Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (188ο): «ΑΛΟΓΟ –ΚΑΒΑΛΑΡΗΣ – ΙΠΠΟΤΗΣ»…

  1. Τ’ ΑΛΟΓΟ ΤΟΥ ΣΚΑΚΙΟΥ

    Προσεκτικ κι σάλευτο, βουβ κι φαιρεμένο,
    στ μαρο τσπρο, πάκουο, πηδάει κα περιμένει.
    Στ μαρο τσπρο, σάλευτο, βαθει συλλογισμένο,
    τ
    σκυθρωπ κι μίλητο παιχνίδι λογαριάζει.
    Μι κίνηση, λλη κίνηση, μι σκέψη, κι λλη σκέψη.


Τριγύρω ο
ξύλινοί του χθρο κι ο πίβουλοι σκοποί τους.


Τί ν
σκεφτε, ν σοφιστε κα τί ν λογαριάσει;
Μς τ στεν τετράγωνα σώθηκεν σκέψη
κι γινε πι μονότονη κα γνώριμη ζωή του.

Μι κίνηση, λλη κίνηση, μι σκέψη, δια σκέψη!


Τ
σιωπηλ παιχνίδι του μετρ κα λογαριάζει,
μ μως τ ξέρει πς γραφτ σλη εναι τ ζωή του,
ν ρμ μέσα στος ξύλινους χθρούς του κα ν πέφτει,
στ μαρο στσπρο, ρωικά, κοντ στ βασιλιά του.

 MIXΑΛΗΣ  ΣΤΑΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ

 

 

Τ’ Άλογο του Ομέρ Βρυώνη – Διονύσης Σαββόπουλος

  1. Τ’ ΆΛΟΓΟ ΤΟΥ ΟΜΕΡ ΒΡΥΩΝΗ

Τ’ άλογο τ’ άλογο Ομέρ Βρυώνη
δες το κορίτσι μου πόσο κρυώνει
έλα ν’ ανέβουμε κι απόψε στ’ άστρα
για να της φέρουμε χρυσή θερμάστρα.

Τ’ άλογο τ’ άλογο Ομέρ Βρυώνη
φέρ’ το τσεκούρι μου και το πριόνι
και πάμε γρήγορα να κόψω ξύλα
γιατί έχει σύγκρυο κι ανατριχίλα.

Τ’ άλογο τ’ άλογο Ομέρ Βρυώνη
τούτο το σύννεφο μ’ εξαγριώνει
και το κορίτσι μου προσμένει πάντα
μ’ ένα θερμόμετρο που λέει σαράντα.

ΝΙΚΟΣ  ΓΚΑΤΣΟΣ

***

  1. ΤΟ ΑΛΟΓΟ ΤΗΣ ΜΟΛΔΟΒΛΑΧΙΑΣ

(Σχεδίασμα του Μαθιού Πασκάλη)

 Ένα λοφίο μια λόγχη ένα δέντρο·

στην άλλην όχθη το άλογο.

 Ανάμεσα κυλάνε σάρκες και αρώματα γυναικών

άντρες μαζί με τις σάρκες, μήτε πρόσχαροι μήτε κατηφείς

αποφασισμένοι

όχι αποφασιστικοί,

αποφασισμένοι από τους άλλους

από τους δυο βασιλιάδες ίσως —

τον έναν που κατοικεί το μπρούντζινο αποτύπωμά του

τον άλλον που κατοικεί το σάρκινο αποτύπωμά του —

από τους δυο βασιλιάδες ίσως

ή το άλογο

με το βάραθρο της κοιλιάς τόσο ανάλαφρα υψωμένο

πάνω στα τέσσερα πόδια

που μας εξαπατούν νυχοπατώντας.

 

Το φοβερό δε φαίνεται ποτέ·

δε φαίνεται το μέγα αγκίστρι που ψαρεύει από το κοκκινωπό βάθρο·

όταν προσέξεις αντικρίζεις το χαμό·

το γαντζουρωτό σπέρμα

που τινάζεται από τα φριχτά αχαμνά του

βαριά σαν αδιάφορο κανόνι σ’ αρχοντικό της Ύδρας,

σπόρο θανάτου

που καρφώνει αλάθευτα τον όποιον σημαδέψει

και τον σέρνει καθώς ο Αχιλλέας τον Έκτορα

ανάσκελα μέσα στη σκόνη

χλωμό γυμνό ντροπιασμένον

μέσα στις κεντητές ρεκλάμες που ανάβουν και σβήνουν

μέσα στους κουρασμένους μηρούς των γυναικών

αυλάκια του έρωτα τελματωμένα·

μέσα στα πυρωμένα λάστιχα και τους αχνούς των αυτοκινήτων

καθώς βαραίνει η ζέστη κι οι στολές παρουσιάζουν όπλα

κι οι μικρές μπρούντζινες σάλπιγγες μείναν ανάερες—

τον φέρνει σίγουρα στην κοιλιά του αλόγου

με την τερατώδη απόφυση του νεκρού βασιλιά στη ράχη

και τα ρουθούνια του που ανοιγοκλούν ανασαίνοντας αηδία.

 

Τελετή αθόρυβη ανάκουστη

προσφορά στον άνθρωπο που κρατούσε τη σφαίρα και το σκήπτρο

προσφορά στ’ άλογο μέσα στον άνθρωπο που χλιμιντρά και ματώνει τα νύχια

και δε χορταίνει μήτε τώρα που ο αναβάτης μετάλλαξε τον ύπνο

τελετή χωρίς ιερατικό βάδισμα μήτε δαυλούς μήτε ιερουργίες

αλλά με τα καθημερινά φερσίματα, τα μικροσκοπικά παθήματα

και τις απρόσωπες χαρές μας,

με τη συνηθισμένη ρυτίδα στο μέτωπο καθώς σηκώνεις το τηλέφωνο που σημαίνει

με το κουρασμένο μάτι και την ξεβιδωμένη χειραψία όταν συναπαντήσεις κάποιον

άρρωστη πομπή με την τάξη του πρόσκαιρα σκηνοθετημένου κόσμου.

Βουκουρέστι, 19. 5. 1939

ΓΙΩΡΓΟΣ  ΣΕΦΕΡΗΣ [Γ΄. ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ (1931 – 1971;)]

 

 ***

 

  1. «Υπάρχουν άλογα που συνεχίζουν να καλπάζουν ακόμα κι όταν είναι ξαπλωμένα στο γρασίδι.»

ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ

***


  1. Καβάλα σε ένα κουνιστό αλογάκι

με χάρτινο καπέλο και ξύλινο σπαθί

πήρα και εγώ μέρος στη μάχη

στο αίμα, στη φωτιά στην αρπαγή.

 

Καβάλα σε ένα κουνιστό αλογάκι

μπρος πίσω πίσω μπρός

γύρισα ολόκληρο το κόσμο

των ίσκιων στρατηλάτης και αρχηγός

γύρισα ολόκληρο τον κόσμο

και έφτασα τώρα εδώ

στη κουνιστή μου πολυθρόνα

μπρος πίσω πίσω μπρός

τσαλακωμένο πια το χάρτινο καπέλο

και τσακισμένο το ξύλινο σπαθί ,

η μάχη η φωτιά το αίμα η φωτιά και η αρπαγή

θαμπές εικόνες στου μυαλού μου την οθόνη.

 

Καίει ο ήλιος μα το αίμα μου παγώνει

ψίθυρος βγαίνει από το στόμα μου η κραυγή

 

ΑΡΓΥΡΗΣ  ΧΙΟΝΗΣ, ΕΚΔΟΧΕΣ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ

 

 

Το τραγούδι του αλόγου – Λιλάντα Λυκιαρδοπούλου

 

  1. Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕ ΤΟ ΑΣΠΡΟ ΑΛΟΓΟ

 

Η μουσική: είν’ ένας άγιος

που κατεβαίνει στο άσπρο του άλογο.

Φτάνει ως την άκρη της καρδιάς μου, υπόσχεται.

 

Γυρνά τα φύλλα της ψυχής μου σε μετέωρα χρώματα

κι όπου γωνιά μου τη φωτίζει. Ψιχαλίζει

ουρανό, επουλώνει τις ρυτίδες μου. Γίνομαι κάτι

σαν ένας κήπος, ανάμεσα σ’ έναν ήλιο

απερίγραπτο.

 

Όλη η κούραση μου,

όλα μου τα σκαψίματα, όλη η μόνωση μου,

δείχνουν απόβροχο του Μάη.

 

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

  

 ***

 

  1. Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΛΟΓΟ

 

Είχε ένα άλογο. Πήγε στον πόλεμο.

Δεν περάσαν δυό μήνες που γύρισε πίσω

με κομμένο το πόδι του. όταν τον είδε

τ’ άλογο του χλιμίντρισε.

 

Λίγες

μέρες μετά, το επιτάξανε.

Εκείνο δεν γύρισε.

Κι’ από τότε, όταν ήθελε

να θυμηθεί κάτι αξέχαστο από

τη ζωή του, κάτι όμορφο

– την Παναγία, το Χριστό ή τον ήλιο

παραδείγματος χάρη –

θυμόταν

αυτό το χλιμίντρισμα.

 

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

 

 ***

 

  1. ΤΟ ΑΦΗΝΙΑΣΜΕΝΟ ΑΛΟΓΟ

 

Καθώς ανηφόριζε τούδωσε μια

κατακέφαλα ο ήλιος. Σταμάτησε τ’ άλογο,

γυάλισε η κόκκινη τρίχα του, φύσηξαν

φωτιά τα ρουθούνια του, τεντώθη σαν λάμα

μετάλλινη η χαίτη του, σηκώθηκεν όρθιο,

χλιμίντρισε, πήρε μιάν άγρια στροφή

σαν κόκκινος ίλιγγος, συγκέντρωσε όλη του

τη δύναμη, πήρε κι’ άλλη απ’ τον ήλιο

κ’ οι οπλές του αρχινίσαν, βροχή, να χτυπούν

τη γρανίτινη πέτρα – απώντας τις μαύρες της

φλέβες, σηκώνοντας τούφα τις σπίθες.

 

Τ’ αναμμένα, βαριά πέταλα του, ακουγόνταν

υπόκωφα

ως μέσα

τη μήτρα της γης.

 

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ  ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

 

Νίκος Κυπουργός , Tου αλόγου

 

  1. ΚΑΙ ΙΔΟΥ ΙΠΠΟΣ ΠΥΡΡΟΣ

στον Δημήτρη Κοσμόπουλο

 

Κεφαλή αλόγου σκύβει να πιει νερό.
Ίσα που πρόλαβε να δει, εκτός απ’ τη μορφή του, μιαν αλογόμυγα επάνω στα καπούλια, πριν σπάσει ο καθρέφτης της πηγής.

 

Ρουθούνια ανοιγμένα γεμάτες γουλιές ήρεμη ανάσα και μόνο
τα μάτια του τρομαγμένα, με το τρέμισμα μιας σκιάς στον αέρα.

Ξανά.

Αναπεπταμένο πεδίο. Γύρω βουνά. Ένα άλογο πίνει νερό. Η καμπύλη του αυχένα του τόξο καλά τανυσμένο. Αεράκι στη χαίτη, όταν μαύρο πουλί περνάει ψηλά. Η σκιά του βιτσιά στα καπούλια.

Ξανά.

Χαμηλή πτήση με ελικόπτερο πάνω από τη Δρακολίμνη της Τύμφης. Καταπράσινο οροπέδιο ανάμεσα σε χιονισμένα βουνά.

Στην όχθη της λίμνης ένα άλογο πυρρό ξεδιψάει. Αλαφιάζεται. Τρέχει. Τρέχουν μαζί του και τ’ άλλα λευκά, φαιά, πυρρά, σίβα, μαύρα, 150 άλογα κάτω από ένα καπώ, στο δρόμο Ιωαννίνων-Κοζάνης.

Μιχάλης Γκανάς-Περιοδικό Τα Νεφούρια, τεύχος 14, Πρωτοχρονιά 2006

 

 ***

  1. ΤΟ ΑΛΟΓΟ

Στν Μιχάλη Γκαν

Πάλι τ γνωστ λογο, μαρο κα λαμπερό, στ μικρ πάρκο πέναντι, τν ρα πού, ποις ξέρει π ποιος συμφωνημένο, παψαν ν περνον, λυσσασμένα κύματα, τ᾿ ατοκίνητα.

 

Μ κοίταξε μασώντας τ πυκν φύλλα το μεσημεριο κα νευε μ κινήματα περήφανά της κεφαλς του σν ν μο λεγε: «Θυμσαι;»

Τ χειρότερο εναι τι βλεπα μία κατακόκκινη νοιχτ πληγ στν ριστερή του παρει κα σταγόνες αμα ν πέφτουν στ ταλαίπωρο χμα, πάνω σε σκουπίδια κα χαρτιά.

 

μως τ παράπονο τς πομονς του παλληκαρίσιο, καυτ πως μεσημεριαν λκή. Μασώντας ατ τ όρατα φύλλα, μπαίνει στν δρόμο κι ρχίζει ν τν διασχίζει ποφασιστικά, τν ρα πο ξεχύνεται, ορλιάζοντας, αρα τς στυνομίας.

 

Στ μάτια του σπιθίζουν δάκρυα σκληρά, διαμάντια. Κατ τ λλα, νέβηκα κι γ στ λεωφορεο, μ τν πόλοιπο κόσμο, τν ρα πο τ λογο σπάραζε κάτω π᾿ τος τροχος κα μ τ βλέμμα ψελνε τν ξόδιο κολουθία.

Αριο, σως ν τ προλάβω.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΣΜΟΠΟΥΛΟΣ

 

 ***

  1. ΤΟ ΑΣΠΡΟ ΑΛΟΓΟ

    Και φυσικά υπάρχουν λόγοι που κοιτάζω πάντα κάτω – κάπου
    είναι πεταμένο ένα κλειδί, που αν το βρεις σώθηκες: θα ξεκλειδώσεις
    το χέρι του τρελού
    και τότε θα είναι στη διάθεσή σου το άσπρο άλογο!

ΤΑΣΟΣ  ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

 

***

…στο βάθος του δρόμου το άγαλμα διηγόταν στα πουλιά το αληθινό ταξίδι.
» μητέρα, ρώτησα κάποτε, που μπορούμε να βρούμε λίγο νερό για τ’ άλογό μου΄»,
«μα δε βλέπω κανένα άλογο», «κι εσύ, μητέρα!»…

ΤΑΣΟΣ    ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ, ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ 

 ***

  1. ΑΛΟΓΑ ΠΕΡΗΦΑΝΑ ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ

Άλογα περήφανα

οι επιθυμίες μου

γονάτισαν κάθισαν χάμω

 

η πόλη όλη βάφτηκε στο σκοτάδι

 

μόνο τρεις άνθρωποι περπάτησαν

 

ο ένας πήγε να βρει το Θεό

ο άλλος πήγε να βρει το Διάβολο

κι ο τρίτος πήγε να βρει το Κενό.

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ, Έκτοτε

 

***

  1. ΤΑ ΑΛΟΓΑ ΤΟΥ ΑΧΙΛΛΕΩΣ

    Τον Πάτροκλο σαν είδαν σκοτωμένο,
    που ήταν τόσο ανδρείος, και δυνατός, και νέος,
    άρχισαν τ’ άλογα να κλαίνε του Αχιλλέως·
    η φύσις των η αθάνατη αγανακτούσε
    για του θανάτου αυτό το έργον που θωρούσε.
    Τίναζαν τα κεφάλια των και τες μακρυές χαίτες κουνούσαν,
    την γη χτυπούσαν με τα πόδια, και θρηνούσαν
    τον Πάτροκλο που ενοιώθανε άψυχο -αφανισμένο-
    μιά σάρκα τώρα ποταπή -το πνεύμα του χαμένο-
    ανυπεράσπιστο -χωρίς πνοή-
    εις το μεγάλο Τίποτε επιστραμένο απ’ την ζωή.

    Τα δάκρυα είδε ο Ζεύς των αθανάτων
    αλόγων και λυπήθη. «Στου Πηλέως τον γάμο»
    είπε «δεν έπρεπ’ έτσι άσκεπτα να κάμω·
    καλύτερα να μην σας δίναμε άλογά μου
    δυστυχισμένα! Τι γυρεύατ’ εκεί χάμου
    στην άθλια ανθρωπότητα πούναι το παίγνιον της μοίρας.
    Σεις που ουδέ ο θάνατος φυλάγει, ουδέ το γήρας
    πρόσκαιρες συμφορές σας τυραννούν. Στα βάσανά των
    σας έμπλεξαν οι άνθρωποι». -Όμως τα δάκρυά των
    για του θανάτου την παντοτεινή
    την συμφοράν εχύνανε τα δυό τα ζώα τα ευγενή

Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ
ΝΑΝΙ ΤΟ ΓΑΡΟΥΦΑΛΟ ΜΟΥ

  1. ΝΑΝΙ ΤΟ ΓΑΡΟΥΦΑΛΟ ΜΟΥ

Νάνι το παιδί μου, νάνι
Που δεν ήθελε νερό
Τ’ άλογο μας το μεγάλο

Αχ! Καρδούλα μου ποιός ξέρει
Τι να λέει το ποταμάκι στο λιβάδι το χλωρό

 

Νάνι, το νερό το μαύρο
μες στα πράσινα χορτάρια
που ψιλό τραγούδι πιάνει.
Νάνι την τριανταφυλλιά μου
που τη γης δάκρυο ποτίζει,
τ’ άλογό μας το καλό.

Κι έχει πόδια λαβωμένα τραχηλιά κρουσταλλιασμένη
Έχει ένα ασημένιο λάζο καρφωμένο μες στα μάτια.
Μόνο μια φορά σαν είδε τ’ αντρειωμένα τα βουνά
Εχλιμίντρισε κι εχάθη στα νερά τα σκοτεινά…

Αχ! Πού πήγες άλογό μου
που δεν ήθελες να πιεις;
Αχ, μαράζι μες στο χιόνι….
Νάνι το γαρούφαλό μου
που τη γης δακρυοποτίζει,
τ’ άλογό μας το καλό…

Μην έρχεσαι – μη μπαίνεις –
το παραθύρι κλείσ’το
Με φυλλωσιές ονείρου,
μ’ όνειρα φυλλωσιάς.
Κοιμάται το παιδάκι μου
Σωπαίνει το μωρό μου…

Αχ! Πού πήγες άλογό μου
που δεν ήθελες να πιεις;
Άλογο της χαραυγής

ΝΙΚΟΣ  ΓΚΑΤΣΟΣ

 

***

  1. ΣΤΟ ΑΛΟΓΟ ΚΑΒΑΛΑ

 

Πομπεύοντας το αδύνατο
με λέξεις
Ανάβοντας ένα φωνήεν,
έρμαιο του αγίου σώματος που λειτουργείται,
να ημερέψει το σκότος

 

Σελώνοντας το τέλος
να διανύσεις πάλι το κενό το ακόρεστο
απ’ την αρχή να ξαναπιάσεις το τραγούδι
το πικρό
ως να γλυκάνει ο τρόμος
«μη
μη με παίρνεις
με γέλασαν
χάρε μη με παίρνεις
της άνοιξης τ’ αηδόνια με γέλασαν
μη
γιατί δεν με ξαναφέρνεις»

Πώς έγινε και μείναμε φτωχοί με τέτοια προίκα
Πώς έγινε και δαπανούμε χιλιάδες τις λέξεις
για να πούμε το σώμα
που ατραγούδιστο εχάθη στον καιρό του

Πώς έγινε και συχνάζουμε πια
στης ψυχής τα υπόγεια
Πώς έγινε κι όλο να φεύγει ο χορός
μακριά από τη μνήμη
Πώς έγινε και ξέπεσε σε δόλωμα το βλέμμα
και σε τρόμο,
εκεί που κατοικούσε κάποτε ο άνεμος
κι η γενναιοδωρία

Πώς έγινε να ξεκρεμάμε κάθε πρωινό
έναν απ’ τους σβησμένους εαυτούς,
να τον ντυνόμαστε κι ας μη μας πάει
κι ας τον μισούμε
όσο μισούμε το φύλλο του ημερολογίου
που μας πετάει ξοδεμένους
στον κάλαθο των ονείρων.

Πώς έγινε κι αντέχουμε την απουσία μας

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ, Σήματα Λυγρά

 

***

  1. ΤΟ ΠΙΟ ΦΤΕΡΩΤΟ ΦΕΡΤΕ ΜΟΥ ΑΛΟΓΟ

 Θέλω να υπακούσω στην κλήση του ταξιδιού μου.
Το πιο φρέσκο, το πιο γοργό φέρτε μου άλογο.
Πηγαίνω προς τη νίκη μου και την τελειοποίησή μου
το πιο αστραφτερό φέρτε μου άλογο,
να το ανεβώ έτσι αφρισμένο όπως θα ‘ναι
μέσα στη μαύρη νύχτα
το πιο γοργό, το πιο αφράτο φέρτε μου άλογο,
να φτάσω στον καιρό μου πριν γίνει ο καλός του πλοίου μας απόπλους.

 Το πιο γοργό, το πιο αφράτο φέρτε μου άλογο.
Δε θα φύγω σαν ένας Αννίβας
για μιαν έρημη παραλία της Θάψου.
Δεν ακολουθεί τη φυγή μου
κανένας Σκιπίωνας, καμιά Ζάμα.
Πορεύομαι σε τροπαιούχον άλλο βίο.

Το πιο φτερωτό φέρτε μου άλογο,
να κάμω γρήγορο το τέλος των χιλιομέτρων μου
που με χωρίζουν από το Καράβι της Απεραντωσύνης μου.
Το πιο φτερωτό φέρτε μου άλογο.

 Σαράντος Παυλέας, Ποιητικοί συνειδησιακοί διάλογοι, Β (1981)

 

***

18.ΤΟ ΑΛΟΓΟ ΜΟΥ


Φοβού τους Δαναούς
και δώρα φέροντες

Το ξύλινο αλογάκι
λίκνιζε ρυθμικά τις προσδοκίες μου.
Κινήσεις όλο αυτάρκεια
σε μια καμπύλη σιγουριάς.
Δίχως απόκλιση καμιά
η διαδρομή μου.

Τώρα το άλογό μου δίχως αναβάτη
δούρειος ίππος με πολιορκεί στενά
ξεχύνοντας μνήμες αφηνιασμένες
κι έχετε φύγει όλοι εσείς οι Δαναοί
να μην μπορώ να σας ρωτήσω
γιατί μου ξεγελούσατε το μέλλον
δώρα φέροντες.

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΣΙΔΗΡΑ,  ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΜΕΓΑΛΩΝ, Πλανόδιον, Αθήνα 1998

 

***

 

  1. Ο ΔΟΥΡΕΙΟΣ  ΙΠΠΟΣ
    I
    Ο Δούρειος ίππος τότε είπε
    όχι, δε θα δεχτώ δημοσιογράφους,
    κι είπαν γιατί, κι είπε
    πως δεν ήξερε τίποτα για το φονικό.
    Κι ύστερα, εκείνος
    έτρωγε ελαφρά τα βράδια
    και μικρός
    είχε δουλέψει ένα φεγγάρι
    αλογάκι σε λούνα πάρκ.

Τζένη Μαστοράκη

 

 

***

 

  1. ΤΟΥ ΣΚΟΤΕΙΝΟΥ ΑΛΟΓΟΥ

Πέταλλο βρήκα

αλόγου που κάλπασε.

Ξέρω ποιός λείπει.

*

Καβάλα πήρε

το κέρασμα κι έφυγε

ο ταξιδιώτης.

*

Στεγνά χαλίκια.

Νερά καθάρια. Μακριά – 

τ’ άλογα βόσκουν.

ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ, Το έρημο λυκόφως, χαϊκού

 

ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΤΟΥ ΑΛΟΓΟΥ

 

  1. ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΤΟΥ ΑΛΟΓΟΥ

Με ρίγος θανάτου σέρνω το κάρο
σε λεωφόρο κεντρική.
Φοβάμαι πολύ –ωιμέ-
μην πέσω κάτω. Κοντεύω γιά τον σταύλο
να ξαποστάσω. Στον παραπέρα δρόμο.
Είμαι στο χώμα, κι άνθρωποι μ’έχουν κυκλώσει –και με σφάζουν.

Τα μάτια μου ήταν ακόμη ανοιχτά
γιά βοήθεια τρέχει ο αμαξάς
και πόρτες ανοίγουνε
και χύνονται έξω οι γειτόνοι με μαχαίρια
κι απ’το κορμί μου κόβουν κρέας κι όλο βρίζουν
και με σχίζανε κομμάτια, κι ας με βλέπαν όλοι ν’ανασαίνω.

Κι όμως όλοι μ’αγαπούσανε πάντα
με φίλευαν ζάχαρη και με χαϊδεύαν
και μου έριχναν στην πλάτη μου ρούχο να φυλάγομαι από τις μύγες.
Πρώτα όλοι φίλοι
και τώρα όλοι τους θηρία.
Ποιος τους είχε κάνει έτσι; Τι να είχαν πάθει κι αγριέψαν;

Κι ενώ ξεψυχώ βλέπω μόνο μαυρίλα
και μια παγωνιά να χτυπάει την γη.
Πώς δεν το βλέπεις εσύ;
Κι έχουν παγώσει πιά οι ανθρώποι
το χέρι ζέστανέ τους• μα βιάσου δεν προφταίνεις.
Γιατί όταν πέσεις και ζητάς βοήθεια θα σε σφάξουν!

ΜΠΕΡΤΟΛΤ  ΜΠΡΕΧΤ, μετ.  Παύλος Μάτεσις

 

*Σημείωση: Η ανάρτηση είναι της καλής μου φίλης και συνεργάτιδας του μπλογκ, Αγγελικής!

 

 

 

 

Advertisements

Single Post Navigation

14 thoughts on “Πες το με ποίηση (188ο): «ΑΛΟΓΟ –ΚΑΒΑΛΑΡΗΣ – ΙΠΠΟΤΗΣ»…

  1. Ciao Aggeliki!!!!… Τέλεια η ανάρτησή σου! Bravissima!!!
    *Πρόσθεσα και το «καβαλάρης», δεν σε πειράζει πιστεύω…

    1. ΑΛΟΓΟ

    -«Κ’ η μούρη των αλόγων του Φαέθοντα έναντι του κενού με άφρη κοσμικής ύλης.»
    (Ν. Καρούζος)

    -«…Φέρε το ξύλινο αλογάκι με την κόκκινη σέλα, να κυνηγήσουμε τους
    ίσκιους των νερών προτού μας προφτάσει το βράδυ με τα μεγάλα
    παραμύθια της χειμωνιάτικης φωτιάς…»
    (Γ. Ρίτσος, Όνειρο καλοκαιρινού μεσημεριού)

    -«Είπε: Θ’ ανάψω εφτά φωτιές στη νύχτα
    εφτά βδομάδες θα νηστέψω το τραγούδι
    Τ’ άσπρο άλογο μονάχα θα κρατήσω
    να φέγγει από γυαλί και φως ο αγέρας.
    Έφυγε καβαλάρης, και το Σάββατο
    γύρισε παντρεμένος μ’ ένα σύννεφο.
    Την Κυριακή, κοκκίνισαν τα μήλα»
    (Γ Ρίτσος, Τραγούδια τ’ ουρανού και του νερού))

    -«Σκυφτοί περάσανε και φύγανε, δειλοί, μ’ έναν
    ίσκιο στα μάτια
    Ούτε ένα μαντίλι ανεμίσανε -ξέραμε
    το χαιρετισμό τους-
    Η σκόνη μπήκε στα σπίτια μας από τα πέταλα
    των αλόγων
    Φτάνουνε τόσο μικρές οι εποχές που δεν έχουν
    τον καιρό να φωτίσουν τη σιωπή μας.»
    (Μανόλης Αναγνωστάκης, «Σκυφτοί περάσανε»)

    -«…αργότερα ήρθαν οι μαντατοφόροι λαχανιασμένοι βρόμικοι
    τραυλίζοντας συλλαβές ακατανόητες
    είκοσι μερόνυχτα πάνω στη στέρφα γης και μόνο αγκάθια
    είκοσι μερόνυχτα νιώθοντας ματωμένες τις κοιλιές των
    αλόγων
    κι ούτε στιγμή να σταματήσουν για να πιουν το νερό
    της βροχής…»
    (Γ. Σεφέρης)

    -«…Και να,
    Τεράστιος
    Στο παραθύρι σκύβω
    Το τζάμι με το κούτελο ακουμπώ.
    Θα έρθει ο έρωτας ή όχι;
    Θα ’ναι τρανός
    Ή μήπως μισερός;
    Μα σε τέτοιο κορμί μπορεί μεγάλος να ’ναι:
    Μικρός θα πρέπει να ’ναι,
    Ένας ερωτάκος ταπεινός.
    Με των αυτοκινήτων τις κόρνες να τρομάζει
    Μα των αλόγων τα σήμαντρα ν’ αγαπά….»
    (Β. Μαγιακόφσκι, Σύννεφο με παντελόνια)

    -Σταμάτης Πολενάκης, «Άλογο στη βροχή»

    «Τα χρόνια εκείνα συχνά
    επισκεπτόμουν τον άρρωστο
    και άπλωνε, θυμάμαι, τα χέρια να μ` αγκαλιάσει
    ο δυστυχής αν και πλέον δεν μ` αναγνώριζε
    κανέναν δεν αναγνώριζε πλέον ο δυστυχής
    μονάχα αφροί έβγαιναν πότε πότε από το στόμα του
    και προφητείες και λόγια ακατάληπτα
    για το Θεό που κοιμάται
    και πρέπει να τον ξυπνήσουμε.
    Συχνά για πράγματα περασμένα μιλούσε
    για τη Βενετία, το Τορίνο, για βάρκες που έπλεαν
    γαλήνια στα ήρεμα νερά κάποιας σκοτεινής
    λίμνης, για τα θλιμμένα τριαντάφυλλα
    της Λου Σαλομέ και για περιστατικά
    της παλιάς του ζωής
    που ήθελε αλλά δε μπορούσε να λησμονήσει.
    Κυρίως όμως, μιλούσε για ένα γέρικο άλογο
    και τότε γέμιζαν τα μάτια του δάκρυα.
    Για ένα άλογο μιλούσε που στεκόταν ακίνητο
    κάτω από τη βροχή στην πλατεία Κάρλο Αλμπέρτο
    σε μιαν άλλη, μακρινή ζωή
    που ήθελε αλλά δε μπορούσε να λησμονήσει.
    Ακίνητο στεκόταν το άλογο στην πλατεία Κάρλο Αλμπέρτο
    και ο μεθυσμένος αμαξάς το χτυπούσε ασταμάτητα.
    Κάθε λεπτομέρεια θυμόταν τότε ο δυστυχής
    και γέμιζαν τα μάτια του δάκρυα.
    Θυμόταν ότι ολόκληρη τη νύχτα έβρεχε
    στην πλατεία Κάρλο Αλμπέρτο
    εκεί όπου ένας αμαξάς μεθυσμένος
    χτύπησε κάποτε μέχρι θανάτου
    ένα γέρικο άλογο.
    Ολόκληρη τη νύχτα έβρεχε
    κι έτριζαν άγρια οι ρόδες της άμαξας
    στο υγρό λιθόστρωτο.»
    (http://www.vakxikon.gr/)

    -Όμπρεν Ρίστιτς, «Μπαλάντα για το άλογο των Βαλκανίων»

    «Βουνό άγριο στην όψη, καταστροφή, στιγμή
    Επιδέξια στην τόλμη, στην απαρχή και στο σκοτάδι
    Ο ουρανός κατέβηκε στα αγρίμια μες στην καταχνιά
    Στο υπερικό το διάτρητο, στα φυτά και στη φωτεινή την πέτρα
    Στο Δόντι της Γριάς στα αρωματικά φυτά, στα αγκάθια και στις απότομες πλαγιές
    Στα μπροστινά του πόδια ορθώνεται, χλιμιντρίζει άτι πυρρόξανθο, σκούρο μάστανγκ
    Φτερωτό μαύρο άλογο, Βαλκάνιος επιβήτορας
    Νύφη αναζητά, φωνάζει δυνατά μες στα σκοτάδια
    Ανάμεσα στα πόδια αστραπές, κεραυνός στους γκρεμούς
    Σπόρος ευγενής από τον οποίο θα γεννήσει, θα κυοφορηθεί
    Από τον οποίο θα εκκολαφθούν κοκκινωπά πουλιά
    Αφέντη και χαλινάρι δε γνωρίζει, δε σελώνεται, δεν ιππεύεται
    Κανέναν δε βλέπει, κανείς δεν το βλέπει Και οι κοπελιές
    Που τον ήξεραν ήταν γόνιμης ηλικίας.»
    (http://fractalart.gr/obren-ristic_poems/)

    -Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, «H Φυγή»

    «T’ άλογο! τ’ άλογο! Oμέρ Bριόνη,
    το Σούλι εχούμησε και μας πλακώνει.
    T’ άλογο! τ’ άλογο! ακούς, σουρίζουν
    ζεστά τα βόλια τους, μας φοβερίζουν.

    »Για ιδές, σα δαίμονες μας πελεκάνε!
    Kάτου απ’ το βράχο τους πώς ροβολάνε!
    Δες τα κεφάλια μας, δες τα κουφάρια
    κυλάνε ανάκατα σαν να ’ν’ λιθάρια.

    »T’ άλογο! τ’ άλογο! Aκούς πώς σκούζουν!
    Oι λύκοι φθάσανε, ρυάζονται, γρούζουν.
    Άνοιξ’ η κόλαση και μου ξερνάει
    τον μαύρον κόσμο της για να με φάει.

    »Bριόνη, πρόφθασε· ακόμη ολίγο,
    κι από τα νύχια τους δε θα ξεφύγω.
    T’ άλογο!… Γνώρισα τη φουστανέλα
    του εχθρού μου τ’ άσπονδου Λάμπρου Tζαβέλα.

    »Δεν τόνε βλέπετε, σα Xάρος φθάνει
    ψηλ’ ανεμίζοντας το γιαταγάνι.
    Nιώθω το χέρι του μες στην καρδιά,
    που πάει σπαράζοντας τα σωθικά.

    »Aνεμοστρόβιλος, θεοποντή,
    όλα σα σίφουνας θα καταπιεί.
    Tο μάτι επάνω μου άγρια στυλώνει,
    μαχαίρι δίκοπο μέσα μου χώνει.

    »Kρύο το σίδερο χωνεύει, σφάζει.
    Aκούτε, ακούτε τον πώς μου φωνάζει.
    Nιώθω το χνότο του φωτιά ζεστό,
    πόρχετ’ επάνω μου σα να ’ναι φιό.

    »T’ άλογο! τ’ άλογο, Oμέρ Bριόνη.
    O ήλιος έπεσε, νύχτα σιμώνει…
    Άστρα, λυτρώστε με· αυτή τη χάρη
    ζητάει ο Aλήπασας, πιστό φεγγάρι.»

    Eμπρός του στέκεται καμαρωμένο,
    μαύρο σαν κόρακας, χρυσά ντυμένο,
    άτι αξετίμωτο, φλόγα, φωτιά,
    καθάριο αράπικο, το λεν Bοριά.

    Xτυπάει το πόδι του, σκάφτει το χώμα,
    δαγκάει το σίδερο πόχει στο στόμα.
    Pουθούνια διάπλατα και τεντωμένα
    αχνίζουν κόκκινα σαν ματωμένα.

    Aκούει τον πόλεμο και χλιμιτάει.
    T’ αυτιά του τέντωσε, άγρια τηράει.
    Oλόρθ’ η χήτη του, ολόρθ’ η ορά,
    λυγάει το σώμα του σαν την οχιά.

    Σκώνεται λαίμαργο στα πισινά του.
    Λάμπουν τα νύχια του, τα πέταλά του.
    Λες και δεν έγγιζε κάτου στη γη…
    Kρίμα που το ’θελαν για τη φυγή!…

    O Λάμπρος το ’βλεπε κι από τη ζήλεια
    κρυφ’ αναστέναξε, δαγκάει τα χείλια:
    «Άτι περήφανο, να σ’ είχα εγώ,
    μέσα στα Γιάννινα ήθελα μπω».

    Ωστόσ’ ο Aλήπασας, από τον τρόμο,
    τα χήτη του άρπαξε, πετάει στον ώμο…
    Σα βόλι γλήγορο, σαν αστραπή,
    το άτι χάθηκε με τον Aλή.

    Φεύγουνε, φεύγουνε! Δίκαιη κατάρα!
    Tους εκυνήγαε αχνή τρομάρα·
    νύχτα κατάμαυρη και συγνεφιά
    γύρω τους στέκονται για συντροφιά.

    Λόγκους περάσανε, χαντάκια μύρια.
    Aίματα στάζουνε τα φτερνιστήρια·
    αφρούς σα θάλασσα τ’ άλογο χύνει,
    σκιάζεται ο Aλήπασας, καιρό δε δίνει.

    Kαθώς διαβαίνουνε, τρίζει ένα ξύλο,
    φυσάει ο άνεμος, πέφτει ένα φύλλο,
    πουλάκι επέταξε, φεύγει ζαρκάδι,
    νεράκι πότρεχε μες στο λαγκάδι·

    όλα ο Aλήπασας, όλα τρομάζει,
    κρύος ο ίδρωτας βρύση τού στάζει.
    T’ άλογο αυτιάζεται, δεν ανασαίνει,
    τα πόδια εστύλωσε, λύκος διαβαίνει,

    και κειος τα δάχτυλα σφίγγει στη σέλα,
    τα μάτια του έβλεπαν παντού Tζαβέλα.
    Παντού του φαίνονται πως είν’ κρυμμένα
    σπαθιά που λάμπανε ξεγυμνωμένα.

    Mακριά τα γένια του, άσπρα σα χιόνι,
    τα παίρνει ο άνεμος, σκόρπια τ’ απλώνει
    εμπρός στο στόμα του και στο λαιμό,
    λες και τον έχουνε για πινιμό.

    Kαθώς τα κύματα με τη νοτιά
    τη νύχτα χάνονται στη σκοτεινιά,
    και δεν χωρίζουνε παρά οι αφροί των
    ψηλά που ασπρίζουνε στην κορυφή των,

    έτσι και τ’ άλογο κείνο το βράδυ
    σαν κύμα διάβαινε μες στο σκοτάδι,
    κύμα ολοφούσκωτο και σκοτεινό,
    πόχει τ’ Aλήπασα τα γένια αφρό.

    Φεύγουνε, φεύγουνε! Πάντα τρεχάτοι.
    Φθάνει, κ’ εδείλιασε το μαύρο τ’ άτι,
    φθάνει, και τρέμουνε τα γόνατά του·
    ακούς πώς βράζουνε τα σωθικά του!

    Λυσσάει ο Aλήπασας και βλαστημά.
    Tο φτερνιστήρι του χώνει βαθιά.
    Tο άτι φούσκωσε, βαριά μουγκρίζει,
    δίνει ένα πήδημα και γονατίζει.

    H καρδιά μέσα του χτυπάει σφυρί,
    τ’ αυτιά του γέρνουνε, πέφτει στη γη.
    Σπαράζει, ανδρειεύεται και ροχαλιάζει,
    απ’ τα ρουθούνια του το αίμα στάζει.

    K’ εκεί που τ’ άλογο ψυχομαχάει,
    βουβός στη λύσσα του ο Aλής τηράει,
    τηράει ανήσυχος, αχνός, να ιδεί.
    T’ αυτιά του ετέντωσε ν’ ακουρμαστεί.

    Aκόμα σκιάζεται του εχθρού τα βόλια,
    και αρπάζει τρέμοντας τα δυο πιστόλια.
    T’ άτι το δύστυχο δίπλα στο χώμα
    χτυπιέται, δέρνεται, βογκάει ακόμα,

    και δεν τον άφηνε καλά ν’ ακούσει
    αν κείν’ οι δαίμονες τον κυνηγούσι.
    Άφριασ’ ο Aλήπασας, καίετ’, ανάφτει,
    τα βόλια τόφτεψε μες στο ριζαύτι.

    T’ άτι εταράχτηκε σαν το στοιχειό
    και μ’ ένα μούγκρισμα μένει νεκρό.
    Tο μάτι ακίνητο και καρφωμένο
    έμειν’ επάνω του θολό, σβημένο.

    Aκούει πατήματα, φωνές πολλές…
    Aχ, τον επρόδωκαν οι πιστολιές!
    Σιμώνει ο θόρυβος, το αίμα του πήζει,
    έπιασε τ’ άλογο για μετερίζι.

    Γιομίζει τ’ άρματα, και στο μαχαίρι
    σιγά και τρέμοντας ρίχνει το χέρι.
    Aκούει που φώναζαν «Bιζίρη Aλή».
    K’ εκείνος έλιωνε σαν το κερί.

    Πάλε φωνάζουνε! Kάθε φορά
    ακούετ’ ο θόρυβος πλέον σιμά.
    Tο μάτι ολάνοιχτο ο Aλής καρφώνει:
    «Bοήθα με,» φώναξε, «Oμέρ Bριόνη!»

    Έτσι ο Aλήπασας κυνηγημένος
    μπαίνει στα Γιάννινα σαν πεθαμένος.
    Όσο κι αν έζησεν, η φουστανέλα
    του Λάμπρου τόστεκε στα μάτια φέλα.
    (από το Aριστοτέλης Bαλαωρίτης B΄. Ποιήματα και Πεζά, Ίκαρος)

    -Χρίστος, Μπράβος, «Του λυπημένου»
    Σε φράχτη θα το δείτε το κεφάλι μου.
    Σε καθαρή πετσέτα να το βάλετε
    και να το πάτε.
    Στάχτη και πριονίδι μη σκορπίσετε–
    πίνουν το αίμα όχι τη φωνή του.
    Δέστε το μαύρο άλογο που τρέχει
    δέστε τ’ άσπρα φτερά του που χτυπούν·
    κι ανοίξτε στη γριά με τ’ άγρια
    δάχτυλα να μπήξει στο σανίδι
    το καρφί της.
    (Από την ποιητική του συλλογή “Με των αλόγων τα φαντάσματα, Τυπογραφείο “Κείμενα’, Αθήνα 1985)

    -Χρίστος, Μπράβος, «Σονέτο του σκοτεινού θανάτου»

    Της νύχτας και του ανέμου Federico
    Garcia Lorca, πέφτει πέντε η ώρα.
    Τ’ άλογο πάει μιαν άδεια νεκροφόρα·
    στ’ αλώνι πολεμά ταύρος με λύκο.
    Σε παίρνει η δημοσιά, για να σε βγάλει
    κει που η αστραπή κλωσάει την αστραπή της.
    Του φεγγαριού το πέταλο, μαγνήτης,
    σέρνει το ματωμένο σου κεφάλι
    κουρέλια φασκιωμένο της παντιέρας.
    Φυσάει σκοτεινού θανάτου αέρας –
    και πού να είν’ εκείνο τ’ άσπρο σάλι
    που σου ’ριξε, όταν σ’ έπαιρναν, η νύφη;
    Σκυλί τρελό τα κόκαλά του γλείφει
    και σ’ άλλον κόσμο αρχίζει καρναβάλι.
    (http://leninreloaded.blogspot.gr/2011/12/1948-1987.html)

    2. ΚΑΒΑΛΑΡΗΣ

    -Γ. Ρίτσος, «ΑΠ’ ΤΑ ΜΕΤΟΠΙΣΘΕΝ»

    «Ωραίοι καβαλάρηδες
    πέρασαν με τα κόκκινα άλογά τους,
    ο πιο ωραίος μ’ ένα μαύρο,
    ο ακόμη πιο ωραίος μ’ ένα λευκό.
    Κορίτσια στα μπαλκόνια
    τους πέταξαν λουλούδια.
    Ωραίες γυναίκες ξεπλέξαν τα μαλλιά τους.
    Μέσα στα σπίτια λάμψαν οι καθρέφτες.
    Οι οπλές των αλόγων δοξάσαν τον ανήφορο.
    Η σκόνη στο βάθος του ηλιογέρματος
    έπλασε έναν Άγγελο. Εγώ, απαρατήρητος,
    μάδησα ένα φτερό του Αγγέλου
    και σας γράφω χαρούμενος τη λύπη μου.»
    (Γ. Ρίτσος, Υπερώον, Κέδρος)

    -Πούσκιν, «Μπρούτζινος Καβαλάρης»

    «Πάνω σε μια σελίδα ποτισμένη
    στο κενό ξεχύνονται οι λέξεις….
    αναμνήσεις σέρνονται πάνω στο
    κορμί σαν πονεμένα χάδια….
    φαντάσματα που κουβαλάν στο σήμερα
    κάτι από το χθες…
    κάτι από όλα αυτά που σε έκανε να θες να ζήσεις….
    Δυο λέξεις αγάπης ξέφυγαν από τα χείλη…
    κι έμειναν μεταίωρες στο κενό…
    ψυχή παγιδευμένη ανάμεσα στους δυο κόσμους…
    Ενας άγνωστος δίπλα σου χαζεύει τα αστέρια….
    με ενα άγγιγμα τόσο οικείο…
    κοιταει τις ελπιδες του να τρεμοσβηνουν….
    φαναράκια, τα κεράκια τους αρχισαν να λιωνουν….
    δεν εμεινε ομως θεληση να τα αναψει….
    Ενας μπρουτζινος καβαλαρης σπαει με το
    ποδοβολητο του την σιωπη….
    οποιο δρομο κι αν διαλεξεις σε ακολουθει….
    βροντωντας τα σιδερικα του μεσα στην νυχτα….
    μονο αυτη η στιγμη μενει…
    αιωνες παγωμενη….
    διψασμενη σαν φιλι….
    αγρια σαν την βροχη μου μαστιγωνει το τζαμι….
    νεκρη σαν αναμνηση που
    μονο καποια μνημη μπορει να επαναφερει….
    περιμενει το πρωτο φως της αυγης για
    να ξεθωριασει σαν παλια φωτογραφια….
    μεχρι ο μπρουτζινος καβαλαρης να σταματησει το ποδοβολητο του..»

    (https://ftiaxnontastimera.blogspot.gr/2014/11/blog-post_4.html)

    -Λουί Αραγκόν, [Οι καβαλάρηδες της καταιγίδας]

    «Οι καβαλάρηδες της καταιγίδας κρεμιούνται στα ρολά των μπακάλικων
    Αναποδογυρίζουν τα κιβώτια με το γάλα σαν κορυδαλλοί
    Γυρνούν τριγύρω απ’ τα κεφάλια
    Πάνε νοσταλγικά και κάθονται στην γενειοφόρα μπάλα των μπαρμπέρηδων
    Καβαλάρηδες της καταιγίδας
    Τι κάνατε τα γάντια σας
    Περιπλανιούνται στην τύχη στις γειτονιές
    Καλπάζουν ανάμεσα στα σπίτια
    Πάνω κάτω πάνω κάτω
    Αναστενάζουν στα ντουλάπια
    Αναστενάζουν στους φεγγίτες
    Καβαλάρηδες της καταιγίδας
    Που που βάλατε τα γάντια σας
    Ο ένας απομακρύνεται, ο άλλος πλησιάζει
    Είναι δύο, τους βλέπω καλά
    Ο ένας απομακρύνεται είναι ο άγιος Σεβαστιανός
    Ο άλλος πλησιάζει είν’ ένας παγανός
    Καβαλάρηδες της καταιγίδας
    Πόσο είστε συναρπαστικοί
    Ο άγιος Σεβαστιανός τσακίζει λίγο τις σαΐτες του
    Ο παγανός τις περισυλλέγει και τις γλείφει(5)
    Ο άγιος Σεβαστιανός φέρει την ώρα στον καρπό του
    Τρεις και δέκα
    Καβαλάρηδες της καταιγίδας
    Που που που βάλατε τα γάντια σας
    Χου χου στις καπνοδόχους
    Τρεις και έντεκα λοιπόν
    Πάει και το τελευταίο μετρό
    Τι νομίζετε θα βρείτε μες στις κάβες
    Καβαλάρηδες της καταιγίδας
    Αν χάσατε τα γάντια σας
    Εδώ έβαλα την γραβάτα μου
    Ο άγιος Σεβαστιανός μου απαντά
    Ο παγανός ο παγανός δεν μιλά
    Μοιάζει να ‘χει χάσει τη δικιά του μα την πίστη μου
    Καβαλάρηδες της καταιγίδας
    Παν στον υπόνομο τα γάντια σας
    Ο ένας κοιτά το παρόν
    Ο άλλος έχει αναμνήσεις μες στ’ αυτιά του
    Ο ένας παίρνει δρόμο κι ο άλλος πεθαίνει
    Η νύχτα ανοίγει και δείχνει τα μπούτια της
    Καβαλάρηδες της καταιγίδας
    Πόσο είστε εξωπραγματικοί»
    (http://www.vakxikon.gr)

    3. ΙΠΠΟΤΗΣ

    -Ν. Κηπουργός, «Οι ιππότες πότε πότε»

    -Νίκος Γκάτσος, «Ὁ ἱππότης καὶ ὁ θάνατος»
    «Καθὼς σὲ βλέπω ἀκίνητο
    Μὲ τοῦ Ἀκρίτα τ᾿ ἄλογο καὶ τὸ κοντάρι τοῦ Ἅη-Γιωργιοῦ νὰ ταξιδεύεις στὰ χρόνια
    Μπορῶ νὰ βάλω κοντά σου
    Σ᾿ αὐτὲς τiς σκοτεινὲς μορφὲς ποὺ θὰ σὲ παραστέκουν αἰώνια
    Ὥσπου μιά μέρα νὰ σβηστεῖς κι ἐσὺ παντοτινὰ μαζί τους
    Ὥσπου νὰ γίνεις πάλι μιά φωτιὰ μὲς στὴ μεγάλη Τύχη ποὺ σὲ γέννησε
    Μπορῶ νὰ βάλω κοντά σου
    Μιὰ νεραντζιὰ στοῦ φεγγαριοῦ τοὺς χιονισμένους κάμπους
    Καὶ τὸ μαγνάδι μιᾶς βραδιᾶς νὰ ξεδιπλώσω μπροστά σου
    Μὲ τὸν Ἀντάρη κόκκινο νὰ τραγουδάει τὰ νιάτα
    Μὲ τὸ Ποτάμι τ᾿ Οὐρανοῦ νὰ χύνεται στὸν Αὔγουστο
    Καὶ μὲ τ᾿ Ἀστέρι τοῦ Βοριᾶ νὰ κλαίει καὶ νὰ παγώνει—
    Μπορῶ νὰ βάλω λιβάδια
    Νερὰ ποὺ κάποτε πότισαν τὰ κρῖνα τῆς Γερμανίας
    Κι αὐτὰ τὰ σίδερα ποὺ φορεῖς μπορῶ νὰ σοῦ τὰ στολίσω
    Μ᾿ ἕνα κλωνὶ βασιλικὸ κι ἕνα ματσάκι δυόσμο
    Μὲ τοῦ Πλαπούτα τ᾿ ἄρματα καὶ τοῦ Νικηταρᾶ τὶς πάλλες.
    Μὰ ἐγὼ ποὺ εἶδα τοὺς ἀπογόνους σου σὰν πουλιὰ
    Νὰ σκίζουν μιάν ἀνοιξιάτικη αὐγὴ τὸν οὐρανὸ τῆς πατρίδας μου
    Κι εἶδα τὰ κυπαρίσσια τοῦ Μοριᾶ νὰ σωπαίνουν
    Ἐκεῖ στὸν κάμπο τοῦ Ἀναπλιοῦ
    Μπροστὰ στὴν πρόθυμη ἀγκαλιὰ τοῦ πληγωμένου πελάγου
    Ὅπου οἱ αἰῶνες πάλευαν μὲ τοὺς σταυροὺς τῆς παλληκαριᾶς
    Θὰ βάλω τώρα κοντά σου
    Τὰ πικραμένα μάτια ἑνὸς παιδιοῦ
    Καὶ τὰ κλεισμένα βλέφαρα
    Μέσα στὴ λάσπη καὶ τὸ αἷμα τῆς Ὀλλανδίας.
    Αὐτὸς ὁ μαῦρος τόπος
    Θὰ πρασινίσει κάποτε.
    Τὸ σιδερένιο χέρι τοῦ Γκὲτς θ᾿ ἀναποδογυρίσει τ᾿ ἁμάξια
    Θὰ τὰ φορτώσει θημωνιὲς ἀπὸ κριθάρι καὶ σίκαλη
    Καὶ μὲς στοὺς σκοτεινοὺς δρυμοὺς μὲ τὶς νεκρὲς ἀγάπες
    Ἐκεῖ ποὺ πέτρωσε ὁ καιρὸς ἕνα παρθένο φύλλο
    Στὰ στήθια ποὺ σιγότρεμε μιά δακρυσμένη τριανταφυλλιὰ
    Θὰ λάμπει ἕνα ἄστρο σιωπηλὸ σὰν ἀνοιξιάτικη μαργαρίτα.

    Μὰ σὺ θὰ μένεις ἀκίνητος
    Μὲ τοῦ Ἀκρίτα τ᾿ ἄλογο καὶ τὸ κοντάρι τ᾿ Ἅη-Γιωργιοῦ θὰ ταξιδεύεις στὰ χρόνια
    Ἕνας ἀνήσυχος κυνηγὸς ἀπ᾿ τὴ γενιὰ τῶν ἡρῴων
    Μ᾿ αὐτὲς τὶς σκοτεινὲς μορφὲς ποὺ θὰ σὲ παραστέκουν αἰώνια
    Ὥσπου μιὰ μέρα νὰ σβηστεῖς καὶ σὺ παντοτεινὰ μαζί τους
    Ὥσπου νὰ γίνεις πάλι μιὰ φωτιὰ μὲς στὴ μεγάλη Τύχη ποὺ σὲ γέννησε
    Ὥσπου καὶ πάλι στὶς σπηλιὲς τῶν ποταμιῶν ν᾿ ἀντηχήσουν
    Βαριὰ σφυριὰ τῆς ὑπομονῆς
    Ὄχι γιὰ δαχτυλίδια καὶ σπαθιὰ
    Ἀλλὰ γιὰ κλαδευτήρια κι ἀλέτρια.»
    (Σπύρου Κοκκίνη, «Ἀνθολογία Νεοελληνικῆς Ποίησης»
    Ἔκδ. Ι.Δ. ΚΟΛΛΑΡΟΥ & ΣΙΑΣ Α.Ε.)

    -Α. Πούσκιν, «Ο φτωχός ιππότης»
    Ήταν στον κόσμο ένας φτωχός ιππότης
    απλός και σιωπηλός μ` όψη χλωμή,
    συννεφιασμένο τ` όνειρο της νιότης
    κι αλύγιστη η γενναία του ψυχή.
    Κάποια οπτασία που ποτέ δε σβήνει
    και που κανείς δεν έχει φανταστεί
    τούτυχε, κι από τότε η εικόνα εκείνη
    στα φύλλα της καρδιάς του έχει γραφτεί.
    Στάχτη κι αποκαϊδια πια η ψυχή του,
    σ` άλλη γυναίκα μήτε μια ματιά
    δεν έριξε, κι ως τη στερνή πνοή του
    δεν άλλαξε ούτε λέξη με καμιά.
    Αντί μαντήλι στο λαιμό του γύρω
    δένει το κομποσκοίνι του ασκητή,
    κι απ` τη μορφή του τ` ατσαλένιο γείσο
    δε σήκωσε, κανένας να τον δει.
    Κείνη η οπτασία μόνη του ηλιαχτίδα,
    γεμάτος έρωτα πιστό κι αγνό,
    Α. Μ. Δ. πάνω στην ασπίδα
    με το αίμα του είχε γράψει το ζεστό.
    Στης Παλαιστίνης τις ερήμους. Βράχοι
    ολόγυρα, κι οι Παλαδίνοι εκεί
    κραυγάζαν, καθώς ρίχνονταν στη μάχη,
    τ` όνομα της καλής τους -μουσική.
    Και, Lumen coeli, sancta Rosa! εκείνος
    εφώναζε άγριος, και σαν κεραυνός
    στων Μουσουλμάνων πάνωθε το σμήνος
    έπεφτε της φοβέρας του ο αχός.
    Κι ως γύρισε, στον πύργο του κλεισμένος,
    τυλίχτηκε σε μοναξιά αυστηρή,
    πάντοτε σιωπηλός, πάντα θλιμμένος,
    και σαν τρελλός ετέλειωσε τη ζωή.
    απόδοση: Άρης Αλεξάνδρου
    (http://the-grand-utopia.blogspot.gr/2010/10/1799-1837.html)

  2. Ιστορία με άλογο

    play
    00:0001:50
    Κάποιες φορές με βλέπουνε καβάλα στ’ άλογό μου
    επάνω από τον ουρανό της Λευκωσίας.
    τρέξε να δεις, μου λέγουνε. Κι εγώ δε βλέπω.

    Όμως μια μέρα αν κι αυτή / παράξενο! – είδα
    τούτο που λέγανε. Και μη νομίσεις
    πως σου μιλώ για πήγασους και τα τοιαύτα.
    ΄Αλογο ήτανε γερό και στιβαρό
    χωρίς φτερά και μ’ ένα χαλινάρι
    χοντρό σαν το χαλάζι – εγώ π’ ουδέποτε
    σ’ άλογο ανέβηκα, και να καλπάζω.

    Κάνω να χαιρετήσω από τη γή μου
    τον ουρανόσταλτο εαυτό μου – τέτοιος βλάκας
    στην οικουμένη άλλος δε γεννήθηκε.
    Γιατί ο που μ’ άλογο περήφανο άγρευε
    το χώρο πάνωθέ μου, αγριοπέταλη έριχνε
    ματιά και χαλασμένη. συντρομάχτηκα.

    Όσο τα πάνω μου να πάρω, ν’ ασηκώσω
    λίγο την όψη μου και την ψυχή μου
    ξανακυκλώνει με κι μ’ αγγελόσκιαζε
    σειώντας σακί σαν κνούτο
    που ’χε φεγγάρι μέσα του ή φουσκωμένον ήλιο.

    Αλλά κι εγώ τους άλλους παραβλέποντας
    που τον επευφημούσαν με μαντίλια
    κι αρνιά παχυμερά και κροταλήματα
    παίρνω απ’ του βάλτου ένα καλάμι και κάνω
    σάμπως σε γιόστρα – φοβερό κοντάρι –
    κι όπως με πλεύριζε τρυπώ τα’ ασκί
    γκρεμίζω τα’ άλογό του.
    Αν ήσουν μάνα κι έβλεπες θα σπαρταρούσες
    και τον παλικαρά σου που χωρίς
    κείνο τα’ άλογο του το ’βαζε στα πόδια.

    Όμως τον πρόλαβα μπροστά στο βασιλιά
    και μια και δυό τον ξετελειώνω – να μη λένε
    ότι με βλέπουνε καβάλα στ’ άλογό μου
    επάνω από τον ουρανό της Λευκωσίας.
    Κυριάκος Χαραλαμπίδης

  3. Γιάννη Γεωργιόπουλου

    ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΛΟΓΟ*

    Μνημονεύετε Δ.Σολωμό

    Πού τρέχουν τα ποιήματα
    όταν απ’ το σμιλόχερο
    και τ’ άσπρο κελλί
    – που δίψασε μελάνι –
    δραπέτες αλαργεύουν;

    Θυμάμαι το γέρικο άλογο
    σαν ήταν να αποθάνει·

    ο αφέντης το έπλυνε καλά

    του χτένισε τη χαίτη.
    Εφίλησε με μάτια υγρά
    το στέρνο τα καπούλια·
    λευτέρωσε τη πλάτη του από τη σέλα
    τη βαριά
    τα χαλινάρια πήρε αντίδωρο.
    Ώρα πολλή βυθίστηκαν
    μες στα υγρά τους μάτια
    – στεγνή χαράδρα ο κόσμος -.
    Ολόγυμνος καβάλησε
    το πυρωμένο σώμα
    και χάθηκαν ολόφωτοι
    στην πρώτη νύχτα μέσα
    (γιατί με σφαίρα δεν μπορείς
    τους δρόμους να δικάσεις·

    κι όταν θα στάξει μια βροχή
    από άλογα που κλαίνε
    δεν θα ‘βρεις πόρτα να σταθείς
    και Άγιο να σε πονέσει).

    Μονάχος ξαναγύρισε – δεν ωφελούν οι άλλοι.
    κι έστρωσε για να κοιμηθεί
    πάνω σε άχυρο υγρό –
    κι η σέλα προσκεφάλι.
    Ωστόσο τα μεσάνυχτα
    οι στράτες ξεπορτίζουν
    αρώματα μυρίζουν.

    Κι όταν ο ήχος πέταλος
    εξύπνησε τις πέτρες
    και το γνωστό χλιμίντρισμα
    ξεδίπλωσε τους δρόμους
    αφέντης και άλογο μαζί
    τρέχουν παραμιλάνε.

    Πολλοί ‘ναι οι δρόμοι που ‘χει ο νούς

    κι οι λέξεις συναξάρια·
    γιατί και τα ποιήματα
    σαν είναι ν’ αποθάνουν
    στον αγωγιάτη της Γραφής
    γυρνούν ορφανεμένα·
    για νάχει ο θάνατος φιλί
    κι ο δακρυσμένος σπίτι.

    Ποιος είπε πως τα ρήματα
    σαν άλογα δεν κλαίνε

  4. Ζοζέ-Μαρία ντ’ Ερεντιά
    ΑΝΔΡΟΜΕΔΑ

    Ι

    Του Κηφέως η κόρη ζωντανή, αλίμονον, ακόμα
    σε βράχο, στα μαυρόνησα, ανάμαλλη σπαράζει·
    κι ενώ τρομάρας σύγκρυο βαθιά το αναταράζει·
    δεμένο το βασιλικό του κάκου στρέφει σώμα.

    Η μπόρα δέρνει ανήμερα του Ωκεανού το στρώμα,
    στα κρουσταλλένια πόδια της πικρόν αφρό ξεβράζει,
    και μέσα εκείνη απ’ τα κλειστά ματόκλαδα κοιτάζει,
    ακούραστο ν’ ανοιγοκλεί το γαλανό του στόμα.

    Μα ξαφνικά, σαν τη βροντή στον άφωτο αιθέρα,
    ακούει χλιμίντρισμα στεγνό να αντιλαλάει ως πέρα
    κι ανοίγει ο τρόμος διάπλατο το ξαφνισμένο μάτι.
    Βλέπει… με πέταμα τρελό, να ο Πήγασος σιμώνει,

    φέρνει, ορθός στα πισινά, του Δία το γιο στην πλάτη
    κι ίσκιο γαλάζιο ολόμακρο στη θάλασσα ξαπλώνει.

    II

    Ανάμεσα στα κύματα, που κόφτουν αφρισμένα
    το πέταμά του, ο νικητής της Μέδουσας προβαίνει
    κι ενώ το αίμα, ιδρώς ζεστός, απ’ το κορμί του βγαίνει
    παίρνει την ξανθομάλλινη στην αγκαλιά παρθένα.

    Στο αδέρφι του Χρυσάορος επάνω, που οργισμένα
    στο κύμα κρούει τις οπλές και με αφρό τους ραίνει,
    βάζει την Κόρη, που γλυκά τον σφίγγει χλωμιασμένη
    σε στήθη από τα κλάιματα ακόμα φουσκωμένα.

    Τον σφίγγει κι η αφροδροσιά τους δυο μαζί σκεπάζει,
    δειλά εκείνη στο άλογο πιο πάνω τ’ ανεβάζει
    τα ωραία της πόδια που φιλά ένα φευγάτο κύμα.

    Μα ο Πήγασος, που επανωτά φτερνίζει τα πλευρά του,
    ψηλά, στου ήρωος τη φωνή πετώντας, μ’ ένα βήμα
    χτυπά στον έντρομο ουρανό τα φλογερά φτερά του.

    III

    Σιγά πετώντας το άλογο το φτερωτό από πέρα
    με τ’ ανοιχτά ρωθούνια του αέρα φυσά π’ αχνίζει,
    με μια τους φέρνει του φτερού τρεμούλα π’ ανεμίζει
    μέσ’ στη γαλάζια τη νυχτιά μέσ’ στο ξανθόν αιθέρα.

    Πετούν· κι αφήνουν πίσω τους της Αφρικής την ξέρα·
    να κι η Ασία… μια έρημος… ο Λίβανος καπνίζει
    στεφανωμένος καταχνιά, και πέρα εκεί αφρίζει
    λευκό το μνήμα πο’ κρύψε την Έλλη μιαν ημέρα.

    Σα δυο θεόρατα πανιά ο άνεμος φουσκώνει
    τις δυο φτερούγες, που πετούν απ’ άστρο σε αστέρι,
    κάνοντας κούνια ολόθερμη στ’ αγκαλιασμένο ταίρι.

    Κι εκεί ψηλά που ο ίσκιος των σειστός περνά κι απλώνει
    στον Υδροχόο ανάμεσα και στον Κριό θωρούνε
    τα δυο τους Άστρα κρεμαστά ν’ ασπροφεγγοβολούνε.

    ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
    Δείχτε συμπάθεια στ’ άλογα
    (μτφρ. Μήτσος Αλεξανδρόπουλος)
    Βροντάν οι οπλές.
    Ένα τραγούδι:
    Γκραπ.
    Γκρουπ.
    Γκραπ.
    Γρουπ.
    Μουσκίδι από τον άνεμο
    τα πέταλα στον πάγο.
    Γλιστράει ο δρόμος.
    Ο γδούπος του αλόγου
    πέφτοντας στα καπούλια.
    Κι ευθύς ο ένας πίσω από τον άλλον
    ο κάθε χάχας
    ένα τσούρμο παντελόνια
    που βγήκανε σουλάτσο στην οδό Κουζνέτσκι.
    Καμπάνα πάει το γέλιο:
    -Χο! Έν’ άλογο έπεσε!
    -έπεσε ένα άλογο!
    Γελά η Κουζνέτσκι.
    Μόνος εγώ με τις στριγκλιές της
    Δε σμίγω τη φωνή μου,
    Πλησιάζω.
    Βλέπω:
    μάτια αλογίσια…
    Ο δρόμος αναποδογύρισε,
    κυλάει με τον τρόπο του…
    Πλησιάζω, βλέπω-
    στην αλογίσια μούρη
    μία μία κυλάνε οι σταγόνες
    κυλάνε χώνονται στο τρίχωμα…
    στάζει από πάνω μου
    σαν ψίθυρος:
    – «Άλογο, μη!
    – Άλογο, ακούστε με:
    Τάχα χειρότερο είσαι από δαύτους;
    Άκου, παιδί μου,
    από λίγο λίγο
    άλογα είμαστε όλοι μας
    άλογα- ο καθένας με την αναλογία του»
    Από νταντέματα
    ίσως
    το γέρικο φαρί δεν είχε ανάγκη, κι ίσως
    τη σκέψη μου την πήρε για πολύ τριμμένη
    όμως μεμιάς τινάχτηκε μπήγει γερά τα πόδια του στυλώνεται και χλιμιντρίζοντας του δίνει μπρος κοκκινομάλλης έφηβος με την ουρά του ν’ ανεμίζει. Όσο που φτάνει στο παχνί όλος χαρές όλος καμάρι νιούτσικος λες πουλάρι πράμα. Το νιώθει μέσα η ψυχή:

  5. Τ’ ΑΛΟΓΑ Έβλεπα μαύρα άλογα
    στον ύπνο μου
    και μενεξεδιά
    στον ξύπνιο μου.
    Άραγε
    ποίος είν’ αυτός
    που θα μου πει
    τι χρώμα άλογα
    να βλέπω;
    Με τι χρώματα συνδυασμούς
    τους χρωστήρες μου να διατάξω
    να στολίσουν
    ξανά τα σπαράγματα του Παρθενώνα
    και τις ζαρωμένες παρειές της ξεπεσμένης
    πουτάνας απ’ τις βιτρίνες του Άμστερνταμ,
    αφού στου νου μου την ιστοσελίδα
    μπορεί
    να γίνει το θαύμα
    και να βλέπω
    πράγματι, αυτά,
    πού θέλω να βλέπω
    εγώ
    και όχι εσείς
    οι περίεργοι απ’ έξω.
    Ληγούρια
    επιθυμητές των βουλών των άλλων
    βολευτείτε
    με μια χούφτα σπέρμα
    και αφήστε ήσυχους εμάς
    στον νιρβάνα διαρκείας μας.
    Αφήστε εμάς τους ονειροπαρμένους
    στο μούδιασμα του μυαλού μας,
    στις συσπάσεις
    της πιθηκίσιας μας ψυχής
    και στο ξεβγαλμένο ξόμπλι
    των φαντασιώσεων μας.
    Αλάργα ύαινες
    με τους τετράπαχους κάλους
    στο μυαλό
    που θέλετε μερίδιο
    από τις δικές μας σκέψεις.
    Κάντε πέρα λήσταρχοι
    των ανθρωπίνων σκέψεων
    μη με το δρεπάνι του Εωσφόρου
    σας καθαρίσω τα χαμνά.
    Αφήστε μας στον κόσμο μας.
    Αφήστε να βλέπουμε
    τ’ άλογα με το χρώμα
    της ψυχή μας.
    Πλάτων Αλεξίου

    Ένα πολύ όμορφο γράμμα πού πρέπει να διαβαστεί απ όλους
    Νίκου Καββαδία, «Στο άλογό μου»
    Το να γράψει κανείς σ’ έναν άνθρωπο, είναι ίσως εύκολο στους πολλούς. Το να γράψει σ’ ένα ζώο, είναι αφάνταστα δύσκολο. Για τούτο φοβάμαι. Δε θα τα καταφέρω.
    Τα χέρια μου έχουνε σκληρύνει από τα λουριά σου, κι η ψυχή μου από άλλη αιτία. Όμως πρέπει. Αισθάνομαι την ανάγκη. Γι’ αυτό θα σου γράψω.
    Στην αρχή δεν με ήθελες. Καταλάβαινες σε μένα τον άπραγο με το αδύνατο χέρι. Είχες δίκιο. Ίσως για πρώτη φορά έβλεπα άλογο από τόσο κοντά. Τ’ άλογα που είχα δει στη ζωή μου ήτανε στα τσίρκα, που τα δουλεύανε κοζάκοι, και στις κούρσες, που τα παίζαν οι άνθρωποι. Αυτό με είχε πειράξει. Δεν είστε προορισμένα για τόσο χαμηλές πράξεις. Ας είναι… Αυτό είναι μιαν άλλη ιστορία, καθώς λέει ο Κίπλινγκ, αυτός που τόσο σας είχε αγαπήσει και ιστορήσει.
    Το ξέρω πόσο σε κούρασα. Στραβά φορτωμένο ακολούθησες υποταχτικά στις πορείες της νύχτας. Γρήγορα γίναμε φίλοι. Με συνήθισες. Έπαψα πια να σε χάνω μέσα στ’ άλλα τα ζώα της Μονάδας μας. Έπαψα να μη σε γνωρίζω…

    Αν αρχίσω τα «θυμάσαι» δε θα τελειώσω ποτέ. Λατρεύω τη συντομία! Θα σου θυμίσω μονάχα τρεις νύχτες μας. (Απορώ με τον εαυτό μου απόψε. Τόσο στοργικά δε μίλησα ποτέ σε κανένα).
    Θυμάσαι τη νύχτα με τη βροχή; Ανελέητα κι οι δυο μουσκεμένοι, προχωρούσαμε μέσα στη νύχτα. Μόνοι. Σε οδηγούσα ή με οδηγούσες; Κάρφωνα τα νυσταγμένα μου μάτια στο νυχτερινό παραπέτασμα, όπως δεν τα κάρφωσα τότε που αναζητούσα φανάρια στη Βόρειο θάλασσα. Η όσφρησή σου μας έσωσε. Ένας στάβλος μάς έγινε άσυλο. Παραμερίσαμε το σανό κι ανάψαμε μεγάλη φωτιά. Λέω, ανάψαμε. Εσύ μου ‘δινες θάρρος. Ξαπλωμένος σ’ άκουα να μασάς. Κατόπι σου μίλησα. Ποτέ δε συμφώνησα με τους ανθρώπους όπως τότε με σένα. Κοιμηθήκαμε συζητώντας. Εγώ ξαπλωμένος στο χόρτο. Εσύ όρθιο. Πόσοι άνθρωποι δεν κοιμούνται όρθιοι περπατώντας δίχως να ‘χουν τη δική σου νόηση; Ας είναι…
    Η δεύτερη νύχτα: Τότε που μπήκαμε μ’ άλλους πολλούς μες στη μάχη. Μπορούσε κοντά από ‘κεί να κουβαλήσουμε τραυματίες. Ακούσαμε μαζί τον θόρυβο του πολέμου και τον συνηθίσαμε. Πήραμε το παλικάρι με το πληγωμένο πόδι και φύγαμε. Ποτέ μου δε σε είδα πιο προσεχτικό και τόσο αλαφροπάτητο. Είχες ξεχάσει κείνο το νευρικό σου συνήθειο να πηδάς σηκώνοντας το σαμάρι. Τα ‘χες όλα νιώσει ίσως πριν από μένα.
    Και τώρα, η νύχτα στο βουνό με τη λάσπη: βαρυφορτωμένοι, κατάκοποι προχωρούσαμε. Είν’ αφάνταστη η λύπη κι η κακομοιριά που δοκιμάζεις σαν αισθάνεσαι να ‘σαι και να βλέπεις ανθρώπους και ζώα και τα πάντα μες στη λάσπη.
    Άλογα και μουλάρια πεσμένα μάς κόψανε το δρόμο. Εμείς προχωρούσαμε. Άξαφνα έπεσες. Πέσαμε θέλω να πω. Με τα δυο σου πόδια σπασμένα, με το κεφάλι χωμένο στις λάσπες. Θυμάσαι πόσο προσπάθησα. Δεν το κατόρθωσα. Πρέπει να νιώσεις καλά πως δε φταίω. Ποτέ δεν προσπάθησα τόσο. Έμεινα δίπλα σου ολόκληρη νύχτα. Πιο πέρα από μας ένας Ιταλός σκοτωμένος. Πάνω μας η Μεγάλη Άρκτος, το Βόρειο Στέμμα, ο Αστερισμός του Ωρίωνα ψιχάλιζαν φως.
    Δεν είδα ποτέ πώς πεθαίνουν οι άνθρωποι. Γύρισα πάντα τα μάτια μου από το θάνατο. Μα φαντάζομαι…
    Παύω. Φοβάμαι μήπως πω λόγο μεγάλο.
    Φυλάω ακόμη το ξυστρί και τη βούρτσα σου. Κι όταν κάποτε κι αυτά θα τα παραδώσω, θα σε φυλάξω στη μνήμη μου.
    Οι κάλοι των χεριών μου από τα λουριά σου μου είναι τόσο αγαπητοί, όσο εκείνοι που κάποτε απόχτησα στις θαλασσινές μου πορείες. Θα σου ξαναγράψω!…

    Κούδεσι, Μάρτης 1941
    [πηγή: Νίκος Καββαδίας, Του πολέμου. Στο άλογό μου, Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 1987, σ. 35-39]

    • Mπράβο, Γρηγόρη! Πολύ ωραία τα ποιήματά σου! Ιδιαίτερα μ’ άρεσε που θυμήθηκες το κείμενο του Καββαδία!!! Ευχαριστώ πολύ!!!

      -Κική Δημουλά, «Επιβλαβής ο καπνός και ο βίος»

      (ο αφηνιασμένος καβαλάρης του Μάρλμπορο)

      «Το κάπνισμα βλάπτει
      σοβαρά την υγεία»
      αλήθεια τι ν’ απέγινε
      ο διάσημος εκείνος ωραίος ηθοποιός
      ξεχνώ τ’ όνομά του
      εκείνος με το καουμπόικο καπέλο
      ο αφηνιασμένος καβαλάρης του Μάρλμπορο
      να διασχίζει καλπάζοντας
      την αχανή αφίσα της διαφήμισης
      να υπερπηδά το πανύψηλο εμπόδιο
      της προειδοποίησης
      «το κάπνισμα βλάπτει σοβαρά την υγεία»
      να κεντρίζει με του καπνού τα σπιρούνια
      τον κίνδυνο να τρέξει πιο γρήγορα
      αφηνιάζοντας το τσιγάρο στο στόμα
      πώς τον έλεγαν αλήθεια ξεχνώ
      ιδού η λήθη
      μη δε βλάπτει κι αυτή σοβαρά τη ζωή;
      το υγιές νόημα – νήμα του βίου
      μη δεν ξεχνιέται – κόβεται
      σα να ’ταν όλο βλαβερό;
      Αβλαβές είναι μόνο το άβιο.
      Απόδειξη τι καπνό φουμάρει
      εκ γενετής η ανυπαρξία.
      Έπαθε τίποτα;
      (Από τη συλλογή «Μεταφερθήκαμε παραπλεύρως», εκδ. Ίκαρος)

      • Γεια σας, φίλοι!
        Ωραία ποιήματα –συνεισφορά στον αγώνα τον καλό της Ποίησης.
        Τι καλά, Γιάννη, που θυμήθηκες το Χρήστο Μπράβο, με συγκινείς.
        Τρελαίνομαι και για το παιδικό τραγουδάκι «Οι ιππόται πότε πότε».
        Ανεξάντλητο το άλογο, δε βρίσκετε;

        22. ΤΑ ΑΛΟΓΑ ΤΗΣ ΤΡΟΙΑΣ

        Πάντα θα τρέχουν ασυγκράτητα
        στης Ιστορίας τις λεωφόρους
        της Τροίας τα άλογα.

        Κούρσα παντοτινή και δίχως τέλος
        ντυμένα ξύλο και χρυσό
        με πόδια κόκκινα από το αίμα
        και ουρά συρμάτινη στο χρώμα της σκουριάς.

        Με φορεσιά υποκρισίας
        της Τροίας τα άλογα
        τρέχουν ολοχρονίς
        χωρίς να νοιάζονται για εποχές
        για καλοκαίρια και για θρήνους.

        Τεντώστε τ’ αυτιά σας να τ’ ακούσετε
        τα βράδια να περνούν
        σέρνοντας με σχοινιά το σώμα του Έκτορα
        και το παλτό της Ανδρομάχης.

        Κι εμείς ξοπίσω απόμακροι
        με της Κασσάνδρας τη σπασμένη χτένα
        στην τσέπη…

        ΛΟΥΑΝ ΤΖΟΥΛΙΣ «ΜΥΡΙΖΩ ΜΗΛΟ»

        *

        23. ΛΕΥΚΟΣ ΙΠΠΟΣ

        Οι καλπασμοί σπαθιών αιχμές
        Απ’ του εδάφους τις σχισμές
        Διάχυτος βόγκος στον αέρα
        Μετράει το φως κλείνει τη μέρα
        Οι άγκυρες του πληγωμένου σκάφους
        Ίδιοι σταυροί πάνω στους τάφους

        Τάσος Δενέγρης, Θάνατος στην Πλατεία Κάνιγγος (1975)

        Jethro Tull – Heavy Horses (1978)

        24. ΣΑΝ ΠΕΘΑΙΝΟΥΝ Τ’ ΑΛΟΓΑ

        Σαν πεθαίνουν τ’ άλογα – αναπνέουν,
        Σαν πεθαίνουν τα χορτάρια – ξεραίνονται,
        Σαν πεθαίνουν οι ήλιοι – σβήνουν
        Σαν πεθαίνουν οι άνθρωποι – τραγούδια τραγουδούν.

        1912
        Velimir Khlebnikov, (μτφ. από τα ρωσικά: Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης)

        *

        25. ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΑΛΟΓΟ

        Στον τοίχο που ανατρίχιασε κι όλη μου την αφή γύρισε πίσω
        ιστορημένη σε άλογο κόκκινο άκουγα τον καλπασμό τλακ-τλακ
        μέσα στον άλλο κόσμο:
        -Ε πού πας Γυναίκα με το μυτερό καπέλο και άλλο δεν αντέχω
        – Στις τζιτζιφιές τις κόκκινες πηγαίνω και στα κρεμαστά νερά που
        βαφτισμένον σ’ έχω
        -Έφτασαν άνθρωποι κακοί κι από τα χρόνια μου έκλεψαν μια μέρα
        – Είναι ο αέρας περαστός εκεί και μένουν οι κακοί από πέρα
        – Δώσε φιλάκι του Χριστού στο πιο μικρό λουλούδι πες να με θυμάται
        – Πως μίκρυνε θα πω η αυλή και το παιδί που σ’ έκοψε κοιμάται
        – Μαστόροι εσείς και παραγιοί φέρτε μου έναν κουβά με ασβέστη
        – Κι εγώ πηγαίνω του Θεού να πω Γεια κι αληθώς Ανέστη.

        ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ, ΤΟ ΦΩΤΟΔΕΝΤΡΟ ΚΑΙ Η ΔΕΚΑΤΗ ΤΕΤΑΡΤΗ ΟΜΟΡΦΙΑ (1971)

        *

        26. ΑΛΟΓΑ ΣΤΗ ΒΡΟΧΗ

        Δες τα,
        δεν ξέρουν τα έρημα που να κρυφτούν
        μόνα τους και το λασπωμένο χωράφι
        ως πέρα ο θάνατος από νερό

        όπως κι εμείς
        που είχαμε συμφωνήσει –
        πώς το έγραψε ο Γιάννης Ρίτσος –
        ότι «το πιο έρημο πράγμα του κόσμου
        είναι το σώμα»

        όπως ακριβώς κι εμείς
        στους πέντε δρόμους του σύννεφου
        ολιγαρκείς, σχεδόν ανόθευτοι από κέρδος,
        μνησίκακοι για ορισμένους,
        πάντως ξεκάθαροι από παρελθόν του δόλου,
        ένα συνονθύλευμα τελικά παράνοιας και δόξας

        δες τα τώρα
        τρέχουν τ’ άλογα στο μαράζι τους
        αύριο όμως θα στεγνώσουν πάλι εδώ,
        στον τελευταίο στίχο.

        ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ

        *

        27. ΜΗΝ ΑΦΗΣΕΙΣ ΕΚΕΙΝΟ ΤΟ ΑΛΟΓΟ

        Μην αφήσεις εκείνο το άλογο
        να φάει εκείνο το βιολί

        φώναξε η μητέρα του Chagall

        Όμως αυτός
        συνέχισε αδιάκοπα
        να ζωγραφίζει

        Και έγινε διάσημος

        Και συνέχισε να ζωγραφίζει
        Το Άλογο Με Το Βιολί Στο Στόμα

        Κι όταν στο τέλος τέλειωσε
        Πήδηξε πάνω στο άλογο
        και έφυγε μακριά
        κουνώντας το βιολί

        Και ύστερα με μια βαθιά υπόκλιση το έδωσε
        στο πρώτο θηλυκό γυμνό που βρήκε

        Και δεν υπήρχανε χορδές
        και μέτρα.

        Lawrence Ferlinghetti, μτφρ. Ιωάννης Στούπας

        Calexico – All The Pretty Horses

        28. ΙΠΠΟΤΕΣ

        Ο χαρακτήρας τους παρέμεινε αμετάβλητος·
        είναι εντελώς ανίκανοι να προκαλέσουν νέες εμπνεύσεις,
        είναι ευτυχείς με τις προς τα έξω αυταπαρνήσεις τους
        και ας στερούνται εσωτερικής ικανότητος αλλαγής.
        Δεν επείγονται να καταλάβουν

        και ούτε πολυθέλουν να καταλαβαίνουν
        έτσι οπλισμένοι που είναι ακόμα με την ηλίθια λάμψη
        της παλιομοδίτικης πανοπλίας,
        με όλα τ’ αθύρματα της παλιάς επιτυχίας τους.

        Δείχνοντας μάλιστα δειλία και όχι θάρρος
        και στοιχημένοι όπως παρατάσσονται
        με απόλυτη τάξη καθ’ ύψος
        με κάνουνε να βλέπω ποιά αφορμή έχει το αφόρμισμά τους,
        ν’ ανιχνεύω τη μοίρα αυτής της εμμονής τους.

        Τα δυνατά άλογά τους έχουν πλέον ξεσκιστεί,
        έχει καταρρακωθεί το ήθος, η αλκή τους.
        Οι ιππότες δεν είναι πια τ’ αγόρια των αρχαίων ημερών:
        Είναι αδύναμοι, άτονοι, ανάπηροι
        υπήκοοι του τρόμου της τιμιότητας,
        υποτελείς του τρόμου που γεννούν ο πόλεμος και οι μάχες.

        ΓΕΒΓΕΝΗ ΓΕΦΤΟΥΣΕΝΚΟ (1933-2017) Μετ: Γιώργος Κεντρωτής.

        *

        29. ΚΑΒΑΛΛΑΡΗΔΕΣ

        Τα νούφαρα συντάραξαν στη λίμνη οι νυχτερίδες·
        του ήλιου η κατακόκκινη γάζα σαν πάχνη λυώνει
        κι η Νύχτα πέφτει στα νερά και κλώθει πέπλα κι ίσκιους
        και τα δεντρά στραγγίζουνε των άστρων την αχτίνα…

        Κάποια βουή ακούστηκεν από το δάσος πέρα
        και τρέμει ο ύπνος στων πουλιών το αλαφιασμένο μάτι·
        και σαν πουλιά που σκιάζονται μην τά ιδει το γεράκι
        τρυπώνουν οι πεντάμορφες Νεράιδες στα καλάμια
        κι οι καβαλλάρηδες περνούν χωρίς να τις ιδούνε…

        ΡΩΜΟΣ ΦΙΛΥΡΑΣ , Άπαντα, Γκοβόστης 1939

        *

        Είναι συνήθως τ’ άλογα θλιμμένα
        κανένας τη βαθιάν αιτία δεν ξέρει.
        Μόνο στον ιδιοκτήτη τους
        την εξομολογούνται πριν πεθάνουν:
        θα ‘θελαν έστω μια φορά
        να ‘χανε γίνει ξύλινα
        μια μέρα μόνο επάνω τους
        ένα παιδί να παίξει.

        Γιάννης Βαρβέρης, «Ζώα στα σύννεφα», Κέδρος.

        *

        30. ΟΙ ΠΗΓΑΣΟΙ

        Θυμηθείτε τα άλογα του Ε.Λ.Α.Σ. στην τελευταία τους διαδρομή
        Από τη συμφωνία της Βάρκιζας ως τις πλατείες των χωριών
        Πώς τα βάραιναν οι αναβάτες ακόμα κι όταν ξεπέζευαν
        Ξαρματώνονταν απίθωναν τον οπλισμό τους στο σωρό
        Και σκούπιζαν τα δάκρυα με το μανίκι της χλαίνης
        Ή την ανάστροφη του χεριού το βάρος στο κορμί

        Ακόμα κι όταν ακολουθούσαν με σκυμμένο κεφάλι
        Γνωρίζοντας πως τα στρατοδικεία ανασκουμπώνονταν γιατί
        ο θάνατος δεν μπορούσε να περιμένει ούτε το παζάρι
        Όπου με λίγα χιλιάρικα άλλαζαν σέλα με σαμάρι

        Κουβαλώντας γεννήματα ξύλα υλικά οικοδομών και το
        Βαρύ φορτίο των χαροκαμένων μανάδων σε ποιες πλαγιές
        Ανελέητες βροχές ξάσπρισαν τα κόκαλά τους που
        Φέγγουν ακόμα στο λησμονημένο τοπίο της αντίστασης
        Ανάμεσα σε λουλούδια με πορφυρά πέταλα και μαύρους
        Στήμονες κοινώς παπαρούνες.

        Τάσος Πορφύρης, Χρονοσυλλέκτης, 2011, Συγκεντρωτική έκδοση Νεμέρτσκα -Ποιήματα (1961-2011), 2013

        *

        31. ΟΙ ΤΡΕΙΣ

        Ἀφοῦ κ’ ἡ τελευταία ἐχάθη μάχη,
        τρεῖς ἱππεῖς ἐπιστρέφουνε μονάχοι.

        Ἀπὸ βαθειὲς πληγὲς τὸ αἷμα ρέει
        ζεστό, τἄλογο σκύβει νὰ τὸ εἰσπνέη.

        Ἀπὸ τὴ σέλλα τὸ αἷμα τἀναβάτου,
        κι ἀπὸ τοὺς χαλινούς, ἔφτασε κάτου.

        Ἀγάλι ἀγάλι τἄλογο πηγαίνει,
        ἀλλὰ τὸ αἶμα τρέχει καὶ πληθαίνει.

        Οἱ τρεῖς ἱππεῖς πηγαίνουν πλάι πλάι,
        ὁ ἕνας στὸν ἄλλο γέρνει κι ἀκουμπάει
        Στὸ πρόσωπο βλέπουν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο,
        καὶ λένε μ’ ἀναστεναγμὸ μεγάλο:

        «Ἀπὸ μιὰ κόρη τρυφερὰ ἀγαποῦμαι,
        γιαυτὸ τώρα πεθαίνοντας λυποῦμαι».

        «Ἔχω χτήματα πολλά, σπίτια, δάση,
        κ’ ἡ νύχτα ἔτσι νωρὶς θὰ μὲ σκεπάση».

        «Δὲν ἔχω πάρεξ τὸ Θεὸ τοῦ κόσμου,
        μὰ πόσο μὲ φοβίζει ὁ θάνατός μου!»

        Καὶ καθὼς μὲ τἄλογα προχωροῦνε,
        τρία κοράκια γύρω τους πετοῦνε.
        Τοὺς μοιράζονται, κρώζοντας καθένα:
        «Δικοί σας οἱ δυό, κι ὁ τρίτος ἐμένα».

        Nikolaus Lenau, Ελεγεία και Σάτιρες, Μετ: Κώστας Καρυωτάκης

  6. John Keats
    Η ανελέητη ωραία κυρία (Μετάφραση, Βαγγέλης Αθανασόπουλος)

    “Γιατί ’σαι ταραγμένος ιππότη,
    Και μόνος και χλομός περιφέρεσαι;
    Το σπαθόχορτο ξεράθηκε στη λίμνη,
    Και κανένα πουλί δεν τραγουδά.

    Γιατί ’σαι ταραγμένος ιππότη,
    Τόσο καταβεβλημένος και τόσο πονεμένος;
    Η σιταποθήκη του σκίουρου είναι γεμάτη
    Κι ο θερισμός έχει τελειώσει.

    Στο μέτωπό σου βλέπω έναν κρίνο,
    Με την υγρασία της αγωνίας και με σταγόνες πυρετού,
    Και στο μάγουλό σου ρόδο θαμπό
    Να μαραίνεται γρήγορα κι αυτό.

    Συνάντησα μια κυρία στα λιβάδια,
    Πολύ ωραία –παιδί νεράιδας,
    Τα μαλλιά της μακριά, πόδι ελαφρύ,
    Και τα μάτια της άγρια.

    Για το κεφάλι της έπλεξα στεφάνι,
    Και βραχιόλια, και ζώνη ευωδιαστή.
    Με κοίταξε σαν ν’ αγαπούσε
    Με στεναγμό γλυκό.

    Την κάθισα στο άτι μου
    Και τίποτ’ άλλο όλη τη μέρα δεν είδα,
    Γιατί έσκυβε πλάγια, και τραγουδούσε
    Τραγούδι νεράιδας.

    Μου βρήκε ρίζες γλυκές,
    Κι άγριο μέλι, και μάννα –δροσιά,
    Και σε γλώσσα παράξενη είπε –
    «Αληθινά σ’ αγαπώ».

    Με πήρε στο μαγεμένο της σπήλαιο
    Κι εκεί έκλαψε και στέναξε πικρά,
    Κι εκεί έκλεισα τα άγρια άγρια μάτια της
    Με τέσσερα φιλιά.

    Κι εκεί μ’ αποκοίμισε
    Κι εκεί ονειρεύτηκα –τι συμφορά! –
    Το τελευταίο μου όνειρο
    Στην κρύα του λόφου πλαγιά.

    Είδα χλομούς βασιλιάδες και πρίγκιπες,
    Χλομούς πολεμιστές, όλοι με τη χλομάδα του θανάτου.
    Φώναζαν –«Η Ανελέητη Ωραία Κυρία
    Σε έχει σκλάβο!»

    Είδα στο λυκόφως τα στερημένα από αγάπη χείλια τους,
    Ορθάνοιχτα από τρομερές προειδοποιήσεις,
    Και ξύπνησα και βρέθηκα εδώ,
    Στην κρύα πλαγιά του λόφου.

    Και γι’ αυτό μένω εδώ τώρα
    Και μόνος και χλομός περιφέρομαι.
    Παρ’ όλο που ξεράθηκε το σπαθόχορτο στη λίμνη,
    Και κανένα πουλί δεν τραγουδά”. [Δημοσιεύθηκε στην Πανδώρα, τ.21, 11/2007-5/2008, σελ.17,18.]

  7. Kαλησπέρα, Αγγελική και Γρηγόρη! Καλή εβδομάδα!!!

    -«Τότε είπε και γεννήθηκεν η θάλασσα.
    Και είδα και θαύμασα..
    Και στη μέση της έσπειρε κόσμους
    μικρούς κατ’ εικόνα και ομοίωσή μου ..
    Ίπποι πέτρινοι με τη χαίτη ορθή
    και γαλήνιοι αμφορείς
    και λοξές δελφινιών ράχες..»
    (Ο. Ελύτης, Άξιον εστί»

    -«Γκρίζα χρόνια, άσπρα χιόνια
    μου ΄τυχαν τα μαύρα πιόνια
    η παρτίδα μου στη μέση
    τ΄ άλογα στην ίδια θέση»
    (Μιχάλης Γκανάς, «Μαύρα πιόνια»)

    -«…Λαός καβαλίκεψε.
    Κομνηνέ! – φωνάξαμε.
    Γύρισε και μας κοίταξε
    δε φορούσε επίδεσμο
    ούτε στεφάνι.
    Άσπρα άλογα, κόκκινα άλογα
    και μαύρα, πιο μαύρα-
    καλπασμός, – η ιστορία
    Να προφτάσουμε.»
    (Γ. Ρίτσος, Το αγόρι και η πόρτα)

    -«…Όλα, όλα και τ΄άλογά μου θα στα δώσω
    Όλα, όλα και τ΄άλογά μου θα στα δώσω
    Μονάχα ετούτο το τρελλό μου θα κρατήσω
    που ξέρει μόνο σ΄ένα χρώμα να πηγαίνει
    δρασκελώντας την μιαν άκρη ως την άλλη
    γελώντας μπρος τις τόσες πανοπλίες σου
    μπαίνοντας μέσα στις γραμμές σου ξαφνικά
    αναστατώνοντας τις στέρεες παρατάξεις…»
    (Μ. Αναγνωστάκης, Το σκάκι»)

    -Οι γυναίκες με τα αλογίσια μάτια – Τάσος Λειβαδίτης
    (απόσπασμα του έργου του)

    …γι αυτό και μέσα σε κάθε ζωή υπάρχει πάντα κάτι πιo βαθύ
    απ’ τον εαυτό της – η ζωή των άλλων.
    …η μοναξιά είναι τόσο απέραντη
    ώστε έρχονται δυο – δυο για να την υπομείνουν.
    Στα πρόσωπά τους οι βαθιές ρυτίδες
    είναι τ’ αυλάκια που κυλάει ο χρόνος
    πέφτοντας αθόρυβα
    στην αιωνιότητα.

    …κι είναι περίεργο πόσο ψεύτικα φαίνονται καμιά φορά
    τα πιo αληθινά πράγματα…

    Ήθελε να ζήσει
    και δεν υπάρχει άλλος τρόπος ζωής, έξω απ’ τη ματαιοδοξία.
    Δεν ήξερε,
    πως το κλειδί της φυλακής του καθένας το κρατάει στην τσέπη του…

    Γιατί οι γυναίκες έχουν προαιώνιους,
    μυστικούς δεσμούς με το αίμα
    αίμα της ήβης, αίμα της παρθενιάς, αίμα της γέννησης…

    …οι πράξεις τρέχουν αίμα
    απ’ τη δειλία αποκεφαλισμένες…
    …αίμα για να γεννηθείς,
    αίμα για να πεθάνεις
    βαθύ, σα θαύμα, ανθρώπινο αίμα.

    …σε τούτο το πανάθλιο ξενοδοχείο
    γινόταν το πανάρχαιο μυστήριο της τιμωρίας και της συγχώρεσης…
    Γιατί η ζωή είναι ατελείωτη και μπορεί κανείς να ξαναρχίσει
    και δυο φορές – να ξαναρχίζει κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε στιγμή…
    Kι είσαι ξέχειλος από ανθρώπινα πεπρωμένα.
    …ένα καινούργιο ζευγάρι ανεβαίνει κιόλας τη σκάλα
    έτοιμο να ριψοκινδυνέψει την ψυχή του στη μεγάλη
    αβεβαιότητα του έρωτα.
    Kαι πέρα στο βάθος απλώνεται η πόλη απέραντη, πολύβουη,
    κατάφωτη, αμφιθεατρική, σαν ένα αρχαίο, γιγάντιο
    στάδιο
    όπου οι δειλοί δεν έχουν θέση.
    Kι α, ποια άλλη, αλήθεια, πιο απροσμέτρητη λεηλασία
    υπάρχει της απρόσιτης αιωνιότητας,
    απ’ το τραγούδι.
    «Aύριο», λες,
    και μέσα σ’ αυτήν τη μικρή αναβολή παραμονεύει ολόκληρο
    το πελώριο ποτέ.
    …τους μιλούσε για την ελπίδα και το μέλλον – κι άλλες
    τέτοιες βλασφήμιες.
    Kαι τ’ όνομά του ήταν μεγάλο, σαν οποιοδήποτε
    ανθρώπινο όνομα.
    Mια ζωή, αλήθεια, μπορεί να τελειώσει στη μέση, μια
    άλλη να μην αρχίσει ποτέ…

    A, ναι, με τούτο το μικρό κλειδί κει πάνω στο κομοδίνο
    τα κορίτσια κλειδώνουν κάθε βράδυ τις εισπράξεις και
    τη μνήμη τους
    για να μπορούν να ζουν.
    Kαι μόνο εκείνη η γυναίκα, θάρθει η αναπότρεπτη ώρα,
    μια νύχτα, που θα νιώσει με τρόμο ξαφνικά,
    πως στέρησε τον εαυτό της απ’ την πιο βαθειά, την πιο μεγάλη ερωτική πράξη
    μην αφήνοντας έναν άντρα να κλάψει στα πόδια της.
    …κι απ’ όλα πιό χειρότερο, όταν όχι η ελπίδα πια, μα κι
    αυτός ο ίδιος ο πόνος σου σ’ αφήνει.
    Kι όπως αργά, μεσάνυχτα, γυρίζαμε στα σπίτια μας
    τρεκλίζοντας, δεν ήμασταν μεθυσμένοι. Γυρίζαμε
    βαρειοί απ’ αλήθειες.
    Mα να,
    που όπως ύστερ’ από καιρό μπαίνει κανείς στο σπίτι που του λήστεψαν, ανοίγουμε δακρύζοντας και
    μπαίνουμε
    στην Iστορία.

    Mα πιο πολύ νοιώσαμε την αδυναμία που κρύβεται
    πίσω απ’ την κακία.
    …είπαμε ψέματα από φόβο
    κι ύστερα είπαμε ψέματα, έτσι, απο συνήθεια.
    Ή κάποτε είπαμε και την αλήθεια, μα δε μας πίστεψαν.

    …σ’ αναζητάω
    σαν τον τυφλό που ψάχνει να βρει το πόμολο της πόρτας
    σ’ ένα σπίτι πού ‘πιασε φωτιά.
    Kι ο άνεργος που γυρίζει αργά, για να χουν όλοι κοιμηθεί
    στο σπίτι…
    …να λιχνίζει κι ο κίνδυνος την ψυχή μας και να μένει ότι
    πιο άγιο και καθαρό.
    …νύχτες υψωμένες ως το άπειρο, κι ακόμα ψηλότερα, ως
    τον εαυτό μας,
    ωριμάζοντας το απίθανο και το οριστικό.
    Ήρεμος και απόμακρος, σα μια πράξη που έγινε
    και την ακολουθεί η σιωπή.

    …αν η καλοσύνη είναι το χέρι του Θεού πάνω απ’ τον κόσμο,
    η δικαιοσύνη είναι το πρόσωπο του μεγάλου ανθρώπινου πλήθους
    μέσα μας.

    Γιατί ο πόνος, ο απέραντος ανθρώπινος πόνος, σ’ ανασηκώνει
    πάνω απ’ τον εαυτό σου…
    Kαι τότε καταλαβαίνεις
    τους πόνους του απείρου
    όταν κοιλοπονούσε τον κόσμο. Kαι τους πόνους της γής
    για να γεννήσει ένα στάχυ. Ή τους πόνους ολόκληρης
    της αιωνιότητας, για να γεννηθεί κάποτε
    ένα τραγούδι.

    Kαι μέσα στη φωνή μας τρέμαν όλοι οι αιώνιοι χωρισμοί.
    …μη μας στερήσεις ποτέ, ω άγια, γλυκειά ζωή
    την αγάπη μας για σένα!
    Mα τα χέρια τους είναι τυφλά,
    σακατεμένα απ’ το βάρος όλων αυτών
    που δεν έδωσαν.

    …άνθρωποι μικρόψυχοι μέσα στις αρετές τους, κι άλλοι
    εξαγνισμένοι απ’ τις πελώριες αμαρτίες τους.

    …κι ο κάθε πόνος μας είναι μια μυστική, πικρή επιστροφή
    στην άγια ταπεινότητα των απλών πραγμάτων…

    Δικές μας απαιτήσεις απ’ τους άλλους,
    ενώ μαντεύαμε κι εκείνων τη μικρότητα
    και τη δική μας υστεροβουλία.

    Λόγια που τα προμελετήσαμε, μα που όταν
    ήρθε η ώρα
    δώσαν τη θέση τους σε μια δειλή σιωπή…

    …που να πας τότε; πού θα κρυφτείς! Tι την έκανες
    την ανεπανάληπτη ζωή σου;

    Γιατί στο βάθος, μας βασανίζει ανελέητα η απόγνωση
    να χουμε κάτι ολότελα δικό μας…
    …κι ο εγωισμός,
    είναι κι αυτός ένας απελπισμένος τρόπος
    να υπάρξεις.

    Mα όστις απωλέσει την ψυχήν αυτού, με τι θέλει
    την αντικαταστήσει;

    Ω μάνα, Γη!
    H σημαία μας είναι αγέρωχη σαν τα φέρετρα
    η σημαία μας είναι αναμάρτητη σαν τις μητέρες
    η σημαία μας είναι σκληρή σαν το Θεό.
    Nάσαι τόσο πρόσκαιρος,
    και να κάνεις όνειρα
    τόσο αιώνια!

    -Γ. Ρίτσος, «Ἕλληνες καραγωγεῖς»

    Ἀργά, κατὰ τὸ μεσημέρι, ὅταν πουλήσουν στὸ παζάρι
    τὰ προϊόντα τους – λαχανικά, σταφύλια, ἀχλάδια –,
    γυρίζουν μὲ τὰ κάρρα τους ἀπ’ τὸν παραθαλάσσιο δρόμο
    πρὸς τὰ μικρά τους κτήματα, τὰ μακρυνά,
    κάθιδροι, αὐτοί καὶ τ’ ἄλογά τους,
    μὲ τὰ χαρτονομίσματα δεμένα στὸ μαντίλι τους
    καὶ μὲ τὰ κέρματα νὰ κουδουνίζουνε στὶς τσέπες τους,
    ἀνόητοι, τσακισμένοι, σχεδὸν ἄγριοι,
    μὲ τὸ θυμὸ μιᾶς ἄγνωστης ἀργοπορίας κι ἀδικίας,
    μὲ τὰ τσουλούφια τῶν σκληρῶν μαλλιῶν τους ὅλο σκόνη καὶ ἵδρωτα
    χτισμένα κάτω ἀπ’ τὸ κασκέτο τους…
    Ὅμως, σὰν στρίψουνε τὴ δημοσιά, σὰν ἀνταμώσουν
    τὴν πρώτη ἐρημική ἀμμουδιά, ξεζεύουν τ’ ἄλογά τους,
    γδύνονται βιαστικά, πετοῦν τὰ ροῦχα τους στὶς πέτρες
    καὶ μπαίνουνε στὴ θάλασσα νὰ πλύνουν τ’ ἄλογά τους.
    Καὶ τότε, μουσκεμμένοι, ὁλόγυμνοι κι ὁλόχρυσοι, ἄνθρωποι κι ἄλογα,
    ἀστράφτουν μὲς στὸν ἥλιο μὲ μιὰ ὑψηλήν εὐγένεια
    ἐργατικοί καὶ παντοδύναμοι, σάμπως νὰ βγῆκαν
    μὲς ἀπὸ τοὺς πανάρχαιους μύθους…
    Ὁ μικρότερος καραγωγέας,
    μόλις δεκαοχτὼ χρονῶ, στίλβοντας ὅλος μὲς στὸ μεσημέρι,
    γυμνός, καβάλλα στ’ ἄλογό του, κάλπασε πέρα στὴ θάλασσα,
    ἐνῶ ἕνα σύννεφο λευκό σημάδευε τὸν ἴσκιο τοῦ μὲς στὸ γαλάζιο…
    Καὶ στὴν ἀκρογιαλιά, τὰ κάρρα, ὁλόχρυσα κι αὐτά,
    ἔλαμπαν μὲς στὶς κυκλικές ἀνταύγειες τῶν τροχῶν τους
    σὰν ἔνδοξα ἅρματα ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους ἑλληνικούς ἄγωνες,
    ποὺ ἐδῶ σταμάτησαν καὶ ποὺ ἀπὸ δῶ πάλι θὰ ξανάρχιζαν…
    (http://poetry-in-greece.blogspot.gr/1997/05/1909-1990_2806.html)

    -Γ. Ρίτσος, «ΣΤΟΝ ΑΡΗ»
    Ι
    «Άρη
    Στα βουνά στα βουνά
    πάνου ψηλά
    τ’ άλογα
    ο καλπασμός σου
    Ζήτω.
    […]

    Άρη
    σε κλαίνε τ’ άλογα
    κλαίνε τ’ αρνιά
    κλαιν τα τρυγόνια
    σε κλαίει κι ο Χάρος δίχως να τον βλέπεις
    καθώς σε πάει καβάλλα στο φαρί του
    εσύ μπροστά στη σέλλα πάνου
    και κείνος πίσω στα καπούλια…»
    (από το «Υστερόγραφο της δόξας»)

    -«Τέσσερεις Καβαλάρηδες της Αποκάλυψης»

    1. Το λευκό άλογο

    «Καὶ εἶδον ὅτι ἤνοιξε τὸ ἀρνίον μίαν ἐκ τῶν ἑπτὰ σφραγίδων· καὶ ἤκουσα ἑνὸς ἐκ τῶν τεσσάρων ζῴων λέγοντος, ὡς φωνὴ βροντῆς· Ἔρχου. 2 καὶ εἶδον, καὶ ἰδοὺ ἵππος λευκός, καὶ ὁ καθήμενος ἐπ’ αὐτὸν ἔχων τόξον· καὶ ἐδόθη αὐτῷ στέφανος, καὶ ἐξῆλθε νικῶν καὶ ἵνα
    νικήσῃ. Κεφ.6:1-2[2]»

    2. Το κόκκινο άλογο

    «3 Καὶ ὅτε ἤνοιξε τὴν σφραγῖδα τὴν δευτέραν, ἤκουσα τοῦ δευτέρου ζῴου λέγοντος· Ἔρχου. 4 καὶ ἐξῆλθεν ἄλλος ἵππος πυρρός, καὶ τῷ καθημένῳ ἐπ’ αὐτὸν ἐδόθη αὐτῷ λαβεῖν τὴν εἰρήνην ἐκ τῆς γῆς καὶ ἵνα ἀλλήλους σφάξωσι, καὶ ἐδόθη αὐτῷ μάχαιρα μεγάλη. Κεφ.6:3-4[2]»

    3. Το μαύρο άλογο

    «5 Καὶ ὅτε ἤνοιξε τὴν σφραγῖδα τὴν τρίτην, ἤκουσα τοῦ τρίτου ζῴου λέγοντος· Ἔρχου. καὶ εἶδον, καὶ ἰδοὺ ἵππος μέλας, καὶ ὁ καθήμενος ἐπ’ αὐτὸν ἔχων ζυγὸν ἐν τῇ χειρὶ αὐτοῦ· 6 καὶ ἤκουσα ὡς φωνὴν ἐν μέσῳ τῶν τεσσάρων ζῴων λέγουσαν· Χοῖνιξ σίτου δηναρίου, καὶ τρεῖς χοίνικες κριθῆς δηναρίου· καὶ τὸ ἔλαιον καὶ τὸν οἶνον μὴ ἀδικήσῃς. Κεφ.6:5-6[2]»

    4. Το χλωρό ή πράσινο άλογο

    «7 Καὶ ὅτε ἤνοιξε τὴν σφραγῖδα τὴν τετάρτην, ἤκουσα φωνὴν τοῦ τετάρτου ζῴου λέγοντος· Ἔρχου. 8 καὶ εἶδον, καὶ ἰδοὺ ἵππος χλωρός, καὶ ὁ καθήμενος ἐπάνω αὐτοῦ, ὄνομα αὐτῷ ὁ θάνατος, καὶ ὁ ᾅδης ἠκολούθει μετ’ αὐτοῦ· καὶ ἐδόθη αὐτῷ ἐξουσία ἐπὶ τὸ τέταρτον τῆς γῆς, ἀποκτεῖναι ἐν ῥομφαίᾳ καὶ ἐν λιμῷ καὶ ἐν θανάτῳ καὶ ὑπὸ τῶν θηρίων τῆς γῆς. Κεφ.6:7-8[2]»

    (Από την «Αποκάλυψη του Ιωάννη)

    -Κώστας Ουράνης, «ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΗΣ»

    Ατσάλινος και σοβαρός απάνω στ’ άλογό του
    το αχαμνό, του Θερβαντές ο ήρωας περνάει·
    και πίσω του, στο στωϊκό γαϊδούρι του καβάλα
    ο ιπποκόμος του ο χοντρός αγάλια ακολουθάει.

    Αιώνες που ξεκίνησε κ’ αιώνες που διαβαίνει
    με σφραγισμένα επίσημα, ερμητικά τα χείλια
    και με τα μάτια εκστατικά, το χέρι στο κοντάρι,
    πηγαίνοντας στα γαλανά της Χίμαιρας βασίλεια…

    Στο πέρασμά του απ’ τους πλατιούς του κόσμου δρόμους, όσοι
    τον συντυχαίνουν, για τρελό τον παίρνουν, τον κοιτάνε,
    τον δείχνει ο ένας του αλλουνού – κ’ ειρωνικά γελάνε.

    Ω ποιητή! Παρόμοια στο διάβα σου οι κοινοί
    οι ανθρώποι χασκαρίζουνε. Άσε τους να γελάνε:
    οι Δον Κιχώτες παν μπροστά κ’ οι Σάντσοι ακολουθάνε!
    (http://www.poeticanet.gr/elliniko-soneto-a-482.html?category_id=264)

  8. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Ο καβαλάρης τ’ ουρανού – Γρηγόρης Μπιθικώτσης

    32. Η ΣΤΕΝΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΝΕΚΡΗΣ ΖΩΝΗΣ
    (απόσπασμα)

    …Λοιπόν, λίγο κουράγιο ακόμα.
    Όποιος βρεθεί με άλογο
    του μένει να τραβήξει για την ήττα
    καβαλάρης».

    Άρης Αλεξάνδρου, Άγονος γραμμή ( Αϊ-Στράτης , 1951)

    *

    33.
    VII
    Άλογα μαύρα, θίασος ιπποδρομίου, πετούνε
    οι σκέψεις τώρα, φεύγοντας τη μάστιγα του λόγου.
    Κι είμαι ένας κλόουν τραγικός, που οι άνθρωποι θα δούνε
    να παίζει, να συντρίβεται με την οπλή του αλόγου.

    ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ, Ελεγεία και σάτιρες (1927)

    *

    34. Η ΜΝΗΜΗ ΤΩΝ ΑΝΑΜΝΗΣΕΩΝ
    (απόσπασμα)

    Μπροστά μου το λειβάδι απλώνεται όπως χθες
    Στην χλωρασιά του έφθασε το άλογο που αγάπησες
    Όμως εσύ δεν ήλθες

    Τα βήματα του αλόγου είναι ο βηματισμός του ονείρου μας
    Είναι οι θάλασσες που διαβήκαμε
    Τα τρεχαντήρια που χρωματίσαμε μαζί

    Το άλογο αυτό κρατά στο στόμα του μια ημισέληνο
    Χωρίς να την αφήση χλιμιντρίζει

    Το άλογο αυτό και εγώ μαζί του
    Στεκόμαστε στην άκρη του δάσους και σε περιμένουμε

    Το άλογο αυτό και εγώ
    Είμεθα πλάσμα εν και αδιαίρετο
    Είμεθα κένταυρος που σε αγαπά
    Είμεθα κένταυρος που ξέρει
    Ότι δεν είναι δυνατόν να μη ξανάρθης.

    ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ, Αι γενεαί πάσαι ή Η σήμερον ως αύριον και ως χθες (1984)

    Κόρντοβα, Γιάννης Πουλόπουλος

    35. ΚΟΡΔΟΒΑ

    Κόρδοβα.
    Μακρινή και μόνη.
    Άλογο μαύρο, φεγγάρι μεγάλο
    κι ελιές στο δισάκι μου.
    Αν και ξέρω τους δρόμους,
    ποτέ δεν θα φτάσω στην Κόρδοβα.

    Μέσ’ απ’ τον κάμπο, μέσ’ απ’ τον αέρα
    άλογο μαύρο, φεγγάρι κόκκινο.
    Ο θάνατος με κοιτάζει
    απ’ τους πύργους της Κόρδοβα.

    Αχ, τι δρόμος μακρύς!
    Αχ, γενναίο άλογό μου!
    Αχ, και με περιμένει ο θάνατος,
    πριν φτάσω στην Κόρδοβα!

    Κόρδοβα.
    Μακρινή και μόνη.

    ΦΕΝΤΕΡΙΚΟ ΓΚΑΡΘΙΑ ΛΟΡΚΑ, Μετ: Μόσχος Λαγκουβάρδος

    *

    36. Οι εκατό πενθούντες καβαλάρηδες
    για πού πηγαίνουν
    πατώντας πάνου στον ουρανό
    του πορτοκαλιώνα;

    Μήτε στην Κόρδοβα θα φτάσουν,
    μήτε και στη Σεβίλλη’
    μήτε και στη Γρανάδα
    που διψάει για θάλασσα.

    Τα ναρκωμένα άλογα
    θα τους βγάλουν
    στον δαίδαλο με τους σταυρούς
    εκεί όπου τρέμει το ζύγι.

    Απ’ τις εφτά πεθυμιές τους τρυπημένοι
    για πού πηγαίνουν
    του πορτοκαλιώνα οι εκατό
    ανδαλουσιάνοι καβαλάρηδες;

    ΦΕΝΤΕΡΙΚΟ ΓΚΑΡΘΙΑ ΛΟΡΚΑ http://www.triaridis.gr/keimena/keimA026.htm

    *

    37. ΑΓΑΛΜΑΤΑ ΚΑΙ ΙΠΠΕΙΣ

    Τ’ αγάλματα ανασαίνουν ήρεμα κάτω οπ’ το χώμα.
    Περιμένουν κι αυτά χαμογελώντας αόριστα. Το ‘να τους χέρι
    ερωτικά κολλημένο στον αριστερό μηρό τους• τ’ άλλο
    σε μια διφορούμενη χειρονομία προσφοράς ή παράκλησης, —
    τί όμορφα στήθη, γόνατα, χείλη. Φτάνουν οι ιππείς, ξεπεζεύουν,
    αφήνουν τ’ άλογά τους στο μεγάλο λιβάδι, πλαγιάζουν
    κάτω οπ’ τα θολωτά πλατάνια. «Η ασάλευτη πέτρα
    δεν αποτρέπει το αίμα», είπε ό μικρότερος κοιτάζοντας
    τα δώδεκα άλογα ατμισμένα στο απερίγραπτο φώς. Οι άλλοι
    βγάλαν τις μπότες τους και τα πουκάμισά τους. Αυτός έμεινε ντυμένος.

    Αθήνα, 26.1.73 ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ, Προσωπίδες (1973)

    *

    38. Όσο κι αν φαίνεται παράξενο,
    η υπεροχή του ιππέως επί του ίππου
    οφείλεται μόνο
    στο μικρό μέγεθος του ιππέως
    και στις περιορισμένες δυνάμεις του.
    Αλλιώς, είναι σίγουρο
    ότι ο ίππος θα ίππευε τον ιππέα.

    ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ

    Αρλέτα – Μ’ ένα άσπρο άλογο

    39. Ο ΙΠΠΟΤΗΣ

    Ἦταν ἱππότης· κάτι ἔπρεπε νὰ ΄ ναι
    κι ἦταν ἱππότης· ἐλαμποκοποῦσε
    χρυσὸ σπαθὶ στὸ πλάι του κ’ ἐφοροῦσε
    λευκὸ στὸ καπελλίνο του φτερό.

    Ἀμίλητος, καβάλα στ’ ἄλογό του
    χῶρες περνοῦσε κι ἄφηνε, ζητώντας
    τὸν κίνδυνο, ποὺ ἀντικρυζε γελώντας
    ὁ ἱππότης, μιὰ φορὰ κι ἕναν καιρό.

    Κάτι ζητοῦσε μέσα του ἡ ψυχή του,
    κι ἂν ἄσκοπα τὸν κόσμο ἐτριγυρνοῦσε,
    ὁ πόθος του τὸν κόσμο ξεπερνοῦσε,
    πλατύτερος, νὰ πάει, στὸν οὐρανό…

    Ὡστόσο, εὐγενικὰ κι ἀντρειωμένα
    μὲ τὸ ληστὴ παλεύοντας, ποὺ ἐκράτει
    στὸν πύργο τὴν κυρία τὴν ντελικάτη,
    ἢ τὴν ἀρχοντοπούλα τὴν μικρή,
    αὐτός, ἀνυστερόβουλα, μὲ πίστη,
    τὴν ἔνδοξη παράδοση ἐτιμοῦσε,
    κ’ ἐγύμνωνε τὸ ξίφος κ’ ἐχτυποῦσε
    καὶ λευτεριὰ τοὺς χάριζε ἱερή…

    Μὰ ἐκεῖνες, ποὺ δὲν ἤξεραν τοῦ ἐκαῖγαν
    θυμίαμα θαυμασμοῦ τὸν ἔρωτά τους,
    κ’ ἔταζαν τὴν ἀχρείαστη ὀμορφιά τους
    στὴν τόλμη του, γιὰ δῶρο, προσφερτή…

    Δὲν τὸ χωροῦσε ὁ νοῦς των, δὲν μποροῦσαν
    νὰ νιώσουν μιὰ θυσία τόσον ὡραία·
    γιὰ τῆς εὐγένειας μόνο τὴν ἰδέα
    καὶ γιὰ τῆς ἱπποσύνης τὴν τιμή!

    ΜΙΝΩΑΣ ΖΩΤΟΣ (1905-1932)

    *

    40. ΤΟ ΓΑΛΑΖΙΟ ΑΛΟΓΟ

    Πες σ’ αυτό το γαλάζιο άλογο πως δεν υπάρχει.
    Πως πρέπει να προσαρμοστεί στον σκούρο κόσμο.
    Πάει ο καιρός που έπλεε στη θάλασσα
    κοιμότανε στο πράσινο του χορταριού αιδοίο.

    Πες του να σκύψει το κεφάλι για σφαγή
    να φύγει από το πάρτι με τις αλεπούδες.
    Έχει στεφάνι αγκαθωτό από συρμάτινη κραυγή
    κολάρο να φορέσει
    και με τα ξύλινα παπούτσια του
    τον θάνατό του να κλοτσήσει.

    Αργά αργά να ξεφλουδιστεί
    απ’ τον γαλάζιο εαυτό του
    και μ’ ένα χρώμα χωματί να γονατίσει.

    ΜΑΡΙΑ ΚΟΥΓΙΟΥΜΤΖΗ

    *

    41. Τ’ ΑΛΟΓΑ ΜΑΣ ΚΑΛΠΑΖΟΥΝ

    Τ’ άλογά μας καλπάζουν
    προς την υποσχεμένη γη των οραμάτων
    Τ’ άλογά μας στην κόκκινη νύχτα
    Τ’ άλογά μας οι πρασινογάλαζοι ήσκιοι της κόκκινης νύχτας
    Τ’ άλογά μας ανασαίνουν τα κρυστάλλινα πολύεδρα της νύχτας

    Σηκώνουνε τα διάφανα ρουθούνια τους
    κι οσφραίνονται όνειρα μακρινά
    κόκκινα σύννεφα σε βάθος μαλακό
    Το τίναγμα των ποδιών τους στο βράχο
    αστράφτει με ζαφειρομπάλασα,
    σκύβουνε τον περήφανο λαιμό τους
    και χλιμιντρίζουν περουζέδες κι αιμοστάτες

    Τα μάτια τους παίρνουν την πολυτιμότερη διαγραφή
    Οι χαίτες τους είναι χρυσοκόκκινες
    Τα γρήγορα λιγνά τους πόδια
    σε μια κομψότατη ακινησία

    ΤΑΣΟΣ ΦΑΛΚΟΣ

    Ένα Όμορφο Αμάξι Με Δυο Άλογα ♪Γρηγόρης Μπιθικώτσης

    42. ΤΟ ΑΛΟΓΟ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ

    Μεγάλη Άρκτος, Άμαξα εσύ, Αλετροπόδα, Κατσαρόλι, Άλογο των
    άστρων,
    κάτω απ’ το λαιμό σου είδα να διαβαίνει σιγανά
    πυγολαμπίδα τ’ αερόπλοιο που λένε ξεκινά
    πτήση νυχτερινή από τη Ρώμη, τη Μαδρίτη, το Λος Άντζελες, τη Λίμα
    του Περού.
    Και προσγειώνεται στην έρημο του Γκόμπι όπως όλοι κι όπως όλα.
    Πού αλλού;

    Μεγάλη Άρκτος, Άλογο των άστρων
    που στέκεις μες της σιωπηλής της ομορφιάς το πλήθος,
    για μια στιγμή διάττων τις ή ξίφος,
    πύρινο βέλος ή φλεγόμενη σφενδόνα
    είδα κοντά στην κεφαλή σου να περνά.
    Κι ο νους μου πήγε στα κακά τα τωρινά.
    Τα κοντινά.
    Και βέβαια, τι καλά.

    Άλογο εσύ των Άστρων δροσερή μου ζωγραφιά
    δεν το μπορούν οι άνθρωποι εσένα να σε φτάσουν.
    Αν σ’ έφταναν θα σ’ έπιαναν τα πόδια σου να σπάσουν
    για να μπορέσουν νόμιμα έτσι να σε περάσουν
    στης Δύσης τα χασάπικα κονσέρβες να σε φκιάσουν.

    ΓΙΑΝΝΗΣ ΥΦΑΝΤΉΣ

    *

    43. ΤΑ ΝΕΑΡΑ ΑΛΟΓΑ

    Σε αδιαφανή φιαλίδια
    άδηλες αλχημείες
    για νέα υβρίδια ερώτων.

    (Το μπλε μαντρόσκυλο στον πολύκροτο θάμνο, κάρα μα-
    νάβηδων, κότες με συρματόπλεγμα) στο αιμόφυρτο χάραμα
    τα εφήμερα γλυκόλογα των ηθοποιών,
    η μακρινή σιωπή της πρωτότοκης ώρας
    στα βαθιά και μοιρασμένα στα βότσαλα χρώματα,
    το βουνό που διάλεξαν των πλίθινων οικισμών
    –καμινάδες στις απόκρημνες στέγες σαν πώματα–
    μερικά φώτα στις στροφές της κατηφόρας
    σπιλιάδες λίγης μουσικής απ’ το ράδιο
    απελπισία βυθίζοντας τα δάχτυλα στα μαλλιά.

    Εραστή, όπως βλέπεις
    μελαγχόλησες τώρα που ξημέρωσε ξαφνικά,
    δε σε βρήκε έτοιμο τούτο το στάδιο,
    οι στάβλοι, οι αμυχές από άχυρο πέρα… τόσο απόμερα στέκεις
    στις τσουκνίδες και στους βασιλικούς των περιβολιών
    και στις γλάστρες της ηδυπάθειας των γιασεμιών
    κάτω απ’ τ’ αγκάθια των πυράκανθων με τους κίτρινους σβόλους
    όπου σεργιάνιζαν τα πόδια σας (σαν κάτω από θόλους)
    μόλις χθες.

    Αλέξιος Μάινας , «Το περιεχόμενο του υπόλοιπου»

  9. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    44. ΑΛΛΗΛΟΓΡΑΦΙΑ

    Αυτά που γράφεις σε εμποδίζουνε
    Να δεις το πρόσωπό σου.
    Είναι ψέματα πως κάποιος έβαψε
    Την πίσω πλευρά του σκοταδιού
    Κι έτσι μπορείς να δεις το πρόσωπό σου γράφοντας.

    Τσακισμένο είναι το χέρι που γράφει
    Τσακισμένο είναι το φως του σκοταδιού
    Στον σκοτεινό καθρέφτη
    Ανάπηρα άλογα σκύβουν να πιούνε το νερό
    Και δεν κοιτάζουνε∙ τι να κοιτάξουν;
    Μαζί τους πίνει κι ο νεκρός

    Τι να κοιτάξει;
    Ποιά μορφή;
    Ποιό μήνυμα σε ποιόν να δώσει;

    Πίνει νερό μαύρο μελάνι αίμα
    Και λέει σιγά στο ζώο να βιαστεί
    Μην πιεί κι άλλο νερό
    Όσο κι αν πιεις, του λέει, καθρέφτης δεν υπάρχει
    Μας έχουν διώξει από καιρό
    Αλλού θα σε γιατρέψω, λέει στο ζώο
    Άντε να φύγουμε τώρα

    Φεύγουνε, κουτσαίνοντας το άλογο
    Κι ο καβαλάρης πεθαμένος
    Απ’ το πολύ νερό στις φλέβες του
    Απ’ το πολύ μελάνι στους καθρέφτες.
    Φεύγουνε κι ακόμα φεύγουνε
    Ποιός να το γράψει πως από δω περάσανε.

    Κώστας Καναβούρης, «Τα Επίχειρα της Προοπτικής», 2010

    *

    45. ΚΑΛΠΑΖΟΥΜΕ ΣΑΝ ΑΛΟΓΑ ΣΤΟΝ ΙΠΠΟΔΡΟΜΟ

    Καλπάζουμε σαν άλογα στον ιππόδρομο
    αφηνιασμένοι για να περάσουμε μπροστά
    για να οδηγηθούμε πρώτοι στο τέρμα
    και να κατακτήσουμε θριαμβεύοντες το βραβείο

    Κρυφογελούμε μοχθηρά, φρικαλέα
    όποτε κάποιος χάνει τον ταχύ βηματισμό
    όποτε κάποιος κατακρημνίζεται από ψηλά
    και βγαίνει – τελεσίδικα νικημένος – εκτός αγώνα

    ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ ΜΑΛΛΙΔΗΣ, Σκληρός κόσμος

    *

    46. ΑΛΟΓΟ

    Σ’ αυτό το εξημερωμένο κτήνος του πολιτισμού,
    ο καβαλάρης,
    αφομοιωμένος στις φρέζες του μηχανοκίνητου χρόνου,
    έγινε ένα εξάρτημα, θέλω να πω μια προεξοχή πάνω
    στο φάντασμα του παλιού μυθικού αλόγου.

    ΜΑΝΟΛΗΣ ΠΡΑΤΙΚΑΚΗΣ, Λιθοξόος

    *

    47. Ξαφνικά,
    ένα αφηνιασμένο άλογο
    μπήκε στην αίθουσα.
    Οι κυρίες ούρλιαξαν,
    οι πολυέλαιοι έσπασαν.

    Μες στο σκοτάδι,
    κάποιος μας φίλησε τρελά.

    Όμως,
    οι πολυέλαιοι έλαμπαν,
    οι κυρίες στροβιλίζονταν σιωπηλά,
    και στη μέση ενός όμορφου λιβαδιού
    ένα άλογο,
    κοιτούσε αδιάκριτα το σούρουπο.

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΑΓΛΑΣ, Φρίκες 8/2/2010

    George Harrison – Dark Horse

    48. ΤΑ ΑΛΟΓΑ

    Πὲς γυρισμός…

    Καὶ δύο ἄλογα
    Θ᾿ ἀνασηκώσουν τὸ κεφάλι
    Καθὼς στὸ πεποικιλμένο τους ἅρμα
    Γιὰ τὴν τελευταία του κατοικία
    Ὁ Ἄρχοντας ταξιδεύει.

    Καὶ στὴν ἀναγκαία τελετουργικὴ στάση
    Μπροστὰ στὸν ὑψωμένο ζυγό, σπαραχτικὰ
    Θὰ χλιμιντρίσουν γιὰ τελευταία φορὰ
    Θὰ χτυπήσουν τὸ πόδι στὸν δρόμο δυνατὰ
    Θὰ σκεπάσουν τὴν οἰμωγὴ τοῦ πλήθους
    Καὶ θὰ προχωρήσουν.

    Κι ὀργισμένα, μὲ τὰ μάτια ἀνοιχτὰ
    Στὸ σκοτάδι πνιγμένα, γονατισμένα
    Οὔτ᾿ ἕνα βῆμα νὰ κάνουν δὲν θὰ μπορέσουν
    Καὶ τὸ χῶμα θὰ τὰ σκεπάσει.

    Ποτὲ κανεὶς δὲν ξέφυγε ἀπ᾿ τὴ μοῖρα του
    Οὔτε ἡ πόλη
    Οὔτε ὁ Ἄρχοντας
    Οὔτε καὶ τ᾿ ἄλογα.

    Ἐδῶ θὰ μείνουν

    Δίπλα στὴ θάλασσα
    Δίπλα στὴν πόλη τους
    Μὲ τὸ κεφάλι μπροστὰ ἐναγωνίως τανώντας
    Τὰ γονατισμένα πόδια πασχίζοντας νὰ ὀρθώσουν

    Ἕτοιμα γιὰ ἀναχώρηση
    Ὣς ὀφείλουν νὰ εἶναι.

    Νίκος Νικολάου – Χατζημιχαήλ , Διθαλάσσου, 2012

    *

    49. ΑΛΟΓΑ ΣΤΑ ΜΕΣΟΓΕΙΑ

    Χώμα κόκκινο στο πεζοδρόμιο
    σκασμένο με φλέβες
    σα κομμένες ανοιχτές

    προσμένοντας τ’ αδειανό τους βάθος
    βροχή να γεμίσει
    φτιάνοντας λάσπη
    που πλάθει τα πήλινα αγγεία
    μ’ αρχαίους θεούς και ήρωες, ωραίες κόρες
    κι αμπελοστάφυλα

    τώρα σαν μπήκε το φθινόπωρο
    για να κρατήσουν όλο το χειμώνα
    με στάρια, λάδι και κρασί
    ως να ‘ρθει πάλι καλοκαίρι
    κι ο ήλιος δυνατός ξεράνει
    τα χωράφια και τις λάσπες
    χώμα να γίνουνε κόκκινο, θρυφτό
    κουβαλώντας μέσα του
    γοργά άλογα κι άφθαρτα παιδιά

    Γιώργος Μπρουνιάς

  10. Ciao Aggeliki!!!

    -«Λαξεύει κόκαλα αλόγων. Φτιάχνει
    ένα μικρό άσπρο άλογο. Το αφήνει στο τραπέζι
    πλάι στο χαρτί που περιμένει το ποίημα.»
    (Γ. Ρίτσος)

    -«Το γαλάζιο μου άλογο καλπάζει
    εκεί που ο κόσμος σκοτεινιάζει
    και χάνεται η σημασία»
    (Παναγιώτας Χριστοπούλου-Ζαλώνη)

    -Διονύσης Τσακνής, «Σκοτώνουν τ’ άλογα, όταν γεράσουν»

    Είμ’ επισκέπτης σ’ έναν κόσμο απροσκάλεστος
    άπληστος, περίεργος κι αόρατος συνάμα
    Μια περιουσία από όνειρα, μια άβυσσος, πολιά ιστορία
    Ήρθα με τα δώρα μου αντάμα.

    Σ’ ένα λιβάδι άσπρα άλογα τη χαίτη τους τινάζουν
    Κοίτα και πες μου αν έχεις δει ποτέ σου κάτι
    ομορφότερο απ’ αυτό
    Σ’ ένα ρεφρέν των τραγουδιών μου θα τα κλείσω
    κι ας καλπάζουν πριν κάποιοι τα προλάβουνε
    γιατί σκοτώνουν τ’ άλογα, μωρό μου, όταν γεράσουν.

    Μήπως θυμάσαι πότε σε πρωτοσυνάντησα
    πρώτη ματιά, πρώτο φιλί και πρώτο χάδι
    Να μάθεις ήθελες για μένα, δεν απάντησα
    μα βρήκες ο,τι είχα κρύψει στα σκοτάδι.

    Δε με πειράζει αν δε με κάλεσαν στο πάρτι τους
    δεν ήρθα εδώ νια να χαλάσω τη γιορτή τους
    θα χαραμίσω δυο ζεϊμπέκικο για πάρτη τους
    κι ώρα καλή τους.

    Γι’ αυτό σου λέω να θυμάσαι τα παιχνίδια σου
    τα παιδικά τραγούδια, τις εικόνες, το άρωμα τους
    το άσπρο φόρεμα που κέντησε η μάνα σου
    και τα χεράκια σου στα χέρια του μπαμπά σου.

    ΚΟΙΤΑ
    Σ’ ένα λιβάδι άσπρα άλογα τη χαίτη τους τινάζουν
    Κοίτα και πες μου αν έχεις δει ποτέ σου κάτι
    ομορφότερο απ’ αυτό
    Σ’ ένα ρεφρέν των τραγουδιών μου θα τα κλείσω
    κι ας καλπάζουν πριν κάποιοι τα προλάβουνε
    γιατί σκοτώνουν τ’ άλογα, μωρό μου, όταν γεράσουν.
    http://lovinghorses.pblogs.gr/

    -ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΕΤΡΟΥ, «Το άλογο»

    Το άλογο χτυπώντας το δεξί
    μπροστινό του ποδάρι
    απάνω στο βρώμικο πάτωμα του σταύλου,
    χλιμίντρησε ανυπόμονο,
    ενώ από τα μάτια του ξεπηδούσαν
    οι πεθυμιές του και τα όνειρα του.
    Ο σταύλος το στενοχωρεί.
    (Πάντα το στενοχωρεί ο σταύλος).
    Το στενοχωρούν τα κλειστά παραθύρια του.
    Το στενοχωρεί η χάρβαλη πόρτα του.
    Το στενοχωρούν οι υγροί τοίχοι του.
    Το στενοχωρεί η ποιότητα του άχυρου, η αμφίβολη.
    Το στενοχωρούν οι χαραμάδες
    του ταβανιού που στάζουνε
    τον ήλιο και τον καθάριο αγέρα, τσιγκούνικα.
    Το στενοχωρεί το παλούκι.
    Το στενοχωρεί το σκοινί.
    Το στενοχωρούν οι βαριές μυρωδιές
    του κάτουρου και της κλεισούρας.
    Και να σκεφτεί κανείς
    ότι το άλογο τούτο
    ειν’ ένα ζώο περήφανο: Μεγαλόπρεπο.
    (ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΕΤΡΟΥ ΣΑΝ ΤΗ ΨΥΧΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ.)

    (http://lovinghorses.pblogs.gr/)

    -Ζαχαρίας Παπαντωνίου, «Το άρρωστο άλογο»

    Στην αγορά του Σαββάτου τ’ άλογα που ήταν για πούλημα μιλούσαν κάτου απ τη λεύκα για τη ζωή τους. Κι ένα κόκκινο άλογο, κουρασμένο, με το κεφάλι χαμηλά, τους διηγιόταν τα θαυμάσια των ταξιδιών του.
    Κάμπους απέραντους στο λιοπύρι εδιάβηκε, δασωμένες ρεματιές με κελαηδιστό νερό το ξεκούρασαν. Σε παρθένα χιόνια βυθίστηκαν τα πέταλά του —από θύελλες μαστιγώθηκε, σε λαμπρές φωτιές εστέγνωσε— στη ζέστη παχνιών αρχοντικών κοιμήθηκεν ύπνο βαθύ. Για τον καβαλάρη του μιλούσεν ώρα πολλή και για τις πολιτείες που τον χαιρετούσαν από μακριά με τους θόλους των* και τα καμπαναριά των…
    — Παράξενο! του είπαν. Έτσι άρρωστο και κοκαλιάρικο δοκίμασες τέτοιες δόξες;
    — Είν’ αλήθεια, είπε τ’ άλογο, πως σ’ όλη μου τη ζωή με δεμένα τα μάτια γύριζα μαγκανοπήγαδο. Μα ο Θεός ήξερε να τιμωρήσει τον άνθρωπο που με σκλάβωσε —χαρίζοντάς μου τη φαντασία.
    (http://ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSDIM-E111/322/2167,7918/)

    -Μαρίας (Μόιρας) Μπιζάνου, «ΓΕΝΕΘΛΙΟΣ ΙΚΕΣΙΑ»

    Ο Καλπασμός του Αλόγου
    διέλυσε την ομίχλη
    από τις μέρες που έφυγαν
    ανέκφραστες….
    αφήνοντας έρημες τις Νύχτες.
    Μισό αιώνα και κάτι περισσότερο
    Σκόρπιες μέρες στην αδειοσύνη
    Και ούτε μια Καληνύχτα
    στη Νύχτα μου.
    Έσωσα τον Άνεμο, την Καταιγίδα
    το Χιόνι
    Να ραίνει με «Καληνύχτες »
    Το ποδοβολητό του Αλόγου
    που ακούω στα παραληρήματα μου.
    Όλες οι λέξεις μου, κρυμμένες
    μέσα στον καλπασμό του Αλόγου
    Δάκρυσαν λέξεις οι οπλές του.
    Θεέ μου, μισό αιώνα λέξεις
    Δέξου την Κραυγή τους!
    (http://fractalart.gr/pente-piimata-mpizaniou/)

  11. Ωραιότατα. Πάμε παρακάτω, εν διαδικτύω αγαπητέ.

    50. ΤΟ ΜΠΛΕ ΑΛΟΓΑΚΙ

    Ένα απότομο εκτόπισμα
    απ’ το κύμα του ύπνου
    σε πέταξε στα βράχια
    ενός ακόμη θορυβώδους
    πρωινού

    Σε μια τυφλή στροφή
    που δεν υπολόγισες
    μπήκες σ’ ένα σύννεφο φυγής
    χάθηκες στον κήπο
    με τις ανθισμένες κερασιές
    βυθίστηκες στην τρυφερή αγκαλιά
    ενός παραμυθά

    Έπειτα ανέβηκες στο μπλε ξύλινο αλογάκι
    για να κλυδωνιστείς
    στις παιδικές μνήμες

    Κάποιος σε είδε για τελευταία φορά
    να κρατάς μια βαλίτσα όνειρα
    και να περιμένεις στωικά
    στον σταθμό το πεπρωμένο

    Έλσα Κορνέτη, Αγγελόπτερα, 2016

    *

    51. ΑΛΟΓΟ ΚΟΥΡΣΑΣ

    Είμαι πάλι στο σημείο εκκίνησης
    περιμένοντας το πυρ για να χυθώ
    σαν άλογο κούρσας
    πίσω από σένα να τρέξω

    Είμαι πάλι στο σημείο μηδέν
    μετρώ τα δρομολόγιά μου
    τα χιλιόμετρα που φόρεσα
    στα κουρασμένα μου πόδια

    Σαν θεατής ψυχρός
    περιμένοντας τη νίκη σίγουρος
    κοιτούσες από μακριά
    τη λεπτή μου φιγούρα

    Με σένα έμαθα να δρασκελίζω
    χαράδρες, ρήγματα και γκρεμούς
    Εσύ ακίνητος τραβούσες φωτογραφίες
    και πόνταρες στοιχήματα.

    Nίκη Kωνσταντοπούλου -Εγώ, απέναντι, εκδ. Βακχικόν

    *

    52. MIΣΟ ΑΛΟΓΟ

    Μισό άλογο μισό θεός
    το σύννεφο
    διασχίζει τον καταγάλανο
    ουρανό.

    Ρόδινο φως λεηλατεί
    την έρημο της μνήμης

    Τα δέντρα του χαμογελούν

    Σιγαλή υπόκωφη μουσική
    ρυθμίζει την πτώση των φύλλων

    Το φθινόπωρο
    πλημμύρισε την καρδιά του
    με μια θνήσκουσα ηδονή.

    Πεντέλη 3.10.00 ΗΛΙΑΣ ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ

    *

    53. ΑΛΟΓΑ ΕΛΕΥΘΕΡΑ

    Τα όνειρα δεν φυλακίζουμε
    σε χρονοντούλαπα με ναφθαλίνη
    άλογα ελεύθερα τα’ αφήνουμε
    να καλπάζουν ρυθμικά
    στις πλαγιές των Ιμαλαΐων.

    Ίσως εκεί να συναντήσουν
    τον πλέον ένδοξο επιβήτορα.
    Πόλα Βακιρλή – Γιαννακοπούλου

    *

    54. ΤΡΙΑ ΜΑΥΡΑ ΑΛΟΓΑ

    Τρία μαύρα άλογα διέσχισαν
    το πλακόστρωτο του χωριού.
    Το μεγάλο μπροστά, το μικρό στη μέση και το μεσαίο
    να κλείνει τη σειρά,
    μαύρα βελούδινα, με τις θεϊκές χαίτες να ανεμίζουν ελαφριά
    πριν εξαφανιστούν οριστικά
    με την φευγαλέα εικόνα του άγνωστου.
    «Πρέπει να τα σκοτώσουμε», είπε ένας χωριανός.
    «Θα μας πλακώσουν μια μέρα, όλο και πολλαπλασιάζονται».

    Nanja Noterdaeme

    *

    55. ΤΟ ΑΛΟΓΟ, Ο ΑΜΑΞΑΣ ΚΙ ΕΓΩ

    Ένα παιδί, περίπου σαν τη Δάφνη,
    στο δυο φτεράκια του είχε «Θέλω τον πατέρα μου».
    Άλλο παιδί κουτσαίνοντας ή σκουντουφλώντας
    σε σκαλοπάτι – μάλλον σε λακκούβα –
    στη φτέρνα του πατέρα του καλύτερα.
    Γυναίκες ήρθανε γι’ ανταλλαγή δακρύων·
    στο μέτωπό τους ίδρωτας σε κόμπους.

    Ο ουλαμός, ας πούμε την ομάδα,
    έφτασε το πρωί από την Ελλάδα
    μαζί με πόλεις ξακουστές από τον πέμπτο
    αιώνα στο νησί για μια πορεία
    εφτά χιλιάδων χρόνων τετρακόσιων
    μέτρων χωρίς εμπόδια – προηγείτο
    αμάξι των Σωμάτων Ασφαλείας.

    Σαν ξόδιν έμοιαζε, σαν λογική της μοναξιάς,
    εικόνα του Λουΐτζι Πιραντέλο,
    που ζήτησε να είναι στην κηδεία του
    μονάχα τ’ άλογο, ο αμαξάς και αυτός.

    Ας πούμε πως κι εμείς «παραβρεθήκαμε»
    στο πεζοδρόμιο την ώρα που περνούσαν.
    Εγώ, η αλήθεια συγκινήθηκα, πλην όμως
    ο πλαϊνός μου κύριος χασκογέλασε.
    Αμήχανα κι ο τρίτος κοντοστάθηκε-
    η περιέργεια λίγη, τι να κάνεις
    μια τέτοια φτωχική πορεία…

    Χάσαμε τον καιρό και τα λεπτά μας.
    Καλύτερα λοιπόν που δεν επήγα.
    Ποτέ η διαίσθησίς μου δεν με πρόδωσε.

    Κυριάκος Χαραλαμπίδης

  12. Ciao Aggeliki!!!!…

    -«Δεν μπορώ, καημένε γρίβα
    γιατί μ’ έχουν λαβωμένο
    στην καρδιά πετυχημένο.
    Σύρε σκάψε με τα νύχια,
    με τ’ αργυροπέταλά σου,
    τράβηξέ με με τα δόντια,
    ρίξε με μέσα στο χώμα.
    Έπαρε και τ’ άρματά μου,
    δώσε τα στα γονικά μου.
    Έπαρε και το μαντήλι,
    το χρυσό μου δαχτυλίδι,
    να το δώσεις της καλής μου,
    να με κλαίει, όταν τα βλέπει.»

    (Λυρικό δημοτικό τραγούδι του λαβωμένου ήρωα προς το αγαπημένο του άλογο)

    -Τάσος Ζερβός, «ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΑΛΟΓΟΥ»

    Κοιμάται τ’ άλογό μου κάτω απ’ το φεγγάρι-
    τι κρίμα, παληκάρι, δε βρήκες το νερό…
    Κοιμάται τ’ άλογό μου και μ’ έχει αφήσει μόνο
    καταμεσίς στο δρόμο και μπρος στο δειλινό…
    Η έρημος μονάχα μπρος από τ’ όνειρό μας-
    κι ήτανε πια δικό μας τ’ αθάνατο νερό…
    Κοιμάται τ’ άλογό μου κάτω απ’ το χορτάρι-
    πριν να ’ρθει άλλο φεγγάρι θα κοιμηθώ κι εγώ…
    (http://www.poiein.gr/archives/6862)

    -Ανδρέας Εμπειρίκος, «Η μνήμη των αναμνήσεων»

    Η ανύψωσις του χεριού σου
    Έχει τη χάρι ζαρκαδιού που τρέχει
    Σε χλόη γαλάζια σαν τα φύλλα της καρδιάς σου
    Το στεφάνι που έρριξες στο λαιμό του αλόγου
    Είναι από άνθη λεπτότερα και από πτερά εντόμων
    Η συλλογή των λουλουδιών αυτών είναι πολύτιμη
    Δεν είναι συλλογή κολεοπτέρων
    Δεν είναι συλλογή αγαλμάτων εξ ελεφαντοστού
    Είναι μια συλλογή ενθυμημάτων
    Που η διαφάνειά των ξεπερνά τα πέρατα του κόσμου
    Οι πληθυσμοί της οικουμένης σε λατρεύουν
    Οι σκέψεις σου είναι διάφανες όπως εσύ η ίδια
    Στην επιφάνειά των πλέχουν χίλιες μικρές πομφόλυγες
    Περιέχουν το πεντάσταγμα της απαλής καρδιάς σου
    Κάθε παλμός της αυξάνει την ζωή μου
    Κάθε παλμός της αυξάνει την ζωή μας
    Είμαι στην άκρη του δάσους και συγκρατώ τους χθεσινούς ψιθύρους
    Μπροστά μου το λειβάδι απλώνεται όπως χθες
    Στην χλωρασιά του έφθασε το άλογο που αγάπησες
    Όμως εσύ δεν ήλθες
    Τα βήματα του αλόγου είναι ο βηματισμός του ονείρου μας
    Είναι οι θάλασσες που διαβήκαμε
    Τα τρεχαντήρια που χρωματίσαμε μαζί
    Το άλογο αυτό κρατά στο στόμα του μια ημισέληνο
    Χωρίς να την αφήση χλιμιντρίζει
    Το άλογο αυτό και εγώ μαζί του
    Στεκόμαστε στην άκρη του δάσους και σε περιμένουμε
    Το άλογο αυτό και εγώ
    Είμεθα πλάσμα εν και αδιαίρετο
    Είμεθα κένταυρος που σε αγαπά
    Είμεθα κένταυρος που ξέρει
    Ότι δεν είναι δυνατόν να μη ξανάρθης.

    (Από τη συλλογή Αι γενεαί πάσαι ή Η σήμερον ως αύριον και ως χθες, 1984)

    -ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ Κ.- ΕΛΕΓΕΙΑ ΚΑΙ ΣΑΤΙΡΕΣ

    «Άλογα μαύρα, θίασος ιπποδρομίου, πετούνε οι σκέψεις τώρα,
    φεύγοντας τη μάστιγα του λόγου.
    Κι είμαι ένας κλόουν τραγικός, που οι άνθρωποι θα δούνε να παίζει,
    να συντρίβεται με την οπλή του αλόγου.»

    -Κωστής Παλαμάς, «ΣΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ Μ. ΜΑΛΑΚΑΣΗ»

    Και καβαλλάρης πέρναγες, ξανθόμαλλο παιδάκι,
    και τάραζε το διάβα σου το σιγαλό σοκκάκι,
    στα πράσινα παράθυρα και πίσω απ’ τα καφάσια
    να σ’ αγναντέψουν τρέχανε τ’ απάρθενα κοράσια.
    Τώρα ο καιρός ξεφούντωσε τα φουντωτά μαλλιά σου
    και την ξανθή ξεθώριασε θωριά σου,
    και στρατολάτης πέρασες αλλού και ταξιδεύεις·
    μα τώρα ευγενικώτερο φαρί καβαλλικεύεις,
    και τ’ άλογό σου φτερωτό, και πας να το ποτίσης
    με το νερό της Κασταλίας της βρύσης.

    (Οι καημοί της λιμνοθάλασσας, 1912, ‘Απαντα, τομ. Ε΄, σελ. 189)

    -ΓΙΩΡΓΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ, «ΤΟ ΣΑΚΙ»
    (απόσπασμα)

    «…Ήμουν παιδί ακόμη δεν τους καλοθυμάμαι.
    Μπήκανε στο χωριό μου ένα πρωί μα δε σταθήκανε.
    Περάσανε αργά πάνω στο χιόνι.
    Τα γένια τους ανάμεσα στα σύννεφα και τις κοτρόνες
    καθώς τους χώνευε το βουνό.
    Μονάχα ο τελευταίος δε φεύγει απ’ το μυαλό μου
    Κράτα το άλογο, μου είπε και βάζοντας το σκούφο του στην αμασχάλη
    έσκυψε στο νερό να πιει και τό ’να μάτι του με κοίταζε απ’ το πλάι.
    Κοίταζε τα κουρέλια μου τα πόδια μου μες στις λινάτσες
    τις ξόβεργες στα ξυλιασμένα χέρια μου
    και πώς του χαμογέλαγα κρατώντας τ’ άλογο με περηφάνια.»

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: