Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το ποίηση (183ο): «Χρώματα»…

 

-«…Όσο θα πηγαίνει και θ’ έρχεται η θάλασσα ,
όσο γεννιούνται λουλούδια και χρώματα,
όσο θα δίνουν οι άνθρωποι ο ένας στον άλλο το χέρι τους,
θα υπάρχει και η ποίηση .»
(Ν. Βρεττάκος)

 

-«Δεν καταλαβαίνω τους ανθρώπους
όσο και να παίζουν με τα χρώματα
είναι όλοι τους μαύροι.»

(Γ. Σεφέρης)

 

 

-«…Πάρε μας, νύχτα
καθώς μια τελευταία ομορφιά του κόσμου,
αν είναι
να μην
έρθει
το φως.
Μη μας εγκαταλείψεις,
απ΄ το γαλάζιο σου φόρεμα πιαστήκαμε,
στο μαύρο ήλιο μη μας αφήσεις….»
(Ν. Καρούζος, Διάλογος τρίτος)

 

 

-«…Είπε μου αδελφέ,
μήπως όλο το ζήτημα
είναι να μοιράσουμε την απελπισία μας;
Έχεις τα χρώματα στην ψυχή;
Είμαι ήρεμος….»

(Ν. Καρούζος, Διάλογος τέταρτος)

 

 

-«Σε μια κοινωνία βλαστημένου σοσιαλισμού

με όλη πια την ομορφιά σαν

Θεοτόκο

σου εύχομαι εκατομμύρια χρώματα.»
(Ν. Καρούζος)

 

 

-«…Όλοι οι φίλοι μου ζωγραφίζουνε με μαύρο χρώμα
γιατί τους ρημάξατε το κόκκινο
γράφουνε σε συνθηματική γλώσσα
γιατί η δικιά σας μόνο για γλείψιμο κάνει.
Οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά και σύρματα
στα χέρια σας. Στο λαιμό σας.
Οι φίλοι μου.»

(Κ. Γώγου)

 

 

-«Ένα πράσινο αστέρι, ένα μπλε, το ρουμπινί, το μαύρο· το

‘να σου μάτι στα πουλιά, τ’ άλλο στα

κόκκινα· η σιδεροδεσιά σε φύλλα, φύλλα κι άλλα

φύλλα· το κίτρινο στη σωστή του θέση που την ξέρει

μονάχα ο Θεός κι ο Μιρό. Εγώ είμαι ο πρώτος φίλος-

είπε- κρατώ απ’ τη μασκάλη το μικρό μαλακό

σύννεφο, περνάμε λυπημένα το λόφο. Το χρυσό

μαχαίρι το σφίγγω στα δόντια μου. Η σιωπή

μιλημένη με χρώμα».

(Γ. Ρίτσος, Οχτώ οχτάστιχα για τον Μιρό, Ποιήματα, Κέδρος)

 

 

Θέ μου τί μπλε ξοδεύεις για να μη σε βλέπουμε!»

(Ο. Ελύτης)

 

 

 -Ο. Ελύτης, «ΠΑΡΑΛΛΑΓΕΣ ΠΑΝΩ ΣΕ ΜΙΑΝ ΑΧΤΙΔΑ»

Ι

                                                    ΚΟΚΚΙΝΟ

Το στόμα που είναι δαίμονας μιλιά κρατήρας
Φαΐ της παπαρούνας αίμα του καημού
Που είναι μεγάλο κίμινο της άνοιξης
Το στόμα σου μιλάει με τετρακόσια ρόδα
Δέρνει τα δέντρα λιγώνει όλη τη γη
Χύνει μες στο κορμί την πρώτη ανατριχίλα.

Σπουδαία του δάχτυλου ευωδιά το πάθος μου πληθαίνει
Το μάτι μου ανοιχτό πονάει στ’ αγκάθια
Δεν είναι η βρύση που ποθεί των δυο στηθιών τα ορνίθια
Όσο το βούισμα της σφήκας στους γυμνούς γοφούς.

Δώστε μου την ουλή του αμάραντου τα μάγια

Της κλώστρας κοπελιάς

Το «αντίο» το «έρχομαι» το «θα σου δώσω»

Σπηλιές υγείας θα το πιούνε στην υγεία του ήλιου

Ο κόσμος θα ‘ναι ή ο χαμός ή το διπλό ταξίδι

Εδώ στου ανέμου το σεντόνι εκεί στου απείρου τη θωριά.

 

Βίτσα τουλίπα μάγουλο της έγνοιας

Σπλάχνο δροσάτο της φωτιάς

Θα ρίξω ανάσκελα τον Μάη θα τον σφίξω στα μπράτσα μου

Θα τον δείρω τον Μάη θα τον σπαράξω.

II

                                                    ΠΡΑΣ1ΝΟ

Μια μαχαιριά στου μήλου τα ψαχνά
Μια πίκρα στο βρακί του φρέσκου αμύγδαλου
Ένα πήδημα νερού μέσα στα πράσα

Και το κορίτσι που δεν μπήκε ακόμη ολάκερο στον έρωτα
Μα κρατάει μες στην ποδιά του ένα στυφό δασάκι φρούτων.

 

Κορίτσι μου έχω στην καρδιά μια χλόη ανέγγιχτη
Και μια βροχή νιογέννητο τριφύλλι
Μα ο καταρράχτης που δεν χίμηξε είναι πιο βαθιά
Πιο χαμηλά

Και θα χιμήξει σαν θηρίο μέρας στον Απρίλη σου
Όταν αγγίξω την πηγή κι όταν σε φάει ο ήλιος.

 

Χόρτο στρωτό κρεβάτι

Σπίνου αυτί μελιού αλοιφή ανάσας καλωσόρισμα

Το κύμα της στεριάς είναι κι αυτό μεγάλο

Το άγγιγμα του κορμιού είναι κι αυτό βαθύ

Ο καιρός δεν είναι μάταιος στο γέλιο που σφαδάζει

Από την όρεξη να μπει στο πάθος τ’ ουρανού.

 

Θα μπω απ’ την πόρτα που ένα φύλλο σκέτο υπερασπίζεται

Θα μιμηθώ του έφηβου αλόγου τη βραχνάδα

Θα δοκιμάσω τον σπασμό που σ’ ανεβάζει ως τ’ άστρα!

III

                                                             ΚΙΤΡΙΝΟ

Νωρίς κοπέλες ροζακιές ρίξαν βεγγαλικές

Φωνές και χρώματα ηχερά

Στο μακρινό ξωκλήσι του πουνέντε…

Χούγια και νταν! Ξεχύθηκεν απ’ τις καμπάνες ο άνεμος

Κι όλο το πέλαγο μακριά χούγια και νταν! χούγια και νταν!

Βοσκάει με τρελοκαμπανάκια…

 

Και παν αυτές τώρα γυμνές από τη μέση ως πάνω
Με αλάργα ψάθα ρώγα κρεμεζιά νάζι από στάχυ
Λοξό με πεταλούδα στο δεξί βυζί το αντάρτικο

Τρεις τέσσερις δεκάξι ογδόντα ή εκατό
Παν και μαλώνουν τα παιδιά της γης της χορτοαρχόντισσας
Παν και φυσούν φούρκες φωτιάς με σάλπιγγες στ’ αλώνια
Καίνε σανό λιώνουν φλουριά θυμιάζουνε με ανθόσκονη
Κρόκων τα στέρνα της στεριάς τόσο που τρέμει πια
Μαίνεται από καναρινιές ριπές ο αιθέρας κι όλο αστράφτει
Βράζει με θειάφι στο γιαλό με καλαμιές στον κάμπο…

Κορίτσια μη! Με τι καρδιά να ορμήσουνε τ’ αηδόνια!
Μη! Με τι σκίρτημα νερού να βγούνε οι περγκολιές!
Πως να χωρέσει ο ουρανός σε μια κοχύλα ρόδινη
Κορίτσια πως να μαντευτεί απ’ τα μάτια σας το φως!

IV

                                                 Η ΠΟΡΤΟΚΑΛΕΝ1Α
                        Στον Αντρέα Καμπά

Τόσο πολύ τη μέθυσε ο χυμός του ήλιου

Που έγειρε το κεφάλι της και δέχτηκε να γίνει

Σιγά σιγά: η μικρή Πορτοκαλένια!

Έτσι καθώς γλαυκόλαμψαν οι εφτά ουρανοί
Έτσι καθώς άγγιξαν μια φωτιά τα κρύσταλλα
Έτσι καθώς αστράψανε χελιδονοουρές
Σάστισαν πάνω οι άγγελοι και κάτω οι κοπελιές
Σάστισαν πάνω οι πελαργοί και κάτω τα παγόνια
Κι όλα μαζί συνάχτηκαν κι όλα μαζί την είδαν
Κι όλα μαζί τη φώναξαν: Πορτοκαλένια!

Μεθάει το κλήμα κι ο σκορπιός μεθάει ο κόσμος όλος
Όμως της μέρας η κεντιά τον πόνο δεν αφήνει
Τη λέει ο νάνος ερωδιός μέσα στα σκουληκάκια
Τη λέει ο χτύπος του νερού μες στις χρυσοστιγμές
Τη λέει κι η δρόσο στου καλού βοριά το απανωχείλι:

Σήκω μικρή μικρή μικρή Πορτοκαλένια!
Όπως σε ξέρει το φιλί κανένας δε σε ξέρει
Μήτε σε ξέρει ο γελαστός Θεός
Που με το χέρι του ανοιχτό στη φλογερή αντηλιά
Γυμνή σε δείχνει στους τριανταδυό του ανέμους!

 

V

                                                     ΑΝΟΙΧΤΟ ΓΑΛΑΖΙΟ

Εύκολα που περνώ απ’ τα μάτια σου στον ουρανό
απ’ το μανίκι του νερού στο πρόσωπο της θάλασσας
απ’ το μικρό σου δάχτυλο στου ζαφειριού το αστέρι
Έλπιση φήμη του Φώτος έχταση απέραντη
Ό,τι κοιτάω με τη ματιά με θρέφει.

Ό,τι κρατάω με την αφή με θρέφει

Σώμα του πόντου δροσερό ή αγέρας

Γλόμπος του άπιαστου ονείρου η κρύα σαπουνόφουσκα

Της παρθενιάς σου η γεωγραφία που δε με μέλει

Κι ένα μεταξωτό για τσαλαπάτημα
Ένα καυκί καμπάνας γυάλινης για τους κουφούς

Που ντύνουν με φελλό την πιο βαριά τους κούκλα.

Η κούκλα μου είναι η κούκλα σου είναι η γαλαζούλα
Ολόγυμνη που διασκεδάζει τρυπημένη με άστρα
Και κάνει μπάνια στη νυχτιά και γαργαλάει τους γρύλους.

Μα μήτε η στάλα της Αυγής πιωμένη απ’ το γλαυκό

Μήτε της πονηριάς του αηδονιού η ανάσταση

Μήτε της σβούρας ο ίλιγγος μήτε η λιγοθυμιά

Της ώρας που σκορπάει μες στο κενό τα πούπουλα

Δεν πίνουν από την πηγή σου από την πηγή που λεν ελευτεριά.

 

VI

                                                      ΒΑΘΥ ΓΑΛΑΖΙΟ

Σε μάτιασαν οι νύφες του βυθού
Οι λευκές του μαΐστρου ερινύες
Ανάβοντας τη ζήλια του κορμιού
Μα όταν γέλασαν οι ανυφάντρες του ήλιου
Που φιλοδόξησαν ένα καμάρι επίγειο
Άξαφνα πήρες τη βαφή του απείρου.

Τώρα καθώς πατάω μες στις πλαγιές
Στα κουκουνάρια που φυσώντας έστρωσεν
Άνεμος γητευτής με χείλια βαθυγάλαζα
Καθώς γλιστράω στα τσάμια της κατηφοριάς
Κι ανοίγω τα φτερά στο βλέμμα σου το απέραντο

Καθώς ταιριάζω στου βοριά το στόμα μια υμνωδία
Μου φέγγει ο κόλπος το βαθύ μουρμούρισμα της άμμου
Και βλέπω ανθούς να πέφτουνε στα καθαρά νερά
Φύκια μελαχρινά στου φλοίσβου το νανούρισμα
Κανάτια υπομονετικά στου Αιγαίου τα παραθύρια.

Και βλέπω ακόμα ένα και μόνο βαθύχρωμο πουλί
Να πίνεται απ’ το αίνιγμα της αγκαλιάς σου
Όπως η νύχτα πίνεται από την αυγή
Όπως η αίγλη από τις μορφές των αγαλμάτων.

VII

                                                       ΜΕΝΕΞΕΛΙ

Σαν φέρετρο που προχωρεί ενώ κρυφά ο νεκρός

Αφήνει ένα ρυάκι μενεξέδες πίσω του

Κι η Αττική του σιγοψιθυρίζει καλησπέρα.

 

Σαν κηπουρός που τυραννιέται σκύβοντας

Μέσα στα συρματόσκοινα και τις εβραίισσες πέτρες

Μα δεν ακούει το πάθος της νεραντζανθιάς

Όταν φοράει τον άνεμο και γνέφει με χορτάρια
Πέρα στο σέλας των πλωτών βουνών
Κι από το αχ του αμπελουργού τρομάζουνε τα σύννεφα…

Η γη συνάζει ολόγυρα τους γαλαξίες των δέντρων της
Και μες στη μέση τους γεννάει μια λίμνη με νερά

Η γη ετοιμάζει τα σεντόνια της:

Αμάραντους πιο τρυφερούς κι από κουμπάκια αγγέλων

Βολβούς πιο πράους στο μέτρημα κι από ίσκιους τ’ ουρανού

 

Λάμπει ψηλά ολομόναχο το ανεμαλώνι

Μολόχες ντύνονται και παν στους τάφους για κεριά

Σφυρίζει ένα βαπόρι μακρινό που χάνεται.

 

Κι όπως με τρεις κλωστές καπνού λέει τον εσπερινό
Ήρεμη στέγη με την καμινάδα της
Μια νυχτερίδα πιάνεται μες στα μαλλιά της δύσης!

(Ο. Ελύτης, Ποίηση, Ίκαρος)

 

 

-Ο. Ελύτης, «Σε μπλε Ιουλίτας»

«Και σε θραύσμα Βρισηίδας βρίσκεται και σε κοχύλι Ευρίπου
Εκείνο που εννοώ. Θέλει να ‘χε άγριες πείνες άπνοιας

ο Αύγουστος

Για να ζητάει μελτέμι· ώστε στο φρύδι ν’ αφήνει λίγο αλάτι και
Στον ουρανό ένα μπλε που τ’ όνομά του μέσα στα πολλά τ’ ακούς

ευώνυμο

Στο βάθος όμως είναι μπλε Ιουλίτας
Λες κι έχει ανάσας βρέφους πέρασμα προπορευτεί
Που βλέπεις τόσο καθαρά να πλησιάζουν απ’ αντίκρυ τα όρη
Και μια φωνή παλαιού περιστεριού να σχίζει κύμα και να χάνεται

Αν είναι άγιον το του αγαθού πάλι απ’ τον αέρα

Τού επιστρέφεται. Τόσο απ’ τα ίδια της παιδιά η Ευ-

Μορφία πληθαίνει και μεγαλώνει ο άνθρωπος πριν δυο και τρεις

φορές

Τον παραστήσει ο ύπνος
Στον καθρέφτη του. Δρέποντας μανταρίνια ή φιλοσόφων ρύακες

αν όχι και

Κινούμενη πολίχνη μελισσών πάνω στην ήβη. Ας είναι
Μαύρον ήλιο κάνουν τα σταφύλια και λευκό πιο το δέρμα
Ποιος πλην του θανάτου μας διεκδικεί; Ποιος επ’ αμοιβή πράττει

το άδικο;
Μια συγχορδία η ζωή

όπου ένας τρίτος ήχος παρεμβάλλεται
Και είναι αυτός που λέει στ’ αλήθεια τι πετά ο φτωχός
Και τι μαζεύει ο πλούσιος: χαδούλια γάτας εύπλεκτα της λυγαριάς
Αψιθιές με κάππαρη λέξεις εξελικτικές με βραχύ το ένα φωνήεν
Ασπασμούς απ’ τα Κύθηρα. Έτσι με κάτι τέτοια πιάνεται
Ο κισσός και μεγαλώνει το φεγγάρι να βλέπουν οι ερωτευμένοι
Σε τι μπλε Ιουλίτας γίνεται το αραχνοΰφαντο του πεπρωμένου

να διαβάζεις

Αχ! Δύσεις έχω δει πολλές κι αρχαίων διαβεί θεάτρων τα
Διαζώματα. Όμως δεν ποτέ ομορφιά μου εδανείσθηκεν ο χρόνος
Και κατά του μελανού νίκη να επιτύχει και αγάπης έκταση να

επιμηκύνει ώστε

Πιο ευφυής πιο εύφωνος να κελαηδάει ο μέσα μας κορυδαλλός
Απ’ τον δικό του άμβωνα

Σύννεφο συνοφρυωμένο που τ’ ανεβάζει πούπουλο ένα σκέτο «μη»
Κι υστέρα πάλι πέφτει και χορταίνεις χορταίνεις χορταίνεις βροχή
Ομήλικος γίνεσαι του ανέγγιχτου χωρίς να το γνωρίζεις και
Συνεχίζεις στου κήπου τ’ άπατα να γαργαλιέσαι με τις εξαδέλφες σου
Αύριο θα μας ραντίσει νυχτολούλουδα περαστικός οργανοπαίχτης
Και θα μείνουμε παρ’ όλα αυτά λιγάκι μη ευτυχείς

όπως συνήθως στην αγάπη
Όμως απ’ τη μαστίχα του πηλού της γης μια γεύση αιρετική

ανεβαίνει
Μισή από μίσος κι όνειρο μισή από νοσταλγία

Εάν εξακολουθούμε να ‘μαστε αντιληπτοί ως άνθρωποι που
Διαβιούμε κάτω από θόλους κατάστικτους με σμαραγδίσκων τρίτωνες

τότε

Η ώρα θα ‘ναι μισό δεύτερον λεπτού μετά τη μεσημβρία
Και η τελειότης η άκρα

συντελεσμένη σ’ έναν κήπο με υάκινθους
Οπού τους αφαιρέθηκεν ο μαρασμός για πάντα. Κάτι φαιό
Που μια σταξιά μονάχα λεμονιού αιθριάζει οπόταν
Βλέπεις κείνο που απ’ την αρχή εννοούσα με στοιχεία καθαρά
Να χαράζεται

πάνω σε μπλε Ιουλίτας.»
(Ο. Ελύτης, Ποίηση, Ίκαρος)

 

 

-Μανόλης Αναγνωστάκης, «Χρώματα περασμένου δειλινού…»

«Χρώματα περασμένου δειλινού, άρωμα δίχως συγκίνηση
Άδεια νοήματα μιας χαρακιάς που σημαδεύει την πληγή σου
Ο τρόπος να ξυπνήσεις μέσα σ’ αυτή την αγωνία μιαν
ανάμνηση θυσίας.

Μια πονεμένη κραυγή στην πρώτη γραμμή κάθε μάχης
Μια μητέρα το βρέφος στη γωνιά με τα ερείπια
Οι νικημένοι στρατιώτες
Οι αιχμάλωτοι περάσανε ατέλειωτες σειρές δίχως όνομα
Το γράμμα που πια δεν περίμενες· έλειπες τόσον καιρό
στην επαρχία.

Όμως εγώ δε φοβούμαι τον άνεμο που μπαίνει απ’ τα
σπασμένα παράθυρα
Ζήτησα μια καινούρια βλάστηση σ’ ανεξερεύνητες
περιοχές
Ν’ ακούσεις σιμά μια φωνή, όχι τις κρύες κραυγές στους
άγνωστους δρόμους.»

(Μανόλης Αναγνωστάκης, «Τα ποιήματα», Νεφέλη)

 

 

-Ντύλαν Τόμας, «Το χρώμα της λαλιάς»

 

 «Ήταν κάποτε το χρώμα της λαλιάς,

έβαφε το τραπέζι μου, μιαν άσχημη βουνοπλαγιά

μια γουλιά στραβό χωράφι, το φλιτζάνι του σχολείου

κι ένα ασπρόμαυρο τραπεζομάντηλο κορίτσια

που έπαιζαν μεγαλώνω,

τώρα πρέπει να ξεχάσω τις αβρές

νεροτσουλήθρες της λαλιάς,

γιατί όσοι εξαίσια πνίγηκαν,

σηκώθηκαν και κράζουν και σκοτώνουν.

Σκασιαρχείο σφύριζα με τ’ άλλα αγόρια,

στο πάρκο της δεξαμενής:

νύχτα, πετροβολούσαμε τρελούς, ξεπαγιασμένους εραστές,

στις σκονισμένες φυλλωσιές των κρεβατιών τους

κι ο ίσκιος των δέντρων τους ένας μεγάλος κόσμος ίσκιων,

ένα λυχνάρι αστραπή για τον φτωχό, μες στο σκοτάδι,

τώρα η λαλιά μου λήθη θα μου γίνει:

όπου πέτρα, μιαν ανέμη θα γυρνώ.»

(Ντύλαν Τόμας, Το χρώμα της λαλιάς, Ερατώ)

 

 

-Βάκης Λοϊζίδης, «ΧΡΩΜΑ»

 «Το μαύρο
κρύβει μέσα του όλα τα χρώματα
το μισούν οι κολορίστες
το φορούν οι τεθλιμμένοι
Κλασικό και ροκ αν θέλεις
πάρε κάρβουνο
και γράψε νύχτα.»
(από τη συλλογή: Τα στοιχειώδη )

(http://www.poiein.gr/archives/13038/index.html)

 

 

Κάθριν Τάιναν, «Στρατολόγηση στα χρώματα»
«Νάτοι παρελαύνουν όλοι με βήμα τόσο χαρωπό!
Με χνούδι στα μάγουλα κι αγαπημένοι, για οβίδες και όπλα τροφή.
Ανέμελα πηγαίνουν σαν για του γάμου το πρωινό,
των μανάδων οι γιοι.

Ο μονότονος δρόμος βγαίνει να τους δει σε σειρές να περνούν
πάνω στις οροφές των τραμ, σαν κορυδαλλοί με τραγούδια.
Περισσά χαρωποί για κουράγιο, τραγουδώντας τραβούν
μέσα στα σκοτάδια.

Με μικρές σφυρίχτρες, με το στόμα, με κάθε σαματά,
παίζουν τη μελωδία της πορείας προς τη δόξα και την ταφή ˙
ανόητα και νεαρά, τα χαρωπά αγόρια τα χρυσά
η αγάπη να σώσει δεν μπορεί.

Καλή δύναμη! Καλό κουράγιο! Τα καημένα τα κορίτσια που φιλήσαν
μαζί τους τρέχουν – αλίμονο, ποτέ πια δε θα φιληθούν!
Μέσα απ’ την ομίχλη σε ομίχλη διαβήκαν
τραγουδώντας αυτοί περνούν.»

(http://staxtes.com/2003/?p=10627)

 

 

-Μίλτος Σαχτούρης, «Το πράσινο απόγεμα»

«Εκείνο το πράσινο απόγεμα
ο θάνατος είχε βάλει, στόχο την αυλή μου
απ’ το νεκρό μου το παράθυρο
με το βελούδινό μου μάτι
τον έβλεπα να τριγυρνάει
γύριζε και παράσταινε τον κουλουρτζή
γύριζε και παράσταινε τον λαχειοπώλη
και τα παιδιά τίποτα δεν υποπτεύονταν
έπαιζαν με πιστόλια και τσίριζαν
αυτός πάλι γύριζε και πλησίαζε
και πάλι μάκραινε και έφευγε
ύστερα ξαναρχόταν
στο τέλος αγριεύτηκε
άρχισε να ουρλιάζει
έβαψε τα μάτια και τα νύχια του
φούσκωσε τα βυζιά του
άρχισε να μιλάει με ψιλή φωνή
έκανε σα γυναίκα…

τότε είναι που έφυγε οριστικά
ψιθυρίζοντας:

— Δεν είχα τύχη σήμερα
αύριο θα ξανάρθω»

(https://www.mikrosapoplous.gr/extracts/sahtouris.html)

 

 

 -Μίλτος Σαχτούρης, «Σημάδια κίτρινα»

«Κίτρινα αερόπλοια ξάφνου γέμισαν τον ουρανό

άλλα μικρά κι άλλα μεγάλα

κίτρινοι σκελετοί κούναγαν τα χέρια

και ουρλιάζαν

όπως και κίτρινες κανάρες μεγάλες

πεταλούδες με πόδια μικρών παιδιών που

κρέμονταν

μαζί μ’ αστέρια κίτρινα που δεν τα γνώριζαν

και τα μισούσαν

 

από τη γη κοίταζαν κίτρινοι

οι αστροναύτες

 

δεν το περίμεναν»

(https://www.mikrosapoplous.gr/extracts/sahtouris.html)

 

 

 –Ελένης Τριβέλλα, «Κίτρινο και σταχτί»

 

«Σταχτί είναι το χρώμα

της χαράς,

της δικής μου χαράς

και κίτρινο

της θλίψης,

της δικής μου θλίψης.

«Και βάφω τις κουρτίνες

στο χρώμα που μισούσες»

Κίτρινες τις φανταζόμουν

τις κουρτίνες

σε κείνο το τραγούδι.

Και σήμερα

κίτρινες τις φαντάζομαι.

Μου έγινε βεβαιότητα

πως κάπου

ανάμεσα στους στίχους

αναφέρεται

η δική μου εικόνα.

Και ακίνητες,

λεπτές, μακριές,

απ το ταβάνι

μέχρι κάτω το πάτωμα.

Σαν τον κρόκο του αυγού.

Και η χαρά σταχτί.

Δυνατή.

Φωτιά που φουντώνει.

Στο καταλάγιασμά της,

η μυρωδιά και το χρώμα της.

Απόδειξη του συμβάντος.

Με σκόρπιες φλόγες

στον ουρανό.

Μια χούφτα αποκαίδια

σφιχτά στην μπουνιά

της παλάμης.

Κατάμαυρη επιδερμίδα,

βαμμένη αλήθειες.»
(http://fractalart.gr/kitrino-kai-staxti/)

 

 

 

 

 

Advertisements

Single Post Navigation

10 thoughts on “Πες το ποίηση (183ο): «Χρώματα»…

  1. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Γεια σου, φίλτατε Γιάννη!
    Νόμιζα πως θα έχεις εορταστικό τριήμερο, αλλά έκανα λάθος.
    Καλό μήνα με πολλά χρώματα!
    (Τι χρώματα, τι μουσικές / μες το χαμόγελό σου…)

    *

    1. Ο κήπος με τα χρώματα

    Έμεινα σήμερα μέσα, να σας φτιάξω έναν κήπο.
    δεν βγήκα στο δρόμο, δεν πήγα στην πόλη,
    δεν είδα τους φίλους μου. Έσκαψα όσο
    μπορούσα το χώμα. Ύστερα κάρφωσα
    τα δέκα μου δάχτυλα να βγάλει νερό.
    Όταν έδυε ο ήλιος, φύτρωσαν χρώματα

    ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ, ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΜΕ ΤΑ ΧΡΩΜΑΤΑ

    Τα χρώματα του κήπου

    2. ΟΝΕΙΡΕΥΟΜΑΙ ΤΩΡΑ ΜΕΛΑΝΙΑ ΠΟΛΥΧΡΩΜΑ

    Ονειρεύομαι τώρα μελάνια πολύχρωμα.
    Κίτρινο για να γράψω πολλές
    σ’ ένα κορίτσι, που αγαπώ, επιστολές.
    Βιβλία να γράψω μαγικά,
    γράμματα γιαπωνέζικα μ’ έν’ αρχικό πουλάκι χαρωπό,
    όλα κομψά και καλλιτεχνικά.

    Λογής-λογής μελάνια
    λαχταρώ, μελάνια σπάνια·
    χάλκινο, πράσινο, ασημί, λιλά,
    κεχριμπαρίσιο χρυσαφί·
    καθένα και για μια γραμμή, καθένα και για μια γραφή·
    χρώματ’ αμέτρητα, πολλά, άλλα θολά, άλλα παρδαλά,
    αμαρτωλά ή σιωπηλά, από βοτάνια
    φανταστικά και μαγικά, μελάνια σπάνια·
    άλλα να δείχνουν τη χαρά κι άλλα τη λύπη ζωηρά·
    κι ακόμα κάποιο επιθυμώ, κάπως χλωμό
    σαν ίσκιος αυγουστιάτικος ημέρας που ’χει γείρει
    σε κάποιο παραθύρι.

    Θέλω και κόκκινο αναφτό
    από άγριο δειλινό αίμα καυτό
    για ν’ αραδιάζω, ν’ αραδιάζω πια με αυτό.
    Με ουρανί μελάνι μια γραφή να γράψω σε αδερφή,
    στη μάνα μου μια προσευχή με χρυσαφί,
    που σα φλόγα θα λάμπει, σαν αυγή.

    Να γράψω και να γράψω, ατέλειωτα κατεβατά,
    μηνύματα και χαιρετίσματα σ’ όλη τη γη
    κ’ ευτυχισμένα, ονειρευτά, έτσι τη ζωή μου
    να τη γιομίσω με τα χρώματ’ αυτά.

    DEZSŐ KOSZTOLÁNYI (1885-1936), Μετ: Κώστας Ασημακόπουλος.
    «Ανθολογία Ούγγρων ποιητών», εκδόσεις Ροές, Αθήνα 1985, σελ. 83.

    Χ.ΧΑΛΑΡΗΣ/ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ- ΜΕ ΧΡΩΜΑΤΙΣΤΑ ΜΟΛΥΒΙΑ

    3. ΒΑΘΥΦΩΝΙΑ

    Μαίνομαι στο ηλιοβασίλεμα με βυσσινί μυαλό μου.
    Αν ήμουνα πορτοκαλί συμπέρασμα θα ‘χα εγκυμοσύνη.
    Νομίζεις κόκκινα; Βλέπεις λευκά φορούντες;
    Μήπως υπάρχει πράσινο στη λέξη Κακοθεΐα;
    Μα τί λέτε κύριε!
    Τότε λοιπόν το καφετί∙ σ’ ενέργεια το μαύρο!
    Σε περιβάλλω κίτρινο.
    Κι αν είχα λαδοχρώματα μεγάλη ερυθρότητα!
    Τέτοια γενειάδα το γαλάζιο που τρελαίνει…
    Μοβ από φτώχεια χωρίς έλεος μοβ από Λένιν.

    Ιανουάριος 1989
    Νίκος Καρούζος (ΕΥΡΕΣΕΙΣ ΑΠΟ ΚΥΑΝΟ ΚΟΒΑΛΤΙΟ).

    Μίκης Θεοδωράκης ~ Χρώματα θαλασσινά

    4. με χίλια χρώματα ονειρεύεται το φως

    δρόμος στο χρώμα της νυχτερινής σιγής
    και ο διαβάτης μόνος
    πυκνή βροχή πίσω απ’ τους φράχτες
    το όρθιο μαυροπράσινο των δέντρων
    προαύλια έρημα, γυμνά παράθυρα
    κι οι φανοστάτες ηττημένοι απ’ το σκοτάδι

    και ξαφνικά
    μια εξώπορτα ανοίγει ξαφνικά
    με χίλια χρώματα το φως
    στο πρόσωπό της λάμπει κι ονειρεύεται
    ναι, τόσο απλά
    εκείνη, ο διαβάτης, άλλο τίποτα
    με χίλια χρώματα ονειρεύεται το φως

    ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ

    ***

    5. να γυρίζεις στο φως

    ποτέ άλλοτε το πράσινο
    δεν ήταν τόσο πράσινο
    τόσο εκθαμβωτικά γαλάζιο το γαλάζιο

    να γυρίζεις στο φως
    σαν το μικρό παιδί
    εκστατικά να ανακαλύπτεις
    τα δέντρα και τη θάλασσα
    ήχους και αρώματα
    ένα χαμόγελο
    θαύματα καθημερινά τριγύρω

    να γυρίζεις στο φως
    πρώτη φορά να είναι ωραίος
    τόσο μεθυστικά ωραίος ο κόσμος

    Τόλης Νικηφόρου

    ***

    6. ΛΕΠΤΗ ΠΟΛΥΧΡΩΜΗ ΚΛΩΣΤΗ

    Από τα παιδικά σου χρόνια ξύπνησες πλάι μου και μέσα στο σκοτάδι λάμπεις.
    Χαράματα, με τις οικείες κινήσεις των χεριών σου, με χώρες μακρινές να φτερουγίζουν στην ανάσα σου.
    Ξύπνησες πλάι μου με θαύματα μικρά και μέσα στο σκοτάδι λάμπεις, λεπτή πολύχρωμη κλωστή που με κρατάει ακέραιο πάνω απ` την άβυσσο.

    ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ, Ο ΠΛΟΗΓΟΣ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1966- 2002
    ΝΕΑ ΠΟΡΕΙΑ /2004

    Μαρία Φωτίου – Χρώματα

    7. ΑΝΤΙΝΟΜΙΕΣ

    Γαλάζιο χορτάρι
    στις όχθες του κίτρινου ποταμού
    που καταλήγει στην μωβ λίμνη.

    Ο κατακόκκινος ουρανός
    με φλόγες σύννεφα
    άρχισε να ρίχνει λασποβροχή.
    Γκρίζο και μαύρο πουθενά.
    Έτσι πέρασε κι αυτή η μέρα.

    Το καταπράσινο φεγγαράκι
    φάνηκε στον ορίζοντα
    και πλάι του η πούλια λαμπρή.

    Εσύ μπροστά στον καθρέφτη σου
    δοκιμάζεις το τιρκουάζ καπέλο σου
    και ετοιμάζεσαι πυρετωδώς
    μέσα σε τόσες αντινομίες

    Νίκος Μοσχοβάκος

    ΧΡΩΜΑΤΑ, Γιάννης Νικολάου

    8. ΧΡΩΜΑΤΑ

    Τι χρώμα να `χει ο έρωτας, τι χρώμα να `χει η μοναξιά,
    σαν βγαίνει νύχτα παγανιά το στρογγυλό φεγγάρι…

    Κοιμούνται μέσα στην καρδιά τα όνειρα και τα πουλιά
    ποιος θα `ρθει να τα πάρει;

    Σαν της φωτιάς το πάτημα, σαν της σιγής το άγγισμα,
    πάει η ζωή μου όλη στου κόσμου το περβόλι.

    Τι χρώμα να `χει η ελπίδα μου, τι χρώμα να `χει το φιλί
    σαν ανεβαίνω το σκαλί, σκαλί να `ρθω κοντά σου…

    Τι χρώμα να `χει η μουσική, του πόθου το τρελό βιολί,
    που λέει την ομορφιά σου.

    Σαν της φωτιάς το πάτημα, σαν του φτερού το άγγιγμα,
    μυστήριο και γητειά του κόσμου η ομορφιά!

    ΛΕΝΑ ΠΑΠΠΑ

    ***

    9. Το χρώμα του πάγου

    Το χρώμα της βροχής
    είναι άσπρο;
    πράσινο;
    ή μήπως είν’ γαλάζιο;

    ο ένας μελετάει ένα ροδάκινο
    ο άλλος μελετάει ένα σταυρό
    ο άλλος τη φωτιά ενός σταυρού
    κι ο άλλος την παγωμένη σκιά ενός σταυρού

    κάποτε ένα δάκρυ μεγαλώνει
    σαν στρογγυλό αερόστατο
    που ανεβαίνει μαζί με το σταυρό
    και η φωτιά το καίει και το γκρεμίζει

    στην παγωμένη σκιά ενός σταυρού
    κάθεται η φωτιά του
    πίνει το δάκρυ που στάζει απ’ το σταυρό
    και τρέμει

    ένα πουλάκι κάπου κελαηδάει
    ένα φεγγάρι ανεβαίνει δίχως σώμα
    ενώ το σώμα σαπίζει μακριά

    έλα, ας ξεχάσουμε
    εγώ το πνιγμένο μου λουλούδι
    εσύ τον πάγο που σε κυνηγά

    ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ, Το σκεύος

    ***

    10. «ΑΠΟΧΡΩΜΑΤΙΣΜΟΙ»

    Το δείλι σέρνεται κι αλλάζει πάλι δέρμα
    μες τις ψυχές μας, απαρνιέται όλα ξανά
    τα χρώματά του – κι απομένουμε στεγνά
    τοπία χωρίς αρχή και χωρίς τέρμα.

    Γρίφοι λυμένοι και ξανά μπλεγμένοι
    χτυπιόμαστε όλη μέρα σαν τυφλοί
    για μια καλύτερη θεσούλα στο κλουβί
    κι όλο βρισκόμαστε σφιχτότερα δεμένοι.

    Στα λόγια σπάταλοι, φιλάργυροι όμως στο αίμα
    κάναμε χάος το τοσοδά μας το μυαλό
    – ο φόβος είναι θερμοκήπιο καλό,
    ανθίζει σ’ όλες του τις ποικιλίες το ψέμα…

    Ακούς και δεν γνωρίζεις τ’ όνομά σου,
    κρυώνει η μοίρα που παλιά σού ’χε δοθεί
    – σε ποιές λοιπόν παγίδες έχουμε συρθεί;
    Μέγα κακό είναι ν’ αρνηθείς τ’ ανάστημά σου.

    Δεν είναι ο κόσμος πείραμα στους τρόμους
    του απείρου, όχι, δεν είναι δοκιμή.
    Μπορείς να σέρνεσαι μια ολόκληρη ζωή
    υπογραφή δειλή μέσα στους δρόμους;

    Θα ’ναι φριχτό να φύγουμε έτσι, δίχως
    μια πίστη, έναν αγώνα, μια κραυγή
    – άνθρωποι που πεθάναν δίχως μια αμυχή,
    άνθρωποι που «διελύθησαν ησύχως…».

    Βύρων Λεοντάρης, «Η ομίχλη του μεσημεριού» (1959)
    «Ψυχοστασία (ποιήματα 1949-1976)», ύψιλον / βιβλία, Αθήνα 1983, σελ. 112.

    Ryuichi Sakamoto – Forbidden Colours

    11. ΧΡΩΜΑΤΑ

    Στο Παρίσι η σελήνη
    έχει χρώμα από βιολέτα
    κίτρινη μετά θα γίνει
    στις νεκρές τις πόλεις μέσα

    Μια σελήνη πράσινη είναι
    μες στους μύθους μέσα όλους
    μια σελήνη από αράχνη
    και σπασμένες τζαμαρίες.
    Κι από πάνω απ’ τις ερήμους
    είν’ βαθιά και ματωμένη.

    Αλλά η λευκή σελήνη
    η σελήνη της αλήθειας
    στα ήσυχα μονάχα λάμπει
    του χωριού τα κοιμητήρια.

    FEDERICO GARCIA LORCA, Μετ: Γιώργος Μίχος.

    ***

    12. τα χρώματα της τρέλας

    μαθαίνω τα χρώματα της τρέλας καρφωμένη
    σε μια καρέκλα με ισορροπημένα τα κουρδισμένα
    χέρια μου πάνω σε μια γραφομηχανή καρφωμένη
    σ’ ένα τετράγωνο τραπέζι μέσα σ’ ένα τετράγωνο
    δωμάτιο καρφωμένο σ΄ ένα τετράγωνο σπίτι μέσα
    σ’ ένα τετράγωνο κόσμο

    Μυρτώ Αναγνωστοπούλου, Το ζώο που κρύβω και άλλα πράσματα, 1988

    Πάντα το χρώμα μου ήταν το γκρίζο, Γαλάνη

    13. Η ΚΑΛΟΣΥΝΗ ΚΙ Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΧΡΩΜΑΤΟΣ

    Όταν η γνώση επιστρέφει στην αθωότητα – τί βουβή νίκη.
    Η τσαγέρα με τον Άγγελο κρυμμένον στον ατμό της,
    ο θαυματοποιός βγάζοντας απ’ το στόμα του κυανές ταινίες,
    εννιά περιστέρια, ένα μπουκάλι σόδα· τις φυσαλίδες,
    αυτές τις υπόχρυσες, τις πιάνουν στον αέρα
    τα εφτά τιμωρημένα παιδιά κι αμέσως ξεχνάνε
    το μηδέν στο τετράδιο, στην πόρτα, στον τοίχο· ξεχνιούνται
    μες στο αγαθό το χρώμα που από μόνο του μάχεται την
      αδικία.

    ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ, ΟΧΤΩ ΟΧΤΑΣΤΙΧΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΙΡΟ

    ***

    14. ΧΡΩΜΑΤΑ ΜΙΑΣ ΩΡΑΙΑΣ ΣΚΕΨΗΣ

    Κίτρινο και βιολετί σε στίχους
    Οι ιριδισμοί σε τυρκουάζ
    Γαλάζιο ανοιχτό σε μάτια γυρισμένα ανάποδα
    Το ροζ του πράγματος το λευκό το μαβί
    Το πιο μαύρο-μαύρο των βλεφάρων
    Το πορτοκαλί το κόκκινο το χρυσό
    Στο κλειστό βλέμμα που καίει
    Το πράσινο της φωνής που βρέχει άνοιξη
    Αν και πέφτει όλο πάνω στη μόνιμη μελαγχολία

    GIOVANNI GIUDICI (1924-2011) Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

    Πήρα απ’ τη νιότη χρώματα

    15. ΧΡΩΜΑΤΑ

    Λευκό τῆς ἐγκαρτέρησης
    γαλάζιο τῆς συγγνώμης
    πώς πράσινο διάπλασης
    τό κόκκινο τῆς ρώμης
    σάν κίτρινο ψευδαίσθησης
    πορτοκαλί τῆς λήθης
    τό ρόζ κάποιας παραίσθησης
    στά μώβ πώς ἀνελήφθης
    Πῶς ἀπό τόσα χρώματα
    τό μαῦρο σέ κερδίζει;
    Εἶπες: “Τά χρώματα εἶναι χώματα
    μιᾶς ὅρασης θαμμένης στήν προφάνεια”

    ΒΑΣΙΛΗΣ ΝΤΟΚΟΣ, Μεταποίηση

    ***

    16. Tο βλέπεις, οι δυο μας μεγαλώνουμε μια αγάπη
    Σ’ αγγίζω, ακουμπώ τη ζεστασιά σου, δεν είν’ όμως αυτό
    Κοίτα πώς σαν εφτά χρώματα που φαίνονται λευκό
    Σιωπηρά ενωνόμαστε.

    Edip Cansever, μτφ: Aνθή Καρρά

    Χρώματα, Ηρώ

    17. ΡΟΔΟ ΜΟΥ ΑΜΑΡΑΝΤΟ

    Πράσινο χρώμα για να ζωγραφίσω ένα κλειστό τριαντάφυλλο.
    Κόκκινο χρώμα για να ζωγραφίσω έναν ορθάνοιχτο ιβίσκο.
    Κι όλα τα χρώματα της ίριδας, για να ζωγραφίσω εσένα.

    ΤΑΚΗΣ ΜΗΤΣΑΚΑΚΗΣ

    ***

    18. ΧΡΩΜΑΤΟΓΡΑΦΙΑ
    (Στη φίλη μου κυρία Λίζη Στρατηγοπούλου)

    Τα απλά απλώς συντίθενται σε φρόνιμες κι ευτυχισμένες αρμονίες.
    Τα σύνθετα, τ’ αντίθετα, τα συγκρουόμενα είναι που αλληλοσυμπληρώνονται και, είτε συμβιώνουν σε ευαίσθητες ισορροπίες, είτε συμφύρονται σε θλιβερά, άχρωμα γκρι.

    Όμως, όλα μαζί φτιάχνουν το πάμφωτο λευκό που, άλλοτε λάμπει πάνω σ’ ετερόφωτα, άλλοτε ιριδίζει στις σταγόνες της βροχής κι άλλοτε – φευ! – εξαφανίζεται στο μαύρο σάβανο του χάους.

    ΤΑΚΗΣ ΜΗΤΣΑΚΑΚΗΣ

  2. Ανδρέας Ιωάννου Κασσέτας

    Οι ποιητές
    Γράφοντας για τα χρώματα
    μάς καλούν έμμεσα να κοινωνήσουμε με αυτά

    ω της αυγής κροκάτη γάζα
    γαρούφαλα του δειλινού
    λάμπετε, σβήνετε μακριά μας
    χωρίς να μπείτε στην καρδιά μας
    Κώστας Βάρναλης, Οι μοιραίοι

    Μυριάδες στόματα φωνάζουνε και σε καλούν
    Έλα λοιπόν από την αρχή να ζήσουμε τα χρώματα
    Οδυσσέας Ελύτης, Προσανατολισμοί

    το μαύρο τριαντάφυλλο περπατάει τώρα στους δρόμους.
    Ορθό στο μαύρο μίσχο του, λυγερό, σφιχτό, περήφανο, κόκκινο, μαύρο.
    Αποφεύγει ακατάδεχτα ένα πλήθος διαβάτες. Έρχεται να σε βρει.
    Κι εσύ κοιμάσαι ; Γιατί κοιμάσαι;
    Τάκης Σινόπουλος, Συλλογή ΙΙ

    Mεγάλα ηλιοβασιλέματα
    του άφησαν τόση λάμψη στα μάτια,
    που η γλώσσα τού είναι άχρηστη.
    Τάσος Λειβαδίτης, Ζωγραφική
    Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου

    ενώ συνήθως ΠΕΡΙΓΡΑΦΟΥΝ
    τις αποχρώσεις «αυτού» που αντικρίζουν εκείνοι

    Κράτησα τη ζωή μου ταξιδεύοντας
    ανάμεσα στα κίτρινα δέντρα κατά το πλάγιασμα της βροχής
    Γιώργος Σεφέρης, Κράτησα τη ζωή μου

    λες ένα κίτρινο χρυσό λαμπερό να βάψη αυτό το μαύρο
    αισχρό και θλιβερό τοπίο που το τρυπούν σκληρά
    τα νυσταγμένα φώτα των ηλεκτρικών λαμπτήρων
    Νίκος Εγγονόπουλος, Καφφενεία και κομήτες ύστερα από τα μεσάνυχτα

    Ορισμένες φορές είναι και εξαιρετικά εύστοχοι .
    Ο Κωνσταντίνος Καβάφης θέλοντας να μιλήσει για το
    « μοβ που κοιτάζει στα μάτια το μπλε » το περιγράφει ως

    Δέρμα σαν καμωμένο από ιασεμί . .
    Εκείνη του Αυγούστου – Αύγουστος ήταν ; – η βραδυά
    Μόλις θυμούμαι πια τα μάτια . . Ήσαν θαρρώ μαβιά
    Α ναι, μαβιά Ένα σαπφειρένιο μαβί
    Κωνσταντίνος Καβάφης, Μακρυά

    Και πρόσωπα άλλα, μόλις που τα θυμάμαι, κατεβαίνοντας
    το μονοπάτι, αριστερά μια φουντωμένη κουτσουπιά,
    κουβαλώντας μαζί τους ένα μενεξεδί
    Τάκης Σινόπουλος, Σημειώσεις Ι Συλλογή ΙΙ

    Ενίοτε, βέβαια, χρησιμοποιούν και τη ΜΕΤΑΦΟΡΑ
    Ο Οδυσσέας Ελύτης μιλάει ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΑ για γαλανή ελευθερία του γλάρου, για ολοπράσινη επιτυχία των φύλλων για μαβιές και για κόκκινες θύμησες, για γαλανό ξύπνημα, για έρωτα άσπρο και γλαυκό, για άσπρες ξεγνοιασιές ανεμόμυλων, για φούρια πράσινη
    ο Κώστας Καρυωτάκης, για γαλανό όνειρο,
    ο Γιάννης Ρίτσος για κίτρινη ομορφιά και για τριανταφυλλιές εκρήξεις,
    ο Γιώργος Σαραντάρης για χρόνο γαλάζιο,
    ο Τάκης Σινόπουλος για κάτι χωρίς μορφή αλλά μενεξεδί
    η Κική Δημουλά για πράσινο που ασελγεί

  3. Κι έπινα μέσ’ από τα χείλια σου…
    Ναπολέων Λαπαθιώτης
    Κι οι μπερντέδες ήταν κόκκινοι
    κι ήταν άσπρο το κρεβάτι,
    κι όλο θόλωνε, όλο μέλωνε
    το γλυκό σου μάτι,

    και τα χέρια σου πλεκόντουσαν
    στο κορμί μου γύρω γύρω
    κι έπινα μέσ’ από τα χείλια σου,
    γλυκιάν άχνα σαν το μύρο,

    και σταλάζανε απ’ τα χείλια σου
    γλυκά λόγια σαν τα μύρα,
    κι ήταν άσπρό το κρεβάτι μας
    κι οι μπερντέδες σαν πορφύρα…

    Έτσι, αγάπη μου, σε χόρτασα
    Κι έτσι, τη γλυκάδα σου ήπια
    μέσα στ’ άνομα αγκαλιάσματα
    στ’ άνομα τα καρδιοχτύπια

    κι απ’ το μέλι ποθοπλάνταζε
    το κορμί σου και το μάτι
    κι οι μπερντέδες ήταν κόκκινοι
    κι ήταν άσπρο το κρεβάτι

    Aιχμαλωσία-Τάσος Λειβαδίτης

    Παρ’ όλο που σε όλη μου τη ζωή βιαζόμουν, η νύχτα μ’ έβρισκε πάντα απροετοίμαστο ή μάζευα τα φύλλα του φθινοπώρου, έχουν μια μυστηριώδη τύχη που μας ξεπερνά και γενικά τ’ ανθρωπιστικά αισθήματα δε σ’ ανεβάζουν ψηλά, το πολύ να φτάσεις ώς τη λαιμητόμο ή έστω ώς το παράθυρο μιας γυναίκας με κόκκινα μαλλιά, και λέω κόκκινα γιατί αγαπώ το μέλλον, όπως και τα φαρμακεία τη νύχτα μοιάζουν με φανταστικές εξόδους κι οι ποιητές ονειρεύονται ρωμαϊκές γιορτές ή αρνούνται να πεθάνουν, κατά τα άλλα συνήθως καίγομαι, έτσι ξεχειμωνιάζω καλύτερα ή στα σπίτια που μ’ έδιωχναν άφηνα πάντα πίσω απ’ την πόρτα ένα τσεκούρι.
    Aλλά οι καλύτερες στιγμές μου είναι τα βράδια, όταν ανοίγω το παράθυρο κι αφήνω ελεύθερα τα ωραία ωδικά πουλιά που εκγυμνάζω τις ατέλειωτες ώρες της αιχμαλωσίας.

  4. Η επανάσταση και ο έρωτας έχουν ίδιο δυνατό χρώμα, κόκκινο..

    Τα τριαντάφυλλα και τα σπαθιά
    τάχτηκαν για το κόκκινο.
    Κι η μνήμη
    για να φιλάει τα σύνορα.(Mιχάλης Γκανάς)
    -Γιάννης ΡΙΤΣΟΣ: «Γυμνό Σώμα»(απόσπασμα)

    Είπε:

    ψηφίζω το γαλάζιο.
    Εγώ το κόκκινο.
    Κ’ εγώ.

    Το σώμα σου ωραίο.

    Το σώμα σου απέραντο
    Χάθηκα στο απέραντο.

    Διαστολή της νύχτας.
    Διαστολή του σώματος.
    Συστολή της ψυχής.
    Είπε:
    ψηφίζω το γαλάζιο.
    Εγώ το κόκκινο.
    Κ’ εγώ.
    Το σώμα σου ωραίο.
    Το σώμα σου απέραντο
    Χάθηκα στο απέραντο.
    Διαστολή της νύχτας.
    Διαστολή του σώματος.
    Συστολή της ψυχής.
    – See more at: http://www.egriechen.info/2014/07/giannis-ritsos-ta-erotika.html#sthash.yRydue2h.dpufΔυὸ μῆνες ποὺ δὲ σμίξαμε.
    Ἕνας αἰῶνας
    κι ἐννιὰ δευτερόλεπτα.
    Τί νὰ τὰ κάνω τ᾿ ἄστρα
    ἀφοῦ λείπεις;
    Μὲ τὸ κόκκινο τοῦ αἵματος
    εἶμαι.
    Εἶμαι γιὰ σένα.
    Δυό μήνες που δε σμίξαμε.
    Ένας αιώνας
    κ’ εννιά δευτερόλεπτα.
    Τι να τα κάνω τ’ άστρα
    αφού λείπεις;
    Με το κόκκινο του αίματος
    είμαι.
    Είμαι για σένα.
    – See more at: http://www.egriechen.info/2014/07/giannis-ritsos-ta-erotika.html#sthash.yRydue2h.dpuf

    -Τεντ Χιουζ: «Κόκκινο ήταν το χρώμα σου.…
    Η βελούδινη μακριά σου φούστα, ένας
    αιμάτινος επίδεσμος…
    Το δωμάτιό μας ήταν κόκκινο…
    Κι έξω απ’ το παράθυρο
    παπαρούνες ντελικάτες κι εύθραυστες…
    Τα χείλη σου ένα βαμμένο, βαθύ κόκκινο…
    Οτιδήποτε έβαφες, το έβαφες λευκό
    κι ύστερα το ‘πνιγες στα τριαντάφυλλα…
    τριαντάφυλλα που έκλαιγαν,
    ακόμα περισσότερα τριαντάφυλλα
    και μερικές φορές, ανάμεσά τους, ένα μικρό γαλαζοπούλι.»

    Κόκκινο ποίημα (Γιώργος Δουατζής)
    Στάζανε οι λέξεις κάτι κόκκινο
    αίμα, χρώμα
    κάτι κόκκινο έσταζαν οι λέξεις
    και το ποίημα έδειχνε αιμόφυρτο

    αλλά κι αν ήτανε κρασί
    κόκκινο, κατακόκκινο
    και μεθυσμένο το ποίημα
    αιμόφυρτο θα έδειχνε

    σαν το πρώτο παιδικό ποδήλατο
    που σκουριασμένο στο υπόγειο
    ανακαλεί μνήμες δεκαετιών
    κι ακόμα κοκκινίζει τα γόνατα
    με ματωμένες αταξίες

    Η Ποίηση είναι, μην ανησυχείς
    φεύγει μόνο με αποδόμηση κυττάρων
    κι ίσως με τη σιωπή της γνώσης
    κάνει τα όνειρα αληθινά
    κι ας είναι αιμόφυρτα ή μεθυσμένα

    Γιώργος Δουατζής, Τα κόκκινα παπούτσια
    Κόκκινα πόθου πάθους
    Κόκκινα επιθυμίας αμαρτίας
    Κόκκινα έντασης φευγιού
    Κόκκινα ματωμένης αγκαλιάς
    Κόκκινα ολέθρια κόκκινα
    Παπούτσια κόκκινα

    Τρία κόκκινα περιστέρια μέσα στο φως,
    χαράζοντας τη μοίρα μας μέσα στο φως,
    μέσα στο φως, με χρώματα και χειρονομίες,
    ανθρώπων που αγαπήσαμε, που αγαπήσαμε.(Γ.Σεφέρης
    πηγηhttp://pyroessa-logotimis.blogspot.gr/

  5. Καλοί μου φίλοι, Γρηγόρη κι Αγγελική, σας ευχαριστώ πολύ για τα πολύ ωραία σχόλιά σας!!!… Καλό μήνα!!!

    -«Μυριάδες στόματα φωνάζουνε και σε καλούν
    Έλα λοιπόν από την αρχή να ζήσουμε τα χρώματα»
    (Ο. Ελύτης, Προσανατολισμοί)

    -«…Τὴν ἀφρούρητη νυχτιά πήρανε θύμησες
    Μαβιές
    Κόκκινες
    Κίτρινες
    Τ’ ἀνοιχτὰ μπράτσα της γεμίσανε ὕπνο
    Τὰ ξεκούραστα μαλλιά της ἄνεμο
    Τὰ μάτια της σιωπή….»
    (Ο. Ελύτης)

    -«Πουλιά στα χίλια χρώματα
    Των ενθουσιασμών
    Ελαφρά καλοκαίρια
    Στέγες κοντά στον ουρανό μόλις
    Που αγγίζουνε
    Θ’ αδειάσουμε τη στάμνα
    Θα γίνουμε γλαυκοί
    Δωρητές του πελάγους.»
    (Ο. Ελύτης, Αιθρίες XIV)

    -« Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη
    Κι ένα φόρεμα κόκκινο σαν το αίμα
    Βαθιά μες στο χρυσάφι του καλοκαιριού
    Και τʹ άρωμα των γυακίνθων ‐ Μα πού γύριζες»
    (Ο. Ελύτης)

    -Μιχάλης Γκανάς, «Θεμέλιο χρώμα»

    «Πληγωμένο κοτσύφι
    από κλαρί σε κλαρί.

    Καθώς το αίμα του
    στάζει στο χιόνι
    πληθαίνει το μαύρο.»
    (http://popaganda.gr/themelio-chroma-tou-michali-gkana/)

    -PIER PAOLO PASOLINI, «ΣΤΗΝ ΚΟΚΚΙΝΗ ΣΗΜΑΙΑ»

    «Για όποιον γνωρίζει μόνο το χρώμα σου, Κόκκινη Σημαία,
    οφείλεις να υπάρχεις στ’ αλήθεια, γιατί κι εκείνος υπάρχει.
    Όποιος είταν καλυμμένος με κρούστα είναι καλυμμένος με πληγές,
    ο μεροκαματιάρης χειρώνακτας γίνεται ζητιάνος,
    ο ναπολιτάνος καλαβρέζος, ο καλαβρέζος αφρικάνος,
    ο αναλφάβητος βόιδι ή ζαγάρι.
    Όποιος γνώριζε έστω μόλις το χρώμα σου, Κόκκινη Σημαία,
    δεν σε αναγνωρίζει τώρα πια, ούτε καν με τις αισθήσεις.
    Εσύ που τόσες και τόσες δόξες σημάδεψες,
    και της αστικής και της εργατικής τάξης,
    ξανάγινες κουρέλι, και ο πιο φτωχός απ’ όλους σε ανεμίζει.»
    (Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής)

    -Τσαρλς Μπουκόφσκι, «Μπλε πουλί»

    «Υπάρχει ένα μπλε πουλί στην καρδιά μου που
    θέλει να βγεί έξω
    αλλά είμαι πολύ σκληρός για αυτόν,
    Λέω, μείνε εκεί, δεν θα
    αφήσω κανέναν να
    σε κοιτάξει.
    Υπάρχει ένα μπλε πουλί στην καρδιά μου που
    θέλει να βγεί έξω
    αλλά του ρίχνω ουίσκι και εισπνέω
    καπνό τσιγάρων
    και οι πόρνες και οι μπάρμαν
    και οι υπάλληλοι του παντοπωλείου
    ποτέ δεν ξέρουν ότι
    αυτός
    είναι εκεί.
    Υπάρχει ένα μπλε πουλί στην καρδιά μου που
    θέλει να βγεί έξω
    αλλά είμαι πολύ σκληρός για αυτόν,
    λέω,
    κάτσε κάτω,θέλεις να μου
    τα χαλάσεις όλα;
    θέλεις να χαλάσεις
    τα έργα;
    θέλεις να διαλύσεις τις πωλήσεις βιβλίων μου
    στην Ευρώπη;
    Υπάρχει ένα μπλε πουλί στην καρδιά μου που
    θέλει να βγεί έξω
    αλλά είμαι πολύ έξυπνος,τον αφήνω μόνο
    την νύχτα κάποιες φορές
    όταν όλοι κοιμούνται.
    Λέω, ξέρω ότι είσαι εκεί,
    για αυτό μην είσαι,
    λυπημένος.
    μετά τον βάζω πάλι πίσω,
    αλλά τραγουδάει λίγο
    εκεί, δεν τον έχω αφήσει ακριβώς
    να πεθάνει
    και κοιμόμαστε έτσι
    μαζί
    με την
    μυστική μας συμφωνία
    και είναι αρκετά καλά να
    κάνει ένα άντρα
    να κλάψει, αλλά εγώ
    δεν κλαίω, εσύ;»

    -Δημήτρη Χατζηκαρκαντά, «Γαλάζιο»

    Απέραντη θάλασσα η ματιά μου και χάνεσαι μέσα της
    γιατί είσαι κύμα που ταξιδεύει απο άνεμο σ’άνεμο,
    καμαρωτό και ατίθασο και αφηνιασμένο
    μέχρι να αγκαλιάσει τα βράχια,να σκορπιστεί στον αέρα,
    να βρεθεις μια ακόμη σταγόνα στον ωκεανο.
    Γιατί είμαι άνεμος
    και κάθε τι που αγαπάς παίρνει σάρκα στην δική μου την άβυσσο
    ο ουρανός καθρεπτίζεται σε έναν άλλο παράδεισο
    κι αν μια σταγόνα αξίζει όλα αυτά,
    πόσο άραγε θα άξιζε μια ολόκληρη θάλασσα..
    Γιατί είμαστε αστέρια που φέγγουν ανεκπλήρωτα όνειρα
    και κάθε βράδυ τρεμοπαίζουν λιγότερο.
    Με τα μάτια κλειστά τα φαντάζομαι πιό φωτεινά
    πιό κοντά στα φεγγάρια που ίσως κάποτε ήμασταν.
    Μη φοβάσαι λοιπόν
    να δείς στον καθρέπτη το γλυκό σου χαμόγελο
    να απλώσεις το χέρι , να με αγγίξεις στα σκοτεινά.
    Τελικά είναι ωραία να έισαι της θάλασσας κύμα κι αστέρι
    να γεννιέσαι ξανά και ξανά..
    Να πετάς σε αεράκι ελεύθερο , σε γαλάζια αγκαλιά.
    (http://fractalart.gr/galazio/)

  6. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Γιάννη,
    επειδή τα χρώματα έχουν μεγάλο εύρος, προτείνω να μην ασχοληθούμε με το καθένα τώρα. Το καθένα από μόνο του είναι μια θεματική ενότητα. Άλλωστε, ήδη έχεις κάνει μια ανάρτηση με το «Κόκκινο».
    Ας πούμε, σκέφτομαι ότι είναι πολύ πλούσιο το «Μπλε-γαλάζιο-θαλασσί» ή το «Λευκό» κτλ.

    *

    19. «Χρώματα» [BANGKOK 27.7.68]

    Δεν υπάρχει πιο γαλάζιο χρώμα από το χρώμα του ύπνου
    καθώς τον διασχίζουν τα βλέφαρα του ασυρματιστή
    ο θάνατος, σουλατσέρνοντας με τις ριγέ πυτζάμες στη γέφυρα, τοκίζει
    τη διάρκειά του
    μετρώντας τις μέρες του με τις νύχτες μας

    Είναι η σιωπή πού πίστεψε στο Πέραμα
    στα χείλη της διστάζουν ακόμη να ξεντυθούν οι επιθυμίες
    συνοικία πού λύσσαξες να γίνεις αγκαλιά
    και πού δεν είχες να ερωτευθείς παρά την ασφαλτό σου

    Σε φωνάζει τριάντα μέρες μαύρος ωκεανός σαν λογαριασμός του
    μπακάλη
    σαν Καθαρή Δευτέρα πού καταράστηκε μια χλεμπονιάρα Τρίτη
    στρώνει στα γράμματά σου ξένο σκοτάδι
    ψιθύρους, ερωτόλογα

    οργώστε εσείς όσο θέλετε το λιμάνι
    μα αφήστε με αχάιδευτο στο χτεσινό μου γράμμα
    στο στόμα μου τρίζει η τελευταία της λέξη
    σαν αλμυρό δάκρυ στο όνειρο ενού τυφλού.

    ΜΑΡΙΟΣ ΜΑΡΚΙΔΗΣ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΠΡΟΤΕΡΟΥ ΕΝΤΙΜΟΥ ΒΙΟΥ

    ***

    20. Είναι ωραίο το χρώμα
    μη τ’ αλλάξεις
    Χτυπάει ο δρόμος στο κίτρινο
    Μπαίνει στο μωβ
    σαν φύλλα της πίκρας
    και του ποτέ πια

    Το άσπρο τ’ ουρανού
    κάτι μάταια ψάχνει…

    Ζέφη Δαράκη -Η θλίψη καίει τις σκιές μας-

    ΣΜΟΚΟΒΙΤΗΣ – ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ – «Χρωματιστά μπαλόνια»

    21. Μερόπη

    είναι των αδυνάτων αδύνατο
    να νικηθεί ο χρόνος

    η αγάπη προϋποθέτει αγνότητα
    κι’ αυτή η φλογισμένη αγάπη
    που δείξαμε
    -που προσφέραμε-
    εξελήφθη γι’ αδυναμία κι’ άλλα

    τώρα: τα χρώματα

    το γαλάζιο τ’ ουρανού
    το πράσινο των δέντρων
    το μουντό των βουνών
    τα στοιχεία συνθέσεως
    για τον γοητευτικό
    τον εξαίσιο
    πίνακα της ζωής

    Νίκος Εγγονόπουλος, Στην κοιλάδα με τους ροδώνες, Ίκαρος, Αθήνα 1978.

    Ώρες μου χρωματιστές-Πάνος Κατσιμίχας

    22. Από υαλί χρωματιστό

    Πολύ με συγκινεί μια λεπτομέρεια
    στην στέψιν, εν Βλαχέρναις, του Ιωάννη Κανατακουζηνού
    και της Ειρήνης Ανδρονίκου Ασάν.

    Όπως δεν είχαν παρά λίγους πολυτίμους λίθους
    (του ταλαιπώρου κράτους μας ήταν μεγάλ’ η πτώχεια)
    φόρεσαν τεχνητούς. Ένα σωρό κομμάτια από υαλί,
    κόκκινα, πράσινα ή γαλάζια. Τίποτε
    το ταπεινόν ή το αναξιοπρεπές
    δεν έχουν κατ’ εμέ τα κομματάκια αυτά
    από υαλί χρωματιστό. Μοιάζουνε τουναντίον
    σαν μια διαμαρτυρία θλιβερή
    κατά της άδικης κακομοιριάς των στεφομένων.

    Είναι τα σύμβολα του τι ήρμοζε να έχουν,
    του τι εξ άπαντος ήταν ορθόν να έχουν
    στην στέψι των ένας Κυρ Ιωάννης Καντακουζηνός,
    μια Κυρία Ειρήνη Ανδρονίκου Ασάν.

    Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ

    ***

    23. ΧΡΩΜΑΤΑ

    Λευκό τῆς ἐγκαρτέρησης
    γαλάζιο τῆς συγγνώμης
    πώς πράσινο διάπλασης
    τό κόκκινο τῆς ρώμης
    σάν κίτρινο ψευδαίσθησης
    πορτοκαλί τῆς λήθης
    τό ρόζ κάποιας παραίσθησης
    στά μώβ πώς ἀνελήφθης

    Πῶς ἀπό τόσα χρώματα
    τό μαῦρο σέ κερδίζει;

    Εἶπες: “Τά χρώματα εἶναι χώματα
    μιᾶς ὅρασης θαμμένης στήν προφάνεια”

    BAΣΙΛΗΣ ΝΤΟΚΟΣ, Μεταποίηση

    Για των ματιών σου το χρώμα -Ελευθερία Αρβανιτάκη

    24. Απόκρυφα χρώματα

    Ποτέ δε φαντάστηκα πως πίσω από το μαύρο
    κρύβονται όλα τα χρώματα.
    Σα να φοβούνται το φως.
    Μέσα στον πιο σκοτεινό κόσμο,
    κατοικεί η φωτεινότερη στάλα της ζωής.

    Ένας αμάραντος κρίνος μπλέκεται στα μαλλιά σου.
    Ένα ολόχρυσο ηλιοβασίλεμα συνοδεύει τη σκιά σου.
    Και είναι τα μάτια σου που αντανακλούν
    ξανθοκάστανες αχτίδες στην υδρόγειό μου.
    Περιμένω το απαράμιλλο γέλιο σου
    να θρυμματίσει την παρατεταμένη σιωπή μου.

    Προσμένω την εξαίσια ανυποκρισία του βλέμματός σου
    να εξουσιάσει την ύπαρξή μου.
    Ποτέ ως τώρα δε φαντάστηκα πως ένας άχρωμος καμβάς
    κρύβει χίλια χρώματα κι ελπίδες,
    πως κάτω από ένα παλτό ξετυλίγεται η ευτυχία χρόνων.

    Με μια πένα η ζωή πάντα στο χέρι καταγράφει την ιστορία μας.

    Αποτελείς την επανάστασή μου.
    Στον καμβά μου είσαι η κόκκινη λεπτομέρεια.

    Βασιλική Καμαριώτου

    Πολύχρωμο μπαλόνι, Απόστολος Ρίζος

    25. Χρώμα αύριο

    Τότε
    θα σηκωθούνε κύματα ψηλά βουνά
    τη λύπη να ξεπλύνουν απ’ τα πρόσωπα
    που έγιναν λασπωμένοι δρόμοι κι έρημοι,
    πεδία βολής κι ανάστεροι ουρανοί.

    Ακράτητος ο ήλιος
    στα πληγωμένα χέρια θα χορέψει
    καίγοντας τα λευκά μαντήλια στον αέρα.
    Θ’ ανθίσουνε των κοριτσιών τα ματωμένα χείλη
    εφτάχρωμα φιλιά και φίλντισι.

    Τότε,
    των ποιητών που αγάπησαν
    η πιο γλυκιά ευχή
    απ’ τα παμπάλαια βιβλία καρτερώντας,
    σαν ευαγγέλιο και γέννα θα αληθέψει.

    Ως τότε,
    στην καρδιά μας μόνο ένα.
    Χρώμα αύριο.

    Μαρία Σκουρολιάκου , Χρώμα αύριο, 2015

    ***

    26. Το ουράνιο τόξο

    Ψάχνοντας για οποιοδήποτε τόξο
    «Το κυνήγι δεν τέλειωσε» είπες
    Και τα μάτια χάθηκαν
    Το μαύρο ανιχνεύοντας.
    «Το ουράνιο τόξο» είπες και γαλήνεψα.

    Περνούν οι μέρες
    «Τα γεγονότα», είπες, «αναμφισβήτητα».
    Κι όμως, σε άφησαν πίσω τα γεγονότα
    Σε λησμόνησαν
    Οι μέρες έγιναν χρόνια
    Και τώρα πια είναι ζήτημα επιβίωσης
    Τώρα μετράς στα πέντε σου δάχτυλα
    Μετράς κι απορείς

    Πώς έγινε, είπες, και σκούριασαν οι κλειδώσεις
    Πώς έγινε
    Και δεν φύσηξε άνεμος στην πλευρά μας
    Δεν το παίξαμε το παιχνίδι μας
    Δεν το παίξαμε
    Δε γινόταν αλλιώς

    Τα κιβώτια βαριά στη μεταφορά
    Εύφλεκτα
    Κι απορώ κι απορείς κι απορούμε
    Στις οικογενειακές συγκεντρώσεις τα βράδια
    Πώς η τόση αγάπη εξατμίστηκε
    Πώς οι χαρταετοί έπαψαν –τρυπημένοι στο μέρος
    της καρδιάς– το παιχνίδι

    Μαρία Κυρτζάκη, Οι λέξεις (1973) [Από την ενότητα Ανίχνευση (1968 – 1971)]

    Minor Project – In Colors

    27. Το χρώμα της εμπιστοσύνης

    Πάντοτε μου έφερναν αλλεργία
    τα αισθήματα κατοχής
    των συζύγων,
    του ζηλιάρη εραστή,
    των γονιών στα παιδιά τους …

    Όταν όμως απώλεσα το χρώμα της
    εμπιστοσύνης
    απ’ το χαμόγελό σου,

    Τότε κατάλαβα ότι κι εγώ είμαι
    σαν όλους τους άλλους.

    Τάσος Κουράκης, Ιχνηλατώντας το παρόν, 1995

    ***

    28. ΔΥΟ ΧΡΩΜΑΤΑ – ΤΗΣ ΑΥΓΗΣ ΣΗΜΑΔΙΑ

    Τόσο λεπτά κι ανέγγιχτα σαν ήχοι
    Σα βελονιές Σα χέρια κοριτσίστικα
    – δαντέλα-
    το βαθύ βιολέ και το ρόδινο
    το καλοκαίρι και η ξανθιά ποθολυμένη σκέψη
    το πουλί το έντομο και ο φαιδρό λουλούδι
    το απαλό Σα βρέφος ανοιξιάτικο φως
    κι η τρίλια του αηδονιού τον όρθρο
    κι η δική μου καρδιά
    θα αναστήσουν το σώμα του κυρίου
    – Χριστός Ανέστη-
    σχήματα χαροποιά πόσο βαθιά σας βλέπω
    μ’ ένα μάτι καθαρό καθώς το πρώτο χιόνι.

    Στην ερημική ξαφάντωση του μυαλού μου
    Σαν πουλιών αιφνίδια εωθινά ολόδροσα περάσματα
    Σαν υποψίες απ’ αρώματα
    (πόθοι κρυφοί κι αλλοτινοί στα χέρια κρατημένοι)
    τρυπώνετε μέχρι εδώ βαθιά μου
    στην ρίζα
    στο ανθρώπινο καλοδεμένο σκελετό μου
    – Χριστός Ανέστη Χριστός Ανέστη-

    Αναστάσιος Δρίβας (1899-1942), Μια Δέσμη Αχτίδες στο Νερό

    Χορός Με Τα Χρώματα, Xριστόδουλος Χάλαρης

    29. το χρώμα της ανοησίας

    (χειρουργοί, εκτελεστές,
    πόρνες
    πλανόδιοι τραγουδιστές

    τα πόδια λευκά
    χωρίς επίγνωση του ουρανού

    μπλε ιστορίες
    blau sein
    μπλε ώρα
    μπλε διάβολοι

    (και μερικές φορές γυναίκες
    Ήταν

    για μένα

    το απλό

    στο οποίο
    γινόμασταν
    ακριβώς ο ένας
    με τον άλλο
    μπλε
    ακόμα τώρα
    μερικές χιλιάδες φορέματα
    γυμνά φλάουτα
    χρωμοφιλία
    τα σχέδια από κάτω σιέλ:
    χρησιμοποιείται εδώ και αιώνες
    από τους Ιταλούς πριν από τους
    Βόρειους
    ροζ και πορτοκαλί
    (ό,τι χύνει
    ακριβό
    (ιδιαίτερα για τους ουρανούς
    του στήθους το υγρό
    χαρτί

    Βάλερι Κούλτον (Valerie Coulton) -μτφρ.: Βασίλης Μανουσάκης

    ***

    30. ΤΑ ΧΡΩΜΑΤΑ

    Όχι πως δεν ξέρει όμορφα λόγια
    Χρόνια τρυγώντας τους ποιητές
    Και τους προφήτες
    Κι ούτε πως δεν ξέρει τ’ ακρωτήρια
    Στα μάτια των κοριτσιών
    Κουτσός καπετάνιος σε πειρατικά
    Από τα δεκαοχτώ.

    Είναι που μια νύχτα
    Μέτρησε τις πληγές του
    Και μέσα στο σπίρτο
    Οι καθρέφτες του ‘δειξαν
    Τον αδελφό του Τουλούζ
    Χωρίς χρώματα

    ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ

  7. «Σ’ αναζητώ
    Σ’ αναζητώ στη Σαλονίκη ξημερώματα
    λείπει το βλέμμα σου απ’ της αυγής τα χρώματα»…

    Μου χαρίσατε μια χρωματιστή Παρασκευή!
    Να είστε καλά, καλό σ/κ και καλό μήνα παιδιά

  8. Ciao, Aggeliki!!!!…. Έχεις δίκιο…Θα επανέλθω σ’ επόμενη ανάρτηση με κάποιο ξεχωριστό χρώμα….

    -Γ. Σεφέρης, «Περιστατικὰ Γ´»

    «Χωρὶς χρῶμα, χωρὶς σῶμα
    τούτη ἡ ἀγάπη ποὺ πηγαίνει
    σκορπισμένη, μαζεμένη,
    σκορπισμένη πάλι-πάλι,
    κι ὅμως σφύζει κι ὅμως πάλλει
    στὴ δαγκωματιὰ τοῦ μήλου
    στὴ χαραγματιὰ τοῦ σύκου
    σ᾿ ἕνα βυσσινὶ κεράσι
    σὲ μιὰ ρώγα ἀπὸ ροδίτη
    τόση ἀνάερη Ἀφροδίτη,
    θὰ διψάσει θὰ κεράσει
    ἕνα στόμα κι ἄλλο στόμα
    χωρὶς χρῶμα, χωρὶς σῶμα.»
    (Γ. Σεφέρης, Ποιήματα, Ίκαρος)

    -Γ. Σεφέρης, « Ἄνοιξη μ.Χ.»

    «Πάλι μὲ τὴν ἄνοιξη
    φόρεσε χρώματα ἀνοιχτὰ
    καὶ μὲ περπάτημα ἀλαφρὺ
    πάλι μὲ τὴν ἄνοιξη
    πάλι τὸ καλοκαίρι
    χαμογελοῦσε.
    Μέσα στοὺς φρέσκους ροδαμούς
    στῆθος γυμνὸ ὡς τὶς φλέβες
    πέρα ἀπ᾿ τὴ νύχτα τὴ στεγνὴ
    πέρα ἀπ᾿ τοὺς ἄσπρους γέροντες
    ποὺ συζητοῦσαν σιγανὰ
    τί θά ῾τανε καλύτερο
    νὰ παραδώσουν τὰ κλειδιὰ
    ἢ νὰ τραβήξουν τὸ σκοινὶ
    νὰ κρεμαστοῦνε στὴ θηλιὰ
    ν᾿ ἀφήσουν ἄδεια σώματα
    κεῖ ποὺ οἱ ψυχὲς δὲν ἄντεχαν
    ἐκεῖ ποὺ ὁ νοῦς δὲν πρόφταινε
    καὶ λύγιζαν τὰ γόνατα.
    Μὲ τοὺς καινούργιους ροδαμούς
    οἱ γέροντες ἀστόχησαν
    κι ὅλα τὰ παραδώσανε
    ἀγγόνια καὶ δισέγγονα
    καὶ τὰ χωράφια τὰ βαθιὰ
    καὶ τὰ βουνὰ τὰ πράσινα
    καὶ τὴν ἀγάπη καὶ τὸ βιός
    τὴ σπλάχνιση καὶ τὴ σκεπὴ
    καὶ ποταμοὺς καὶ θάλασσα
    καὶ φύγαν σὰν ἀγάλματα
    κι ἄφησαν πίσω τους σιγὴ
    ποὺ δὲν τὴν ἔκοψε σπαθὶ
    ποὺ δὲν τὴν πῆρε καλπασμός
    μήτε ἡ φωνὴ τῶν ἄγουρων
    κι ἦρθε ἡ μεγάλη μοναξιὰ
    κι ἦρθε ἡ μεγάλη στέρηση
    μαζὶ μ᾿ αὐτὴ τὴν ἄνοιξη
    καὶ κάθισε κι ἀπλώθηκε
    ὡσὰν τὴν πάχνη τῆς αὐγῆς
    καὶ πιάστη ἀπ᾿ τ᾿ ἀψηλὰ κλαδιὰ
    μέσ᾿ ἀπ᾿ τὰ δέντρα γλίστρησε
    καὶ τὴν ψυχή μας τύλιξε.
    Μὰ ἐκείνη χαμογέλασε
    φορώντας χρώματα ἀνοιχτὰ
    σὰν ἀνθισμένη ἀμυγδαλιὰ
    μέσα σε φλόγες κίτρινες
    καὶ περπατοῦσε ἀνάλαφρα
    ἀνοίγοντας παράθυρα
    στὸν οὐρανὸ ποὺ χαίρονταν
    χωρὶς ἐμᾶς τοὺς ἄμοιρους.
    Κι εἶδα τὸ στῆθος της γυμνὸ
    τὴ μέση καὶ τὸ γόνατο
    πῶς βγαίνει ἀπὸ τὴν παιδωμὴ
    νὰ πάει στὰ ἐπουράνια
    ὁ μάρτυρας ἀνέγγιχτος
    ἀνέγγιχτος καὶ καθαρός,
    ἔξω ἀπ᾿ τὰ ψιθυρίσματα
    τοῦ λαοῦ τ᾿ ἀξεδιάλυτα
    στὸν τσίρκο τὸν ἀπέραντο
    ἔξω ἀπ᾿ τὸ μαῦρο μορφασμὸ
    τὸν ἱδρωμένο τράχηλο
    τοῦ δήμιου π᾿ ἀγανάχτησε
    χτυπώντας ἀνωφέλευτα.
    Ἔγινε λίμνη ἡ μοναξιὰ
    ἔγινε λίμνη ἡ στέρηση
    ἀνέγγιχτη κι ἀχάραχτη.»
    (Γ. Σεφέρης, Ποιήματα, Ίκαρος)

  9. Ciao Petra!… Ευχαριστούμε πολύ!!!!

  10. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    31. Ὁ σταχτὺς θάνατος

    Θαρροῦσα ὡς τώρα -φίλοι μου καλοί-
    θαρροῦσα ὡς τώρα…
    πῶς ὅλα τὰ πράματα
    βαδίζουν στὴ γῆ
    μὲ τὸ ἀληθινό τους χρῶμα.

    Ἡ Χαρὰ ἄσπρη.
    Ἡ Θλίψη χλωμή.
    Ὁ Ἔρωτας ρόδινος
    Ο Θάνατος μαῦρος.
    Ἔτσι θαρροῦσα…

    Καὶ περνοῦσα τὶς μέρες μου,
    μὲ τὰ χρώματά μου τακτοποιημένα.
    Με τα ὄνειρά μου συγυρισμένα.
    Μὲ τὰ ποιήματά μου καθαρογραμμένα…
    Γιατὶ ἔτσι τά ῾βλεπα.
    Ἔτσι νόμιζα.

    Μενέλαος Λουντέμης

    Πάρε χρώμα, Μαραβέγιας

    32. Το σχεδόν ενός χρώματος

    Σχεδόν.
    Ετοιμάστηκα σχεδόν.
    Χρώμα που γέμιζα από καιρό,
    απλωνόμουν στο τελάρο που περίμενε
    στη μνήμη του να με περισώσει τη λευκή.
    Με το καινούριο χρώμα μου πάνω του,
    το ‘νιωθα να με σφίγγει,, αιώνιο να με φασκιώνει,
    με την εικόνα τών χρόνων που μου έμελλαν
    παρμένων απ’ την εικόνα τους,
    μονάχα απ’ την εικόνα τους.

    Γέμιζα το τελάρο,
    τής ζωής μου που έζησα,
    που μου χρωστούσε ακόμα.

    Σχεδόν.
    Τώρα μάντευα το σχέδιο,
    παρ’ ότι λειψός, παρ’ ότι ανολοκλήρωτος.

    Όμως όχι. Όμως δεν έπρεπε.
    Ποιός θα ήμουν εγώ, που θα μιλούσα για τέτοια γνώση;
    Ποιός χρόνος τροφός θα μου συγχωρούσε τέτοιαν ύβρι;
    Απλωνόμουν στο τελάρο αργά.
    Με τη σεμνότητα ενός χρώματος που ψέλλιζε «σχεδόν».
    Ευγνώμον καθώς πλήρωνε το σχέδιο τής ευθύνης του.

    Μάνος Μαυρομουστακάκης

    ***

    33. Χρώματα αυτόχθονων

    Στην αρχή
    το μωβ της τζακαράντα.
    Μετά
    το αχνόγαλάζιο της Μπλε Oροσειράς
    Κι έπειτα
    το γκρίζο του κοιμητηρίου
    των ανωνύμων
    ανθρακωρύχων.

    Ο κορυδαλλός
    στήνει ακόμη ενέδρα
    στη Λεύρα.

    Βασιλική Ράπτη, Transitorium, 2015

    ΚΙΤΡΙΝΟ, ΓΑΛΑΖΙΟ ΚΑΙ ΜΕΝΕΞΕΔΙ- ΑΝΝΑ ΒΙΣΣΗ

    34. ΧΡΩΜΑΤΑ ΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΔΕΙΛΙΝΟΥ

    Χρώματα εσείς του δειλινού
    Που ολοένα λιγοστεύετε
    Αποχρώσεις που γίνεστε
    Πιο χλωμές

    Ένδοξες άμαξες παλιές
    Απολησμονημένες
    Στις αποβάθρες της ομίχλης
    Και λίθοι πολύτιμοι
    Που παρασύρεστε προς την άβυσσο

    Είστε αέναοι σπινθηρισμοί
    Όπου η ομορφιά
    Γεννιέται και πεθαίνει
    Σε μια στιγμή
    Μνήμες όπου δεν απομένει
    Παρά ένα άστρο που πενθεί.

    ΤΑΚΗΣ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ

    ***

    35. XL

    Μια πεταλούδα περνά από μπροστά μου
    Και για πρώτη φορά παρατηρώ στη Δημιουργία
    Ότι δεν έχουν χρώμα ή κίνηση οι πεταλούδες,
    Κανονικά, όπως χρώμα ή άρωμα δεν έχουν τα λουλούδια.

    Χρώμα είναι αυτό που χρωματίζει της πεταλούδας τα φτερά
    Κίνηση είναι αυτό που υπεισέρχεται στην κίνηση της πεταλούδας
    Άρωμα είναι αυτό που αρωματίζει του λουλουδιού τη μυρωδιά.

    Η πεταλούδα είναι μονάχα πεταλούδα
    Και το λουλούδι, απλά ένα λουλούδι.

    ΦΕΡΝΑΝΤΟ ΠΕΣΣΟΑ, Μετάφραση Γιάννης Σουλιώτης
    [Fernando Pessoa, Ποιήματα, μετ: Γιάννης Σουλιώτης, Printa: Ποίηση για Πάντα, 2007.]

    Φωτίου Μαρία – Χρώματα

    36. Χρωματίζω πουλιά

    Τόσα άστρα και γώ να λιμοκτονώ
    χρωματίζω πουλιά, χάρτινα πουλιά
    και περιμένω να κελαηδήσουν,
    και περιμένω να κελαηδήσουν
    γιατί χειμώνιασε

    Τόσα άστρα και εγώ να λιμοκτονώ
    κάνε λοιπόν κύριε
    να ‘χει κανείς ένα φίλο
    δος του ένα σκυλί
    ή ένα φανάρι του δρόμου
    γιατί χειμώνιασε

    ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

    ***

    37. Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΩΝ ΧΡΩΜΑΤΩΝ

    Εμείς ολοένα φεύγουμε μα οι μήνες
    ολοένα ξανάρχονται στο παράθυρο.
    ………………………………………..
    Τι μας κάνει να πιστεύουμε
    πως ο διάβολος είναι βαθύφωνος;
    Υπάρχει στο ερειπωμένο γαλάζιο κι ανασταίνει
    την κόκκινη σημασία της άβυσσος.

    Είν’ οι σκονισμένες ηλιαχτίδες
    τα ωραία μαχαιρώματα
    μεσ’ στ’ Άγιο Βήμα της εκκλησίας
    αγέρας ανάμιχτος με λιβάνι κι αθρόα βιώματα.

    Μα ο χρόνος είναι βράχος αμετακίνητος.
    Ο χρόνος είν’΄ο διάβολος, η ακόρεστη κοκκινίλα.

    ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ

    «Χρώματα» -Γιάννης Νανόπουλος

    38. ποιο το χρώμα;

    Το χρώμα της μνήμης
    τι χρώμα είναι;
    Ζεστό της σκουριάς των δέντρων
    σιωπηλό της παλιάς μουσικής
    στεγνό της χωμάτινης γεύσης
    υγρό της μητέρας.
    Και ένα λαμπερό μαύρο
    της συνάντησης με τους πατέρες.

    ΕΛΕΝΗ ΝΑΝΟΠΟΥΛΟΥ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: