Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (180ο): «Το ’21 και οι ήρωές του»…

 

-«Αυτό το λόγο θα σας πω

δεν έχω άλλο κανένα

μεθύστε με τ’ αθάνατο

κρασί του ‘21»

(Κ. Παλαμάς)

 

 

-«ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΤΟΥ ‘21»

Κρυφά το λένε τα πουλιά, κρυφά το λεν τ΄ αηδόνια,

κρυφά το λέει κι ο γούμενος από την Αγια – Λαύρα:

«Παιδιά, για μεταλάβετε, για ξεμολογηθείτε

δεν είν΄ ο περσινός καιρός κι ο φετινός χειμώνας.

Μας ήρθ΄ η άνοιξη πικρή, το καλοκαίρι μαύρο,

γιατί σηκώθη πόλεμος και πολεμάν τους Τούρκους.

Να διώξουμ΄ όλη την Τουρκιά ή να χαθούμε ούλοι».

(Δημοτικό)

 

 

 

-Γιάννης Κουτσοχέρας, «ΕΙΚΟΣΙΕΝΑ»

«Και ήρθε του Εικοσιένα το πλήρωμα

με το καριοφύλι και με το δαυλό

 

με το δάσκαλο

το κρυφό σκολειό

το  ΄ποθούμενο’ του Αιτωλού

 

με τους φιλικούς

τους ιερολοχίτες

με το ράσο το φλεγόμενο του Παπαφλέσα

με το Σούλι – με το Κούγκι – με το Αρκάδι

οι Σουλιώτισες τα βρέφη το Ζάλογγο.

 

Έχετε για βρυσούλες.

 

Ήρθε από τα Καλάβρυτα

από τη Μάνη

από την Έξοδο του Μεσολογγιού.

 

Ήρθε με το Γέρο του Μοριά

με το Γιό της Ρούμελης.

 

Ήρθε με τις Μπουμπουλίνες

τους θαλασσόλυκους

τους μπουρλοτιέριδες

με τα  κύματα και τον άνεμο του Αιγαίου.

 

Ήρθε με το Ρήγα.

Με τον Κάλβο,

Με το Σολωμό.

Ήρθε με τη λευτεριά

τη βγαλμένη από τα κόκκαλα των Ελλήνων.»

 

 

-Γιάννης Τζήκας, «ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ ΄21»

«Οι Έλληνες μες στη σκλαβιά

τετρακόσια χρόνια στη νυχτιά –

δεν ορίζαν τη ζωή τους

ούτε σπίτι ούτε παιδί τους.

 

Μα μια μέρα φωτεινή

του Φεραίου η φωνή

όλο πάθος και ορμή –

στις πλαγιές αντιλαλεί:

 

«Ελληνες ξεσηκωθείτε

κι όλοι τ΄ άρματα ζωστείτε.

Η Ελλάδα μας καλεί

ήρθε τώρα η στιγμή!»

 

Ήρωες του εικοσιένα

παλικάρια ένα κι ένα

πολεμούν για λευτεριά

με μπαρούτι και καρδιά.»

 

 

-Άγγελος Σικελιανός, «Η ΣΥΝΑΞΗ»

Εψυχομάχα ο Διγενής στο σιδερό κρεβάτι.

Τον τριγυρίζαν οι γιατροί με τα χαρτιά στο χέρι,

κι απόξω καρτερούσανε δικοί και συντοπίτες.

Θέλουν να μπούνε να τον δούν, κι ακόμα ακροφοβούνταν …

Σηκώνει το κεφάλι του και λέει στην αδερφή του:

-Άστους να μπούνε να με ιδιούν κ΄ έχω καλά μαντάτα.

Τι τώρα δα είχ΄αντάμωση με τον Καραϊσκάκη,

Κι ο Μακρυγιάννης έστεκε σιμά κι αφουγκραζόταν:

«Γιάννη ετοιμάσου νάρχεσαι να στήσουμε ταμπούρι στον κάτου κόσμο μυστικό,

και θέμε τ΄  άρματά σου.

Και θέλουμε τη γνώμη σου, και θάχεις τη δική μας.

Τι τώρα κρίνετια η ζωή βαριά της Ρωμιοσύνης,

και  πρωτοσυμβουλάτορα σε κράζουμε κοντά μας!»

Ακούμπησεν ο Διγενής στο σιδερό κρεβάτι,

Κι απέ τα μάτια γύρισε στην πόρτα και ξανάπε:

-Πες τους να μπουν όλοι μαζί, κι ας μην ακροφοβούνται.

Τ΄ήρτ’ ο καιρός για σύναξη τρανή παλικαριώνε.

Μια ορμήνεια θέλω να τους πω, και βιάζουμαι να φύγω:

«Τη Λευτεριά, τη Λευτεριά, τη Λευτεριά ως τα ύψη,

τη Λευτεριά ως το θάνατο, τη Λευτεριά ως τον Άδη,

κι απέκει τ΄ άλλα είναι καλά, απάνω ή κάτου κόσμος!»

 

 

-Βίκτορ Ουγκώ, «ΤΟ ΕΛΛΗΝΟΠΟΥΛΟ»

«Τούρκοι διαβήκαν. Χαλασμός, θάνατος πέρα ως πέρα.

Η Χίο, τ’  ολόμορφο νησί, μαύρη απομένει ξέρα,

με τα κρασιά, με τα δεντρά,

τ΄ αρχοντονήσι, που βουνά και σπίτια και λαγκάδια

και στο χορό τις λυγερές καμιά φορά τα βράδια

καθρέφτιζε μες στα νερά.

 

Ερμιά παντού. Μα κοίταξε κι απάνου εκεί στο βράχο,

στου κάστρου τα χαλάσματα κάποιο παιδί μονάχο

κάθεται, σκύβει θλιβερά

το κεφαλάκι, στήριγμα και σκέπη του απομένει

μόνο μια άσπρη αγράμπελη σαν αυτό ξεχασμένη

μες στην αφάνταστη  φθορά.

 

-Φτωχό παιδί, που κάθεσαι ξιπόλητο στις ράχες,

για να μην κλαις λυπητερά, τ’ ήθελες τάχα να’ χες

για να τα ιδώ τα θαλασσά

ματάκια σου ν’ αστράψουνε, να ξαστερώσουν πάλι,

και να σηκώσεις χαρωπά σαν πρώτα το κεάλι

με τα μαλλάκια τα χρυσά;

 

Τι θέλεις, άτυχο παιδί, τι θέλεις να σου δώσω,

για να τα πλέξεις ξέγνοιαστα, για να τα καμαρώσω

ριχτά στους ώμους σου πλατιά

μαλλάκια, που οτυ ψαλιδιού δεν τα ‘χει αγγίξει η κόψη

και σκόρπια στη δροσάτη σου τριγύρω γέρνουν όψη

ωσάν την κλαίουσαν ιτιά;

 

Σαν τι μπορούσε να σου διώξει τάχα το μαράζι;

Μήπως το κρίνο απ’ το Ιράν, που του ματιού σου μοιάζει;

Μη ο καρπός α’ το δεντρί,

που μες στη μουσουλμανική παράδεισο φυτρώνει,

κι έν’ άλογο, χρόνια εκατό κι αν πιλαλάει δε σώνει

μεσ’ απ’ τον ίσκιο του να βγει;

 

Μη το πουλί που κελαηδάει στο δάσος νύχτα μέρα

και με τη γλύκα του περνάει και ντέφι και φλογέρα;

Τι θες απ’ όλα τα’ αγαθά

τούτα; Πες! Τ’ άνθος, τον καρπό; Θες το πουλί;

Διαβάτη,

μου κράζει το Ελληνόπουλο για το γαλάζιο μάτι:

Βόλια, μπαρούτη θέλω να!»

(Μτφρ. Κωστής Παλαμάς)

 

 

 

-Άγγελος Σικελιανός, «ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ»

«Χαρά σ΄ εκειόν που πρωτοσήκωσε,

απ΄ τις σκόνες σκεπασμένο,

το δίστομο σπαθί του Λόγου Σου

στον ήλιο, Μακρυγιάννη,

κ΄είδε που οι κόψες του μεμιάς ξαστράψαν,

ανέγγιχτες, στο φως,

κι οι δυό πλευρές του λάμπουν

γυμνές,

σά να ΄βγαιναν την ίδια τούτην ώρα από τα΄ ακόνι,

και πως βωδούσαν, απ΄ τη μια μεριά πλυμένες

με το αίμα των οχτρώνε,

κι απ΄ την άλλη

σάμπως να θέρισαν αυτή την ίδιαν ώρα

μοσκιές και βιόλα απ΄ του μπαξέ Σου τα λουλούδια!

 

Κι απάνω και στις δυό πλευρές γραφή.

Απ΄ τη μια,

τα λόγια αυτά Σου χαραγμένα, στρατηγέ μας:

«Τη λευτεριά μας τούτη δεν την ήβραμε στο δρόμο,

και δε θα μπούμεν εύκολα στου αυγού το τσόφλι,

γιατί δεν είμαστε κλωσόπουλα, σ΄αυτό να ξαναμπούμε πίσω μά εγίναμε πουλιά,

και τώρα πιά στο τσόφλι μέσα δε χωρούμε.»

Κι από τη δεύτερη πλευρά,

γραφή άλλη χαραγμένη:

«Απάνω στην αλήθεια μου

ακόμα και το θάνατο τον δέχομαι

τι τόσες φορές το θάνατον εζύγωσα, αδερφοί μου,

και δε με πήρε,

πού, για τούτο,

το θάνατο καταφρονώ,

κι απάνω στην αλήθεια μου πεθαίνω.»

Χαρά σ΄ εκειόν που πρωτοσήκωσε απ΄ το χώμα αυτή τη σπάθα

και τέτοια διάβασεν απάνω της βαγγέλια.

Χαρά, λοιπόν, σ΄ Εσένα πρώτα, γερο-Βλαχογιάννη!»

 

 

-Κώστα Γ. Καρυωτάκη, «Ο ΔΙΑΚΟΣ»

Μέρα του Απρίλη.
Πράσινο λάμπος,
γελούσε ο κάμπος
με το τριφύλλι.

Ως την εφίλει
το πρωινό θάμπος,
η φύση σάμπως
γλυκά να ομίλει.

Εκελαδούσαν
πουλιά, πετώντας
όλο πιο πάνω.

Τ’ άνθη ευωδούσαν.
Κι είπε απορώντας:
«Πώς να πεθάνω;»

 

 

-«ΤΟΥ ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗ»

«Το λεν οι κούκοι στα βουνά κι οι πέρδικες στα πλάγια

και μια μικρούλα πέρδικα στον κάμπο της Αθήνας.

Είχε τα νύχια κόκκινα και τα φτερά βαμμένα.

Αποβραδίς μοιρολογά και το ταχύ φωνάζει:

-Τρίτη, Τετάρτη θλιβερή, Πέφτη φαρμακωμένη,

Παρασκευή ξημέρωνε, να μη είχε ξημερώσει

αφέντες  έβαλαν βουλή τον πόλεμο να πιάσουν.

Καραϊσκάκης φώναξε πάνω από τ΄ άλογό του:

-Πού είστε, μπρε Ρουμελιώτες μου, παιδιά αντρειωμένα;

Γυμνώστε τ΄ αλαφρά σπαθιά και ρίξτε τα ντουφέκια.

 

΄Ηρθε μεντάτι* των Τουρκών, πεζοί και καβαλάριοι.

Δεν ήταν λίγοι, ουδέ πολλοί, ήταν εννιά χιλιάδες.

Πρώτο γιουρούσι που ΄καμαν, δεύτερο τράκο κάμαν,

Λαβώνεται ο Καραϊσκάς κι ο καπετάν Νικήτας.

Κι ο Καραϊσκος φώναξε, ψιλή φωνούλα βγάζει:

-Έλληνες, μην κιοτέψετε, παιδιά μη φοβηθείτε

και πάρ΄ το γιούχα η Τουρκιά κι έρθει και μας χαλάσει.

Σαν Έλληνες βαστάξετε και σα Γραικοί σταθείτε.»

(Δημοτικό)

 

 

 

-«ΤΩΝ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΑΙΩΝ»

«Λάμπουν τα χιόνια στα βουνά κι ο ήλιος στα λαγκάδια, λάμπουν και τ΄ αλαφρά σπαθιά των Κολοκοτρωναίων, πόχουν τ΄ ασήμια τα πολλά, τις ασημένιες πάλες,

τις πέντε αράδες τα κουμπιά, τις έξι τα τσαπράζια

οπού δεν καταδέχονται τη γης να την πατήσουν.

Καβάλα τρώνε το ψωμί, καβάλα πολεμάνε,

καβάλα παίρν΄ αντίδερο απ΄ του παπά το χέρι.

Φλωριά ρίχουν στην Παναγιά, φλωριά ρίχνουν στους άγιους, και στον αφέντη το Χριστό τις ασημένιες πάλες.

-Χριστέ μας, βλόγα τα σπαθιά, βλόγα μας και τα χέρια.

Κι ο Θεοδωράκης μίλησε κι ο Θεοδωράκης λέει:

-Τούτ΄ οι χαρές που κάνουμε σε λύπη θα μας βγάλουν. Απόψ΄ είδα στον ύπνο μου, στην υπνοφαντασιά μου, θολό ποτάμι πέρναγα και πέρα δεν εβγήκα.

Ελάτε να σκορπίσουμε, μπουλούκια να γεννούμε.

Σύρε, Γιώργο μ΄, στον τόπο σου, Νικήτα, στο Λοντάρι

εγώ πάου στην Καρύταινα, πάου στους εδικούς μου,

ν΄ αφήκω τη διαθήκη μου και τις παραγγολές μου,

τι θα περάσω θάλασσα, στη Ζάκυνθο θα πάω.»

(Δημοτικό)

 

 

-Κώστας Κρυστάλλης, «ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΟ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ»

 

«Το Μεσολόγγι το μικρό, κι εκείνο στοιχειωμένο,

ατάραχτο στα Τούρκικα τα κύματα βαστιέται.

Χουμάει τ΄ ασκέρι απάνω του, τσακίζεται, σκορπιέται,

χούμισε ως τώρα τρεις φορές, και πάλι τώρα, πάλι

για να χουμήση εσήκωσε ολόρθο το κεφάλι.

Είναι πασσάδες τώρα δυό κι αμέτρητα τ΄ ασκέρια

ο Ιμβραήμ κι ο Κιουταχής. Μα και το Μεσολόγγι

κρύφτει στα μετερίζια του, σαν σε σπηλιές, ξεφτέρια,

και κάπου – κάπου ακούγωνται και κανονιώνε βόγοι.

Τώρα το κύμα είναι τρανό, είναι βαριά η μαυρίλα

το Μεσολόγγι είναι μικρό. Εκείθε ανατριχίλα

κι εδώθε φόβος πλημμυρεί κι ελπίδα την καρδιά.

Από στεριά και πέλαγο το ζώνουν ολοένα,

πως ζώνουν τ΄ άστρο σύγνεφα  βαριά και πυκνωμένα,

κι από τα παλληκάρια του γυρεύουν τα κλειδιά.

Άστρο κι εκείνο ήτανε τότε για την Πατρίδα,

για την Ελλάδα έλαμπε χρυσή εκείνο ελπίδα.

Χρόνος ακέριος πέρασε που τόχουνε κλεισμένο

και του γυρεύουν τα κλειδιά, το θέλουνε δεμένο.

Όσο κι αν έχης στη σπηλιά κλεισμένο το λιοντάρι,

δεν τόχεις και στα χέρια σου. Και τ΄ άξιο παλληκάρι,

που πολεμάει για του Χριστού την Πίστη, για Πατρίδα,

όσο που νοιώθει στην καρδιά αίμα και μια ρανίδα,

δε σου τη δίνει την τιμή, που είναι ….. τάρματά του

κι ένα κοτρώνι να βρεθή αν τύχη από μπροστά του,

όσο που λίγο να κρυφτή, είναι με μιας λιοντάρι,

που αν δή, κλεισμένο στη σπηλιά, την υστερνή του ώρα,

χύνεται σαν την αστραπή, κι αλλιά σ΄ εκειόν που πάρη!

Εκείνοι που φυλάγουνε το Μεσολόγγι τώρα

έχουνε τείχια γύρα τους και αίμα στην καρδιά τους,

αίμα καθάριο, ελληνικό, που δίνει στα ποδάρια

φτερά, τσιλίκι στην καρδιά, και σά θεριά, λιοντάρια,

σπιθοβολάει θεόφοβη η φλογερή ματιά τους.

Ένα δεν έχουν μοναχά, ένα στερεύοντ΄ όλοι…

Ψωμί, μπαρούτι, βόλι.»

 

 

-Ανδρέας Κάλβος, «ΕΙΣ ΤΟΝ ΙΕΡΟΝ ΛΟΧΟΝ»

(Το κείμενο που ακολουθεί περιλαμβάνει τις πέντε πρώτες στροφές από την Ωδή αυτή του Κάλβου. Η ωδή είναι εμπνευσμένη από την αυτοθυσία που έδειξαν οι εθελοντές του Ιερού Λόχου, οι νεαροί σπουδαστές που, αν και άπειροι από πόλεμο, αγωνίστηκαν ηρωικά και έπεσαν στο Δραγατσάνι τον Ιούνιο του 1821. Ο θάνατός του έμεινε λαμπρό παράδειγμα αφοσιώσεως στο ιδανικό της Ελευθερίας.)

 

Ας μή βρέξει ποτέ

το σύννεφον και ο άνεμος

σκληρός ας μη σκορπίσει

το χώμα το μακάριον

που σας σκεπάζει.

 

Ας το δροσίσει πάντοτε

με τ΄ αργυρά της δάκρυα

η ροδόπεπλος κόρη*

και αυτού ας ξεφυτρώνουν

αιώνια τ΄ άνθη.

 

Ω γνήσια της Ελλάδος

τέκνα  ψυχαί που επέσατε

εις τον αγώνα ανδρείως,

τάγμα εκλεκτών ηρώων,

καύχημα νέον*

 

σας άρπαξεν η τύχη

την νικητήριον δάφνην,

και από μυρτιάν σας έπλεξε

και πένθιμον κυπάρισσον

στέφανον άλλον.

 

Αλλ΄  αν τις απεθάνει

δια την πατρίδα, η μύρτος

είναι φύλλον ατίμητον,

και καλά τα κλαδιά

της κυπαρίσσου.

 

 

 -Γιάννης Τζήκας, «ΤΟ ΚΛΕΦΤΟΠΟΥΛΟ»

Ένα μικρό κλεφτόπουλο

μικρό κι αντρειωμένο

με τ΄ όπλο του στο χέρι του

τραβάει το μονοπάτι.

Στο δρόμο που επήγαινε

πουλάκια συναντάει.

Κι αυτά μ΄ ανθρώπινη λαλιά

του λένε, το ρωτάνε:

«Που πας μικρό κλεφτόπουλο

που πας αλαφιασμένο;»

Στέκεται λίγο, σταματά

και θαρρετά τους λέει:

«Σκλαβιά εγώ δεν ημπορώ

σπίτι να μην ορίζω

και πήρα την απόφαση

να πάω να πολεμήσω.

Θέλω πατρίδα λεύτερη

και πίσω δε γυρίζω!»

 

*Σημείωση: Όλα τα ποιήματα είναι από το βιβλίο των Γιάννη Π. Τζήκα – Τάσου Γούκου, «Σύγχρονη σχολική ανθολογία», εκδ. Ατραπός.

 

Advertisements

Single Post Navigation

8 thoughts on “Πες το με ποίηση (180ο): «Το ’21 και οι ήρωές του»…

  1. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    1. Η εθνεγερσία

    Δεν πρόκειται για τη Δόξα,
    αυτή οπωσδήποτε έχει καταμερισθεί˙
    δεν πρόκειται ούτε για τη Μέρα,
    γιατί συχνά κι’ αυτή αμφισβητείται˙
    δεν πρόκειται για τον τόπο,
    γιατί πολλοί τόποι ερίζουσιν.

    Αλλ’ ακέραιο μένει κι’ αδιαίρετο
    το μέγα Μυστήριο των ενωμένων ανθρώπων
    (κι’ ας είναι τόσες οι διαίρεσές τους)
    κι’ η πρόοδό τους με ζήλο πανηγυριού
    για το Μαρτύριο το θελημένο του πληρώματος.

    Οργώθηκε η Πατρίδα για τη λύτρωσή της
    και σπάρθηκε από Άγγελο επιτήδειο.
    Θολές ήταν οι μέρες, βροχερές
    πλουτίζανε ποτιστικά τη γης
    κι’ όλη η λαμπράδα έφεγγε κρυμμένη
    με τις μπαρούτες έτοιμες να σκάσουν.

    Ήταν η ώρα δειλινού, κι’ αποσπερίς
    ψαλθήκανε οι ουράνιοι παιάνες.

    Όσο κι’ αν έδειχνε ο χειμώνας
    πως δε θα φύγει, απ’ όπου ευρέθη,
    μεγάλη κίνηση είχε ο ουρανός
    και τα φτερά τα εαρινά
    πολύ δουλέψαν.

    Ο άπιστος κι’ ο αγριωπός δεν είχε θέση
    σε μιαν Ελλάδα που αφιερώθηκε στο Θεό της
    απόκομμα ασημένιο κολλημένο
    στο εικόνισμα το πολυφιλημένο.

    Ήρθε στιγμή που ομοιώθηκε η Ελλάδα
    με Παναγία κι’ είπε πάλι Εκείνη
    το Ιδού, η δούλη κι’ εγώ του Κυρίου.

    Κοινολογείτο από παντού ο θείος ο λόγος
    στα φανερά: Εγγύς το Πάσχα, ετοιμασθείτε.

    Κι’ ήρθε το Πάσχα τω όντι,
    αφού του προηγήθη
    ο Μυστικός ο Δείπνος
    του Μεσολογγιού.

    ΤΑΚΗΣ ΠΑΠΑΤΣΩΝΗΣ – Η εθνεγερσία (ΕΚΛΟΓΗ Β’, 1962)

    ***

    2. Του Λεωνίδα, ω Διάκο εσύ, ξεπέρασες τη δόξα
    Είχε «τοις κείνων ρήμασι» κι είχες τον εαυτό σου.
    Είχες στο χέρι ένα σπαθί κι είχε τρακόσια τόξα.
    Κι όσα τα πλήθη των Περσών κι οι Τούρκοι τόσοι ομπρός σου…

    ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΦΙΝΗΣ

    ***

    3. «Γραικός γεννήθηκες, Γραικός θε να πεθάνεις,
    Θανάση Διάκο, στου μαρτυρίου σου
    το δρόμο, ως ξεδίπλωσες
    τη ματωμένη σημαία του Εικοσιένα,
    τη θυσία Σου,
    έσπειρες
    με το σπαθί, που σούμεινε
    στης Αλαμάνας το τρανό γεφύρι…»

    ΖΗΣΗΣ ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΣ

    ***

    4. «Περήφανος κι αμόλεφτος, τη σούβλα σου φορτώθηκες,
    αυτάγγελτη διαταγή της σκλαβωμένης γης
    και τράβηξες σαν το Χριστό, να στήσεις το Σταυρό σου…

    Κι ως σε θωρούσε η Άνοιξη να τραγουδάς περίλυπος,
    την Ιστορία εκάλεσε, πηγή της λεβεντιάς σου,
    για να σου πει αθάνατη το «χαίρε!…»

    Ας ζει η δόξα σου παλμός, της ομορφιάς φανάρι,
    να οδηγάει στα τρίσβαθα του τίμιου λογισμού,
    μπρος στη φθορά να ορθώνεται αλύγιστο κοντάρι,
    θυμίζοντας τους μάρτυρες τ’ Άγιου Ξεσηκωμού».

    ΚΩΣΤΑΣ ΑΒΡΑΑΜ

    ***

    5. [ ΚΑΝΑΡΗΣ ]

    Κάποιοι δαιμόνοι
    τον είχαν στείλει.
    Έγινε αχείλι
    κόσμου που επόνει.

    (Ήρωες χρόνοι!)
    Και πώς εμίλει
    με το φιτίλι,
    με το τρομπόνι!

    Το πέρασμά του,
    μήνυμα κρύο
    μαύρου θανάτου.
    Κ’ είχε θείο
    χέρι που φλόγα
    κράταε κ’ ευλόγα.

    KΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ

    ***

    6. [ BYRON ]

    Ένιωσεν ότι
    του ήσαν οι στίχοι
    άχαρη τύχη
    και ματαιότη.

    Η ορμή του η πρώτη
    πια δεν αντήχει,
    αλλά, στα τείχη,
    ένδοξη νιότη.

    Γίνονται οι γέροι
    γαύροι. Θα ορμήσει
    ανδρών λουλούδι.

    Κι ο Μπάϋρον ξέρει
    πώς να το ζήσει
    το θείο Τραγούδι.

    Κώστας Καρυωτάκης

    Μανώλης Μητσιάς – Τσάμικος

    7. «Διονύσιος Σολωμός»

    Για τον Διονύσιο Σολωμό τι έχω να πω; Από γύρη
    κι ανθούς η κάθε λέξη του και φως και ονειροπύλη
    στης λευτεριάς το ουράνιο πανηγύρι
    όπου χορέψαν οι έρωτες με τον ξανθόν Απρίλη.

    Ποιος σ’ έχτειλε και ποιας θεάς το γάλα έχεις βυζάξει
    που απ’ της Τουρκιάς τα σίδερα μια νύχτα είχε λυθεί,
    Μεγάλε μας, μάς έμαθες πώς η αρμονία και η τάξη
    αστράψαν μέσα στη σκλαβιά σαν δίκοπο σπαθί.

    Δημήτρης Παπαδίτσας

    ***

    8. «Καημένε Μακρυγιάννη να ’ξερες»

    Καημένε Μακρυγιάννη να ’ξερες
    γιατί το τζάκισες το χέρι σου

    το τζάκισες για να χορεύουν σέικ
    τα κωλόπαιδα.

    Ντίνος Χριστιανόπουλος

    ***

    9. «Μάθημα ιστορίας Α’»

    Τον Κωνσταντίνο άγιο, τον Θεοδόσιο μέγα
    γιατί ο ένας σκότωσε όλους τους συγγενείς του
    το θρόνο μην του πάρουνε κι επίσημος ο άλλος
    διώκτης μέγας και σφαγεύς υπήρξε των Ελλήνων
    μόνο και μόνο επειδή Έλληνες γεννηθήκαν.

    Μα ο παπα-Φλέσσας έμεινε σκέτος ο Παπαφλέσσας.
    Ούτ’ άγιος κηρύχτηκε ούτε ονομάσθη μέγας
    γιατί αυτός δεν έσφαξε αδέρφια για το θρόνο
    ούτε και την εξόντωση εσκέφθη των Ελλήνων
    μα έπεσε μαχόμενος σε μάχη μ’ αλλοφύλους
    που μπήκαν και αφάνιζαν την δύστυχη πατρίδα.

    Γιάννης Υφαντής

    ***

    10. «Ο Λόρδος Charles Murray πεθαίνει για την Ελλάδα»

    Αθώα βροχή αποφάσισε
    λύσε αυτό το αίνιγμα την καρδιά μου
    σα σύννεφο μαύρο σκεπάζει
    τη ζωή μου
    ο ουρανός περνάει και χάνεται
    δεν υπάρχει ποτέ ουρανός
    μόνο το βλέμμα που τον ζητάει
    στα ορεινά περάσματα της Αχαΐας
    περιμένω την απάντηση

    μην αργείς άλλο βροχή
    στο δρόμο από το Ναύπλιο για Μεσολόγγι
    έχουν γίνει όλα σκληρά ακατεύναστα
    σαν εφιάλτης του Θεού
    που κοιμάται

    είναι 26 Ιουλίου 1824
    πάνε εικοσιδύο μέρες
    που κάηκαν τα Ψαρά
    που έγινε στάχτη η ψυχή μου

    οι Έλληνες με περιφρόνησαν
    η οικογένειά μου με αρνήθηκε
    όμως από σένα βροχή περιμένω
    την απόλυτη είδηση
    αγλαόν ύδωρ φως μου
    άστραψε τώρα
    στη σκοτεινιά της επιφάνειας
    παραμέρισε το κορμί μου
    και μπες
    ο θάνατός μου είναι άδειος

    Βαγγέλης Κάσσος

    Περήφανοι όλοι

    11. [ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΗ ΗΜΕΡΑ]

    Με το φως στα μάτια
    με το γέλιο στα φορέματα και στον ουρανό
    γέλιο μικρών παιδιών στους περιβόλους
    χαρτάκια από καραμέλες και το καλό πουλί
    που γνωρίζει του καθενός τη μοίρα.

    Αυτός ο θριαμβευτικός άνεμος
    πνέοντας κατά τη δύση μαζί με τα μάτια
    των κοριτσιών που κρατούν παρθενικό μαντήλι
    πάνω από τα κεφάλια των γερόντων.

    Όλα κινούνται με χορτάρινη γαλήνη
    μες στην οσμή των θυμιαμάτων, της δάφνης
    μες στα θροΐζοντα φοινικόκλαρα:
    τα κλειστά καταστήματα
    οι κωδωνοκρουσίες
    κι αυτές οι χιλιάδες τα σοσόνια των κοριτσιών
    που μέσα τους φυτρώνει το εφηβικό φυτό.

    Γεμάτες οι πλατείες και τα καφενεία
    από εορταστές ντυμένους τα καλά τους.
    Τι χαρμόσυνη πανηγυρική ημέρα!
    Τι εξαίρετος ήλιος για μέρα φθινοπωρινή!

    Οι κύριοι με το σαγόνι στο στήθος
    Καταλαμβάνονται από νάρκη, με την εφημερίδα τους
    στα γόνατα, με κρυωμένον τον καφέ τους˙
    οι κυρίες, οι αγαπητές κυρίες των πανηγυριών
    αναπολούν τη νεότητα τους προσβλέποντας τις νέες
    που σήμερα φυτρώνει στο στήθος τους λουλούδι.
    ένα γραμμόφωνο
    δεν προσέχει κανείς
    μόνο συντείνει για να ολοκληρωθεί η χαρά
    με το συντριβανάκι της πλατείας στη μέση.

    Όμως όλοι αυτοί
    λησμόνησαν τις θλιβερές οικίες τους
    με τους θρηνητικούς μπουφέδες της σάλας
    με τα δωμάτια των παιδιών που βλέπουνε προς την αυλή.

    Λησμόνησαν κάτι τραπέζια που προέρχονται εκ προικός
    Μια ραπτομηχανή θέμα χιλίων συζητήσεων
    και τις ραϊσμένες ανθοστήλες για τα αποτσίγαρα…
    Και να που οι κατοικίες, μνησίκακες
    τώρα που έπεσε το βράδυ
    καρτερούν στην κρύα σκοτεινιά με μοχθηρές πόρτες
    αυτούς που ξέφυγαν υπό το πρόσχημα της πανηγύρεως.

    Γράφτηκε το 1943 Γιώργος Β. Μακρής

    ***

    12. ΠΑΡΕΛΑΣΗ 25ης ΜΑΡΤΙΟΥ

    Το πρωί, δοξολογία στον Αη-Γιώργη
    Πανηγυρικός της ημέρας από μια καθηγήτρια
    – Κοραής, Ρήγας, Κολοκοτρώνης παρελαύνουν
    και συγκλίνουν στην 23η Μαρτίου 1821.

    Μετά οι αρχές, περπατητά, σκούρα μπλε κουστούμια
    και μαύρα γυαλιά ορισμένοι, επίσημες στολές οι αξιωματικοί,
    φτάνουν στην εξέδρα απέναντι από την Πυροσβεστική.
    Κατάθεση στεφάνων σ’ ένα σκουρόχρωμο άσκημο άγαλμα.
    Ύστερα, η φιλαρμονική του Δήμου, με μπορντώ σακάκια
    υπό τη διεύθυνση του Αρχιμουσικού κ. Βασ. Χαραμή
    παίρνει θέση απέναντι από την εξέδρα
    και παιανίζει χαρμόσυνα.

    Παρελαύνουν τα σχολεία.
    Τα Δημοτικά, δημόσια και ιδιωτικά
    με παιδιά ντυμένα τσολιάδες κι Αμαλίες
    και ηπειρώτισσες, κερκυραίες, νησιώτισσες
    ενώ οι μπαμπάδες τα καμαρώνουν
    μέσα από το πλήθος.

    Ύστερα τα Γυμνάσια και τα Λύκεια,
    μίνι φούστες μπλε σκούρο, άσπρα πουκάμισα
    και σκούρα γιλέκα, άσπρα γάντια.
    Τα παιδιά μας, το μέλλον μας, ορισμένα Αλβανάκια,
    τα ίδια που σερφάρουν στο Ίντερνετ,
    θρονιάζονται στα μπαρ τα βράδια
    και θέλουν να γίνουν ποδοσφαιριστές,
    μοντέλα ή ηθοποιοί –λεφτά με τη σέσουλα.
    Μετά, η Πυροσβεστική και λίγα τμήματα πεζών του Στρατού.
    Δεν υπάρχουν πλέον άρματα, ούτε μηχανοκίνητα, οικονομία,
    ο στρατός έχει περιοριστεί αρκετά.

    Το πλήθος χειροκροτεί λίγο,
    κουνάει μικρές σημαιούλες
    κι οι φωτογράφοι αποθανατίζουν όλους τους σημαιοφόρους,
    όλους τους παραστάτες, τους διμοιρίτες και λίγα τμήματα.
    Ο ήλιος χρυσίζει τους σταυρούς στα κοντάρια των σημαιών,
    γαλανόλευκες, πολλές γαλανόλευκες.
    Άλλη μια παρέλαση τελείωσε.
    Ο δήμαρχος συγχαίρει την κυρία Φρόσω
    για το γιο της, σωστό λεβέντη.

    Ο Κολοκοτρώνης στριφογυρίζει στον τάφο του
    Ο Καραϊσκάκης βρίζει και πάλι τον Τσούρτς, άτιμο εγγλέζο
    Ο Νικηταράς δεν δέχεται καμία τιμή.
    Ο Καποδίστριας σχεδιάζει την Πρόνοια.

    181η επέτειος του ’21. Είμαστε ελεύθεροι.
    Κι αδιάφοροι, κι εγωιστές και μικρόψυχοι
    Δεν μας έτυχε, βλέπετε, κανένα έπος κι εμάς.
    Το μόνο έπος μας, τα πορτοκάλια, ο μισθός, οι επιδοτήσεις της ΕΟΚ.
    Κι ο τουρισμός, ο Ψαρομαχαλάς είναι γερμανικός.
    Τ΄Ανάπλι γιόρτασε και φέτος με μεγαλοπρέπεια.

    25.3.2002
    Γιώργος Ρούβαλης, «Ξεχασμένα Πορτραίτα», Ηριδανός, 2010

    Ο γέρος του Μοριά, Σοφία Βέμπο

    13. Ο γέρος του Μοριά

    Ένα τραγούδι θα σας πω για το Λεβέντη,
    τον ασπρομάλλη μας, το Γέρο του Μοριά
    και βάλτε, αδέλφια μας, για να στηθεί το γλέντι
    τριπολιτσιώτικο κρασί και ψησταριά.

    Γεια και χαρά σας, Μοραΐτες αδελφοί
    κι εσείς κοπέλες, γεια σας.
    Τη Λευτεριά η Ελλάδα μας
    χρωστάει στη λεβεντιά σας.

    Τα όμορφα χρόνια, τα παλιά, να ξαναζήσουν
    και στου Ταΰγετου την πιο ψηλή κορφή,
    κει, των προγόνων οι σκιές χορό να στήσουν
    και να τους λέει τ’ αγέρι τούτη τη στροφή:

    Γεια και χαρά σας, Μοραΐτες αδελφοί,
    που η μάνα αν δε σας γέννα
    ούτ’ Αγια – Λαύρα θα ‘χαμε
    ούτε Εικοσιένα.

    ΜΙΜΗΣ ΤΡΑΪΦΟΡΟΣ

    ***

    14. [Παρέλαση]

    “… Η παρέλαση ακόμα συνεχίζεται, Μπρος πάνε οι σαλπιγκτές και πίσω τους
    οι βαθμοφόροι με τα διακριτικά τους. Από το πλάι στη διαδρομή προφταίνουν
    να ιδρυθούν ζαχαροπλαστεία και ζυθοποιεία.

    Σκέφτεσαι τι σπουδαίο θα ήταν να μπορούσε όλος ο τελευταίος πόλεμος
    να χωρούσε σ’ αυτό το τετραγωνάκι. Τώρα οι πρώτοι θα έχουν φτάσει κιόλας
    στη στροφή του δρόμου και θα πλησιάζουν στο λιμάνι.

    Με το που αρχίζει να σκοτεινιάζει, ο καφετζής της γωνιάς σκαρφαλώνει
    σ’ ένα τραπέζι για να κρεμάσει ένα φαναράκι. Μόλο που δεν
    έχει δεύτερη παράσταση απόψε. Ετοιμάζομαι να τρομάξω.
    Ακούγεται μια βοή. Θα ‘ναι τα γεγονότα που ολοένα τρέχουν.

    Μερικά παραχαραγμένα σαν χαρτονομίσματα. Ζητώ ν’ αγοράσω αξιοπρέπεια
    σαν αυτή των ελεφάντων που απομακρύνονται για να πεθάνουν.
    Είναι μέρες τώρα που ανεβοκατεβαίνω σκαλιά χωρίς να βρίσκω το σπίτι μου.

    Θα πρέπει να γραφτεί και το τελευταίο κεφάλαιο της ιστορίας για να δω
    αν ανήκω στη φυλή σας. Δε μου αρέσει. Όλα τελειώνουν κάποτε.
    Ένας κλητήρας απλώνει τον τάπητα της δικαιοσύνης.”

    (Οδυσσέας Ελύτης, Εκ του πλησίον)

    *****

    Και η απομυθοποίηση έρχεται από μια άλλου ύφους και άλλου ήθους ποιήτρια:

    15. [τι είν’η πατρίδα μου;]

    Όταν ζούσα στη μυστηριώδη νήσο τα σύνορα του έθνους μου ήταν το σπίτι του Κόντε,
    η καμπάνα του ΄Αη Σπυρίδωνα κι εκεί που πάρκαρε το μηχανάκι του ένας Σπύρος που
    έπινε τζιτζιμπίρες και μ’ έβγαζε βόλτες πάνω κάτω στο Λιστόν.
    Στη γενέθλια είχα ορίσει χωρικά ύδατα το υπόγειο που έκρυβα κάτι παλιά Κοσμοπόλιταν
    με συμβουλές “πώς να τον κατακτήσετε σε δέκα λεπτά”, το στενό ανάμεσα Αγίας Μαρίνης
    και Σαλαμίνος που κάποιος πολύ Κατακτητής με είχε κατακτήσει και το κοσμικό κέντρο
    Φάληρο που θαυματουργούσε τις προκατακλυσμιαίες εποχές που ΕΟΚ και ΝΑΤΟ
    ήταν το ίδιο συνδικάτο.
    Εδώ που είμαι τώρα, σ’ αυτή τη μικρή βόρεια κόγχη με τους μιναρέδες και τις παλιές
    καπναποθήκες, ελέγχω το στρατό μου ανάμεσα στα Κτελ που αναχωρούν και στα Κτελ
    που επιστρέφουν. Στο σαλόνι οι προμαχώνες με τα άπαντα του Μικρού Νικόλα και τις
    τραυματισμένες Μπάρμπι εγγυώνται την εθνική μου ασφάλεια.

    Δεν κινδυνεύω από εχθρικά φουσάτα.
    Κανένας λίβας δε μου καίει τα σπαρτά.

    Είμαι η σημαία μου, οι παραστάτες μου, η μουσική στα μεγάφωνα
    και τα χειροκροτήματα του πλήθους μου.

    Είμαι η θάλασσα, οι κάμποι μου και τ’ άσπαρτα ψηλά βουνά μου.
    Είμαι κι αυτά κι εκείνα – όλα πατρίδα μου είμαι.

    Γλυκερία Μπασδέκη

    • Πολλά και ωραία! Bravissima!!!

      -Γιώργος Μπλάνας, «Ωδή στον Γεώργιο Καραϊσκάκη»

      Στον Σπύρο Ασδραχά

      |Dans la vertu l’audace se ranime,
      Et la faiblesse est compagne du crime|.
      Louis Antoine Leon de Saint-Just.

      1.

      Στο ποίημα αυτό προτίθεμαι να τραγουδήσω τον αρχιστράτηγο του μένους των Ελλήνων, Γεώργιο Καραϊσκάκη.
      Όχι επειδή επιθυμώ τίποτε αναίμακτα βραβεία, κι ίσως ίσως τη στρίγγλα εκείνη συντριβή του εθνικού ποιητή στη χάμω γλώσσα,
      αλλ’ επειδή -τουλάχιστον εγώ- ταράζομαι τα βράδια, όταν είναι το φεγγάρι κάποιο είδος τροχαλίας, που ανασύρει απ’ το πηγάδι της σιωπής τα όνειρα της πέτρας.
      Τότ’ επιστρέφει ο νεκρός παλικαράς της γης μου και πελεκάει τεχνικά των ζωντανών τη γλώσσα.
      Τότ’ επιστρέφει ο φωτεινός και με ξυπνάει, κι είναι απ’ ώρα ποτάμια οι φλέβες μου ανοιχτές,
      καίγονται οι αρθρώσεις μου σαν τα χωριά, τα πόδια μου τυφλά παραπατάνε τα κόκαλά τους με τριγμούς βαθείς, πέτρα την πέτρα,
      κατ’ όπου κάποτε δροσιά των λιβαδιών και πόδια παιδιών που χόρταιναν ανατριχίλες,
      κι ένα κορίτσι δούλευε των αγοριών τον κήπο μες στα νεράντζια των πλησίστιων στεναγμών του.
      Τινάζομαι άξαφνα και λέω: «Τι θέλεις μες στη νύχτα, παλικαρά; Τα σπλάχνα μου απαιτείς;
      Δεν πρέπει να ‘χει σίδερο καρδιά για να σ’ αντέξει αυτός που τρέχει στους γκρεμούς γυρεύοντας τα κρίνα;»
      Κι αυτός: «Δεν πρέπει να ‘χει τη γλώσσα του ο ποιητής, τρέλα καλά γαλβανισμένη;»
      Και χάνεται, με παρατάει μες στη βαθιάν αλήθεια.

      2.

      Βαθαίν’ η αλήθεια κάποτε, και βρίσκεσαι αίφνης ναυαγός στην ίδια σου πατρίδα.
      Κι είναι κοράκι η λεμονιά και σκύλος το θυμάρι, το πεύκο τρώει τον άνεμο και το πανί τον γλάρο,
      κι ο ναυαγός που δέρνεται δεν έχει πια καθόλου μνήμη: μια φλύαρη Ολλανδή κυρία η πνιγμένη,
      των σκοταδιών περίγελος ο γέρος, των βράχων καταπίστευμα ο νέος, δυο φίδια χόρτο ο άνεμος και μια βελάδα λάσπη βασίλισσα στις λεμονιές.
      Ναι! Όλ’ αυτά ενόσω η θάλασσα καραδοκεί βαθιά σαν την αλήθεια, να κατεβούμε κάποτε στο κύμα του θεού, τα ζώα να φορτώσουμε στο πλοίο, κι εμάς ξοπίσω.
      Ναι! Όλ’ αυτά ενόσω καν δεν ξέρουμε αν σώζεται ακόμα Ιθάκη.
      *
      Βαθαίν’ η αλήθεια κάποτε, και λες θα πάω στα βουνά, ψηλά~ θα πάω να βρω μια χαρακιά του ήλιου ανάμεσα στα πεύκα,
      να στήσω εκεί μια δυο φορές τον ίσκιο μου σκιά, σαν άνθρωπος να ζήσω την εσχατιά του Ανθρώπου.
      Μα έρχεται αποβραδίς το ποίημα δριμύ και στέκεται κι ακούει τα κήτη να γυρίζουνε στης πόλης τον βυθό•
      «Εγώ, εγώ!» ολολύζουνε, κι η νύχτα, των αστέρων ο ποθοπλάνταχτος πλοηγός, μια σκοτεινή μαρμαρυγή γεμάτη δένδρων και κλαριών και φύλων και καρπών αποκαϊδια.
      Έρχεται, λέω, το ποίημα -ο άστεγος των λέξεων- και αγρυπνάει παράφορα ολόκληρη την πρώτη αρχή, σ’ έναν και μόνο πόθο~
      ναι, αγρυπνάει και λέει βραχνά: «Για κοίτα θέσε ριζικά όλο αυτό το μορφικό συναίσθημα εν γένει,
      που συγκροτεί του δέοντος τον ειδικό τον χαρακτήρα~ κι ας έχει ήδη αναστραφεί του Εγέλου η κολυμπήθρα».
      *
      Γι’ αυτό, λοιπόν, θα υλοποιήσω την πρόθεσή μου αμέσως.
      Τουλάχιστον εγώ δεν θα στερήσω τη Μούσα απ’ τους παροξυσμούς που δικαιούται.
      Κι όποιος ακούσει άκουσε, κι όποιος στραφεί και φύγει, κακό του κεφαλιού του.
      Έτσι κι αλλιώς, ο ποιητής γνωρίζεται απ’ τα δόντια, που χώνουν τα κοπρόσκυλα των λέξεων στο θρασύ χέρι της εξουσίας.
      Έτσι κι αλλιώς, ο ποιητής τεκμαίρεται απ’ τα όνειρα, που γρούζουν τα κοπρόσκυλα των στίχων στο ηλιόλουστο πλατύ της Ιστορίας.
      Χώρια ή μαζί, κοπρόσκυλο• εδώ ή εκεί, ο ξένος! Τι έχω να χάσω απ’ τη φωνή, του Λόγου ο μετανάστης;

      3.

      Ρωτάω, λοιπόν, τι ήθελε να πει ο Λακεδαίμων, που τρέλανε τους αριθμούς στο άσυλο των στενών;
      Τι σώπαινε, όταν κραύγαζε κι έβρεχε σίδερο πυκνό το ξύλο, εσπευσμένο κατά τον χάμω θάνατο, και χόρταιναν τα πτώματα των ζωντανών το χρέος;
      Απ’ την στιγμή που η άνοιξη μας βρίσκει κατακούτελα σαν πορτοκάλι, τι έχουν -όλως παραδόξως- να μοιράσουν οι εργατικοί ανεμόμυλοι με τη νωθρή λεκάνη ενός μπαρμπέρη Καστιλλιάνου;
      Γλυκός-ξινός ο ουρανός, μπορεί να υπενθυμίζει σ’ έναν αστό πως το σκοινί της πνιγηρής ανόδου του κοστίζει.
      Οι εργολάβοι της αλήθειας πρέπει, το δίχως άλλο, να βάζουνε τα πράγματα στη θήκη τους, και η χειροτεχνία του κόσμου που γεννάει στο φως όλα σαν στο τσεπάκι της, να δείχνει
      -ντροπιαστικά αμείλικτη- στον ευγενή ιππότη, πως η πίστη σ’ έναν Θεό δεν είναι καν ένα παράρτημα της πίστης στον άνθρωπο, μια νέα έρευνα (η πρώτη ήτανε μεροληπτική).
      Ενώ εσύ σαλτάρισες χλωρά μες στην καλύβα του θυμού απ’ το παράθυρο και άνοιξες την πόρτα εν είδει ερμηνείας του αρχαίου ρητού.
      Ενώ εσύ κατέδειξες πως τίποτε στον κόσμο δεν είναι μοιρασμένο χειρότερα απ’ τον νου.
      Βέβαια, εξηγείται. Τη μάνα σου, μόνο τ’ αγρίμια την είχαν για κυρά. Αυτό νομίζω αρκεί, αφού είναι πάντα γυναίκα διάφανη η νεράιδα, σαν δροσιά:
      λίμνες τα μάτια, λαγκαδιές ανθόσπαρτες τα πόδια, φυλλωσιές στον άνεμο τα ξέπλεκα μαλλιά.
      Γυμνώνεται η κρυστάλλινη, φέγγει, μοσχοβολά καν ξέφωτο καν μια σπηλιά, για να γεννήσει ομίχλη πυκνή, σαν το φαρμάκι του φιδιού μες στα σκοτάδια
      και νύχτα έναστρη, σαν βλέμμα φιλελεύθερο θηρίου καταπάνω στο παγώνι του αθλίου κυνηγού.
      Γυμνώνεται η κρυστάλλινη, κι ένας φωνάζει: «Αχ, η σφαγή των γάργαρων ματιών σου!» Κι άλλος κραυγάζει: «Αχ, η πληγή των εκατοχειλιών σου!»
      Μα όλοι δεν φυλάγονται απ’ την κλειστή ζωή, τη μισθωμένη τη ζωή και την επιπλωμένη.
      Λίγοι είναι αυτοί που παν κοντά στη στοιχειωμένη τη ζωή. Λίγοι απογίνονται παιδιά μες στα παιδιά τους ματωμένοι.
      *
      Αυτά, λοιπόν, τα ορεινά, τα σύσκια για τη μάνα σου• ο πατέρας είδε γέροντες να μπαίνουν μοναχοί τους στη φωτιά
      και νέους απάνω στα παλούκια να πηγαίνουν, σαν χελιδόνια οι γλώσσες τους στην τροπική αλήθεια των εγχώριων παθών
      και μόνο για το δίκαιο των αιμάτων βρήκε μια κάποιαν ηδονή στον ταραχώδη βίο,
      αφού από νέος ζύγιζε το αυγινό σπαθί των λογισμών του, κάτω από την πανσέληνο άλγεβρα των θυμών του.
      Μέχρις εδώ για τους γονείς. Κι αν κάποιος θέλει να ξέρει περισσότερα, θα πρέπει να έχει υπόψη του πως κόβουν και τα λόγια, μα δεν φτιάχνουνε πατρίδα.

      4.

      Εν πάση περιπτώσει, πλήθος ήταν εκείνοι στον καιρό σου, που αναζητούσαν κήπο και ξαφνικά τα χέρια τους βλάσταιναν αίμα,
      κι ακόμα περισσότεροι αυτοί, που δεν απασχολούσαν τα κύμβαλα του δεύτερου εν ζωή αλαλάζοντος πατέρα.
      Οι μαρτυρίες των περιηγητών ήσαν λεπτομερείς, και τα κουνάβια αισθάνονταν πως δεν μπορούσαν να κάνουν ήσυχα παιδιά μες στις φωλιές τους.
      Κανείς ωστόσο δεν μπορούσε να πει τίποτε σίγουρο, γι’ αυτό ίσως η σφοδρή κλαπαταγή της αυτοδιαχείρισης να εκτόπιζε κάτι βαθύ στον κόσμο γύρω,
      και -φυσικά- τη δυστυχή συνείδηση την ίδια και τα λοιπά συμπτώματα της εμμενούς ευρυαγγείας των όντων.
      Αλλ’ είχες γεννηθεί εσύ, κι έγινε απόγευμα επιτέλους, και οι ρίζες των πεύκων σώπασαν με τη βαθιά περίσκεψη της καταχνιάς,
      σαν να σχεδίαζαν κρυφά την άμεση δημιουργία μιας νέας λογιοσύνης, πλεγμένης με τρεχάματα παιδιών μέσα στη νύχτα, και κάθιδρες αγρύπνιες των παιδιών μέσα στα χρόνια.
      Κι έγινε νύχτα γεμάτη άλογα που έγλυφαν αργά, σαν νυσταγμένα, το παχύ σκοτάδι~ άλογα ασάλευτα σαν κίονες μέσα στο σκοτάδι, και πιο πέρα τα παιδιά
      κουρνιασμένα στις μάλλινες φωλιές των μανάδων, να ονειρεύονται κοπάδια χαίτες και γυμνά βυζιά μαστιγωμένα από την μπόρα στην παλάμη του σταριού,
      γύρω στα 1700, που ήταν τα σιτηρά τόσο φθηνά στη Θήβα και τόσο πολλά στη Θήβα και πούλημα δεν είχαν.
      Κι εσύ, βαθύτατα αυτόχθων, έφτυσες μια στο χώμα και τινάχτηκες, λόγιος και άρχοντας, προσηνής και ποτέ πληβείος,
      ίσαμε τα κατάλευκα σφυρά της ντροπαλής εκείνης ξιφομάχου, που βγαίνει μόνο νύχτα, όταν τα στάρια είναι πολλά κι είναι φθηνά και δεν υπάρχουν μονάχα ως δεδομένα
      ποσά αξίας που ισούνται με το χρήμα, στο οποίο έχει σβηστεί κάθε αξία κάμπου• κι αυτό λεγόταν ήδη Ελευθερία.
      Έσπευσε τότε το τριζόνι να καρφωθεί σαν βόλι στη φλούδα του πλατάνου, κι όταν κατέφθασαν μεσάνυχτα βαθιά σκοτεινιασμένα,
      τραγούδησε -ευθέως αυτό προς την κατεύθυνση ενός ιδανικού- τις αρετές που μοιραζόσουν με το φύλλο καταπάνω στον βοριά.
      Φυσούσε• κάπου μακριά, ένα δένδρο πάλευε στ’ αρχαία του φύλλα μια χάλκινη ψυχή,
      κι η νύχτα ερχόταν πορφυρή, στόμα ανοιχτό, κοπάδια δόντια και ανάσες φλογερές του καταπρόσωπο θανάτου.
      Κατάμαυρα πουλιά αποσιωπούσαν το σκοτάδι στα ματωμένα ράμφη τους. Τα βράχια διατύπωναν τη γλώσσα των τυφλών
      κι απάνω το διάστημα άβολο, ξένο, αιματηρό, απαιτούσε έναν θάνατο ελάφι στα νύχια του αετού.
      Γύρισες, κοίταξες: στεκόσουν άσκοπα κι εμπόδιζες μιαν άσκοπη ομίχλη ξεπαγιασμένος μέσα στη σιωπή.
      Τα σπίτια έτρεμαν σιγά με τα πορτόφυλλά τους, καθώς η νύχτα έσερνε δύσβατα όνειρα κι απόκρημνους ψιθύρους, στο καλντερίμι τής γερακίσιας γλώσσας σου.
      Μα ήσουν ήδη παλικάρι κι είχες προσβάλει, καίρια, το αγέλαστο πνεύμα της σταδιακής επεξεργασίας των λέξεων και ήταν πια μια αρχή.
      Ο δρόμος πήγαιν’ απ’ τον κήπο κατευθείαν στο φεγγάρι, κι ήτανε τριαντάφυλλο σαν φλόγα το σκοτάδι,
      απ’ όπου οι ψυχές γύριζαν κόκκινες σαν τη φωτιά, κι όταν τις έπιανες καιγόσουν, γιατί όντως ήτανε φωτιά,
      και παραπέρα κάτι ψίθυροι, με οχτώ πόδια και δύο κεφάλια, μάτια φωτεινά, που μόλις ένοιωθαν ανάσα ανθρώπου καίγονταν και χάνονταν κάτω απ’ το νερό, στον κάτω τόπο των καρπών,
      και είχαν βλέμμα σκύλου, πάτημα λιονταριού και δόντια κάπρου να σπαράζουν δυο μέτρα άντρες, απ’ τη συνείδηση και πάνω
      κι άλογα με πόδια κόκορα από κάτω, και γενειάδες στη βούληση, μαλλιά στην κρίση, μια φωνή γλυκιά σαν το ποτάμι που κυλάει τα νερά του.
      Και βγήκαν οι προφήτες: στοιχειά από τη μέση και πάνω κι άνθρωποι, κακήν κακώς πιο κάτω,
      και μίλησαν όλες τις γλώσσες του κόσμου κι έφαγαν πολλούς, εκτός απ’ τα κεφάλια.

      5.

      Ωστόσο, συναθροίστηκαν οι σκοτεινοί στον τόπο των δύστυχων βατράχων: ένας με το παλιό το στήθος και την καρδιά τραυλή,
      κι άλλος που έσερνε μια χαλασμένη συνείδηση από τα σκουπίδια, τρεις νύχτες ευρωπαϊκές, κι ήταν καθόλου εργατικό επάνω το φεγγάρι.
      Κι έλεγαν άνθρωπο το πρόστυχο απέξω, κι έλεγαν μέσα τον πρόστυχο άνθρωπο. Αυτά~
      κι ένας που δεν γνώριζε τη γλώσσα, κατάλαβε τα λόγια τους, ώσπου αρρώστησε βαρύτατα σαν ποίημα,
      και νήστεψε η γη τον πληθυσμό της, ορμητικά μπροστά στην πόρτα του αετού, και στου φιδιού την τρύπα, εκεί που είχε πλέον τη θάλασσά της η πνιγμένη.
      Κι αυτός που γνώριζε τη γλώσσα σου καλά, κι είχε σβηστεί μες στο λιοπύρι των κολάρων, φώναξε: «Τα μάτια μου δεν είδαν τόπο θρασύτερο από τούτο τ’ αλωνάκι!»
      Έτσι το φώναξε: στεγνά και χάθηκε μες στα βιβλία, που ανοίγουν για να κλείσουν πολύ βαθιά, πολύ βαθιά (και σκοτεινά) τους ποιητές.
      Κι ο άλλος, που δεν ήξερε τη γλώσσα, είδε στον πυρετό του ηφαίστεια μεσοπέλαγα, σαν νεκρικές πυρές:
      ελπίδες, φόβους, αγωνίες και πάθη (τα υψηλά), τον πόνο μας, που γίνεται περιουσία με τον καιρό,
      του έρωτα τη δύναμη• τραγούδησε: «Μόν’ άλυσες, δεσμά! Αμ’ τι, αμ’ τι, για φάγωμ’ είμαστ’ όλοι!» Και πέθανε να πάει κατ’ όπου τα χωριά των αθανάτων.
      Απ’ τ’ ανωτέρω, άνοιξε ο δρόμος για την ανάστροφη γιορτή του πνεύματος, και τα στοιχειά της γης, και του νερού και του αέρα, όλη νύχτα θορυβούσαν στα μεταλλεία της Ιστορίας,
      και οι τραχείς σιδηρουργοί των ιδεών δεν χόρταιναν να ρίχνουν στη φωτιά τις αντιφάσεις,
      με τις οποίες χόρταινε σάρκα η μορφή ως χρήμα, ως ένα σύνολο αξιών, με την αυτόνομη μορφή της ανταλλακτικής αξίας, με τη χρηματική του έκφραση.
      Ω, ναι! Με τη χρηματική του έκφραση, ο αγώνας για επικράτηση, που ήταν λοιπόν ένας αγώνας για κέρδος ή ζημία,
      έγινε ξαφνικά ένας αγώνας ανάμεσα στα ερπετά και τη φτέρνα της ζωής: ο εχθρός ο κάτω, μια επιπλέον επιθυμία εδάφους, μια τρυφερή επανάσταση παιδιών και ποιητών. Παιδίων τε Ποιητών!
      Ζωή με σχήμα του θανάτου, δηλαδή, ή κι αντιστρόφως.
      6.

      Συνέβη τότε, όπως ήταν φυσικό, να χάσεις το μέτρο της θηριωδίας, που όφειλες να εκτίσεις για ζωή,
      και τσάκισες εν μέρει, αγρίεψες λιγάκι, έγινες ένα μείγμα φιλαργυρίας και γενναιότητας: αρχαίος άνθρωπος σ’ έναν αιφνίδιο κόσμο ανθρώπων.
      Καλύτερα να κρύβει ο τρομερός την τρέλα που τον δέρνει, είπε ο Ηράκλειτος,
      αλλά δεν γίνεται να δει από τρία σημεία ένας άνθρωπος την ίδια κατά μέτωπο φουρτούνα. Κι ο στερημένος, είναι κάπως γενναίος κι αυτός.
      Η νύχτα των αιμάτων δεν χαρίζει κάστανα, αν δεν είναι αναμμένα σαν κάρβουνα• νύχτα θα χάσει καθένας την ψυχή του; Νύχτα και το σώμα του.
      Λοιπόν, μπορείς να μην πεθάνεις από φόβο κι αγωνία, πριν πεθάνεις από έρωτα και θράσος, από αγάπη για πράγματα εντελώς παράλογα.
      Συνεπώς, άλλα χίλια χρόνια να ζούσες, τα ίδια λάθη θ’ αγαπούσες.
      *
      Μα ήσουν νέος ακόμη, κι έπρεπε, το δίχως άλλο, να πιάσεις από τα μαλλιά τον χάλκινο άγγελο της νύχτας, στο αλώνι των ονείρων,
      κι αν δεν με τρέλανε εντελώς η αρχαία μηχανή των λέξεων, νομίζω πως είδες έναν κόσμο βουβό, σκιερό, βαρύθυμο, κρυμμένο με ταχύτητα ερπετού σε κάθε φύλλωμα της μέρας,
      έτοιμο να πέσει πάνω στην πρώτη αδέξια ψυχή, να τη σπαράξει, να τη σπαράξει κόκκινη, βαθιά, σχεδόν καρδιά και φλέβα.
      Και είδες ψυχές βαθύτατες: σκιές μιας σκοτεινής ευημερίας, που κάρπιζε κουρέλια ιστορίας, φορεμένα ή πεταμένα ή κρατημένα σαν ανάσα χαραγμένη με σκληρές του ήλιου μαχαιριές, κατάστηθα των χωραφιών:
      κάθε χωράφι και μέτωπο τραχύ: άρχοντας ξεπεσμένος ενός θεού κολίγου, που πάλευε να θρέψει τα σπαρτά με βλέμματα εύφλεκτα, πληγές χειλιών ατίθασων και γρήγορες ανάσες.
      Και ξύπνησες, και μύριζε υγρασία ο θάνατος παντού, και λάτρευαν τον θάνατο παντού, και προσκυνούσαν θεούς απόκρημνους, θρεμμένους με παλικάρια της φωτιάς και του τροχού παρθένες.
      Και φώναξες: «Τι κάνετε εδώ, ψυχές; Τι κάθεστε μπροστά σε τόσο μαύρο; Φυλάτε η μια την άλλη; Μα πού θα πάει αυτό; Τι να την κάνετε τη γη όταν δεν τρέφει τα παιδιά της;»
      Και τα βουνά μαζεύτηκαν κάτω απ’ το λίγο φως του δειλινού κι ονόμασαν τον άνεμο αυλή, κι απέκτησε το μένος σου πατρίδα.
      Γαλήνη απλώθηκε πλατύφυλλη παντού, κι ήσουν παιδί, στεκόσουνα στη ρίζα μιας λαγκάδας και αργούσες με τον νου σου
      κάτι περίφημο, αφού είχες τρέξει ξυπόλητος το ερπετό της άμμου ανάμεσα στις καλαμιές,
      κι ήξερες πως ο κόσμος υπάρχει μόνο πάντα απ’ την αρχή• κι ερχόταν καταπάνω σου
      μια διάφανη, με τα μαλλιά να ρίχνουν ρίζες φωτεινές στο φρέσκο απόγευμα, κι ερχόταν πελεκώντας τα λόγια της:
      «Ανέβα τη λεπίδα της ψυχής, ποτέ μη στρέψεις το βλέμμα προς τα κάτω. Τρέχα στο φως που πελεκάει τα λόγια κοφτερά.
      Μόνο τα λόγια κόβουνε, τα λόγια μοναχά ξέρουνε το πάνω και το κάτω, μια λέξη είναι ο άνθρωπος, μια λέξη: τραγουδώντας».
      *
      Κι ως εκ τούτου, ήσουν Έλλην. Κι η προσδοκία σου, αρχαίο ζώο τη στιγμή που θα χιμούσε καταπάνω στην πεδιάδα
      -και τ’ άλογα θα τρόμαζαν, θα παρατούσαν το τριφύλλι στην προαιώνια κρύπτη του, πέτρωσε.
      *
      Τι συνέβη, παλικαρά, κι αυτή η αιχμηρή χερσόνησος έμεινε μια ωραία στιγμή του σπαραγμού;
      Λοιπόν, αφού ερεύνησα θάμνους και δένδρα, ποταμούς. Λοιπόν, αφού ερμήνευσα πουλιά και φίδια και θορύβους μες στη νύχτα κοφτερούς,
      κατέληξα πως θέλησες να πιάσεις τον αετό απ’ το νύχι, για να τον κάνεις σήμα κλειστής αριστερής στροφής σε δρόμο ορεινό,
      ενώ η βροχή βαράει τον ταμπουρά, για να χορέψει η αρχαία σημασία των ανθρώπινων γκρεμών:
      σκύλα ουράνια, νύμφη σκοτεινή, θεά αιμοβόρα: ένα μάτι, ένα δόντι, έρημη, μόνη, μ’ ένα χαμόγελο ειρωνικό στα τρομαγμένα χείλη της,
      να πρήζονται τα γόνατα, συνέχεια να μακραίνουν τα νύχια της, να γδέρνει τα μάγουλα από την απελπισία,
      να τρέχει ακατάσχετα το αίμα της στη γη, λάσπη να γίνεται το δάκρυ στα μαγουλά της~ όμως σημασία.
      *
      Επί δεν τούτο αδιάκοποι και φοβεροί υετοί κατέκλυσαν της ιστορίας τους πρωταγωνιστάς. Και είχες αδικηθεί.

      7.

      Ω, ναι! αδικήθηκε το όνομα και η μνήμη σου, Καραϊσκάκη. Το μεγάλο, εύφορο έργο σου δεν βρήκε χέρια να το κάνουν κήπο,
      αφού τα αίματα δεν έπαψαν να λένε τον ήλιο τυμβωρύχο και το φεγγάρι ρόγχο.
      Σου το ‘χε πει δασύτριχα ο γέρος: «Μαθαίνω, στρατηγέ, πως μπαίνεις κατ’ ιδίαν σε μάχες κι ακροβολισμούς.
      Δεν είν’ αυτό δικό σου έργο. Τραβήξου, υπόμενε, για να εμψυχώνεις τους άνδρες. Ειδαλλιώς βρικόλακα σε βλέπω, να τους τρως με την ψυχή σου».
      Όμως ήσουν αυθαίρετος, μια φωτεινή τρέλα που έπρεπε να τελειώσει. Μόνο έτσι θα μάθαινες ακέραιο τον φόβο που μας κάνει λογικούς.
      Και ρίχτηκες αστόχαστα στα δόντια εκείνης της αλύπητης μέρας, που γλειφόταν για ιδρώτα και ψυχορραγητό.
      Πού να ‘ξερες πόσο σκοτάδι εφημέρευε η νύχτα των αχρείων; Πού να ‘ξερες το τι πληγές διανυκτέρευε η μέρα των χυδαίων;
      Πιάστηκες στην παγίδα του μηρυκαστικού, που πνέει τα μένεα των νωθρών δοντιών του, αθώε κυνόδοντα, παλικαρά!
      Ίσως νόμισαν, πως πλάστηκες για να ταϊζεις τα όνειρά σου με ουρλιαχτά και βρώμικες πληγές.
      Ίσως νόμισαν, πως ό,τι ήλπισες απ’ τη ζωή σου ήταν ένας κουβάς ασβέστης στη νύχτα των πτωμάτων.
      Αγνοούσαν, παλικαρά, τα βασικά της σκονισμένης απελπισίας σου.
      Γι’ αυτούς ο θάνατος εξείχε, σαν παλιός σελιδοδείκτης απ’ το βιβλίο της ζωής.
      Δεν ήξεραν πως καθένας ξυπνάει τον δικό του εφιάλτη, απ’ τα χαράματα της προσδοκίας του.
      Δεν ήξεραν πως όλοι είναι κάπως δίχως μάτια, δίχως στόμα, στο χώμα, λίγο χώμα, κι ίσως ίσως
      εκείνοι που νομίζουν πως είναι δυνατοί, να νοιώθουν πιο βαθιά τη χαρακιά του μηδενός, όταν λυγίζουν.
      Κανείς δεν είναι από σίδερο, ούτε καν το σίδερο. Όλα μαλακώνουν στον καιρό τους,
      κι έρχεται η νύχτα, και ο γκιώνης μετρά, κόψη την κόψη, το βύθισμα της νύχτας, το σκοτάδι
      πνίγει τους τοίχους, στραγγαλίζει τα παράθυρα, τις πόρτες των αισθήσεων.
      *
      Ας ξυπνούν τον ύπνο τους, λοιπόν, για τα καλά. Αν το καλοεξετάσεις, η τάξη είν’ ένα είδος σφαγής που δεν ματώνει.
      *
      Ω, ναι! αδικήθηκες, παλικαρά. Εσύ που γνώριζες την ποίηση απ’ την ανάποδη,
      και είχες μάθει να διαβάζεις τον κόσμο ανάποδα, για να κρατιέσαι όρθιος μες στο μακελειό τού εδώθε όντος, βγήκες μπροστά και κραύγασες:
      «Για δείτ’ εκεί μιαν εξουσία, οπλισμένη μ’ όλη της την αναίδεια! Τσογλάνια, κερδοσκόποι, πώς να πείσετε τους άντρες να σας ακολουθήσουν;
      Γιατί να πάρουνε τα βράχια και να τραφούνε με ρακένδυτο μολύβι;
      Νομίζετε πως ήρθαμε για σας μέχρι την άκρη της οργής; Για το περβόλι της πατρίδας, αχρείοι, ήρθαμε, γι’ αυτό -δυο τριαντάφυλλα κι ένα γεράνι ταπεινό- ιδρώσαμε σφαγή.
      Μέχρι εδώ ήταν. Φεύγω για την παραφορά. Με συμφέρει να προσφέρω στην πατρίδα τη δική μου αυθαιρεσία.
      Με τη δική σας με χωρίζουνε βουνά οι κερασιές. Δεν έχω άλλο γαλάζιο να σκορπίσω στα λαγούμια σας».
      Τότε έπρεπε να έρθει τάχα μια Αθηνά, για να σωπάσει τον θυμό σου, να δώσεις πίσω τη λεπίδα των λόγων μες στη θήκη της, κι όχι να βρυχηθείς:
      «Μεθύστακες, κοπρόσκυλα, λαγών ψοφίμια, πότε σας ένιωσε κοντά του στο τραγούδι ο πατριώτης;
      Πότε σας είδε δίπλα του ο ήρωας στο χορό; Τι κατορθώσατε; Να τρέμετε στην όψη τής ζωής!
      Τι λέω; Εσείς δεν είστε οι πόρφυρες, που τριγυρνάτε στα ρηχά, κι αρπάζετε τα νιάτα των κολυμβητών;
      Αυτό θα πει κατόρθωμα: μυροβόρα εξουσία! Μα έχετε χάρη που κυβερνάτε ουτιδανούς,
      αλλιώς τα δόντια σας θα τέλειωναν εδώ~ ένα σας λέω, θα ‘ρθεί στιγμή που θα ενσκήψει στην πολιτεία των λαγουμιών η πείνα του αυθαιρέτου,
      και τότε εσείς -υπόλογοι ή συγγραφείς- δεν πρόκειται να πάρετε απ’ τα χέρια του μέλλοντος φονιά παρά μονάχα παρελθόν.
      Έτσι, να τρώτε τα σπλάχνα σας και να θυμάστε, πως τους πρώτους ανάμεσά σας δώσατε στους άρχοντες των σκοταδιών».
      *
      Βέβαια, βέβαια, παλικαρά, υπήρξες Αχιλλέας κι άλλοι πολλοί γενναίοι μαζί, συμπεριλαμβανομένου του γεωπόνου Άρη Βελουχιώτη.
      Βέβαια, βέβαια, παλικαρά, η πράξη της εξέγερσης είναι όπως πάντα μία~
      όμως, εκείνο που εκτίθεται σε μεγαλύτερο κίνδυνο, έχει τη μεγαλύτερη χάρη. Άρα, δύο τα σκοτάδια.

      8.

      Άτροπος, τότε, ο Μέγας Αλβιών, που τον τραγούδησε καχύποπτος ο Ουίλλιαμ Μπλαίηκ
      -γιατ’ ήξερε πως κάποτε θα έρθουν πολλοί πανάθλιοι στους γάμους του παραδείσου με την κόλαση- θέλησε χάρτινος να κλείσει την ατραπό των ημερών σου.
      Κι ενώ υπήρχες έφιππος, ανοίγοντας τον δρόμο των κομμουνάρων παριζιάνων, έγινες στόχος κολάρων σαρκοβόρων.
      Κι επειδή έγινε τότε όλο πάστρα το πέλαο της ζωής σου, μουρμούρισες:
      «Συστρατηγοί, αδέλφια και στρατιώτες, εγώ πεθαίνω μια χαρά, γιατί εκπλήρωσα το χρέος μιας πατρίδας σαν δέντρο καταπάνω στην αυγή.
      Ε, τι να κάνουμε; Πηγαίνω τώρα να κρεμάσω την κάπα μου στον καφενέ του Άδη.
      Μη λυπηθείτε, Έλληνες! Κοιτάτε εσείς να γίνεστε πιο τρομεροί στην εξουσία των λαγουμιών.
      Κοιτάτε να ποτίζετε τους κήπους σας συχνά. Καύχημα των παλικαριών είναι να λέγονται κοψίδια, όχι ψοφίμια,
      και καύχημα του ελεύθερου να τον φωνάζουν ποταμό, όχι λακκούβα».
      *
      Α! τετραπέρατε παλικαρά! Ενώ η πληγή σου μαινόταν στο υπογάστριο του φωτός,
      και οι θεράποντες των έλλογων κραυγών δεν είχαν ν’ αντιτάξουν μια νέα πειθαρχία στο κοινό γλωσσάρι του αίματός σου,
      και καταπιάνονταν ν’ αφήσουν τη χρήση του λαού στην ιστορία του έθνους,
      κι όχι -ως όφειλαν- ν’ αρθρώσουν κανένα λόγο σκιερό, καμιά πηγή λαλίστατη, με δίχως τα αίματα βαθιά και σκοτεινά της,
      -ενώ όλα αυτά- κατέφυγες στον θάνατο, κι απάντησες καθέτως τον ήλιο, τροπαιοφόρο στην κεφαλή του λόγου.
      Δεν είχες άλλωστε καμιά θεωρία για το έθνος, που να μην έβγαινε κρυφά να δει, πού πάνε οι ψυχές μονάχες μες στη νύχτα, κι είναι τα όνειρα μες στα νερά μέχρι το πρώτο φως,
      κι ώσπου να πιάσει λιμάνι το τρικάταρτο εκείνο μεσημέρι των κιτρολεμονιών,
      να ‘ναι η γνώση τάμπαρο, ψόφια κάτω απ’ τον ήλιο, η πρώτη γνώση, που έπρεπε να είναι άμεση γνώση ή γνώση του ενθάδε.
      *
      Α! εντιμότατε παλικαρά! Μα, φυσικά, δεν ήσουν αρχηγός. Προμηθευτής των αναγκαίων σκευών της άνω βύθισης, που φέρνει το πεύκο μέχρι τον γκρεμό,
      ήσουν και νόμιζες ταχύτατο στη ρίζα του πλατάνι τον γενναίο, όχι τεμπέλη άνεμο στον ύπνο μιας γολέτας.
      *
      Α! Πολυμήχανε παλικαρά, που έφερες βόλτα τα ριζά του όντως όντος και βρήκες στα σκοτάδια των δασών τις απαντήσεις, στο πλέον βαθύ ερώτημα περί του είναι, να καμαρώνουν ξέφωτες σαν τσαλαπετεινοί απάνω στα λιθάρια
      και σκέφτηκες: «Αυτά, λοιπόν, που ξέρατε ξεχάστε τα. Κάθε σας λέξη, τώρα, σωπαίνει χίλιες λέξεις.
      Μάταια σκέφτεστε, μάταια ψάχνετε τα λόγια σας στα λόγια σας. Ο κόσμος δεν είναι αντικείμενο γραφής, είναι αποτέλεσμα χεριού που γράφει.
      Το σκέφτηκες, το ξέρω, μα… σκοτάδια.

      9.
      Πάει καλά, παλικαρά, πάει καλά! Το ποίημα ήδη το ‘φτιαξα, και σε τραγούδησα. Μα, πες μου, θα μπορέσω να κοιμηθώ τον ύπνο μου επιτέλους;
      Οι άνθρωποι με ζώνουν, φωνάζουν, τρίζουν δόντια και χτυπούν τα πόδια, σαν μεγάλα επικίνδυνα παιδιά.
      Διαπραγματεύονται, επηρεάζουν, στοχεύουν στη μεγιστοποίηση, απαλλαγμένοι από έννοιες,
      αφήνοντας σε άλλους να γυρεύουν, ποιος σκόρπισε όλο αυτό το αίσθημα της απόλυτης κυριαρχίας, την αποσύνθεση καθεαυτή, και τα στοιχεία δεν είναι πια σε ησυχία,
      όλα μαζί ενωμένα, και καθένα στον τόπο του, καθένα παντού, και στη φωλιά του,
      κι έξω πέρα, σε κάθε πηγάδι, κάθε σκιά, τη νύχτα με το άρωμα, τη λάμψη του αυθύπαρκτου, και τα νερά δεν ποτίζουν τη γη, τα φυτά, και ο ήλιος καίει τη γη, τα φυτά,
      η θάλασσα δεν είναι ένας καθρέφτης, και μάτια του βυθού στοχαστικά μες στον καθρέφτη.
      Δεν είναι παιδιά, παλικαρά, δεν είναι παιδιά. Είναι παιδιά του φονιά, που δεν ήταν παιδί, ούτε όταν ήταν παιδί, κι η θάλασσα δεν λάμπει απ’ την κορφή των ημερών σου.
      *
      Πες μου, λοιπόν! Θα κοιμηθώ τον ύπνο μου; Τι, τέλος πάντων, είν’ εκείνη η παρουσία κατ’ όπου ανοίξω
      το στόμα μου -τόσο, μα τόσο δυνατή-που λέω πως οπωσδήποτε κάπου την έχω ξαναδεί,
      κάπου τη γνώρισα, περάσαμε μαζί καιρό πολύ κι ύστερα ξέχασα πως την θυμάμαι;
      Δεν έχει το ίδιο πρόσωπο, τα ίδια μάτια, χείλη, μαλλιά και χέρια -ιδίως χέρια- όμως κάθε φορά,
      στα χέρια μου, στα χείλη μου, στα μάτια μου, το σχήμα της ισχύει με τρόπο γνώριμο, πάντα τον ίδιο.
      Έτσι που ίσως -λέω- δεν είναι παρά πλάσμα του σχήματός μου~ φυσικά μ’ εκείνον τον τρόπο τον δενδρόφυτο, που πλάθει ψυχές ενσώματες το σώμα, φροντίζοντας ν’ αμείψει την πεινασμένη του ψυχή.
      *
      Πες μου, παλικαρά, γυναίκα είναι ή φάντασμα, που φέρνει γύρους πάνω απ’ την Ευρώπη;
      Σώμα γι’ αγκάλιασμα είναι ή κραυγή ελευθέρας βοσκής, και πνεύμα οικόσιτο της αναρχίας;
      *
      Πες μου και γείρε, ανάπαυσε το μένος σου. Τα υπόλοιπα τ’ αναλαμβάνω εγώ,
      μόλις τελειώσω αυτό το ποίημα, που απ’ ώρα τραγουδάει τον αρχιστράτηγο του μένους των Ελλήνων, Γεώργιο Καραϊσκάκη.
      (Δημοσιεύτηκε στην εφημ. Αυγή στις 23 Μαρτίου 2007)

  2. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    16. Το χάνι της Γραβιάς

    Όταν ο Ομέρ Βρυώνης
    έβγαινε κατησχυμμένος στην οθόνη
    κι έσκουζε τα μακρόσυρτα εκείνα βάι – βάι κι αμάν
    με τη φωνή του Μίμαρου
    – Τριακόσια μελεούνια μ’ έφαγε , τρακόσια μελεούνια»
    κι εννοούσε ως γνωστόν τον Οδυσσέα Ανδρούτσο στο χάνι της Γραβιάς
    δεν ήταν ασφαλώς τόσο αναρίθμητες οι απώλειες
    τόσα κορμιά ούτε ο ευαγγελιστής στην Αποκάλυψη
    δεν θα’ φτανε να υπολογίσει.

    Όμως η παιδική ψυχή μας
    τρακόσια κι άλλα τόσα μελεούνια μπορούσε να χωρέσει
    και να ξαναστήσει άπαρτο
    χάρη στο μεράκι του φημισμένου καραγκιοζοπαίκτη μας
    το αθάνατο εκείνο χάνι.

    Και τώρα συλλογίζομαι
    με ποιο τρόπο η ποίηση θα μπορούσε
    όχι βέβαια να αναστήσει
    απλώς να ζωντανέψει λίγο στη μνήμη τα βράδια εκείνα
    όταν η ρωμιοσύνη φάνταζε ακόμη απέθαντη
    κι έδινε το παρόν χαρμόσυνη παρά τη φτώχεια και την καταφρόνια
    σαν τον Κοπρίτη και το Κολλητήρι
    έξω από την ετοιμόρροπη παράγκα του Καραγκιόζη.

    Τάσος Γαλάτης

    ***

    17. Τα ίδια και τα ίδια

    […]
    Πάμε ρε παιδιά σινεμά να περάσ’ η ώρα
    κ’ ελλείψει ελληνικού βλέπουμε τούρκικο
    – δε βλάπτει…Μάθατε…μάθατε;
    Το παλιό ηλιοβασίλεμα επιστρέφει
    ανατολή ηλίου και όλοι κλαίνε από χαρά
    τρώνε και πίνουνε χορεύουνε και δε μιλάνε…
    Πάλι
    το μαγαζάκι το παλιό ανοίγει για καινούργιο…

    Κλείνομαι μέσα κλείνομαι μέσα κλείνομαι μέσα
    κι ακούω ρεμπέτικα χαζεύω ζωγραφιές
    κοιτάω παλιά κιτάπια κ’ έξω απ’ το παράθυρο…
    Αυτή είναι σκλαβιά! Αυτή είναι σκλαβιά μουρμουράω.
    Περασμένα μεσάνυχτα με παίρνει ο ύπνος
    ονειρεύομαι τον Αρχιστράτηγο Καραϊσκάκη
    βήχει βρίζει λάμπει και τους δείχνει
    τον πούτζο του.

    Πάλι. Αμάν τι τραβάς κ’ εσύ
    καημένη Ελευθερία!…
    Ούτε εχθρός τους να’ σουνα…

    Θωμάς Γκόρπας

    Σαββόπουλος – Ωδή στον Γ. Καραϊσκάκη

    18. Θάνατος και αποθέωσις του καπετάν Θύμιου Βλαχάβα και του ιερομόναχου Δημητρίου στα Γιάννινα

    Σαν πήρε να βραδιάζει τη δεύτερη μέρα του μαρτυρίου
    – με τον αγέρωχο καπετάνιο δεμένον στο στύλο
    καταξεσχισμένον κι αιμόφυρτο –
    σαν πήρε λοιπόν να βραδιάζει
    κι ο αποσπερίτης είχε αρχίσει να χτυπάει ρυθμικά
    ψηλά στο στερέωμα,
    σήκωσε, έτσι όπως ήταν πρησμένος, το βαρύ του κεφάλι ο
    αιχμάλωτος
    κι είπε μέσα από τα σπασμένα του δόντια
    τόσο δυνατά πάντως που να τον ακούσουν, όχι μόνο εκείνοι
    που κρατούσαν τα σύνεργα
    μα και οι άλλοι, ένα γύρω, που κοίταζαν.

    ( Ήξερε ποιο θα’ ταν το τέλος.
    Ήξερε πως δεν θα ξαναδιάβαζε τα σημάδια των άστρων
    και πώς δεν θα ξανάκουγε το τραγούδι των γρύλων
    – που τόσο πολύ αγαπούσε –
    και πως αύριο τα χαράματα θα’ ταν η τελευταία φορά
    που θα’ βλεπε να ξεπροβάλει κατακόκκινος
    πάνω απ’ το Μιτσικέλι ο ήλιος).

    «Ορέ μουρτάτες, είπε, εμένα καλά με παιδεύετε.
    Και καλά μου μπήγετε τα καλάμια στα νύχια.
    Και κρεμάστε με ακόμα τ’ ανάποδα πάνω από τη φωτιά
    και τσακίστε μου ένα – ένα τα κόκαλα.
    Κι ύστερα γδάρτε μου το τομάρι, εμένα τον αντάρτη και
    τον αρχικαπετάνιο
    και χτίστε με.
    Όχι γιατί μου αξίζει, μα γιατί έτσι είναι ο νόμος:
    Ο νικημένος να πληρώνει τη λεβαντιά του με τον πιο άγριο
    θάνατο.
    Όμως αυτόν τον δυστυχισμένο καλόγερο
    τι τον τυραννάει και δεν τον τελειώνει ο σκύλος;
    Αυτός, έτσι κι αλλιώς, δεν ήταν δικός μας.
    Αυτός δεν είχε σηκώσει ντουφέκι, μήτε και τραγουδούσε τα
    τραγούδια τ’ αντάρτικα.
    Αυτός το σταυρό μόνο κρατούσε
    παρακινώντας τους σηκωμένους να προσκυνήσουν
    να γονατίσουν ακόμα μπροστά στον αφέντη
    άλλη Δικαιοσύνη ζητώντας κι άλλη Ελευθερία, μέσα απ’ την
    πίστη του, τάζοντας.»

    Έτσι τους μίλησε ο ανδρείος.
    Όμως εκείνοι καμιά σημασία δεν του’ δωσαν.
    Παρά συνέχισαν να βασανίζουν και να χτίζουν τον δύστυχο.
    Ο κόσμος των άστρων πλήθαινε λίγο – λίγο
    και τα τριζόνια είχαν αρχίσει το γαλήνιο τραγούδι τους
    και η αρμονία του σύμπαντος κρατούσε όπως πάντα την
    τάξη της.

    Και κει, στην αυλή του Αλή, οι δυο άνθρωποι βασανίζονταν.
    Με καρτερία πάντως αξιοθαύμαστη υπομένοντας τα μαρτύρια
    και με αξιοπρέπεια αδιάπτωτη προχωρώντας – και οι δυο –
    προς τον θάνατο.
    Έτσι γίνονταν στα 1808 κι έτσι θα γινόταν και 140 χρόνια
    αργότερα.
    Κι έτσι γίνεται πάντα όταν πέφτουν δίσεχτα χρόνια.

    Γιατί δεν υπάρχει άλλος τρόπος.
    Γιατί σ’ έναν κόσμο μαγαρισμένο
    πού να βαδίσει ο άγιος
    και πού ο απροσκύνητος να σταθεί;
    Και πώς να σωθεί ο αμόλυντος;

    Όμως με τη ζωή του πάντα ο γενναίος
    ζεσταίνει τους σκλαβωμένους.
    Και με το θάνατό του τους οδηγεί
    απ’ την υποταγή
    στην ανάσταση.

    Θανάσης Κωσταβάρας

    19. Μη τη ζωή!

    Των μαρτύρων το παράπονο πνέει ο αγέρας
    που τους θερίσανε τα νιάτα τους μες στον Απρίλη.

    Του Διάκου, ακούγεται το δίστιχο στη χλόη,
    της Βάσως τ’ άθαφτο κορμί φωνάζει
    για λίγο χώμα, αχ τι ντροπή, να φανερώνουν τώρα
    λερά κόκαλα την περηφάνια και την ομορφιά της.
    Βοά το αίμα τους και παραγγέλλει:
    Μη τη Ζωή! Και Μη τα Νιάτα!
    Μη, για τίποτα στον κόσμο!

    « Για ιδές καιρό που διάλεξε ο χάρος να με πάρει…»
    « Δέστε την ομορφιά μου αραχνιασμένα κόκαλα…»
    « Κλαίνε τα δέντρα, κλαίν και τα κλαδιά
    κλαίνε και τα λημέρια που λημέριαζα…»

    Βικτωρία Θεοδώρου

    ***

    20. «Εξεγέρσου, ω Ελλάδα, εξεγέρσου!»
    (Ο ποιητής το έγραψε μετά τη συνθήκη της Αδριανούπολης, όπου η Ελλάδα αποκτούσε τη μερική της ανεξαρτησία το 1829 στις 2 Σεπτεμβρίου).

    Εξεγέρσου, ω Ελλάδα, εξεγέρσου!
    Δίκαια ξεσήκωσες τις δυνάμεις σου,
    δίκαια πολέμησες.

    Στον Όλυμπο, στην Πίνδο, στις Θερμοπύλες
    κάτω από τη σκιά των πανάρχαιων κορυφών τους
    γεννήθηκε η νεαρή Ελευθερία
    στους τάφους του Θησέα και του Περικλή
    πάνω απ’ τα ιερά μάρμαρα των Αθηνών.

    Ω! Χώρα των ηρώων και θεών
    έσπασες τα δεσμά της δουλείας,
    τραγουδώντας τους φλογερούς στίχους
    του Τυρταίου, του Μπάιρον και του Ρήγα.

    Aλέξανδρος Πούσκιν

  3. Αφού σας απόλαυσα για μια ακόμα φορά, έχω να κάνω δυο (άκυρες!) παρατηρήσεις: 1) Για δέστε που είχε «επαναστατήσει» κάποτε μέχρι και ο Πασχάλης! 2) Αυτός ο Νταλάρας δεν έχει αφήσει τραγούδι για τραγούδι ατραγούδιστο! 3) Ας πω κάτι και για την έμπνευση τού Γιάννη, για το θέμα που επέλεξε και που ήταν και πάλι τόσο επίκαιρο όσο ποτέ!

  4. Ciao Petra!!!… Ευχαριστούμε πολύ!… Πράγματι, αυτός ο Νταλάρας «όλα τα σφάζει όλα τα μαχαιρώνει»!!!

    -Οδυσσέας Ελύτης, Μικρός ναυτίλος (απόσπασμα)

    [Προβολέας δ’]

    Σκηνή πρώτη: Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος δίνει τη διαταγή να συλλάβουν και να εκτελέσουν τους απεσταλμένους του Αρείου Πάγου, Νούτσο και Πανουργιά.

    Σκηνή δεύτερη: Μια ειδική επιτροπή που επέχει θέση Στρατοδικείου καταδικάζει τον Γεώργιο Καραϊσκάκη ως « επίβουλον και προδότην της πατρίδος».

    Σκηνή Τρίτη: Με καταδίκη σε θάνατο ρίχνεται στις φυλακές ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης

    Σκηνή τέταρτη: Κυριακή πρωί, στο Ναύπλιο, έξω απ’ την εκκλησία, ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας πέφτει κάτω από τις σφαίρες των Μαυρομιχαλαίων.
    […]

  5. Ciao Aggeliki!!!!!…..

    -«…Γι’ αυτούς θα πω τα λόγια τα ωραία, που μου τα υπαγόρευσε
    η Έμπνευσις,
    Καθώς εφώλιασε μέσα στα βάθια του μυαλού μου όλο
    συγκίνηση
    Για τις μορφές, τις αυστηρές και τις υπέροχες, του
    Οδυσσέα Ανδρούτσου και του Σίμωνος Μπολιβάρ.

    Όμως για τώρα θα ψάλω μοναχά τον Σίμωνα, αφήνοντας
    τον άλλο για κατάλληλο καιρό,
    Αφήνοντάς τον για ναν τ’ αφιερώσω, σαν έρθ’ η ώρα,
    ίσως το πιο ωραίο τραγούδι που έψαλα ποτέ,
    Ίσως τ’ ωραιότερο τραγούδι που ποτές εψάλανε σ’ όλο τον κόσμο.
    Κι αυτά όχι για τα ότι κι οι δυο τους υπήρξαν για τις
    πατρίδες, και τα έθνη, και τα σύνολα,
    κι άλλα παρόμοια, που δεν εμπνέουν,
    Παρά γιατί σταθήκανε μέσ’ στους αιώνες, κι οι δυο τους,
    μονάχοι πάντα, κι ελεύθεροι, μεγάλοι,
    γενναίοι και δυνατοί….»
    (Ν. Εγγονόπουλος, Μπολιβάρ, απόσπασμα)

    -Δ. Σολωμός, «ΕΙΣ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΛΟΡΔΟ ΜΠΑΪΡΟΝ»

    1
    Λευτεριά, για λίγο πάψε
    να χτυπάς με το σπαθί.
    Τώρα σίμωσε και κλάψε
    εις του Μπάιρον το κορμί.
    2
    Και κατόπι ας ακλουθούνε
    όσοι επράξανε λαμπρά.
    αποπάνου του ας χτυπούνε
    μόνο στήθια ηρωικά.
    3
    Πρώτοι ας έλθουνε οι Σουλιώτες,
    και απ’ το Λείψανον αυτό
    ας μακραίνουνε οι προδότες
    και απ’ τα λόγια οπού θα πω.
    4
    Φλάμπουρα, όπλα τιμημένα,
    ας γυρθούν κατά τη γη,
    καθώς ήτανε γυρμένα
    εις του Μάρκου τη θανή,
    5
    που βαστούσε το μαχαίρι,
    όταν του ‘λειψε η ζωή,
    μεσ’ στο ανδρόφονο το χέρι,
    και δεν τ’ άφηνε να βγει.
    6
    Αναθράφηκε ο γενναίος
    στων αρμάτων την κλαγγή.
    Τούτον έμπνευσε, όντας νέος,
    μία θεά μελωδική.
    7
    Με τες θείες τις αδελφάδες
    εστεκότουν σιωπηλή,
    ενώ αυξαίνανε οι λαμπράδες
    στου Θεού την κεφαλή,
    8
    που εμελέτουνε τη Χτίσι.
    Και ότι εβγήκε η προσταγή,
    οπού εστένεψε τη Φύση
    αιφνιδίως να φωτιστεί,
    9
    Με τα μάτια ακολουθώντας
    το νεογέννητο το φως,
    και σε δαύτο αναφτερώντας,
    της εξέβγαινε ο ψαλμός
    10
    απ’ τ’ αθάνατο το στόμα,
    κα απομάκραινε η βροντή,
    που το Χάος έκανε ακόμα
    στην ογλήγορη φυγή,
    11
    έως που ολόκληρον εχάθη
    στου Έρεβου τη φυλακή,
    όπου απλώθηκε και εστάθη
    σαν στην πρώτη του πηγή.
    12
    – Ψάλλε, Μπάιρον, του λαλούσε,
    όσες βλέπεις ομορφιές.
    και κειός, που εκρυφαγροικούσε
    ανταπόκριση μ’ αυτές,
    13
    βάνεται, τες τραγουδάει
    μ’ ένα χείλο αρμονικό,
    και τα πάθη έτσι στου ’γγιάει,
    που τραγούδι πλέον ψηλό,
    14
    δεν ακούστηκεν, απ’ ώτα
    έψαλ’ ο Άγγλος ο τυφλός
    τ’ αγκαλιάσματα τα πρώτα
    που έδωσ’ άντρας γυναικός.
    15
    Συχνά εβράχνιασε η μιλιά του
    τραγουδώντας λυπηρά,
    πως στον ήλιον αποκάτου
    είναι λίγη ελευθεριά.
    16
    «Κάθε γη» παραπονιέται
    «εσκλαβώθηκε – είναι μια,
    όπου ο άνθρωπος τιμιέται,
    από δώθενε μακριά;
    17
    Την οποία χτυπάει το νάμα
    σύνορα τ’ Ατλαντικό.
    μετανιώνει εν τω άμα
    όποιος πάει με στοχασμό,
    18
    τη γλυκειάν Ελευθερία
    να την βλάψει από κοντά.
    το δοκίμασεν η Αγγλία!
    κανείς πλέον ας μην κοτά».
    19
    Και ότι βούλεται να φύγει
    εκεί πέρα ο Ποιητής,
    ανεπόλπιστα ξανοίγει
    εσέ εδώ να πεταχτείς.
    20
    Επετάχτηκες: Μονάχη.
    Χωρίς άλλος να σου πει.
    Τώρα αρχίνησε τη μάχη,
    κι εγώ πλάκωσα μαζί.
    21
    Να σ’ το πει, και να σε ρίξει
    στων Τουρκών τες τουφεκιές
    ασυντρόφιαστη, αν ξανοίξει
    τες περίστασες δεινές,
    22
    κι αν τες εύρει ευτυχισμένες,
    να ’λθει αντίς για τον εχθρό,
    μ’ άλλες άλυσες φτειασμένες
    αποκάτου απ’ το Σταυρό,
    23
    πούχε λάβει στες αγκάλες
    από μας, κι είχε θεούς,
    αστραπές, ανεμοζάλες,
    και βροντές και ποταμούς.
    24
    Μόνον τ’ αδικοσφαγμένα
    τα παιδιά σου, στριμωχτά,
    με τα χέρια τσακισμένα
    σε εσπρώξαε ομπροστά,
    25
    και Συ εχύθηκες, πετώντας
    μία ματιά στον Ουρανό,
    που τα δίκια σου θωρώντας,
    αποκρίθηκε: Είμ’ εδώ.
    26
    Και χτυπώντας ξεθυμαίνει
    εις το πέλαγο, εις τηγη,
    η ρομφαία σου πυρωμένη
    οχ την Άπλαστη Φωνή.
    27
    Και θαυμάσια τόσα πράχτει,
    οπού οι Τύραννοι της γης
    σ’ εσέ κίνησαν με άχτι,
    όμως έστρεψαν ευθύς.
    28
    Χαίρε! Κι όποιος σε μισάει,
    και πικρά σε λοιδορεί,
    ευτυχιά να πιθυμάει,
    και ποτέ να μη την δει.
    29
    και να κλαίει πως ήλθε η ώρα
    η πατρίς του να δεθεί
    με τα σίδερα, που τώρα
    πας συντρίβοντας Εσύ.
    30
    Χαίρου ωστόσο όλους τους τόπους,
    που εξανάλαβαν γοργά
    πάλι ελεύθερους ανθρώπους.
    Και του Μπάυρον τη χαρά.
    31
    Χαίρου, ανάμεσα στα άλλα
    πράγματα που σε τιμούν.
    Οι μεγάλοι τα μεγάλα,
    που τους μοιάζουνε, αγαπούν.
    32
    Βλέποντάς σε αναγαλλιάζει
    η θλιμμένη του ψυχή,
    και του λέει. Όπλα φωνάζει
    τώρα η Ελλάδα. Πάμε εκεί.
    33
    Και κινάει να σ’ απαντήσει
    και η Φήμη του Ποιητού,
    που τον κόσμο είχε γυρίσει,
    και τη δέχτηκαν παντού,
    34
    μπροστοπάταε, να σε κράξει
    με όνομα τόσο γλυκύ,
    που όποιο μάτι σε κοιτάξει
    σε ξανοίγει πλέον σεμνή.
    35
    Τον ακολούθησεν ο πλούτος,
    θείος στα χέρια του καλού,
    και κακόπραχτος, αν ούτως
    και είν’ στα χέρια του κακού.
    36
    Μ’ ένα βλέμμα οπού φονεύει
    τα φρονήματα τα αισχρά,
    τρομερή τον συντροφεύει,
    στέκοντάς του εις τη δεξιά.
    37
    Και όντας άφαντη στους άλλους,
    του Αλκαίου η σκιά,
    και τους ώμους τους μεγάλους
    λίγο γέρνοντας, κρυφά,
    38
    λόγια αθάνατα του λέει,
    με τα οποία στα σωθικά
    το θυμό του ξανακαίει
    εναντίον στην αδικιά.
    39
    θυμόν, τρόμο όλον γεμάτον,
    που νικάει την ταραχή
    των βροντόκραυγων αρμάτων,
    και πετιέται ολού με ορμή,
    40
    και του τύραννου χτυπάει
    τη βουλή, και την ξυπνά,
    στη στιγμή που μελετάει
    των λαών τη συμφορά.
    41
    Μόνον άκουε του Κοράκου
    της Αυστρίας το κραυγητό,
    που δεν έκρωζε του κάκου,
    και επεθύμαε το κακό.
    42
    Ομοίως έστρεφεν η Μοίρα,
    που είχε πάντοτε σταθεί
    μές’ στης Κόλασης τη θύρα
    με το κρίμα ανταμωτή,
    43
    έστρεφε κατά τη Χτίση,
    γιατί εμύριζε νεκρή
    μυρωδιά, που χε σκορπίσει
    η πικρή μεταβολή.
    44
    Και από τ’ άπειρο διάστημα
    αντισήκωνε ψηλά
    το μιαρό της το ανάστημα,
    να χαρεί τη μυρωδιά.
    45
    Στην Ελλάδα χαροκόπι.
    Γιατί Εκείνον, που ζητεί,
    βλέπει νάρχεται, και οι τόποι
    που η σκλαβιά καταπατεί,
    46
    χαμηλή την κεφαλήν τους,
    αγροικώντας τη βουή,
    εδακρύζαν, και οι δεσμοί τους
    τους εφάνησαν διπλοί.
    47
    Αλλά αμέσως όλοι οι άλλοι
    που είχαν ελευθερωθεί,
    και έχουν δάφνη στο κεφάλι
    που δεν θέλει μαραθεί,
    48
    τες σημαίες τους ξεδιπλώνουν,
    και τες δάφνες που φορούν
    χαιρετώντας τον σηκώνουν,
    και μ’ αυτές τον προσκαλούν.
    49
    Που θα πάει; Βουνά και λόγγοι
    και λαγκάδια αϊλογούν.
    Που θα πάει; – Στο Μεσολόγγι,
    και άλλοι ας μη ζηλοφθονούν.
    50
    Τέτοιο χώμα, απ’ την ημέρα
    τη μεγάλη του Χριστού,
    που είχε φέρει απ’ τον αιθέρα
    τιμή εμάς και δόξα Αυτού,
    51
    εις ιερό προσκυνητάρι,
    και δε θέλει πατηθεί
    από βάρβαρο ποδάρι,
    πάρεξ όταν χαλαστεί.
    52
    Δεν ήταν τη μέρα τούτη
    μοσχολίβανα, ψαλμοί.
    Να, μολύβια, να, μπαρούτι,
    να, σπαθιών λαμποκοπή.
    53
    Στον αέρα ανακατώνονται
    οι σπιθόβολοι καπνοί,
    και από πάνου φανερώνονται
    ίσκιοι θείοι πολεμικοί.
    54
    Και είναι αυτοί, που πολεμώντας
    εσκεπάσανε τη γη,
    πάνου εις τ’ άρματα βροντώντας
    με το ελεύθερο κορμί.
    55
    Και αγκαλιάσματα εκεί πλήθια,
    δάφνες έλαβαν, φιλιά,
    όσα ελάβανε εις τα στήθια
    βόλια τούρκικα, σπαθιά.
    56
    Όλοι εκείνοι οι πολεμάρχοι
    περιζώνουνε πυκνοί
    την ψυχή του Πατριάρχη,
    που τον πόλεμο ευλογεί.
    57
    Και αναδεύονται, και γέρνουν,
    και εις το πρόσωπο ιλαροί,
    χεραπλώνουνε και παίρνουν
    από τη σπιθοβολή.
    58
    Εδώ βλέπει αντρειωμένα
    να φρονούν παρά ποτέ.
    Και όλος έρωτα για σένα
    προσηλώνεται εις εσέ.
    59
    Το πουλί, που βασιλεύει
    πάνου εις τ’ άλλα τα πουλιά,
    γληγορώτατα αναδεύει
    τα αιθερόλαμνα φτερά,
    60
    τρέχει, χάνεται, και πίνει
    τόλμην πίνει ο οφθαλμός
    από τ’ άστρον, οπού χύνει
    κύματα άφθαρτα φωτός.
    61
    Πλανημένη η φαντασιά του
    μέσα στο μέλλον το αργό,
    που προσμένει τ’ όνομά του
    να το κάμη πλέον λαμπρό,
    62
    ολοφλόγιστη πηδάει
    εις σε μια ματιού ροπή.
    Στρέφει απέκει και κοιτάει.
    Ανεκδιήγητη αντηχεί,
    63
    απ’ του κόσμου όλου τα πέρατα
    του καιρού η χλαλοή,
    και διηγώντας του τα τέρατα
    του χτυπάει την ακοή.
    64
    Έθνη που άλλα φοβερίζουν,
    φωνές, θρόνοι δυνατοί.
    Άλλοι πέφτουνε, άλλοι τρίζουν,
    και άλλοι ατάραχτοι και ορθοί.
    65
    Από φόβο και από τρόμο,
    από βάρβαρους δεσμούς,
    που ναι σκόρπιοι εις κάθε δρόμο,
    και από μύριους υβρισμούς,
    66
    βγαίνει, ανάμεσα στους κρότους
    των γενναίων που την παινούν,
    και κοιτούνται ανάμεσό τους
    για το θαύμα που θωρούν,
    67
    μια γυναίκα, πούχε βάλει
    μές στα βάσανα ο καιρός,
    ξαναδείχνοντας τα κάλλη
    που της έσβησε ο ζυγός,
    68
    μόνον έχοντας για σκέπη
    τα τουφέκια τα εθνικά,
    και το χαίρεται να βλέπει
    πως και Αυτός την ακλουθά.
    69
    Αχ! συνέρχεται… ξανοίγει
    Ερινύαν φαρμακερή,
    οπού αγιάτρευτην ανοίγει
    της Ελλάδας μίαν πληγή.
    70
    Ερινύαν από τα χθόνια
    που η Ελλάδα απαρατά.
    Η θεομίσητη Διχόνοια
    που τον άνθρωπο χαλνά.
    71
    Αφού εδιώχτηκε από τ’ άστρα
    όπου ετόλμησε να πα,
    πάει στους κάμπους, πάει στα κάστρα,
    χωρίς να βρη δυσκολιά.
    72
    Και κρατώντας κάτι φίδια
    που είχε βγάλει απ’ την καρδιά,
    και χτυπώντας τα πιτήδεια
    εις τους Έλληνας, περνά.
    73
    Και όχι πλέον τραγούδια νίκης
    ωσάν πρώτα, ενώ τυφλά,
    με το τρέξιμο της φρίκης,
    τούρκικα άλογα πολλά,
    74
    ετσακίζανε τα χνάρια
    στην απέλπιστη φυγή,
    και εγκρεμίζαν παλληκάρια
    του γκρεμνού από την κορφή.
    75
    Όχι, πλέον, όχι τα δυνα-
    τά στοιχεία να μας θωρούν,
    και να οργίζωνται και εκείνα
    και για μας να πολεμούν.
    76
    Αλλά πάει στους νόας μία θέρμη,
    που είναι αλλιώτικη απ’ αυτή,
    οπού εσκόρπισε στην έρμη
    Χιο του Τούρκου η πιβουλή,
    77
    όταν τόσοι επέφταν χάμου,
    και με λόγια απελπισιάς,
    κόψε με, έλεγαν, Αγά μου,
    και τους έκοβεν ο Αγάς.
    78
    Όμως θέρμη. Ποίος υβρίζει
    τον καλύτερο, και ποιος
    λόγια ανόητα ψιθυρίζει.
    Άλλος στέκεται οκνηρός.
    79
    Άλλος παίρνει το ποτήρι
    αποκάτου απ’ την ελιά,
    ωσάν νάτουν πανηγύρι,
    με τα πόδια διπλωτά.
    80
    Και άλλοι, αλίτηροι! χτυπώντας
    πέφτουνε στον αδελφό,
    και παινεύονται, θαρρώντας
    πως εχτύπησαν εχθρό.
    81
    Και τους φώναξε: «Φευγάτε
    της Ερινύας την τρικυμιά.
    Ω! τι κάνετε; Που πάτε;
    Για φερθείτε ειρηνικά.
    82
    «γιατί αλλιώς θε να βρεθείτε
    ή με ξένο βασιλιά,
    ή θα καταφανισθείτε
    από χέρια αγαρηνά».
    83
    Αφού εδώ στην παλαιά σου
    κατοικία και άλλη φορά
    με διχόνοιες τα παιδιά σου
    σου ετοιμάσανε εξοριά,
    84
    από τότες οπού εσώθη
    στην Ελλάδα ο Στρατηγός,
    οπού ο Έλληνας ειπώθη
    και τώρα όχι ο στερινός,
    85
    έως που ο κόσμος εβαστούσε
    τον απάνθρωπον Αλή,
    που όσον αίμα και αν ρουφούσε
    τόσο εγύρευε να πιεί.
    86
    Επερνούσαν οι αιώνες
    ή σε ξένη υποταγή,
    ή με ψεύτικες κορώνες,
    ή με σίδερα και οργή.
    87
    Και ήλθε τότες και επερπάτει
    όπου επάταγες Εσύ,
    και του δάκρυζε το μάτι,
    και επιθύμαε να Σε ιδεί.
    88
    κι έλεε: πότε έρχεσαι πάλι!
    Και δεν είναι αληθινό,
    πως μας είχε αδικοβάλει
    με βρισιές και με θυμό.
    89
    Εζωγράφιζαν οι στίχοι
    τον γαλάζιον ουρανό,
    και εκλαιόνταν με την τύχη
    και με τ’ άστρο το κακό,
    90
    εις το οποίον έχει να σκύψει
    κάθε δύναμη θνητή,
    και η πατρίδα του να στρίψει
    παντελώς δεν ημπορεί.
    91
    Τώρα αθάμπωτη έχει δόξα,
    και με φέρσιμο τερπνόν
    βλέπει αδύνατα τα τόξα
    των αντίζηλων εθνών.
    92
    Και λαούς αλυσοδένει,
    και εις τα πόδια τους πατεί,
    και το πέλαγο σωπαίνει
    αν του σύρει μια φωνή.
    93
    Τέχνες, άρματα, σοφία,
    τήνε κάνουν δοξαστή,
    όμως θα βρούνε ευκαιρία
    να τη φθείρουνε οι καιροί,
    94
    και να ιδή το ριζικό της
    καθώς είναι η καταχνιά,
    που εις το κλίμα το δικό της
    κρύβει την αστροφεγγιά.
    95
    «Που είν’, θα λένε σαστισμένοι,
    το Λεοντάρι το Αγγλικό;
    Είναι η χήτη του πεσμένη,
    και το μούγκρισμα βουβό».
    96
    Αλλ’ η Ελλάς να ξαναζήσει
    ήταν άξια, και να ιδεί
    ο ερχομός να την τιμήσει
    του υψηλότατου Ποιητή.
    97
    Έστεκε στο μισημένο
    το ζυγό μ’ αραθυμιά.
    Το ποδάρι είχε δεμένο,
    αλλά ελεύθερη καρδιά.
    98
    Εκαθότουνε εις τα όρη
    ο Σουλιώτης ξακουστός.
    Να τον διώξει δεν ημπόρει
    πείνα, δίψα, και αριθμός.
    99
    Συχνά σπώντας τα θηκάρια
    με τα χέρια τα λιγνά,
    ορμούν σ’ άπειρα κοντάρια.
    Τες γυναίκες των συχνά,
    100
    μεγαλόψυχα τραβάει
    τον ίδιον αίσθημα τιμής,
    που κοιτώντας τον Κομβάυ
    είχε ο ανδρείος Τραγουδιστής.
    101
    Τες εμάζωξε εις το μέρος
    του Τσαλόγγου το ακρινό
    της ελευθεριάς ο έρως
    και τες έμπνευσε χορό.
    102
    Τέτοιο πήδημα δεν το είδαν
    ούτε γάμοι, ούτε χαρές,
    και άλλες μέσα τους επήδαν
    αθωότερες ζωές.
    103
    Τα φορέματα εσφυρίζαν
    και τα ξέπλεκα μαλλιά,
    κάθε γύρο που εγυρίζαν
    από πάνου έλειπε μια.
    104
    Χωρίς γόγγυσμα κι αντάρα
    πάρα εκείνη μοναχά,
    οπού έκαναν με την κάρα,
    με τα στήθια, στα γκρεμά.
    105
    Στα ίδια όρη εγεννηθήκαν
    και τα αδάμαστα παιδιά,
    που την σήμερο εχυθήκαν
    πάντα οι πρώτοι στη φωτιά.
    106
    Γιατί, αλίμονον! γυρίζοντας
    τους ηύρε ο Μπάυρον σκυθρωπούς;
    Εγυρεύανε δακρύζοντας
    τον πλέον ένδοξο απ’ αυτούς.
    107
    Όταν στης νυχτός τα βάθη
    τα πάντα όλα σιωπούν,
    και εις τον άνθρωπο τα πάθη,
    πούναι ανίκητα, αγρυπνούν,
    108
    και γυρμένοι εις το πλευρό τους
    οι στρατιώτες του Χριστού,
    μύρια βλέπουν στ’ όνειρό τους
    ξεψυχίσματα του εχθρού,
    109
    αυτός άγρυπνος στενάζει,
    και εις την πλάκα την πικρή,
    που τον Μπότσαρη σκεπάζει,
    για πολλή ώρα αργοπορεί.
    110
    Έχει πλάγιασμα θανάτου
    και άλλος άντρας φοβερός
    εις τα πόδια του αποκάτου,
    και είναι αντίκρυ του ο ναός.
    111
    Ακριβό σαν την ελπίδα
    που έχει πάντοτε ο θνητός,
    γλυκοφέγγει απ’ τη θυρίδα
    της Άγιας Τράπεζας το φως.
    112
    Μέσαθε έπαιρνε ο αέρας
    με δροσόβολη πνοή
    το λιβάνι της ημέρας,
    και του τόφερνε ως εκεί.
    113
    Δεν ακούς γύρου πατήματα.
    Μον’ τον ίσκιο του θωρείς,
    οπού απλώνεται στα μνήματα,
    έρμος, άσειστος, μακρύς,
    114
    καθώς βλέπεις και μαυρίζει
    ίσκιος νέου κυπαρισσιού,
    αν την άκρη του δεν ’γγίζει
    αύρα ζέφυρου λεπτού.
    115
    Πες μου, Ανδρείε, τι μελετούνε
    οι γενναίοι σου στοχασμοί,
    που πολληώρα αργοπορούνε
    εις του Μάρκου την ταφή;
    116
    Σκιάζεσαι ίσως μη χουμήσουν
    ξάφνου οι Τούρκοι το πρωί,
    και το στράτευμα νικήσουν,
    που έχει ανίκητην ορμή;
    117
    Σκιάζεσαι τους Βασιλιάδες,
    που έχουν Ένωσιν Ιερή,
    μη φερθούνε ωσάν Πασάδες
    στον Μαχμούτ εμπιστευτοί;
    118
    Ή σου λέει στα σπλάχνα η φύσις
    μ’ ένα κίνημα κρυφό:
    «Την Ελλάδα θε ν’ αφήσεις,
    για να πας στον Ουρανό;»
    119
    Βγαίνει μάγεμα απ’ τη στάχτη
    των Ηρώων, και τον βαστά,
    και τη θέλησι του αδράχτει.
    Τότε αισθάνεται με μια,
    120
    την αράθυμη ψυχή του,
    που με φλόγα αναζητεί
    να του σύρει το κορμί του
    σε φωτιά πολεμική.
    121
    Του πολέμου ένδοξοι οι κάμποι!
    Είδ’ η Ελλάδα τολμηρά
    και το Σοφοκλή να λάμπει
    μέσα στην αρματωσιά.
    122
    Και είδε Αυτόν, που παρασταίνει
    μαζωμένους τους Εφτά
    στην ασπίδα αιματωμένη,
    όπου ωρκόνονταν φριχτά.
    123
    Ετραγούδααν προθυμότερα
    τες ωδές του τα παιδιά,
    και αισθανότανε αντρειότερα
    στην ανήλικη καρδιά.
    124
    Και τα μάτια τους γελούσαν,
    μάτια μαύρα ως την ελιά.
    Των μορφών, οπού βαστούσαν
    τραγουδώντας τες γλυκά.
    125
    Στη φωτιά! και θρέφει ελπίδα
    να νικήσει, να ημπορεί
    να επιστρέψει στην Πατρίδα,
    το κοράσιο του να ευρεί.
    126
    Να του λέγει μ’ ένα δάκρυ:
    «Χαίρου, τέκνο μου ακριβό,
    εις του στήθους μου την άκρη
    ελαβώθηκα και εγώ.
    127
    Βάλε, φως μου, την παλάμη
    εις τα στήθια του πατρός.
    Να, την ζώνη που έχει κάμει
    κόρη τούρκισσα του αντρός».
    128
    Και το πέλαγο αγναντεύει
    ίσως τώρα η κορασιά,
    και ξεφάντωση γυρεύει
    με τραγούδια τρυφερά.
    129
    «Τον γονιό μου, Πρόνοια Θεία,
    κάμε τόνε νικητή,
    εις τα χώματα, στα οποία
    η γυναίκα απαρατεί
    130
    τα στολίδια, τον καθρέφτη,
    και αποκάτου απ’ το βυζί
    ζώνεται άρματα, και πέφτει
    όπου κίνδυνο θωρεί.
    131
    Κάμε Εσύ με την μητέρα
    τη γλυκειά μου να ενωθεί
    έλα γρήγορα, πατέρα,
    όλη η Αγγλία σε καρτερεί.
    132
    Το καράβι πότε αράχνει
    εισέ θάλασσα αγγλική;
    Μου σπαράζουνε τα σπλάχνη,
    οπού μου έκανες εσύ.
    133
    Πες, πότ’ έρχεσαι;»… Ολοένα
    ειν’ το πλοίο του στα νερά,
    που φλοισβήζουνε σχισμένα,
    και ποσώς δεν τ’ αγροικά.
    134
    Ποίος, αλίμονον! μας δίνει
    μίαν αρχή παρηγοριάς;
    Απ’ αυτόν δε θε να μείνει
    μήτε η στάχτη του με μας.
    135
    Θα την έχουν άλλοι!… Ω! σύρε,
    σύρε, Μπάυρον, στο καλό.
    Ύπνος έξαφνα σε πήρε,
    που δεν έχει ξυπνημό.
    136
    Είναι αδιάφορο, δε βλάβει,
    αν εκεί σιμοτινό
    πλέξει ή τούρκικο καράβι,
    ή καράβι ελληνικό.
    137
    Άκου, Μπάυρον, πόσον θρήνον
    κάνει, ενώ σε χαιρετά,
    η πατρίδα των Ελλήνων.
    Κλαίγε, κλαίγε, Ελευθεριά.
    138
    Γιατί εκείτοταν στην κλίνη,
    και του εβάραινε πολύ
    πως για πάντα είχε να μείνει,
    και από Σε να χωριστεί.
    139
    Αρχινάει του ξεσκεπάζει
    άλλον κόσμο ο λογισμός
    και κάθε άλλο σκοταδιάζει,
    και του κρύβεται απ’ εμπρός.
    140
    Αλλά αντίκρυ από τα πλάσματα
    του νοός τα αληθινά,
    του προβαίνουν δύο φαντάσματα
    ολοζώντανα και ορθά.
    141
    Η ακριβή του θυγατέρα,
    καθώς έμεινε μικρή,
    ενώ η τύχη τον πατέρα,
    εκαλούσε αλλού, και Εσύ,
    142
    Εσύ, θεία του ανθρώπου εικόνα,
    με τα φέγγη σου, και αυτή
    όπου σ’ έφθανε στο γόνα
    με την ώρια κεφαλή,
    143
    για λίγη ώρα του σηκώνεται
    του άλλου κόσμου τη θωριά,
    και σ’ εσάς αντισηκώνεται
    με την πρόθυμη αγκαλιά.
    144
    Έτσι ο Άνθρωπος του Αιώνος,
    όταν έπαυε να ζει,
    καθώς ήθελεν ο φθόνος,
    σ’ ένα αγνώριστο νησί,
    145
    και είχε μάρτυρα εις το βράχο
    του Θεού τον οφθαλμό,
    και τριγύρω του μονάχο
    του πελάου το γογγυτό.
    146
    Ενώ ανάδινε η ψυχή του
    μόνους άφησε να ελθούν
    η Γαλλία και το παιδί του
    προς τα μάτια, πριν σβησθούν.
    147
    Και όχι η μοίρα, οπού σαράντα
    νίκες του άδραξε η σκληρή,
    και βαρύτερη είναι πάντα
    σε καρδιά βασιλική.
    148
    Όχι η δόξα η περασμένη,
    που με βία πολεμική
    του έδειχνε την Οικουμένη,
    λέγοντάς του: Ακαρτερεί,
    149
    Στην ταφή του με την πάχνη
    χύν’ η βρύση το νερό,
    που του δρόσισε τα σπλάχνη,
    εις το ψυχομαχητό.
    150
    Τες ημέρες, οπού αν μόνο
    τ’ όνομά του ήθελε πεις,
    ολογόστευαν στο θρόνο
    την αυθάδεια οι βασιλείς,
    151
    κατά μας και Αυτός ακόμη
    είχε ρίξει μία ματιά.
    Είναι η δάφνη ωραία στην κόμη,
    όταν φέρνει ελευθεριά.
    152
    Ω! να μάθαινε ο Μεγάλος
    πόσην έδειξε χαρά
    αγροικώντας ένας Γάλλος:
    εχαθήκαν τα Ψαρά.
    153
    Φωνήν τρόμου η Ελλάδα σύρνει,
    σύρνει, και έπειτα σιωπεί.
    Όμως κρότους μες στη Σμύρνη
    όλη η νύχτα ηχολογεί.
    154
    Να, ανθοστόλιστο τραπέζι.
    Δεν είν’ γέννημα Τουρκών,
    οπού τρώοντας περιπαίζει
    την αντρεία των Ψαριανών.
    155
    Μύρια λόγια, γέλια μύρια,
    και χτυπούν τα φωτερά
    στα ολογέμιστα ποτήρια,
    και στα γέλια τα τρελλά.
    156
    Με αρμονίες τους κράζει η λύρα,
    και επετάχτηκαν ομού,
    λυσσιασμένοι από την πύρα
    της χαράς και του κρασιού.
    157
    Και χορεύουνε τριγύρου…
    Γειά σας, Γάλλοι ευγενικοί!
    Είν’ τα χώματα του Ομήρου
    που το πόδι σας πατεί!
    158
    Γιατί μες’ στ’ αχρεία τους σπλάχνη
    το φαγί και το ποτό
    σε φαρμάκι δεν αλλάχνει,
    να τους φάει το σωθικό;
    159
    Και απ’ τη μάνητα ν’ ανάψει
    αρμοδιώτερος χορός,
    τον οποίον μόνος να πάψει
    σκληρός θάνατος και αργός,
    160
    για ν’ αρχίσουν τη χαρά τους,
    όντας φάσματα ελαφρά,
    εμπροστά στο βασιλιά τους,
    και στο Μπάυρον εμπροστά,
    161
    οπού φθάνοντας κει κάτου
    ίσως τούμεινε ως εκεί
    η αέρινη αγκαλιά του,
    σαν πρωτύτερα, ανοιχτή!
    162
    Τόνε βλέπω! Του προβαίνουν
    άλλα φάσματα γοργά,
    που ακατάπαυστα πληθαίνουν
    σφόδρα, και είναι Ελληνικά.
    163
    Για την ποθητήν Ελλάδα
    τόσο πρόθυμα ρωτούν,
    σαν να εζήτααν τη γλυκάδα
    του φωτός να ξαναϊδούν.
    164
    Κλάψες άμετρα χυμένες,
    χέρια απλότρεμα, κραυγές,
    που απ’ τ’ς αντίλαλους πωμένες
    είναι πλέον τρομαχτικές.
    165
    Κειός σεβάσμια προχωρώντας,
    και με ανήσυχες ματιές,
    τα προσώπατα κοιτώντας,
    και κοιτώντας τες πληγές:
    166
    «Η Διχόνοια κατατρέχει
    την Ελλάδα. Αν νικηθεί,
    ΜΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΠΟΥ ΜΑΣ ΕΧΕΙ,
    τ’ όνομά σας ξαναζεί».

  6. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    21. «Η Ελλάς και ο Κόσμος»

    Χωρίς την ελευθερία τι θα ήσουν, Ελλάς;
    Χωρίς εσέ, Ελλάς, τι θα ήταν ο κόσμος;
    Επάνω! Επάνω

    «Μας ονόμασες επαναστάτες – πάντα έτσι ας μας καλείς!
    Αυτό είναι σύνθημα των Ελλήνων
    είναι το σύνθημα των Ελλήνων το αιώνιο!
    Ο υπέροχος ήχος αυτός ποτέ να μην ηχήσει μέσ’ την καρδιά σου.
    Εσύ, κάτω στη λάσπη θα μένης για πάντα, και θα παρατηρείς του κόσμου τα συμβάντα.»

    Wilhelm Müller

    ***

    22. ΕΝΘΟΥΣΙΑΣΜΟΣ

    Στην Ελλάδα ! Στην Ελλάδα ! Εμπρός τώρα, είνε ώρα… !
    Ύστερα από το αίμα των μαρτύρων πρέπει τώρα
    και το αίμα των δημίων νά χυθή τό μιαρό…
    Στην Ελλάδα! Τιμωρία, φίλοι μου, κ’ Ελευθερία !
    Ας σελώσουν τ΄ άλογό μου πού φριμάζει με μανία !
    Το σαρίκι στο κεφάλι, το σπαθί μου στο πλευρό

    Πότε φεύγωμεν; Απόψε ! Αύριον είνε αργά…
    Όπλα ! άλογα ! καράβι ! αρματώσετε γοργά
    στο Τουλών και δόστέ μού το ! δόστε μου φτερά εμένα !
    Άπ’ τ’ άρχαία τάγματά μας θέ νά πάρωμεν μαζύ μας
    παλληκάρια διαλεγμένα και θα ιδούμε, στην ορμή μας,
    Τούρκικα θεριά να φεύγουν, σαν ζαρκάδια τρομασμένα

    Αρχηγός έλα, Φαβιέρε, διαλεκτός μέσ’ τις χιλιάδες,
    σύ πού πήγες εκεί όπου δεν επήγαν βασιλειάδες
    κ’ ήσουν αρχηγός σ’ ασκέρι άγριο μα τακτικό,
    μέσ’ τους Έλληνες τους νέους φάντασμα παληού Ρωμαίου,
    παλληκάρι-στρατιώτης, πού ενός λαού γενναίου
    εις τα χέρια σου επήρες και κρατείς το ριζικό.

    Από τον πολύ σας ύπνο εκεί κάτω σηκωθήτε
    όπλα Γαλλικά! Της μάχης μουσικές αναστηθήτε,
    κ’ εσείς, μπόμπες και κανόνια, κ’ εσείς, ντέφια βροντερά !
    Άλογα, όπου στενάζει εις το διάβα σας το χώμα,
    καί σπαθιά, όπου τό αίμα δέν σας έβαψε ακόμα,
    και πιστόλια, γεμισμένα από βόλια φλογερά !
    1827

    ΒΙΚΤΩΡ ΟΥΓΚΩ , Τα Ανατολίτικα

  7. -Άγγελος Σικελιανός, 25 ΜΑΡΤΙΟΥ 1821 – 25 ΜΑΡΤΙΟΥ 1946

    Του αγώνα μας πρωτόφλεβα, καρδιά του Εικοσιένα,
    για να Σε χαιρετίσουμε, όρθρό είναι σηκωμένοι
    γυναίκες, γέροντες, παιδιά, κ’ εγώ στη σύνταξή τους
    για βιαστικό αντροκάλεσμα, για σημερνό σημάδι ….
    Τι τώρα σμίγει το αίμα Σου στην πιο πλατιά του κοίτη
    μ’ όσο αίμα χύθηκεν εχτές, και, ΄δες, το, ξεχειλίζει
    να μπει ποτάμι ακράταγο με τα ποτάμια τα’ άλλα
    των Λαών, που ορμάν στη λευτεριά π’ ανοίγεται μπροστά τους
    ανθρωποθάλασσα της Ζωής, σ’ Εσέ, Δημοκρατία!

    -ΤΗΣ ΛΕΝΩΣ ΤΟΥ ΜΠΟΤΣΑΡΗ
    (1804)

    Όλες οι καπετάνισσες από το Κακοσούλι
    όλες την Άρτα πέρασανστα Γιάννινα τις πάνε,
    σκλαβώθηκαν οι αρφανές, σκλαβώθηκαν οι μαύρες,
    κι η Λένω δεν επέρασε, δεν την επήραν σκλάβα.
    Μόν πήρε δίπλα τα βουνά, δίπλα τα κορφοβούνια,
    σέρνει τουφέκι σισανέ κι εγγλέζικα κουμπούρια,
    έχει και στη μεσούλα της σπαθί μαλαματένιο.
    Πέντε Τούρκοι την κυνηγούν, πέντε τζοχανταραίοι.
    -Τούρκοι, για μην παιδεύεστε, μην έρχεστε σιμά μου,
    σέρνω φυσέκια στην ποδιά και βόλια στις μπαλάσκες.
    -Κόρη, για ρίξε τ΄ άρματα, γλύτωσε τη ζωή σου.
    -Τι λέτε, μωρ΄ παλιότουρκοι κι εσείς παλιζαγάρια;
    Εγώ είμαι η Λένω Μπότσαρη, η αδερφή του Γιάννη,
    Και ζωντανή δεν πιάνουμαι εις των Τουρκών τα χέρια.
    (Δημοτικό)

    -ΤΟΥ ΔΙΑΚΟΥ
    (22 Απριλίου 1821)

    Τρία πουλάκια κάθονταν ψηλά στη Χαλκομάτα,
    τόνα τηράει τη Λιβαδιά και τ΄ άλλο το Ζητούνι,
    το τρίτο το καλύτερο μοιριολογάει και λέει:
    -Πολλή μαυρίλα πλάκωσε, μαύρη σαν καλιακούδα.
    Μην ο Καλύβας έρχεται, μην ο Λεβεντογιάννης;
    -Νούδ’ ο Καλύβας έρχεται, νούδ΄ ο Λεβεντογιάννης,
    Ομέρ Βρυόνης πλάκωσε με δεκοχτώ χιλιάδες.

    Ο Διάκος σαν τ΄ αγροίκησε, πού του κακοφάνη.
    Ψιλή φωνήν εσήκωσεν τον πρώτο του φωνάζει:
    -Τον ταϊφά μου σύναξε, μάσε τα παλληκάρια,
    δώς΄ τους μπαρούτη περισσή και βόλια με τις χούφτες,
    γλήγορα και να πιάσουμε κάτω στην Αλαμάνα,
    πού ΄ναι ταμπούρια δυνατά κι όμορφα μετερίζια.

    -Καρδιά, παιδιά μου, φώναξε, παιδιά, μη φοβηθήτε,
    σταθήτε αντρειά σαν Έλληνες και σά Γραικοί σταθήτε.

    Ψιλή βροχούλαν έπιασε κι ένα κομμάτι αντάραρ,
    τρία γιουρούσια νέκαμαν τα τρία αράδα αράδα.
    Έμεινε ο Διάκος στη φωτιά με δεκοχτώ λεβέντες.
    Τρεις ώρες επολέμαε με δεκοχτώ χιλιάδες.
    Βουλώσαν τα κουμπούρια του κι ανάψαν τα τουφέκια.
    Κι ο Διάκος εξσπάθωσε και στη φωτιά χουμάει.
    ΄ξήντα ταμπούρια χάλασε κι εφτά μπουλουκμπασίδες.
    Και το σπαθί το κόπηκε ανάμεσα απ΄ τη χούφτα
    και ζωντανό τον έπιασαν και στον πασά τον πάνουν,
    χίλιοι τον παν από μπροστά και χίλιοι από κατόπι.

    Κι ο Ομέρ Βρυόνης μυστικά στο δρόμο τον ερώτα:
    -Γίνεσαι Τούρκος, Διάκο μου, την πίστη σου ν΄ αλλάξης,
    να προσκυνήσης το τζαμί, την εκκλησιά ν΄ αφήσης;
    Κι εκείνος τ΄ αποκρίθηκε και στρίφτει το μουστάκι:
    -Πάτε κι εσεις κι η πίστη σας, μουρτάτες, να χαθήτε!
    Εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θέ ν΄ αποθάνω.
    Ά θέλετε χίλαι φλωριά και χίλιους μαχμουτιέδες,
    μόνον εφτά μερώ ζωή θέλω να μου χαρίστε,
    όσο να φτάση ο Οδυσσεύς και ο Θανάσης Βάγιας.
    Σαν τ΄ άκουσε ο Χαλίλμπεης, αφρίζει και φωνάζει:
    -Χίλια πουγγιά σας δίνω γώ κι ακόμα πεντακόσια,
    το Διάκο να χαλάσετε, το φοβερό τον κλέφτη,
    γιατί θα σβήση την Τουρκιά κι όλο μας το ντοβλέτι.
    Το Διάκο τότε παίρνουνε και στο σουβλί τον βάζουν,
    ολόρτο τον εστήσανε κι αυτός χαμογελούσε,
    την πίστη τους τους ύβριζε, τους έλεγε μουρτάτες.
    -Σκυλιά, κι α μέ σουβλίσετε, ένας Γραικός εχάθη.
    Ας είν΄ ο Οδυσσεύς καλά κι ο καπετάν Νικήτας,
    που θα σας σβήσουν την Τουρκιά κι όλο σας το ντοβλέτι.
    (Δημοτικό)

    -Κώστας Κρυστάλλης, «ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΚΛΕΦΤΙΚΟ»

    Πότε θαρθή μιάν άνοιξη, θαρθή ένα καλοκαίρι,
    που λουλουδιάζουν τα κλαριά, που λυόνουνε τα χιόνια,
    για να ζωθούμε τάρματα και τα χρυσά τσαπράζια,
    να βγούμε κλέφτες, βρέ παιδιά, κλέφτες στα κορφοβούνια;

    Μέσ΄ στην ψηλότερη κορφή να στήσουμε λημέρι,
    νάχουμε τάστρα τ΄ ουρανού τ΄ αποβραδύς κουβέντα,
    εμάς το γλυκοχάραγμα να πρωροχαιρετίζη,
    εμάς ο ήλιος την αυγή σαν κρούη να πρωτοβλέπη.
    Να μας ζηλεύουν οι αετοί, να μας ξυπνούν τ΄ αηδόνια
    και μεσ΄ στα γάργρα νερά και μέσ΄ στες κρύες βρύσες
    νεράϊδες να μας νίβουνε, φιλιά να μας χορταίνουν.

    Αράδ΄αράδα τάρματα στα πεύκα θα κρεμάμε
    και θέ να σταίνουμε χορό. Και κάθε μας τραγούδι
    θάναι βροντή από σύγνεφο, φωτιά από αστροπελέκι
    θα μας τρομάζουν τα θηριά, θα προσκυνούν οι κάμποι.

    Πότε θαρθή μιάν άνοιξη, θαρθή ένα καλοκαίρι,
    να βγούμε κλέφτες, βρε παιδιά, κλέφτες στα κορφοβούνια.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: