Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (185ο): «Φως»…

  1. Ήθελα να δώσω φως και συγκίνηση

σε όσους είναι σαν κι εμένα καμωμένοι

Κ.Π. Καβάφης

 

***

  1. Εδώ το φως Σε τούτα εδώ τα μάρμαρα κακιά σκουριά δεν πιάνει
    μηδέ αλυσίδα στου Ρωμιού και στου αγεριού το πόδι

    Εδώ το φως εδώ ο γιαλός χρυσές γαλάζιες γλώσσες
    στα βράχια ελάφια πελεκάν τα σίδερα μασάνε

Γιάννης Ρίτσος, Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας

 

***

  1. ΕΤΗ ΦΩΤΟΣ

Οι απέραντες εκτάσεις μετρημένες
μ’ έτη φωτός, δεν μου λένε τίποτα.
Εσύ ήσουνα λίγα μέτρα μακριά
και δεν μπορούσα να σ’ αγγίξω
σαν απλησίαστο απλανή αστέρα.

TITOΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ

***

  1. Τελευταίο Φως

Πώς θα φύγεις μέσα στην τρελαμένη νύχτα;
Ένα χέρι σφίγγει σα λεπίδα το τελευταίο φως.
Πώς  θ’ αντικρίσεις το χειμώνα
με λίγες μέρες περσινού καλοκαιριού;
Υπάρχει ένα νεκρός σ’ όλο το μάκρος των ματιών
υπάρχει ένας νεκρός αβόλευτος στα ρούχα σου.
Πρωί -πρωί οι οδοκαθαριστές βουλώνουν με κουρέλια
τις τρύπες που ανοίξαν τα φιλιά.

ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ

***

  1. ΠΛΑΙΣΙΟ ΣΤΟ ΦΩΣ

Έβγα στο παραθύρι κρυφά απ’ τη μάνα σου
και κάνε πως ποτίζεις τη ματζουράνα σου

Ούτε μάνα εδώ, ούτε ένα χάδι,
ούτε μια γλυκιά κουβέντα, τα λόγια
φτάνουν αλλαγμένα στον προορισμό τους,
δεν φτάνουν, δεν ξεκινούνε καν, μένουν
στους τοίχους καρφωμένα να ψήνονται σαν τα χταπόδια.

Ούτε μάνα, ούτε μια γλάστρα να ποτίσεις,
γλυφό νερό, αρμυρός αγέρας, τα πρόσωπα
παίρνουν μιαν όψη αγάλματος έτσι που δένεται
η σάρκα με τ’ αλάτι-
μα εσύ ακόμα έβγαινες τα πρωινά στο παραθύρι
τυλιγμένη τη ζεστή αντηλιά του ύπνου
και μέσα απ’ την τριανταφυλλιά σου νυχτικιά
ένα ποτάμι φως χυνόταν στη διψασμένη μέρα.

Τόσο σπάταλη στο φως – ίσως το μάντευες
που η αντοχή σου στέρευε.

TITOΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ, Λυσιμελής πόθος

Μανώλης Μητσιάς – Πώς να κρατήσω το φως που βασιλεύει

https://www.youtube.com/watch?v=BxJXEz7y8YM

  1. Και το ελάχιστο φως

Θέλει ν’ αφήνει ένα μικρό φως πίσω του είτε μπαίνοντας

στο σπίτι του είτε βγαίνοντας, είτε περπατώντας

στην πόλη ή και στην έρημο ακόμη. ξέρει: Ούτε μια

σταγόνα βροχής δεν πηγαίνει χαμένη. Ως και το αίμα

που πίνει, το μετράει η γης (ν’ αποδώσει λογαριασμό).

Κ’ οι στεναγμοί των μαρτύρων φωτίζουν το μέλλον.

 

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ  ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

 

 ***

  1. Τά στοιχειώδη

Τό φῶς γιά νά βλέπω καί ν’ ἀγαπῶ

τό βρίσκω παντοῦ: Στό λίγο ψωμί,

στοῦ βουνοῦ τή γυμνότητα, στό λουλούδι τῆς γλάστρας,

στό νερό τῆς πηγῆς, στό γιομάτο εὐγένεια

ἀεράκι πού ἔρχεται καί θωπεύει τήν κούραση

τῶν χεριῶν μου, στό λίγο ἐχέμυθο φῶς

τοῦ σπιτιοῦ μου τή νύχτα, στήν παρουσία

τοῦ ἄλλου ἀνθρώπου πού προχωρεῖ

στό ἀντικρυνό πεζοδρόμιο, στό ἄξαφνο

ἔγχρωμο βεγγαλικό τῆς φωνῆς

ἑνός παιδιοῦ πού δέν φαίνεται.

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ, ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ (2ος τόμος) ενότητα ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

 

 ***

  1. Το φως

Έγινε σήμερα τόσο

φως

που οι τυφλοί

καθισμένοι στις πέτρες

τ’ ακούν σαν κελάηδημα.

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

  1. ἈποκατάστασηΣ’ ἕναν κόσμο πού τίποτα δέν ξέρει ἀπό φῶς,
    ἦταν βέβαιο πώς δέν θά μέ γνώριζαν.
    Εἶχα ἔρθει ἀπ’ τό μέλλον μέ πρόσωπο
    ἀλλιώτικο κ’ ἐκεῖ πού ὁ πόλεμος λεγόταν
    εἰρήνη, δέν εἶχα τόπο. Ὡστόσο τό μέλλον
    ἐκεῖνο θά ρθεῖ. Κ’ οἱ πύλες θ’ ἀνοίξουν,
    συνοδευόμενη ἀπό παιδικές φυσαρμόνικες,
    νά περάσει ἡ πομπή μέ τήν ποίηση-ἀγάπη
    πού ἀπό αἰώνα σέ αἰώνα δέν θά πάψει
    νά ραίνει τό χῶμα μέ φῶς

BΡETTAKOΣ, ΤΟ ΧΡΥΣΟ ΑΜΑΞΙ, 2000

 

***

  1. Κάτω π σκις κα φτα

Τὸν καιρὸ ποὺ γεννήθηκα-
κεῖνα τὰ χρόνια, μοῦ ῾χε ὁ Θεὸς
φυλάξει τὰ δέντρα. Ἦταν ἀστέρια στὸν οὐρανό…
Μπροστά μου ὁ Ταΰγετος στεκόταν ἀνέπαφος…
Ἦταν ὁ κόσμος τοῦτος τόσο ὄμορφος, ποὺ μπέρδευε εὔκολα
κανεὶς τὰ φαινόμενα…
Τὸν καιρὸ ποὺ γεννήθηκα-κεῖνα τὰ χρόνια,
δὲν πλανιότανε οὔτε ὑποψία κακῆς φωτιᾶς στὸν ὁρίζοντα.

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ  ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

***

  1. Το άλλο φως

Ονειρευόμουν ένα φως
που θα βυθίζεται βαθιά
στων σπλάχνων τη σιωπή
θα καταυγάζει τις πηγές της θλίψης
κι έπειτα θ’ ανεβαίνει σοβαρό
θ’ ανοίγει διάπλατα τις πόρτες
κι η νύχτα θ’ αγριεύει
άγρια θηρία θα πισωπατούν
δείχνοντας δόντια στραφτερά
Κι εκείνο θα βαδίζει αργά
με τον ρυθμό του πεπρωμένου
ώσπου να φτάσει εκεί στο κέντρο
εκεί που κρίνονται τα πάντα
φωτίζονται κι εξαργυρώνονται
ή χάνονται κάτω απ’ το βάρος
του φοβερού φωτός

Τάσος Φάλκος, Σχεδιάσματα με φως, εκδ. Ζήτρος, 2005

***

  1. Το φως και το νερό

Νέος αγάπησα το φως

Πώς όμως να το παραβάλω με τ’ ακοίμητο νερό;

Εγώ μες στο νερό γεννήθηκα

κάτω απ’ το σύννεφο και τον αέρα

Και πώς να κατοικήσω μες στο φως;

Θα με συνέτριβε μόνο σε μια στιγμή!

Έτσι λοιπόν κάθομαι εδώ κι αντανακλώ το φως

με τη νερένια ύπαρξή μου.

Τάσος Φάλκος, Σχεδιάσματα με φως

 

***
 

  1. Τo φως πλημμυρίζει το σπίτι

Έξω απ’ το παράθυρο στέκει το μακρύ ζώο της άνοιξης
ο διαφανής δράκος από φως ήλιου
περνά γρήγορα από μπροστά μας σαν ατέλειωτο
προαστιακό τρένο – δεν προλάβαμε καθόλου να δούμε το
κεφάλι του.
Οι βίλες της παραλίας μετακινούνται κατά πλάτος
είναι περήφανες σαν καβούρια.
Ο ήλιος κάνει τ’ αγάλματα να βλεφαρίσουν.
Η πύρινη θάλασσα που μαίνεται στο διάστημα
διαπερνά τη γη και γίνεται χάδι.
Η αντίστροφη μέτρηση έχει αρχίσει.

TOMAS TRANSTROMER,  Η πένθιμη γόνδολα, μτφρ. Βασίλης Παπαγεωργίου, Νεφέλη 2000

***

  1. ΚΑΙ ΜΕ ΦΩΣ ΚΑΙ ΜΕ ΘΑΝΑΤΟΝ (3)

Είσαι νέος – το ξέρω – και δεν υπάρχει τίποτε.
Λαοί, έθνη, ελευθερίες, τίποτε.
Όμως ε ί σ α ι. Και την ώρα που
Φεύγεις με το ‘να πόδι σου έρχεσαι με τ’ άλλο

Ερωτοφωτόσχιστος

Περνάς θέλεις – δε θέλεις
Αυλητής φυτών και συναγείρεις τα είδωλα
Εναντίον μας. Όσο η φωνή σου αντέχει.

Πώς της παρθένας το τζιτζίκι όταν το πιάνεις
Πάλλονται κάτω απ’ το δέρμα σου οι μυώνες
Ή τα ζώα που πίνουν κι ύστερα κοιτούν
Πώς σβήνουν την αθλιότητα: ίδια εσύ
Παραλαμβάνεις απ’ τους Δίες τον κεραυνό
Και ο κόσμος σού υπακούει. Εμπρός λοιπόν

Από σένα εξαρτάται. Τάχυνε την αστραπή

Πιάσε το ΠΡΕΠΕΙ από το ιώτα και γδάρε το ίσαμε το πι.

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ «Ο ΜΙΚΡΟΣ ΝΑΥΤΙΛΟΣ» Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ

Εδώ το φως, Νταλάρας

https://www.youtube.com/watch?v=r8hliBm-TSc

  1. να γυρίζεις στο φως

ποτέ άλλοτε το πράσινο
δεν ήταν τόσο πράσινο
τόσο εκθαμβωτικά γαλάζιο το γαλάζιο

να γυρίζεις στο φως
σαν το μικρό παιδί
εκστατικά να ανακαλύπτεις
τα δέντρα και τη θάλασσα
ήχους και αρώματα
ένα χαμόγελο
θαύματα καθημερινά τριγύρω

να γυρίζεις στο φως
πρώτη φορά να είναι ωραίος
τόσο μεθυστικά ωραίος ο κόσμος

Τόλης Νικηφόρου, Μια κιμωλία στον μαυροπίνακα, 2012

 

 ***

  1. 16. το τελευταίο φως γλυστρούσε κατακόκκινοαπ’ το μισάνοιχτο παράθυρο

το τελευταίο φως γλυστρούσε κατακόκκινο

και πυρπολούσε το ελάχιστο διάστημα

ανάμεσα στην πόρτα και το πάτωμα,

απελπισμένο,

σαν κάτι να ζητούσε,

σαν κάτι νάθελε να πει στα παιδικά μου μάτια,

όμως εγώ δεν ήξερα το χρώμα του,

αγνοούσα τη φωνή του,

κι έμεινα εκεί αμίλητος

να το κοιτάζω εκστατικά

να αργοσβήνει

κάτω απ’ την πόρτα

στο δωμάτιο του βάθους

TOΛΗΣ  ΝΙΚΗΦΟΡΟY

***

  1. πράσινα αινίγματα στο φωςαν ήταν ξαφνικό φτερούγισμα οι λέξεις
    και απαλή σκιά
    στα κουρασμένα βλέφαρα του οδοιπόρου
    κι ακόμη αν ήταν
    ήχος και λάμψη
    πράσινη επίκληση της γης στον ουρανό
    λέξεις κοινές
    κι όμως εκστατικές σαν θαύμα
    τότε θα έγραφα ένα μικρό τραγούδι
    να ψιθυρίζει και ν’ αστράφτει
    στα δέντρα όπως τα φύλλα

    θα έγραφα ένα βελούδινο άγγιγμα
    αινίγματα και μυστικά στο φως

    ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ, Μυστικά και θαύματα ο ανεξερεύνητος λόγος της ουτοπίας (2007)

***

  1. βυθισμένοι σε αχνά χαμόγελα και φωςμέσα σε πολύχρωμα αδιάβροχα και ζεστούς σκούφους
    φορώντας τις μαγικές τους μπότες
    βυθισμένοι σε αχνά χαμόγελα και φως
    κάθε πρωί εισπλέουν στο νηπιαγωγείο της γειτονιάς
    οι άγγελοι που δεν γνωρίσαμε
    σαν μπίλιες απ’ τις τσέπες τους
    στο χώμα απλώνουν όλα τ’ αστέρια τ’ ουρανού
    μας δείχνουν τον θεό που δεν πιστέψαμε
    σκορπίζουν στον αέρα θαύματα που δεν αξίζουμε
    με μιαν ανάσα τους στηρίζουν την ετοιμόρροπη ζωή μας

    ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ, Χώμα στον ουρανό (1998)

***

19 .  ΓΙΑΤΙ ΤΟ ΦΩΣ


υμνώ το φως
για να εξορκίσω το σκοτάδι
γιατί πίσω απ’ το κόκκινο
και το βαθύ γαλάζιο
κυλάει ένα ποτάμι θλίψης

υμνώ το φως
σαν χάδι στο παιδί
που ακόμα ελπίζει μέσα μου
σαν κάποια λύτρωση
απ’ τα πολλά μου τραύματα

υμνώ το φως
γιατί είμαι πλάσμα του βυθού
που απώλεσε τον ουρανό
και τον αναζητά
και τον επικαλείται απελπισμένα

υμνώ το φως
γιατί  το φως πηγάζει μέσα μου
γιατί δεν έχω άλλη πατρίδα

TOΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ

***

  1. ΕΝΑ ΠΡΩΤΟ ΦΩΣ

από λέξη σε λέξη
από εικόνα σε εικόνα
στα τραύματά μου επάνω
ακροβατώντας

ως κάτι μακρινό και ανέγγιχτο
στα τρίσβαθα της μνήμης

ο νους μου έχει μάθει από παλιά
με συνειρμούς και άλματα
ν’ αυτονομείται και να ταξιδεύει
αιφνίδια ν’ ακολουθεί
δικές του μυστικές διαδρομές

σε κάθε επικίνδυνη στροφή
αναζητώντας
σε κάθε σκοτεινή παγίδα ή βάραθρο
παρήγορο
λυτρωτικό
ένα πρώτο φως

TOΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ

 ***

21 .  σαν να κρατάτε με τα χείλη μιαν αχτίδα φως

προφέρετε τις λέξεις απαλά
σαν να κρατάτε με τα χείλη μιαν αχτίδα φως

και σταθερά
σαν μια μπουκιά ψωμί στα δόντια
ύστερα αφήστε τις να περιπλανηθούν στην ερημιά
για λίγο σ’ άγριες γειτονιές
κι εκεί που ζουν και μεγαλώνουν τα παιδιά στο χώμα

προφέρετε τις λέξεις απαλά
με τα δικά τους σχήματα
με τις δικές τους μουσικές και εικόνες
σαν να κρατάτε με τα χείλη μιαν αχτίδα φως
ή την ψυχή του ναυαγού
όταν μοναχική επιστρέφει στην πατρίδα

TOΛΗΣ  NIKHΦOΡOY

Καλλιόπη Βέττα -Λίμνη το φως

https://www.youtube.com/watch?v=usFz82A5m2o

  1. ΤΟ ΦΩΣ ΔΕΝ ΚΑΙΕΙ

Μέρες απλήρωτες
επισκέφθηκαν την πικρή πατρίδα μου
Δείξαν τα δόντια τους
στο ασημένιο πεζοδρόμιο
ρίξαν φωτιά στις κάμερες που απεργούσαν
για να γεννήσει ο φόβος
μια νέα υποταγή.
Μέρες αγέλαστες
μάζεψαν απ τα σκουπίδια
την αξιοπρέπεια μας
την βούτηξαν σ’ ένα ποτήρι με αίμα
και έκαναν πρόποση στα σκυλιά των δρόμων.
(Μέρες πέτρινες
γυρίζουν ταινία την ζωή μας
-έντονοι διάλογοι
με δάκρυα στα μάτια
της τυφλής παρουσιάστριας-
δεσμεύουν την ελευθερία
στα καμαρίνια
ενός ιδεατού θεάτρου
που δεν παύει να είναι θέατρο).
Μέρες που ξύπνησαν
για να εξημερώσουν την ντροπή
και την ανατολή να ξεπαστρέψουν
επισκέφθηκαν την πικρή πατρίδα μου.
Κι αυτή ούτε ένα σπασμένο δόντι
δεν κατάφερε να μας επιστρέψει.

ΑΝΤΡΕΑΣ ΤΣΙΑΚΟΣ

 

Όλα στο φως – Ελευθερία Αρβανιτάκη

https://www.youtube.com/watch?v=fcnb3MB6yKA

  1. Θα φωτιστούν όλοι μα όχι στη σειρά

Θα φωτιστούν όλοι μα όχι στη σειρά, κάπως άτακτα.
Όπως οι μύγες πάνω στο μπέικον της σελήνης. Σαν ένα
μπουλντόγκ δεμένο στο κελάρι. Τι είναι αυτό
που έπαψε να λειτουργεί˙
το κλισέ, ο ήχος των ζαριών στην κόλαση
ο θάνατος ακροβάτης
στο νήμα που έπρεπε να ‘χει κοπεί.
Μες στο χαρμάνι των χαμών που ασπρίζουν τα μαλλιά
της ψυχής μία παλιά κουρελιασμένη κούκλα
παίζοντας λίγο πιάνο
μας κλέβει
τον βότρυν.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΛΕΙΒΑΔΑΣ,  Άτη – Σκόρπια ποιήματα 2001-2009, Κέδρος 2010
***

  1. Το φωςΚαι στα πιο σκοτεινά λαγούμια
    τα πιο βαθιά
    τα πιο λησμονημένα
    έρχεται κάποτε
    ωσάν σε διάλειμμα
    κι όταν κανείς πια τίποτε δεν περιμένει
    θαυματουργό
    παρήγορο
    το φως.

    Ανέστης Ευαγγέλου, Το διάλειμμα (1976)

     

     

    *Σημείωση: η ανάρτηση είναι προσφορά της καλής μου φίλης (και συνεργάτιδας στο μπλογκ), Αγγελικής!

Advertisements

Single Post Navigation

12 thoughts on “Πες το με ποίηση (185ο): «Φως»…

  1. Καλησπέρα

    «Αν θες το φως, βρες και άνοιξε τα χαμένα παράθυρα»
    Του Χρήστου Τσαγκάρη // *

    «Ανάγκη σκιαμαχείν απολογούμενον» (Πλάτωνας, «Απολογία Σωκράτους»)

    Όταν μιλάς, απολογείσαι σε ίσκιους.

    Δεν ο ήχος που ακούς όταν σπας το κενό συναρμόττοντας φθόγγους και λέξεις.

    Είναι που κάθε σου μέρα οφείλει – αν θέλει να λέγεται μέρα – να σκεπάσει τη νύχτα.

    Δεν διώχνεις το σκοτάδι σιωπηλά γιατί η νύχτα είναι η απόρθητη σιωπή.

    Νύχτα είναι το μαχαίρι που καρφώνεται στην πλάτη του χρώματος.

    Όταν μιλάς, απολογείσαι σε ίσκιους.

    Είσαι σε ένα σπίτι με τα μάτια κλειστά και τις κουρτίνες μπροστά στα παράθυρα.

    Το σκοτάδι σε φοβίζει. Και όμως δεν θα το διώξεις, αν δεν το αντικρίσεις κατάματα.

    Δεν αρκεί να διαβάζεις με ένα μικροσκοπικό φακό βυθισμένος στη σιωπή.

    Ένα σπίρτο δεν φέρνει το ξημέρωμα.

    Αν θες το φως, βρες και άνοιξε τα χαμένα παράθυρα.

    Να ξέρεις ότι έχεις μπροστά σου ατέλειωτους ίσκιους που σε ειρωνεύονται.

    Μαχαίρωσε τη νύχτα, δέσε τους ίσκιους. Δεν θα μπορέσεις. Ακούς από τώρα το γέλιο τους.

    Δεν θα διώξεις τα φαντάσματα απειλώντας τα.

    Αν θες το φως, βρες και άνοιξε τα χαμένα παράθυρα.

    Είσαι σε ένα σπίτι με χιλιάδες παράθυρα και τη νύχτα ανεβασμένη στο θρόνο της.

    Αν θες το φως, άνοιξε τα παράθυρα.

    Και από κάθε σχισμή, φαίνονται ακτίνες συμπαραστάτες σου.

    Και κάθε ακτίνα είναι λιοντάρι κομμένο από τον θρόνο της νύχτας.

    Αν θες το φως, ψάξε το δρόμο που φεύγει από σένα και πηγαίνει στον άλλον,

    Και από τον άλλον σε άλλον και έτσι κάποτε γυρνάει σε σένα.

    Και τότε δεν είσαι μόνος σου αλλά μαζί με πολλούς.

    Αν θες το φως, βρες και άνοιξε τα χαμένα παράθυρα.

    Πολλά χέρια θα ανοίξουν πιο γρήγορα τα παράθυρα.

    Πολλά χέρια θα φέρουν περισσότερες ακτίνες.

    Και όσο ανοίγουν παράθυρα, τόσο προχωρά ο δρόμος που άρχισες,

    Και ανοίγει το πέρασμα για να ανέβει ο ήλιος.
    Και είσαι πια σε ένα σπίτι με χιλιάδες ανοιγμένα παράθυρα να καλωσορίζουν τον ήλιο.

    Και η μέρα που ξυπνά βγάζει τις αλυσίδες της ,

    και τις φορά στα σκυλιά της Εκάτης.

    ΤΟ ΦΩΣ ΝΙΚΑΕΙ ΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ

    Η επιβίωση της ανθρωπότητας δεν
    έχει οριστικά κριθεί

    ποιος νικητής θα βγει ποιος θα επικρατήσει ;
    αν οι μέλισσες εξαφανιστούν
    και ο άνθρωπος θα ακολουθήσει
    Ο Ήλιος θα επικρατήσει ή το Φεγγάρι;
    ο Φάνητας θα μας φωτίσει ή το Λυχνάρι;
    στο Πνεύμα θα πάμε ή στο θεοκρατικό
    σκοτάδι
    θα μας διαλύσει ο τρομοκράτης και τζιχαντιστής;
    και τα συμφέροντα που κρύβονται πίσω τους
    στη Δύση και Ανατολή
    ή η Επιστήμη θα μας οδηγήσει στο σωστό αχνάρι ;
    Κάνουν λάθος όσοι ονειρεύονται παγκόσμιες κατακτήσεις
    η παγκόσμια Αμφικτυωνία πόλεων-κρατών είναι η λύση
    μέσα από τον διάλογο η δημοκρατία θα ξεπηδήσει
    μόνον δια της συνεργασίας η ανθρωπότητα θα ευδοκιμήσει
    Το κακό από την αμορφωσιά ξεκινάει
    και από τις θεοκρατικές προκαταλήψεις;
    η Βίβλος φυλακισμένο το Ελληνικό Πνεύμα κρατάει
    σε πολέμους, ολοκαυτώματα
    γενοκτονίες και στην αλληλοσφαγή μας πάει
    Η Δύση χωρίς μπούσουλα το Μαμμωνά προσκυνάει
    από το Ισλάμ νέες πληθυσμιακές στρατιές τώρα κουβαλάει
    στο Μεσαίωνα ξεστράτισε και στις υλιστικές απολαύσεις
    πάει για διάλυση αν πορεία δεν αλλάξει ;
    Λησμόνησαν τον άνθρωπο τους αριθμούς μετράνε
    τον υπερπληθυσμό δεν σταματούν πολέμους ξαμολάνε
    Το Ελληνικό Πνεύμα σίγουρο σωσίβιο
    την κατάλληλη στιγμή
    η Δύση θα πιαστεί για να σωθεί
    ή θα αυτοκτονήσει ;
    μέσα στα φουρτουνιασμένα κύματα
    ενός θρησκευτικού πολέμου θα λειώσει και θα σβήσει;
    Πρίν 10.000 χρόνια ο κόσμος ήταν ενωμένος
    στην Αιγηίδα το Πελασγικό γένος ζούσε τρισευτυχισμένο
    η ανεξιθρησκία ήταν κάτι το ευνόητο και δεδομένο
    όταν βυθίστηκε η Αιγηίδα από κοσμολογική καταστροφή
    λαός της θάλασσας οι Πελασγοί
    άλλοι σώθηκαν στην Αρκαδία
    κι’ άλλοι έφυγαν στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα
    με πλοία
    Σήμερα αποκαλύπτουμε τα ίχνη τους
    σ’ όλες τις ηπείρους σ’ όλα τα σημεία
    τον προηγμένο τους πολιτισμό
    δειλά φέρνει στην επιφάνεια η Αρχαιολογία
    (σβάστικες, ρόδακες, μέδουσες γοργόνες κ.α)
    αρχέτυπα σύμβολα πανάρχαιας Πελασγικής παρουσίας
    παρότι το κατεστημένο αρνείται να τα δεχθεί
    και τα παραχαράσσει με μοχθηρία
    Καιρός ο απανταχού Πελασγός να κινητοποιηθεί
    την ταυτότητα του να ξανάβρει
    ενωμένη η λευκή φυλή στο προσκήνιο να βγει
    από το πηχτό εβραϊκό σκοτάδι
    Με μνημόνια μας αφανίζει ο Οβριός
    με τη δολερή διχόνοια μας ρημάζει
    τέρμα στου λευκού γένους την αλληλοσφαγή
    όχι άλλοι ηγέτες δουλικοί , αργυρώνητοι και φαύλοι
    Ενωμένοι να πολεμήσουμε το θεριό
    ψόφιο είναι μην σε τρομάζει
    ο κόσμος επανελληνίζεται γοργά ,
    το Φως νικάει το σκοτάδι
    πρώτη η Αμερική θα σύρει το χορό
    η Ασία ακολουθάει

    Κωνσταντίνος Κωνσταντινίδης
    Συγγραφεύς-Ποιητής
    Μέλος της Εταιρείας Ελλήνων λογοτεχνών

    Φως του φεγγαριου
    Η ψυχή σας είναι ένας τόπος εκλεκτός
    όπου πηγαίνουν θελκτικές μάσκες και μπεργκαμάσκες*
    παίζοντας το λαούτο και χορεύοντας και σχεδόν
    θλιμμένες κάτω από τις φανταχτές τους μασκαράτες.

    Πάντοτε τραγουδώντας σε κλίμακες μινόρε
    τον πορθητή έρωτα και την πρόσφορη ζωή
    δεν έχουν τον αέρα όσων στην ευτυχία τους πιστεύουν
    και το τραγούδι τους μπερδεύεται στη φεγγαροβολή,

    στο ήρεμο φως του φεγγαριού θλιμμένου και ωραίου,
    που κάνει να ονειρεύονται στα δέντρα τα πουλιά
    και μ’ έκσταση να σπαρταρούν νερένια συντριβάνια,
    τ’ ανάμεσα στα μάρμαρα εύκαμπτα των συντριβανιών νερά.

    μετάφραση: Μαρία Θεοφιλάκου
    Paul Verlaine
    1844-1896

  2. Ciao Aggeliki!!!!…. Υπέροχη η ανάρτησή σου!!!…Grazie mille!!!!!

    -«Λιγοστεύουν στὰ μάτια οἱ στέγες τῶν πουλιῶν
    Φῶς πάλι φῶς ἡ ψυχὴ ποὺ μάχεται
    Ὑπερήφανη κλαγγή μακρυά τοῦ κόσμου
    Ὅπλο καὶ σφρίγος!

    Κι ἡ ἀλήθεια ἡ φούχτα τοῦ νεροῦ
    Καθαροῦ πρὶν ἀπ’ τὴ δίψα
    Στὸ ἄπειρο.»
    (Ο. Ελύτης)

    -Ο. Ελύτης, «ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ»

    «Πρὶν ἀπ’ τὰ μάτια μου ἤσουν φῶς
    Πρὶν ἀπ’ τὸν Ἔρωτα ἔρωτας
    Κι ὅταν σὲ πῆρε τὸ φιλὶ
    Γυναῖκα!»

    -«…Κι ἂν δεν εἶναι τὸ χέρι σου στὸ χέρι μας
    Κι ἂν δεν εἶναι τὸ αἷμα μας στὶς φλέβες τῶν ὀνείρων σου
    Τὸ φῶς στὸν ἄσπιλο οὐρανό
    Κι ἡ μουσική ἀθέατη μέσα μας ὤ! μελαγχολική
    Διαβάτισσα ὅσων μᾶς κρατᾶν στὸν κόσμο ἀκόμα
    Εἶναι ὁ ὑγρός ἀέρας ἡ ὥρα τοῦ φθινοπώρου ὁ χωρισμός
    Τὸ πικρό στήριγμα τοῦ ἀγκῶνα στὴν ἀνάμνηση
    Ποὺ βγαίνει ὅταν ἡ νύχτα πάει νὰ μᾶς χωρίσει ἀπὸ τὸ φῶς
    Πίσω ἀπὸ τὸ τετράγωνο παράθυρο ποὺ βλέπει πρὸς τὴ θλίψη
    Ποὺ δὲ βλέπει τίποτε
    Γιατι ἔγινε κιόλας μουσική ἀθέατη φλόγα στὸ τζάκι χτύπημα τοῦ μεγάλου ρολογιοῦ στὸν τοῖχο
    Γιατι ἔγινε κιόλας
    Ποίημα στίχος μ’ ἄλλον στίχο ἀχός παράλληλος μὲ τὴ βροχή δάκρυα καὶ λόγια
    Λόγια ὄχι σὰν τ’ ἄλλα μὰ κι αὐτά μ’ ἕνα μοναδικό τους προορισμόν: Ἐσένα!»
    (Ο. Ελύτης, «Ελένη», απόσπασμα)

    ………………….

    -Γ. Σεφέρης, «ΤΟ ΦΩΣ»

    Καθώς περνούν τα χρόνια
    πληθαίνουν οι κριτές που σε καταδικάζουν·
    καθώς περνούν τα χρόνια και κουβεντιάζεις με λιγότερες φωνές,
    βλέπεις τον ήλιο μ’ άλλα μάτια·
    ξέρεις πως εκείνοι που έμειναν, σε γελούσαν,
    το παραμίλημα της σάρκας, ο όμορφος χορός
    που τελειώνει στη γύμνια.
    Όπως, τη νύχτα στρίβοντας στην έρμη δημοσιά,
    άξαφνα βλέπεις να γυαλίζουν τα μάτια ενός ζώου
    που έφυγαν κιόλας, έτσι νιώθεις τα μάτια σου·
    τον ήλιο τον κοιτάς, έπειτα χάνεσαι μες στο σκοτάδι·
    ο δωρικός χιτώνας
    που αγγίξανε τα δάχτυλά σου και λύγισε σαν τα βουνά,
    είναι ενα μάρμαρο στο φως, μα το κεφάλι του είναι στο σκοτάδι.
    Κι αυτούς που αφήσαν την παλαίστρα για να πάρουν τα δοξάρια
    και χτύπησαν το θεληματικό μαραθωνοδρόμο
    κι εκείνος είδε τη σφενδόνη ν’ αρμενίζει στο αίμα
    ν’ αδειάζει ο κόσμος όπως το φεγγάρι
    και να μαραίνουνται τα νικηφόρα περιβόλια·
    τους βλέπεις μες στον ήλιο, πίσω από τον ήλιο.
    Και τα παιδιά που κάναν μακροβούτια απ’ τα μπαστούνια
    πηγαίνουν σαν αδράχτια γνέθοντας ακόμη,
    σώματα γυμνά βουλιάζοντας μέσα στο μαύρο φως
    μ’ ένα νόμισμα στα δόντια, κολυμπώντας ακόμη,
    καθώς ο ήλιος ράβει με βελονιές μαλαματένιες
    πανιά και ξύλα υγρά και χρώματα πελαγίσια·
    ακόμη τώρα κατεβαίνουνε λοξά
    προς τα χαλίκια του βυθού
    οι άσπρες λήκυθοι.
    Αγγελικό και μαύρο, φως,
    γέλιο των κυμάτων στις δημοσιές του πόντου,
    δακρυσμένο γέλιο,
    σε βλέπει ο γέροντας ικέτης
    πηγαίνοντας να δρασκελίσει τις αόρατες πλάκες
    καθρεφτισμένο στο αίμα του
    που γέννησε τον Ετεοκλή και τον Πολυνείκη.
    Αγγελική και μαύρη, μέρα·
    η γλυφή γέψη της γυναίκας που φαρμακώνει το φυλακισμένο
    βγαίνει απ’ το κύμα δροσερό κλωνάρι στολισμένο στάλες.
    Τραγούδησε μικρή Αντιγόνη, τραγούδησε, τραγούδησε…
    δε σου μιλώ για περασμένα, μιλώ για την αγάπη·
    στόλισε τα μαλλιά σου με τ’ αγκάθια του ήλιου,
    σκοτεινή κοπέλα·
    η καρδιά του Σκορπιού βασίλεψε,
    ο τύραννος μέσα απ’ τον άνθρωπο έχει φύγει,
    κι όλες οι κόρες του πόντου, Νηρηίδες, Γραίες
    τρέχουν στα λαμπυρίσματα της αναδυομένης·
    όποιος ποτέ του δεν αγάπησε θ’ αγαπήσει,
    στο φως· και είσαι
    σ’ ένα μεγάλο σπίτι με πολλά παράθυρα ανοιχτά
    τρέχοντας από κάμαρα σε κάμαρα, δεν ξέροντας από που να κοιτάξεις πρώτα,
    γιατί θα φύγουν τα πεύκα και τα καθρεφτισμένα βουνά και το τιτίβισμα των πουλιών
    θ’ αδειάσει η θάλασσα, θρυμματισμένο γυαλί, από βοριά και νότο
    θ’ αδειάσουν τα μάτια σου απ’ το φως της μέρας
    πως σταματούν ξαφνικά κι όλα μαζί τα τζιτζίκια.
    Πόρος, «Γαλήνη», 31 του Οχτώβρη 1946
    (Γ. Σεφέρης, Ποιήματα, Ίκαρος)

    …………….

    -«Εμείς δεν ξέρουμε τι είναι η ομίχλη.
    Εμείς που λες όλα τα φτιάχνουμε στο φως».
    (Γ. Ρίτσος)

    -Γ. Ρίτσος, «Φως»

    «Ένα κλαδάκι μυγδαλιάς
    μπρος στο παράθυρο
    ένα κλαδάκι μοναχά
    σου κρύβει το μισό χωριό.

    Ο έρωτας με την παλάμη του
    σου κρύβει όλο τον κόσμο.

    Μένει το φως μονάχα.»
    (Γ. Ρίτσος, Ποιήματα, τ. 3ος, Κέδρος)

    -Γιάννης Ρίτσος, «Η ραψωδία του γυμνού φωτός» (απόσπασμα)

    Ι

    «Είμαστε εμείς που κλάψαμε πάνω απ’ τη θάλασσα
    εμείς που μετρήσαμε τη θάλασσα σταγόνα τη σταγόνα
    εμείς που χαράξαμε τα χνάρια μας πλάι στη βροχή
    για να στεριώσουμε τούτο το γεφύρι στις δυο άκρες του ορίζοντα.

    Όνειρο λέφτερο στην κυριαρχία των ανέμων
    όνειρο μοιρασμένο σ’ όλες τις φωνές
    για να ξανασυνθέσουμε το πρόσωπο της θάλασσας
    πίσω απ’ το τελευταίο σύνορο.

    Τώρα για να περάσεις τούτο το ακρογιάλι
    για να κοιμίσεις το πένθος μετρημένο με τα δάχτυλα της βραδιάς
    αγρύπνησε τη φλόγα σου πάνω απ’ τη δόξα
    με τις περιπλανήσεις με τις επιστροφές
    πάντα στο ίδιο σημείο ενός έκθαμβου αγγέλου
    που κάθε τόσο αθετεί μ’ έκταση την πληγή του.

    Μέσα στο δάσος ονειρεύονται τ’ αγάλματα
    και μιλούν τη φωνή μας
    και μιλάμε τη φωνή της αυριανής αγάπης
    ανάμεσα στα χρώματα του δειλινού και στα νερά
    που δε μπορούν να φυγαδέψουν τη μορφή τους απ’ τα χέρα μας.
    Μα δε σου φτάνει ο ίσκιος σου στο χώμα.
    Το χώμα κι ο ίσκιος σου δεμένα μες στο φως
    κι ο ουρανός που επαληθεύει τα μεγάλα βήματα μες στο τραγούδι μας –
    στο ίδιο τραγούδι θάνατος και αθανασία.»

    (Από τη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα [Α’ Τόμος], 1978)

    -Γ. Ρίτσος, «Φωτεινή ατονία»

    «Ήσυχες μέρες κάτω από τις μικρές στοές των τζιτζικιών.
    Ο ταχυδρομικός διανομέας δεν περνάει. Οι μόνες μας ειδήσεις
    ένα άνθος που άνοιξε στον κήπο με τα κάγκελα, μια μέλισσα
    χαμένη μες στο χνούδι και στο βόμβο της. Χρυσό μεσημέρι,
    ζεστή ατονία, που τη διασχίζει κάποτε, χειροκροτώντας την
    με δυο φτερά πορτοκαλιά και μαύρα, μια μεγάλη πεταλούδα.»
    (Γ. Ρίτσος, Ποιήματα, τ. 4ος, Κέδρος)

    -Γ. Ρίτσος, «Φευγαλέος φωτισμός»

    «Στο σύρμα ανεμοδέρνονται οι φανέλες των ψαράδων.
    Οι καπνοδόχοι είναι μονάχοι, καταμόναχοι.
    Επάνω στο βαρέλι κάθεται ο τελωνοφύλακας.
    Η γριά απαγγιάζει στη γωνιά της μάντρας.
    Νωρίς ανάβουν τα ποδήλατα τα φώτα τους,
    τρέχουν στο δρόμο της ακρογιαλιάς μπροστά απ’ τον άνεμο
    φωτίζοντας για μια στιγμή της γριάς τα σταυρωμένα χέρια,
    την άσπρη μάντρα κι από πάνω της το κεφάλι του αγάλματος.»
    (Γ. Ρίτσος, Ποιήματα, τ. 4ος, Κέδρος)

    -«Η ΑΥΓΗ χαριτωμένη,
    με το τρυφερό φως της
    που δυναμώνει, δίνει
    στη νιότη σου μορφή.
    Όταν χαράζει η μέρα,
    είσαι το φως εσύ.

    -Το φως, που τραγουδώντας,
    γελάει μέσα στον ήλιο,
    και ντύνει με χρυσάφι
    το άπειρο έρωτά μου,
    το φως, καθαρό βέλος
    της έξαρσής σου.

    Γλυκό, το δειλινό,
    με το γαλήνιο φως του
    που χαμηλώνει, δίνει
    στη νιότη σου μορφή.
    Όταν πεθαίνει η μέρα,
    το σκότος είσαι εσύ.»

    -«Πεταλούδα από φως,
    ξεφεύγει η ομορφιά μόλις αδράχνω
    το ρόδο της.

    Ξωπίσω της τρέχω τυφλός…
    Την μισοπιάνω εδώ κι εκεί…

    Και μένει μες στη χούφτα μου
    το σχήμα της φυγής της.»
    (Χουάν Ραμόν Χιμένεζ, Επιλογές από την ξένη ποίηση, εκδ. ΣΟΚΟΛΗ)

    -Μανόλης Πρατικάκης, «Το φως που καίει»

    «Εκείνοι που άναβαν φωτιές δε ζούνε πια,
    άλλοι έπεσαν στα χαρακώματα, άλλοι γυρίσανε
    στα σπίτια προδομένοι, οι πιο πολλοί με χωνεμένα πρόσωπα
    σιωπηλοί’ προσεκτικοί ή ευνούχοι.
    Μένουν ακόμα οι στάχτες της φωτιάς μες στην ψυχή τους
    κι οι γλάροι να φυτεύουν κύκλους στην πικρή ερημιά.
    Μπορώ κάποτε να χαίρομαι τη μυστική ομορφιά σου
    εκείνο που χαμογελά στα μάτια σου αγέρωχα στο φόβο.
    Αυτό το φως που σε δείχνει, που σε σημαδεύει.
    Αυτό το φως που γυρίζει μέσα σου, η δροσερή φωτιά
    και δεν μπορεί να μείνει η σκέψη σου φτενή
    μια πεθαμένη φλούδα βραδινής ομίχλης
    το βαθύ σου στόμα σιωπηλό μέσα στις γάζες
    δεν είναι βολετό
    μ’ αυτά τα φλογισμένα στάχυα που κρατάς
    ακόμα και στον ύπνο σου να Υπάρξεις
    σε μια απλή στιγμή δική σου,
    μ’ αυτές τις κάννες που γυρεύουνε ολημερίς τα βήματά σου
    μ’ αυτή την ιερή πρόκληση των χεριών σου.
    Όταν τελειώνει το μελάνι
    και βουτάς την πένα
    στο χυμένο σου αίμα για να συνεχίσεις.
    Όταν τελειώνει η γύρη της φωτιάς
    και βάζεις ενέχυρο
    το δικό σου θάνατο για να μη σβήσει.»

    -Μανόλης Πρατικάκης, «Θητεία φωτός» (απόσπασμα)

    «…Εκεί στα λευκά σοκάκια θα ξαναγυρίσεις
    δροσερός έφηβος παιδί με το θαλασσινό πουκαμισάκι.
    Μ’ ένα βασιλικό στο αίμα σου μ’ ένα τριαντάφυλλο στο στόμα,
    μ’ ένα λευκό ανεμόμυλο στο πράσινο μυαλό
    που θα γυρίζει ανάποδα τα χρόνια.
    Η μνήμη θα λυθεί και θα γυρίσει φορτωμένη με Υακίνθους.
    Τα πράγματα θα σπαρταρούν πανάκριβα μέσα στον Ήλιο.
    Τα αγάλματα θα είναι το άρωμα μιας άλλης ζωής.
    Κι ύστερα απ’ τη βαθιά της μήτρα η μέρα θα ξαναπροβάλλει.
    Κατορεθωμένη στις αισθήσεις σου.
    Βαθιά
    Λυσίκομη
    Ελληνίδα.»

    (Μανόλης Πρατικάκης, Ποιήματα, Μεταίχμιο)

    Μίκης Θεοδωράκης, «Όταν το φως που καίει ανάμεσά μας δύσει»
    1943

    «Όταν το φως που καίει ανάμεσά μας δύσει
    τότε η μεγάλη θα σαλπίσει ψυχή των Ανέμων
    κι ο συντριμένος θρήνος των δειλών μας ελπίδων
    θα δέεται στους ουρανούς που θάχουν σβήσει
    θα προσκυνά τους ήλιους που πια δε θ’ανατείλουν.
    [ και θα καλεί τους ήλιους που πια δε θ’ανατείλουν.]

    Μάθε να λατρεύεις στο Φως τη χαρά!
    Μη τη ζητάς πέρ’απ’τον κύκλο της καρδιάς σου.
    Ας δύσει πια στους ουρανούς για ν’ανατείλει
    ανάμεσά μας ντυμένη τη γήινη πορφύρα.
    [Τίναξε απ’τα στήθη σου των υπερκόσμιων Παράδεισων
    την πλημμύρα.

    Τα ωραία και τα ευτυχισμένα να δέσουν πια
    στους ουρανούς

    Και ν’ ανατείλουν στο πλευρό σου
    ντυμένα τη γήινη πορφύρα.»
    (http://www.mikistheodorakis.gr/el/poems/?st=50&nid=4536)

  3. Φίλτατε Γρηγόρη, σ’ ευχαριστώ πολύ για το ωραίο σχόλιό σου!!!!

    -Γ. Ρίτσος, «Μιὰ πυγολαμπίδα ΦΩΤΙΖΕΙ τὴ νύχτα» (απόσπασμα)

    Σὰ νἄρθε φέτος ή Ἄνοιξη κλαμένη. // [] Ἥλιος πολύς
    δέν ἠταν πουθενά γιὰ νὰ ζεστά¬νουμε τὰ χέρια μας. /
    Μέσα μας ἕνα σπουργί¬τι κρύωνε. / [] Πεθυμήσαμε
    τ’ ἀγαθά μάτια τῶν μοσχαριῶν γιὰ νὰ κοιτάξουμε τὴ γῆ,
    τὸν ούρανό καὶ τὴν καρδιά μας…[]

    – – – -«…Ὧρες καλές, καθὼς τὸ χέρι τῆς μητέρας πάνου στὸ μέτωπο κοιμισμέ¬νου παιδιοῦ. / [] Τὸ γάλα ποὺ βράζει πλάι στὸ τζάκι, [] / τὸ δροσερό νερό στὰ κόκκινα μάγουλα καὶ στὰ σγουρά μαλλιά… [] / Ὁ ἄγγελος ποὔχαμε δῆ στὸν ὕπνο μας δέν ἠταν αὐστηρός. / Δέν κρατοῦσε μεγάλα κλειδιά νὰ κλειδώνῃ τὸ ντουλάπι τοῦ τοίχου μὲ τὰ πολλά γλυκά, τὸ στρογγυλό νεράντζι καὶ τὸ κίτρο. / Ἁπλός, γελούμενος καὶ ζωντανός, μ’ ἕνα στεφάνι στάχυα στὰ μαλλιά… / [] Θέ’ μου, πόσο γλυκά γελοῦσε ὁ ἄγγελός σου… / πόσο γλυκά γελούσαμε καὶ μεῖς!.. // [] Τότε μᾶς ἀγαποῦσε ὁ Χριστός, ὁ καλός Χριστός τοῦ σπιτιοῦ, τῆς μικρῆς ἀσβεστωμένης ἐκκλησιᾶς καὶ τοῦ δάσους. / [] Τὸ δέρμα του ἦταν ρό¬δινο σὰ μικροῦ κοριτσιοῦ καὶ μύριζε ὅλος πορτοκάλι. / Ἐρχόταν τὸ βράδυ ἀπ’ τὴ γυαλιστερή θάλασσα τῶν σταχυῶν, γιὰ νὰ μοιράσῃ στὰ ἥσυχα παιδιά παπα¬ροῦνες καὶ παιγνίδια. / Στὰ γαλανά του μάτια περνοδιαβαῖναν τὰ χαμόγελα, καθὼς περνοῦν στὸν πρωινό οὐρανό τὰ περιστέρια. / Κ’ ἐγὼ κ’ ἡ Ρηνούλα ἤμα¬στε φρόνιμα παιδιά. / Δέ λερώναμε τὰ χέρια μας μὲ χώματα. / Δέ βάφαμε τὰ μοῦτρα μας μὲ μοῦρα. / Διαβάζαμε τ’ ἀλφαβητάρι. / Ταΐζαμε τὰ πουλιά τ’ οὐρανοῦ / – καὶ μαθαίναμε νὰ τρῶμε τὰ χόρτα μὲ τὸ πηρούνι. / Γι’ αὐτό κι ὁ Χριστός μᾶς χάιδευε τὰ βράδυα στὰ μαλλιά κι ἀποκοιμιόμαστε ἥσυχα κάτου ἀπ’ τὴ θαλασσιά κληματαριά, ποὺ βάραινε ἀπ’ τὰ ὁλόχρυσα τσαμπιά τῶν ἄστρων… // [] Ψηλά, πολὺ ψηλά, πάνου ἀπ’ τὶς ἄσπρες αὐλές μὲ τὰ γαρούφαλα καὶ τὰ γεράνια, πάνου ἀπὸ τὰ παράθυρα μὲ τὰ κανάτια καὶ τὰ βασιλικά, πάνου ἀπὸ τοὺς μικρούς περιστεριῶνες, κουβέντιαζαν τ’ ἀστέρια ὥς τὸν ὄρθρο τὰ μυστικά τῶν ἀγγέλων… / Ἕνας μικρός ἀπρόσεχτος ἄγγελος – ἔτσι λέγαν τ’ ἀστέρια – ἔφυγε κρυφά ἀπ’ τὴν πόρτα τοῦ παράδεισου, κατέβηκε στὰ πατητήρια τοῦ χωριοῦ, ἤπιε ἕνα κροντῆρι μοῦστο, κ’ ὕστερα μεθυσμένος χτυποῦσε ὁλονυχτίς τὴ μεγάλη ἀσημένια καμπάνα τοῦ ὁρίζοντα, καὶ βούιζε ὁ ἀγρός καὶ ὁ ὕπνος μας, καθὼς βουίζει ὁ τροῦλλος τῆς ἐκκλησιᾶς κάθε γιορτή! // Ὅταν ξυπνούσαμε, θυμόμαστε καὶ γελούσαμε. / Ψάχναμε πίσω ἀπ’ τοὺς ὤμους τῆς μητέρας νὰ βροῦμε καὶ νὰ ποῦμε τὰ μυστικά τῶν ἀγγέλων. [] // Ἦταν μιὰ γεύση ζεστοῦ ψωμιοῦ καὶ γιασεμιῶν στὸν ἀέρα. / [] Κάτι ἔτρεμε κρυμμένο στὴν καρδιά μας, ποὺ ζήταγε νὰ τραγουδήσῃ… []
    – – – -Ἡ Ρηνούλα κοιτοῦσε τὴ δύση∙ τὸ κόκκινο νεράντζι τοῦ ἥλιου γλύστρησε ἀπ’ τὸ χέρι τῆς ἡμέρας κ’ ἔπεσε στοὺς μενεξέδες τοῦ βουνοῦ∙ / ἕνα μακρύ τριανταφυλλένιο σύγνεφο ἔφεγγε πάνου ἀπ’ τὶς στέγες. / Ἡ Ρηνούλα φώναξε: / Θέλω ἕνα φόρεμα μακρύ ἀπὸ τριανταφυλλένιο σύγνεφο! / Κ’ ἐγώ τῆς εἶπα: / Θὰ σοῦ φέρω αὔριο! / Ἢ ἐμπιστοσύνη γέμιζε τὸ δειλινόν ἀγέρα καὶ δέ μιλήσαμε ἄλλο. []
    – – – -…Ἄ, τὰ δικά μας βράδυα, τὰ φεγγερά, [] τὰ μεγάλα! Γιομᾶτα λούλουδα, καμπάνες, ἄστρα! [] / Φιλούσαμε τὸ χέρι τῆς σιωπῆς ὅπως φιλοῦν τὸ κόνισμα οἱ τσοπάνοι κάθε σκόλη ποὺ κατεβαίνουν ἀπ’ τὰ βοσκοτόπια γιὰ νὰ λειτουργηθοῦν. / Ἀκούγαμε, στὸ δάσος πέρα, τὸ κόκκινο ἄλογο τ’ Ἁι-Γιώργη, ποὺ χτύπαγε τὰ πέταλα στὶς πέτρες κ’ οἱ πέτρες βγάζανε σπιθίτσες γαλανές, σὰ ν’ ἀνάβανε οἱ ξωμάχοι τὰ τσακμάκια τους! [] // Δέ ρωτούσαμε: Ὁ Χριστὸς ἢ ὁ Διόνυσος; [] / Ὁ δικός μας Χριστός εἶχε περασμένα στ’ αὐτιά του τσαμπιά σταφύλια / κι [] ὁ χιτῶνας του ἦταν ὑφασμένος μὲ μαλλί τράγου κ’ εὐώδιαζε κοπριά κ’ ἱδρῶτα. []
    – – – -Ἡ ἀχυρένια στρωμνή μας: πάνου στὸ λιακωτό ποὺ λιάζαν τὴ μαύρη σταφίδα. / Κάτου στὸν κάμπο: τὰ κουδούνια, οἱ γρύλλοι, τὰ ποτάμια. / Βύθιζα τὴ ματιά στὸ Γαλαξία, ἔτσι καθὼς βουτᾶμε τὸ δάχτυλο σ’ ἕνα βάζο γιομᾶτο μέλι. / Δέν εἰχα φόβο. / Κρέμαγε ἡ μάνα μου τὸ βλέμμα της μέσα στὴ νύχτα σὰν ἕνα μεγάλο φανάρι πάνου ἀπ’ τὴ σκέπη τοῦ ὕπνου μου, καὶ χάνονταν ὅλες οἱ σκιὲς ἀπ’ τὴν καρδιά μου… / Ὁ κόσμος ἦταν στρογγυλός καὶ μυρωδᾶτος∙ ὅμοιος μὲ δροσερό καρπούζι. / Ὅλα τὰ νιώθαμε στὴ γεύση !.. []
    – – – -Ἡ ἐκκλησία τοῦ χωριοῦ μας ἦταν πελεκημένη μὲς στὸ βράχο. / Μόλις ἕνας μικρός σιδερένιος σταυρός ξεχώριζε πάνου ἀπ’ τὸν τροῦλλο. / Ἐκεῖ καθόνταν τὴν αὐγή τὰ περιστέρια καὶ κουβέντιαζαν ὦρες μὲ τὴν Παναγία… / Τὸ τέμπλο εἶχε τρεῖς ξύλινες πόρτες. / Ἡ μεσιανή, χρυσοβαμμένη, γιομάτη σκαλισμένα σταφύλια κι ἀμπελόφυλλα. / [] Στὴ δεξιά: [] ἕνας ἄγγελος, [] ὅμοιος μὲ τὸ μεγάλο μου ἀδερφὸ ποὺ πέθανε∙ / κρατοῦσε στὸ χέρι ἕνα ἄσπρο κρίνο. [] / Στὴν ἄλλη: [] πάλι ἕνας ἄγγελος. / Μὰ τοῦτος ἦταν λίγο θυμωμένος καὶ κράταγε στὸ χέρι ἕνα μακρύ γυαλιστερό σπαθί! / [] Ἡ μητέρα ἀγαποῦσε τὸν ἄγγελο μὲ τὸ κρίνο. / Ἡ Ρηνούλα, [] τὸν ἄγγελο μὲ τὸ σπαθί. / Ἐγώ γονάτιζα ὥρα πολλή ἀνάμεσα στοὺς δυό, κι ἀκουμπῶντας τὸ κεφάλι στὶς πλάκες ἄκουγα… [] Ἐγώ ἀγαποῦσα καὶ τοὺς δυό ἀγγέλους. []
    – – – -Ξέραμε ν’ ἀγαπᾶμε. [] Ξέραμε τὴ γλῶσσα τῶν πραγμάτων. [] Δὲ μᾶς ἔλειπε τίποτα. // Ἡ ἀγάπη κ’ ἐμεῖς / – θυμᾶσαι; Ἡ αὐγή χαρούμενη καὶ πρόθυμη.// [] Τὸ μεγάλο φεγγάρι ἀγαθό, μαλακό… [] // Ποιός ἦρθε καὶ στάθηκε ἀνάμεσα σέ μᾶς καὶ στὰ πράγματα; / Ποιός μᾶς χώρισε ἀπ’ τὰ κρίνα τοῦ ἀγροῦ καὶ τὰ πουλιά; / Τί φταίξαμε, Ρηνούλα; []
    – – – -…Ἀπ’ τὴ στιγμή ποὺ ζήτησα νὰ φύγω, εἶχαν φύγει τὰ πάντα. //[] Πά¬νου στὶς πέτρες κάτι ξένο ἀνάσαινε – καὶ σφίξαμε τὰ χέρια. // [] Ὁ ἥλιος πρό¬βαλε χαρούμενος [] / – εἶπες: Τὰ χέρια μας εἶναι χρυσά! Καὶ γέλασες… / Τὰ μάτια σου πῆραν τὸ χρῶμα τοῦ φωτισμένου χορταριοῦ κ’ ἔγιναν δυό μικροί καθρέφτες τῆς μεγάλης ἐλπίδας… []
    – – – -Ὕστερα μὲ πρόφτασε ὁ χειμώνας! / Ὁ ἄνεμος μὲ κυνηγοῦσε ὥς μέσα στὴ σπηλιά τῆς μνήμης / τὰ δέντρα σήκωναν τὰ χέρια τους νὰ μὲ κρατήσουν, οἱ ἀστραπές μοῦ σκίζανε τὰ μάτια, οἱ πέτρες μοῦ ματώνανε τὰ πόδια! / Στά¬θηκα καὶ κοίταξα κάτου… / Τὸ μικρό μου χωριὸ – μαζεμμένο στὸν κόρφο τοῦ κάμπου, μὲ τὰ μικρά παραθυράκια τοῦ ζεστά καὶ φωτισμένα – κελαηδοῦσε ἀκόμη στὸ κλουβὶ τῆς βροχῆς!.. []
    – – – -Κ’ ἡ κορφή ὅλο ἀνηφόριζε μέσα στὴ νύχτα, σὰν πελώριο σπαθί!.. []

    …Ἔχεις ρίξει στὸ λύχνο μας λάδι καὶ περιμένεις. / Ἔχεις στρώσει τὸ τρα¬πέζι κάτου ἀπ’ τὴν κληματαριά. / Μοὔχεις ἑτοιμάσει ροῦχα ν’ ἀλλάξω, μπα¬λωμένα προσεχτικά στοὺς ἀγκῶνες καὶ στὰ γόνατα, γαλαζωμένα ἀπ’ τὸ λου¬λάκι, μυρωμένα ἀπ’ τὴ λεβάντα καὶ τὴν ἔγνοια σου. / [] Νά καὶ τὸ σπίτι μας, σὰ μιὰ χρυσή κουκκίδα, σὰν ἕνα τόσο δά σπυρί σταριοῦ, ποὺ τὸ τσιμπάει τῆς μνήμης μου τὸ περιστέρι, καὶ χορταίνει, καὶ τὸ σπυρί δέ σῴνεται!..
    Πόσο κοντά μου εἶναι ὅλα ἀπὸ δῶ πάνου !.. []

    (Ἐκεῖνος ποὔμαθε νὰ τραγουδάῃ ξέχασε νὰ κλαίῃ.)

    -Ανδρέας Λίτος, «Φωτορροή»

    «Φωτορροή της Άνοιξης,
    στ’ αγριολούλουδα της ερημιάς,
    ζωοδότρα εσύ ενέργεια,
    της αέναης μουσικής παρουσίας.

    Φωτορροή εσύ το νυν και πάντα,
    στου ποιητή τον άγιο νου,
    στης φιλέρημης καρδιάς τα βάθη,
    της ουρανοστόλιστης σιωπής.

    Φωτορροή εσύ λύρα σεπτή,
    φέγγε και παίζει μυστικά,
    στων απλών ανθρώπων τα κύτταρα,
    στις αιώνιες πλώρες των άστρων.»
    (https://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=388567.msg701470#msg701470

  4. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Γκουντ μόρνινγκ, φολκς. Καλή εβδομάδα!

    *

    25. Ο ΕΡΧΟΜΟΣ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ

    Συμβαίνει έστω κι αργά:
    O ερχομός του έρωτα, ο ερχομός του φωτός.
    Ξυπνάς και τα κεριά είναι αναμμένα σαν από μόνα τους
    αστέρια συγκεντρώνονται, όνειρα ρίχνονται στα μαξιλάρια σου
    εκλύοντας δέσμες ζεστού αέρα.
    Έστω κι αργά τα κόκαλα του σώματος λάμπουν
    και η σκόνη του αύριο γίνεται αναπνοή.

    MARK STRANT, Μετ. Ασημίνα Ξηρογιάννη

    ***

    26.
    Φως υπερούσιο
    Απρόσιτο φως
    Από ποια ύψη κατεβαίνεις
    Σ’ αυτή την καταματωμένη γη
    Όπου σέρνονται ακόμα οι άνθρωποι
    Ανάμεσα στον τρόμο και την ελπίδα
    Άσπιλο φως
    Που δεν έχεις ούτε αρχή ούτε τέλος
    Και που η μέρα παρατείνει την ηγεμονία της
    Για να σε διαφυλάξει
    Πότε λοιπόν θα κατορθώσεις
    Ν’ αποδιώξεις το βαθύ
    Βαθύ σκοτάδι αυτού του κόσμου.

    ΤΑΚΗΣ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ, Δέκα ποιήματα τη οργής και του χρέους (1972-1973)

    ***

    26. Η ΦΩΤΕΙΝΗ ΣΙΩΠΗ

    Η φωτεινή σιωπή
    Σταλάζει
    Από τα χείλη της πρωίας

    Ένα γέλιο κατρακυλά
    Μικρό χαλίκι

    Λουλούδια
    Και πάλι λουλούδια

    Σε κάθε λουλούδι
    Ένα βιολί

    Κρατούμε στα χέρια μας
    Την καρδιά των κοριτσιών

    Ωραίο κουτί

    Του ήλιου θύμηση
    Θρεμμένη
    Με των πουλιών τα κρύσταλλα

    Και με το πάθος των εποχών

    Ένα σπιρούνι
    Στην πλαγιά του ανέμου

    ΤΑΚΗΣ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ (Πρώτα ποιήματα) 1941

    Βασίλης Καζούλης – Φωτεινή Βροχή

    28. Σ’ ΕΝΑ ΧΛΩΜΟ ΦΩΣ

    Κι έχει το φθινόπωρο
    γύρω σου σταθεί˙
    μια ζωή χαμένη
    κι έχει αναστηθεί.
    Πού να σε προσμένει
    μια ζωή χαμένη;

    Κι άκου σου λαλεί
    κάπου σαν πουλί˙
    σου λαλεί θλιμμένη,
    σα να κλαίει σιγή
    μέσα στη σιγή
    κάποια πεθαμένη.

    Και κυλά θολά,
    σα νερό κυλά
    στο ξερό λαγκάδι,
    κι είναι η ώρα αργή,
    κάτι σα ν’ αργεί
    γύρω στο λαγκάδι.

    Σ’ ένα φως χλωμό,
    σαν περιπλοκάδι,
    γύρω στον κορμό,
    πλέχτηκες, ψυχή,
    στο χλωμό φθινόπωρο
    και στο αχνό, το βράδυ.

    ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ

    ***

    29. ΑΝΑΜΕΣΑ ΦΩΣ ΚΑΙ ΣΚΟΤΑΔΙ

    Περιμένοντας στο φανάρι, αποφασίζω
    αίφνης να μη γυρίσω ακόμα στο σπίτι,
    παρκάρω τ’ αυτοκίνητο
    σ’ ένα αδιέξοδο δρομάκι, σκοτεινό
    και κάθομαι μέσα ακούγοντας
    μουσική από το ραδιόφωνο
    και κοιτάζοντας για μία ώρα σχεδόν
    την αντανάκλασή μου στο παρμπρίζ
    μήπως και διακρίνω εκεί,
    στο φως και στο σκοτάδι ανάμεσα,
    εκείνον που σας ομιλεί.

    ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΓΙΑΝΝΑΟΚΟΠΟΥΛΟΣ, «Γράμματα σ’ έναν πολύ νέο ποιητή»

    ***

    30. ΤΟ ΦΩΣ

    Στη θλίψη της νύχτας
    μέσα απ’ την κοιλάδα της μαύρης απελπισίας
    απέναντι από την μαύρη θάλασσα της φαυλότητας
    όπου ο αέρας είναι η κραυγή των δεινών
    έρχεται ένα λαμπερό φως σωτηρίας –
    το φως της αιώνιας ειρήνης.

    ΡΙΤΣΑΡΝΤ ΜΠΡΟΤΙΓΚΑΝ, μετάφραση: Ιωάννα Μοάτσου-Στρατηγοπούλου

    ***

    31. ΔΙΚΟ ΜΟΥ ΦΩΣ

    Mεσουρανίς η ολόφεγγη η Σελήνη
    λαμποκοπά κι αστράφτει πέρα ώς πέρα
    το φως της μες στον έρημον αιθέρα
    της νύχτας όλα τάλλα φώτα σβύνει.

    Mα εκεί βαθιά που ροδοφέγγει η μέρα
    όταν μικρή ζωή στη νύχτα μείνη,
    έν’ άστρο λίγο μα δικό του χύνει
    φως τρέμιο από την άγνωστή του σφαίρα.

    K’ είπα: τέτοιο καλό μακριά ‘πό μένα,
    αφού κοντά σε μεγαλεία ξένα
    ό,τι σιμώνει το δικό του χάνει,

    Kαλύτερα μακριά και μοναχός μου!
    σε μια άγνωστη κρυφή γωνιά του κόσμου
    λίγο μα και δικό μου φως με φτάνει.

    ΙΩΑΝΝΗΣ ΓΡΥΠΑΡΗΣ (από το Σκαραβαίοι και τερρακόττες, I. N. Σιδέρης χ.χ.)

    ***

    32. ΑΥΡΙΟ ΦΩΣ

    Γέλια ζωῆς
    Χαρὲς μακρινές
    Σκέψεις ἀγάπης
    Στιγμὲς φωτεινές

    Ἐλπίδες θρεμμένες
    Πίστης δουλειά
    Μνήμες κρυμμένες
    Πόνου Φωτιά

    Λεύτερη σκέψη
    Δοῦλο κορμί
    Θλιμμένη ὄψη
    Χαρούμενη ὁρμὴ

    Τέτοιο σημάδι
    Ἀγώνα ἀδελφός
    Τώρα σκοτάδι
    Αὔριο φῶς

    ΑΛΕΚΟΣ ΠΑΝΑΓΟΥΛΗΣ

    ***

    33. [Ω, ΧΑΜΗΛΩΣΤΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΦΩΣ…]

    Ὤ, χαμηλῶστε αὐτὸ τὸ φῶς!
    Στὴ νύχτα τί ὠφελάει;
    Πέρασε ἡ μέρα. Φτάνει πιά.
    Ποιὸς ξέρει ὁ Ὕπνος μου κρυφὸς
    ἂν κάπου ἐδῶ φυλάη
    κι᾿ ἂν τοῦ ἀνακόβεται ἡ στιγμὴ
    νἄρθη, ποὺ τὸν προσμένω.
    Ἔχω στὸ στόμα τὴν ψυχή,
    μοῦ παράτησαν οἱ λυγμοὶ
    τὸ στῆθος κουρασμένο.

    Πάρτε τὸ φῶς! Εἶνε καιρὸς
    νὰ μείνω πιὰ μονάχη.
    Φτάνει ἡ ἀπάτη μιᾶς ζωῆς.
    Κάθε προσπάθεια ἕνας ἐχθρὸς
    γιὰ τὴ στερνή μου μάχη.

    Ἂς παύσουν πλέον οἱ σπαραγμοί.
    Ἂς μοῦ ἀπομείνει κάτι
    γιὰ νὰ πλανέψω τὴ νυχτιά,
    νὰ σκύψη κάπως πιὸ θερμὴ
    στὸ ἀνήσυχό μου μάτι.

    Πάρτε τὸ φῶς! Εἶνε ἡ στιγμή!
    Τὴ θέλω ὅλη δική μου.
    Εἶνε ἡ στιγμὴ νὰ κοιμηθῶ.
    Πάρτε τὸ φῶς! Μὲ τυραννεῖ…
    μοῦ ἀρνιέται τὴν ψυχή μου…

    ΜΑΡΙΑ ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ

    Φως -Αλκίνοος Ιωαννίδης

    34. ΦΩΣ

    Εἶναι ἠ ὥρα ἡ μυστικὴ ποὺ νιώθεις, ὅταν σουρουπώνει.
    Τὸ φῶς εἶναι ξανθὸ καὶ τὸ βουνὸ αἱμορραγεῖ, ὅσο
    ἐγὼ στὸ δρόμο προχωρῶ μὰ ἡττημένου ἀέρα —
    τὸ μέτωπό μου χαμηλὰ καὶ κόκκινη ἡ καρδιά μου.

    Ὁ ποιητὴς εἶν᾽ ἕνας ἴσκιος φωτεινὸς ποὺ πάει·
    τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸν Θεὸ γυρεύει νὰ συνδέσει,
    χωρὶς νὰ νιώθει πὼς στὸ μπλὲ εἶν᾽ ἕνα Ὄνειρο ποὺ ζεῖ, ὅπως
    καὶ ἡ Γῆ εἶν᾽ ἕνα ὄνειρο ποὺ ἐδῶ καὶ χρόνια ἔχει πεθάνει.

    Τὸ μπλὲ ποὺ βλέπουμε ἔχει ἐντός του μιὰ μεγάλη θλίψη —
    ποτὲ δὲν θὰ μᾶς φανερώσει ποῦ ᾽ναι τ᾽ οὐρανοῦ ἡ ἄκρη.
    Καὶ ὁ Θεὸς μιὰ θλίψη παντοδύναμη ἐν ὑψίστοις εἶναι,
    μὰ δὲν μπορεῖς γι᾽ αὐτὴν νὰ πεῖς ποτὲ οὔτε κὰν μιὰ λέξη.

    Τὸ μυστικὸ τῶν πάντων δὲν ὑφίσταται. Τ᾽ ἀστέρια
    εἶναι ψυχὲς ποὺ ἐπόθησαν ν᾽ ἀνέβουν στὸ μυστήριο.
    Τοῦ μυστηρίου ἡ οὐσία φῶς τὶς ἔκαμε ἀπὸ πέτρα,
    μὰ δὲν τὶς ἄφησε καὶ στὴν Εἰρήνη του νὰ εἰσδύσουν.

    FEDERICO GARCIA LORCA-Μετ: Γιῶργος Κεντρωτής.

    ***

    35. ΤΑ ΦΩΤΑ

    Τα φώτα
    η μοίρα
    τ’ άυλα

    τα μύρια λουλούδια
    τα φαύλα τραγούδια
    τα κούφια σκοτάδια

    πηγαίνω μακριά
    φέρνοντας απτά
    δώρα

    σέρνοντας μαβιά
    τη θηλυκή θύμηση
    απ’ τα μαλλιά

    που αστράφτουνε.

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ

    ***

    36. ΤΟ ΦΩΣ ΑΠΟΨΕ

    Το φως απόψε πιο γρήγορα ανεβαίνει
    Το φως απόψε είναι σαν μαχαίρι
    Κι όταν απομακραίνεται πηγαίνει
    Χέρι με χέρι
    Προς μιαν άνοιξη γαλάζια
    Όπου τ’ ατλάζια
    Το μένος του αμβλύνουν
    Και κρυώνουν πάλι σε νερά και σε χορτάρια
    Τ’ ανερμάτιστα πλοιάρια των πλασμάτων.

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ

    ***

    37. ΤΟ ΦΩΣ ΔΙΑΙΡΕΙΤΑΙ

    Το φως διαιρείται
    Σε χρυσή δόξα
    Σε δέρματα
    Η ευτυχία του προσώπου
    Τον άνθρωπο θίγει
    Η αναπνοή
    Η μοίρα
    Σ’ εσένα μαθαίνει τον πόνο
    Κι εμένα αφήνει κενό.

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ

    ***

    38. TO ΦΩΣ ΠΟΥ ΕΥΦΡΑΙΝΕΙ

    Το φως που ευφραίνει
    Διαιρείται
    Εγώ εσύ η μοίρα
    Οι νεαροί οι γέροι
    Η τύχη των αγοριών
    Στων κοριτσιών το στόμα
    Η μέθη μέσα στο αντρίκιο
    Σώμα

    Πάλι μ’ επηρεάζει η μνήμη
    Κι εσένα σ’ αγαπάω μητέρα
    Πηγή των μυστικών του ύπνου.

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ

    ***

    39. ΦΩΤΙΣΜΟΣ

    Το φως χωρίζει τα πράγματα.
    Το σκοτάδι ενώνει τα πράγματα.
    Αυτή η πρώτη παρουσία των πραγμάτων
    αυτός
    ο θάνατος. Όμως
    στη δεύτερη παρουσία τους

    τα πράγματα
    είναι
    το φως.

    ΓΙΑΝΝΗΣ ΥΦΑΝΤΗΣ, [Από την ενότητα Γ] Μανθρασπέντα (1977)

    Φως, ελπίδα, ουρανός- Δημήτρης Μητροπάνος

    40. ΦΩΤΟΛΑΤΡΗΣ

    Το φως επόθησε ο τυφλός
    και τούγινε θρησκεία…

    Προσκυνητής εμίσεψα στο μακρυνό ερμοκκλήσι,
    που απά στο βράχο υψώνεται λευκό σαν περιστέρι,
    κι ήπια νερό στη βρύση του, πλάι στο κυπαρίσσι,
    που η Μοίρα το θεμέλιωσε με το λευκό της χέρι.

    Του κάκου κι αν ξεδίψασα στο κάμα τ’ Αλωνάρη,
    κι αν ηύρα μπρος μου ολάνοιχτη του ερμοκκλησιού τη θύρα,
    φτερώνομαι σαν το πουλί στο πιο ψηλό κλωνάρι,
    προς μιας θρησκείας υπέρκοσμης τη φωτεινή πλημμύρα.

    Ω Φως… σε σένα η προσευχή κι η δέηση κι η λατρεία,
    που νέο ρυθμόν αυτιάζομαι στ’ ολόλαμπρό σου θάμα,
    τα βάρυπνα τα μάτια μου που κάθε αυγήν ανοίγεις,
    να κοινωνήσω επόθησα το φωτεινό σου ανάμα…

    ΡΩΜΟΣ ΦΙΛΥΡΑΣ (Άπαντα, Γκοβόστη 1939)

    ***

    41. TΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΦΩΣ

    Εκεί που βυθίστηκα για να σε βρω
    έχει χαθεί πια το ον
    κι άλαλος ο προφήτης της καρδιάς μου.
    Είσαι σε μια μορφή απόλυτη
    απρόσιτη και στη ζωή την ίδια,
    μια άσπρη κηλίδα είσαι
    λίγο θολό νερό.

    Θέλω να φθείρω
    το τελευταίο μου φως
    εκεί που τίποτα
    δεν σταματάει το μάτι:
    ούτε χελιδόνι θέλω στον ορίζοντα
    καμιά αυταπάτη.

    Θα ΄χει πεθάνει η καρδιά μου
    κι ακόμα θα ζω
    θα προσβλέπω στη φύση
    και θα σε λέω καλοκαίρι
    χωρίς μνήμη πια
    θα σε λέω ανθό, ώσπου
    ο μύθος να τραβήξει
    πίσω μου την κουρτίνα:
    απέναντι ο άσπρος τοίχος
    όλα τελειωμένα και λευκά
    κι εγώ μια πατημένη κατσαρίδα.

    ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ-ΡΟΥΚ, Τα σκόρπια χαρτιά της Πηνελόπης, 1977

    ***

    42. Η ΕΝΑΣΤΡΗ ΦΩΤΕΙΝΟΤΗΤΑ

    Ὁ ἄνθρωπος ποὺ εἰσόρμησε πιὰ στὴν ἀπώτερη θλίψη
    μὲ δίχως ἔστω ἕνα τριαντάφυλλο
    μ᾿ ἐκεῖνα τ᾿ ἀκατέργαστα στὴν ὤχρα μεινεσμένα μάτια
    στὸ μισοσκέπαστο ἐρημόκκλησο σέρνοντας
    τὴ μεγάλη ἀνάπηρη σιωπὴ στὸ καροτσάκι τῆς ὁμιλίας
    ἀνέκαθεν ἤξερε τὴν ἄσωστη κατάσταση-: πὼς εἴμαστε
    καθημαγμένοι ἐρασιτέχνες τοῦ Πραγματικοῦ
    μ᾿ ἕνα μυστήριο ποὺ βεβηλώνει τὴ διάνοια διχάζοντας
    πρὶν ἡ δορὰ τῆς θάλασσας σηκώσει τὸ ἀνάστημα τοῦ Ἅδη.

    Πολύκρουνη ἡ θύελλα σπάζει τὰ ματογυάλια της κι ὁ μέγας
    τρόμος ἀδράχνει τὰ μελλούμενα
    σχηματίζοντας ἀποστήματα στὴ μνήμη.
    Κατάχαμα τῆς ἀσίγαστης σιγῇς ἕνα κινούμενο
    κειμήλιο-σκουλῆκι.

    Ἡ ζωὴ ποὺ μικραίνει: ἡ μεγάλη ἀλήθεια.
    Στὸν ὁποὺ πιάνει τὸ τσαπὶ γίνεται τσάπισμα
    στὸν ὁποὺ πίνει τὸ νερὸ γίνεται πιόμα.

    Ἔρχεται ἔαρ ἀειπάρθενο προφέροντας ἀρώματα
    κρατεῖ μία κατάμαυρη λεπτότατη κλωστὴ
    στὰ ὕπαιθρα τῆς νύχτας
    τὸ σημεῖο τοῦ γκιώνη ποὺ εἶν᾿ ἄγνωστο πέρα…

    ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ

  5. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Μανώλης Μητσιάς – Πώς να κρατήσω το φως που βασιλεύει

    Εδώ το φως, Νταλάρας

    Καλλιόπη Βέττα -Λίμνη το φως

    Όλα στο φως – Ελευθερία Αρβανιτάκη

    ΦΩΤΕΙΝΗ ΒΡΟΧΗ – ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΑΖΟΥΛΗΣ

  6. Buongiorno, Aggeliki!!!!… Πλημμυρίσαμε «φως»!!!!!

    -«Στην αρχή το φως Και η ώρα η πρώτη
    που τα χείλη ακόμη στον πηλό
    δοκιμάζουν τα πράγματα του κόσμου

    Πάντα περνάς τη φωτιά για να φτάσεις τη λάμψη.

    Με το λύχνο του άστρου στους ουρανούς γυρίζω
    Στο αγιάζι των λειμώνων στη μόνη ακτή του κόσμου
    Πού να βρω την ψυχή μου το τετράφυλλο δάκρυ!

    Άξιον εστί το φως και η πρώτη
    χαραγμένη στην πέτρα ευχή του ανθρώπου
    η αλκή μες στο ζώο που οδηγεί τον ήλιο
    το φυτό που κελάηδησε και βγήκε η μέρα

    Αυτός το σκότος και αυτός η όμορφη αφροσύνη
    Αυτός των όμβρων του φωτός η εαροσύνη…»
    (Ο. Ελύτης, Άξιον εστί)

    -«…Μου βάσταξες τις σκαλωσιές του ήλιου – ώσπου αναλήφθηκα.
    Είδα τον κόσμο από το ύψος του τελευταίου φωτός.
    Είσαι συ, που με βοήθησες ν’ ανακαλύψω λοιπόν
    πως ο κόσμος γυρίζει έξω απ’ τη νύχτα.
    Πως ο άνθρωπος είναι ένα σύστημα ήλιου. Πως όλα
    τα κύτταρά μου είναι λίμνες που αναδίνουνε φως…»
    (Ν. Βρεττάκος)

    -«Αν φύγεις εκεί που η θάλασσα σμίγει με μουσικές και με φώτα
    να θυμάσαι κάνει κρύο σ’ αυτόν τον παράξενο κόσμο
    δεν έχω τίποτε άλλο, μόνο δάκρυα
    που παίζουν με το μουσκεμένο φως του δρόμου.»
    (Νίκος- Αλέξης Ασλάνογλου, Αισθηματικό τραγούδι)

    -Κ. Π. Καβάφης, «Όταν ο Φύλαξ Eίδε το Φως»

    «Χειμώνα, καλοκαίρι κάθονταν στην στέγη
    των Aτρειδών κ’ έβλεπ’ ο Φύλαξ. Τώρα λέγει
    ευχάριστα. Μακριά είδε φωτιά ν’ ανάβει.
    Και χαίρεται· κι ο κόπος του επίσης παύει.
    Είναι επίπονον και νύκτα και ημέρα,
    στην ζέστη και στο κρύο να κοιτάζεις πέρα
    το Aραχναίον για φωτιά. Τώρα εφάνη
    το επιθυμητόν σημείον. Όταν φθάνει
    η ευτυχία δίδει πιο μικρή χαρά
    απ’ ό,τι προσδοκά κανείς. Πλην καθαρά
    τούτο κερδήθηκε: γλιτώσαμ’ απ’ ελπίδας
    και προσδοκίας. Πράγματα εις τους Aτρείδας
    πολλά θα γίνουνε. Χωρίς να ’ναι σοφός
    κανείς εικάζει τούτο τώρα που το φως
    είδεν ο φύλαξ. Όθεν μη υπερβολή.
    Καλό το φως· κι αυτοί που έρχονται καλοί·
    τα λόγια και τα έργα των κι αυτά καλά.
    Και όλα ίσια να ευχόμεθα. Aλλά
    το Άργος ημπορεί χωρίς Aτρείδας να
    κάμει. Τα σπίτια δεν είναι παντοτινά.
    Πολλοί βεβαίως θα μιλήσουνε πολλά.
    Ημείς ν’ ακούμε. Όμως δεν θα μας γελά
    το Aπαραίτητος, το Μόνος, το Μεγάλος.
    Και απαραίτητος, και μόνος, και μεγάλος
    αμέσως πάντα βρίσκεται κανένας άλλος.»
    (Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993)

    -Σπύρος Αραβανής, «Εξημερώνοντας το φως»

    Στον Γιάννη Ρίτσο

    Το στόμα μου ανοίγει στο ύψος της πείνας του
    να εξημερώσει το φως.
    Άλλες φορές χάσκει σαν ανοικτό παράθυρο
    έτοιμο να στροβιλίσει εντός του
    όλες τις φωτεινές διαθλάσεις των ωρών·
    άλλοτε σαν κλειστό ευαγγέλιο
    δέχεται τις αχτίδες του ήλιου
    μόνο απ’ τις χαραμάδες του σελιδοδείκτη.
    Παλεύω, όσο θυμάμαι, να εξημερώσω το φως.
    Το φως που τυφλώνει τα χέρια μας
    και ψαύουν ξένα σώματα
    -αυτό είναι η αγάπη, λένε-.
    Το φως που αφυπνίζει τις αισθήσεις μας
    και σκάβουν την αλήθεια
    -ποια αλήθεια διάολε; Πρώτη φορά ζούμε όλοι-.
    Το φως που προοικονομεί με τις σκιές
    την πορεία των σωμάτων
    -πεθαίνουν και οι αγαπημένοι μας μαμά;-
    Παλεύω, όσο θυμάμαι, να εξημερώσω το φως.
    Οι ανθισμένες ρεκλάμες στους δρόμους
    δεν λένε να ησυχάσουν τα βράδια·
    μου υπενθυμίζουν το ετερόφωτό μας
    θυμίζουν εσένα.
    Είναι κι αυτή η αρχή του Ήρωνα:
    «το φως διαδιδόμενο από ένα σημείο σε άλλο
    ακολουθεί τη συντομότερη οδό»
    που σφίγγει σαν θηλιά το λαιμό μου
    για όλα εκείνα τα «σ’ αγαπώ» που έθαψα
    κάτω από τόνους περιγραφών
    για όλες τις «συγγνώμες» που ταξίδεψα
    μέσα από βουνά και λαγκαδιές επιχειρημάτων.
    Παλεύω, όσο θυμάμαι, να εξημερώσω το φως.
    Κι όμως παιδί, έπιανα απ’ τις φτερούγες του τον ήλιο
    και τον βασάνιζα
    πάνω κάτω
    πάνω κάτω
    Κι ύστερα σφυρίζοντας αδιάφορα τον ελευθέρωνα
    ζαλισμένο
    -πού να ‘ξερα πόσο θα μου κόστιζε σήμερα μια μονάχα του
    ηλιαχτίδα-.
    Μα ούτε και τότε κατάφερα να τον τιθασεύσω
    ολοκληρωτικά.
    Γλιστρούσαν οι αχτίδες από τα δάχτυλά μου
    όπως εγώ απ’ την αγκαλιά του πατέρα
    και κυλούσαν στο χώμα, σκόρπιζαν στον αέρα.
    Αχ! Αν είχα μαζέψει έστω αυτό το σπαταλημένο φως
    αν είχα δεχτεί εκείνα τα χαμένα φιλιά
    τώρα θα ήμουν ένας πλούσιος αστός.
    Με δικό του κήπο και με περισσά χάδια.
    Παλεύω, όσο θυμάμαι, να εξημερώσω το φως.

    Ύστερα ήρθαν μέρες που οι καύτρες των τσιγάρων
    σημάδευαν ανθρώπους,
    νύχτες που τα φώτα των φορτηγών
    ούρλιαζαν σαν ανακριτικοί προβολείς
    ΑΝ ΔΕΝ ΣΤΡΙΨΕΙΣ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ
    χρόνια που ανατράφηκαν στο φως της λάμπας
    να γίνουν κάποια μέρα πυγολαμπίδες
    -κι ας τα ’θελες μύγες απλά μύγες στα ρουθούνια της ζωής-.
    Ύστερα είδα κορμιά να λαμπαδιάζουν στο κέντρο
    μιας πλατείας
    ανθρακωρύχα μάτια να ζουν εξήντα εννιά νύχτες
    δίχως χρώματα
    αθώα πρόσωπα με φωταγωγημένες τις πιο σκοτεινές γωνιές των φόβων
    τους
    γέρικα χέρια χλωμά να ανεμίζουν τα λυχνάρια της ήττας τους.
    Παλεύω, όσο θυμάμαι, να εξημερώσω το φως.
    Κι έπειτα ήρθε και ο θάνατος σαν μια ανοιξιάτικη μέρα
    στο πάρκο·
    η διπλανή κούνια επέστρεψε χωρίς τον αναβάτη της.
    Ύστερα κι άλλη κούνια κι άλλη κούνια κι άλλη κούνια.
    Όλες άδεια καθίσματα
    σώματα χαμένα στη χοάνη του φωτός.
    Κι έπειτα ο σφυγμός ξανά.
    Παιδικά γέλια και φώτα να εκτοξεύονται σαν από πίδακα
    ή από το σπασμένο σωλήνα του δρόμου
    κι εσύ με τρύπια χέρια να κρύβεις τη χαρά σου
    να προσπαθείς να α ν τ έ ξ ε ι ς τη χαρά σου.
    Τροχιές αστεριών οι φίλοι, συγκλίνουσα δέσμη φωτός το σπέρμα, γαιόφως η έμπνευση,
    όλα στη ζωή μου φωτεινά.
    Παλεύω, όσο θυμάμαι, να εξημερώσω το φως.
    «Και το σκοτάδι;». Με ρωτάς.
    «Δεν ανασαίνει το σκοτάδι;»
    «Δεν αγριεύεις στο σκοτάδι;»
    Όχι, δεν γνώρισα σκοτάδι.
    Όσο οι μνήμες μου φωσφορίζουν
    δεν ξέρω από σκοτάδι.
    Μονάχα να μη ξεπεράσω την ταχύτητα
    του φωτός
    φοβάμαι.
    Ναι, αυτό φοβάμαι.
    Να μη ξεχάσω οτι ζω
    Να μη ξεχάσω ότι
    παλεύω, όσο θυμάμαι, να εξημερωθώ
    στο φως.
    (Από το βιβλίο: «Ιστορία ενός Ανθρώπου», εκδ. Μετρονόμος 2011)

    -Σωτήρης Παστάκας, «Η φωτεινή αλληλεγγύη»

    Το φως που καίει στο δωμάτιο μου
    Είναι μια λάμπα σαράντα κηρίων.
    Στο χλομό της κύκλο αιχμάλωτος
    Τα βράδια μου περνάω: γραφή
    Κι ανάγνωση, μελάνες και μουτζούρες,
    Ένα ολόκληρο βιβλίο οι σχισμένες μου
    Σελίδες. Κι η Χαριλάου Τρικούπη
    Ησυχάζει, κατά τις δυο-κατά τις τρεις
    Αραιά και που ένας βόμβος μηχανής
    Τη διασχίζει. Μετρώ, ξαναμετρώ
    Τα Φώτα των πολυκατοικιών που παρα-
    Μένουν αναμμένα, βέβαιος πως κάποιος
    Άλλος βρίσκει παρηγοριά μετρώντας
    Το δικό μου. Πρέπει ωστόσο να βιαστώ,
    Να γράψω ό,τι γράψω, όσα προλάβω δηλαδή,
    Πριν σβήσει και το τελευταίο φως
    Που με κρατάει ξενύχτη.
    (http://perissoterofws.blogspot.gr/p/blog-page_8.html)

    -Τάσος Φάλκος, Το φως και η ρωγμή

    Μετά ησύχασαν τα πράγματα
    Χτίσαμε πάλι σπίτια
    κι αποσυρθήκαν οι νεκροί
    Μα έκτοτε η ρωγμή έγινε πλέον χάσμα
    και βρέχει βρέχει καθημερινά
    μας κατακλύζει ένα φως ψυχρό
    Αυτό το φως δεν ξεκινάει από πουθενά
    δεν καταλήγει πουθενά
    (http://perissoterofws.blogspot.gr/p/blog-page_8.html)

    -Ανδρέας Λίτος, «Η φωτονεφέλη»

    «Οι φωτοσκιάσεις παλιών χρόνων
    έρχονται γλυκά και με τυλίγουν.
    Κουράστηκε μέσα στο μάτι μου
    και τις αγνοεί εντίμως.
    Φτώχυνε τόσο ο κόσμος μου
    και δεν καρπίζει πια;
    Ο κόσμος μου, που στόλιζε
    την παιχνιδιάρα καρδιά μου,
    άλλα πέλαγα θέλει
    κι άλλες κροκάτες ακρογιαλιές.
    Αιωρούμαι μεταξύ ιδανικού και πράξης…
    – Κι αν πέσεις, μη φοβάσαι.
    Είναι η Φωτονεφέλη που σε αγκαλιάζει απαλά,
    σε ανασταίνει αγαπητικά!»

    (Από την ποιητική συλλογή Φως στην ογδόη, 2009)

    -Ανδρέας Λίτος, Φωτοσκευή

    «Σ’ αγαπώ και σένα και την αναμάρτητή σου έπαρση.
    Τόσο μεγάλη κι ενιαία η θέα του προσώπου σου.
    Αγνάντια στο μυστικό πνεύμα σου
    δίδαξέ μου την διάκριση της ασύλληπτης ουσίας,
    την αστραπή της χορταστικής χαράς
    κι ας είναι ασέβεια η απουσία των σωμάτων
    και η ροή των κτιστών αισθήσεων.
    Είμαι σεβαστής της ιερής ύλης.
    Όπως είναι κτισμένη, με ελαφριά ουσία με το όνομα ψυχή
    και την στερεά και ωραία φωτοσκευή,
    την χαρμονή των οφθαλμών.
    Φιλόξενη αγκαλιά με γιασεμί και μοσχολίβανο.»

    (Από την ποιητική συλλογή … της Αγάπης και του Φωτός, 2002)
    (https://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=388567.msg701544#msg701544)

    -Tα φώτα της πόλης – Σοφία Κροκιδά

    «Δέσμιοι.
    Δέσμιοι του κάθε μέρα και
    δέσμιοι του επειδή.
    Δέσμιοι της συνήθειας και του έτσι πρέπει και του έτσι είναι.
    Κλειδωμένοι στα έγκατα της ψυχής μας,
    μην ξεφύγει μιλιά,
    μη σου πω σ αγαπώ και πεθάνω,
    μη μου πεις και εγώ και χαθείς.
    Πολιορκημένοι από τα σύννεφα που σιγά σιγά μαζεύονται
    και πως θα μείνουμε στεγνοί.
    Εξαντλημένοι από τους τοίχους που στενεύουν,
    και κάθε βράδυ γυρνάμε σέρνοντας τα κορμιά μας βαριά και
    ρυπαρά από τα καυσαέρια της ζωής που μας ακουμπάει ξυστά,
    γυρνάμε και ανάβουμε το φως,
    όχι,
    τα φώτα,
    φώτα πολλά για να μη νιώθουμε μόνοι,
    το φως του μπάνιου ανοιχτό,
    και της τηλεόρασης,
    και το φως από το στέρεο
    και το φως του υπολογιστή,
    φως στο σαλόνι και φως στην κουζίνα,
    και τριγυρνάμε στα δωμάτια,
    και ψάχνουμε,
    μανιωδώς,
    κάτι κάτι κάτι να κάνουμε,
    ανάβουμε τα φώτα να βλέπουν οι απέναντι οτι ζούμε,
    υπάρχει άνθρωπος εδώ,
    ακόμα,
    άνθρωπος μόνος στο άγριο της πόλης που βραδιάζει.
    Κι εσύ ένας τέτοιος,
    σαν αγρίμι σε φαντάζομαι,
    να σέρνεις τα πόδια σου μιλώντας στο τηλέφωνο ενώ δε θέλεις,
    μα έτσι έχεις επιλέξει ν αναπνέεις,
    ακούς μουσικές από δύο πλευρές
    και πάλι δε χορεύεις,
    πίνεις μπύρες και πάλι δε μεθάς,
    ένας τέτοιος άνθρωπος,
    μες στα σκοτάδια,
    κι αντί να συρθείς μέχρι την πόρτα μου,
    κουρασμένοι κι οι δύο,
    να μου πεις έλα να κάψουμε τα φώτα της πόλης γιατί σε θέλω,
    αντί γι’ αυτό
    κλειδώνεις την πόρτα και κοιμάσαι μόνος.»
    (http://www.vakxikon.gr/)

  7. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Ανεξάντλητη πηγή φωτός η Ποίηση. Δεν ξέρω τι να πρωτοδιαλέξω από τη φωτεινή κολεξιόν.

    43. ΣΤΟ ΦΩΣ ΣΟΥ ΝΑΥΑΓΟΣ

    Στο φως ου γεννιέμαι ναυαγός,
    εσπέρα με διάφανα νερά.

    Με φυλλωσιές γαλήνης
    καίει παρηγορημένη η πνοή του αέρα.

    Από τους ζωντανούς ξεριζωμένος
    –καρδιά εγώ προσωρινή–
    είμαι ένα μάταιο όριο.

    Το τρομερό σου δώρο
    του λόγου, Κύριε,
    επιμελώς υπομειώνω.

    Ξύπνησέ με απ’ τους νεκρούς:
    όλοι έχουν λάβει τη γη
    και τη γυναίκα τους.

    Εσύ με κοίταξες μέσα μου,
    μες στο σκοτάδι των σπλάχνων μου:
    κανείς δεν έχει τη δική μου απελπισία
    μες στην καρδιά του:

    είμαι ένας άνθρωπος μόνος,
    μια κόλαση ολομόναχη.

    SALVATORE QUASIMODO -Μετ: Γιώργος Κεντρωτής.

    ***

    44. ΣΕ ΑΝΑΓΓΕΛΩ ΣΤΟ ΦΩΣ

    σε καθιδρύω
    σε ονομάζω μητέρα των πουλιών
    χάδι ζωηφόρο σε κυρτούς αυχένες

    Σε αναγνωρίζω δύναμη προστάτιδα
    των σπόρων και των λουλουδιών
    μήτρα των προφητών και των μαρτύρων
    πηγή ζωοδόχο
    φθόγγων και χρωμάτων

    Υποταγμένος έρχομαι στο κάλλος
    που με ανυψώνει
    που με εκμηδενίζει

    ΟΡΕΣΤΗΣ ΑΛΕΞΑΚΗΣ

    ***

    45. ΧΩΡΙΣ ΦΩΣ ΣΤΗ ΒΟΡΕΙΑ ΠΟΛΗ

    Ακόμη δεν έσβησες το φως.
    Κάποια σκιά που μετακινείται στον τοίχο,
    κινείται προς την έξοδο,
    υπενθυμίζει.
    Όχι πως τώρα έχει ιδιαίτερη σημασία
    αφού ο ήλιος σού φωτίζει τα παράθυρα
    δεν έχεις ανάγκη από αναμνήσεις
    το παρόν σου κυλάει κοχλαστό ποτάμι.

    Μόνον εγώ,
    σ’ αυτήν τη βόρεια πόλη
    με τον αγέρα να λεηλατεί
    και τη νύχτα από το μέτωπο
    να κυλάει ως τα νύχια
    έχω ανάγκη από φως.
    Έστω, μια φωτεινή σπιθαμή από τα μάτια σου.
    Ένα μικρό φράγμα φωτός
    εδώ που δεν υπάρχει αντικατάσταση
    και θ’ αγωνιστούμε, άραγε γιατί;
    με τα δόντια ως το τέλος.

    Πρόδρομος Μάρκογλου, Έγκλειστοι (1962)

    ***

    46. ΜΙΑ ΦΟΥΧΤΑ ΦΩΣ

    Θα πρέπει να πέρασε πολύς καιρός
    μια εκπυρσοκρότηση από χρόνια
    ίσια στην καρδιά μας,
    ένα παράξενο κοχύλι μ’ ανοιγμένα φτερά
    τη ζωή μας κόβει στα δυο
    μας μαθαίνει να κοιταζόμαστε στα μάτια.

    Αν είχα πατρίδα
    θα σ’ έπαιρνα μαζί μου
    στο αύριο,
    μ’ ένα κλαδάκι ανθισμένη βροχή
    στα μαλλιά σου ξεχασμένο,
    μια φούχτα ανεμοδαρμένο φως
    στη νιότη σου.

    ΒΑΣΙΛΗΣ ΦΑϊΤάΣ, Γράμματα στον κόσμο (1980)

    ***

    47. Φως και χρόνος

    Είμαστε εκεί αγέννητοι
    όλοι και μόνοι
    μες στη συνείδηση του άχρονου
    το έμβρυο της αβύσσου
    κουλουριασμένο στο βράχο της νοσταλγίας
    δακτυλικά αποτυπώματα της μοναξιάς
    ο λυγμός του αύριο
    το κύτταρο του μηδενός.

    Ασφυκτιούν το φως και ο χρόνος
    ονειρεύονται άλμα στο άγνωστο
    μαζεύουν τους ανέμους και ξεσπούν
    ένα βέλος από άγνωστο χέρι σημαδεύει
    την καταγωγή της εφηβείας
    κι η αθωότητα του πεπρωμένου γίνεται ιστορία.

    ΒΑΣΙΛΗΣ ΦΑϊΤάΣ, Ρους και ροή, 2014

    Δημητριάδη & Κορκολής – Έτσι όπως έμπαινε το φως

    48. ΤΟ ΦΩΣ ΠΕΡΝΑ ΑΠ’ ΤΟ ΚΟΣΚΙΝΟ ΤΩΝ ΝΕΦΩΝ

    Το φως περνά απ’ το κόσκινο των νεφών,
    των δέντρων, του αέρα και σωμάτων άλλων,
    μα περισσότερο ακόμα απ’ αυτό της σκέψης.
    Απ’ την αρχή το πρόγραμμα της μέρας δημιουργεί
    μετουσιώνοντας το πρωινό
    σε πρωτόκολλο αναμνήσεων.

    Πολλά φώτα έχει το φως
    και μέρες πολλές η μέρα,
    όπως πολλά τα πρόσωπα στον καθρέφτη καθενός.
    Μα το κλειδί άλλο δεν είναι απ’ το κόσκινο,
    τη συνδυαστική λεπτότητα,
    την εφευρετικότητα της μοίρας
    προκειμένου να σουρώσουν οι δόσεις διαύγειας
    και να ταιριάξουν τα ίχνη των ειδώλων,
    αυτών που την κάθε ώρα σε στιγμές μονάκριβες μετατρέπουν
    μέσα στην ανούσια –υποτίθεται– μονοτονία του χρόνου.

    Πάντα θέλει το φως μεσάζοντες,
    όπως –θαρρείς- τα πράγματα όλα.
    Της πραγματικότητας ίσως ένα κλειδί να ’ναι αυτό:
    Μηνύματα άμεσα δεν υπάρχουν.
    Όλα μεσολάβηση, καθώς το άμεσο σκοτώνει.

    Και τι να παρεμβάλει τότε κανείς
    ανάμεσα στο ρόδο και το φως,
    τη νύχτα και τον έρωτα,
    τον άνθρωπο και το θάνατο,
    ανάμεσα στη ζωή και τούτο το πρωινό,
    που ανάμνηση έχει γίνει;

    Τι να παρεμβάλει κανείς ανάμεσα
    σ’ αυτό που κάτι είναι
    και σε ό,τι δεν είναι,
    για να μπορέσει να γίνει;

    Πώς την απόσταση να κοσκινίσεις
    ανάμεσα σε ’μας και την απουσία,
    προκειμένου εν τέλει τη δική μας να βρούμε παρουσία;

    ROBERTO JUARROZ, απόσπασμα , μετ: Έλενα Σταγκουράκη

    ***

    49. ΦΩΤΟΛΑΤΡΕΙΑ

    Να κοιτάζεις το Φως πάντα από
    Διαφορετική γωνία.
    Να στρέφεσαι προς το φως.
    Ολόσωμος
    όπως τα ηλιοτρόπια.
    Να ανασαίνεις και να κοιμάσαι
    Με το φως.
    Με το Φως
    Να ξυπνάς το πρωί.
    Και ν’ αποθαυμάζεις την Ανατολή.

    Αυτό το θαύμα
    Λάτρεψαν γενιές ανθρώπων
    Που η σκόνη τους τώρα
    Τυφλώνει
    Τους ταξιδευτές της ερήμου.
    Και τη νύχτα με το φεγγάρι
    Σκέψου
    Πως την ίδια Σελάνα
    Τραγούδησε η Σαπφώ.

    «Όταν ανεβαίνεις ολόγιομη
    Στον ουρανό
    Τ’ αστέρια σβήνουν
    Στο πέρασμά σου».
    Είναι το ίδιο Φως αυτό
    Από την πρώτη μέρα
    Της Δημιουργίας.

    Ή μήπως μια αντανάκλασή του;
    Τι σημασία έχει;
    Είναι το μόνο που μας συνδέει
    Με την καταγωγή μας
    Και μας υπενθυμίζει
    Την Εστία
    Που κάποτε θα γυρίσουμε
    Ευθυτενείς
    Κι αποκαμωμένοι.
    Και τότε Κάποιος
    Θα θυσιάσει
    Τον μόσχο τον σιτευτό
    Για τη σύντομη επάνοδό μας.

    Είναι τόσο λαμπρή η πορεία μας
    Στην Ύλη
    Και δεν εξαντλείς ποτέ
    Τα Φαινόμενα.
    Το Είναι μπορεί
    Να περιμένει
    Εμπλουτιζόμενο.

    ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΠΟΥΡΑΣ, ΤΡΙΑ ΑΛΦΑ, ΜΙΑ ΗΤΤΑ ΚΙ ΈΝΑ ΩΜΕΓΑ, 2017

    ***

    50. ΤΟ ΦΩΣ
    Τώρα το φως το ρίχνουν στα κασόνια
    το καρφώνουν και το πάνε.
    Οι πράκτορες εισπράττουν τα ναύλα
    Χωρίς να το δουν· οι παραλήπτες το μοιράζουν
    Χωρίς να το δούν.

    Αθέατα χέρια
    Το συνάζουν πάλι στα κατώγια.

    ΠΑΝΟΣ Κ. ΘΑΣΙΤΗΣ, «Τα ποιήματα», Νεφέλη, Αθήνα 2011

    ***

    51. ΗΡΘΕ ΕΝΑ ΦΩΣ

    Ξύλα και ξύλα στη φωτιά, πίσω απ’ τα κάψαλα τόσα
    χαμένα χρόνια.

    Φράξαμε το παράθυρο. Ποιος ακουμπάει τα χέρια πάνω
    στον καιρό;

    Ήρθε η φωνή από τις ρωγμές, ήρθε ένα φως.

    Δεν ήτανε δικό σου. Ο θάνατος που έλεγα έκαιγε
    απέξω.

    TAKHΣ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ (Πέτρες)

    ***

    52. ΤΟ ΓΚΡΙΖΟ ΦΩΣ
    1.
    Πρόκειται για κείνο το τετραγωνάκι στο δυτικό παράθυρο
    και για το γκρίζο φως του απογεύματος
    πολλές φορές κοιτάζοντας
    είδα στον ύπνο
    το γκρίζο φως του ποταμού
    κατέβαινε
    θα σας μιλήσω αργότερα.

    2.
    Τώρα μαζί σου ηλιοδεμένος
    ο ουρανός του Πύργου
    εκείνο το σκούρο χαλκό

    Ένα ένα – δέντρα δείχνουν την πόλη
    ψιλή βροχή πλαγιάζει
    σ’ αυτό το κατηφόρισμα

    Θα ξαναβρείς τα βήματά σου
    στο δρόμο – χρόνο. Είναι το ίδιο φως
    του Γκρέκο. Τα ίδια
    σιδερικά στα μαγαζιά,
    το φυσερό το αμόνι.

    ΤΑΚΗΣ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ, (Ο ΧΑΡΤΗΣ, 1977)

    ***

    53. ΣΤΟ ΔΥΝΑΤΟ ΦΩΣ

    Στο δυνατό φως
    το άφυλλο δέντρο της οξιάς
    λάμπει σαν το σύννεφο
    και μοιάζει να καίγεται
    μόνο του
    μ’ ένα απαλό διάχυτο φως
    αγάπης
    επάνω στη σκληρή και εύθραυστη
    χλόη

    Όμως υπάρχουν
    αν καλύτερα προσέξεις
    κάτι κίτρινα φύλλα
    που ακόμα σκιρτούν
    χώρια και μαζί
    κάποιο εδώ μονάχα κάποιο εκεί
    ριγώντας έντονα

    ΟΥΙΛΙΑΜ ΚΑΡΛΟΣ ΟΥΙΛΙΑΜΣ, Μετ: Τάσος Κόρφης

    Εδώ είναι ένα φως αδερφικό, Ξυλούρης

    54. ΠΑΝΩ ΣΕ ΜΙΑ ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΗ ΑΚΤΙΝΑ

    «Είπες εδώ και χρόνια:
    «Κατά βάθος είμαι ζήτημα φωτός».
    Και τώρα ακόμη σαν ακουμπάς
    στις φαρδιές ωμοπλάτες του ύπνου
    ακόμη κι όταν σε ποντίζουν
    στο ναρκωμένο στήθος του πελάγου
    ψάχνεις γωνιές όπου το μαύρο
    έχει τριφτεί και δεν αντέχει
    αναζητάς ψηλαφητά τη λόγχη
    την ορισμένη να τρυπήσει την καρδιά σου
    για να την ανοίξει στο φως.

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

    ***

    55. ΦΩΣ ΟΡΥΧΕΙΟΥ

    Σηκώνομαι νησί
    μέσα από χάρτη βουβό
    με ρίζες του νερού σκοτεινές
    και σιωπές ιερές του θανάτου
    Κρατώ νωπό τον πηλό
    να υψώσω φύλλα κι αναρριχητικά
    πορφύρα ψυχής σε πέτρινους κήπους
    χορτάρι του νου μου ασύλητο
    Τραυλίζουν πένθιμα σύμφωνα
    στο γαλάζιο που μ’ έθρεψε
    στο αχ που ολοένα με ταξιδεύει
    Μου λείπει καιρός που σ’ αγαπώ
    πόθος αμίλητος
    και χώματα της πατρίδας ασύρματα
    Τις πληγές δεν μπορεί κανείς να σ’ τις πάρει
    Μετρώ τον καιρό που λυγίζει στις άκρες
    κι εκείνο που μέσα μου μεγαλώνει
    καθώς ανεβαίνει ο ήλιος
    και γλιστρούν καλοκαίρια πάνω σε ρόδες ζεστές

    ΠΑΝΟΣ ΚΥΠΑΡΙΣΣΗΣ -Τα χειρόγραφα της βροχής

    ***

    56. ΦΩΤΟΠΟΤΗΣ

    Έρχεσαι να με ξοδέψεις
    ξέροντας πως σε διψώ
    όπως φαύνο ποτήρι νερό
    παγιδεύει στο λίγο του τον ήλιο

    Έρχεσαι
    όπως ήρθες την πρώτη σου φορά
    με βλέφαρα κλειστά
    σπαταλώντας άφατη ομορφιά
    στην άτολμη ματιά μου

    Διαλέγω με βεβαιότητα τ’ απόλυτο
    να μετρηθώ
    και με την ίδια ν’ αποτύχω

    Παρά του πόνου τ’ αναβολικά
    προτιμώ αφύλακτη την ακοή
    στων ρούχων σου το γυρισμό

    Μ’ όσες πληγές με βρουν
    μ’ αυτές θ’ αποχωρήσω

    ΠΑΝΟΣ ΚΥΠΑΡΙΣΣΗΣ, Σκύβοντας ουρανέ

    ***

    57. ΘΑ ΕΠΙΣΤΡΕΨΩ ΦΩΤΕΙΝΟΣ

    Έφτιαξα μια ζωή από πηλό
    Που ράγισε στα χέρια μου
    Λερώθηκε στα χέρια αλλωνών
    Μέχρι που κομματιάστηκε
    Ζωγράφισα τη μοναξιά
    Με βλέμμα τρομαγμένο ταξίδεψα
    Σε έρημα νησιά χωρίς φωνή.

    Αγάπησα φαντάσματα που σύρθηκαν
    Μαζί μου σε κρεβάτια ηδονικά
    Κι έπειτα πέταξαν από κοντά μου κρώζοντας.

    Αρρώστησα σε κάτασπρα δωμάτια
    Κρατώντας το κορμί να μη σκορπίσει
    Έκλαψα από πόνο κι από στέρηση.

    Πύργους ονειρεμένους έχτισα
    Μα η αρχιτεκτονική λειψή και χάλασαν
    Στο δεύτερο σεισμό δεν άντεξαν
    Κρίθηκαν κατεδαφιστέοι.

    Με βλέμμα άτονο την παγωνιά προσμένω
    Νοέμβριος και στο μυαλό μου βρέχει καλοκαίρια.

    Μα είμαι σίγουρος πως κάποτε
    Μέσα από του χωραφιού την πρωινή δροσιά
    Μέσα από τη λίμνη την ακύμαντη θα βγω
    Και θα επιστρέψω φωτεινός.

    ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΙΣΑΡΗΣ, Θα επιστρέψω φωτεινός (Ποιήματα 1993-1999) (2000)

    ***

    58. ΦΩΣ ΚΤΙΣΤΟ

    Φως κτιστό,
    βγήκες ανάγλυφες να δείξεις των βουνών τις ράχες,
    άσπρους τους τοίχους κι άσπρα τα λιθάρια
    κι άσπρο το μάκρος της ματιάς,
    και το σπουργίτι παγωμένο που πηδάει στα γείσα.

    Κρυστάλλινα ηλιόλουστη μέρα
    με παγωνιά,
    που λες θα θρυμματίσει
    τους κύβους των σπιτιών,
    κάτω απ’ το γαλανό ουράνιο χάος.

    Άσπρο φως,
    τώρα σε ξέρω πιο καλά.

    Τρυπάς τα μάτια ως το σκοτάδι της καρδιάς,
    μπαίνεις κι αστράφτεις ως τους πάγους μας
    και στη λευκή μας ερημιά, για να ζεστάνεις
    τη λίγη αυτή χαρά που μας ανήκει.

    Φως κτιστό,
    δεν ανατέλλεις στα βλέφαρα
    των πεθαμένων.
    Άκτιστο φως στα μάτια των αγγέλων.

    Κώστας Στεργιόπουλος, Τα τοπία του Ήλιου (1971)

    ***

    59. ΦΩΣ

    Φως είναι το ταλέντο που δεν έμεινε κρυφό.
    Ειν’ το βιβλίο που διαβάστηκε και ρίζωσε στη μνήμη.
    Φως, η σταγόνα της βροχής στο διψασμένο χώμα.
    Το δάκρυ σαν στο μάγουλο κυλά,
    φόρος τιμής για τους νεκρούς
    ή νοσταλγία για τους έρωτες που φεύγουν.

    Φως είναι το παιχνίδι στο παιδί.
    και το τραγούδι που αντιστέκεται στο χρόνο.
    Φως, οι επιθυμίες που πλαγιάζουν
    σ’ ένα κρεβάτι κόκκινο, γίνονται πόθοι,
    κι εκπληρώνονται με χτυποκάρδι γρήγορο
    δίνοντας σ’ άλλους πόθους τη σειρά αλήθεια για να βρούνε.

    Φως είναι ο λόγος που απ’ τη γνώση ορθώνεται.
    Ένα παράθυρο ανοιχτό, σε μία κάμαρα
    γεμάτη από θολούς καπνούς κι από σκοτάδι.
    Φως του μωρού είναι το φιλί στο μάγουλο της μάνας
    ή δυο εραστών τα στόματα που ενώνονται
    κι αφήνονται στο πάθος.

    Φως είν’ το καλωσόρισμα στον ξένο,
    τα όνειρα που γίνονται με κάματο αλήθεια
    και πλημυρίζουν τις καρδιές υπερηφάνεια.
    Φως είναι η ευωδιά του γιασεμιού
    που ράθυμη γυρνοβολά στις γειτονιές
    κι αναστατώνει την ψυχή με θύμισες γλυκές και καλοσύνη.

    ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΡΑΧΙΟΛάΣ

    ***

    60.

    (57) Φως! Ω! Φως μου! Φως που πλημμυρείς τον
    κόσμο, φως των ματιών φιλί, γλύκα της καρδιάς εσύ,
    ω Φως!

    Α! Ως στα κατάβαθα της ψυχής μου, ω Αγαπημένε
    μου, περιχύνεται το Φως και στου Φωτός το
    κάθε χάδι, ω Λατρεμένε μου, δονίζουνται της αγάπης
    μου οι χορδές. Τα ουράνια ανοίγουν, οι άνεμοι πνέουν
    ορμητικοί, γέλιο περνά απάνω από τη γη.

    Στον ωκεανό του φωτός. Αγαπημένε μου, οι
    πεταλούδες ανοίγουν τα φτερά τους, κ’ οι κρίνοι και
    τα γιασεμιά λιποθυμούνε στου φωτός τα κύματα.

    Κοίτα, κοίτα, Πολυαγαπημένε μου, πώς χύνει το
    χρυσάφι του στα σύννεφα το φως, και πώς σκορπά
    πολύτιμα πετράδια με όλη τους τη λάμψι.

    Ανατριχίλα ηδονής περνάει από φύλλο σε φύλλο.
    Αγάπη μου, κ’ είνε η Χαρά αμέτρητη. Του ουράνιου
    ποταμού έσπασαν οι φράχτες κι’ όλα πλημμυρίσανε
    από ευτυχία.

    ΡΑΜΠΙΤΡΑΝΑΘ ΤΑΓKΟΡ, ΛΥΡΙΚΑ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ (ΓΙΤΑΝΤΖΑΛΙ) ΜΕΤ. Κ. ΤΡΙΚΟΓΛΙΔΗ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΔΑΚΗΣ, ΑΘΗΝΑ 1921

  8. Ciao Aggeliki!!!!!……….

    -«O ποιητής άναψε ένα βράδυ όλα τα φώτα του μυαλού του
    κι έφτιαξε μιαν έκρηξη που θα μπορούσε να είναι και δική σου»
    (Δ. Δημητριάδης)

    -«Δεν είναι το φως που σε βοηθεί να διαβάσεις αλλά της πηγής του η σεξουαλική δύναμις»
    (Ο. Ελύτης, Εκ του πλησίον)

    -«…Καὶ χωρίζουμε σὲ φῶς καὶ σκοτάδι τὸ Ενα.
    Χωρίζουμε τὸν Οδυρμὸ σὲ τύφλωση καὶ θυσία.»
    (Ν. Καρούζος, Είσοδος)

    -«Φως κάθετο
    φως εσύ˙ αψηλό φως εσύ,
    φως, χρυσάφι˙
    φως ασπαίρων,
    φως εσύ.
    Και γω η τυφλή, κουφή, βουβή, μαύρη οριζόντια σκιά.»
    (Juan Ramón Jiménez)

    -«Τὸ αἷμα τώρα τινάζεται
    καθὼς φουσκώνει ἡ κάψα
    στὶς φλέβες τ᾿ οὐρανοῦ τ᾿ ἀφορμισμένου.
    Γυρεύει νὰ περάσει ἀπὸ τὸ θάνατο
    γιὰ νά ῾βρει τὴ χαρά.

    Τὸ φῶς εἶναι σφυγμὸς
    ὁλοένα πιὸ ἀργὸς καὶ πιὸ ἀργὸς
    θαρρεῖς πῶς πάει νὰ σταματήσει.»
    (Γ. Σεφέρης, Θερινό ηλιοστάσι, ΙΒ)

    -Τζ. Ουγκαρέττι, «Όπου το φως»

    «Σαν κυματιστός κορυδαλλός
    Στον χαρούμενο άνεμο πάνω στα λιβάδια
    Η αγκάλη μου σε ξέρει ελαφριά, έλα.

    Θα ξεχάσουμε τα εδώ,
    Και το κακό και τον ουρανό,
    Και το γοργό το αίμα μου στον πόλεμο,
    Τα βήματα που θυμούνται σκιές
    Μες σε ροδίσματα καινούριων πρωινών.

    Όπου φύλλο δεν κινεί πια το φως,
    Όνειρα και θυμοί που πέρασαν σ’ άλλες όχθες,
    Όπου το βράδυ κατακάθισε,
    Έλα, θα σε φέρω
    Στους χρυσαφένιους λόφους.

    Ελεύθεροι από ηλικία, η σταθερή ώρα
    Μες στη χαμένη της άλω
    Θα ‘ναι η σινδόνη μας.»
    (Τζ. Ουγκαρέττι, Ποιήματα, Ίκαρος)

    -Τζ. Ουγκαρέττι, «Το φως σου»

    «Χάνεται, αγάπη μου σιγά σιγά ο ήλιος
    Τώρα που απρόσμενα πέφτει βράδυ μακρύ.

    Με την ίδια βραδύτητα του σπαραγμού
    Είδα το φως σου ν’ απομακρύνεται
    Για το μεγάλο μας αποχωρισμό.»
    (Τζ. Ουγκαρέττι, Ποιήματα, Ίκαρος)

    -Τζ. Ουγκαρέττι, «1932»

    «Όταν κάθε φως είναι σβησμένο
    Και δε βλέπω παρά τις σκέψεις μου,

    Μια Εύα απλώνει στα μάτια μου
    Την οθόνη των χαμένων παραδείσων>»
    (Τζ. Ουγκαρέττι, Ποιήματα, Ίκαρος)

    -Τζ. Ουγκαρέττι, «Η φωτισμένη δρόσος»

    «Η γη σκιρτά
    από ηδονή
    κάτω από έναν ήλιο
    απαλών
    βιαιοτήτων.»
    (Τζ. Ουγκαρέττι, Ποιήματα, Ίκαρος)

  9. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    61. ΤΟ ΔΥΣΚΟΛΟ ΠΕΡΑΣΜΑ

    Ζώντας σε παραμύθια και θρησκείες, περνώντας
    μες από θρύλους, πολιτείες και λαούς
    άκουσα και για κείνο το γεφύρι που το πλάτος του δεν είναι πιο μεγάλο από την κόψη ξυραφιού.

    Μόνο από κείνο το γεφύρι λένε θα μπορούσες να περάσεις προς το φως.
    Κι όπως οι πιο σοφοί εξηγούν
    διαβαίνεις το γεφύρι εκείνο μόνο αν ο ίδιος είσαι φως.

    ΓΙΑΝΝΗΣ ΥΦΑΝΤΗΣ

    ***

    62. Ο,ΤΙ ΕΜΕΙΝΕ

    Είναι φως
    Μια στιγμιαία φωτογραφία
    Στην κορνίζα της απουσίας

    Ό,τι έμεινε είναι φως
    Παγιδευμένο
    Στο κεχριμπάρι του χρόνου
    Ήχος χαρτιού που σκίζεται
    Ποίημα ημιτελές

    Ό,τι έμεινε
    Είναι μόνο το φως
    Που αναθρώσκει

    Τα άλλα συνθέτουν το κενό.

    ΤΖΟΥΛΙΑ ΦΟΡΤΟΥΝΗ, «ΦΥΣΙΚΟ ΑΝΤΙΔΟΤΟ»

    ***

    63. ΕΜΒΡΥΟ ΦΩΣ

    Εσένα την άπιαστη κερήθρα που βαθιά της σάπισαν οι αισθήσεις
    Και βαθιά της άπλωσαν οι ορίζοντες ανάποδα δένδρα σ’ εποχές καρπού
    Σε πήρα από τα ψιθυρίσματα του χορτασμού
    Με μαγικά φυσήματα σε σκόρπισα πάχνη και ψάμα σ’ ό,τι κρατάμε κι ό,τι απομένει
    Αυτό το πρωί που καταργεί το αλλοτινό κι αυριανό του όνειρο με αστραφτερούς κόμπους
    ιλίγγων

    Λίγο-λίγο κερδίζεις από πάνω κι από μέσα τη φωτιά του κορμιού
    Και τις σπίθες που μετατρέπει σε μυαλό η αφή
    Και βγαίνει ένας Αύγουστος απ’ τη φωλιά του ακρογιάλι
    Ό,τι κέρδισες το πρωτοβλέπεις σ’ ένα κομμένο φύκι που ξεσκεπάζει το χρυσό απ’ τη νύχτα ψάρι
    Και το ακροούρανο που πολλαπλασιάζει και μηδενίζει με τρόπους θύμησης
    Εκείνο το έμβρυο φως που σ’ ανεβάζει στην ανάστασή του απ’ το φονιά της καρδιάς σου

    Χαρά του χεριού να το πλάθει
    Χαρά του ματιού που το αντιφεγγίζει με όλα τα σύννεφα και τις πενίες
    Κουφή σκαλισμένη πέτρα που άχνισε λόγια και στόμα που το βροντοφώνησε
    Η χάρις έρχεται απ’ το πούπουλο κι όχι απ’ το φτέρωμα του παγονιού
    Κι από μια συλλαβή σ’ ένα δάσος κατεβαίνει κανείς στο τίποτα της ρίζας του.

    ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΔΙΤΣΑΣ

    ***

    64.
    [27] Το φως, που παίζει σαν γυμνό παιδί
    ανάμεσα στα πράσινα φύλλα,
    με χαρά αγνοεί τα ψέματα του ανθρώπου.
    (1916) (ΡΑΜΠΙΝΤΡΑΝΑΘ ΤΑΓΚΟΡ) (απόδοση ΔΩΡΑ ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΟΥ)

    ***

    65. ΤΑ ΦΩΤΑ

    τα φώτα
    ηλεκτρονικά στο αστικό σκοτάδι

    μπορώ να διακρίνω τα φώτα
    κίτρινα κι εκτυφλωτικά πορτοκαλί
    με αύρα διαφημιστικής εκστρατείας
    αχνά σε μακρινή γειτονιά
    οικεία στο δρόμο με τα φυλλώματα
    ήσυχα με διακριτική αισιοδοξία

    μπορώ να διακρίνω την αισιοδοξία
    στα φώτα μακριά
    ηλεκτρονικά μέσα στο σκοτάδι
    μπορώ να διακρίνω το σκοτάδι

    μαύρο με μαύρο σκοτεινό
    με αύρα αποκλεισμένης μέρας
    μακριά σε άλλη μέρα

    ΠΑΠΑΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ

    ***

    66. ΤΑ ΦΩΤΑ ΛΙΓΟ ΠΡΙΝ ΒΡΑΔΙΑΣΕΙ

    Τα φώτα λίγο πριν βραδιάσει…

    Με τον ιδιόκτητο στο λουράκι του σκύλο
    ν’ αφήνει περιττώματα στο πεζοδρόμιο
    Με στοιβαγμένους σε υπόγεια μετανάστες
    με μπύρες
    Με ναρκωμένους τους πόνους
    στο δικό σου το σώμα
    που νανουρίζει η συνεχής ροή της τιβί.

    Τα φώτα λίγο πριν βραδιάσει…

    Με τ’ αυτοκίνητα που ψάχνουν να παρκάρουν
    Με τις ειδήσεις που φωνάζουν και φρικάρουν
    Με τους εφήβους των Αγγλικών και των γυμναστηρίων
    με τα πατίνια στα πόδια
    Με τα χέρια στο σώμα του καλοριφέρ
    που το χαϊδεύανε κάποτε άλλα χέρια
    κι αυτά τα χέρια πια να μην κρατά αυτό το σώμα.

    Τα φώτα λίγο πριν βραδιάσει…

    Με την πατρίδα να κοιμάται στα παγκάκια
    Με τη σημαία που κερδίζει το σπαστικό παιδί
    Με τα μωρά να αθωώνουν στα χέρια τους
    μεταλλαγμένα τέρατα
    Με τις νυχτερινές επιφάνειες αγίων
    Με το σπρωξίδι του αγριοπροσκυνητή, με τραβεστί
    που μετανόησε και ψάχνει το δικό του μοναστήρι

    Τα φώτα λίγο πριν βραδιάσει…

    Απόψε μια σειρήνα θα σημάνει
    απόψε μια καμπάνα θ’ ακουστεί
    Κάντε στην άκρη (άνω τελεία) περνάει ο Μέγας Τελετάρχης
    Με την Κάμερα
    κι ο μακιγιέρ των νεκρών (άνω τελεία)
    ο αποτριχωμένος Αθλητές
    θα κόψει την κορδέλα.

    ΑΓΓΕΛΟΣ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ (ΤΟ ΦΩΤΕΙΝΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ, 2004)

    ***

    67. ΤΥΦΛΟ ΠΑΝΙ

    Το φως σε κόμπους
    τυφλό πανί

    Βλέφαρα του Άδη σκοταδερά
    άπιαστα μήκη λίμνης άφωτης
    καίνε φωτιές στις όχθες και στα έγκατα
    γεννούν σκοτάδι πικρό και κρύο
    γρυλίσματα εκκωφαντικά

    Στο σύνορο έλα
    μέσα στο δάκρυ που κυλά ένα φως
    κόσμο ανοίγουν και μας φωνάζει
    -θεοθανάτοι

    Στη μεγάλη ησυχία θα χαθώ
    στο φίλημα του νερού η πέτρα
    ήτανε μες στα θάματα
    κι εγώ άντρας κατάγυμνος

    Το φως σε κόμπους
    τυφλό πανί.
    Γαρδίκι 11.4.09 _Ε_

    ΕΚΤΩΡ ΠΑΝΤΑΖΗΣ

    ***

    68. ΤΟ ΦΩΣ ΤΩΝ

    Τὰ μάτια ποὺ ἀγαπῶ δὲν χάσαν τίποτες ἀπὸ τὸ ἐξαίσιο χρῶμα τῶν∙
    τὸ μειδίαμα διεφύλαξε ὅλη τὴν τρυφερότητά του,
    ἡ πνοὴ τὴν ἠδύ της,
    ἡ φωνὴ ἴσως νὰ εἶναι ἀκόμα πιὸ μελωδική.
    Ἀλλ’ ὅταν ἀνοίγω τὸ παράθυρο, ἡ θάλασσα παύεται,
    ἡ εὐωδιὰ τῶν λιόδεντρων ἀντικατεστάθη ἀπὸ τὸν θόρυβον τοῦ ἄστεως.
    Τὰ μάτια ποὺ ἀγαπῶ εἶναι πάντα ἐντόνως γαλανά.
    Μόνο ὁ οὐρανός εἶναι ποὺ ἔχασε τὴν ἀντανάκλαση των.

    ΝΙΚΗΤΑΣ ΡΑΝΤΟΣ (Νικόλαος Κάλας) 1907 – 1988

    ***

    69. ΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΟΜΙΧΛΗΣ

    Η νύχτα εδώ έχει φως, που λάμπει μυστικά
    κι εγώ πάλι αγρυπνώ, κοιτάζοντας τ’ αστέρια.
    Η ομίχλη σκέπασε την πόλη, πιο πυκνή.
    Φαντάζουν σ’ όνειρο τα πάντα, μαγικά.
    Στον ουρανό υψώνω, εκστατικά, τα χέρια
    Καινούριο δέος ξαφνικά μ’ αναρριγεί.

    Γαλαζωπό το φως, φέγγει ξεχωριστά
    και τώρα πάλι ανασκευάζω τα όνειρά μου,
    πριν με προλάβει και τ’ αλλάξει η ζωή.
    Φαίνονται όμως τώρα όλα θαυμαστά,
    και μεγαλώνουνε τους πόθους στην καρδιά μου.
    Πέφτει ένα αστέρι, θα ‘βγει η ευχή μου αληθινή;

    ΣΟΦΙΑ ΚΟΛΟΤΟΥΡΟΥ (1992)

    ***

    70. ΤΟ ΦΩΣ

    Μα όταν είπε γενηθήτω φῶς
    Τον αποπήραν οι αιρετικοί, λέγαν το φως
    δεν παίρνει διαταγές από κανέναν· όντως
    τι φως θα είμαι εγώ, ένα προσταγμένο φως ακούστηκε
    η αντίδρασή του, τίποτα δεν έγινε

    και μείναν οι πιστοί στο απόλυτο σκοτάδι τους.

    Σωτήρης Σαράκης

    ***

    71. ΖΗΤΗΜΑ ΦΩΤΟΣ

    Προορισμός: ἡ ἄλλη ὄψη τῆς περιπλάνησης
    γι’ αὐτόν πού γνώρισε βαθιά
    τί ἐξορία ἡ ἀγκαλιά
    κι ὅτι τό δέντρο τ’ ὡριμάζει ὁ καρπός
    παρά τόν καρπό τό δέντρο
    Πώς κατά βάθος εἶναι ζήτημα φωτός
    Εὔθραυστο φῶς ἠλεκτρικό
    τό παραμόνευε
    ἡ νύχτα κουλουριασμένη στούς διακόπτες

    BAΣΙΛΗΣ ΝΤΟΚΟΣ, Μεταποίηση

    ***

    72. ΣΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΗΣ ΑΥΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ
    (απόσπασμα)

    Στο φως της πανηγυρικής αυτής ημέρας
    Φρουροί ασάλευτοι προσμένουν διαταγές
    Και αν μερικοί συμπολιτεύονται με τους ολέθρους
    Και άλλοι κοιτάζουν τ’άλογα στα δόντια
    Μάχεται τους ολέθρους ο αιγίπαν
    Κι ενώ κροτούν επίμονα τα τύμπανα
    Γύφτοι χαλκεύουν το μέλλον των καιρών.

    Και το μεγάλο πανηγύρι αρχίζει.

    Συν γυναιξί και τέκνοις
    Οι κάτοικοι των πόλεων ξεχύνονται στα ξέφωτα
    Γιατί τα τύμπανα αντηχούν στα ηλιακά των πλέγματα
    Και οι κραδασμοί μέσ’ απ’ τη γη ξεχύνονται
    Σπάργωσιν φέρνοντας στα σώματα και τις ψυχές.

    ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ

    ***

    73. «Χάνω το φως μου σημαίνει ανταλλάσσω χειραψία
    με την κουκουβάγια
    ανταλλάσσω συνθηματικά
    με τον αυτοκτόνο δεκανέα

    Χάνω το φως μου σημαίνει κλείνω το μάτι σε εκλιπόντες
    πίνω στην υγεία του απόντος κανενός

    Χάνω το φως μου σημαίνει ορθογραφώ το ανορθόδοξο
    μηχανοδηγώ επί του καναπέος

    […] Χάνω το φως μου σημαίνει το τέλος των παρακαμπτηρίων
    όχι άλλους καθρέπτες.

    ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΣΥΦΙΛΤΖΟΓΛΟΥ, «Έκαστος εφ’ ω ετάφη»

    ***

    74. ΦΩΣ

    Θάρθει μια μέρα
    που θα γίνουμε το ίδιο φως
    από το φως της πιο λαμπρής δύσης
    στη φωτοδιαλυτή αιωνιότητα.

    Κι όταν επάνω μας
    θα ρέει η ενέργεια του φωτός
    εμείς θα μιλάμε
    με σιωπές και βλέμματα
    στη ρητή αφαιρετικότητα
    των αποσιωπητικών…

    ΣΟΦΙΑ ΣΤΡΕΖΟΥ

    ***

    75. ΣΥΝΤΟΜΑ ΟΛΑ ΘΑ ΚΑΙΓΟΝΤΑΙ ΚΑΙ ΘΑ ΦΩΤΙΖΟΥΝ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ

    Σύντομα όλα θα καίγονται
    και θα φωτίζουν τα μάτια σου

    ο καθένας αναζητά έναν τρόπο
    να ξαναγεννηθεί στη ζωή
    κι ας κυνηγάμε φεγγάρια
    κι ας χάνουμε σε κάθε στιγμή
    στο σύνολο πάντα νικάμε

    όλοι εμείς εδώ λοιπόν
    κλαίγοντας, ξεσπάμε σε γέλια
    το παιχνίδι θα χαθεί μόνο όταν
    οι εραστές θα γοητεύονται από την ανία
    μένει μονάχα να ενώσουμε τα αστέρια μας
    και θα γίνουμε αστραπές

    σύντομα όλα θα καίγονται
    και θα φωτίζουν τα μάτια σου
    η επόμενη επανάσταση
    θα είναι επανάσταση ομορφιάς

    ΝΙΚΟΣ ΕΡΗΝΑΚΗΣ -Σύντομα όλα θα καίγονται και θα φωτίζουν τα μάτια σου – Printa/Ροές

    ***

    76. ΚΑΙ ΝΑ ΞΥΠΝΗΣΟΥΜΕ ΣΤΟ ΦΩΣ

    Δίπλωσες, Κύριε, προσεκτικά το μέλλον, σαν πετσέτα,
    Έτσι που να μην επιτρέπονται οιωνοσκοπήσεις.
    Σβήσανε ήδη οι γερανοί στη δύση.
    Και το παρόν μάς έμεινε στα χέρια
    Όπως κομμένο αγάλματος κεφάλι
    Που δε σμιλεύτηκε για να μιλάει.

    Στην εποχή μας πέταξες της δόξας
    Των φρύνων, της ανεμώνης, των τρελλών πουλιών.
    Ώδε η σοφία εστίν:
    Να κοιμηθούμε απλά και ήρεμα
    Μέσα σε ανθισμένο στίχο
    Και να ξυπνήσουμε στο φως.

    ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΙΓΚΡΑΣ

    ***

    77. ΕΠΙΣΤΡΕΦΩ ΣΤΟ ΦΩΣ

    επιστρέφω στο φως βιωμένο σκοτάδι
    ούτε βήμα ή απόγνωση
    ούτε βήμα ο τρόμος
    είτε πίσω ή μπρος: καταδίκη
    το σκυλί μου ξεχνώ σε πηγάδι
    κλειστό και μερόνυχτα ουρλιάζει

    τί αυθάδεια στο φως
    η πληγή μου (που αβάσταχτα
    ανατρέπει τον ήλιο)
    ποιά ευφράδεια στο αίμα
    στη γλώσσα ποιά νάρκωση
    τί π ά λ ι το ποίημα!

    ΚΩΣΤΑΣ ΡΙΖΑΚΗΣ

    ***

    78. Ο ΑΝΤΙΚΑΤΟΠΤΡΙΣΜΟΣ

    – το φως λάμπει στο μέταλλο /Το φως λάμπει στο μέταλλο

    σκοτεινό κι ατάραχο στο φως /Σκοτεινό κι ατάραχο στο φως

    στα χέρια μου στέκεται /Στα χέρια μου στέκεται

    σκοτεινό τότε κι ατάραχα /Σκοτεινό τότε κι ατάραχα

    ανήσυχο σαν άδειο ξεκουρδίζεται /Ανήσυχο σαν άδειο ξεκουρδίζεται

    και δε φωτίζει τίποτα /Και δε φωτίζει τίποτα

    ένα τίποτα φωτίζει /Ένα τίποτα φωτίζει

    μα πώς να λάμψει σκέφτομαι /Μα πώς να λάμψει σκέφτομαι

    να λάμψει μα εγώ /Να λάμψει μα εγώ

    και τι να κάνω εγώ /Και τι να κάνω εγώ

    τι άλλο εγώ να κάνω /Τι άλλο εγώ να κάνω

    κάτω από το φως/Κάτω από το φως –

    ΠΑΠΑΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ, K-On, εκδόσεις Εντευκτηρίου, 2011

  10. Ciao Aggeliki!!!………….

    -«Ο ποιητής, μελετώντας το σκοτάδι, δεν έχει άλλο μέτρο από το φως. Γι’ αυτό γράφει.»
    (Μάνος Χατζιδάκις)

    -«Ἴσως τὸ φῶς θἆναι μια νέα τυραννία. Ποιος ξέρει τί καινούργια πράγματα θα δείξει.»
    (Κ. Π. Καβάφης)

    -«…Παράξενο, το βλέπω εδώ το φως του ήλιου το χρυσό δίχτυ
    όπου τα πράγματα σπαρταρούν σαν τα ψάρια
    που ένας μεγάλος άγγελος τραβά
    μαζί με τα δίχτυα των ψαράδων»
    (Γ. Σεφέρης)

    -Μιγκέλ Ερνάντεθ, «Δε γυρεύω άλλο φως…»

    «Δε γυρεύω άλλο φως απ’ το φως του κορμιού σου:
    στρογγυλή διαφάνεια, φωτεινότητα τέλεια,
    καθαρότητα που όπως στου ποταμιού τα σπλάχνα
    με το χρόνο στεριώνει, παίρνει βάθος με το αίμα.

    Τι υλικά λαμπερά κι άφθαρτα σ’ έχουν φτιάξει,
    της αυγούλας καρδιά, πρωινάς σάρκας χρώμα;
    Δε γυρεύω άλλη μέρα από τη μέρα του στέρνου σου.
    Το αίμα σου είναι πρωί που διακεί στον αιώνα.

    Δεν υπάρχει άλλος ήλιος, άλλο φως από σένα:
    Στο φως που εσύ σκορπίζεις εγώ βλέπω μονάχα.
    Του ήλιου το φως δεν είναι παρά είδωλο δικό σου.
    Ποτέ δε βασιλεύουν τα’ απύθμενά σου μάτια.

    Λαμπεράδα χωρίς τέλος. Ύψιστη ουσία
    του φέγγους που ούτε φτάνει στην κορυφή μα ούτε φεύγει.
    Καθαρότητα. Νιότη. Λαμπεράδα. Διαφάνεια
    που σιμώνει το πιο μακρινό φωταστέρι.

    Κορμί σκούρο, όλο φως, όλο γόνιμη θέρμη.
    Μαύρο χόρτο η πηγή, μαύρο χόρτο οι κροτάφοι.
    Μαύρη γουλιά τα μάτια, μακρισμένο το βλέμμα.
    Φωτεινό μερονύχτι. Φωτεινή σκιά που φτάνεις.

    Δε γυρεύω άλλο φως απ’ τη ρόδινη σκιά σου
    όπου φυτρώνουν χόρτου σκοτεινού δαχτυλίδια.
    Στο αίμα μου που πιστά το κορμί σου τυλίγει
    μια για πάντα είναι μέρα, μια για πάντα είναι νύχτα.»
    (Σύγχρονη ισπανική ποίηση, ΓΝΩΣΗ)

    -Λουίς Ροσάλες, «Το τελευταίο φως»

    «Είσαι απ’ τα ουράνια προς το σούρουπο, έχεις
    κιόλας χρυσό το φως στα βλέφαρά σου
    σα λιγοστό αργοπορημένο χιόνι
    που ξέρει πως αργοπορεί,
    και θα ‘θελα,
    τυφλός από καρδιά, να μη σε βλέπω
    να πέφτεις προς την ίδια εσένα,
    προς το προχώρημα, όμοια όπως η νύχτα
    τυφλώνει από έρωτα το δάσος όπου οδεύει,
    κλώνο τον κλώνο, ολοένα πιο ψηλή
    ως το νησιώτικο κλαδί, χαιρετισμένη
    απ’ το ύστερο φέγγος,
    και ξέρω πως βαδίζεις
    γιατί η νύχτα βαδίζει, πως φωτίζεις
    τρία φύλλα μόνο στο δάσος!
    Και σκέφτομαι
    Πως θα σε κάνει η σκιά λαμπρή και ξέχωρη,
    Πως ο ήλιος όλος μέσα σου αναπαύεται,
    Σε σένα την αργοφτασμένη, το καμένο
    Κλαδί της καρδιάς όπου τρέμει
    Άηχο το φως εκεί που σβήνει η μέρα.»
    (Σύγχρονη ισπανική ποίηση, ΓΝΩΣΗ)

    -Ν. Βρεττάκος, «Δίχως ἐσὲ»

    «Δίχως ἐσὲ δὲν θἄβρισκαν
    νερὸ τὰ περιστέρια.

    Δίχως ἐσὲ δὲ θ’ ἄναβε
    τὸ φῶς ὁ Θεὸς στὶς βρύσες του.

    Μηλιὰ σπέρνει στὸν ἄνεμο
    τ᾿ ἄνθη της∙ στὴν ποδιά σου
    φέρνεις νερὸ ἀπ᾿ τὸν οὐρανό
    φῶτα σταχυῶν κι ἀπάνω σου

    φεγγάρι ἀπὸ σπουργῖτες.»

    -Σάκης Αθανασιάδης, «ΣΑΝ ΝΑ ΚΟΙΜΟΤΑΝΕ ΤΟ ΦΩΣ»

    «Το μπλε κολυμπούσε στα μάτια
    Τον αγκάλιαζε σαν μητέρα
    Καθώς άκουγε τις φωνές των γλάρων
    Που μιλούσαν για ταξίδια.
    Έπινε με τα μάτια θάλασσα
    Με το σώμα ήλιο
    Κι έψαχνε χρώματα στην αμμουδιά
    Να ντύσει την πατρίδα.
    Όταν κοιμήθηκε το φως
    Άναψε ένα σπίρτο
    Λιώνοντας το σκοτάδι
    Ο άνεμος άρχιζε να μυρίζει
    Ελευθερία
    Καθώς κοίταζε τα φώτα ενός φάρου
    Να παίζουν με τα αστέρια.»
    (http://athanasiadissakis.blogspot.gr/2013/09/2009.html)

  11. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    79. ΠΥΓΟΛΑΜΠΙΔΕΣ

    Για φωτισμό χρησιμοποιώ μόνο πυγολαμπίδες.
    Έχω ειδικευμένους υπηρέτες που τις μαζεύουν
    μόλις νυχτώσει
    και στρώνουν μ’ αυτές τους τοίχους του σπιτιού μου.

    Φως απαλό, ελαφρά πρασινωπό,λίγο τρεμουλιαστό
    που μπορώ στη λάμψη του να ξαναδιαβάσω
    μαντεύοντάς τα
    τα αγαπημένα μου βιβλία
    και να σφίξω στην αγκαλιά μου αυτή τη γυναίκα
    που δε θα γίνει δική μου ποτέ.

    ΠΙΕΡ ΜΠΕΤΤΕΝΚΟΥΡ (μτφ. Γονατάς, εκδ. Στιγμή)

    ***

    80. ΑΝΕΦΙΚΤΟ ΦΩΣ
    Μνήμη Ανδρέα Κίτσου-Μυλωνά

    Το σκότος πέρα από το φως,
    θα τό ’βρω πάλι όταν βραδιάσει:
    η μέρα το αφήνει πίσω της
    σαν σαλιγκάρι.

    Το φως όμως που ζει μ έ σ α στο φως,
    την μέρα, που η ημέρα σκιάζει
    με το φέγγος της, πού θα τη βρω
    όταν το φέγγος φύγει;

    Η μέρα παίρνει όλην τη μέρα φεύγοντας.

    ΜΑΡΚΟΣ ΚΑΛΕΩΔΗΣ (1974)

    ***

    81. ΤΕΛΕΙΟ ΦΩΣ

    Να ‘σαι, με όλη σου την αθωότητα
    Καθισμένη ανάμεσα στους ασφόδελούς σου
    Σαν σε φωτογραφία στημένη με τον τίτλο «Αθωότητα».

    Τέλειο φως στο πρόσωπό σου
    Το φωτίζει σαν ασφόδελο.
    Όπως για καθέναν από κείνους τους ασφόδελους
    Έμελλε να είναι ο μοναδικός σου Απρίλιος στη γη
    Ανάμεσα στους ασφόδελούς σου.

    Στην αγκαλιά σου σαν αρκουδάκι, ο νέος σου γιος
    Μόνο λίγες βδομάδες στην αθωότητά του.
    Η Μητέρα και το βρέφος, όπως σε Άγια Εικόνα.
    Και δίπλα σου, χαμογελώντας σου,
    Η κόρη σου, ούτε δυο ετών.
    Σαν ασφόδελος στρέφεις το κεφάλι σου σ΄εκείνη
    Λέγοντάς της κάτι.

    Τα λόγια σου χάθηκαν στη φωτογραφική μηχανή.
    Και η γνώση
    Στο ύψωμα που καθόσουν
    Ένας οχυρωμένος λόφος
    Μεγαλύτερος απ’ το σπίτι σου
    Αδύνατο να χωρέσει στη φωτογραφία.

    Και η επόμενη στιγμή σου σε πλησιάζει σαν πεζικάριος
    Που επιστρέφει αργά απ’ την ουδέτερη ζώνη
    Σκυφτός κάτω από κάτι. Ποτέ δε σε έφτασε –
    Απλώς έλιωσε μέσα στο τέλειο φως.

    ΤΕΝΤ ΧΙΟΥΖ, , Γράμματα γενεθλίων, μτφ. Γ. Αντιόχου, εκδ. Μελάνι

    ***

    82. ΦΩΣ ΑΛΛΟ ΔΕΝ ΓΥΡΕΥΩ

    Φως άλλο δεν γυρεύω – του κορμιού σου θέλω μόνο:
    διαφάνεια απόλυτη και διαύγεια γλαφυρή σαν θέμα·
    μαρμαρυγή με σπλάχνα ποταμού που με τον χρόνο
    βαθιά εμπεδώνεται και γίνεται άμετρη με το αίμα.

    […]

    Φως και ήλιος είναι μόνο το κορμί σου. Και λυκόφως
    τ’ άλλα όλα. Εγώ δεν βλέπω τίποτ’ άλλο – μόνο εσένα.
    Στο πέρασμά σου γίνονται όλα έρεβος και ζόφος.
    Τα μάτια σου, άγνωρα, ποτέ δεν είν’ βασιλεμένα.

    […]

    Φως άλλο δεν γυρεύω απ’ της σκιάς σου τα χρυσάφια
    με δαχτυλίδια σκοτεινά και χορταρένια βέρα.
    Μες στο αίμα μου που σφύζει στου κορμιού σου τα εδάφια
    για πάντα θά ’ναι νύχτα και για πάντα θά ’ναι μέρα.

    MIGUEL HERNÁNDEZ, Μετ: Γιώργος Κεντρωτής.(αποσπάσματα)

    ***

    83. ΤΟ ΦΩΣ

    Γνωρίζω το φως όποτε υποχωρεί το γαλάζιο
    σε κάποια σκιά που λέει: ναι, υπάρχει – ο πόνος υπάρχει.
    Και τότε πια είναι το φως το δικό σου, τις μέρες εκείνες
    που αστράφτουν οι βιτρίνες ολότελα άχρηστες
    δείχνοντας τέρατα με φιόγκους στολισμένα και γιρλάντες,
    δείχνοντας τσουρέκια με χαμένα χαμόγελα.

    Εντελώς απροσδόκητα σκοτεινιάζει το βλέμμα σου.
    Ποιός θα σε υπερασπιστεί από το θλιβερά εμπορεύματα
    του κενού που κρύβουν εντός τους όσα πρόσωπα
    συντυχαίνεις στο δρόμο; Θα νικήσει κάποιος Χριστός,
    κάποιος φίλος, κάποιος λόγος πραγματικός,
    τη βλακεία;

    ALBERTO NESSI, μετ.: Γιώργος Κεντρωτής.NIKOΛETTA ΣΙΜΩΝΟΣ

    ***

    84. ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟ ΠΗΛΟ ΚΙ ΑΝΤΑΥΓΕΙΑ

    Δεν τόξερα πως είναι τόσο ωραίο το φως.
    Μέσα σε τόση λάμψη τόση απάτη.

    Βουνά βουνών και δέντρα δέντρων,
    Δέντρα βουνά, καθρεφτισμένα
    Σαν μες σε μια αντανάκλαση.
    Ετοιμόρροπα σπίτια, μυθικά φυτά.

    Βλέπε το φως, ψυχή μου.

    Είναι ωραίο, πολύ ωραίο,
    Ένα ωραίο ψέμα αληθινό.

    Το φως το αμφίβολο, το απόκρημνο.

    Τόχεις απάνω σου, το περπατείς,
    Στα ρούχα σου, στη σάρκα, το σηκώνεις.
    Το γεύεσαι, μάτια και χείλη, τ᾽ανασαίνεις.

    Αισθάνομαι νάμαι από σκιά και φως, αντανακλώ.

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΜΕΛΗΣ, Φωτοσκιάσεις

    ***

    85. Σε έναν Εραστή του Φωτός

    Αν δεν επιθυμείς να χάσεις τα μάτια και το λογικό σου
    ακολούθησε τον ήλιο περπατώντας στη σκιά.

    Φρήντριχ Νίτσε (Μετ. Αλέξανδρος Αλεξάνδρου)

    ***

    86. ΟΦΕΙΛΟΥΜΕ

    οφείλουμε να φέρουμε
    το δικό μας φως
    στο
    σκοτάδι.
    .
    κανείς δεν πρόκειται
    να το κάνει αυτό
    για μας.
    .
    καθώς τα μικρά αγόρια
    κατεβαίνουν
    με τα σκι τους
    τις πλαγιές
    .
    καθώς ο ψήστης
    εισπράττει
    τον τελευταίο μισθό του
    .
    καθώς το σκυλί κυνηγάει
    το σκυλί
    .
    καθώς ο μαιτρ του σκακιού
    χάνει πολύ περισσότερα
    από ένα παιχνίδι
    .
    οφείλουμε να φέρουμε
    το δικό μας φως
    στο
    σκοτάδι.
    .
    κανείς δεν πρόκειται
    να το κάνει αυτό
    για μας,
    .
    καθώς όποιος είναι μόνος
    τηλεφωνεί
    σ’ οποιονδήποτε
    οπουδήποτε
    .
    καθώς το μεγάλο κτήνος
    τρέμει
    από τους εφιάλτες
    .
    καθώς η τελευταία περίοδος
    τελειώνει σιγά
    σιγά
    .
    κανείς δεν πρόκειται
    να το κάνει αυτό
    για μας.

    ΤΣΑΡΛΣ ΜΠΟΥΚΟΦΣΚΙ, 70 χρόνια φαγούρα, μτφρ. Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος

  12. Ciao Aggeliki!!!!
    *Δεν έχω αναρτήσει στο μπλογκ μου ολόκληρη τη ¨Σονάτα του σεληνόφωτος» του Ρίτσου, παρά μόνο ένα μικρό απόσπασμα… Ευκαιρία να την παραθέσω τώρα:

    -Γ. Ρίτσος, «Η σονάτα του σεληνόφωτος»

    (Ανοιξιάτικο βράδυ. Μεγάλο δωμάτιο παλιού σπιτιού. Μια ηλικιωμένη
    γυναίκα, ντυμένη στα μαύρα, μιλάει σ’ έναν νέο. Δεν έχουν ανάψει
    φως. Απ’ τα δύο παράθυρα μπαίνει ένα αμείλικτο φεγγαρόφωτο.
    Ξέχασα να πω ότι η Γυναίκα με τα Μαύρα έχει εκδώσει δύο-τρεις
    ενδιαφέρουσες ποιητικές συλλογές θρησκευτικής πνοής. Λοιπόν, η
    Γυναίκα με τα Μαύρα μιλάει στον Νέο):

    Άφησέ με να έρθω μαζί σου. Τι φεγγάρι απόψε!
    Είναι καλό το φεγγάρι, – δε θα φαίνεται
    που άσπρισαν τα μαλλιά μου. Το φεγγάρι
    θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου. Δε θα καταλάβεις.
    Άφησέ με να’ρθω μαζί σου.

    Όταν έχει φεγγάρι μεγαλώνουν οι σκιές μες στο σπίτι,
    αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες,
    ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου
    λησμονημένα λόγια δε θέλω να τ’ ακούσω. Σώπα.

    Άφησε με να’ρθω μαζί σου
    λίγο πιο κάτου, ως την μάντρα του τουβλάδικου,
    ως εκεί που στρίβει ο δρόμος και φαίνεται
    η πολιτεία τσιμεντένια κι αέρινη, ασβεστωμένη με φεγγαρόφωτο,
    τόσο αδιάφορη κι άυλη
    τόσο θετική σαν μεταφυσική
    που μπορείς επιτέλους να πιστέψεις
    πως υπάρχεις και δεν υπάρχεις
    πως ποτέ δεν υπήρξες, δεν υπήρξε ο χρόνος κι η φθορά του.
    Άφησε με να’ρθω μαζί σου.

    Θα καθίσουμε λίγο στο πεζούλι, πάνω στο ύψωμα,
    κι όπως θα μας φυσάει ο ανοιξιάτικος αέρας
    μπορεί να φανταστούμε κιόλας πως θα πετάξουμε,
    γιατί, πολλές φορές, και τώρα ακόμη, ακούω τον θόρυβο
    του φουστανιού μου
    σαν τον θόρυβο δύο δυνατών φτερών που ανοιγοκλείνουν,
    κι όταν κλείνεσαι μέσα σ αυτόν τον ήχο του πετάγματος
    νιώθεις κρουστό το λαιμό σου, τα πλευρά σου, τη σάρκα σου,
    κι έτσι σφιγμένος μες στους μυώνες του γαλάζιου αγέρα,
    μέσα στα ρωμαλέα νεύρα του ύψους,
    δεν έχει σημασία αν φεύγεις ή αν γυρίζεις
    κι ούτε έχει σημασία που άσπρισαν τα μαλλιά μου,
    (δεν είναι τούτο η λύπη μου η λύπη μου
    είναι που δεν ασπρίζει κι η καρδιά μου).
    Άφησε με να’ ρθω μαζί σου

    Το ξέρω πως καθένας μοναχός πορεύεται στον έρωτα,
    μοναχός στη δόξα και στο θάνατο.
    Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί.
    Άφησε με να’ρθω μαζί σου.

    Τούτο το σπίτι στοίχειωσε, με διώχνει –
    θέλω να πω έχει παλιώσει πολύ, τα καρφιά ξεκολλάνε,
    τα κάδρα ρίχνονται σα να βουτάνε στο κενό,
    οι σουβάδες πέφτουν αθόρυβα
    όπως πέφτει το καπέλο του πεθαμένου απ’ την κρεμάστρα
    στο σκοτεινό διάδρομο
    όπως πέφτει το μάλλινο τριμμένο γάντι της σιωπής
    απ’ τα γόνατά της
    ή όπως πέφτει μια λουρίδα φεγγάρι στην παλιά, ξεκοιλιασμένη
    πολυθρόνα.

    Κάποτε υπήρξε νέα κι αυτή, – όχι η φωτογραφία που κοιτάς
    με τόση δυσπιστία –
    λέω για την πολυθρόνα, πολύ αναπαυτική, μπορούσες ώρες ολόκληρες
    να κάθεσαι
    και με κλεισμένα μάτια να ονειρεύεσαι ό,τι τύχει
    – μιάν αμμουδιά στρωτή, νοτισμένη, στιλβωμένη από φεγγάρι,
    πιο στιλβωμένη απ’ τα παλιά λουστρίνια μου που κάθε μήνα τα
    δίνω στο στιλβωτήριο της γωνιάς,
    ή ένα πανί ψαρόβαρκας που χάνεται στο βάθος λικνισμένο απ’
    την ίδια του ανάσα,
    τριγωνικό πανί σα μαντίλι διπλωμένο λοξά μόνο στα δυό
    σα να μην είχε τίποτα να κλείσει ή να κρατήσει
    ή ν’ ανεμίσει διάπλατο σε αποχαιρετισμό.
    Πάντα μου είχα μανία με τα μαντίλια,
    όχι για να κρατήσω τίποτα δεμένο,
    τίποτα σπόρους λουλουδιών ή χαμομήλι μαζεμένο στους αγρούς
    με το λιόγερμα
    ή να το δέσω τέσσερις κόμπους σαν το σκουφί που φοράνε οι
    εργάτες το αντικρινό γιαπί
    ή να σκουπίζω τα μάτια μου, – διατήρησα καλή την όρασή μου·
    ποτέ μου δεν φόρεσα γυαλιά. Μιά απλή ιδιοτροπία τα μαντίλια.

    Τώρα τα διπλώνω στα τέσσερα, στα οχτώ, στα δεκάξι
    ν’ απασχολώ τα δάχτυλά μου. Και τώρα θυμήθηκα
    πως έτσι μετρούσα τη μουσική σαν πήγαινα στο Ωδείο
    με μπλε ποδιά κι άσπρο γιακά, με δύο ξανθές πλεξούδες
    – 8, 16, 32, 64, –
    κρατημένη απ’ το χέρι μιας μικρής φίλης μου ροδακινιάς
    όλο φως και ροζ λουλούδια,
    (συγχώρεσέ μου αυτά τα λόγια κακή συνήθεια) 32, 64, –
    κι οι δικοί μου στήριζαν
    μεγάλες ελπίδες στο μουσικό μου τάλαντο. Λοιπόν, σου ’λεγα
    για την πολυθρόνα –
    ξεκοιλιασμένη – φαίνονται οι σκουριασμένες σούστες, τα άχερα –
    έλεγα να την πάω δίπλα στο επιπλοποιείο,
    μα που καιρός και λεφτά και διάθεση – τι να πρωτοδιορθώσεις; –
    έλεγα να ρίξω ένα σεντόνι πάνω της, – φοβήθηκα
    τ’ άσπρο σεντόνι σε τέτοιο φεγγαρόφωτο. Εδώ κάθισαν
    άνθρωποι που ονειρεύτηκαν μεγάλα όνειρα, όπως κι εσύ κι όπως
    κι εγώ άλλωστε,
    και τώρα ξεκουράζονται κάτω απ’ το χώμα δίχως να
    ενοχλούνται απ’ τη βροχή ή το φεγγάρι.
    Άφησε με να’ρθω μαζί σου.

    Θα σταθούμε λιγάκι στην κορφή της μαρμάρινης σκάλας του
    Αϊ-Νικόλα,
    ύστερα εσύ θα κατηφορίσεις κι εγώ θα γυρίσω πίσω
    έχοντας στ’ αριστερό πλευρό μου τη ζέστα απ’ το τυχαίο
    άγγιγμα του σακακιού σου
    κι ακόμη μερικά τετράγωνα φώτα από μικρά συνοικιακά παράθυρα
    κι αυτή την πάλλευκη άχνα απ’ το φεγγάρι που ‘ναι σα μια
    μεγάλη συνοδεία ασημένιων κύκνων –
    και δε φοβάμαι αυτή την έκφραση, γιατί εγώ
    πολλές ανοιξιάτικες νύχτες συνομίλησα άλλοτε με το Θεό που
    μου εμφανίστηκε
    ντυμένος την αχλύ και την δόξα ενός τέτοιου σεληνόφωτος,
    και πολλούς νέους, πιο ωραίους κι από σένα ακόμη, του εθυσίασα,
    έτσι λευκή κι απρόσιτη ν’ ατμίζομαι μες στη λευκή μου φλόγα,
    στη λευκότητα του σεληνόφωτος,
    πυρπολημένη απ’ τ’ αδηφάγα μάτια των αντρών κι απ’ τη
    δισταχτικήν έκσταση των εφήβων,
    πολιορκημένη από εξαίσια, ηλιοκαμένα σώματα,
    άλκιμα μέλη γυμνασμένα στο κολύμπι, στο κουπί, στο στίβο,
    στο ποδόσφαιρο (που έκανα πως δεν τα ‘βλεπα)
    μέτωπα, χείλη και λαιμοί, γόνατα, δάχτυλα και μάτια,
    στέρνα και μπράτσα και μηροί (κι αλήθεια δεν τα ’ βλεπα)
    – ξέρεις, καμιά φορά, θαυμάζοντας, ξεχνάς, ό,τι θαυμάζεις, σου
    φτάνει ο θαυμασμός σου, –
    θε μου, τι μάτια πάναστρα, κι ανυψωνόμουν σε μιαν αποθέωση
    αρνημένων άστρων
    γιατί, έτσι πολιορκημένη απ’ έξω κι από μέσα,
    άλλος δρόμος δε μου ‘μενε παρά μονάχα προς τα πάνω ή προς
    τα κάτω. – Όχι, δε φτάνει.
    Άφησε με να’ρθω μαζί σου .

    Το ξέρω η ώρα είναι πια περασμένη. Άφησέ με,
    γιατί τόσα χρόνια, μέρες και νύχτες και πορφυρά μεσημέρια,
    έμεινα μόνη, ανένδοτη, μόνη και πάναγνη,
    ακόμη στη συζυγική μου κλίνη πάναγνη και μόνη,
    γράφοντας ένδοξους στίχους στα γόνατα του Θεού,
    στίχους που, σε διαβεβαιώ, θα μένουνε σα λαξευμένοι σε
    άμεμπτο μάρμαρο
    πέρα απ’ τη ζωή μου και τη ζωή σου, πέρα πολύ. Δε φτάνει.
    Άφησε με να’ρθω μαζί σου.

    Τούτο το σπίτι δε με σηκώνει πια.
    Δεν αντέχω να το σηκώνω στη ράχη μου.
    Πρέπει πάντα να προσέχεις, να προσέχεις,
    να στεριώνεις τον τοίχο με το μεγάλο μπουφέ
    να στεριώνεις τον μπουφέ με το πανάρχαιο σκαλιστό τραπέζι
    να στεριώνεις το τραπέζι με τις καρέκλες
    να στεριώνεις τις καρέκλες με τα χέρια σου
    να βάζεις τον ώμο σου κάτω απ’ το δοκάρι που κρέμασε.
    Και το πιάνο, σα μαύρο φέρετρο κλεισμένο. Δε τολμάς να τ’
    ανοίξεις.
    Όλο να προσέχεις, να προσέχεις, μην πέσουν, μην πέσεις. Δεν
    αντέχω.
    Άφησε με να’ έρθω μαζί σου.

    Τούτο το σπίτι, παρ όλους τους νεκρούς του, δεν εννοεί να πεθάνει.
    Επιμένει να ζει με τους νεκρούς του
    να ζει απ’ τους νεκρούς του
    να ζει απ’ τη βεβαιότητα του θανάτου του
    και να νοικοκυρεύει ακόμη τους νεκρούς του σ’ ετοιμόρροπα
    κρεββάτια και ράφια.
    Άφησε με να’ρθω μαζί σου.

    Εδώ, όσο σιγά κι αν περπατήσω μες στην άχνα της βραδιάς,
    είτε με τις παντούφλες, είτε ξυπόλυτη,
    κάτι θα τρίξει, – ένα τζάμι ραγίζει ή κάποιος καθρέφτης,
    κάποια βήματα ακούγονται, – δεν είναι δικά μου.
    Έξω, στο δρόμο μπορεί να μην ακούγονται τούτα τα βήματα, –
    η μεταμέλεια, λένε, φοράει ξυλοπάπουτσα, –
    κι αν κάνεις να κοιτάξεις σ’ αυτόν ή τον άλλον καθρέφτη,
    πίσω απ’ την σκόνη και τις ραγισματιές,
    διακρίνεις πιο θαμπό και πιο τεμαχισμένο το πρόσωπό σου,
    το πρόσωπο σου που άλλο δε ζήτησες στη ζωή παρά να το
    κρατήσεις καθάριο κι αδιαίρετο.

    Τα χείλη του ποτηριού γυαλίζουν στο φεγγαρόφωτο
    σαν κυκλικό ξυράφι πώς να το φέρω στα χείλη μου;
    όσο κι αν διψώ, – πως να το φέρω; – Βλέπεις;
    έχω ακόμη διάθεση για παρομοιώσεις, – αυτό μου απόμεινε,
    αυτό με βεβαιώνει ακόμη πως δεν λείπω.
    Άφησε με να’ρθω μαζί σου….

    Φορές-φορές, την ώρα που βραδιάζει, έχω την αίσθηση
    πως έξω απ’ τα παράθυρα περνάει ο αρκουδιάρης με τη γριά
    βαριά του αρκούδα
    με το μαλλί της όλο αγκάθια και τριβόλια
    σηκώνοντας σκόνη στο συνοικιακό δρόμο
    ένα ερημικό σύννεφο σκόνη που θυμιάζει το σούρουπο
    και τα παιδιά έχουν γυρίσει σπίτια τους για το δείπνο και δεν τ’
    αφήνουν πια να βγουν έξω
    μ’ όλο που πίσω απ’ τους τοίχους μαντεύουν το περπάτημα της
    γριάς αρκούδας –
    κι η αρκούδα κουρασμένη πορεύεται μες στη σοφία της μοναξιάς
    της, μην ξέροντας για που και γιατί-
    έχει βαρύνει, δεν μπορεί πια να χορεύει στα πισινά της πόδια
    δεν μπορεί να φοράει τη δαντελένια σκουφίτσα της
    να διασκεδάζει τα παιδιά, τους αργόσχολους, τους απαιτητικούς,
    και το μόνο που θέλει είναι να πλαγιάσει στο χώμα
    αφήνοντας να την πατάνε στην κοιλιά, παίζοντας έτσι το
    τελευταίο παιχνίδι της,
    δείχνοντας την τρομερή της δύναμη για παραίτηση,
    την ανυπακοή της στα συμφέροντα των άλλων, στους κρίκους
    των χειλιών της, στην ανάγκη των δοντιών της,
    την ανυπακοή της στον πόνο και στη ζωή
    με τη σίγουρη συμμαχία του θανάτου – έστω κι ενός αργού
    θανάτου –
    την τελική της ανυπακοή στο θάνατο με τη συνέχεια και τη
    γνώση της ζωής
    που ανηφοράει με γνώση και με πράξη πάνω απ τη σκλαβιά της.

    Μα ποιος μπορεί να παίξει ως το τέλος αυτό το παιχνίδι;
    Κι η αρκούδα σηκώνεται πάλι και πορεύεται
    υπακούοντας στο λουρί της, στους κρίκους της, στα δόντια της,
    χαμογελώντας με τα σκισμένα χείλη της στις πενταροδεκάρες
    που της ρίχνουνε τα ωραία κι ανυποψίαστα παιδιά
    (ωραία ακριβώς γιατί είναι ανυποψίαστα)
    και λέγοντας ευχαριστώ. Γιατί οι αρκούδες που γεράσανε
    το μόνο που έμαθαν να λένε είναι: ευχαριστώ, ευχαριστώ.
    Άφησέ με να’ ρθω μαζί σου.

    Τούτο το σπίτι με πνίγει. Μάλιστα η κουζίνα
    είναι σαν το βυθό της θάλασσας.Τα μπρίκια κρεμασμένα γυαλίζουν
    σα στρογγυλά, μεγάλα μάτια απίθανων ψαριών,
    τα πιάτα σαλεύουν αργά σαν τις μέδουσες,
    φύκια κι όστρακα πιάνονται στα μαλλιά μου – δεν μπορώ να
    τα ξεκολλήσω ύστερα,
    δεν μπορώ ν’ ανέβω πάλι στην επιφάνεια –
    ο δίσκος μου πέφτει απ’ τα χέρια άηχος, – σωριάζομαι
    και βλέπω τις φυσαλίδες απ’ την ανάσα μου ν’ ανεβαίνουν,
    ν’ ανεβαίνουν
    και προσπαθώ να διασκεδάσω κοιτάζοντές τες
    κι αναρωτιέμαι τι θα λέει αν κάποιος βρίσκεται από πάνω και
    βλέπει αυτές τις φυσαλίδες,
    τάχα πως πνίγεται κάποιος ή πως ένας δύτης ανιχνεύει τους βυθούς;

    Κι αλήθεια δεν είναι λίγες οι φορές που ανακαλύπτω εκεί, στο βάθος
    του πνιγμού,
    κοράλλια και μαργαριτάρια και θησαυρούς ναυαγισμένων πλοίων,
    απρόοπτες συναντήσεις, και χτεσινά και σημερινά μελλούμενα,
    μιαν επαλήθευση σχεδόν αιωνιότητας,
    κάποιο ξανάσασμα, κάποιο χαμόγελο αθανασίας, όπως λένε,
    μιαν ευτυχία, μια μέθη, κι ενθουσιασμόν ακόμη,
    κοράλλια και μαργαριτάρια και ζαφείρια·
    μονάχα που δεν ξέρω να τα δώσω – όχι τα δίνω·
    μονάχα που δεν ξέρω αν μπορούν να τα πάρουν – πάντως εγώ
    τα δίνω.
    Άφησέ με να’ρθω μαζί σου….

    Μια στιγμή, να πάρω τη ζακέτα μου.
    Τούτο τον άστατο καιρό, όσο να ‘ναι, πρέπει να φυλαγόμαστε.
    Έχει υγρασία τα βράδια, και το φεγγάρι
    δε σου φαίνεται, αλήθεια, πως επιτείνει την ψύχρα;

    Άσε να σου κουμπώσω το πουκάμισο – τι δυνατό το στήθος σου,
    – τι δυνατό φεγγάρι, – η πολυθρόνα, λέω – κι όταν σηκώνω
    το φλιτζάνι απ’ το τραπέζι
    μένει από κάτω μιά τρύπα σιωπή, βάζω αμέσως την παλάμη
    μου επάνω
    να μην κοιτάξω μέσα, – αφήνω πάλι το φλιτζάνι στη θέση του·
    και το φεγγάρι μια τρύπα στο κρανίο του κόσμου – μην κοιτάξεις μέσα,
    είναι μια δύναμη μαγνητική που σε τραβάει- μην κοιτάξεις,
    μην κοιτάχτε,
    ακούστε με που σας μιλάω θα πέσετε μέσα.Τούτος ο ίλιγγος
    ωραίος, ανάλαφρος θα πέσεις, –
    ένα μαρμάρινο πηγάδι το φεγγάρι,
    ίσκιοι σαλεύουν και βουβά φτερά, μυστηριακές φωνές – δεν τις ακούτε;

    Βαθύ βαθύ το πέσιμο,
    Βαθύ βαθύ το ανέβασμα,
    το αέρινο άγαλμα κρουστό μες στ’ ανοιχτά φτερά του,
    βαθειά-βαθειά η αμείλικτη ευεργεσία της σιωπής, –
    τρέμουσες φωταψίες της άλλης όχθης, όπως ταλαντεύεσαι μες
    στο ίδιο σου το κύμα,
    ανάσα ωκεανού. Ωραίος, ανάλαφρος
    ο ίλιγγος τούτος, – πρόσεξε, θα πέσεις. Μην κοιτάς εμένα,
    εμένα η θέση μου είναι το ταλάντευμα – ο εξαίσιος ίλιγγος.
    Έτσι κάθε απόβραδο
    έχω λιγάκι πονοκέφαλο, κάτι ζαλάδες.

    Συχνά πετάγομαι στο φαρμακείο απέναντι για καμμιάν ασπιρίνη,
    άλλοτε πάλι βαριέμαι και μένω με τον πονοκέφαλό μου
    ν’ ακούω μες στους τοίχους τον κούφιο θόρυβο που κάνουν
    οι σωλήνες του νερού,
    ή ψήνω έναν καφέ, και, πάντα αφηρημένη,
    ξεχνιέμαι κ ετοιμάζω δυο ποιος να τον πιει τον άλλον; –
    αστείο αλήθεια, τον αφήνω στο περβάζι να κρυώνει
    ή κάποτε πίνω και τον δεύτερο, κοιτάζοντας απ’ το παράθυρο
    τον πράσινο γλόμπο του φαρμακείου
    σαν το πράσινο φως ενός αθόρυβου τραίνου που έρχεται να με
    πάρει
    με τα μαντίλια μου, τα στραβοπατημένα μου παπούτσια, τη
    μαύρη τσάντα μου, τα ποιήματα μου,
    χωρίς καθόλου βαλίτσες – τι να τις κάνεις;
    Άφησέ με να’ ρθω μαζί σου.

    Α, φεύγεις; Καληνύχτα. Όχι, δε θα έρθω. Καληνύχτα.
    Εγώ θα βγω σε λίγο. Ευχαριστώ. Γιατί, επιτέλους, πρέπει
    να βγω απ’ αυτό το τσακισμένο σπίτι.
    Πρέπει να δω λιγάκι πολιτεία, – όχι, όχι το φεγγάρι –
    την πολιτεία με τα ροζιασμένα χέρια της, την πολιτεία
    του μεροκάματου,
    την πολιτεία που ορκίζεται στο ψωμί και στη γροθιά της
    την πολιτεία που μας αντέχει στη ράχη της
    με τις μικρότητες μας, τις κακίες, τις έχτρες μας,
    με τις φιλοδοξίες, την άγνοιά μας και τα γερατειά μας, –
    ν’ ακούσω τα μεγάλα βήματά της πολιτείας,
    να μην ακούω πια τα βήματα σου
    μήτε τα βήματα του Θεού, μήτε και τα δικά μου βήματα.
    Καληνύχτα.

    (Το δωμάτιο σκοτεινιάζει. Φαίνεται πως κάποιο σύννεφο θα έκρυψε
    το φεγγάρι. Μονομιάς, σαν κάποιο χέρι να δυνάμωσε το ραδιόφωνο
    του γειτονικού μπαρ, ακούστηκε μια πολύ γνωστή μουσική φράση.
    Και τότε κατάλαβα πως όλη τούτη τη σκηνή τη συνόδευε
    χαμηλόφωνα η «Σονάτα του Σεληνόφωτος», μόνο το πρώτο μέρος. Ο
    νέος θα κατηφορίζει τώρα μ’ ένα ειρωνικό κι ίσως συμπονετικό
    χαμόγελο στα καλογραμμένα χείλη του και μ’ ένα συναίσθημα
    απαιλευθέρωσης. Όταν θα φτάσει ακριβώς στον Αη-Νικόλα, πριν
    κατέβει τη μαρμάρινη σκάλα, θα γελάσει, – ένα γέλιο δυνατό,
    ασυγκράτητο. Το γέλιο του δε θ’ ακουστεί καθόλου ανάρμοστα κάτω
    απ’ το φεγγάρι. Ίσως το μόνο ανάρμοστο να είναι το ότι δεν είναι
    καθόλου ανάρμοστο. Σε λίγο ο Νέος θα σωπάσει, θα σοβαρευτεί και
    θα πει: «Η παρακμή μιάς εποχής». Έτσι, ολότελα ήσυχος πια, θα
    ξεκουμπώσει πάλι το πουκάμισό του και θα τραβήξει το δρόμο του.
    Όσο για τη γυναίκα με τα μαύρα, δεν ξέρω αν βγήκε τελικά απ το
    σπίτι. Το φεγγαρόφωτο λάμπει ξανά. Και στις γωνίες του δωματίου οι
    σκιές σφίγγονται από μιαν αβάσταχτη μετάνοια, σχεδόν οργή, όχι
    τόσο για τη ζωή, όσο για την άχρηστη εξομολόγηση. Ακούτε; Το
    ραδιόφωνο συνεχίζει.)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: