Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποιηση (181ο): «Είμαι – Είσαι – Είναι…»….

 

 

-«Εσύ ποιος είσαι; Εγώ δεν είμαι»

(Ν. Καρούζος)

 

 

-«Είμαστε οι κούφιοι άνθρωποι

είμαστε οι βαλσαμωμένοι άνθρωποι»

(Τ. Έλιοτ)

 

 

-«Είμαστε ο σπόρος που πεθαίνει…»

(Γ. Σεφέρης)

 

 

 

-«Είμαστε φτιαγμένοι από υλικό ονείρων και τη μικρή μας τη ζωή ύπνος την περιζώνει»

(Σεξπιρ)

 

 

-«Απροσδιόριστοι στον κόσμο
Ένα κυμάτισμα είμαστε ένα τρέμισμα
έρωτα το είπαν
ποίηση το είπαν…»

(Βύρων Λεοντάρης)

 

 

-«…Χύνεται μέσα μου η φωνή μου
και δεν μ’ ακούς και δε μ’ ακούω
και σε ζητώ και δε σε βρίσκω
γιατί είσαι όπου είμαι
κι είμαι όπου είσαι
και κανείς μας δεν είναι όπου είναι.»

(Βύρων Λεοντάρης)

 

 

-Χόρχε Λουίς Μπόρχες, «Είμαι»

«Είμαι αυτός που ξέρει πως άδικα παλεύει

σαν κι εκείνον που κοιτάζει μάταια

μέσα στον σιωπηλό, κρυστάλλινο καθρέφτη

κι ακολουθεί την αντανάκλαση

ή το σώμα (το ίδιο κάνει) του όμοιού του.

Είμαι, σιωπηλοί μου φίλοι,

αυτός που ξέρει πως άλλη τιμωρία

από τη λησμονιά δεν υπάρχει

ούτε κι άλλη συγγνώμη.

Κάποιος θεός έδωσε στο ανθρώπινο μίσος

τούτη την παράξενη δικλείδα.

Είμαι κείνος που, μ’ όλες τις φοβερές παραπλανήσεις του,

ποτέ δεν μπόρεσε ν’αποκρυπτογραφήσει

τον απλό και μαζί πολλαπλό,

αδιάβατο λαβύρινθο του χρόνου, που ανήκει

ταυτόχρονα σε έναν και σ’ όλους.

Είμαι κάποιος που δεν είναι κανένας,

εκείνος που στον πόλεμο δεν έπιασε σπαθί.

Είμαι αντίλαλος, λήθη, τίποτα.»

[Πηγή: www.doctv.gr]

 

 

 

-Άννα Αχμάτοβα, [Αυτή είμαι…]

«Αυτή είμαι• σας εύχομαι μιαν άλλη, καλύτερη,

Δεν εμπορεύομαι πια την ευτυχία,

σαν τους τσαρλατάνους και τους χοντρέμπορους.

Όσο όλοι αναπαύονταν ειρηνικά στο Σότσι,

εμένα μ’ επισκέπτονταν έρποντας τέτοιες νύχτες,

κι άκουγα να χτυπούν τέτοια κουδούνια!

Οι ανοιξιάτικες ομίχλες πάνω από την Ασία

και οι φοβερά ζωηρόχρωμες τουλίπες

ύφαναν χαλί εκατοντάδες μίλια.

Ω, τι να την κάνω αυτή την αγν’ότητα

τι να την κάνω την απλή ακεραιότητα;

Ω, τι να κάνω μ’ αυτούς τους ανθρώπους!

δεν τα κατάφερα ποτέ να μείνω θεατής,

για κάποιο λόγο πάντα εισερχόμουν

στις πλέον απαγορευμένες ζώνες της ουσίας.

Ήμουν η θεραπεύτρια της τρυφερής ασθένειας,

η πιο πιστή φίλη των ξένων συζύγων

και πολλών συζύγων η απαρηγόρητη χήρα.

Το στεφάνι τα άσπρα μου μαλλιά δεν τ’ απόκτησα ανάξια

και τα μάγουλα, καμένα από πυρκαγιά,

τρομάζουν τώρα τους ανθρώπους με το σκοτεινό τους χρώμα.

Πλησιάζει όμως το τέλος της περηφάνιας μου,

και θα χρειαστεί, όπως η άλλη – η μαρτυρική Μαρίνα –

να ξεδιψάσω πίνοντας το τίποτα…»

(Ξένη ποίηση του 20ου αιώνα, Ελληνικά γράμματα)

 

 

 

-Μαρία Ψωμά, «Είμαι κι εσύ»

«Επάνω μου κολλημένα κομμάτια σου,

τα κουβαλάω όπου είμαι,

είμαι κι εσύ, αναπόφευκτα…

Χρόνια μαζί στα χαρακώματα

χνώτο με χνώτο διαλυθήκαμε,

η λήθη που επικράτησε

δεν είναι αναπαμός»

(http://www.poiein.gr/archives/3856)

 

 

 

-Ναπολέων Λαπαθιώτης, «ΕΙΜΑΙ μόνος…»

«Είμαι μόνος. Βραδιάζει. Τι να κάνω…
Τα χέρια μου είναι τόσο απελπισμένα!
Τα χέρια μου είναι τόσο κουρασμένα!
Τα αφήνω και γλιστρούν αργά στο πιάνο…

Παίζω στην τύχη, κάτι αγαπημένο,
Κάτι παλιό, και γνώριμο, και πλάνο..
Και πάλι σταματώ. Δεν επιμένω.
Θα προτιμούσα μάλλον να πεθάνω…»

(http://www.poiein.gr/archives/239/index.html)

 

 

 -Ρενέ ΣΑΡ, «Είμαστε τόσο εύθραυστοι;»

«Ηδύς ο βίος, αν μπορούσε να υπόσχεται χωρίς ν’ αναχωρεί!

Ήρθε η στιγμή, πρέπει ν’ αντέξεις!

Ν’ αλλάξεις ή να σβήσεις, αν όλα στην αρχή ήταν πυρ.

Η πέστροφα πεθαίνει εμπρός μου ορθή και λυγισμένη.

Χάρισμα που δεν κρύβεται η ανησυχία

μπορεί επιτέλους να μ’ εγκαταλείψει.

Την πρώτη ανάσα της μαντεύω.

Η μαύρη πεταλούδα μπρος στα πόδια μου

μ’ ανάλαφρο φτερούγισμα ανεβαίνει.

Εντός μου μήτε ήλιος μήτε σκότος,

χιλιάδες μελωδίες τραγουδιών

τον ύπνο δεν αφήνουν να με πάρει.

Λειμώνας σ’ όσους αγωνίζονται δοσμένος.

Πόθος σφοδρός που ακολουθεί την αστραπή.

Άψυχο το σώμα ακινητεί, σωριάζεται,

τη μελωδία αναπολώντας

εκεί όπου βλάστησε επιστρέφει»

(Ξένη ποίηση του 20ου αιώνα, μτφ. Τ. Σινόπουλος, εκδ. Ελ. Γράμματα)

 

 

 -Γιώργος Σαραντάρης «Δεν είμαστε ποιητές σημαίνει…»

«Δεν είμαστε ποιητές σημαίνει φεύγουμε,

σημαίνει εγκαταλείπουμε τον αγώνα,

παρατάμε τη χαρά στους ανίδεους,

τις γυναίκες στα φιλιά του ανέμου

και στη σκόνη του καιρού.

 

Σημαίνει πως φοβόμαστε

και η ζωή μάς έγινε ξένη,

ο θάνατος βραχνάς.»

(http://latistor.blogspot.gr/2012/08/blog-post_26.html)

 

-Τζέζαρε Παβέζε, «ΕΙΣΑΙ σαν κάποια γη…»

 «Είσαι σαν κάποια γη
που κανένας ποτέ δεν ονόμασε.
Δεν περιμένεις τίποτα
μόνο τη λέξη που θ’ αναβλύσει απ’ το βάθος
σαν καρπός στα κλαριά.
Ένας άνεμος σε προλαβαίνει.
Στεγνά και μαραμένα πράγματα
σε κατακλύζουνε και φεύγουν με τον άνεμο.
Μέλη και λόγια αρχαία. Τρέμεις
μέσα στο καλοκαίρι.»

(Ξένη ποίηση του 20ου αιώνα, Ελληνικά γράμματα)

 

 

 

 

 

 

-CESARE PAVESE, «Έρωτας ΕΙΣΑΙ κι εσύ»

«Έρωτας είσαι κι εσύ.
Από αίμα είσαι και χώμα
όπως και οι άλλοι. Περπατάς
σαν να μη λες ν’ αφήσεις
του σπιτιού σου την πόρτα.
Σάμπως να περιμένεις,
να μη βλέπεις. Χώμα είσαι
που πονεί και σωπαίνει.
Σκιρτάς και κουράζεσαι
και όλο μιλάς – περπατάς
και αναμένεις. Ο έρωτας
είναι αίμα σου – αυτό μόνο.»
(Ξένη ποίηση του 20ου αιώνα, Ελληνικά γράμματα)

 

-Κική Δημουλά, «Πέρασα» [Όχι δεν ΕΙΜΑΙ λυπημένη}

Περπατώ και νυχτώνει.
Αποφασίζω και νυχτώνει.
Όχι δεν είμαι λυπημένη.

Υπήρξα περίεργη και μελετηρή.
Ξέρω απ’ όλα. Λίγο απ’ όλα.
Τα ονόματα των λουλουδιών όταν μαραίνονται,
πότε πρασινίζουν οι λέξεις και πότε κρυώνουμε.
Πόσο εύκολα γυρίζει η κλειδαριά των αισθημάτων
μ’ ένα οποιοδήποτε κλειδί της λησμονιάς.
Όχι δεν είμαι λυπημένη.

Πέρασα μέρες με βροχή,
εντάθηκα πίσω απ΄αυτό
το συρματόπλεγμα το υδάτινο
υπομονετικά κι απαρατήρητα,
όπως ο πόνος των δέντρων
όταν το ύστατο φύλλο τους φεύγει
κι όπως ο φόβος των γενναίων.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Πέρασα από κήπους, στάθηκα σε συντριβάνια
και είδα πολλά αγαλματίδια να γελούν
σε αθέατα αίτια χαράς.
Και μικρούς ερωτιδείς, καυχησιάρηδες.
Τα τεντωμένα τόξα τους
βγήκανε μισοφέγγαρο σε νύχτες μου και ρέμβασα.
Είδα πολλά και ωραία όνειρα
και είδα να ξεχνιέμαι.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Περπάτησα πολύ στα αισθήματα,
τα δικά μου και των άλλων,
κι έμενε πάντα χώρος ανάμεσά τους
να περάσει ο πλατύς χρόνος.
Πέρασα από ταχυδρομεία και ξαναπέρασα.
Έγραψα γράμματα και ξαναέγραψα
και στο θεό της απαντήσεως προσευχήθηκα άκοπα.
Έλαβα κάρτες σύντομες:
εγκάρδιο αποχαιρετηστήριο από την Πάτρα
και κα΄τι χαιρετίσματα
από τον Πύργο της Πίζας που γέρνει.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη που γέρνει η μέρα.

Μίλησα πολύ. Στους ανθρώπους,
στους φανοστάτες, στις φωτογραφίες.
Και πολύ στις αλυσίδες.
Έμαθα να διαβάζω χέρια
και να χάνω χέρια.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Ταξίδεψα μάλιστα.
Πήγα κι από ‘δω, πήγα κι από ‘κει…
Παντού έτοιμος να γεράσει ο κόσμος.
Έχασα κι από ‘δω, έχασα κι από ‘κει.
Κι από την προσοχή μου μέσα έχασα
κι απ’ την απροσεξία μου.
Πήγα και στη θάλασσα.
Μου οφειλόταν ένα πλάτος. Πες πως το πήρα.
Φοβήθηκα τη μοναξιά
και φαντάστηκα ανθρώπους.
Τους είδα να πέφτουν
απ’ το χέρι μιας ήσυχης σκόνης,
που διέτρεχε μιαν ηλιαχτίδα
κι άλλους από τον ήχο μιας καμπάνας ελάχιστης.
Και ηχήθηκα σε κωδωνοκρουσίες
ορθόδοξης ερημίας.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Έπιασα και φωτιά και σιγοκάηκα.
Και δεν μου ‘λειψε ούτε των φεγγαριών η πείρα.
Η χάση τους πάνω από θάλασσες κι από μάτια,
σκοτεινή, με ακόνισε.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Όσο μπόρεσα έφερ’ αντίσταση σ’ αυτό το ποτάμι
όταν είχε νερό πολύ, να μη με πάρει,
κι όσο ήταν δυνατόν φαντάστηκα νερό
στα ξεροπόταμα
και παρασύρθηκα’

Όχι, δεν είμαι λυπημένη
Σε σωστή ώρα νυχτώνει.

(Κική Δημουλά, Ποιήματα, Ίκαρος)

 

 

 -Αντρέ Μπρετόν, «Εγώ ΕΙΜΑΙ ανοίξετε»

«Τα τετράγωνα του αέρος σπάζουν με τη σειρά τους

Από καιρό πια δεν υπάρχουν καθρέφτες

Και οι γυναίκες καμώνονται μέρα και νύχτα πως δεν είναι

τόσο ωραίες

Όταν πλησιάζουν τα πουλιά που πρόκειται να καθίσουν στον

ώμο τους

Γέρνουν πίσω το κεφάλι απαλά χωρίς να κλείσουν τα μάτια

Το παρκέτο και τα έπιπλα στάζουν αίμα

Μια αράχνη στέκει στο κυανό της δίχτυ επάνω σ’ ένα άδειο

πτώμα

Παιδιά κρατώντας ένα φανάρι προχωρούν μέσα στα άλση

Ζητούν από τα φύλλα τον ίσκιο των λιμνών

Μα οι σιωπηλές λίμνες ασκούν μεγάλη έλξη

Τώρα πια δεν φαίνεται στην επιφάνεια παρά ένα μικρό

φανάρι που χαμηλώνει

Στις τρεις πόρτες του σπιτιού είναι καρφωμένες τρεις άσπρες

κουκουβάγιες

Την ανάμνησιν των ερώτων της ώρας

Η άκρη των φτερών τους είναι χρυσωμένη σαν τις χάρτινες

κορώνες που πέφτουν στροβιλιζόμενες από τα νεκρά

δένδρα

Η φωνή αυτών των μελετών βάζει γαϊδουράγκαθα στα χείλη

Κάτω από το χιόνι το αλεξικέραυνο γοητεύει τα γεράκια.»

(Ανθολογία γαλλικής ποίησης, Καστανιώτης)

 

 -Μ. Αναγνωστάκης, [Αυτοί δεν ΕΙΝΑΙ οι δρόμοι…]

«Αυτοί δεν είναι οι δρόμοι που γνωρίσαμε

Αλλότριο πλήθος έρπει τώρα στις λεωφόρους

Αλλάξαν και των προαστίων οι ονομασίες

Υψώνονται άσυλα στα γήπεδα και στις πλατείες.

Ποιός περιμένει την επιστροφή σου; Εδώ οι επίγονοι

Λιθοβολούν τους ξένους, θύουν σ’ ομοιώματα,

Είσαι ένας άγνωστος μες στο άγνωστο εκκλησίασμα

Κι από τον άμβωνα αφορίζουνε τους ξένους

Ρίχνουνε στους αλλόγλωσσους κατάρες.

Εσύ στους σκοτεινούς διαδρόμους χώσου

Στις δαιδαλώδεις κρύπτες που δεν προσεγγίζει

Ούτε φωνή αγριμιού ή ήχος τυμπάνου·

Εκεί δε θα σε βρουν. Γιατί αν σ’ αφορίσουν

Κάποιοι —αναπόφευκτα— στα χείλη τους θα σε προφέρουν

Οι σκέψεις σου θ’ αλλοιωθούν, θα σου αποδώσουν

Ψιθυριστά προθέσεις, θα σε υμνήσουν.

Με τέτοιες προσιτές επιτυχίες θα ηττηθείς.

Τεντώσου απορρίπτοντας των λόγων σου την πανοπλία

Κάθε εξωτερικό περίβλημά σου περιττό

Και της Σιωπής το μέγα διάστημα, έτσι,

Τεντώσου να πληρώσεις συμπαγής.»

(Μ. Αναγνωστάκης, Τα ποιήματα, Νεφέλη)

 

 

-Αργύρης Χιόνης, «ΕΙΝΑΙ δυο άνθρωποι»

 «Είναι δυο άνθρωποι, ο ένας με μαχαίρι, ο άλλος άοπλος.

Αυτός με το μαχαίρι λέει στον άλλο: “Θα σε σκοτώσω”.

“Μα γιατί”, ρωτά ο άοπλος, “τι σου ‘χω κάνει; Πρώτη

φορά βλεπόμαστε. Ούτε σε ξέρω ούτε με ξέρεις”.

“Γι αυτό ακριβώς θα σε σκοτώσω. Αν γνωριζόμασταν,

μπορεί να σ’ αγαπούσα”, λέει αυτός με το μαχαίρι.

“Ή και να με μισούσες”, λέει ο άοπλος, “να με μισούσες

τόσο που με χαρά μεγάλη θα με σκότωνες. Γιατί να στερηθείς

μια τέτοια απόλαυση; Έλα να γνωριστούμε”.

“Κι αν σ’ αγαπήσω”, επιμένει ο οπλισμένος, “αν σ’ αγα-

ήσω, τι θα κάνει ετούτο το μαχαίρι;”.

“Ω, μη φοβάσαι”, λέει ο άοπλος, “σκοτώνει ακόμη κι η

αγάπη. Και, τότε, είναι πιο μεγάλη η απόλαυση”»>

(Α. Χιόνης, Η φωνή της σιωπής, Νεφέλη)

 

 

Advertisements

Single Post Navigation

12 thoughts on “Πες το με ποιηση (181ο): «Είμαι – Είσαι – Είναι…»….

  1. Υπερπλήρες και υπερπλούσιο το …είμαι-είσαι-είναι ΣΟΥ, Γιάννη!
    Από μένα, για τη στιγμή, μόνο Αργύρης Χιόνης: Ήταν, είναι και θα είναι σπουδαίος ποιητής, εκτός από λατρεμένος.
    Τα υπόλοιπα έπονται.

    *

    VI
    Δεν είμαι τίποτα
    Είμαι αέρας στο στόμα σου
    Είμαι μόνο
    Η πιθανότητα μιας λέξης
    Με προφέρεις και υπάρχω

    ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ

    ***

    ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΝ ΠΡΙΕΧΟΜΕΝΟ

    Είμαι χρόνος κι είμαι μες στο χρόνο
    Είμαι ένα ρολόι κουρδισμένο ισόβια
    Κι έχω ένα ρολόι να μετρώ το χρόνο
    Να ρυθμίζω έτσι τη ζωή μου

    Είμαι ψάρι στου ψαρά το στομάχι
    Είμαι ψαράς στο στομάχι του ψαριού
    Είμαι περιεχόμενο που περιέχει
    Είμαι απόσταση που διανύει αποστάσεις
    Είμαι αίνιγμα που λύνει αινίγματα

    Είμαι η λυκοπαγίδα κι είμαι ο λύκος
    που πιάστηκε σ’ αυτή
    Κανένας δεν το βλέπει δεν το ξέρει
    Ούτε εκείνοι που με χαιρετούν από μακριά
    Ούτε αυτοί που μ’ αγκαλιάζουν ή μου σφίγγουνε το χέρι
    Τόσο έντεχνα έχω πνίξει μέσα μου το ουρλιαχτό
    Του θριάμβου το ουρλιαχτό του πόνου
    Κυκλοφορώ ανάμεσά τους μ’ άνεση φορώντας
    Το πιο αδιάφορο χαμόγελο το πιο καθημερινό
    Ενώ οι δαγκάνες μου χώνονται βαθιά
    Όλο και πιο βαθιά μες στα πλευρά μου

    […]

    Βέβαια είμαι κύριος των κινήσεων μου
    Μπορώ να δώσω εντολή στα πόδια μου
    να μ’ οδηγήσουν δεξιά αριστερά
    Μπρος πίσω κάτω πάνω πολύ πάνω
    Αν ασκηθώ και θέλω γίνεται να φτάσω
    Πολύ ψηλά αφάνταστα ψηλά
    Όμως ποτέ δε θα μπορέσω
    Να σκαρφαλώσω στο κεφάλι μου
    Παράξενο αλήθεια να μπορώ
    Τόσο ψηλά να φτάσω και να μην μπορώ
    Να σκαρφαλώσω στο κεφάλι μου

    Είμαι δυστυχισμένος γύρω μου
    Συμβαίνουν ποιήματα συμβαίνουν άστρα
    Συμβαίνουν λουλούδια κι άλλα
    Ουράνια σώματα κι επίγειοι γαλαξίες
    Κι υπόγειοι ποταμοί κι εγώ δεν είμαι
    Παρά ένας ψαράς στην όχθη του εαυτού του
    Ρίχνω τ’ αγκίστρι και δε βγάζω
    Παρά τ’ αγκίστρι ούτε ένα ψάρι
    Ψάρι πίστη ψάρι σύμβολο ούτε ένα
    -Κι αυτό’ ναι το χειρότερο –
    Ψάρι ελπίδα για την πείνα μου

    […]

    Μέσα στη μοναξιά μου είναι ένα σπίτι
    Όπου κατοικώ εγώ
    Με μέσα μου τη μοναξιά μου
    Όπου βρίσκεται το σπίτι
    Όπου κατοικώ εγώ κι η μοναξιά μου

    ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ, ΤΥΠΟΙ ΗΛΩΝ, Εγνατία Σειρά ΤΡΑΜ/λογοτεχνία 1978)

    Μανώλης Μητσιάς – Είμαι καλά ευχαριστώ

    στ
    Είμαι δυστυχισμένος γύρω μου
    Συμβαίνουν ποιήματα συμβαίνουν άστρα
    Συμβαίνουν λουλούδια κι άλλα
    Ουράνια σώματα κι επίγειοι γαλαξίες
    Κι υπόγειοι ποταμοί κι εγώ δεν είμαι
    Παρά ένας ψαράς στην όχθη του εαυτού του

    Ρίχνω τ’ αγκίστρι και δε βγάζω
    Παρά τ’ αγκίστρι ούτε ένα ψάρι
    Ψάρι πίστη ψάρι σύμβολο ούτε ένα
    -Κι αυτό’ ναι το χειρότερο –
    Ψάρι ελπίδα για την πείνα μου

    ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ, Α. ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΝ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΝ

    ***

    Είμαστε καραμέλες
    Πάνω στης αιωνιότητας τη γλώσσα
    Λιώνουμε και τελειώνουμε
    Μέσα στο σκοτεινό της καταπιώνα.

    Είμαστε σαν το γρασίδι των δημόσιων κήπων,
    κάθε τόσο μας κουρεύουν σύρριζα τη σκέψη
    χάριν συμμετρίας

    ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ, Β. ΤΕΡΑΤΑ, ΤΥΠΟΙ ΗΛΩΝ

    ***

    α
    Πρέπει αν είμαι ποιητής τώρα να τ’ αποδείξω
    Δεν ξέρω αν θα ’χω άλλη ευκαιρία
    ο τεχνητός ετούτος ήλιος ο καιρός μας
    Γρήγορα εξατμίζει τους ανθρώπους
    Πιο γρήγορα τους ποιητές

    Πρέπει τώρα πριν εξατμιστώ
    Ν’ απασφαλίσω τον εκρηκτικό μηχανισμό
    Που κουβαλάω κρυμμένο στο κρανίο μου
    Ν’ ανατινάξω τα τοιχώματα της σκέψης
    Να ξεχυθούνε τα μυαλά μου σα ροδιού ρουμπίνια
    Σαν πυρωμένα θραύσματα υπέροχης οβίδας
    Σφυρίζοντας μες στον αγέρα απειλητικά
    Όπως σφυρίζει η ποίηση όταν ποίηση είναι

    Νίκος Παπάζογλου – Δεν είμαι ποιητής

    ιβ
    Είμαι μια τελεία μια ελάχιστη τελεία
    Πάνω σ’ ένα άσπρο άγραφο χαρτί
    Τέλος μιας πρότασης νοητής
    Αρχή μιας άλλης το ίδιο νοητής

    Αυτός που μ’ έβαλε σαν με είδε μόνη
    Έγραψε γύρω μου ένα κύκλο

    Τώρα εδώ είναι η απορία
    Το ’κανε για να με προστατέψει
    Απ’ όλο αυτό το απέραντο άσπρο
    Φοβήθηκε μην του το σκάσω
    Ή μήπως θέλησε να δείξει
    Ότι δεν είμαι ένα σημείο στίξης
    Και να καλύψει έτσι την ανημποριά του
    Να γράψει μια ή δυο προτάσεις

    ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ

  2. -«…Εγώ είμαι της θύελλας
    γι’ αυτό σ’ αγαπώ
    είμαι της λαίλαπας
    γι’ αυτό σ’ αγαπώ
    είναι που εντός μου είσαι η δίνη
    είναι που έσπασες τον άξονα
    που κράταγε την τάξη
    κι όλα γίναν ιαχές
    νικηφόρα έξαλλα φωνήεντα
    γι’ αυτό σ’ αγαπώ…»
    (Έκτωρ Κακναβάτος)

    -Μ. Λουντέμης, «Ερωτικό κάλεσμα»

    «Έλα κοντά μου δεν είμαι η φωτιά
    τις φωτιές τις σβήνουν τα ποτάμια
    τις πνίγουν οι νεροποντές
    τις κυνηγούν οι βοριάδες

    Δεν είμαι δεν είμαι η φωτιά

    Έλα κοντά μου δεν είμαι ο άνεμος
    τους άνεμους τους κόβουν τα βουνά
    τους βουβαίνουν τα λιοπύρια
    τους σαρώνουν οι κατακλυσμοί

    Δεν είμαι δεν είμαι ο άνεμος

    Εγώ δεν είμαι παρά ένας στρατολάτης
    ένας αποσταμένος κατακτητής
    που ακούμπησε στη ρίζα μιας ελιάς
    ν΄ακούσει το τραγούδι των γρύλων
    κι αν θέλεις έλα να τ’ ακούσουμε μαζί»

    -ΒΥΡΩΝ ΛΕΟΝΤΑΡΗΣ, «Είμαι φτωχός»

    Λησμονημένες χαραυγές ζητούν τα βλέφαρά σου
    σε ντύνει ο ίσκιος της αγάπης μου χλωμός
    δεν έχω χρώμα προσμονής – είμαι φτωχός
    δεν έχω βήματα να ’ρθώ στην άκρη της καρδιάς σου
    Αγέρηδες από τα πεθαμένα χαμομήλια
    χτυπούν την πόρτα που χαράζει ο λογισμός
    το σχήμα του αποχωρισμού – είμαι φτωχός
    δεν έχω ούτε μια χαρακιά ηδονής πάνω στα χείλια
    Πίσω από τις αστέρινες της νύχτας χαραμάδες
    κοιτάζω πάντα την αγάπη μοναχός
    έχει το μέτωπο αυγινό – κι είμαι φτωχός
    δεν έχω ένα παράθυρο να μην κοιτά στη λύπη
    Έρχονται τα πουλιά από τη γωνιά της άρνησής σου
    κι έτσι σκληρά μού κελαηδούν : που είναι ο λωτός ;
    Αχ, δεν μπορώ να σε ξεχάσω – είμαι φτωχός
    δε θα ’χω χέρια δίχως την αφή της θύμησής σου
    Θα ’μαι τυφλός μέσα στη λύπη δίχως τ’ όραμά σου
    χωρίς την πίκρα της φυγής σου πιο ορφανός
    έχεις μια θάλασσα πλατιά – κι είμαι φτωχός
    δεν έχω μήτε στάχτη να χαράξω τ’ όνομά σου
    Δεν θα ’χω σκέψη δίχως την ομίχλη απ’ τ’ όνειρό σου
    κι ας μη με ξέρει διόλου ο ύπνος σου ο γλυκός
    δεν έχω ελπίδα ζεστασιάς – είμαι φτωχός
    της νιότης μου το σύννεφο λιώνει στο πρόσωπό σου
    Χωρίς τη μοναξιά μου θα ’μουνα πιο μόνος
    χωρίς τη σιωπή μου ακόμα πιο βουβός
    γι’ αυτό ποτέ μη ξαναρθείς – είμαι φτωχός
    δε φτάνει και για σε ο μικρός κι απέραντός μου πόνος
    Ούτε ένα αστέρι μακρινό δε θα ’χω να σου δώσω
    ούτε πεφτάστερο μάς δίνει ο ουρανός
    δεν έχω κλείσει την καρδιά – μα είμαι φτωχός
    πού να ’βρω άλλο φθινόπωρο στα μάτια, να σου δώσω;
    (Πηγή: Ψυχοστασία, Ποιήματα 1949-1976)

    -Βύρων Λεοντάρης, [Δεν είναι…]

    «Δεν είναι τώρα η εποχή των ξάστερων αγώνων,
    δεν έχει τώρα αλώνια μαρμαρένια η γη,
    για να παλεύουνε τα παλικάρια εκεί μ’ ένα λεβέντη χάρο.
    Τώρα η ζωή τσακίζεται σε σκοτεινές κακοτοπιές
    και πνέει τριγύρω η παγερή ανάσα της ενέδρας.
    Αυτός είναι ο αιώνας ο κακός, ο αιώνας της παγάνας.
    Ποτέ δεν είδαν οι άνθρωποι πιο επίβουλο, πιο γλιστερό και
    πιο μπαμπέση θάνατο.
    Για όλα τα μάτια και τα στόματα στηθήκανε παγίδες,
    για όλα τα όνειρα θηλειές,
    -τα πόδια και τα νιάτα μας φυραίνουν κάθε βράδυ δαγκωμέ-
    να απ’ τα ρολά των μαγαζιών…»
    (Βύρων Λεοντάρης, Ορθοστασία II, απόσπασμα)

    -Tσέσλαφ Μίλος, «Oπουδήποτε»

    «Όπου κι αν είμαι, σε όποιο μέρος της γης,
    κρύβω από τους ανθρώπους την πίστη ότι δεν
    είμαι από ‘δώ.
    Είναι σαν να είχα σταλεί για να
    αποσπάσω όσο περισσότερα χρώματα, γεύσεις,
    ήχους, μυρωδιές, να δοκιμάσω κάθε τι που αποτελεί
    μερίδιο του ανθρώπου, να μεταφέρω ό,τι ένιωσα
    σ’ ένα μαγικό βιβλίο και να το οδηγήσω εκεί
    απ’ όπου ξεκίνησα.»
    (http://fractalart.gr/czeslaw-milosz/)

  3. 1. Εγώ είμαι…

    Εγώ είμαι λοιπόν ο μικρός, ο ασήμαντος.
    Το παιδί που ξυπόλυτο, με βρεγμένα πόδια,
    βουλιαγμένα στην άμμο, του μιλούσες
    και σου μιλούσε. Όμως, εσύ, ήξερες
    πράγματα περισσότερα, επειδή
    ήσουν παρούσα στον κόσμο από πάντοτε.

    Και μου μιλούσες για την Αργώ,
    Το σεληνόφως που χρύσωνε τα μαλλιά
    του Οδυσσέα, τον μέγιστο στόλο σου
    (όλων των ειδών τα σκαριά που ελλιμένισες
    στο βυθό σου) κι ακόμη για το άπειρο
    όπου ανακύκλωνες το μεγαλείο σου,
    θάλασσα , κι άλλα πολλά. Ενώ εγώ
    σου απαντούσα με το ίδιο χαμόγελο
    που μιλούσα στο γύρω μου πολύμορφο
    θαύμα, που λέγεται Κόσμος. Λόγον
    άλλο πληρέστερο να μιλώ
    με το θείο σύμπαν δεν είχα.

    NIKHΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

    ***

    2. ΕΓΩ

    Ήταν ένα δωμάτιο
    Ήταν ένα παράθυρο
    Η πράσινη μέθη των δέντρων
    Στη θέα της πιο σκοτεινής στιγμής
    Ήταν τότε που έφυγες.
    Εσύ αγαπημένο μου εγώ.

    Το φωτεινό σου φόρεμα μόλις περνούσε πλάι
    Από τον πράσινο κυματισμό του ανέμου
    Και τώρα συνέχεια χάνεσαι από τη μνήμη.

    Ποιος θα σε σταματήσει ποτέ;
    Ή θα σου μιλήσει;

    Σ’ εσένα το μεταμφιεσμένο ίσκιο
    Ενός για πάντα χαμένου εγώ
    Στο σκοτεινό λάθος
    Ενός δάσους.

    ΝΑΝΑ ΗΣΑΪΑ

    Αρλέτα & Μανώλης Λιδάκης -Είμαι καλός είμαι κακός

    3. [ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΕΓΩ ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΑΚΟΥΕΙ]

    Δεν είμαι εγώ αυτός που ακούει
    τούτη την ασθμαίνουσα βροχόπτωση να διασχίζει τις φλέβες μου.

    Δεν είμαι εγώ αυτός που σέρνει τη γλώσσα του στα χείλη
    να νιώσει το στόμα του μπουκωμένο με άμμο.

    Δεν είμαι εγώ αυτός που περιμένει,
    μπερδεμένος στα νεύρα του,
    να του προσφέρουν οι ώρες του ύπνου την ανακούφιση,
    ούτε κι αυτός που θά ’χει τα χέρια μου
    από γύψο μαινόμενο
    και θα κοιτάζει τους άγονους τοίχους
    στα κόκκαλά μου ανάμεσα.

    Δεν είμαι εγώ αυτός που γράφει τ’ απορφανισμένα
    ετούτα λόγια.

    OLIVERIO GIRONDO- Μετ: Γιώργος Κεντρωτής.

    ***

    4. Είμαι ο Κανένας!

    Είμαι ο Κανένας! Εσύ είσαι ποιός;
    Είσαι—κι εσύ—Κανένας;
    Τότε μαζί ζευγάρι να κάνουμε!
    Και μη μιλάς! μήπως μας εξορίσουν—ξέρεις!

    Έμιλυ Ντίκινσον (μετ. Γ.Νίκας)

    ***

    5. Εγώ είμαι, εγώ,
    κοιτόμουν ανάμεσά σας, ήμουν
    ανοιχτός, ήμουν
    ακουστός. Σας ένευα, η ανάσα σας
    υπάκουε, εγώ
    είμαι ακόμα, αλλά εσείς-
    κοιμόσαστε

    είμαι ακόμα-

    Πάουλ Τσέλαν, Στρέτο, μτφρ. Ιωάννα Αβραμίδου

    Βασίλης Παπακωνσταντίνου – Εγώ είμαι εγώ

    6. [Εγώ είσαι, Εσύ είμαι, Εμείς είναι]

    Νέος εγκέφαλος σ’ ολόφρεσκο σώμα
    και μια βουβή-λατομείου-καρδιά
    το σπέρμα, το δάκρυ, το στήθος, το στόμα
    και τα’ άλλα που ντρέπονται να πούν τα παιδιά

    Είμαι οβίδα σε χέρι που τρέμει
    πολέμου ανάπηρος, άρα από πάντα
    είμαι ο Σαμψών που πρώτη φορά κλαίει
    σ’ ερωτεύσιμα πόδια γοερά, για μι’ αβάντα

    Είμαι εσύ που τρως μ’ αναρχία
    που πίνεις καφέ σαν οπλάρχης στρατού
    είμαι εσύ που μπρος στη φασαρία
    τυφλώνεσαι απότομα και τρέχεις αλλού.

    Μα ο σωτήρας σου δεν είμαι εγώ
    μήτε αυτός που μοιράζει ευλογίες,
    είμαι εσύ, αμίλητο σκέρτσο
    είμαι ο τόπος, που ρεμβάζει στο χρόνο το εγώ.

    Άκης Καραμάνος

    Είναι παλιό το λιμάνι- Δήμος Μούτσης

    7. Εαυτολογία

    Μου είπανε πως είμαι ένας.
    Ωραία είπα, εύκολα θα διαλέξω.
    Μα αυτοί, εκεί μέσα μου, αμέτρητοι είναι.
    Ποιον να διαλέξω πες μου;
    Ποιος ένας είμαι;
    Ποιος ένας δεν είμαι;

    Το ακούσανε και οι παστρικοί,
    και αρχίσανε οι σκοτωμοί,
    αρχίσανε οι μάχες.
    Και είπαν,
    αυτός που θα ‘ναι νικητής,
    αυτός που θα επιζήσει,
    αυτός ο Ένας θα ‘μαι.

    Μα έλα να δεις,
    στάζει το αίμα ποταμός,
    όμως νεκρός κανείς δεν πέφτει.
    Μόνο θεριεύουν και μόνο μεγαλώνουν.
    Και όσο συγκρούονται,
    όλο γεννοβολάνε.

    Μα είναι το αίμα τους,
    όλο δικό μου αίμα.
    Και είναι οι ανάσες τους που αγκομαχούν,
    σε τούτη την παλαίστρα,
    όλες δικός μου αέρας.

    Μα πες μου, πες μου,
    πως να αποποιηθώ τις χίλιες μου υπάρξεις;
    Αυτές μ’ ορίζουν,
    αυτές μου δίνουν σχήμα.

    Μα και με τον κόσμο,
    πάλι τα ίδια και τα ίδια.
    Ένας μου είπαν είν’ και αυτός,
    μία και η ζωή,
    κι έτσι και εγώ να ζήσω.

    Μα είναι ο κόσμος ποταμός,
    ηφαίστειο που βράζει.
    Οι σταγόνες του είμαστε εμείς,
    εμείς και η λάβα.
    Το σχήμα του δικό μας είναι.
    Κάτω απ’ τον παχύ φλοιό του,
    τα αντισώματα εμείς είμαστε.

    Εχθρό δεν έχουμε,
    και έτσι παλεύουμε μεταξύ μας.
    Κι όσο συγκρουόμαστε, τόσο ενωνόμαστε.
    Κι έτσι ο κόσμος μεγαλώνει.
    Κι έτσι ο κόσμος απλώνει.

    Γιώργος Ευθυμίου

    ***

    8. Ναπολέων

    «Τι είναι ο κόσμος, στρατιώτες;
    Είμαι εγώ·
    εγώ, αυτό το ακατάπαυστο χιόνι,
    αυτός ο βορινός ουρανός·
    στρατιώτες, αυτή η μοναξιά
    στην οποία πηγαίνουμε
    Είμαι εγώ»

    Γουόλτερ ντε λα Μαρ—Μετ: Γιώργος Χ. Κουλούρης

    Είναι ν’ απορείς – Κώστας Καράλης

    9. Εγώ είμαι, ανοίξετε

    Τα τετράγωνα του αέρος σπάζουν με τη σειρά τους
    Από καιρό πια δεν υπάρχουν καθρέφτες

    Και οι γυναίκες καμώνονται μέρα και νύχτα πως δεν είναι τόσο ωραίες
    Όταν πλησιάζουν τα πουλιά που πρόκειται να καθήσουν στον ώμο τους
    Γέρνουν πίσω το κεφάλι απαλά χωρίς να κλείσουν τα μάτια

    Το παρκέτο και τα έπιπλα στάζουν αίμα
    Μια αράχνη στέκει στο κυανό της δίκτυ επάνω σ’ ένα άδειο πτώμα

    Παιδιά κρατώντας ένα φανάρι προχωρούν μέσα στα άλση
    Ζητούν από τα φύλλα τον ίσκιο των λιμνών
    Μα οι σιωπηλές λίμνες ασκούν μεγάλη έλξι
    Τώρα πια δεν φαίνεται στην επιφάνεια παρά ένα μικρό φανάρι που χαμηλώνει

    Στις τρεις πόρτες του σπιτιού είναι καρφωμένες τρεις άσπρες κουκουβάγιες
    Εις ανάμνησιν των ερώτων της ώρας
    Η άκρη των φτερών τους είναι χρυσωμένη σαν τις χάρτινες κορώνες που πέφτουν στροβιλιζόμενες από τα νεκρά δένδρα

    Η φωνή αυτών των μελετών βάζει γαϊδουράγκαθα στα χείλη
    Κάτω από το χιόνι το αλεξικέραυνο γοητεύει τα γεράκια

    Αντρέ Μπρετόν-Μετ: Ανδρέας Εμπειρίκος

    Κώστας Καράλης, Αν είσαι μια μικρή παραπονεμένη πέτρα

    10. «Είσαι το κάλεσμα κι είμαι η απάντηση
    Είσαι η ευχή κι είμαι η εκπλήρωσή της
    Είσαι η νύχτα κι είμαι το φως.
    Τι άλλο; Είν’ τέλεια σχεδόν.

    Δε λείπει τίποτα,
    Εσύ κι Εγώ
    Τι παραπάνω;
    Παράξενο, πόσο παρ’ όλ’ αυτά πονάμε ακόμα».

    Ντέιβιντ Χ. Λόρενς

    ***

    11. [Είμαι Eγώ Ή Δεν Είμαι Εγώ]
    1.
    Είμαι εγώ
    Ή δεν είμαι εγώ
    Αυτό το άσπρο σύννεφο
    Με τα μπλε μάτια,
    Τα στρογγυλά μάγουλα,
    Ένα κοντό μούσι,
    Αυτό το μικρό σύννεφο
    Που όλα τα κοιτάζει
    Με τη φιλία
    Που έχει γι’ αυτόν τον ίδιο;

    Eugène Guillevic [μετάφραση: Κώστας Ριτσώνης]

    Είμαι αητός χωρίς φτερά – Σωτηρία Μπέλλου

    12. Τι είμαι εγώ για σένα

    Είμ’ η λαφίνα
    που τρώει χόρτο ευωδιαστό από το χέρι σου.
    Το σκυλί
    που ακολουθεί παντού τα βήματά σου.

    Είμ’ ένα αστέρι
    λαμπερό διπλά κι αστραφτερό μόνο για σένα.
    Είμ’ η πηγή
    που κελαρύζει φιδωτή στα πόδια σου.

    Είμ’ ο ανθός
    που τ’ άρωμά του και το νέκταρ του το ‘χει για σένα μόνο.
    Για σένα είμαι όλ’ αυτά,
    Σε σένα έχω δώσει την ψυχή μου μ’ όλες τις μορφές της.

    Η λαφίνα, το σκυλί, το ουράνιο σώμα κι ο ανθός,
    το ζωντανό νερό που ρέει μες στα πόδια σου.

    Η ψυχή μου όλη είναι
    για σέν’, Αγάπη μου.

    Juana de Ibarbourou ή Juana de América, (8 Μαρτίου 1892–15 Ιουλίου 1979) Απόδ. από αγγλικά: Σοφία Γιοβάνογλου

  4. Γιάννη, Αγγελική, «Είσαστε» μια όαση μέσα στην αχανή διαδικτυακή έρημο…

    • @mia petra:

      Όαση; Μήπως είναι αντικατοπτρισμός;
      Μα τι γλυκά λόγια. Ευχαριστούμε, Πέτρα.

      …Βαδίζεις σε μιαν έρημο.
      Ακούς ένα πουλί που κελαηδάει.
      Όσο κι αν είναι απίθανο
      να εκκρεμεί ένα πουλί στην έρημο,
      ωστόσο εσύ είσαι υποχρεωμένος
      να του φτιάξεις ένα δέντρο.
      Αυτό είναι το ποίημα…

      ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ

  5. Ciao Petra!!!!…. Σ’ ευχαριστούμε πολύ!!!!

    -«Κάποτε νιώθω να ΕΙΜΑΙ ανάμεσα σ’ αυτούς που δε γνώρισα ποτέ.»
    (Ο. Ελύτης)

  6. Ciao Aggeliki!!!!….

    -«Ο Νόμος που ΕΙΜΑΙ δεν θα με υποτάξει.»
    (Ο. Ελύτης)

    -«Γιατί και ο έρως μια θαυματουργία ΕΙΝΑΙ.»
    (Ο. Ελύτης)

    -«Αν ΕΙΣΑΙ γεννημένος για τα τέτοια, φύλαχ’ τα. Δεν ήρθε η ώρα ακό-
    μη. Κάτι σαν βρυχηθμών βροχή διατρέχει το διάστημα τελευτώντος
    του εικοστού αιώνος.»
    (Ο. Ελύτης)

    -«Οι ιδέες ΕΙΝΑΙ σαν τα φαντάσματα, περνάς ανάμεσά τους κι αυτά εξα-
    κολουθούν να υπάρχουν. Τις κλοτσάς, κι εκείνες δεν σαλεύουν! Εάν
    δεν τους λείψεις εσύ, δεν πρόκειται να λείψουν ποτέ.»
    (Ο. Ελύτης)

    -«Το πείσμα ΕΙΝΑΙ υγεία. ΕΙΝΑΙ μια πρωινή γυμναστική που πρέπει να
    την κάνουμε κάθε μέρα εάν θέλουμε να κρατήσουμε την επαφή μας
    με το ζωντανό μέρος των πραγμάτων.

    -«ΕΙΝΑΙ τόσο σχετικά τα μεγέθη, που αυτοκαταργούνται. Ένα ικανό
    μυρμήγκι βαρύνει -σε απόλυτο αξία- περισσότερο από έναν μέτριο πρωθυπουργό.»
    (Ο. Ελύτης)

    -«Αν ΕΙΣΑΙ άμοιρος της λατινικής σου χρειάζεται μια κούρα συνεχών
    sine qua non, όπως αν είσαι κουφός των γεύσεων σου χρειάζεται δίαι-
    τα με μουσική πικρής σοκολάτας.»
    (Ο. Ελύτης)

    *(Όλα τα παραπάνω από το «Εκ του πλησίον»)

    -«ΕΙΝΑΙ φορές που βγαίνω στον αέρα λες και διαβάζω την
    Ιλιάδα. Παίρνω το μονοπάτι που τραβάει ψηλά πάνω απ’ τα
    σπίτια, και καθώς -όσο ανεβαίνω- αλλάζουν σχήμα οι αγ-
    καλιές και οι κάβοι, μέσα μου αλλάζουνε θέση και μορφή τα
    αισθήματα: η ταυτότητα των ηρώων, η άγρια ικανοποίηση
    να λες ό χ ι , το ευθύ, το λαμπερό, το ποτέ δυο φορές το ίδιο.

    Ένας μελαψός έφηβος που του κατεβάσανε το βρακάκι και
    παραμένει ωραίος πλάι σ’ όλων των λογιώ τα μπλε και τα
    μαύρα. Δυσδιάκριτος μέσα στον Χριστιανισμό’ ανεύρετος μέσα
    στο Μαρξισμό’ μικρός Μέγας Αλέξανδρος πάνω από το Αι-
    γαίο που ενσαρκώνει και που το κύμα του δεν τελειώνει ποτέ.»
    (Ο. Ελύτης, Ο μικρός ναυτίλος)

    -«ΕΙΣΑΙ νέος – το ξέρω – και δεν υπάρχει τίποτε.
    Λαοί, έθνη, ελευθερίες, τίποτε.
    Όμως Ε Ι Σ Α Ι. Και την ώρα που
    Φεύγεις με το ΄να πόδι σου έρχεσαι με τ΄άλλο
    Ερωτοφωτόσχιστος
    Περνάς θέλεις – δε θέλεις
    Αυλήτης φυτών και συναγείρεις τα είδωλα
    Εναντίον μας. Όσο η φωνή σου αντέχει.

    Πώς της παρθένας το τζιτζίκι όταν το πιάνεις
    Πάλλονται κάτω απ’ το δέρμα σου οι μυώνες
    Ή τα ζώα που πίνουν κι ύστερα κοιτούν
    Πώς σβήνουν την αθλιότητα: ίδια εσύ
    Παραλαμβάνεις απ’ τους Δίες τον κεραυνό
    Και ο κόσμος σού υπακούει. Εμπρός λοιπόν
    Από σένα η άνοιξη εξαρτάται. Τάχυνε την αστραπή

    Πιάσε το ΠΡΕΠΕΙ από το ιώτα και γδάρε το ίσα με το πι.»
    (Ο. Ελύτης, Ο μικρός ναυτίλος)

    -Ν. Καρούζος, «Η ποίηση ΕΙΝΑΙ οίηση»

    «Το κορμί καταστέλλοντας αγγίζω τη ζωή την άδολη
    που εξαλείφει
    /νωχέλεια ρομαντική και εγώ κάθε μέρα στα νυχτώματα
    εφευρίσκω το πεπρωμένο μου
    σε πιθανή βαρβάρωση με 180ο χλοερού Αντίχριστου
    ταχύπτερα νιώθοντας απαλή θεομηνία μεσ’ στις αρτηρίες μου/
    σ’ ένα διάττοντα πού μοιάζει να ’ναι η άμβλωση της φαινομενικότητας
    αυτό θα πει φωτός ατίμωση για πάντα
    /σαν πολλά δεν είν’ ώς τώρα τα θηλυκά σου ουσιαστικά
    βρε παρλαπίπα;/
    συμπτώματα στη βελούδινη τρώγλη του κρίνου με άσπρο πολυτέλειας
    και με κίτρινο σε ουράνια στύση
    οιακίζοντας όλεθρο προς τα ημερήσια ύψη γαλακτώδη
    η αποθάρρυνση δεν υπάρχει στην πεταλούδα κι αν ακόμη
    την καρφιτσώνεις
    μα όμως το δικό μου Πραγματικό δεν είναι μηχάνημα φυτρώνει
    στα στήθια
    ο θείος οργασμός των ορθρινών προηγιασμένων εξανθήματα
    ωραιότητας
    παφλάζοντας εβραϊσμό το ολιγάριθμο εκκλησίασμα
    τέμπλα μαρμαρόγλυπτα κι αμαυρωμένα η ραγδαία ενοχή
    στα γονατίσματα
    ο στιλπνότερος θάνατος του εμπορεύματος οπού εγκλωβίζει
    σπανιόψυχους
    ανθέμια ρινίσματα η αποσάρθρωση κι ο δοκιμαστικός σωλήνας
    του έαρος
    στην κουπαστή του Τέλλεμαν ακαθόριστο νοοτρόπιο /δε λαθεύω/
    ξιπόλητα τα μάγουλα της Μάρθας /τη λάτρευα δυσοίωνη κι ολομόναχη
    στην οχλαγωγία/
    θωρακισμένος με εκπληχτική παράνοια διαρκείας είκοσι
    λεπτών επιτέλους
    ο νομέας του forte.
    Δε σε θέλω αυτόχειρα γιατί έτσι θα επιβράβευες ακούσια
    το αίσχος της οντότητας
    παρόρμηση
    σαράκι και μυκτηρισμός τα ανακλαστικά τής ματαιοδοξίας
    εστερνίζομαι απολαύσεις απ’ την ειρημένη Μαρθα που με συντρίβουν ευχάριστα
    ο επικήδειος θα ’ναι τώρα για την όσφρηση κι ο θάνατός μου
    σηπόμενος ουραγός
    εποποιία.»
    (Ν. Καρούζος, Τα ποιήματα, τ. Β’, Ίκαρος)

    -«Ο τίτλος ΕΙΝΑΙ δύσκολος»

    «Το άρωμα τ’ αρχαίου θυμιάματος
    μ’ εξάπτει σε τρεμάμενες από τέτοια ευωδιά
    τεράστιες και νεκρώσιμες φωτοσκιάσεις
    κι αδιάκοπα το αίμα μ’ ενοχλεί
    μ’ αλλεπάληλα κουδουνίσματα στ’ αφτιά μου!
    Συνέρχομαι τώρα και σαλπίζω στα πέρατα
    τον κωφάλαλο κι αναίμαχτο νόμο της αλήθειας:
    Εκείνος οπού μπορεί κ’ εφαρμόζει το χρόνο στην ύπαρξη
    σαν το ευλύγιστο νερό που συμβιβάζεται πάντα
    με τ’ αόμματα χώματα με τα χόρτα με τα λιθάρια
    με καθ’ εμπόδιο στον κόσμο κι οπουδήποτε
    καρυκεύοντας έτσι τη θλίψη μου
    στα ψυχρά μάρμαρα της απουσίας –
    έχει χωρέσει στ’ αλήθεια την αιωνιότητα κι όχι
    τη θλιβερή κι απρόκοφτη φιλολογία της.
    Αυτός είν’ εκείνος που γνωρίζει
    πως η άγραφη ζωή δε θα πάψει να χτίζει
    το θάνατο με καινούργια πάντα υλικά με νέα νήπια
    για να ξύσει κάποτε τα ουράνια.
    Είμαστε λοιπόν οι πολύχρωμες
    καμπύλες ενός βεγγαλικού
    με τρομερά σύντομη λιτάνευση στο χώρο
    που νυχτώνει πιο πέρα κι απ’ τη νύχτα
    τη γαιώδη και σπάταλη σε χιλιετηρίδες.»
    (Ν. Καρούζος, Τα ποιήματα, τ. Α’, Ίκαρος)

    -Ν. Καρούζος, «Τι ΕΙΝΑΙ η μουσική»

    -«Σαν την πηγή που ακούγεται μακριά
    στους δροσερούς καρπούς και στις σκιές των εντόμων
    έρποντας ο λαμπρός αστρίτης
    όπου σε μάζες όνειρου φλέγεται ο τραγοπόδης
    η χαρά των ήχων έρχεται ώς το αίμα
    ώς την αγαλματώδη σιωπή του νου.»
    (Τα ποιήματα, Α’ τόμος, Ίκαρος)

  7. Neil Diamond – I Am, I Said

    Ποιος είμαι εγώ;

    This is the time
    Because there is no time

    L.R.

    Μερικές φορές αναρωτιέμαι ποιος είμαι εγώ
    Ο κόσμος φαίνεται να με προσπερνά
    Ένας νέος άνθρωπος που τώρα γερνάει
    Πρέπει να αναρωτηθώ τι από το υπόλοιπο της ζωής μου θα κρατήσω

    Κρατάω έναν καθρέφτη στο πρόσωπό μου
    Υπάρχουν κάποιες γραμμές που θα μπορούσα να δω
    Από τις αναμνήσεις της αγάπης μας
    Ένα πάθος που έσπαγε τη λογική στα δύο

    Έχω να σκεφτώ – και θα πρέπει να σταματήσω τον εαυτό μου τώρα
    Αν οι αναμνήσεις σε κάνουν να συνοφρυώνεσαι
    Στη σκέψη αυτού που ήλπιζες να γίνεις
    Και στη συνέχεια ήρθες αντιμέτωπος με την πραγματικότητα

    Αναρωτιέμαι ποιος το ξεκίνησε όλο αυτό
    Ήταν ένας ερωτευμένος Θεός που έδωσε ένα φιλί
    σε κάποιον που αργότερα πρόδωσε
    Και η λιγότερη αγάπη του Θεού τελικά μας απομάκρυνε;

    Μερικές φορές αναρωτιέμαι ποιος είμαι εγώ
    Ποιος έκανε τα δέντρα – ποιος έκανε τον ουρανό
    Ποιος έκανε τις καταιγίδες – ποιος έκανε τις καρδιές μας να ραγίζουν;
    Αναρωτιέμαι πόση ακόμα ζωή μπορώ να αντέξω

    Βλέπω επιτέλους το ίδιο μου το μέλλον
    Ήσουν ζωντανός, είχα ζητήσει τη βοήθειά σου
    Αλλά η σκέψη μου σκεπάστηκε ξαφνικά από ζάλη
    Και σκέφτηκα πως δεν με βοήθησες ποτέ, έτσι κι αλλιώς

    Πάντα ήσουν τόσο αρνητικός
    Ποτέ σου δεν είδες το θετικό
    Στεκόσουν πάντα στην άκρη
    Και ονειρευόσουν τι πρέπει κάθε φορά να πεθαίνει

    Ξέρω ότι μου αρέσει να ονειρεύομαι πολύ
    Να σκέφτομαι άλλους κόσμους που δεν υπάρχουν
    Μισώ και το ότι χρειάζομαι αέρα για να αναπνέω
    Θα ήθελα να αφήσω αυτό το σώμα – και να απελευθερωθώ

    Θα σ’ άρεσε να επιπλέεις σαν ένα μυστικιστικό παιδί
    Θα σ’ άρεσε να φιλάς έναν άγγελο στο φρύδι
    Θα ήθελες πολύ να λύσεις το μυστήριο της ζωής
    Κόβοντας τον λαιμό κάποιου ή αφαιρώντας τις καρδιές τους
    Θα σ’ άρεσε να μας δεις νικημένους
    Θα σ’ άρεσε να κλείσεις τα μάτια σου
    Και ενώ γνωρίζεις ότι είμαι νεκρός
    Να κρατήσεις τους μηρούς μου

    Αν είναι λάθος να πιστεύουμε σε αυτό
    Να κρατάς το νεκρό παρελθόν – να κρατάς το νεκρό παρελθόν στην γροθιά σου
    Γιατί υπήρξαμε – γιατί μας δόθηκαν οι αναμνήσεις;
    Ας τρελαθούμε λοιπόν
    Αν είναι να μείνουμε ελεύθεροι!

    Μερικές φορές αναρωτιέμαι ποιος είμαι εγώ
    Ο κόσμος φαίνεται πως με προσπερνά
    Ένας νέος άνθρωπος που τώρα γερνάει
    Πρέπει να αναρωτηθώ από το υπόλοιπο της ζωής μου τι θα κρατήσω

    Αναρωτιέμαι

    Αναρωτιέμαι ποιος το ξεκίνησε όλο αυτό – ναι
    Ήταν ένας ερωτευμένος Θεός που έδωσε ένα φιλί
    σε κάποιον που αργότερα πρόδωσε
    Και η λιγότερη αγάπη του Θεού μας έστειλε μακριά;

    Σε κάποιον που αργότερα πρόδωσε
    Και η λιγότερη αγάπη του Θεού μας έστειλε μακριά;
    Σε κάποιον που αργότερα πρόδωσε
    Και η λιγότερη αγάπη του Θεού μας έστειλε μακριά;

    Lou Reed (1942 – 2013)
    Who am I, The raven, 2003

    Μετ: Σταύρος Σταυρόπουλος

    youtube.com/watch?v=WYLj6GpnD2c#t=119

  8. Ciao, Aggeliki!!!

    -«…Γιατί δεν ΕΙΝΑΙ άνοιξη η άνοιξη, που εξορίζει τα λουλούδια της,
    δεν είναι μάνα η μάνα, που προγράφει τα παιδιά της,
    δεν ΕΙΝΑΙ θάλασσα η θάλασσα, που αρνιέται και δολοφονεί
    τις ανταρσίες των κυμάτων της,
    γιατί δεν ΕΙΝΑΙ ζωή η ζωή, που μας χωρίζει και μας λέει
    άλλους παιδιά κι άλλους αποπαίδια της.»
    (Βύρων Λεοντάρης, Ψυχοστασία, Ύψιλον/ βιβλία)

    -«…ΕΝΑΙ το πέρασμα του χρόνου σιγαλό κι απόκοσμο
    κι ο πόνος απαλά μες στην ψυχή μου λάμνει
    χαράζει η αυγή τον ουρανό, τ’ όνειρο μένει απόντιστο
    κι ΕΙΝΑΙ σαν να διαβαίνουν μυρωμένοι θάμνοι.»
    (Γ. Σεφέρης)

    -«Εγώ είμαι ο τόπος σου`
    ίσως να μην είμαι κανείς
    αλλά μπορώ να γίνω αυτό που θέλεις»
    (Γ. Σεφέρης)

    -«Με το κόκκινο του αίματος
    ΕΙΜΑΙ.
    ΕΙΜΑΙ για σένα.»
    (Γ. Ρίτσος)

    -Μ. Πολυδούρη, «ΕΙΜΑΙ τρελή να σ’ αγαπώ»

    «Είμαι τρελή να σ’ αγαπώ, αφού πια έχεις
    πεθάνει,
    να λιώνω στη λαχτάρα των φιλιών,
    να νιώθω τώρα πως αυτό που μου ‘δωσες δε
    φτάνει,
    δε φτάνει η δρόσος των παλιών.
    Με μιαν ασίγαστη μανία να θέλω ό,τι μου
    λείπει,
    να θέλω ό,τι μου κράτησες κρυφό,
    κι έτσι να δέρνομαι μ’ αυτό το μάταιο
    καρδιοχτύπι.
    Στα μάτια σου την τρέλα να ρουφώ.»

    -Φ. Γκ. Λόρκα, «Σονέτο του γλυκού παράπονου»
    (Απόσπασμα)

    «Πονώ που ΕΙΜΑΙ σε τούτη την όχθη
    κορμός δίχως κλαδιά μα πιότερο λυπάμαι
    που δεν έχω τον ανθό, πόλφο ή πηλό
    για το σκουλήκι του μαρτυρίου μου.
    Αν ΕΙΣΑΙ εσύ ο κρυμμένος μου θησαυρός
    αν ΕΙΣΑΙ εσύ ο σταυρός και ο υγρός μου
    πόνος,
    αν ΕΙΜΑΙ το σκυλί της αρχοντιάς σου
    μη με αφήσεις να χάσω ό,τι έχω κερδίσει.»

    *Σημείωση: Για δυο Κυριακές λόγω εορτών δε θα υπάρχει ανάρταση για το «Πες το με ποίηση»…. Με το καλό την Κυριακή του Θωμά πάλι!

  9. 14. Όταν Ξυπνήσουμε

    «Εαυτών τε και αλλήλων
    οίει αν τι εωρακέναι άλλο
    πλην τας σκιάς»
    Πλάτων Ζ’ Πολ.

    Εμείς, τώρα, δεν είμαστε εμείς
    Είμαστε οι σκιές μας
    οι άλλοι μας, λείπουμε ακόμα απ’ την ημέρα
    Καβαλικεύουμε τον άνεμο
    και φτάνουμε στο κρύο φεγγάρι
    Καβαλικεύουμε την καταχνιά
    και φτάνουμε στα μεσάνυχτα.

    Μια καταχνιά σαν το βαμβάκι
    να πνίγει την περπατησιά του το ένοχο φεγγάρι
    να πιάνει με μια ξόβεργα την ώρα
    και να σταματάει ο χρόνος
    να σταματά το σήμα του κινδύνου
    μπρος απ’ την άβυσσο.

    Εμείς, δεν είμαστε εμείς
    Είμαστε οι τύψεις μας
    Κόβουμε ένα λουλούδι
    και στα χέρια μας μένει καπνός
    Πιάνουμε ένα χέρι, λιώνει σαν χιόνι
    Ζυγώνουμε τη φωτιά και εξατμίζεται

    Θερίζουμε άνεμο, τρώμε άνεμο
    Κι ο άνεμος μας φέρνει, μας παίρνει
    Μεσάνυχτα περνούμε το φαράγγι
    Μια βλάστηση από φυλλωσιές και ύπνο
    άγρια χλωρίδα, σαρκοβόρα δέντρα
    κι όνειρα σκοτεινά

    Ανθρώπινο Σχήμα/ 1961
    ΜΕΛΙΣΣΑΝΘΗ

    ***

    15. ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΛΙΓΟΙ

    Είμαστε εμείς οι ονειροπαρμένοι τρελοί της γης
    με τη φλογισμένη καρδιά και τα έξαλλα μάτια.
    Είμαστε οι αλύτρωτοι στοχαστές και οι τραγικοί ερωτευμένοι.

    Χίλιοι ήλιοι κυλούνε μες στο αίμα μας
    κι ολούθε μας κυνηγά το όραμα του απείρου.
    Η φόρμα δεν μπορεί να μας δαμάσει.
    Εμείς ερωτευθήκαμε την ουσία του είναι μας
    και σ’ όλους μας τους έρωτες αυτήν αγαπούμε.
    Είμαστε οι μεγάλοι ενθουσιασμένοι κι οι μεγάλοι αρνητές.

    Κλείνουμε μέσα μας τον κόσμο όλο και δεν είμαστε τίποτα απ’
    αυτόν τον κόσμο
    Οι μέρες μας είναι μια πυρκαγιά κι οι νύχτες μας ένα πέλαγο
    Γύρω μας αντηχεί το γέλιο των ανθρώπων.

    Είμαστε οι προάγγελοι του χάους.

    1950
    ΧΕΙΡ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΜΑΚΡΗ
    ΠΝΕΥΜΑ ΛΕΝΑ (ΤΣΟΥΧΛΟΥ)

    Μα ποιος είσαι τέλος πάντων- Αφροδίτη Μάνου

    16. [είμαστε αυτό που είμαστε]

    είμαστε αυτό που είμαστε

    είμαστε αυτό που θέλουμε να είμαστε

    είμαστε αυτό που νομίζουμε ότι θέλουμε να είμαστε

    είμαστε αυτό που θυμόμαστε ότι νομίζουμε ότι θέλουμε να είμαστε

    είμαστε αυτό που βλέπουν οι άλλοι ότι θυμόμαστε ότι νομίζουμε ότι θέλουμε να είμαστε

    είμαστε αυτό που θυμούνται ότι βλέπουν οι άλλοι ότι θυμόμαστε ότι νομίζουμε ότι θέλουμε να είμαστε

    είμαστε αυτό που νομίζουν ότι θυμούνται ότι βλέπουν οι άλλοι ότι θυμόμαστε ότι νομίζουμε ότι θέλουμε να είμαστε

    είμαστε αυτό που θέλουν να νομίζουν ότι θυμούνται ότι βλέπουν οι άλλοι ότι θυμόμαστε ότι νομίζουμε ότι θέλουμε να είμαστε

    είμαστε αυτό που είναι οι άλλοι

    είμαστε οι άλλοι

    Χριστιάνα Γκάμπαρη

    Ανδριάνα Μπάμπαλη -Είσαι Εσύ Ο Άνθρωπός Μου

    17. «Εμείς»

    «Ήμασταν πολύ κοντά
    Ύστερα η σχέση μας χάλασε
    Ήμασταν πολύ κοντά
    Ύστερα η σχέση μας άδειασε
    ήμασταν πολύ κοντά
    Ύστερα όχι»

    Πόλυ Μαμακάκη, Νήματα ΟυτοΠοίησης

    ***

    18. Εμείς δεν είμαστ’ εμείς
    «Για κάτι καλύτερο έχουμε γεννηθεί» – Σίλλερ

    Εμείς
    Δεν είμαστ’ εμείς. Κάποιοι
    Άλλοι είμαστ’ εμείς – πιο άγνωστοι
    Κι από τους άγνωστους – πιο αφανείς
    Κι απ’ τους απόντες …

    Μες στον κόσμο
    Της σιωπής είμστ’ εμείς
    Μέσα στον κόσμο της λήθης
    Βουτηγμένοι.

    Εμείς
    Για άλλον κόσμο είμαστε
    Για μιαν άλλη πλάση πλασμένοι
    Άλλος ουρανός μας καρτερεί

    Να μας γιατρέψει.

    Να μας αγκαλιάσει στοργικά.
    Να μας σκεπάσει
    Με πολύχρωμα φιλιά.

    Για μιαν άλλη ζωή είμαστ’ εμείς

    Ένας άλλος ήλιος μας καρτερεί
    Να μας στεγνώσει το δάκρυ το πικρό
    Κάποια νέα κτίση μας προσκαλεί
    Να μας γδύσει από μάς
    Ως τα έσχατα οστά.
    Να μας γδύσει
    Από μάς
    Να ξαναγίνουμε
    Εμείς.

    Δημήτρης Τσινικόπουλος , Μέθεξη, 2002

  10. ΕΙΜΑΙ ΚΑΛΑ ΒΡΕ ΖΩΗ -ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΡΙΟΣ

    Τρεις μεταφραστικές εκδοχές του ιδίου ποιήματος:

    Εγώ δεν είμαι εγώ

    Εγώ δεν είμαι εγώ.
    Είμαι κείνος
    που προχωράει στο πλάι μου, και δεν τον βλέπω·
    που, άλλες φορές, τον επισκέπτομαι
    και, άλλες φορές, τον λησμονώ.
    Εκείνος που, γαλήνιος, σιωπά όταν μιλάω,
    εκείνος που, μειλίχιος, συγχωρεί όταν μισώ,
    εκείνος που συχνάζει όπου δεν πάω
    και που θα μείνει όρθιος όταν θα ‘μαι νεκρός.

    Χουάν Ραμόν Χιμένεθ (μετ. Γιώργος Κεντρωτής)

    ***

    Εγώ δεν είμαι εγώ

       Εγώ δεν είμαι εγώ.
       Είμαι κείνος
       που προχωράει στο πλάι μου, και δεν τον βλέπω·
       που, άλλες φορές, τον επισκέπτομαι
       και, άλλες φορές, τον λησμονώ.
       Εκείνος που, γαλήνιος, σιωπά όταν μιλάω,
       εκείνος που, μειλίχιος, συγχωρεί όταν μισώ,
       εκείνος που συχνάζει όπου δεν πάω
       και που θα μείνει όρθιος όταν θα ‘μαι νεκρός.

    Χουάν Ραμόν Χιμένεθ, μτφρ. Κώστας Κουτσουρέλης

    ***

    ΕΓΩ ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΕΓΩ

    Εγώ δεν είμαι εγώ.
    Είμαι κείνος
    που προχωράει στο πλάι μου, και δεν τον βλέπω·
    που, άλλες φορές, τον επισκέπτομαι
    και, άλλες φορές, τον λησμονώ.

    Εκείνος που, γαλήνιος, σιωπά όταν μιλάω,
    εκείνος που, μειλίχιος, συγχωρεί όταν μισώ,
    εκείνος που συχνάζει όπου δεν πάω
    και που θα μείνει όρθιος όταν θα ‘μαι νεκρός

    Χουάν Ραμόν Χιμένεθ: Χώρος (μετ: Γιώργος Μίχος)

    Τσαϊρέλη Μόρφω – Επειδή είσαι εσύ

    ΥΓ. Γιάννη μου, εύχομαι
    Καλό Πάσχα με ανοιχτές καρδιές.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: