Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (192ο): «Γλώσσα»

 

1. ΤΗΝ ΓΛΩΣΣΑΝ ΜΟΥ ΕΔΩΣΑΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ

Την γλώσσα μου έδωσαν ελληνική
το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Ομήρου.


Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου στις αμμουδιές του Ομήρου.
Εκεί σπάροι και πέρκες
ανεμόδαρτα ρήματα
ρεύματα πράσινα μες τα γαλάζια
όσα είδα στα σπλάχνα μου ν’ ανάβουνε
σφουγγάρια, μέδουσες
με τα πρώτα λόγια των Σειρήνων
όστρακα ρόδινα με τα πρώτα μαύρα ρίγη.


Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου με τα πρώτα μαύρα ρίγη.
Εκεί ρόδια, κυδώνια
θεοί μελαχρινοί, θείοι κι εξάδελφοι
το λάδι αδειάζοντας μες στα πελώρια κιούπια
και πνοές από τη ρεματιά ευωδιάζοντας
λυγαριά και σχίνο
σπάρτο και πιπερόριζα
με τα πρώτα πιπίσματα των σπίνων,
ψαλμωδίες γλυκές με τα πρώτα-πρώτα Δόξα Σοι.


Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου με τα πρώτα -πρώτα Δόξα Σοι!
Εκεί δάφνες και βάγια
θυμιατό και λιβάνισμα
τις πάλες ευλογώντας και τα καρυοφύλλια.
Στο χώμα το στρωμένο με τ’ αμπελομάντιλα
κνίσες, τσουγκρίσματα
και Χριστός Ανέστη
με τα πρώτα σμπάρα των Ελλήνων.
Αγάπες μυστικές με τα πρώτα λόγια του Ύμνου.


Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα λόγια του Ύμνου.

 

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

 

 

***

 

  1. ΔΙΧΩΣ ΓΛΩΣΣΑΠερπατώ ανάμεσα σε ανθρώπους που περπατούν μιλώντας
    γλώσσες που δεν καταλαβαίνω
    σε δρόμους που δεν ξέρω πού με πάνε.

    Στους τοίχους φράσεις που δεν ξέρω τι λένε,
    τι φωνάζουν σιωπηλές.

    Μια γυναίκα πλησιάζει
    και με ρωτάει κάτι που δεν καταλαβαίνω,
    με ξαναρωτά, και πάλι δεν την καταλαβαίνω.

    Φαίνεται όνειρο μα είμαι ξυπνητός.

    Κι έτσι, μέρες τώρα θα μπορούσα να πω χρόνια,
    συνήθισα σιγά σιγά να μην καταλαβαίνω.

    Τη συμπάθησα τούτη την άγνοια,
    την έλλειψη που είμαι, την πραϋντική
    χαρά να μην μπορώ να επικοινωνήσω.

    Θυμάμαι ότι ο Κανέττι ονειρευόταν έναν άνθρωπο
    που δεν μιλούσε καμιά από τις γλώσσες του κόσμου.

    Juan Vicente Piqueras, Αθήνα, μετ: Κώστας Βραχνός, Γαβριηλίδης, 2014

 

 

***

 

  1. ΣΤΗΝ ΞΕΝΙΤΙΑ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ

Τυχαία ώρα. Τυχαία πλατεία. Τυχαία Ελλάδα.
Πάντως Κυριακή,
τότε που δέεσαι το χρόνο να ειρηνέψει.
Στα παγκάκια, μισοί να κάθονται, μισοί ανεβασμένοι.
Αλβανοί.
Τώρα μιλάνε δυνατά
και ξαναβρίσκουν όσα έκρυψε
φοβισμένος ο καιρός της σιωπής.
Ξενιτεμένοι μες στη γλώσσα τους.

 

Οι εδραίοι δεν της αποδίδουν σημασία,
καν δεν τη διακρίνουν
Γι αυτό κι ελευθερώνει ερμητικό τον ήχο της.
Στο θάλαμο τηλεφωνούν. Φιλιππινέζοι. Μάλλον.
Διπλά ξενιτεμένοι αυτοί
της γλώσσας και του δέρματος
δεσμεύουν τη φωνή τους
αθόρυβοι διασχίζουν το ακίνητο βλέμμα μας.

 

Συλλέκτης μάταιος επεισοδίων
παίρνεις να γράφεις σιωπηρά,
δίχως χαρτί ή μολύβι,
λες ξαναλές τις φράσεις μη χαθούν,
έχει ραγίσει ο ρυθμός,
κομπιάζει η μνήμη.

Εκείνο το βαρύ το αγενεολόγητο: «Πατρίδα του ποιητή η γλώσσα του»
σου τρώει το νου τον φαρμακώνει.
Μα ποια πατρίδα.
Λέξεις και λέξεις και πάλι λέξεις.
Ιθαγενής του κενού,
μετράς, διπλή- τριπλή η ξενιτιά της γλώσσας
όταν γράφεται.

 

Να μένεις έξω μακριά απ’ ό,τι πόθησες
ό,τι σχεδίασες πριν το αναθέσεις στα ρημάτια.
Να μένεις έξω μακριά
απ’ όσους δεν νοούν τη γλώσσα σου
σε άλλον ήλιο γεννημένοι.
Έξω μακριά κι απ’ ους ομόγλωσσους
που διασχίζουν την παλιλλαλία σου αδιάφοροι.

 

Μια ξενιτιά η πατρίδα σου.
Σαν έρωτα που τον ζητάς
μόνον για να τον χάσεις.


(Π. Μπουκάλας, Ρήματα, Άγρα)

 

 

***

 

  1. ΟΙ ΕΚΑΤΟ ΓΛΩΣΣΕΣ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝΤο παιδί αποτελείται από εκατό.
    Το παιδί έχει:
    εκατό γλώσσες,
    εκατό χέρια,
    εκατό σκέψεις,
    εκατό τρόπους σκέψης
    παιχνιδιού και ομιλίας.

    
Εκατό πάντα εκατό
τρόπους να  ακούει και να αγαπά.
Εκατό χαρές
να τραγουδά και να καταναλαβαίνει.
Εκατό κόσμους
να ανακαλύψει.
Εκατό κόσμους
να εφεύρει.
Εκατό κόσμους
να ονειρευτεί.
Το παιδί έχει
εκατό γλώσσες
(και εκατό εκατό εκατό περισσότερες…)
Αλλά κλέβουν τις ενενήντα εννέα…
το σχολείο και ο πολιτισμός!

Διαχωρίζουν το κεφάλι από το σώμα.
Λένε στο παιδί:
να σκεφτεί χωρίς χέρια,
να το κάνει χωρίς κεφάλι,
να ακούει και να μην μιλάει,
να μαθαίνει χωρίς χαρά.
Να αγαπά και να θαυμάζει
μόνο το Πάσχα και τα Χριστούγεννα

   
Λένε στο παιδί:
να ανακαλύψει τον κόσμο που ήδη υπάρχει.
Και από τις εκατό
κλέβουν τις ενενήντα εννέα.
Λένε στο παιδί:
Αυτό είναι το έργο και το παιχνίδι,
η πραγματικότητα και η φαντασίωση,
η επιστήμη και η φαντασία,
ο ουρανός και η γη,
η λογική και το όνειρο
είναι πράγματα
που δεν πάνε μαζί.


Και έτσι, λένε στο παιδί
ότι οι εκατό δεν υπάρχουν
Και το παιδί λέει:

«ΑΠΟΚΛΕΙΕΤΑΙ. Οι εκατό υπάρχουν!!!!»

Loris Malaguzzi

 

 

 

Νατάσσα Μποφίλιου – Βαβέλ


  1. λληνικ γλώσσα ταν κάποτε φύγω π τοτο τ φς
    θ
    λιχθ πρς τ πάνω πως να
    ρυακάκι πο
    μουρμουρίζει.


Κι
ν τυχν κάπου νάμεσα
στο
ς γαλάζιους διαδρόμους
συναντήσω
γγέλους, θ τος
μιλήσω
λληνικά, πειδ
δ
ν ξέρουνε γλσσες. Μιλνε
μεταξ
τους μ μουσική.

 

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

 

 

***

 

  1. Η ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΤΟ ΠΡΟΣΚΛΗΤΗΡΙΟΚαι μέσα στο τίποτα, υπάρχει μια γλώσσα,
    Περισσεύει το φως και μέσα στο τίποτα
    και ρέει προς τα έξω. Περνά στην καρδιά μου,
    φλεβίζει στο χέρι μου, ζητά να το ειπώ,
    να το γράψω,
    Αλλά πώς:

Δε βρίσκω τις λέξεις γιατ’ είν’ απ’ του κόσμου
τον πλούτο πιο λίγες. Πιο λίγες απ’ τα
γεγονότα της άνοιξης. Προσπαθώ, συμμετέχω,
επιμένοντας μ’ όλα τα δάκρυα μου, μ’ όλους
των φλεβών μου τους χτύπους. Προσπαθώ ν’ αποχτήσω
μια επαφή με το φως, μ’ αυτές τις αμέτρητες
λέξεις που λάμπουν, μια επαφή με τη γλώσσα
που θάγραφα ένα προσκλητήριο, σαν την ανατολή του ηλίου:

Με στίχους αχτίνες.
Με στίχους σπαθιά. Με στίχους αγάπη

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

 

***

 

  1. ΠΟΛΛΕΣ ΦΟΡΕΣ

 

Πολλές φορές μου έτυχε ν’ ανακαλύψω,

περιδιαβάζοντας τον κόσμο, πως μου λείπουνε λέξεις. Έτυχε

να ιδώ

τοπία ωραία ή πρόσωπα. Έτυχε απ’ την άλλη

να ιδώ αγωνίες, τραύματα, φόβους, αλλά δεν μπόρεσα.

Δεν είχα τ’ απαιτούμενα να τ’ αναπαραστήσω.

Υπήρχαν πράγματα χωρίς λέξεις. Έτσι κατάλαβα

πως είναι η γλώσσα μου γυμνή. Πως στέκομαι όπως ένας

ψευδός μπρός σε μια θάλασσα ανέκφραστη που βουίζει,

βουίζει,

βουίζει,

βουίζει,

ατελεύτητη.

 

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

 

 

Γιώργος Νταλάρας – Μια γλώσσα μια πατρίδα

 

8.ΜΙΑ ΓΛΩΣΣΑ ΜΙΑ ΠΑΤΡΙΔΑ


Μια χούφτα είν’ ο άνθρωπος
από στυφό προζύμι
γεννιέται σαν αρχάγγελος

πεθαίνει σαν αγρίμι.

 

Του μένει μόνο στη ζωή
μια γλώσσα μια πατρίδα
η πρώτη του παρηγοριά
και η στερνή του ελπίδα.

 

Όλο το βιός κι η προίκα του
ένας καημός στα στήθια
κι ο τόπος που τον γέννησε
η δυνατή του αλήθεια.

 

Για ιδέστε κείνο το παιδί
με τα γερά τα χέρια
πώς οδηγεί τ’ αδέρφια του
ν’ ανέβουν ως τ’ αστέρια.

 

Κι απ’ τα βουνά της Ρούμελης
και τα νησιά του νότου
ένας πανάρχαιος παππούς
κοιτάει τον εγγονό του.

 

ΝΙΚΟΣ  ΓΚΑΤΣΟΣ

 

 

***

 

 

  1. Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΟΥ ΑΔΑΜ

 

Άνοιξε το κλουβί –το ποίημα

να ιδείς που οι λέξεις μένουν με ριζώματα
και αρμούς και ιδίως με εντελέχεια που τις ωθεί
κι όπως χύνονται από μέσα τους γλυκά νερά της γέννας
με τον πλακούντα να παραμερίζει μ’ άλλα τρύπια νέφη

 

γύρισε αθέατα το διακόπτη της Εκάτης
——————————–να αναδυθεί

το ποίημα φεγγαροπρόσωπο
και κάτω ο νερονόμος ποιητής ανάμεσα σε πουλολόγους

 

ή ο ποταμός Νείλος που με το φύσημα των νερών του
χάνουν οι αγρότες τους όχτους

γιατί η γεωμετρία του ποιήματος
έχει από μέσα της όρια
και με πέντε λέξεις και δυο ιχθείς του δάσους του
χορταίνουν οι ακτήμονες

 

Μόνο μην κλείνεις το κλουβί· ακούμπησε
τις χυμένες αισθήσεις σου στο άνοιγμα
κι άκουσε τι συμβαίνει στο στάβλο του το χάραμα
που η φύση ορίζεται από το φύλο της πρωτόγονα

κι η γλώσσα είναι του Αδάμ

 

ΘΑΝΑΣΗΣ  ΤΖΟΥΛΗΣ

 

 

***

 

 

  1. ΕΣΩΖΕ Μ᾿ ΕΝΑ ΒΛΕΜΜΑ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΤΟΥ ΧΡΩΜΑΤΑ

 

Κάθε φορά πού κυρ λέξανδρος γύριζε στό παιθρο

ερισκε καί τά σωζε μ᾿ να βλέμμα τς γλώσσας του

χρώματα δίως ατά πό τή γ πού τά λεγαν δίφορα

κι πως τά γγιζε γίνονταν παραχρμα ονωπό

τό πρόσωπό του

πό αδώ πού ταν τά χρώματα σκεπ

 

πως καί γύρη τους πού πεφτε στά μέλη του

καί δίως στήν πολύτεκνη γραφή του

(Καί γάμον βρου το ποταμο)

 

ΘΑΝΑΣΗΣ  ΤΖΟΥΛΗΣ

 

 

***

 

 

  1. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΒΡΩ ΜΙΑ ΓΛΩΣΣΑΠρέπει να βρω μια γλώσσα
    Που να ενώνει τα σύννεφα
    Να χωρίζει τη θάλασσα
    Να οξύνει τον πόνο
    Για να μπορώ να σε κοιτάζω
    Σκύβοντας και ρωτώντας
    Ρουφώντας και παίζοντας
    Περπατώντας στα τέσσερα.

    Πρέπει να βρω μια γλώσσα
    Που να ταιριάζει στις φωνές
    Όταν θα δύουν οι αισθήσεις
    Και θα ξυπνά το αίσθημα
    Όταν θα βάζω το νύχι
    Στις πληγές, το ακάνθινο στεφάνι
    Στα μαλλιά μου.

    Πρέπει να βρω μια γλώσσα πυρετού
    Που να γεμίζει πύον
    Θα γίνεται μπλε το πρωινό
    Και τρυφερό το βράδυ.
    Πρέπει να βρω μια γλώσσα
    Που θα ‘χει την πίκρα
    Του πιο γλυκού φιλιού
    Την αλαφράδα του πουλιού
    Και το στυφό της γνώσης.

    Πρέπει να βρω μια γλώσσα
    Για να σου μιλήσω.

 

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ  ΙΣΑΡΗΣ,   Θα επιστρέψω φωτεινός (Ποιήματα 1993-1999) (2000)

 

 

***

 

  1. ΑΦΩΝΗ ΓΛΩΣΣΑΑπό μακρυά μόνο μιλούμε.
    Με τη φωνή μιλούμε, με τον αντίλαλο,
    Μ’ όλα τα όργανα της Απουσίας:

    Με Τηλεβόες,
    Κλήσεις,
    Με τηλέφωνα.

    Όταν βρεθούμε δοσμένοι
    ο ένας στον άλλο,
    Βυθισμένοι
    Στο κλίμα της Παρουσίας,
    Πρόσωπο μέσα στο πρόσωπο,
    Τότε,
    Δε μιλούμε,
    Δεν μπορούμε να μιλήσουμε.
    Τότε
    Μιλούμε αλλιώς.
    Μιλούμε την άλλη
    Γλώσσα την ανεκλάλητη.

    Την άφωνη γλώσσα της σιωπής.

    ΓΙΩΡΓΟΣ  ΘΕΜΕΛΗΣ, Το Δίχτυ των ψυχών (1965)

 

***

 

  1. Η ΓΛΩΣΣΑ Η ΑΜΙΛΗΤΗΔεν γίνεται ο άνθρωπος χωρίς πατρίδα∙
    σαν ψάρι έξω από τα νερά του
    και σαν να βγήκε απ’ ό,τι τον προστάτευε
    – την γλώσσα του.
    Χτίζει τους κήπους τις αυλές
    όχι το σπίτι
    Κι η μοναξιά – δεν φτάνει δεν αρκεί
    να φτιάξει μιας πατρίδας γη.

    Η μοναξιά τον κατοικεί τον έρωτα, μη
    την τρομάζεις, χαμογέλασες,
    και εφευρίσκει γλώσσα αμίλητη
    και γλώσσα τιμημένη.
    Τη σέβονται όλοι και υποκλίνονται
    και προσπερνούν
    Να μη θυμούνται
    τον έρωτα που κάποτε
    τους άνοιξε πανιά
    – κι αυτήν την μόνη και μοναδική
    γλώσσα για να μιλήσουν

    Που ελησμόνησαν.

    Εσύ κι εγώ είμαστε ασφαλείς και
    μη φοβάσαι – σαν μοναξιά
    κατοίκησέ με μη φοβηθείς.


Και άσε με
τις πόρτες σου ν’ ανοίξω
τα παράθυρα, σαν φως και φυλλαράκι
ίσκιος να εισχωρήσω κι εκεί σε τοίχους
και πατώματα και σε περβάζια παραθύρων
δες, να, εκεί αφήνεται ριζώνει κλαδάκια
βγάζει και καρπούς μυρωδικούς
η αντανάκλαση τού έρωτα κι αντιφεγγίσματα
σωμάτων που επάλεψαν κουράστηκαν τον πόλεμο
και ενοστάλγησαν την μυρωδιά βασιλικού και
μόσχου. Μη φοβηθείς.

Σ’ αυτήν την μαύρη χώρα του φωτός
σαν γη και πώς απλώνεται η όψη σου και συνεχώς
θυμάται και πάντα νοσταλγεί
το φως
το φως
το άλλο φως
Του έρωτα.

Εσύ
ποιαν άλλη χώρα να ζητήσεις
Εγώ
ποιαν άλλη γη.

ΜΑΡΙΑ ΚΥΡΤΣΑΚΗ, Μαύρη Θάλασσα (2000)

 

 

***

 

  1. ΓΛΩΣΣΑ

 

(Στον Σίντι Μοχάμεντ Λάκχνταρ-Μπάρκα, Αλγερία)

 

Η μάνα σου και η δική μου,

Χιλιάδες μίλια μακριά η μια από την άλλη,

Δεν έμαθαν ποτέ τους ούτε λέξη

Από τούτης της γης την ιστορία.

 

Κι όμως, εδώ, κι οι δυο μας

Δεν έχουμε παρά τούτης της γης τη γλώσσα

Για τις νεράιδες και για τους δαίμονες να πούμε

Που κατοικούν στις ιστορίες

Της μάνας σου και της δικής μου.

 

Muhammad Hesham, Μετάφραση: Νικολέττα Σίμωνος

 

***

 

  1. ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΩΝ ΦΤΟΝΕΡΩΝ ΓΛΩΣΣΩΝΣ’ αρσενικό, σε νίτρο, στη φωτιά
    Τ’ ασβέστη, σε μολύβι αναβρασμένο
    –Για να ξεμαγαρίσουν πιο καλά–,
    Σε πισσάλειμμα καλοδιαλυμένο,
    Σε ζουμί απ’ Οβριάς κάτουρα φτιασμένο
    Και σκατά. Σ’ αποπλύματα λεπρών,
    Σε λίγδες ποδαριών και παπουτσιών,
    Σ’ αψιά φαρμάκια ή μέσα σε καμπόσες
    Χολές φιδιώνε, λύκων, τσακαλιών,
    Τούτες οι φτονερές ας βράσουν γλώσσες!

    Σε μαύρου γερογάτου τα μυαλά
    Φαφούτη, με τομάρι ψωριασμένο,
    Σε γέρου μούργου –π’ όμοια έχει καλά–
    Λυσσάρικου, το σάλιο το πηγμένο,
    Σ’ αφρούς από μουλάρι αρρωστημένο
    Που τα’ όργωσαν οι κόψες ψαλιδιών,
    Σε νερά που πνιγμένων ποντικών
    Πλένε κουφάρια, βάτραχοι και τόσες
    Φίνες ράτσες ζουδιών σιχαμερών,
    Τούτες οι φτονερές ας βράσουν γλώσσες!

    Σε σουμπλιμέ που καίει τα σωθικά,
    Και σ’ αφαλό από φίδι μανιασμένο·
    Σ’ αίμα που το ξεραίνουνε σ’ αγγειά
    Οι κουρέηδες –σα βγαίνει γιομισμένο
    Το φεγγάρι– μαυροπρασινισμένο·
    Σε φάουσας έμπυα, σε νερά σγουρνών
    Που πλένουν κωλοπάνια· σε πορνών
    Κλύσματ, –δε με νιώθουν όσοι κι όσες
    Δεν τρέχουν στα μπορντέλα όπως εγώ–
    Τούτες οι φτονερές ας βράσουν γλώσσες!

    Για το σούρωμα αυτών των λιχουδιών
    Πάρ’ τον πάτο των χεσμένωνε βρακιών,
    Πρίγκηπά μου. Πρώτα όμως σε καμπόσες
    Τσίρλες μικρούλικώνε γουρουνιών
    Τούτες οι φτονερές ας βράσουν γλώσσες!

    François Villon, «Οι μπαλάντες κι άλλα ποιήματα», Εισαγωγή, έμμετρη μετάφραση και σχόλια Σπύρος Σκιαδαρέσης, Πλέθρον, Αθήνα 1979 [B΄ έκδοση (A΄ έκδοση, Institut Français d’Athènes, Αθήνα 1947)], σελ. 85-87.

 

 

***

 

  1. Η ΞΕΝΗ ΓΛΩΣΣΑ

 

Μπαίνω στην ξένη γλώσσα σάμπως να μπαίνω σε βασίλειο.

Ανάγλυφο λέξεων

που είναι κοιλάδες, βάλτοι, όρη.

 

Μερικές φορές συμπλέκονται και ακούω μια φωνή.

και ευλαβικές αφοσιώσεις που παραμένουν μυστικές

πλησιάζουν στο τραπέζι μου σαν φρουροί πανύψηλοι.

 

Συζητούν γενναίες, αλλάζουν βλέμματα,

τις ακούω ν’ ανασαίνουν σαν καθεδρικοί ναοί

και περπατώ στα ευρύχωρα κλίτη τους.

 

Τότε ανοίγει μια πόρτα και τη διαβαίνω.

Και πίσω υπάρχει ένα παλάτι με τον τεράστιο κήπο του

και μια καθάρια λίμνη όπου βουτώ και κολυμπάω.

 

RAFAEL FELIPE OTERIÑO, Μετ: Γιώργος Κεντρωτής.

 

 

***

 

  1. ΑΛΛΗ ΓΛΩΣΣΑ

 

«Έλεος»

φώναξε με τα μάτια.

Όμως

ο θύτης μιλούσε άλλη γλώσσα.

 

ΟΥΡΑΝΙΑ  ΚΟΥΝΆΓΙΑ, ΜΕΣΙΣΤΙΕΣ ΗΜΕΡΕΣ  ΑΥΤΟΧΕΙΡΑΣ ΠΟΘΟΣ (2012)

 

 

***

 

  1. ΔΙΚΗ ΜΟΥ ΓΛΩΣΣΑ Ο ΠΟΝΟΣ


γυμνός, απέραντος, ανυπόκριτος
εν αρχή ην ο πόνος
το μέγα της γης μαγνητικό πεδίο
η σφραγίδα των αιώνων

σύντροφοι, αντιλάλησε
ο υπέρτατος ειρηνοποιός
άστρα είναι τα δάκρυα του θεού
πάνω στο ανθρώπινο δράμα

η κραυγή που αναθρώσκει στον σύμπαντα κόσμο

ΤΟΛΗΣ  ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ, Ο πλοηγός του απείρου (1986)

 

 

***

 

 

  1. Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

 

ν Θες εναι γλώσσα, νας πο τόσες λλες φτιαξε

γι ν τς μπερδέψει στερα,

πς θ το ποταθομε κα πς

θ πιστέψουμε τι μίλησε κα τι σαε θ μιλε

ναποκρυπτογράφητα, μολονότι τοτο

π τ τίποτα καλύτερο εναι. Σίγουρα

κάτι καλύτερο π τ τίποτα εμαστε κι μες

πο χουμε ξεμείνει ν τραυλίζουμε. Κι λίμονο

ν μι μέρα ο φωνς λυθον κυρωθονε. γλώσσα,

ετε εναι ετε δν εναι τίποτα,

εναι πανούργα, εναι πολύτροπη.

 

EUGENIO MONTALE, Μετ: Γιργος Κεντρωτής.

 

 

***

 

  1. Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

 

Τα πλάσματα που βρίσκονται εκείθεν

του κεραυνού έχουν πει πως ο Θεός

    είναι αγάπη.

 

Γι’ αυτό κ’ οι στεναγμοί της ευφροσύνης μας,

το παραλήρημα, τα βογγητά μας, οι ανάσες μας,

είν’ όλα η γλώσσα της αγάπης

είν’ όλα αυτά η γλώσσα του Θεού.

 

    Οι άνθρωποι

όταν ακούν τη γλώσσα του Θεού οι άνθρωποι

δεν την αναγνωρίζουν και γι’ αυτό

λένε: «Θεός φυλάξοι… τ’ είν’ ετούτο…

ήρθε ο Σατανάς μέσα στα σπίτια μας… δεν ντρέπονται…

και νά ’χουμε παιδιά να τους ακούν…»

 

    Όμως οι άγγελοι

όταν ακούν τη γλώσσα του Θεού οι άγγελοι

ξέρουν κι ανακρατώντας τις φτερούγες τους

πάντα με σεβασμό παραμερίζουν.

 

ΓΙΑΝΝΗΣ  ΥΦΑΝΤήΣ, «Οι μεταμορφώσεις του μηδενός», Εκδόσεις Άγκυρα, 2006

 

*Η ανάρτηση είναι της φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής!

Advertisements

Single Post Navigation

6 thoughts on “Πες το με ποίηση (192ο): «Γλώσσα»

  1. Ciao, Aggeliki!!!…. Πολύ ωραία η ανάρτησή σου!!!

    – «Μήγαρις ἔχω ἄλλο στὸ νοῦ μου πάρεξ ἐλευθερία καὶ γλῶσσα;»
    (Δ. Σολωμός)

    -«Από το να μιλά κανείς μονάχος, ώς το να μιλά κανείς άλλη γλώσσα, δεν είναι μακρύς ο δρόμος.»
    (Γ. Σεφέρης, «Εισαγωγή στον Θ.Σ. Έλιοτ», Δοκιμές, Α΄. Ίκαρος)

    -Αλέξανδρος Ίσαρης, Πρέπει να βρω μια γλώσσα

    Πρέπει να βρω μια γλώσσα
    Που να ενώνει τα σύννεφα
    Να χωρίζει τη θάλασσα
    Να οξύνει τον πόνο
    Για να μπορώ να σε κοιτάζω
    Σκύβοντας και ρωτώντας
    Ρουφώντας και παίζοντας
    Περπατώντας στα τέσσερα.

    Πρέπει να βρω μια γλώσσα
    Που να ταιριάζει στις φωνές
    Όταν θα δύουν οι αισθήσεις
    Και θα ξυπνά το αίσθημα
    Όταν θα βάζω το νύχι
    Στις πληγές, το ακάνθινο στεφάνι
    Στα μαλλιά μου.

    Πρέπει να βρω μια γλώσσα πυρετού
    Που να γεμίζει πύον
    Θα γίνεται μπλε το πρωινό
    Και τρυφερό το βράδυ.
    Πρέπει να βρω μια γλώσσα
    Που θα ’χει την πίκρα
    Του πιο γλυκού φιλιού
    Την αλαφράδα του πουλιού
    Και το στυφό της γνώσης.

    Πρέπει να βρω μια γλώσσα
    Για να σου μιλήσω.»

    (Από τη συλλογή Θα επιστρέψω φωτεινός (Ποιήματα 1993-1999)
    (https://www.translatum.gr/foru /index.php?topic=8474.msg112326#msg112326)

    -Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, «Έξοδος»

    «Στον άγλωσσο τούτο κόσμο
    που ήρθα για βουβές σπουδές
    είναι οι ασκήσεις μου εκκωφαντικές
    ξέρω, δεν ρέει ακόμα
    δεν ρέει φυσικά η σιωπή μου.»

    -Θεοδώρας Σπηλιωτάκη, «ΨΥΧΟΣΩΜΑΤΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ»

    «Πληγές το σώμα του γεμάτο,
    μα στην ψυχή του μία.
    Τα τραύματα μαρτυρούσαν
    έναν πόλεμο που δόθηκε.
    Το άλλο της ψυχής δε μιλούσε.
    Ίδιος σιωπηλός ήρωας
    υπόκειντο σε μαρτύρια
    για να ομολογήσει,
    αλλά τα υπέμενε στωικά.
    Έως θανάτου.
    Έως ότου έγινε όλος μια πληγή,
    ψυχή τε και σώματι.
    Και φωνασκούσε τότε όλος,
    σε μια γλώσσα ακατάληπτη.»

    -Θεοδώρας Σπηλιωτάκη, «ΑΝΤΙΣΤΑΣΙΑΚΗ ΓΛΩΣΣΑ»

    «Δεν άντεχε την πραγματικότητα που την περιέβαλε.
    Να κλείνει τα μάτια ή τα αυτιά με τα χέρια της;
    Πήρε την απόφαση και έκοψε τα χέρια της.
    Τα έκοψε για να βλέπει και να ακούει,
    κυρίως όμως για να μην κόψει κάποτε τη γλώσσα της.
    Υπήρχε ακόμα ελπίδα να αντισταθεί στο αποτρόπαιο.»

    (http://fractalart.gr/psichoswmatiki-antistasiaki-glwssa/)

    -ΝΙΚΟΣ ΦΩΚΑΣ, «Ραδιόφωνο»

    «Χαμήλωσα στο ελάχιστο τον ήχο
    κι οι πρόστυχες φωνές αυτοστιγμεί
    ακούγονται σαν ψίθυρος αγνές·
    σαν ψίθυρος μαζί με τις φωνές
    οι γλωσσικοί βιασμοί κι οι ξενισμοί
    που δεν απαριθμούνται σ’ ένα στίχο.
    Διότι αν πρέπει να ‘χω τέτοια γλώσσα
    με σόου τζάκποτ ζάπινγκ και τι-βι
    την καταργώ καλύτερα εντελώς
    κι ας μείνει μόνο ως ψίθυρος απλός
    μιας πίστης υπενθύμιση ακριβή
    καθώς κοιτώ τα σύννεφα στην Όσσα.»
    (ΝΙΚΟΣ ΦΩΚΑΣ
    Πλανόδιον, τχ. 21, 1994)

    -Ogden Nash, O θρήνος για μια γλώσσα που πεθαίνει

    «Ρίξτε στην αγορά κίβδηλες λέξεις, του νομίσματος υποτιμητές·
    ζούμε στην εποχή τού «στοιχίσου με τους νικητές»,
    στην εποχή που αυτοδικαιώνεται η τσαπατσουλιά
    και η χρήση αναδέχεται το λάθος με μια μονοκοντυλιά.
    Αντίο, αντίο, γλώσσα μου μονάκριβη, μοναδική,
    κάποτε αγγλική, τώρα άθλια παπαγαλική.»
    (https://sarantakos.wordpress.com/2014/11/13/changlang/)

    -Ν. Δήμου, «Ο λάγνος γέροντας και η γλώσσα»

    «Ένα όπλο ερωτικό έχει ο γέροντας,
    την ακούραστη γλώσσα.
    Με αυτή μιλώντας γοητεύει
    με αυτή φιλώντας λατρεύει.
    Όμως τα νεύρα αποσυντονίζονται.
    Η ολίσθηση,
    μέσα στα μαχαίρια των κοπτήρων,
    δεν είναι αστραπιαία ως όφειλε
    κι όλο δαγκώνεται.
    Δεν είναι πια γλώσσα αυτή,
    γεμάτη ουλές, γεμάτη καρούμπαλα
    Συχνά αιμάσσει.
    Πονάει στην κάθε κίνηση.
    Η γλώσσα τον προδίδει.
    Ούτε πια να μιλήσει σωστά.
    Βους επί γλώττη*, όχι – ακανθόχοιρος.»
    * Αρχαία παροιμία γι αυτόν που σιωπά: «Βόδι στην γλώσσα».
    (http://www.ndimou.gr/el/keimena/anthologia/poihmata/gerontion/)

    -Νίκος Λίγγρης, [Αντίο, αντίο, γλώσσα μου]

    «Ρίξτε στην αγορά κίβδηλες λέξεις, του νομίσματος υποτιμητές·
    ζούμε στην εποχή τού «στοιχίσου με τους νικητές»,
    στην εποχή που αυτοδικαιώνεται η τσαπατσουλιά
    και η χρήση αναδέχεται το λάθος με μια μονοκοντυλιά.
    Αντίο, αντίο, γλώσσα μου μονάκριβη, μοναδική,
    κάποτε αγγλική, τώρα άθλια παπαγαλική.»
    (https://sarantakos.wordpress.com/2014/11/13/changlang/)

  2. 21. ΘΕΡΙΝΗ ΚΩΜΩΔΙΑ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ

    σ’ ένα νεκροταφείο
    καίγοντας ο ήλιος μεσημεριάτικα.

    Παπάδες από δω κι από κει ρασοκούρελα
    με πετραχήλια κρεμαστά εργαλεία
    ίσως όμως θα ’λεγα φίδια κρεμάμενα πίτα
    με ομπρέλες παμπάλαιες
    άλλος ομπρέλα μοβ άλλος σταχτιά κι ο άλλος
    από χαλασμένο κρόκο.

    Μισογουργούριζαν τρισάγια οι τρισάθλιοι
    σε κάποιονε τάφο αιωρήθηκε αγέρινα σκάλωσε
    ένα πεντακοσάρικο
    σε κάτι πάλλευκους
    γλαδίολους (ήτανε αδέξιος)
    ο συγγενής (τεθλιμμένος)
    αλλά τι πειράζει
    σκύψιμο χάρμα κι ο γέροντας ιερέας
    το χαϊδολόγησε ως την τσέπη.

    Γυναίκες πλέναν μάρμαρα και πλέναν τα τζαμάκια
    σε τεθνεώτων φωτογραφίες.
    ολάκερη η ζωή παρούσα μ’ ανάλαφρα σφουγγάρια
    σε κουβάδες.

    Γυναίκες τρομερά γενετήσιες το κλάμα τους
    παραλίγο να με λυγίσει
    μα ευτυχώς
    δεν έβγαλα ούτε στιγμή τα βαθυγάλανα γυαλιά μου.

    ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ

    ***

    22. ΓΛΩΣΣΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ

    Μάθετε να μιλάτε καλά ελληνικά!
    Στην γλώσσα αυτή δικάζει ο Πανταχού Παρών.
    Ήγγικεν οσονούπω η βασιλεία των ουρανών.

    Κι εκεί, στου φοβερού κριτήριου τον χώρο,
    ίσως δεν βρείτε μεσολαβητή και δικηγόρο,
    αφού η Παναγιά μιλάει μονάχα εβραϊκά,
    κι ο Παύλος τρέχει και δεν φτάνει, άρον-άρον,
    την υπεράσπιση να κάνει πολυπληθών βαρβάρων.
    Για τον καθένα οι Άγγελοι, σε απλή δημοτική
    έγραψαν και κρατούν κιτάπια μ’ έπαινους και ψόγους.
    Δεν είν’ λοιπόν ανάγκη σοφούς να πείτε λόγους.
    Η γλώσσα του παππού και της γιαγιάς αρκεί.

    ΕΛΕΝΗ ΑΡΒΕΛΕΡ, Μέμφομαι τον αιώνα, 2001

    ***

    23. ΒΑΒΕΛ

    Πιο πολύ απ΄ όλα – ξέρεις; –
    εκείνο μου είχε λείψει:

    των δέντρων
    των ανθρώπων
    των πουλιών
    η ίδια γλώσσα.

    Τώρα επιτέλους μου μιλάς.

    ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΝΤΑΣΗ, «όλα τα Μη του κόσμου», Κέδρος, 2015

    ***

    24. Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΓΛΩΣΣΑ

    Δουλειά της νύχτας τα ποιήματα∙ τα βλέπει η μέρα και δεν εννοεί.

    Κόσμος με τ’ άλεκτα σ’ αγαπώ τ’ ανείπωτα δεν υπάρχει τώρα
    λύπη κατεβαίνει από τα δέντρα πίκρας αλαλία και σιωπή
    ο θάνατος μνήμων πάντοτε κι από του τάφου την οπή
    τραγούδια τάχα, νεράκι ευχής, ξανθά σγουρόμαλλα δώρα.

    Μάτια μέσα στ’ αόρατα δάκρυα αίμα αθέατο κι όμως ποτάμι
    σφάζουν ήλιους καθώς στο μαχαίρι τελειώνουν τα πρόβατα
    σκοτάδια μαύρα δηλαδή κι ο σπινθήρας-χλιμίντρισμα δεν απαντά
    στο πρόβλημα, δεν το ραγίζει∙ να σκάσουν γαρίφαλα πρωτοετή και γάμοι

    απελπισμένοι στους αιώνες. Κι εγώ (σαν κάτι να μου κλείνει το στόμα)
    με τους νεκρούς είμαι λοιπόν; Χνούδια, λένε και μικρά πουλιά
    σαλεύουν στον ύπνο – ζεις δεν ζεις όπως τ’ ανοιξιάτικα ζουμπούλια.

    Αν τίποτε δεν ειπώθηκε ακριβώς (αέρας, νερό, φωτιά, χώμα)
    ας πούμε πάλι τάξη την βραδυπορούσα (μήπως) καλία των ημερών –
    Αρματολέ, δυσεύρετε Γρηγόριε Σταυρίδη, απόκοσμος εδώ και παρών!

    ΜΑΡΚΟΣ ΜΕΣΚΟΣ, Χαιρετισμοί (1995)

    ***

    25. ΔΙΚΟΠΗ ΛΑΛΙΑ
    στον Μάρκο Μέσκο

    Η πατρίδα μου γλώσσα δεν έχει·
    λουλούδια άχρωμα, δέντρα άοσμα,
    πέτρες που μουλιάζουν στον καιρό,
    στην υγρασία των αιώνων.

    Μια δίκοπη λαλιά,
    ένας γενναιόδωρος αντικατοπτρισμός
    την πόρτα θ’ άνοιγε στο φως της ιστορίας.
    Η άνοιξη, ανυπόμονη,
    θα ’βαζε στην τράπεζα των συναλλαγών
    και των υποτιμήσεων
    την ανιδιοτελή της ανθοφορία,
    το βλέμμα περιμένοντας
    και το χέρι που θα διέτρεχε τον κυματισμό
    του ενθουσιασμού.

    Η γλώσσα μου πατρίδα δεν έχει·
    με κουπιά λιμνάζει σπασμένα,
    με τα όνειρα δεμένα πλαγιάζει.

    Θοδωρής Σαρηγκιόλης, «Το δέρμα του χρόνου», Γαβριηλίδης, 2012.

    Άρχισε γλώσσα μ’ άρχισε

    26. ΑΠΟ ΓΛΩΣΣΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΟΙ ΑΛΛΟΙ

    Ήθελε χρόνο πολύ να ρίξει ρίζες η μνήμη την αλλαξιά της
    να πιάσουν τόπο τα νερά τα παραλοϊσμένα
    να φέξει καλλίτερος καιρός
    να δούμε τα πραγματικά λαβώματα
    να πλυθούνε οι πληγές
    γιατί στερεωμένο δεν έχει ο κόσμος τίποτε
    μήτε τη χάλκινη κουρτίνα
    μήτε εκείνη στα σύνορα τη σιδερένια.
    Ήθελε χρόνο πολύ να ρίξει η μνήμη αλλαξιά.

    Τα κρυπτικά της τέχνης μονοπάτια φράζουν τις τρύπες,
    ελεούν τις ξηλωμένες τσέπες , χτενίζουν ψέμα ,
    σκορπούν αποχτενίδια του καιρού,
    καήκανε οι γέφυρες μαζί με τη σκούφια του πειρατή.

    Το βίωμα κρατιόνταν κάτω απ τη θεωρία
    που είχε πλαστεί μακριά αλλού
    κι είχαν πιαστεί στα δόκανά της οι ψυχές,
    μανταλωμένα τα κιτάπια κι ο κόσμος έβραζε.
    Όμως τα νήματα που έδεναν τον ένα με τον άλλο
    μπλεγμένα κι αξεδιάλυτα, κουβάρι, δεν έβγαζες άκρη,
    κι αγκίστρι το συναίσθημα στην ψυχή,
    τώρα δεν είναι ώρα κοπής.
    Τώρα η φωνή δεν πάσχει στα σύνορα του δόλου
    Τώρα οι άνεμοι αλέθουν ξαμολυμένοι του Αιόλου

    Προσπαθούμε να φάμε μα δεν μάς έχουν σερβίρει μαχαιροπήρουνα,
    θα πεθάνουμε στην καρέκλα μας λόγω ετικέττας.

    ΕΚΤΟΡΑΣ ΠΑΝΤΑΖΗΣ

    ***

    27. Ο ΣΤΡΑΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΙΝΟΣ ΣΤΗ ΝΕΚΡΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

    […]Ιερουσαλήμ, ακυβέρνητη πολιτεία!

    Άγνωστες γλώσσες της Βαβέλ,
    χωρίς συγγένεια με τη γραμματική
    το συναξάρι μήτε το ψαλτήρι
    που σ’ έμαθαν να συλλαβίζεις το φθινόπωρο
    σαν έδεναν τις ψαροπούλες στα μουράγια·
    άγνωστες γλώσσες κολλημένες
    σαν αποτσίγαρα σβηστά σε χαλασμένα χείλια.

    Ιερουσαλήμ, πολιτεία της προσφυγιάς![…]

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

    ***

    28. ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΣΕ ΞΕΧΑΣΜΕΝΗ ΓΛΩΣΣΑ

    Καλά το ξέρω πως μιλώ
    την άγνωστή σας γλώσσα.
    Συχνά ωστόσο διακόπτω
    και θα μπορούσατε αν το θέλετε
    ν΄ ακούσετε λιγάκι τις σιωπές μου
    – όσο κι αν κρίνετε πως δεν σας αφορούν.

    Τώρα γιατί μιλώ μια γλώσσα σ΄ όλους άγνωστη
    ίσως να φταίει
    που έτσι λατρεύω αυτό το φως
    αυτό το φως που εισβάλλει από παντού
    που με πληγώνει όταν τα μεσημέρια
    γυρεύω μια γωνιά να κρύψω τις σιωπές μου
    να στεγάσω
    τα λιγοστά κατάλοιπα των άστρων
    που κάποτε γεννήσαν τη φωνή μου.

    Έτσι μιλώ μια γλώσσα
    με σήματα πυκνά και με σιωπές
    ασήκωτες΄ ποιος ν΄ ασχολείται
    στις ευκολίας τον καιρό μ΄ αυτά τα αλλόκοτα
    ποιον να αφορούν
    δράματα προφανώς προσωπικά
    καλά, πολύ καλά
    κάνετε που έτσι προσπερνάτε αδιάφοροι.

    ΣΩΤΗΡΗΣ ΣΑΡΑΚΗΣ

    ***

    29. ΚΑΙΡΟΣ ΠΟΛΕΜΟΥ

    Ήταν φορές που δεν ήξερα καν σε ποια γλώσσα να δακρύσω
    έζησα μια ζωή όχι ξένη – μεταφρασμένη,
    η μητρική μου γλώσσα ήταν άλλη,
    η πατρίδα μου άλλη,
    εγώ ο ίδιος ένας άλλος…
    Δεν θα μπορούσα ποτέ να είμαι ποιητής μιας χώρας

    ΜΕΧΜέΤ ΓΙΑΣίΝ «Άγγελοι Εκδικητές» , Βακχικόν.

    ***

    30. ΓΛΩΣΣΙΚΕΣ ΑΣΚΗΣΕΙΣ

    Φεύγουν οι άνθρωποί
    «μας»
    Και μένουμε ορφανές κτητικές αντωνυμίες
    Άκλιτες
    Χωρίς πτώση

    Άλλη μια φορά μετεξεταστέοι
    Στη γραμματική των σωμάτων
    Κανόνες και εξαιρέσεις
    Ακροβατούν στο τετράδιο
    Γλωσσικών ασκήσεων

    Ανακολουθία χρόνων
    Και ασυμφωνία υποκειμένου-αντικειμένου
    Προτάσεις ασύνδετες
    Και λέξεις που δεν συλλαβίζονται
    Πάθη φωνηέντων
    Και σύμφωνα υγρά

    Υποθάλπω στη γλώσσα μου
    Μαθήματα ελληνικών
    Χωρίς δάσκαλο
    Η ορθογραφία πάντα αυστηρή
    Παραμονεύει το επόμενο λάθος
    Κόκκινα σημεία
    Σε σελίδες λευκές

    Κι ένα μολύβι μετέωρο
    Φοβάται να γράψει
    Σκιτσάρει μια βαρκούλα στο χαρτί
    Σαλπάρει σε μια άγνωστη χώρα
    Φορτωμένη ψηφία, γράμματα και ιερογλυφικά

    Μια νέα γραφή να εφεύρει
    Άσπιλη και μυστική
    Να τη μιλάνε μόνο τα μάτια
    Και των παιδιών η εύγλωττη σιωπή

    ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΛάΛΟΥ

    ***

    31. ΕΙΣ ΑΓΡΑΝ ΛΕΞΕΩΝ

    Κυλούν οι λέξεις να τις κρατήσω δεν μπορώ
    όσο πιο πίσω ρίχνω τη ματιά τόσο η γλώσσα μοιάζει ξένη.
    Τι φθόγγους ψέλλιζε εκείνος ο παλαιός στης Κίρκης το παλάτι;
    Κι ο άλλος που του φύτεψε τα λόγια σαν σπαθιά
    να βγάζουν φύτρα να κυλούν σαν γάργαρα νερά
    πού ήταν τότε που έψαχνα γραφή να κρατηθώ;
    […]
    Αύριο πρωί θα σβήσω από τη μνήμη
    ό,τι πονάει απ’ τα παλιά
    και μου στερεί το βήμα το δικό μου.
    Κρατάω μονάχα γλώσσα και γραφή
    […]
    ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ, Λέξεις απόκρημνες

    ***

    32. Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΩΝ ΑΡΙΘΜΩΝ

    Στριμωγμένοι σε εξισώσεις και τετραγωνικές ρίζες
    που μόλις είχαν χαραχτεί με κιμωλία
    στον πίνακα της τρίτης Γυμνασίου
    οι αριθμοί άρχισαν να διαπληκτίζονται.

    Η επιθετική διάθεση του τρία
    απέναντι στο εφτά ήταν εμφανής
    αλλά το πέντε ουδόλως συμφωνούσε
    και το ψιθύρισε στο εννέα.

    Μετά μπήκε στη μέση το δύο
    και είπε τη γνώμη του
    βρίσκοντας ανταπόκριση από το οχτώ.

    Εκείνη τη στιγμή σηκώθηκε το ένα
    που μέσα σ’ απόλυτη ησυχία
    αφού κανείς δεν το αμφισβητούσε
    τονίζοντας μια μια τις συλλαβές
    τους είπε χωρίς να δέχεται αντίλογο:
    καλά τι αμετροέπεια είναι αυτή
    λησμονήσατε ότι όλοι μας
    προερχόμαστε εκ του μηδενός;

    Τότε ακριβώς ήταν που ο μαθηματικός
    είπε στον καλύτερο της τάξης
    καθάρισε παιδί μου τον πίνακα
    τώρα θα συνεχίσουμε με γεωμετρία.

    ΝΙΚΟΣ ΜΟΣΧΟΒΑΚΟΣ

    ***

    33. ΜΙΑ ΓΛΩΣΣΑ ΠΟΥ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΟΥΝ ΟΛΟΙ

    Μελανιές σε πεντάγραμμο.
    Τώρα όταν κάθομαι στο πιάνο
    είναι ανούσιο να γράφω μπαγκατέλες
    για τέσσερα χέρια,
    να μιλώ για τα χείλη σου
    στους μηρούς μου,
    να φαντάζομαι τον χώρο μικρότερο
    και τον πόθο κοντά μου,
    να σε χαρακτηρίζω ενάρετη
    που θα πει δική μου.

    ΑΛΕΞΙΟΣ ΜάΙΝΑΣ, Ο διαμελισμός του Αδάμ

    ***

    34. ΗΛΙΚΙΑ ΣΤΗ ΓΛΩΣΣΑ
    β΄
    Τώρα που μίλησα τη γλώσσα της αρμύρας·
    τώρα που βρήκα πως το άγνωστο μού είναι πια γνωστό
    κι ότι περάσαν από τούτες τις ακτές πριν από μένα
    οι δολοφόνοι, οι λειτουργοί και οι κήνσορες·
    τώρα που έσβησα όλη τη μνήμη,
    όλη τη λογική κι όλα τα πάθη,
    ονομάζω μοναξιά τον πλησίον,
    ονομάζω μοναξιά την αγάπη,
    ονομάζω μοναξιά τον ήχο του νερού.

    γ΄
    Τώρα που γνώρισα τη γλώσσα των ανθρώπων
    και είδα κάθε άνθρωπο να έχει μια γλώσσα χωριστή·
    τώρα που ακούω τη φωνή του ποιητή
    και είναι φωνή ανάμεσα στις άλλες
    και όχι όλες οι άλλες μαζί·
    τώρα που νιώθω την κτίση σαν ερειπίων σιωπή,
    ονομάζω πλάνη τον κόσμο,
    ονομάζω πλάνη τις αισθήσεις,
    ονομάζω πλάνη τη θεϊκή χαρά.

    ΣΤΑΥΡΟΣ ΖΑΦΕΙΡΙΟΥ, Η Άτροπος των Ημερών 1998

    ***

    35. ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΓΛΩΣΣΑΣ

    Να μιλάς όμορφα
    έλεγε η μάνα μου
    Μου μάθαινε να λέω
    Ατέρμονος
    Ευπροσήγορος
    Προσηνής
    Είναι δύσκολες αυτές οι λέξεις;
    Τώρα, δοκίμασε να πεις,
    Αντίο

    ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΑ, Το Υπόλοιπο της Αφαίρεσης, Γκοβόστη, 2015

    ***

    36.ΔΕΝ ΑΡΚΕΙ Η ΓΛΩΣΣΑ

    Όχι δεν αρκεί η γλώσσα
    για να πει τι κουβαλώ μες στο κεφάλι μου
    π.χ. δυο καλάμια για ψάρεμα
    μια οδοντόβουρτσα
    μια κολόνια «yardley»
    μια βεβαίωση απ το Αστυνομικό Τμήμα -του Ηλιακού μας Συστήματος-
    ότι είμαι σταθερός κάτοικος της Γης…
    ένα κρυφό «στο διάολο» που είπα στον πατέρα μου μικρούλης
    το αριστερό μου χέρι κόκκαλο από το κρύο
    κρατώντας το τιμόνι από ένα σαράβαλο ποδήλατο
    στην ωριαία διαδρομή
    πήγαινε-έλα στο γυμνάσιο
    το χτυποκάρδι μήπως και πει εκείνη την πρώτη ώρα
    ο γαμημένος θεολόγος το όνομα σου

    Όχι δεν αρκεί η γλώσσα
    για να πει πως γίνανε τα μεγάλα μαύρα μάτια σου
    κόκκινα από το κλάμα
    αφού ποτέ δεν θα βρισκόμασταν ξανά

    Όχι δεν αρκεί ούτε στην βεβαιότητα
    στο ένα και ένα ίσον δύο
    το ναι και το όχι
    το ίσως και το μπορεί
    το ξέρω και δεν ξέρω

    Δεν αρκεί στην εικόνα
    του διπλωμένου ανθρώπου
    που γονατίζει στο ελέησον με Κύριε
    ή στο βρωμερό καθίκι
    που υπογράφει μια υποθήκη
    στο δυνάστη που γράφει «απορρίπτεται»

    Όχι δεν αρκεί
    για τους μεγάλους έρωτες
    τα μισόκλειστα βλέφαρα
    τα κλειστά από το θάνατο μάτια
    το χαλασμένο μπουζί της καρδιάς σου
    οι μπαταρίες σου μέσα στη θλίψη
    το θερμόμετρο
    η κρέμα σαντιγύ
    ο ζεστός καφές
    το δωμάτιο με θέα
    τα μακαρόνια με θαλασσινά
    η πιστωτική που τέλειωσε

    Ούτε βέβαια αρκεί
    αν επικοινωνείς καλύτερα με τον σκύλο σου
    από ένα μοντέρνο φιλόσοφο
    που εξηγεί τα κόλπα της γλώσσας
    το διαρκές ελλιπές μοριακό σου βάρος
    δεν αρκεί ότι σου λείπει
    ούτε η λύπη-παλλίροια
    δεν αρκεί, δεν αρκεί, δεν αρκεί
    σου λέω.

    ΗΛΙΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΚΟΣ

  3. Ciao, Aggeliki!!!!…

    -Κ. Π. Καβάφης, «Ποσειδωνιάται»
    Ποσειδωνιάταις τοις εν τω Τυρρηνικώ κόλπω το μεν εξ αρχής
    Έλλησιν ούσιν εκβαρβαρώσθαι Τυρρηνοίς ή Pωμαίοις γεγονόσι
    και τήν τε φωνήν μεταβεβληκέναι, τά τε πολλά των επιτηδευμάτων,
    άγειν δε μιάν τινα αυτούς των εορτών των Ελλήνων
    έτι και νυν, εν η συνιόντες αναμιμνήσκονται των αρχαίων
    ονομάτων τε και νομίμων, απολοφυράμενοι προς αλλήλους
    και δακρύσαντες απέρχονται.
    AΘΗΝAΙΟΣ

    Την γλώσσα την ελληνική οι Ποσειδωνιάται
    εξέχασαν τόσους αιώνας ανακατευμένοι
    με Τυρρηνούς, και με Λατίνους, κι άλλους ξένους.
    Το μόνο που τους έμενε προγονικό
    ήταν μια ελληνική γιορτή, με τελετές ωραίες,
    με λύρες και με αυλούς, με αγώνας και στεφάνους.
    Κ’ είχαν συνήθειο προς το τέλος της γιορτής
    τα παλαιά τους έθιμα να διηγούνται,
    και τα ελληνικά ονόματα να ξαναλένε,
    που μόλις πια τα καταλάμβαναν ολίγοι.
    Και πάντα μελαγχολικά τελείων’ η γιορτή τους.
    Γιατί θυμούνταν που κι αυτοί ήσαν Έλληνες —
    Ιταλιώται έναν καιρό κι αυτοί·
    και τώρα πώς εξέπεσαν, πώς έγιναν,
    να ζουν και να ομιλούν βαρβαρικά
    βγαλμένοι — ω συμφορά! — απ’ τον Ελληνισμό.
    (Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993)

    -Άννα Γρίβα, «Με ποια γλώσσα να μιλήσει κανείς για τα ζώα;»

    «Οι πρωτόγονοι μιλούν γι’ αυτά με τις σπηλαιογραφίες τους.
    Οι Μινωίτες με τα Ταυροκαθάψια και τον Μινώταυρο.
    Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι λατρεύοντας τις ιερές τους γάτες.
    Οι Έλληνες μεταμορφώνοντας τον Δία σε ταύρο ή κύκνο,
    για να κυνηγά αμέριμνος τα κορίτσια που του αρέσουν.
    Οι μυθολογίες του κόσμου κάνοντας τα ζώα θεούς
    – για να δηλώσουν του καθενός τις ιδιαίτερες δυνάμεις –
    ή μεταμορφώνοντας τους ανθρώπους σε ζώα
    – όταν πρέπει να γλιτώσουν από τον κίνδυνο ή τον πόνο
    ή όταν πρέπει να τιμωρηθούν για την ύβρη τους.
    Και οι μεγάλοι λέγοντας πάντα στα παιδιά παραμύθια
    για ζώα παλαβά και παράξενα, πολύχρωμα και ομιλητικά.
    Με ποια γλώσσα να μιλήσει κανείς στα ζώα;
    Με ένα χάδι, με το βλέμμα.
    Μέσα στα όνειρα.
    Στα παιχνίδια και στον έρωτα
    όπου ο καθένας γίνεται όποιο ζώο θέλει.
    Με τη φαντασία που τρέχει και βόσκει ελεύθερη όπου της αρέσει.
    Με την ποίηση, όπου οι άνθρωποι, τα ζώα, τα δέντρα και το νερό
    γίνονται ένα, για να κατοικήσουν την αθανασία.»
    (https://www.poeticanet.gr/peri-zwwn-glwssas-a-1566.html?category_id=409)

    -Ελένης Γαλάνη, ΠΑΤΡΙΔΑ (GEBURTSSTADT)

    Lieber Egon* (Εις εαυτόν)
    «Σου γράφω από την πατρίδα
    Στην πατρίδα είμαι ο μοναδικός επιζών
    Αν δεν σου γράψω η γλώσσα μου θα αφανιστεί
    όπως η πατρίδα μου
    γιατί μόνο εγώ μιλώ τη γλώσσα της πατρίδας μου
    κι η πατρίδα μου μιλά μέσα από τη δική μου γλώσσα
    –Πατρίδα δεν είναι η πόλη όπου γεννήθηκα. Είναι τα φώτα στο βάθος της θάλασσας έξω από το παράθυρο του τρένου που μας πήγαινε στην Τεργέστη. Θυμάσαι; Το μοναδικό της ζωής μας ταξίδι–
    Όταν πεθάνω η γλώσσα της πατρίδας μου θα εκλείψει
    όπως η γλώσσα Cornish στην Κορνουάλλη
    η Manx της νήσου του Man
    στη Νέα Ζηλανδία η Maori
    η Occitan Gaskon
    η διάλεκτος των ιθαγενών στις ΗΠΑ Wampanoag
    όπως τα πεθαμένα αστέρια στο διάστημα επειδή εγώ μόνη
    μιλάω τη γλώσσα μου η γλώσσα μου
    δε μιλήθηκε ποτέ από άλλο στόμα
    –Κατάγομαι από έναν τόπο ά-τοπο η πατρίδα μου
    δεν έχει στίγμα, σφυγμό (όπως εγώ) δεν έχει χρόνο–
    Σου γράφω
    γιατί καμιά ζωή δεν επιζεί χωρίς μάρτυρες καμιά μνήμη
    χωρίς εραστές
    Σου γράφω
    και την ίδια στιγμή αναρωτιέμαι αν υπήρξες στ’ αλήθεια
    ή σε φαντάστηκα
    εκείνο το μακρινό βράδυ στο Borgo Teresiano
    με θέα την προκυμαία Molo Audace
    και το Castello Miramare του αρχιδούκα Μαξιμιλιανού
    τα σκοτεινά στην Αδριατική
    ερείπια-παλάτια
    Σου γράφω
    και ξέρω πως ο αποστολέας και ο παραλήπτης
    είναι το ίδιο πρόσωπο, συχνά, στην πατρίδα μου
    –σε κάθε χαμένη πατρίδα τα γράμματα
    φτάνουν αργά ή ποτέ
    στον τόπο τον ά-τοπο τον σεπτό της καταγωγής σου–
    Σου γράφω
    κι είναι, φορές, σα να μονολογώ μόνη, τρελή, «εις εαυτόν»
    το στίγμα σου χάθηκε αιώνες
    δεν είμαι σίγουρη
    Egon Εγώ
    εάν υπάρχω
    Σου γράφω σου γράφω σου γράφω δεν μπορώ να κάνω διαφορετικά
    δεν μπορώ να κάνω πια
    τίποτε άλλο
    Παντοτινά δική σου,
    Γκέρτι»
    (http://apoikia.gr/patrida-geburtsstadt-poiima-eleni-galani/)

    -“Θα περιοριστώ σε μερικές γραμμές μόνο για τη γλώσσα που χρησιμοποιώ. Κι η οποία δέχτηκε συχνά τον χαρακτηρισμό, σαν ψόγο, της «μικτής». Πρέπει να πω πως είναι απλούστατα η γλώσσα που μιλώ. Άλλωστε πρωτεύουσα σημασία δεν έχει το να γίνεται κανείς αντιληπτός από κείνους που επιθυμούν, πραγματικά, να τον καταλάβουν; Νόμιμη γλώσσα, για μας, είναι η γλώσσα η ελληνική. Δεν έχουν κανένα νόημα απολύτως αυτές οι γνώμες οι φανατικές για «μικτή», «καθαρεύουσα», «δημοτική». Πρέπει ν’ αντιμετωπίζονται με απόλυτη αδιαφορία ή, αν το θεωρούμε σκόπιμο, μ’ αυτόν τον μόνον επιτρεπόμενο φανατισμό: εκείνον που εμπνέει τον πόλεμο εναντίον κάθε είδους φανατισμού.
    Τις γνώσεις μου στη γλώσσα την ελληνική πιστεύω πως τις βοήθησε η απέραντη αγάπη που έχω για την ανάγνωση αρχαίων, βυζαντινών και μεταβυζαντινών κειμένων. Τα βιβλία μου με τ’ αρχαία και τα βυζαντινά κείμενα ήτανε, τα περισσότερα, σ’ «ευρωπαϊκές» εκδόσεις, με τις εξηγήσεις και τα σχόλια γραμμένα στα γαλλικά ή τα λατινικά. Πολλά βυζαντινά και, σχεδόν, τα πιο πολλά μεταβυζαντινά, ήσαν δικών μας εκδόσεων. Η καθαρεύουσα (και καμιά φορά υπέρ-καθαρεύουσα) των Σάθα, Λάμπρου, Ξανθουδίδη, και των σημερινών ακόμη, στις σημειώσεις και τις μελέτες που συνόδευαν τα κείμενα, όχι μόνο δεν μ’ εξένιζε, σαν τις γαλλικές και τις λατινικές που είπα, αλλ’ αντίθετα μ’ έκανε να παρατηρήσω πώς συνδέονταν και, στο τέλος, συγχέονταν με τη γλώσσα του μελετούμενου γραπτού. Έτσι κατάλαβα πως η γλώσσα η ελληνική είναι μία. Κι ότι είναι μάλλον έλλειψη σοφίας να προσηλώνεται κανείς πεισματάρικα σε μια και μόνο, αποκλειστικά, μορφή της, να περιφρονή αυτόν τον αμύθητο πλούτο, το θησαυρό, που έχει στη διάθεσή του. Και να μην αντλή, ελεύθερα, με σεβασμό και προσοχή φυσικά, για να λαμπρύνη το στίχο του, να ενισχύση το νόημά του. Ακριβώς όπως μας διδάσκουν τ’ αθάνατα γραπτά του Παπαδιαμάντη και του Καβάφη. Όπως κάμω στη ζωγραφική μου. Όπου δεν αποκλείω κανένα χρώμα να βρη την κατάλληλη θέση του και να συμβάλη, κι αυτό, στην γενική αρμονία του πίνακος. Όπως, πλάι από τα διδάγματα του Πολυτεχνείου, πάλι στη ζωγραφική μου, προσθέτω, και συνθέτω, τα διδάγματα των Βυζαντινών, των Αρχαίων και των «λαϊκών», σαν τον Θεόφιλο και τους άλλους.”
    (Ν. Εγγονόπουλος, «Εισαγωγή», Ι. Ποιήματα, Α΄. Ίκαρος, 1977. 154-155)

    -«Η γλώσσα είναι κάτι που πάντοτε με συνέπαιρνε. Η γλώσσα είναι ένα πράγμα που με διέφθειρε. Η γλώσσα είναι κάτι που μου χάρισε μορφή. Η γλώσσα είναι κάτι που κατέστρεψε την μορφή μου. Γι’ αυτόν τον λόγο είμαι ποιητής, πιθανότατα διότι είμαι πολύ ευαίσθητος με την γλώσσα – σωστή ή λάθος, της κλείνω το μάτι. Αδιαφορώ και περιφρονώ την γραμματική, η οποία πνέει τα λοίσθια, μα είμαι μέγας αναγνώστης των λεξικών και αν η ορθογραφία μου δεν είναι και τόσο σίγουρη, είναι γιατί δίνω ιδιαίτερη προσοχή στην προφορά, στη ιδιοσυγκρασία της ζωντανής γλώσσας. Εν αρχή δεν υπήρξε η λέξη, μα η φράση, ο χρωματισμός της φωνής. Άκουσε το τραγούδι των πουλιών!»
    (Μπλεζ Σαντράρ, από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου 23 ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ )

  4. 37. Τα καλά λατινικά

    Άκουγε ο γραμματικός τον Σιγισμούνδο να μιλά,
    Να τραυματίζει τα καλά λατινικά του.

    Κύριε, του είπε, τη γλώσσα πρέπει να τη γνωρίζετε καλά
    Με τη σωστή και εύρυθμη γραμματική της.
    Γι’ αυτό το χρόνο μου σας κάνω δωρεά
    Τη γνώση της μαζί να μοιραστούμε.

    Ο Σιγισμούνδος γέλασε καλόκαρδα
    Και στον γραμματικό την τάξη των πραγμάτων είπε:

    Ο Αυτοκράτορας είναι πάνω από τη γραμματική
    Και απ’ τα λατινικά διόλου δεν κινδυνεύει
    Άμα στον πόλεμο όμως δεν ορθογραφεί
    Και τη γραμματική δεν μάθει του σπαθιού του
    Άραγε θα τον σώσουν τα καλά λατινικά
    Ή θα σιωπούν μαζί του;

    Μαρία Αρχιμανδρίτου, Ηλίου Φάος, 2015

    ***

    38. ΤΥΦΛΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΕΠΑΦΗΣ

    Σε προσκυνώ, γλώσσα, πολλά τα θαύματά σου.

    Επί κυμάτων σφοδράς εποχής βαδίζουσα
    – ην γαρ ενάντιος της αλαλίας ο άνεμος –
    σώα βγήκες στην ακτή και άρθρωση εμφύσησες
    σε μερικούς τουλάχιστον λόγους κακοποιούς
    που εξεβίαζαν την επαφή μας να σιωπά.

    Οι υπόλοιποι δεν πίστεψαν.
    Έμειναν μέχρι τέλους βουβό εμπόδιό της.

    Τη νεκρή θυγατέρα του χρόνου ανάστησες
    ευλογώντας την με όνομα διπλό:
    Λήθη για όταν έλειπε ο πατέρας της καιρό
    Μνήμη δε για ώρα ανάγκης.

    Μονοτονική άφησες τη δαιμονιζόμενη έλξη.
    Μήτε συ ήξερες τι πνεύμα παίρνει το σώμα.

    Τα παραλυτικά μέρη τού λόγου τής υπάρξεως
    θεράπευσες και βάδισαν τα επιφωνήματα
    οι καλές προθέσεις τα ανάμεικτα ρήματα
    οι επεξηγηματικοί σύνδεσμοι και χωρισμοί
    – έμαθε κανονικά να γράφει το όνομά του
    ο θάνατος και όχι να υπογράφει με σταυρό –
    τα σύμφωνα κύρια άρθρα οι εριστικές
    αντωνυμίες οι φρόνιμες οι αλληλοπαθείς
    – αλήθεια τι συνέβη με τις κτητικές
    και δεν ξαναπατήσανε στο μάθημα;

    Υπό τον λύχνο τής επιβίωσης σκυμμένες
    μερόνυχτα οι στερήσεις μας έγιναν
    ευφραδείς είτε πεζά μονολογώντας
    είτε με περίπλοκους νευμάτων συνδυασμούς
    χάρη στο τυφλό σύστημα που εφαρμόζει
    ο λυρισμός σου.

    Αμέτρητα τα θαύματά σου, γλώσσα
    γερνάς εντός μου και όλα πού να τα θυμάμαι.

    Αχάριστοι δεν είμαστε αλλά
    μέμνησο του φόβου μας που
    ως απληροφόρητος ουδέποτε ιάθη.

    Πάρε λαλιά από την άφθονη
    την παραπανίσια που έδωσες στην κραυγή
    και επίβαλέ την σε κείνο το βουβό απόρρητο
    τουλάχιστον να μας φανερώσει
    η νέα μας παιδεία εκεί κάτω

    θα σε περιλαμβάνει άραγε, γλώσσα
    θα κουβεντιάζουμε καθόλου με τη γειτνίασή μας
    ή μόνο χάριν ενός μικρού μεσοδιαστήματος
    – τι χαζοπούλι, Θε μου –
    κοπίασε η τόση ευγλωττία;

    Κική Δημουλά, Ήχος απομακρύνσεων

    ***

    39. ΓΛΩΣΣΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ
    Στον Θεοδόση Πυλαρινό

    Φρόντιζες να κρατήσεις την γλώσσα ελληνική κι εξευγενισμένη,
    όπως την είχες παραλάβει από χρόνους παλαιούς,
    σαν αρχαία συμφωνία μεταξύ Ελλήνων φιλοσόφων και ποιητών,
    καλυμμένη με σκόνη και θραύσματα μετεωριτών.

    Είχες βρει σύμμαχο ως προς αυτό τ’ απογεύματα,
    μετά από ισχυρές καταιγίδες που έπληξαν την Κέρκυρα,
    την τέχνη της ποίησης.

    Αποτραβιόσουν μερικές φορές με σκωπτική διάθεση
    ή και μ’ έναν άκρατο κι ακατανόητο θυμό
    από τους τριγμούς του έρωτα,
    που θύμιζε αποπλάνηση αγγέλων του Μπέρτολντ Μπρεχτ
    κι άπλωνες τ’ ανήσυχο σου πνεύμα, σαν καταπράσινο σενδόνι,
    ανάμεσα από τη μία άκρη του Αιγαίου στην άλλη του Ιονίου
    και σχημάτιζες μαθηματικούς συνδέσμους, τόπαν
    ή άλυτες εξισώσεις, κάποιοι άλλοι.

    Αληθινό αγκυροβόλιο, που σου επέτρεπε να εποπτεύεις
    εκ των άνω, τις αγέλες των ανθρώπων.
    Και σαν αρχαίος ιεροφάντης, αλλόκοτα
    ντυμένος στα μαύρα, εκτιμούσες με περισσή ασφάλεια,
    την ανασφάλεια των καιρών και την εκτροπή των λέξεων.

    Έτσι σαν ουράνιο τόξο συνθηκολόγησες
    εν μία νυκτί, με αμετάβατα ρήματα
    κι απαράβατους επιρρηματικούς προσδιορισμούς
    προς επίρρωσιν του χρέους να κρατήσεις την γλώσσα ελληνική κι εξευγενισμένη.

    ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΑΗΔΩΝΗΣ

    ***

    40. Η ΓΛΩΣΣΑ

    Τοποθέτησε Σ’
    Αγαπώ κά-
    που στα

    δόντια και
    μάτια, δάγκωσέ
    το αλλά

    πρόσεξε μην
    πληγώσεις,
    ζητάς τόσα

    πολλά, τόσο
    λίγα. Οι λέξεις
    τα λένε όλα,

    Σ’
    Αγαπώ
    πάλι,

    για ποιο λόγο τότε
    το
    κενό. Για να

    γεμίζει, ολοένα.
    Άκουσα λέξεις
    και λέξεις γεμάτες

    τρύπες
    οδυνηρές. Ο λόγος
    είναι στόμα.

    Robert CREELY, Σύγχρονοι αμερικάνοι ποιητές, επιλογή Κατερίνα Αγγελάκη-Ρούρκ, εκδ. Ύψιλον

    ***

    41. ΟΤΑΝ ΞΑΝΑΓΕΝΝΗΘΩ ΔΕΝ ΘΑ ΕΧΩ ΜΙΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΓΛΩΣΣΑ
    (απόσπασμα)

    Όταν ξαναγεννηθώ δεν θα έχω μια ανθρώπινη γλώσσα
    θα μιλώ σε όλους και όλοι θα με καταλαβαίνουν
    και αυτοί ακόμη που κάνουν τους ανήξερους
    θα αναγκαστούν να ομολογήσουν
    πως είδαν τον πελώριο δράκο στον ουρανό
    και το αερικό που χορεύει στη βροχή
    και πως δεν έχει σημασία άλλο να ζουν
    σ’ έναν κόσμο που είναι αποκλεισμένοι

    ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ ΜΑΛΛΙΔΗΣ, Κανόνας του φόβου, Γαβριηλίδης 2013

    ***

    42. Η ΠΙΟ ΑΥΘΕΝΤΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΕΙΝΑΙ ΣΙΩΠΗΛΗ

    Με τα μάτια μιλάμε
    όταν πίσω από τις φράσεις χανόμαστε.
    Με τα μάτια ιστορούμε αυτά που μας έχει εμπιστευτεί η καρδιά.

    Κι αν υπάρχει πόνος,
    αν κάπου ανασαίνει η ελπίδα
    κι αν ο άθλιος φόβος θέλει να μας δείξει τα δόντια του
    πάλι μέσα στα μάτια θα αφουγκρασθούμε
    όλα εκείνα τα ορατά και τ’ αόρατα
    που δεν μπορούν να μας μεταδώσουν τα λόγια.

    (Να γιατί τα μάτια σου είναι τόσο όμορφα.
    Γιατί αυτά ξέρουν και μιλούν τη γλώσσα της Αγάπης.
    Ανοίγουν τα κλειστά παράθυρα στις ερημιές του κόσμου.
    Φωτίζουν τα στενά κι απόκρημνα φαράγγια
    απ’ όπου περνάει ο Έρωτας, βγαίνει απ’ τις σκήτες του το πάθος
    κι ευλογούνται τα σώματα.)

    Με τα μάτια αρχίζουμε την Αγάπη, με τα μάτια τελειώνουμε.
    Με τα μάτια λογαριάζουμε το μάκρος της απουσίας.
    Με τα μάτια περιγράφουμε τα βροχερά απογεύματα της λύπης
    μπαίνουμε μέσα στα περιβόλια
    όπου το εφήμερο άνθος που το λεν Δάκρυ της Ευτυχίας
    αφήνει το άρωμά του.
    Με τα μάτια ψηλαφούμε το βάθος της γνώσης.

    Και με τα μάτια θα ψιθυρίσουμε τις τελευταίες μας λέξεις
    όταν έρθει η ώρα.

    Στη μόνη γλώσσα όπου η ψυχή
    αποκαλύπτει το αίνιγμά της.

    ΘΑΝΑΣΗΣ ΚΩΣΤΑΒΑΡΑΣ

    ***

    43. ΘΡΗΝΩΔΙΑ ΓΙ ΜΙΑ ΨΥΧΟΡΡΑΓΟΥΣΑ ΓΛΩΣΣΑ

    Κόψε κατά βούληση χάλκινες λέξεις, υποτίμησε το νόμισμα.
    Είμαστε στην εποχή του αν-δεν-μπορείς-να-τους-«φας»-πήγαινε-μαζί-τους
    στην εποχή που η νωθρότητα δικαιολογεί τον εαυτό της,
    όπου η χρήση όλη τη νύχτα παραβλέπει την κατάχρηση.

    Αντίο, αντίο, πολυαγαπημένη μου γλώσσα,
    κάποτε αγγλική, τώρα άθλια γλώσσα ουραγκοτάγκου.

    Ρίξτε στην αγορά κίβδηλες λέξεις, του νομίσματος υποτιμητές·
    ζούμε στην εποχή τού «στοιχίσου με τους νικητές»,
    στην εποχή που αυτοδικαιώνεται η τσαπατσουλιά
    και η χρήση αναδέχεται το λάθος με μια μονοκοντυλιά.

    Αντίο, αντίο, γλώσσα μου μονάκριβη, μοναδική,
    κάποτε αγγλική, τώρα άθλια παπαγαλική.

    Ogden Nash , Μτφρ. Νίκος Λίγγρης

    ***

    44. ΚOYTΣΟΒΛAXIKH

    Τι θλιβερό να χάνεται μια γλώσσα !
    Να χάνεται μαζί της μέσ’ στα τόσα
    Ό,τι στα ελληνικά λέμε «τι κάνεις;»
    Ή «δος ημίν» ή «το καθήκι ο Φάνης».

    Και πάλι όχι ακριβώς: μια γλώσσα είν’ άλλος
    Σταθμός από τη δίπλα, εξίσου λάλος·
    Τον σβήνεις αν κινήσεις τη βελόνα –
    Μια κίνηση μικρή μα γλωσσοκτόνα . . .

    Κλαίω για τα ελληνικά μα ποιος της χρήστης
    Θα κλάψει και γι’ αυτήν, ποιος ποιητής της
    Αληθινός, καθώς μικροί-μεγάλοι
    Σ’ αυτήν ξενομιλούν; – εγώ και πάλι !

    Εγώ και πάλι, αφού ποιητής δεν είναι
    Δικός της να την κλάψει, ακούστε τήνε
    Κι ας μην καταλαβαίνετε· σας λέει
    Γι’ αγάπες, για θανάτους και για κλέη –

    Εγώ και πάλι, που θρηνώ το γνήσιο
    Στον άθλιο τόπο αυτόν τον πιθηκίσιο !

    ΝΙΚΟΣ ΦΩΚΑΣ, Κοχυβαδάκια, 1994

  5. 45. ΡΗΜΑ ΤΟ ΣΚΟΤΕΙΝΟΝ

    Eίμαι άλλης γλώσσας, δυστυχώς, και Hλίου του Kρυπτού ώστε
    Oι όχι ενήμεροι των ουρανίων να μ’ αγνοούν. Δυσδιάκριτος
    Kαθώς άγγελος επί τάφου σαλπίζω άσπρα υφάσματα
    Που χτυπιούνται στον αέρα και μετά πάλι αναδιπλώνονται
    Kάτι να δείξουν, ίσως, τα θηρία μου τα χωνεμένα ώσπου τελικά
    Nα μείνει ένα θαλασσοπούλι τ’ ορφανό πάνω απ’ τα κύματα

    Όπως και έγινε. Όμως χρόνια τώρα μετέωρος κουράστηκα
    Kι έχω ανάγκη από γης που αυτή μένει κλειστή και κλειδωμένη
    Mάνταλα πόρτες κρυφακούσματα κουδούνια· τίποτε. A
    Πιστευτά πράγματα μιλήστε μου! Kόρες που εμφανιστήκατε κατά
    καιρούς
    Mέσ’ απ’ το στήθος μου κι εσείς παλαιές αγροικίες
    Bρύσες που λησμονηθήκατε ανοιχτές μέσα στους αποκοιμισμένους
    κήπους
    Mιλήστε μου! Έχω ανάγκη από γης
    Που αυτή μένει κλειστή και κλειδωμένη

    Έτσι κι εγώ, μαθημένος όντας να σμικρύνω τα ιώτα και να
    μεγεθύνω τα όμικρον
    Ένα ρήμα τώρα μηχανεύομαι· όπως ο διαρρήκτης το αντικλείδι του
    Ένα ρήμα σε -άγω ή -άλλω ή -εύω
    Kάτι που να σε σκοτεινιάζει από τη μία πλευρά εωσότου
    H άλλη σου φανεί. Ένα ρήμα μ’ ελάχιστα φωνήεντα όμως
    Πολλά σύμφωνα κατασκουριασμένα κάππα ή θήτα ή ταυ
    Aγορασμένα σε συμφερτικές τιμές από τις αποθήκες του Άδη
    Eπειδή, από τέτοια μέρη ευκολότερα
    Yπεισέρχεσαι σαν του Δαρείου το φάντασμα ζωντανούς και
    πεθαμένους να κατατρομάξεις

    Eδώ βαρεία μουσική ας ακούγεται. Kι ανάλαφρα τα όρη ας
    Mετατοπίζονται. Ώρα να δοκιμάσω το κλειδί. Λέω:
    κ α τ α ρ κ υ θ μ ε ύ ω
    Eμφανίζεται μεταμφιεσμένη σε άνοιξη μια παράξενη αγριότητα
    Mε παντού βράχια κοφτά κι αιχμηρά θάμνα
    Ύστερα πεδιάδες διάτρητες από Δίες κι Eρμήδες
    Tέλος μια θάλασσα μουγγή σαν την Aσία
    Όλο φύκια σχιστά και ματόκλαδα Kίρκης

    Ώστε λοιπόν, αυτό που λέγαμε «ουρανός» δεν είναι· «αγάπη» δεν·
    «αιώνιο» δεν. Δεν
    Yπακούουν τα πράγματα στα ονόματά τους. Πλησιέστερα του
    σκοτωμού
    Kαλλιεργούνται οι ντάλιες. Kι ο βραδύς κυνηγός μ’ αιθερίου
    θηράματα
    Eπιστρέφει κόσμου. Kι είναι πάντοτε -φευ- νωρίς. Aχ
    Δεν υποψιαστήκαμε ποτέ πόσο υπονομευμένη από θεότητα είναι
    H γη· τι χρυσός ρόδου αέναου της χρειάζεται ν’ αντισταθμίζει
    Tο κενό που αφήνουμε, όμηροι όλοι εμείς μιας άλλης διάρκειας
    Που η σκιά του νου μάς αποκρύπτει. Aς είναι

    Φίλε συ που ακούς, ακούς της ευωδιάς των κίτρων
    Tις μακρινές καμπάνες; Ξέρεις τις γωνιές του κήπου όπου
    Eναποθέτει τα νεογνά του δειλινός ο αέρας; Oνειρεύτηκες
    Ποτέ σου ένα καλοκαίρι απέραντο που να το τρέχεις
    Mη γνωρίζοντας πια Eρινύες; Όχι. Nα γιατί καταρκυθμεύω
    Που οι βαριές υποχωρούν αμπάρες τρίζοντας κι οι μεγάλες θύρες
    ανοίγονται
    Στο φως του Ήλιου του Kρυπτού μια στιγμούλα, η φύση μας η
    τρίτη να φανερωθεί
    Έχει συνέχεια. Δε θα την πω. Kανείς δεν παίρνει τα δωρεάν
    Στον κακόν αγέρα ή που χάνεσαι ή που επακολουθεί γαλήνη

    Aυτά στη γλώσσα τη δική μου. Kι άλλοι άλλα σ’ άλλες. Aλλ’
    H αλήθεια μόνον έναντι θανάτου δίδεται.

    ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ , Tα Eλεγεία της Oξώπετρας, Ίκαρος 1991

  6. Ciao, Aggeliki!!!

    -“…Δεν έχεις Όλυμπε θεούς, μηδέ λεβέντες Όσσα,
    ραγιάδες έχεις μάνα γη, σκυφτούς για το χαράτσι,
    κούφιοι και οκνοί καταφρονάν τη θεία τραχειά σου γλώσσα,
    των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιά..”
    (Κ. Πλαμάς)

    -«Εάν ταις γλώσσαις των ανθρώπων λαλώ και των αγγέλων, αγάπην δε μη έχω, γέγονα χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον….»
    (απ. Παύλος)

    -Ο Γ. Σεφέρης για τη γλώσσα:

    «…Ηδη το 1941 στις «Σημειώσεις για μια ομιλία σε παιδιά» έγραψε: «Η ελληνική γλώσσα, ο άνθρωπος, η θάλασσα… Για κοιτάξετε πόσο θαυμάσιο πράγμα είναι να λογαριάζει κανείς πως, από την εποχή που μίλησε ο Ομηρος ώς τα σήμερα, μιλούμε, ανασαίνουμε και τραγουδούμε με την ίδια γλώσσα. Κι αυτό δε σταμάτησε ποτέ, είτε σκεφτούμε την Κλυταιμνήστρα που μιλά στον Αγαμέμνονα, είτε την Καινή Διαθήκη, είτε τους ύμνους τού Ρωμανού και τον Διγενή Ακρίτα, είτε το Κρητικό Θέατρο και τον Ερωτόκριτο, είτε το δημοτικό τραγούδι. Και όλοι αυτοί, οι μεγάλοι και οι μικροί, που σκέφτηκαν, μίλησαν, μέτρησαν ελληνικά, δεν πρέπει να νομίσετε πως είναι σαν ένας δρόμος, μια σειρά ιστορική, που χάνεται στη νύχτα των περασμένων και βρίσκεται έξω από σας. Πρέπει να σκεφτείτε πώς όλα αυτά βρίσκουνται μέσα σας, τώρα, βρίσκουνται μέσα σας όλα μαζί, πως είναι το μεδούλι των κοκάλων σας, και πως θα τα βρείτε αν σκάψετε αρκετά βαθιά τον εαυτό σας […] η σύγχρονή μας λογοτεχνία είναι απαραίτητη για να καταλάβουμε, όχι μόνο την αρχαία λογοτεχνία, αλλά και όλη την ελληνική παράδοση»
    (Δοκιμές Α, 177-8).

    -Ομιλία του Οδυσσέα Ελύτη προς τους Έλληνες μετανάστες της Σουηδίας, Νοέμβριος 1979:

    «…Τη ζωή μου την πέρασα κλεισμένος μέσα σε 50 τετραγωνικά (μέτρα), παλεύοντας με τη γλώσσα. Επειδή αυτό είναι στο βάθος ή ποίηση: μια πάλη συνεχής με τη γλώσσα. Τη γλώσσα την ελληνική που είναι η πιο παλιά και η πιο πλούσια γλώσσα του κόσμου.
    Ό,τι και να πει ένας ποιητής, μικρό ή μεγάλο, σημαντικό ή ασήμαντο, δεν φέρνει αποτέλεσμα, θέλω να πω δεν γίνεται ποίηση αν δεν περάσει από την κρησάρα της γλώσσας, αν δεν φτάσει στην όσο γίνεται πιο τέλεια έκφραση. Ακόμα και οι πιο μεγάλες ιδέες, οι πιο ευγενικές, οι πιο επαναστατικές, παραμένουν σκέτα άρθρα εάν δεν καταφέρει ο τεχνίτης να ταιριάσει σωστά τα λόγια του.
    Μόνον τότε μπορεί ένας στίχος να φτάσει στα χείλια των πολλών, να γίνει κτήμα τους. Μόνον τότε μπορεί να ‘ρθει και ο συνθέτης να βάλει μουσική, να γίνουν οι στίχοι τραγούδι. Και για ένα τραγούδι ζούμε, στο βάθος, όλοι μας. Το τραγούδι που λέει τους καημούς και τους πόθους του καθενός μας. Πόσο είναι αλήθεια ότι το μεγαλείο και η ταπεινοσύνη πάνε μαζί, ταιριάζουν….
    Είπε ένας Γάλλος ποιητής, ο Ρεμπώ, πως η πράξη για τον ποιητή είναι ο λόγος του. Κι είχε δίκιο. Αυτό έκανε ο Σολωμός, που για να γράψει το αθάνατο ποίημα του «‘Ελεύθεροι Πολιορκημένοι», έσωσε και παράδωσε στη φυλετική μας μνήμη το Μεσολόγγι και τους αγώνες του. Αυτό έκαναν ο Παλαμάς, ο Σικελιανός, ο Σεφέρης. Στα φτωχά μου μέτρα το ίδιο πάσχισα να κάνω κι εγώ. Πάσχισα να κλείσω μέσα στην ψυχή μου, την ψυχή όλου του ελληνικού λαού. Να δω πόσο μοιάζανε όλοι οι αγώνες του, από την αρχαία εποχή ίσαμε σήμερα, για το δίκιο και για τη λευτεριά.
    Κι αυτό θα κάνω όσα χρόνια μου δώσει ο Θεός να ζήσω. Αυτή είναι η πράξη μου. Και το γεγονός ότι έφτασαν να την αναγνωρίσουν οι ξένοι, είναι μια νίκη. Όχι δική μου νίκη. Δική σας. Γι’ αυτό σας ευχαριστώ. Κι αν μου το συγχωρείτε να σας δώσω μια γνώμη -ακούστε την: όσο καλά κι αν ζείτε σ’ αυτή τη φιλόξενη, την ευγενική χώρα, όσο κι αν νιώθετε καλά και στεριώνετε, και κάνετε οικογένεια – μην ξεχνάτε την πατρίδα μας, και προ παντός, τη γλώσσα μας. Πρέπει να ‘σαστε περήφανοι, να’ μαστε όλοι περήφανοι, εμείς και τα παιδιά μας για τη γλώσσα μας.
    Είμαστε οι μόνοι σ’ ολόκληρη την Ευρώπη που έχουμε το προνόμιο να λέμε τον ουρανό «ουρανό» και τη θάλασσα «θάλασσα» όπως την έλεγαν ο Όμηρος και ο Πλάτωνας πριν δυόμισι χιλιάδες χρόνια. Δεν είναι λίγο αυτό. Η γλώσσα δεν είναι μόνον ένα μέσον επικοινωνίας. Κουβαλάει την ψυχή του λαού μας κι όλη του την ιστορία και όλη του την ευγένεια. Χαίρομαι κι αυτή τη στιγμή που σας μιλάω σ’ αυτή τη γλώσσα και σας χαιρετώ, σας αποχαιρετώ μάλλον, αφού η στιγμή έφτασε να φύγω.
    Όμως ένα κομμάτι της ψυχής μου σας το αφήνω μαζί μ’ ένα μεγάλο ευχαριστώ που με ακούσατε. Μακάρι να μπορούσε να σας μείνει, να το κρατήσετε, σαν ένα μικρό φυλαχτό από την πατρίδα».
    (http://sxoliopoliti.blogspot.gr/2012/03/blog-post_25.html)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: