Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (186ο): «Εγώ – εαυτός»…

 

-Νικηφόρος Βρεττάκος, «Εγώ»

«Εγώ

Εγώ, σ’ ένα διάστημα πολλών χιλιετηρίδων.

Εγώ, σ’ έναν κόσμο που στοιβάζονται οι άνθρωποι

και διακινούνται καθώς η άμμος. Εγώ,

κάτω απ’ τον ίλιγγο των έξω απ’ τους ανθρώπους

αριθμούς ουρανίων σωμάτων.

Εγώ

είδα τον ήλιο που ανάτειλε.

Εγώ ανέβηκα στο βουνό.

Εγώ είδα τον ουρανό τον κήπο με τα παγώνια.

Εγώ φόρεσα την κόκκινη ή τη μαύρη γραβάτα.

Εγώ διαμαρτυρήθηκα στην αστυνομία.

Εγώ είχα φίλο τον Άι-Γιώργη και τους συγγενείς του.

Εγώ καθάρισα το αίμα των νεκρών και φύτεψα στη θέση του

τίμιο χορτάρι. Εγώ φόρεσα το καπέλο μου

κάτω απ’ τον μέγα ουρανό και σεργιάνισα.

Εγώ ένιωσα, εγώ άκουσα, εγώ είδα

και σείς μπορέσατε να μη με βαρεθείτε

σαράντα χρόνια ολόκληρα!

Εγώ κούρντισα το ρολόι.

Εγώ τράβηξα την κουρτίνα.

Εγώ συνομίλησα με των άλλων το πεπρωμένο.

Εγώ ξέχασα τις πυτζάμες μου στο ξενοδοχείο Σάντα-Μαρία.

Εγώ μέτρησα τα χρώματα των λουλουδιών στο Πόρτο

Γερμενό την Άνοιξη.

Εγώ είπα στο στρατιώτη να λυπηθεί τη γυναίκα.

Εγώ μάζεψα τα βότσαλα στη θάλασσα πίσω απ’ το Λένιγκραντ.

Εγώ μεσολάβησα στο Θεό να ταχτοποιήσει τις εκκρεμότητες

με το πλάσμα του.

Εγώ κούρεψα τον έφηβο των Αντικυθήρων.

Εγώ φόρεσα τις κάλτσες μου ανάποδα.

Εγώ σκέφτηκα, εγώ έκαμα, εγώ είπα

και σεις μπορέσατε να μη με βαρεθείτε

σαράντα χρόνια ολόκληρα.

Έπρεπε μόνος μου

να το κυνηγήσω με το μαχαίρι, να το γκρεμίσω, ανάσκελα

και να το ρίξω στο ποτάμι το ίδιο που κυλάει

όλα τα περιττά του κόσμου, κατεβάζοντας,

απ’ όλα τα σημεία, σε όλες του τις διευθύνσεις,

τις κάπνιες, τα μαζούτ, και τα πολιτικά σκουπίδια»

(https://thepoetsiloved.wordpress.com/tag/greek-poetry/page/26/)

 

 

-Κ. Παλαμάς, «Ἔρχομ᾿ Ἐγώ…»

«Ἔρχομ᾿ ἐγώ, φτάνω ἐγὼ πρὸς Ἐσένα!

K᾿ ἔτσι σὲ ἡμέραν ἠλιόκαλην ὅπως
τὸ βραδινὸ ξαφναπλώνουμε σκότος
κλείνοντας γύρω μας κάθε φεγγίτη
γιὰ νὰ χαρούμ᾿ ἐκεῖ ἀπάνου στὸν τοῖχο
κάποιους ριγμένους μ᾿ ἕν᾿ ἄλλο φῶς ἤσκιους,
ἔτσι στὸ φῶς τῆς ζωῆς μου ἕνα σκότος
ἔξαφν᾿ ἁπλώνω. Τῆς εἶπα τῆς Νύχτας:
―Kλέφτρα, δὲν τρέμω, νὰ ψάξω ῾σὲ στάσου.―
K᾿ ἔκλεισα μέσα μου κάθε φεγγίτη
γιὰ νὰ χαρῶ ξανοιγμένον ἀπάνου
στοῦ μυστηρίου τὸν ἀγκρέμιστο τοῖχο,
ὤ! τὸν ὁλόφωτον ἤσκιον, Ἐσένα!

Καὶ τῆς καρδιᾶς: ―Ξερριζώσου, τῆς εἶπα,
καὶ τῆς βουλῆς μου: ―Παράλυτη πέσε!
Σβύσου! Τῆς μνήμης, τῆς γνώμης: Κοιμήσου!
Τὴ φαντασία τὴν ἔπνιξα, σπρώχνω
κάθε χαρὰ στὸ γκρεμό, κάθε λύπη
τὴ μαχαιρώνω, κι ὀλάγρια μαδώντας
ποδοπατῶ τῆς ἀγάπης τὰ ρόδα.
K᾿ ἔκραξα: ―Μάτια, κλειστῆτε, καὶ χείλη
μοῦ, βουβαθῆτε, κι αὐτιά, μὴν ἀκοῦτε.
Κι ὅταν τὸ εἶναι μου ὁλόγυμνον, ἄλλο,
ξένο καὶ ἀπ᾿ ὅλα του γύρω καὶ ὁλοῦθε
σὰν ἀπὸ ἀέρα καὶ σὰν ἀπὸ λαύρα
τὸ γοργοφύσημ᾿ ἀκράτητο πῆρε
πρὸς τ᾿ ἀξεδιάλυτου χάους τὸ δρόμο,
εἶπα:
―Eσύ τώρα, ἐσὺ τώρα, ἐσὺ τώρα,
γίνε Καρδιά, Φαντασία καὶ Μνήμη,
δείξου Βουλή, γλυκοπρόσταξε Γνώμη,
κᾶψε μὲ Λύπη, Χαρὰ φίλησέ με,
κλεῖσε μ᾿ ἐσὺ στὴν ἀγκάλη σου, ἀγάπη,
στόμα μου ἐσὺ καὶ ἀκοές μου καὶ μάτια.
Κᾶμε μ᾿ Ἐσύ, κλείσου μέσα μου Ἐγώ μου
καὶ μὲ τοῦ εἶναι μου σμίξου τὸ εἶναι!»

(http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/kwsths_palamas/poihmata.)

 

 

-ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ,  «Ηρθες όταν εγώ…»
«Ηρθες όταν εγώ δε σε περίμενα. Σαν κάθε νύχτα
Καίοντας την ανάμνηση πικρών θανάτων
Ανημποριά των γηρατιών, τρόμος της γέννησης,
Σε τρώγλες σκοτεινές, στην αγκύλη της ηδονής
Πέρα απ’ τους άδειους κάμπους των αποσπασμάτων
Hρθες όταν εγώ δε σε περίμενα. Α, πώς θα ζούσες
Εσύ κι εγώ μια τέτοιαν εποχή
Σάπιο φορτίο στ’ αμπάρι ενός
Μεθυσμένου καραβιού που πέθαναν όλοι
Βουλιάζοντας με χίλιες τρύπες στα κορμιά μας
Μάτια θολά που χλεύασαν το φως
Στόματα αδέσποτα στη φλούδα της ζωής
Καίοντας την ανάμνηση – Νεκροί
Σε μια εποχή ανέκκλητου θανάτου
Hρθες όταν εγώ δε σε περίμενα. Κι ούτε ένα νεύμα
Μια λέξη, όπως η σφαίρα στο στίγμα του λαιμού
Ούτε μι’ ανθρώπινη φωνή γιατί δεν είχε
Ακόμα γεννηθεί καμιά φωνή
Δεν είχε γεννηθεί τ’ άγριο ποτάμι
Που ρέει στις άκρες των δαχτύλων και σωπαίνει.
Ανάμνηση ζωής – πότε ν’ αρχίζεις
Αδίστακτος και πράος να βγάζω λόγους
Να εκφωνώ στα κενοτάφια τους θρήνους
Φθαρμένους στων φθόγγων την πολυκαιρία
Και να κλειδώνεις τις μικρές μικρές χαρές
Oχι πατώντας στους νεκρούς σου πάνω στίχους
Γιατί αν είναι κόκαλα, έρωτες ή χαμόσπιτα
Με την κουβέρτα στην ξώπορτα χωρίζοντας τον κόσμο
Στα δύο, κρύβοντας το σπασμό και την απόγνωση
Κι έξω να ψάλλουν οι περαστικοί στο πείσμα των πιστών
Στο πείσμα του άρρωστου παιδιού και του χειμώνα
Α, πώς θα ζούσες μια εποχή. Κι αυτός αδίσταχτος,
Ο χρόνος, θρυμματίζοντας τη σκέψη
Τα στέρεα σχέδια και τις βίαιες αποφάσεις
Τα αιωρούμενα γιατί, τα υγρά χαμόγελα
Hρθες όταν εγώ δε σε περίμενα. Μη με γελάσεις
Αυτά δεν είναι τα κατώφλια που έχω σκύψει
Αυτές οι κρύπτες που ριγούν τα τρωκτικά
Δεν έχουν τίποτα από τ’ άρωμα της λάσπης
Ούτε απ’ το χάδι των νεκρών στα όνειρά μας
Γιατί έχει μείνει κάτι -αν έχει μείνει-
Πέρα από θάνατο, φθορά, λόγια και πράξη.
Aφθαρτο μες στην τέφρα αυτή που καίω
Σαν κάθε νύχτα την ανάμνηση θανάτων
Πικρών και ανεξήγητων θανάτων
Γράφοντας ποιήματα χωρίς ήχους και λέξεις.»

(Μ. Αναγνωστάκης, Τα ποιήματα, Νεφέλη)

 

 

-Χόρχε Λουίς Μπόρχες, «Εγώ»

«Το κρανίο, η μυστική καρδιά

οι αόρατοι δρόμοι του αίματος,

οι υπόγειες στοές του Πρωτέα ύπνου,

σπλάχνα, αυχένας, σκελετός.

Είμαι όλα τούτα. Είναι απίστευτο

αλλά είμαι ακόμα κι η ανάμνηση ενός σπαθιού,

κι η μνήμη ενός ήλιου μοναχικού που βασιλεύει,

σκορπίζει και γίνεται χρυσαφένια σκιά, κι έπειτα χάνεται.

Είμαι κείνος που κοιτάει απ’ το λιμάνι τις πλώρες,

είμαι τα σπάνια βιβλία, οι σπάνιες

γκραβούρες με τη φθορά του χρόνου.

Είμαι εκείνος που φθονεί αυτούς που ‘χουν πεθάνει.

Το πιο παράξενο είναι να είμαι κάποιος που συνταιριάζει

λέξεις, σ’ ένα δωμάτιο κάποιου σπιτιού.»

[Πηγή: www.doctv.gr]

 

 

 -Αντρέ Μπρετόν, «ΕΓΩ είμαι ανοίξετε»

«Τα τετράγωνα του αέρος σπάζουν με τη σειρά τους

Από καιρό πια δεν υπάρχουν καθρέφτες

Και οι γυναίκες καμώνονται μέρα και νύχτα πως δεν είναι

τόσο ωραίες

Όταν πλησιάζουν τα πουλιά που πρόκειται να καθίσουν στον

ώμο τους

Γέρνουν πίσω το κεφάλι απαλά χωρίς να κλείσουν τα μάτια

Το παρκέτο και τα έπιπλα στάζουν αίμα

Μια αράχνη στέκει στο κυανό της δίχτυ επάνω σ’ ένα άδειο

πτώμα

Παιδιά κρατώντας ένα φανάρι προχωρούν μέσα στα άλση

Ζητούν από τα φύλλα τον ίσκιο των λιμνών

Μα οι σιωπηλές λίμνες ασκούν μεγάλη έλξη

Τώρα πια δεν φαίνεται στην επιφάνεια παρά ένα μικρό

φανάρι που χαμηλώνει

Στις τρεις πόρτες του σπιτιού είναι καρφωμένες τρεις άσπρες

κουκουβάγιες

Την ανάμνησιν των ερώτων της ώρας

Η άκρη των φτερών τους είναι χρυσωμένη σαν τις χάρτινες

κορώνες που πέφτουν στροβιλιζόμενες από τα νεκρά

δένδρα

Η φωνή αυτών των μελετών βάζει γαϊδουράγκαθα στα χείλη

Κάτω από το χιόνι το αλεξικέραυνο γοητεύει τα γεράκια.»

(Ανθολογία γαλλικής ποίησης, Καστανιώτης)

 

………………………………………….

 

Γιάννης Σκαρίμπας, «ΕΑΥΤΟΥΛΗΔΕΣ»

«Ως ωραία ήταν μου απόψε η λύπη.
Ήρθαν όλα σιωπηλά χωρίς πάθη
Και με ήβραν – χωρίς κανέν’ να μου λείπει-
Τα λάθη.

Κι ως τα γνώρισα όλα μου γύρω – μπραμ-πάφες
Όλα κράταγαν, τρουμπέτες και βιόλες
-ΕΑΥΤΟΥΛΗΔΕΣ που με βλέπαν, οι γκάφες
μου όλες.

Α!… τι θίασος λίγον τι από αλήτες
Μουζικάντες μεθυσμένους και φάλτσους
Έτσι ως έμοιαζαν – με πρισμένες τις μύτες-
Παλιάτσους.

Και τι έμπνευση να μου δώσουν τη β έ ρ γ α
Μπρος σε τρίποδα με κ ά ν τα α μυστήρια,
Όπου γράφονταν τα’ αποτυχημένα μου έργα
– εμβατήρια!

Α!… τι έμπνευση!… Μαιτρ του φάλτσου γω πάντα,
Με τη βέργα μου τώρα ψηλά –λέω- με τρόμους
Να, με δαύτη μου να παρελάσω την μπάντα
Στους δρόμους.

Κι ως πισώκολα θα παγαίνω πατώντας
Μεσ’ σε κόρνα θα τα βροντούν και σαντούρια
Οι παλιάτσοι μου – στον αέρα πηδώντας-
Τα θούρια…»

(http://www.poiein.gr/archives/243)

 

 

-Άλλεν Γκίνσμπεργκ, «Ο ΘΛΙΜΜΈΝΟΣ ΜΟΥ ΕΑΥΤΌΣ»

 

«Κάποιες φορές όταν τα μάτια μου είναι κόκκινα

αναβαίνω στην κορυφή του κτιρίου της Αρ Σι Έι

και ατενίζω τον κόσμο μου, το Μανχάτταν –

τα κτίρια μου, τους δρόμους που έκανα τα κατορθώματά μου,

τις σοφίτες, τα κρεβάτια, τα φτηνιάρικα διαμερίσματα

– αποκάτω στην Πέμπτη λεωφόρο που κι αυτή την έχω στο μυαλό μου,

τα αυτοκίνητα της σαν μυρμήγκια, μικρά κίτρινα ταξί, άνθρωποι

που περπατούν στο μέγεθος μάλλινων ψηγμάτων –

Πανόραμα των γεφυρών, ξημέρωμα πάνω από τη μηχανή του Μπρούκλυν,

ο ήλιος δύει στο Νιου Τζέρσεϊ που γεννήθηκα

και στο Πάτερσον που έπαιξα με τα μυρμήγκια –

οι κατοπινοί μου έρωτες στην 15η οδό,

οι πιο μεγάλοι μου έρωτες στο Λόουερ Ηστ Σάιντ,

τα κάποτε υπέροχα αμόρε μου στο Μπρονξ

πέρα μακριά –

πορείες που διασταυρώνονται σ’ ετούτους τους κρυμμένους δρόμους,

η ιστορία μου ολόκληρη, οι απουσίες και οι

εκστάσεις μου στο Χάρλεμ –

– ο ήλιος λάμπει πάνω από κάθε τι που εξουσιάζω

μ’ ένα κλείσιμο του ματιού στον ορίζοντα

μέσα στην έσχατη μου αιωνιότητα –

το ζήτημα είναι άπιαστο.

Θλιμμένος,

παίρνω το ασανσέρ και κατεβαίνω,

συλλογισμένος,

και περπατώ στα πεζοδρόμια καρφώνοντας τα μάτια σ’ όλων των ανθρώπων

τις τζαμαρίες, τα πρόσωπα,

κι ύστερα αναρωτιέμαι ποιος νιώθει αγάπη,

και σταματώ, θολωμένος

μπροστά σε μια βιτρίνα αυτοκινήτων

και στέκομαι χαμένος μέσα σε χαλαρές σκέψεις,

με την κίνηση να πηγαίνει πάνω και κάτω στα τετράγωνα της 5ης λεωφόρου

πίσω μου

προσμένοντας για μια στιγμή όταν …

Είναι ώρα να γυρίσω στο σπίτι και να φτιάξω βραδινό και να ακούσω

τα ρομαντικά νέα του πολέμου στο ραδιόφωνο

… κάθε κίνηση παύει

και περπατώ μέσα στην άχρονη θλίψη της ύπαρξης,

η τρυφερότητα ξεχύνεται μέσα από τα κτίρια,

τα ακροδάχτυλά μου αγγίζουν το πρόσωπο της πραγματικότητας,

το πρόσωπο το δικό μου το γραμμωμένο από δάκρυα στον καθρέφτη

κάποιου παραθύρου – το σούρουπο –

όταν δεν νιώθω καμιά επιθυμία –

για καραμέλες – ή να αποκτήσω φουστάνια ή Γιαπωνέζικα

αμπαζούρ της διανόησης –

Σαστισμένος με το θέαμα γύρω μου,

άντρες να αγκομαχούν στο δρόμο

με δέματα, εφημερίδες,

γραβάτες, όμορφα κοστούμια

σύμφωνα με το γούστο τους

άντρες, γυναίκες, που ξεχύνονται πάνω στα πεζοδρόμια

κόκκινα φώτα που ρυθμίζουν ρολόγια βιαστικά και

ελεγχόμενες κινήσεις –

Και όλοι ετούτοι οι δρόμοι να οδηγούν

τόσο διαγώνια, γεμάτοι κόρνες, εκτεταμένα,

μέσα από λεωφόρους

στοιχειωμένες από ψηλά κτίρια ή πηγμένες στη βρώμα

των φτωχικών συνοικιών

μέσα από τόση μπλοκαρισμένη κίνηση

αυτοκίνητα και μηχανές να ουρλιάζουν

με τόσο πόνο σ’ αυτήν την

εξοχή, σ’ αυτό το νεκροταφείο

στην γαλήνη

του νεκροκρέβατου ή του βουνού

που κάποτε αντίκρισα

ποτέ δεν ξαναβρήκα ή επιθύμησα

να έρθει στο μυαλό μου

όπου ολόκληρο το Μανχάτταν που είδα πρέπει να εξαφανιστεί.»

(http://www.poiein.gr/archives/3475)

 

 

-Λένα Παππά, «O εαυτός μου»

«Μου έκαμε πολλά

Πικρά κι ανεπίτρεπτα

Λάθη βουνό.

 

Ξαφνικά κι ολοένα μού έφευγε κυνηγώντας τον

μόλις που τον πρόφταινα

στην άκρη-άκρη του γκρεμού

άλλοτε κρυμμένος

πίσω από μάσκες τερατώδεις με περιγελούσε

με διέσυρε, με ατίμασε

μες στους καθρέφτες όλους, κλέβοντας

τον χρόνο και τον πόθο μου

άσωτα για να τους σκορπίσει

στους κόκκινους ανέμους της παραφοράς.

 

Καρτερικά τον υπόμεινα μισώντας τον

τρυφερά τον κανάκεψα, συγχωρώντας τον

σε αγώνα ματωμένο τον προκάλεσα

τον στόλισα με όνειρα πολύτιμα

τον έσπρωξα στο πηγάδι

τον αγάπησα, τον καταράστηκα

κρυφά τις νύχτες έλπισα κι ευχήθηκα τον θάνατό του.

 

Στο τέλος, σέρνοντας ήρθε, δαρμένο σκυλί

και κούρνιασε δίπλα μου

ραγισμένος απ’ την ηλικία, γυρεύοντάς μου

να γεράσουμε μαζί.»

(«Τα Ποιήματα» Β’ – Λένα Παππά)

 

 

Φερνάντο Πεσσόα, «Η αποδοχή του εαυτού…»

«Ζητώ συγνώμη που δεν απαντώ
Αλλά λάθος δικό μου δεν είναι
Που δεν αντιστοιχώ
Σ’ αυτόν που σε ’μένα αγαπάτε.

Ο καθένας μας είναι πολλοί
Εγώ είμαι αυτός που νομίζω πως είμαι.
Άλλοι με βλέπουν αλλιώς
Και πάλι λάθος κάνουν.

Μη με παίρνετε γι’ άλλον
Κι αφήστε με ήσυχο.
Αν εγώ δεν θέλω
Να βρω τον εαυτό μου
Γιατί οι άλλοι για μένα να ψάχνουν;»

(Φερνάντο Πεσσόα, Ποιήματα, εκδ. Printa)

 

 

-Χαλίλ Γκιμπράν, «Οι 7 Εαυτοί»

«Στη σιωπηλότερη ώρα της νύχτας, καθώς έγερνα μισοκοιμάμενος,
οι εφτά εαυτοί μου κάθησαν αντάμα και, ψιθυρίζοντας, έτσι κουβέντιαζαν:
Πρώτος Εαυτός:
Εδώ, σ’ αυτό τον τρελό μέσα, κατοίκησα όλα μου ετούτα τα χρόνια, χωρίς άλλο να κάνω παρά ν’ ανανεώνω τον πόνο του, τη μέρα, και να ξαναπλάθω τη θλίψη του, τη νύχτα.
Δεν αντέχω πια τη μοίρα μου κι επαναστατώ, από ‘δω και πέρα.
Δεύτερος Εαυτός:
Η δική σου μοίρα είναι καλύτερη από τη δική μου, αδερφέ, γιατί δικό μου γραφτό: να ‘μαι ο χαρωπός εαυτός του τρελού τούτου.
Γελώ με το γέλιο του και τραγουδώ, τις ώρες της χαράς του και με τρισφτερωμένα πόδια χορεύω τις λαμπερόσπιθες σκέψεις του.
Εγώ θα ‘πρεπε να επαναστατήσω ενάντια στην υποσταμένη μου ύπαρξη.
Τρίτος Εαυτός:
Και τι ν’ ακούσετε από μένα, τον ερωτοκένταυρο εαυτό του, το πυραχτώδικο
έμβλημα των άγριων παθών και των φανταστικών επιθυμιών;
Εγώ είμαι: ο ερωτοπλάνταχτος εαυτός του – που θα ‘πρεπε να σηκώσω παντιέρα ενάντια στον τρελόν ετούτο.
Τέταρτος Εαυτός:
Εγώ, ανάμεσα σε όλους εσάς, είμαι ο πιο δυστυχισμένος, γιατί δε μου έλαχε παρά το απεχθές μίσος κι η ξεθεμελιώστρα αποστροφή.
Εγώ θα ‘πρεπε, ο όμοιος με καταιγίδα εαυτός – ο γεννημένος στις μαυροσπηλιές της Κόλασης,
να ‘μαι ο πρώτος διαμαρτυρόμενος, για να υπηρετήσει τον τρελόν ετούτο.
Πέμπτος Εαυτός:
Όχι, εγώ θα ‘πρεπε, ο διανοούμενος εαυτός, ο εαυτός της κάθε φαντασίωσης, ο εαυτός της κάθε πείνας και δίψας, ο καταδικασμένος στην, χωρίς αναπαμό, περιπλάνηση, στο κυνηγητό άγνωρων πραγμάτων – κι αδημιούργητων πραγμάτων ακόμα’ εγώ θά ‘πρεπε κι όχι εσεις, να επαναστατήσω.
Έκτος Εαυτός:
Κι εγώ, ο δουλευτάρης εαυτός, ο αξιοδάκρυτος εαυτός του μόχθου που, με υπομονής χέρια και πολύπαθα μάτια, πλάθω τις μέρες σε εικόνες και δίνω στα ασχηματοποίητα στοιχεία καινούργιες κι αιώνιες μορφές – εγώ θα ‘πρεπε, ο απομοναχιασμένος, να ‘μαι ο επαναστάτης ενάντια στον πολυπράγμονα τρελόν ετούτο.

 

Έβδομος Εαυτός:
Πόσο παράξενο, να θέτε εσείς όλοι να επαναστατήσετε ενάντια στον άνθρωπο αυτόν, γιατί καθένας σας κι όλοι έχετε να εκπληρώσετε προδιαγραμμένο ρόλο. Αχ! και να μπορούσα να ‘μουν ένας σαν εσάς, ένας εαυτός με προκαθορισμένη κλήρα! Μα εγώ δεν έχω καμιά. Είμαι ο εαυτός που τίποτα δεν κάνει, κείνος που κάθεται στο αλάλητο, στο πουθενά και στο ουδέποτε, ενόσω εσείς είσαστε απασχολημένοι με την αναδημιουργία της ζωής.
Εσείς είσαστε ή εγώ, γείτονες, που θα ‘πρεπε να επαναστατήσω;
Όταν ο έβδομος εαυτός μίλησε έτσι, οι άλλοι έξη εαυτοί τον κοίταξαν με οίκτο μα, χωρίς να πουν τίποτα πια – και καθώς η νύχτα πύκνωνε – ο ένας μετά τον άλλο τράβηξαν για ύπνο τυλιγμένοι μέσα σε μια χαρούμενη εγκαρτέρηση.
Μα ο έβδομος εαυτός απόμεινε γρηγορώντας’ σ’ ενατενισμό του τίποτα που βρίσκεται πίσω από τα πράγματα, Ολα.»

http://www.thessalonikiartsandculture.gr/

 

 

-Ουώλτ Ουίτμαν, «Το τραγούδι του Εαυτού μου»

(απόσπασμα)

«Γιορτάζω τον εαυτό μου, και υμνώ τον εαυτό μου,

Και αυτό που σκέφτομαι θα σκεφτείς,

Γιατί κάθε μόριο που μου ανήκει, ανήκει και σε σένα.

 

Ραθυμώ και προσκαλώ την ψυχή μου,

Πλαγιάζω και ραθυμώ με την ησυχία μου παρατηρώντας μια λόγχη εαρινής χλόης.

 

Η γλώσσα μου, κάθε μόριο από το αίμα μου, φτιαγμένο από αυτό το χώμα, αυτόν τον αέρα,

Γεννημένος εδώ από γονείς γεννημένους εδώ από γονείς το ίδιο, και οι γονείς τους το ίδιο,

Εγώ, τώρα τριάντα-εφτά χρονών απόλυτα υγιής ξεκινώ,

Ελπίζοντας να μην σταματήσω μέχρι το θάνατο.

 

 

Θρησκείες και σχολεία εκκείμενα,

Αποσύρονται για λίγο, αρκούνται με αυτό που είναι, αλλά ποτέ δεν ξεχνιούνται,

Καταφεύγω για καλό ή κακό, αφήνω να φανερωθεί σε κάθε κίνδυνο,

Η φύση ανεμπόδιστη με αρχέγονη δύναμη.

 

2

 

Σπίτια και δωμάτια γεμάτα από αρώματα, τα ράφια είναι κατάμεστα από αρώματα,

Ανασαίνω την ευωδιά ο ίδιος και την ξέρω και μου αρέσει,

Και το απόσταγμα θα με μεθύσει, αλλά δεν θα το αφήσω.

 

Η ατμόσφαιρα δεν είναι άρωμα, δεν έχει τη γεύση από το απόσταγμα, είναι άοσμη,

Είναι για το στόμα μου για πάντα, είμαι ερωτευμένος μαζί της,

Θα πάω στην όχθη δίπλα στο δάσος και θα μείνω ανυπόκριτος και γυμνός,

Τρελαίνομαι να επικοινωνεί μαζί μου.

 

Ο αχινός της ίδιας της ανάσας μου,

Αντίλαλοι, ρυτιδώσεις, βόμβοι ψιθύρων, αγάπης αρχή, μεταξένια κλωστή, διχάλα και κλήμα,

Η αναπνοή μου και η έμπνευσή μου, ο παλμός της καρδιάς μου, ο πόρος του αίματος και του αέρα μέσα από τους πνεύμονές μου,

Η μυρωδιά πράσινων φύλλων και ξερών φύλλων, και της όχθης και των μαυρισμένων θαλασσόβραχων, και του άχυρου στο σιτοβολώνα,

Ο ήχος των εξακοντισμένων λέξεων της φωνής μου λευτερωμένος στους στρόβιλους του ανέμου,

Μερικά επιπόλαια φιλιά, μερικές αγκαλιές, απλωμένα ολόγυρα χέρια,

Το παιχνίδισμα αχτίνας και σκιάς στα δέντρα καθώς οι λυγεροί κλώνοι λικνίζονται,

Η ευχαρίστηση μονάχος ή μέσα στο συνωστισμό των δρόμων, ή στα χωράφια και στις βουνοπλαγιές,

Η αίσθηση της υγείας, ο τερετισμός το καταμεσήμερο, το τραγούδι μου όταν σηκώνομαι από το κερεβάτι και συναντώ τον ήλιο.

 

Έχεις λογαριάσει πολλά τα χίλια στρέμματα; Έχεις λογαριάσει πολλή τη γη;

Έχεις εξασκηθεί τόσο πολύ για να μάθεις να διαβάζεις;

Έχεις νιώσει τόσο λαμπρός για να βρεις το νόημα των ποιημάτων;

 

Σταμάτα αυτή τη μέρα και τη νύχτα μαζί μου και θα κατέχεις την αρχή όλων των ποιημάτων,

Θα κατέχεις το όφελος της γης και του ήλιου, (μένουν εκατομμύρια ήλιοι ακόμα),

Δεν θα δέχεσαι πια τα πράγματα από δεύτεροι ή τρίτο χέρι, ούτε θα βλέπεις μέσα από μάτια νεκρού, ούτε θα τρέφεσαι από φαντάσματα στα βιβλία,

Δεν θα βλέπεις ούτε μέσα από τα δικά μου μάτια, ούτε θα δέχεσαι τα πράγματα από μένα,

Θα ακούς όλες τις πλευρές και θα τις διηθίζεις ο ίδιος.»

 

(Από την Ποιητική Συλλογή του Ουώλτ Ουίτμαν «Το Τραγούδι του Εαυτού μου», Μετάφραση: Ζωή Ν. Νικολοπούλου, Πρόλογος: Κώστας Γεωργουσόπουλος, Εκδόσεις ΗΡΙΔΑΝΟΣ, 2006.)

 

 

 

 

 

 

 

Advertisements

Single Post Navigation

15 thoughts on “Πες το με ποίηση (186ο): «Εγώ – εαυτός»…

  1. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Με …τελείωσες με τις υπέροχες επιλογές σου σήμερα, τόσο στα ποιήματα όσο και στα τραγούδια, φίλτατε Γιάννη. Εξαιρετικά.

    *

    ΤΑ ΕΙΣ ΕΜΑΥΤΟΝ

    Τ’ αγαπημένα, τα ορθάνοιχτα χρόνια της ζωής μου,
    που τα σφαλήσανε στην άπνοια και την καταχνιά –
    ό,τι με στέρησαν, πού να τα ξαναβρώ;

    Προσπάθησα με τις αφαίρεσες ν’ αναπληρώσω
    αρμύρες, άστρα, δέντρα, πολιτείες`
    ήρθε και με συντρόφεψε η μελέτη`
    σκληρή κι αυτή, μου φώτισε το τί έχω χάσει.

    Προσπάθειες μάταιες, φτωχικές` πώς θ’ αναπλήρωνεν
    ο θάνατος τη ζωή, κ’ οι ξεραΐλες
    πλούσια χλωρίδα των καλών καιρών;
    Μην οι νεκροί αναστήσονται κ’ αινέσουσί σε;

    Κλείσθηκα και μονώθηκα με την αγάπη –
    τη βαθύρριζη αγάπη, την πολύ πιστή –
    κ’ ήταν πηγάδι αστέρευτο η ευφροσύνη,
    μ’ έγνοιες, με μέριμνες και με στοργές,
    σύνεργα που γεμίζανε τους αδειασμένους
    κι αμελημένους χώρους μιας άθλιας ψυχής

    Άλλα ήρθαν και τα κόψανε τα νήματα!
    Μου στρέβλωσαν την αρμονία και της αγάπης!
    Ούτε αυτήν δεν μου αφήκαν` μάταιες οι έγνοιες
    κούφιες οι μακρόσυρτες προσευχές!

    Και τάχα τώρα ποια πλέον προσμονή
    ή ποια στροφή θα μου αποδώση ό,τι αφαιρέθη;
    Και το άδικο που μούγινε, ποια μοίρα,
    το άδικο που είναι τόσο μυθικά μεγάλο,
    θα βγάλει κέλευσμα ναν το αστερώση,
    για ναν το βλέπουν οι μελλούμενοι στις νύχτες τους
    και ν΄ ανακράζουν:

    …Βλέπεις τούτα τ’ άστρα,
    μόλις θεατά, με τα στριμμένα σχήματα;..
    Είναι η σφραγίδα της δυστυχίας κάποιου Παπατζώνη,
    που τόσο υπόφερε, τότε που μάχονταν όλοι οι ανθρώποι,
    χρόνια κλεισμένος στον περίβολο της μάντρας του,
    χτυπημένος από βολίδα του κακού.
    Του Παπατζώνη, που έχασε τα ωραία του χρόνια`
    που ό,τι αγαπούσε του διαλύθηκε σαν υδρατμός,
    και στοίχειωσαν οι άδειοι χώροι γύρω του –
    οι άδειοι χώροι του σπιτιού και της ψυχής.

    Και θάρχεται κάτι λίγο σαν φθόνος
    στους αγρυπνούντες, τους ονειροπόλους,
    βλέποντας τ’ άστρα με τα στρεβλά σχήματα,
    γιατί δεν θα στοχάζωνται τι πυκνωμένο
    φαρμάκι κάθε αστέρι της εικόνας
    τόχει μορφώσει και τι φούντωμα ανταρσίας!

    Έτσι είναι αστόχαστες γενιές μελλούμενες
    και θέλγονται ν’ αποζητάνε πάθη
    που δεν τα ξέρουν πόσο είναι αβάσταχτα
    και σε Άτλαντες ακόμη και σε Μαρτύρους.

    Έτσι θαμπώνονται τα φτωχά βλέμματα
    με δυο χλωμές αχτίδες, δυο φωτερά
    στίγματα – αξιοδάκρυτη εισφορά στην πλησμονή
    του εράνου που προσφέρνει το βαρύ
    στερέωμα.

    Όμως εμένα, όλος τούτος ο όγκος
    ενού άστοργου στερεώματος γνώριμος είναι
    στα στήθια μου, που τα συμπίεσε και τα σύνθλιψε
    σ’ όλο το μάκρος του πικρού μου αιώνα
    κατά τα χρόνια που έχασα
    και δεν θα μεταβρώ

    ΤΑΚΗΣ ΠΑΠΑΤΣΩΝΗΣ

  2. Καλησπέρα φίλοι
    Γουώλτ Γουίτμαν
    από το Τραγούδι του Εαυτού μου Song of Myself

    Ένας Ταξιδευτής σκέψεων και χρόνων—ειρήνης και πολέμων,
    Νεότητας από καιρό εξοδεμένης, και μέσης ηλικίας που ξεπέφτει,
    (Όπως ο πρώτος τόμος μιας ιστορίας που μελετήθηκε κι αφέθηκε στην άκρη, και αυτός εδώ ο δεύτερος,
    Τραγούδια, αποκοτιές, καιροσκοπίες, που πάνε για να κλείσουν,)
    Αργοπορώντας μια στιγμή, εδώ και τώρα, σ’ Εσένα αγνάντια Εγώ γυρίζω,
    Όπως στο δρόμο, ή σε μια πόρτα κουφωτή, τυχόν, ή παραθύρι ανοιχτό,
    Στέκοντας, χαμηλώνοντας, γυμνώνοντας την κεφαλή μου, ειδικά Εσένα χαιρετώ,
    Να σύρω και να σφίξω την Ψυχή σου, για μια φορά, αδιάρρηκτα με τη δική μου,
    Κι έπειτα να ταξιδέψω, να ταξιδέψω εμπρός.

    Ω Εαυτέ μου! Ω Ζωή!
    Ω εαυτέ μου! ω ζωή!… των ερωτημάτων αυτών που επαναλαμβάνονται•
    Των ατελείωτων τρένων των απίστων— πόλεων έμπλεων με τους ανόητους•
    Του εαυτού μου αδιάκοπα που μέμφεται τον εαυτό μου, (καθώς ποιός περισσότερο ανόητος από εμένα, και ποιός περισσότερο άπιστος;)
    Ματιών που μάταια ποθούν το φως— των επονείδιστων στόχων—του αγώνα που αέναα ξαναρχίζει,
    Των φτωχών εκβάσεων των πάντων— των βραδυκίνητων και ρυπαρών όχλων που βλέπω γύρω μου•
    Των αδειανών και άχρηστων χρόνων της αδράνειας— με τον αδρανή εμένα συνυφασμένων,
    Το ερώτημα, ω εαυτέ μου! τόσο λυπητερό, επανέρχεται—Τί το καλό μέσα σε αυτά, ω εαυτέ μου, ω ζωή;

    Απάντηση.
    Ότι είσαι εδώ—ότι ζωή υπάρχει, και ταυτότητα•
    Ότι το παντοδύναμο παιχνίδι συνεχίζεται, και συ μπορείς να συνεισφέρεις μια στροφή.

  3. Ο ΘΛΙΜΜΈΝΟΣ ΜΟΥ ΕΑΥΤΌΣ
    Κάποιες φορές όταν τα μάτια μου είναι κόκκινα
    αναβαίνω στην κορυφή του κτιρίου της Αρ Σι Έι
    και ατενίζω τον κόσμο μου, το Μανχάτταν –
    τα κτίρια μου, τους δρόμους που έκανα τα κατορθώματά μου,
    τις σοφίτες, τα κρεβάτια, τα φτηνιάρικα διαμερίσματα
    – αποκάτω στην Πέμπτη λεωφόρο που κι αυτή την έχω στο μυαλό μου,
    τα αυτοκίνητα της σαν μυρμήγκια, μικρά κίτρινα ταξί, άνθρωποι
    που περπατούν στο μέγεθος μάλλινων ψηγμάτων –
    Πανόραμα των γεφυρών, ξημέρωμα πάνω από τη μηχανή του Μπρούκλυν,
    ο ήλιος δύει στο Νιου Τζέρσεϊ που γεννήθηκα
    και στο Πάτερσον που έπαιξα με τα μυρμήγκια –
    οι κατοπινοί μου έρωτες στην 15η οδό,
    οι πιο μεγάλοι μου έρωτες στο Λόουερ Ηστ Σάιντ,
    τα κάποτε υπέροχα αμόρε μου στο Μπρονξ
    πέρα μακριά –
    πορείες που διασταυρώνονται σ’ ετούτους τους κρυμμένους δρόμους,
    η ιστορία μου ολόκληρη, οι απουσίες και οι
    εκστάσεις μου στο Χάρλεμ –
    – ο ήλιος λάμπει πάνω από κάθε τι που εξουσιάζω
    μ’ ένα κλείσιμο του ματιού στον ορίζοντα
    μέσα στην έσχατη μου αιωνιότητα –
    το ζήτημα είναι άπιαστο.
    Θλιμμένος,
    παίρνω το ασανσέρ και κατεβαίνω,
    συλλογισμένος,
    και περπατώ στα πεζοδρόμια καρφώνοντας τα μάτια σ’ όλων των ανθρώπων
    τις τζαμαρίες, τα πρόσωπα,
    κι ύστερα αναρωτιέμαι ποιος νιώθει αγάπη,
    και σταματώ, θολωμένος
    μπροστά σε μια βιτρίνα αυτοκινήτων
    και στέκομαι χαμένος μέσα σε χαλαρές σκέψεις,
    με την κίνηση να πηγαίνει πάνω και κάτω στα τετράγωνα της 5ης λεωφόρου
    πίσω μου
    προσμένοντας για μια στιγμή όταν …
    Είναι ώρα να γυρίσω στο σπίτι και να φτιάξω βραδινό και να ακούσω
    τα ρομαντικά νέα του πολέμου στο ραδιόφωνο
    … κάθε κίνηση παύει
    και περπατώ μέσα στην άχρονη θλίψη της ύπαρξης,
    η τρυφερότητα ξεχύνεται μέσα από τα κτίρια,
    τα ακροδάχτυλά μου αγγίζουν το πρόσωπο της πραγματικότητας,
    το πρόσωπο το δικό μου το γραμμωμένο από δάκρυα στον καθρέφτη
    κάποιου παραθύρου – το σούρουπο –
    όταν δεν νιώθω καμιά επιθυμία –
    για καραμέλες – ή να αποκτήσω φουστάνια ή Γιαπωνέζικα
    αμπαζούρ της διανόησης –
    Σαστισμένος με το θέαμα γύρω μου,
    άντρες να αγκομαχούν στο δρόμο
    με δέματα, εφημερίδες,
    γραβάτες, όμορφα κοστούμια
    σύμφωνα με το γούστο τους
    άντρες, γυναίκες, που ξεχύνονται πάνω στα πεζοδρόμια
    κόκκινα φώτα που ρυθμίζουν ρολόγια βιαστικά και
    ελεγχόμενες κινήσεις –
    Και όλοι ετούτοι οι δρόμοι να οδηγούν
    τόσο διαγώνια, γεμάτοι κόρνες, εκτεταμένα,
    μέσα από λεωφόρους
    στοιχειωμένες από ψηλά κτίρια ή πηγμένες στη βρώμα
    των φτωχικών συνοικιών
    μέσα από τόση μπλοκαρισμένη κίνηση
    αυτοκίνητα και μηχανές να ουρλιάζουν
    με τόσο πόνο σ’ αυτήν την
    εξοχή, σ’ αυτό το νεκροταφείο
    στην γαλήνη
    του νεκροκρέβατου ή του βουνού
    που κάποτε αντίκρισα
    ποτέ δεν ξαναβρήκα ή επιθύμησα
    να έρθει στο μυαλό μου
    όπου ολόκληρο το Μανχάτταν που είδα πρέπει να εξαφανιστεί.
    Άλλεν Γκίνσμπεργκ

  4. Παντα εκτακτος φιλαρακι ΦΥΛΑΚΗ
    Εγω
    το πιο ισχυρο ναρκωτικο
    σε θεα κοινη
    μελισσες σφηκες τρυπουν τα μελη μου
    δεν κανω λαθος
    αποκοιμιζω
    οτι μεσα μου ζητα καταφυγη

    τ αλογο αφηνιαζει στο χειλος του γκρεμου
    ετοιμο να δωσει μια στο χαος
    σ αυτο που ειναι και δεν ειναι
    το ψευτικο ξερναει
    σπερμα της αβυσσου

    ομηρος της μορφης
    κατι αλλο αναζητω

    την τεχνικη μου κατακτω
    ποτε την τεχνη

    αγριο βουνισιο οραμα
    σε μια στιγμη
    αστραφτει τ ασυλληπτο

    ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ ΓΙΩΡΓΟΣ

    • Σ’ ευχαριστώ πολύ, καλό μου φιλαράκι!
      Ιδιαίτερα που μας παρέθεσες αυτό το ωραίο ποίημα, του καλ΄ού μας φίλου ποιητή, Γ. Τριανταφύλλου!!!

  5. Τι να πω κι…Εγώ,
    μετά από τόσα λόγια μεγάλων ανδρών;
    Απλά απολαμβάνω! Καλή Κυριακή ✿

  6. Ciao Petra!!!!… Grazie mille!!!… Καλή Κυριακή επίσης!!!

    -«Ποίηση, μια διαρκής επανάσταση υπάρξεως, εκείνος ο εαυτός που δεν κοιμάται ποτέ»
    (Γ. Σαραντάρη)

  7. Ciao, Aggeliki kai Grigori!!!!… Σας ευχαριστώ πολύ!…. Καλή Κυριακή!!!!

    -Νίκος Καρούζος, [Εκμηδένιση του ΕΓΩ]

    «Σύντροφοι, θα κατεδαφίσουμε ποτέ την ανθρώπινη δυστυχία; Χρωστούμε την πάλη, βεβαίως. Αύριο περιμένω να συνταχτούμε χαρούμενοι, για να γλιτώσουμε τη διαλεχτική της επαναστατικής αιθρίας απ’ τις ανούσιες θεωρητικές συζητήσεις. Κάθε καλό στην οργή του λαού κι ας αναπνέουμε οράματα, είμαστε γι αυτό ακριβώς οι καλύτεροι της Ιστορίας.
    Εργάσου τώρα στου “ΕΓΩ” την εκμηδένιση
    κραυγάζοντας “κάτω οι παρασημάδες”
    εμείς μπορούμε να δώσουμε τη ζωή μας σ’ ένα
    συλλαλητήριο
    εσείς τι μπορείτε;»
    (απόσπασμα από το ποίημα «Σωρείτης»)

    -«…-Τι πονεμένη,Θε μου, αναλγησία!

    Εδώ κηδεύεις τον εαυτό σου σε κομμάτια,
    Και άδακρυς
    Εσύ κεντάς μεταφορές, σαν τους ποιητές;
    Σαν τους ποιητές.
    Που με χαρτί για σάβανο
    Κηδεύουνε
    Σε κάθε λέξη έναν απόμακρο εαυτό.
    Έναν ξένο.»
    (Αντώνης Φωστιέρης, από το ποίημα «Κυναίγειρος»)

    -Αργύρης Χιόνης, [Ο εαυτός σου]

    «Είπες βαθιά θα σκάψεις μες στον εαυτό σου
    Να τον γνωρίσεις να τον καταχτήσεις ίσως
    Μα τι νόμισες πως είναι ο εαυτός σου ορυχείο
    Στοές ν’ ανοίγεις και να αναζητάς
    Φλέβες χρυσάφι φλέβες κάρβουνο
    Ή μήπως νόμισες πως είναι χώρος αρχαιολογικός
    Που κρύβει μέσα του στρώματα στρώματα
    Πολιτισμούς χαμένους
    Ένα κομμάτι πονεμένη σάρκα είσαι
    Κι όσο κι αν σκάψεις μέσα σου δε θα ’βρεις
    Παρά αίμα σκοτωμένο κι αίμα ζωντανό
    Και τρόμο για το σκοτωμένο αίμα»

    -Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ, «Ο μικρός μου εαυτός»

    «Ήρθα μόνος
    στο δρόμο της πίστης μου.
    Αλλά ποιος είναι αυτός ο εαυτός μου μέσα στο σκοτάδι;
    Παραμέρισα για να αποφύγω την παρουσία του,
    αλλά δεν του ξέφυγα.
    Κάνει τη σκόνη να σηκώνεται από τη γη με το σίγουρο βάδισμά του.
    Προσθέτει τη δυνατή του φωνή σε κάθε λέξη που προφέρω.
    Είναι ο μικρός μου εαυτός,
    ο αφέντης μου
    που δε γνωρίζει ντροπή.
    Αλλά εγώ ντρέπομαι να περάσω την πόρτα σου με τη συντροφιά του.»
    http://www.musicheaven.gr/

    -Τζάκομο Λεοπάρντι, «Εις εαυτόν»

    «Τώρα θ’ αναπαυθείς παντοτινά
    Καρδιά μου κουρασμένη.
    Έσβησε η πλάνη μου η στερνή
    Που τη θαρρούσα αιώνια.
    Έσβησε. Νιώθω καθαρά
    Μέσα μου των ωραίων πλανών
    Η ελπίδα μα κι ο πόθος να ’χει σβήσει.
    Στάσου για πάντα. Φτάνει πια,
    Το τόσο καρδιοχτύπι
    Τίποτα δε φελάν τόσοι παλμοί,
    Κι ούτ’ ένα στεναγμό μας
    Άξιζ’ η γη. Μια πίκρα κι ανοστιά
    Είν’ η ζωή. Μοναχά αυτό,
    Κι ο κόσμος βόρβορος σωστός.
    Γαλήνεψε τώρα. Απελπίσου
    Για μια φορά υστερινή. Στη γενιά μας η μοίρα
    Τη θανή μάς χαρίζει. Κι ωμή καταφρόνια
    Η πλάση σού δείχνει, η δύναμη η άγρια
    Που κρυφή το χαμό μας προστάζει,
    Και το άδειο και μάταιο των πάντων.»
    (https://greekpoems.wordpress.com/)

    -ΑΡΙΣΤΕΑ ΠΑΠΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ, «ΕΙΣ ΕΑΥΤΟΝ»

    «Το αίσθημα προπάντων
    υψηλό
    Δεν λέω, πέρασαν στιγμές
    που ευθύς σας χλόμιασαν
    Αρίστη
    Άφησε η χλομάδα σας
    κενό στην πρώτη θέση
    Το τρένο όμως κι αν πέρασε
    και πάλι θα περάσει
    Όχι, δεν έρχεται για σας
    απλώς το συνηθίζει
    Όποιος σταθεί στο στέγαστρο
    ίσως
    μες στη ζωή του κλειδωθεί
    —λίγων δεκάδων χιλιομέτρων
    ασφυξία—
    Έως εκεί
    των βιωμένων σας στιγμών
    η απεραντοσύνη
    Όλα της γης τα πλάσματα
    τόσο εν δυνάμει ελεύθερα
    Ελεύθερη κι εσείς
    και δεν επείγεσθε διά της γραφής
    να διαιτάσθε
    Απ’ τα άγραφα στιχάκια σας
    ούτε η ζωή σας σώζεται
    ούτε ο θάνατός σας.
    Το αίσθημα προπάντων
    υψηλό
    κι αυτό το ποίημα ατέλειωτο
    κι αυτό δικό σας.»
    (Αριστέα Παπαλεξάνδρου, «Μας προσπερνά», Κέδρος)

    -Γ. Σουρής, «ΕΙΣ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟΝ ΜΟΥ»

    Έλα, εαυτέ μου, μια φορά και συ
    ώμορφη να εύρης τούτη μας τη σφαίρα·
    κόσμοι εμπροστά σου ας φανούν χρυσοί,
    και αυτή τη νύκτα βλέπε για ημέρα.

    Δες και συ τον κόσμο μια φορά καλό,
    μες ‘στη μαύρη λύπη σκόρπισε χαρά,
    ήσυχο εμπρός σου κύτταξε γιαλό,
    άνοιξι, λουλούδια, κι’ όχι συμφορά.

    Τους πενθίμους στίχους ξέσχισε και κάψε,
    άρχισε να πίνης κι’ όλο να γελάς,
    πετακτά τραγούδια και αλέγρα γράψε,
    πες και συ πως πάει πρίμα η Ελλάς.

    Μ’ ευτυχίαις όλων μάγευε τ’ αυτιά …
    μη, καϋμένε, ήσαι τόσο σιχαμένος!
    φθάνει κι’ η μουρμούρα κι’ η τσαναμπετιά,
    πέρασε μια ώρα ευχαριστημένος.

    Πότε τέλος πάντων θε να ξεθυμάνης;
    πότε πια τη γρίνια θα την βαρεθής;
    την ψυχρή σου γλώσσα πότε θα ζεστάνης;…
    Φα την επί τέλους, πριν να φαγωθής.
    (http://www.hellenicaworld.com/Greece/Literature/GeorgiosSouris/gr/Poiimata2.html)

  8. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Χαίρομαι με όλα τα …ευρήματα των ανασκαφών!

    1. ΟΙ ΠΑΛΑΙΟΙ ΜΟΥ ΕΑΥΤΟΙ

    Πού πήγαν όλοι, πού χάθηκαν;
    Αυτός που κάποτε ήθελε να αλλάξει τον κόσμο,
    το παιδί που μικρό ήσυχο δεν καθόταν,
    ο άλλος μετά, του έρωτα ο έφηβος ο πληγωμένος,
    ο ατίθασος του στρατού ο σκληρός ο ατρόμητος,
    των δρόμων ο φλογερός οδοιπόρος ακόμη,
    πού πήγαν, πού χάθηκαν;

    Ένας άνεμος τους φύσηξε, τους τύλιξε.

    Κι εκείνος που φοβήθηκε, μένοντας μόνος, την αϋπνία,
    ορίστε, να τος, γυρνά τώρα στους δρόμους
    κρατώντας στα χέρια μήλα και σόμπες.

    Γιώργος Μαρκόπουλος, Κρυφός κυνηγός, 2010

    ***

    2. ΕΓΩ

    Σκλαβιά δεν αντέχω –
    Είμαι πάντα εγώ.
    Αν κάτι λαχταρά να με λυγίσει,
    Ας σπάσω καλύτερα.

    Μα αν έρθει μοίρα σκληρή
    Ή η ανθρώπινη βία –
    Εδώ, έτσι είμαι κι έτσι θα μείνω΄
    Έτσι θα μείνω, μέχρι να έχω δύναμη.

    Γι’ αυτό και είμαι πάντα μόνο ένα:
    Είμαι πάντα εγώ.
    Αν ανεβαίνω , ανεβαίνω ψηλά.
    Αν πέφτω, πέφτω τελείως.

    Ingeborg Bachmann, Μετ : Γιώργος Καρτάκης

    ***

    3. ΕΓΩ

    μη με κοιτάτε έτσι χλωμό
    καλοντυμένο
    με τρόπους άνετους και με κινήσεις
    από το σπίτι στο γραφείο
    απ’ το γραφείο στο σπίτι
    σε μάταιο κύκλο ερμητικά κλεισμένο

    μη με κοιτάτε έτσι δειλό
    με το σημάδι του γραφιά στο δάχτυλο
    με τον μισθό στην πρώτη και στις δεκαπέντε
    ανίδεο
    ή με τη γνώση υποταγμένη

    εγώ
    κρύβω στα μάτια μου οράματα που οδηγούν
    σε τόπους και καιρούς που θάρθουν

    εγώ
    μπορώ με μια φωνή
    να πλημμυρίσω τις πλατείες
    τους δρόμους με σημαίες και λάβαρα
    με μια βουή ασυγκράτητη που καταλύει τα πάντα

    η φαντασία μου εξουσιάζει τη ζωή σας

    ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ, Αναρχικά

    Τον εαυτό του παιδί –Μάριος Φραγκούλης

    4. ΤΟ ΕΜΕΙΣ ΚΑΙ ΤΟ ΕΓΩ

    Να ‘σαι με το «εμείς» αλλ’ όμως πρόσεξε
    από το ψεύτικο αγοραίο «εμείς» προτίμησε
    ένα αληθινό προκλητικό «εγώ». Μη ζητιανεύεις
    τη συγκατάθεσή τους∙ άρπαξε
    αυτό που είναι δικό σου κι όσοι έχουν
    μάτια κι αυτιά και νου θα εννοήσουν.

    Να ‘σαι με το «εμείς» αλλ’ όμως πρόσεξε
    μέσα στα τόσα σκουριασμένα «εμείς», αδίσταχτα
    δείξε το αστραφτερό σου «εγώ». Μην περιμένεις
    τη συγκατάθεσή τους∙ το γνωρίζεις
    (εδώ και τρεις χιλιάδες χρόνια το γνωρίζεις) ότι τίποτε
    να δώσουν δεν μπορούν όσοι δεν έχουν.

    1980 Γιάννης Υφαντής, Ποιήματα Κεντήματα στο Δέρμα του Διαβόλου 1988

    ***

    5. ΤΟ ΕΓΩ – ΤΟ ΕΣΥ

    Αν σε γυρεύω, σ’ έχω ανάγκη.
    Είσαι αυτό που μου λείπει.

    Το πιο ακριβό, το πιο θανάσιμο.

    Το μισό μου στήθος, το μισό μου πρόσωπο,
    Η μια αδειανή πλευρά μου, η μια φτερούγα μου,

    Η ανοιχτή πληγή μου, η σάρκα μου η λειψή.

    Μ΄ έκοψαν, με χώρισαν στα δυο,
    Το εγώ – το εσύ, μοίρασαν το αίμα
    Από τη ρίζα μου, από τη γέννησή μου.

    Δεν μπορώ να ζήσω ή να πεθάνω
    Μισό κορμί, μισό κομμένο όνειρο.

    Γυρεύω τ’ άλλο στήθος, τ’ άλλο πρόσωπο.

    Δεν θέλω να κερδίσω την ψυχή μου,
    Να χάσω την ψυχή μου, να τη σώσω,
    Παίζοντας την ψυχή μου: άσπρο ή μαύρο,
    Παίζοντας την ψυχή μου για την ψυχή σου.

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΜΕΛΗΣ, Το δίχτυ των ψυχών (1965

    ***

    6. ΕΠΙΚΑΤΑΡΑΤΟΣ ΕΝ ΓΗ ΑΛΜΥΡΑ

    Το “ως σεαυτόν” δεν ήτανε για μένα
    Αγάπησα τους άλλους δίχως ν’ αγαπάω τον εαυτό μου
    Χωρίς αγάπη του εαυτού μου
    δεν ήμουν ούτε εγώ ούτε
    άλλος ανάμεσα στους άλλους.

    Δεν ήμουν τίποτε μέσα στην τρικυμία της σάρκας μου
    στα σαλεμένα λόγια μου και στ’ αναφιλητά του νου μου
    μα έπασχα στα δράματα των άλλων
    εγώ ο χαμένος πάντα στα αδιέξοδά τους
    εγώ των αποχωρισμών τους ο εγκαταλειμμένος
    ο παραμιλητός του πυρετού τους
    Κι όλα αυτά έτσι
    για ένα ήθος δηλαδή για μια ιδεολογία

    Δεν ήταν ήθος ύβρις ήταν. Και δεν το ‘ βλεπες
    αργεί αλλά σε βρίσκει το κακό
    άξαφνα όλα γυρνούν τ’ απάνω κάτω
    πατάς τους όρκους σου και πράττεις τ΄ αντίθετα απ’ την
    πίστη σου και μένεις
    στην ερημιά της πτώσης σου
    να δέρνεσαι και να χαλιέσαι.

    Άν άντεξα τη ζωή μου ως εδώ δεν ήτανε για μένα
    Και τώρα ποιος ο αμητός;
    Ω βλέμματα, ω φωνές, ω αγγίγματα που με λιχνίσατε
    στ΄ αλώνια της αλαζονείας και της ταπείνωσης
    κρατήστε τον καρπό αλλά δώστε μου πίσω το άγανο
    το άγανο που τ’ αφήσατε του ανέμου
    και χάθηκε χρυσίζοντας
    προς τον βαθύψηλο ουρανό.

    ΒΥΡΩΝ ΛΕΟΝΤΑΡΗΣ

    Ο άλλος μου εαυτός, Γιώργος Νταλάρας – Χαρούλα Αλεξίου

    7. ΕΓΩΚΕΝΤΡΙΣΜΟΣ

    Τελειώνω εκεί που αρχίζω,
    υψώνομαι για να φτάσω την ταπείνωση.

    Είμαι γεμάτος από τον εαυτό μου,
    φλεγόμενη βάτος με καίει η φωτιά μου.

    Προσφέρω τα δώρα του εαυτού μου
    στ’ αδιάφορο βλέμμα μου,
    παρακαλώ τον ειρωνικόν εαυτό μου,
    ομιλώ για να τρώγω τα λόγια μου.

    Καπνός θυμιάματος καιομένη ουσία
    του σώματος η σκληρή παρουσία,
    η πλούσια σε προσφορές ύλη
    στην εικόνα του άυλου εαυτού.

    ΖΩΗ ΚΑΡΕΛΛΗ, Πορεία (1940)

    ***

    8. Η ΔΙΗΓΗΣΗ ΤΟΥ ΕΓΩ
    (Απόπειρα αυτογραφίας)
    Πρόλογος

    Απόψε μου μαράθηκε το στόμα
    την ώρα που έπλεα λάμνοντας μες στους ύπνους
    κλειδωμένη στο σαρκοφάγο φόβο.

    Τα άμοιρα τα χείλια μου
    τα πετσόκοψε το κοφτερό σκοτάδι,
    τριφτήκανε κι ανοίξανε
    σαν κάτι παλιές βελούδινες κουρτίνες.

    Κατάλαβα ότι λίγο λίγο έλιωνε η πολύτιμη σάρκα τους
    και τέλειωνε εδώ η περιπέτειά τους.

    Το πρωί ίσως τίποτα να μη φαίνεται
    από το θάνατό τους,
    όμως εγώ θα ξέρω πως μόλις διάβηκαν
    τα δυο σφιχτά αγκαλιασμένα
    το τελευταίο σύδεντρο μιας πορφυρής ζωής
    αφήνοντας κληρονομιά στ’ αγέννητα μωρά
    κείνη τη μοναδική της υγρασίας λάμψη.

    ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ-ΡΟΥΚ

    ***

    9. ΑΥΤΟΣΧΕΔΙΑ ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

    Ο εαυτός μου, αυτός ο άγνωστος
    αυτός που κολυμπάει σε μυστήρια νερά
    σκαρφαλώνει, κατρακυλάει και ματώνει .

    Έχασε ακόμη μια χαρά
    τις επιτυχίες του πια δεν απολαμβάνει
    τις κακές στιγμές του μόνο αναλύει,
    ξέχασε τις γλυκές αναμνήσεις
    και σχέδια για το μέλλον
    έχει καιρό να κάνει.

    Ξαφνικά βελούδο άγγιξε
    και μάντεψε τ’ αγκάθια από κάτω.
    Ήταν σα να ‘ξερε
    πως κι η αφή μπορεί να ‘ναι απατηλή
    ενώ η νύχτα πιο συχνά
    ένα κλέφτη τώρα κρύβει
    παρά ηδονικά μυστήρια.

    Αλλά, να, που μια στάλα ευλογίας
    σα να στάζει στην ψυχή:
    βρήκε ο εαυτός μου
    μια καινούρια δεξιοτεχνία
    την προφητεία
    κι ας προλέγει μόνο το τέλος

    Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ, περ. Νέο Επίπεδο, τεύχ. 1, Μάιος 2012

    ***

    10. [ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΕΓΩ ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΑΚΟΥΕΙ]

    Δεν είμαι εγώ αυτός που ακούει
    τούτη την ασθμαίνουσα βροχόπτωση να διασχίζει τις φλέβες μου.

    Δεν είμαι εγώ αυτός που σέρνει τη γλώσσα του στα χείλη
    να νιώσει το στόμα του μπουκωμένο με άμμο.

    Δεν είμαι εγώ αυτός που περιμένει,
    μπερδεμένος στα νεύρα του,
    να του προσφέρουν οι ώρες του ύπνου την ανακούφιση,
    ούτε κι αυτός που θά ’χει τα χέρια μου
    από γύψο μαινόμενο
    και θα κοιτάζει τους άγονους τοίχους
    στα κόκκαλά μου ανάμεσα.

    Δεν είμαι εγώ αυτός που γράφει τ’ απορφανισμένα
    ετούτα λόγια.

    OLIVERIO GIRONDO, Μετ: Γιώργος Κεντρωτής.

    Εαυτούληδες, Τσακνής

    11. ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ

    Εγώ είμαι λοιπόν ο μικρός, ο ασήμαντος.
    Το παιδί που ξυπόλυτο, με βρεγμένα πόδια,
    βουλιαγμένα στην άμμο, του μιλούσες
    και σου μιλούσε. Όμως, εσύ, ήξερες
    πράγματα περισσότερα, επειδή
    ήσουν παρούσα στον κόσμο από πάντοτε.

    Και μου μιλούσες για την Αργώ,
    Το σεληνόφως που χρύσωνε τα μαλλιά
    του Οδυσσέα, τον μέγιστο στόλο σου
    (όλων των ειδών τα σκαριά που ελλιμένισες
    στο βυθό σου) κι ακόμη για το άπειρο
    όπου ανακύκλωνες το μεγαλείο σου,
    θάλασσα , κι άλλα πολλά. Ενώ εγώ
    σου απαντούσα με το ίδιο χαμόγελο
    που μιλούσα στο γύρω μου πολύμορφο
    θαύμα, που λέγεται Κόσμος. Λόγον
    άλλο πληρέστερο να μιλώ
    με το θείο σύμπαν δεν είχα.

    NIKHΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

    ***

    12. ΕΝΩΠΙΟΣ ΕΝΩΠΙΩ

    Δεν ξέρω αν μου μένει καιρός να τιμωρήσω το φίδι,
    Αυτό μου το Εγώ.

    Εαυτέ μου,
    ο χρόνος κατέβασεν ήδη του ειδώλου σου
    την αυταπάτη απ’ το σύμπαν. Παράγινε
    η μέρα σου γκρίζα. Ώρα πια να πηγαίνουμε
    στο βουνό να λογαριαστούμε.

    Δεν ξέρω,
    Το ρολόι μου πάει ακατάστατα και δεν ξέρω
    αν μας μένει καιρός. Μην κοιτάς από δω κι από κει,
    μη γυρνάς το κεφάλι σου πίσω. Το δράμα του κόσμου
    είναι ο καθρέφτης σου. Κοιτάξου να ιδείς:
    Είσαι ρακένδυτος. Τράβα εμπρός!

    NIKHΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

    ***

    13. ΕΙΧΑ

    Εἶχα ἕνα ἐγώ πού τό χρησιμοποίησα πολύ,
    εἶχα μιά νιότη πού ἔφτιαχνε χρώματα ἀπό τό τίποτα,
    εἶχα μιά ἀγάπη πού τραγούδαγε στά πληγωμένα ζῶα,
    μιά πίστη πού περιέκλεινε καί τίς πέτρες ἀκόμη
    μέσα στ’ ἅγια τῶν ἁγίων της. Τώρα, ὄχι πώς ἔχασα
    τά πράγματά μου καθώς βάδιζα, ἀλλά
    θά διπλώθηκαν μέσα μου κάπου, βαθιά
    περιμένοντας ἴσως τη σάλπιγγα
    τῆς ἀνάστασης.

    Κ’ ἡ Ἑλλάδα,
    τώρα, σάν ἕνα μακρινό φεγγάρι ἁπό κιμωλία,
    φέγγει, ἀμυδρά, στῆς μνήμης τό διάστημα.

    ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

    Χρήστος Θηβαίος-Ποιός εαυτός μου

    14. ΦΥΣΙΚΟΣ ΕΑΥΤΟΣ

    Δεν υπήρχε ο φυσικός μας εαυτός.
    Μόνον αυτός στον οποίο μας είχες διαστρέψει.
    Στο περιβάλλον μας αντηχούσε τεχνητό
    Το μαύρο στις άκρες του στόματος γέλιο.

    Το διατηρημένο στο διαφανές
    Δωμάτιο ύφος μας
    Εννοούσε το θάνατο.

    Ενώ το άνθος του κόρου
    Μεγάλωνε σαν ορχεοειδές
    Μερικές περίεργες λεπτομέρειες
    Ρευστά βλέμματα περνούσαν
    Από τα μάτια μας.
    Αστραφτερής φθοράς.

    Πήγαινε πια πολύ μακριά η νύχτα
    Καθώς συνέχεια δραπετεύαμε από το φως
    Προς το δικό μας αδιαπέραστο καιρό.
    Τον όσο το δυνατόν περισσότερο νεκρό εαυτό μας.

    ΝΑΝΑ ΗΣΑΪΑ

    ***

    15. ΕΓΩ

    Ήταν ένα δωμάτιο
    Ήταν ένα παράθυρο
    Η πράσινη μέθη των δέντρων
    Στη θέα της πιο σκοτεινής στιγμής
    Ήταν τότε που έφυγες.
    Εσύ αγαπημένο μου εγώ.

    Το φωτεινό σου φόρεμα μόλις περνούσε πλάι
    Από τον πράσινο κυματισμό του ανέμου
    Και τώρα συνέχεια χάνεσαι από τη μνήμη.
    Ποιος θα σε σταματήσει ποτέ;
    Ή θα σου μιλήσει;

    Σ’ εσένα το μεταμφιεσμένο ίσκιο
    Ενός για πάντα χαμένου εγώ
    Στο σκοτεινό λάθος
    Ενός δάσους.

    NANA ΗΣΑΐΑ

    ***

    16. ΑΡΧΙΖΩ ΝΑ ΓΝΩΡΙΖΩ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΟΥ. ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΩ…

    Αρχίζω να γνωρίζω τον εαυτό μου. Δεν υπάρχω.
    Είμαι το διάστημα ανάμεσα σ’ αυτό που θέλω να είμαι κι εκείνο που οι άλλοι με έκαναν,
    Ή η μέση αυτού του διαστήματος, γιατί υπάρχει επίσης ζωή.
    Είμαι αυτό, τελικά.
    Σβήσε το φως, κλείσε την πόρτα και άσε να κάνουν θόρυβο οι παντόφλες στο διάδρομο.
    Είμαι μόνος στο δωμάτιο με την απέραντη ηρεμία του εαυτού μου.
    Είναι ένα σύμπαν φτηνό.

    Φερνάντο Πεσσόα (Άλβαρο ντε Κάμπος) Μετ: Γιάννης Σουλιώτης

    ***

    17. ΩΔΕΣ ΚΑΙ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

    Nα θέλεις λίγα: θα τα έχεις όλα.
    Τίποτε να μη θέλεις: θα είσαι ελεύθερος.
    O ίδιος ο έρωτας που νιώθουν
    Για μας, μας απαιτεί, μας καταπιέζει.
    Για να είσαι μεγάλος, να είσαι ακέραιος: Tίποτε
    Δικό σου να μην υπερβάλλεις ή να μη διαγράφεις.
    Nα είσαι όλα σε κάθε πράγμα. Nα βάζεις όσα είσαι
    Kαι στο ελάχιστο που κάνεις.
    Eτσι σε κάθε λίμνη ολόκληρη η σελήνη
    Λάμπει, γιατί ζει ψηλά.

    Αναρίθμητοι ζουν μέσα μας,
    Αν σκέφτομαι ή αν νιώθω, αγνοώ
    Ποιος μέσα μου σκέφτεται ή νιώθει.
    Είμαι μονάχα ο τόπος
    Όπου νιώθουν ή σκέφτονται.
    Eχω περισσότερες από μια ψυχές.
    Yπάρχουν περισσότερα εγώ απ’ το ίδιο το εγώ μου.
    Yπάρχω ωστόσο
    Αδιάφορος για όλους,
    Τους κάνω να σιωπούν: εγώ μιλάω.

    Οι διασταυρωμένες παρορμήσεις
    Όσων νιώθω ή δεν νιώθω
    Πολεμούν μες σ’ αυτόν που είμαι.
    Τις αγνοώ. Τίποτε δεν υπαγορεύουν
    Σ’ αυτόν που γνωρίζω ότι είμαι: εγώ γράφω.

    Φερνάντο Πεσόα (Aπόσπασμα) Μετ. Ανδρέας Παγουλάτος

    Βασίλης Παπακωνσταντίνου – Εγώ είμαι εγώ

    18. Η ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΤΟΥ ΝΑ ΕΙΣΑΙ Ο ΕΑΥΤΟΣ ΣΟΥ (ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΚΑΦΚΑ)

    Εάν μπορούσες να γίνεις ένας ιππέας
    που μέσα σε ανέμους και βροχές ιππεύει χωρίς σέλα
    ένα διάφανο άλογο
    μόνιμα ραπισμένο
    από την ταχύτητα του αναβάτη του

    αν μπορούσες να καλπάσεις δυνατά
    μέχρι τα ρούχα σου να ξηλωθούν και να χαθούν
    γιατί δεν έχεις ανάγκη τα ρούχα
    μέχρι να κοπούν τα χαλινάρια
    γιατί δεν έχεις ανάγκη τα χαλινάρια
    μέχρι η σκιά σου να χαθεί μακριά πίσω σου
    γιατί δεν έχεις ανάγκη τη σκιά

    τότε ίσως να δεις το τοπίο της εξοχής
    όχι σαν τοπίο εξοχής
    αλλά σαν μια χούφτα αέρα

    εάν μπορούσες μόνο ν’ αφήσεις το άλογο μακριά πίσω σου
    και να ιππεύσεις τον εαυτό σου.

    ΟΜΗΡΟΣ ΑΡΙΤΖΗΣ (Homero Aridjis) Ηλιακά και άλλα ποιήματα,
    μτφρ.: Ελσα Κορνέτη – Γιώργος Ρούβαλης, Κοινωνία των (δε)κάτων 2011

  9. Ciao Aggeliki!!!…

    -«ΕΓΩ που είχα πει θα σ’ αγαπώ για πάντα.
    Μα όσο περνούν τα χρόνια το για πάντα
    Όλο και τρέμει πιο πολύ σαν αναφιλητό
    Κι η αγάπη είναι μια λέξη που αποφεύγουμε
    Όπως τα μάτια αυτών που γύρισαν από εξορία
    – και που θα ξαναπάν…»
    (Βύρων Λεοντάρης)

    -Γιόβαν Στέρια Πόποβιτς, ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΕΙΣ ΕΑΥΤΟΝ
    «Τίποτα απ’ το τίποτα βγαλμένο
    στο τίποτα πεταμένο
    μαζί γίνονται τίποτα:
    Από το αφανισμένο τίποτα
    τι περισσότερο γυρεύεις;
    Η φλόγα ελάχιστα βαστά
    αιώνια σβήνει.
    Ρήτορας, στιχουργός,
    καθηγητής, νομικός,
    τ’ όνομά σου στα βιβλία
    αιώνια μένει.
    Μα σώμα και νους τίποτα,
    Λοιπόν, όλα είναι τίποτα.
    Σκιά και τίποτα.»

    -ΛΑΟ ΤΣΕ (老子)
    33.

    Το να κατανοείς τους άλλους είναι ευφυΐα.
    Το να κατανοείς τον εαυτό σου είναι σοφία.
    Με τη δύναμη υποτάσσονται οι άλλοι.
    Με τη θέληση ο εαυτός.
    Η θέληση σφυρηλατείται απ’ το σθένος
    Αν ξέρεις πόσα σου αρκούν, αυτό το λέω πλούτο.
    Μείνε εκεί που είσαι και θ’ αντέξεις.
    Πέθανε δίχως ν’ αφανιστείς
    και η ζωή σου θα διαρκέσει.

    («Τάο Τε Τσινγκ», εκδόσεις Το Μελάνι, 2007)

    -DESMOND EGAN, «Ξεχνώντας χάνοντας αφήνοντας πίσω τον εαυτό σου»

    ξεχνώντας χάνοντας αφήνοντας πίσω τον εαυτό σου
    σε κάποιο τρένο κάποια τσάντα για ψώνια ένα βιβλίο
    ένα σημείωμα για τις επείγουσες δουλειές που έχεις να κάνεις
    στα ψιλά της καθημερινότητάς σου…
    σκορπίζεις με γενναιοδωρία κηπουρού τα δικά σου
    γλυκά αποτυπώματα ολόγυρα στον κόσμο μου
    να κείτονται σ’ απρόσμενες γωνιές της ψυχής
    γράμματα διαλεγμένα με τρυφερό βλέμμα
    πόσο θαυμάζω σε σένα αυτό που υπέροχα μπορεί
    να φεύγει μακριά μαζί μου με την κουβέντα ξεχνώντας
    σ’ έναν υγρό δρόμο όλα σου τα υπάρχοντα!
    μόνο μια πλούσια ψυχή
    μπορεί να σπέρνει τέτοιες μνήμες και
    κάτω απ’ τη σπατάλη αυτών των πράσινων δαχτύλων
    η αγάπη τρέφει αγάπη

    (Ποίημα από τη συλλογή «Ποιήματα», εκδόσεις Νεφέλη)

    -Ραούλ Γκόμες Χάτιν, «Υπερασπίζοντας τον εαυτό μου»

    Πριν τα σκεπτικά του σπλάχνα κατασπαράξετε
    Πριν τον προσβάλετε με λόγια και με έργα
    Πριν τον εξοντώσετε
    Αποτιμήστε τον τον τρελό
    Την αναντίρρητή του κλίση στην ποίηση
    Το δέντρο του που μεγαλώνει γύρω απ¢ το στόμα
    Με τις ρίζες πλεγμένες στα ουράνια.
    Αυτός μας αντιπροσωπεύει ενώπιον του κόσμου
    με την επώδυνη ευαισθησία του σαν σε γέννα.
    (http://www.poeticanet.gr/poiimata-raul-gomez-jattin-a-308.html)

    -ΖΑΝ ΖΕΝΕ (Jean Genet)
    *
    -Αν ονειρεύεται, όταν είναι μόνος, και ονειρεύεται
    τον εαυτό του, θα τον βλέπει εν πλήρει δόξη
    και -σίγουρο αυτό- εκατό, χίλιες φορές, άγρια
    πάσχισε να πιάσει το είδωλο του μελλοντικού
    σώματός του: τον εαυτό του απάνω στο σκοινί
    μια βραδιά θριάμβου. Και πάσχει να τον πλάσει
    έτσι όπως θα τον ήθελε. Και δίνεται σ’ αυτό:
    να δει τον εαυτό του όσο ψηλά τον ονειρεύεται.
    Βέβαια, απ’ αυτό που ονειρεύεται μέχρι εκείνο
    που θα πετύχει πάνω στο σκοινί, θα υπάρχει
    απόσταση. Oμως αυτός αυτό κυνηγάει: να μοιάσει
    κάποτε σ’ αυτό το είδωλο του εαυτού του
    που πλάθει σήμερα. Και αυτό, με έναν στόχο:
    όταν θ’ ανεβεί στο σκοινί, στη μνήμη του θεατή
    να αποτυπωθεί εικόνα ταυτόσημη μ’ εκείνη
    που χτίζει σήμερα. Στόχος παράδοξος: να δώσει
    σάρκα σ’ εκείνο το όνειρο
    που θα ξαναγίνει όνειρο στη σκέψη
    άλλων ανθρώπων.»

    (Ποίημα από το θεατρικό έργο «Ο σκοινοβάτης», εκδ. Ηλέκτρα)

    -Kim & Alison McMillen, «Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά…»

    Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά ..
    μπόρεσα να καταλάβω ότι ο συναισθηματικός πόνος και η θλίψη απλώς με προειδοποιούσαν να μη ζω ενάντια στην αλήθεια της ζωής μου. Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε ΑΥΘΕΝΤΙΚΟΤΗΤΑ.
    Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά..
    κατάλαβα σε τι δύσκολη θέση ερχόταν κάποιος όταν του επέβαλα τις επιθυμίες μου. Και όταν μάλιστα δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή και ούτε ήταν έτοιμος ο άνθρωπος ακόμα και αν αυτός ήμουν εγώ. Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ.
    Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά..
    έπαψα να λαχταρώ για μια άλλη ζωή και έβλεπα γύρω μου ότι τα πάντα μου έλεγαν να μεγαλώσω. Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε ΩΡΙΜΟΤΗΤΑ.
    Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά..
    έπαψα να στερούμαι τον ελεύθερο χρόνο μου και να κάνω μεγαλόπνοα σχέδια για το μέλλον. Σήμερα κάνω ό,τι μου αρέσει και με γεμίζει χαρά, ό,τι αγαπώ και κάνει την καρδιά μου να γελά. Με το δικό μου τρόπο και τους δικούς μου ρυθμούς. Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε ΕΙΛΙΚΡΙΝΕΙΑ.
    Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά..
    απελευθερώθηκα από ό,τι δεν ήταν υγιεινό για μένα. Από φαγητά, άτομα, καταστάσεις και οτιδήποτε με απομάκρυνε από τον εαυτό μου. Παλιά αυτό το έλεγα υγιή εγωισμό. Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε ΑΥΤΑΓΑΠΗ.
    Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά..
    έπαψα να έχω πάντα δίκιο. Έτσι έσφαλα πολύ λιγότερο. Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε ΑΠΛΟΤΗΤΑ.
    Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά..
    αρνήθηκα να συνεχίζω να ζω στο παρελθόν μου και να ανησυχώ για το μέλλον μου. Τώρα ζω κάθε μέρα την κάθε στιγμή που ξέρω ότι ΟΛΑ συμβαίνουν. Σήμερα ξέρω ότι αυτό το λέμε ΠΛΗΡΟΤΗΤΑ.
    Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά..
    συνειδητοποίησα ότι οι σκέψεις μου με έκαναν ένα άτομο μίζερο και άρρωστο. Όταν επικαλέστηκα τη δύναμη της καρδιάς μου η λογική μου βρήκε ένα πολύτιμο σύμμαχο. Σήμερα αυτό το λέω ΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ.
    Όταν άρχισα να αγαπώ τον εαυτό μου πραγματικά..
    κατάλαβα ότι δεν πρέπει να φοβόμαστε τις αντιπαραθέσεις, τις συγκρούσεις και οποιαδήποτε προβλήματα αντιμετωπίζουμε με τον εαυτό μας ή με τους άλλους. Αυτό το λέμε ΑΥΤΟΕΚΤΙΜΗΣΗ.
    Ξέρω ότι από τις εκρήξεις στο σύμπαν γεννιούνται νέα αστέρια. Σήμερα ξέρω ότι ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΖΩΗ.

    (απόσπασμα από το βιβλίο «When I loved myself enough» των Kim & Alison McMillen. Λέγεται ότι το περιέλαβε ο Τσάρλι Τσάπλιν σε ομιλία του στα 70στά γενέθλιά του)

  10. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Λαμπρά! Συνεχίζουμε.

    19. [EΝΘΑΔΕ ΚΕΙΤΑΙ]

    Ενθάδε κείται η ιδέα που σχημάτισα για τον εαυτό μου
    Και μια φωνή μου ψιθυρίζει να ’ρθω εδώ να μείνω
    Στο κοιμητήριο των καλών προθέσεων στον τάφο μιας ωραίας ελπίδας
    Όπου θα καταθέσουνε στεφάνια οι ανθοδέσμες κι οι αυταπάτες

    Ενθάδε κείται η ιδέα που είχα για τον εαυτό μου
    Ολόκληρο ένα κεφάλαιο της ζωής μου είναι εδώ κλεισμένο
    Όταν όλα πήγαιναν καλά κι ήτανε όλα ρόδινα
    Μέσα στο βιβλίο που ήμουνα ο ίδιος, θύτης, θύμα κι αναγνώστης

    Αλλά δεν ήρθε εγκαίρως ο εαυτός μου στο μέρος το καθορισμένο
    Ίσως να σταμάτησε ένα ρολόι – κι ίσως αυτός που διάβαζε
    Να πήδηξε μια σελίδα απ’ το βιβλίο και να τ’ άφησε
    Ίσως ν’ άλλαξαν οι προφητείες και να σκοτείνιασαν οι οιωνοί-

    Κι έμεινα με τη μετασχηματισμένη ιδέα του εαυτού μου
    Και τώρα ενθάδε κείται ο θυρωρός της σκέψης μου της κεντρικής
    Με τ’ αντικλείδι μου στου νου το χέρι ο κλέφτης
    Κι ο παλιατζής των αποφάσεών μου

    Ενθάδε κείται ωραία προκλητική η σελίδα
    Η χαμένη από τον εαυτό μου – αλλά κανείς δεν έμαθε
    Ποτέ το πώς και το γιατί να σκίστηκε από το βιβλίο
    Με τέτοιον τρόπο οριστικό και μυστηριώδη κι άγνωστο.

    Νάνος Βαλαωρίτης [ΠΟΙΗΜΑΤΑ-2 – Η ΑΝΙΣΟΡΡΟΠΗ ΜΟΥΣΑ 1963-1965]

    ***

    20. ΟΙ ΑΛΛΟΙ, ΟΧΙ ΕΓΩ

    Οι γέροι
    οι τρελοί
    και οι ετοιμοθάνατοι
    παραμιλάνε

    Εγώ,
    σκέφτομαι μόνο δυνατά.

    Ντίνα Καραβίτη

    ***

    21. ΓΙΑΤΙ ΕΓΩ…

    …γιατί εγώ, που μόνος τη νύχτα κατοικώ,
    κι εγώ, τη νύχτα, σέρνοντας στον τοίχο
    ένα σπίρτο, προσεχτικός, ανάβω ένα κερί
    λευκό μες στο μυαλό – ανοίγω ένα πανί
    δειλό μες στο σκοτάδι, και σέρνοντας
    τη γραφίδα που μου τρίζει, εγώ γράφω
    και ξαναγράφω στη σιωπή και για ώρα το κλάμα
    που μου μουσκεύει το μυαλό…

    Τζόρτζιο Καπρόνι, «Το σπέρμα του κλάματος», Μετ. Ευαγγελία Πολύμου

    ***

    22. [ΕΙΜΑΙ ΕΓΩ Η ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΕΓΩ]
    1.

    Είμαι εγώ
    Ή δεν είμαι εγώ
    Αυτό το άσπρο σύννεφο
    Με τα μπλε μάτια,
    Τα στρογγυλά μάγουλα,
    Ένα κοντό μούσι,
    Αυτό το μικρό σύννεφο
    Που όλα τα κοιτάζει
    Με τη φιλία
    Που έχει γι’ αυτόν τον ίδιο;
    Eugène Guillevic [μετ: Κώστας Ριτσώνης]

    Ο ΕΑΥΤΟΣ ΜΟΥ – ΑΚΗΣ ΠΑΝΟΥ

    23. ΕΙΣ ΕΑΥΤΟΝ

    Ε, λοιπόν, ναι. Φοβάμαι
    των διευθυντών το μειδίαμα
    το αντί καλέσματος στην τάξη.

    Φοβάμαι φιλολόγων συνάξεις
    για την διανομή.
    Αυτό το ό,τι περίσσεψε
    που δεν επέλεξα.

    Φοβάμαι την σιωπή τους γι’ αυτήν
    την εύρυθμη λειτουργία του σχολείου.
    Φοβάμαι την Β΄ Ανάθεση.
    Το έγγραφο που έφτασε σήμερα.

    Φοβάμαι τις κατάμεστες τάξεις
    Γενικής Παιδείας που περιμένουν
    να λιντσάρουν την καινούργια.

    Φοβάμαι τις συμβούλους
    όταν προσφωνούν «Κύριοι Συνάδελφοι»
    αλλά υπονοούν «Κύριοι Υφιστάμενοι».

    Φοβάμαι τους πεφωτισμένους δασκάλους
    που επιβάλλουν στις δύσκολες τάξεις την τάξη.

    Φοβάμαι τα ανοιχτά κινητά. Την βουή
    που ακούγεται και δεν ξέρω από πού.

    Φοβάμαι το φωτοτυπικό που και σήμερα
    χάλασε πριν το αγγίξω.

    Φοβάμαι το μέτρημα των απουσιών
    των κεφαλών το μέτρημα
    των κεφαλαίων
    των σελίδων
    των λεφτών της εκδρομής
    που δεν πήγα.

    Από καιρό εφημερεύω
    τον εκδρομέα
    αναπληρώνω
    ονειρεύομαι μια ελεύθερη
    ώρα
    μια ελεύθερη
    μέρα
    μια εκδρομή…

    Κι από τώρα που γράφω όλα αυτά
    είστε Εσείς
    και φοβάμαι λιγότερο.

    Αριστέα Παπαλεξάνδρου

    ***

    24. ΠΑΡΑΜΟΝΕΨΑ

    Παραμόνεψα τόν εαυτό μου καί τόν βρῆκα
    νά ἐκπυρσοκροτεῖ- ὅπλο φονικό-
    μέ στόχο την καρδιά μου
    μέ τρομερά σαγόνια να καταβροχθίζει τόν καιρό
    νά σέρνεται μέσα στῆς προσευχῆς τή θλίψη
    μέ ὑψωμένη τήν γροθιά νά φοβερίζει ἄγνωστους θεούς
    μέ ἀπεγνωσμένη λύσσα καί νά κλαίει
    γιά τόν χαμό μιᾶς πεταλούδας.

    Κάποιες φορές φορώντας διάδημα ἀπ’ ἀστέρια
    φτερά ν’ἀνοίγει σέ οὐρανούς ἀνείδωτα γλαυκούς
    νά ὑπνοβατεῖ πάνω σέ ρόδα καί μαχαίρια ἀκονισμένα
    στούς τάφους τῶν ἐρώτων του νά ὀλολύζει
    καί νά χορεύει μές τά καταγώγια τῶν πόθων, τόν χορό
    τῆς ἄνομης Σαλώμης

    γεμάτος γύρη καί μοσκοβολιές νά γέρνει
    σέ ἀνθισμένους κήπους τοῦ Μαΐου
    καί μέ τό γυάλινο κλειδί τῆς μνήμης
    νά προσπαθεῖ νά ξεκλειδώσει τό σεντούκι τῶν παραμυθιῶν.

    Παραμόνεψα τον ἑαυτό μου καί τόν εἶδα
    πίσω ἀπό τά τυφλά ὀνόματα, τίς μαῦρες λάμψεις
    πίσω ἀπό τους πικρούς καθρέφτες τῆς ζωῆς
    Ἄγνωστο, Φοβερό
    νά μέ παραμονεύει.

    ΛΕΝΑ ΠΑΠΠΑ – Εἰς ἐπήκοον, Άπαντα, Β’ τομ.

    ***

    25. ΠΡΟΤΡΟΠΗ

    Φυλαχθεῖτε ἀπό τά ἑτοιμοπαράδοτα αἰσθήματα
    τά προκατασκευασμένα λόγια
    τά περιπλεγμένα νοήματα
    τίς εὒκολες ὑποχωρήσεις
    τίς αὐθόρμητες ἐξομολογήσεις

    φυλαχθεῖτε ἀπό τίς παντός εἲδους συμβουλές
    τίς σοφές κεφαλές
    ἀπό τούς ἐμπειρογνώμονες
    τούς ἐπιλήσμονες καί τούς ἀγνώμονες
    ἀπό τ’ ἀδιέξοδα ὂνειρα
    τίς ἀλλοπρόσαλλες μνῆμες τῆς νεότητος
    τούς κραδαίνοντες ἀριθμούς προτεραιότητος

    φυλαχθεῖτε, ἀντισταθεῖτε
    στούς πόθους που ἀπαιτοῦν ἂμεση ἐκπλήρωση
    στά κενά πού χρειάζονται συμπλήρωση
    στά «Ὁπωσδήποτε»
    «Ποτέ» καί «Πάντα»
    στίς ὑποκλίσεις, στίς φιλοφρονήσεις
    τίς γλυκερές τῶν πλησίον χειραψίες
    τίς φανφάρες, τίς ἂνευ λόγου φωταψίες

    Καί ἰδίως καί προπαντός ἀπό τόν ξένο καί δικό σας
    καλά κρυμμένο ἐντός ἐκτός
    ἂγνωστο ἑαυτό σας.

    ΛΕΝΑ ΠΑΠΠΑ

    ***

    26. ΕΓΩ

    Έχω δύο καρδιές:
    μία στο ένα χέρι μία στο άλλο χέρι.
    Ως εκ τούτου αγαπώ πώς αλλιώς με τα χέρια.
    Στο στήθος
    (στη θέση της καρδιάς) έχω ένα γραμμόφωνο.
    Ένας κοινός θνητός είμαι κι’ εγώ όπως όλοι
    (Τί με κοιτάς έτσι περίεργα;)
    Αν βάλεις στο στήθος μου τ’ αφτί σου
    θ’ ακούσεις μουσική:
    Κατά πάσα πιθανότητα τσιγγάνικα βιολιά, που μ’ αρέσουν πολύ.

    ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΜΠΑΣΙΑΚΟΣ

    ***

    27. Ο ΣΩΖΩΝ ΕΑΥΤΟΝ ΠΟΤΕ ΔΕ ΣΩΘΗΚΕ ΑΡΚΕΤΑ

    Οι μεν πηγές υπόγειες πάντα κι ακαθόριστες
    σε λίγες άγνωστες καρδιές –φοβάμαι– άφαντες
    εξ ου κι όλοι βολεύονται με το αρχαίο νεράκι του Θεού
    ελάχιστο, ως γνωστόν, και για τη δίψα του μωρού
    ό,τι ονομάζουνε δηλαδή ξανά όσοι ορέγονται ακμή
    Ελπίδα ή Άλκηστη της Ανθρωπότητας
    (κι εσύ μείνε να κόπτεσαι για άλλες υπερβάσεις).

    Τέτοια καμώματα μου φέρνουν ένα είδος σπαραγμού
    αφού στο πείσμα το ρηχό κι ακαταπόνητο
    μιας άστοχης κι από ανέκαθεν τυφλής αναπαραγωγής
    δεν βλέπω πια ούτε για δείγμα να επιπλέουνε
    ιδιότητες αγνές κι ορμές πασίχαρες της έκπαλαι ζωής
    όσες στηρίζαν δηλαδή εκ παραδόσεως το μέσα μας
    όταν σαν όλο κλυδωνίζεται απότομα και καταρρέει.

    Παράδειγμα, η φιλία που μας έδενε ως ιστός
    κι ως άνθος άπειρο κι αρχέτυπο φροντίζαμε παιδιά:
    Με κηπουρούς ανάξιους όπως οι σωρηδόν επίγονοι
    καλείται τώρα να υπάρξει αυτοφυές
    και μόνο του να επιζήσει.

    Γι’ αυτό κι εγώ, συμμέτοχος εξ ορισμού
    της τόσης δυστυχίας μας, δεν στέργω πλέον
    να συντρέχω τους ανάξιους συντρόφους μου.

    Ένα βασίλειο σκιάς στήνω αφιλόξενο και κρύβομαι καλά
    όταν τρυπώνει ο ήλιος κι αποσύρεται αμήχανος
    χωρίς να βρίσκει τίποτα να ξεσκεπάσει.

    Εκεί, με μίσος γόνιμο κι ακούραστη οργή,
    μόνος πληθαίνω και διασώζομαι
    ίσως σε μια δική μου τρέλα λογική
    που σαν μανόμετρο ανθρώπινης υφής
    αυτό το «ποίημα» προσπαθεί
    αδέξια να καταγράψει.

    ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΑΡΑΒΙΤΗΣ, Λυπομανία (1989)

    ***

    28. ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΜΕ ΤΙΣ ΑΝΤΩΝΥΜΙΕΣ

    Το πρόβλημα με τις αντωνυμίες
    Λέμε εμείς και εννοούμε εγώ
    λέμε εσύ και εννοούμε εγώ
    λέμε αυτός και εννοούμε πάλι εγώ.
    Στην ουσία μόνο με το εγώ
    μπορούμε να εννοήσουμε
    κάποιον άλλο.

    ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ

  11. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    29. ΕΓΩ ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΕΓΩ

    Εγώ δεν είμαι εγώ.
    Είμαι κείνος
    που προχωράει στο πλάι μου, και δεν τον βλέπω·
    που, άλλες φορές, τον επισκέπτομαι
    και, άλλες φορές, τον λησμονώ.

    Εκείνος που, γαλήνιος, σιωπά όταν μιλάω,
    εκείνος που, μειλίχιος, συγχωρεί όταν μισώ,
    εκείνος που συχνάζει όπου δεν πάω
    και που θα μείνει όρθιος όταν θα ‘μαι νεκρός.

    Χουάν Ραμόν Χιμένεθ (μετ. Γιώργος Κεντρωτής)

    ***

    30. ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ

    Όταν λέω τον εαυτό μου μπροστά στους άλλους
    όνομα και επάγγελμα και τόπο διαμονής
    αναρωτιέμαι ύστερα αυτό λοιπόν είναι όλο
    όλος εγώ που υπάρχω
    μόλις που εκτείνομαι σε μια γραμμή ληξιαρχείου
    στην επιτύμβια παράταξη των ημερών μου

    θα ’θελα να προταθώ αλλιώς
    μα δεν γνωρίζω πώς
    ας πούμε αντί για όνομα να πω
    μ’ αρέσουνε τα πορτοκάλια

    παιδί επέλεγα ένα υπερώο δάσους για να ζω
    και τώρα φεύγω εντός του
    δουλεύω στα λατομεία των λέξεων
    σκάβω βαθιά λαγούμια στην ανάσα μου
    χτυπώ θλιμμένες φλέβες μες στο νου
    πουλώ οξειδωμένο λόγο
    στο κατώφλι σου

    Θεώνη Κοτίνη

    ***

    31. ΝΑΠΟΛΕΩΝ

    Τι είναι ο κόσμος, στρατιώτες;
    Είμαι εγώ·
    εγώ, αυτό το ακατάπαυστο χιόνι,
    αυτός ο βορινός ουρανός·
    στρατιώτες, αυτή η μοναξιά
    στην οποία πηγαίνουμε
    Είμαι εγώ.

    Γουόλτερ ντε λα Μαρ-Μετ: Γιώργος Χ. Κουλούρης

    ***

    32. ΤΟ ΟΜΟΡΦΟ ΤΕΡΑΣΤΙΟ ΕΓΩ ΜΟΥ

    Καλά που κρύφτηκα πίσω απ’ τον εαυτό μου
    (εκείνο τ’ όμορφο τεράστιο Εγώ μου)
    και δεν πρόλαβες πριν φύγεις να με δεις
    έτσι τρομακτική
    αδίστακτα γοητευτική
    κι ευάλωτη (σ’ εσένα)

    ετοιμοπόλεμη μα τέλεια οχυρωμένη
    πίσω από τοίχους θεριούς κι ανύπαρκτους
    περήφανους μα εύθραυστους
    ζωγραφισμένους από πέτρα και ατσάλι
    που μ’ ένα σου άγγιγμα
    μπροστά σου θα σωριάζονταν

    μ’ ένα σου άγγιγμα
    που όμως ποτέ δε (μου) συνέβη
    κι έτσι ετοιμοπόλεμη έμεινα
    με σαϊτιές και βέλη
    να στοχεύω το ανύπαρκτο σαν έρωτας
    απελπισμένος απ’ τον ίδιο τον εαυτό του

    ΕΛΛΗ ΠΡάΝΤΖΟΥ

    ***

    33. ΕΓΩ

    Εγώ
    Σας αγαπώ
    Σας λατρεύω
    Όμως ας μείνουμε όλοι μαζί χωριστά
    σαν μια ωραία οικογένεια δια αλληλογραφίας
    Εγώ κι εσείς καλοί μου εαυτοί
    θα μάθουμε να συνυπάρχουμε αρμονικά από μακριά
    Μια γωνιά μόνο στον κύκλο σας ζητώ
    για να ξαποστάσω

    Και κάποτε να βρω το θάρρος
    ν’ απαλλαγώ από εσάς
    να σας ξεφορτωθώ
    σαν κατσαρίδες
    σε καυτό νερό
    θα είναι η μεγαλύτερη ανακούφιση
    που ένας άνθρωπος μπορεί να νιώσει

    – Κι όμως κάποτε θα μας ευγνωμονείς
    Εμείς σε σώσαμε ναυαγισμένε κυβερνοναύτη
    Η διαδικτυακή αποτοξίνωση κοστίζει

    ΕΛΣΑ ΚΟΡΝΕΤΗ, Ο επαναστατικός κύριος Γκιούλβερ, 2013

    ***

    34. ΜΕ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥ

    Αντίκρυ στον εαυτό του προβάλλει ένας άνθρωπος.
    Ζει με τον εαυτό του,
    τρώει τον ίδιο του τον εαυτό
    κι ό, τι αγαπά.
    Από της μάνας την κοιλιά φτάνει στο μνήμα: στον εαυτό του.

    Διασχίζει το δάσος και ψάχνει ένα ίσκιο.
    Προχωρά στην άκρη της θάλασσας,
    βλέπει τoν ίσκιο του και τον ίσκιο του βράχου
    στην άκρη της θάλασσας ενωμένους,
    διαρρέοντας προς την άλλη ακτή του πελάγου.

    Βλέπει πράγματα στ’ όνειρο , βλέπει στον ξύπνιο:
    στο χωράφι το χαμομήλι φθονεί.
    Κι ο φθόνος στο χωράφι
    και στο χωράφι ο ίσκιος σου κι ο ίσκιος των κυπαρισσιών
    που φυλάγουν τον ίσκιο σου.

    Μπροστά στον εαυτό του προβάλλει ένας άνθρωπος.
    Το παρελθόν του,
    ραγισμένο,
    σαν το φλοιό μιας γέρικης ελιάς.
    Καταιγίδες στα βουνά , καταιγίδες στην άκρη της θάλασσας.

    Φεγγρίσματα καιρού:
    αστραπές φωτίζουν πρόσωπα που έχουν γίνει ανάμνηση,
    ποιήματα που απομένουν
    μαρτυρία

    David Rokeah, ποιήματα ( μτφρ. Γιώργος Καρτάκης )

    ***

    35. ΤΙ ΕΙΜΑΙ ΕΓΩ ΓΙΑ ΣΕΝΑ

    Είμ’ η λαφίνα
    που τρώει χόρτο ευωδιαστό από το χέρι σου.

    Το σκυλί
    που ακολουθεί παντού τα βήματά σου.

    Είμ’ ένα αστέρι
    λαμπερό διπλά κι αστραφτερό μόνο για σένα.

    Είμ’ η πηγή
    που κελαρύζει φιδωτή στα πόδια σου.

    Είμ’ ο ανθός
    που τ’ άρωμά του και το νέκταρ του το ‘χει για σένα μόνο.

    Για σένα είμαι όλ’ αυτά,
    Σε σένα έχω δώσει την ψυχή μου μ’ όλες τις μορφές της.

    Η λαφίνα, το σκυλί, το ουράνιο σώμα κι ο ανθός,
    το ζωντανό νερό που ρέει μες στα πόδια σου.

    Η ψυχή μου όλη είναι
    για σέν’, Αγάπη
    μου.

    Juana de Ibarbourou ή Juana de América, (8 Μαρτίου 1892–15 Ιουλίου 1979) Απόδ. από τ’ αγγλικά: Σοφία Γιοβάνογλου

    ***

    36. Ο ΑΛΛΟΣ ΕΑΥΤΟΣ ΜΟΥ

    Ο άλλος εαυτός μου είναι κόλαση
    αγανακτεί με τι παραμικρό τριγύρω
    σκοτώνει Τραπεζίτες για απόλαυση
    τους καθώς – πρέπει τρώει πίτα – γύρο

    Θαρρεί όλους εμάς παραδομένους
    στο Σύστημα με ανοιχτά τα πόδια
    κι απολαμβάνει φουκαράδες προδομένους
    αν τους χτυπάει η μοίρα σαν χταπόδια

    ο άλλος εαυτός μου ερωτεύεται
    όλους τους εθισμένους στη λαγνεία
    και τους “πιστούς” διαρκώς σιχαίνεται
    τους περιμένει με τσεκούρι στη γωνία

    ούτε σε μένα κάνει πίστωση
    λέει πως είμαι “μια απ τα ίδια”
    μπροστά σε πάθη, αντοχές κι απώλειες
    οι αντιστάσεις μου είναι σκουπίδια

    τις νύχτες μόλις κοιμηθώ
    λίγο να ξεκουράσω το μυαλό μου
    τσουπ, μεθυσμένος τύφλα εμφανίζεται
    βρίσκω το διάολό μου
    ξαπλώνει δίπλα μου
    και με βαρβάτη ειρωνεία
    ουρλιάζει μες στ αυτί μου συνεχώς
    “άντε χαμένε ξύπνα
    και κάνε με Λογοτεχνία..”

    Ηλίας Κουτσούκος

    ***

    37. XLIV

    Το εγώ τίποτε δεν είναι·
    υπάρχουμε μόνο όταν υπάρχουν μαζί μας
    ο ένας, ο άλλος, ο παρέκει, ο μακρινός.
    Τότε μόνο υπάρχουμε.
    (Σαν κάτι κινδυνεύει όταν μονοδιάστατες χορδές κρούουν το Σύμπαν.)

    ΜΑΡΚOΣ ΜΕΣΚΟΣ, Στον Ενικό και Πληθυντικό ψίθυρο, Νεφέλη 2009

    ***

    38. ΕΑΥΤΟΛΟΓΙΑ

    Μου είπανε πως είμαι ένας.
    Ωραία είπα, εύκολα θα διαλέξω.
    Μα αυτοί, εκεί μέσα μου, αμέτρητοι είναι.
    Ποιον να διαλέξω πες μου;
    Ποιος ένας είμαι;
    Ποιος ένας δεν είμαι;

    Το ακούσανε και οι παστρικοί,
    και αρχίσανε οι σκοτωμοί,
    αρχίσανε οι μάχες.
    Και είπαν,
    αυτός που θα ‘ναι νικητής,
    αυτός που θα επιζήσει,
    αυτός ο Ένας θα ‘μαι.

    Μα έλα να δεις,
    στάζει το αίμα ποταμός,
    όμως νεκρός κανείς δεν πέφτει.
    Μόνο θεριεύουν και μόνο μεγαλώνουν.
    Και όσο συγκρούονται,
    όλο γεννοβολάνε.

    Μα είναι το αίμα τους,
    όλο δικό μου αίμα.
    Και είναι οι ανάσες τους που αγκομαχούν,
    σε τούτη την παλαίστρα,
    όλες δικός μου αέρας.

    Μα πες μου, πες μου,
    πως να αποποιηθώ τις χίλιες μου υπάρξεις;
    Αυτές μ’ ορίζουν,
    αυτές μου δίνουν σχήμα.

    Μα και με τον κόσμο,
    πάλι τα ίδια και τα ίδια.
    Ένας μου είπαν είν’ και αυτός,
    μία και η ζωή,
    κι έτσι και εγώ να ζήσω.

    Μα είναι ο κόσμος ποταμός,
    ηφαίστειο που βράζει.
    Οι σταγόνες του είμαστε εμείς,
    εμείς και η λάβα.
    Το σχήμα του δικό μας είναι.
    Κάτω απ’ τον παχύ φλοιό του,
    τα αντισώματα εμείς είμαστε.

    Εχθρό δεν έχουμε,
    και έτσι παλεύουμε μεταξύ μας.
    Κι όσο συγκρουόμαστε, τόσο ενωνόμαστε.
    Κι έτσι ο κόσμος μεγαλώνει.
    Κι έτσι ο κόσμος απλώνει.

    Γιώργος Ευθυμίου

    ***

    39. ΕΣΥ ΚΑΙ ΕΓΩ

    Έτσι αγάπησα πολύ τα πουλιά
    Τα κόκκινα μάγουλα των παιδιών
    Και τα ποτάμια
    Κρατώντας στην παλάμη τους προκλητικά τη σκιά μου

    Έτσι αγάπησα πολύ την μαντική των άστρων
    Και των ματιών σου
    Πλάθοντας καραβάκια από πηλό
    Στο δικό σου αίνιγμα

    Έτσι αγάπησα πολύ ετούτα τα κορμιά
    Που δεν οδηγούν
    Παρά μόνο
    Στη θάλασσα.

    ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΟΤΑΜΙΤΗΣ

  12. Πλούσια και ωραιότατα τασχόλιά σου Αγγελική!!!… Grazie mille!!!

    *Kι αυτά τα λίγα, τελευταία, από μένα…

    -Νικηφόρος Βρεττάκος, «Τό λυπημένο τραγούδι τῆς νιότης μου»

    Εἶμαι κι ἐγὼ
    μιὰ μικρὴ λεπτομέρεια
    μέσα στὴν τραγικὴ
    ἱστορία τοῦ σύμπαντος.
    Τὰ κύτταρά μου διεχώρισα
    σὲ ἄπειρα πολλοστημόρια
    γιὰ νὰ τ’ ἀγαπήσω ὅλα:
    ὅσα κινοῦνται στὴ γῆ,
    ὅσα στῶν θαλασσῶν τὰ βάθη ἀναπαύονται
    κι ὅσα στ’ ἀχανῆ μου διαφεύγουν.
    Μὰ δὲ βρέθηκε τίποτε
    μέσα στ’ ἄπειρα πλάσματα
    μιὰν ἀχτίδα τοῦ ἥλιου
    νὰ μοῦ βάλει στὸ μέτωπο.
    Χάνομαι τόσο νωρὶς
    στὴ γλαυκὴ ἀπεραντοσύνη
    γιατὶ δὲν μ’ ἀγάπησε τίποτε.

    -Κ. Παλαμάς, «Δὲν ξέρω ΕΓΩ…»

    Δὲν ξέρω ἐγὼ κανένα θεὸ Χρέος,
    ἕνα θεὸ ἐγὼ ξέρω· τὴν Ἀγάπη.
    Ἀγάπη, ἀπὸ τὸ χρέος σου εἶμαι ὡραῖος.
    Ἐσὺ μὲ κάνεις δοῦλο, ἐσὺ σατράπη,
    φτερὰ τὰ κάνεις τὰ σκοινιὰ τοῦ γάμου·
    πότε μὲ δέρνεις, βέργα ἑνὸς ἀράπη,
    πότε ἀνθεῖς, περιβόλι ὁλόγυρά μου.
    Ἐσὺ μὲ τὰ βαθιά τα καταφρόνια
    μὲ γιομίζεις· πλαταίνεις τὴν καρδιά μου,
    σὰ θάλασσας ἀγέρας τὰ πλεμόνια.
    Ἔρωτα ἐσύ, μονάρχη καὶ γενάρχη!
    Ἐσὺ τυφλὴ καὶ ἡ Μοίρα, ἐσὺ καὶ ἡ Πρόνοια.
    Ὅ,τι δὲν ἀγαποῦμε, δὲν ὑπάρχει.
    (Σατιρικὰ γυμνάσματα, 1912Ἅπαντα, τόμ. Ε´, σελ. 260)

    -Ναπολέων Λαπαθιώτης, «ΕΓΩ ’μαι τ’ άσπρο σύννεφο…»

    Εγώ ’μαι τ’ άσπρο σύννεφο και συ το αργυρό αστέρι.
    Χύνω βροχή τα κλάματα και χιόνι φλογισμένο,
    με παραδέρνουν άνεμοι, χειμώνα, καλοκαίρι
    και στου βουνού καμιά φορά τη ράχη ξαποσταίνω.
    Όλα τα βλέμματα θαρρούν πως ακουμπάς σε μένα,
    όταν γλιστράμε στο κενό, τη νύχτα ταίρι-ταίρι.
    Μας βλέπουν ν’ αγγιζόμαστε γλυκά κι ερωτεμένα,
    κι όμως, στ’ αλήθεια, το Απειρο, δε μας χωρίζει, Αστέρι;
    http://www.sarantakos.com/liter/lapathiotis/asprosun.html

    -Αρχοντούλας Διαβάτη, [ΕΙΣ ΕΑΥΤΟΝ]

    Είν’οι φιλίες μας καθρέφτες
    Βλέπεις για λίγο μέσα τους
    Το πρόσωπό σου:
    μια εγκαρδιότητα, ένα τραγούδι
    μια εξομολόγηση
    ένα «εγώ» πολλαπλασιασμένο
    Κι ύστερα πάλι τίποτα:
    Μόνος με τον πικρό εαυτό σου.
    Έχει πολύ δρόμο για την έξοδο
    Κράτα δυνάμεις
    http://www.bibliotheque.gr/article/63081

  13. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    40. ΕΓΩ

    Μητέρα, να με αγαπάς θέλω.
    Αλλά να με αγαπάς όπως θα ήθελα.
    Να μ’ αγαπάς για μένα.
    Όχι ως ελπίδα καμιάς δικής σου άνοιξης
    Αλλά ως γλυκύτατον έαρ ολόκληρου του εαυτού μου.

    Και ας ηρεμήσει τώρα ο λόγος.
    Πιο ψύχραιμα.
    Πιο ψύχραιμα.

    Πιο ψύχραιμα.

    Βασίλης Αμανατίδης, μ_otherpoem

    Tom Jones – I (Who Have Nothing)

    41. Εγώ είμαι, εγώ,
    κοιτόμουν ανάμεσά σας, ήμουν
    ανοιχτός, ήμουν
    ακουστός. Σας ένευα, η ανάσα σας
    υπάκουε, εγώ
    είμαι ακόμα, αλλά εσείς-
    κοιμόσαστε

    είμαι ακόμα

    Πάουλ Τσέλαν, Στρέτο, μτφρ. Ιωάννα Αβραμίδου

    ***

    42. Πραγματικός χρόνος

    θέλω να γράψω ένα ποίημα για τον εαυτό μου
    μόνο ένα

    υποσχέσεις που ξέρω πως δε θα κρατήσω

    να καθαρίσω
    μια και καλή μ’ αυτό

    θέλω ένα ποίημα ογκώδες
    που να μιλά για τα πάντα
    στον εαυτό του

    θέλω να σκίσω αυτό το ποίημα

    ίσως τα πράγματα να ‘ταν διαφορετικά
    αν ήσουν εδώ
    μόνο που δεν ξέρω τί είσαι

    γράφω πάλι για σένα
    γράφω πάλι για μένα
    είσαι ο εαυτός μου
    είσαι ό,τι θέλω να ‘σαι

    αυτό το ποίημα δε θα τελειώσει τόσο εύκολα

    (Καλοκαίρι 2003) ΑΣΤΕΡΙΟΣ ΤΟΥΤΙΟΣ (απόσπασμα)

    ***

    43. ΚΙ Ο ΕΑΥΤΟΣ ΣΟΥ να σε συγκινεί
    Δεν είναι λίγο.
    Το μεσημέρι πολιορκεί το δωμάτιο.
    Το ντιβάνι, τις καρέκλες, τα βιβλία.
    Κοιτάζω το σώμα μου.
    Τί μυστήριο! Τί τελική αφετηρία!
    Στον τοίχο κοιτάζω τα νοερά μου πτυχία.

    Πτυχία, τί να ‘ναι πτυχία;
    Παραφθορά του επιτυχία
    του ευτυχία;
    Σύντμηση του πτυελοδοχεία;

    Πανεπιστήμιο Αθηνών κρεματόριο του πνεύματος!
    Εφτά χρόνια να κατέβω τριάντα εφτά σκαλιά!
    Τί κάθεστε εκεί μέσα αριβίστες πασοκάκια
    Φιλόσοφοι του μεσονυκτίου
    Κυρίες με τα διπλά επίθετα;

    Κι έχετε και τον Ηράκλειτο
    Στα ράφια σας
    Να σας κοιτάει!

    Γιάννης Πατίλης, Ζεστό Μεσημέρι, το 35 Ταξίδια στην ίδια πόλη, Εκδόσεις Ύψιλον, Οκτώβριος 1993

    ***

    44. ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ

    Κάποτε είπες
    ή σου ζητήθηκε άραγε
    να βρεις ποιος είσαι
    Διάλεξες τότε
    ένα ωραίο γυάλινο βάζο

    Θυμάσαι, αυτό που στόλιζε περήφανα το σπίτι
    Το έσπασες
    Τα κομμάτια του έπεσαν
    βροχή επάνω σου
    Βροχή παντού
    Όπου ακουμπούσες
    Στο μαξιλάρι
    στην καλοσύνη
    στο φαγητό σου

    Κράτησες κάποια θρύψαλα δικά του
    σφιχτά στα χέρια σου
    Τα έμπηξες μέσα σου
    Αυτός ο πόνος
    λεγόταν αυτογνωσία
    Αργότερα
    θα ακουμπούσες τρυφερά
    το κολλημένο βάζο στο τραπέζι
    Θα έβαζες μέσα του ένα λουλούδι
    Μια ορτανσία

    Και αυτή η κίνηση
    ίσως λεγόταν
    αγάπη προς τον εαυτό

    Κέλλυ Μαλαμάτου, «Σημεία ρήξης», Μελάνι, 2015

    ***

    45. ΤΟ ΧΑΟΣ ΜΕΣΑ ΜΑΣ

    το Εγώ και το Αυτό τελικώς ταυτίζονται
    προκαλώντας το χάος μέσα μας

    όλα είναι όλα
    και όλοι είναι όλοι
    αλλά ο καθένας μας ξεχωριστά
    είναι μόνος του

    ποια είναι μεγαλύτερη δίψα,
    της ύπαρξης ή της ανυπαρξίας;

    είδα τον Θεό,
    του μίλησα, τον άγγιξα
    αλλά δεν ξέρω αν υπάρχει

    η λύση βρίσκεται στη μεταφυσική

    νιώθω κάπως άβολα με το παρόν
    πρέπει να κοιτάζομαι πιο συχνά στον καθρέφτη

    Νίκος Ερηνάκης -Σύντομα όλα θα καίγονται και θα φωτίζουν τα μάτια σου- Printa/Ροές

    • ….Αστείρευτη!… Δεν έχω κάτι άλλο να προσθέσω…Bravissima Aggeliki!… Τώρα ψάχνω για την επόμενη ανάρτηση!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: