Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (184ο): «Ωραίος– α– ο»…

 

-«ΑΘΗΝΑ 16 Νοεμβρίου 1973
Ωραία παιδιά με τα μεγάλα μάτια σαν εκκλησίες χωρίς στασίδια
ωραία παιδιά δικά μας με τη μεγάλη θλίψη των ανδρείων
αψήφιστοι, όρθιοι στα Προπύλαια στον πέτρινο αέρα, έτοιμο χέρι, έτοιμο μάτι
πως μεγαλώνει το μπόι, το βήμα κι η παλάμη του ανθρώπου»
(Γ. Ρίτσος, Ημερολόγιο μιας εβδομάδας)

 

 -Αργύρης Χιόνης, «Το ωραίο καλοκαίρι»

«Ήταν ωραίο αυτό το καλοκαίρι
ήταν ωραίο αλλά και επικίνδυνο

Ένας παππούς που έκανε αμμόλουτρα
ξεχάστηκε θαμμένος μες την άμμο
όταν τον θυμηθήκανε μετά από μέρες
σηκώσαν το καπέλο του, δεν ήταν από κάτω

Μια πάλευκη τουρίστρια απʼ το βορρά
τα ʽφτιαξε με τον ήλιο
κοιμήθηκε μαζί του μέρες μήνες
σκούρυνε, αφομοιώθηκε απʼ το τοπίο
οι δικοί της τώρα την αναζητούν
μέσω του Ερυθρού Σταυρού

Ένα παιδί δαρμένο έγινε αχινός
αν τους βαστάει τώρα
ας με ξαναδείρουν, είπε
πήρανε ο μπαμπάς κι η μαμά
μαχαίρι και πηρούνι
και χωρίς να τρυπηθούν του φάγαν την καρδιά

Ένα σκυλί κυνηγημένο
δάγκωσε την ουρά του και την έφαγε
ύστερα έφαγε όλο το κορμί του
έμεινε μόνο το κεφάλι του στα βότσαλα
Νʼ ασπρίζει από τα κύματα γλειμμένο

Βαθιά, ένα καράβι έμενε ακίνητο

ακίνητο ένα καλοκαίρι

φυσούσαν άνεμοι φουσκώναν τα πανιά

δεν έλεγε να φύγει. Τι περίμενε;

κανείς δεν ξέρει»

(Α. Χιόνης, Η φωνή της σιωπής, Νεφέλη)

 

 

-Γ. Σεφέρης, «Ὡραῖο φθινοπωρινὸ πρωί»

γιὰ τὴν κυρία Ντονογκά

«Νὰ ποὺ μ᾿ ἀρέσουν ἐπὶ τέλους αὐτὰ τὰ βουνὰ μ᾿ αὐτὸ τὸ φῶς
μὲ δέρμα ρυτιδωμένο σὰν τὴν κοιλιὰ τοῦ ἐλέφαντα
ὅταν τὰ μάτια του στενεύουν ἀπ᾿ τὰ χρόνια.
Νὰ ποὺ μ᾿ ἀρέσουν αὐτὲς οἱ λεῦκες, δὲν εἶναι πολλὲς
σηκώνοντας τοὺς ὤμους μέσα στὸν ἥλιο.
Οἱ ἀψηλοὶ γκέγκηδες οἱ κοντοὶ τόσκηδες
τὸ καλοκαίρι μὲ τὰ δρεπάνια καὶ τὸ χειμώνα μὲ τὰ τσεκούρια
κι ὅλο τὰ ἴδια ξανὰ καὶ ξανά, ἴδιες κινήσεις
στὰ ἴδια σώματα κόπηκε ἡ μονοτονία.

Τί λέει ὁ Μουεζίνης στὴν ἄκρη τοῦ μιναρέ; γιὰ πρόσεξε
Ἔσκυψε ν᾿ ἀγκαλιάσει μία ξανθὴ κούκλα στὸ πλαϊνὸ μπαλκόνι.
Αὐτὴ ἀνεμίζει δυὸ ρόδινα χεράκια στὸν οὐρανὸ
δὲν παραδέχεται νὰ τὴ βιάζουν
Ὡστόσο γέρνει ὁ μιναρὲς καὶ τὸ μπαλκόνι σὰν τὸν πύργο τῆς Πίζας
ἀκοῦς μονάχα ψιθυρίσματα, δὲν εἶναι τὰ φύλλα μήτε τὸ νερὸ
«ἀλλάχ! ἀλλάχ!» δὲν εἶναι μήτε τ᾿ ἀγεράκι, παράξενη προσευχὴ
ἕνας κόκορας λάλησε, πρέπει νά᾿ ναι ξανθὸς
ὢ ψυχὴ ἐρωτευμένη ποὺ πέταξες στὰ ὕψη!

Νὰ ποὺ μ᾿ ἀρέσουν ἐπὶ τέλους αὐτὰ τὰ βουνά, ἔτσι κουλουριασμένα
τὸ γερασμένο κοπάδι τριγύρω μου μ᾿ αὐτὲς τὶς ρυτίδες
σκέφτηκε κανεὶς νὰ πεῖ τὴ μοίρα ἑνὸς βουνοῦ ὅπως κοιτάζει μία παλάμη
σκέφτηκε κανείς;…
Ὢ ἐκείνη ἡ ἐπίμονη σκέψη
κλεισμένη σ᾿ ἕνα κουτὶ ἀδειανό, θεληματικὴ
χτυπώντας ἀδιάκοπα τὸ χαρτόνι, ὅλη τὴ νύχτα
σὰν ποντικὸς ποὺ ροκανίζει τὸ πάτωμα.

Κόπηκε ἡ μονοτονία, ὦ ἐσὺ ποὺ πέταξες στὰ ὕψη
νὰ ποὺ μ᾿ ἀρέσει
κι αὐτὸ τὸ βουβάλι τοῦ μακεδονίτικου κάμπου τόσο ὑπομονετικὸ
τόσο ἀβίαστο, σὰ νὰ τὸ ξέρει πὼς δὲν φτάνει κανεὶς πουθενὰ
θυμίζει τ᾿ ἀγέρωχο κεφάλι τοῦ πολεμόχαρου Βερκινγετόριξ
Tel qu᾿en lui-même enfin l᾿éternité le change.»

Κορυτσὰ 1937

(Γ. Σεφέρης, Ποιήματα, Ίκαρος)

 

 

-Λόρενς Φερλινγκέτι, «Ο κόσμος είναι ωραίο μέρος για να γεννηθείτε»

 

«Ο κόσμος είναι ωραίο μέρος για να γεννηθείτε

αν δεν σας νοιάζει που η ευτυχία

δεν είναι πάντα και τόσο διασκεδαστική

 

αν δεν σας νοιάζει μια δόση κόλασης

που και που όταν όλα πάνε καλά

γιατί ακόμα και στον παράδεισο

δεν τραγουδούν όλη την ώρα

 

Ο κόσμος είναι ωραίο μέρος για να γεννηθείτε

αν δεν σας νοιάζει

που μερικοί άνθρωποι

 

πεθαίνουν όλη την ώρα

ή έστω απλώς λιμοκτονούν κάποιες ώρες

στο κάτω κάτω δεν πειράζει

αφού δεν είστε εσείς

 

Α, ο κόσμος είναι ωραίο μέρος για να γεννηθείτε

αν δεν σας πολυνοιάζουν

λίγα ψόφια μυαλά

στις ψηλότερες θέσεις

 

ή μια δυο βόμβες

που και που στα ανεστραμμένα σας πρόσωπα

ή άλλες τέτοιες απρέπειες

απ’ τις οποίες

 

μαστίζεται η κοινωνία μας

με τους διακεκριμένους άνδρες της

και τους κληρικούς της

και τους λοιπούς αστυφύλακες

 

και τις διάφορες φυλετικές διακρίσεις της

και τις κοινοβουλευτικές ανακρίσεις της

και τις άλλες δυσκοιλιότητες

που η τρελή μας σάρκα θα κληρονομήσει

 

Ναι ο κόσμος είναι το καλύτερο μέρος

για ένα σωρό πράγματα

όπως το να κάνεις κουταμάρες

και να κάνεις έρωτα

 

και να είσαι λυπημένος

και να τραγουδάς φτηνά τραγούδια

και να έχεις εμπνεύσεις.»

(Ανθολογία μπιτ ποίησης, εκδ. Ροές)

 

 

[Ποίημα επιτέλους ωραίο] του Πάνου Θεοδωρίδη

 «Στις βραγιες των οδών, τις λένε και πεζοδρόμια,

Περιμένουν στο πλαστικό δίχτυ οι πατάτες

Και οι κομμουνισταί τις καταριούνται και τις κακομελετούν:

«Των ανηθίκων μηχανισμών αποπαίδια οργώνετε,

Δεν σας συνετίζει η ηλικία του εμπορίου και η σάρκα

Μιάς αξέχαστης τηγανιάς από δεινούς γραικύλους.»

Τότε το ποίημα, το όποιο ποίημα, ωραιώνεται

Αραιωμένο ωσάν μουσικη για Εγγονόπουλο

Από τον Μαμαγκάκη – το πιο άσχημο ίσως είδος προσωδίας

Που εγέννησαν οι τοξόται Κρητικοί,

Μαθημένοι στα σταυροστιχόπλοκα πολιτικά των φρούτα

Του λόγου. Ενώ ο λαός πατατώνεται αβέρτα

Και νοσταλγεί ξεροψημένα αμελετητα του Πόθου.»

 http://www.bibliotheque.gr/article/57594

 

 

 -Σεργκέι Γιεσένιν, «Αντίο ωραίες περιπλανήσεις μου»

«Δε λυπούμαι, δεν κλαίω, δε φωνάζω,
Όλα θα περάσουν, σαν απ’ τις μηλιές άσπρη καπνιά.
Μες στο χρυσάφι της φθοράς όλο βουλιάζω,
Δε θα ‘μαι νέος πια ποτέ ξανά.

Αλλιώτικα πια θα χτυπάς, καρδιά μου, τώρα,
Που το κύμα σε αγγίζει της κρύας παγωνιάς,
Κι η στρωμένη με της λεύκας το βαμβάκι χώρα
Δε θα σε προκαλεί ξυπόλυτος να τριγυρνάς.

Αλήτικη διάθεση, όλο και πιο αραιά
Ταράζεις για λίγο στα χείλη τη φωτιά.
Ω, για πάντα χαμένη μου φρεσκάδα,
Αίσθημα του πάθους, του ματιού αγριάδα.

Τώρα πια οι επιθυμίες έχουν στερέψει.
Ζωή μου, ή μήπως σ’ έχω ονειρευτεί;
Σάμπως σε ροζ άλογο να έχω τρέξει
Μέσα από την άνοιξη ένα πρωί.

Στον κόσμο αυτό είμαστε όλοι περαστικοί,
Απ’ του σφένδαμνου τα φύλλα ο χαλκός αργά κυλά…
Ας είναι, λοιπόν, ευλογημένο το καθετί,
Που του έλαχε ν’ ανθίσει και να πεθάνει μια φορά.»

(http://kissmygrass.gr/)

 

 

-Γιάννης Ρίτσος, «Ο  Ω Ρ Α Ι Ο Σ  Δ Ρ Α Π Ε Τ Η Σ»

«Φτηνό το φως, φτηνά μαγαζιά, φτηνότερα λόγια.

Άλλοι έφυγαν, άλλοι κοιμούνται, άλλοι πεθάνανε.

Κι αυτοί κι εκείνοι το ίδιο γερνάνε.

Εσύ αρνήθηκες τον γενικό κανόνα.

Άφησες πλαγιασμένο στο κρεβάτι σου το ομοίωμά σου

μην καταλάβουν πως εσύ πλανιέσαι

στο μέγα δάσος, άοπλος κυνηγός,

φορώντας τις λευκές σου μπότες.»

(Γιάννης Ρίτσος, Στο Υπερώον της ποίησης, Κέδρος)

 

 

-Νίκος Δασκαλόπουλος, «Τι ωραίο που είναι να γράφεις»

«τι ωραίο που είναι να γράφεις.
πως το ανακάλυψαν;
πριν την ιστορία,
πριν την αφήγηση,
πριν την φαντασία,
την κατάθεση,
τις εικόνες,
τις μεταφορές,
τους συμβολισμούς,
πριν, πολύ πριν.
πως το ανακάλυψαν πόσο ωραίο
είναι να γράφεις, απλά για να γράψεις.
πόσο όμορφη είναι η γραφή, οι λέξεις,
τα γράμματα.
τι ένιωσε ο πρώτος που τα είδε όλα αυτά,
ως τέχνη;
αμφιβάλλω ότι ήταν ένας.
ήταν πολλοί, την ίδια στιγμή,
χωρίς να γνωρίζονται.
και κοίταξαν και είδαν.
η γραφή είναι κάτι παραπάνω από γραφή.
γιατί να γράψω για να εκφραστώ;
να γράψω, για να γράψω.
κοίτα τα κόμματα, πως χωρίζουν τις λέξεις.
κοίτα τα μόνα τους.
το κόμμα μου μοιάζει αβοήθητο. σαν ένας
άνθρωπος που κρέμεται στον γκρεμνό, και το θέλει.
δεν χρειάζεται βοήθεια
γιατί δεν πρόκειται να πέσει,
δεν θέλει να πέσει
και αντέχει το βάρος του,
απλά του αρέσει να κρέμεται στο κενό.
κοίτα τα αποσιωπητικά.
ποτέ πριν δεν είχα σκεφτεί πόσο ζωντάνια
δίνουν στον γραπτό λόγο.»

(http://www.poiein.gr/archives/31717/index.html)

 

 

-Ο. Ελύτης, [Ήταν ωραίο παιδί]

«Ήταν ωραίο παιδί. Την πρώτη μέρα που γεννήθηκε
Σκύψανε τα βουνά της Θράκης να φανεί
Στους ώμους της στεριάς το στάρι που αναγάλλιαζε·
Σκύψανε τα βουνά της Θράκης και το φτύσανε
Mια στο κεφάλι, μια στον κόρφο, μια μέσα στο κλάμα του·
Bγήκαν Ρωμιοί με μπράτσα φοβερά
Kαι το σηκώσαν στου βοριά τα σπάργανα…
Ύστερα οι μέρες τρέξανε, παράβγαν στο λιθάρι
Kαβάλα σε φοραδοπούλες χοροπήδηξαν
Ύστερα κύλησαν Στρυμόνες πρωινοί
Ώσπου κουδούνισαν παντού οι τσιγγάνες ανεμώνες
Kι ήρθαν από της γης τα πέρατα
Oι πελαγίτες οι βοσκοί να παν των φλόκων τα κοπάδια
Eκεί που βαθιανάσαινε μια θαλασσοσπηλιά
Eκεί που μια μεγάλη πέτρα εστέναζε!…»
(Ο. Ελύτης, «Άσμα ηρωικό και πένθιμο…», Ίκαρος

 

Advertisements

Single Post Navigation

18 thoughts on “Πες το με ποίηση (184ο): «Ωραίος– α– ο»…

  1. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Γιάννη, ανησύχησα με την απουσία σου. Ωστόσο, ελπίζω ότι όλα είναι καλά στη ζωή σου.
    Σήμερα διαλέγω ποιήματα, αυστηρά πάνω στις δοθείσες λέξεις , μιας και ήδη έχουμε παρουσιάσει την «ομορφιά». Είμαστε δηλαδή … μια ωραία ατμόσφαιρα.

    *

    1. Τὸ βράδυ ἔχω βρεῖ ἕναν ὡραῖο τρόπο νὰ κοιμᾶμαι.
    Τοὺς συγχωρῶ ἕναν-ἕναν ὅλους.

    ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

    ***

    2. Η ανελέητη ωραία κυρία

    Γιατί ’σαι ταραγμένος ιππότη,
    Και μόνος και χλομός περιφέρεσαι;
    Το σπαθόχορτο ξεράθηκε στη λίμνη,
    Και κανένα πουλί δεν τραγουδά.

    Γιατί ’σαι ταραγμένος ιππότη,
    Τόσο καταβεβλημένος και τόσο πονεμένος;
    Η σιταποθήκη του σκίουρου είναι γεμάτη
    Κι ο θερισμός έχει τελειώσει.

    Στο μέτωπό σου βλέπω έναν κρίνο,
    Με την υγρασία της αγωνίας και με σταγόνες πυρετού,
    Και στο μάγουλό σου ρόδο θαμπό
    Να μαραίνεται γρήγορα κι αυτό.

    Συνάντησα μια κυρία στα λιβάδια,
    Πολύ ωραία –παιδί νεράιδας,
    Τα μαλλιά της μακριά, πόδι ελαφρύ,
    Και τα μάτια της άγρια.

    Για το κεφάλι της έπλεξα στεφάνι,
    Και βραχιόλια, και ζώνη ευωδιαστή.
    Με κοίταξε σαν ν’ αγαπούσε
    Με στεναγμό γλυκό.

    Την κάθισα στο άτι μου
    Και τίποτ’ άλλο όλη τη μέρα δεν είδα,
    Γιατί έσκυβε πλάγια, και τραγουδούσε
    Τραγούδι νεράιδας.

    Μου βρήκε ρίζες γλυκές,
    Κι άγριο μέλι, και μάννα –δροσιά,
    Και σε γλώσσα παράξενη είπε –
    «Αληθινά σ’ αγαπώ».

    Με πήρε στο μαγεμένο της σπήλαιο
    Κι εκεί έκλαψε και στέναξε πικρά,
    Κι εκεί έκλεισα τα άγρια άγρια μάτια της
    Με τέσσερα φιλιά.

    Κι εκεί μ’ αποκοίμισε
    Κι εκεί ονειρεύτηκα –τι συμφορά! –
    Το τελευταίο μου όνειρο
    Στην κρύα του λόφου πλαγιά.

    Είδα χλομούς βασιλιάδες και πρίγκιπες,
    Χλομούς πολεμιστές, όλοι με τη χλομάδα του θανάτου.
    Φώναζαν –«Η Ανελέητη Ωραία Κυρία
    Σε έχει σκλάβο!»

    Είδα στο λυκόφως τα στερημένα από αγάπη χείλια τους,
    Ορθάνοιχτα από τρομερές προειδοποιήσεις,
    Και ξύπνησα και βρέθηκα εδώ,
    Στην κρύα πλαγιά του λόφου.

    Και γι’ αυτό μένω εδώ τώρα
    Και μόνος και χλομός περιφέρομαι.
    Παρ’ όλο που ξεράθηκε το σπαθόχορτο στη λίμνη,
    Και κανένα πουλί δεν τραγουδά.

    John Keats, Μετ: Βαγγέλης Αθανασόπουλος

    Ωραία Κοιμωμένη, Νίκος Ξυδάκης

    3. [Η Ωραία Κοιμωμένη]

    Φέρτε στο νου σας
    ένα κορίτσι που γλιστράει συνεχώς,
    με τα μπράτσα να καμπυλώνουν σαν γέρικα καρότα,
    μέσα στην έκσταση του υπνωτιστή,
    μέσα στον κόσμο των πνευμάτων
    μιλώντας με το δώρο των γλωσσών.
    Έχει κολλήσει στη μηχανή του χρόνου,
    ξαφνικά είναι δύο χρονών και πιπιλά το δάχτυλό της,
    σαν σαλιγκάρι στρέφεται προς τα μέσα,
    μαθαίνει να μιλά ξανά.
    Κάνει ένα ταξίδι.
    Κολυμπά όλο και πιο μακριά, όλο και πιο πίσω,
    σαν σολομός,
    παλεύοντας να μπει μες το τσαντάκι της μητέρας της.
    Μικρή κουκλίτσα,
    έλα στον μπαμπά.
    Κάτσε στο γόνατό μου.
    Έχω φιλιά για το σβέρκο σου.
    Μια δεκάρα για τις σκέψεις σου, Πριγκίπισσα.
    Θα τις κυνηγήσω σαν να ‘τανε σμαράγδια.

    Γίνε το παιχνιδάκι μου
    και θα σου δώσω ρίζες.
    Αυτού του είδους το ταξίδι,
    θεριεμένο σαν αγιόκλημα.

    Μια φορά κι έναν καιρό,
    ένας βασιλιάς είχε βαφτίσει
    την κόρη του Τριανταφυλλιά
    κι επειδή είχε μόνο δώδεκα χρυσά πιάτα
    κάλεσε μόνο δώδεκα νεράιδες
    στο σπουδαίο γεγονός.
    Η δέκατη τρίτη νεράιδα
    – τα δάχτυλά της μακριά και λεπτά σαν καλαμάκια,
    τα μάτια της καμένα από τσιγάρα,
    η μήτρα της μια άδεια κούπα τσαγιού –
    έφτασε με δώρο το κακό.
    Έκανε αυτήν την προφητεία:
    στα δεκαπέντε η πριγκίπισσα
    θα τρυπηθεί από ανέμη
    και θα σωριαστεί νεκρή.
    Καπούτ!
    Στην αυλή έπεσε σιωπή.
    Ο βασιλιάς έμεινε άφωνος σαν την Κραυγή του Μουνχ.
    Οι προφητείες των μαγισσών
    εκείνον τον καιρό
    έπιαναν τόπο.
    Ωστόσο, η δωδέκατη νεράιδα
    είχε μια κάποια γόμα
    κι έτσι μετρίασε λιγάκι την κατάρα
    αλλάζοντας τον θάνατο με ύπνο
    εκατό χρόνων.

    Ο βασιλιάς διέταξε να καταστρέψουν
    και να πετάξουν κάθε ανέμη.

    Η Τριανταφυλλιά μεγάλωνε και γίνονταν θεά
    και κάθε βράδυ ο βασιλιάς
    έδενε χαλινάρι στο στρίφωμα του φουστανιού της
    να την κρατάει ασφαλή.
    Στέριωνε με μια παραμάνα το φεγγάρι
    για να της δίνει αέναο φως.
    Ανάγκαζε κάθε άντρα στην αυλή
    να τρίβει με απορρυπαντικό τη γλώσσα του
    να μη μολύνεται ο αέρας γύρω απ’ την πεντάμορφη.

    Έτσι εκείνη ζούσε μέσα στην μυρωδιά του βασιλιά,
    περιπλεγμένη σαν αγιόκλημα.

    Την ημέρα των δεκάτων πέμπτων γενεθλίων της
    η Τριανταφυλλιά
    τρύπησε το δάχτυλό της
    με μια παλιά καμένη ανέμη
    και σταματήσαν τα ρολόγια.

    Ναι, πράγματι. Κοιμήθηκε.
    Ο βασιλιάς και η βασίλισσα κοιμήθηκαν,
    οι αυλικοί κι επίσης οι μύγες στον τοίχο.
    Η φωτιά στο τζάκι πάγωσε
    και το ψητό σταμάτησε να τσιτσιρίζει.
    Τα δέντρα έγιναν μέταλλο και
    πορσελάνη ο σκύλος.
    Όλοι έπεσαν σε ύπνωση
    σαν κατατονικοί
    στη μηχανή του χρόνου κολλημένοι.
    Ακόμα και οι βάτραχοι έμοιαζαν ζωντανοί νεκροί.

    Μόνο μια αγριοτριανταφυλλιά ανθούσε ακόμα
    κι όλο θέριευε
    φτιάχνοντας τείχος από αγκάθια
    τριγύρω από το κάστρο.

    Αρκετοί πρίγκιπες προσπάθησαν
    να το περάσουν
    γιατί είχανε ακούσει πολλά για την Τριανταφυλλιά.
    Όμως δεν είχανε τρίψει τις γλώσσες τους κι έτσι
    πιάστηκαν στ’ αγκάθια και σταυρώθηκαν εκεί.

    Σε εύλογο διάστημα πέρασαν τα εκατό χρόνια
    και ένας πρίγκιπας κατάφερε να μπει.
    Οι θάμνοι χώριζαν μπροστά του σαν να ήταν ο Μωυσής
    και βρήκε το ταμπλό βιβάν ανέπαφο.
    Φίλησε την Τριανταφυλλιά
    κι εκείνη ξύπνησε φωνάζοντας:
    “Μπαμπά! Μπαμπά!”

    Και -ξαφνικά! – βγαίνει απ’ τη φυλακή της!

    Παντρεύτηκε τον πρίγκιπα
    και όλα πήγανε καλά
    εκτός από το φόβο –
    τον φόβο του ύπνου.

    Η Ωραία Κοιμωμένη
    υπέφερε από αϋπνίες…
    Δεν μπορούσε να πάρει έναν υπνάκο
    ή να κοιμηθεί κανονικά
    χωρίς να της ετοιμάσει κάποιες πανίσχυρες σταγόνες
    ο φαρμακοποιός της αυλής
    και μάλιστα ποτέ μπροστά στον πρίγκιπα.
    Αν είναι να ‘ρθει ο ύπνος, έλεγε,
    θα πρέπει να με βρει εξ απήνης
    καθώς γελώ ή χορεύω
    ώστε να αγνοώ αυτό το βάρβαρο μέρος
    όπου ξαπλώνω με τα γελάδια να με σπρώχνουν
    στην τρύπα, ανοιχτή στο μάγουλό μου.
    Επιπλέον, δεν πρέπει να ονειρευτώ
    γιατί όταν ονειρεύομαι βλέπω το τραπέζι στρωμένο
    και μια γριά που τρεμάμενη στη θέση μου.
    Τα μάτια της καμένα απ’ τα τσιγάρα,
    την προδοσία να μασουλά σαν φέτα κρέατος.

    Δεν πρέπει να κοιμηθώ
    γιατί όταν κοιμάμαι είμαι ενενήντα χρονών
    και νομίζω ότι πεθαίνω.
    Ο θάνατος κροταλίζει στον λαιμό μου
    σαν παιδικός βόλος.
    Φορώ για σκουλαρίκια σωληνάρια.
    Κείτομαι ακίνητη σαν σιδερόβεργα.
    Εάν στο γόνατό μου χώσετε μια βελόνα
    ούτε που θα κουνηθώ.
    Είμαι γεμάτη ενέσεις νοβοκαϊνης.
    Αυτό το κορίτσι σε ύπνωση
    είναι δικό σου για να το κάνεις ό,τι θες.
    Μπορείς να την απιθώσεις σ’ ένα μνήμα,
    ένα απαίσιο πακέτο,
    και να φτυαρίσεις χώμα στο πρόσωπό της
    και να μη σου πει ποτέ “Ει! Γεια σου!”.

    Όμως, εάν στο στόμα τη φιλήσεις
    τα μάτια της θ’ ανοίξουνε διάπλατα
    και θα φωνάξει:
    “Μπαμπά! Μπαμπά!”

    Και – ξαφνικά! – βγαίνει απ’ τη φυλακή της.

    Έγινε μια κλοπή.
    Αυτό μου λένε.
    Εγκαταλείφθηκα.
    Αυτό το ξέρω.
    Με ανάγκασαν να πάω προς τα πίσω.
    Με ανάγκασαν να πάω προς τα εμπρός.
    Με πέρασαν από χέρι σε χέρι
    σαν μια πιατέλα φρούτα.
    Κάθε βράδυ με καρφώνουν σ’ ένα μέρος
    και ξεχνώ ποια είμαι.
    Μπαμπά;
    Αυτό είναι ένα άλλο είδος φυλακής.
    Δεν είναι καθόλου ο πρίγκιπας
    αλλά ο πατέρας μου
    που μεθυσμένος σκύβει πάνω απ’ το κρεβάτι μου,
    σαν καρχαρίας κυκλώνει την άβυσσο,
    ο πατέρας μου πάνω μου παχύς
    σαν κοιμισμένη μέδουσα.
    Τι ταξίδι είναι αυτό, κοριτσάκι;
    Αυτή είναι η έξοδος από την φυλακή;
    Βοήθεια, Θεέ μου, αυτή είναι η ζωή μετά τον θάνατο;

    «Anne Sexton – Ποιήματα», Printa. Μετ: Δήμητρα Σταυρίδου

    Τι ωραία που είναι η αγάπη μου, Μ. Φαραντούρη

    4. Αλλιώς ωραίος

    Αυτό που λέμε ο έρωτας, δεν είναι
    Ο Έρωτας: ο Άγγελος με τ’ ανοιχτά φτερά.
    Αλλάζει όψη, μεταμορφώνεται,
    Γίνεται ωραίος, αλλιώς ωραίος.
    Δεν την αντέχεις την ομορφιά του.

    Τα ζώα τον βλέπουν, κρύβονται
    Στο δέρμα τους, σωπαίνουν τα πουλιά.
    Τα σώματα σκεπάζονται τη σκιά τους.
    Γίνεται αλλιώς ωραίος, φοβερά ωραίος,
    Ως νάχει βγει απ’ την έκλαμψη μιας πυρκαγιάς.

    Δυνατός ως η θάλασσα, ως ο άνεμος.
    Ισχυρός ως στήλη πυρός, ως όρος.
    Μοναχικός ως ογκόλιθος, ως ακίνητος ποταμός.
    Αθόρυβος ως ίσκιος πουλιού, ως χτύπος ονείρου.
    Διαβρωτικός ως φλόγα, ως ποίημα, ως πυρετός.
    Αναίσθητος ως λίθος, ως ξίφος γυμνό.
    Άτεγκτος ως ζυγός, ζυγιάζοντας τα βάρη των ψυχών.

    Γιώργος Θέμελης, Το δίχτυ των ψυχών (1965)

    ΄Ησουν ωραία όταν γελούσες

    5. ΗΣΟΥΝ ΩΡΑΙΑ ΚΑΙ ΣΥΓΚΙΝΗΤΙΚΗ

    Ναι, ήσουν ωραία και συγκινητική
    σαν το Gran vals brillante
    που άκουσα μια νύχτα
    στο πικάπ του διαμερίσματός σου,
    ενώ κάπνιζα ένα πουράκι,
    κι εσύ πλενόσουν, και πίσω
    από την ημιδιαφανή κουρτίνα της μπανιέρας
    ένας ίσκιος διέγραφε τη σιλουέτα
    του γυμνού κορμιού σου,
    καθώς εγώ το φανταζόμουν μέσ’ απ’ το άνοιγμα
    της μισάνοιχτης πόρτας του λουτρού.

    CÉSAR CANTONI, Μετ: Γιώργος Κεντρωτής.

    ***

    6. ΤΑ ΦΑΝΕΡΑ ΚΑΙ ΤΑ ΚΡΥΦΑ ΤΕΚΜΗΡΙΑ ΤΗΣ ΩΡΑΙΟΤΗΤΑΣ

    Τι όμορφη που είναι η Αγάπη μου.
    Πόσο απλόχερα μοιράζει στον κόσμο τις χάρες της.
    Στολίζει με τον ερωτά της τις μέρες μου.
    Διαβάζω το πρόσωπό της
    αποστηθίζω τα μάτια της
    χάνομαι
    στα νυχτερινά της μαλλιά.
    Ξαφνικά και μόνο που την κοιτάζω παίρνω φωτιά, λαμπαδιάζω ολόκληρος.

    Όλοι βέβαια το ξέρουν
    πόσο όμορφη είναι η Αγάπη μου.
    Όμως εγώ μόνο μπορώ να μετρήσω
    όλη την ομορφιά της.
    Εγώ μόνο ξέρω
    πόσο ανεξάντλητος είναι ο μέσα της πλούτος.
    Πόσο μοναδικά
    είναι τα κρυφά της χαρίσματα.

    Ένα δώρο για μένα είναι πάντα η Αγάπη μου.
    Κι αν κάποτε με πληγώνει
    αν ματώνει απ’ τα λόγια της η καρδιά μου
    για το καλό μου το κάνει.
    Γλυκά με κεντρίζει, η μέλισσα μου.
    Ένα δώρο για μένα είσαι πάντα Αγάπη μου.

    ΘΑΝΑΣΗΣ ΚΩΣΤΑΒΑΡΑΣ, Χαιρετισμοί

    ΩΡΑΙΑ ΠΟΥ ‘ΝΑΙ ΣΗΜΕΡΑ- ΛΗΔΑ & ΣΠΥΡΟΣ

    7. Ωραία που λάμπει
    Bertold Brecht, The resistible rise of Arturo Ui

    Ωραία που λάμπει σήμερα ο ήλιος.
    Σημαίες κυματίζουν στα μπαλκόνια,
    ακούγονται εμβατήρια, κι ο κόσμος
    ξεχύθηκε έξω πάλι, εαρινός.
    Το βράδυ
    μετά από την παρέλαση, τους λόγους,
    στη φωταγωγημένη πόλη μας θα μας δεχτούν
    (τι εκλεκτά φαγιά, τι μουσικές, τι λάμψη!)
    χαμογελώντας, μ’ όλα τους τα επιτελεία, οι Αρχηγοί,
    κι ως το πρωί στους δρόμους θα κρατεί ο χορός.

    Όμως εγώ
    που ξόδεψα τα χρόνια μου, νύχτες ατέλειωτες,
    ολόμονος να μελετώ πίσω από την επίσημη
    των λόγων εκδοχή τι αναδεύεται κάθε φορά,
    ν’ αποκρυπτογραφώ χαμόγελα και στάσεις,
    εγώ
    που ήδη τους βλέπω να τρέχουνε στα ενδότερα
    και τα χέρια, χαιρέκακα, να τρίβουν,
    τα κέρδη λογαριάζοντας με τους σοφούς τους υπολογιστές
    σε χάρτες σκυμμένοι, σε διαγράμματα και σε καμπύλες
    αλάνθαστες, και να τσουγκρίζουν τα ποτήρια-

    εγώ σας εξορκίζω, φίλοι μου, τη νύχτα
    αυτή μη γελαστεί κανείς και ξεκινήσει
    κανείς πια να μην πάει στη γιορτή παρά
    να μαζευτούμε όλοι μαζί, σαν ένας άνθρωπος,
    να δούμε τι μπορεί να γίνει με τους Αρχηγούς,
    μ’ όλους, χωρίς εξαίρεση, τους Αρχηγούς,
    γιατί ακονίζουν κιόλας τα μαχαίρια, αδέλφια μου,
    και νευρικά τα ρολόγια τους κοιτάζουν,
    -λάμπουν παράξενα τα μάτια τους, σημαδιακά-
    γιατί, άλλη μια φορά, μας ετοιμάζουν για σφαγείο.

    Ανέστης Ευαγγέλου, Απογύμνωση, 1979

    Μ. Δημητριάδη – Ήσουν ωραίος σαν άγγελος

    8.
    IX.
    είσαι ωραίος στίχος
    με γοητεύεις σαν έφηβος
    και μου ζητάς να σε βάλω προσωπίδα
    στα ρημαγμένα μου ποιήματα

    όχι
    πρέπει να μάθω να αντιστέκομαι
    στους ωραίους εφήβους
    στους ωραίους στίχους

    ΝΙΚΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ

    ***

    9. Ωραίοι νεαροί

    Ωραίοι νεαροί
    τρέχουνε με τα μηχανάκια τους στο δρόμο
    για να μας φέρουνε στο σπίτι
    την πίτσα που παραγγείλαμε.
    Τι κρίμα, όμως,
    μόλις εισπράξουν τα λεφτά
    φεύγουν αμέσως και μας αφήνουν
    με την πίτσα στο χέρι.

    Ντίνος Χριστιανόπουλος, «Νεκρή Πιάτσα», σ. 18, 1997, εκδόσεις Μπιλιέτο

    Γιώργος Μαρίνος – Τόσο ωραία

    10. ΟΙ ΠΙΟ ΩΡΑΙΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ

    Οι πιο ωραίοι ποιητές ζούνε στο κέντρο
    της πόλης, του χωριού που ζεις και των πραγμάτων,
    σίγουρα κάπου θα τους έχεις συναντήσει.

    Οι πιο ωραίοι ποιητές έμαθαν το αλφάβητο αλλόκοτα
    με το θήτα ξεκίναγαν συνήθως και άφηναν το σίγμα για το τέλος
    πράξεις και νούμερα δεν τους απασχολούσαν.

    Οι πιο ωραίοι ποιητές δεν είχαν πένες,
    ούτε καθαρογράφαν τα γραπτά τους,
    άφηναν σημειώσεις σε χαρτάκια, πακέτα τσιγάρων και προσπέκτους
    είτε με το ξυράφι ή με το αίμα
    και μπλέκαν στη μάρκα, στη διαφήμιση, ολόκληρες ψυχές.

    Οι πιο ωραίοι ποιητές θα προτιμούσαν
    να περιγράψουν ένα αιδοίο η ένα πιάτο με της φτώχειας λαδερά
    παρά να σου μιλούν για ό,τι δεν είχαν ζήσει στο πετσί τους.

    Οι πιο ωραίοι ποιητές, δεν βρήκαν έκδοση να ντύσουν τα παιδιά τους
    ούτε σε ανθολογίες δεν χωρούν.
    Ζουν και μπορούν και να πεθάνουν δίχως έπαινο
    δίχως βιβλίο και ίσως δίχως όνομα.

    Οι πιο ωραίοι ποιητές, ζωντανοί τριγυρίζουν στον θάνατο
    και δεν τους νοιάζει αν ποτέ σου δεν τους διάβασες.
    Στο είπα πως ζουν και περιφέρονται στο κέντρο
    της πόλης, του χωριού που ζεις και της καρδιάς σου.

    Μιχάλης Βάκρινος – Νους νεκρός εν τη γενέσει του 2016

    Οι ελεύθεροι κι ωραίοι – Γιώργος Νταλάρας

    11. ΠΑΥΣΗ

    «Ωραίο είναι», είπα.
    «Ωραίο είναι», είπε.
    «Όταν το νοιώθεις», είπα.
    «Ωραίο για να γίνει, το νοιώθεις», είπε.

    «Μου αρέσεις», είπε.
    «Μου αρέσεις», είπα.

    -παύση-

    «Τι σκέφτεσαι;» είπα.
    «Τίποτα».
    «Τι σκέφτεσαι;» είπα.
    «Τίποτα».

    -παύση-

    Ματιών παιχνίδισμα.
    Χαμόγελο.
    Φρυδιών της σήκωμα δευτερόλεπτων.

    «Κακό».

    «Σαν σε σκέφτομαι έρχονται οι λέξεις».
    «Μου αρέσει».
    «Ποιο;»
    «Που ακούς τις λέξεις μου».
    Αντώνης Τζήμας, απόσπασμα

    ***

    12. Τα ποιήματα των 9-10 μ.μ
    24 ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ 1945

    Η πιο ωραία θάλασσα:
    αυτή που ακόμα δεν ταξιδέψαμε.
    Το πιο ωραίο παιδί:
    ακόμα δε μεγάλωσε.
    Οι πιο ωραίες μέρες μας:
    αυτές που ακόμα δε ζήσαμε.
    Κι ο πιο ωραίος λόγος που θέλω να σου πω:
    αυτός που ακόμα δε σου είπα…

    Ναζίμ Χικμέτ, Τα ποιήματα των 9-10 μ.μ., μτφρ. Πέτρος Μάρκαρης, Θεμέλιο, (ε΄ έκδοση)

    *

    13.
    30 ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ 1945

    Είναι ωραίο να σε σκέφτομαι,
    γεμάτος ελπίδα,
    είναι σα ν’ ακούω το πιο ωραίο τραγούδι απ’ την πιο ωραία
    φωνή του κόσμου.
    Μα εμένα η ελπίδα πια δε μου φτάνει,
    εγώ δε θέλω ν’ ακούω πια τραγούδια
    θέλω να τραγουδήσω…

    Ναζίμ Χικμέτ, Τα ποιήματα των 9-10 μ.μ., μτφρ. Πέτρος Μάρκαρης, Θεμέλιο, (ε΄ έκδοση)

  2. Ciao, Aggeliki!!!… Καλά είμαι!… Μόνο που δυσκολεύομαι να βρίσκω θέμα κάθε εβδομάδα… Γι αυτό ίσως κάποια Σ/Κ δε θα ‘χω ανάρτηση!
    Ευχαριστώ πολύ για το πλούσιο και ωραιότατο σχόλιό σου!!!

    -Α. Χιόνης, [Το πιο ωραίο δέντρο]

    «Το πιο ωραίο δένδρο
    Φυτρώνει κάτω από τη γη
    Κάτω απ’ τα πόδια μας βαθιά
    Μέσα στο χώμα μες στην πέτρα
    Ωριμάζουν οι καρποί του
    Θρεμμένοι απ’ έναν άλλο ήλιο
    Πάντ’ αναφτό στης γης το κέντρο
    Ωραίοι καρποί οι πιο ωραίοι
    -διαμάντια και ρουμπίνια και αμέθυστοι-
    Μεγάλος πειρασμός για όσους ξέρουν
    Πως είναι εκεί το δένδρο
    Για όσους δεν βαδίζουν πάνωθέ του ανυποψίαστοι
    Κι είναι πολλοί αυτοί που σκάβουν
    Αυτοί που ανοίγουν σήραγγες και σέρνονται
    Στης γης τα σπλάχνα για να βρούνε
    Τους υπέροχους καρπούς και επιστρέφουν
    Φέρνοντας στο φως μια χούφτα πέτρες
    Σκουριασμένες πέτρες ή δεν επιστρέφουν
    Μα χάνουν το μυαλό τους και το δρόμο
    Και μένουνε στης γης τα σπλάχνα αρουραίοι
    Ασπάλακες ασβοί σκουλήκια»

    -Νίκος Εγγονοπουλος, «ΤΟ ΧΕΡΙ»

    εις Ανδρέαν Εμπειρίκον

    ωραίο δίχτυ
    που έπλεξεν η
    κόρη
    η κόρη-τέκτων
    ορθή ως
    στέκονταν εις το παράθυρο του Αναπλιού
    ωραίο δίχτυ
    φιλόξενο
    ωσάν καλός θεός
    ισχυρό
    σαν τα’ άσπρα πλήκτρα
    της χαράς
    ωραίο δίχτυ
    που έβαψε
    με το χρώμα των ματιών της
    και μύρωσε
    με τ’ άρωμα των πλούσιων μαλλιών της
    η κόρη που εστέκονταν
    ορθή
    εις το παράθυρο του Αναπλιού
    ωραίο δίχτυ
    ωραία κόρη
    ωραίο παράθυρο που φώτιζες
    μέσα στη νύχτα
    τ’ Αναπλιού
    ωραίο παράθυρο που φώναζες
    ωραία κόρη που φώτιζες
    ωραίο δίχτυ
    μέσα στο χρώμα
    τ’ Αναπλιού
    ωραίο δίχτυ
    γύρω τρογύρω
    εις τον λαιμό μου
    είτανε
    κόρη
    τα ωραία μαλλιά
    σου
    καθώς τα έπλεκες
    εις το παράθυρο
    μέσα στο φως
    ωραία νύχτα
    μέσα στο
    βλέμμα σου
    είτανε κόρη
    καθώς τη ζήσαμε
    τρελλοί από έρωτα
    γυμνοί θεόγυμνοι
    τρελλοί από έρωτα
    — μια νύχτα έρωτος —
    μέσα στο
    δίχτυ
    του Αναπλιού»
    (Η επιστροφή των πουλιών, 1946)

    -Γιάννη Στίγκα, «ΣΧΟΛΙΟ ΠΡΟΣ ΠΑΣΑ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ»

    «Ωραία που το διάβασες το ποίημα
    με προσοχή και αστική συγκίνηση
    Ελα λοιπόν να κάνουμε την έξοδο
    το Μεσολόγγι είναι δήμος της καρδιάς
    κραδαίνοντας τ’ ωραίο τίποτα
    τι με κοιτάς;
    το διάβασες το ποίημα»
    (από τη συλλογή «Η όραση θ’ αρχίσει ξανά», εκδόσεις Κέδρος)

    -«…Γι’ αυτούς θα πω τα λόγια τα ωραία, που μου τα υπαγόρευσε
    η Έμπνευσις,
    Καθώς εφώλιασε μέσα στα βάθια του μυαλού μου όλο
    συγκίνηση
    Για τις μορφές, τις αυστηρές και τις υπέροχες, του
    Οδυσσέα Ανδρούτσου και του Σίμωνος Μπολιβάρ.

    Όμως για τώρα θα ψάλω μοναχά τον Σίμωνα, αφήνοντας
    τον άλλο για κατάλληλο καιρό,
    Αφήνοντάς τον για ναν τ’ αφιερώσω, σαν έρθ’ η ώρα,
    ίσως το πιο ωραίο τραγούδι που έψαλα ποτέ,
    Ίσως τ’ ωραιότερο τραγούδι που ποτές εψάλανε σ’ όλο τον κόσμο.
    Κι αυτά όχι για τα ότι κι οι δυο τους υπήρξαν για τις
    πατρίδες, και τα έθνη, και τα σύνολα,
    κι άλλα παρόμοια, που δεν εμπνέουν,
    Παρά γιατί σταθήκανε μέσ’ στους αιώνες, κι οι δυο τους,
    μονάχοι πάντα, κι ελεύθεροι, μεγάλοι,
    γενναίοι και δυνατοί.

    Μπολιβάρ, είσαι ωραίος σαν Έλληνας…»
    (Ν. Εγγονόπουλος)

  3. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Γιάννη,
    τι τρέχει με το μέιλ σου;
    [The intended recipient’s mailbox is full.]

    • Δεν το ανοίγω σχεδόν καθόλου…Ίσως γέμισε και δε δέχεται άλλα… Τώρα κιόλας το αδειάζω!… Τώρα μπορείς να μου στείλεις!!!

  4. Ο κόσμος είναι ωραίο μέρος για να γεννηθείτε αν δεν σας νοιάζει που η ευτυχία δεν είναι πάντα και τόσο διασκεδαστική αν δεν σας νοιάζει μια δόση κόλασης πού και πού όταν όλα πάνε καλά γιατί ακόμα και στον παράδεισο δεν τραγουδούν όλη την ώρα. Ο κόσμος είναι ωραίο μέρος για να γεννηθείτε αν δεν σας νοιάζει που μερικοί άνθρωποι πεθαίνουν όλη την ώρα ή έστω απλώς λιμοκτονούν κάποιες ώρες στο κάτω κάτω δεν πειράζει αφού δεν είστε εσείς. Α, ο κόσμος είναι ωραίο μέρος για να γεννηθείτε αν δεν σας πολυνοιάζουν λίγα ψόφια μυαλά στις ψηλότερες θέσεις ή μια δυο βόμβες πού και πού στα ανεστραμμένα σας πρόσωπα ή άλλες τέτοιες απρέπειες απ’ τις οποίες μαστίζεται η κοινωνία μας με τους διακεκριμένους άνδρες της και τους κληρικούς της και τους λοιπούς αστυφύλακες και τις διάφορες φυλετικές διακρίσεις της και τις κοινοβουλευτικές ανακρίσεις της και τις άλλες δυσκοιλιότητες που η τρελή μας σάρκα θα κληρονομήσει. Ναι ο κόσμος είναι το καλύτερο μέρος για ένα σωρό πράγματα όπως το να κάνεις κουταμάρες και να κάνεις έρωτα και να είσαι λυπημένος και να τραγουδάς φτηνά τραγούδια και να έχεις εμπνεύσεις. Λόρενς Φερλινγκέτι, «Ο κόσμος είναι ωραίο μέρος για να γεννηθείτε». Μετάφραση: Ρούμπη Θεοφανοπούλου. [Πηγή: http://www.doctv.gr]

  5. Θα υπάρχουμε πάντα,

    και την ωραία μας νειότη θα ζηλεύει η Ιστορία,

    με όλα τα σώματα θα σε ποθώ.

    Κι από πιο καθαρή ελπίδα θα σε βλέπω

    όταν γυρίζεις από τους νεαρούς κόσμους σου

    φέρνοντάς με εδώ, στη γέννησή μου.

    Κι ένα παραλήρημα ζωντανής έκστασης θα γελάει

    πάνω στην άσφαλτο και το χώμα.

    Θα υπάρχουμε πάντα, και καμιά νειότη δε θα μας γελάσει.

    Όμως οι σκέψεις κι οι ιδέες κουράζονται

    κι αποσύρονται στο μέλλον,

    όταν μένουμε διστακτικοί μπροστά τους,

    δισταχτικοί κι αμέτοχοι, ανίκανοι να λύσουμε το πάθος στην πράξη,

    γέροι στον εγωισμό μας,

    και τότε πίνουμε μια ζωή σ’ ένα βράδυ,

    σε μια στιγμή παραφοράς, χωρίς ελπίδα.

    Κρυφά κι υπάκουα ντύνουμε το ωραιο γυμνό κορμί, ώσπου να γεράσει και ν’ αφανιστεί.

    Δημιουργοί των πραγμάτων και των σκέψεων, εσείς,

    τι ο άνθρωπος ελπίζει απ’ αυτήν την ζωή,

    αν δεν μπορεί να μικραίνει και να μεγαλώνει τον χρόνο,

    να μπαίνει μέσα στους τοίχους των αιώνων και να ξαναγυρίζει,

    αστράφτοντας ομορφιά,

    σ΄ όλους τους μεταλλαγμένους χώρους,

    φτιάχνοντας, από τον πλούτο των φτωχών ζωών μας, τον εαυτόν του.

    Ω λύπη και στενοχώρια, τι άλλο είσαι;

    Πρέπει να επιστραφούν πίσω οι πράξεις μας

    να τις αναλογιστούμε ένα βράδυ ελπίδας, το καλύτερο.

    Φυλάξτε μας από τις αγνές προθέσεις, δίχως σκέψη,

    κι από τα σκοτεινά ασαφή οράματα, που μπερδεύονται με των εχθρών μας.

    Ολόκληρος είναι ο κόσμος,

    κι αυξάνεται…

    Νίκος Στάμης, Δημοσθένης, (εκδ. Καστανιώτη), 1986

    ΓΡΑΦΕΙ Ο ΒΑΛΑΝΤΗΣ ΓΑΟΥΤΣΗΣ
    Συνθέτης-Στιχουργός|

    life-pictures-18

    Είμαστε -τουλάχιστον- σαδιστές:
    Μας αρέσει να ΄χουμε το φεγγάρι κάθε νύχτα
    να βολοδέρνει στον ίδιον ουρανό, επιβάλλοντάς του τη λάμψη,
    μονάχα για να καταλαγιάζουμε τη δική μας μοναξιά,
    δίχως να υπολογίζουμε τη δική του.
    Επίσης, μας αρέσει το ίδιο ακριβώς, να το κάνουμε και στον εαυτό μας.

    Ήταν ωραία τότε η ζωή, όταν ακόμη τη φανταζόμασταν.

    Όταν ακόμη μας χάιδευε στο πρόσωπο ένα ποίημα,
    πριν καταλήξει να μας κόψει το λαιμό.
    Μετά έπρεπε να τρέξουμε ξυπόλυτοι σε ακάνθινους δρόμους,
    να προλάβουμε να γεμίσουμε με αίμα ένα παλιό μελανοδοχείο μας,
    προσπαθώντας να σώσουμε απ΄τη λαιμαργία τού δρόμου
    όσο περισσότερο αίμα γινόταν,
    να μη χαθεί ούτε μια σταγόνα παραπάνω, και δε γραφτεί κάποιο ποίημα.
    Εκεί που μάτωναν τα πόδια μας σ΄αυτούς τους δρόμους,
    εμείς διαλέγαμε να συλλέξουμε ΄κείνο τού λαιμού.
    Αφού δε μας άκουγαν όταν μιλούσαμε, γινόμασταν ποιητές.
    Άλλωστε, πάντοτε είχαμε μια σαδιστική τάση,
    ακόμα κι απέναντι στο υπερτροφικό Εγώ μας.

    ( Ενίοτε το σκορπίζαμε και στους δρόμους.
    Πώς, άλλωστε, νομίζατε πως δημιουργούνται οι κήποι;
    Με το σώμα τών ποιητών για λίπασμα, και το αίμα τους για πότισμα.
    -…κι ήταν τόσο όμορφα τα τριαντάφυλλα τής αυλής μας.- )

    Ήταν ωραία τότε η ζωή,
    όταν ακόμη δεν είχαμε καταλάβει πως πασχίζουμε για το δολοφόνο μας.
    Όταν ακόμη δεν είχαμε καταλάβει, πως σχεδιάζαμε
    την αυτοκτονία πολυτελείας μας με τρόπο δειλορομαντικό.
    Παρηγορούμασταν μ΄ένα δήθεν ελαφρυντικό, που τ΄ονομάζαμε θυσία.

    Είμαστε -τουλάχιστον -μαζοχιστές:
    Μας αρέσει να μας ξυπνά ο ήλιος στην αυγή του
    δίπλα σ΄ερωτευμένο σώμα,
    να μας καβουρντίζει το πρόσωπο τα μεσημέρια,
    και γλυκά να μας χαρίζεται στη δύση του,
    μόνο και μόνο για να μας θυμίζει το φως που δεν είχε ποτέ η ζωή μας.
    Κι ήταν τόσο ειρωνική η επιθυμία μας να τον κοιτάμε
    κι αυτός να μας τυφλώνει.

    Ήταν ωραία τότε η ζωή, όταν ακόμη τη φανταζόμασταν.

    Όταν ακόμη για ρούχο φορούσαμ΄ έναν ουρανό
    και πίσω μας, στο χώμα, σέρνονταν μακρύ το ξάστερο κομμάτι του.
    Βλέπετε, οι αλήθειες μας ήταν άδειες νυχτιές,
    και τα ψέματά μας μεροκάματα.
    Ώσπου σε κάθε μας πισωβάδισμα, σκοντάφταμε,
    για να καταλήξουμε απ΄την πτώση
    αιμόφυρτοι πάλι, να τρέχουμε στον ίδιο δρόμο
    προς το ίδιο παλιό μελανοδοχείο μας, για ν΄ανακαλύψουμε πως εν τέλει:
    ΄κείνο το αίμα που χύνονταν απ΄τον ώμο μας, ήταν στείρο,
    κι η θυσία θα πήγαινε χαμένη.

    Ήταν ωραία τότε η ζωή,
    όταν ακόμη δεν είχαμε αντιληφθεί
    πως ένα ποίημα έκλαιγε στον ώμο μας,
    και σε κάθε πτώση πισωβαδίσματος το σκοτώναμε.
    – Πώς να γράψεις ποίημα με ξένο αίμα; –

    Ήταν ωραία τότε η ζωή,
    όταν ακόμη δεν είχαμε καταλάβει πως εμείς οι ίδιοι ήμασταν ποιητές,
    και τα ποιήματα το Εγώ που μας κυρίευε.

    Ήταν ωραία τότε η ζωή, όταν ακόμη τη φανταζόμασταν.

    La Belle Dame Sans Merci (John Keats)
    La Belle Dame Sans Merci

    I

    Ah, what can ail thee, wretched wight,
    Alone and palely loitering?
    The sedge is withered from the lake,
    And no birds sing.

    II

    Ah, what can ail thee, wretched wight,
    So haggard and so woe-begone
    The squirrel’s granary is full,
    And the harvest’s done.

    III

    I see a lily on thy brow
    With anguish moist and fever dew,
    And on thy cheek a fading rose
    Fast withereth too.

    IV

    I met a lady in the meads,
    Full beautiful, a faery’s child:
    Her hair was long, her foot was light,
    And her eyes were wild.

    V

    I set her on my pacing steed,
    And nothing else saw all day long;
    For sideways would she lean, and sing
    A faery’s song.

    VI

    I made a garland for her head,
    And bracelets too, and fragrant zone;
    She looked at me as she did love,
    And made sweet moan.

    VII

    She found me roots of relish sweet,
    And honey wild, and manna dew,
    And sure in language strange she said,
    «I love thee true!»

    VIII

    She took me to her elfin grot,
    And there she gazed and sighed deep,
    And there I shut her wild, sad eyes–
    So kissed to sleep.

    IX

    And there we slumbered on the moss,
    And there I dreamed, ah! woe betide,
    The latest dream I ever dreamed
    On the cold hill side.

    X

    I saw pale kings, and princes too,
    Pale warriors, death-pale were they all;
    Who cried–«La belle Dame sans merci
    Hath thee in thrall!»

    XI

    I saw their starved lips in the gloam,
    With horrid warning gaped wide,
    And I awoke and found me here,
    On the cold hill side.

    XII

    And that is why I sojourn here,
    Alone and palely loitering,
    Though the sedge is withered from the lake,
    And no birds sing.

    La Belle Dame Sans Merci
    (Η Ωραία Κυρία Χωρίς Οίκτο)

    I

    Αχ, τι μπορεί να πονά τόσο, άθλια ύπαρξη,
    Καθώς χασομερώ, μονάχος και χλωμός;
    Το βούρλο στέκει μαραμένο δίπλα στην λίμνη,
    Και τα πουλιά δεν άδουν κανέναν σκοπό.

    II

    Αχ, τι προκαλεί τόσο πόνο, άθλια ύπαρξη,
    Τόσο ωχρός και τόσο δυστυχής
    Η σιταποθήκη του σκίουρου είναι γεμάτη,
    Και τελείωσε η συγκομιδή.

    III

    Βλέπω μια μαργαρίτα στο μέτωπό σου
    Με υγρή αγωνία και πυρετώδη δροσιά,
    Και στο μάγουλό σου ένα ξεθωριασμένο ρόδο
    Που και αυτό γρήγορα εξασθενά

    IV

    Συνάντησα μια γυναίκα στα λειβάδια,
    Γεμάτη ομορφιά, ένα παιδί νεράιδας:
    Τα μαλλιά της ήσαν μακριά, τα πόδια της ήσαν ελαφριά,
    Και τα μάτια της ήσαν άγρια.

    V

    Την ανέβασα στο άτι μου που περπατούσε
    Και τίποτ’ άλλο δεν είδα όλη μέρα.
    Στα πλάγια έγερνε, και τραγουδούσε
    Τραγούδια από αερικά φτιαγμένα.

    VI

    Έφτιαξα ένα στεφάνι για το κεφάλι της,
    Και βραχιόλια και μια ζώνη ακόμα, όλα ευωδιαστά.
    Με κοίταξε λες κι έκανε έρωτα,
    Και αναστέναζε γλυκά

    VII

    Μου βρήκε ρίζες γλυκειάς νοστιμιάς,
    Και άγριο μέλι, και μάννα δροσερό
    Και σίγουρα σε παράξενη γλώσσα είπε,
    «Αληθινά σε αγαπώ!»

    VIII

    Με πήρε στην ξωτική σπηλιά της,
    Και εκεί ατενίζοντας βαθιά αναστέναξε,
    Και εκεί έκλεισα τα άγρια, θλιμμένα της μάτια
    Φιλώντας την για να κοιμηθεί.

    IX

    Και εκεί μισοκοιμηθήκαμε στα βρύα
    Και εκεί ονειρεύτηκα, αχ! συφορά,
    Το τελευταίο όνειρο που ονειρεύτηκα ποτέ
    Στην παγωμένη του λόφου πλαγιά.

    X

    Είδα χλωμούς βασιλιάδες, και πρίγκιπες ακόμα,
    Χλωμούς πολεμιστές, χλωμοί ήσαν όλοι σα τον χάρο
    Που ουρλιάξανε – «La Belle Dame sans merci
    Έχει εσένα σκλάβο!»

    XI

    Είδα τα πεινασμένα τους χείλη στο λυκόφως,
    Προειδοποίηση φριχτή έχασκε πλατιά,
    Και ξύπνησα και με βρήκα εδώ,
    Στην παγωμένη του λόφου πλαγιά

    XII

    Και γι’ αυτό παραμένω εδώ,
    Καθώς χασομερώ, μονάχος και χλωμός,
    Το βούρλο στέκει μαραμένο δίπλα στην λίμνη,
    Και τα πουλιά δεν άδουν κανέναν σκοπό.

  6. Νίκος Εγγονόπουλος—

    Η «ωραία Μαρίκα η Πολίτισσα» ήτο η μόνη αναδεκτή του Πάπα Ιννοκεντίου του VIII. Αυτός ήτο τότε μικρό παιδί, ίσως μάλιστα και να μην είχε γεννηθεί ακόμη. Εκείνη ήτο ήδη πανδρεμένη, σύζυγος του εξ ηγεμονικού οίκου Αρτάβαζου Σφυρικτρόπουλου, ανεψιού —επ’ αδελφή— του Νώε. Όμως, το έγκλημα τούτο δεν ημπορούσε να μείνη χωρίς σκληράν τιμωρίαν, προς παραδειγματισμόν. Πράγματι, αμέσως από της επομένης, εδόθη διαταγή εις ικανόν αριθμόν πλοίων να πλεύσουν εσπευσμένως προς τας Καναρίους Νήσους και τας νήσους Φϊτζιι, με τον σκοπόν να περισυλλέξουν όσο τον δυνατόν περισσοτέρας νεφέλας, χειμερινά ψεύδη, λησμονημένας αναμνήσεις, θανάσιμα αμαρτήματα και βελόνας φωνογράφου, ίσως αγγλικής κατασκευής. Τα περί ου ο λόγος πλοία ήσαν εν όλω 7 τον αριθμόν, δήλα δη: 4 σακολέβες, 12 πρεγαντίνια, 2 βασιλικοί ντονανμάδες και μία πεθαμένη αρρεβωνιαστικιά. Ο στόλος επέρασεν λίαν πρωί κάτω από το παράθυρό μου. Έψαλλε ύμνον ωραιότατον, αλλά κάπως θλιμμένον και μελαγχολικόν. Ενθυμούμαι ακόμη και τώρα, αμυδρά βέβαια, τον σκοπόν: ήτο πολύ ανώτερος από χτύπημα κουδουνιού, αλλά πάντως κατώτερος από σκούπα.

    Νίκος Εγγονόπουλος, Ποιήματα τ. Α΄, Ίκαρος, Αθήνα 1977

    Ορέστης Αλεξάκης, Ωραίο να ζεις

    Ωραίο να ζεις μέσα στην Άνοιξη
    Στο φως και των χρωμάτων τη σπατάλη
    Στων αρωμάτων τη χλιδή
    Στη λάμψη και τη φαντασμαγορία

    Ωραίο να ζεις σαν τα λουλούδια που αναβλύζουν
    Σαν τα πουλιά που ιχνηλατούν
    Σαν τα σκουλήκια που ζητούν τον προορισμό τους

    Ωραίο να ζεις ξαλαφρωμένος τ’ ουρανού το βάρος
    Ωραίο να ζεις απολησμονημένος
    Ωραίο να ζεις τρυγώντας γήινες ώρες
    Ωραίο να ζεις αντίπερα των άστρων

    Ωραίο να ζεις πλησιάζοντας τις βρύσες
    Ωραίο να ζεις ακούγοντας τις φλέβες
    Ωραίο να ζεις με το ένα μόνο πρόσωπό σου
    Ξεχνώντας το άλλο στο δικό του κόσμο

    Ωραίο να ξέρεις – κι όμως να σωπαίνεις

    Ν’ απλώνεις ρίζες – κι όμως να βυθίζεσαι

    Από τη συλλογή Η Περσεφόνη των γυρισμών (1974)

  7. Ευχαριστώ πολύ, Γρηγόρη!!!!…

  8. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    To μέιλ σου εξακολουθεί να έχει πρόβλημα.
    THIS IS A WARNING MESSAGE ONLY
    YOU DO NOT NEED TO RESEND YOUR MESSAGE

    Στείλε μου εσύ:
    rosa7mund@gmail.com

  9. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    14. ΩΡΑΙΕΣ ΜΕΡΕΣ

    Αυτές οι ωραίες μέρες με κατέστρεψαν.
    Μια τέτοια μέρα παραιτήθηκα
    από τη δουλειά μου στο «Ευαγές Ίδρυμα».
    Μια τέτοια μέρα άρχισα το κάπνισμα.
    Μια τέτοια μέρα ερωτεύτηκα.
    Μια τέτοια μέρα ξέχασα
    να φέρω αλάτι και ψωμί στο σπίτι.
    Μια τέτοια μέρα επιδεινώθηκε η κατάστασή μου
    κι άρχισα να γράφω στίχους.
    Αυτές οι ωραίες μέρες με κατέστρεψαν
    .
    Orhan Veli Kanık, «Ο δρόμος μ
    ου είναι πλατεία», μτφρ.: Μιχάλης Παπαντωνόπουλος, Βακχικόν

    ***

    15. Ο,ΤΙ ΠΙΟ ΩΡΑΙΟ

    Δραπετεύω μπαίνω
    στη μαγική σκηνή σου
    έρωτα

    Στις πνοές του δάσους
    όπου των χόρτων οι ακρίδες
    αρνούνται τον εαυτό τους

    επειδή
    τίποτα ωραιότερο δεν υπάρχει

    ROSE AUSLÄNDER, Μετ: Γιώργος Κεντρωτής.

    ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ –Μαρία Φωτίου

    16. ποίημα για την Ελένη

    Ωραία εσύ η ανίδωτη
    μέσα στον ουρανό του ποιήματος
    καυτερή θρησκεία γυναίκα αγέρινη
    ντυμένη χαραυγές ένα άστρο σύμβολο
    με τ΄ όνομά σου δένοντας των εποχών τις γέφυρες.
    Ωραία εσύ
    νυχτερινή του απείρου εξαίσιο του θανάτου λάφυρο
    από τη σκόνη του θανάτου αναγεννώμενη.

    ΤΑΚΗΣ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ, απόσπασμα

    ***

    17. (πώς να γράψεις κάτι ωραίο)

    πώς να γράψεις κάτι ωραίο
    όταν βλέπεις μαρμαρωμένος
    να γκρεμοτσακίζονται τα όνειρα
    από μικρές λεπτομέρειες
    και κακές επιλογές;
    όταν οι αστικοί μύθοι
    πυροβολούνται εξ επαφής
    από τις συγκυρίες

    και καταλήγουν
    έρμαια των καιρών
    σε παράλυτα χέρια αδειανά;

    μην τους ακούς
    αυτούς που σου λένε
    πως πρέπει να νικήσεις τα λάθη
    και πως καλού κακού
    πρέπει να μάθεις μια ξένη γλώσσα

    μην τους ακούς
    όσους με ελαφρά τη καρδία
    στα γενέθλια σου εύχονται
    να ζήσεις χίλια χρόνια
    ευτυχισμένος, λες και η ευτυχία
    είναι συνταγή ζαχαροπλαστικής

    όλοι αυτοί – ο κόσμος στο σβέρκο σου
    έχουν ξεχάσει στη πορεία της φθοράς
    τον έρωτα και τη ψυχή τους

    κάτσε και σκέψου μόνο
    με τη ψυχρή λογική
    τι ήθελες, τι είχες και τι έχασες

    κι ας έχεις μια έντονη γεύση
    να τρυπάει τη γλώσσα σου
    σαν ούζο με γλυκάνισο
    η ίδια η ζωή
    γίνεται μαχαίρι σουβλιστό
    για όσους βάλθηκαν από πείσμα
    να την ξεπεράσουν

    Βάσος Γεώργας

    ΔΙάΘεσηΗΜέΡας* της 8ης Φεβρουαρίου 2014, Bibliotheque

    ***

    […] Η ωραία Ρεμέδιος περιπλανιόταν στην έρημο της μοναξιάς, χωρίς να χρειάζεται να κουβαλάει το σταυρό της, ωριμάζοντας μέσα σε όνειρα χωρίς εφιάλτες, με τ’ ατέλειωτα μπάνια της, τα ακανόνιστα γεύματά της, τις βαθιές και παρατεταμένες σιωπές της χωρίς αναμνήσεις, ώς ένα απόγευμα του Μάρτη που η Φερνάντα θέλησε να διπλώσει τα λινά της σεντόνια και ζήτησε βοήθεια απ’ τις γυναίκες του σπιτιού. Είχαν μόλις αρχίσει, όταν η Αμαράντα πρόσεξε πως η ωραία Ρεμέδιος είχε γίνει διάφανη απο μιά έντονη χλωμάδα..
    -Δεν αισθάνεσαι καλά; τη ρώτησε.
    Η ωραία Ρεμέδιος που κρατούσε το σεντόνι από την άλλη άκρη, της χαμογέλασε συμπονετικά.
    -Αντίθετα, είπε, ποτέ δεν αισθάνθηκα καλύτερα.
    Δε πρόλαβε να το πεί κι’ η Φερνάντα ένιωσε ένα ελαφρό αεράκι να της παίρνει τα σεντόνια απ’ τα χέρια και να τα ξεδιπλώνει ολότελα. Η Αμαράντα ένιωσε ένα μυστηριώδες τρέμουλο στις δαντέλες των μισοφοριών της και προσπάθησε να πιαστεί απ’ το σεντόνι για να μη πέσει, τη στιγμή που η ωραία Ρεμέδιος άρχισε ν’ ανυψώνεται.
    Η Ούρσουλα, σχεδόν τυφλή πιά, ήταν η μόνη που είχε τη ψυχραιμία ν’ αναγνωρίσει τη φύση εκείνου του ανεπανόρθωτου ανέμου κι’ άφησε τα σεντόνια στο έλεος του φωτός, κοιτάζοντας την ωραία Ρεμέδιος, που την αποχαιρετούσε κουνώντας το χέρι της, μες στο εκθαμβωτικό φτερούγισμα των σεντονιών που υψώνονταν μαζί της, που εγκατέλειπαν μαζί της τα σκαθάρια και τις ντάλιες και διέσχιζαν μαζί της τον αέρα όταν ήταν πιά τέσσερεις τ’ απόγευμα, και χάθηκαν μαζί της για πάντα ψηλά στην ατμόσφαιρα, εκεί που δεν μπορούσαν να τη φτάσουν ούτε τα πιό υψιπετή πουλιά της μνήμης…[…]
    ΜΑΡΚΕΣ, ΕΚΑΤΟ ΧΡΟΝΙΑ ΜΟΝΑΞΙΑ

    ***

    18. Η ΩΡΑΙΑ ΡΕΜΕΔΙΟΣ
    παραλλαγή της Καθαράς Δευτέρας

    Ο χαρταετός είχε ανέβει ψηλά, κατακόρυφα πάνω από το κεφάλι της.
    Κρατούσε το σκοινί σφιχτά και το σώμα της συντονιζόταν με τις δονήσεις που κατέβαζε.
    Σ΄ ένα ξαφνικό φύσημα του ανέμου τα πόδια της απότομα πάψανε να πατούν στη γη.
    Τράβαγε γρήγορα το σπάγκο με τα δυο της χέρια για να κρατηθεί, όμως αντί να κατεβαίνει ο χαρταετός, ήταν αυτή που ανέβαινε.
    Φαινόταν από μακριά να περπατάει στο σπάγκο σαν ακροβάτης.
    Κι όταν έφτασε στα ζύγια, κρύφτηκε πίσω από το χαρταετό και δεν ξαναφάνηκε…
    Χάθηκε για πάντα στην ατμόσφαιρα, εκεί που δε μπορούσαν να τη φτάσουν ούτε τα πιο ελαφροπέταχτα πουλιά της μνήμης…

    http://aerostatiks.blogspot.gr/2010/02/blog-post_18.html

    19. ΑΝΑΕΡΑ
    7
    Όλα ως τώρα
    μάρμαρο ωραίο
    να πατήσω
    άγαλμα ωραίο
    μαρμάρου.
    8
    Γίνεται το φύλλο
    γίνεται ο καρπός
    ωραίο εγώ
    της γέννησης
    του ωραίου τίποτα
    γυμνό πράγμα
    γυμνό σχήμα
    γυμνή γραμμή
    του γυμνού τίποτα.

    ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΣΚΑΡΤΣ’ΗΣ

    Ωραία που ‘ναι την αυγή

    20. [Ο ωραίος χωρίς οίκτο άντρας]

    Ω είναι πολύ δύσκολο
    να λησμονήσω αυτόν τον πόνο!
    τα πουλιά δεν κελαηδούν
    οι γάτες δεν ζητούν τροφή
    οι εκρήξεις δεν είναι σημάδι θεϊκής οργής.
    οι ψυχές αναπαύονται στο νεκροταφείο
    τα παιδικά αισθήματα πάλλουν
    στις μικρές καρδιές
    σ’ αυτό το χωράφι φύτεψα
    ένα δέντρο
    πολλοί καλλιεργούν
    την εύφορη γη

    είμαστε μόνοι
    είμαστε δύο
    στον κόσμο
    κάθε μέρα καταβροχθίζω τους καρπούς
    του φυτού μου
    Και ξερνώ μπαμπά.
    Ω τι προκαλεί
    Αυτή την αηδία!
    Ο άνεμος περιφέρει
    τα στάχυα –
    Γρήγορα!
    Το συντομότερο!
    Τα υπέροχα τέρατα θέλουν
    να με διδάξουν.

    Βερονίκη Δαλακούρα

    • Πολύ ωραίο το σχόλιό σου, Αγγελική!!!!…Grazie mille!!!

      -«…Το βράδυ ανάψαμε φωτιά
      Και τραγουδούσαμε γύρω τριγύρω:

      Φωτιά ωραία φωτιά μη λυπηθείς τα κούτσουρα
      Φωτιά ωραία φωτιά μη φτάσεις ως τη στάχτη
      Φωτιά ωραία φωτιά καίγε μας
      λέγε μας τη ζωή….»
      (Ο. Ελύτης)

      -«…Ω έλα μαζί να ιδρύσουμε τα όνειρα, έλα μαζί να δούμε τη γαλήνη. Δε
      θα ‘ναι πια στον έρημο ουρανό παρά η καρδιά που βρέχεται απ’ την
      πίκρα παρά η καρδιά που βρέχεται απ’ τη γοητεία, δε θα ‘ναι παρά η
      καρδιά που ανήκει στον δικό μας έρημο ουρανό.
      Έλα στον ώμο μου να ονειρευτείς γιατί είσαι μια γυναίκα ωραία. Ω
      είσαι μια γυναίκα ωραία. Ω είσαι ωραία. Ωραία.»
      (Ο. Ελύτης)

      -«…Ήταν ωραίο το Σούνιο τη μέρα εκείνη του Ευαγγελισμού
      πάλι με την άνοιξη.
      Λιγοστά πράσινα φύλλα γύρω στις σκουριασμένες πέτρες
      το κόκκινο χώμα κι ασπάλαθοι
      δείχνοντας έτοιμα τα μεγάλα τους βελόνια
      και τους κίτρινους ανθούς.
      Απόμακρα οι αρχαίες κολόνες, χορδές μιας άρπας αντηχούν ακόμη …»
      (Γ. Σεφέρης)

      -«…Ωραία μου αγάπη, καλή μου αγάπη, οδύνη και πλάνη,
      Μαζί μου σέχω, μέσα μου, σαν πουλί πληγωμένο
      Κι όλοι γύρω μας βλέπουν μένα βλέμμα χαμένο,
      Ξαναλέγοντας, πίσω μου, κάθε λόγο που είχα πλεγμένο
      Στα μεγάλα τα μάτια σου- κι έχει τώρα πεθάνει…
      Δεν υπάρχει αγάπη ευτυχισμένη….»
      (Λουί Αραγκόν)

      -«Είδα κάποτ’ ένα βρέφος
      Τόσο ωραίο τόσο ωραίο
      Σαν το μήλο
      Σαν το μήλο που ‘χει μέσα του σκουλήκι
      Κι είν’ απόξω ρόδινο»
      (Αργύρης χιόνης)

      -Αργύρης χιόνης, «Επίγραμμα»

      «Ω, πόσο ήταν ωραίος
      έτσι, φιλημένος απ’ το θάνατο,
      λίγο μετά από το σπασμό,
      λίγο πιο πριν από τη σήψη.
      Κλειστά τα μάτια
      και μισάνοιχτα τα χείλη του,
      λίγο μετά από το σπασμό,
      λίγο πιο πριν απ’ το τσιγάρο
      που τόσο είναι επιθυμητό
      ύστερ’ από τον έρωτα.»

      -Φρανσουά Βιγιόν: «Ωραίο μάθημα στα χαμένα παιδιά»

      Ωραία παιδιά, κατάχαμα κυλάει
      το πιο ωραίο ρόδο απ’ το στεφάνι σας.
      Αδράξτε κάθε τι που προσπερνάει.
      Μα αν σε βιτρίνα εμπρός βρεθεί η χάρη σας
      ή σε γκισέ, φυλάξτε το τομάρι σας.
      Θυμάστε; Colin de Cayeaux τον λέγανε·
      το άσυλο εμπιστεύτηκε – ναι, σας εσάς·
      σημάδεψε ο μπάτσος – και τον ξέκανε.

      Παιγνίδι είν’ η ζωή – μα όχι για ψιλά.
      Ποντάρεις την ψυχή – κι ίσως το σώμα.
      Αν χάσετε – δεν έχει θέση εκεί ψηλά.
      (Ποιο μπαρ θα σε δεχτεί αν είσαι λιώμα;)
      Μα κι αν κερδίσετε, θά ’ναι – μια ακόμα
      γυναίκα που λαμπάδιασε σαν άχυρο
      για μια μονάχα νύχτα. Σας το λέω ωμά:
      Για τόσα λίγα, κρίμα τέτοιο ενέχυρο!

      Καθένας ας μ’ ακούσει – και συμπέρασμα
      ας βγάλει πως απλές αλήθεις λέω.
      Χειμώνα-καλοκαίρι είναι το κέρασμα
      καλόδεχτο και το κορίτσι ωραίο.
      Και λάμπει σαν το νόμισμα το νέο
      που ανεμομάζωμα είναι και σκορπίζεται.
      Μα εγώ σιγά το λέω σαν να φταίω:
      η ήρα από το στάρι δεν χωρίζεται.
      (http://www.avgi.gr/article/10811/7526999/oraio-mathema-sta-chamena-paidia)

  10. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    16. Η ΕΦΗΜΕΡΗ ΩΡΑΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΜΗΛΙΑΣ

    μετά την καταιγίδα –
    τι κείμενο!
    Συνομιλεί με τα παιδιά των αγροτών
    μια διακήρυξη σθένους
    δέντρο τιμιότερο των βιβλίων
    Δέξου με.

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ, Βλέπω

    ***

    22. [Nα θυμηθώ την Πιο Ωραία Μου Ανάμνηση ]

    Άκουσα πως πεθαίνοντας
    θα ανεβαίνω σκαλοπάτια.
    Όμως λίγο πριν το τελευταίο θα πρέπει
    να θυμηθώ να θυμηθώ την Πιο Ωραία Μου Ανάμνηση
    γιατί σ’ εκείνην θα παγώσω´ θα με συνοδεύει εσαεί
    σαν υπέροχη ταρίχευση υπάρξεως
    —μόνον έτσι, λέει, θα έχω ελευθέρας
    σε μεταθανάτιο δομίνιο ευτυχίας

    Αλλά τώρα που το ξέρω κι ανεβαίνω σκαλοπάτια,
    ποιος θα μου πει ποιο είναι το τελευταίο
    για να συγχρονίσω το βήμα μου με την Πιο Ωραία Ανάμνηση;

    Τι πρέπει;
    Να κορυφώνω με κάθε βήμα την ωραιότητα των αναμνήσεων
    με την ελπίδα πως θα με βρει το τελευταίο στην καλύτερη;
    Να σκέφτομαι συνέχεια την καλύτερη,
    για να πετύχω μ¢ αυτήν στον νου το τελευταίο σκαλοπάτι;
    Ή μήπως —πονηρά σκεπτόμενος—
    να κρατούσα για Πιο Ωραία Ανάμνηση
    τη γέννησή μου;

    ΒΑΣΙΛΗΣ ΑΜΑΝΑΤΙΔΗΣ, Η ΟΜΟΡΦΙΑ

    ***

    23.
    Θέλω να ζωγραφίσω την ωραιότητά σου
    όπου η παιδικότητα δένεται με την ωριμότητα
    Με ύφος ειρηνικό και θριαμβικό
    στο δρόμο σου διαβαίνεις κόρη μεγαλόπρεπη

    Charles Baudelaire

    ***

    24. ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ
    (αποσπάσματα)

    13
    Και το πράγμα ωραίο
    η ωραιότητα πράγμα.

    Έτσι το νερό
    έτσι η πέτρα
    έτσι το άστρο
    έτσι ωραία εσύ
    παρουσία που σταλάζει το χρόνο
    στο νερό στην πέτρα στο άστρο
    στιγμές φως στην άπλα που υπάρχει ο τόπος
    και σε κοιτάζω και γίνομαι
    και πάλι γίνομαι όπως όλο γίνεται
    η ομορφιά σου ομορφιά μου ομορφιά
    κι όλο σταλάζει ο χρόνος ζωή
    κι όλο η ζωή λούζεται ωραία γυμνή
    γυμνές στάλες ωραία της ζωής
    γυμνή της.

    Κι όλο ο χρόνος άχρονος
    κι όλο ωραία αναπνέω
    κι αρνούμαι να είναι η αναπνοή μόνη ζωή
    κι όλο η ομορφιά ομορφαίνεται
    ως να υπάρχεις μόνη
    κι όλα ωραία μόνα
    μόνη ομορφιά
    της ομορφιάς μας.

    14
    Παππού, ναι.
    Και είσαι όπως είμαι
    σ’ αυτό το είναι τίποτα απ’ όλα
    κι όλα από τίποτα

    ωραία πράγματα
    ωραία αναστήματα
    ωραία ποιήματα του ωραίου χεριού μου
    ωραία ζωή
    της ζωής τίποτα του τίποτα της ζωής
    ωραία αναστήματα ωραία πράγματα

    η μνήμη αυτή στο άσπρο επίπεδο
    που άσπρο επίπεδο σβήνεται
    και κυλάει η λευκότητα ναι, παππού.

    15
    Κυλάς, πράγμα, όμορφο με το κύλημά σου
    πραγματώνεσαι, κύλημα,
    όμορφο με το πράγμα σου

    και μένω ωραίος
    όραση και όραμα
    ωραίο ορώμενο.

    16
    Κι αυτή η γραφή ωραία στα μάτια μου
    και γραμμή των ματιών σου
    όπως των ματιών μου
    που τη γράφονται όπως γραμμίζεσαι

    αυτή η ωραία γραμμή
    γραφή μόνη όπως παρούσα
    και σιωπή όπως λόγος.

    17
    Ωραίες μορφές
    πραγμάτων και προσώπων και ιδεών[…]

    ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΣΚΑΡΤΣΗΣ

  11. Ε, δεν έμεινε τίποτα για να καταθέσω κι εγώ βρε παιδιά χαχα!
    Όλα τα ποιήματα υπέροχα, και τα τραγούδια παρόντα, ας πω
    κι εγώ το «μια ωραία πεταλούδα» για να μην φύγω άπραγη! ✿

  12. Ciao, Petra!!!…. Ευχαριστούμε πολύ!!! Και είσαι πράγματι μια «ωραία πεταλούδα»!!!

  13. Ciao Aggeliki!!!!!

    Δυο ποιήματα του αγαπημένου μας, Α. Χιόνη:

    -Α. Χιόνης, [Ήταν ωραία…]

    «Ήταν ωραία γύρω – γύρω τα λουλούδια
    Και τα χόρτα στην πλαγιά
    Κι ήταν κι η ίδια ωραία ανάμεσά τους
    Παίρνοντας χρώμα από το χρώμα τους
    Δροσιά απ’ τη δροσιά τους

    Ήταν ωραία και θα ήτανε κι ευτυχισμένη
    Αν δεν υπήρχε στης πλαγιάς τα πόδια
    Ο δρόμος με τις πέτρες του τις αδελφές της
    Να της θυμίζει πόσο μόνη ήταν μες στην ο μορφιά της

    Κάποτε πήρε την απόφαση και κύλησε

    Χωμένη τώρα μια στη λάσπη μια στον κουρνιαχτό
    Νιώθει να της οργώνουνε τη ράχη
    Αλόγων πέταλα κάρων τροχοί
    Και δεν ελπίζει παρά στο θρυμματισμό της

    Όσο για την πλαγιά ήταν καλύτερα
    Να την ξεχάσει και την ξέχασε

    Οι πέτρες μόνο να κυλούν μπορούνε.»

    -Α. Χιόνης, [Ήταν ωραία η ζωή μας στο καράβι]

    «Ήταν ωραία η ζωή μας στο καράβι
    Δεν είχαμε άλλο να κάνουμε απ’ το να κοιτάμε
    Τον ουρανό και τη θάλασσα και να ρωτιόμαστε
    Αδιάκοπα αν πλέουμε η αν πετάμε
    Μια και δεν ήτανε ορίζοντας ανάμεσα στα δυο γαλάζια

    Για την πορεία φρόντιζε ο καπετάνιος
    Οι ναύτες για τις μηχανές
    Και ο θεός για τους ανέμους και το ναυάγιο

    Εμείς απλοί επιβάτες
    Ξαπλωμένοι στο κατάστρωμα του καραβιού
    Ανάμεσα στους αστερίες τ’ ουρανού
    Και τ’ άστρα της θάλασσας
    Δεν είχαμε να φροντίσουμε
    Ούτε καν για τη σωτηρία μας.»

    (Α. Χιόνης, Η φωνή της σιωπής, Νεφέλη)

  14. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Έχεις δει τα μέιλ σου;
    Είσαι σίγουρος ότι γίνονται δεκτά;

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: