Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (196ο): «Όνομα»….

 

1. Τ’ ONOMA  ΣΟΥ

Τ’ όνομά σου : ψωμί στο τραπέζι.
Τ’ όνομά σου : νερό στην πηγή.
Τ’ όνομά σου : αγιόκλημα αναρριχόμενων άστρων.
Τ’ όνομά σου : παράθυρο ανοιγμένο τη νύχτα στην πρώτη του Μάη.

 

Τ’ όνομά σου : ρινίσματα ήλιου.
Τ’ όνομά σου : στροφή από φλάουτο τη νύχτα.
Τ’ όνομά σου : στα χείλη των αγγέλων τριαντάφυλλο.
Τ’ όνομά σου : κουδούνισμα αλόγων που σέρνουν την άνοιξη πίσω τους.

 

Τ’ όνομά σου : βροχούλα στου σπορέα το μέτωπο.
Τ’ όνομά σου : περίσσευμα στου βοσκού την καλύβα.
Τ’ όνομά σου : τοπίο χωρισμένο με χρώματα.
Τ’ όνομά σου : δυο δρυς που το ουράνιο τόξο στηρίζει τις άκρες του.

 

Τ’ όνομά σου : ένας ψίθυρος απ’ αστέρι σε αστέρι.
Τ’ όνομά σου : ομιλία δύο ρυακιών μεταξύ τους.
Τ’ όνομά σου : μονόλογος ενός πεύκου στο Σούνιο.
Τ’ όνομά σου : ένα ελάφι βουτηγμένο ως το γόνατο σε μιαν άμπωτη ήλιου.

 

Τ’ όνομά σου : ροδόφυλλο σ’ ενός βρέφους το μάγουλο.
Τ’ όνομά σου : πεντάγραμμο στις κεραίες των γρύλων.
Τ’ όνομά σου : ο Ηνίοχος στην άμαξα του ήλιου.
Τ’ όνομά σου : πορεία πέντε κύκνων που σέρνουν την πούλια στα μεσούρανα.

 

Τ’ όνομά σου : Ειρήνη στα κλωνάρια του δάσους.
Τ’ όνομά σου : Ειρήνη στους δρόμους των πόλεων.
Τ’ όνομά σου : Ειρήνη στις ρότες των πλοίων.
Τ’ όνομά σου : ένας άρτος, βαλμένος στην άκρη της γης που περίσσεψε.

 

Τ’ όνομά σου : αέτωμα περιστεριών στον ορίζοντα.
Τ’ όνομά σου : αλληλούια πάνω στο Έβερεστ.

 

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ  ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

 

 

***

  1. Τ‘ ΟΝΟΜΑ ΣΟΥ ΠΡΟΦΕΡΩ

Τ’ όνομά σου προφέρω

μες στις σκοτεινές νύχτες,

σαν έρχονται τ’ αστέρια

να πιούνε στο φεγγάρι

και τα κλαδιά κοιμούνται

των κούφιων φυλλωμάτων.

Νιώθω, μ’ έχει κυκλώσει

η μουσική και το πάθος.

Ρολόι τρελό, που ψάλλει

ώρες νεκρές, αρχαίες.

 

Τ’ όνομά σου προφέρω τη σκοτεινή τούτη νύχτα

και μου ηχεί τ’ όνομά σου

μακρινό όσο ποτέ.

Μακρινότερο απ’ όλα

τ’ άστρα και θρηνώδες

κι από βροχή γαλήνια.

 

Θα σε θέλω, όπως τότε,

καμιά φορά. Ποιο λάθος

έχει η καρδιά μου κάνει;

Αν διαλύεται η καταχνιά,

άραγε, ποιο άλλο πάθος

με περιμένει; Θα ‘ναι

ήρεμο κι αγνό, τάχα;

Αχ, αν τα δάχτυλά μου

μπορούσαν να μαδήσουν

ετούτο το φεγγάρι!

 

Federico Garcia Lorca, Τα χέρια μου αν μπορούσαν να μαδήσουν (απόσπασμα)

 

http://www.pic-a-poem.gr/index.php/poihmata/foreign-poets/t-onoma-sou-profero-lorca/70

 

 

***

  1. Τ’ ΟΝΟΜΑ ΜΟΥ

Μια νύχτα που το λιβάδι ήταν πράσινο χρυσαφί και τα
μαρμάρινα φεγγαρόλουστα δέντρα υψώνονταν σαν φρέσκα μνημεία
στον μυρωδάτο αέρα κι όλη η φύση παλλόταν
από το βουητό και τον ψίθυρο των εντόμων,

 

ξάπλωσα στο γρασίδι
νιώθοντας τις μεγάλες αποστάσεις από πάνω μου, κι αναρωτιόμουν
τι θα γίνω —και πού θα βρω τον εαυτό μου—
και αν και η ύπαρξή μου ήταν ελάχιστη,

 

ένιωσα για μια στιγμή
πως ο απέραντος ουρανός με τ’ άστρα ήταν δικός μου κι άκουσα
τ’ όνομά μου λες για πρώτη φορά,

 

τ’ άκουσα μ’ έναν τρόπο
που κανείς ακούει τον άνεμο ή τη βροχή αλλά ξέπνοο και μακρινό
σαν ν’ ανήκε όχι σε μένα αλλά στη σιωπή
απ’ την οποία είχε ’ρθει και προς την οποία θα πήγαινε.

 

ΜΑΡΚ  ΣΤΡΑΝΤ , μετ: Ντίνος Σιώτης

 

 

***

 

  1. ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΣΟΥ

Στον τοίχο του δωματίου μου
είναι τυπωμένο τ’ όνομά σου,
αόρατο,
ανεξιχνίαστο.

Σε κάθε γωνιά του δωματίου
αναπνέει τ’ όνομά σου.

Κολλημένο στις σκιές
παραμένει,
νιώθεται.

 

Στην κόγχη του δωματίου μου
ξεπηδά στη ματιά τ’ όνομά σου,
ζωντανό,
παλλόμενο,
βροντερό.

 

Στο πάτωμα του δωματίου μου,
μπροστά, στην ψευδοροφή,
τ’ όνομά σου γράφεται μόνο του
και ζωγραφίζεται
και γίνεται γλυπτό.

 

Σε κάθε νυχτερινό όνειρο
μέσα στο δίχτυ του δωματίου
τ’ όνομά σου μεγαλώνει ή δραπετεύει
με κατοικεί,
ρέει
και χύνεται.

 

Εκεί παραμένει τ’ όνομά σου
σαν μια άμορφη παρουσία.
Τ’ όνομά σου που ήταν τυφώνας
και τώρα πια μια λίμνη από νοσταλγίες.

 

José Luis DíazGranados, Μετ: Δημήτρης Αγγελής

 

 

***

 

  1. ΤΟ ΟΝΟΜΑ

Είμαι πολύ μικρός για να’ χω όνομα
δικό μου.

Όμως, τα καλοκαίρια
ο ίσκιος μου μακραίνει.
Σκαρφαλώνει σε μαντρότοιχους
και κλέβει ονόματα κοριτσιών
και ρόδα.

 

Το φθινόπωρο σπέρνω όσα φωνήεντα
δεν έχουν εξατμιστεί
και προσμένω να φυτρώσουν φθόγγοι.
Το όνομά μου είναι διαλυμένο
στις σταγόνες της βροχής και βάφει
το χώμα κόκκινο.

 

Το χειμώνα δεν υπάρχω
και η ανάγκη για όνομα δικό μου
εκμηδενίζεται σχεδόν.

 

Την άνοιξη κυοφορώ την ύπαρξή μου.
Κλέβω νέκταρ από τις πασχαλιές
αυξάνοντας ισόποσα τη δύναμή μου
κι αγναντεύω στο σύμπαν
το αληθινό μου όνομα.

 

ΞΕΝΟΦΩΝ ΒΕΡΥΚΙΟΣ

 

 

Πες μου τ΄ όνομά σου – Αλίκη Καγιαλόγλου

 

  1. Ο ΑΛΛΟΣ  ΠΟΥ ΦΕΡΕΙ Τ’ ΟΝΟΜΑ  ΜΟΥ

 

 

Ο άλλος που φέρει τ’ όνομά μου

έχει αρχίσει να με ξεγνωρίζει.

 

Ξυπνάει όπου εγώ κοιμάμαι,

διπλασιάζει την πεποίθησή μου ότι είμαι απών,

πιάνει τον τόπο μου λες και ο άλλος είμαι εγώ,

με αντιγράφει στις βιτρίνες που δεν αγαπώ

μου οξύνει τις παραιτημένες κόγχες των ματιών

ξεκρεμάει τα σημεία που μας ενώνουν

κι επισκέπτεται χωρίς εμένα τις άλλες εκδοχές της νύχτας.

 

 

Μιμούμενος το παράδειγμά του

αρχίζω κι εγώ τώρα να με ξεμαθαίνω.

Ίσως να μην υπάρχει άλλος τρόπος

ν’ αρχίσουμε να γνωριζόμαστε.

 

ΡΟΜΠΕΡΤΟ  ΧΟΥΑΡΡΟΣ,  μτφρ. Βασίλης Λαλιώτης

 

 

***

7. ΕΣΥ ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ  ΟΝΟΜΑ


Εσύ δεν έχεις όνομα.

Τίποτα ίσως δεν έχει.

 

Αλλά υπάρχει τόσος καπνός μοιρασμένος στον κόσμο,

τόση βροχή ακίνητη,

τόσος άνθρωπος που δεν μπορεί να γεννηθεί, 

τόσος θρήνος οριζόντιος,

τόσο κοιμητήριο στριμωγμένο,

τόσο ρούχο νεκρό

κι η μοναξιά καταλαμβάνει τόσο κόσμο,

 

που το που δεν έχεις όνομα με συντροφεύει

και το όνομα που έχει το τίποτα δημιουργεί έναν τόπο

όπου είναι περιττή η μοναξιά

 

ΡΟΜΠΕΡΤΟ  ΧΟΥΑΡΡΟΣ,  μτφρ. Βασίλης Λαλιώτης

 

 

***

 

  1. ΚΑΚΟΓΡΑΦΙΑ

 

Μ’ ένα κομμάτι κάρβουνο

Με κιμωλία σπασμένη

Και το μολύβι μου το κόκκινο

Τ’ όνομά σου σχεδιάζω

 

Τ’ όνομα του στόματός σου

Των ποδιών σου το αποτύπωμα

Στον τοίχο του κανένα

Στην απαγορευμένη πόρτα

 

Να χαράξω το όνομα του σώματός σου

Έως ότου η λεπίδα του σουγιά μου

Να ματώσει

             Μέχρι που κι η πέτρα να φωνάξει

Κι ο τοίχος να αναπνεύσει

                              Σαν το στήθος.

 

ΟΚΤΑΒΙΟ  ΠΑΖ, Η πέτρα του ήλιου κι άλλα ποιήματα, μτφρ. Τάσος Δενέγρης, Ίκαρος

 

 

Δεν είχες όνομα (Μάνος Χατζιδάκις & Νίκος Γκάτσος)

 

  1. Έζησα τ’ όνομα το αγαπημένο
    στον ίσκιο της γιαγιάς ελιάς
    στον ρόχθο της ισόβιας θάλασσας.

Χάραξα τ’ όνομα το αγαπημένο
στον ίσκιο της γιαγιάς ελιάς
στον ρόχθο της ισόβιας θάλασσας.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ  ΕΛΥΤΗΣ, Ήλιος ο πρώτος

 

 ***

 

  1. ΟΝΟΜΑΤΟΘΕΣΙΑ

                                                                   

Τρία λευκά χαρτάκια-τσαλακωμένα
Τράβηξες κλήρο τ’ όνομά σου
την ίδια τη μέρα του μυστηρίου
Πρωί πρωί έσπασαν τα τηλέφωνα
Οι νονές θορυβημένες
»Τί όνομα θα δώσουμε στο παιδί;»


Τρία χαρτάκια
Τρία ονόματα
Ευδοκία, Μαρία, Γαλήνη.  Όλα ωραία, δε λέω,
μα εσύ τράβηξες »Γαλήνη»
-με τα χεράκια τα λιλιπούτεια-


Γαλήνη
Επιλογή ζωής
Κι ήταν μια πράξη απόσχισης
Ερήμην, η πρώτη σου επανάσταση
Οι γονείς σου ήξεραν
(ο μπαμπάς σου μεγάλωσε με μια Μαρία,
η μαμά σου με μια Ευδοκία)


Εσύ δεν ήξερες,
μα πριν τη γνώση ήσουν σοφή.
Να πάρεις ήθελες τον κόσμο απ’ την αρχή.

 

ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ

 

 ***

 

  1. ΣΗΜΕΙΩΣΗ

Η οικογένειά μου έτρεφε ανέκαθεν εκτίμηση
στα ξενικά ονόματα, κι έτσι στα δέκα πολιτογραφήθηκα Τζένη,
ίσως με την κρυφή ελπίδα
πως, όταν αδυνατίσω, θα γίνω σταρ.

Η αλήθεια είναι πως πολλές φορές προσπάθησα
να το γυρίσω στο Ιφιγένεια, μετά που
ανακάλυψα τις αρετές των σπάνιων ονομάτων,
αλλά τότε δεν ήτανε πρακτικό. Σήμερα,
ίσαμε που να σε συστήσουνε με το Ιφιγένεια,
σε τρώνε λάχανο οι άλλες με τα δισύλλαβα ονόματα.

 

ΤΖΕΝΗ ΜΑΣΤΟΡΑΚΗ

 

 

 

ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΣΟΥ -ΑΣΤΕΡΙΑΔΗ ΠΟΠΗ

 

  1. ΕΣΥ ΘΑ ΤΟΥΣ  ΟΝΟΜΑΣΕΙΣ

 Έχουν όνομα, Κύριε, είναι όσοι πονάνε,
Οι πλησίον σκιές ,
Οι σκιές που απομένουνε στα σώματα
την ώρα που η ζωή τους σπάει γράμμα γράμμα
για να κερδίσουν το ψωμί. Μόνο σε σένα ελπίζουν.


Είναι οι νεκροί που γεννιούνται
απ’ το χειμώνα του κόσμου, είναι οι νεκροί
που είναι εν ζωή και καίνε
με λαδάκι του Θεού οι γινάμενοι
ζητιάνοι, με το αίμα
που ανεβαίνει από τα σώματά τους όπως ανεβαίνει
η υγρασία στης φυλακής τους τοίχους

 

Έχουν όνομα , Κύριε, είναι αυτοί που θέλουν
να ονειρευτούν τη νύχτα και η πείνα τους ξυπνάει,
αυτοί που υποφέρουν τόσο που δεν μπορείς
να τους κοιτάξεις δίχως να τους κάψεις.


Εσύ, ναι, θα τους ονομάσεις. Είναι αυτοί που υποφέρουν
οι αυτοκίνητοι ναυαγοί που ξέρουν
πως ο βράχος θα φάει μέρα τη μέρα
το σώμα και τον πόνο τους,
το εύκολο χιόνι
των νεκρών που ζουν γιατί ποτέ
δεν σταματούν να πέφτουν. Ονόμασέ τους πάλι!


κανείς δεν ξέρει τ’ όνομά τους μεταξύ μας
είναι οι νεκροί που γεννιούνται,
είναι οι νεκροί που αρρωσταίνουν απ΄ τους ζώντες,
νεκροί φυσιολογικοί.

 

Λουί Ροσάλες, Μετ: Βασίλης Λαλιώτης

 

 

 ***

 

 

13.ΧΡΗΣΤΟΙ ΚΑΙ ΒΑΣΙΛΑΚΗΔΕΣ

 

Τους ονόμασαν Κωστάκη, Χρήστο, Βασιλάκη, Γιάννη

γιατί εκείνα τα δικά τους, που έφερναν,

δυσκολοπρόφερτα

τους φάνηκαν.

Κι εκείνοι φοβήθηκαν μην εξοργίσουν

και τη λίγη ανοχή που τους έδειχναν.

το σωστό τους όνομα και όχι το άλλο

που μυρίζει ξενιτιά και βρόχινο νερό, θολό από πόνο και σιωπή.

 

Πολλοί είναι οι Χρήστοι, οι Βασιλάκηδες και οι Γιάννηδες

που λένε καλημέρα, καληνύχτα και καλά Χριστούγεννα.

Κανείς σχεδόν δεν τους θυμάται με το όνομα της μάνας τους…

αφού τους διόρθωσαν το λάθος με μια καινούργια αλήθεια, βολική

για όλους.

 

Μέσα στον ύπνο τους θυμούνται ποιοι είναι,

σαν ονειρεύονται την αδερφή τους να τους παρακαλά

να της χτενίσουν τα μαλλιά.

 

Λουάν Τζούλι, «Πού να ζητήσω συγγνώμη» (Ελληνικά Γράμματα. Επιμέλεια Γιάννης Ξανθούλης)

 

 

 ***

 

 

  1. ΣΤΙΧΟΜΑΝΤΕΙΑ

Τα ονόματά μας πού και πού μας βλέπουν στο όνειρό τους
ψυχές περιπλανώμενες δυστυχισμένες
χαμένες σημασίες που τις αποζητούν ακόμα

 

Για μια στιγμή θαρρούν πως μας αγγίζουν και έντρομα
ξυπνούν κι ανάβουνε τα παγωμένα φώτα
κι αρχίζουν από μόνα τους να γράφονται και να φωνάζονται
να νοιώσουν έτσι πως υπάρχουν

 

Γιατί, πού τώρα πια φωνές, χαιρετισμών να τα καλούν
να τρέμουν οι ουρανόσκαλες και να γεμίζει η γειτονιά
λουλούδια
πού τώρα δάχτυλα αποχωρισμού να τα χαράζουνε
στης νεραντζιάς τη φλούδα

Θα μας ξεχάσουν κάποτε τα ονόματά μας
δε θα μας ξέρουν ούτε στο όνειρό τους
θα ζήσουν μια δική τους ζωή με άλλες σημασίες
σε εξώθυρες και εξώφυλλα
βροχές θα τα μουσκεύουν δάκρυα και δε θα μας ξέρουν

 

Εμείς χαμένες σημασίες
κι αυτά ίχνη από ξένα πεπρωμένα.

 

ΒΥΡΩΝ  ΛΕΟΝΤΑΡΗΣ, Εν γη αλμυρά (Έρασμος, 1996)

 

 

***

 

  1. Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ ΟΝΟΜΑΤΟΣ

Τι είν’ του Θεού το όνομα;

Ένα θέλω χωρίς το περήφανο «λ»

κι ένα κομμάτι απ’ το τρελός

χωρίς το τρεμούλιασμα των «τρ»

και πάλι και ξανά και πάντα

χωρίς το περήφανο «λ».

 

Κράτησα το έσχατο «ω[μέγα]»

γιατί μ’ ένα «ά[λφα]» στην αρχή του

περιέχει όλα τα νοήματα.

 

Κ ε ρ α σ ί α  Χ ρ.  Γ ε ρ ο γ ι ά ν ν η

 

 

ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΜΟΥ – ΝΑΤΑΣΣΑ ΜΠΟΦΙΛΙΟΥ

 

  1. ΕΝ ΟΝΟΜΑΤΙ  ΤΗΣ  ΠΟΙΗΣΕΩΣ Όταν τις νύχτες, σε ώρες πολύ προχωρημένες,
    ανοίγεις δειλά το παράθυρο, που είχε αντιστεί
    στον πέτρινο καταιγισμό της περασμένης μέρας,
    για ν’ αδειάσεις τις σωρευμένες συλλογές των στίχων,
    με τ’ άκοπα φύλλα και τις σεμνές τους αφιερώσεις,
    ξέρεις καλά πως είναι τούτο πράξη υποκρισίας.

    Να χλευάζεις την ποίηση, εν ονόματι της ποιήσεως,
    είναι, επιτέλους, κάποιο μέσον άμυνας ή προστασίας.
    Να τινάζεις όμως, καθώς ένα ξεσκονόπανο,
    στο κατώφλι της νύχτας, τα όνειρα των ποιητών,
    είναι σα να φυτεύεις το σπαθί που σου έχουν δώσει
    δίχως έλεος βαθιά στην ασταμάτητη καρδιά της ποίησης.

    Αν ν’ αδειάσεις μπορέσεις τα δικά σου ράφια,
    του σακακιού σου τις τσέπες, την ίδια την καρδιά σου,
    κι αν άξιος γίνεις να σταθείς έτσι γυμνός
    στο μεσονύχτιο άνοιγμα του παραθύρου σου,
    ίσως θ’ ακούσεις, μέσ’ από το πάφλασμα της νύχτας,
    τους πτοημένους ψίθυρους απ’ τα όνειρα των ποιητών,
    που είχες τινάξει, εν ονόματι δήθεν της ποιήσεως.

    Γ.Θ. Βαφόπουλος, Επιθανάτια και σάτιρες (1966)

 

 ***

 

  1. ΑΡΓΑ ΤΗ ΝΥΧΤΑ

ταν θα μάθεις πως έχω πεθάνει μην προφέρεις το όνομά μου

γιατί θα σταματήσει ο θάνατος και η ανάπαυση.

Η φωνή σου, που είναι η καμπάνα των πέντε αισθήσεων,

θα ήταν ο αμυδρός φάρος που ζητάει η  καταχνιά μου.

 

Όταν θα μάθεις ότι έχω πεθάνει πες συλλαβές παράξενες.

Πρόφερε, άνθος, μέλισσα, δάκρυ, ψωμί, καταιγίδα.

Μην αφήσεις τα χείλη σου να βρουν τα έντεκά μου γράμματα.

Νυστάζω, έχω αγαπήσει, έχω κερδίσει τη σιωπή.

 

Μην προφέρεις τ’ όνομά μου όταν μάθεις πως έχω πεθάνει

από τη σκοτεινή τη γη θα με έφτανε με τη φωνή σου.

Μην προφέρεις τ’ όνομά μου, μην προφέρεις τ’ όνομά μου.

ταν θα μάθεις πως έχω πεθάνει μην προφέρεις τ’ όνομά μου.

 

Ρόκε Ντάλτον, μτφρ. Βασίλης Λαλιώτης

 

*Η ανάρτηση είναι της καλής φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής!

Advertisements

Single Post Navigation

10 thoughts on “Πες το με ποίηση (196ο): «Όνομα»….

  1. Πολύ καλό, Αγγελική!!!
    Το αναρτώ σήμερα Παρασκευή, γιατί Σαββατοκύριακο θα είμαι εκτός Βόλου…Αν προλάβω θα σχολιάσω απόψε ή αύριο πρωί!

  2. Κώστα Πατίνιου

    Όλγα

    Την ρωτούσα:

    «Εσύ ποια είσαι τελικά,

    ποιο είναι το πραγματικό όνομά σου;»

    Ειρήνη, Χριστίνα, Μόνικα, Μαρία…

    Πώς αλήθεια σε λένε;

    «Εσύ, Όλγα, να με λες», μου απαντούσε πάντα.

    Χίλια πρόσωπα, ένα για τον καθένα.

    Χίλια ονόματα.

    Όλγα για εμένα.

    Κάποτε χίλιες ψυχές, μια κάρδια μεγάλη, χωρίς ανάσα.

    Κάποτε χίλια πρόσωπα, μια ανάσα, μισή καρδία,

    καθόλου ψυχή.

    Μα δε μου είπε στʼ αλήθεια ποτέ το όνομά της.

    Δέσποινα , Αντιγόνη, Αθηνά, Άρτεμις…

    «Εσύ, Όλγα, να με λες», μου απαντούσε.

    Ακόμα και την ώρα που έκλεινε την πόρτα πίσω της,

    για να χαθεί για πάντα.

    Την ρώτησα ποιο ήταν το όνομά της τελικά.

    «Εσύ, Όλγα να με θυμάσαι», μου είπε.

    Και από τότε, Όλγα ξανά δεν είδα,

    όσες φορές και να την συνάντησα.

    Γιώργος Χατζηδιάκου
    Με δύναμη που δίνει η ψυχή

    Το όνομα σου

    Θα φωνάξω

    έτσι που

    Η μάνα το παιδί

    με Ανακούφιση

    στους δρόμους της καρδιάς,

    να αναζητά.

    Ο πατέρας που σκληρό

    τα μάτια μας θωρούν

    ανάλαφρος και αυτός να νιώσει .

    Των παιδιών μόνο

    ίσως οικείο τους φανεί

    αυτά που πάντα κάτι ξέρουν.

    Στους κήπους

    δυνατά θε να ακουστεί

    πρόωρα τα μπουμπούκια

    για να ανθίσουν.

    Το ξάφνιασμα

    απ΄ το άκουσμα

    ευχάριστο

    όσον αφηρημένων περπατάν.

    Το σούρουπο

    με χρώματα γλυκά θα ‘ρθει

    ποιο έντονο θα είναι.

    Από τον κατατρεγμένο της ζωής

    ένα χαμόγελο

    σίγουρα θα βγει

    απ’ τα σφιγμένα χείλη

    Σαν

    το όνομα σου

    Φωνάξω

    μέσα από τη δική μου

    τη ψυχή

    ΜΗ ΓΝΩΡΙΖΟΝΤΑΣ ΜΗΤΕ ΚΑΝ Τ’ ΟΝΟΜΑ ΤΗΣ

    Ναι, έρχεται
    από υποχθόνιους ανεξερεύνητους διαδρόμους
    πίσω απ’ τους στατιστικούς πίνακες
    και απ’ τα ιερά τσιτάτα των στοχαστών
    μέσα απ’ τα ορθάνοιχτα μπούτια των γυναικών
    και απ’ τις καμένες με ναπάλμ ζούγκλες
    σας πλησιάζει αργά αλλά σταθερά
    μέσα απ’ το παλαντζάρισμα πληθωρισμού – ανεργίας
    πίσω από τις δήθεν καλοσυνάτες φάτσες
    μέσα απ’ τους τοίχους των παγερών πινακοθηκών
    φθάνει κοντά σας
    με την καυτή ανάσα της να σας ψήνει τον λαιμό
    κάτω απ’ τα κτυπήματα των γκλομπς
    πίσω από τα έξαλλα γρυλίσματα των προς σφαγή γουρουνιών
    πίσω απ’ το τσιμέντο, τα γυαλιά και τα σίδερα
    μέσα από σαλεμένα μυαλά και τρυπημένα στομάχια
    έρχεται, κάποτε μάλιστα ουρλιάζοντας
    κάτω από το φως της πανσελήνου
    και εσείς μες στο ανάκτορό σας κατουριέστε
    πνιγμένοι μες στον απέραντο φόβο και πανικό σας
    μη γνωρίζοντας
    μήτε καν το’ όνομά της.

    ΒΛΑΣΗ Γ. ΡΑΣΣΙΑ

    • @Tsigros Grigoris:
      Ευχαριστούμε για τα ωραία ποιήματα.
      Μου αρέσει ο Πατίνιος για την απλότητά του και γι’ αυτό ακριβώς που είναι: ένας προβληματισμένος αθλητής. Όχι πολύ συνηθισμένο στους καιρούς μας.

      *

      18. ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ
      Στήν Κική

      θ
      Κάποτε ἤσουν ἡ περίκλειστη κι ἡ ἀβυθομέτρητη.
      Τώρα ἄνοιξες σά ρόδο στήν ἀνασεμιά τοῦ Μάη.

      Τό φῶς σέ καταυγάζει κι ἐσύ ἀφήνεσαι
      δίχως φόβο καί δίχως μεταμέλεια
      προσηνής στή φιλότητά μου κι ἐνδόσιμη.

      Τώρα δέ μοῦ εἶσαι ἡ ἄγνωστη κι ἡ ξένη.
      Ἦρθε πιά ἡ ὥρα νά σ’ ὀνοματίσω.

      Σέ λέω Φοίβη γιατί φώτισες τίς νύχτες μου
      σέ λέω Μυρσίνη γιατί εὐώδιασες τόν ὕπνο μου
      σέ λέω Αὐγή γιατί χρωμάτισες τή σκέψη μου
      σέ λέω Ἕρση γιατί δρόσισες τήν ἔρημό μου
      σέ λέω Ἀγάπη.

      Γιώργης Μανουσάκης -Τρίγλυφο, Ὁλκός, Ἀθήνα 1976

  3. Καλημέρα, Γρηγόρη και Αγγελική! Καλή εβδομάδα!!!… Ευχαριστώ για τα ποιητικά δώρα σας!!!!

    -«…Τη νεκρή θυγατέρα του χρόνου ανάστησες
    ευλογώντας την με όνομα διπλό:
    Λήθη για όταν έλειπε ο πατέρας της καιρό
    Μνήμη δε για ώρα ανάγκης….»
    (Κική Δημουλά)

    -«…Θά ’θελα να φωνάξω τ’ όνομά σου,
    αγάπη μου, μ’ όλη μου τη δύναμη.
    Nα το φωνάξω τόσο δυνατά
    που να μην ξανακοιμηθεί κανένα όνειρο στον κόσμο
    καμιά ελπίδα πιά να μην πεθάνει…»
    (Τάσος Λειβαδίτης)

    -«…Πάνω στην άμμο την ξανθή
    γράψαμε τ’ όνομά της..
    ωραία που φύσηξε ο μπάτης
    και σβήστηκε η γραφή…»
    (Γ. Σεφέρης)

    -«…Και τ’ αλέτρια που χαράζουν βαθειές αυλακιές σ’ όλη τη γης
    ένα όνομα μονάχα γράφουν:
    Ειρήνη. Τίποτ’ άλλο. Ειρήνη….»
    (Γ. Ρίτσος)

    -Γ. Π. Τζήκας, «Τα ονόματα»

    Τη χωμάτινή μου μοίρα
    Στον ώμο μου πήρα
    Οδοιπόρος εκίνησα
    Χωρίς χρησμό χωρίς πυξίδα
    Σε κάμπους καταπράσινους
    Λεύτερος ξοδεύτηκα
    Στα δύσβατα όρη της καρδιάς
    Αναρριχήθηκα
    Στη νηνεμία και στην οργή του ωκεανού μου
    Κωπηλάτησα
    Στις αυλές των ονείρων μου
    Σεργιάνισα
    Των ερώτων μου ο πειρασμός μ’ έφερε ως εδώ
    Τροπαιούχο Αχαιό και ηττημένο Τρώα

    Τώρα πια με ηρεμία και ευλυγισία
    Έμαθα με το σκαρί μου να ντριμπλάρω τα μποφόρ
    «Και;» -αχ αυτό το «και;» που μας παιδεύει-
    Πού το νόημα και πού το α-νόημα;
    Το μόνο σίγουρο
    Τα παιδικά μας χρόνια
    Η μόνη μας πατρίδα
    Ατενίζω στο δείλι τον πορφυρό ορίζοντα
    Σε λίγο σημαίνει εσπερινός
    Καθώς στους πολύβουους δρόμους περπατώ
    Κάπου κάπου σταματώ
    Κοιτάζω πίσω μου
    Μες στην πολλήν αχλή τις στάχτες
    Της πρώτης μου καλύβης διακρίνω
    Ένα καρβουνάκι ακόμα σιγοκαίει
    Ζείδωρες αντλώ σταγόνες
    Απ’ το βαθύ πηγάδι της αυλής
    Και προχωρώ
    Δε χάθηκα. Δεν έσβησα ακόμα…

    Κοιτάζω τα παιδιά
    Η Δανάη, ο Άρης, η Έρση, ο Αλέξης
    Αυτά το θάνατό μας ανασταίνουν
    Φωνάζουν τα ονόματά μας και ταξιδεύουν
    Και μέσα στο ταξίδι τους
    Ξανά κι αυτά θα ακούσουν
    Απ’ άλλα παιδιά
    Τ’ ονόματά τους να φωνάζουν
    Ζωή! Θάνατος! Θάνατος! Ζωή!

    -Πωλ Ελυάρ, “Γεννήθηκα για να σε γνωρίσω, για να σε ονομάσω Ελευθερία”

    Πάνω στα τετράδια του σχολείου
    Στα θρανία μου και τα δένδρα
    Πάνω στην άμμο και το χιόνι
    Γράφω τ’ όνομά σου
    Πάνω σ΄ όλες τις διαβασμένες σελίδες
    Πάνω σ΄ όλες τις λευκές σελίδες
    Στην πέτρα το αίμα το χαρτί τη στάχτη
    Γράφω τ’ όνομά σου Πάνω στις χρυσωμένες εικόνες
    Στ΄ άρματα των πολεμιστών
    Στην κορώνα των βασιλιάδων
    Γράφω τ’ όνομά σου
    Στη ζούγκλα και την έρημο
    Στις φωλιές και τα σπαρτά
    Στην ηχώ των παιδικών μου χρόνων
    Γράφω τ’ όνομά σου
    Πάνω στα θαύματα της νύχτας
    Στο άσπρο ψωμί των ημερών
    Στις μνηστευμένες εποχές
    Γράφω τ’ όνομά σου
    Πάνω σ΄ όλα τα γαλάζια κουρέλια μου
    Στο μουχλιασμένο έλος του ήλιου
    Στη ζωντανή λίμνη σελήνη
    Γράφω τ’ όνομά σου
    Στους αγρούς στον ορίζοντα
    Στις φτερούγες των πουλιών και στο μύλο των ίσκιων
    Γράφω τ’ όνομά σου
    Σε κάθε φύσημα της αυγής
    Στη θάλασσα και τα πλοία
    Πάνω στο τρελό βουνό
    Γράφω τ’ όνομά σου
    Στον αφρό απ΄ τα σύννεφα
    Στους ιδρώτες της καταιγίδας
    Στην βροχή την πυκνή και ανούσια
    Γράφω τ’ όνομά σου
    Πάνω στα σχήματα που σπιθίζουν
    Στις καμπάνες των χρωμάτων
    Πάνω στη φυσική αλήθεια
    Γράφω τ’ όνομά σου
    Στα μονοπάτια που ξύπνησαν
    Στους δρόμους που ξεδιπλώθηκαν
    Στις πλατείες που ξεχείλισα
    ν Γράφω τ’ όνομά σου
    Στη λάμπα που ανάβει
    Στη λάμπα που σβήνει
    Στα ενωμένα μου σπίτια
    Γράφω τ’ όνομά σου
    Στο φρούτο το κομμένο στα δύο
    Του καθρέφτη και της κάμαράς μου
    Στο κρεβάτι μου άδειο κοχύλι
    Γράφω τ’ όνομά σου
    Στο λαίμαργο και τρυφερό σκύλο μου
    Στα ορθωμένα αυτιά του
    Στο αδέξιο πόδι του Γράφω τ’ όνομά σου
    Στο σκαλοπάτι της πόρτας μου
    Στα γνώριμά μου αντικείμενα στο κύμα της ευλογημένης φωτιάς
    Γράφω τ’ όνομά σου
    Σε κάθε σάρκα σύμφωνη
    Στο μέτωπο των φίλων μου
    Σε κάθε χέρι που προσφέρεται
    Γράφω τ’ όνομά σου Στο κρύσταλλο των εκπλήξεων
    Στα προσεκτικά χείλια
    Πολύ πιο πάνω απ΄ τη σιωπή
    Γράφω τ’ όνομά σου
    Στα χαλασμένα καταφύγιά μου
    Στους γκρεμισμένους μου φάρους
    Στους τοίχους της ανίας μου
    Γράφω τ’ όνομά σου
    Στην απουσία χωρίς πόθο
    Στη γυμνή μοναξιά
    Στα σκαλιά του θανάτου
    Γράφω τ’ όνομά σου
    Στην υγεία που ξανάρθε
    Στον κίνδυνο που εξαφανίστηκε
    Στην ελπίδα χωρίς ανάμνηση
    Γράφω τ’ όνομά σου
    Και με τη δύναμη της λέξης
    Ξαναρχίζω τη ζωή μου
    Γεννήθηκα για να σε γνωρίσω
    Για να πω τ΄ όνομά σου Ελευθερία!

    (http://logotexnikoperiboli.blogspot.gr/2015/11/blog-post_18.html)

    -Η Ζωή γράφει: «Δεν Το ονομάζω»

    Δεν το ονομάζω
    Αρνούμαι την ύπαρξη του
    Προσποιούμαι πως δεν είναι εδώ
    Δεν το ονομάζω
    Του φέρομαι σαν να είναι κάτι άλλο
    Όχι ως συναίσθημα
    Αλλά σαν αιτία δημιουργίας
    Δεν το ονομάζω
    Κάνω πως δεν το ξέρω
    Δεν γνωρίζω καν τι είναι
    Δεν το ονομάζω
    Σηκώνω του ώμους σαν να μη με νοιάζει
    Σηκώνω τα χέρια και παραδίνομαι
    Δεν το ονομάζω
    Πετάω την ευθύνη από πάνω μου
    Και την ρίχνω στο αθώο «θα δείξει»
    Δεν το ονομάζω
    Γιατί την στιγμή που θα το κάνω
    Θα πάρει σάρκα και οστά
    Θα πάψει να είναι υποψία
    Θα πάψει να αμφιταλαντεύεται
    Δεν το ονομάζω
    Γιατί την στιγμή που θα το κάνω
    Θα γίνει πραγματικότητα
    (https://sxeseiszois.wordpress.com/category/)

    -Ν. Δήμου, «Ονόματα και λέξεις»

    «Θέλω ένα ρίκοκο», είπε ο Τέλης. «ΒΕρίκοκο», τον διόρθωσε η μητέρα. «Αφού κατάλαβες τι θέλω!» διαμαρτυρήθηκε ο Τέλης.
    «Κοίτα, είναι όπως με τα ονόματα. Στο σχολείο έχουμε ένα αγόρι που το λένε Κωνσταντίνο και όλοι τον φωνάζουν Ντίνο. Έναν Αντώνη που τον ονομάζουν Τώνη. Κι άμα φωνάξω: ‘Άκης!’ θα έρθει ο Θανασάκης. Γιατί αυτό που γίνεται με τα ονόματα να μην γίνεται και με τα πράγματα;»
    «Διότι», είπε ο μπαμπάς, που μέχρι τότε δεν είχε μιλήσει, «άμα πεις θέλω μία μάτα δεν θα ξέρουμε αν θέλεις ντομάτα ή γαλανομάτα». «Θα ξέρετε», απάντησε ο Τέλης. «Αν κάθομαι στο τραπέζι και πω μάτα θα καταλάβετε πως θέλω σαλάτα ντομάτα – και όχι γαλανομάτα».
    Έτσι ο Τέλης συνέχισε το παιχνίδι του με τις λέξεις. Τα Χριστούγεννα ζητούσε ένα «κάρουνο» και «μπιέ» – και φυσικά όλοι καταλάβαιναν τι ήθελε. Πήγαινε «ρίπατο» με τον σκύλο της οικογένειας που ήταν «κόσκυλο». Υποστήριζε φανατικά τον «μπιακό» και του άρεσε να παίζει «νόπολυ».
    Βέβαια, όταν προχώρησε στο Δημοτικό, βρήκε λίγο τον μπελά του όταν είπε ότι πρωτεύουσα της Δανίας είναι η Χάγη – γιατί αυτή είναι βέβαια η μισή Κοπεγχάγη, αλλά είναι μαζί και πόλη της Ολλανδίας.
    Πάντως όλοι ήξεραν που πήγε στις διακοπές του, όταν τους είπε ότι επισκέφθηκαν τρεις πρωτεύουσες: Ρίσι, Δίνο και Λίνο.
    Στην ιστορία έκανε τις μεγαλύτερες περικοπές. Είχαν και κάτι τεράστια ονόματα αυτοί οι παλιοί βασιλιάδες! Όμως, όταν έκοψε τον Αρταξέρξη του βγήκε ο Ξέρξης που ήταν άλλος. Αλλά πως μπορούσε να μην μικρύνει τον Ναβουχοδονόσορα! Ακόμα και ο Βέρντι τον έκανε Ναμπούκο.
    (http://www.ndimou.gr/el/keimena/oloklira_vivlia/)

    -Τζον Άσμπερυ, «Περιπλανώμενος»

    Πώς να σε ονομάσω;
    Σίγουρα δεν υπάρχει όνομα για σένα
    Με τον τρόπο που τ’ αστέρια έχουν ονόματα
    Που κάπως τους ταιριάζουν. Απλά περιπλανιέσαι,
    Ένα αντικείμενο περιέργειας για κάποιους,
    Όμως πολύ προσηλωμένος
    Στη μυστική μουντζούρα στο πίσω μέρος της ψυχής σου
    Για να πεις πολλά, και να περιπλανηθείς,
    Χαμογελώντας στον εαυτό σου και τους άλλους.
    Γίνεται κάπως μοναχικό
    Αλλά και απωθητικό ταυτόχρονα.
    Αντιπαραγωγικό, καθώς συνειδητοποιείς για ακόμη μια φορά
    Ότι ο πιο μακρύς δρόμος είναι ο πιο αποδοτικός,
    Εκείνος που έκανε γύρους στα νησιά, και
    Πάντοτε φαινόσουν να ταξιδεύεις σ’ έναν κύκλο.
    Και τώρα που το τέλος είναι κοντά
    Τα μέρη του ταξιδιού ανοίγουν όπως ένα πορτοκάλι.
    Υπάρχει φως εκεί, και μυστήριο και τροφή.
    Έλα να το δεις.
    Έλα όχι για μένα αλλά γι’ αυτό.
    Αν όμως είμαι ακόμη εδώ, αποδέξου ότι μπορεί να ιδωθούμε.
    (http://frear.gr/?p=15151)

  4. 19. ΛΙΣΤΑ ΟΝΟΜΑΤΩΝ

    Όταν πέθανε ένας καλός μου φίλος, δίστασα να σβήσω το όνομά του από το κινητό μου τηλέφωνο. Σήμερα, τέσσερα χρόνια μετά, τα ονόματα αυτών που έφυγαν έχουν αυξηθεί. Κάθε φορά που ψάχνω στη συσκευή έναν αριθμό, νιώθω ότι περνώ ανάμεσα από τάφους.

    Διονύσης Στεργιούλας
    δημοσιεύτηκε στο περ. Εμβόλιμον, τεύχ. 60, 2010

    ***

    20. Νο 56

    Για πόσα ονόματα έχω να γράψω,
    να δεηθώ για την ψυχή και το χαραμισμένο σώμα τους,
    για πόσους άγιους και μαρτύρους της εκκλησίας μας,
    για πόσες αδελφές κρυφές με αδυναμία στην ποίηση
    και γενικώς, τις τέχνες,
    για πόσους άντρακλες που το ‘λεγε η καρδιά τους.

    Ποιος, επιτέλους, θα βρεθεί
    να γράψει το μαρτυρολόγιο τούτο,
    ποια πένα που θα στάζει αίμα
    θα δικαιώσει όλους εκείνους τους ανώνυμους,
    τις αγιασμένες απ’ τη στέρηση ζωές τους;

    Αγγελάκης Ανδρέας

    ***

    21. ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΟΝΟΜΑΤΟΣ

    Βοριάς σηκώθηκε ιαχή σε παιδικά λημέρια
    και σάλεψαν οι καλαμιές νοσταλγίας για τον κολλητό του
    Ηλία Γεωργακόπουλο του Δημητρίου και της Μαρίας
    το γένος Σταυροπούλου εκ Κρεσταίνων

    γιατί ‘ναι που κύλησαν χιονοστιβάδες τα χρόνια
    μες στη φωτό η αλάνα φτωχαδάκια
    χωρίς γκολπόστ και δίχτυα παίζοντας ώσπου
    να κατέβουν στα σύρματα χελιδόνια τ’ αστέρια.

    Χιονίζει λησμονιά συνεχώς τους σκεπάζει
    ακούει τα Λευκά Περιστέρια φωνασκούν για πέναλντι
    πηδάει σαν ακροβάτης απ’ το κάδρο
    παιδί και φωνάζει στον Γκρή εαυτό του

    δώσε μου πίσω ό,τι υπήρξα τότε
    γυμνοπόδαρος καλπασμός σαν Κούδας Δεληκάρης
    δώσε το πρώτο ληξιαρχικό μου όνομα
    που εγκατέλειψες στα ράφια της εφορίας
    και στο μητρώο αρρένων του δήμου όπου
    σκόνη χωνεύει για πάντα γενιές και φάρες
    γενεές αγνώστων που ‘μειναν άγνωστοι

    η παιδική αντήχηση σ’ ενήλικο νταμάρι δώσε
    δώσε πίσω το αληθινό μου επώνυμο

    να νοσταλγήσω σαν πρώτα το μέλλον
    όταν αρκούσε μια τρίπλα στιλ Δομάζου
    για να επιστρέψω ευτυχής μες στο πένθιμο νύχτωμα.

    ΗΛΙΑΣ ΓΚΡΗΣ (Ανέκδοτο, 2006)

    ***

    22. Στην άμμο τ’ όνομά της έγραψα μια μέρα

    Στην άμμο τ’ όνομά της έγραψα μια μέρα,
    αλλά τα κύματα που ήρθανε το σβήσαν·
    το ξαναγράφω πάλι, για φορά δευτέρα,
    μα οι παλίρροιες και πάλι τ’ αφανίσαν.

    ‘‘Μάταιε’’, μου ’πε, ‘‘που πασχίζεις μάταια,
    πράγμα φθαρτό, αθάνατο να κάνεις,
    έτσι κι εγώ θα φύγω, θα γινώ κομμάτια,
    όπως το όνομά μου, και με χάνεις’’.

    ‘‘Όχι’’, της είπα ’γω, ‘‘στη γη ας χαθούνε
    τα όντα τα κοινά και σκόνη ας γινούνε·
    τις χάρες σου οι στίχοι μου θα υμνούνε
    κι αθάνατο θα κάνουν τ’ όνομά σου.

    Ώσπου ο θάνατος τον κόσμο καταβάλει,
    η αγάπη μας θα ζει κι αιώνια θα θάλλει’’.

    ΕΝΤΜΟΥΝΤ ΣΠΕΝΣΕΡ [EDMUND SPENCER (1552-1599)]: Μετ: Πάνος Καραγιώργος

    Μόνο να γράφεις τα’ όνομά σου κι εκείνο το ‘μαθες μισό

    23. Χρόνια ολόκληρα γράφω για σένα και δεν έγραψα ποτέ το όνομά σου.
    Πολλοί θα πουν πως δεν τόλμησα να το προφέρω,
    άλλοι πως δεν χρειάστηκε μια κι ήταν φως φανάρι πως έγραφα για σένα,
    άλλοι πως το ’κανα για λόγους τακτικής ή τεχνικής,
    για να μην έχουν μόνο μια ερμηνεία τα γραπτά μου.
    Κανένας δεν θα φανταστεί ότι δεν ξέρω τ’ όνομά σου ούτε καν ποια είσαι…

    Το ότι για σένα γράφω τίποτα δεν αποδείχνει.
    Κάνω το ίδιο για τον εαυτό μου κι ούτε αυτό αποδείχνει κάτι…
    (Απλώς) είπα να σε γδυθώ να σε πετάξω από πάνω μου,
    να λυτρωθώ από το βάρος σου που με συνθλίβει.
    Όμως δεν είσαι ρούχο ούτε δέρμα ούτε σάρκα…
    Ένας πηχτός αέρας είσαι, μια πυκνή σιωπή,
    τόσο πυκνή που ακόμα κι η πιο αιχμηρή κραυγή μου δεν σε κομματιάζει…

    ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ, Κτερίσματα από τον «Τύπο των Ήλων »

    ***

    24. ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΕΞΟΔΟΣ

    Νύχτα. Μονάχα τ᾿ ἄστρα.
    Καὶ πέρα τὸ βάθος τοῦ ὁλάνοιχτου ὁρίζοντα
    -ἐκεῖ ποὺ πᾶνε οἱ ἄνθρωποι
    χωρὶς τὰ ὀνόματά τους.

    ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

    ***

    25. ΑΥΤΟ ΤΟ ΑΣΤΕΡΙ ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΜΑΣ
    V
    Θά ῾θελᾳ νὰ φωνάξω τ᾿ ὄνομά σου, ἀγάπη, μ᾿ ὅλη μου τὴν δύναμη.

    Νὰ τ᾿ ἀκούσουν οἱ χτίστες ἀπ᾿ τὶς σκαλωσιὲς καὶ νὰ φιλιοῦνται μὲ τὸν ἥλιο
    νὰ τὸ μάθουν στὰ καράβια οἱ θερμαστὲς καὶ ν᾿ ἀνασάνουν ὅλα τὰ τριαντάφυλλα
    νὰ τ᾿ ἀκούσει ἡ ἄνοιξη καὶ νά ῾ρχεται πιὸ γρήγορα

    νὰ τὸ μάθουν τὰ παιδιὰ γιὰ νὰ μὴν φοβοῦνται τὸ σκοτάδι,
    νὰ τὸ λένε τὰ καλάμια στὶς ἀκροποταμιές, τὰ τρυγόνια πάνω στοὺς φράχτες

    νὰ τ᾿ ἀκούσουν οἱ πρωτεύουσες τοῦ κόσμου καὶ νὰ τὸ ξαναποῦνε μ ὅλες τὶς καμπάνες τους
    νὰ τὸ κουβεντιάζουνε τὰ βράδια οἱ πλύστρες χαϊδεύοντας τὰ πρησμένα χέρια τους.

    Νὰ τὸ φωνάξω τόσο δυνατὰ
    ποὺ νὰ μὴν ξανακοιμηθεῖ κανένα ὄνειρο στὸν κόσμο
    καμιὰ ἐλπίδα πιὰ νὰ μὴν πεθάνει.
    Νὰ τ᾿ ἀκούσει ὁ χρόνος καὶ νὰ μὴν σ᾿ ἀγγίξει, ἀγάπη μου, ποτέ.

    ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

    ***

    26. Ο ΚΟΣΜΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ

    Το σκοτάδι μοιάζει πάντα με πηγάδι.
    Το ζαρκάδι τρέχει πάντα προς τον Άδη.
    Το ποτάμι μοιάζει πάντα με ποτάμι.

    Το καλάμι κιτρινίζει σαν καλάμι.
    Το ζουλάπι δεν αρνιέται το δρολάπι.
    Το χαλίκι δεν ηξέρει χαμαλίκι.

    Το πηγάδι μοιάζει όμως με υφάδι.
    Το ζαρκάδι τρέχει τώρα προς το χάδι.
    Το ποτάμι μοιάζει πάντα με ποτάμι.

    Το καλάμι δεν αρνιέται το ζουλάπι.
    Το δρολάπι ξετυλίγει την αγάπη.

    ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ

    ***

    27. ΤΟ ΟΝΟΜΑ

    Κοιτάζω
    το όνομά μου, σιωπηλά.
    Βλέπω τον κύρη μου σε νεαρή ηλικία,
    πού ’θελε ο γιος του ποιητής να γίνει.

    Όποτε γράφω
    ένα ποίημα καλό,
    βλέπω μπροστά μου τον πατέρα ζωντανό
    την πόρτα μου να μου χτυπάει.

    Μπροστά στον κύρη μου αυτόν
    πού ’θελε ως επιτύμβιο:
    «Πατέρας ήμουν, Ποιητή»,
    νιώθω ντροπή ακόμη.

    Choi Yearn–hong, μετ. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΜΑΤΣΟΥΚΑΣ, Ανθολογία Κορεατικής ποίησης

    ***

    28. ΟΝΟΜΑΤΩΝ ΕΠΙΘΕΣΙΣ

    Πορφύριο θα τον πούμε αυτόν
    είπε ο Λογγίνος
    για να υπαινισσόμαστε διπλά
    μες στους αιώνες
    και τ’ όνομά του το παλιό μα και την υψηλή
    θέση οπού στα γράμματα τού μέλλεται.

    ΣΩΤΗΡΗΣ ΣΑΡΑΚΗΣ

    ***

    29. ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ

    Τολμήστε το, ανθολόγοι, κι ας μην είναι
    τόσο πρακτικό, τολμήστε το: γράψτε σωστά
    –μόνο σωστά– τα ονόματα των ποιητών· μην τα αντιστρέφετε

    κι ας ψάχνουν λίγο παραπάνω οι αναγνώστες, το κακό μικρό
    παρά ένα σπαραγμένο όνομα
    παρά ένα σπαραγμένο όνομα ποιητού.

    ΣΩΤΗΡΗΣ ΣΑΡΑΚΗΣ

    ***

    30. ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ

    Ο έρωτας
    όνομα ουσιαστικόν
    πολύ ουσιαστικόν,
    ενικού αριθμού,
    γένους ούτε θηλυκού ούτε αρσενικού,
    γένους ανυπεράσπιστου.
    Πληθυντικός αριθμός
    οι ανυπεράσπιστοι έρωτες.

    Ο φόβος,
    όνομα ουσιαστικόν,
    στην αρχή ενικός αριθμός
    και μετά πληθυντικός:
    οι φόβοι.
    Οι φόβοι
    για όλα από δω και πέρα.

    Η μνήμη,
    κύριο όνομα των θλίψεων,
    ενικού αριθμού,
    μόνον ενικού αριθμού
    και άκλιτη.
    Η μνήμη, η μνήμη, η μνήμη.

    Η νύχτα,
    όνομα ουσιαστικόν, γένους θηλυκού,
    ενικός αριθμός.
    Πληθυντικός αριθμός
    οι νύχτες.
    Οι νύχτες από δω και πέρα.

    ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ

  5. -«…Ο ουρανός είναι στον βαθυκύανο χειμώνα.
    Το φως φωνάζει με τον κεραυνό.
    Να με σώσουν τα όνειρα ή να με συντρίψουν
    — ένα τ’ ονομάζω.»
    (Ν. Καρούζος)

    -«…Όλοι μαζί, δίχως μιλιά, χρόνους αμέτρητους αγκομαχώντας πλάι πλάι, διαβαίναμε τις ράχες, τα φαράγγια, δίχως να λογαριάζουμε άλλο τίποτε. Γιατί, καθώς όταν βαρούν απανωτές αναποδιές τους ίδιους τους ανθρώπους πάντα, συνηθάν εκείνοι στο Κακό, τέλος του αλλάζουν όνομα, το λεν Γραμμένο ή Μοίρα — έτσι κι εμείς επροχωρούσαμε ίσια πάνου σ’ αυτό που λέγαμε Κατάρα, όπως θα λέγαμε Αντάρα ή Σύγνεφο. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη, όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή, το πιο συχνά, ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας….»

    (Ο. Ελύτης, Πορεία προς το μέτωπο)

    -«…Φτάνουμε μέρες που δεν έχεις πια τί να λογαριάσεις
    Συμβάντα ερωτικά και χρηματιστηριακές επιχειρήσεις
    Δε βρίσκεις καθρέφτες να φωνάξεις τ’ όνομά σου
    Απλές προθέσεις ζωής διασφαλίζουν μιαν επικαιρότητα
    Ανία, πόθοι, όνειρα, συναλλαγές, εξαπατήσεις
    Κι αν σκέφτομαι είναι γιατί η συνήθεια είναι πιο προσιτή από την τύψη.»

    (Μ. Αναγνωστάκης, από το Η αγάπη είναι ο φόβος…)

    -Μ. Αναγνωστάκης, «Ουρανός)

    «Πρώτα να πιάσω τα χέρια σου
    Να ψηλαφίσω το σφυγμό σου
    Ύστερα να πάμε μαζί στο δάσος
    Ν` αγκαλιάσουμε τα μεγάλα δέντρα
    Που στον κάθε κορμό έχουμε χαράξει
    Εδώ και χρόνια τα ιερά ονόματα
    Να τα συλλαβίσουμε μαζί
    Να τα μετρήσουμε ένα-ένα
    Με τα μάτια ψηλά στον ουρανό σαν προσευχή.

    Το δικό μας δάσος δεν το κρύβει ο ουρανός.»

    (Μ. Αναγνωστάκης, Ποιήματα, Νεφέλη)

    -Τάκη Σινόπουλου, «Ποίημα για την Ελένη»
    (απόσπασμα)

    «…Ωραία εσύ η ανείδωτη
    μέσα στον ουρανό του ποιήματος
    καυτερή θρησκεία γυναίκα αγέρινη,
    ντυμένη χαραυγές ένα άστρο σύμβολο
    με τ’ όνομά σου δένοντας των εποχών τις γέφυρες.
    Ωραία εσύ
    νυχτερινή του απείρου εξαίσιο του θανάτου λάφυρο
    από τη σκόνη του θανάτου αναγεννώμενη.
    Σ’ αναγνωρίζω Ελένη μου μέσα στους μαύρους έρωτες
    που κάψανε μ’ οράματα τα χρόνια μου. Ω ποτέ
    ποτέ μη φύγεις για τους τόπους του χαμού
    στις χώρες τις απάνθρωπες μη σπαταλήσεις
    τούτη τη σάρκα σου από σμάλτο κι από κρύσταλλο.
    Σε περιμένω.
    Κοίταξε, σου ‘φερα καπνούς κι αρώματα από τα βουνά
    πετράδια από τη θάλασσα
    ήλιους και φύλλα σου ‘φερα, κατηφοριές κι ανέμους
    καλάμια από τις ποταμιές βράχια και πέτρες κι όνειρα
    και καταχνιές κι αφρούς για σένα προσφορά.
    Με χέρια και με γόνατα σπασμένα παραμόνεψα
    γυμνός πλανήθηκα πάνω στη γη σε κάθε στρίψιμο
    του κόσμου παραμόνεψα. Σε περιμένω.
    Είμαι νεκρός τα βράδια κάτω απ’ το λυχνάρι μου
    κι όμως ακόμα ζωντανός αστράφτοντας απ’ τη δική σου δύναμη.
    Κοιμάμαι σε κρεβάτι φορτωμένο με γεννήτορες
    που μου γυρεύουν να μιλήσω. Κι ανυμνώ τη χώρα μου
    κι εσένα και τη βλάστηση
    γεύομαι μνήμες όνειρα και βλάστηση
    και χώμα αιώνιο απ’ τη δική μας γη,
    προπάντων χώμα χώμα Ελένη.

    Και τούτο τ’ ονομάζω προσμονή. Η γέννηση του ποιήματος.»

    (http://ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/)

  6. Όνομα Δισύλλαβο -Γιώτα Νέγκα

    31. ΕΝΔΥΜΙΩΝ

    Δεν εγνώριζα
    Κι ας μου ήταν γνωστό τ’ όνομά της
    – που ως Ελένη το έψαυσε η ψυχή
    του τυφλού και τον ξένο
    για άντρα απ’ τους άντρες επέλεξε
    ως Ωραία, που τον τόπο του Έλληνα έσυρε
    σε δεκάχρονο στέρησης βίο κι αδειανό
    την ομοίασε πουκάμισο των ερώτων
    η πίκρα αιώνων

    Ας μου ήταν γνωστό
    Δεν εγνώριζα
    Τα ονόματα σαν τα δέντρα
    πως έχουν τη ρίζα τους
    Σκοτεινή και υπόγεια.

    Όντα ζώντα μέσα σ’ άργιλο έδαφος
    κατεβαίνουν της Κρήτης
    της Μιλήτου θαρρείς τις πλαγιές
    Κατεβαίνουν ανοίγοντας μονοπάτια χωμάτινα
    Με σφυρίγματα πένθιμα με της Μάνης τραγούδια
    Μικρασία που σφάχτηκε
    και το αίμα καρδιά μου εδάνεισε την ύστατη ώρα

    να κρατήσει να μείνει να μη σβήσει
    της αγάπης η θλίψη κι όσα σπάρθηκαν
    σε ραχούλες σ’ αμμουδιές κι ακρογιάλια
    κι όσα φύγαν και σε χαίτες πετάξαν
    των Βορείων της Θράκης

    Μακεδόνες ονόματα κατεβαίνουν και πάνε
    Σαν σε θάλασσα απάνεμη ήρεμη
    της αλός σαν να θέλουν παρά θιν’ ν’ απαγκιάσουν
    και πιο μέσα πιο πέρα πιο βαθιά
    να κουρνιάσουν κατεβαίνουν
    μ’ ανακούφιση τρέχουν

    Σαν ακτίνες φωτός ωσάν βόρειος
    άνεμος στις κορφές των ορέων
    Τραγουδώντας σχεδόν ακατάληπτους
    φθόγγους βαρβάρων που αλώσανε
    ξένη πατρίδα

    Κατεβαίνουν και το σώμα
    κλαδώνουν να βλασταίνει, μπουμπούκια
    να βγάζει λουλουδάκια αμάραντα τους ανθούς
    μη μου άπτου ν’ ανοίγει

    και μετά τους καρπούς του μαραίνοντας
    Σαν τους σβόλους ν’ αφήνει
    σε γωνίτσες μισή συλλαβή
    άλλη ρίζα να πιάσει
    προχωρούν
    Προχωρούν
    κι από μέσα τυλίγουν τον κόσμο

    Κόμπο κόμπο τον δένουν
    Την ψυχή κόμπο κόμπο του ανθρώπου.
    Τον θυμό του κυρίεψαν και τον νου

    Αφανώς τις ζωές κυβερνούν.

    ΜΑΡΙΑ ΚΥΡΤΣΑΚΗ , Λιγοστό και να χάνεται, 2002, Στη μέση της ασφάλτου

  7. -Πάμπλο Νερούντα, «Η βασίλισσα»

    Σε ονόμασα βασίλισσα.
    Υπάρχουν πιο ψηλές από σένα, πιο ψηλές.
    Υπάρχουν πιο αγνές από σένα, πιο αγνές.
    Υπάρχουν πιο ωραίες από σένα, υπάρχουν ωραιότερες.
    Όμως εσύ είσαι η βασίλισα.

    Όταν περπατάς στους δρόμους
    κανένας δε σε γνωρίζει.
    Κανείς δε βλέπει το κρυστάλλινο στέμμα σου,
    κανένας δεν κοιτά
    το χαλί από κόκκινο χρυσάφι
    που πατάς όπου περνάς,
    το χαλί που δεν υπάρχει.

    Κι όταν φανείς
    αντηχούν όλα τα ποτάμια
    στο κορμί μου, σείουν
    τον ουρανό οι καμπάνες,
    κι ένας ύμνος γεμίζει τον κόσμο.

    (Από το βιβλίο Ερωτικά ποιήματα του Πάμπλο Νερούντα)

  8. 32. ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ ΟΝΟΜΑΤΑ

    Είναι γυναίκες οι ψυχές, ανοίγουν
    Η μια στην άλλη, αναζητούν.
    Γυναίκα είναι η γη, πάσχει να είναι ωραία,
    Ν’ απαστράπτει σαν σε καθρέφτη.

    Γυναίκα είναι η θάλασσα κι η πόρτα,
    Δέχεται και κλει, γυναίκα ο τάφος,
    Μας σκεπάζει, γυναίκα είναι η νύχτα
    Και σκοτεινιάζει, βαραίνει τα κόκαλα.

    Γυναίκα η βρύση κι η πλατιά βροχή,
    Η στέρηση, η ανάμνηση κι η προσευχή,
    Η στάμνα, το σκαμνί, το καράβι,
    Το δέντρο, το πουλί τ’ αηδόνι, και το ψάρι.

    Γιώργος Θέμελης, Φωτοσκιάσεις (1961) [Ενότητα Έρωτος εγκώμια]

    ***

    33. ΑΝΩΝΥΜΟΣ

    Μπορείς να με ονομάσεις όπως θέλεις
    σύννεφο, κύμα, ουτοπία
    κι ακόμα,
    αρνητή, επαναστάτη, διαφθορέα
    μα γω κοιτάζω στο βάθος της ύπαρξής σου
    εκεί που η καρδιά σου είναι
    ακαθόριστο σχήμα και χρώμα
    και ξέρω πως άλλο δεν έχω,
    παρά το όνομα του κόσμου που θα ‘ρθει.

    Βασίλης Φαϊτάς, Υστερόγραφα για το αύριο (2010)

    ***

    34. Τ’ ΟΝΟΜΑ ΜΑΣ ΗΤΑΝ ΕΝΟΧΗ

    Συγχώρησέ με, Θεέ μου, που δεν κατόρθωσα
    να δω τον κόσμο αυτό τον επίγειο σαν ένα πανηγύρι
    και να τον διασκεδάσω σαν ένας πανηγυριώτης.

    Πώς θα γινόμουν, Θεέ μου, ένας πανηγυριώτης, αφού γιορτάζαμε
    το έτος του παιδιού κι ύστερα πηγαίναμε και βάζαμε το μεσονύχτι
    δυναμίτιδα στις κατοικίες των προσφύγων και τους ξεθεμελιώναμε
    μαζί με τις γυναίκες τους και τα παιδιά του;

    Πώς να καυχιόμουν, Θεέ μου, πως όλος ο κόσμος ήταν ένα πανηγύρι,
    αφού πορευόμασταν στα βαρβαρικά μας μεσονύχτια και σκοτώναμε
    πάνω στον ύπνο τους, γέροντες, γυναίκες και παιδιά μικρά, αγόρια και κορίτσια

    και ύστερα για να εξαφανίζουμε από ενδεχόμενους υποκριτικούς παρατηρητές
    το σκοτωμένο ψυχομέτρι περνούσαμε πάνω τους
    με τις ματωμένες εκείνες μπουλντόζες μας και μεταμορφώναμε
    το έγκλημά μας σ’ ένα κόκκινο πολτό, σ’ ένα πολτό
    τ’ αθώα παιδιά και τα κορίτσια μας σ’ ένα κόκκινο πολτό;

    Σαράντος Παυλέας, Τ’ όνομά μας ήταν ενοχή (1983)

    ***

    35. «Έτσι καλούμε ο ένας τον άλλο, αλλά δεν καλείται έτσι το Όνομα. Κουρελήδες στέκουμε, ικετεύουμε δάκρυα που να λιώνουν τα αμετακίνητα ορόσημα του μίσους.

    Όμορφη που είναι η κληρονομιά μας, να μπορούμε να μιλάμε έτσι με την αιωνιότητα, γενναιόδωρη πόσο η μοναξιά αυτή, όπως την περιβάλλει, την πληροί και την εξουσιάζει το Όνομα, που από μέσα του όλα ορθώνονται δοξασμένα, εξαρτημένα το ένα από το άλλο».

    Λέοναρντ Κοέν, Το βιβλίο του ελέους, μετ.: Διονύσης Μαρσέλλος
    εκδ. Περισπωμένη, σελ. 96

    ***

    36. ΔΙΧΩΣ ONOMA

    Η ομορφιά σου
    απλώνεται
    καθώς μιλάς
    καθώς κινείσαι
    ζεις και αναπνέεις

    παλιές φωτογραφίες ρέπλικες
    με ένα σπίτι λευκό
    το τσιμέντο να καίει
    καλοκαίρι
    δυο ψάθινα καθίσματα στο πλάι
    μεσημέρι

    ένα καράβι φεύγει
    χάνεται
    μαζί του διασχίζω
    μια μουδιασμένη πόλη
    αναζητώντας
    – ίσως ακολουθώντας –
    τα άτυπα
    αόρατα
    ίχνη σου

    αυτός ο συνδυασμός
    πραγματικότητας και φαντασίας
    ισορροπεί
    υπερβαίνει
    την ασχήμια των ημερών.

    ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΟΥΝΤΖΑΚΗΣ, Εκάτη 2015

    ***

    37. ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΘΥΜΟΜΟΥΝ ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ

    Ποτέ δεν θυμόμουν τα ονόματα των κολεοπτέρων,
    των ηφαιστείων, των κυκλώνων.
    Τώρα τελευταία ξεχνώ και τα ονόματα κάποιων γυναικών,
    πολλών βιβλίων, ορισμένων επιστημών.
    Σε λίγο θα ξεμείνω μόνο με τις σωστές λέξεις,
    μ’ εκείνες που θα ’ναι αδύνατον να ονομάσουν
    την τραγωδία ή τα όνειρα,
    κι ενώ η πραγματικότητα
    θ’ αποκτά συνέχεια γλώσσες
    ολοένα και πιο άχρηστες.

    CÉSAR CANTONI , Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

    ***

    38. ΟΝΟΜΑΤΑ

    Η φυλή μου άρχισε όπως άρχισ’ η θάλασσα,
    χωρίς ονόματα και χωρίς ορίζοντα,
    με χαλίκια κάτω απ’ τη γλώσσα μου,
    καρφώνοντας αλλιώς με τα μάτια τ’ αστέρια.
    Αλλά τώρα η φυλή μου είν’ εδώ,
    στο λυπημένο λάδι των λεβάντινων ματιών,
    στις σημαίες των ινδιάνικων αγρών.

    Άρχισα χωρίς μνήμη,
    άρχισα χωρίς μέλλον,
    αλλ’ αναζητούσα τη στιγμή
    όταν ο νους διχάστηκε απ’ έναν ορίζοντα.
    Δεν βρήκα ποτέ κείνη τη στιγμή
    όταν ο νους διχάστηκε απ’ έναν ορίζοντα˙
    για τον χρυσοχόο απ’ το Μπενάρες,
    τον λιθοτόμο απ’ την Καντόνα,
    όπως η πετονιά βουλιάζει, ο ορίζοντας
    βουλιάζει μες στη μνήμη.

    Μήπως λειώσαμε μες στον καθρέφτη
    αφήνοντας πίσω τις ψυχές μας;
    Τον χρυσοχόο απ’ το Μπενάρες,
    τον λιθοτόμο απ’ την Καντόνα,
    τον χαλκεργάτη απ’ το Μπενίν.

    Ένας θαλασσαετός στριγκλίζει από το βράχο
    κι η φυλή μου άρχισε σαν τον ψαραετό
    μ’ εκείνη την κραυγή,
    εκείνο το τρομερό δισύλλαβο,
    εκείνο το Εγώ!

    Πίσω μας ο ουρανός όλος διπλώθηκε στα δυο,
    όπως η ιστορία διπλώνεται πάνω απ’ την πετονιά,
    και ο αφρός όλα μάς τ’ άρπαξε
    με τίποτα στα χέρια μείναμε,
    μόνο μ’ αυτό το κομμάτι ξύλο
    για να χαράξουμε τα ονόματά μας πάνω στην άμμο,
    που η θάλασσα έσβησε ξανά, πάνω στην αδιαφορία μας.

    DEREK WALKOTT -Ποίημα από τη δίγλωσση (αγγλικά-ελληνικά) ανθολογία «Ποιήματα», μτφρ.: Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ & Στέφανος Παπαδόπουλος, Καστανιώτη, 2006

    ***

    39. Η ΠΕΡΙΠΛΑΝΩΜΕΝΗ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΑΡΜΟΖΕΙ

    Έχω τόσα αισθήματα
    Που συχνά πείθω τον εαυτό μου
    Ότι είμαι αισθηματίας,
    Αλλά αναγνωρίζω, μετρώντας τον
    Ότι όλο αυτό είναι σκέψη
    Πού εγώ δεν ένιωσα τελικά.

    Έχουμε, όσοι ζούμε,
    Μια ζωή πού είναι ζωντανή
    Και μιαν άλλη πού σκεπτόμαστε,
    Και η μόνη οπού ζούμε
    Είναι εκείνη που είναι μοιρασμένη
    Ανάμεσα στη βέβαιη και την περιπλανώμενη.

    Στην οποία περισσότερο από πραγματική
    Η περιπλανώμενη το όνομα αρμόζει
    Κανείς δε θα το ξέρει να το εξηγήσει,
    Και ζούμε κατά τρόπο
    Που η ζωή που κάποιος έχει
    Είναι εκείνη που έχει να σκέπτεται.

    FERNANDO PESSOA: ΤΟ ΜΠΕΡΔΕΜΕΝΟ ΚΟΥΒΑΡΙ – ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ, μτφρ. ΣΟΥΛΙΩΤΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ

  9. -Οδυσσέας Ελύτης, [Τα ονόματα της Παναγίας]

    «Λίγο για μια στιγμή να παίξεις πάνω στην κιθάρα σου
    Ε, ε, Χρυσομαλλούσα/ ε, ε, Χρυσοσκαλίτισσα

    Να ξεπετιέται πάλι το βουνό με τ’ άσπρο σπίτι στην πλαγιά
    τ’ άλογο με τα δύο φτερά/ και η άγρια φράουλα της θάλασσας

    Λάμπουσα και Κανάλα μου και Παραπόρτιανή μου
    θα δεις την πράσινη ψαρόβαρκα σκαμπανεβάζοντας να χάνεται
    μέσα στ’ αραποσίτια
    τον Μήτσο με τιε τρίχες και με τ’ αλυσιδάκι στο λαιμό

    Ε, Παναγιά Τα Μάγκανα/ ε, Παναγιά Τόσο Νερό

    Να βλαστημάει και ν’ ανεβάζει ανίδεος μες στα δίχτυα του
    τέσσερα – πέντε αρχαία ελληνικά
    το τέλλεσθε και το νηυσί, το μέλεα και το κρίναι σα

    Καρυστιανή κι Ακλειδιανή/ Δαφνιώτισσα κι Αργιώτισσα

    Που μια στιγμή τα παίζεις πάνω στην κιθάρα σου
    κι απ’ τ’ αναμμένο πέλαγο αντικρύ σου ακούς

    Έι, Κρουσταλλένια, έι Δροσιανή/ έι Παναγιά του Νίκους

    Να σχίζεται στα δύο τ’ ουρανού το καταπέτασμα
    κι ένας παμπάλαιος έφηβος απαράλλαχτος εσύ
    να κατεβαίνει- κοίτα:
    Στα κύματα μ’ ένα καμάκι ορθός και στους αφρούς να πλέει

    Σπηλιώτισσα και Μερσινιά και Θαλασσίστρα μου έι!»
    (Ο. Ελύτης, Ο μικρός ναυτίλος)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: