έχει
τον άλλο στο πλάι του.»

(http://www.ainigma.net/gr/nikiforos-vrettakos/poihmata/)

 

 

-Ο. Ελύτης, «Ήρθαν ντυμένοι φίλοι»

 Ήρθαν
ντυμένοι φίλοι
αμέτρητες φορές οι εχθροί μου
το παμπάλαιο χώμα πατώντας
και το χώμα δεν έδεσε ποτέ με τη φτέρνα τους.

Έφεραν το Σοφό, τον Οικιστή, και το Γεωμέτρη,
βίβλους γραμμάτων και αριθμών,
την πάσα υποταγή και δύναμη,
το παμπάλαιο φως εξουσιάζοντας.
Και το φως δεν έδεσε ποτέ με τη σκέπη τους.

Ούτε μέλισσα καν δεν γελάστηκε

το χρυσό ν’ αρχίσει παιχνίδι
ούτε ζέφυρος καν, τις λεύκες να φουσκώσει ποδιές.

Έστησαν και θεμελίωσαν

στις κορφές, στις κοιλάδες, στα πόρτα
πύργους κραταιούς και επαύλεις
ξύλα και άλλα πλεούμενα,
τους νόμους τους θεσπίζοντας
τα καλά και συμφέροντα,
στο παμπάλαιο μέτρο εφαρμόζοντας.

Και το μέτρο δεν…
έδεσε ποτέ με την σκέψη τους.
Ούτε καν ένα χνάρι θεού
στην ψυχή τους σημάδι δεν άφησε
ούτε καν ένα βλέμμα ξωθιάς
τη μιλιά τους δεν είπε να πάρει.

Έφτασαν ντυμένοι «φίλοι»

αμέτρητες φορές οι εχθροί μου
τα παμπάλαια δώρα προσφέροντας.
Και τα δώρα τους άλλα δεν ήτανε
παρά μόνο σίδερο και φωτιά.
Στ’ ανοιχτά που καρτέραγαν δάχτυλα
μόνο όπλα και σίδερο και φωτιά.
Μόνο όπλα και σίδερο και φωτιά.

(Ο. Ελύτης, Άξιον εστί, Ίκαρος)

 

 

 

-Μπ. Μπρεχτ, «ΟΤΑΝ ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΚΑΙ ΠΕΦΤΟΥΝ ΣΑΝ ΒΡΟΧΗ ΤΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ»

 Όπως εκείνος που φέρνει μια σημαντική επιστολή στο γκισέ εκτός των ωρών εργασίας του ταχυδρομείου: και το γκισέ είναι κλειστό·

όπως εκείνος που θέλει να προειδοποιήσει την πόλη για την επερχόμενη πλημμύρα ‒ μιλάει ωστόσο ξένη γλώσσα: και κανένας τί λέει δεν καταλαβαίνει·

όπως ο ζητιάνος που χτυπάει για πέμπτη φορά την πόρτα εκείνη που του είχαν ανοίξει τις προηγούμενες τέσσερις: και μένει τώρα, την πέμπτη του φορά, πεινασμένος·

όπως ο πληγωμένος που τρέχει το αίμα του, ενώ περιμένει τον γιατρό: και το αίμα του συνεχίζει να τρέχει,

 

έτσι ερχόμαστε κι εμείς και γράφουμε και λέμε για τα κακά που έχουμε τραβήξει και για τα εγκλήματα που έχουμε υποστεί.

 

Την πρώτη φορά που αναφέραμε ότι σφάζανε τους φίλους μας με μέτρο και αραιά-αραιά, βγήκε μια κραυγή απόγνωσης και φρίκης. Είχανε σφάξει, τότε, εκατό. Όταν όμως ύστερα σφαχτήκαν χίλιοι, και τελειωμό δεν είχανε οι σφαγές, απλώθηκε παντού σιωπή.

 

Όταν έρχονται και πέφτουν σαν βροχή τα εγκλήματα, κανείς τότε δεν βγαίνει να φωνάξει Σταματήστε!

 

Όταν τα εγκλήματα γίνονται σωρός, γίνονται και αόρατα.

Όταν τα βάσανα είναι αβάσταχτα και θεριεύει ο πόνος, κραυγή από πουθενά δεν ακούγεται.

Γιατί και οι κραυγές… έτσι πέφτουνε κι αυτές… σαν βροχή, σαν βροχή καλοκαιριάτικη.

 (https://zbabis.blogspot.gr/2015/03/12-4.html)

 

 

-ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΑΡΤΙΝΗΣ 

14.

έρχομαι
με τις κραυγές των γλάρων στο σκοτάδι
φορώντας ένα σωσίβιο από κόκκινο γυαλί

έρχομαι μ’ έναν διερμηνέα που μιλά όλες τις γλώσσες του ουρανού
κι έχει ακριβώς ενενήντα εννέα ονόματα

έρχομαι
όπως το τελευταίο όνομα
ύστερα απ’ όλα τα ονόματα του κόσμου

πλατύς σας φράχτης έρχομαι
νωχελικός σαν τις ατέλειωτες ουρές του φαγητού
απόλυτος σαν συρματόπλεγμα κι απάνθρωπος

σαν ήλιος

(Χρήστος Μαρτίνης, Το ξένο φως, Αθήνα, Υποκείμενο)

 

 

 

 -Διονύσιος Σολωμός, [Κάκιωμα]

 

 «Πλέον δεν έρχομαι στο βρέφος

ωραιότητες γεμάτο,

σαν τραντάφυλλο δροσάτο

οπού ανοίγει αυγερινό.

 

Όχι, πλέον δε θέλω νά ’λθω,

ούτε αν έξαφνα αρχινήσει

λυπηρά να τραγουδήσει

τη Βοσκούλα στο βουνό·

 

ούτε αν ψάλλοντας το ιδούνε

τον πατέρα του να δείξει

και τα δάκρυα να σφουγγίξει

με το χέρι το μικρό.

 

Μόνον αν το πάρει η Μοίρα

και στενέψει εμέ να κλίνω,

τότες έρχομαι και δίνω

ένα φίλημα κι εγώ.»

 (http://www.greek language.gr/digitalResources/literature/tools/concordance/browse.html?cnd_id=10&text_id=2043)

 

 

Maya Angelou, «Όταν έρχεσαι σε μένα»

 

 «Όταν έρχεσαι σε μένα

Όταν έρχεσαι σε μένα, απρόσκλητος

Νεύοντας μου

Σε αλλοτινά δωμάτια

Εκεί που υπάρχουν οι αναμνήσεις

Προσφέροντάς μου, σαν σε παιδί, μια σοφίτα,

Συναντήσεις ελάχιστων ημερών,

Στολίδια κλεφτών φιλιών,

Ψεύτικα κοσμήματα από δανεικές αγάπες,

Μπαούλα μυστικών λέξεων,

 ΚΛΑΙΩ.»

 [Πηγή: www.doctv.gr]

 

 

 

-Ραφίκ Σαμπίρ, «ΑΠΟ ΠΟΥ ΕΡΧΕΣΑΙ»

 (στον Γιλμάζ Γκιουνέι)

 Σε τούτα τα μεσάνυχτα του κόσμου από πού ήρθες;

Πώς μπόρεσες ν’ αποτινάξεις τα δεσμά

και να υψωθείς σαν ήλιος μέσα απ’ την ομίχλη

του χειμώνα;

Χώρα πάγων ήταν εδώ. Εσύ από ποιον δρόμο ήρθες;

Εδώ ήταν ο τόπος της φωτιάς. Από πού μας ήρθες;

Το Κουρδιστάν ήταν γεμάτο άγριους λύκους

και το ‘πνιγε το έγκλημα. Ποιο δρόμο πήρες κι ήρθες;

Πως έμαθες, πού έμαθες τον πολιτισμό

και τραγουδάς ταχταρίσματα στη χώρα των λύκων;

Ποιο δρόμο πήρες και μας ήρθες;

Στην καταιγίδα ετούτη, στη νεροποντή, χαμένος σε όνειρα

είσαι; Ουράνιο τόξο είσαι; Τραίνο ονείρων είσαι;

Λιμός χτυπάει τον τόπο μας

ερείπια κατάντησαν οι εποχές

και συ τι είσαι μέσα στο χαμό;

Του ορίζοντα το πρόσωπο

ή του σταριού ένα φύτρο;

Κάποια καταχτημένη αυγή

θα ξυπνήσουμε μαζί σου και θα βρούμε

τα χνάρια της ταυτότητάς μας στα όνειρά σου.

Θα γεμίσουμε το Κουρδιστάν με αγάπη.

με ουράνια τόξα, ταχταρίσματα κι αλήθειες.

ΕΥΑ

Ήσουν φωτιά

μα μήτε μ’ έκαψες

μήτε με ζέστανες

Ήσουν ποταμός

μήτε μ’ έπνιξες

μήτε με νανούρισες στην αγκαλιά ενός από τα κύματά σου

Τώρα ακίνητος είσαι στρόβιλος

και μουγκρίζεις δέκα φορές τη μέρα

μα δεν με ξεκουράζεις λίγο

μήτε με παίρνεις έστω μια φορά μαζί σου.

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΟΠΛΟΥ

Είχα έναν μικρό γαλάζιο ουρανό

Οι καταχτητές μου τον πυρπόλησαν

Είχα ένα ρυάκι κόκκινο αίμα

ένα σακουλάκι μελένια όνειρα

και λίγα βιβλία

Μου τα λεηλάτησαν.

Μα όταν ήρθαν

το δέρμα να μ’ αλλάξουν

και το πρόσωπο

ντύθηκα το χιόνι και τον κεραυνό

φορτώθηκα στον ώμο την πατρίδα

και πήρα το δρόμο του όπλου.

 (http://www.cemilturan.gr/)

 

 

 

-Χάρης Παπασάββας , «ΕΡΧΕΣΑΙ…ΑΠΕΡΧΕΣΑΙ»


Στην έκρηξη της κηλίδας του ήλιου
έρχεσαι
στην έκρηξη του ηφαιστείου της σελήνης
απέρχεσαι.

Τ΄ αστέρια χωρίς πανοπλία
έλιωσαν σαν κεριά
στο φως της παρουσία σου.

Ο Κρόνος ξέφρενα στροβίλιζε
στα κόκκινα σου βήματα,
παπαρούνες φύτρωναν παντού,
και το τοπίο αγκάθινο στεφάνι
πέρα απ΄το σύμπαν εκτείνεται.

Στο λυκαυγές απροσκάλεστη περνάς
με λάμψη θαμπή,
πόθος και πάθος σε ουρά κομήτη
διακτινίζεσαι πάνω απ΄την ζωή μου,
στα όνειρα μου εισχωρείς,
σε ώρες νηνεμίας,
με τέλεια αρτιότητα συνουσιάζεσαι.

http://homouniversalisgr.blogspot.gr/2016/02/blog-post_40.html

 

 

 

 

Advertisements

Single Post Navigation

9 thoughts on “Πες το με ποίηση (197ο): «Έρχομαι»….

  1. Ωωωωω… Γιάννη, σου βγάζω το καπέλο!
    Ήρθες σαρώνοντας τα πάντα. Ευλογημένος ο ερχόμενος. Πληρέστατος. Μπράβο σου και πάλι μπράβο!

    *
    ΗΡΘΕΣ ΕΨΕΣ – ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΟΥΛΟΠΟΥΛΟΣ

    1. ΗΡΘΕΣ ΕΨΕΣ

    Ήρθες εψές στο ύπνο μου και μου ψιθύρισες
    πως απ’ τα ξένα, μάνα μου, εξαναγύρισες.

    Τρέχω ο καλός να σε δεχτώ μπρος στ’ ακρογιάλι σου
    να γείρω όπως κι έναν καιρό μες στην αγκάλη σου.

    Μα βρίσκω ολέρμο το γιαλό, έρμα τα κύματα
    και παίρνω το δρομί και πάω πέρα στα μνήματα.

    Ήρθες εψές στον ύπνο μου και μου ψιθύρισες
    κι από τα ξένα, μάνα μου, δεν ξαναγύρισες.

    ΣΩΤΗΡΗΣ ΣΚΙΠΗΣ

    ***

    2. Σ’ ΑΚΟΥΩ ΝΑ ΕΡΧΕΣΑΙ

    Σ’ ακούω να έρχεσαι

    Φέρνεις τη μνήμη των άδειων ημερών
    μαλλιά που δε δόθηκαν σε προσφορά
    χέρι που δεν καταχτήθηκε

    Μορφή θαμπή
    τα μάτια μου βουρκώνουν
    στο λαιμό μου χωνεύονται λυγμοί
    που δεν πήρανε σώμα

    Τώρα βυθίζεσαι σε κάθε μου ρωγμή

    ΝΙΚΟΣ -ΑΛΕΞΗΣ ΑΣΛΑΝΟΓΛΟΥ [Από την ενότητα Αισθηματική ηλικία (1946-1949)] Δύσκολος θάνατος (1954)

    ***

    3. ΟΤΑΝ ΣΕ ΠΕΡΙΜΕΝΩ

    Ὅταν σὲ περιμένω καὶ δὲν ἔρχεσαι,
    ὁ νοῦς μου πάει στοὺς τσαλακωμένους,
    σ᾿ αὐτοὺς ποὺ ὧρες στέκονται σὲ μία οὐρά,
    ἔξω ἀπὸ μία πόρτα ἢ μπροστὰ σ᾿ ἕναν ὑπάλληλο,
    κι ἐκλιπαροῦν μὲ μία αἴτηση στὸ χέρι
    γιὰ μία ὑπογραφή, γιὰ μία ψευτοσύνταξη.

    Ὅταν σὲ περιμένω καὶ δὲν ἔρχεσαι,
    γίνομαι ἕνα με τοὺς τσαλακωμένους.

    ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ

    Ο ερχομός σου, Μανώλης Μητσιάς

    4. ΑΚΟΜΗ

    Εξακολουθώ να μην πιστεύω
    έρχεσαι δίπλα μου
    και η νύχτα είναι μια χούφτα
    αστεριών και ευθυμίας
    δακτύλων γεύσεις ακούω και βλέπω
    το πρόσωπό σου το μεγάλο σου διασκελισμό
    τα χέρια σου, και ακόμα
    ακόμα δεν μπορώ να πιστέψω
    ότι η επιστροφή σου έχει πολλά
    να κάνει με σένα και με μένα

    και για ξόρκι το λέω
    και για τις αμφιβολίες το τραγουδώ
    κανείς ποτέ δεν θα σε αντικαταστήσει
    και τα πιο ασήμαντα πράγματα
    αλλάζουν σε θεμελιώδη
    επειδή γυρνάς στο σπίτι
    ωστόσο εξακολουθώ να
    αμφιβάλλω σε αυτήν την τύχη,
    γιατί ο ουρανός σε έχει
    μου φαίνεται φαντασία.

    Αλλά έρχεσαι και είναι σίγουρο
    και έρχεσαι με το βλέμμα σου
    και γι’ αυτό η άφιξή σου
    κάνει μαγικό το μέλλον
    ακόμη και αν δεν είναι πάντα κατανοητές
    οι ενοχές μου και οι καταστροφές μου

    αλλά ξέρω ότι στα χέρια σου
    ο κόσμος έχει νόημα
    και αν φιλήσω με τόλμη
    και το μυστήριο των χειλιών σου
    δεν θα υπάρχουν αμφιβολίες ή άσχημες γεύσεις
    θα σ’ αγαπώ περισσότερο ακόμη.

    ΜΑΡΙΟ ΜΠΕΝΕΔΕΤΙ

    ***

    5. ΟΤΑΝ ΗΡΘΕΣ

    Εσβήναν τα χρυσάνθεμα σαν πόθοι
    στον κήπον όταν ήρθες. Εγελούσες
    γαλήνια, σα λευκό χαμολουλούδι.

    Αμίλητος, τη μέσα μου μαυρίλα
    την έκανα γλυκύτατο τραγούδι
    κι απάνω σου το λέγανε τα φύλλα.

    ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ, Νεανικά ποιήματα

    ΠΕΤΡΟΣ ΠΑΝΔΗΣ – Ήρθανε ένα βράδυ

    6. OΛA, OΠΩΣ HPΘANE, KAΛA

    Ολα, οπως ηρθανε, καλα.
    Eτουτο που μας ηρθε τωρα
    και γυρο βλεπουμε,
    ανθρωποι εμεις,
    ειναι το που μας βρηκε,
    σαν το λουλουδι που ειδαμε
    στο μονοπατι εδω
    που γερνει το χορταρι τσακισμενο,
    μην ταχα θαν το πουμε
    σαν να μην το ειδαμε με λιγην αισθηση;

    Tουτο μας βρηκε…
    Ομως δεν εχουμε πλατια ψυχη
    και τα που η αισθηση μας δινει
    δεν τα ’χουμε τοσο δικα…

    Eτουτο που μας βρηκε
    σαν του πιο ηδονικου η ψυχη δικο,
    πως θαν το πουμε;
    Ολα οπως ηρθανε καλα.
    Eιμαστε εμεις.

    1951-54 ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΣΚΑΡΤΣήΣ

    ***

    7. ΦΑΤΑ ΜΟΡΓΚΑΝΑ

    …Πούθ’ έρχεσαι; Απ’ τη Βαβυλώνα.
    Πού πας; Στο μάτι του κυκλώνα.
    Ποιαν αγαπάς; Κάποια τσιγγάνα.
    Πώς τη λένε; Φάτα Μοργκάνα…

    ΝΙΚΟΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

    ***

    8. ΣΤΗ ΜΑΡΙΑ ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ

    Μη στοχαστείς πως ήρτα αργά κοντά σου. Είναι κρυφός
    ο δρόμος μου και δεν τον ξέρουν οι άλλοι.
    και χρόνια τώρα, ανήξερά Σου, είμαι για Σένα ο αδερφός,
    οπού Σου σιάζει μυστικά το προσκεφάλι…

    Κι’ αν απ’ την όχτη φαίνεται πως έρχομαι, όπου τη νευρή
    των τόξων μου τανύζω
    με πείσμα, ενάντια στην οκνιά που με κυκλώνει τη μιαρή,
    μα αληθινά, γυρίζω

    από την όχτην όπου ανθούν οι θείοι μονάχα ασφοδελοί
    κι’ όπου σαλεύει μόνο
    όποια μορφή αναδύθηκε για μένα ως πλέρια ανατολή
    μέσ’ απ’ τον τέλειο πόνο…

    Εκείθεν’ έρχομαι σ’ Εσέ, που ο θάνατός μου κ’ η ζωή
    διπλό μου φέγγει αστέρι.
    μα γίνοντ’ ένα μέσα μου και τα τυλίγει μια πνοή
    σα Σου κρατώ το χέρι,

    και συλλογιέμαι πως δεν ήρτα αργά κοντά Σου (με το φως
    ή το σκοτάδι αν πρόλαβα), τι φτάνω απ’ τ’ ακρογιάλι
    αυτών που μ’ ετοιμάσανε να Σού ‘μαι ο άξιος αδερφός,
    και νά ‘μαι πλάι Σου πάλι…

    ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ

    ΚΙ ΗΡΘΕΣ ΕΣΥ ΑΠ΄ΤΟ ΝΟΤΙΑ – Μαρία Φαραντούρη

    9. ΧΑΡΟΥΜΕΝΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ
    I

    Έρχεται η φωνή μου άνεμος του απείρου
    Έρχεται η φωνή μου φορτωμένη την αρσενική
    Γύρη των άστρων, έρχεται
    Στο λουλούδι του νου σου

    II

    Έρχομαι από την άκρη μιας
    Αιωνιότητας
    Με προβιά και με έκσταση
    Μ’ ένα κομμάτι σεληνόφωτο στο μέτωπο
    και μ’ ένα κέρατο στη ζώνη
    Με μνήμες από πάχνη κι από φωτιά
    Έρχομαι από την άκρη μιας
    Αιωνιότητας
    Άφησα τα χνάρια μου πάνω στον
    Πηλό του φωτός
    Φόρεσα τη θωριά του νερού
    Φόρεσα τη δυσκινησία των οστρακόδερμων
    Βόσκησα τους ανέμους κι εξημέρωσα τους ήχους
    Έζησα του λύκου την έκσταση
    Μπροστά στον πάγο και τη φωτιά
    Έρχομαι από την άκρη μιας
    Αιωνιότητας
    Έρχομαι από την έρημο των άστρων

    III

    Έρχομαι από την έρημο των άστρων
    Μοναχικός βαδίζω ερημώνοντας το μέλλον
    Στερεύουν οι πηγές της πλάνης τα πάντα ξηραίνονται
    Πλούσια απλώνεται η άμμος και μονάχα η άμμος
    Χώρος για περισσότερη σκέψη
    Χώρος για περισυλλογή κι ελευθερία
    Χώρος του άδειου και της φωτιάς
    Έρχομαι από κει όπου πηγαίνετε
    Έρχομαι από την έρημο των άστρων
    Μοναχικός φυτρώνω μες στην έρημο των λαών. Ώριμος
    Ήλιος
    Γέρνω από γύρη σοφίας

    ΓΙΑΝΝΗΣ ΥΦΑΝΤήΣ, »Μανθρασπέντα» (1977)

    Γιατί δεν έρχεσαι ποτέ όταν σε θέλω – Αλκίνοος Ιωαννίδης

    10. ΕΣΥ ΚΑΙ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ

    Έρχεσαι και ξανάρχεσαι σ’ αυτή την αίθουσα
    τόσο γυμνή που σε κοιτάζουν όλοι
    Βασανίζεις τα καθίσματα
    σα να βασανίζεις τον ένοχο
    Σου λέω να πνίξεις μέσα σου αυτά τα άγρια πουλιά
    μα εσύ τα λευτερώνεις.

    Γίνεσαι μαύρη από τη λύπη σου
    κι έρχεσαι εδώ.
    Από καιρό έρχεσαι και ξανάρχεσαι.
    Τα γόνατά σου αστράφτουν μέσα στην αίθουσα.

    Σου πλένω με τα δάκρυά μου
    τα χέρια και τις μασχάλες.
    Σου πλένω τα πόδια ως τα βουνά.
    Σου χαρίζω την πιο ζεστή μου φωνή για να ντυθείς.

    Μα εσύ φεύγεις
    όπως ήρθες
    γυμνή
    για να υπάρχει πάντα ένα Ποίημα
    να λέει
    για σένα

    ΤΑΚΗΣ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ, Αντίστιξη

    ***

    11. ΕΡΧΕΣΑΙ ΣΑΝ ΠΟΥΛΙ ΠΛΗΓΩΜΕΝΟ

    Έρχεσαι σαν πουλί πληγωμένο
    Ή σαν φοβισμένο ζώο
    Σαν το σκυλί που σε κοιτάζει στα μάτια
    Μπερδεύεται στα πόδια σου
    Περιμένοντας ένα πρόσταγμα
    Που το διώχνεις και πάλι το φωνάζεις
    Να σ’ ακολουθήσει

    Οι άνθρωποι οι ερημωμένοι λατρεύουν τα σκυλιά
    Γεμίζουν το άδειο με αφοσίωση με υποταγή
    Ρίχνουν πετρίτσες στην ατάραχη λίμνη

    ―Δεν αγαπώ τα σκυλιά
    Εγώ είχα γύρω μου θηρία

    ΜΗΝΑΣ ΔΗΜΑΚΗΣ, Πορεία μέσα στη Nύχτα, Eρμής 1999

    Ο ΚΑΗΜΟΣ ΤΗΣ ΦΥΣΑΡΜΟΝΙΚΑΣ-ΜΑΡΙΑ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗ

    12. Ο ΚΑΗΜΟΣ ΤΗΣ ΦΥΣΑΡΜΟΝΙΚΑΣ

    Όνειρο που φεύγει είναι η ζωή
    μέσα στ’ όνειρό μου είσαι κι εσύ.

    Έρχεσαι πάντα το βράδυ,
    μελαγχολικά
    σαν το στερνό το τρένο του χειμώνα
    η καρδιά μου χιονισμένη,
    στέπα ερημική προσμένει
    τον καημό σου και σε καρτερεί.

    Έρχεσαι και δε σωπαίνεις
    μέσα από τη στάχτη μια φωτιά γυρεύεις
    κι όλο φεύγεις
    τριγυρνάς μέσα στη νύχτα
    φάντασμα ωχρό
    της προσμονής μου μαύρο πουλί ερημικό.

    Κι όπως έρχεσαι έτσι φεύγεις
    έτσι απρόσμενα αγαπάς μισείς ξεχνάς,
    πλάνες μαζεύεις
    μα η καρδιά μου χιονισμένη,
    στέπα ερημική προσμένει
    τον καημό σου πάντα καρτερεί.

    Όνειρο που φεύγει είναι η ζωή
    μέσα στ’ όνειρό μου είσαι κι εσύ…

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΥΡΙΑΝΟΣ

    Γ.NΤΑΛΑΡΑΣ : ΗΡΘΑ ΚΙ ΑΠΟΨΕ ΣΤΑ ΣΚΑΛΟΠΑΤΙΑ ΣΟΥ

    13. ΗΡΘΕΣ ΟΤΑΝ ΕΓΩ…

    Ήρθες όταν εγώ δεν σε περίμενα. Σαν κάθε νύχτα
    Καίοντας την ανάμνηση πικρών θανάτων
    Ανημποριά των γηρατειών, τρόμος της γέννησης,
    Σε τρώγλες σκοτεινές, στην αγκύλη της ηδονής
    Πέρα απ’ τους άδειους κάμπους των αποσπασμάτων

    Ήρθες όταν εγώ δεν σε περίμενα. Α πώς θα ζούσες
    Εσύ κι εγώ μια τέτοιαν εποχή
    Σάπιο φορτίο στ’ αμπάρι ενός
    Μεθυσμένου καραβιού που πέθαναν όλοι
    Βουλιάζοντας με χίλιες τρύπες στα κορμιά μας
    Μάτια θολά που χλεύασαν το φως
    Στόματα αδέσποτα στη φλούδα της ζωής
    Καίοντας την ανάμνηση – Νεκροί
    Σε μια εποχή ανέκκλητου θανάτου

    Ήρθες όταν εγώ δεν σε περίμενα. Κι ούτε ένα νεύμα
    Μια λέξη, όπως η σφαίρα στο στίγμα του λαιμού
    Ούτε μι’ ανθρώπινη φωνή γιατί δεν είχε
    Ακόμα γεννηθεί καμιά φωνή
    Δεν είχε γεννηθεί τ’ άγριο ποτάμι
    Που ρέει στις άκρες των δακτύλων και σωπαίνει.

    Ανάμνηση ζωής – πότε ν’ αρχίζεις
    Αδίστακτος και πράος να βγάζω λόγους
    Να εκφωνώ στα κενοτάφια τους θρήνους
    Φθαρμένους στων φθόγγων την πολυκαιρία
    Και να κλειδώνεις τις μικρές μικρές χαρές
    Όχι πατώντας στους νεκρούς σου πάνω στίχους
    Γιατί αν είναι κόκκαλα, έρωτες ή χαμόσπιτα
    Με την κουβέρτα στην ξώπορτα χωρίζοντας τον κόσμο
    Στα δυο, κρύβοντας τον σπασμό και την απόγνωση
    Κι έξω να ψάλλουν οι περαστικοί στο πείσμα των πιστών
    Στο πείσμα του άρρωστου παιδιού και του χειμώνα

    Α πώς θα ζούσες μια εποχή. Κι αυτός αδίσταχτος,
    Ο χρόνος, θρυμματίζοντας τη σκέψη
    Τα στέρεα σχέδια και τις βίαιες αποφάσεις
    Τα αιωρούμενα γιατί, τα υγρά χαμόγελα

    Ήρθες όταν εγώ δεν σε περίμενα. Μη με γελάσεις
    Αυτά δεν είναι τα κατώφλια που έχω σκύψει
    Αυτές οι κρύπτες που ριγούν τα τρωκτικά
    Δεν έχουν τίποτε απ’ τ’ άρωμα της λάσπης
    Ούτε απ’ το χάδι των νεκρών στα όνειρα μας
    Γιατί έχει μείνει κάτι – αν έχει μείνει –
    Πέρα από θάνατο, φθορά, λόγια και πράξη.
    Άφθαρτο μες στην τέφρα αυτή που καίω
    Σαν κάθε νύχτα την ανάμνηση θανάτων
    Πικρών και ανεξήγητων θανάτων
    Γράφοντας ποιήματα χωρίς ήχους και λέξεις.

    ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ, Η Συνέχεια

    14. ΗΡΘΕΣ

    Ήρθες· και η μέρα ήταν χλωμή
    και ήταν κρύο –
    ήρθες, μα με απλωμένα τα πανιά
    έμενε το πλοίο.

    Ήρθες·
    και τα πουλιά καθίσαν στα κλαδιά
    και κελαηδούσαν,
    και τα παράθυρα ήταν ανοιχτά
    κι άνθη σκορπούσαν.

    Ήρθες·
    αλλά τα φύλλα στα κλαδιά
    ήταν μαδημένα
    και ήταν τα σύννεφα σταχτιά
    και κρεμασμένα.

    Κι ήταν η θάλασσα χλωμή
    και ήτανε κρύο·
    κι όλοι κοιτάζανε χλωμοί
    που με απλωμένα τα πανιά
    έμενε το πλοίο.

    ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ

    Κι Έρχομαι Μονάχα Να Σ’ Αγκαλιάσω

    15. ΚΙ ΕΡΧΟΜΑΙ ΜΟΝΑΧΑ ΝΑ Σ’ ΑΓΚΑΛΙΑΣΩ

    Κι έρχομαι μοναχά να σ’ αγκαλιάσω και να κλάψω αδελφέ μου,
    όπως ο ερωτευμένος που γυρνάει από χρόνια στην καλή του,
    και μ’ ένα του φιλί, της λέει όλα τα χρόνια που περίμενε,
    κι όλα τα χρόνια που τους περιμένουν, πέρα απ’ το φιλί τους.

    ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ, Καπνισμένο τσουκάλι

  2. Ciao Aggeliki!…Perfetto!!!… Grazie mille!!!

    -«…Έρχεται έαρ αειπάρθενο προφέροντας αρώματα
    κρατεί μια κατάμαυρη λεπτότατη κλωστή
    στα ύπαιθρα της νύχτας
    το σημείο του γκιώνη που είν’ άγνωστο πέρα…»
    (Ν. Καρούζος)

    -«Μακρύ κουραστικό ταξίδι/ το πεπρωμένο/
    μα το χειρότερο/ πας ή έρχεσαι δεν ξέρεις.»
    (Κική Δημουλά)

    -«Ἦρθα», ἔλεγες πάντα μπαίνοντας στὸ δωμάτιο, παρ᾿ ὅλο ποὺ δὲν
    ……σὲ περίμενε κανείς.
    Ὅμως ἀκριβῶς αὐτό σου ἔδινε μιὰ βαθύτερη ἀπάντηση.»
    (Τάσος Λειβαδίτης)

    -Ο. Ελύτης, [Ήρθαν με τα χρυσά σιρίτια]

    Η’

    Ήρθαν
    με τα χρυσά σιρίτια
    τα πετεινά του Βορρά και της Ανατολής τα θηρία!
    Και τη σάρκα μου στα δύο μοιράζοντας
    και στερνά στο συκώτι μου επάνω ερίζοντας
    έφυγαν.
    «Γι’ αυτούς» είπαν «ο καπνός της θυσίας
    και για μας της φήμης ο καπνός
    αμήν.»
    Και την ηχώ σταλμένη από τα περασμένα
    όλοι ακούσαμε και γνωρίσαμε.
    Την ηχώ γνωρίσαμε και ξανά
    με στεγνή φωνή τραγουδήσαμε:
    Για μας, για μας το ματωμένο σίδερο
    κι η τριπλά εργασμένη προδοσία.
    Για μας η αυγή στο χάλκωμα
    και τα δόντια τα σφιγμένα ως την ώρα την ύστερη
    ο δόλος και τ’ αόρατο γάγγαμο.
    Για μας το σύρσιμο στη γης
    ο κρυφός όρκος μες στα σκοτεινά
    των ματιών η απονιά
    κι η ποτέ καμιά, καμιά ποτέ Ανταπόδοση.
    Αδελφοί μας εγέλασαν!
    «Γι’ αυτούς» είπαν «ο καπνός της θυσίας
    και για μας της φήμης ο καπνός
    αμήν.»
    Αλλά συ μες στο χέρι μας το λύχνο του άστρου
    με το λόγο σου άναψες, του αθώου στόμα
    θύρα της Παράδεισος!
    Την ισχύ του καπνού στο μέλλον βλέπουμε
    της πνοής σου παίγνιο
    και το κράτος και τη βασιλεία του!
    (Ο. Ελύτης, Άξιον εστί, Ίκαρος)

    -Νίκος Καρούζος, «ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΣ ΔΙΘΥΡΑΜΒΟΣ»

    «Έρχομαι υγιής απ’ την Άνοιξη μ’ ένα πεύκο στα στήθη
    και διαλαλώ
    πως ο χρόνος είν’ ο τάφος του νου μέσ’ στις ουράνιες οροφές
    και λάμπει τ’ αδιέξοδο
    με τις εννέα λάμπες του Πλωτίνου για τις εννέα διαύγειες
    τις χρωματιστές
    ο εργαζόμενος στους οισοφάγους
    και λάμπει τ’ αδιέξοδο.
    Η αγωνία ευωδιάζει στον ίασμο με τη φεγγαρόπετρα
    κι ο μεγάλος ακούγεται Οδυρμός, ο δίδυμος του Κοπετός
    κ’ η εποχή των θρήνων.
    Ώρα χαράς η ώρα κατακέφαλη
    καθώς είτε κοιμάμαι είτε βαδίζω στρέφοντας τ’ αστέρια σα βίδες
    είτε ξυπνώ είτε γράφω ποιήματα
    γύρω απ’ το κορμί μου είναι πάντα ο αόρατος ξυλουργός.»

    -Κ. Π. Καβάφης, «Για νάρθουν»

    «Ένα κερί αρκεί. Το φως του το αμυδρό
    αρμόζει πιο καλά, θάναι πιο συμπαθές
    σαν έρθουν της Aγάπης, σαν έρθουν η Σκιές.
    Ένα κερί αρκεί. Η κάμαρη απόψε
    να μη έχει φως πολύ. Μέσα στην ρέμβην όλως
    και την υποβολή, και με το λίγο φως —
    μέσα στην ρέμβην έτσι θα οραματισθώ
    για νάρθουν της Aγάπης, για νάρθουν η Σκιές.»

    -Μ. Αναγνωστάκης, «Θα ‘ρθει μια μέρα»

    Θα ‘ρθει μια μέρα που δε θα ‘χουμε πια τι να πούμε
    Θα καθόμαστε απέναντι και θα κοιταζόμαστε στα μάτια
    Η σιωπή μου θα λέει: Πόσο είσαι όμορφη, μα δε
    βρίσκω άλλο τρόπο να στο πώ
    Θα ταξιδέψουμε κάπου, έτσι από ανία ή για να
    πούμε πως κι εμείς ταξιδέψαμε.
    Ο κόσμος ψάχνει σ’ ολη του τη ζωή να βρεί τουλάχιστο
    τον έρωτα, μα δεν βρίσκει τίποτα.
    Σκέφτομαι συχνά πως η ζωή μας είναι τόσο μικρή
    που δεν αξίζει καν να την αρχίσει κανείς.
    Απ’ την Αθήνα θα πάω στο Μοντεβίδεο ίσως και
    στη Σαγκάη, είναι κάτι κι αυτό δε μπορείς
    να το αμφισβητήσεις.
    Καπνίσαμε -θυμήσου- ατέλειωτα τσιγάρα
    συζητώντας ένα βράδυ
    -ξεχνώ πάνω σε τι- κι είναι κρίμα γιατί ήταν τόσο
    μα τόσο ενδιαφέρον.
    Μια μέρα, ας ήτανε, να φύγω μακριά σου αλλά κι
    εκεί θα ‘ρθεις και θα με ζητήσεις
    Δε μπορεί, Θέ μου, να φύγει κανείς μοναχός του.

    -Τάσος Λειβαδίτης, «Ο τυφλός με το λύχνο»
    (απόσπασμα)

    Έρχομαι απο μέρες που πρέπει ν’ αποσιωπηθούν, απο νύχτες που θέλω να τις ξεχάσω…

    … μπήγω την μύτη της ομπρέλας μου στο χώμα και συνομιλώ με τις εποχές
    ή καθισμένος στο πάτωμα περιμένω μιαν απερίγραπτη επίσκεψη
    ακριβώς γιατί η πόρτα είναι χρόνια Eρχομαι απο μέρες που πρέπει ν’ αποσιωπηθούν, απο νύχτες που θέλω να τις ξεχάσω…

    … μπήγω την μύτη της ομπρέλας μου στο χώμα και συνομιλώ με τις εποχές
    ή καθισμένος στο πάτωμα περιμένω μιαν απερίγραπτη επίσκεψη
    ακριβώς γιατί η πόρτα είναι χρόνια κλειδωμένη.

    Kαι τώρα που ξεμπερδέψαμε πιά με τα μεγάλα λόγια, τους άθλους, τα όνειρα, καιρός να ξαναγυρίσουμε στη ζωή μας…

    … ελευθερώνοντας έτσι όρκους αλλοτινούς και τίς πιό ωραίες χειρονομίες του μέλλοντος.

    … εξάλλου άνθρωπος είμαι κι εγώ, χρειάζομαι λίγη μέριμνα: ένα όνειρο ή μια μητέρα ή έστω μια ξαφνική περιφρόνηση…

    Kάποτε θα ξανάρθω. Eίμαι ο μόνος κληρονόμος.
    Kι η κατοικία μου είναι παντού όπου κοιτώ.

    …είμαστε εξάλλου πολύ υπερήφανοι για ν’ ακουγόμαστε πιό δυνατά. Hσυχία.
    Oι άνθρωποι μας σπίλωσαν, μα θα μας διαφυλάξει ωραίους η ανωνυμία της ιστορίας.

    …παλιά, ρυτιδωμένη γη που μόνο έναν αιώνιο ύπνο υποσχόταν –
    κι ώ σοφή προνοητικότητα των παιδιών, που πιάνουν απο νωρίς φιλίες με το χώμα.

    …με τί ν’ ασχοληθώ που η δημιουργία του κόσμου είχε κιόλας τελειώσει.

    …προς τί, λοιπόν, να πάω στο Bλαδιβοστόκ για να ταπεινωθώ, πλησιάζω τον πρώτο τυχόντα…

    Aν έχασα τη ζωή μου είναι γιατί πάντα είχα μιάν άλλη ηλικία απ’ την αληθινή…

    Ποτέ δε φανταζόμουν οτι τόσες πολλές μέρες κάνουν μια τόσο λίγη ζωή.

    Σαν μια σανίδα απο ένα παλιό ναυάγιο ταξιδέυει η γηραιά μας ήπειρος.

    …θέλω να πώ οτι οι γονείς μου ήταν θνητοί, ενώ εγώ είχα άλλες βλέψεις…

    …ώσπου ξημέρωνε
    κι ερχότανε ένας καινούριος πόνος να με σώσει απ’ τον παλιό.

    … πιστεύω στα ωραία πουλιά που πετάγονται μεσ’ απ’ τα πιό πικρά βιβλία
    πιστεύω στο φίλο που συναντάς άξαφνα μέσα σ’ ένα παραμύθι
    πιστεύω στο απίστευτο που είναι η πιό αληθινή μας ιστορία…

    Aντίο, λοιπόν.
    Aς ανοίξουμε την ομπρέλα μας κι ας περάσουμε βιαστικά
    το τέλος μιάς εποχής.

    Eίμαστε αυτοί που αιώνια πηγαίνουν…

    Πιστεύω στα διστακτικά αδέξια βήματα των ταπεινών και στον Xριστό που διασχίζει την Iστορία…

    … ένα δίχτυ απο ουρανό όπου οι τρελοί ρίχνουν τα πιό ωραία πουλιά…

    Hταν ένας νέος ωχρός, καθόταν στο πεζοδρόμιο, χειμώνας, κρύωνε. \»Tί περιμένεις;\» του λέω. \»Tον άλλον αιώνα\», μου λέει.
    Kαι χιόνιζε ήσυχα ήσυχα, όπως πάνω από έναν τάφο.

    …ζήσαμε με χαμένα όνειρα και σκοτωμένη μουσική…

    …το τραγούδι είναι το τέλος, αφού όλα άρχισαν μες στη σιωπή…

    Oσο για τη διαθήκη που μ’ έκανε κληρονόμο του κόσμου, απ’ το φόβο μη μου την κλέψουν, την έσκισα σε χίλια κομμάτια και τη σκόρπισα στον άνεμο. Aλλά συγκράτησα τις πιό ωραίες φράσεις
    με τις οποίες και σας μιλώ.

    Oπωσδήποτε θα είχα κάνει μεγάλα πράγματα στη ζωή μου, αλλά είχα γεννηθεί πολύ απασχολημένος…

    … οι πιό ωραίες ιστορίες θα ειπωθούν για μας
    όταν δε θα ‘ναι πιά κανείς να τις ακούσει.

    Oσο για τις λεπτομέρειες αυτού του μνημειώδους σφάλματος που υπήρξε η ζωή μου, θα μείνουν τελικά άγνωστες…

    Aν ρίχναν ένα καράβι μες στο μυαλό μου θα ναυαγούσε.

    … αλλά τι να ‘κανα που υπήρξα πάντα
    απ’ την άλλη μεριά της ζωής.

  3. 16. ΕΡΧΟΜΑΙ ΝΑ ΔΙΑΣΧΙΣΩ ΤΗ ΣΙΩΠΗ

    Έρχομαι να διασχίσω τη σιωπή και
    να βλαστήσω μες στον καθένα.
    Από κλαρί σε κλαρί σαν πυγολαμπίδα
    μετέφερα το φωτεινό μου φορτίο
    νικώντας τη βαρύτητα, διασχίζοντας τις εποχές
    άγιος, βασιλιάς, τρελός σε μια χώρα
    πράσινης προέλευσης πέρα απ’ τον ορίζοντα
    της νόησης.

    Ο άλλος που είμαι φιλάει το στόμα μου
    μ’ ερεθιστική πνοή
    απαγγέλλει στίχους με οργή
    και μια πριονισμένη σελήνη έρχεται σύντομα
    σαν ένα στόμα
    γονατίζει προσπαθώντας να πιεί
    τη φοβερή μου κραυγή.

    ΛΕΦΤΕΡΗΣ ΠΟΥΛΙΟΣ, «Το αλληγορικό σχολείο», Κέδρος, Αθήνα 1978, σελ. 35.

    ***

    17. ΕΡΧΕΣΑΙ ΚΙ ΕΧΕΙΣ

    Έρχεσαι κι έχεις το άγχος στα μάτια σου
    από στεγνή βροχή,
    μάγουλα ξερά και φυλλοβόλα,
    έχουνε τα μαλλιά σου γδούπο φοβερό
    κι αέρα μέσα.

    Έρχεσαι από τις ερημιές,
    από ένα καλοκαίρι που στρίβει από τη θάλασσα,
    δέντρο της στέππας μπαίνεις στην πόλη,
    όλο πουλιά τινάζεις και φύλλα,
    ξεπέφτεις εύκολα σε ύπνο από άμμο που σε φτάνει.

    Έρχεσαι με λόγια αραιά,
    ξερούς ανέμους κάθε φύσης
    και ψυχρότητες λευκές
    λατομεία ανοιχτά που έχουν τελειώσει.

    Έρχεσαι άλλοτε με καράβια άσχημα
    από τόπους φρίκης,
    βροχοποιός ανίκανος στους λειμώνες,
    δεν έχεις πια φιλοσοφία ούτε και στα όρη,
    δεν έχεις τίποτα να πεις από τις ερημιές,
    ιδρώνει το φίδι της πλάτης σου,
    σε δηλητηριάζει.

    ΣΠΥΡΟΣ ΒΡΕΤΤόΣ

    Here Comes The Sun – The Beatles

    18. Ο ΕΡΧΟΜΟΣ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ
    (THE COMING OF LIGHT)

    Ακόμη και τόσο αργά συμβαίνει :
    Ο ερχομός της αγάπης, ο ερχομός του φωτός.

    Ξυπνάς και τα κεριά ανάβουν σαν από μόνα τους,
    Αστέρια μαζεύονται, όνειρα ξεχύνονται στα μαξιλάρια σου,
    Αναδίδοντας ζεστά μπουκέτα ανέμου.

    Ακόμη και τόσο αργά τα κόκαλα του κορμιού αστράφτουν
    Κι η σκόνη τού Αύριο λαμποκοπά στην ανάσα.

    Μαρκ Στραντ, Μετάφραση: Κώστας Λιννός

    ***

    19. ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΤΟΝ ΠΡΙΓΚΙΠΑ
    (απόσπασμα)

    Φεύγεις την ώρα ακριβώς που σε σκέφτομαι.
    Αφήνεις πίσω το λιγοστό άρωμα
    της μνήμης σου
    και τα δεσμά του μυαλού και του πόθου μου.
    Φεύγεις, άρα υπάρχεις.

    Έρχεσαι, όταν ζητάς να με υποτάξεις,
    να παίξεις ανασύροντας τη φωνή μου
    από τα έγκατα του ασύλληπτου. Έρχεσαι,
    άρα σου ανήκω.
    Έτσι φτιάχτηκε ο κόσμος για μας.

    Άφηνέ με ν’ αγγίζω την αύρα σου έστω,
    την άκρη απ’ τη σκιά σου έστω,
    τη θέρμη στο μέρος που ακουμπούσες το χαρτί.
    Ύστερα κοίταζέ με
    να σου αφήνω λέξεις πάνω στο σεντόνι.
    να γίνομαι ποτάμι από σιωπές.

    Γερνάμε μαζί αλλά
    θα πεθάνω μόνο εγώ,
    αγάπη μου.

    Γιάννης Ευθυμιάδης, Μικρή Άρκτος, 2010

    Μάριον Σίβα – Έρχεσαι και φεύγεις – Πλέσσας

    20. ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΕΡΧΕΣΑΙ

    Θα κρατήσω από σένα όλη την απουσία
    του λόγου, της αφής, της ύπαρξης
    Μέσα στο κενό που έχτισες χωρίς να έρχεσαι
    εγώ θα κλείνω κάθε βράδυ
    το απέραντο Γιατί της Λύπης

    Aνώφελη, όμως,
    η απόσταση που σμιλεύω με σπουδή
    έχοντας κοφτερό εργαλείο τη λογική
    και το σπαθί της νύχτας
    Όπου κι αν είμαι
    μαζί σου είμαι

    Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου

    ***

    21. Φωνή βοώντος

    Έρχομαι από το παρελθόν σας,
    τους είπε
    και δεν του έδωσαν σημασία.
    Πορεύομαι στο μέλλον,
    συνέχισε
    και του ’ριξαν μια ματιά.
    Προσπερνώ το παρόν,
    επέμενε
    και κουνήθηκαν λίγο.
    Αυτή τη χολέρα σας,
    πρόσθεσε…

    Είχε ξεμακρύνει
    όταν είπε τα τελευταία λόγια.
    Έτσι, ακούστηκε κάτι ακατάληπτο,
    έμοιαζε με «αέρα».

    Και νιώθοντας το κρύο
    της αυθυποβολής
    σήκωσαν ψηλά τους γιακάδες
    να προστατευτούν.

    Κι έτσι, εκεί,
    τους βρήκε ο θάνατος αδαείς.

    ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΦΙΛΟΣ

    ***

    22. ΕΝΑ ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ ΠΡΩΙΝΟ

    Έρχεται και φεύγει
    μ’ αφήνει εδώ κι εκεί
    κι είναι η πέτρα το νόημα

    η γλύκα αυτή που το φέρνει το παίρνει
    και με κοιτάζει όλο έλα
    εδω εδώ εδω
    με πιάνει και είμαι
    που με κοιτάζεις και κοιτάζομαι

    έρχεται έρχεσαι έρχομαι
    φεύγω φεύγεις φεύγει
    κύματα αυτής της θάλασσας.

    ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΣΚΑΡΤΣήΣ

    ΕΡΧΕΤΑΙ ΒΡΟΧΗ, ΕΡΧΕΤΑΙ ΜΠΟΡΑ

    23. ΚΙ ΕΡΧΟΜΑΙ

    Κι έρχομαι εγώ
    και τι να πω
    με σαλεμένα λογικά
    με συλημένα λόγια.

    Στον πρόναο πάντα του μυαλού
    στην εκκλησία του κορμιού
    μπαίνω ν’ ανάψω ένα κερί
    παίρνουνε φως σκοτάδια.

    Ρίχνει μελίσσι μες στο νου
    τ’ άνθη του κόσμου μέλι.
    Κόκκινα ρόδια η γλώσσα μου
    πέφτει μπροστά στο ιερό
    και γίνεται κομμάτια.

    Γιάννης Ζαρκάδης, Ο λύκος και άλλα αντισώματα, Αθήνα, 2009

    ***

    24. Ι

    Ερχομαι από το πουθενά.
    Τραβώ για το πουθενά.
    όσοι έρχονται από το πουθενά
    Δεν είναι γελαστοί
    είναι φοβισμένοι.

    Τα μερόνυχτα μεγάλα χασματικά κενά.
    Θέλω να φωνάξω , μα είμαι πνιγμένος.

    Ένα παράδοξο βάρος
    μου σφίγγει την αναπνοή.
    Ζητώ ένα ψίχουλο βοήθειας.
    Ένα νόημα ζεστό κι απάνεμο.

    ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΡΩΑΔΙΤΗΣ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ

    ***

    25. ΕΡΧΟΜΑΙ ΑΠΟ ΜΑΚΡΙΑ.

    Οι συλλέκτριες των κρόκων της Θήρας
    πορεύονται πλάι μου, κι από κοντά,
    παγεμένες με τον άνεμο τον βόρειο,
    οι Μυροφόρες,
    ωραίες μές στα τριανταφυλλιά τους
    και τη χρυσή
    των αγγέλων αντανάκλαση.

    OΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ , Εν Λευκώ σελ. 413

  4. -Μηνάς Δημάκης, «Έρχεσαι και φεύγεις»

    «Μοιάζουμε
    Άλλ’ είναι η δική σου η σειρά

    Έρχεσαι και φεύγεις.»

    -Κική Δημουλά, «ΔΕΝ ΞΕΡΩ ΑΝ ΘΑ ῾ΡΘΩ ΑΥΡΙΟ»

    Στὸ διπλανὸ σπίτι κάποιος μαθαίνει πιάνο.
    Ἀρχάριος ἀκόμα, νοερὰ τὸν διδάσκω
    τὴ μουσικὴ ἀξία τοῦ ἐπαναλαμβανόμενου.
    Ἔπαιζα κι ἐγὼ κάποτε πλῆκτρα
    ἀλλὰ μόνο μεταξὺ στενοτάτων κύκλων.
    Σὲ τίποτα βαφτίσια ἀνησυχίας
    κανένα γάμο βιαστικὰ ἐγκύου πάλι
    ἐλπίδας μὲ πολύφερνο ἴσως
    καὶ σὲ πανηγύρια πολιούχων χωρισμῶν.
    Δίπλα ὁ μαθητὴς δὲν φαίνεται τόσο ἐρασιτέχνης.
    Κάθε μεσημέρι ἐπίμονα ἀσκεῖται στὴ μονοτονία.
    Οἱ ἴδιες νότες στὶς ἴδιες σκάλες
    ἡδύτατα ἐπανέρχεται
    τῆς ἐπανάληψης ἡ ὑπόγεια μελῳδία.
    Κάθε μεσημέρι ἀνεφοδιάζει ὁ μαθητὴς
    τῆς μνήμης μου τὴν κλίμακα
    μὲ ὑποτιμημένη ἐπιστροφὴ θείας μονοτονίας:
    Πρῶτα τῆς κάτω πόρτας τὸ νιαούρισμα
    —ἡ σκουριασμένη δοξαριὰ τοῦ μεντεσέ της—
    ὕστερα τὰ βήματα στὶς ἴδιες νότες τῶν σκαλιῶν
    —διακριτικὰ μὴν καὶ προϊδεάσεις
    τὴν πολὺ εὐέξαπτη μαρμάρινη ὑφή τους—
    καὶ μὲ τὸ πενάκι τοῦ κλειδιοῦ
    νὰ προανακρούεις τὴν ἄφιξη καὶ νὰ δονεῖς
    τὰ τέλια τῆς εἰσόδου σου στὸ σπίτι.
    Κάθε μεσημέρι. Στὸ κάθε κάθε.
    Μιὰ μουσικὴ ποὺ ὅσο παίζεται
    ἀμελεῖς ν᾿ ἀκοῦς ὅπως δὲν ἀκοῦς τὸ ψωμὶ
    ὅταν ζυμώνει κάθε μέρα τὴν προϋπόθεσή σου
    ὅπως οὐδέποτε προσέχεις
    τὴ μέρα ὅταν φεύγοντας κάθε φορὰ σοῦ λέει
    δὲν ξέρω ἂν θά ῾ρθω αὔριο.
    Δὲν τὴν ἀκοῦς καὶ παραλείπεις
    νὰ πεῖς μισὸ εὐχαριστῶ
    σ᾿ αὐτὴ τὴ μέρα ποὺ ἦρθε καὶ αὔριο ὡστόσο
    παρὰ τὴ βάσιμή της ἐπιφύλαξη ποὺ διέτρεχες.
    Μὲ τὸν καιρὸ
    χάνει τὸ μουσικὸ αὐτί της ἡ συνήθεια
    λεωφόρος φάλτσα τὸ κελάρυσμά της.
    Τὸ καθημερινὸ σιγὰ-σιγὰ ἀπελπίζεται
    πὼς εἶναι αἰώνιο —ἄρρωστο—
    τρέχει σὲ κομπογιανίτες γάμους πανηγύρια
    νὰ γιάνει τάχα πίνοντας ἐφήμερο νερό.
    Κάθεται ἡ μονότονη ἐπανάληψη στὸ πιάνο
    ὅταν κοιμόμαστε ἢ λείπουμε νὰ γράψει
    τὰ μελωδικὰ ἀπομνημονεύματά της.
    Τὰ ὑστερόφημα.
    (Κική Δημουλά, ποιήματα, Ίκαρος)

    -Κική Δημουλά, «Πώς έρχομαι σ’ επαφή το πρωί με το δρόμο μου»

    «Εν πρώτοις
    αναβιώνουν τα χθεσινά μου βήματα.
    Δεξιά, το διαφιλονικούμενο οικόπεδο
    κι ο πρώτος μορφασμός της μέρας.
    Αριστερά, στην πόρτα
    νεόδμητης πολυκατοικίας,
    τα κοινόχρηστα:
    η θυρωρός κι η ατμόσφαιρά της.
    Πιο πίσω η εντύπωση:
    σαγρέδες και απλίκες
    δίκην άνθους.
    Και μέσα,
    σε δυνατότητες τριών ή δύο δωματίων,
    ή σε συναίσθημα υπογείου,
    ο εσωτερικός της κόσμος
    στεγασθείς
    από εφάπαξ και εισοδήματα ονείρων.
    Μετά περνώ, γι ένα διάστημα,
    μπροστά από μονοκατοικίες ενδόμυχες.
    Πολλές υποπίπτουν
    στο σφάλμα διωρόφου,
    στο επάνω στεγάζεται
    ο χρόνιος πόθος του ισογείου.
    Κι εκεί, γωνία Αίγλης και Πυθίας,
    το υποσυνείδητο παντοπωλείου:
    ταβέρνα, ακόμη μεθυσμένη από το βράδυ.
    Τραπέζια τσίγκινα, ελαφριά, να υψώνονται
    εύκολα στη στάθμη της μέθης, σύσσωμα:
    με τα ποτήρια, με το μέσον και τα αίτια.
    Χωρητικότητος πέντε ψυχών το πολύ,
    που σε κρίση πίκρας παραβιάζεται.
    Κι αν δεν ξέχασα τίποτε,
    πάλι σπίτια,
    μέχρι το ανθοπωλείο,
    για τις κοινωνικές στιγμές του δρόμου
    και το αίσθημα.
    Ο δρόμος αυτός
    χύνεται στην πλατεία.
    Αναπαράστασή του
    σε κυκλική διάταξη.
    Προστιθεμένου του φωτογραφείου
    για των μορφών την ανατύπωση:
    μια έγχρωμη σειρά χρόνου εν πλω
    μετά από μια αναμνηστική περιοδεία του
    στη συνοικία μου».
    (Κική Δημουλά, Ποιήματα, Ίκαρος)

  5. 26. αφού το συναίσθημα έρχεται πρώτο
    αυτός που προσέχει έστω και λίγο
    τη σύνταξη των πραγμάτων
    απόλυτα ποτέ δεν θα σε φιλήσει·

    απόλυτα να ‘μαι τρελός
    τώρα που η Άνοιξη είναι εδώ

    το αίμα μου αποδέχεται,
    και τα φιλιά είναι καλύτερη μοίρα
    απ’ τη σοφία
    στ’ ορκίζομαι κυρία σ’ όλα τα λουλούδια.

    Μην κλαις —η καλύτερη χειρονομία
    του μυαλού μου αξίζει λιγότερο απ’ το
    Πετάρισμα των βλεφάρων σου που λέει
    Είμαστε ο ένας για τον άλλο: ύστερα
    Γέλασε, γέρνοντας στα χέρια μου
    Γιατί η ζωή δεν είναι παράγραφος
    Κι ο θάνατος νομίζω δεν είναι παρένθεση ―

    e.e. cummings, 33 Χ 3 X 33, μτφρ. Χάρης Βλαβιανός, Νεφέλη

    ***

    27. ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ ΠΟΥ ΕΡΧΕΤΑΙ…

    Ξεκινᾶμε ἀνάλαφροι καθὼς ἡ γύρη
    ποὺ ταξιδεύει στὸν ἄνεμο
    Γρήγορα πέφτουμε στὸ χῶμα
    ρίχνουμε ρίζες, ρίχνουμε κλαδιὰ
    γινόμαστε δέντρα ποὺ διψοῦν οὐρανὸ
    κι ὅλο ἁρπαζόμαστε μὲ δύναμη ἀπ᾿ τὴ γῆ

    Μᾶς βρίσκουν τ᾿ ἀτέλειωτα καλοκαίρια
    τὰ μεγάλα κάματα.
    Οἱ ἄνεμοι, τὰ νερὰ
    παίρνουν τὰ φύλλα μας.
    Ἀργότερα
    πλακώνουν οἱ βαριὲς συννεφιὲς
    μᾶς τυραννοῦν οἱ χειμῶνες κι οἱ καταιγίδες
    Μὰ πάντα ἀντιστεκόμαστε,
    ὀρθωνόμαστε
    πάντα ντυνόμαστε μὲ νέο φύλλωμα

    Ὡσότου, φτάνει ἕνας ἄνεμος παράξενος
    -κανεὶς δὲ ξέρει πότε κι ἀπὸ ποὺ ξεκινᾶ-
    μᾶς ρίχνει κάτω
    μ᾿ ὅλες μας τὶς ρίζες στὸν ἀέρα.

    Γιὰ λίγο ἀκόμα μὲς στὴ φυλλωσιά μας
    κάθεται κρυμμένο
    -νὰ πεῖ μία τρίλια του στὴ νύχτα ποὺ ἔρχεται-
    ἕνα πουλί.

    MEΛΙΣΣΑΝΘΗ

    ***

    28. Che fece …. il gran rifiuto

    Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα
    που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Όχι
    να πούνε. Φανερώνεται αμέσως όποιος τόχει
    έτοιμο μέσα του το Ναι, και λέγοντάς το πέρα

    πηγαίνει στην τιμή και στην πεποίθησί του.
    Ο αρνηθείς δεν μετανοιώνει. Aν ρωτιούνταν πάλι,
    όχι θα ξαναέλεγε. Κι όμως τον καταβάλλει
    εκείνο τ’ όχι — το σωστό — εις όλην την ζωή του.

    Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ, Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984

    ***

    29. Όλα τα σύνθετα του ρήματος «έρχομαι» στο πιο στρατευμένο ποίημα του Λαπαθιώτη:

    ΠΟΛΙΤΙΚΟΝ ΔΕΛΤΙΟΝ
    … Η χώρα μας την κρίσιμον περίοδον διέρχεται·
    η λίρα καθημερινώς και σταθερώς ανέρχεται·
    το γόητρόν μας διαρκώς μειούται και κατέρχεται·
    εις νέαν φάσιν ο αγών περίπλοκον εισέρχεται·

    ο τόπος εις αφόρητον σημείον περιέρχεται,
    πλην της μωράς του στάσεως το Κράτος δεν εξέρχεται·
    η «Ηνωμένη» της Αρχής καθόλου δεν απέρχεται·
    ο Γούναρης πολιτικά τεχνάσματα μετέρχεται·

    ραγδαίως η καταστροφή και τραγικώς επέρχεται·
    ο πρώτος ενθουσιασμός των νικητών παρέρχεται·
    το πλήθος εις τας τελετάς έπαυσε να προσέρχεται·
    όλοι γνωρίζουν το κακόν πλέον πόθεν προέρχεται·
    από την πλάνην ο λαός αρχίζει και συνέρχεται…
    — Ο Βενιζέλος έρχεται… ο Βενιζέλος έρχεται…

    ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ

    ***

    30. XXXVII (Αυτή τη στιγμή μου ΄ρχεται μια ακαθόριστη νοσταλγία)

    Σαν μεγάλη κηλίδα φωτιάς λερωμένης
    αργοπορεί το σούρουπο στα σύννεφα που μένουν.
    Έρχεται σφύριγμα ακαθόριστο από μακριά στο ηρεμότατο απόγευμα.
    Πρέπει να ΄ναι από μακρινό καραβάνι.

    Αυτή τη στιγμή μου ΄ρχεται μια ακαθόριστη νοσταλγία
    και μια ακαθόριστη επιθυμία γαλήνια
    που εμφανίζεται κι εξαφανίζεται.
    Επίσης πού και πού ακραγγίζοντας τις όχθες
    σχηματίζονται φυσαλίδες νερού
    που γεννιούνται και ξεγίνονται.

    Και δεν έχουν περισσότερη αίσθηση
    παρά πως είναι φυσαλίδες νερού
    που γεννιούνται και ξεγίνονται.

    ΦΕΡΝΑΝΤΟ ΠΕΣΣΟΑ, Ποιήματα του Αλμπέρτο Καέιρο, XXXVII. Μετ: Φίλιππος Δρακονταειδής

    ***

    31. ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ

    Θά προτιμοῦσα οἱ φίλοι μου πού ἔρχονται
    ἀντί νά μοῦ φέρνουν, νά παίρνουν.
    Κατεβαίνοντας ἔπειτα ὁ ἕνας τους
    Πίσω ἀπ’ τόν ἄλλο ἀπό τοῦτον τό βράχο,
    νά φεύγουν κρατώντας κι’ ἀπό ἕναν μικρό
    ἀμφορέα μέ ἥλιο στό χέρι τους.

    ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ, «ΕΚΚΡΕΜΗΣ ΔΩΡΕΑ», 1986

    ***

    32.


    Η ποίηση έρχεται να σε βρει με ποδήλατο, με μηχανάκι,
    με αυτοκίνητο
    άλλοτε έρχεται σαν αμαζόνα με το σπαθί υψωμένο
    άλλοτε σε ακολουθεί από το σουπερμάρκετ σαν
    κουρελού ζητιάνα
    σε παρασύρει όπως πορνοστάρ σε φαντασιακές αβύσσους
    σε ανακαλεί στην τάξη σαν διευθύντρια αναμορφωτηρίου
    σου εμφανίζεται στα έγκατα του ύπνου σαν άσπιλη
    παρθένα

    σ’ εξαπατά στέλνοντας στη θέση της μια θεραπαινίδα της
    κι εσύ νομίζεις πως την έριξες επιτέλους στο κρεβάτι σου
    σε καλεί με ντουντούκα να φωνάξεις κομματικά
    συνθήματα
    σε περιπαίζει δίνοντας προτεραιότητα στις σοβαρές σου
    ασχολίες

    σου γεμίζει το άδειο γραμματοκιβώτιο των φιλοδοξιών
    σε δελεάζει με όνειρα δόξας, χρήματος, αθανασίας
    σε πείθει σαν άπιστη ερωμένη πως είναι δική σου μόνο
    σε προσπερνάει για να ξεσκονίσει νεκροζώντανους
    αρχηγούς
    σου φουσκώνει τις ουτοπίες όσο να σκάσουν σαν μπαλόνι
    σου θυμώνει άμα δεν βλέπεις ότι προσπαθεί να διαλύσει
    την ομίχλη

    σου ζητάει βοήθεια άμα την κυνηγούν οι εξουσίες
    που αψήφησε
    σου λέει πώς κι όταν τις υμνούσε, κρυφά τις υπονόμευε
    σου επισημαίνει τις κοινοτοπίες, σου ανατρέπει
    τ’ αυτονόητα
    σου ψιθυρίζει μυστικά που πρέπει εσύ να εξιχνιάσεις
    σου φωτίζει πράγματα που μέναν σκοτεινά ως τότε

    ώσπου κάποια στιγμή σε ανταμείβει για την αφοσίωση σου
    σου αποκαλύπτει την αλήθεια, σου λέει καθαρά πως
    ανήκει σε όλους.

    Εκεί πάνω η ποίηση βρίσκει τον καθένα μας.

    ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ, Σε βρίσκει η Ποίηση

    ***

    33. ΕΡΧΟΝΤΑΙ

    Έρχονται
    φορώντας σιδηρές γροθιές
    γυάλινα οι άλλοι μάτια
    Δικοί μου είναι
    θρέμμα μου

    Τους είπα λάθος το σωστό
    και τώρα πώς να τα μαζέψω
    Κι αλίμονό μου
    παρότι βασανίζομαι
    ακόμα την αλήθεια
    δεν κατέχω

    Κι εσύ δικέ μου,
    εσύ που κάνεις ότι ξέρεις
    υποκρίνεσαι,
    και το χειρότερο,
    το γνωρίζεις

    ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΣΩΚΟΣ, Διπλή προσπέραση, Μελάνι

    ***

    34. ΔΕΝ ΕΡΧΟΝΤΑΙ

    Δεν έρχονται.
    Τις νύχτες, λέω, δεν
    έρχονται. Ούτε στα όνειρα.

    Το ξύλινο πάτωμα και
    η παλιά σκάλα δεν τρίζουν.
    Ο αέρας είναι που χτυπά τα παντζούρια,
    όχι χέρι αγαπημένο.

    Το σπίτι άδειο. Άδεια
    η μοναξιά υπακούει
    κι απόψε στο ξεχαρβαλωμένο συντακτικό της.

    Στερείται ευκτικής ο πόνος.

    ΧΑΡΗΣ ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ, Δεν έρχονται, Μανδραγόρας, 2015

    ***

    35. Όταν έρχονται οι λύπες,
    δεν έρχονται σαν μεμονωμένοι κατάσκοποι,
    έρχονται σε τάγματα.

    ΟΥΙΛΙΑΜ ΣΑΙΞΠΗΡ

    ***

    36. ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΠΑΛΙ

    Έρχονται πάλι…
    Έρχονται, Φεντερίκο…
    Μαύρα μάτια, μαύρες καρδιές, μαύρες κάννες…
    Έρχονται να σε ξανασκοτώσουν, Φεντερίκο.

    Θα σε ξαναθάψουν με τους άλλους,
    τους πολλούς,
    τον κοσμάκη.
    Κι ύστερα θα πούν ότι σε σκότωσαν κατά λάθος,
    πως ήταν ατύχημα,
    τυχαίο περιστατικό…

    Άβε Μαρία, άβε Μαρία
    προσευχήσου για μας…
    Όλους εμάς τους αθώους Φεντερίκους…
    Εμάς που μας σκοτώνουν τυχαία,
    κατά λάθος…

    ΔΩΡΟΣ ΛΟϊΖΟΥ, Ψωμί και Ελευθερία

    ***

    37. ΚΑΛΑ ΠΟΥ ΗΡΘΕΣ

    Καλά που ήρθες,
    και με διέκοψες.
    Αλλιώς θα είχα πάλι χαθεί
    μες σε στροφές, σε στίχους,
    κύματα λόγων ασυνάρτητα
    ανθρώπων που ακατάπαυστα
    φλυαρούν ρυθμικά προσπαθώντας
    να φτάσουν
    πού,
    δεν ξέρω.

    ΧΡΗΣΤΟΣ Ε. ΔΗΜΑΚΗΣ

    ***

    38. ΔΙΟΝΥΣΟΣ

    Οι ώρες έρχονται πού αγάπησαν τις ώρες μας
    Σαν άσπρες ξεγνοιασιές ανεμόμυλων οι ώρες έρχονται που αγάπησαν τις ώρες μας
    Με βήμα τελετουργικό σε λυγερή προϋπάντηση Μαρτίων οι ώρες
    έρχονται που αγάπησαν τις ώρες μας!

    ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

    ***

    39. ΕΚΕΙΝΟ

    «Έρχονται ώρες, που ξαφνικά σε πλημμυρίζει ολάκαιρο
    η νοσταλγία του ανέκφραστου – σαν τη θολή, αόριστη ανά-
    μνηση απ’ τη γεύση ενός καρπού,
    πούφαγες κάποτε, πριν χρόνια, σαν ήσουνα παιδί,
    μια μέρα μακρινή, λιόλουστη – και θέλεις να τη θυμηθής
    κι όλο ξεφεύγει. Τα μάτια σου
    γεμίζουν τότε απόνα θάμπος χαμένων παιδικών καιρών.
    Ή ίσως κι από δάκρυα.

    Γι’ αυτό, σας λέω, πιστεύετε πάντοτε έναν άνθρωπο που
    κλαίει.
    Είναι η στιγμή που σας απλώνει το χέρι του,
    φιμωμένο και γιγάντιο,
    Εκείνο που ποτέ δε θα ειπωθεί».

    ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

    ***

    40. ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ
    (απόσπασμα)

    Ερχόμαστε απ’ την Αραπιά, την Αίγυπτο την Παλαιστίνη τη Συρία
    το κρατίδιο
    της Κομμαγηνής που ‘σβησε σαν το μικρό λυχνάρι
    πολλές φορές γυρίζει στο μυαλό μας,
    και πολιτείες μεγάλες που έζησαν χιλιάδες χρόνια
    κι έπειτα απόμειναν τόπος βοσκής για τις γκαμούζες
    χωράφια για ζαχαροκάλαμα και καλαμπόκια.

    Ερχόμαστε απ΄την άμμο της έρημος απ΄τις θάλασσες του Πρωτέα,
    ψυχές μαραγκιασμένες από δημόσιες αμαρτίες,
    καθένας κι ένα αξίωμα σαν το πουλί μες στο κλουβί του».

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

    ***

    41. ΣΟΝΑΤΑ ΤΟΥ ΣΕΛΗΝΟΦΩΤΟΣ
    (απόσπασμα)

    Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου λίγο πιο κάτου,
    ως τη μάντρα του τουβλάδικου,
    ως εκεί που στρίβει ο δρόμος
    και φαίνεται η πολιτεία τσιμεντένια κι αέρινη,
    ασβεστωμένη με φεγγαρόφωτο,
    τόσο αδιάφορη κι άυλη,
    τόσο θετική σαν μεταφυσική

    που μπορείς επιτέλους να πιστέψεις
    πως υπάρχεις
    και δεν υπάρχεις
    πως ποτέ δεν υπήρξες,
    δεν υπήρξε ο χρόνος κ’ η φθορά του.
    Άφησε με να ‘ρθω μαζί σου.

    ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ, Τέταρτη διάσταση

    ***

    42. Έρχονται αθόρυβα οι μέρες μου
    -γάτες με πέλματα βελούδινα
    και ταχύτητα αστραπής-
    τρίβονται μια στιγμή ανάμεσα στα πόδια μου.
    Σκύβω να τις χαϊδέψω· έχουνε κιόλας φύγει.

    ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ, Ό,τι περιγράφω με περιγράφει , 2011

    ***

    43. Από το χώμα ερχόμαστε, στο χώμα επιστρέφουμε.
    Στο μεταξύ διάστημα παριστάνουμε τους κηπουρούς.

    ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ, Ό,τι περιγράφω με περιγράφει , 2011.

    ***

    44. Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο·
    καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο·
    το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή.

    ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ, Ασκητική

  6. -Ν. Γκάτσος, Ήρθε ο καιρός»

    «Εσείς που βάλατε την έγνοια προσκεφάλι
    κι είχατε στρώμα της ζωής την ερημιά
    Εσείς που χρόνια δε σηκώσατε κεφάλι
    και καλοσύνη δε σας άγγιξε καμιά

    Ηρθε ο καιρός, ήρθε ο καιρός
    πάνω στου κόσμου την πληγή
    ήρθε ο καιρός, ήρθε ο καιρός
    να ξαναχτίσετε την γη.

    Εσείς αδέρφια που ποτέ δεν βγάλατε άχνα
    κι ούτε ξημέρωσε στην πόρτα σας γιορτή
    εσείς που η πίκρα σας πλημμύρισε τα σπλάχνα
    κι όλοι σάς βλέπανε σαν άγραφο χαρτί.»

    -«…Νέα σου δεν έχω.
    Η φωτογραφία σου στάσιμη.
    Κοιτάζεις σαν ερχόμενος
    χαμογελάς σαν όχι…»
    (Κική Δημουλά)

    -«Θὰ πρέπει νὰ ἦταν ἄνοιξη
    γιατὶ ἡ μνήμη αὐτὴ
    ὑπερπηδώντας παπαροῦνες ἔρχεται….»
    (Κική Δημουλά)

    -«Είμασταν όλοι μαζί και ξεδιπλώναμε ακούραστα τις ώρες μας
    Τραγουδούσαμε σιγά για τις μέρες που θαρχόντανε
    φορτωμένες πολύχρωμα οράματα .»
    (Μανόλης Αναγνωστάκης)

    -«Δὲν ξεριζώνονται οἱ νύχτες ἀπὸ μέσα μας,
    βλασταίνουν φύλλα καὶ κλαδιὰ
    κι ἔρχονται τὰ πουλιὰ τοῦ ἔρωτα καὶ κελαηδοῦνε…»
    (Ντίνος Χριστιανόπουλος)

    -“Ένας «Αναχωρητής» για τους μισούς είναι, αναγκαστικά,
    για τους άλλους μισούς, ένας «Ερχόμενος»»
    (Ο. Ελύτης)

    -Ο. Ελύτης, «Μονόγραμμα»

    ΙΙ.

    «Πενθώ τόν ήλιο καί πενθώ τα χρόνια που έρχονται
    Χωρίς εμάς καί τραγουδώ τ’ άλλα πού πέρασαν
    Εάν είναι αλήθεια
    Μιλημένα τα σώματα καί οί βάρκες πού έκρουζαν γλυκά
    Οί κιθάρες πού αναβόσβησαν κάτω από τα νερά
    Τά «πίστεψέ με» και τα «μή»
    Μια στόν αέρα μια στή μουσική
    Τα δυο μικρά ζωα, τα χέρια μας
    Πού γύρευαν ν’ ανέβουνε κρυφά το ένα στό άλλο
    Η γλάστρα μέ το δροσαχί στίς ανοιχτές αυλόπορτες
    Καί τα κομμάτια οί θάλασσες πού ερχόντουσαν μαζί
    Πάνω απ’ τίς ξερολιθιές, πίσω άπ’ τούς φράχτες
    Τήν ανεμώνα πού κάθισε στό χέρι σού
    Κι έτρεμες τρεις φορές το μώβ τρεις μέρες πάνω από
    τούς καταρράχτες
    Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδώ
    Τό ξύλινο δοκάρι καί το τετράγωνο φαντό
    Στόν τοίχο μέ τη Γοργόνα μέ τα ξέπλεκα μαλλιά
    Τή γάτα πού μάς κοίταξε μέσα στά σκοτεινά
    Παιδί μέ το λιβάνι καί μέ τόν κόκκινο σταυρό
    Τήν ώρα πού βραδιάζει στών βράχων το απλησίαστο
    Πενθώ το ρούχο πού άγγιξα καί μού ήρθε ο κόσμος.»
    (Ο. Ελύτης, Μονόγραμμα, Ίκαρος)

    -Ανέστης Ευαγγέλου, «Μην πουν οι ερχόμενοι»

    «Μην πουν οι ερχόμενοι πως στάθηκα ποιητής,
    πως έγραψα ποιήματα.
    Όλη μου η έγνοια, όλος μου ο καημός,
    να βρω έναν άνθρωπο να του μιλήσω.
    Όλος μου ο βίος μια προσπάθεια συνεχής
    για συνεννόηση – εξόριστος
    σε τόπο άγνωστο, μακριά απ’ τη γη μου,
    μακριά απ’ τους ομόφυλους, αδελφούς μου,
    μιλώντας μια διάλεκτο άγνωστη
    για τους αυτόχθονες, τους γηγενείς.
    Όμως η συνεννόηση στάθηκε αδύνατη-
    δε βρέθηκε άνθρωπος, δε βρέθηκε ψυχή,
    κι είχα πολλά να ειπώ, πολλά να εκφράσω.
    Κάθομαι και τα γράφω, λοιπόν, στο χαρτί –αυτό είναι όλο.
    Ούτε ωραίες εικόνες ξέρω να συνθέτω
    ούτε και να μιλώ τα ωραία πράγματα.
    Όχι, δεν είμαι ποιητής.
    Όχι, δεν έγραψα ποιήματα.»

    -Ανέστης Ευαγγέλου, «Έλευση»

    [Ενότητα Στο καμίνι]

    Χρόνια της πέτρας, δύσκολα, καιροί
    σκληροί, σε βράχον απάνω άνυδρο, φαρμακερό
    γρανίτη, με σαύρες ολόγυρα κι ουδ’ ένα
    πράσινο φύλλο, σ’ έχτισαν, ψυχή μου.

    Πόσος καιρός επέρασε δεν ξέρω,
    χειμώνα καλοκαίρι, γυμνός και πένης,
    σε τούτη την ξερολιθιά της συμφοράς.

    Κι ήρθες εσύ
    έτσι αναπάντεχα, βούλα της άνοιξης, σώμα
    ανάερο της αυγής, και αξιώθηκα
    για μια στιγμή να σε κρατήσω τρυφερά
    στην αγκαλιά μου. Μες στο σκοτάδι
    άκουσα την καρδιά σου να χτυπά∙ σε πήρα,
    καθώς που παίρνουν τα πουλιά, στα χέρια μου.

    Αχ, δεν το φανταζόμουνα πως μια στιγμή
    μονάχα πάθους, ένα μόριο χρόνου,
    θα ’φτανε να ζεστάνει όλη τη ζωή μου.

    Πώς πρέπει τώρα
    να προσέχω, Θεέ μου.
    Και μία μόνον
    αδέξια κίνηση, εμέ του αμάθευτου, του στερημένου,
    μπορεί να σε πληγώσει.

    Δεν είχε,
    λοιπόν, παγώσει όλο μου το αίμα;
    Είχε απομείνει,
    σε τούτη την ξερολιθιά της συμφοράς, μια κρύπτη;

    Έλα να σε φιλήσω, βούλα της άνοιξης,
    σώμα ανάερο της αυγής,
    αγάπη–

    πρώτη φορά τρελαίνονται τα λόγια μου,
    κι όλα αυτά τα παράξενα συμβαίνουν
    πρώτη φορά.»

    (Από τη συλλογή Το διάλειμμα, 1976)

  7. Έλα, Άλκηστις Πρωτοψάλτη

    45. ΜΕ ΚΑΤΑΝΥΞΗ

    Ἔλα νὰ ἀνταλλάξουμε κορμὶ καὶ μοναξιά.
    Νὰ σοῦ δώσω ἀπόγνωση, νὰ μὴν εἶσαι ζῷο,
    νὰ μοῦ δώσεις δύναμη, νὰ μὴν εἶμαι ράκος.

    Νὰ σοῦ δώσω συντριβή, νὰ μὴν εἶσαι μοῦτρο,
    νὰ μοῦ δώσεις χόβολη, νὰ μὴν ξεπαγιάσω.

    Κι ὕστερα νὰ πέσω μὲ κατάνυξη στὰ πόδια σου,
    γιὰ νὰ μάθεις πιὰ νὰ μὴν κλωτσᾶς.

    ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ

    Έλα, Ελεονώρα Ζουγανέλη- Πάνος Μουζουράκης

    ΥΓ. Πήρες το μέιλ.;

  8. -Οδυσσέας Ελύτης, ADAGIO
    *
    Έλα μαζί να διαφιλονικήσουμε απ’ τον ύπνο το νωχελικό προσκέφα-
    λο που πλέει στο διπλανό φεγγάρι. Ατρικύμιστα κεφάλια και τα δυο
    μαζί λικνιστικά γλιστρώντας να γεμίσουμε την αμμουδιά με φύκια ή
    άστρα. Γιατί πολύ θα ‘χουμε ζήσει από τα δάκρυα τη μαρμαρυγή και
    θ’ αγαπούμε τη σωστή γαλήνη.
    Άγγελοι αν δεν είναι οι άγγελοι μ’ άσωτα βιολιά ν’ αναρριπίζουν τις
    νυχτιές μ’ αίολα φώτα και ψυχές καμπάνες! Φλάουτα ν’ αγεροδρο-
    μούν πόθους ανάλαφρους, ανάγερτους. Φιλιά τυραννισμένα ή φιλιά
    μαργαριτάρια σε κουπιά νερόβια. Και πιο βαθιά μες στ’ αναμμένα
    φραγκοστάφυλα, σιγά σιγά τα πιάνα της ξανθής φωνής, οι μέδουσες
    που θα μας κρατήσουν το ταξίδι αργόπρεπο. Στεριές με λίγα, με συλ-
    λογισμένα δέντρα.
    Ω έλα μαζί να ιδρύσουμε τα όνειρα, έλα μαζί να δούμε τη γαλήνη. Δε
    θα ‘ναι πια στον έρημο ουρανό παρά η καρδιά που βρέχεται απ’ την
    πίκρα παρά η καρδιά που βρέχεται απ’ τη γοητεία, δε θα ‘ναι παρά η
    καρδιά που ανήκει στον δικό μας έρημο ουρανό.
    Έλα στον ώμο μου να ονειρευτείς γιατί είσαι μια γυναίκα ωραία. Ω
    είσαι μια γυναίκα ωραία. Ω είσαι ωραία. Ωραία.

  9. 46. EΛΑ ΣΕ ΜΕΝΑ

    Αν κουραστείς απ’ τους ανθρώπους
    κι είν’ όλα γύρω γκρεμισμένα,
    μην πας ταξίδι σ’ άλλους τόπους,
    έλα σε μένα, έλα σε μένα.

    Κι αν πέσει απάνω σου το βράδυ
    με τ’ άστρα του τ’ απελπισμένα,
    μη φοβηθείς απ’ το σκοτάδι,
    έλα σε μένα, έλα σε μένα.

    Έλα και γείρε το κεφάλι
    στα χέρια μου τ’ αγαπημένα,
    να ζήσεις τ’ όνειρο και πάλι,
    έλα σε μένα, έλα σε μένα.

    Κι αν δεις καράβια να σαλπάρουν
    κι αν δεις να ξεκινάνε τρένα,
    μην πεις μαζί τους να σε πάρουν,
    έλα σε μένα, έλα σε μένα.

    Έχω μια θάλασσα σμαράγδια
    μ’ αγάπη κι ήλιο κεντημένα
    για την καρδιά σου πού `ναι άδεια
    έλα σε μένα έλα σε μένα.

    Έλα και κάθισε δεξιά μου
    σαν ξεχασμένος αδερφός,
    να μοιραστείς τη μοναξιά μου
    και να σου δώσω λίγο φως.

    ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ

    ΕΛΑ ΣΕ ΜΕΝΑ (ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ-ΛΕΚΚΑΣ)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: