Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

-Πες το με ποίηση (182ο): «Ευχή – κατάρα»…

«Αυτή είμαι…Σας εύχομαι μιαν άλλη καλύτερη…»

(Άννα Αχμάτοβα)

 

 

-Ανδρέας Κάλβος, «Ωδή έκτη – Αι ευχαί»

α΄

Tης θαλάσσης καλήτερα
φουσκωμένα τα κύματα
‘να πνίξουν την πατρίδα μου
ωσάν απελπισμένην,
έρημον βάρκαν.

β΄.
‘Σ την στεριάν, ‘σ τα νησία
καλήτερα μίαν φλόγα
‘να ιδώ παντού χυμένην,
τρώγουσαν πόλεις, δάση,
λαούς και ελπίδας.

γ΄.
Kαλήτερα, καλήτερα
διασκορπισμένοι οι Έλληνες
‘να τρέχωσι τον κόσμον,
με εξαπλωμένην χείρα
ψωμοζητούντες·

δ΄.
Παρά προστάτας ‘νάχωμεν.
Mε ποτέ δεν εθάμβωσαν
πλούτη ή μεγάλα ονόματα,
με ποτέ δεν εθάμβωσαν
σκήπτρων ακτίνες.

ε΄.
Αν οπόταν πεθαίνη
πονηρός βασιλεύς
έσβυν’ η νύκτα έν’ άστρον,
ήθελον μείνει ολίγα
ουράνια φώτα.

ς΄.
Tο χέρι οπού προσφέρετε
ως προστασίας σημείον
εις ξένον έθνος, έπνιξε
και πνίγει τους λαούς σας,
πάλαι, και ακόμα.

ζ΄.
Πόσοι πατέρες δίδουσιν,
όχι ψωμί, φιλήματα
‘ς τα πεινασμένα τέκνα τους,
εν ω λάμπουν ‘ς τα χείλη σας
χρυσά ποτήρια!

η΄.
Όταν υπό τα σκήπτρά σας
νέους λαούς καλείτε,
νέους ιδρώτας θέλετε
εσείς δια ‘να πληρώσητε
πλουσιοπαρόχως,

θ΄.
Tα ξίφη οπού φυλάγουσι
τα τρέμοντα βασίλεια σας,
τα ξίφη οπού τρομάζουσι
την αρετήν, και σφάζουσι
τους λειτουργούς της.

ι΄.
Θέλετε θησαυρούς
πολλούς δια ‘ναγοράσητε
κρότους χειρών και επαίνους,
και τ’ άπιστον θυμίαμα
της κολακείας.

ια΄.
Hμείς δια τον σταυρόν
ανδρείως υπερμαχόμεθα
και σεις εβοηθήσατε
κρυφά τους πολεμούντας
σταυρόν και αλήθειαν.

ιβ΄.
Δια ‘να θεμελιώσητε
την τυραννίαν τιμάτε
τον σταυρόν εις τας πόλεις σας,
και αυτόν επολεμήσατε
εις την Eλλάδα.

ιγ΄.
Kαι τώρα εις προστασίαν μας
τα χέρια σας απλόνετε!
τραβήξετέ τα οπίσω·
βλέπει ο θεός και αστράπτει
δια τους πανούργους.

ιδ΄.
Όταν το δένδρον νέον
εβασάνιζον οι άνεμοι,
τότε βοήθειαν ήθελεν,
ενδυναμώθη τώρα
φθάνει η ισχύς του.

ιε΄.
Tο ξίφος σφίγξατ’ Έλληνες ―
τα ομμάτια σας σηκώσατε ―
ιδού ― εις τους ουρανούς
προστάτης ο θεός
μόνος σάς είναι.

ις΄.
Kαι αν ο θεός και τ’ άρματα
μας λείψωσι, καλήτερα
πάλιν ‘να χρεμετήσωσι
‘ς τον Kυθερώνα Tούρκων
άγριαι φοράδες.

ιζ΄.
Παρά…. Αι, όσον είναι
τυφλή και σκληροτέρα
η τυραννίς, τοσούτον
ταχυτέρως ανοίγονται
σωτήριοι θύραι.

ιη΄.
Δεν με θαμβόνει πάθος
κανένα· εγώ την λύραν
κτυπάω, και ολόρθος στέκομαι
σιμά εις του μνήματός μου
τ’ ανοικτόν στόμα.

 

 

Μαρία Πολυδούρη, «Η Ευχή μου»

 

Αφιερωμένο στην Τίλλα Μπαλή

 

«Τώρα που όλοι σου στέλνουνε ολόθερμες ευχές

ο δρόμος μπρος σ’ ανοίγεται με άνθη στολισμένος

Σε συνοδεύουν τάσματα τα γέλοια κ’ οι χαρές

κι’ ο δρόμος Σου μοσχοβολά με ρόδο πουν σπαρμένος

 

Τώρα που τα πουλάκια ακόμα με λαχτάρα

Χίλιες ευχές σου στέλνουν μ’ ολόγλυκεια φωνή

πρόσεξε και στ’ αγέρι να δης με τι γλυκάδα

σου ψιθυρίζει πάντα την ιδική μ’ Ευχή

 

Το ξεύρω πως για Σένα

είναι μικρή πλασμένη

εν τούτοις πίστευσέ με

από καρδιάς βγαλμένη

 

«Με χίλια ροδοπέταλα

Σε ραίνω λατρευτή μου

Σου εύχομαι χρυσή ζωή»

αυτή είναι η Ευχή μου.»

(«Φιλολογική Πρωτοχρονιά», 1954)

 

 

 -ΜΙΧΑΙ ΕΜΙΝΕΣΚΟΥ, «ΤΙ ΣΟΥ ΕΥΧΟΜΑΙ ΕΓΩ ΓΛΥΚΙΑ ΜΟΥ ΡΟΥΜΑΝΙΑ»

 

«Τι σου εύχομαι εγώ γλυκιά μου Ρουμανία,

νεαρή νυφούλα, μάνα αγαπητή!

Πάντα αδερφωμένα ας ζούνε τα παιδιά σου

σαν της νύχτας τ’ άστρα, της μέρας την αυγή!

Σε ζωή αιώνια, δόξες να χαρώ,

όπλα με δυνάμεις, Ρουμάνικη ψυχή

Όνειρο ανδρείας, καύχημα, περηφάνια

Γλυκιά μου Ρουμανία αυτή είναι η ευχή!»

(http://hallofpeople.com/gr/text2/Eminescu.pdf)

 

 

-Τζούλια Φορτούνη, «Ευχή μητέρας»

«Καλοκαίριασε βρε κορίτσι μου
Βγάλε αυτές τις βαριές μπορντώ κουρτίνες
Δεν είναι κουίντα το σαλόνι σου

Πρόλαβα και σου έραψα κάτι άλλες
Εύχομαι να είναι καλό το μάκρος

Τώρα που δεν δύναμαι άλλο τι να κάνω
Θα ήθελα να τις δω ανθισμένες»

(*Από την ποιητική συλλογή “Φυσικό Αντίδοτο”, εκδ. Μανδραγόρας, 2013)

 

 

-Κατερίνας Κανάκη Αξούγκα , «Για μια ευχή που «σπάταλα» μου δόθηκε»

 

«Και τι είναι μια ευχή;

Το πιο ανέξοδο!

Φοράς ένα χαμόγελο, σφίγγεις το χέρι

και ξεχρεώνεις μέχρι να πεις κύμινο.

Ύστερα φεύγεις

σέρνοντας πίσω σου αλυσίδα

τη μοναξιά όλης της γης.

Οι άνθρωποι, τραγικά μονάχοι.

Αλαφροπάτητη γίνεται η ανάγκη, πιο λίγη

μπροστά στο χάδι και τη συντροφιά.

Αν κάτι μέσα σου βαθύτερα επιζεί

είναι η αναλαμπή της μνήμης μιας άφατης χαράς.

Αυτή που φέρνει στη σκηνή όλα όσα πέτυχες,

όλα τα «ναι» που τόλμησες να πεις.

Όλα όσα μονάχος, χωρίς μπαστούνια, ικεσίες

και διπλωματικά τερτίπια γίνανε δικά σου,

γιατί ολοκάθαρη πηγή ανάβλυζε η προαίρεση.

Ήταν δική σου εκείνη η απόφαση να μοιραστείς,

να κουραστείς και να παλέψεις. Ο νους σου, η καρδιά σου

και η θέληση σε αρμονία πλήρη με το σύμπαν σε ανύψωναν.

Έπαιρνες το σωστό σου ρόλο πιο πέρα από το θάνατο,

μέσα στο άπειρο. Ο χρόνος τα φθαρτά του όρια καταργούσε.

Γύρω σου όλη η ζωή συνωμοτούσε υπέρ σου.

Δεν είχε σημασία αν στο δρόμο έπεσες, όμως σηκώθηκες,

γιατί στο τέρμα πίστευες. Η μνήμη αυτή σ΄ ακολουθεί

ως ύψιστος κριτής. Πετά όλα τα εφήμερα και με αγάπη

κλείνει στις χούφτες σου, έστω τα λίγα, γιατί άξιζε,

σου λέγει, το πέρασμά σου πάνω στη γη.»

 

 

-«Ξεχάστε με στη θάλασσα»

 

«Σας εύχομαι υγεία και ευτυχία αλλά δεν μπορώ να κάνω το ταξίδι σας

Είμαι επισκέπτης

Το κάθε τι που αγγίζω με πονάει πραγματικά

κι έπειτα δεν μου ανήκει

Όλο και κάποιος βρίσκεται να πει «δικό μου είναι»

Εγώ δεν έχω τίποτε δικό μου είχα πει κάποτε με υπεροψία

Τώρα καταλαβαίνω πως το τίποτε είναι τίποτε

Ότι δεν έχω καν όνομα

Και πρέπει να γυρεύω ένα κάθε τόσο

Δώστε μου ένα μέρος να κοιτάω

Ξεχάστε με στη θάλασσα

Σας εύχομαι υγεία και ευτυχία.»

(Ανέκδοτο ποίημα του Θόδωρου Αγγελόπουλου)

 

 

-Αλέξανδρου Βλαχιώτη, «Ευχή…»

 

«Έχτισα στον άνεμο φωλιά,

όνειρα να μου φέρει πολλά,

να μου διδάξει την αγάπη.

Έχτισα κι ένα σπίτι στη βροχή,

να μου γιατρέψει κάθε πληγή.

Οι απαντήσεις αργούσαν να έρθουν,

κι εγώ το μόνο που είχα μάθει…

σαν παιδί συνεχώς στα βήματά μου να σκοντάφτω,

κι όποτε σηκωνόμουν, ήμουν μέσα μου μεγάλος.

Έκρυψα στη θάλασσα μια ευχή,

με την υπόσχεση πως όταν είμαι έτοιμος, να γίνει προσευχή.

Έθαψα βαθιά στο χώμα, το σπόρο της ελπίδας.»

(http://fractalart.gr/alexandros-vlaxiotis/)

 

 

-ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ, «Η Κατάρα!»

«… Εσύ, που πλάνος στης ψυχής τα βάθη διαστρεμμένος,
μια μέρα ανάξια ανέβηκες τα πορφυρά σκαλιά,
και κάνοντας αδέρφια σου του Κρούμου τα σκυλιά,
μας μάρανες τ’ αμάραντο πολεμικόν μας μένος,

κι έκαμες αίμα να χυθεί στον τόπο το γλυκό,
κι έκανες την πασίχαρη την αδερφή μου Αθήνα,
για μια σου πράξη ταπεινή να τήνε δέρν’ η πείνα,
κι ως εδώ χάμου τη βαριά σκλαβιά της ν’ αγροικώ,

και σκότωσες, και γίνηκες το κήρυγμα του Τρόμου,
κι ενώ έκανες πως στοργικά βαστούσες την ελιά,
κρυφά σαν κλέφτης έδινες το χέρι στα σκυλιά,
κι αλύπητα παράδωνες τα πάντα στον εχτρό μου.

Τώρα που η νύχτα πλάκωσε, και πάνε οι θησαυροί,
κι εμείς για να ΤΟΥΣ ΣΩΣΟΥΜΕ γυρνάμε μέσ’ τα ξένα,
τώρα μονάχα μια ευκή μας έμεινε για σένα:
-άλλη σαν τη σημερινή μέρα να μη σε βρει!…»

(https://sarantakos.wordpress.com/2012/03/18/katara/)

 

 

-Στεφάν Μαλλαρμέ, «Ο καταραμένος γελωτοποιός»

Μάτια, λίμνες από τη μέθη απλά να ξαναγεννηθώ
Μα όχι ηθοποιός που με την κίνηση θύμιζα
Σαν πούπουλο των λυχναριών την πρόστυχη αιθάλη,
Τρύπησα στου τοίχου τον καμβά ένα παράθυρο.

Πόδια και χέρια ξεκάθαρα κολυμβητή προδότη,
Με άλματα πολλαπλά, ξορκίζοντας το κακό
Άμλετ! σαν να έσκαβα μέσα στο κύμα
Τάφους χιλιάδες εκεί για να χαθώ αγνός.

Χρυσό κύμβαλο ιλαρό με γροθιές  θυμωμένες,
Ξαφνικά ο ήλιος τη γύμνια χτυπά
Αγνή εξαϋλωμένη από τη μαργαριταρένια μου λάμψη,

Σάπια νύχτα του δέρματος όταν πατούσες επάνω μου,
Δεν ήξερες, αχάριστη! ήταν όλη μου η στέψη,
Η μάσκα αυτή που βυθίστηκε στα σκοτεινά του παγετώνα νερά.»

(http://www.vakxikon.gr/)

 

 

 

-Λόρδος Μπάυρον, «Η κατάρα της Αθηνάς»

«Μεγαλόπρεπα κι αγάλια τώρα ο ήλιος κατεβαίνει
πάνω στου Μοριά τους λόφους με θωριά χαριτωμένη·
όχι όπως εις τις χώρες του βορρά, σκοτεινιασμένος,
αλλ’ αστραφτερός σαν φλόγα, ζωντανός, φωτολουσμένος.
Στα βαθιά νερά μια ρίχνει απαλή, χρυσή αχτίνα
και το πράσινο χρυσώνει, το ρυτιδωμένο κύμα.
Και στης Αίγινας το βράχο τον αρχαίο και στην Ύδρα
ο θεός του κάλλους βάζει του φιλιού του τη σφραγίδα.
Πάνω απ’ το βασίλειό του ρίχνει τη φωτοχυσία,
αν κι ο κόσμος έχει πάψει να του κάνει πια θυσία.
Των κοφτών βουνών οι ίσκιοι μες στον κόλπο σου ριγμένοι,
τον φιλούν και τον χαϊδεύουν, Σαλαμίνα δοξασμένη!
Οι γαλάζιες τους οι άκρες μες στην απεραντοσύνη
βάφονται σαν την πορφύρα που ο βασιλιάς τη ντύνει.
Απαλά τα χρώματά του πάνω στις κορφές τα ρίχνει
και στολίζει ό,τι αγγίζει με τα χρυσαφένια ίχνη.
Ώσπου ο ήλιος, χαιρετώντας την πανώρια τούτη πλάση,
πίσ’  απ’ των Δελφών τα βράχια κρύβεται για να πλαγιάσει.
Τέτοιο, Αθήνα μου, ένα δείλι ήτανε που ο σοφός σου
εχαιρέτησε για πάντα τα’ απαλό, το χρυσό φως σου.
Με τι θλίψη οι καλοί σου οι πολίτες τη στερνή του
την αχτίδα την κοιτούσαν που ’παιρνε και την πνοή του…
Όχι ακόμα, όχι ακόμα, στα βουνά ο ήλιος μένει,
ειν’ απρόθυμος να δύσει και ακόμα περιμένει.
Αλλά πριν στου Κιθαιρώνα την κορφή να γείρει, πίνει
το πικρό ποτήρι ο γέρος και το πνεύμα παραδίνει.
Κι έφυγε η ψυχή που τα ’χε όλα περιφρονημένα,
που ’χε ζήσει και πεθάνει έτσι σαν άλλου κανένα.
Αλλά και στον κάμπο η νύχτα η βασίλισσα προβαίνει
απ’  του Υμηττού τα ύψη, δίχως όμως να υγραίνει
το ωραίο πρόσωπό της και να προμηνάει μπόρα.
Στη μαρμάρινη κολόνα τα φιλιά του στέλνει τώρα
το φεγγάρι. Κι εκεί κάτω, στου τζαμιού τον πύργο, λάμπει
το σημάδι του και γύρω αστραποβολούν οι κάμποι.
Οι πυκνοί μαύροι ελαιώνες κάτω είναι απλωμένοι
και ο Κηφισός κυλώντας απαλά γοργοδιαβαίνει.
Στο τζαμί τριγύρω – γύρω στέκονται τα κυπαρίσσια
και ο τρούλος του γυαλίζει με λαμπρότητα περίσσια.
Κι ένας φοίνικας θλιμμένος, στη θρησκευτική γαλήνη,
εκεί δίπλα στο Θησείο, μόνος έχει απομείνει.
Τί μαγευτικό τοπίο που προσφέρει εδώ η φύση,
και αναίσθητος θα είναι όποιον δεν τον συγκινήσει.
Του Αιγαίου πάλι ο φλοίσβος, που ακούγεται πιο πέρα,
νανουρίζει το περγιάλι μες στον καθαρό αέρα
και το ζαφειρένιο κύμα στη χρυσή ακτή χτυπάει
και τη γλύκα των χρωμάτων αλαργότερα την πάει.
Των νησιών εκεί στο βάθος η σκιά τραχιά μαυρίζει,
όταν απαλού πελάγου το χαμόγελο ανθίζει.
Έτσι αγνάντευα της γης μας και της θάλασσας τα κάλλη,
σαν τα βήματα σε τούτον το ναό με φέραν πάλι,
μόνο, δίχως να υπάρχουν φίλοι ή ανθρώποι άλλοι
στο μαγευτικό ετούτο και πανώριο ακρογιάλι,
που η τέχνη κι η ανδρεία είναι σαν μια οπτασία
και που βρίσκονται μονάχα σε ποιητικά βιβλία.
Κι όπως έστρεψε η ψυχή μου το ναό για να θαυμάσει
της θεάς, που οι ανθρώποι τώρα έχουν ατιμάσει,
οι παλιοί καιροί γυρίσαν, το παρόν πια είχε σβήσει
και ο Δόξα στην Ελλάδα γύριζε να κατοικήσει!
Επερνούσανε οι ώρες. Της Αρτέμιδας τα’ αστέρι
είχε φτάσει πια στου θόλου τα ψηλότερα τα μέρη
κι εγώ γύριζα μονάχος δίχως να ’μαι κουρασμένος,
σε θεού ναό που ήταν εντελώς λησμονημένος.
Αλλά πιο πολύ σ’ εκείνον τον δικό σου, ω Παλλάδα,
ετριγύριζα, ’κει όπου της Εκάτης η λαμπράδα
στις ψυχρές κολόνες πέφτει απαλά μα και θλιμμένη
κι ήχος την καρδιά παγώνει σαν από νεκρό να βγαίνει.
Ονειροπολώντας είχα για πολύ ’κει απομείνει,
θεωρώντας τι απ’ τη δόξα την παλιά είχε απομείνει,
όταν, ξάφνου, εκεί μπροστά μου, μια γιγάντια θεότης,
η Παλλάδα, με σιμώνει πάνω εκεί, μες στο ναό της!
Η Αθηνά ήταν η ίδια, αλλά πόσο αλλαγμένη
από τότε που στα τείχη των Δαρδάνων οπλισμένη
έτρεχε μ’ ορμή.  Μα τώρα η μορφή της διαφέρει
από κείνη που ’χε πλάσει του Φειδία τα’ άξιο χέρι.
Του προσώπου της εκείνον δεν τον δείχνει πια τον τρόμο
κι η γοργόνα της ασπίδας είχε πάρει άλλο δρόμο.
Νά το κράνος της, κομμάτια. Τσακισμένο το κοντάρι,
κι ούτε τους νεκρούς δεν σκιάζει. Της ελιάς το νιο βλαστάρι
π’ ολοένα το κρατούσε, νά το, είναι μαραμένο
και ξερό καθώς το σφίγγει με το χέρι παγωμένο.
Αν κι από τους αθανάτους τα λαμπρότερα είχε νιάτα,
δακρυσμένη είναι τώρα η θεά η γαλανομάτα.
Και η γλαύκα της στο κράνος το σπασμένο καθισμένη
την κυρά μοιρολογάει με λαλιά απελπισμένη.
«Ω θνητέ, – έτσι μου είπε – της ντροπής σου αυτό το χρώμα
Βρετανός μου λέει να ’σαι, όνομα ανδρείου ακόμα
μέχρι χτες λαού, ελευθέρου, με ωραία πεπρωμένα,
τώρα περιφρονημένου, και ιδίως από μένα.
Η Παλλάδα πρώτος θα ’ναι της πατρίδας σου εχθρός·
την αιτία θες να μάθεις; Κοίτα γύρω σου κι εμπρός.
Έχω δει πολλούς πολέμους κι ερημώσεις να πληθαίνουν
κι άλλες τόσες τυραννίες να ανεβοκατεβαίνουν.
Απ’ του Τούρκου τη μανία γλίτωσα και του Βανδάλου,
μα η χώρα σου έναν κλέφτη μου ’χει στείλει πιο μεγάλο.
Κοίτα, άδειος ο ναός μου, κατοικία ρημαγμένη,
και στοχάσου τι μιζέρια είναι γύρω απλωμένη.
Τούτα ο Κέκροπας, κι εκείνα τα ’χε ο Περικλής στολίσει,
κι ο Αδριανός τις Μούσες για να τις παρηγορήσει,
και ευγνωμονώ και όσους το ναό μου έχουν χτίσει,
μα ο Αλάριχος κι ο Έλγιν μ’ έχουν άγρια συλήσει.
Και σαν να ’πρεπε ο κόσμος το κατόρθωμα να μάθει,
ο Ελγίνος στο ναό μου πάει και τα’ όνομά του γράφει,
σα να νοιάστηκε η Παλλάδα να δοξάσει τ’ όνομά του,
κάτω η υπογραφή του, πάνω το κατόρθωμά του.
Κι ο απόγονος των Πίκτων είναι φημισμένος όσο
ειν’ ο αρχηγός των Γότθων, πιθανόν και άλλο τόσο.
Αλλ’ ο Αλάριχος τα πάντα είχε αγρίως καταστρέψει
με το δίκιο του πολέμου, μα ο ‘Ελγιν για να κλέψει
όσα οι βάρβαροι αφήσαν, που ’τανε απ’ ό,τι εκείνος
είναι βάρβαρος πιο λίγο, γιατί το ’κανε ο Ελγίνος;
Το ’κανε όπως τη λεία παρατάει το λιοντάρι
και ακολουθεί ο λύκος ή ο τσάκαλος να πάρει
και να γλείψει κάποια σάρκα που απόμεινε ακόμα
απ’ του λιονταριού ή του λύκου το αχόρταγο το στόμα.
Αλλά των θεών το κρίμα τους κακούργους θα τους πιάσει.
Κοίτα τι ο Έλγιν πήρε, κοίτα και τι έχει χάσει.
Τ’ όνομά του μ’ άλλο ένα το ναό μου τον λερώνει
και το φως της να το ρίξει η Αρτέμιδα θυμώνει.
Αν και έχει η Αφροδίτη τη μισή ντροπή ξεπλύνει,
η Παλλάδα όμως δεν πρέπει χωρίς γδικιωμό να μείνει».
Κι όταν σώπασε για λίγο, έτσι είχα αποτολμήσει,
απαντώντας ν’ απαλύνω της οργής της το μεθύσι:
Κόρη του Διός, της λέω, γι’ όνομα της Αλβιόνος,
και σαν γνήσιος Εγγλέζος, διαμαρτύρομαι εντόνως.
Μην κακίζεις την Αγγλία. Ξέρεις από ποιο ’ταν μέρος
ο ληστής και συλητής σου; Μάθε, Σκώτος ήταν βέρος.
Τη διαφορά να μάθεις αν το θες και την αιτία,
από της Φυλής το ύψος κοίταξε τη Βοιωτία.
Του νησιού μας Βοιωτία, μάθε, είναι η Σκωτία,
και καλά το ξέρω ότι απ’ αυτή τη νόθα χώρα
της σοφίας η θεά μας δεν τιμήθηκε ως τώρα.
Χώρα άγονη, που η φύση απλοχέρα δεν εστάθη,
και που έμβλημά της έχει το ψηλό γαϊδουραγκάθι,
που το μόνο προϊόν της είναι τα πηχτά σκοτάδια
κι οι τσιγκούνηδες κι αχρείοι που γυρίζουν σα ρημάδια.
Των βουνών και των ελών της το υγρό εκείνο αγέρι
στα κεφάλια τα κουτά τους σκοτισμό και άγνοια φέρει.
Τα μυαλά τα νερουλά τους άγονα ’ναι σαν το χώμα
και ψυχρά, όπως το χιόνι που δεν έλιωσε ακόμα.
Για τον πλούτο χίλιους τρόπους μηχανώνται τα παιδιά της
και το κέρδος τα τραβάει και τα πάει μακριά της.
Στην ανατολή, στη δύση, μόνο προς βορράν δεν πάνε:
κέρδη να βρουν δίχως κόπο, γη και θάλασσες περνάνε.
Ά, καταραμένη ώρα και καταραμένη μέρα,
που τον Πίκτο για ληστεία είχε στείλει κι εδώ πέρα!
Κι όμως, άξια βλαστάρια γέννησε και η Σκωτία,
σαν τον Πίνδαρο που έχει κι η νωθρή η Βοιωτία
και μακάρι οι σοφοί τους να νικήσουνε το κλίμα
κι οι γενναίοι ν’ αψηφίσουν και του θάνατου το μνήμα,
και τη σκόνη αυτής της χώρας ξετινάζοντας και πάλι,
σαν παιδάκια να αστράψουν σε χαρούμενο ακρογιάλι,
γιατί, όπως σ’ άλλα χρόνια, όταν σε μια ψεύτρα χώρα
δέκα ανδρείοι αν υπήρχαν, αποφεύγονταν η μπόρα».
«Ω θνητέ, μου είπε τότε η γαλανομάτα η κόρη,
τούτο το μαντάτο φέρε στης πατρίδας σου τα όρη:
Αν και έχω παρακμάσει, να εκδικηθώ μου μένει
και ν’ αποστραφώ μια χώρα σκοτεινή κι ατιμασμένη.
Άκουσε, λοιπόν, τις ρήσεις της θεάς Παλλάδας μόνο:
άκουσε και σώπα: τα’ άλλα θα ειπωθούν από το χρόνο.
Πρώτα στο κεφάλι εκείνου που ’κανε αυτή την πράξη
η κατάρα μου θ’ αστράψει, ίδιον και γενιά να κάψει.
Ούτε μία σπίθα πνεύμα να μην έχουν τα παιδιά του
και αναίσθητα να είναι, όπως και η αφεντιά του.
Κι αν βρεθεί απόγονός του να ’χει λίγο πνεύμα ή φάτσα,
τότε σίγουρα θα είναι νόθος κι από άλλη ράτσα.
Να γυρίζει μ’ απογόνους διανοητικά βλαμμένους
και αντί για της σοφίας, της βλακείας να ’χει επαίνους.
Κι οι κουτοί να επαινούνε την πολλή καλαισθησία
που θα τον χαρακτηρίζει στην αγοραπωλησία,
να πουλά κι έτσι να κάνει –τί ντροπή και τί απάτη!–
της κλεψιάς και αρπαγής του ένα έθνος συνεργάτη.
Κι ο Ουέστ, που της Ευρώπης είναι ο ρυπαρογράφος,
μα της δύστυχης Αγγλίας κόλαξ και τρανός ζωγράφος,
με τα χέρια σαν αγγίξει έργα τέχνης των αιώνων,
μπρος τους θα θαρρεί πως είναι μαθητής ογδόντα χρόνων.
Και τριγύρω οι αγροίκοι παλαιστές θα μαζευτούνε
με της τέχνης τα μνημεία και αυτοί να συγκριθούνε
και το “μαρμαράδικό” του βλέποντας, θα το θαυμάσουν
κοκορόμυαλοι στην πύλη βιαστικοί σαν καταφθάσουν.
Και, τεμπέλικα, τ’ αρχαία σαν χαζοί θα σχολιάζουν,
ενώ οι γεροντοκόρες από πόθο θα στενάζουν
και θα κατατρώγουν όλες ψηλαφώντας με τα μάτια
των υπέροχων γιγάντων τα μαρμάρινα κομμάτια,
και θλιμμένες θα φωνάζουν, όταν δουν τους ανδριάντες:
“Ω, οι Έλληνες οι αρχαίοι ήτανε στ’ αλήθεια άντρες!”
Και συγκρίνοντάς τους τώρα με εκείνους τους γενναίους,
θα ζηλέψουν τη Λαΐδα για τους φίλους Αθηναίους.
Πότε σύγχρονη γυναίκα θα ’χει τέτοιον εραστή;
Άχ, αλίμονο, ο σερ Χάρρυ δεν του μοιάζει του Ηρακλή…
Και στο τέλος, μες στο τόσο το ανώνυμο το πλήθος,
θα βρεθεί κάποιος διαβάτης που θα έχει λίγο ήθος·
λυπημένος, βλέποντάς τα, άφωνος θ’ αγανακτήσει,
θα θαυμάσει τα κλεμμένα, μα τον κλέφτη θα μισήσει.
Ώ, καταραμένη να ’ναι η ζωή του και ο τάφος
και οργή να συνοδεύει το ιερόσυλό του πάθος.
Τ’ όνομά του η Ιστορία δίπλα σ’ εκεινού θα γράψει
του τρελού, που της Εφέσου το ναό ’χε κατακάψει.
Κι η κατάρα μου πιο πέρα απ’ τον τάφο να τον πάει
και το μίσος αιωνίως και τους δυο να κυνηγάει.
Ο Ηρόστρατος και ο Έλγιν, και οι δυο ατιμασμένοι,
μα ο δεύτερος πιο μαύρος απ’ τον πρώτο θ’ απομένει.»

(http://www.lifo.gr/team/bookroom/46060)

Advertisements

Single Post Navigation

7 thoughts on “-Πες το με ποίηση (182ο): «Ευχή – κατάρα»…

  1. Ευχές – Σωκράτης Μάλαμας

    1. Θρίαμβος Χρόνου

    Φιλοσοφείς τρυφερότητα
    χωρίς φιλοσοφία~
    στέργεις αιωνιότητα
    μονάχα με το βλέμμα~
    είσαι μια ζωντανή βαθιά
    σελίδα σώματος
    π’ αστράφτει σε παρθενικότητα.
    Ο χρόνος είν’ ακόμη για σένα
    θρίαμβος
    και σου τον εύχομαι πάντα.

    ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ

    ***

    2. ΠΑΤΡΙΚΗ ΕΥΧΗ

    Παιδιά μου,
    Που είναι το γέλιο σας νότες αηδονιών
    στα πεντάγραμμα τ’ ανέμου
    και τα κλωνάρια σας κισσός.

    Να ’ναι τα λόγια σας μελτέμια δροσερά
    στη λαύρα των καλοκαιριών,
    τα χέρια σας φύλλα δροσερά
    για τις πληγές του κόσμου…

    ΔΗΜΗΤΡΗΣ Δ. ΣΤΑΜΑΤΟΠΟΥΛΟΣ, ΑΝΘΙΣΜΕΝΑ ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΑ
    ΥΓ. Το ποίημα αποτελεί πατρική ευχή του ποιητή στις κόρες του Πολυτίμη («Πόλυ») και Χρυσούλα («Χρύσα»)

    Η κατάρα του πεύκου, Μάρθα Φριντζήλα

    3. Η ΚΑΤΑΡΑ ΤΟΥ ΠΕΥΚΟΥ

    – Γιάννη, γιατί ἔκοψες τὸν πεῦκο;
    Γιατί; Γιατί;
    – Ἀγέρας θά ᾽ναι, λέει ὁ Γιάννης
    καί περπατεῖ.

    Ἀνάβει ἡ πέτρα, τὸ λιβάδι
    βγάνει φωτιά.
    νά ᾽βρισκε ὁ Γιάννης μιὰ βρυσούλα,
    μιὰ ρεμματιά!

    Μὲς στὸ λιοπύρι, μὲς στὸν κάμπο
    νά ἕνα δεντρί.
    Ξαπλώθη ὁ Γιάννης ἀποκάτω,
    δροσιὰ νὰ βρῇ.

    Τὸ δέντρο παίρνει τὰ κλαδιά του
    καὶ περπατεῖ!
    – Δεν θ’ανασάνω λέει ὁ Γιάννης,
    γιατί; γιατί;

    – Γιάννη ποῦ κίνησες νὰ φτάσῃς;
    – Στὰ Δυὸ Χωριά.
    – Κι ἀκόμα βρίσκεσαι δῶ κάτω;
    πολὺ μακριά!

    – Ἐγὼ πηγαίνω, ὅλο πηγαίνω.
    Τί ἔφταιξα ’γώ;
    Σκιάζεται ὁ λόγγος καί μὲ φέρνει,
    γι’ αὐτὸ εἶμαι ’δῶ.

    Πότε ξεκίνησα, εἶναι μέρες…
    γιὰ δυό, γιά τρεῖς…
    Ὁ νοῦς μου σήμερα δὲν ξέρω
    τ’ εἶναι βαρύς.

    – Νὰ μιὰ βρυσούλα, πιὲ νεράκι
    νὰ δροσιστῇς…
    Σκύβει νὰ πιῇ νερὸ στὴ βρύση,
    στερεύει εὐθύς.

    Οἱ μέρες πέρασαν κι οἱ μῆνες.
    Φεύγει ὁ καιρός.
    Στὸν ἴδιον τόπο εἶν’ ὁ Γιάννης
    κι ἄς τρέχῃ ἐμπρός…

    Νὰ τὸ φθινόπωρο, νὰ οἱ μπόρες!
    μὰ ποῦ κλαρί;
    Χτυπιέται ὀρθὸς μὲ τὸ χαλάζι,
    μὲ τὴ βροχή.

    – Γιάννη γιατί ἔσφαξες τὸ δέντρο
    τὸ σπλαχνικό,
    πού ’ριχνεν ἴσκιο στὸ κοπάδι
    καὶ στὸ βοσκό;

    Ὁ Πεῦκος μίλαε στὸν ἀέρα
    -τ’ ἀκους, τ’ ἀκούς,
    καί τραγουδοῦσε σὰ φλογέρα
    στοὺς μπιστικούς.

    Φρύγανο καὶ κλαρί τοῦ πῆρες
    καὶ τὶς δροσιὲς
    καί τὸ ρετσίνι του ποτάμι,
    ἀπ’ τὶς πληγές.

    Σακάτης ἤτανε κι ὁλόρθος
    ὡς τὴ χρονιά,
    ποὺ τὸν ἐγκρέμισες γιὰ ξύλα,
    Γιάννη, φονιά!

    – Τὴ χάρη σου, ἐρημοκκλησάκι,
    τὴν προσκυνῶ.
    Βοήθα νὰ φτάσω κάποιαν ὥρα
    καί νὰ σταθῶ.

    Ἡ μάνα μου θὰ περιμένη
    κι ἔχω βοσκὴ
    κι εἶχα καὶ τρύγο…
    καί τί ἐποχή;

    Ξεκίνησα τὸ καλοκαίρι
    -νὰ στοχαστῇς-
    κι ἦρθε καὶ μ’ ηὗρεν ὁ χειμῶνας
    μεσοστρατίς.

    Πάλι Ἁλωνάρης καὶ λιοπύρι!
    Πότε ἦρθες; πῶς;
    Ἅγιε, σταμάτησε τὸ λόγγο,
    ποὺ τρέχει ἐμπρός.

    Ἅγιε, τὸ δρόμο δὲν τὸν βγάνω
    – μὲ τί καρδιά; –
    Θέλω νὰ πέσω νὰ πεθάνω
    ἐδῶ κοντά.

    Πέφτει σὰ δέντρο ἀπ’ τὸ πελέκι…
    Βογγάει βαριά.
    Μακριά του στάθηκε τὸ δάσος
    πολὺ μακριά…

    Ζαχαρίας Παπαντωνίου, Αναγνωστικό ΣΤ’ Δημοτικού 1955

    ***

    4. Το τραγούδι του νεκρού αδελφού

    …Ανάθεμά σε Κωσταντή και μύρια ανάθεμά σε,
    οπού μου την εξόριζες την Αρετή στα ξένα!
    Το τάξιμο που μου `ταξες πότε θα μου το κάμεις;
    Τον ουρανό έβαλες κριτή και τους Αγιούς μαρτύρους
    αν τύχει πίκρα γη χαρά, να πας να μου τη φέρεις».
    Από το μυριανάθεμα και τη βαριά κατάρα,
    η γης αναταράχθηκε και ο Κωνσταντής εβγήκε…

    ΔΗΜΟΤΙΚΟ

    ***

    5. Η κατάρα του Αδάμ

    Kαθόμασταν μαζί σ’ ενός καλοκαιριού το τέλος
    Εκείνη η όμορφη, γλυκιά γυναίκα-φίλη σου πιστή
    Κι εσύ κι εγώ: μιλούσαμε για Ποίηση.

    Είπα: “ένας στίχος ίσως μας πάρει ώρες,
    Όμως όταν δεν φαίνεται σαν αστραπή της σκέψης
    Όλο το ράβε-ξήλωνε πήγε χαμένο
    Καλύτερα στα γόνατα να πέσεις
    Να καθαρίσεις μιας κουζίνας πάτωμα
    Ή να σπάζεις πέτρες σαν ένας γέρος φουκαράς
    Σε ήλιους μέσα και βροχές, παρά να συνταιριάζεις
    Τις αρμονικές φωνές- σκληρότερη δουλειά απ’ όλα τούτα.

    Κι ακόμη αργόσχολο να σ’ έχει κείνο το βουερό σινάφι
    Τραπεζιτών, δασκάλων και παπάδων-
    Της κοινωνίας τα θεμέλια που λένε.”
    Και τότε
    Η όμορφη, γλυκιά γυναίκα που για χάρη της
    Πολλοί είν’ εκείνοι που θα πάρουν τον μεγάλο πόνο
    Σαν τους χαράξει τ’ αεράκι της φωνής της,
    Απαντά: “να γεννηθείς σημαίνει να γνωρίζεις
    Εκείνο που δε φανερώνουν στο σχολείο
    Πως πρέπει να μοχθήσουμε για να κερδίσουμε την Ομορφιά.”

    Είπα: “στ’ αλήθεια δεν υπάρχει τίποτε πολύτιμο
    Μετά την πτώση του Αδάμ που να μη θέλει τόσο κόπο
    Υπήρξαν εραστές που νόμιζαν ότι η αγάπη μοιάζει
    Μ’ ένα κράμα υψηλής ευγένειας
    Αναστενάζαν λέγαν με μαγνητισμένο βλέμμα
    Όμορφες ιστορίες από παλιά βιβλία
    Μα σήμερα όλα τούτα φαντάζουν ασχολία μάταιη.”

    Μείναμε σιωπηλοί στ’ όνομα της αγάπης.
    Είδαμε τις τελευταίες σπίθες της μέρας να πεθαίνουν,
    Και στο τρεμάμενο, γαλαζοπράσινο ουρανό
    Ένα φεγγάρι φαγωμένο σαν κοχύλι
    Γυαλισμένο απ’ τα νερά του Χρόνου,
    Καθώς ανέβαινε κι έπεφτε ανάμεσα στ’ αστέρια
    Που σκορπίζανε σε μέρες και σε χρόνια…

    Είχα μια σκέψη κι ήθελα μόνον εσύ να την ακούσεις:
    Πως ήσουν κάποτε όμορφη κι εγώ αγωνιζόμουν
    Να σ’ αγαπήσω με τον παλιό υψηλό τρόπο της αγάπης.
    Πως όλα ήσαν κάποτε υπέροχα, μα τώρα μεγαλώσαμε
    Κι απόμειναν τόσο κουρασμένες οι καρδιές
    Όσο και εκείνο το κρύο φεγγάρι.

    W.B. YEATS, Μετ: ΚΩΣΤΑΣ ΜΠΟΥΡΝΑΖΑΚΗΣ

    Νίκος Παπάζογλου – Ευχή

    6. Η ΜΑΝΑ

    Ο Δήμος ο σκληρόκαρδος
    με χέρια αφορεσμένα,
    κτυπά και δέρνει αλύπητα
    τη μάννα που τον ‘γέννα.

    Ως που μια μέρα η δύστυχη,
    μες του καημού το βάρος,
    πικρά τον καταράστηκε:
    – Που να σε κόψει ο Χάρος!

    Το λόγο δεν απόσωσε
    να κι η κατάρα πιάνει,
    να τον κι ο Χάρος πούρχεται
    με κοφτερό δρεπάνι.

    Τα κόκκαλά του τρίζουνε
    τα μάτια αλλοιθωρίζουν,
    τα παγωμένα χνώτα του
    του λιβανιού μυρίζουν.

    – Κυρά, το Χάρο εφώναξες;
    εμένα λένε Χάρο
    πούναι τον, μάννα, πούναι τον
    το γυιο σου να τον πάρω;

    – Παράκουσες, κυρ Χάροντα,
    μα τη ζωή του Δήμου!
    Εγώ για μένα σ’ έκραξα,
    όχι για το παιδί μου!

    ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΟΛΕΜΗΣ

    Η ΕΥΧΗ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ-ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΤΣΙΜΙΧΑΣ

    7. Η κατάρα της απαρνημένης

    Φεγγάρι μου, που ’σαι ψηλά και χαμηλά λογιάζεις,
    πουλάκια, που ’στε στα κλαριά και στις κοντοραχούλες,
    και σεις περιβολάκια μου, με το πολύ σας τ’ άνθι,
    μην είδατε τον αρνηστή, τον ψεύτη της αγάπης,
    όπου μ’ εφίλειε κι ώμονε ποτέ δε μ’ απαρνιέται
    και τώρα μ’ απαράτησε σαν καλαμιά στον κάμπο;..
    Σπέρνουν, θερίζουν τον καρπό κ’ η καλαμιά ’πομένει,
    βάνουν φωτιά στην καλαμιά κι απομαυρίζει ο κάμπος –
    έτσ’ είναι κ’ η καρδούλα μου μαύρη – σκοτειδιασμένη!..

    Θέλω να τον καταραστώ – και τον πονεί η ψυχή μου.
    Μα πάλ’ ας τον καταραστώ – κι ό,τι του μέλλει ας πάθει!..

    Σε κυπαρίσσι ν’ ανεβεί, να μάσει τον καρπό του,
    το κυπαρίσσι ναν’ ψηλό, να λυγιστεί να πέσει –
    από ψηλά να γκρεμιστεί και χαμηλά να πέσει,
    σαν το γιαλί να ραγιστεί, σαν το κερί να λυώσει,
    να πέσει ’ς τούρκικα σπαθιά, σε φράγκικα μαχαίρια!
    Πέντε γιατροί να τον κρατούν και δέκα μαθητάδες,
    και δεκαοχτώ γραμματικοί τα πάθη του να γράφουν!..

    Κ’ εγώ διαβάτρα να γενώ και νάν τους χαιρετήσω:
    -Καλώς τα κάνετε, γιατροί, καλώς τα πολεμάτε!..
    Αν κόβουν τα ψαλίδια σας, κορμί μη λυπηθείτε –
    κ’ έχω κ’ εγώ λινό πανί, σαρανταπέντε πήχες,
    όλο μουρτάρια και ξαντά στου δίγνωμου τη σάρκα!..

    Κι α δε σας φτάσουνε κι αυτά, κόβω και την ποδιά μου,
    πουλώ και τα μεταξωτά, τα ’ρημοσκότεινά μου –
    κι α θέλει γαίμα γιατρικό, πάρτε τ ’οχ την καρδιά μου!..

    ΔΗΜΟΤΙΚΟ

  2. Η Κατάρα!

    … Εσύ, που πλάνος στης ψυχής τα βάθη διαστρεμμένος,
    μια μέρα ανάξια ανέβηκες τα πορφυρά σκαλιά,
    και κάνοντας αδέρφια σου του Κρούμου τα σκυλιά,
    μας μάρανες τ’ αμάραντο πολεμικόν μας μένος,

    κι έκαμες αίμα να χυθεί στον τόπο το γλυκό,
    κι έκανες την πασίχαρη την αδερφή μου Αθήνα,
    για μια σου πράξη ταπεινή να τήνε δέρν’ η πείνα,
    κι ως εδώ χάμου τη βαριά σκλαβιά της ν’ αγροικώ,

    και σκότωσες, και γίνηκες το κήρυγμα του Τρόμου,
    κι ενώ έκανες πως στοργικά βαστούσες την ελιά,
    κρυφά σαν κλέφτης έδινες το χέρι στα σκυλιά,
    κι αλύπητα παράδωνες τα πάντα στον εχτρό μου.

    Τώρα που η νύχτα πλάκωσε, και πάνε οι θησαυροί,
    κι εμείς για να ΤΟΥΣ ΣΩΣΟΥΜΕ γυρνάμε μέσ’ τα ξένα,
    τώρα μονάχα μια ευκή μας έμεινε για σένα:
    -άλλη σαν τη σημερινή μέρα να μη σε βρει!…

    ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ

    Στίχοι: Σταύρος Τζουανάκος
    Μουσική: Σταύρος Τζουανάκος
    1. Σταύρος Τζουανάκος & Γιάννης Τατασσόπουλος
    2. Μπάμπης Γκολές

    Ένα παιδί, μοναχοπαίδι, αγόρι
    ξεμυάλισε της μάγισσας την κόρη
    κι αφού τη γλέντησε, αγκάλιασε μιαν άλλη
    κι η μάνα της κατάρα του ’δωσε μεγάλη.

    «Ποτέ αγάπη εσύ να μη χαρείς,
    καταραμένος να’σαι όσο ζεις.»

    Παντού η κατάρα αυτή τον κυνηγάει
    και στη ζωή του όποια αγαπάει
    την βρίσκει μ’άλλον και τον καίει η λαχτάρα,
    της μάγισσας έχει αληθεύσει η κατάρα.

    «Ποτέ αγάπη εσύ να μη χαρείς,
    καταραμένος να’σαι όσο ζεις.»

    Η ζήλια πια τα μάτια του θολώνει,
    την άπιστη αγάπη του σκοτώνει
    και μεσ’τη φυλακή κλεισμένος συλλογιέται
    της μάγισσας πως η κατάρα εκδικιέται.

    «Ποτέ αγάπη εσύ να μη χαρείς,
    καταραμένος να’σαι όσο ζεις

    Η ζωή που χάνεται

    Τα καλύτερά μας ποιήματα ακόμη δεν τα γράψαμε
    τους καλύτερους θανάτους ακόμη δε βαφτίσαμε
    τα καλύτερά μας χρόνια τα περάσαμε
    σε μια μπουκάλα αλκοόλ που μας τελείωσε
    κάποτε και ο θεοί πεθαίνουν
    χωρίς ν’ αναστηθούν
    κάποτε υπήρξαμε άνεμος
    που σπαταλήθηκε ένδοξα
    μπρος στην επέλαση της νιότης
    που είναι γένους θηλυκού
    η μήτρα αυτού που αρχίζει και τελειώνει
    βάναυσα όπως ο θάνατος
    που φτερουγίζει στις πλάτες των γλάρων
    κι η άνοιξη τελειώνει.

    Ήμασταν νέοι κι ωραίοι. Τότε.
    Κύματα χάθηκε η ζωή μας.

    Μισός αιώνας πότης
    μισός αιώνας εραστής
    πενήντα χρόνια αλήτης
    κι η τέχνη μου κατάρα.

    Τελειώνει η εποχή των ποιητών τελειώνει.

    Γιάννης Τσιτσίμης:

  3. Χαιρετώ σας, Αγγελική και Γρηγόρη!!!!
    Χρόνια πολλά, καλά και ποιητικά!!!!!
    *Μάλλον δύσκολο, «στενό», το θέμα μας, δεν πειράζει «ό, τι μας κάτσει»!

    – «Θα φύγω, μάνα, και μην κλαις και δος μου την ευχή σου
    κι ευχήσου με, μανούλα μου, να πάω καλά στα ξένα.
    – Παιδί μου, πάαινε στο καλό, κι όλοι οι αγιοί κοντά σου».
    (Δημοτικό)

    – «Μάνα, μ’ εκαταράστηκες, μου είπες βαριά κατάρα
    – Κλέφτης να βγεις, παιδάκι μου, κάμπους, βουνά να τρέχεις,
    ολημερίς να πολεμάς, τη νύχτα καραούλι»
    (Δημοτικό)

    -Ο Καζαντζάκης, απαντώντας στις απειλές της εκκλησίας για τον αφορισμό του, έγραψε σε επιστολή του:
    «Μου δώσατε μια κατάρα, Άγιοι Πατέρες, σας δίνω μια ευχή: Σας εύχομαι να ‘ναι η συνείδησή σας τόσο καθαρή όσο η δική μου και να ‘στε τόσο ηθικοί και θρήσκοι όσο είμαι εγώ.»

    -Σαρλ Μπωντλαίρ, «Ο τάφος ενός καταραμένου ποιητή»

    «Αν κάποια νύχτα μαύρη και βαριά,
    κανένας χριστιανός σαν από χάρη,
    πλάι σε κάποια χαλάσματα παλιά,
    θάψει το φημισμένο σου κουφάρι,

    την ώρα που τ’αστέρια αγνά ένα ένα,
    τα μάτια τους σφάλουν τα κουρασμένα,
    τα δίχτυα της η αράχνη εκεί θα στήσει
    κι η όχεντρα τα παιδιά της θα γεννήσει.

    Και θεν’ακούς όλο το χρόνο εσύ,
    πάνω απ’το κολασμένο σου κεφάλι,
    των λύκων τη θρηνητική κραυγή,

    της πεινασμένης μάγισσας στριγκλιές,
    του γέρου του λάγνου την κραιπάλη
    και των κλεφτών τα σχέδια για κλεψιές.»
    (Μπωντλαίρ, Τα άνθη του κακού, εκδ. γράμματα)

    -Κ. Π. Καβάφης, Ιθάκη»

    Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη,
    να ΕΥΧΕΣΑΙ νάναι μακρύς ο δρόμος,
    γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.
    Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
    τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι,
    τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρεις,
    αν μέν’ η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή
    συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.
    Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
    τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
    αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,
    αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.

    Να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος.
    Πολλά τα καλοκαιρινά πρωιά να είναι
    που με τι ευχαρίστησι, με τι χαρά
    θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους·
    να σταματήσεις σ’ εμπορεία Φοινικικά,
    και τες καλές πραγμάτειες ν’ αποκτήσεις,
    σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κ’ έβενους,
    και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής,
    όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά·
    σε πόλεις Aιγυπτιακές πολλές να πας,
    να μάθεις και να μάθεις απ’ τους σπουδασμένους.

    Πάντα στον νου σου νάχεις την Ιθάκη.
    Το φθάσιμον εκεί είν’ ο προορισμός σου.
    Aλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου.
    Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει·
    και γέρος πια ν’ αράξεις στο νησί,
    πλούσιος με όσα κέρδισες στον δρόμο,
    μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.

    Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξείδι.
    Χωρίς αυτήν δεν θάβγαινες στον δρόμο.
    Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.

    Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε.
    Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,
    ήδη θα το κατάλαβες η Ιθάκες τι σημαίνουν.
    (Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

  4. ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΡΓΥΡΗΣ-ΕΥΧΕΣ ΜΟΥ ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΣΟΥ

    8. Η ΚΑΤΑΡΑ

    Μάνα παρ’ τις ευχές και τ’ άγια λείψανα,
    Τι δεν μπορούν να γιάνουν την αρρώστια μου.
    Δεν είν’ ούτε από πόνον ούτε από Ξωθιές.

    Τρεις χρόνους αγαπούσα κόρην όμορφη.
    Και λόγο δεν της πήρα, κι ούδε φίλημα.
    Μια μέρα στο ποτάμι την απάντησα’
    Της κρένω, δε μου κρένει, κι ούδε με τηρά.
    Της ρίχνω ένα λουλούδι, δεν το δέχτηκε.
    Της ρίχνω το μαντήλι, κρυφοθύμωσε…

    Με συνεπήρε ο πόνος, μάνα, κι ο καημός’
    Πεζεύω, στα πλατάνια δένω τ’ άλογο
    Κι’ αρπαχτικά την πιάνω και την φίλησα.
    Βαριά μ’ εκαταράστη σαν μου ξέφυγε’
    Να ξεραθούν τα χέρια που μ’ αγκάλιασαν,
    Να μαραθούν τα χείλια που μ’ εφίλησαν!…
    Άκουσες την αρρώστια, μάνα, γιάνε με.

    Φλόγα, φωτιά να πέσει στην καρδούλα της,
    Να ζωντανέψ’ η αγάπη η σιδερένια της.
    Στους δρόμους να κινήσει και στα τρίστρατα.
    Ναρθεί στην αγκαλιά σου σαν θεότρελη!…

    Το λόγο δεν απόειπε, δεν απόσωσε.
    Κ’ επιάστηκε η κατάρα, κ’ ήρθε η λυγερή
    Με ξανοιγμένους κόρφους, μ’ απλωτά μαλλιά,
    Κι’ όλο βροντά την πόρτα σαν θεότρελη.

    Τ’ αρρώστου η μαν’ ανοίγει’ κ’ η θεότρελη
    Στην αγκαλιά του πέφτει και φιλεί και κλαίει.

    Έγιανε ο νιος κ’ η κόρη πήρε πληρωμή
    Καθάριο δαχτυλίδι κι όλο μάλαμα.

    ΚΩΣΤΑΣ ΚΡΥΣΤΑΛΛΗΣ, Αγροτικά 1891

    Καταραμένοι ποιητές – Θάνος Ανεστόπουλος

    9. ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ

    Πεθαίνουν οι καλύτεροι και μόνο οι σάπιοι μένουν
    Φεύγουν οι ομορφότεροι το πνεύμα μας μαραίνουν
    Καταραμένοι ποιητές οι στίχοι σας νεφέλες
    Ματαίως ζουν οι σαρωτές μοιάζουν ψυχές θλιμμένες

    Πεθαίνουν οι καλύτεροι οι ποιητές της θλίψης
    Και ζουν οι αθλιότεροι εκπρόσωποι της σήψης
    Μυσταγωγία σκοτεινή η απαγγελία των στίχων
    Και εμπειρία οδυνηρή η ενσάρκωση των ήχων

    Πεθαίνουν οι καλύτεροι αυτοί που είχαν μέλλον
    Και ζουν οι αναξιότεροι δίχως να έχουν μέλλον
    Καταραμένοι ποιητές απάγκιο στον εφιάλτη
    Άρμα του σκότους απ’ το χθες ασ’ την την μνήμη ασ’ τη

    Πεθαίνουν οι καλύτεροι αυτοί που δεν προλάβαν
    Να δούνε τη μαυρήτερη αυγή αυτοί δεν μεταλάβαν
    Καταραμένοι ποιητές σε τούτη την μπαλάντα
    Ματαίως ζούνε οι σαρωτές δε φτάνουν τα σαράντα

    Νέοι πεθαίνουν μα έχουνε τη ωριμάδα γέρων
    Μαζί και σκοτεινάδα
    Γεμάτοι εκλάμψεις θαυμαστές οι όμορφοι πώς φεύγουν
    Οι όμορφοι πώς φεύγουν.

    Ανεστόπουλος Θάνος

  5. Ciao Aggeliki!!!!…Καλή εβδομάδα!!!

    -Βαλερύ Λαρμπώ, «Ευχή Ποιητή»

    «Όταν παραμείνω νεκρός αρκετά χρόνια
    Και στην ομίχλη συγκρούονται συνέχεια τα ταξιά
    Καθώς γίνεται σήμερα (τα πράγματα θα μείνουν απαράλλαχτα)
    Μακάρι να γενώ ένα χέρι δροσερό στο μέτωπο!
    Στο μέτωπο κάποιου που τραγουδάει σιγανά, μες σ’ ένα αμάξι,
    Διασχίζοντας την οδό Brompton, Marylebone ή Holborn,
    Και κοιτάζει καθώς πολιορκεί το νου του με λογοτεχνία
    Τα ψηλά μαύρα μνημεία μες στη χρυσή, πυκνή ομίχλη.

    Ναι, μακάρι να γενώ η πένθιμη γενναία σκέψη
    Που μυστικά κουβαλά κανείς στο θόρυβο των πόλεων,
    Η παύση μιας στιγμής στον άνεμο που μας εξωθεί
    Σαν αγόρια με χαμένα βήματα σε πανηγύρι.

    Και μακάρι, η ταπεινή αρχή μου στην αιωνιότητα
    Να τιμηθεί την ημέρα των Αγίων Πάντων
    Μ’ ένα απέριττο στόλισμα, μια χούφτα χλόη.»
    («Ανθολογία Γαλλικής Ποίησης», εκδόσεις Καστανιώτη)

  6. 10.
    …Κατάρα με τις εφτά σκιές
    Πάντα θα γράφω ποιήματα…

    MIΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

    ***

    11. Να καταριέται του άρεσε.
    ας πέσει πάνω του η κατάρα.
    Την ευλογία δεν την ήθελε·
    ας φύγει μακριά απ’ αυτόν.

    Ψαλμ. 109:16, 17

    ***

    12. Ο καταραμένος γελωτοποιός

    Μάτια, λίμνες από τη μέθη απλά να ξαναγεννηθώ
    Μα όχι ηθοποιός που με την κίνηση θύμιζα
    Σαν πούπουλο των λυχναριών την πρόστυχη αιθάλη,
    Τρύπησα στου τοίχου τον καμβά ένα παράθυρο.

    Πόδια και χέρια ξεκάθαρα κολυμβητή προδότη,
    Με άλματα πολλαπλά, ξορκίζοντας το κακό
    Άμλετ! σαν να έσκαβα μέσα στο κύμα
    Τάφους χιλιάδες εκεί για να χαθώ αγνός.

    Χρυσό κύμβαλο ιλαρό με γροθιές θυμωμένες,
    Ξαφνικά ο ήλιος τη γύμνια χτυπά
    Αγνή εξαϋλωμένη από τη μαργαριταρένια μου λάμψη,

    Σάπια νύχτα του δέρματος όταν πατούσες επάνω μου,
    Δεν ήξερες, αχάριστη! ήταν όλη μου η στέψη,
    Η μάσκα αυτή που βυθίστηκε στα σκοτεινά του παγετώνα νερά.

    Στεφάν Μαλλαρμέ (Stéphane Mallarmé) Μετ: Ανδρονίκη Δημητριάδου

    Μίλτος Πασχαλίδης – Περσείδες

    13.Περσείδες

    Πάνω στο μπράτσο χάραξε η μέρα μιαν ευχή
    για το χορό που στήσανε στ’ αστέρια οι Περσείδες
    τη νύχτα που ξαγρύπνησες μονάχη στο σκαλί
    τον ουρανό σου χάρισαν μα πάλι δεν τον είδες.

    Δεν πέφτουνε, χρυσάφι μου, τα κάστρα με ευχές
    ούτε ξυπνούν τα όνειρα στις μαύρες τις οθόνες
    δεν ξεγελούν τον ίσκιο τους οι μοναχές καρδιές
    φτιάχνουν χαρμάνι λησμονιάς μα ξημερώνουν μόνες.

    Ανοίγω τα χέρια μου που όλο τον κόσμο χώρεσαν
    και τώρα πια χωράνε μόνο εσένα.

    Στο μπράτσο η μέρα χάραξε με πείσμα κι αντοχή
    δυο κρίνα φεγγαρόλουστα που φύτρωσαν στην πέτρα
    μη μου ζητάς να σ’ αρνηθώ, ζωή μου και πληγή,
    μέχρι να μου τελειώσουνε τα βέλη στη φαρέτρα.

    Μίλτος Πασχαλίδης

    ***

    14. ΕΔΩ

    Εδώ δεν πιάνουν οι κατάρες δεν πιάνουν οι ευχές
    Εδώ το τώρα ζητιανεύει λίγη πίκρα απ’ το χτες
    Εδώ οι άγγελοι δεν κλαίνε ούτε γλύφουν πληγές
    Εδώ η θλίψη δεν κερδίζει ποτέ

    Εδώ οι μέρες ταξιδεύουν σαν χελώνες νεκρές
    κι εγώ τρικλίζοντας τις ακολουθώ
    Εδώ οι σκέψεις ζωντανεύουν ναυάγια, πυρκαγιές
    Καίγομαι ολόκληρος εδώ και ξανασβήνω εδώ

    Εδώ οι νύχτες δε διψάνε γι’ άλλες άγριες γιορτές,
    μονάχα σκιάχτρα τραγουδάνε με καρδιές δανεικές
    Εδώ πεθαίνουν νυσταγμένοι οι τελευταίοι εραστές
    Εδώ η θλίψη δεν κερδίζει ποτέ

    ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΓΓΕΛΑΚΑΣ

    15. ΦΩΤΕΙΝΟΣ

    Kαλύτερα το βρόχο
    παρά τα γόνατα στη γη…
    Άρα-κατάρα το ’χω…
    Θα ’φηναν λάκκωμα βαθύ, και θα ’ταν μέγα κρίμα,
    τιμή να θάψω κι όνομα μέσα σ’ αυτό το μνήμα.

    Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, Φωτεινός (απόσπασμα)

    Ανάθεμα την ώρα, Νταλάρας

    16. ΑΝΕΜΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ

    Ανάθεμα την ώρα ποιος ορίζει εδώ
    το ανάποδο βαφτίζει και λέει το σωστό

    Του αδύναμου το δίκιο μήτε λέει ποτέ
    βγαίνει τη νύχτα μέρα και τ’ ορκίζεται

    Όπου μεγάλη πόρτα πίσω της αυτός
    κάνεις να την ανοίξεις γίνεται άφαντος

    ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ, Ο ήλιος ο ηλιάτορας

    ***

    17. Για μια ευχή που «σπάταλα» μου δόθηκε

    Και τι είναι μια ευχή;
    Το πιο ανέξοδο!
    Φοράς ένα χαμόγελο, σφίγγεις το χέρι
    και ξεχρεώνεις μέχρι να πεις κύμινο.
    Ύστερα φεύγεις
    σέρνοντας πίσω σου αλυσίδα
    τη μοναξιά όλης της γης.
    Οι άνθρωποι, τραγικά μονάχοι.

    Αλαφροπάτητη γίνεται η ανάγκη, πιο λίγη
    μπροστά στο χάδι και τη συντροφιά.
    Αν κάτι μέσα σου βαθύτερα επιζεί
    είναι η αναλαμπή της μνήμης μιας άφατης χαράς.
    Αυτή που φέρνει στη σκηνή όλα όσα πέτυχες,
    όλα τα «ναι» που τόλμησες να πεις.
    Όλα όσα μονάχος, χωρίς μπαστούνια, ικεσίες
    και διπλωματικά τερτίπια γίνανε δικά σου,
    γιατί ολοκάθαρη πηγή ανάβλυζε η προαίρεση.

    Ήταν δική σου εκείνη η απόφαση να μοιραστείς,
    να κουραστείς και να παλέψεις. Ο νους σου, η καρδιά σου
    και η θέληση σε αρμονία πλήρη με το σύμπαν σε ανύψωναν.
    Έπαιρνες το σωστό σου ρόλο πιο πέρα από το θάνατο,
    μέσα στο άπειρο. Ο χρόνος τα φθαρτά του όρια καταργούσε.
    Γύρω σου όλη η ζωή συνωμοτούσε υπέρ σου.

    Δεν είχε σημασία αν στο δρόμο έπεσες, όμως σηκώθηκες,
    γιατί στο τέρμα πίστευες. Η μνήμη αυτή σ΄ ακολουθεί
    ως ύψιστος κριτής. Πετά όλα τα εφήμερα και με αγάπη
    κλείνει στις χούφτες σου, έστω τα λίγα, γιατί άξιζε,
    σου λέγει, το πέρασμά σου πάνω στη γη.

    Κατερίνα Κανάκη Αξούγκα

    ΑΝΑΘΕΜΑ ΣΕ ΕΡΩΤΑ – ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ ΤΩΝ ΑΝΩΓΕΙΩΝ

    18. STAR LIGHT STAR BRIGTH. ΑΣΤΕΡΙ, ΑΣΤΕΡΑΚΙ ΜΟΥ.

    Αστέρι μου εσύ, κάνε μου τη χάρη.
    Τί να διαλέξω άραγε;
    Να πάρω άφεση αμαρτιών;
    η, μήπως, δετά παπούτσια ένα ζευγάρι;
    Διαμαντένιο αρραβώνων δαχτυλίδι να ζητήσω;
    λαμπερό, λεπτεπίλεπτο και ολοστρόγγυλο;
    Η να παρακαλέσω, για ένα φρεσκοσκαμμένο
    ανάχωμα να με καλύψει;

    Απαλή μου εσύ αχτίδα, μήπως,
    για χρυσό είναι καλύτερα να σε θερμοπαρακαλέσω;
    ή με καράβια ν’ αρμενίζω
    ή μήπως,
    να σε ικετεύσω,
    για πάντα να μισώ
    δυο χείλη που ψέματα μου λένε;
    Κρέμεσαι αστέρι μου ψηλά στον ουρανό ή βρίσκεσαι κοντά μου;
    Καίει το φώς σου ή αργοσβήνει;

    Μία είναι η ευχή μου!
    και να την ξεστομίσω δεν τολμώ.
    μήπως και, αληθινή τη χάρη μου την κάνεις.
    δικό μου να τον έχω.

    Dorothy Parker, μτφ. Τζούτζη Μαντζουράνη

    ***

    19. MH ΣΤΕΡΓΕΙΣ ΗΣΥΧΑ ΝΑ ΠΑΣ ΣΕ ΝΥΧΤΑ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗ
    (απόσπασμα)

    Κι εσύ, πηγαίνοντας ψηλά στη θλίψη που σε υφαίνει,
    κατάρα δώσε μου κι ευχή το δάκρυ σου, πατέρα.
    Μη στέργεις ήσυχα να πας σε νύχτα ευλογημένη.
    Να μαίνεσαι, να μαίνεσαι όταν το φως πεθαίνει.

    DYLAN THOMAS, (Μπαλάντες και Περιστάσεις, Άγρα, 1997) μτφρ. Διονύσης Καψάλης

    Ανάθεμά σε, Παντελής Θαλασσινός

    20. ΦΑΣΟΥΛΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ (απόσπασμα)
    Μέρος τρίτο, 10

    Ανάθεμα τα γηρατειά κι’ εκείνον οπού τάχει!…
    το ένα κι’ άλλο μάτι μου τρεμόσβυστο καντύλι,
    γουργούραις, ξεφυσήματα, κι’ αδιάκοπο συνάχι,
    που κάθε δευτερόλεπτο αλλάζω και μαντύλι.

    Ανάθεμα τα γηρατειά!… βογγώ λαχανιασμένος
    και τίποτα δεν ‘βρίσκεται για να με ξεκουράση…
    ας είναι δεκατέσσαρες φοραίς αφορισμένος
    εκείνος οπού εύχεται ανθρώπου να γεράση.

    ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΟΥΡΗΣ

  7. Ciao Aggeliki!!!!

    -Μάρκος Μέσκος, «ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ»

    Υπάρχει μνήμη στο κέντρο της γης. ήλιος στον ουρανό και ουτοπίες.

    Κατηφορίζοντας, θαρρώ, την Κατάρα και δεξιά, κατ’ εύχήν, η παλιά Βοβούσα
    άνθρωποι κάθε εποχής περαστικοί μα η σκοτωμένη ώρα μάταια προσμένει
    άλλοι έσπειραν άλλοι θέρισαν και το δίκιο στην άκρη του γκρεμού
    πρωτόφαντα όπλα καθώς εξαίσιοι θεοί τα δόλια άλογα του Κορτέζ
    σαν όπως εξέρχεσαι της αγάπης κατισχυμένος κι αντηχεί
    το χάος με φλογέρες και σκόνη — η άκρη του κόσμου ποια νάναι;

    Άπολις εγώ, είπε, κι εγώ με την αυτογνωσία τάχα τί κερδίζω
    μόνος, ολομόναχος με την ευχή της μάνας μόνον
    στην ανθρωπογεωγραφία Κατράνιτσα ή Βοβούσα ή Γραμματίκοβο ή —
    ο κεραυνός του μαχαιριού στην κορυφή της κεφαλής κι ό μόσχος μουγκρίζει
    κόκκινο – μαύρο, κόκκινο – μαύρο, κόκκινο – μαύρο… — Πύρ!
    αδιέξοδα της ιστορίας πνιγμένες φωνές — η άκρη του κόσμου ποια νάναι;

    Αλλοπαρμένα δειλινά κι οι μάγισσες σφυρίζουν μα εκείνος με τον αέρα μιλεί
    τι δίνει τώρα για την ψυχή του τί προσφέρει στη βαθιά του πίστη
    τον Δημήτριο Γκίνη, πρώην ποιμένα, άγγελο άγγελο των μακρινών ουρανών
    σήμερα η θάλασσα μουρμουρίτσα κι αρραβωνιασμένα κύματα γιαλό-γιαλό
    αύριον τα ποιήματα φι χι ψι και νετρόνιον ωμέγα
    ω μέγα ψεύδος της τέχνης ω μέγα ψεύδος μας –– η άκρη του κόσμου
    ποια νάναι;

    Γλώσσα του ανέμου της στάχτης σάρκα ήτανε λάθος το πρωΐ και λάθος
    το φεγγάρι που λευκάζει τα σεντόνια του Άδη όταν όλοι
    σκεφτικοί γυρίζουμε πίσω στην πρώτη φωτιά
    κατηφορίζοντας την Κατάρα κι ανηφορίζοντας την Ευχή ––
    με το δικό του φιλί με το δικό του χαίρε, ο αδέκαστος
    ο γιός της Καλλιόπης ακόμη ζων κι ακόμη ρωτώντας.

    (Χαιρετισμοί, 1995)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: