Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (191ο): «Σχολείο, δάσκαλος, μαθητής»

*Καλή σχολική χρονιά 2017 – 2018!!!!

 

-Κωστής Παλαμάς, “Τα σχολεία χτίστε”

 

«Με τη φλόγα που ψαίνει και που πλάθει,
με της καρδιάς τη φλόγα, με του Λόγου
τη δύναμη, ξεσκέπαστα, καθάρια,
και με τα χέρια, και με τα μαχαίρια,
τον τόπο πάρτε.
Κάτου σημάδια που έμπηξε το ψέμα!
Τα ταξίματα φέρτε στης Αλήθειας
της ιερής το βωμό και τα σφαχτάρια.
Στον τόπο απάνου όχι πολέμων κάστρα•
τα σκολειά χτίστε!
Λιτά χτίστε τα, απλόχωρα, μεγάλα,
γερά θεμελιωμένα, από της χώρας
ακάθαρτης, πoλύβοης, αρρωστιάρας
μακριά μακριά τ’ ανήλιαγα σοκάκια,
τα σκολειά χτίστε!
Και τα πορτοπαράθυρα των τοίχων
περίσσια ανοίχτε, νάρχεται ο κυρ Ήλιος,
διαφεντευτής, να χύνεται, να φεύγει,
ονειρεμένο πίσω του αργοσέρνοντας
το φεγγάρι.
Γιομίζοντάς τα να τα ζωντανεύουν
μαϊστράλια και βοριάδες και μελτέμια
με τους κελαϊδισμούς και με τους μόσκους•
κι ο δάσκαλος, ποιητής και τα βιβλία
να είναι σαν κρίνα.
Του τραγουδιού τη γλώσσα αντιλαλώντας,
και τα βιβλία σαν τα τραγούδια να είναι!
Στη γη της ομορφιάς, αρματωμένη
την Επιστήμη, η Ομορφιά, χαρά της!
αρχή σοφίας!
Τα σκολειά χτίστε, υψώστε τα πλατάνια
για το δροσό στης ρεματιάς τη χάρη,
για τον καρπό σπάρτε τα αμπέλια, ας είναι
τ’ αγαθά τους αγνά κρασιά, και ας είναι
γούρμα σταφύλια,
λογής, κεχριμπαρένια, άλικα, μαύρα.
Όπου απλωσιά, όπου ψήλωμα, όπου υγεία,
στα πέλαα ν’ αγναντεύουν τα καράβια
και τους αϊτούς να λαχταράν και τ’ άστρα
στα ουράνια πλάτια.
Και βαθιούς τράφους γύρω γύρω σκάφτε
και πύργους πολεμόχαρους υψώστε
και βαρδιατόρους βάλτε να κρατάνε
μακριά μακριά τον ψεύτη και τον πλάνο
της Ρωμιοσύνης.
Ξόβεργα και καρφιά κρατά και πάει
και πιάνει και καρφώνει και σκοτώνει•
του φτερωτού πιο απ’ όλα κυνηγάρης,
αρχίζοντας από τις πεταλούδες,
φτάνει στη Σκέψη.»

 

   
     

 

 

-«…Θυμάμαι μια μέρα , παιδί, έβρεχε,
ένας παράξενος ανθρωπάκος μπήκε στο προαύλιο του σχολείου,
ίσως για να προφυλαχτεί στο υπόστεγο απ’ τη βροχή, αλλά όχι, δεν ήταν για τη βροχή, γιατί κρατούσε ομπρέλα-απλώς μπήκε στη μικρή αποθήκη με τα βαλσαμωμένα πουλιά για το μάθημα της ζωολογίας-και κρεμάστηκε.
Μιλούσαμε μέρες γι’ αυτόν στην τάξη.
Ύστερα πέρασαν χρόνια χωρίς να τον θυμηθούμε.
Τώρα έρχεται τις νύχτες στον ύπνο μου
και με ρωτάει: «Πότε θα ξαναπάμε σχολείο;»

(Τάσος Λειβαδίτης)

 

 

-Γιώτα Αργυροπούλου, «Στο Δημοτικό»

“Τα μήλα ήταν μέλι.

Ο Μίμης και η Άννα αδέρφια αγαπημένα.

Δεν κάπνιζε το τζάκι τους,

δε μάλωναν,

δεν τα ’παιρνε ο πατέρας στο χωράφι.

Όλα κυλούσαν ήρεμα στο αναγνωστικό.

Άστραφτε νιάτα κι ομορφιά η βασίλισσα στο κάδρο

και το πουλί περιπλεγμένο μες στις δάφνες.

 

Σε φέτες απορίας γευόμουνα τον κόσμο.

Δεν άλλαξε η γεύση του,

συνήθισα μονάχα.»

(Από τη συλλογή «Νερά απαρηγόρητα», εκδ. Πλανόδιον, 2004)
 

 

-Αλέξης Σταμάτης, «Σχολική παράσταση»

 

“Η παράσταση εγκαινιάστηκε από το σχολικό πίνακα

μέσα από γεωμετρικούς τόπους και ανεστραμμένα είδωλα

σε τάξεις κόκκινες φλέβες που σπαρταρούσαν

των συμμαθητών την κοινοτυπία εκδικούμενες

του μικροπρεπούς εκείνου κοινού

του κατ’ ανάγκην εισπνεόμενου

του κοινού εκείνου που δηλητήριο μαζί και ανάγκη είναι.»

(Από τη συλλογή «Απλή μέθοδος των τριών», εκδ. Καστανιώτη)

 

-Γλυκερία Μπασδέκη, «Τρίτη Δημοτικού»

“είμαι εννιά

πάω Τρίτη

δεν πέθανε η μάνα μου,

στο σπίτι μένουν ζωντανοί

(ακόμα)

έχω τετράδια, κόλλες γλασέ, μ’ αρέσει

ο Δημήτρης απ’ την

Πέμπτη δε θα γεράσω σύντομα –θα

πάρει

χρόνια

θα βγάλω λύκειο, σχολές

Χριστούγεννα

θα βγάλω γλώσσα, ρούχα

επετείους

μα τώρα είμαι εννιά–

δε φτάσαμε στα κλάσματα

(ακόμα)»

(Από τη συλλογή «Σύρε καλέ την άλυσον», εκδ. Ενδυμίων, 2012)

 

Κωστή Παλαµά, “Στον ∆άσκαλο”
“Σµίλεψε πάλι, δάσκαλε, ψυχές!
Κι ότι σ’ απόµεινε ακόµη στη ζωή σου,
Μην τ’ αρνηθείς! Θυσίασέ το ως τη στερνή πνοή σου!
Χτισ’ το παλάτι, δάσκαλε σοφέ!

Κι αν λίγη δύναµη µεσ’ το κορµί σου µένει,
Μην κουρασθείς. Είν’ η ψυχή σου ατσαλωµένη.
Θέµελα βάλε τώρα πιο βαθειά,
Ο πόλεµος να µη µπορεί να τα γκρεµίσει.

Σκάψε βαθειά. Τι κι’ αν πολλοί σ’ έχουνε λησµονήσει;
Θα θυµηθούνε κάποτε κι αυτοί
Τα βάρη που κρατάς σαν Άτλαντας στην πλάτη,
Υποµονή! Χτίζε, σοφέ, της κοινωνίας το παλάτι …”

(http://natassaath.blogspot.gr/p/blog-page_11.html)

 

 

 

-Γιάννης Π. Τζήκας, «Δάσκαλε»

 

«Δάσκαλε, την πόρτα της τάξης σαν διαβείς

ψηλά το κεφάλι, χαμογέλα

ζεστή την καθημερνή σου καλημέρα να την πεις.

 

Κι όταν το μάθημα αρχίσεις

Λόγια πολλά μη λες

Οι κινήσεις σου απλές, λιτές

Μα τεντωμένες οι αισθήσεις.

 

Δώσε το λόγο στα παιδιά

Δεν έχεις τίποτα να πάθεις

Κοίτα τα μάτια τους τα λαμπερά

Πολλά απ’ αυτά έχεις να μάθεις.

 

Μη στέκεσαι στις στείρες γνώσεις

Συνεργασία, αγάπη, ανθρωπιά

Αυτά πρέπει να δώσεις

Το κριτικό το πνεύμα ν’ ανυψώσεις.

 

Δάσκαλε άκου…

Απ’ τη μεριά της Ζάκυθος

Σου κρένει ο ποιητής:

“Πάντ’ ανοιχτά, πάντ’ άγρυπνα

τα μάτια της ψυχής”»

 

 

Gabriela Mistral, «Η προσευχή της δασκάλας»

«Κύριε! Εσύ που δίδαξες, συγχώρα με που διδάσκω·
που φέρω το όνομα της δασκάλας,
που Εσύ έφερες όταν ήσουν στη Γη.

Δώσε μου την μοναδική αγάπη για το σχολειό μου·
που ούτε το κάψιμο της ομορφιάς να είναι ικανό
να κλέψει την τρυφεράδα μου απ’ όλες τις στιγμές.

Δάσκαλε, κάνε ακατάπαυστο τον ενθουσιασμό μου
και περαστική την απογοήτευση.
Βγάλε από μέσα μου αυτό τον ακάθαρτο πόθο
για δικαιοσύνη που εξακολουθεί να με ταράζει,
το γελοίο απομεινάρι της διαμαρτυρίας
που βγαίνει από μέσα μου όταν με πληγώνουν.
Να μην πονάει η αγνόηση και να μην θλίβομαι
για την λήθη αυτών που μας δίδαξαν.

Κάνε με να είμαι πιο μάνα από τις μάνες,
για να μπορέσω ν’ αγαπήσω
και να υπερασπίσω όπως αυτές,
αυτό που δεν είναι σάρκα της σάρκας μου.
Βόηθά με να πετύχω να κάνω για καθένα
απ’ τα παιδιά μου τον στίχο μου τέλειο
και να σου αφήσω αυτή την άφωνη,
την πιο δυνατή μου μελωδία,
για όταν τα χείλη μου δεν θα τραγουδούν πια.

Δείξε μου τη δύναμη του Ευαγγελίου σου έγκαιρα,
για να μην εγκαταλείψω τη μάχη της κάθε μέρας
και της κάθε ώρας γι αυτό.

Βάλε στο δημοκρατικό σχολειό μου,
τη λάμψη που σκορπίζεται
από το τρέξιμο των ξυπόλυτων παιδιών.

Κάνε με δυνατή,
ακόμα και στη γυναικεία αδυναμία μου
και στη γυναικεία φτώχεια μου·
κάνε με αδιάφορη για ότι μπορεί
να μην είναι αγνό,
για κάθε πίεση που δεν είναι
της θερμής θέλησής σου στη ζωή μου.

Φίλε, συντρόφεψέ με! Στήριξέ με!
Πολλές φορές δεν θα έχω άλλο
από Σένα στο πλευρό μου.
Όταν το δίδαγμά μου θα είναι πιο αγνό
και πιο θερμή η αλήθεια μου,
θα παραμείνω χωρίς τα εγκόσμια·
αλλά Εσύ τότε θα με κυβερνήσεις
ενάντια στην καρδιά σου,
που γνώρισε αρκετά
τη μοναξιά και την αδυναμία.
Δεν θ’ αναζητήσω παρά
στη ματιά σου τη γλυκύτητα της αποδοχής.

Δώσε μου απλότητα και βάθος·
λύτρωσέ με απ’ το να είμαι
περίπλοκη ή κοινότυπη στο καθημερινό μου μάθημα.

Δώσε μου δύναμη να υψώσω τα μάτια
πάνω από το στήθος μου με τις πληγές,
μπαίνοντας κάθε πρωί στο σχολειό μου.
Να μη φέρνω στην έδρα μου τις υλικές μου ανησυχίες,
τις καθημερινές μικροαστικές θλίψεις μου.

Ελάφρυνε το χέρι μου στην τιμωρία
κι απάλυνέ το, ακόμα πιο πολύ στο χάδι.
Να μαλώνω με πόνο,
να ξέρω ότι έχω διορθώσει αγαπώντας!

Κάνε να γεμίσει με πνεύμα
το χτισμένο με τούβλα σχολειό μου.
Να τυλιχτεί με τη λάμψη του ενθουσιασμού μου
η φτωχή του αυλή, η γυμνή του αίθουσα.
Η καρδιά μου να είναι η κολώνα του
και η αγνή μου θέληση πιο δυνατή
από τις κολώνες και το χρυσάφι
των πλούσιων σχολείων.

Και, τέλος, θύμιζέ μου
από την ωχρότητα του καμβά του Velazquez,
ότι το να διδάσκεις
και ν’ αγαπάς παράφορα στη Γη
είναι να φτάνεις με τη λόγχη του Λογγίνου
στην καυτή πλευρά του έρωτα.»

(http://hallofpeople.com/gr/text/mistral.pdf)

 

 

-Gabriela Mistral, «Η ΔΑΣΚΑΛΑ»

«Με τα ζεστά μαλλιά του παίζω

Που τα χωρίζω και τα ισιώνω

Και λες κρατώ μεσ’ στα σγουρά του

Των Μάγιας της διασποράς τον πόνο

 

Δώδεκα χρόνια που ‘χω αφήσει

τ’ αδρό μεξικανόπουλό μου

μα εγώ ακόμα το χτενίζω

είτε ξυπνή είτε στ’ όνειρό μου

 

Μάνας αγάπη είναι εκεί πέρα

Πιασμένη απ’ τα γόνατά μου,

Μια λύτρωση στα παιδιά πάνω

Που δε μ’ αφήνει να πεθάνω»

(http://www.lettre.gr/letter/material/mistral.pdf)

 

 

 

-Μπ. Μπρεχτ, «Δάσκαλε, μάθαινε»

 

«Δάσκαλε, μάθαινε!
Δάσκαλε,
μάθαινε!
Μην λες πολύ συχνά, πως έχεις
δίκιο, δάσκαλε!
Άσε τον μαθητή σου να το
νιώσει!
Όλη την ώρα την αλήθεια μην
την καταπονείς:
Δεν το
αντέχει.
Να ακούς όταν
μιλάς!»
 *»Μια ζωή στην ίδια τάξη»

 

 

-Γιάννης Κουβαράς, «ΑΠΟΦΟΙΤΟΙ 2008»

«Λίγα λιμάνια μοιάζουν με αγκαλιές
Του Βόλου της Κέρκυρας της Μυτιλήνης
Λίγες αυλές μοιάζουν με ανθισμένες αγκαλιές
Και μόνο μια είναι λιμανι και αγκαλιά μαζί
Η πλατυτέρα αγκαλιά των αυλών
αυτή του 2ου Λυκείου Βριλησσίων
Αυλή με τους ευκαλύπτους τις βρύσες
και τ’ αηδόνια του Παραδείσου, εσάς
Αυλή βεγγαλικό χρωμάτων και θαυμάτων
Στόλος άστρων ναυλοχεί στην ψυχή μου
Χιλιάδες φεύγουν από μέσα μου καικια
Εδώ ναυλοχούν και ελλιμενίζονται
φωταγωγημένες βρατσέρες σώματα πλεούμενα
σώμα βαθύ πλεούμενο της μέρας
Το κοπάδι των άστρων οδηγώ στην αγκάλη σας
Αλλά εσείς χαμηλώσατε τ’ άστρα
και λάμπουν απόψε χλωμότερα
πλάι στα φωτεινά πρόσωπά σας»

(Γιάννης Κουβαράς, «Ονείρου Οδύσσεια», εκδ. Γαβριηλίδης, 2013)

 

 

-Μπ. Μπρεχτ, «Οι πιο φτωχοί συμμαθητές απ’ τους συνοικισμούς των προαστίων»

«Οι πιο φτωχοί συμμαθητές με τα λεπτά παλτά τους
Ερχόταν καθυστερημένοι στο πρωινό μάθημα πάντα
Γιατί μοιράζαν γάλα ή εφημερίδες για τις μάνες τους.
Οι δάσκαλοι
Τους γράφανε στο μαύρο τους τεφτέρι και τους βρίζαν.

Για κολατσιό δε φέρναν τίποτα μαζί τους. Στα διαλείμματα
Γράφαν μέσα στους καμπινέδες τα μαθήματά τους.
Αυτό απαγορευότανε. Τα διαλείμματα
Ήτανε για αναψυχή και για φαΐ.

Σαν το δεκαδικό αριθμό του π δεν ξέρανε
Ρωτούσανε οι δάσκαλοι: Γιατί
Δεν έμενες καλύτερα στη λάσπη, απ’ όπου έρχεσαι;
Μα αυτό το ξεραν.

Στους πιο φτωχούς μαθητές απ’ τους συνοικισμούς των προαστίων
Υπόσχονταν κατώτερες θέσεις στις δημόσιες υπηρεσίες.
Γι’ αυτό το περιεχόμενο των
Βρώμικων σχολικών βιβλίων τους από δεύτερο χέρι αγορασμένων
Με τον ιδρώτα του προσώπου τους μαθαίνανε απ’ έξω
Μαθαίνανε να γλείφουνε τις μπότες του δασκάλου και
Τις μανάδες τους τις ίδιες να καταφρονούνε.

Τα κατώτερα πόστα των πιο φτωχών μαθητών απ’ τους συνοικισμούς των
προαστίων
Βρισκότανε κάτω απ’ το χώμα. Η καρέκλα του γραφείου τους
Δεν είχε κάθισμα. Θέα τους
Είχανε τις ρίζες των μικρών φυτών. Γιατί
τους βάλανε
Να μάθουνε ελληνική γραμματική και για τις εκστρατείες του Καίσαρα
Του θείου τον τύπο και τον αριθμό του π;
Στους ομαδικούς τάφους της Φλάντρας, που γι’ αυτούς
ήτανε προορισμένοι
Τι άλλο τους χρειαζότανε πέρα από
Λίγο ασβέστη;»
(Μπ. Μπρεχτ, Ποιήματα, μτφ. Νάντια Βαλαβάνη, Σ.Ε.)

 

 

-Αργύρης Χιόνης, [Νεαρός μαθητής]

«Νεαρός μαθητής μένει ενεός στη θέα λευκής σελίδας του

τετραδίου του. Οι προηγούμενες σελίδες είναι ήδη πλήρεις

σημειώσεων που καταχώρισε, εκεί, χωρίς κανένα δισταγμό.

Γιατί, λοιπόν, διστάζει τώρα; Γιατί, εξαίφνης, νιώθει τέτοιο

δέος μπροστά στην άγραφη σελίδα; Γιατί, με τρέμον χέρι,

γράφει, τελικά: «Το χαρτί άσπρο σαν χιόνι, οι λέξεις μου

κρυώνουν;» Μήπως κατάλαβε ότι οι λέξεις έχουνε ζωή;

Έγινε μήπως ποιητής;»

(Η φωνή της σιωπής, Νεφέλη)

 

 

-Θωμάς Γκόρπας, «ΑΠΟΦΟΙΤΟΙ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ»
Μνήμη Γιώργη Ζάρκου

«Νεολαίε με το χαρτί του γυμνασίου
Εσύ που στο σχολείο σήκωνες το χέρι για να πεις
Όχι το μάθημα μα την αλήθεια
Σήκωνε πάντα αυτό το χέρι που το γέννησε
Της δικαιοσύνης ο καημός κ’ η σιγουριά του αύριο.

Νεολαίε με το χαρτί του γυμνάσιου
Τα χέρια σου ανεβοκατεβαίνουν
Πάνω σε τραπέζια καφενείων
Καταχνιασμένων από την τσιγαρίλα
Και τις ανάσες πεινασμένων
Τα χέρια σου ανεβοκατεβαίνουν
Πάνω σε μεγάλες πόρτες
Που Δε θ’ ανοίξουν ποτέ από μέσα.

Νεολαίε με το χαρτί του γυμνασίου
Είσαι η φωτιά που ετοιμάζει η απελπισία
Και θα κάψει τις σημαίες των αρχόντων.
Και αν το ψωμί κ’ η γνώση ανταλλάσσονται
Με τα’ άλλο χαρτί που εσύ δεν έχεις
Μην αρνηθείς γι’ αυτό το ρόλο που σου ανάθεσε ο καιρός.
Οι μέρες μας κυλούν σαν χειμωνιάτικα ποτάμια
Στους δρόμους φέγγουν φαναράκια μίσους
Στους δρόμους αλαφιάζονται οι μικρές παρέες
Καθώς απ’ τις γωνιές οι μισθοφόροι
Με στιλέτα ξεμπουκάρουν και παγίδες.
Όμως τα δαγκωμένα λόγια ακολουθούν τραγούδια.

(Θωμάς Γκόρπας, Ποιήματα, Κέδρος)

 

 

-Ζακ Πρεβέρ, «Ο κακός μαθητής»

«Λέει όχι με το κεφάλι

μα λέει ναι  με την καρδιά…

είναι ορθός τον ρωτάν

κι όλα τα προβλήματα έχουν δοθεί.

Ξαφνικά τον πιάνουν ακατάσχετα γέλια

και τα σβήνει όλα, τα ψηφία και τις λέξεις,

τις ημερομηνίες και τα ονόματα

και παρά τις φοβέρες του καθηγητή ,κάτω από τα γιουχαΐσματα

των καλών μαθητών με κιμωλίες όλων των χρωμάτων, πάνω στο μαυροπίνακα

της δυστυχίας ζωγραφίζει το πρόσωπο της ευτυχίας.»

(Ζακ Πρεβέρ, από την ποιητική του συλλογή «Κουβέντες».)

 

 

 

Advertisements

Single Post Navigation

11 thoughts on “Πες το με ποίηση (191ο): «Σχολείο, δάσκαλος, μαθητής»

  1. C:\Users\User\AppData\Local\Temp\Rar$ML0.837\dbd6a66c47f2724b3bc96b2ff7644576.rar

    • 1. ΩΔΗ ΣΤΟΥΣ ΔΑΣΚΑΛΟΥΣ

      Θυμάμαι
      την πρώτη μέρα
      πως κοίταξα κάτω
      ελπίζοντας πως δεν θα με δεις
      και όταν σήκωσα τα μάτια μου
      είδα το χαμόγελό σου να λάμπει
      σαν ένα απαλό φως
      που ξεπηδούσε από μέσα σου.

      «Είμαι όλος αυτιά», μας έδωσες θάρρος
      «Ελάτε!
      Πάρτε μέρος στη συζήτησή μας,
      Ας ακούσουμε τις νέες βεβαιότητές σας
      τις ακανθώδεις αμφιβολίες, τις μπερδεμένες αγωνίες σας,»
      Αλλά για αρκετές εβδομάδες τα έκρυβα όλα μέσα μου.

      Διαβάζω και ξαναδιαβάζω τις σημειώσεις σου
      που εξυμνούσαν
      τη γραφή μου
      ενώ εσύ μου ψιθύρισες:
      «Eμείς χρειαζόμαστε εσένα
      Και τις ιστορίες σου
      Και τις ερωτήσεις σου
      που σαν ένα νέο μονοπάτι
      θα μας οδηγήσει σε νέες προοπτικές ».

      Σιγά σιγά η πίστη σου στο θάρρος μου μεγάλωσε
      και για χάρη σου
      ‒αντί να σου δώσω μια σημείωση ή ένα μήλο ή λουλούδια‒
      για χάρη σου
      σήκωσα το χέρι μου.

      Κουβαλώ το χαμόγελό σου
      και πίστη μέσα μου
      όπως κουβαλώ το πρόσωπο του σκύλου μου,
      το χαμόγελο της αδερφής μου,
      τις ανάλαφρες μελωδίες,
      την απαλότητα του ηλιοβασιλέματος,
      τις σταθερές ευλογίες των αστεριών,
      τη φθινοπωρινή μυρωδιά μιας μελόπιτας,
      την ασφάλεια που χαρίζει ένα πουλόβερ μια ψυχρή μέρα.

      Πατ Μόρα, Μετ: Ασημίνα Ξηρογιάννη

      [Πρώτη δημοσίευση της μετάφρασης στο ηλεκτρονικό Φρέαρ.]

      ***

      2. ΚΙ ΟΤΑΝ ΚΑΠΟΤΕ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΙΔΑΞΕΙΣ

      Berlin, Schmargendoff
      16 Apr. 1900

      Κι ὅταν κάποτε θὰ πρέπει νὰ διδάξεις
      γιατὶ προσμένει νὰ τοῦ πεῖς, ἕνα παιδί,

      ἢ γιατὶ ὁ ξένος σου
      μπαίνει στῆς λάμπας σου τὸν κύκλο
      σκοτεινιασμένος ἀπ᾿ τὴν ἄχνα τοῦ βραδιοῦ,

      ἢ ποὺ τὸ βῆμα σου κάποτε ξαστοχᾶ
      κι᾿ ὡσότου ξαναφέξει
      πρέπει κι᾿ ἐσὺ σὲ φίλους νὰ σταθεῖς

      ἢ ποὺ ἕνας φίλος περασμένος, ποὺ φοβᾶται
      πὼς κλονίζεται ἡ φιλία πού ῾χε ἀρχίσει στὰ τυφλὰ
      ἀπαιτώντας ἀπὸ σένα νὰ τοῦ γράψεις –
      τότε πρέπει στὸν ἑαυτό σου νὰ τὸ πεῖς συνειδητὰ
      τί σημαίνει «νὰ διδάσκεις»:

      Μὲ λόγια ποὺ βαθιά σου τὰ γνωρίζεις
      ἑκούσια νὰ πεῖς: ὑπάρχω ἐγώ.

      Κι᾿ ἀκόμη πιὸ πολὺ
      διδάσκω δὲν θὰ πεῖ: σὲ κάποιον
      γιὰ τὴν σύμπτωση νὰ λὲς τῶν ἐποχῶν
      πῶς συμβαίνει καὶ γιατί·
      διδάσκω θὰ πεῖ: Γιὰ τὸν Ἕνα νὰ ρωτήσεις τὸν καθένα
      ποὺ τοῦ μοιάζει στὴ σιωπή…

      Rainer Maria Rilke (1875-1926)
      https://poetryofgems.wordpress.com/2012/12/02/und-wenn-du-schon-einmal-lehren-must/

      ***

      3. ΕΥΔΟΚΙΜΟΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑ

      Γηράσκομεν διδάσκοντες αεί
      μέσα σε κρύες αίθουσες
      μ’ αυθάδικην ηχώ
      τυμπάνου αλαλάζοντος

      Εμείς γηράσκομεν αεί
      διδάσκοντες αυτούς
      που είναι πάντα νέοι
      -ένα ποτάμι που διαρκώς
      αλλάζει τα νερά του-

      Κι από τ’ αυτιά μας
      όλο ξεμακραίνει η βουή
      καθώς εμείς διδάσκοντες
      γηράσκομεν αεί
      καρτερικά προσμένοντας
      να μας σαρώσει
      η τριακονταπενταετής
      ευδόκιμος υπηρεσία
      ΤΑΣΟΥΛΑ ΚΑΡΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

      Το μπλουζ του δασκάλου

      4. ΔΑΣΚΑΛΟΣ ΣΕ ΑΠΟΡΙΑ

      Διαβάζει στα μάτια τους το αλφαβητάρι της πλήξης
      Συλλαβίζει στα χείλη τους το αναγνωστικό της οργής
      Μελετά στα πρόσωπά τους το λήμμα «γιατί»
      Σπουδάζει στην πράξη την άλυτη εξίσωση

      Τώρα μαθητεύει κι αυτός στα θρανία της ενοχής
      ελπίζοντας σε μια τιμωρία λυτρωτική,
      όπως ο κατά συρροή δολοφόνος
      μεθοδεύει τη σύλληψη του
      ή όπως το παιδί που πάτησε το λόγο του
      εκλιπαρεί την επίπληξη του πατέρα.
      Τώρα συναλλάσσεται καθημερινά κι αυτός
      σε τράπεζα θεμάτων
      Κατάθεση κι ανάληψη ψυχής
      Μόνιμο χρεωστικό υπόλοιπο συνείδησης
      στους τραπεζικούς λογαριασμούς του.

      Στα αμφιθέατρα της νιότης
      έγραφε στους τοίχους το ωραίο σύνθημα
      «Η φαντασία στην εξουσία»
      Στις τάξεις της ενηλικίωσης
      έγινε πληρωμένος δολοφόνος της
      Στους δρόμους της οργής
      έστηνε οδοφράγματα στη σοβαροφάνεια
      » Ένα γέλιο θα σας θάψει»
      Και τώρα αναζητά το δικό του νεκροθάφτη
      στα τελευταία θρανία της τάξης
      Μάταια.

      Θυμάται που ήθελε την τάξη του καράβι
      τη φαντασία πυξίδα στο σεργιάνι του κόσμου
      το Σπαθί του Ωρίωνα ή το Σταυρό του Νότου πλοηγό
      για να μη χάσει ούτε στιγμή τη ρότα
      για τη γη της επαγγελίας.
      Την είχε υποσχεθεί στους μαθητές
      κι ας μην το ήξεραν.

      Και κάπως έτσι, να, κατέληξε κομπάρσος -πρωταγωνιστής
      σε ανόητη παράσταση για έναν ρόλο
      Με θεατές αδιάφορους
      Με χορηγούς επικίνδυνους
      Με μέντορες υστερόβουλους
      Στο τέλος της ώρας το κουδούνι ηχεί αναστάσιμα.

      Πετά το προσωπείο της υποκρισίας
      και χύνεται στους δρόμους
      ουρλιάζοντας
      Τον βρίσκει η νύχτα!

      Μάνος Στεφανάκης, Ηράκλειο 15-6-2014

      Ο γέρο-δάσκαλος, Μαρία Δημητριάδη

      5. ΕΘΝΙΚΗ ΠΑΙΔΕΙΑ

      Γανιάσατε, δασκάλοι, νὰ ξεμάθω
      νά ῾μαι ἐγώ, νὰ στοχάζομαι, νὰ θέλω –
      ψέματα ὅλο ν᾿ ἀκούω, νὰ λέω, νὰ πράττω,
      γιὰ ψέματα νὰ ζῶ καὶ νὰ πεθαίνω.

      Δὲν μπόρεσε ἡ σπουδὴ νὰ μὲ χαλάσει.
      Ἀντέξανε σαρκίο, ψυχὴ καὶ γνώση
      μὰ κάθε τόσο θάνατος νὰ ξέρεις
      ὅτ᾿ εἶσαι πάντα πουλημένο κρέας.

      ΚΩΣΤΑΣ BAΡΝΑΛΗΣ

      ***

      6. Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΣΣΑ

      «… Σφαίρα είναι η σελήνη
      γι’ αυτό οι θάλασσες είναι κυρτές…»
      Από τα «Παραλειπόμενα από την άλλη όψη»

      Λίγο να χαμογελούσε ο πεντάγνωμος ήλιος του Μάρτη
      χαμογελούσε και της πεταλούδας το πέταγμα πανάλαφρο. Με κλειδιά
      δεν ανοιγόταν κανένας ουρανός, γιατί μόνο τα φυσικά φτερά της ψυχής
      τον ουράνιο παράδεισο ξεκλείδωναν.

      Μέσα μας ένας ήλιος άναβε καλός
      και όταν αδειάζαμε τον εαυτό μας από άγνοια
      τον ξαναβρίσκαμε κι ένα γέλιο από μέσα μας
      ανέβαινε βαθύ και δροσερό σαν νερό κατάκρινο
      από βαθύ πηγάδι το καλοκαίρι
      με χιούμορ εμπαίζοντας τις ανοησίες μας όλες
      τις δαπανηρές κι ανώφελες. Και η δαμασκηνιά μάς κοίταζε
      ανάμεσα στα πρώτα φύλλα της και στ’ άνθη της
      που σιγά-σιγά αποχωρούσαν.

      Πολλά μάς δίδασκε η φύση∙
      μας μάθαινε την τρυφερότητα της αγάπης,
      της εμπιστοσύνης τη δύναμη την ακέραια
      για να ‘μασταν γιορτινοί και να δεχόμασταν
      ό,τι επρόσφερναν για να μας γύμναζαν
      οι σωστές εποχές γεμάτες σύνεση
      με την αντοχή που κέρδιζε ένα δέντρο
      μέσα στη νυχτερινή θύελλα
      βρίσκοντας μέσα στην αυγή πάλι την όρθια του θέση,
      με την υπομονή την μεγάλη του
      την καλή και σοφή διδασκάλισσα.

      Σαράντος Παυλέας, Συμπαντική ιθαγένεια (1998)

      ***

      7. ΝΕΟΣ ΜΑΘΗΤΗΣ ΜΕ ΡΟΛΟΓΑΚΙ

      Κωστάκη, από δω κι εμπρός
      τα ρολογάκια θα ρυθμίζουν τη ζωή σου.
      Κομμένη η αναρχία των σοκολατούχων και των παραμυθιών.

      Από εδώ κι εμπρός
      χιλιάδες ρολογάκια σιωπηλά κι απάνθρωπα
      χιλιάδες ρολογάκια που ηχούν δαιμονισμένα.

      Τάσος Καπερνάρος, «Ακελδαμά», Ηριδανός, 1987

      ***

      8. ΟΙ ΔΑΣΚΑΛΟΙ

      Οκτώ ώρες μελέτη την ημέρα: τότε που
      μου μάθαιναν γράμματα οι δάσκαλοί μου — φοιτητής εγώ
      των Αρχαίων Ελληνικών και των Λατινικών. Πόσα
      πρωινά, πόσες νύχτες, πόσα και πόσα απογεύματα
      με ήλιο και βροχή σκυμμένος
      πάνω από τον Πίνδαρο και τον Βιργίλιο…

      Τόση ξερή γραμματική μπας και γράψω
      δυo-τρεις λέξεις, δάσκαλοί μου, ή κάτι στίχους
      ελαφρώς περιπετειώδεις. Τί θλιβεροί οι μήνες, εκεί οπού
      περίμενα τις εξετάσεις, επαναλαμβάνοντας
      αόριστους βήτα και κλίσεις ονομάτων… Και όμως, ναι,
      τί λαχτάρα αυτή που νιώθω τώρα να πάω να δανειστώ
      βιβλία που δεν είμαι πλέον υποχρεωμένος να διαβάσω…

      — Κι αν σήμερα ο καθηγητής των Ελληνικών
      που τόσο αγαπούσα δεν υπάρχει, ούτε και των Λατινικών
      που με τρομοκρατούσε, και αν ακόμα και οι δυo τους
      είναι πια γη και σποδός, όμοιοι με τις νεκρές τους τις γλώσσες …
      εγώ είμαι, δάσκαλοί μου, εσείς: είμαι ο γιός σας
      που δίπλα σας διδάχτηκε να νοσταλγεί
      το φως το αρχαίο, αλλά όχι για να πεθάνει· είμαι ο δικός σας γιός
      που μαζί με τον Πίνδαρο και τον Βιργίλιο σας θυμάται σήμερα.

      GUILLERMO PILÍA, Μετ: Γιώργος Κεντρωτής.

      ***

      9. ΖΩΗ ΑΝΔΡΟΣ
      Ι Σχολικές επιδόσεις

      Αν με ξανασηκώσει η δασκάλα στον πίνακα
      Θα της δείξω το σακούλι
      Με τα δόντια του δράκοντα
      Να αρχίσει έντρομη ν’ αναρωτιέται
      Αν έρχομαι απ’ τον θερισμό
      Ή πάω για να σπείρω

      ΔΗΜΗΤΡΗΣ Γ. ΠΑΠΑΣΤΕΡΓΙΟΥ

      ***

      10. ΔΑΣΚΑΛΑ

      «Πόσες φορές αποτραβιέται,
      μονάχη, πέρα απ’ τα παιδιά,
      και πικραμένη συλλογιέται
      όσα της σφίγγουν την καρδιά.
      Ώ! τα χρυσά που φύγαν νιάτα,
      μ’ όνειρα πόσα ήταν γεμάτα!

      Προβιβασμός, υποτροφία,
      κάποια της τύχης αλλαγή,
      δυο τρία χρόνια υπηρεσία,
      κι ένας λεβέντης μιαν αυγή,
      που θα την κλειούσε αρχόντισσά του,
      στο σπίτι του και στην καρδιά του.

      Μά ‘ταν φτωχό το σπιτικό της,
      και καρτερούσαν να θραφούν
      γονιοί κι αδέρφια απ’ το μισθό της
      και χρέη πολλά να πληρωθούν.
      Κι αυτός, μικρός, δεν εξαρκούσε,
      κι όλο πιο μπρος τον εξοφλούσε.

      Έχει σβηστεί στο πρόσωπό της
      κάθε της νιότης ομορφιά.
      Κι όσα διδάσκει στο σκολειό της,
      δεν τα πιστεύει εκείνη πια.
      Κι όλο και γίνεται η δασκάλα
      πιο νευρική και πιο ασπρομάλλα.

      Άλλες μαθήτριες παντρευτήκαν,
      άλλες, παιδάκια, εγίναν νιές.
      Από την μνήμη της σβηστήκαν
      πόσες εδίδαξε γενιές.
      Στη νιότη τους, που ανθεί και δένει,
      μετράει τα χρόνια της θλιμένη.

      Κι όμως στην έδρα της εκείνη,
      για λευτεριά, για δικαιοσύνη,
      διδάσκει πάντα και κηρύττει,
      με ραγισμένη τη φωνή,
      που όλο και βγαίνει πιο βραχνή,
      από το χρόνιο φαρυγγίτη».

      ΣΟΦΙΑ ΜΑΥΡΟΕΙΔΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ

      ***

      11. ΠΡΩΤΗ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΠΡΟ ΕΤΩΝ ΣΑΡΑΝΤΑ ΚΑΙ

      Ξύνοντας με μανία
      Το τεράστιο μολύβι μου ˙
      Τρέμοντας μπροστά σ’ ένα
      Χαοτικό, άσπρο τετράδιο ˙
      Χαράζοντας με κόπο μία μία
      Τις πρώτες, ακατανόητες λέξεις μου:
      Εκεί βρίσκομαι ακόμα.

      Βασίλης Καραβίτης (1934-2016),“Ζω με τιυς φίλους και τις λέξεις”, 1977-1981.

      ΑΝΝΑ ΒΙΣΣΗ – Τα μαθητικά τα χρόνια

      12. ΠΡΩΤΗ ΜΕΡΑ ΣΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ

      Δύο και δύο τέσσερα
      τέσσερα και τέσσερα οχτώ
      οχτώ κι οχτώ κάνουν δεκάξι.
      Επαναλάβατε! λέει ο δάσκαλος.
      Δύο και δύο τέσσερα
      τέσσερα και τέσσερα οχτώ
      οχτώ κι οχτώ κάνουν δεκάξι.

      Μα να το πουλί-λύρα
      που περνά στον ουρανό.
      Το παιδί το βλέπει,
      το παιδί το ακούει,
      το παιδί το φωνάζει:
      Σώσε με, παίξε μαζί μου,
      πουλί!

      Τότε το πουλί κατεβαίνει
      και παίζει με το παιδί.
      Δύο και δύο τέσσερα.
      Επαναλάβατε! λέει ο δάσκαλος.
      Και το παιδί παίζει,
      το πουλί παίζει μαζί του…
      Τέσσερα και τέσσερα οχτώ
      οχτώ κι οχτώ κάνουν δεκάξι
      δεκάξι και δεκάξι πόσα κάνουν;

      Δεν κάνουν τίποτα δεκάξι και δεκάξι
      και προπάντων όχι τριάντα δύο
      έτσι ή αλλιώς
      και φεύγουν.

      Και το παιδί έκρυψε το πουλί
      μες στο θρανίο του
      κι όλα τα παιδιά
      ακούν το τραγούδι του
      κι όλα τα παιδιά ακούν τη μουσική

      κι οχτώ κι οχτώ στη βόλτα τους φεύγουν
      και τέσσερα και τέσσερα και δυο και δυο
      στη βόλτα τους το σκάνε
      κι ένα κι ένα δεν κάνουν ούτε ένα ούτε δύο
      ένα ένα το ίδιο φεύγουν.
      Και το πουλί-λύρα παίζει
      και το παιδί τραγουδάει
      κι ο καθηγητής φωνάζει:
      Πότε θα πάψετε να κάνετε τον καραγκιόζη!

      Μα όλα τ’ άλλα παιδιά
      ακούν τη μουσική
      και οι τοίχοι της τάξης
      σωριάζονται ήσυχα.

      Και τα τζάμια ξαναγίνονται άμμος
      το μελάνι ξαναγίνεται νερό
      τα θρανία ξαναγίνονται δένδρα
      η κιμωλία ξαναγίνεται ακρογιαλιά
      το φτερό ξαναγίνεται πουλί.

      Ζακ Πρεβέρ, Κουβέντες, μτφρ. Μιχάλης Μεϊμάρης, Καστανιώτη, Αθήνα 1994

      ***

      13. ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ

      Ακούγοντας
      Για κοινωνία αταξική
      Αμέσως το παιδί ονειρεύεται
      Τον κόσμο -σκασιαρχείο

      Και με καλοσυνάτη αδιαφορία
      Χαμογελάει
      Σαν ο καθηγητής τού «Vive la France»
      Του λέει πως είναι ο τελευταίος
      Κι όταν ο ίδιος πάλι του μαθαίνει
      Το Πιστεύω
      Τίποτε δεν καταλαβαίνει από Θρησκευτικά
      Κι απ’ όλα τα μελό κηρύγματα

      Καμιά δε δίνει προσοχή
      Στο κήρυγμα της αρετής και της ευσέβειας
      Χαμογελάει ακούγοντας
      Πως και στη Γαλλική Ιστορία επίσης
      Είναι τελευταίος
      Και τελευταίος των τελευταίων και στην Κατήχηση
      Μα θα ‘πρεπε να ντρέπεσαι
      Λέει ο ταπεινωτής του
      Να ντρέπομαι γιατί
      Λέει το παιδί
      Δεν πάει πολύς καιρός
      Που εσείς ο ίδιος μου είπατε
      Πως οι έσχατοι θα γίνουν πρώτοι.

      Περιμένω.

      Jacques Prévert, Μετ: Γιάννης Βαρβέρης

      ***

      14. ΤΟ ΕΙΔΩΛΟ

      Μάθημα ανθρωπολογίας
      ο δάσκαλος με στέλνει να φέρω τον σκελετό

      φοβάμαι
      κατεβαίνω στο υπόγειο
      βλέπω τα όργανα
      φοβάμαι
      επιστρέφω στην τάξη σκελετός

      ο δάσκαλος αγγίζει με τον χάρακα τα οστά μου
      φοβάμαι
      τα παιδιά λένε αστεία ξεκαρδίζονται

      είμαι άσαρκος κοκαλωμένος
      δίπλα στην έδρα
      φοβάμαι

      οι συμμαθητές μου ακόμα γελάνε
      αδυνατώντας οι νήπιοι να διακρίνουν
      στο κάτοπτρο του χρόνου
      το είδωλό τους

      Στάθης Κουτσούνης, «Στιγμιότυπα του σώματος», Μεταίχμιο, 2014

      ***

      15.ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΣΥΜΜΑΘΗΤΩΝ

      Ως να ήταν σε ταινία βουβή,
      σε σύθαμπο του χρόνου
      κι ήταν πληγές ψιμύθιο περασμένες,
      αλλά του χρόνου τα σημάδια δεν ακούνε.

      Κι ένα αεράκι άηχο να τρεμοπαίζει,
      ρούχα φαρδιά, μαλλιά αραιά που υποχωρούνε,
      ευθυτενή τα βλέμματα, συμβιβασμένες υγρασίες.

      Κατέβαιναν, ανέβαιναν, αποχωρούσαν,
      ήταν σε κίνηση αργή ψαρί κοπάδι
      με το συναίσθημα, μαλλί ακούρευτων προβάτων
      μπλεγμένο κολλιτσίδες και ασπαλάθους να βαραίνει.

      Και σάμπως κάτι τους συνέδεε
      τόσοι μαζί να προχωράνε, χωρίς λόγο, δε συμβαίνει.

      Τον χρόνο κουβαλούσανε
      σαν σε κηδεία.

      ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΣΩΚΟΣ

      ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΜΠΙΘΙΚΩΤΣΗΣ – ΔΕΝ ΕΧΩ ΒΓΑΛΕΙ ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ

      16. ΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΗΣ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗΣ

      «Μα τι ομορφιά υπάρχει στην ποίηση;»
      Κοίτα, όταν βλέπεις έναν δυνατό φίλο
      περιστοιχισμένο από γυναίκες, όταν είσαι μαγεμένος
      απ’ τη μουσική και κάτω απ’ τον προβολέα
      λάμπουν τα χρώματα μιας ντίβας που ημίγυμνη
      κατεβαίνει στην πλατεία, εκεί που ανατριχιάζεις
      κρυμμένος μέσα σε τόσον κόσμο
      όταν μια σκοτεινή και ήσυχη βραδιά μες την πλατεία
      φίλοι χορεύουν δίχως γυναίκες
      στους ήχους μιας φυσαρμόνικας και συ
      δεν είσαι απ’ αυτούς; αυτό λοιπόν δεν το βρίσκεις
      ωραίο; Είναι ωραίο ακόμη και γι’ αυτόν
      τον ηλικιωμένο κύριο που αποκαλείται κριτικός
      που τόσα όμορφα βρίσκει και μάλιστα
      προχώρησε ακόμη πιο πολύ
      ανακαλύπτοντας στον κόσμο – κι ίσως παραπέρα–
      ωραία πράγματα πάντα πιο ωραία·
      κι όμως ξαναλέει με αγάπη: «πόσο όμορφο είναι αυτό το ποίημα!»
      Και συ με κοιτάζεις και δεν μου δίνεις ούτε ένα φιλί;

      Σάντρο Πέννα, μετάφραση: Γιάννης Η.Παππάς.

  2. Ciao Aggeliki!… Καλό ποιητικό φθινόπωρο!!!!

    -«Κάναμε τόπι εμείς τη σφαίρα που’ χε ο δάσκαλος για το
    μάθημα της γεωγραφίας και την κυλάμε στον πράσινο κάμπο με τα
    μικρά χαμομήλια.
    Τη νύχτα σκαρφαλώσαμε κρυφά, εκεί στο κοιμητήρι του χωριού, πήραμε κάμποσα γυμνά κεφάλια και τα γιομίσαμε με χόρτο και λουλούδια.
    Στη θέση των άδειων ματιών βάλαμε δυο τριαντάφυλλα.
    Τώρα είναι όλα φωτεινά και ρόδινα.
    Εμείς το ξέραμε από πριν πως γρήγορα θα’ ρχόταν το καλοκαίρι
    κι ας μην το’ γραφε το ημερολόγιο…..

    Δεν αγαπάμε, αυτή την ώρα, τα βιβλία με τους λιγνούς καλόγερους των στίχων.

    Έχουμε κρύψει στη σάκα του σχολείου ένα κουτί χρυσόμυγες
    και τις ακούμε να βουΐζουν στο μάθημα της αριθμητικής.

    Ο λιγνός δάσκαλος που φοράει ματογυάλια από χιόνι και σακκάκι
    από τσουκνίδες θα μας μαλώσει πάλι γιατί δεν έμαθε πως το φως
    λουλούδισε στις αυλές απ’ τα δικά μας μόνο μάτια.
    Εμείς γελάμε πάλι.
    Το σκάμε απ’ το μάθημα της ιστορίας και των θρησκευτικών.
    Μαζί μας το σκάει κ’ η Ρουθ κ’ η Ιουδήθ, ανασηκώνουν τα φουστάνια τους,
    πηδούν το φράχτη και τρέχουν να μας βρούνε.
    Πετάμε στη θάλασσα το αναγνωσματάρι, και ζωγραφίζουμε στον άμμο
    με το δάχτυλο τον ήλιο που γελάει.
    Έτσι του αρέσει κάποτε και του ήλιου να γελάει μην τύχει και γεράσει
    κλεισμένος μές στο φως του.»
    (Γ. Ρίτσος, Όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού, Κέδρος)

    -Ν. Βρεττάκος, «TA ΔΕΚΑΤΕΣΣΕΡΑ ΠΑΙΔΙΑ»

    «…Εν αρχη ην η αγάπη…» μελωδούσε γιομίζοντας
    το γυμνό σου δωμάτιο μια παράξενη άρπα,
    καθώς σ’ έπαιρνε ο ύπνος και το χέρι σου, κρύο,
    σαν κλωνί λεμονιάς σε νεκρό, αναπαύονταν
    πάνω στο στήθος σου. Κι έβλεπες
    πως άνοιγε τάχα μια πόρτα στον ύπνο σου.
    Πως μπαίναν τα δεκατέσσερα παιδιά λυπημένα
    και στεκόντουσαν γύρω σου. Τα μάτια τους θύμιζαν
    σταγόνες σε τζάμια: «Έλεος! Έλεος! Έλεος!…»
    Τινάζοντας τη βροχή και το χιόνι από πάνω τους,
    τα ζύγιαζες με το βλέμμα σου σα να ‘θελες να τους κόψεις
    την ευτυχία στα μέτρα τους, ενώ η άρπα συνέχιζεν
    απαλά μες στον ύπνο σου: «… Ό,τι θέλει κανείς
    μπορεί να φτιάξει με την αγάπη. Ήλιους κι αστέρια,
    ροδώνες και κλήματα…». Αλλά εσύ προτιμούσες
    μποτίτσες φοδραρισμένες με μάλλινο,
    πουκάμισα κλειστά στο λαιμό –
    γιατί φυσάει πολύ στο Καλέντζι!
    Έβλεπες πως ράβεις με τα δυο σου χέρια
    έβλεπες πως ζυμώνεις με τα δυο σου χέρια
    κι ονειρευόσουν πως μπαίνεις στην τάξη
    με δεκατέσσερις φορεσιές,
    με δεκατέσσερα χριστόψωμα στην αγκαλιά σου.

    Αλλά ξύπναγες το πρωί κι άκουγες που έβρεχε.
    Σε δίπλωνε σα μια λύπη τ’ αδιάβροχο σου
    κι ο δρόμος για το σχολειό γινόταν πιο δύσκολος.
    Βάδιζες κι είχες σκυμμένο το πρόσωπο
    σαν να ‘ταν κάποιον απάνω σου και να σ’ έκρινε
    για τ’ άδεια σου χέρια. Σαν να ‘φταιγες μάλιστα,
    σ’ όλη τη διαδρομή σε μπάτσιζε το χιονόνερο.

    Έμπαινες στο σχολειό κι όπως τ’ αντίκριζες
    μοιραζόταν σε δεκατέσσερα χαμόγελα το πρόσωπο σου.
    Θυμόσουν πως η αγκάλη σου ήταν μισή
    κι ανεβαίνοντας πάνω στην έδρα σου
    άνοιγες τη λύπη σου και τα σκέπαζες,
    όπως ο ουρανός σκεπάζει τη γη.

    Ώρα 8 και 20 ακριβώς.
    Το μάθημα αρχίζει κανονικά.
    Εσύ πάνω απ’ την έδρα κι απ’ αντίκρυ σου ο Χριστός,
    απαλός και γλυκύς μες στο κάδρο του,
    δίνετε τα χέρια πάνω από τα κεφάλια τους
    να τους κάμετε μια σκέπη από ζεστασιά,
    γιατί σας ήρθανε και σήμερα μουσκεμένα
    κι η λύπη περπατάει μες στα μάτια τους,
    όπως ο σπουργίτης πάνω στο φράχτη.

    Το καλαμπόκι δεν ψώμωσε το περσινό καλοκαίρι
    κι ακούς το ψωμάκι που κλαίει μες στις μπόλιες τους.
    Ώρα 10 και 20′. Το μάθημα συνεχίζεται.
    Οι σπουργίτες σου χτυπούν τα φτερά τους.
    Το μολύβι πεθαίνει ανάμεσα στα κοκαλιασμένα τους δάχτυλα.
    Η καρδιά σου είναι τώρα μια στάμνα σπασμένη.
    Τα λόγια σου βγαίνουν αργά, σα μια βρύση που στέρεψε:
    «Ο μέγας Αλέξανδρος… Ο μέγας Αλέξανδρος…
    Ο μέγας Αλέξανδρος…».

    Τα δάχτυλα σου είναι πέντε. Τα μέτρησες δέκα φορές.
    Τα δάχτυλα σου είναι πέντε. Μετράς το ένα χέρι σου
    – τ’ άλλο σου βρίσκεται τυλιγμένο σε συννεφιά-
    τα δάχτυλα σου είναι πέντε. Σηκώνεις το πρόσωπο,
    κοιτάζεις τη στέγη, κάνεις πως σκέφτεσαι,
    σκύβεις πάλι στην έδρα, ξεφυλλίζεις τον Αίσωπο,
    κατεβαίνεις και γράφεις στο μαυροπίνακα,
    κοιτάζεις τον ουρανό απ’ το παράθυρο,
    γυρίζεις το κεφάλι σου αλλού,
    δεν μπορείς άλλο παρά να κλάψεις.
    Παίρνεις το μαθητολόγιο στα χέρια σου,
    κάτι ψάχνεις να βρεις, το σηκώνεις διαβάζοντας
    και σκεπάζεις το πρόσωπο σου.

    -Ν. Καζαντζάκης, «Σώπα, δάσκαλε, …»

    «Στην Τρίτη τάξη είχαμε δάσκαλο τον Περίανδρο Κρασάκη. Αυτός είχε μανία με την καθαριότητα. Κάθε μέρα επιθεωρούσε τα χέρια μας, τα’ αυτιά μας, τη μύτη, τα δόντια, τα νύχια. Δεν έδερνε, δεν παρακαλούσε, μα έλεγε:
    –Ζώα, αν δεν πλένεστε κάθε μέρα με σαπούνι, δε θα γίνετε ποτέ σας ανθρώποι. Τι θα πει μαθές άνθρωπος; Αυτός που πλένεται με σαπούνι. Τα μυαλό δε φτάνει, κακομοίρηδες, χρειάζεται και σαπούνι. Πώς θα παρουσιαστείτε στο Θεό με τέτοια χέρια; Πηγαίνετε έξω στην αυλή να πλυθείτε.
    Ώρες μας έπαιρνε τ’ αυτιά ποια φωνήεντα είναι μακρά, ποια βραχέα και τι τόνο να βάλουμε, οξεία ή περισπωμένη. Κι εμείς ακούγαμε τις φωνές στο δρόμο, τους μανάβηδες, τους κουλουρτζήδες, τα γαϊδουράκια που γκάριζαν και τις γειτόνισσες που γελούσαν και περιμέναμε πότε να χτυπήσει το κουδούνι, να γλιτώσουμε. Κοιτάζαμε το δάσκαλο να ιδρώνει απάνω στην έδρα, να λέει, να ξαναλέει και να θέλει να καρφώσει στο μυαλό μας τη γραμματική, μα ο νους μας ήταν έξω στον ήλιο και στον πετροπόλεμο. Γιατί πολύ αγαπούσαμε τον πετροπόλεμο και συχνά πηγαίναμε στο σκολειό με το κεφάλι σπασμένο.
    Μια μέρα, ήταν άνοιξη, χαρά Θεού, τα παράθυρα ήταν ανοιχτά κι έμπαινε η μυρωδιά από μιαν ανθισμένη μανταρινιά στο αντικρινό σπίτι. Το μυαλό μας είχε γίνει κι αυτό ανθισμένη μανταρινιά και δεν μπορούσαμε πια ν’ ακούμε για οξείες και περισπωμένες. Κι ίσια ίσια ένα πουλί είχε καθίσει στο πλατάνι της αυλής του σκολειού και κελαηδούσε. Τότε πια ένας μαθητής, χλωμός, κοκκινομάλλης, που ’χε έρθει εφέτο από το χωριό, Νικολιό τον έλεγαν, δε βάσταξε, σήκωσε το δάχτυλο:
    –Σώπα, δάσκαλε, φώναξε. Σώπα, δάσκαλε, ν’ ακούσουμε το πουλί!»
    (ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ: ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟΝ ΓΚΡΕΚΟ)

    -Στέλιος Σπεράντζας, «ΞΑΝΑΓΥΡΙΖΩ ΣΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ»

    «Μὲ νέα χαρὰ ξαναγυρίζω
    στὸ ἀγαπημένο μου σχολειό.
    Σὲ ξαναβρίσκω μὲ λαχτάρα.
    μικρὸ θρανίο μου παλιό.
    .
    Γωνιά, ποὺ πέρσι σὲ κρατοῦσα,
    σὰν μιὰ φωλίτσα μου, ὦ γωνιά,
    δὲν θὰ μὲ ἰδῇς νὰ εἶμαι κοντά σου
    ξανὰ καὶ τούτη τὴ χρονιά.
    .
    Μιὰ ἄλλη γωνιὰ στὴν ἄλλη τάξι
    τώρα, γιὰ κοίτα, καρτερεῖ.
    Κρατῶ βιβλία πιὸ μεγάλα
    κι ἔχω ἕνα χρέος πιὸ βαρύ.»
    (Αναγνωστικό Γ’ Δημοτικού, ΟΕΣΒ, Αθήνα 1955)

    -Στέλιος Σπεράντζας, «Το μικρό σχολείο μας»

    «Μες στην πρασινάδα,
    μες στην ομορφιά
    το μικρό σχολειό μας
    μοιάζει ζωγραφιά.
    Διάπλατα στον ήλιο
    παραθύρια, να.
    Σαν γυρνά το μάτι,
    φτάνει ως στα βουνά.
    Πάντα με τραγούδια
    του μιλά η ψυχή.
    Κι η χαρά μας όλη
    γύρω του αντηχεί.
    Κι όταν τραγουδάμε,
    πάνω απ? την ελιά
    τραγουδούν μαζί μας
    κι όλα τα πουλιά.»
    (http://www.haniotika-nea.gr/129129-kali-sxoliki-xronia-se-mathites-kai-daskalous/)

    -Χάρης Σακελλαρίου, «Κλείνει το σχολείο»

    «Κύλησε κι αυτή η χρονιά
    όμορφα και πάει
    κι η καρδιά μας πρόσχαρα
    σήμερα χτυπάει.

    Κλείνει το σχολείο μας
    κλείνουν τα βιβλία
    κι όλοι λέμε: «γεια χαρά»
    τώρα στα θρανία.

    Έξω πάλι η εξοχή
    να τη μας προσμένει
    πράσινη κι ολόδροση
    και μυριανθισμένη.

    Να χαρούμε τη δροσιά
    την αυγή, τ’ αγέρι,
    το βουνό, τη θάλασσα
    και το καλοκαίρι.»
    (Σχολική ποιητική ανθολογία, Σπ. Κοκκίνη, Εστία)

  3. 17. ΣΧΟΛΙΚΑ ΘΡΑΝΙΑ

    Μου μίλησαν
    Πιο Πολύ για Αβραάμ¬
    Παρά για Σωκράτη
    Πιο πολύ για Χριστό
    Παρά για Διόνυσο
    Άσε τα σχολικά θρανία
    Είπε ο γέρος της παρέας
    Και δες στην πλατεία το χορό
    Μέσα στη μνήμη του κορμιού
    Ήτανε πάντα Διόνυσoς ο χρόνος.

    ΑΡΓΥΡΗΣ ΜΑΡΝΕΡΟΣ

    ***

    18. ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΠΑΙΔΕΙΑΣ

    Κάποια μέρα σε μια σχολική γιορτή
    Οι μαθητές ντύθηκαν παπαγάλοι
    Και έλεγαν το μάθημα χωρίς χάνουν λέξη
    Και όλοι βαθμολογήθηκαν με άριστα.
    Και από τότε δεν ήταν μόνο σχολική γιορτή
    Αλλά επίσημο πλέον σύστημα παιδείας.

    ΑΡΓΥΡΗΣ ΜΑΡΝΕΡΟΣ

    ***

    19. ΚΑΘΑΡΙΟΤΗΤΑ

    Η δασκάλα έλεγε
    Πάντα
    Πως η καθαριότητα
    Είναι
    Μισή αρχοντιά
    Η μαμά σας
    Θα κόβει τα νύχια
    Ο κουρέας τα μαλλιά
    Όσο για το μυαλό σας
    Μου δώσαν ειδικό ψαλίδι
    Να σας το παίρνω
    Πάντα σύρριζα.

    ΑΡΓΥΡΗΣ ΜΑΡΝΕΡΟΣ

    ***

    20.Ο πίνακας

    Ο δάσκαλος στον πίνακα «τα ρήματα
    εις –μι» και τα «υγρόληκτα» αραδιάζει.
    Οι μαθητές, σα γηρασμένοι, γράφουνε,
    και κάθε τόσο : «Προσοχή!» τους κράζει.

    Τελειώνει. Τα «φυτά της Ινδοκίνας»
    και τ’ άνθη των θερμών χωρών» διδάσκει.
    Κάθε παιδί περίφοβο ακροάζεται
    και νυσταγμένο, αφηρημένο, χάσκει.

    Αρχίζει να διδάσκει περί «Πρόγονοι!»,
    περί «Θεός!», και «τάφοι των αγίων!».
    Κ΄ οι ψύλλοι, τα κουνούπια, οι σκυλόμυγες,
    οι ψείρες πλημμυρίζουν το σχολείον.

    Ο πίνακας τα βλέπει σα φιλόσοφος,
    τρομάζει και, μορφάζοντας, φωνάζει :
    «Τον κακομοίρη! τον εφάγαν τα ζωΰφια
    κι ακόμη τα υγρόληχτα αραδιάζει;»

    TEYKΡΟΣ ΑΝΘΙΑΣ, ‘Αγιε Σατάν ελέησόν με, Αθήνα 1930, σ. 16.

    ***

    21. Ανοίγει η θύρα κι η μουγγή μου γνέφει.

    Μπαίνω. Πυκνό σκοτάδι με τυλίγει. Σκοντάφτω πάνω
    σε παλιά θρανία. Στο βάθος όμως τώρα πια φεγγίζει
    χαμηλωμένη λάμπα πετρελαίου. Βλέπω τον μαυροπίνακα
    στον τοίχο.
    – κι ο δάσκαλος
    στην έδρα του
    κοιτώντας
    πάνω από τα γυαλιά του, με αποπαίρνει :

    Σε κάλεσα στο μάθημα, μου λέει.
    Τι περιμένεις τόσα μαύρα χρόνια;

    Ορέστης Αλεξάκης, Θίασος στην εξέδρα, 2006

    Pink Floyd – We Don’t Need No Education

    22. ΣΧΟΛΕΙΟ

    Καταφθάνουμε στο σχολείο, ευτυχισμένα παιδιά˙
    ευγενικά και ξύπνια και μ’ ενδιαφέρον για τα πράγματα.
    Δεν ξέρουμε ακόμη τους τρόμους του κτηρίου.
    Το μίσος που θα διδάξει. Την πλήξη που θα φέρει.

    Σύντομα θα μάθουμε να εξαφανιζόμαστε στο πλήθος.
    Θα μάθουμε ότι το απλά να περνάμε είναι αρκετό.
    Θα μάθουμε να νιώθουμε το συναίσθημα της αδικίας,
    και να κλείνουμε τα στόματά μας σε περίπτωση που μας πλησιάσει.

    Θα μάθουμε να μην σκεφτόμαστε πότε αλλά τυφλά ν’ αντιγράφουμε.
    Να συμμαχούμε με τους κακούς και να τους κρατούμε κοντά μας.
    Θα μάθουμε να μην είμαστε ταλαντούχοι κι έξυπνοι,
    και τα πιο σημαντικά μαθήματα
    για μια επιτυχημένη καριέρα:

    Πώς να ακολουθείς διαταγές όταν είσαι στα όρια
    της ναυτίας και νιώθεις πλήξη κι
    ανασφάλεια και είσαι στη σκιά του φόβου.

    Κέιτ Τέμπεστ –μτφρ. Λάκης Φουρουκλάς

    ***

    23. ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ

    Στο σκολειό, πολλές φορές η δασκάλα μάς ρωτούσε:
    — Και τι θα γίνετε σα μεγαλώσετε, τι θα γίνετε
    όταν σκορπίσετε από δω,
    σαν γίνετε άντρες;

    Kατέβαζα το κεφάλι κι έλεγα μέσα μου :
    — Αξιωματικός πάνω στο άλογο, αξιωματικός!…

    Μα τώρα που γνωρίζω τι σημαίνουν τα παράσημα,
    τ’ αστέρια πάνω στις επωμίδες, τώρα που γνωρίζω
    τι σημαίνουν οι γυαλισμένες μπότες, τι σημαίνουν
    τα σπιρούνια και οι ματωμένες σάλπιγγες,
    προτιμώ να ‘μαι βοσκός με τα γελάδια
    όλη μέρα, βρέχει, χιονίζει, στο δάσος…

    Μάρκος Μέσκος, Πριν από τον θάνατο (1958)

    ***

    24. ΕΝΘΥΜΙΟ ΣΧΟΛΙΚΟΥ ΕΤΟΥΣ 1969-70

    Πέτρινος τοίχος
    Ο ιστός της σημαίας στο ένα πλάι
    Κι εμείς της τελευταίας τάξης
    Στ΄ άλλο στριμωγμένοι
    Μαζί μας
    Ο καθηγητής των Μαθηματικών
    Κι ο καθηγητής της Ιστορίας
    Όλοι μας χαμογελαστοί
    Στον καθηγητή χρόνο
    Που ανυποψίαστα δουλεύει για τη σκουριά.

    Λεωνίδας Κακάρογλου : Η συνήθεια των ημερολογίων, Πλέθρον, Αθήνα 1995

    H Λευτεριά είναι Σχολειό – Πάνος Τζαβέλας

    25. Ο ΓΕΡΟ ΔΑΣΚΑΛΟΣ

    Ο δάσκαλος που γέρασε στην τάξη,
    είν’ όλο νεύρα κι όλο φασαρία.
    Όλα του φταίν: Το τζάμι το σπασμένο
    κι εκείνη η αμελέτητη η Μαρία.

    Φτερνίζεται και βήχει το χειμώνα,
    το καλοκαίρι πάλι όλο καψώνει.
    Σαν έρθει στολισμένη στο σχολείο
    αρπάζει απ’ τα μαλλιά την Αντιγόνη.

    Σκύβει, τα ματογυάλια του γλιστράνε,
    σιγά σιγά του πέφτουν απ’ τη μύτη.
    τότες ακόμα πιο πολύ νευριάζει,
    τα βάζει με την άταχτη Αφροδίτη.

    Το βράδυ μες στην άθλια κάμαρά του
    μαζεύεται νωρίς νωρίς κι αρχίζει
    εξήντα δυο τετράδια να διορθώνει.
    Το κάθε λάθος πόσο τον φουρκίζει!

    Δουλεύει στο τραπέζι του σκυμμένος
    αργά τη νύχτα, κάποτε ως τη μία.
    Χαρά μέσα στην άχαρη ζωή του
    ως τώρα δεν εγνώρισε καμία.

    Στον ύπνο του κι εκεί δεν ησυχάζει.
    Έρχονται και τον ζωνουν σαν δαιμόνοι
    και χαχανίζουν γύρω στο κρεβάτι
    Μαρία και Αφροδίτη και Αντιγόνη.

    Δώρα Μοάτσου

    ***

    26. ΕΓΚΑΙΝΙΑ ΣΧΟΛΕΙΟΥ

    Αναστατώθηκε όλη η γειτονιά.
    Ήρθε χαράματα ο κυρ αστυνόμος
    κ’ έφερε διάτα, κάθε μια γωνιά
    ν’ ασβεστωθεί, χαμόσπιτα και δρόμος.

    Θα γίνουνε τα εγκαίνια του σχολειού
    που χτίστηκε «ομογενών δαπάναις».
    Έληξε η βασιλεία του παλιού,
    χαρήτε, στολιστήτε, φτωχομάνες!

    Επίσημοι θα ‘ρθούν με μουσική,
    πρέπει να ‘ν’ όλα καθαρά κι’ ωραία.
    Δε βλάφτει ν’ απομείνουν νηστικοί,
    φτάνει να ‘ναι η εντύπωση σπουδαία.

    Κι αρχίζει στο φτωχό συνοικισμό,
    ανάμεσα σε τοίχους μουχλιασμένους,
    φριχτή αγωνία για το γιορτασμό,
    να μην τους πουν λερούς, κακοντυμένους.

    Οι γριές τα κυριακάτικα φορούν
    κ’ οι νιες βάζουν τσιτάκια, τσελβολάκια.
    Στη σκέψη πως λιγάκι θα χαρούν
    χαμογελούν παρθενικά χειλάκια.

    Μα τι φιγούρα θε να κάνουν οι φτωχοί,
    που η μπόχα κ’ η κακομοιριά τους πνίγει
    κι ολημερίς τη δόλια περιοχή
    σύγνεφο μαύρο η μύγα την τυλίγει;

    Ντρέπονται! Μα ειν’ δικιά τους η ντροπή;
    Οι επίσημοι δεν πρέπει να ντραπούνε,
    καλοντυμένοι, μ’ όψη χαρωπή,
    λόγια, λόγια πολλά σαν θα τους πούνε;

    Μη θα σκεφτούνε τάχα μια στιγμή
    τι κρύβουν τα φτωχόσπιτα εδώ πέρα,
    τι βάσανα και τι αναστεναγμοί
    πικραίνουνε τη ζήση κάθε μέρα;

    Αυτοί, που δεν πονέσανε ποτές,
    που ζούνε σε πλουσιόσπιτα, χορτάτοι,
    θα νιώσουνε τις ώρες τις φριχτές
    του άρρωστου και του άνεργου εργάτη;

    Απ’ τη «σεμνήν» αυτήνε «τελετή»
    στα σπίτια τους μετά, σαν θα γυρίσουν,
    αδιάφοροι, ευτυχείς και γελαστοί,
    την πλούσια τους ζωή θα συνεχίσουν.

    ΔΩΡΑ ΜΟΑΤΣΟΥ – ΒΑΡΝΑΛΗ

  4. -Γιάννης Κουβαράς, «Αποφράδα σχολειάδα»
    «Ω πικρές γυναίκες
    Με το μαύρο ρούχο»
    (Ο. Ελύτης)

    «Γάμος και βαφτίσια
    στη Γεωργιούπολη της Κρήτης
    έγιναν
    μετά πέντε έτη

    Άγραφο συμβόλαιο

    Τίμησε σιωπηλά τις 21 μαθήτριες
    Νύμφες ανύφευτές
    Λευχαινονούσες
    Που απρόσεκτα σε εκδρομή
    σκόρπισαν
    τα 14 άλικα τριαντάφυλλα
    Που τους χάρισε η μητέρα τους
    Στον αφρό της σαλής θάλασσας

    Και σε κάθε γάμο έκτοτε
    Νοερά προσκεκλημένες
    Άγουρες παράνυμφες

    Κάποιοι μάλιστα
    Αλαφροΐσκιωτοι
    Είπαν ότι τις ξεχωρίζουν
    Με αυγουστιάτικη πανσέληνο
    Επί κυμάτων θαλάσσης
    Θηλυκούς δροσουλίτες

    Τα μαλλιά τους έγιναν κύματα
    Και τα ονόματά τους
    Δωρίζονται άτυπα
    Σε καινούργιους βλαστούς

    Αρετούσα, Πασιφάη, Ροδάνθη, Εριφύλη
    Ασημίνα, Χρυσούλα, Αργυρώ, Πελαγία
    Ανθούσα, Μαρίνα, Γιασεμίνα, Κερασία,
    Κυμοθόη, Ουρανία, Θεόνη, Ανεμώνη,
    Κοραλλία, Ευθαλία, Ευταξία, Βαλαντώ
    μυρτώα Μυρτώ με την αρμύρα,
    αμάραντες Μαρίες με τη μαύρη μοίρα

    21Χ14 πελαγίσια σκαλιά
    Ν’ ανεβαίνουν Οι μανάδες τους απ’ το βυθό
    Τριαντατρία τώρα χρόνια
    Από δω!»
    (Γιάννης Κουβαράς, Του έρωτα και του έρωτα, Γαβριηλίδης)

    -Ζακ Πρεβέρ, «Ο κακός μαθητής»

    «Λέει όχι με το κεφάλι
    μα λέει ναι με την καρδιά………
    είναι ορθός τον ρωτάν
    κι όλα τα προβλήματα έχουν δοθεί.
    Ξαφνικά τον πιάνουν ακατάσχετα γέλια
    και τα σβήνει όλα, τα ψηφία και τις λέξεις,
    τις ημερομηνίες και τα ονόματα
    και παρά τις φοβέρες του καθηγητή ,κάτω από τα γιουχαΐσματα
    των καλών μαθητών με κιμωλίες όλων των χρωμάτων, πάνω στο μαυροπίνακα
    της δυστυχίας ζωγραφίζει το πρόσωπο της ευτυχίας.»
    (Ζακ Πρεβέρ, από την ποιητική του συλλογή «Κουβέντες».)

    -Οδυσσέα Ελύτη, «Το «Τετράδιον της Μαθητρίας»»

    Κοιμάμαι κι ονειρεύομαι προβλήματα
    όλα τα πυθαγόρεια θεωρήματα
    Τα θαύματα της τριγωνομετρίας
    μέσα στο μπλε «Τετράδιον της Μαθητρίας»
    Απ’ την αρχή την Κάθοδο των Αχαιών
    τις μάχες των Ελλήνων κατά των Περσών
    Να μάθω για τον πόλεμο της Τροίας
    μέσα στο μπλε «Τετράδιον της Μαθητρίας»

    Των αγοριών τα κεφαλαία ονόματα
    και τα γυμνά σχεδιασμένα σώματα
    Παλιόλογα και λόγια της λατρείας
    μέσα στο μπλε «Τετράδιον της Μαθητρίας».
    [πηγή: Οδυσσέας Ελύτης, Ποίηση, Ίκαρος, Αθήνα]

  5. 27. Παιδιά, πότε
    γεννήθηκε ο Ναπολέων Βοναπάρτης,
    ο δάσκαλος ρωτά.
    Πριν από χίλια χρόνια λεν τα παιδιά.
    Πριν από εκατό χρόνια λεν τα παιδιά.
    Πέρσι λεν τα παιδιά.
    Κανείς δεν ξέρει.

    Παιδιά τι έκανε
    ο Ναπολέων Βοναπάρτης,
    ο δάσκαλος ρωτά.
    Νίκησε σ’ ένα πόλεμο, λεν τα παιδιά.
    Έχασε ένα πόλεμο, λεν τα παιδιά.
    Κανείς δεν ξέρει.

    Ο κρεοπώλης μας είχε ένα σκύλο
    που τον λέγαν Ναπολέων,
    λέει ο Φράντισιεκ.
    Ο κρεοπώλης τον βασάνιζε και ο σκύλος πέθανε
    από την πείνα
    πριν ένα χρόνο.
    Κι έτσι τώρα όλα τα παιδιά λυπούνται
    για το Ναπολέοντα.

    Μίροσλαβ Χόλουπ, μτφρ. Γιώργος Χριστοδουλίδης, Παρασκήνιο, «Δύο Ευρωπαίοι ποιητές» (2001)

    ***

    28. Η ΔΑΣΚΑΛΑ ΤΗΣ ΥΠΑΙΘΡΟΥ
    (Χιλιανή δασκάλα, βραβείο Νόμπελ 1946)
    Στον Federico de Onís

    Η Δασκάλα ήταν αγνή. «Οι τρυφεροί κηπουροί», έλεγε,
    «αυτού του αγροκτήματος, που είναι αγρόκτημα του Ιησού,
    πρέπει να διατηρούν αγνά τα μάτια και τα χέρια,
    να φυλάνε καθαρά τα έλαια του, για να δώσει ένα καθαρό φως. »

    Η Δασκάλα ήταν φτωχή. Το βασίλειό της δεν είναι ανθρώπινο.
    (Έτσι όπως στον πονεμένο σπορέα του Ισραήλ.)
    Φορούσε καφετιές φούστες, δεν στόλιζε το χέρι της
    Και ήταν όλο της το πνεύμα ένα τεράστιο κόσμημα!

    Η Δασκάλα ήταν χαρούμενη. Φτωχή γυναίκα πληγωμένη!
    Το χαμόγελό της ήταν ένας τρόπος να κλαίει με καλοσύνη.
    Πάνω από τα σπασμένα σανδάλια και το κατακόκκινο,
    χαμόγελο, το περίφημο λουλούδι της αγιότητάς της.
    […]

    ΓΑΒΡΙΕΛΑ ΜΙΣΤΡΑΛ, Μετ. Μαριάννα Τζανάκη

    ***

    29. Σχολείο

    Δάσκαλος
    Τι κορίτσι παντρεύεται
    τον άνεμο;

    Παιδί
    Το κορίτσι όλων
    των θέλω.

    Δάσκαλος
    Τί της χαρίζει
    ο άνεμος;

    Παιδί
    Χρυσούς στροβίλους
    και με χάρτες αποπάνω

    Δάσκαλος
    Εκείνη του προσφέρει κάτι;

    Παιδί
    Την ορθάνοιχτη καρδιά της.

    Δάσκαλος
    Πέστε τώρα πως τη λένε.

    Παιδί
    Μυστικό είναι τ’ όνομά της.

    (Του σχολειού το παραθύρι
    έχει μια κουρτίνα λάμψεις)
    1927

    ΛΟΡΚΑ, Απόδοση: Βασίλης Λαλιώτης

    ***

    30. μια κιμωλία στον μαυροπίνακα

    ξαναδιαβάζω τα ποιήματά μου
    χρόνια μετά βυθίζομαι στα χρώματα
    στη μουσική των λέξεων

    έκπληκτος διακρίνω
    να αναδύονται γρίφοι και αινίγματα
    εκστατικά φωνήεντα
    που θέλγεται το άγνωστο να μου υπαγορεύει

    κάπως καλύτερα αναγνωρίζω τώρα
    αυτά που γράφει ο δάσκαλος στον μαυροπίνακα
    μια κιμωλία εγώ που λιώνει αργά
    ανάμεσα στα δάχτυλά του

    ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ, (Μια κιμωλία στον μαυροπίνακα, 2012)

  6. *Αγγελική, η επόμενη ανάρτηση, μην το ξεχνάς, είναι δική σου! Στείλε μου το υλικό, αν είσαι έτοιμη>

    -Γιάννης Κουβαράς, «Μαθητές εν οδώ»
    (Οδεύουσα ποίησις ή διδασκάλου δικαίωσις)

    «Συνήθως οι παλιοί μαθητές αλλάζουν πεζοδρόμιο σαν δουν
    καθηγητή τους, ή πιο σπάνια
    αφήνουν τ’ αμάξι στην πρώτη γωνία και κατεβαίνουν να
    σε χαιρετίσουν συγκινημένοι
    Μιλάω για το Γιώργο Κυριάκογλου λ.χ., ή την Λίτσα Πε-
    τσα, τον Άρη Βασιλειάδη, τον Φάνη Μαζαράκη, το Χρόνη
    Σηφακάκη, τον Τάκη Καμπύλη, τον Βασίλη Κουικόκλου,
    την Ιουλία Μουταφόγλου, το Δημήτρη Παυλόπουλο, το
    Θόδωρο Διαμαντόγιαννη, το Φοίβο Βλάχο… (καλή τους
    ώρα!)
    Λαθροθήρες της ποίησης και άλλων τιμαλφών, αλλά και
    πόσους ακόμη…

    Τους θυμήθηκα προχτές στο λεωφορείο Βριλησσίων
    Όταν
    ο ιππότης οδηγός του έκανε όπισθεν –incredibile visu-
    περιμαζέψει, εκτός στάσης, κάποιον που έτρεχε ασθμαίνων
    και καταϊδρωμένος

    (κάτι τέτοια –μας πιάνουν από το μανίκι- και δε μας
    αφήνουν να σταματήσουμε να γράφουμε
    κι ας ξέρουμε πως
    Κανείς πια δε μας διαβάζει)
    (Γ. Κουβαράς, Του Έρωτα και του έρωτα, Γαβριηλίδης)

    -Γιάννης Κουβαράς, «Αδικαιολογήτως απόντες»

    «Όμως
    μην τους βάλετε όμως απουσία
    Περιμένετέ τους
    Θα ‘ρθουν
    Οπωσδήποτε
    Εν χορδαίς και οργάνοις
    Με κιθάρες και τραγούδια
    Που άγουρα κο-
    πηκαν απ’ τα χεί-
    λια τους

    Δικαιολογημένη ή καθυστερημένη
    Αδικαιολόγητη η απουσία τους
    Από τη Μνήμη σας

    Ανάφτε κάθε βράδυ
    περί λύχνων αφάς
    Το καντήλι Της

    Να μη χάνουν το δρόμο

    Κι ας μετονομάσουν επιτέλους
    το χωριό τους
    Από Μακρυχώρι
    σε Μαυροχώρι
    να χωρέσει όλο το μαύρο της Άνοιξης

    Βιαστήκανε
    Πήραν τ’ απολυτήριο της ζωής
    Πριν από κείνο του σχολείου

    Αλλά εσείς
    αφήστε τους
    Να συνεχίζουν το παιχνίδι τους
    Στο χλοερό κοιμητήρι
    Της μνήμης σας

    Αλλά εσείς
    -ω τρυφεροί Συνάδελφοι
    αδελφοποιείστε τους
    δεχτείτε τους και φέτος
    ελεύθερους ακροατές
    στις παραδόσεις σας

    μη χάσουν τη χρονιά τους

    Και τα ονόματά τους
    21Χ16 μαρμάρινα σκαλιά
    Ν’ ανηφορίζουν οι μανάδες τους
    Τα βράδια
    -άδεια και περίλυπος έως θανάτου η ψυχή τους-
    στον ουρανό:
    Βάλια, Γεωργία, Νατάσσα, Περιστέρα
    Ανδρέα, Σταύρο, Ηλία, Παναγιώτη
    Γιάννη, Δημήτρη, Κώστα, Σάββα
    Γιάννηα, Χριστίνα, Όλγα, Γεσθημανή
    Γιώργο, Θανάση, Βασίλη, Δημήτρη
    κι αειθαλούσα Ευανθία
    ………………………..

    πρώιμα φτερουγισμένα πουλιά
    στην απέραντη τ’ ουρανού αγκαλιά
    ………………….

    Και τα βράδια με ξαστεριά
    που πιάνει βάρδια
    ανοίγοντας ένα ένα
    τα χρυσά του τριαντάφυλλα
    ο Ουρανός
    όπου κι βρίσκεσθε
    θα διακρίνετε
    αν προσέξετε
    παράπλευρα της Πούλιας
    Ν’ ανατέλει τώρα
    και μια Νέα
    Με εικοσιένα ετούτη παιδιά

    (Αφήστε τα
    Να συνεχίζουν το παιχνίδι τους
    Στο χλοερό κει- μητή- ρι
    του Ακάθιστου
    Ύπνου σας!)
    (Γ. Κουβαράς, Του Έρωτα και του έρωτα, Γαβριηλίδης)

  7. 31. ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟΝ ΤΟΥ ΧΩΡίΟΥ

    Ι.
    Συναυλία τις μὲ φθάνει, ἁρμονία γλυκυτάτη…
    Κεφαλὰς παιδίων βλέπω, βλέπω οἴκημα σχολείου…
    Τῆς ἁμάξης σου τὸν δρόμον, ἀγαθέ μου φίλε, κράτει˙
    Ὤ, μαγεύει τὴν ψυχήν μου τὸ σχολεῖον τοῦ χωρίου!

    Συναισθάνομαι βαθείας καὶ γλυκείας συγκινήσεις,
    Ὅταν βλέπω τὰ παιδία, τάς πληθύας τοῦ σχολείου…
    Μὴ μαγεύωμαι διότι μ’ ἔρχονται αἱ ἀναμνήσεις
    Τῆς μικρᾶς μου ἀλφαβήτου καὶ τοῦ ἁγνοτάτου βίου;

    Εἶν’ αὐτὸ καὶ μόνον; Ὄχι· ὅπου ἂν σᾶς διακρίνῃ,
    Ἂν μικρά μου μετὰ πόθου ἡ ψυχή μου σᾶς θωπεύῃ,
    Εἰς χρυσῶν ἐλπίδων κόσμον ὁμοῦ αὕτη ἔνθους κλίνει.
    Καὶ ἰδοὺ ὑμῶν ἡ θέα διατὶ ἐμὲ μαγεύει.

    ΙΙ.
    Μετ’ ὀλίγους ἔτι χρόνους τὰ πτωχὰ αὐτὰ παιδία
    Εἰς τὸν δύσζηλον ἀγῶνα τῆς ζωῆς θ’ ἀποδυθῶσι,
    Ἄλλα θέλει ἀμειλίχως ἀφανίσ’ ἡ δυστυχία,
    Ἄλλα θέλει χρυσῆ μοῖρα καὶ νεότης στεφανώσει.

    Ἐὰν σήμερον τὸ ράκος καὶ τὸ δάκρ’ ᾖνε στολή των,
    Ποῖος αὔριον γνωρίζει, ἐκ τοῦ κύκλου των ὡραῖος
    Μὴ φανῇ τις αἴφνης ἥρως, στρατηγὸς τῶν ἀνικήτων,
    Δάφνη τοῦ μικροῦ χωρίου, τῆς Ἑλλάδος ὅλης κλέος;

    Ποῖος αὔριον γνωρίζει ἐκ τῆς χαρωπῆς πληθύος,
    Ἥτις σήμερον εὐφώνως ἀτακτεῖ, σκιρτᾷ, μανθάνει,
    Μὴ ἂν αἴφνης ἀνατείλῃ νοῦς διάφωτος καὶ θεῖος
    Ἄστρον τῆς καλῆς Ἑλλάδος, χρυσοῦ μέλλοντος σκαπάνη;

    Θάρρος, φίλοι μου˙ ὁ κόσμος εἶνε μοῖρα τῶν κρειττόνων
    Κ’ ἤρχισαν πολλάκις οὗτοι τὴν ζωήν των ρακενδύται…
    Αὔριον οἱ ἄνδρες ὅλοι κλίνουσι διὰ τὸν χρόνον
    Κ’ ἡ πατρὶς αὐτῆς ἡγέτας καλεῖ σας. Ἐτοιμασθῆτε!

    ΙΙΙ.
    Ὁ Θεός γλυκὺς φρουρός της, ὁ Θεὸς νὰ εὐλογήσῃ
    Τὴν καρδίαν, ἥτις ἦλθεν ὡς ἡγέτης τοῦ σχολείου,
    Καὶ φωτίζει τὰ παιδία καὶ ὡς ὄρνις περιπτύσσει.
    – Πῶς λατρεύει ἡ ψυχή μου τὸ σχολεῖον τοῦ χωρίου!

    Σπυρίδων Βασιλειάδης (Πάτρα, 1845 – Αθήνα, 1877)

    ΥΓ. Υλικό εστάλη.

  8. -Αντριέν Ριτς, Το σχολείο ανάμεσα στα χαλάσματα
    Βηρυτός, Βαγδάτη, Σεράγεβο, Βηθλεέμ, Καμπούλ. Όχι ασφαλώς εδώ.

    1
    Παραδίδοντας το πρώτο και τελευταίο μάθημα
    – μέγα φως του θέρους θα κρατήσεις
    περισσότερο απ’ όσο το σχολείο κρατά;
    Όταν τα παιδιά ξεχύνονται
    σε σειρές απ’ τις πόρτες
    ΑΓΟΡΙΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ και πολυάσχολοι δασκάλοι
    ανοίγουν ή κλείνουν ψηλά παράθυρα
    μ’ αγκιστρωμένους σύρτες δημιουργώντας σκουροπράσινες σκιές
    ντουλάπια ξεκλείδωτα, κλειδωμένα
    ερωτήσεις ανερώτητες, ερωτημένες, όταν
    ο έρωτας των νεαρών ακριμάτιστων
    σκληρά σχεδιασμένος ναι
    τάξη χωρίς σκληρότητα
    ένας δρόμος πάνω στη γη ούτε παράδεισος ούτε και κόλαση
    γεμάτος από το εμπόριο και τη θρησκεία
    με νέους δασκάλους να τραβούν για το σχολείο
    φρέσκο ψωμί και πάγκοι μ’ αγαθά που άνοιξαν νωρίς
    2
    Κάθε που η επίθεση σείει τον ουρανό κάθε που το θάμπος της νύχτας
    αναμειγνύει τη μέρα με τη νύχτα κάθε που τα κατοικημένα
    δώματα της άνω πόλης
    σωριάζονται διαλύοντας τους κάτω δρόμους
    σωροί από παλιοκαιρίσια στολίδια ανθρώπινα ερείπια
    κάθε που ο φόβος τους δρόμους τούς κενώνει
    Κάθε που ολόκληρη η πόλη σείεται
    αίμα κάτω απ’ την πατούσα που σκληραίνει σαν γυαλί
    Όποιος κι αν περπατά είναι κυρτωμένος γονατισμένος μια ζώνη πολεμική
    ξέρει γιατί κάνει αυτή την πράξη την αυτοκτονική
    Το σχολείο είναι πια ανοιχτό ολημερίς
    τα παιδιά κοιμούνται
    στις τάξεις οι δάσκαλοι είναι μαζεμένοι
    3
    Πόσο ο καλός δάσκαλος αγαπούσε
    το σχολείο του τους μαθητές
    την αίθουσα του φαγητού με τα φρέσκα σάντουιτς
    τις λεμονάδες και το γάλα
    την τάξη γυάλινα κλουβιά
    με βρύα και χελώνες
    διδάσκοντας την ευσυνειδησία
    Έρχεται ένα πρωινό χωρίς ψωμί και φρέσκο γάλα
    γονείς ή σχέδια μαθημάτων
    διάρροια η πρώτη ερώτηση της μέρας
    τα παιδιά τουρτουρίζουν είναι Σεπτέμβρης
    Ερώτηση δευτέρα: πού είναι η μητέρα μου;
    4
    Ο Ένα: Δεν ξέρω πού είναι
    η μητέρα σου Ο Δύο: Δεν ξέρω
    γιατί προσπαθούν να μας λαβώσουν
    Ο Τρία: ή και τα μήκη και τα πλάτη της γης
    από το μίσος τους Ο Τέσσερα: Δεν ξέρω αν εμείς
    τους μισούμε το ίδιο Νομίζω ότι υπάρχει κι άλλο χαρτί υγείας
    στο ντουλάπι με τις προμήθειες Πάω να το σπάσω και να τ’ ανοίξω
    Σήμερα ετούτο είναι το μάθημά σας:
    γράψτε όσο καθαρότερα μπορείτε
    τ’ όνομά σας τη διεύθυνσή σας και τον αριθμό
    σ’ αυτή τη σελίδα
    Όχι δεν μπορείτε να πάτε σπίτια σας ακόμα
    αλλά δεν έχετε χαθεί
    αυτό είναι το σχολείο μας
    Δεν είμαι σίγουρος τι θα φάμε
    θ’ αναζητήσουμε υγιεινές ρίζες και χόρτα
    ψάχνοντας για νερό παρόλο που οι σωλήνες έχουνε σπάσει
    (https://www.vakxikon.gr/)

  9. Αναρωτιέμαι αν βλέπεις τα μέιλ σου.
    Ή μήπως δεν φτάνουν καν;

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: