Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (190ο): «ΠΑΝΑΓΙΑ-ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΣ»

 

  1. ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΣ

Παναγία  Παντοχαρά  για τους αθώους,

όμορφη μητερούλα για τους απλούς,

ανύπαρκτη για τους σκοτισμένους.

 

Παναγίτσα για τον Τάκη Βαρβιτσιώτη ποιητή,

φιλική ζεστασιά, δροσιά για όλους.

 

Πάντων  Χαρά

ή Παντοχαρά, του ποιητή Οδυσσέα Ελύτη.

Αμήν, Καλοκαιρινό.

 

ΑΝΔΡΕΑΣ Γ. ΛΙΤΟΣ

 

 

Λάκης Παππάς – Μάνα, γυναίκα, Παναγιά

 

  1. ΤΑ  ΟΘΟΝΙΑ ΚΕΙΜΕΝΑ

(απόσπασμα)

Διαδόθηκε πως είδαν την Παναγία να υφαίνει
μικρά ράσα για τα παιδιά των σκλάβων.
Κάθεται λένε παράμερα, κάτω από ένα σκίνο,
υφαίνει και κλαίει. Ποιος ξέρει, ίσως ν’ άκουσε
για την προδοσία, ίσως να λυπάται ακόμα για
τις μικροσκοπικές δεσποινίδες που τις έδιωξαν
από τον Πύργο και κατεβαίνουν τρεκλίζοντας προς τα βράχια.


Η Παναγία δεν είναι μια ξένη σε τούτο τον τόπο.
Βέβαια, δεν έχει καμιά σχέση με τα φιλόπτωχα ταμεία
ούτε με τα κλουβιά, ούτε με τα πυροτεχνήματα.


Όμως κάτι παιδιά είπαν πως την είδαν να κοιμάται
πολλές βραδιές σ’ εκείνα τα χαλάσματα στο ρέμα.
Άραγε πληροφορήθηκε για τη λόγχη;
Τα πηγάδια – ευτυχώς– φέτος γέμισαν.
Λένε πως βοήθησαν σ’ αυτό πολύ τα δάκρυά της.


ΜΟΥΝΤΕΣ ΜΑΤΘΑΙΟΣ, «Η αντοχή των υλικών», Αθήνα 1971, σ. 72

 

***

  1. ΔΕΗΣΗ  ΤΟΥ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

«Έχει μια λύπη η δέησή μας,
από έναν παιδικό καιρό που ξανάνθισε
μια τρυφερότητα νησιώτικης ακρογιαλιάς
που καθρεφτίζει τους οικτιρμούς σου.


Κατέβα από τους λόφους,
φέρε την πηγή του ελέους σου, ν’ αναβλύσει πλάι στην πληγή μας.


Μάζεψε πάλι εκ περάτων
τα μηνύματα της χαράς,
φόρτωσέ τα πάνω σε δειλινές καμπάνες
που σημαίνουν την Παράκληση
και φέρτα να τα καρφώσεις
στεφάνι στην πόρτα μας.»

ΜΑΤΘΑΙΟΣ  ΜΟΥΝΤΕΣ

 

***

  1. Η ΧΑΡΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ

 

Η Παναγία χτενίζει τα χρυσά της μαλλιά

στο μικρό της παράθυρο –

μια

θαλασσιά πεταλούδα, πετά γύρω απ’ τη μια της

πλεξούδα που κρέμεται.

Βασιλεύει ο ήλιος.

Ο Ιωσήφ ανεβαίνει πιο ψηλά, να της κόψει

ένα κόκκινο άνθος.

 ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ, «Οδοιπορία», Αθήνα 1972

 

 ΜΙΑ ΠΙΚΡΑΜΕΝΗ ΠΑΝΑΓΙΑ –Γιάννης Πουλόπουλος

 

 To παρακάτω ποίημα έχει συναισθηματική αξία για μένα, καθώς μου το απάγγελλε συχνά, με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο, η αναλφάβητη γιαγιά μου, χρωματίζοντας τα σημεία σε τέτοιο βαθμό, που με έπιανε πολύ μεγάλη αγωνία αν στο τέλος θα σωθεί η άρρωστη Μαρία.

 

  1. ΠΡΟ  ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ

Στην έρημή σου έρχομαι και πάλιν εκκλησία,
αγαπημένη Παναγιά, χλωμή μου Παναγία.
Ήλθα τον πόνο να σου ειπώ που έχω στην καρδιά μου·
δεν έχω άλλον από σε, το ξεύρεις Δέσποινά μου….
Μάννα του κόσμου! πρόφθασε, η χάρι σου ας με ράνη,
μ’ αρρώστησ’ η Μαρία μου κοντεύει να πεθάνη:

Βασίλισσα των ουρανών, λευκή του κόσμου σκέπη,
μονάχη τώρα η χρυσή εικόνα σου με βλέπει…
Όχι· δεν ήλθε σήμερα σαν άλλοτε μ’ εμένα
ν’ ανάψη τα καντήλια σου και κρέμουνται σβυσμένα.
Ποιος θα σου φέρνη, Δέσποινα, στην ερημιά λιβάνι,
ανίσως η Μαρία μου, ανίσως αποθάνη;

Όχι δεν πήγα σε γιατρούς, γλυκειά μου Παναγία,
ήλθα σε Σένα να το ειπώ, να γιάνης την Μαρία!
Αχ! σ’ εξορκίζω στη ματιά του τέκνου σου την πρώτη,
στο πρώτο του χαμόγελο, στη σκεπτική του νιότη
σ’ ορκίζω στο βαρύ σταυρό, στ’ ακάνθινο στεφάνι,
να γιάνης τη Μαρία μου, γιατί θα μου πεθάνη.

Αχ! κάμε μούτηνε καλά, καλή μου Παναγία,
λαμπάδα στην εικόνα σου ν’ ανάβω την αγία,
μεγάλη σαν το σώμα της, λευκή σαν την ψυχή της,
εμπρός σου ν’ ακτινοβολή, καθώς οι οφθαλμοί της!
Αχ! κάμε μούτηνε καλά, η χάρις σου ας τη γιάνη,
δεν θέλω η Μαρία μου, δεν θέλω να πεθάνη.

Ναι· αν σου έφερα ποτέ λουλούδια μυρωμένα,
αν έχω την εικόνα σου κ’ εγώ λιβανισμένα,
αν στου Παιδιού σου έκλαψα τα πάθη Παναγία,
κ’ έχετε ένα όνομα μαζί με την Μαρία,
δος μου, αχ, δος μου της ζωής το δροσερό βοτάνι,
να δώσω της Μαρίας μου μην τύχη και πεθάνη!

ΑΧΙΛΛΕΑΣ  ΠΑΡΑΣΧΟΣ

 

***

  1. ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΠΙΣΤΗΣ


Θα ήθελα να υπήρχε η Παναγία.
Γλυκοφιλούσα, σπλαχνική, Μεγαλόχαρη.
Τρυφερή και στοργική σαν την μάνα μου.
Να της έλεγα τον πόνο και την πίκρα.
Βάλσαμο.

Θα’ θελα να υπήρχε ο Ιησούς.
Ο Αμνός, ο Μεσσίας, ο Παράκλητος,
απλώνοντας το χέρι του να με λυτρώσει απ’ τις οδύνες
μιας παράλογης Δημιουργίας.

 

Θα’ θελα να είχα την αίσθηση της αμαρτίας,
να βουτήξω στην μετάνοια σαν Μαγδαληνή.
Σφάλματα διέπραξα πολλά.
Αμαρτία όμως;

 

Θα ήθελα να πίστευα στην Μέλλουσα Ζωή
για να μην τρέμω τον θάνατο.
Κι ακόμα να προσδοκώ μία Δεύτερη Παρουσία.

Ίσως αυτή με έπειθε για την Πρώτη.

 

ΝΙΚΟΣ ΔΗΜΟΥ

 

***

  1. ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ

«Πόσο ακριβά το πλήρωσες αυτό το Μήτηρ Θεού!»

«Πού σ’ έμπλεξαν κι εσένα!»

 

ΚΩΣΤΑΣ  ΜΟΝΤΗΣ

 

***

 

  1. ΑΝΕΜΟΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ

Σε μια παλάμη θάλασσας γεύτηκες τα πικρά χαλίκια
Δύο η ώρα το πρωί περιδιαβάζοντας τον έρημο Αύγουστο
Είδες το φως του φεγγαριού να περπατεί μαζί σου
Βήμα χαμένο. Ή αν δεν ήτανε η καρδιά στη θέση της
Ήταν η θύμηση της γης με την ωραία γυναίκα
Η ευχή που λαχτάρησε μεσ’ απ’ τους κόρφους του βασιλικού
Να τη φυσήξει ο άνεμος της Παναγίας!


Ώρα της νύχτας! Κι ο βοριάς πλημμυρισμένος δάκρυα
Μόλις ερίγησε η καρδιά στο σφίξιμο της γης
Γυμνή κάτω από τους αστερισμούς των σιωπηλών της δέντρων
Γεύτηκες τα πικρά χαλίκια στους βυθούς του ονείρου
Την ώρα που τα σύννεφα λύσανε τα πανιά
Και δίχως ήμαρτον κανέν’ από την αμαρτία χαράχτηκε
Στα πρώτα σπλάχνα του ο καιρός. Μπορείς να δεις ακόμη
Πριν από την αρχική φωτιά την ομορφιά της άμμου
Όπου έπαιζες τον όρκο σου κι όπου είχες την ευχή
Εκατόφυλλη ανοιχτή στον άνεμο της Παναγίας!

ΟΔΥΣΣΕΑΣ  ΕΛΥΤΗΣ, ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ

 

***

 

  1. Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΩΝ ΚΟΙΜΗΤΗΡΙΩΝ

Πέτρες επήρα και κλαδιά
τα φύτεψα στην αμμουδιά
Και μια ψυχή μελέτησα
το λόγο δεν αθέτησα

Με τον καιρό με τον καιρό
έγινε αλήθεια τ’ όνειρο
Οι πέτρες μεγαλώσανε
και τα κλαδιά φυτρώσανε

Τα κυπαρίσσια τα κελιά
σου τα ‘κανα παραγγελιά
Τις πόρτες τις αμπάρες σου
και τις οχτώ καμάρες σου

Στο μέρος το πιο δροσερό
έστησα το καμπαναριό
Και κύματα και κύματα
γύρω σου τ’ άσπρα μνήματα

Έλα Κυρά και Παναγιά
με τ’ αναμμένα σου κεριά
Δώσε το φως το δυνατό
στον Ήλιο και στο Θάνατο.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ  ΕΛΥΤΗΣ, ΤΑ ΡΩ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

 

 

Μια Παναγιά, Λάκης Παπάς

 

  1. ΠΑΡΑΜΟΝΕΣ  ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΥ


Σαν τη λαίδη Μακμπέθ σε υπνοβασία
πιτσιλισμένη απ’ τον ασβέστη
στα μαλλιά και το φόρεμα.

Και τα δωμάτια μοσχοβολούσαν
παραμονές Δεκαπενταύγουστου.


Οι φωτιές της ροδιάς. Η αυλή με τη βρύση.

Τα μυρμήγκια που τρέχουν για να γλιτώσουν.

Τα σκούπιζες και τα ‘ριχνες στο κηπάκι
για να σωθούν.

Ώρα έξι το απόγευμα και μάζευες
την άγκυρα να ελευθερωθεί το σπίτι.

 

Μάζευες τα σκοινιά κι άναβες τις μηχανές
να φύγει το σπίτι, να σαλπάρει το σπίτι
και να ταξιδέψει
στο άσπιλε, αμόλυντε, άφθορε, άχραντε
και σ’ εκείνο το θεόνυμφε που υποσχόταν δόξες.

 

ΜΑΝΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ

 

***

 

  1. ΡΕΜΒΑΣΜΟΣ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

 Στή μνήμη Ἐκείνου πού τόν ρέμβασε

Άλαλα τα χείλη των όσων δεν κοπιάσαν
για ν’ ακουμπήσουν τα ξαναμμένα κεφάλια τους
στα γόνατά σου τα μητρικά, που καταλύουν το μαύρο πάθος.

Άλαλα τα χείλη των όσων δεν διακρίναν, πως
συντρίβεις με το πόδι σου και συνθλάς την κεφαλή
του πανάρχαιου δράκοντα, που κέρδισε παίζοντας
κι’ ύστερα τόχασε το μήλο. Άλαλα τα χείλη
των όσων δεν ποθήσαν το ξαπόσταμα της αρμογής
και την ασφάλεια, το απάγγειασμα της νηνεμίας.

 Είσαι ένα λιμανάκι ελληνικού νησιού όλο κατάρτια
περήφανα υψωμένα· φτωχά καΐκια αραγμένα,
φτωχά, αλλά που γνωρίσαν την αντάρα και την τρομάρα,
που φορτωθήκαν μόχθο και μεταφέραν πλούτος.

 Είσαι άσπρο ελληνικό ερημοκκλήσι δαρμένο
από την αντηλιά. Γύρω-γύρω αμπέλια, μποστάνια,
καρποφόρες συκιές και κάπου κάπου μοναχική
και κάποια ελιά. Χρυσοφρυγανισμένα τα χορτάρια
αχνίζουνε, άχυρο πια· κι’ αντίς γι’ αγγέλους, τα τζιτζίκια,
σου κανοναρχούνε το κάθε απομεσήμερο έως αργά
με το δικό τους τρόπο τον Παρακλητικό Κανόνα.

 Αναστραμμένο σου θρονί, όλο αυτό το γαλάζιο
ενός απλού ουρανού, που πάλαι γίνηκε το Μέτρο των Δωριέων
και που αναπαύεται στεριωμένος στα χρυσάφια
του ευλογημένου μας πελάγους.

 Άλαλα τα χείλη τους – και τι μπορούν ν’ αρθρώσουν,
που τη φωνή τους κουκουλώνει η τύρβη μερονυχτίς,
ενώ σειέται απ’ τις βουές ο Μέγιστος Ιππόδρομος
και πλημμυράει απ’ τα αίματα των Μαρτύρων
κι’ απ’ τη μανία των Μονομάχων.

Αυτό το αίμα είναι που βοά, αυτό είναι που ρυπαίνει.

Εδώ χρειάζεται η βακτηρία του γίγαντα Ασκητή
του λευκοπώγωνα να επιβληθεί να τους σκορπίσει,
όλους τους ίππους και τους αναβάτες τους.

 Εδώ χρειάζεται κοντύλι του Ζωγράφου, στη μοναξιά,
στην προσευχή και στην προσήλωση, με τα ζωογόνα
τα χρώματα τα πρώτα να ξαναγαλουχήσει
το βρέφος-Θεό, να ξαναγράψει τις πληγές της Αγάπης,
να ξαναδροσίσει τη ρίζα τη συμπονετική,
ν’ αποδείξει τι απέραντη είναι η αγκαλιά της μητέρας,
να συναθροίσει πάλι εκ περάτων όλους εκείνους,
που με σέβας πολύ θα σταυρώσουν τα χέρια της Κόρης
με συνοδεία των αγγέλων, με ηχητικές αρμονίες
και θα ενεργήσουν όπως αξίζει την ταφή της,
ανοίγοντας το δρόμο για την καθέδρα τ’ ουρανού,
όπου η αδιάκοπη Παράκληση. Ενώ τα δέντρα
τα ευσκιόφυλλα στη λιτάνευση, καθώς το Σώμα
περνάει της Βασίλισσας, ριγούντα και φρίττοντα,
θα συγκλίνουν για προσκύνηση σκορπώντας
τη δροσιά τους με το ανέμισμα, ριπίδια της λατρείας,
αναστυλώνοντας όσους μαραίνονται κι’ ασθμαίνουν
στις τροπικές τις λαύρες του καλοκαιριού μας,
μισοκαμένες θημωνιές κοντά στο αλώνι,
καπνοί, που διαλύουν
τις αυγουστιάτικες τις αμαρτίες μας.

Τότε μονάχα τ’ άλαλα τα χείλη,
ίσως ερθεί στιγμή
και λαλήσουν.

ΤΑΚΗΣ  ΠΑΠΑΤΣΩΝΗΣ

 

***

 

  1. ΡΕΜΒΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

Ήσουν γυναίκα; Ήσουν όνειρο; Ή μήπως ήσουν και τα δύο καύσων της φαντασίας μου

Τότε που νοσταλγούσα το άπειρον όπως νοσταλγεί την αγνότητα ένα καναρίνι

τότε που συνέπεσε να ξεκινήση για το τελευταίο του ταξίδι ο Υπερσιβηρικός

ξέροντας πως εγκαταλείπει διά παντός την εύκρατο ζώνη

 

Την ίδια μέρα που ο καλόκαρδος χοντρός Καίσαρ Κασκαμπέλ εκινήθη ακριβώς αντίθετα

γιατί αποφάσισε να περάσει τον Βερίγγειο πορθμό και να ξαναφέρει το τσίρκο του στη Νάντη

ενώ ο Τηλεγραφόξυλος προειδοποιούσε σοβαρά πως θα χιονίσει εκτός αν δεν χιονίσει

 

Ήσουν γυναίκα, ήσουν όνειρο, ήσουν Μεγάλη Παρασκευή

ήσουν σωτήρια δάκρυα στα μάτια του Μιχαήλ Στρογκώφ

Ήσουν οικτίρμων

μικρό φωτάκι στην πιο σκοτεινή γαλαρία των Μελαινών Ινδιών

-Καλά το είπε, νομίζω, μια ποιήτρια: Όσα δεν φτάνουν τα χέρια μας,

τ’ αναπληρώνουν τα ποιήματά μας.

ΜΑΡΙΟΣ ΜΑΡΚΙΔΗΣ

 

***

  1. ΑΝΘΙΝΕΣ ΠΑΝΑΓΙΕΣ


Είναι στα ερημοκκλήσια που γκρεμίζονται
θλιμμένες Παναγιές, χλωμές εικόνες,
και μοναχά αγαπάνε τα αγριολούλουδα –
κρινάκια, κυκλαμιές, σπάρτα, ανεμώνες.

Σα θυμιατήρια αγροτικά κι εφήμερα,

σκόρπια ή δεμένα σ’ άτεχνο στεφάνι,

την άνθινή τους την ψυχή σκορπίζουμε
ψυχομαχώντας σ’ άυλο λιβάδι…

 

Αχ, όποιος πάει εκεί με τ’ αγριολούλουδα,
στο πρώτο άγγιγμά του ανοίγει η πόρτα,
που ολόγυρα οι φωλιές την επλουμίσανε,
της λησμονιάς την κέντησαν τα χόρτα.

Ανοίγει η πόρτα έτσι όπως συνήθισε

να την ανοίγει μόνον ο αγέρας –
σάμπως να την ανοίγει η Παναγιά
με την ανησυχία γλυκιάς μητέρας…

ΛΑΜΠΡΟΣ ΠΟΡΦΥΡΑΣ

 

 

*Η ανάρτηση είναι της φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής!

Advertisements

Single Post Navigation

17 thoughts on “Πες το με ποίηση (190ο): «ΠΑΝΑΓΙΑ-ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΣ»

  1. -«Η Παναγιά το πέλαγο κρατούσε στην ποδιά της,
    Τη Σίκινο, την Αμοργό και τα’ άλλα τα παιδιά της…»
    (Ο. Ελύτης)

    -«Η Παναγία χαίρεται η Παναγία χαμογελά
    το πέλαγο έτσι που κυλάει βαθιά πόσο της μοιάζει!…
    Ετοιμασίες της Παναγίας/ που για να γιορτάσει ελπίζει
    άσπρα πανιά και γαλανές σημαιούλες»
    (Ο. Ελύτης, Ήλιος ο πρώτος)

    -«… Να γεμίζει κρασί της Παναγίας το μισό το σώμα
    της φευγάτο κιόλας στην Ασία την αντικρινή
    Και το κέντημα όλο μετατοπισμένο μέσ’ στον ουρανό
    με τα διχαλωτά πουλιά, τα κρινάκια και τους ήλιους.»
    (Ο. Ελύτης)

    -«…Ω Παναγίτσα ηλιόκαλη δική μας
    Παρηγοριά μας και καταφυγή μας.»
    (Τάκης Βαρβιτσιώτης)

    -«…Ω Στρατηλάτισσα Κυρά σε σε τα νικητήρια!
    Λαοί τον ύμνο πλέκουνε σαν το στεφανοπλόκο
    Με χίλια βάγια δοξασμού Κρίνα λαχτάρας μύρια Ση χάρη σου Θεοτόκε.»
    (Κωστής Παλαμάς)

    -«…Κι ὅπως γαλανίζει τὸ βραδάκι,
    τὸ μαβί, τὸ βιολετί,
    νὰ κι ἡ Παναγιὰ στὴ δημοσιά,
    πλάι στὰ κάρα, στὰ κουδούνια, στὰ σταμνιὰ
    καὶ στὰ κλαδωτὰ μαντίλια,
    νά τη ἡ Παναγιὰ
    νὰ κρατάει στὴν ἀσημένια της ποδιὰ
    πέντε ὀκάδες κόκκινα σταφύλια.»
    (Γ. Ρίτσος, Τρύγος)

    -Οδυσσέας Ελύτης, [Τα ονόματα της Παναγίας]
    «Λίγο για μια στιγμή να παίξεις πάνω στην κιθάρα σου
    Ε, ε, Χρυσομαλλούσα/ ε, ε, Χρυσοσκαλίτισσα

    Να ξεπετιέται πάλι το βουνό με τ’ άσπρο σπίτι στην πλαγιά
    τ’ άλογο με τα δύο φτερά/ και η άγρια φράουλα της θάλασσας

    Λάμπουσα και Κανάλα μου και Παραπόρτιανή μου
    θα δεις την πράσινη ψαρόβαρκα σκαμπανεβάζοντας να χάνεται
    μέσα στ’ αραποσίτια
    τον Μήτσο με τιε τρίχες και με τ’ αλυσιδάκι στο λαιμό

    Ε, Παναγιά Τα Μάγκανα/ ε, Παναγιά Τόσο Νερό

    Να βλαστημάει και ν’ ανεβάζει ανίδεος μες στα δίχτυα του
    τέσσερα – πέντε αρχαία ελληνικά
    το τέλλεσθε και το νηυσί, το μέλεα και το κρίναι σα

    Καρυστιανή κι Ακλειδιανή/ Δαφνιώτισσα κι Αργιώτισσα

    Που μια στιγμή τα παίζεις πάνω στην κιθάρα σου
    κι απ’ τ’ αναμμένο πέλαγο αντικρύ σου ακούς

    Έι, Κρουσταλλένια, έι Δροσιανή/ έι Παναγιά του Νίκους

    Να σχίζεται στα δύο τ’ ουρανού το καταπέτασμα
    κι ένας παμπάλαιος έφηβος απαράλλαχτος εσύ
    να κατεβαίνει- κοίτα:
    Στα κύματα μ’ ένα καμάκι ορθός και στους αφρούς να πλέει

    Σπηλιώτισσα και Μερσινιά και Θαλασσίστρα μου έι!»
    (Ο. Ελύτης, Ο μικρός ναυτίλος)

    -Κωστής Παλαμάς, «Η Παναγιά στην Κόλαση»

    «Το άρμα ξεκινάει, το σέρνουν
    πνεύματα χερουβικά,
    λάμπει η Παναγιά στην Κόλαση.
    “ Έλεος, Λιόκαλη Κυρά!”
    Ω οι δαρμοί των κολασμένων
    μες στην αβυσσόθρεφτη φωτιά…
    Κι έξαφνα γρικιέτ’ ένα παράπονο
    και περήφανα ξεσπά:
    “Ειμ’ εγώ που λάτρεψα τον ήλιο,
    γι’ αυτό μ’ άρπαξε και η Νύχτα;Πες μου Λιόκαλη Κυρά!
    Της ζωής το φως που βύζαξα μου ’γινε αγκαλιά της Κόλασης
    και φιλί του Σατανά;”».
    (Κωστής Παλαμάς, Η ασάλευτη ζωή)

    -ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ ΛΟΥΛΑ Δ., «Δεκαπενταύγουστος»

    «…Έτσι όπως κοιμάσαι, Παναγιά της Τήνου,
    μέσα στην τρυφερότητα της Άγιας Γαλήνης,
    με το σάρκινό Σου φόρεμα σπαραγμένο
    απ’ το ρίγος της αγωνίας στο δρόμο της εξορίας και της φυγής
    απ’ τον άφατο πόνο του Σταυρωμένου Παιδιού Σου,
    Μάνα Πανανθρώπινη,
    ελπίδα και παρηγοριά των πονεμένων,
    Μεγαλόχαρη, συγχώρεσέ μας,
    «εν τη Κοιμήσει τον κόσμο ου κατέλιπας, Θεοτόκε!».

    («Νέα Εστία», 15.8.1975, σ. 1101)

    -Τάκη Βαρβιτσιώτη, «Ταπεινός αίνος προς την Παρθένο Μαρία»
    (απόσπασμα)
    «[…]
    Σε ικετεύουμε Αειπάρθενε πάντα Ελεούσα
    Γύρισε πάλι κοντά μας
    Είτε από το αρχιπέλαγος μαζί με τις αλκυόνες
    Κομίζοντας τα πιο ευρύχωρα όνειρα
    Είτε από τη στεριά με χιλιάδες λαμπάδες
    Που ταξιδεύουν σαν ολόψυχα περιστέρια.
    Άνοιγε Ρόδο αμάραντο
    Και περιτύλιξε με τον ασημένιο χιτώνα Σου
    Τη θλιβερή μας γυμνότητα
    Φανερώνοντας την επουράνια Κλίμακα
    Που θα μας οδηγήσει ώς Εσένα
    Πάνω από τα βουνά τα ποτάμια την άβυσσο
    Στον κόσμο του μέλλοντος δίχως όρια
    Δίχως βιγλάτορες και δεσμωτήρια
    Όπου η αγάπη εκτείνεται ώς το άσμα του κορυδαλλού.»
    [πηγή: Τάκης Βαρβιτσιώτης, Τα ποιήματα 1941-2002, Καστανιώτης, Αθήνα 2003]

    -Κ. Βάρναλης, «Οι πόνοι της Παναγίας»
    (απόσπασμα)

    «Που να σε κρύψω, γιόκα μου, να μη σε φτάνουν οι κακοί;
    Σε ποιο νησί του Ωκεανού, σε ποιαν κορφήν ερημική;
    Δε θα σε μάθω να μιλάς και τ’ άδικο φωνάξεις.
    Ξέρω, πως θα ‘χεις την καρδιά τόσο καλή, τόσο γλυκή,
    που μες στα βρόχια της οργής ταχιά θενά σπαράξεις.

    Συ θα ‘χεις μάτια γαλανά, θα ‘χεις κορμάκι τρυφερό,
    θα σε φυλάω από ματιά κακή κι από κακόν καιρό,
    από το πρώτο ξάφνιασμα της ξυπνημένης νιότης.
    Δεν είσαι συ για μαχητές, δεν είσαι συ για το σταυρό.
    Εσύ νοικοκερόπουλο, όχι σκλάβος ή προδότης.

    Τη νύχτα θα σηκώνομαι κι αγάλια θα νυχοπατώ,
    να σκύβω την ανάσα σου ν’ ακώ, πουλάκι μου ζεστό,
    να σου τοιμάζω στη φωτιά γάλα και χαμομήλι
    κι ύστερ’ απ’ το παράθυρο με καρδιοχτύπι θα κοιτώ
    που θα πηγαίνεις στο σκολειό με πλάκα και κοντύλι…

    Κι αν κάποτε τα φρένα σου το Δίκιο, φως της αστραπής,
    κι η Αλήθεια σού χτυπήσουνε, παιδάκι μου, να μην τα πεις.
    Θεριά οι άνθρωποι, δεν μπορούν το φως να το σηκώσουν.
    Δεν είναι αλήθεια πιο χρυσή σαν την αλήθεια της σιωπής.
    Χίλιες φορές να γεννηθείς, τόσες θα σε σταυρώσουν.

    Ώχου, μου μπήγεις στην καρδιά, χίλια μαχαίρια και σπαθιά.
    Στη γλώσσα μου ξεραίνεται το σάλιο, σαν πικρή αψιθιά!
    – Ω! πώς βελάζεις ήσυχα, κοπάδι εσύ βουνίσο…-
    Βοηθάτε, ουράνιες δύναμες, κι ανοίχτε μου την πιο βαθιά
    την άβυσσο, μακριά απ’ τους λύκους να κρυφογεννήσω!
    (Κ. Βάρναλης, Ποιητικά, Κέδρος)

    -Γ. Ρίτσου, από το » ΟΝΕΙΡΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΟΥ ΜΕΣΗΜΕΡΙΟΥ»

    «…Όταν περνούσε η Παναγία σιωπηλή κάτου απ’ τα δέντρα
    κανένας δεν την άκουσε
    Τα σκυλιά δε γαυγίσαν στις αυλόπορτες.
    Μονάχα τα τριζόνια τη χαιρέτισαν,
    κι ένα μεγάλο αστέρι χτύπησε
    σε μια χορδή κάποιο άγνωστο τραγούδι
    που τ’ ακούσαν μόνο τα παιδιά στον ύπνο τους
    και γύρισαν απ’ τα’ άλλο τους πλευρό χαμογελώντας.»

    -ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΑΦΟΠΟΥΛΟΣ, «Η ΜΙΚΡΗ ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ»
    (απόσπασμα) :

    «Σε τέτοιους αγγέλους ποια Παναγιά μπορούσε να ταιριάζει;
    Όχι, βέβαια, εκείνη η σπαραγμένη της Αποκαθηλώσεως :
    Η λεπτή καρδιά των μικρών Αγγέλων δεν αντέχει
    σε τέτοια θλίψη, που κολώνες μητροπόλεων λυγίζει.
    Κι ένα δάκρυ από τέτοια μυστική φωτιά μπορεί
    όχι μονάχα να την κάψει, να την εξατμίσει.
    Στους μικρούς αγγέλους μια Παναγία μικρή ταιριάζει.»

    -ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ, «ΔΕΗΣΙΣ»

    «Η θάλασσα στα βάθη της πήρ’ έναν ναύτη-
    Η μάνα του, ανήξερη, πιαίνει κι ανάφτει

    Στην Παναγία μπροστά ένα υψηλό κερί
    για να επιστρέψει γρήγορα και ναν’ καλοί οι καιροί-

    Και όλο προς τον άνεμο στήνει τ’ αυτί.
    Αλλ’ ενώ προσεύχεται και δέεται αυτή

    Η εικών ακούει, σοβαρή και λυπημένη,
    ξεύροντας πως δεν θάλθει πια ο υιός που περιμένει.»
    (Κ. Καβάφης, Ποιήματα, ύψιλον/βιβλία)

    -Θωμάς Κοροβίνης, «ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ»

    Κοιμήσου τώρα που κανείς
    δε θα’ ρθει να σε πάρει,
    γιατί’ ναι προίκα σου ο καημός
    μαζί με τόση χάρη.

    Ένας καημός αβάσταχτος,
    η δύναμή σου, φως μου,
    που απ’ τη θωριά σου θα σκιαχτούν
    οι δυνατοί του κόσμου.

    Δε θα’ χει τόπο να κρυφτείς
    απ’ το μεγάλο πόνο,
    σαν πέσεις να προσευχηθεί
    θα σε πετύχουν μόνο

    Οι πραίτορες κι οι δικαστές,
    ο γύπας και το φίδι,
    οι φαρισαίοι κι οι γραμματείς,
    του Χάρου το λεπίδι.

    Γιατί δεν πάτησες στη γη
    στο φοβερό το βήμα
    να δώσεις τόπο στην οργή
    και άφεση στο κρίμα

    Ήρθες να διώξεις το άδικο
    τον φθόνο να γκρεμίσεις,
    για τη χλιδή του μαμωνά
    φρικτά να μαρτυρήσεις.

    Ποιος θρήνος, ποια κραυγή χωράει
    το που θα πιω και που θα πιεις
    φαρμάκι στο ποτήρι;

    Ποιος τρυγητής και ποιος κιοτής
    απ’ τη ζωή σου θα γευτεί
    το μέλι και τη γύρη;

    Ποιος Βαραβάς και ποιος ληστής
    όταν εσύ θα σταυρωθείς
    θα κάνει πανηγύρι;

    (http://radiofloga.blogspot.gr/2011/11/h.html)

    *Τέσσερα ποιήματα του Α. Παπαδιαμάντη για την Παναγία:

    -ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ, «ΣΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΥΝΙΣΤΡΑ»

    «Εις όλη την χριστιανωσύνη
    μία είναι μόνη η Παναγία αγνή,
    Κόρη παιδίσκη, Άσμα Ασμάτων,
    χωρίς Χριστόν, Θείο παιδί στα χέρια,
    και τρεφομένη με Αγγέλων άρτον.
    Εσύ’ σαι η μόνη, Παναγία Κουνίστρα,
    που εφανερώθης στης Σκιάθου το νησί
    εις δένδρον πεύκου επάνω καθημένη
    και αιωρουμένη εις τερπνήν αιώραν,
    όπως αι κορασίδες συνηθίζουν.»
    (http://homouniversalisgr.blogspot.gr/2015/08/blog-post_15.html)

    -Παπαδιαμάντης Ἀλέξανδρος, «Στὴν Παναγία τοῦ Ντομάν»

    «Πηγή μου ζωηφόρος, ποὺ δροσίζεις

    μὲ τὸ βαθὺ ποτάμι, μὲ τὸ νᾶμα σου

    τόσες ψυχές, καὶ μένα τὴν ψυχή μου,

    ὁ κρότος τῶν νερῶν σου μὲσ᾿ στὰ ρέματα

    κι ἀνάμεσα στοὺς βράχους, στὰ βουνά

    κι ὥς κάτω, ἕως τὸ κῦμα τῆς θαλάσσης

    ὁ ρόχθος τῶν ὑδάτων σου ἀκούεται.

    Καὶ εἶσαι σὺ ἡ πόλις τοῦ Θεοῦ.

    Κι ἀκόμα τὸ ἁγιασμένο σκήνωμα

    ποὺ εὐφραίνεται τὰ ρεύματα

    κυλῶντος ποταμοῦ.

    Εἶναι μικρό, φτωχὸ τὸ ‘κλησιδάκι σου,

    μὰ ἡ χάρις σου εἶναι ἄπειρη κι ἀτέλειωτη,

    ἀτέλειωτη, ὡς τὸ ρεῦμα τῆς πηγῆς σου,

    ποὺ χύνεται καὶ χύνεται

    καὶ ἀπὸ κοντὰ ἀθόρυβα

    παράδοξα τὸ ρεῦμά σου πληθύνεται.

    Εἴθε καὶ στὴν καρδιά μου, ποὺ ἔχει στραγγιχτῆ

    νὰ δώσῃ ζωὴ καὶ δύναμιν ἡ χάρις σου.

    Ἂς εἶσαι ξεχασμένη κ’ ἔρημη

    ὅμως στὸ βράχο ἡ ἐκκλησιά σου εἶναι στημένη

    κι αὐτὸς ὁ βράχος μοῦ φαίνεται πὼς εἶναι

    κτισμένος ἀπ᾿ τὰ χέρια καὶ τὸ αἷμά του

    «Καὶ πύλαι ᾍδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς»

    -Παπαδιαμάντης Ἀλέξανδρος, «Στὴν Παναγία τὴν Κεχριά»

    «Γλυκειὰ Παρθέν᾿, ἀξίωσέ με

    νὰ ’ρθω καὶ πάλι στὸ ναό σου,

    ὅπου φυσᾷ γλυκὰ ἡ αὔρα

    στὰ πλατάνια τὰ θεόρατα

    κάτω στὸ ρέμα, ποὺ ἡ πηγὴ κελαρύζει

    κι ἐπάνω θροΐζει ἡ αὔρα μαλακά.

    Ὅλος ὁ ἥλιος λάμπει στὸ θόλο

    τοῦ ὡραίου ναοῦ σου μὲ τὰ πιατάκια τὰ ποικιλμένα

    κι εὐωδιάζ᾿ ἡ μύρτος κ’ ἡ δάφνη

    ὁλόγυρα, κι ἡ βρύση κελαδεῖ

    στὴν αὐλή, ποὺ ἀνθεῖ ὁ λιβανωτὸς κι [ἡ μύρτος].

    Στὰ νιάημερα τ᾿ ἀγαπημένα

    τῆς δοξασμένης μεταστάσεώς σου

    ἤθελα νὰ ’μαι νὰ ψάλω τὸ «Πεποικιλμένη…»

    στὸ πανηγύρι τὸ σεμνό.

    Νὰ βλέπω νὰ θαυμάζω τὴ χλωμὴ μορφή σου

    μὲ τὰ ματάκια τὰ κλειστά,

    μὲ τὰ χεράκια σταυρωμένα,

    κι ὁ Υἱός σου νὰ κρατῇ τὴν ἄμωμη ψυχή σου,

    ὡς τρυγόνα στὰ χεράκια.

    Κι Ἀπόστολοι ἐκ περάτων

    στὰ σύννεφα ἐπάνω πετώντας,

    κι Ἄγγελοι μὲ σταυρωμένα χέρια

    βλέπουν τὸ θάμα τὸ φριχτό!

    Ψηλὰ ἐπάνω ἀπ᾿ τὸ δῶμα, ἀπὸ δυὸ παραθυράκια,

    μὲ τὶς κουκοῦλες δυὸ καλογεράκια

    προβάλλουν καὶ τείνουν ἀπὸ ἕναν τόμον ἀνοιχτό!

    Κι ὁ ἕνας γράφει «θνητὴ γυναίκα τοῦ Θεοῦ Μητέρα»

    κι ὁ ἄλλος· «τ᾿ οὐρανοῦ εἶσαι πλατυτέρα,

    ὡς ἔμψυχος ναὸς καὶ θρόνος τοῦ Θεοῦ…»

    Γλυκειὰ Παρθέν᾿ ἀξίωσέ με

    νὰ ’ρθω καὶ πάλι στὸ ναό σου,

    ὅπου φυσᾷ γλυκὰ ἡ αὔρα

    στὸ ρέμα στὰ πλατάνια μυστικά!»

    -Παπαδιαμάντης Ἀλέξανδρος, «Στὴν Παναγίτσα στὸ Πυργί»

    «Ἄνες μοι ἵνα ἀναψύξω πρὸ τοῦ με ἀπελθεῖν
    καὶ οὐκέτι οὐ μὴ ὑπάρξω. (Ψαλμὸς τοῦ Δαυΐδ)

    Χαίρετ᾿ ὁ Ἰωακεὶμ κ’ ἡ Ἄννα,

    ποὺ γέννησαν χαριτωμένη κόρη

    στὴν Παναγίτσα στὸ Πυργί!

    Χαίρεται ὅλ᾿ ἡ ἔρημη ἀκρογιαλιὰ

    κι ὁ βράχος κι ὁ γκρεμὸς ἀντίκρυ τοῦ πελάγους,

    ποὺ τὸν χτυποῦν ἄγρια τὰ κύματα,

    χαίρεται ἀπ᾿ τὴν ἐκκλησίτσα,

    ποὺ μοσχοβολᾷ πάνω στὴ ράχη.

    Χαίρεται τ᾿ ἄγριο δέντρο, ποὺ γέρνει

    τὸ μισὸ ἀπάνω στὸν βράχο, τὸ μισὸ στὸν γκρεμό,

    χαίρετ᾿ ὁ βοσκός, ποὺ φυσᾷ τὸν αὐλό του,

    χαίρετ᾿ ἡ γίδα του, ποὺ τρέχει στὰ βράχια,

    χαίρεται τὸ ἐρίφιο, ποὺ πηδᾷ χαρμόσυνα.

    Κ’ ἡ πλάση ὅλη ἀναγαλλιάζει

    καὶ τὸ φθινόπωρο ξανανειώνει ἡ γῆς,

    σὰ σεμνὴ κόρη, ποὺ περίμενε χρόνια

    τὸν ἀρραβωνιαστικό της ἀπ᾿ τὰ ξένα

    καὶ τέλος τὸν ἀπόλαψε πρὶν εἶναι πολὺ ἀργά·

    καὶ σὰν τὴ στεῖρα γραῖα, ποὺ γέννησε θεόπαιδο

    κι εὐφράνθη στὰ γεράματά της!

    Δός μου κι ἐμένα ἄνεση, Παναγιά μου,

    πρὶν ν᾿ ἀπέλθω καὶ πλέον δὲν θὰ ὑπάρχω.
    (http://www.agiazoni.gr/article.php?id=95643005089775864701)

  2. Σκέπασε μας, Δέσποινα Παναγία

    Άπλωσε τη σκέπη Σου, Δέσποινα,
    σαν φωτεινή νεφέλη και σκέπασε
    την πόλη Σου και άγκαλιασέ την,
    όπως αγκάλιασες το Χριστό, και
    κάνε την απόρθητη, για να καυχιέται
    πάντα στ’ όνομά Σου.

    (Ιωάννης Ευχαϊτων)

    -από το ΑΓΙΟΠΑΤΕΡΙΚΟ ΠΡΟΣΕΥΧΗΤΑΡΙΟ-

  3. Καλημέρα, Θωμαή, ευχαριστούμε για το ωραίο ποίημα!

    ΣΤΑΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ ΜΙΧΑΗΛ Δ., «Η Παναγιά των λουλουδιών»

    «Στην Παναγιά της άνοιξης είν’ η ψυχή ταμένη,
    στα φρέσκα φύλλα του κήπου ριγεί η πνοή σου
    κι ο Αρχάγγελος του μεγάλου κάμπου
    πέρασε χτες βράδυ
    (φτερουγώντας σαν άσπρο λάβαρο στον αγέρα)
    να πάει μακριά το μήνυμα της νέας ζωής,
    να φτάσει με την ασημένια χαραυγή
    στους κήπους της Παναγιάς των Λουλουδιών.»

    («Ποιήματα – Δυο εποχές», Αθήνα, σ. 177)

  4. Γιάννη, ευχαριστώ για τη φιλοξενία.
    (Βοήθειά μας!)
    Θωμαή, είστε υπέροχη. Σας ευχαριστώ για τη συμμετοχή.

    14. ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΕΣΠΕΡΙΝΟ

    Περίσκεπτη η Θεοτόκος
    Στη σκοτεινή, Βυζαντινή εικόνα,
    αυτή η μεσιτεύουσα γλυκεία ελπίς,
    Έμεινε σοβαρή και μ’ αυστηρή θωριά.

    Στο βλέμμα του επισκέπτη
    που Την κοίταζε μελαγχολία
    γεμάτος για την
    απιστία του,

    γνωρίζοντας συνάμα την μύχιαν έπαρση,
    ίσως και τον κρυμμένο φόβο,
    μέσα στην άδειαν εκκλησία,
    αφού τελείωσε ο σύντομος Εσπερινός.

    ΖΩΗ ΚΑΡΕΛΛΗ

    ***

    15. DE PROFUNDIS CLAMAVI

    Μητέρα του Χριστού, Μαρία,
    πόσο είναι η νύχτα τούτη κρύα,
    δε μπορεί ο Θεός να καταλάβει!

    Κατέβα, συ, απ’ τους ουρανούς
    και με αναμμένους τους φανούς
    του χάρου οδήγα το καράβι!

    ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

    Στο εικονοστάσι – Γιάννης Κούτρας

    16. ΣΤΟ ΕΙΚΟΝΟΣΤΑΣΙ

    Η Παναγιά μας η λυπημένη
    στο Κερατσίνι κοντά μας μένει
    τσαλαβουτάει στα λασπονέρια
    και σιγολιώνει σαν τ’ αγιοκέρια.

    Δεν έχει γιόκα να νανουρίζει
    ούτε σπιτάκι να συγυρίζει
    όλη τη μέρα με το βελόνι
    κάτω στο ρέμα ρούχα μπαλώνει.

    Και το βραδάκι όταν τελειώσει
    γίνεται εικόνα μικρούλα τόση
    και ξαναμπαίνει στο εικονοστάσι
    στο Κερατσίνι στην έκτη στάση.

    ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

    ***

    17. ΠΑΝΑΓΙΑ ΣΤΟ ΜΟΡΦΟΥ

    Η πιο καλή γειτόνισσα
    η Παναγιά είν’ η Χρυσοζώνισσα.
    Στο τόσο δα σπιτάκι της κλεισµένη
    όποτε πας θαν πάντα µέσα να προσµένει
    να της ανοίξεις την καρδιά σου
    τη λύπη να της πεις και τη χαρά σου
    κι απ’ το παλιό της πίσω το µανουάλι
    να γνέφει “ναι” µε το κεφάλι.

    Ένα την έχει µοναχά πάντα στεναχωρήσει
    που δε µπορεί ένα καφεδάκι να σου ψήσει.
    Και τις ζεστές του Αυγούστου νύχτες
    που δε λέει πια να πάρει τ’ αγεράκι
    βγαίνει κ’ Αυτή µε µια καρέκλα στο σοκάκι
    και τα κουτσοµπολιά των άλλων τα τρελά
    τ’ ακούγει και κρυφά-κρυφά γελά.

    Ώσπου µε το “άντε για ύπνο µας
    κ’ είν’ η ώρα περασµένη”
    σηκώνεται κ’ η Παναγιά
    και παίρνει την καρέκλα της και µπαίνει.

    ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΝΤΗΣ

    ***

    18. ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ

    Στο παραθύρι μου ήρθαν χελιδόνια-
    στους λογισμούς μου ακούονται ψαλμοί για τη δόξα σου.

    Ευχαριστώ την καταστροφή που με ύψωσε ως εσένα.
    Ευλογημένες οι αποτυχίες που μ΄ έκαμαν ν’ ακούω τον εσπερινό.

    Κάβοι καρτερούσαν το καράβι της νιότης μου ξεκινημένο την αυγή.
    Στις άρπες των σκοινιών του μάταια πέρασαν οι συμφωνίες των ανέμων
    και πίσω απ’ τα κατάρτια του μάταια έσβησαν ήλιοι ωκεανών.

    Κάβοι καρτερούσαν το καράβι της νιότης μου ξεκινημένο την αυγή.
    Σε μαύρον κάβο το καράβι της νιότης μου έπεσε.
    Προς τον Άθω πλέουν τα συντρίμματά μου.
    Κυρία των Αγγέλων !

    ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ

    Η Παναγιά των κοιμητηρίων – Αφροδίτη Μάνου

    19. Η ΑΝΤΙΚΡΟΥΣΗ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ

    Κρατώντας την εσθήτα της Παναγίας
    ο έσχατος τ’ Ουρανού με χιλιάδες έντομα στην όραση
    μ’ αξεθύμιαστα
    γιασεμιά στο νυμφώνα
    μ’ άλλα θεάματα της αγάπης από μέσα
    και μ’ άλλα γεγονότα σπιθοβολώντας

    αγγίζει τους ραχητικούς και θεραπεύει την αρθρίτιδα
    μαλάζει τους
    πρησμένους αστραγάλους
    αφήνει τρυφερά την αλήθεια πάνω σ’ όλες τις αρρώστιες
    και κείνες χάνονται καθώς τα ευδιάλυτα νέφη.

    Σιγά σιγά ρυθμίζεται κι ο θάνατος
    Αρχίζει το νταούλι μεσ’ στα πανηγύρια κι ολούθε πια σηκώνεται στο
    στήθος η ρωμιοσύνη και μας αρωματίζει μ’ ανείπωτο μοσχολίβανο….

    ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ

    ***

    20. Η Παναγιά η Ελευθερώτρια
    τραβάει κουπί μέσα στην πάχνη,
    κι η καμπάνα ξεχνάει να πει άφες αυτοίς.
    Τα πουλιά ωραία σκορπίζονται
    στην απλή των φτερών τους θρησκεία,
    κι ο Υμηττός στο μισομπλέ μυστικισμό του
    απωθεί την χωμένη στα πόδια του
    Μαγδαληνή ομίχλη.

    ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ

  5. Ciao, Aggeliki!!!

    -«…Παναγία θεοτόκε νοικοκυρά μου
    μη μ’ αφήνεις ανυπεράσπιστο στα σκυλιά
    με τόσες όμορφες εικόνες σου
    σ’ αυτό το σκουπιδότοπο (στο ύψος Παρθενώνας)….»
    (Ν. Καρούζος)

    -ΠΑΛΑΜΑΣ ΚΩΣΤΗΣ, «Η φλογέρα του βασιλιά VIII»

    «Η ζωγραφιά επιστήμη του και η σκέψη του η Παρθένο.
    Και τίποτε άλλο. Βουβαμός και ανηξεριά. Και πάντα
    κατάχνια του έζωνε το νου, του σφράγιζε το στόμα,
    και μοναχά στα χείλια του τρεμόφεγγε και σβούσε
    και σάλευε νυχτοημέρα το δίλογο τραγούδι
    σ’ όλους τους ήχους του ψαλμού: Χαίρε, Χαριτωμένη,
    Κι άστραφτε κι από τη χαρά κι από την περηφάνια
    του λόγου και δε χαιρόταν και καύκημα δεν του ήταν.
    το πλαστουργό κοντύλι του που κράταε κυβερνώντας,
    νύχτες και μέρες και γιορτές κι αργατινές, μιλούσε
    με κεία τα δυο ιερολόγα: Χαίρε, Χαριτωμένη!
    Κ’ ήρθε καιρός που ανήμπορος και το κοντύλι ακόμα
    να περπατά στον πάπυρο, της Παναγιάς ζωγράφος,
    μια μπόρεση του απόμεινε: γονατιστός να πέφτει
    στην άγια εικόνα της Κυράς, όπου την ξάνοιγε, όπου
    με το σιγομουρμούρισμα: Χαριτωμένη, Χαίρε!
    Όλα του κόσμου ανόητα κι αλλότρια όλα του ήταν,
    ώσπου ήρθε η ώρα η φοβερή κι η αφεύγατη με κεί-
    να τα λόγια τα μοσκόβολα κι απάνου στα φτερά του.
    πάει λυτρωμένη απ’ το κορμί μακάρια κι η ψυχή της.
    Το λείψανό του ευωδίασε τη γη που τόνε πήρε
    κι απάνου από το μνήμα του πλήθαινε ο μόσκος και ήρθε,
    πλημμύρισε η μοσχοβολιά στο μοναστήρι και ήταν
    τριγύρω σα μιαν άνοιξη, πλούσια κι αλόγιστη ήταν
    Κ’ έναν καιρό κάποιον Απριλίου φανταχτερού και κάποιον
    σπάταλον Μάη, στα νιάμερα, γίνηκε μέγα θάμα.
    Στο μνήμα το μοσκόβολο ξεφύτρωσε άσπρος κρίνος.
    Απάνου στα κρινόφυλλα χρυσογραμμένα λόγια
    διαβάζονταν ολόλαμπρα: Χαίρε, Χαριτωμένη!
    Κ’ ήτανε κάτι αφάνταστο και η μυρουδιά του κρίνου
    Τρέχει, φωνάζει ο Γούμενος: – Σκάφτε, παιδιά μου, ανοίχτε
    το μνήμα, Θάμα! Κύριε, μεγάλη η δύναμή Σου!
    Τάχα κι από πού να ’ρχεται, τάχα και πού να πάει
    τάχα και πού η χρυσοπηγή της χάρης που ανάβει
    απ’ την Κυρά Αειπάρθενο; – Και σκάψανε κι ανοίξαν·
    από το στόμα του νεκρού να ο κρίνος, φουντωμένος!
    Και σα ν’ αργοψιθύριζε το στόμα του και μέσα
    στο μνήμα το τραγούδι του! -Χαίρε, Χαριτωμένη!-
    Το πήραν ευλαβικά το λείψανο, το ψάχνουν
    και βρίσκουν την κρινόριζα μέσ’ στην καρδιά του αγίου…
    Και στην καρδιά καταμεσής, απίστευτα γραμμένη,
    της Παναγιάς η ζωγραφιά. Χαριτωμένη, Χαίρε!»

    («Ανθολογία», εκλογή: Γ.Κ. Κατσίμπαλη και Ανδρέα Καραντώνη, χ.χ. σ.σ. 184-187)

    -ΠΡΕΒΕΛΑΚΗΣ ΠΑΝΤΕΛΗΣ, Η Κυρία των Αγγέλων

    Η Παναγιά, η «Κυρία των Αγγέλων»,
    θα δεχόταν σήμερα το λαό της…
    Κατέβηκε από το χρυσό εικονοστάσι,
    έπλυνε τα κλαμένα της μάτια
    στη δρόσο από τα κρίνα του Ευαγγελισμού
    κ’ έσυρε στ’ αγλύκαντα χείλη της
    το αίμα απ’ τη λόγχη και τ’ αγκάθια.
    Κι ανέβηκε πάλι στο θρόνο της,
    λάμποντας σαν κερήθρα ατρύγητη,
    σα φέγγος που πέφτει από τ’ άστρα
    πάνω στα έρημα χιόνια.

    Πήρανε να συνάζονται οι πιστοί της.
    Προσκυνούσαν ένας-ένας, δε βλέπαν
    το ανάκουστο θάμα του όρθρου.
    Μα όταν ζύγωσε ο ελάχιστος
    ο δούλος που την είχε ζωγραφίσει,
    τα μάτια του ξεχείλισαν θάμα:
    είδε την κερήθρα την ατρύγητη,
    την αστροφεγγιά στα έρημα χιόνια
    κι άκουσε το τραγούδι του αηδονιού
    που κυλούσε από τη μέση του θόλου.

    («Τα Ποιήματα 1933-1945», Αθήνα 1969, σ. 111)

    -ΣΙΑΤΟΠΟΥΛΟΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ, «Παναγία Γαλαξιδιώτισσα»

    Ω, Παναγιά Γαλαξιδιώτισσα
    με τη μαντήλα την γκρενά,
    που καρτερείς τον άντρα σου,
    ναρθεί απ’ την άναστρη νυχτιά…
    Τον άντρα και τον κύρη σου
    και τον καραβοκύρη σου
    ναρθεί απ’ τη μαύρη ξενιτειά…

    κι απ’ τη δροσιά της θάλασσας
    ναρθεί και να σου φέρει
    τραγούδια χαιρετίσματα,
    σινιάλο «Γειά σου», στ’ άλμπουρο,
    κυρά μου καπετάνισσα,
    που καρτερείς απ’ το νοτιά
    ναρθεί το καλοκαίρι.

    Ω, Παναγιά Γαλαξιδιώτισσα,
    με το κρυφό το φυλαχτό
    και το μαράζι στην καρδιά
    που καρτερείς από μακριά
    δύσεις κι αυγές αιμάτινες
    τον άνεμο που δεν θαρθεί
    κι αμορφοπικροντύνεσαι
    να βγεις στο πανηγύρι…
    αφού το ξέρεις πως κανείς
    δε θα σ’ απλώσει τόνειρο
    το μαντηλάκι στο χορό,
    κι ολοχρονίς μαραίνεσαι
    μπροστά στο παραθύρι…

    Ω, Παναγιά Γαλαξιδιώτισσα,
    με τη μαντήλα την γκρενά,
    σαν αποκάμεις να κοιτάς
    την μπακιρένια θάλασσα
    στ’ αποσταμένο δείλι
    έμπα ξανά στην κάμαρη,
    κυρά μου Ρουμελιώτισσα,
    κι από μια φλόγα θύμηση
    άναψε το καντήλι.

    («Ποιητική ανθολογία Άγκυρας», 1971, σ. 235-236)

    -Αποστολίδης Λάμπης, «Δέηση στην Παναγία της μάνας του μετανάστη»

    «Στο μικρό μας χωριό, Κυριακή και Γιορτή.
    Γλεντούν όλοι απόψε.
    Με χορούς, με βιολιά.
    Με ψητό, με κρασί, με τραγούδι.
    Και η μαύρη εγώ, στην καλύβα μονάχη μ’
    σκαλίζω τη στάχτη ν’ ανάψει το τζάκι
    θρακιά να με κάψει
    η μνήμη!

    Οι δικοί μ’ μ’ αφήσαν. Στα ουράνια πετάξαν
    χαθήκαν!
    Ο γιος μου ’χε μείνει. Κι αυτός
    μακριά μ’ έχει φύγει
    στα ξένα!
    Μα… Παναγιά μ’ με βλέπεις; Δεν κλαίω
    στο μαντήλι μ’ πνίγω
    το λυγμό μ’, στεγνώνω το πύρινο δάκρυ
    και μ’ αβούρκωτα μάτια
    τη θερμή Δέηση μ’
    σε Σένα Παρθένα
    τα πάντα μ’ λέω!
    Γλυκιά Παναγιά μ’
    άκουσέ με τη μαύρη…
    Αχ, Παναγιά μ’, το θάγμα σου κάνε
    και βοήθα του γιο μ’, στα ξένα,
    τη μνήμη του νά ’βρει ο δόλιος,
    να θυμηθεί, να σκεφτεί
    πατρίδα, χωριό, σχολειό, εκκλησιά,
    κι εμένα, τη Μάνα!
    Μητέρα έχεις κάνει και ξέρεις.
    Του φαρμάκι, που πίνει κάθε μητέρα,
    του παιδί της σα χάνει – αλί της!
    Αχ, κι να ’ρχότανε
    ξαφνικά κάποια μέρα
    να λάμψει, ν’ αστράψει του χωριό και του σπίτ’
    (πώς λαχταράει η καρδιά μ’
    που το σκέφτομαι μόνο!)
    Στην αγκαλιά να του κλείσω
    με φιλιά κι μι δάκρυα!…
    Τα μαλλιά να χαϊδέψω
    σα πρώτα, που παιδάκι γλυκό, αρφανό,
    για το σχολειό του, το στόλιζα, για
    στην εκκλησία μας να πάει!

    Να γινότανε, λέει το θάγμα!
    Η γριά του, η μάνα η έρμη
    το κριβάτι μ’ θἄφηνα άρον – άρον!
    Τη ράβδα μ’ θἄρπαζα, ν’ ανέβου, να πάου αψηλά
    – τ’ ανηφόρι τρεις ώρες! – στου μοναστήρ’
    «στη Παναγιά της Κορφής», του τάμα μ’
    του μεγάλου του τάμα μ’
    μια λαμπάδα αψηλή σα το μπόι του
    απ’ αγιοκέρι καθάριο
    κι ας ήταν Παρθένα μ’ για πάντα
    τα μάτια μ’ νἄκλεινα – φτάνει
    του γιόκα μ’ νἄβλεπα
    μια στιγμούλα μονάχα
    κι ας ήταν εκείνη
    – Παναγιά μ’ μ’ ακούς; – Ας ήταν εκείνη
    η στερνή μου στιγμή!…»

    («Αντίδωρα Αγάπης», Αθήνα 1975, σελ. 29-30)

    -«Η ΠΑΝΑΓΙΑ (στο μεσημέρι)», του Paul Claudel

    «Είναι μεσημέρι. Βλέπω την Εκκλησία ανοικτή. Πρέπει να μπω μέσα.
    Μητέρα του Χριστού, δεν έρχομαι να προσευχηθώ.
    Δεν έχω τίποτα να προσφέρω και τίποτα να ζητήσω.
    Έρχομαι μόνο για σε κοιτάξω.
    Να σε κοιτάξω και να κλαίω από ευτυχία
    γνωρίζοντας πως είμαι το παιδί Σου και συ είσαι εκεί.
    Δεν θέλω τίποτε άλλο παρά μόνο μια στιγμή
    τώρα το μεσημέρι που το παν σταματά
    να είμαι μαζί Σου, Μαρία, εκεί που είσαι και Συ.
    Δεν θέλω τίποτε να σου πω, θέλω μόνο να βλέπω το πρόσωπό Σου
    και ν’ αφήσω την καρδιά να μιλά στη δική της γλώσσα.
    Δεν θέλω τίποτε να πω, τίποτε να ψάλλω
    γιατί όταν έχει κανείς γεμάτη την καρδιά του
    ψάλλει σα τον κότσυφα που τονίζει το τραγούδι του στα ψηλά πετάγματα.
    Στολισμένη πόσο είσαι ωραία γιατί είσαι Άσπιλη…
    Είσαι Άμωμη, γιατί είσαι η Μητέρα του Χριστού
    που είναι αλήθεια μέσα στην αγκαλιά σου ο μόνος καρπός και η μόνη ελπίδα.
    Θέλω να ψάλλω για πάντα, απλώς γιατί είσαι Συ, Μαρία,
    απλούστατο γιατί Εσύ υπάρχεις.
    Μητέρα του Θεού Μαρία, Σ’ ευχαριστώ, Σ’ ευχαριστώ.»
    http://xara.pblogs.gr/tags/panagia-gr.html

  6. 21. Μπρος στο δικό σου κόνισμα,
    Που ήτανε της γιαγιάς, της προγιαγιάς μου
    Το άγιο κόνισμα
    Το ασημωμένο
    Της Παναγιάς της Μυρτιδιώτισσας
    που λεν πως είναι
    της θάλασσας η Παναγιά,
    των πειρατών, των πλάνητων
    και των ξεριζωμένων.

    Στο κόνισμά σου μπρος
    Σταυροκοπιέμαι,
    Καλά -καλά δεν ξέρω, κάποτε
    Αν είσαι Εσύ, μητέρα μου,-
    Ή αν είναι Εκείνο,
    όμως κάτι άξιο και άχραντο είναι
    ένα μονάκριβο για μένανε,
    μέσα στα απέραντα του κόσμου.

    ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΣΑΤΣΟΣ

    ***

    22. H ΣΤΕΝΗ ΠΥΛΗ

    Μακριά δεν είναι η εκκλησία, όπου
    η θεοσεβής μητέρα μου πήγαινε τακτικά,
    στη Γοργοεπήκοο ή την ελπιδοφόρο Δεξιά.

    Παλιά κι άλλη εκκλησία, γλυκειά η Γρηγορήτρα
    «η Παναγούδα» ως την αποκαλούσαν
    η μάμμη, η προμάμμη, όλες γυναίκες
    φιλόθρησκες, σεμνές και σοβαρές,
    στέκονταν στα στασίδια και προσεύχονταν
    τις κατανυκτικές τους επικλήσεις,
    αγνές, συνεσταλμένες έψαλλαν
    παρακλήσεις μικρές και τις μεγάλες
    δεήσεις, αγιασμούς και ωραία τροπάρια,
    στις αγρυπνίες ολονύκτιες κι άνοιγαν
    τα κλεισμένα παρεκκλήσια για ευχαριστίες,
    υπέρ υγείας αγαπημένων προσώπων,
    όταν ασθενούσαν, και διάβαζαν ευχές.

    Κι όταν υπέφεραν, προσέτρεχαν, επιμελώς,
    εκοίταζαν και μάθαιναν τη σοβαρότητα
    της μορφής Σου, Υπεραγία, «των θλιβόμενων η χαρά»,
    διδάσκονταν την εγκαρτέρηση της έκφρασής Σου,
    την οδυνηρή χαρά. Τώρα, Σεπτή, είναι
    μεγάλη η επιβουλή και η ευλάβεια μικρή
    κι η πίστη παίρνει άλλη δύναμη.

    ΚΑΡΕΛΛΗ ΖΩΗ, «Τα ποιήματα της Ζωής Καρέλλη», τ. Β’, 1955-1973 «Οι εκδόσεις των Φίλων», Αθήνα 1973

    ***

    23. Η ΧΡΥΣΟΓΑΛΟΥΣΑ

    Φύγαμε βιαστικά! Τα τανκς ερχόνταν
    απ’ το μεγάλο δρόμο τόσο γρήγορα
    που δεν προλάβαινα να τρέξω
    να την πάρω. Ολιγόπιστος, ναι! Φοβήθηκα
    για το σαρκίο μου, σα να μην είχα
    τόσα σημάδια ιδεί της Χάρης Της.

    Τώρα εγώ κάθομαι από τούτη τη σκηνή
    κι εκείνη απόμεινε στα χέρια των Αγαρηνών,
    σκλάβα η Χρυσογαλούσα κι η Πανύμνητη
    Ίσως της βγάζαν τα πονετικά της μάτια
    καθώς είχανε κάμει οι πρόγονοί τους
    στους άγιους που σκεπάζουν του ναού τους τοίχους.

    Ίσως και να την πούλησαν οι μεταπράτες
    των θεών στη γραία πόρνη Ευρώπη
    που εμπορεύεται τους λαούς και τους θεούς της.

    ΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ ΓΙΩΡΓΗΣ, «Τρίγλυφο», Αθήνα 1976, σ. 15

    ***

    24. ΤΟ ΣΗΜΕΙΟ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ

    …Μπροστά σ’ ένα φτωχό, πνιγμένο απ’ τα κυπαρίσσια ξωκλήσι
    νομίζεις ώρα με την ώρα θ’ ακουστεί γλυκά το σήμαντρο
    κι απ’ το βάθος που φωτάει το ’κονοστάσι μικρό τενεκεδένιο καντήλι,
    θα βγει θλιμμένη με το βρέφος στην αγκαλιά η Παναγιά.
    Θα βγει συλλογισμένη να καθίσει μαλακά στο πέτρινο
    φρεσκοασπρισμένο πεζουλάκι.

    ΜΕΤΣΟΛΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ,«Η μάνα μου, η μάνα του κόσμου», Αθήνα 1966, σ. 32

    ***

    25. ΣΤΑ ΞΩΚΚΛΗΣΙΑ

    Ω σπλαχνικές μου Παναγίτσες κι Άγιες μου Ελεούσες
    σκαρφαλωμένες άφοβα στα κορφοβούνια του νησιού,
    Σας ικετεύουν νησιοπούλες χαμηλοβλεπούσες
    αρωματίζοντάς Σας σύγκαιρα με νέφη λιβανιού.

    Ας γίνουν καλοπρόσδεκτες σα θύμιασμα κ’ οι ευχές τους.
    Προσεύχονται για ναυτικούς οι αρραβωνιαστικές τους.

    ΠΕΤΡΙΔΗΣ ΜΙΧΑΗΛ Γ., «Τα ποιήματα, εισαγωγή και φιλολογική επιμέλεια: Ι.Μ. Χατζηφώτη», Αθήνα 1966, σ. 87

    ***

    26. Η ΠΟΡΤΑΪΤΙΣΣΑ ΛΟΥΖΕΤΑΙ ΣΤΟΝ ΑΡΣΑΝΑ ΤΩΝ ΙΒΗΡΩΝ

    Ήτανε μεσημέρι κι η Παναγιά
    βαρέθηκε να φυλάει
    την πόρτα και τ’ αβγά

    Έφαγε μούρα στο καλντερίμι
    και κοκκίνισαν τα χείλη της
    Ήπιε νερό στη φιάλη
    και δρόσισαν τα χείλη της.

    Άφησε το στέμμα, τα ναπολεόνια, τα φλουριά
    έβγαλε τα ρολόγια, τις χάντρες, τα χαϊμαλιά
    κι έπεσε να βουτηχτεί στο πέλαγο

    Μα σαν την είδανε
    τα μικρά καλογέρια
    τ’ αναιμικά και δυστυχισμένα
    τα τρία καλογέρια
    που φόρτωναν χαλίκια
    και σκοτωμένα όνειρα
    χάθηκε στα νερά

    Η Κυρά Παναγιά
    με τα χρυσά και τ’ αργυρά.

    ΧΑΤΖΗΦΩΤΗΣ Ι.Μ., «Τ’ Αγιονορείτικα», Εκδόσεις Φιλιππότη, Αθήνα 1993, σ. 19

    ***

    27. ΜΑΡΙΑ ΘΑΛΑΣΣΙΝΗ

    Με την Παναγιά χέρι-χέρι
    περπάτησα το Αιγαίο

    Βγήκα στις ακτές του Νοτιά
    και στ’ ακρωτήρια των ανέμων
    πήρα βήμα βήμα
    τα μελτέμια των καρδιών
    κι έφαγα μαζί τους νεράντζι θαλασσινό

    Αίμα και πάθος
    στα περβάζια των σπιτιών
    Γιρλάντες με την πίκρα κρεμασμένες
    Και στα κατώφλια
    αγκαλιές και χωρατά
    σα βλέπαν τη Μαρία στον αγέρα

    Στάθηκα σε κάθε τύψη και λυγμό
    Άγγιξα τις άσπιλες πληγές
    Ανέβηκα στις στέγες των ναών
    κι είδα τη δίψα της μητέρας των καημών
    και τον αχό του ναύτη

    Αταίριαστα φεγγάρια κι αναφιλητά
    Μεγάλες πέτρες στα παράθυρα του ήλιου
    Ταξίδια χωρίς θύμησες
    Κι ολόγυμνες σκιές

    Ολάκερη ζωή ένα καρτέρι
    Αμυγδαλιές τα φουσκωμένα μας πανιά
    Και στα μουράγια των νησιών
    δένουν τις πλώρες τ’ άστρα
    Μα μες στ’ αμπάρια δάκρυ κι οιμωγές
    και στα ιστία όρκοι κι αρμύρες

    Με την Παναγιά χέρι χέρι
    περπάτησα όλο το Αιγαίο
    Στα μάτια της
    είναι γραμμένα δρομολόγια και τόξα

    Θαλασσινή γλαυκή Κυρά
    είσ’ ο μαγνήτης κι η βελόνα της πυξίδας
    Είσαι η σάρκα του αγέρα που φυσά

    Χαίρε, τιμόνι της καρδιάς
    και της ελπίδας.

    ΦΕΡΟΥΣΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ, «Η Τρίτη Ώρα», Αθήνα 1980, σ. 27

    ***

    28. ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΣ ΤΟΥ 1940

    Ω, Εσύ των Ουρανών η πλατυτέρα,
    που αγκάλιασες τα έθνη και τους λαούς,
    των λαών και των εθνών η θεία Μητέρα,
    π’ όλους της γης ξεχείλισες τους ναούς.

    Μάνα, π’ αγνάντια μου είσαι ως θερισμένη
    απ’ αστάχυα χλωμότατη πλαγιά,
    κ’ είσαι κ’ η Ελλάδα, κ’ είσαι η Κοιμωμένη
    με σταυρωτά τα χέρια Παναγιά·

    Μάνα, που ο νους Σου μοναχά το ξέρει
    αν, αντίκρυ στην αγία Σου εντολή,
    η καρδιά μου δεν είναι ως περιστέρι
    αθώα, δοκιμασμένη και καλή.

    δώσε την ώρα τούτη (κ’ είναι τώρα
    π’ αγγίζουμε τον ύστερο βυθό
    κι αργοσημαίνει η προαιώνια ώρα)
    στην άγια εντολή Σου να σταθώ

    ανύσταχτος, στην άκρη γινώμενος
    αγρύπνια μιαν απέραντη ματιά,
    σαν ο Ιησούς Χριστός Εσταυρωμένος,
    σαν οι Άγιοι Παίδες μέσα στη φωτιά!

    ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ ΑΓΓΕΛΟΣ, «Λυρικός βίος», τόμ. Ε’, Αθήνα 1968, σ.σ. 123-124

  7. Ciao Aggeliki! Καλό Δεκαπενταύφουστο μ’ ένα κείμενο του Ν. Καζαντζάκη:

    Νίκος Καζαντζάκης, [Ένα συννεφάκι το Δεκαπενταύγουστο]

    Ο Αύγουστος ήταν για μένα, όταν ήμουν παιδί, κι είναι ακόμα, ο πιο αγαπημένος μήνας. Αυτός φέρνει μαθές τα σταφύλια και τα σύκα, τα πεπόνια, τα καρπούζια.
    Τον ονομάτισα Άγιον Αύγουστο, αυτός ο προστάτης μου, έλεγα, σ’ αυτόν θα κάνω την προσευχή μου. Όταν θέλω τίποτα, απ’ αυτόν θα το ζητώ. Κι αυτός θα το ζητήσει απ’ τον Θεό, κι ο Θεός θα μου το δώσει. Και μια φορά πήρα νερομπογιές και τον ζωγράφισα…Από τη στιγμή που τον ζωγράφισα και στερέωσα το πρόσωπό του, στερεώθηκε και μέσα μου η εμπιστοσύνη μου σ’ αυτό, και κάθε χρόνο τον περίμενα να ‘ρθει, να τρυγήσει τα αμπέλια της Κρήτης, να πατήσει τα σταφύλια και να κάμει το θάμα του, να βγάλει απ’ τα σταφύλια κρασί…
    Τον Αύγουστο ξάπλωναν σε διπλανά χωράφια απ’ τα αμπέλια τα σταφύλια, να τα ξεράνει ο ήλιος να γίνουν σταφίδα. Μια χρονιά είχαμε πάει στο αμπέλι μας και μέναμε στο εξοχικό μας σπιτάκι. Ο αγέρας μύριζε, η γης καίγονταν, τα τζιτζίκια καίγονταν κι αυτά, σαν να κάθονταν απάνω σε κάρβουνα αναμμένα.
    Τη μέρα κείνη, της Κοίμησης της Παναγίας, 15 Αυγούστου, οι εργάτες δε δούλευαν κι ο πατέρας μου κάθονταν στη ρίζα μιας ελιάς και κάπνιζε. Είχαν έρθει γύρα οι γειτόνοι, που είχαν απλώσει κι αυτοί τη σταφίδα τους, κάπνιζαν πλάι στον πατέρα μου, αμίλητοι. Φαίνονταν στενοχωρημένοι. Όλοι είχαν καρφώσει τα μάτια σ’ ένα συννεφάκι που ‘χε προβάλει στον ουρανό, κατασκότεινο, βουβό, και προχωρούσε. Είχα καθίσει κι εγώ κοντά στον πατέρα μου και κοίταζα το σύννεφο. Μου άρεσε, σκούρο, μολυβί, χνουδάτο, κι ολοένα μεγάλωνε, άλλαζε πρόσωπο και κορμί, πότε σα γεμάτο ασκί, πότε σα μαυροφτέρουγο όρνιο και πότε σαν τον ελέφαντα που είχα δει σε ζωγραφιά, κουνούσε την προβοσκίδα του κι έψαχνε ν’ αγγίξει κάτω τη γης. Αεράκι χλιαρό φύσηξε, τα φύλλα της ελιάς ανατρίχιασαν. Ένας γείτονας πετάχτηκε όρθιος, άπλωσε το χέρι κατά το σύννεφο που προχωρούσε.
    – Ανάθεμά το, μουρμούρισε, ο Θεός να με βγάλει ψεύτη, φέρνει τον κατακλυσμό!
    – Δάγκασε τη γλώσσα σου, του ‘καμε ένας γέρος θεοφοβούμενος, δε θα το αφήσει η Παναγία, σήμερα είναι η χάρη της.
    Ο πατέρας μου έγρουξε, μα δεν έβγαλε άχνα, πίστευε στην Παναγιά, μα δεν πίστευε πως η Παναγιά μπορεί να κουμαντάρει τα σύννεφα.
    Εκεί που μιλούσαν, ο ουρανός σκεπάστηκε, οι πρώτες στάλες, χοντρές, ζεστές, άρχισαν να πέφτουν. Τα σύννεφα χαμήλωσαν, κίτρινες βουβές αστραπές καταξέσκιζαν τον ουρανό.
    – Παναγιά μου, φώναξαν οι γειτόνοι, βοήθεια!

    Όλοι πετάχτηκαν απάνω, κατασκόρπισαν, καθένας έτρεχε κατά το αμπέλι του, όπου είχε απλώσει τη σταφίδα της χρονιάς. Κι ως έτρεχαν, ολοένα και σκοτείνιαζε ο αγέρας, κρεμάστηκαν μαύρες πλεξούδες από τα σύννεφα, ξέσπασε η μπόρα. Γέμισαν τα αυλάκια, πήραν να τρέχουν οι δρόμοι σαν ποταμοί, φωνές ακούστηκαν γοερές από το κάθε αμπέλι.
    Ξέφυγα από το σπιτάκι, έτρεξα μέσα στη νεροποντή, παράξενη χαρά με είχε συνεπάρει, σα μεθύσι.
    Είχα φτάσει ως το δρόμο, δεν μπόρεσα να τον περάσω, ήταν ποταμός, και στάθηκα και κοίταζα: μαζί με τα νερά κυλούσαν αγκαλιές αγκαλιές τα μισοξεραμένα σταφύλια, ο μόχτος της χρονιάς, έτρεχαν κατά τη θάλασσα και χάνουνταν. Ο θρήνος δυνάμωνε, μερικές γυναίκες είχαν χωθεί ως τα γόνατα μέσα στο νερό και μάχονταν να περισώσουν λίγη σταφίδα, άλλες όρθιες στην άκρη του δρόμου, είχαν βγάλει τις μπολίδες τους και συρομαδιούνταν.
    Είχα γίνει μουσκίδι ως το κόκαλο, πήρα δρόμο κατά το σπιτάκι και μάχουμουν να κρύψω τη χαρά μου, βιαζόμουν να δω τι θα ‘κανε ο πατέρας μου, θα ‘κλαιγε, θα βλαστημούσε, θα φώναζε; Περνώντας από τον οψιγιά είδα πως όλη μας η σταφίδα είχε φύγει.
    Τον είδα να στέκεται στο κατώφλι, ακίνητος, και δάγκανε τα μουστάκια του. Πίσω του, όρθια, η μητέρα μου έκλαιγε.
    – Πατέρα, φώναξα, πάει η σταφίδα μας!
    – Εμείς δεν πάμε, μου αποκρίθηκε, σώπα!
    Ποτέ δεν ξέχασα τη στιγμή ετούτη, θαρρώ μου στάθηκε στις δύσκολες στιγμές της ζωής μου μεγάλο μάθημα. Αναθυμόμουν τον πατέρα μου ήσυχο, ασάλευτο, να στέκεται στο κατώφλι, μήτε βλαστημούσε μήτε παρακαλούσε μήτε έκλαιγε. Ασάλευτος κοίταζε τον όλεθρο κι έσωζε, μόνος αυτός, ανάμεσα σ’ όλους τους γειτόνους, την αξιοπρέπεια του ανθρώπου.
    (απόσπασμα από το Αναφορά στο Γκρέκο)

  8. 29. Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΗΣ ΡΕΜΑΤΙΑΣ

    Ο παλιός ζωγράφος νήστεψε πολύ,
    έκανε την προσευχή του κατά την ανατολή,
    έπιασε με κατάνυξη το πινέλο και χάραξε
    τα κερένια χέρια και τα χαμηλωμένα μάτια της
    και το στρογγυλό μάγουλο του Βρέφους.

    Είχε όμως στα πόδια του ένα σκύλο μ’ αγαθή ματιά,
    ο κότσυφας σφύριζε τον όρθρο στην ιτιά,
    κ’ η καλόγρια έβγαζε νερό από το πηγάδι
    κ’ έψελνε ένα τροπάριο στη Χαριτωμένη.

    Ο ζωγράφος έκανε το σταυρό του κ’ έγραψε: Μήτηρ Θεού.
    Και δεν ήξερε πώς είχε ζωγραφίσει μια μητερούλα ταπεινή,
    που σκυμμένη νανουρίζει το μωρό της με ψιλή παιδιάτικη φωνή.

    Χωρίς άλλο η Παναγιά σηκώνεται πρωί-πρωί
    και γυρνάει τη ρόκα της ως την ώρα που σημαίνει εσπερινός.
    Η μια μέρα πλάι στην άλλη πάει στρωτά
    σαν τα γράμματα του Οκτώηχου –
    κ’ η βδομάδα αρχίζει μ’ ένα κόκκινο μεγάλο κεφαλαίο: την Κυριακή.

    Χωρίς άλλο το μωρό της παίζει με μια γίδα κανελιά,
    κ’ εκείνη το κοιτάζει με πελώρια μάτια εκστατικά,
    που δεν πίστεψαν ακόμα ολότελα το μήνυμα του Αγγέλου.

    Κι όπως είναι απλή κι ανήξερη, και δε φοβάται το κακό,
    λέει στην προσευχή της να γεμίσουνε καρπό oι δαμασκηνιές,
    να γιάνουν τα μικρά, που τα πείραξε της καρυδιάς το αγερικό.

    Μοναχά την ώρα που μακραίνουν οι ίσκιοι στις γωνιές
    απλώνεται και στην άσπρη ψυχή της ο άγνωστος ίσκιος του Σταυρού
    και τότε μπορείς ν’ ακουμπήσεις στην ποδιά της και να φωνάξεις σιωπηλά
    τον πλούσιο πόνο, τον ατέλειωτο καημό του κόσμου,
    το μεγάλο σου φόβο, το μεγάλο φόβο της αγάπης…

    Κ’ η Παναγιά θα σε νανουρίζει, μαζί με το μωρό της, χωρίς να μιλά…

    ΛΙΝΑ ΚΑΣΔΑΓΛΗ (1921-2009)

  9. καλησπερα και χρονια πολλα
    Ύμνος στην Παναγία του Νίκου Καζανζάκη
    – Παρθένα Μάνα, που σαν πνέμα επιάστη ο σπόρος
    στο αφίλητο κορμί, κι’ ο Λόγος εσαρκώθη
    το αμόλευτο τρυγώντας σπλάχνο σου σα βρέφος!
    Ω Δέσποινά μου Υποταγή, τον πόνο δέξου τον
    και συ, σαν το σταυρό, και γείρε το κεφάλι
    με υπομονή, κατά γης χαμογελώντας –
    να μην πνιγεί, Κυρά, στα κλάματά σου ο κόσμος!
    Εσύ ’σαι η κιβωτός, που σαν αυγό στην άβυσσο
    λάμπεις και στου Θεού τη σκοτεινιά αρμενίζεις,
    βαθιά τα σπέρματα όλα μέσα σου φρουρώντας,
    Το πράσινο δρεπανωτό πατάς φεγγάρι,
    κι όλες στα χέρια σου κρατώντας τις ελπίδες μας
    στον άγριον ουρανό κατάφορτη ανεβαίνεις.
    κι αχνογελώντας στέκεσαι δεξά στο γιό σου,
    Εσύ ’σαι το ανθισμένο κλαρί στην άβυσσο
    της δύναμής του. εσύ ’σαι ο στοχασμός ο πράος
    μες στο φλεγόμενο καμίνι της οργής του.
    Αναμεσός στης Ζωής το δέντρο και της γνώσης,
    στον κήπο του Θεού συ φύτεψες, Κυρά μου,
    το αφράτο, της Καλοσύνης δέντρο.
    κι ως πότιζές το με το κλάμα, επήρε μπόι,
    πετάει κλαριά, σκεπάζει τ’ άλλα δέντρα, ανθίζει
    ρίχνει καρπό, σαν την καλή ελιά, και φέγγει-
    Κι ο Παντοδύναμος στον ίσκιο του αναπαύεται.
    Κι η Δεύτερη φριχτή σαν έρθει Παρουσία
    κι οι αρχάγγελοι άσπλαχνα τα ερίφια θα χωρίζουν
    απ’ τ’ αρνιά, θα σκύψεις τότε εσύ στο γιό σου,
    παρακλητικά, να μεσιτέψεις, Ελεούσα!
    Τ’ αδάμαστα μεμιάς θα του μερώσουν φρένα
    Κι οι τάξες θα χαλάσουν οι διπλές, και δίκαιοι
    θ’ αγκαλιαστούν με αμαρτωλούς, κι αγνές παρθένες
    με τις γυναίκες που πολύ στη γη αγάπησαν.
    Νικάς τη Δικαιοσύνη Εσύ με την αγάπη.
    κι όλοι μαζί θα σύρουμε χορό, και θα’ σαι
    στον κάβο του χορού, Κυρά, και θα χορεύεις
    στον αβασίλευτο ήλιο του Θεού χαρούμενη
    και ταπεινή πολύ, σαν την καρδιά του ανθρώπου!

    ΕΛΥΤΗΣ ΟΔΥΣΣΕΑΣ

    Η τοιχογραφία*

    … Να γεμίζει κρασί της Παναγίας το μισό το σώμα
    της φευγάτο κιόλας στην Ασία την αντικρινή

    Και το κέντημα όλο μετατοπισμένο μέσ’ στον ουρανό
    με τα διχαλωτά πουλιά, τα κρινάκια και τους ήλιους.

    Το φυλλόδεντρο και η δέκατη τετάρτη ομορφιά, «Ίκαρος», 1971, σελ. 28

    Τα τζιτζίκια

    Η Παναγιά το πέλαγο
    κρατούσε στην ποδιά της

    Τη Σίκινο, την Αμοργό
    και τ’ άλλα τα παιδιά της…

    «Τα ρω του Έρωτα», «Αστερίας», 1972, σελ. 27

    ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ ΝΙΚΟΣ

    Κοσμά του Ινδικοπλεύστη

    Εκεί, Ταμίλες χαμηλές που εμύριζαν βαριά,

    Σιγκαλινές με στήθη ορθά, τριγύρω σου λεφούσια.

    Εδώ ζυγίζεις το κορμί με τ’ αχαμνά μεριά

    Και προσκυνάς τη Δέσποινα τη Γαλακτοτροφούσα.

    Πήγες εκεί που εδίδασκε το πράσινο πουλί,

    όπου της μάγισσας ο γιος θ’ αντάμωνε το στόλο.

    Έλυνε κείνος με σπαθί όσα η γραφή διαλεί.

    Μα συ ξηγάς τα αινίγματα καινούργιων Αποστόλων.

    «Τραβέρσο», Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 1975, σ. 21

    ΚΑΒΑΦΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Π.

    Το Νιχώρι

    … «Εάν στης Κουμαριώτισσας της Παναγιάς θελήσεις
    την εκκλησιά να μπεις μ’ εμέ, φανατικός συγχώρει
    αν είμ’ εκεί. Άλλην θαρρώ χάριν οι παρακλήσεις
    έχουνε στο πιστό Νιχώρι…

    «Ποιήματα, 1896-1918», τόμ. Α’, Αθήνα 1963, σ. 99

    ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ ΝΙΚΟΣ

    Τυπικάρης
    (Απόσπασμα)

    Παρθένα Μάνα, που σαν πνεύμα ο σπόρος έπεσε

    στο ανέγγιχτο κορμί σου και σαρκώθη ο Λόγος,

    το απάρθενο τρυγώντας σπλάχνο σου, σα βρέφος!

    Ω, Δέσποινά μου Υποταγή, τον πόνο δέξου τον

    και Συ, σαν το σταυρό, και γείρε το κεφάλι

    με υπομονή, κατά γης, χαμογελώντας –

    να μην πνιγεί, Κυρά, στα κλάματά Σου ο κόσμος!

    Εσύ ’σαι η κιβωτός, που σαν αυγό στην άβυσσο

    λαμποκοπάς και πλες στου Θεού τα σκοτεινά

    νερά, τα σπέρματα όλα μέσα σου φρουρώντας.

    Το πράσινο δρεπανωτό πατάς φεγγάρι

    κι όλες στα χέρια σου κρατώντας τις ελπίδες μας,

    στον άγριο ουρανό τρεμάμενη ανεβαίνεις

    κι αχνογελώντας στέκεσαι πλάι στο γυιό Σου.

    Εσύ ’σαι το ανθισμένο το κλαρί στην άβυσσο
    της δύναμής Του· εσύ ’σαι ο στοχασμός ο πράος

    μέσ’ στο φλεγόμενο καμίνι της οργής Του.

  10. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ ΝΑΠΟΛΕΩΝ

    Βάρβαρη ωδή

    …Πόσο που αγαπιόμαστε

    κι αγαπιόμαστεν, ωιμένα.

    κ’ ήμουνα για δαύτη ζωή,

    και ζωή ’τανε για μένα,

    κι ως τα ψες την έκλεινα

    όλη μες στην αγκαλιά μου,

    κι είχα τηνε Παναγιά

    κι είχα τηνε Βασιλιά μου…

    Τα Ποιήματα, «Φέξης»

    ΛΥΣΙΩΤΗΣ ΞΑΝΘΟΣ

    Ω, Παναγιά μου Κυπραίισσα, Κανακαριά και Μαχαιριώτισσα,
    με χίλια ονόματα και άμετρες χάρες
    άπλωσε τη φτερούγα σου πάνω από τις οδύνες του κόσμου
    δοξαστικό απόσπασμα γαλήνης
    μέσα στις ταλαιπωρημένες σπηλιές των καιρών,
    κυρά Χρυσοσπηλιώτισσα και Χρυσαλινιώτισσα.

    Α, Μεγαλόχαρη, Χρυσορογιάτισσα και Χρυσελαιούσα
    ανάτειλε το έλεός σου να θερμαίνει
    τους παγωμένους αρμούς των θρυμματισμένων πανιών
    που δέρνονται μέσα στον καταποτήρα του πόντου,
    άκουσε τη δέησή μου, που ανεβαίνει λατρεία και θυμίαμα
    από τους γονατισμένους πρόποδες του αγαπημένου βουνού.

    Είσαι η Σταυροφορούσα, ω, σήκωσε το σταυρό της Οικουμένης,
    η Ιαματική, αχ άλειψε με λάδι τις σάρκες
    που τις σπαράζουνε τα θηρία της γης.

    Παναγιά της Ζωοπηγής και του Άρακα και της Ασίνου
    ας κατέβει η χάρη σου, Παναγιά Τροοδίτισσα,
    ως κατεβαίνει η δροσιά της αυγής επί το όρος Ερμών
    ως κατεβαίνει στα γέρικα κλαδιά των ρουμανιών του Τροόδους
    να καθαρίσει τους ρύπους και τις κηλίδες που επλήθυναν.
    Α Παναγιά Στάζουσα και Παναγιά Αιματούσα
    μαύρα και πηχτά αίματα σταλάζουν στα κατάλευκα κρίνα,
    Παναγιά μου Γλυκιώτισσα, γεμάτη γλύκα και έλεος
    κορμάκια παιδιών ζητούνε το βάλσαμο του φίλου σου,
    ω Παναγιά μου Γλυκοφιλούσα!

    «Αππιδάκη βουνό μου», Κύπρος 1984,

    ΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ ΓΙΩΡΓΗΣ

    Η Χρυσογαλούσα

    Φύγαμε βιαστικά! Τα τανκς ερχόνταν
    απ’ το μεγάλο δρόμο τόσο γρήγορα
    που δεν προλάβαινα να τρέξω
    να την πάρω. Ολιγόπιστος, ναι! Φοβήθηκα
    για το σαρκίο μου, σα να μην είχα
    τόσα σημάδια ιδεί της Χάρης Της.

    Τώρα εγώ κάθομαι από τούτη τη σκηνή
    κι εκείνη απόμεινε στα χέρια των Αγαρηνών,
    σκλάβα η Χρυσογαλούσα κι η Πανύμνητη
    Ίσως της βγάζαν τα πονετικά της μάτια
    καθώς είχανε κάμει οι πρόγονοί τους
    στους άγιους που σκεπάζουν του ναού τους τοίχους.

    Ίσως και να την πούλησαν οι μεταπράτες
    των θεών στη γραία πόρνη Ευρώπη
    που εμπορεύεται τους λαούς και τους θεούς της.

    «Τρίγλυφο», Αθήνα 1976,

    ΜΕΤΣΟΛΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ

    Το σημείο του Σταυρού

    …Μπροστά σ’ ένα φτωχό, πνιγμένο απ’ τα κυπαρίσσια ξωκλήσι
    νομίζεις ώρα με την ώρα θ’ ακουστεί γλυκά το σήμαντρο
    κι απ’ το βάθος που φωτάει το ’κονοστάσι μικρό τενεκεδένιο καντήλι,
    θα βγει θλιμμένη με το βρέφος στην αγκαλιά η Παναγιά.
    Θα βγει συλλογισμένη να καθίσει μαλακά στο πέτρινο
    φρεσκοασπρισμένο πεζουλάκι.

    «Η μάνα μου, η μάνα του κόσμου», Αθήνα 1966,

  11. Ciao Aggeliki!!!….

    -«Τώρα έχουμε, Παναγιοτάτους, Παναγία μου.
    Τώρα έχουμε υπερθετικούς βαθμούς.
    Κι εσένα σ’ αφήσαμε στο θετικό βαθμό!»
    (Κώστας Μόντης)

    -«…κι εκεί που κάθομαι ψηλά, γαλήνιος και ωριμάζω
    το νόημα φέρνει ο άνεμος θαμπούς κυματισμούς καμπάνας μέσα απ τα χωριά: λογαριάζω κι απεικάζω που κράζει για της Χάρης Της, τους Θείους Χαιρετισμούς.»
    (A. Σικελιανός, Ύμνος στην Παναγία)

    -Α. Σικελιανός, «Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΗΣ ΣΠΑΡΤΗΣ»

    «Ἀπὸ χαλκὸν ἤ βράχο Πεντελίσιο
    τὸ ἀθάνατο εἴδωλό Σου δὲ θὰ στήσω·
    μ’ ἀπὸ κυπαρισσόξυλο κολόνα,
    γιὰ νὰ εὐωδάει τὸ ἔργο μου στὸν αἰώνα!…
    Καὶ στὸ λόφον, ὁπὄχει ὅμοια κορόνα
    τὸ κάστρο τὸ Βενέτικο, θὰ χτίσω
    βαριὰ ἐκκλησιά, καὶ μέσα θὰ Σὲ κλείσω
    μ’ ἀτάραγο, ἀπὸ σίδερο, πυλώνα!
    Καμπάνες, ποὺ νὰ βόγκουνε ὡς ἀσπίδα
    πὄβρει σὲ σπάθα ἤ κονταριοῦ κοπίδα,
    θὰ βάλω, κι ἄλλες πιὸ ψηλά, σὰ σεῖστρα!
    Κι ἀπ’ τὰ παράθυρά της νὰ Σὲ ἰσκιάσω,
    βαθύχρωμα κρουστάλλια θὰ ταιριάσω
    – καὶ τὸ καθένα νά’ ναι πολεμίστρα!»
    (Α. Σικελιανός, Λυρικός βίος, τ. 2ος, Ίκαρος)

    -ΠΑΠΑΤΣΩΝΗΣ ΤΑΚΗΣ, «Κατάνυξις Μεγάλης Παρασκευής»

    «Η Παναγία με τη ρομφαία στα σωθικά εθρήνει
    και τα ’βλεπε όλα σκοτεινά από την πικρήν οδύνη.

    Που ο Άγγελός της στις φωτιές παράδερνεν, ο Γιος της,
    των παρανόμων ταπεινός και πράος και γλυκός Σώστης.

    Και εμείς, οι ευγενικοί θνητοί, φριχτά ας ταπεινωθούμε
    με το φαρμάκι της Νηστείας και τέφραν ας λουσθούμε.

    Και η θλίψη μας, μακριά κάθε γήινα ζιζάνια,
    ας υψωθεί ως κερί λιγνό, χλωμό, προς τη μετάνοια.»

    («Εκλογή», Εκδόσεις Ίκαρος, 1975, τ. Α’, σ. 102)

  12. Ευχαριστούμε πολύ Γρηγόρη για την ωραία ποιητική προσφορά σου!!!

    -ΡΙΤΣΟΣ ΓΙΑΝΝΗΣ, «Κυρά των Αμπελιών»

    «…των Αμπελιών, που σ’ είδαμε πίσω απ’ το δίχτυ του πευκόδασου
    να συγυρίζεις με το χάραμα τα σπίτια των αϊτών και των τσοπάνων,
    πάνου στη φούστα σου ο αυγερινός διάνευε τους πλατιούς ίσκιους των
    κληματόφυλλων, δύο αγουροξυπνημένες μέλισσες κρεμόντανε στ’ αυτιά σου σκουλαρίκια
    Και τα πορτοκαλάνθια σου έφεγγαν τη μαύρη, την καμένη στράτα.
    Κυρά μελαχροινή, που η αντηλιά σου χρύσωσε τα χέρια σαν της Παναγιάς
    το κόνισμα…»

    -«…πικράθηκεν ο χάρος ο χαραμοφάης
    καθώς η Παναγία κυλιότανε στα κιτρολέμονα
    κι είχε δέσει το δαίμονα
    στα θεόρατα γιασεμιά της χαρμολύπης…»
    (Ν. ΚΑΡΟΥΖΟΣ, Χρονικό της αταραξίας)

    -Eλιοτ Τόμας Στερνς, Η Τετάρτη των τεφρών

    «Δέσποινα τῶν σιωπῶν
    Ἣρεμη και θλιμμένη
    Σπαραγμένη και ἀκέραια
    Ρόδο τῆς θύμησης
    Ρόδο τῆς λησμονιᾶς
    Ἀποσταμένη και ζωοδότρα
    Τυραννισμένη και ξεκούραστη
    Το Ρόδο το μοναδικό
    Εἶναι τώρα ὁ κῆπος
    Που τελειώνει κάθε αγάπη
    μαρτύριο τελειωμένο
    Τοῦ ἀνεκπλήρωτου ἒρωτα
    Το χειρότερο μαρτύριο
    Τοῦ εκπληρωμένου ἒρωτα
    Τέλος τοῦ ατέλειωτου
    Ταξιδιοῦ δίχως τέλος
    Συμπέρασμα τῶν ὃσων
    Δεν ἒχουν συμπέρασμα
    Λόγος δίχως λέξη
    Λέξη από κανένα λόγο
    Χάρη στην Μητέρα
    Για τον κῆπο
    Πού τελειώνει όλη αγάπη»
    (Eλιοτ Τόμας Στερνς, Η Τετάρτη των τεφρών – Μτφρ. Κλείτος Κύρου. Εκδ. Yψιλον),

    -Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, «Η ΦΑΝΕΡΩΜΕΝΗ

    «Χαμογελά η ανατολή και ροδοκοκκινίζει
    ολίγο ολίγο η καταχνιά, που τα βουνά στολίζει.
    Λαλεί τ΄ ορνίθι της αυγής, το πρόβατο βελάζει.
    Ξυπνούν στα πλάγια οι πέρδικες, η μια την άλλη κράζει.
    Ξυπνά κι ο γέρο γούμενος, τον όρθρο του σημαίνει
    και μουρμουρίζοντας σιγά, στην εκκλησιά πηγαίνει,
    την άγια εικόνα της Κυράς σκυφτά να προσκυνήσει.
    Κι εκεί που ετέντων ο παπάς τα χείλη να φιλήσει
    του κάστηκε πως έλειπε – παράδοξη ιστορία –
    απ΄ το θρονί της το χρυσό η Δέσποινα Μαρία.
    Ετρόμαξ΄ ο καλόγερος. Στην πλάκα γονατίζει,
    χτυπά το μέτωπο στη γη, παρακαλεί, δακρύζει.
    Με μιας αστράφτ΄ η εκκλησιά κι αισθάνεται ένα χέρι
    όπου τον ανασήκωνε. Μοσχοβολάει τ΄ αγέρι.
    Τα μάτια του άνοιξ΄ ο παπάς. Στο κάτασπρο του γένι
    το δάκρυ του εσταζε βροχή.. Κοιτάζει καθισμένη
    στο θρόνο βλέπει την Κυρά, που του χαμογελούσε
    και το Παιδί, που εχαίρετο και που τον ευλογούσε.
    – Σε ποιο καλύβι αγνώριστο, σε ποια καρδιά θλιμμένη
    να πέρασες τη νύχτα Σου, Κυρά Φανερωμένη;
    Ποιό μαραμένο λούλουδο η χάρη Σου, Κυρούλα,
    κρυφά ν΄ ανάστησε, σαν ουρανού δροσούλα;»

    -Μιχάλης Γκανάς, «Νοσοκομείο Ερυθρού Σταυρού»

    στη μάνα

    Τα χέρια σου τα κέρινα
    η Παναγιά εκράτη.
    Χιόνιζε στα σεντόνια σου
    και σ’ όλο το κρεβάτι.

    Η κόκκινη λιανή γραμμή
    του πλαστικού σωλήνα,
    από τη φανερή πληγή
    σαν ποταμάκι εκίνα.

    Κι έφευγαν απ’ τα μάτια σου
    σκιαγμένα τα τρυγόνια
    και μ’ έφερναν σ’ άλλους καιρούς
    και στα μικρά μου χρόνια.

    Μικρά πολύ πικρά πολύ
    χτισμένα γύρα γύρα
    και μόνο από τη χούφτα σου
    σπυρί χαράς επήρα.

    (Από τη συλλογή Γυάλινα Γιάννενα, 1989)

  13. -«Ακάθιστος ύμνος στη Θεοτόκο»
    (απόσπασμα)

    Κοντάκιον
    Τή υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια
    Ως λυτρωθείσα των δεινών ευχαριστήρια
    Αναγράφω σοι η πόλις σου Θεοτόκε.
    Αλλ’ ως έχουσα το κράτος απροσμάχητον
    Εκ παντίων μέ κινδύνων ελευθέρωσον
    Ίνα κράζω σοι·
    Χαίρε Νύμφη ανύμφευτε.

    Οίκοι
    Άγγελος πρωτοστάτης, ουρανόθεν επέμφθη,
    ειπείν τή Θεοτόκω το Χαίρε· (εκ γ’)
    καί συν τή ασωμάτω φωνή, σωματούμενόν σε
    θεωρών Κύριε, εξίστατο καί ίστατο, κραυγάζων
    πρός αυτήν τοιαύτα·
    χαίρε δι ης η χαρά εκλάμψει
    χαίρε δι’ ης η αρά εκλείψει
    χαίρε του πεσόντος Αδάμ η ανάκλησις
    χαίρε των δακρύων της Εύας η λύτρωσις
    χαίρε ύψος δυσανάβατον ανθρωπίνοις λογισμοίς
    χαίρε βάθος δυσθεώρητον καί Αγγέλων οφθαλμοίς
    χαίρε ότι υπάρχεις Βασιλέως καθέδρα
    χαίρε ότι βαστάζεις τόν βαστάζοντα πάντα
    χαίρε γαστήρ ενθέου σαρκώσεως
    χαίρε δι’ ης νεουργήται η κτίσις
    χαίρε δι’ ής βρεφουργείται ο Κτίστης
    Χαίρε Νύμφη ανύμφευτε.
    ……………………………
    Ψάλλοντές σου τόν τόκον, ανυμνούμεν σε πάντες,
    ως έμψυχον ναόν Θεοτόκε·
    εν τή ση γαρ οικήσας γαστρί,
    ο συνέχων πάντα τή χειρί Κύριος ηγίασεν,
    εδόξασεν, εδίδαξεν βοάν σοι πάντας·
    χαίρε σκηνή του Θεού καί Λόγου
    χαίρε αγία αγίων μείζων
    χαίρε κιβωτέ χρυσωθείσα τω Πνεύματι
    χαίρε θησαυρέ της ζωής αδαπάνητε
    χαίρε τίμιον διάδημα βασιλέων ευσεβών
    χαίρε καύχημα σεβάσμιον ιερέων ευλαβών
    χαίρε της Εκκλησίας ο ασάλευτος πύργος
    χαίρε της βασιλείας το απόρθητον τείχος
    χαίρε δι ης εγείρονται τρόπαια
    χαίρε δι ης εχθροί καταπίπτουσι
    χαίρε χρωτός του εμού θεραπεία
    χαίρε ψυχής της εμής σωτηρία
    Χαίρε Νύμφη ανύμφευτε.
    Ώ πανύμνητε Μήτερ,
    η τεκούσα τόν πάντων Αγίων αγιώτατον Λόγον (εκ γ’)
    δεξαμένη τήν νυν προσφοράν, από πάσης ρύσαι συμφοράς άπαντας·
    καί της μελλούσης κολάσεως, τους συμβοώντας·
    Αλληλούϊα.

    -Ο. Ελύτης, [Χαίρε] (απόσπασμα από το «Άξιον εστί»)

    “…Άξιον εστί εορτάζοντας τη μνήμη
    των αγίων Κηρύκου και Ιουλίτης
    ένα θαύμα να καίει στους ουρανούς τ’ αλώνια
    ιερείς και πουλιά να τραγουδούν το χαίρε:
    Χαίρε η Καιομένη και χαίρε η Χλωρή
    Χαίρε η Αμεταμέλητη με το πρωραίο σπαθί
    Χαίρε η που πατείς και τα σημάδια σβήνονται
    Χαίρε η που ξυπνάς και τα θαύματα γίνονται
    Χαίρε του Παραδείσου των βυθών η Αγρία
    Χαίρε της ερημίας των νησιών η Αγία
    Χαίρε η Ονειροτόκος χαίρε η Πελαγινή
    Χαίρε η Αγκυροφόρος και η Πενταστέρινη
    Χαίρε με τα λυτά μαλλιά η χρυσίζοντας τον άνεμο
    Χαίρε με την ωραία λαλιά η δαμάζοντας τον δαίμονα
    Χαίρε που καταρτίζεις τα Μηναία των Κήπων
    Χαίρε που αρμόζεις τη ζώνη του Οφιούχου
    Χαίρε η ακριβοσπάθιστη και σεμνή
    Χαίρε η προφητικιά και δαιδαλική…”

  14. 30.
    Να μακαρίζεις όσους
    εσπούδασαν προσεχτικά την έλευση της χάρης,
    τη μυστική φύση της γυναίκας,
    πρόλαβαν να κάψουν στο καντηλέρι την αθεράπευτη αλαζονεία
    κάθε πρόστυχη γεύση, αποφεύγοντας έτσι τις κοινοτοπίες,
    κι έβγαλαν τις πλαστικές ντάλιες από το εικονοστάσι.

    Κατάλαβαν ευτυχώς πολύ νωρίς
    πως η Παναγία προτιμά τους ύμνους των κωφαλάλων.

    ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΜΟΥΝΤΕΣ, «Η αντοχή των υλικών»

  15. 31. ΟΙ ΕΛΛΗΝΙΔΕΣ ΠΑΝΑΓΙΕΣ

    Οι Ελληνίδες Παναγιές
    δε θα μπορούσανε
    να ‘ταν μαρμάρινες —
    μον’ γύφτισσες,
    ξετσίπωτες,
    τρελές των δρόμων,
    που αποκόψαν το παιδί
    νωρίς απ’ το βυζί,
    να τρέχουν στα μνημούρια
    και ν’ ανάβουνε καντήλια

    Νυχτερίδες, στριγγλοπούλια
    χαμηλά οπού πετάν,
    κι εγώ —μήτε και μπαλαμός μήτε και γύφτος,
    παρά ένα θηλαστικό μ’ ανησυχίες—
    να τις ακλουθάω με το βλέμμα

    ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΝΔήΣ

  16. -«Τέμπλα ναών, ένας άμβωνας, πεσσίσκοι,
    σταυροί εκ φαιού μαρμάρου και κιονίσκοι
    διακοσμημένοι με κισσού βλαστούς. Κογχύλια
    και, με ανοιχτές ουρές, παγώνια. Ανθέμια,
    ρόδακες, ελισσόμενες ταινίες, φύλλα ακάνθης,
    αετοί δικέφαλοι- και σε όλη τούτη
    τη χαρά των οφθαλμών ανάμεσα, ο Εσταυρωμένος
    κ’ η οδυρομένη Παρθένος,…»
    (Άρης Δικταίος)

    -«…Για μένα τον αμαρτωλό, είδες, γλυκειά Κυρά μου
    να μαρτυρεύουν στο σταυρό τ’ αγαπητό Παιδί σου !
    Κάμε να σφάξη ο πόνος σου κι εμένα την καρδιά μου
    Κι αξίωσέ με να θρηνώ, να κλαίω κι εγώ μαζί σου.»
    (Ανδρέας Μαρτζώκης)

    -«… το βράδυ σώπαινε μ’ όλα του τα καμπαναριά / σύγνεφο, πικροσύγνεφο / γιατί δεν έμπαινες μπροστά / κι από την κοντινή την εκκλησιά / γιατί δεν έσκουζες, παρθένα Παναγιά……»
    (Τάσος Λειβαδίτης)

    -Ο. Ελύτης, «ΝΑΥΤΑΚΙ ΤΟΥ ΠΕΡΙΒΟΛΙΟΥ»

    «Η αυγή σφυρίζει στην κοχύλα της
    Μια πλώρη έρχεται αφρίζοντας
    Άγγελοι! Σία τα κουπιά
    Ν’ αράξει εδώ η Ευαγγελίστρια!
    ……………………..
    Νονά των άσπρων μου πουλιών
    Γοργόνα Ευαγγελίστρα μου!
    …………………………………
    Γρήγορα, Παναγιά μου, γρήγορα
    Κιόλας ακούω τραχειά φωνή ψηλά πάνω απ’ τις ντάπιες
    Χτυπάει χτυπάει στις χάλκινες αμπάρες
    Χτυπάει χτυπάει κι αντριεύεται
    ………………………………
    Κι η Παναγία χαίρεται η Παναγία χαμογελά
    Το πέλαγο έτσι που κυλάει βαθιά πόσο της μοιάζει!»

    -Χρυσούλα Χατζηγιαννιού, «Στην Παναγία των Βλαχερνών»

    «Πολύς ο ίσκιος
    κι ο περίγυρος
    στενός
    και πώς να σε χωρέση
    ο νους μας
    Xώρα
    του αχωρήτου;
    Aνθό
    δε βρίσκω
    που να μη φωλεύη
    ο ήλιος
    που άστραψε
    τη λυγερά του
    μέλαθρα
    μες των καλύκων
    τις πορείες.
    Mα συ εντός μας
    δε χωρείς.
    Mήδ’ έχει ο λογισμός
    περίσσια/κάνιστρα
    να δρέψη
    τις ροδιές σου
    της αυλής!
    Mόνο η ψυχή –
    ω θάμμα –
    εφτάκλιτη
    σε περικλεί
    μες τις θολές της
    ερημίες / καθώς
    το μοσχοβόλημα
    οι πετρώες
    Aραβίες…
    Στα κάστρα
    σ’ ανιστόρησα
    οδηγήτρια
    και στ’ αδυσώπητο
    το κρίμα / απάνου
    σε ξανάδα
    γρηγορούσα!
    Ήπια τις χάρες σου
    μες τα κρουστά σου
    νάματα,
    ότι καιόμενη
    ανηφόρισα
    και με ξημέρωσες
    ανθούσα!
    Xαίρε
    των Bλαχερνών
    το έπος
    ανατείνουσα
    περικρατείς
    και στ’ όνειρό μας
    το περίστυλο
    ξανθές
    οι κίονές σου
    οι αρμονίες!
    Για νάρθη
    το αύριο
    αβασίλευτο
    στο φως σου
    οι πληγές μας
    εξουσίες!
    Eπί των όφεων
    περιπατείς
    για να πραΰνωνται
    οι σκοτίες…
    Λυγίζει
    ο κάλαμος
    προτού να γίνη
    αυλός
    κι ό,τι κι αν λέω
    σωπαίνω…
    Άφατη
    η πρέπουσα
    οδός
    κ’ επιφανής
    μες τη σκιά σου…
    Aς ήμουν
    κρίνο
    στου αρχαγγέλου σου
    τα χέρια
    σφαλισμένο
    ν’ ανθοβολώ
    θωρώντας σε
    με τον ωραίον
    κάλλει
    στην ποδιά σου!…
    Tων οφθαλμών μας
    χαίρε
    ο Έπαινος!…»
    (http://www.myriobiblos.gr/texts/greek/theotokos/hatzigian.htm)

  17. 32. ΜΥΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ

    Δέσποινα,
    κανένα φόρεμα τη γύμνια μου
    δε φτάνει να σκεπάση,
    η μοναξιά μου είναι σαν τ’ άδειο, σαν τ’ αλόγιστο
    χυμένο προτού νάρθη η πλάση,
    η αρρώστια μου βογγάει σαν τα μεγάλα δάση
    καθώς τα δέρνει η μπόρα.
    Ήρθεν η ώρα η φοβερή, ωχ! ήρθε η ώρα.

    Εσύ παρθένα, εσύ μητέρα,
    κι από δροσιά, κι από κελάϊδισμα
    στάλα του αιθέρα,
    ήρθεν η ώρα η φοβερή, ωχ! ήρθε η ώρα.
    Πρόστρεξε, Μυροφόρα,
    μονάχα Εσένα πίστεψα
    και λάτρεψα μονάχα Εσένα
    από τα πρωτινά γλυκοχαράματα
    κι ως τώρα μες στα αιματοστάλαχτα
    μιας ωργισμένης δύσης.

    Δέσποινα, στήριξέ μ’ Εσύ και μη μ’ αφήσης.
    Δέσποινα,
    βήμα δεν έχω μήτε φτέρωμα,
    με γονατίζει το στοιχειό της θλίψης.
    Υψώσου ποιος μου λέει; δε δύναμαι,
    δύνασαι κάτου Εσύ ως εμέ να σκύψης;

    Ρίξε από πάνου σου,
    στους αθανάτους τη θεόπρεπη
    παράτησε αλουργίδα του Ολύμπου,
    έλα, κατέβα ολόγυμνη, βαφτίσου
    στον Ιορδάνη του δακρύου,
    κι ύστερα κρύψε το τρανό κορμί το ηλιόχαρο
    στη σκέπη τη γαλάζια της Αειπάρθενης,
    που ειν’ η χαρά των ασκητών και των μαρτύρων.

    Δεν εισ’ Εσύ των εθνικών ηδονολάστρα η Μούσα,
    της πλαστικής και της σκληρής
    χαράς δεν είσαι η Πιερίδα,
    του σπλάχνους του τρανού βαθιογάλανη
    φορείς Εσύ πορφύρα
    κι από του θρήνου κατεβαίνεις την πατρίδα.

    Α! δείξου στο μικρό και τον ανήμπορο,
    και δείξου καθώς δείχνεσαι στους ταπεινούς,
    και φτάσε καθώς φτάνει στους αμαρτωλούς,
    και δείξου καθώς δείχνεται στους σκλάβους
    η Αγιά Λεούσα.
    Άκου, ένα-σκούσμα τον αέρα σπάραξε·
    Ποιος κλαίει;
    Κοίτα, βροχή από λάβα βρέχει ένας θειφότοπος·
    τι κλαίει;

    Έλα κοντά, ένας ήσκιος αργοσάλεψε,
    και λέει :
    Του τραγουδιού σου δε γυρεύω πια το θρίαμβο,
    μηδέ τον κόσμο τον ολάκριβο, τη Λύρα,
    μηδέ τη μοίρατου δοξασμένου διαλεχτού σου, Δέσποινα!
    Λυπήσου,
    και πλάσε μου,
    και στείλε μου έναν ύπνο ήσυχο ήσυχο,
    με του παιδιού το γλυκανάσασμα,
    μαζί μου.

    KΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: