Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (179ο): «Τέλος»…

 

-«Στην αρχή μου είναι το τέλος μου και στο τέλος μου η αρχή μου»
(T.S Elliot)

 

«Έτσι τελειώνει ο κόσμος, όχι με έναν πάταγο, αλλά με έναν λυγμό .»

(T.S Elliot)

 

-«Πολλά είχε αγαπήσει ο Σίσυφος.

Στο τέλος αγαπούσε μόνο την πέτρα του»

(Ν. Δήμου)

 

 

-«Τελικά τούς έκλεισα την πόρτα «τι να την κάνω την πραγματικότητα, τους λέω ‒έγώ έχω τ’ όνειρο

ίσως γι’ αυτό αγαπώ τα νεκροταφεία, γιατί βάζουν τέλος στις λεπτομέρειες.

Ένα τραγούδι λυπημένο τη νύχτα είναι πάντα ένας αποχαιρετισμός.»

(Τάσος Λειβαδίτης)

 

 

-«Να μην περνάς την τελεία αβασάνιστα.

Σταμάτα λίγο σε ότι τελειώνει.

Κάτι καινούργιο αρχίζει πάντα μετά.»

(Χρίστος Γ. Παπαδόπουλος)

 

 

-«Εδώ τελειώνουν τα έργα της θάλασσας, τα έργα της αγάπης.
Εκείνοι που κάποτε θα ζήσουν εδώ που τελειώνουμε
αν τύχει και μαυρίσει στη μνήμη τους το αίμα και ξεχειλίσει
ας μη μας ξεχάσουν, τις αδύναμες ψυχές μέσα στ’ ασφοδίλια.

Ας γυρίσουν προς το έρεβος τα κεφάλια των θυμάτων:
Εμείς που τίποτα δεν είχαμε θα τους διδάξουμε τη γαλήνη.
Ας μη μας ξεχάσουν.»

(Γ. Σεφέρης)

 

-Μίλτος Σαχτούρης, «Ως το τέλος

«Ώς το τέλος λυπήθηκα που ήτανε παιδί

θα ’πρεπε να ’ταν σύννεφο

σαν κι αυτά που μέσα τους κρύβονται τα πουλιά

όταν φοβούνται»

 

 

-Μίλτος Σαχτούρης, «Ως το τέλος II»

«Πάνω στο στρώμα το σώμα του περνούσε από φάσεις

τρομαχτικές. Το ένα του πόδι λέπταινε σαν κλωστή,

ενώ το άλλο χόντραινε σαν κορμός δέντρου.

Ένιωθε όμως την πυγμή του τρομερή και καθώς το

κρεβάτι του ήταν πλάι στον τοίχο, θα ’θελε μ’ ένα

χτύπημα να τρυπήσει τον τοίχο και το χέρι του να

περάσει στο διαμέρισμα το διπλανό.

Πολλές φορές στο δρόμο, καθώς περπατούσε,

αισθανόταν ξαφνικά να πυρακτώνεται όλο του το κορμί

και στο τέλος θα τιναζότανε προς τ’ απάνω, σα βολίδα.

(Και το ’θελε πολύ αυτό)

Όμως στο καφενείο καθόταν ήσυχος παίζοντας

το κομπολόι του, έπινε τον καφέ του…

Νομίζω τον λέγαν Τζιάκο ή Τζακόπουλο ή κάτι

τέτοιο»

(Μ. Σαχτούρης, Ποιήματα, 1945-1971, Κέδρος)

 

 

-Αργύρης Χιόνης, ΕΚΔΟΧΕΣ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ”

«Με ήτα η ζωή τελειώνει·
με ήττα, επίσης.

ΙΙΙ
Έρχονται αθόρυβα οι μέρες μου – γάτες με πελ-
ματα βελούδινα, ταχύτητα αστραπής- τρίβο-
νται μια στιγμή ανάμεσα στα πόδια μου· σκύ-
βω να τις χαϊδέψω· έχουνε κιόλας φύγει.

ΧΙ

Με τρομάζει η ανυπαρξία, η μητέρα μου,
και δεν ξέρω γιατί,
αφού η ερωμένη μου, η ύπαρξη,
είναι αυτή
που πάντα μου επεφύλασσε
και σίγουρα μου επιφυλάσσει ακόμη
τις πιο οδυνηρές εκπλήξεις.

ΧΙΙ
Να πίνεις τσάι και, στο μεταξύ, να σβήνει η
ζωή σου, όπως συμβαίνει με τους ήρωες του
Τσέχοφ, να σβήνει η ζωή σου, ενώ εσύ με α-
ξιοπρέπεια το τσάι ν’ ανακατεύεις και να ε-
παινείς τη γεύση και το άρωμά του. Έτσι,
σαν ήρωας του Τσέχοφ ή όπως ο Τσέχοφ ο ί-
διος, στη χυδαιότητα του πόνου ν’ αντιτάσ-
σεις την καλή ανατροφή σου.

XV
Ανάμεσα στα δάχτυλά μου
και στη σάρκα σου,
όσο σφιχτά κι αν σε κρατώ,
τρυπώνει ο χρόνος.

XVII
Όταν σου αναγγείλουνε το θάνατό μου,
κάνε ό,τι θα ’κανες αν σου χαρίζαν
εν’ άδειο βάζο.

Θα το γέμιζες λουλούδια·
έτσι δεν είναι;»

(ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ ΤΕΥΧΟΣ 79 – ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2007)

 

 

-Μαρία Γραμματικού, «Το τέλος»

«Τα βήματά σου
στην πικρή αμμουδιά
και τα καβούρια
στα υγρά χέρια των βράχων.
Τα βότσαλα στα πέλματά σου
κι ο ήλιος
που σε μεταλλάζει σε σκιά.
Ο άμμος που φεύγει απ’ την παλάμη σου
κι η αδυσώπητη κλεψύδρα του χρόνου.
Κι άξαφνα η κραυγή σου
που σκίζει τη σιωπή
κι η σιωπή
που κομματιάζει την καρδιά μου.»

(https://greekpoems.wordpress.com/)

 

 

-ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΑΡΣΕΝΙΟΥ, «Δρ. Φρ. Τέλος»

«Αν τα όνειρά μου
είναι ταινίες με όνειρα
με τις σπουδαίες δυνάμεις
των σπέσιαλ εφέ
τελειώνω με τα όνειρα τώρα
ξεμπερδεύω με τα σύμβολά τους
που μοιάζουν μόνο με σύμβολα.

Τα αυθεντικά
κλειστήκαν για πάντα στο κιβώτιο δάσος τους
σφραγισμένα στη μεγάλη σπηλιά.
Εννοείται πως δεν ανοίγουν
ούτε με λιναρόσπορο.
Άστα λοιπόν αυτά.
Τώρα: να βγούνε τα μέσα έξω
είναι αστείο πράγμα.
Είναι τα μέσα έξω.
Είναι έξω όλα.»
(http://www.poeticanet.gr/poiimata-a-196.html)

 

 

-Ντ. Χριστιανόπουλος,  «ΤΕΛΟΣ»            

 «Τώρα ποὺ βρῆκα πιὰ μίαν ἀγκαλιά,
καλύτερη κι ἀπ᾿ ὅ,τι λαχταροῦσα,
τώρα ποὺ μοῦ ῾ρθαν ὅλα ὅπως τὰ ῾θελα
κι ἀρχίζω νὰ βολεύομαι μὲς στὴν κρυφὴ χαρά μου,
νιώθω πὼς κάτι μέσα μου σαπίζει.»

(http://users.uoa.gr/)

 

 

-Κ. Π. Καβάφης, «Το Τέλος του Αντωνίου»

«Αλλά σαν άκουσε που εκλαίγαν οι γυναίκες
και για το χάλι του που τον θρηνούσαν,
με ανατολίτικες χειρονομίες η κερά,
κ’ οι δούλες με τα ελληνικά τα βαρβαρίζοντα,
η υπερηφάνεια μες στην ψυχή του
σηκώθηκεν, αηδίασε το ιταλικό του αίμα,
και τον εφάνηκαν ξένα κι αδιάφορα
αυτά που ως τότε λάτρευε τυφλά-
όλ’ η παράφορη Αλεξανδρινή ζωή του-
κ’ είπε «Να μην τον κλαίνε. Δεν ταιριάζουν τέτοια.
Μα να τον εξυμνούνε πρέπει μάλλον,
που εστάθηκε μεγάλος εξουσιαστής,
κι απέκτησε τόσ’ αγαθά και τόσα.
Και τώρα αν έπεσε, δεν πέφτει ταπεινά,
αλλά Ρωμαίος από Ρωμαίο νικημένος.»

(Κ. Π. Καβάφης, Άπαντα ποιητικά, ύψιλον/βιβλία)

 

 

Βαγγέλη Θερμογιάννη, «Τελειώνω εδώ»

Κάτι μαύρα πουλιά κι ένα δέντρο γυμνό

Κι από κάτω η καρδιά μου μʼ αναμμένο καημό

Έχουν πέσει τα φύλλα και το χρώμα υγρό

Όλα λεν έχεις φύγει μα γυρίζω εδώ

 

Κάτι μαύρα σημάδια σε εικόνα θολή

Και μια ανάμνηση τρέχει στα κλαδιά να κρυφτεί

Τα δεν πρέπει, τα λάθη, όλα ήταν εκεί

Κι η ψυχή να πασχίζει στο σκοτάδι να δει

 

Κάτι πρέπει να κάνω, κάτι πρέπει να πω

Το μυαλό μου το χάνω, στη σιωπή θα χαθώ

Κάτι μαύρα πουλιά κι ένα δέντρο γυμνό

Έχει λήξει ο χρόνος και τελειώνω εδώ

(https://tovivlio.net/)

 

 

Γιώργος Σεφέρης, «Τελευταίος Σταθμός»

Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ’ αρέσαν.

Τ’ αλφαβητάρι των άστρων που συλλαβίζεις

όπως το φέρει ο κόπος της τελειωμένης μέρας

και βγάζεις άλλα νοήματα κι άλλες ελπίδες,

πιο καθαρά μπορείς να το διαβάσεις.

Τώρα που κάθομαι άνεργος και λογαριάζω

λίγα φεγγάρια απόμειναν στη μνήμη∙

νησιά, χρώμα θλιμμένης Παναγίας, αργά στη χάση

ή φεγγαρόφωτα σε πολιτείες του βοριά ρίχνοντας κάποτε

σε ταραγμένους δρόμους ποταμούς και μέλη ανθρώπων

βαριά μια νάρκη.

Κι όμως χτες βράδυ εδώ, σε τούτη τη στερνή μας σκάλα

όπου προσμένουμε την ώρα της επιστροφής μας να χαράξει

σαν ένα χρέος παλιό, μονέδα που έμεινε για χρόνια

στην κάσα ενός φιλάργυρου, και τέλος

ήρθε η στιγμή της πληρωμής κι ακούγονται

νομίσματα να πέφτουν πάνω στο τραπέζι∙

σε τούτο το τυρρηνικό χωριό, πίσω από τη θάλασσα του

Σαλέρνο

πίσω από τα λιμάνια του γυρισμού, στην άκρη

μιας φθινοπωρινής μπόρας το φεγγάρι

ξεπέρασε τα σύννεφα, και γίναν

τα σπίτια στην αντίπερα πλαγιά από σμάλτο.
Σιωπές αγαπημένες της σελήνης.

 

Είναι κι αυτός ένας ειρμός της σκέψης ένας τρόπος

ν’ αρχίσεις να μιλάς για πράγματα που ομολογείς

δύσκολα, σε ώρες όπου δε βαστάς σε φίλο

που ξέφυγε κρυφά και φέρνει

μαντάτα από το σπίτι κι από τους συντρόφους,

και βιάζεσαι ν’ ανοίξεις την καρδιά σου

μη σε προλάβει η ξενιτιά και τον αλλάξει.

Ερχόμαστε απ’ την Αραπιά, την Αίγυπτο, την Παλαιστίνη,

τη Συρία∙

το κρατίδιο

της Κομμαγηνής, που ‘σβησε σαν το μικρό λυχνάρι

πολλές φορές γυρίζει στο μυαλό μας,

και πολιτείες μεγάλες που έζησαν χιλιάδες χρόνια

κι έπειτα απόμειναν τόπος βοσκής για τις γκαμούζες

χωράφια για ζαχαροκάλαμα και καλαμπόκια.

Ερχόμαστε απ’ την άμμο της έρημος απ’ τις θάλασσες του

Πρωτέα,

ψυχές μαραγκιασμένες από δημόσιες αμαρτίες,

καθένας κι ένα αξίωμα σαν το πουλί μες στο κλουβί του.

Το βροχερό φθινόπωρο σ’ αυτή τη γούβα

κακοφορμίζει την πληγή του καθενός μας

ή αυτό που θα ‘λεγες αλλιώς, νέμεση μοίρα

ή μονάχα κακές συνήθειες, δόλο και απάτη,

ή ακόμη ιδιοτέλεια να καρπωθείς το αίμα των άλλων.

Εύκολα τρίβεται ο άνθρωπος μες στους πολέμους∙

ο άνθρωπος είναι μαλακός, ένα δεμάτι χόρτο∙

χείλια και δάκτυλα που λαχταρούν ένα άσπρο στήθος

μάτια που μισοκλείνουν στο λαμπύρισμα της μέρας

και πόδια που θα τρέχανε, κι ας είναι τόσο κουρασμένα,

στο παραμικρό σφύριγμα του κέρδους.

Ο άνθρωπος είναι μαλακός και διψασμένος σαν το χόρτο,

άπληστος σαν το χόρτο, ρίζες τα νεύρα του κι απλώνουν∙

σαν έρθει ο θέρος

προτιμούν να σφυρίξουν τα δρεπάνια στ’ άλλο χωράφι∙

σαν έρθει ο θέρος

άλλοι φωνάζουνε για να ξορκίσουν το δαιμονικό

άλλοι μπερδεύονται μες στ’ αγαθά τους, άλλοι ρητο-

ρεύουν.

Αλλά τα ξόρκια τ’ αγαθά τις ρητορείες,

σαν είναι οι ζωντανοί μακριά, τι θα τα κάνεις;

Μήπως ο άνθρωπος είναι άλλο πράγμα;

Μην είναι αυτό που μεταδίνει τη ζωή;

Καιρός του σπείρειν, καιρός του θερίζειν.

 

Πάλι τα ίδια και τα ίδια θα μου πεις φίλε.

Όμως τη σκέψη του πρόσφυγα τη σκέψη του αιχμάλωτου

τη σκέψη

του ανθρώπου σαν κατάντησε κι αυτός πραμάτεια

δοκίμασε να την αλλάξεις, δεν μπορείς.

Ίσως και να ‘θελε να μείνει βασιλιάς ανθρωποφάγων

ξοδεύοντας δυνάμεις που κανείς δεν αγοράζει

να σεργιανά μέσα σε κάμπους αγαπάνθων

ν’ ακούει τα τουμπελέκια κάτω απ’ το δέντρο του μπαμπού,

καθώς χορεύουν οι αυλικοί με τερατώδεις προσωπίδες.

Όμως ο τόπος που τον πελεκούν και που τον καίνε σαν

το πεύκο, και τον βλέπεις

είτε στο σκοτεινό βαγόνι, χωρίς νερό, σπασμένα τζάμια,

νύχτες και νύχτες

είτε στο πυρωμένο πλοίο που θα βουλιάξει καθώς το δεί-

χνουν οι στατιστικές,

ετούτα ρίζωσαν μες στο μυαλό και δεν αλλάζουν

ετούτα φύτεψαν εικόνες ίδιες με τα δέντρα εκείνα

που ρίχνουν τα κλωνάρια τους μες στα παρθένα δάση

κι αυτά καρφώνονται στο χώμα και ξαναφυτρώνουν∙

ρίχνουν κλωνάρια και ξαναφυτρώνουν δρασκελώντας

λεύγες και λεύγες∙

ένα παρθένο δάσος σκοτωμένων φίλων το μυαλό μας.

Κι α σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές

είναι γιατί τ’ ακούς γλυκότερα, κι η φρίκη

δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή

γιατί είναι αμίλητη και προχωράει∙

Στάζει τη μέρα στάζει στον ύπνο

μνησιπήμων πόνος.

 

Να μιλήσω για ήρωες να μιλήσω για ήρωες: ο Μιχάλης

που έφυγε μ’ ανοιχτές πληγές απ’ το νοσοκομείο

ίσως μιλούσε για ήρωες όταν, τη νύχτα εκείνη

που έσερνε το ποδάρι του μες στη συσκοτισμένη πολιτεία,

ούρλιαζε ψηλαφώντας τον πόνο μας∙ «Στα σκοτεινά

πηγαίνουμε στα σκοτεινά προχωρούμε…»

Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά.

 

Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ’ αρέσουν.

 

Cava dei Tirreni, 5 Οκτωβρίου ’44
(Γ. Σεφέρης, Ποιήματα, Ίκαρος)

 

 

Advertisements

Single Post Navigation

12 thoughts on “Πες το με ποίηση (179ο): «Τέλος»…

  1. «Τέλος χρόνου»
    Του Γρηγόρη Σακαλή // *

    Σ’ ακούω να ‘ρχεσαι

    μαζί με τον άνεμο

    σιγά-σιγά

    και τόσο γρήγορα

    σαν τον άνεμο

    κρύος βοριάς

    για να παγώσεις την ψυχή μου

    ή λίβας

    για να κάψεις

    ό,τι απέμεινε από μένα

    σ’ αυτή την πολύχρονη σχέση

    που έληξε

    με το δικό μου Βατερλώ

    που δώσαμε

    ό,τι είχε ο καθένας

    κι αφήσαμε πίσω μας

    χαλάσματα

    λόγια που πήρε ο αέρας

    τα σ’ αγαπώ

    και ήρθε η ώρα πια

    της τελευταίας πράξης.

    Το τέλος (Μαρία Γραμματικού)

    Τα βήματά σου
    στην πικρή αμμουδιά
    και τα καβούρια
    στα υγρά χέρια των βράχων.
    Τα βότσαλα στα πέλματά σου
    κι ο ήλιος
    που σε μεταλλάζει σε σκιά.
    Ο άμμος που φεύγει απ’ την παλάμη σου
    κι η αδυσώπητη κλεψύδρα του χρόνου.
    Κι άξαφνα η κραυγή σου
    που σκίζει τη σιωπή
    κι η σιωπή
    που κομματιάζει την καρδιά μου.

    ΤΟΜΑΣ ΕΛΙΟΤ
    «O,τι αποκαλουμε αρχη,ειναι συχνα το τελος
    Κ το να βαζεις ενα τελος,συχνα ειναι να κανεις μιαν αρχη.
    Το τελος ειναι εκει απ’οπου ξεκιναμε.Και καθε φραση
    Και προταση σωστη(οπου η καθε λεξη βρισκεται εκει που πρεπει,
    Παιρνοντας τη θεση της για να υποστηριζει τις αλλες,
    Ουτε η ατολμη λεξη,ουτε η επιδεικτικη,
    Μια ανετη συναλλαγη του παλιου κ του καινουριου,
    Η κοινη λεξη συγκεκριμενη,χωρις χυδαιοτητα,
    Η τυπικη λεξη,ακριβης αλλα οχι σχολαστικη,
    το τελειο ταιρι χορευοντας μαζι)

    Καθε φραση κ καθε προταση ειναι ενα τελος κ μια αρχη,
    Καθε ποιημα ενας επιταφιος.Κ οποιαδηποτε πραξη
    Ειναι ενα βημα προς το φραγμα,προς τη φωτια,κατω στο
    λαρυγγα της θαλασσας
    Η προς μια πετρα δυσαναγνωστη..κ απο κει ειναι που ξεκιναμε
    Πεθαινοντας μ’αυτους που πεθαινουν..
    Δες,αναχωρουν κι εμεις πηγαινουμε μαζι τους.
    Γεννιομαστε με τους νεκρους
    Δες,επιστρεφουν κ μας φερνουνε μαζι τους.
    Η στιγμη του ροδου κ η στιγμη του σμιλακα
    Ειναι ισης διαρκειας.Ενας ανθρωπος χωρις ιστορια
    Δεν εξαγοραζεται απ’τον χρονο,γιατι η ιστορια ειναι ενα σχεδιο
    Απο αχρονες στιγμες.Ετσι,καθως το φως πεφτει
    Απογευμα χειμωνα,σε μια απομονωμενη εκκλησια
    Η Ιστορια ειναι το τωρα,κ η Αγγλια

    Με την ελξη αυτης της Αγαπης κ τη φωνη αυτης της Κλησης

    Δε θα παψουμε ποτε την εξερευνηση
    Κι ολης μας της εξερευνησης το τελος
    Θα ‘ναι να φτασουμε εκει απ’οπου ξεκινησαμε
    Και να αναγνωρισουμε πρωτη φορα το μερος
    Μεσ της αγνωστης,ανακλημενης στη μνημη,πυλης
    Οταν το εσχατο της γης που εμεινε να ανακαλυφθει
    Ειναι εκεινο που ηταν η αρχη
    Στην πηγη του μακρυτερου ποταμου
    Η φωνη του κρυμμενου καταρρακτη
    Κ τα παιδια στη μηλια
    Που αγνωστα μας ειναι,επειδη δεν τα αναζητησαμα
    Αλλα τ’ακουσαμε.Τα μισο-ακουσαμε μες στη σιωπη
    Μεταξυ δυο κυματων της θαλασσας.
    Γρηγορα λοιπον,εδω,τωρα,παντοτε-
    Μια κατασταση απολυτης απλοτητας
    (Κοστιζοντας οχι λιγοτερο απ’το καθε τι)
    Κι ολα θα πανε καλα και
    Καθε ειδους πραγμα θα παει καλα
    Οταν οι γλωσσες της φλογας αναδιπλωθουν
    Μες στης φωτια την εστεμμενη ενωση
    Κι η φωτια και το ροδο γινουν ενα»

    πεμπτο μερος απο το Little Gidding,απο το ποιημα Four Quarters,του Τομας Ελιοτ,

    • Καλησπέρα, ευχαριστώ πολύ, Γρηγόρη!!!!

      Υπέροχος ο Έλιοτ!!!

      -Τάσος Θεοφίλου, «Κάποτε θα τελειώσουν όλα αυτά»

      «Κάποτε θα τελειώσουν όλα αυτά.
      Και θα λέμε ότι τουλάχιστον προσπαθήσαμε.
      Ότι δεν ήρθαμε άδικα στη ζωή.
      Ότι δε γίναμε άδικα βάρος στη γη.
      Ότι κάτι αφήσαμε πίσω μας.

      Και θα’ χουμε ρυτίδες στα πρόσωπα.
      Κάθε ρυτίδα και μια χαρακιά.
      Για κάθε στιγμή αγωνίας.
      Για κάθε αιωνιότητα μοναξιάς.

      Όσοι φοβούνται τις ρυτίδες,
      φοβούνται το παρελθόν τους,
      το ανούσιο παρόν τους,
      το προδιαγεγραμμένο μέλλον τους.
      Μισούν τον εαυτό τους. Αυτό που γίνονται.

      Ο χρόνος αφήνει τα σημάδια του.
      Κι εμείς θα τα φέρουμε περήφανα.»
      (https://astop.espivblogs.net/?cat=397087)

  2. 1. Τέλος αγάπης

    Αγριεύει ο τόπος μου
    Σε αποκρούω Ελλάδα.
    Η λογική σώνεται·
    τί θ’ ακολουθήσει;
    Αττική διαύγεια·
    τί άλλοθι!
    Τέλειωσέ με Θεέ μου. Συν   
    άπειρο.
    Τα μάτια μου τί μεταφράζουν;   
    Ερήμωση.
    Ροκανίζω μοίρα.

    Νίκος Καρούζος, «Ερυθρογράφος» (1988). Από το βιβλίο: Νίκος Καρούζος, «Τα ποιήματα», τ. Β΄ (1979-1991), Ίκαρος Εκδοτική Εταιρία, Αθήνα 1994, σελ. 488.

    ***

    2. [Στο τέλος όλα σωπαίνουν…]

    Στο τέλος, όλα σωπαίνουν
    και μόνο στάζει μια βρύση

    Για να μπορείς να θυμάσαι

    Ορέστης Αλεξάκης, Ο ληξίαρχος (1989)

    ***

    3. Λέω να τελειώνω…

    Λέω να τελειώνω εδώ.
    Θα ’τανε πιο καλά.
    (Για μένα σίγουρα.
    Κι ελπίζω για τους άλλους).
    Μα δεν μπορώ.
    Μεσ’ απ’ τη στάχτη της φωνής μου
    ξαναρχίζω!

    Τίτος Πατρίκιος, Αντιδικίες, 1981

    ***

    4. Τέλος μιας ηλικίας

    Καθώς διάσχιζε τον κεντρικό διάδρομο με τους καθρέφτες
    -στο τέρμα, λέγαν, είταν το γραφείο του διευθυντή-
    βρέθηκε μονομιάς στα πρόθυρα των γερατειών.
    ‘Ορμησε τότε προς την έξοδο κινδύνου, βγήκε
    στο πιο ψηλό διάζωμα κι άρχισε να φωνάζει:

    «Διώχτε από μπρος μου το πνιγμένο πρόσωπό της,
    με κυνηγάει σα μέδουσα, οι σάπιες τρύπες του κολλάν απάνω μου,
    βυζαίνουν τα δίκαια όνειρά μου.
    Δεν είναι αυτή η μοίρα μου. Γλυτώστε με. Δεν είναι».

    ‘Οταν τον πρόλαβαν, είχε περίπου ηρεμήσει.
    ‘Ηπιε λίγο νερό, μιαν ασπιρίνη,
    του τίναξαν τους ασβέστες απ’ τα ρούχα, τις στάχτες από τα μαλλιά…
    Λίγον καιρόν αργότερα
    σβήσαν κ’ οι τελευταίες ανυπόταχτες χειρονομίες.

    Είπανε μερικοί πως συμβιβάστηκε,
    άλλοι μιλήσαν για λύσεις πανικού,
    δυο-τρεις επέμεναν πως αναγνώρισε επί τέλους τις ευθύνες του.

    Κανείς δεν έμαθε.
    ‘Ηρθε η ζωή όπως συνήθως έρχεται και τα σκέπασε όλα.

    ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ

    Νατάσσα Μποφίλιου – Μέχρι το τέλος

    5. ΑΡΧΗ ΚΑΙ ΤΕΛΟΣ

    Στην αρχή
    δεν υπάρχει ανάγκη
    να δημιουργήσουμε την αρχή

    μήτε στο τέλος
    είναι ανάγκη
    να εφεύρουμε το τέλος
    το τέλος πάντα επιβάλλεται
    όμως είναι όντως αναγκαίο
    να θέσουμε μια αρχή

    μια αρχή
    που να επιβεβαιώνει
    ότι ζήσαμε
    το μεσοδιάστημα

    Φερνάντεθ, Φεράν, Δώδεκα ενθουσιαστικά ποιήματα σε απόγνωση, Το Δέντρο, τεύχ. 159-160, χειμ. 2007-2008, σελ. 260-263.-μετ: Βίκυ Ρούσκα

    ***

    6. Τέλος του προγράμματος

    Συνεχίζει να ζει
    όπως
    μετά το τέλος του προγράμματος
    η τηλεόραση
    που την ξεχάσαν αναμμένη.

    ΧΡΙΣΤΟΣ ΛΑΣΚΑΡΗΣ

    ***

    7. Τελευταῖος

    Ἡ θάλασσα, ἕνα καφενεδάκι, μιὰ καρέκλα
    κ’ ἐσύ.
    Τελευταῖος ἐσύ. Κι ἀπ’ τὴ θάλασσα
    κι ἀπ’ τὸ καφενεδάκι κι ἀπ’ τὴν καρέκλα.
    Μὴ μοῦ τὰ λὲς ἐμένα αὐτά·
    κι ἀπ’ τὸ καφενεδάκι κι ἀπ’ τὴν καρέκλα
    κι ἀπ’ ὅλα
    τ ε λ ε υ τ α ῖ ο ς.

    ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΝΤΗΣ

    ***

    8. ΑΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ, ΝΑ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ, ΚΥΡΙΕ

    Ἄν πρέπει νά τελειώνει, νά τελειώνει, Κύριε-
    δέν διαφωνῶ ἐπί τῆς οὐσίας πιά
    δέν διαμαρτύρωμαι.

    Ὅμως ἀλλοῦ
    ὑπέροχα, μέ μιάν ἀ ν α κ ο π ή, συνοπτικός
    -ποῦ τέτοια τύχη γιά μᾶς τούς παρακατιανούς,
    γιά τή φτωχολογιά Σου- κι ἀλλοῦ
    νά τόν ἀφήνεις νά ἐκτραχηλίζεται
    νά ἀμαυρώνει τή φήμη Σου στούς αἰῶνες
    ἐξαντλώντας ὅλες τίς διαδικασίες
    περιφέροντας τήν ἀπόφαση ἀπό γραφεῖο σέ γραφεῖο
    μή καί λείψει καμιά ὑπογραφή οἰμογῆς
    καμιά σφραγίδα πόνου-
    ὁ Λιγδιάρης;

    Ἀνέστης Ευαγγέλου

    ***

    9. Τελευταία λόγια

    Τώρα που το καράβι βουλιάζει αύτανδρο στα σκοτεινά
    και το νερό —το νιώθεις— ανεβαίνει,
    προσπάθησε μες στις κραυγές του πανικού και την αλλοφροσύνη
    να συναρμολογήσεις τα λόγια σου· να πεις
    για το ναυάγιο αυτό και να το μνημονέψεις,
    για την καταστροφή και για το μακελειό των χρόνων μας,
    για όσα δε λεν οι επίσημες αναφορές,
    και πιο πολύ να πεις για τους ενόχους,

    βάζοντας όλη σου την αντοχή για να βρεις τους ενόχους —
    σαν να σ’ ακούει κανείς μέσα σε τούτο το χαλασμό,
    σαν να ’χει τον καιρό, σαν να προφταίνει,
    σαν να μην είναι να ρουφήξει η θάλασσα σε λίγο
    και πλοίο κι εσένα και όλους τους συντρόφους.
    Ανέστης Ευαγγέλου, Αφαίμαξη ’66-’70 (1971) Τα ποιήματα (1956-1993), Εκδόσεις Καπάνι, Θεσσαλονίκη 2007

    Μάνος Χατζιδάκις – Το Τέλος

    10. όλα τελειώνουν κάποτε

    το ανεπαίσθητο άρωμα της προσμονής
    τα βήματά της στη γωνιά του δρόμου
    ένα τρέμουλο στα γόνατα
    η απόλυτη εγκατάλειψη στην αγκαλιά του

    όλα τελειώνουν κάποτε
    στα μάτια η εξαίσια λάμψη
    στα χείλη ή το μολύβι η μεγάλη αγάπη
    το κάθε τι που ήταν για πάντα

    όλα φθείρονται
    όλα προδίδονται
    όλα τελειώνουν κάποτε

    και μένει απορημένη
    βουβή και δακρυσμένη
    πάνω από τα ερείπια η ψυχή
    μονάχα αυτή
    που πίστεψε βαθιά
    κι αρνείται απελπισμένα
    τη νομοτέλεια του θανάτου

    Τόλης Νικηφόρου

    ***

    11. Ο θρίαμβος του τέλους
    VIII

    Μόνος
    χωρίς αμφιβολία για το τέλος.
    Η σάρκα μου τρυφερή για το μαχαίρι Σου.

    Το σχέδιο αυτό ούτε δικό Σου ούτε δικό μου
    και η αποτίμηση της τέφρας
    ούτε ζωή ούτε θάνατος.

    Ό,τι χάνω με σκοτάδι
    με σκοτάδι το κερδίζω
    Ό,τι καλώς ηγάπησα μένει και σώζει
    τα δε λοιπά, σκύβαλα.

    Ο θάνατος κινείται κυκλικά.
    Ο ευαγγελισμός αυτών των λέξεων
    δεν φτάνει στ’ αυτιά της
    μοίρας

    Μέσα στη βροχή
    ανυπόστατου μάννα
    υψώνονται οι φθόγγοι
    του δύσπιστου ωσαννά μου.
    Τη στιγμή του τελευταίου ασπασμού
    θυμήσου κι εμένα Vergine madre
    θυμήσου τον άμεμπτο συκοφάντη Σου.

    Το ποίημά μου ένα φέρετρο ανοιχτό.

    Χάρης Βλαβιανός, Η νοσταλγία των ουρανών, 1991

    ***

    12. ΜΕΤΑΦΡΑΖΟΝΤΑΣ ΣΕ ΕΡΩΤΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟ ΤΕΛΟΣ

    Στον Π.Σ.

    Επειδή με τη δική μου γλώσσα
    δεν μπορώ να σ’ αγγίξω
    μεταγλωττίζω το πάθος μου.
    Δεν μπορώ να σε μεταλάβω
    και σε μετουσιώνω,
    δεν μπορώ να σε ξεντύσω
    έτσι σε ντύνω μ’ αλλόφωνη φαντασία.
    Στα φτερά σου από κάτω
    δεν μπορώ να κουρνιάσω
    γι’ αυτό γύρω σου πετάω
    και του λεξικού σου γυρνάω τις σελίδες.
    Πώς απογυμνώνεσαι θέλω να μάθω
    πώς ξανοίγεσαι
    γι’ αυτό μες στις γραμμές σου
    ψάχνω συνήθειες
    τα φρούτα π’ αγαπάς
    μυρουδιές που προτιμάς
    κορίτσια που ξεφυλλίζεις.
    Τα σημάδια σου ποτέ μου δεν θα δω γυμνά
    εργάζομαι λοιπόν σκληρά πάνω στα επίθετα σου
    για να τ’ απαγγείλω σ’ αλλόθρησκη λαλιά.
    Πάλιωσε όμως η δική μου ιστορία
    κανένα ράφι δεν στολίζει ο τόμος μου
    και τώρα εσένα φαντάζομαι με δέρμα σπάνιο
    ολόδετο σε ξένη βιβλιοθήκη.
    Επειδή δεν έπρεπε ποτέ
    ν’ αφεθώ στην ασυδοσία της νοσταλγίας
    και να γράψω αυτό το ποίημα
    τον γκρίζο ουρανό διαβάζω
    σε ηλιόλουστη μετάφραση.

    Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ -Ρόδος, 16/3/02

    ***

    13. ΝΑ ΤΕΛΕΙΩΝΟΥΜΕ ΠΙΑ ΜΕ ΤΑ ΤΕΡΤΙΠΙΑ ΤΗΣ ΓΡΑΦΗΣ

    Νά τελειώνουμε πιά μέ τά τερτίπια τῆς γραφῆς καί
    τῆς ἀνάγνωσης.
    Τά ποιήματα συμβαίνουν.
    Λοιπόν, μπορῶ νά πῶ τό τί συμβαίνει; Τό ἴδιο τό ποίημα
    δηλαδή, ὄχι τό κείμενό του
    Μπορῶ; ὄχι δέν μπορῶ. Κι ὄχι (ὅπως ἄλλοι θά σοῦ ποῦν…)
    γιατί ὅ,τι συμβαίνει δέν εἶναι παρά αὐτό πού
    τώρα ἐδῶ κεῖται
    ἀλλά γιατί, ἁπλά, δεν μπορῶ

    Βρίσκομαι μέσα στό συμβάν, ἀλλά ποῦ εἶναι τό κέντρο;
    Φωνάζω «εἶναι κανείς ἐδῶ;…) Περίτρομη ἐρώτηση
    χτυπάει κι ἀντηχεῖ στήν ἐσωτερική ἐπιφάνεια τοῦ κενοῦ

    Γιατί, ἄν δέν εἶναι κανείς, ἐγώ πού ρωτάω τί εἶναι;
    Ἐρώτηση μέσα στήν ἐρώτηση
    παγίδα μέσα στήν παγίδα
    κενό μέσ᾿ στό κενό. Ἀλλά τό κέντρο ποῦ εἶναι;

    Τό κέντρο διαρκῶς διαστέλλεται
    Ἔτσι ὅλους μᾶς ἐγκλείει καί μᾶς ἀποκλείει
    κι ὅλα ἔτσι ἀποκτοῦν ὑπόσταση μόνο καθώς ἀπομακρύνονται
    κι ἀραιώνουν
    ψυχές καί σώματα ἐξαχνωμένα

    …Φεύγουσαν σέ εἶδον
    ἐγκαταλείπουσάν με σέ ἤγγισα
    καί δέν ἐστράφης δέν ἐλέησε τά μάτια μου ἡ μορφή σου

    Ἔδειξες μόνο πέρα πρός τό ἀθέατο Καί εἶδα
    σέ τοίχους λεκιασμένους πού κι αὐτοί διαστέλλονταν
    κι ἀπομακρύνονταν
    εἶδα τά λόγια μου. Στημένα γιά ἐκτέλεση.
    «Τά λόγια σου… Κοίτα, δέ θά δεχτοῦν νά τούς δέσουν
    τά μάτια….» εἶπες κι ἐχάθης.

    ΒΥΡΩΝ ΛΕΟΝΤΑΡΗΣ

    ΘΑΝΟΣ ΑΝΕΣΤΟΠΟΥΛΟΣ – ΩΣ ΤΟ ΤΕΛΟΣ

    14. Ως το τέλος του κόσμου
    Περνάει ο καιρός και `γω ο φτωχός
    πιο μοναχός μα πιο σοφός
    Στην χώρα μου πια δε γελούν
    μόνο πουλούν όσα πονούν

    Ντύσου καλά, ήρθε ο βοριάς κι είναι φονιάς

    Περνάει ο καιρός και `γω ο γέρος φτωχός
    πιο μοναχός μα πιο σοφός

    Ντύσου καλά, ήρθε ο βοριάς κι είναι φονιάς

    Εγώ θα σ’ αγαπώ…
    ως τον σταυρό
    ως να χαθώ
    ως το τέλος του κόσμου.

    Θάνος Ανεστόπουλος

    ***

    15. ΤΕΛΟΣ ΕΠΙΣΚΕΨΕΩΝ

    Μ’ άφησες πια.
    Οι επισκέψεις σου αραίωσαν
    ως το μηδέν.
    Σκοτείνιασαν τα ρήματά σου,
    το βλέμμα σου απανθρακωμένο,
    το τακερό ως πριν.
    Στρώνω τραπέζι,
    τροχίζω το μολύβι
    στην πέτρα της αναμονής,
    καλό κρασί θερμαίνει το γυαλί,
    τέλος παγώνει ορφανό.

    Άργησες.
    Καν δεν ήρθες.
    Μάλλον θα το ‘νιωσες πώς πια
    σε προσκαλεί η πεινασμένη ανάγκη
    κι όχι η έφηβη αυτοπεποίθηση
    πώς όλα λέξεις
    και όλα ξαναγίνονται αποξαρχής.
    Και στράφηκες αλλού
    με τη φαρμακερή παραμυθία σου.
    Δεν σου κρατώ κακία.

    Έξω απ το πάθος πια,
    όμορφα ηττημένος,
    μετρώ τα πράγματα
    με τη δικαιοσύνη της παραδοχής.

    Έτσι ήταν γραμμένο
    κι έτσι γράφτηκε.
    Να μου δοθεί ως την εξάντληση
    των λογισμών μου δέσποινα ανεξάντλητη.

    Είμαστε τα ταξίδια που αρνηθήκαμε.

    ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ ΠΑΝΤΕΛΗΣ, ΡΗΜΑΤΑ

    ***

    16. ΤΕΛΟΣ

    Της είπαν να θέσει ένα τέλος.
    Το επιβάλλει λεν ο Νόμος και το Δίκαιο.

    Και πώς, ρωτάει τότε αυτή,
    πώς τελειώνει, κύριοι, ο βουρκωμένος ουρανός,
    η γυμνή βροχή,
    ή ένα άγγιγμα στο στόμα;

    Πώς άραγε τελειώνει το τέλος και ό καιρός;
    Και ποιός απ’ όλους σας εβίωσε
    το τέλος ως το τέλος;

    Ένα πουλί χτυπάει με δύναμη το τζάμι.
    Κόκκινες μικρές σταγόνες
    το περιδέραιο τού χιονιού.

    XΛΟΗ ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΕΛΗ: Η ΛΙΜΝΗ, Ο ΚΗΠΟΣ ΚΑΙ Η ΑΠΩΛΕΙΑ (2006)

    ***

    17. Το μικρό ζώο τέλος

    Υπάρχουν άνθρωποι που
    σέρνουν μαζί τους ένα τέλος.

    Κουλουριάζεται στα μάτια τους
    κοιμάται στο κρεβάτι τους
    τρέφεται την σκιά τους.
    Αυτοί το χαϊδεύουν τρυφερά
    κι αυτό πίνει αίμα απ’ τις φλέβες
    ξεσκίζει με τα γαμψά του σίγμα
    όποιον τους αγγίξει.

    Γιατί ό,τι είναι για τους άλλους η αρχή
    γι’ αυτούς είναι ο κύκλος του θανάτου.

    Χλόη Κουτσουμπέλη, Η αλεπού και ο κόκκινος χορός (2009)

    Κράτα για το τέλος -Παντελής Θαλασσινός

    18. ΓΙΑ ΤΟ ΤΕΛΟΣ

    Αυτός με τη γεύση του ταξιδιού πάντοτε
    αυτός ο αταξίδευτος, ο μόνος, ο ήσυχος,
    δίπλα στη θάλασσα τ’ απόγευμα, κάτω απ’ το φανοστάτη,
    αυτός μ’ ένα μικρό ποίημα στο τέλος-τέλος
    σαν ένα πλοίο τυπωμένο σ’ ένα γραμματόσημο,
    σφραγισμένο με μια δυσανάγνωστη σφραγίδα,-
    δε λέω γι’ αυτόν,- για το ποίημα λέω, ή μάλλον
    για το τέλος του ποιήματος, γενικά για το τέλος.

    ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

    ***

    19. Το τέλος της Σταχτοπούτας

    Η Σταχτοπούτα ήταν κόρη μετανάστη
    από τα δάση της οκτωβριανής επανάστασης
    και πέθανε σ΄ ένα εργοστάσιο ζάχαρης.

    Θυμάσαι τα παλιά μας ποιήματα;
    μιλούσαν αόριστα για τον θάνατό της.
    Ωστόσο τα γοβάκια της έλιωναν αθόρυβα στη στάχτη
    στο τζάκι κάτω απ΄το σταματημένο ρολόι
    όπου κεντούσανε τις τουαλέτες του χορού
    φόβοι-υπηρέτες και μέλισσες-εποχές.

    Τώρα θα πεθάνουμε κι εμείς
    πρόσφυγες ενός παράξενου Οκτώβρη
    δίχως πατρίδα και χωρίς παραμονή
    σ΄έναν παράνομο και κακοπληρωμένο αιώνα
    κι ούτε μια νύξη για τη σταχτοπούτα-επανάσταση
    μόνο λίγη άχνη ζάχαρη στα χείλη
    κι ένα διαβατήριο με δυσανάγνωστο επάγγελμα.

    Η Σταχτοπούτα ήταν κόρη μετανάστη
    Τατιάνα , το πραγματικό της όνομα
    φορούσε πάντα λαστιχένιες σόλες
    για να ξεφεύγει από τους φύλακες στα σύνορα
    κι από τα περιπολικά στα πεζοδρόμια.

    Κατερίνα Καριζώνη, Από το ανθολόγιο Ρεσάλτο (2009)

    ***

    20. Η τελευταία μέρα

    Ετοίμασε το πρωινό του
    όπως κάθε πρωί.
    Καμία υπόνοια.

    Άνοιξε την εφημερίδα και
    – όπως κάθε πρωί –
    διάβασε τις κηδείες.

    Την άλλη μέρα θα διάβαζαν
    την δική του.

    ΝΙΚΟΣ ΔΗΜΟΥ

    Κίτρινα Ποδήλατα – Κάθε τέλος μια αρχή

    21. Το τέλος μιας εποχής

    Πληκτρολογείται ανεπαισθήτως
    Όπως θα έλεγε κι ο Αλεξανδρινός
    Το τέλος μιας ολόκληρης εποχής

    Πού θα καταγράφονται του λοιπού
    Τόσα σκιρτήματα τόσα όνειρα φτερωτά
    Οι ποιητές θα φεύγουν πάντοτε
    Χωρίς ν’ αφήνουν πίσω τους χειρόγραφα
    Χωρίς ν’ αφήνουν ίχνη από την πάλη τους
    Με τον γνωστόν εκείνον Δαίμονα
    Που τόσο τους ξεμυάλιζε όσο ζούσαν

    Η Ποίηση θα καταντήσει τελικώς
    Ένα πολικό τοπίο

    10 Ιουλίου 1999

    Κλείτος Κύρου, Δημοσιευμένο στο περιοδικό Εντευκτήριο, τεύχος 58 (Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2002)

    ***

    22. Οι Ερινύες ή το τέλος των αγίων ημερών

    Ύστερα από την εποχή των ερώτων έρχεται κάποτε
    Η συγκομιδή ακούς από μακριά των όπλων την κλαγγή
    Και τα ξεφωνητά να σιγοσβήνουν να σε κυκλώνουνε
    Δολοπλοκίες ο θάνατος να μπαινοβγαίνει ασταμάτητα

    Διαπότισε τα πάντα η προδοσία αφρισμένοι ποταμοί
    Κατρακυλούν όπου και να γυρίσει το μάτι σου βλέπεις
    Οχιές στον ουρανό η νύχτα καταφθάνει φορτωμένη
    Ενέδρες να αιχμαλωτίσει τις λέξεις σου που πήδησαν
    Μέσα στο άσπρο φως σε στιγμές ευφροσύνης μια οσμή
    Φθοράς πλανάται παντού για ποιον να μιλήσεις

    Τι σημασία να καταγράφεις τώρα μια καρδιά
    Η ζωή δεν αλλάζει με στίχους καθώς το πιστεύαμε
    Κι αυτοί θα σε προδώσουν ακόμη θα ‘ρθει μια μέρα
    Που μπορεί ν’ απαρνηθείς την ποίηση να δώσεις ένα τέλος
    Στην κακοδαιμονία να ξαναγίνεις ένας άνθρωπος
    Σωστός να βγαίνουν τέρατα απ’ το στόμα σου να μην
    Ακούγεται η φωνή σου καν η άλλοτε ωραία φωνή σου

    Γύρω σα μαστίγια άλλα αστέρια γυρίζουν
    Σε παράλληλους κύκλους σού προσφέρουν μια διέξοδο
    Θα υπάρχει ένας τρόπος να μπεις στην τροχιά τους

    Κλείτος Κύρου, Κλειδάριθμοι (1963)

    • Ciao Aggeliki!!!!…. Κρίνοντας από τον πλούτο του σχολίου σου «πιασιάρικο» το θέμα μας!!!!

      -«Ο,τι θα μπορούσε να συμβεί και ό,τι συνέβη
      δείχνουν σ’ ένα τέλος που είναι πάντοτε παρόν.»
      (T.S Elliot)

      -«Θα περάσουν αποπάνω μας όλοι οι τροχοί
      στο τέλος
      τα ίδια τα όνειρα μας θα μας σώσουν…»
      (Ν. Καρούζος)

      -«Ώσπου τέλος ένιωσα κι ας πα’να μ’ έλεγαν τρελό
      πώς από ‘να τίποτα γίνεται ο Παράδεισος.»
      (Ο. Ελύτης)

      -Ν. Καρούζος, «ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΟΥ ΜΕ ΤΑ ΙΝΔΑΛΜΑΤΑ»

      «…Τότε σηκώθηκε λοιπόν απ’ τη μεγάλη σπασμένη πολυθρόνα
      δίχως αίμα στη σχοινένια σάρκα την ανάλαφρη
      θα ’λεγα μάλιστα και δίχως έλεος
      Εκείνος που δε γυρίζει ποτέ το διακόπτη
      μασώντας ένα μπαγιάτικο σκοτάδι
      στα φρεσκοφουντωμένα λιβάδια
      μαζί μ’ όλους τους καθαιρεμένους φωτοδότες
      που ’χαν αποκηρύξει με το δίκιο τους τον Πυρσοφόρο
      γιατί – καθώς έλεγα στην αρχή και θα πρέπει
      να το κρατήσετε για πάντα στη μνήμη σας –
      πουλούσε το ανέσπερο φως ο αλιτήριος με τη λίτρα
      κ’ έβγαλε χρήμα με ουρά στη Νέα Τυραννούπολη.
      Βέβαια, κείνη την ίδιαν εποχή – πώς πέρασαν τα χρόνια! –
      μπήκε στη μέση το ζήτημα: Πυρφόρος ή Πυρσοφόρος
      μα οπωσδήποτε δεν τη λύγισε την πούληση.
      Πώς πέρασαν, αλήθεια, τα χρόνια που χαιρόμασταν άδολα
      την άγρια πατημασιά τ’ αλόγου δίπλα στο λουλουδάκι
      τα πουπουλένια βήματα της Ήρας όταν
      ο καταπράσινος Γελασίνος και οι Άγιοι Αίγαγροι
      πιότερο κι από μια τοποθεσία
      γίνονταν εύοσμες διάρκειες της αγνότητας
      όπως ο ήλιος κρεμότανε σαν έρημη φράουλα
      στη δύση της Σαλαμίνας…
      (Ευρύτερο φανταστικό περιεχόμενο:
      σκοντάφτω στο θαλάσσιο αγέρι.)
      Πώς πέρασαν, αλήθεια, τα χρόνια που φιλούσα
      τα μύρα της Μαίρης ανάμεσα στ’ ανθισμένα κλωνάρια
      που μ’ εμπόδιζαν εύκολα κ’ έβλεπα τον άνεμο
      να κομματιάζεται σε τόσα φύλλα θροΐζοντας…
      Έλεγα τότε να φτάσω και ν’ ανοίξω τις ηλιόπορτες
      κι ας γυρίζει ο Μάο τον κόσμο σαν καλόγερος
      με μια τρύπια ομπρέλα.
      Είν’ άλλος, έλεγα, ο διάβολος…Εκείνος
      που θέλει τη ζωή μας όλη να την ξεσηκώνουμε
      για να λάμπει η τέχνη.
      Σ’ αυτό το σώμα που βρεθήκαμε
      κείνο που ξέρουμε μονάχα είν’ η ομορφιά!
      Προσπαθώ να γυρίσω την αίσθηση
      και ν’ ακούσω του ήλιου το συναξάρι
      μα όταν κανείς πεθάνει είναι τόσο μακριά…
      Δροσερή κόλαση η μη χρονικότητα του χρόνου
      κι ο γονατιστός αντίκρυ καταρράχτης ουρλιάζοντας
      ωσάν κεραυνοβόλο ευαγγέλιο.
      Τι ωραίος ουρανός, ο λαύρος ουρανός
      που δείχνει πιο μεγάλος απ’ την Ελλάδα!»
      (Ν. Καρούζος, Τα ποιήματα, τ. Α’, Ίκαρος)

      -Άρης Δικταίος, «Το τελευταίο ποίημα του έρωτα»

      «Δως μου την ηδονή της ηδονής,
      ζωή της ζωής, της μέθης νύχτα, οδύνη.
      Το ερωτικόν απόσταγμα μου ηδύνει
      την υπερφίαλη σκέψη που πονεί.
      Μόνο, τη γεύση αγάπησα μόνο,
      ω πονώ πέρ’ απ’ την αίσθηση του χώρου τής γης,
      πέρ’ απ’ τα μάκρη αυτά πονώ!
      Δε νιώθω, δεν αισθάνομαι καθώς άνθρωπος,
      μα αισθάνομαι θεός
      κι ως θεός ζούσα, μεθούσα,
      πλήρης από έρωτα και δόξα κι ομορφιά…
      Πάνω στα σουβλερά καρφιά,
      σαν ασκητής έλα κι εσύ να γείρεις,
      τον ίλιγγο να δεις, το δέος να δεις,
      να φτάσεις στη σιγή και στο κενό να φτάσεις,
      κι ως άνθος τον εαυτό σου να μαδείς.
      Κι όταν σταθείς στο τελευταίο σκαλί
      του έρωτα και του πόνου, ένα φιλί
      από την πείρα την τόση να κρατείς:
      φιλί άγριο και ζεστό να με δαμάσεις.»
      (Σύγχρονη ερωτική ποίηση- 42 Έλληνες ποιητές, Καστανιώτης)

      -Κ.Γ. Καρυωτάκη, «Τελευταίο Ταξίδι»

      «Καλό ταξίδι, αλαργινό καράβι μου, στου απείρου
      και στης νυχτός την αγκαλιά, με τα χρυσά σου φώτα!
      Να ‘μουν στην πλώρη σου ήθελα, για να κοιτάζω γύρου
      σε λιτανεία να περνούν τα ονείρατα τα πρώτα.

      Η τρικυμία στο πέλαγος και στη ζωή να παύει,
      μακριά μαζί σου φεύγοντας πέτρα να ρίχνω πίσω,
      να μου λικνίζεις την αιώνια θλίψη μου, καράβι,
      δίχως να ξέρω που με πας και δίχως να γυρίσω!»
      (Κ. Καρυωτάκης, Άπαντα, Πέλλα)

  3. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    ////////////////////////////////////
    23. The end

    23. The end

    Δεν γνωρίζει ο κάθε άνθρωπος τι θα τραγουδήσει στο τέλος,
    Βλέποντας την προβλήτα καθώς το πλοίο σαλπάρει μακριά, ή κάτι όμοιο
    Όταν αγκαλιάζεται από το βουητό της θάλασσας, ακίνητος, εκεί στο τέλος,
    Ή τι θα ελπίσει για μια φορά, είναι ξεκάθαρο πως ποτέ δεν θα γυρίσει πίσω.

    Όταν έχει περάσει ο καιρός για να κλαδέψει την τριανταφυλλιά ή να χαϊδέψει τη γάτα,
    Όταν το ηλιοβασίλεμα που πυρπολεί τη χλόη και η πανσέληνος που χαμηλά την παγώνει
    Δεν φαίνονται πλέον, δεν γνωρίζει ο κάθε άνθρωπος τι θα ανακαλύψει στη θέση τους.

    Όταν το βάρος του παρελθόντος ακουμπά στο τίποτα, και ο ουρανός
    Δεν είναι κάτι περισσότερο από ενθύμηση φωτός, και οι ιστορίες των νεφών
    Και των πυκνών σύννεφων πλησιάζουν, και όλα τα πουλιά αιωρούνται στην πτήση,
    Δεν γνωρίζει ο κάθε άνθρωπος τι τον περιμένει, ή τι θα τραγουδήσει
    Όταν το πλοίο, όπου πάνω του βρίσκεται, γλιστρά μες στο σκοτάδι, εκεί στο θάνατο.

    Mark Strand, Μετ. Παναγιώτης Ράμμης

    ***

    24. Τελειωμένα

    Μέσα στον φόβο και στες υποψίες,
    με ταραγμένο νου και τρομαγμένα μάτια,
    λυώνουμε και σχεδιάζουμε το πως να κάμουμε
    για ν’ αποφύγουμε τον βέβαιο
    τον κίνδυνο που έτσι φρικτά μας απειλεί.

    Κι όμως λανθάνουμε, δεν είν’ αυτός στον δρόμο·
    ψεύτικα ήσαν τα μηνύματα
    (ή δεν τ’ ακούσαμε, ή δεν τα νοιώσαμε καλά).

    Άλλη καταστροφή, που δεν την φανταζόμεθαν,
    εξαφνική, ραγδαία πέφτει επάνω μας,
    και ανέτοιμους -πού πιά καιρός- μας συνεπαίρνει.

    Κωνσταντίνος Π. Καβάφης, Τελειωμένα, 1911

    ***

    25. Χωρίς τίτλο (VIII)
    (απόσπασμα)

    …Τὸ τέλος εἶχε ἐπέλθει ἀπὸ καιρὸ
    τὸ τέλος εἶχε ἐπέλθει ἀπ’ τὴν ἀρχὴ
    πέρασε πάνω μου καὶ μ’ ἄφησε σ’ αὔτη τὴ μετατελευταία ὥρα
    -μαύρη ὥρα δίχως ἔκβαση-
    νὰ σπαρταράω ψυχόφυρτος

    Βύρων Λεοντάρης , Ἀπὸ τὴ συλλογὴ «ἐκ περάτων», ἔκδ. ὕψιλον/βιβλία. Ἀθῆναι χ.χ.

    ***

    26. Για όσους δε ξέρουν τέλος τι θα πει

    κοίτα.
    μη χτυπάς
    τη νύχτα
    πόρτες
    άγνωστες
    σ’ άγνωστους
    δρόμους.

    ψυχή
    δε θα βρεθεί
    για ν’ ανοίξει.

    μόνος
    μια ζωή
    μόνος
    θα περιδιαβαίνεις
    στο τυχαίο.

    μόνος
    θα βρίσκεις
    διέξοδο
    της στιγμής
    μόνος
    θα τρως τα μούτρα σου
    θα καταριέσαι
    την μοίρα σου
    θα σπαταλιέσαι
    στο άδοξο.
    μόνος
    θα πεθάνεις

    θα ξεχαστείς
    έχει κι η λήθη
    τη δική της
    τρέλα.
    μονάχα
    μη παραμυθιαστείς
    κι εσύ
    όπως τόσοι και τόσοι
    ποιητάδες
    πως θα βρεις
    μιαν αθανασία
    να σε προσμένει.
    αυτά είναι
    για τα στιχάκια
    και για κάτι
    ξεχασμένα στους αιώνες
    ποιήματα
    που δε ξέραν
    τέλος
    τι θα πει.

    Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος, Υπέρ αυτών

    ***

    27. Το τέλος του κόσμου

    Δύσκολο να το περιγράψεις, έτσι όπως έρχεται
    στον καθένα σε χρόνο διαφορετικό.
    Μοναδικό, αποτρόπαιο – και στον ουρανό μια υπερφυσική
    λαμπρότητα αντικαθιστά τον ήλιο της ανθρωπιάς.

    Έτσι οι ευλογημένοι γονατίζουν, οι τυχεροί που δεν
    —–περιμένουν τίποτα,
    ενώ εκείνοι που αγάπησαν τον κόσμο
    με το μαρτύριο επιστρέφονται
    σ’ αυτό που προηγείται του δεσμού, δηλαδή
    το μίσος για τον πόνο. Τώρα οι πικραμένοι ασπάζονται
    τη μοναξιά: παρατηρούν το χειμωνιάτικο ήλιο
    να χαμηλώνει πάνω απ’ την έρημη γη χλευαστικά
    χωρίς να ζωογονεί τίποτα – σ’ αυτό το φως
    ο θεός πλησιάζει τον ετοιμοθάνατο.

    Όχι ο αληθινός θεός, φυσικά. Δεν υπάρχει θεός
    που θα σώσει έναν άνθρωπο.

    Louise Glück, ©Μετ: Χρήστος Δ. Τσιάμης

    ***

    28. HAPPY END

    Αχ να ‘ξερε η έρμη η ζωή, αχ
    να τη γνώριζε
    αυτή τη λεπτομέρεια, πού
    πού ακριβώς να σταματήσει, όπως το ξέρει
    κάθε καλή ταινία, κάθε
    καλογραμμένο μυθιστόρημα.

    ΣΩΤΗΡΗΣ ΣΑΡΑΚΗΣ

    ***

    29. Τετελεσμένα

    Λέξη, κεντρί και στεναγμός –
    Ένα πουλί που ξάφνου πέταξε απ’ το πουκάμισο της.
    «Κέντρισμα φωτεινό ή σκοτεινή στιγμή;»
    -Ήταν η αμείλικτη ομορφιά.
    -Το ξεχασμένο εκείνο νεύμα.
    Η αυταπάτη δηλαδή.
    Κι όμως, όλα συνέβησαν εκεί,
    σε μια μελλούμενη στιγμή που είχε κιόλας περάσει.

    ΧΡΗΣΤΟΣ ΤΟΥΜΑΝΙΔΗΣ

    ΧΡΙΣΤΙΑΝΑ – Τελειώσαμε λοιπόν

    30. Το ευτυχισμένο τέλος




    Και ζήσαν αυτοί καλά. 

    Αγκαλιά με τσίγκινα τρόπαια,
    
χαμογελαστοί μέχρι το τέλος της φύσης.

    Παγωμένοι σαν φωτογραφία
    
λαμπεροί σαν καλοσμιλεμένα αγάλματα 

    που ένας τεχνίτης που αγαπούσε την πέτρα,

    κάποτε, πάνω στην τρέλα έφτιαξε.


    Λοξά κοιτούν ο ένας τον άλλον
    
με τις κόρες τους ακίνητες 
σαν δυο καρφιά που περιμένουνε το κάδρο.

    Κι είναι ευτυχισμένοι.
    Το στήθος τους χτυπά…
    
Είναι ρολόι και μετρά.

    Λίγο νιώθει και πολύ τον εαυτό του αγαπά.

    Και προοδεύουν.


    Ανεβαίνουν διαρκώς αργά τα σκαλιά 

    κοιτώντας λοξά μην τους περάσουν.

    Μα εμείς μάθαμε να τρέχουμε.
    
Οι τοίχοι δεν κρατούν τ’ αγρίμια.

    Μας χτυπά η βροχή
    
αλλά θα κοιτάμε μετά κατάματα τον ήλιο.

    Ας τυφλωθούμε. 

    Πάντα με την ψυχή μας βλέπαμε άλλωστε.

    
Όποτε κάποιος περπατάει σιμά
    
είναι η ζέστη του κορμιού
    
κι οι πεταλούδες μέσα μας που τον κοιτάνε.

    Κατευθείαν στο «εγώ» του που λαχταρά

    αυτό το «εμείς» που μας ανήκει.

    Σπάνε οι γύψοι κι η ελευθερία τραγουδά 

    εκεί που προηγουμένως η ζήλια τους ξεψύχησε.


    Είμαστε πλάσματα της μέρας. 

    Πάντα θα τους λυπόμαστε
    
και πάντα θα τους συγχωρούμε.

    Γιατί γι’ αυτό ζούμε

    κι εμείς καλύτερα.

    Πηνελόπη Γιαλελή




    ***

    31. Το παραμύθι τέλειωσε

    Κλείσε το βιβλίο
    το παραμύθι τέλειωσε
    η προσμονή χωρίς τέλος
    όσοι απομείναμε
    μετράμε χαρακιές
    στην καρδιά του καλοκαιριού
    και γραμμές στην ιστορία
    πράσινες, κόκκινες…
    Σκοτάδι.

    Ανδρέας Καρακόκκινος

    ***

    32. Το τέλος (απόσπασμα)

    Αυτό είναι το τέλος, ωραίε μου φίλε… αυτό είναι το τέλος, μοναδικέ μου φίλε, το τέλος… για τα σχέδια
    που κάναμε, το τέλος… για ότι στέκει ακόμα όρθιο, το τέλος… χωρίς ασφάλεια ή έκπληξη το τέλος…
    ποτέ δεν θα σε ξανακοιτάξω στα μάτια, τέλος.

    Μπορείς να πάρεις μια ιδέα αυτού που θα υπάρξει… τόσο ελεύθερο κι απεριόριστο… απελπισμένα της
    ανάγκης… από το χέρι ενός ξένου… σε μια χώρα απελπισμένη.

    Χαμένος σε μια ρωμαϊκή χώρα άγρια από τον πόνο… κι όλα τα παιδιά τρελά… όλα τα παιδιά τρελά…
    προσμένοντας την καλοκαιρινή βροχή μόνο…
    ………………………………………………………….
    Αυτό είναι το τέλος, ωραίε μου φίλε… αυτό είναι το τέλος… μοναδικέ μου φίλε, το τέλος… Πονάει να σ’
    αφήσω μόνο… μα ποτέ δεν θα μ’ ακολουθήσεις… Το τέλος του γέλιου και των απαλών ψεμμάτων… το
    τέλος της νύχτας που αποφασίσαμε να πεθάνουμε… Αυτό είναι το τέλος.

    Τζιμ Ντάγκλας Μόρρισον [Μετ : Βασίλης Λαλιώτης]

    Dance me to the end of love ~ Leonard Cohen

    33. Ατέλειωτη η λαμπρή ζωή του κόσμου
    ατέλειωτος ο λατρευτός του βίος κι η ανάσα
    οι λατρευτές του έμβιες υπάρξεις
    ν’ ακούν και να βλέπουν
    να αισθάνονται και να νοούν
    να γελούν και να χορεύουν
    να τραγουδούν και να μιλούν
    ατέλειωτα απογεύματα και βράδυα
    αγάπης κι έκστασης κι απελπισίας
    ……………………………………………..
    Ατέλειωτες οι μάχες του καλού και του κακού
    τα χτυπήματα της μοίρας κι οι εκτροπές του μίσους
    ατέλειωτα λάθη και αποτυχίες της τελικής έκρηξης
    σ’ ατέλειωτες κλιμακωτές αντιδράσεις
    …………………………………………………………………
    Και γι’ αυτό τέλος δεν έχουν
    οι πύλες της γνώσης
    κι οι καταρράxτες του φωτός
    στα αιθέρια ύψη του ανθρωπίνου πνεύματος
    στο διάστημα μέσα μας
    στα Άμστερνταμ του Γιν και Γιαν
    Ατέλειωτα Ρουμπαγιάτ κι ατέλειωτες μακαριότητες
    ……………………………………………………………………
    Τις τελευταίες μέρες της Αλεξάνδρειας
    Μια μέρα πριν το Bατερλώ
    ο χορός εξακολουθεί
    υπάρχει εδώ ένας ήχος ήχος ονείρου μέσα στη νύχτα.

    Λόρενς Φερλινγκέττι, «Ατέλειωτη ζωή», μετ: Γιώργος Μπλάνας, Ελεύθερος Τύπος, 2010

    ***

    34. ΤΕΛΙΚΟ

    Τώρα γυρίζω στη σιωπή.
    Η φυσική μου φωνή παίρνει τη θέση της
    ανάμεσα στα στοιχεία.
    Σιωπή όμοια με θάλασσα, όπως όλα τα ποτάμια
    ξαναγυρίζω σε σένα.

    Χύνομαι στ’ αφρισμένα σου πόδια.
    Σήμερα στο στόμα σου έρχομαι σήμερα
    στην πλατιά αγκαλιά σου.
    Ούτε στο γλοιώδικο βάτραχο, ούτε στο καμένο αστέρι,
    ούτε στο φλύαρο άνεμο παρέδωσα το σεπτό μυστικό σου.

    Διαπέρασα κάθε χώμα, παρέσυρα κάθε φράγμα,
    διατηρούσα το δικό μου βυθισμένο αγκωνάρι
    και μέσα σ’ αυτό η φωνή σου, δονούμενη.
    Το αλάτι κι η πέστροφα χωρίζονται από σένα
    κοι μοιράζουν την ωκεάνια σημαία σου στους ανθρώπους.

    Επιστρέφω σε σένα μέχρι να ξαναμαζευτούν
    οι ωριμασμένοι καρποί στη γη.

    ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΟΥΛΙΟΣ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΕΠΙΛΟΓΗ 1969-1978

    ***

    35. Οι τίτλοι του τέλους

    Οι άλλοι κιόλας ψάχνονται, σακάκι και παλτό, πακέτο με τσιγάρα,
    διότι στην οθόνη πια προβάλλεται
    η ανθρωπιά του φιλμ: επίθετα κι ονόματα λευκά ντυμένα ενάντια
    στο μαύρο που τα πνίγει, στρατιωτάκια
    όμορφα σε άψογη παράταξη το ένα με το άλλο, γενναία παρελαύνουν.

    Όρθιος κι εγώ σε στάση προσοχής
    απονέμω τιμές σε όλους αυτούς
    τους επώνυμους που ανώνυμοι θα πέσουν.

    Ποιος να θυμάται άραγε σε καναδυό ωρίτσες την Έλσα και τον Θόδωρο, την Γιάννα και τον Έντσο;

    ΣΩΤΗΡΗΣ ΠΑΣΤΑΚΑΣ

    ***

    36. ΤΕΛΟΣ

    Τό κορίτσι τῆς ταινίας, ἀμέσως μόλις
    ἡ ταινία τελειώση, κατεβαίνει ἀπ᾿ τό πανί
    καί στήν γωνιά τοῦ δρόμου, ὁλόκληρο ἕνας
    πόθος, τρέχει, ψιθυρίζοντας τόν τρυφερό
    σκοπό, πού λίγο πρίν ἀπ᾿ τό μεγάφωνο
    ἀκουγόταν, κι ἀπ᾿ τό χέρι παίρνοντάς με,
    στήν λεωφόρο, σάν νά βιάζεται, μέ παρα-
    σύρει, μά ὅταν μές στά φῶτα στρέφωμαι
    νά τήν κοιτάξω, δίπλα μου δέν εἶναι πιά
    καί τότε μόνο ἀληθινά τό νιώθω
    Τέλος τί σημαίνει.

    Ἀλέξης Ζακυθινός (1934-1992)

    ***

    37. ΔΕΝ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ ΕΤΣΙ ΑΠΛΑ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ

    Δεν τελειώνει έτσι απλά ένα ποίημα,
    με μια καλλίγραμμη λέξη ποιητικώς μακιγιαρισμένη
    σ’ ένα μάγουλο με ακμή που δεν κοιμήθηκε κανένα χάδι,
    δεν τελειώνει έτσι απλά ένα ποίημα,
    δεν είναι μποτίλια αδειανή με ημερομηνία λήξης
    να την ρουφήξεις και να πεις «δεν ξημερώνω απόψε».

    Δεν τελειώνει έτσι απλά ένα ποίημα
    κάτι άλλο συμβαίνει στην ψησταριά των λέξεων
    όταν τρέμουν τα χέρια, όταν ουρλιάζεις στο κενό,
    ξέρω δεν είναι μυστήριο,
    είναι κουβέρτα που σκεπάζεις το προζύμι να φουσκώσει,
    είναι ταβάνι που δακρύζει,

    αλλά δεν τελειώνει έτσι απλά ένα ποίημα
    αυτός ο κνησμός μέσα απ’ το δέρμα
    παραμένει, παραμένει,
    περιμένει, περιμένει,
    και άντε να τελειώσεις ένα ποίημα
    με τέτοιο τίτλο.

    ΑΝΤΡΕΑΣ ΤΣΙΑΚΟΣ

    ***

    38. Τίτλοι τέλους

    Κρατιέσαι από το σώμα μου
    σαν τα λειψά συντρίμμια
    που αρπάζεται ο ναυαγός
    Εσύ να μάχεσαι τον χρόνο
    κι εγώ
    να ξαποσταίνω στο βυθό

    *

    Εκεί στο σκοτεινό υπόγειο
    δε συμβαίνουν παραμύθια
    Κανείς δε σώζει το κορίτσι
    κανείς δε σώζεται απ’ την αγάπη
    Μόνο μουλιάζει ως τα κόκκαλα
    τρέφοντας το σαράκι

    *

    Το τέλος ήρθε αθόρυβα
    σαν να φοβότανε
    μήπως το αντιληφθούμε
    κι απ’ έξω το κλειδώσουμε
    Το τέλος είναι ύπουλο
    Μόνο η αρχή κορδώνεται
    μες την αφέλειά της

    Στέλλα Γεωργιάδου, Αμφίβια εγώ, 2015

    ***

    39. Το τέλος δεν

    Δυο δρασκελιές απ’ το παράθυρο
    Αυτό είναι
    Κι όλα τελειώνουν εδώ
    σ’ αυτό το θλιβερό δωμάτιο
    στο ξέστρωτο κρεβάτι
    που αχνίζει ακόμα

    Πόσες φορές
    αγκιστρωμένη πάνω σου
    μες το λακκάκι του λαιμού
    δεν μύρισα τη θλίψη
    το φόβο την απουσία

    Κι όμως
    σ’ εκείνες τις κρυφές πτυχές
    των ιδρωμένων μας κορμιών
    φωλιάζει ακόμα η ελπίδα
    –τάχα μικρή τάχα καταραμένη–
    και μάταια εκλιπαρεί
    να την ελευθερώσουμε

    Δυο δρασκελιές
    αυτό ήταν όλο
    Θα έκλεινες την πόρτα
    θα έκοβα το σκοινί
    θα σταματούσε ο χρόνος
    ο δικός μας

    Στέλλα Γεωργιάδου, Αμφίβια εγώ, 2015

    ***

    40. ΤΕΛΟΣ ΕΠΟΧΩΝ

    Όπου
    περισσότερο
    πονάω
    Πάνω στο χαρτί
    Εκεί παλεύεις
    με τυφλή μανία
    να με πυρπολήσεις

    Ανήκουστη
    η αγριότητά σου
    κατά συρροή φόνισσες
    οι λέξεις σου
    Κι αν το αξίζω
    είναι επειδή άργησα
    να σου πω
    Για τις λέαινες απουσίες σου
    Πώς εφορμούσαν
    κατασπαράζοντας
    σε στιγμές ανυποψίαστες
    Τις ήμερες μέρες μου

    Και γιατί
    αυτή η πληγωμένη
    επιθυμία
    Δεν άντεξε
    Από το χρόνο
    και την απόσταση
    κυνηγημένη

    Έτσι λοιπόν
    θα αφήσω τη τέφρα μου
    να πέφτει προστατευτικά
    Πάνω στους στίχους
    Για να μπορείς
    με ένα απλό
    φύσημα λήθης
    Να με σκορπίζεις.

    ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΟΛΙΑΣ

  4. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Διορθώνω το λάθος του copy paste.

    Dance me to the end of love ~ Leonard Cohen

  5. -Χριστόφορου Τριάντη, «Το τέλος»

    «Ταξίδι αλαργινό
    μακριά από μηχανές
    και θαυματοποιούς.
    Και λίγο πριν το δειλινό
    στα καπνοχώραφα
    άνθισαν τ’ αστέρια,
    σαν μια υπόμνηση ελπίδας.
    Οι μάγισσες
    έστησαν χορούς
    στα βουνά με τους ασφοδέλους
    για να τιμήσουνε τις λέξεις.
    Δεν υπάρχουν πια σταθμοί
    για τους διαβάτες,
    ούτε μουσική στις λυγαριές,
    παρά νεκρές κοιλάδες
    με φτωχά λουλούδια.
    Είναι –πάντα- πιο εύκολο
    το τέλος
    απ ‘ όσο πιστεύαμε.»
    (http://fractalart.gr/to-telos/)

    -Γιάννης Ρίτσος, «Τό τέλος μιᾶς ὁμιλίας»

    – – – -Τὴν τελευταία στιγμή, τελειώνοντας τὴν ὁμιλία του μὲς στὰ χειροκροτήματα, / πρόσθεσε μὲ μιὰ ἀμφίρροπη καὶ ἤρεμη ἔκφραση:
    – – – -– Ἐκεῖνος, / ποὺ τὸν χειροκροτήσατε, δέν ἤμουνα ἐγώ∙ καὶ τὰ λόγιά μου / δέν ἠταν τὰ δικά μου∙ ἦταν μικροί καθρέφτες ἀντικρύ σας / δίνοντας ἀποσπάσματα ἀπ’ τὸ πρόσωπό σας ἢ τὴν ἀναμονή σας, / κι ἀντίκρυ στὰ ἴδια μου τὰ λόγια στεκόμουνα κι ὁ ἴδιος / σὰ μακρυνό φῶς, ἀντανακλῶντας στοὺς καθρέφτες, ρίχνοντας / τὶς λάμψεις μὲς στὰ μάτια σας, γιὰ νὰ μή μὲ βλέπετε. Τ’ ἀληθινά μας λόγια / κεῖνται βαθιά μὲς στὴ σιωπὴ – κι οὔτε χρειάζονται ἄλλωστε. Οἱ ἀληθινές μας πράξεις / πάντα ἀποκλείουν τοὺς μάρτυρες, ἢ ἂν τὸ μποροῦνε, τοὺς σκοτώνουν, / ἢ τοὺς ἐξαγοράζουν μὲ βαριά ἀνταλλάγματα. Δικό μας / εἶναι μονάχα αὐτὸ ποὺ ἀρνεῖται τὰ πειστήρια. Καὶ τὰ χειροκροτήματα / εἶναι ὑστερόβουλες ἢ ἀσυναίσθητες ψευδομαρτυρίες…
    – – – -Κείνη τὴ στιγμή / ἔσβησαν μονομιᾶς τὰ φῶτα κι ὅλοι σπρώχνονταν πρὸς τὶς ἐξόδους τοῦ κινδύνου, / κ’ ἔτσι κανείς δέ μπόρεσε νὰ δῇ τὴν ἔκφρασή τους ἢ τὴν ἔκφρασή του. / Ίσως, μονάχα, ἐλεύθερη κι ἀδιέξοδη, μιὰ σκοτεινή σιωπή νὰ σπίθιζε / στοὺς κρεμασμένους μὲς στὴν ἄδειαν αἴθουσα καθρέφτες…
    (http://poetry-in-greece.blogspot.gr/1997/05/1909-1990_2806.html)

    -Γιάννης Ρίτσος, «Χωρὶς τελεία τ’ ὄνειρό μας!..»

    – – – -Χωρὶς τελεία τ’ ὄνειρό μας! Βάζαμε μόνο ἀποσιωπητικά!.. / Τὸ συνη¬θίζαμε πολύ. Μᾶς ἄρεσε! Ἕνα σωρό ἀποσιωπητικά! Τόσο ποὺ σ’ ἕνα ἑβδομαδιαῖο / περιοδικό, ποὺ στέλναμε τοὺς πρώτους στίχους μας, μᾶς ἔγραψαν: / Προσέχετε τὴ στίξη! Ὄχι τόσα ἀποσιωπητικά. / Αὐτό εἶναι δεῖγμα τῶν πρω¬τόπειρων… Κι ἀλήθεια / μή καὶ δέν ἤμαστε πρωτόπειροι; Καὶ μείναμε ἄπει¬ροι σχεδόν. / Μὰ τί σχεδόν, ποὺ μείναμε – ἄργησε ἡ μητέρα – ἐντελῶς ἄ¬πειροι. // Γι’ αὐτό ἀγαπούσαμε καὶ πάλι τὴν ἀρχή∙ ὄχι σὰν τὸν παπποῦ, μόνο τὸ τέλος…
    – – – -Μάθαμε τελοσπάντων στίξη… Κι ὡστόσο εἶναι χιλιάδες πάλι ἀποσιω¬πητικά / τ’ ἀστέρια κάθε βράδυ… Τί νὰ ποῦμε; Ποὺ νὰ βάλουμε μιὰ παῦλα;..
    (http://poetry-in-greece.blogspot.gr/1997/05/1909-1990_2806.html)

    -Γιάννης Ρίτσος, «Ο τελευταίος κι ο πρώτος τού Λίντιτσε»
    (απόσπασμα)

    Αυτά απομείναν όλο-όλο απ’ το παλιό μας Λίντιτσε
    αυτές οι ταυτότητες τρυπημένες απ’ τις σφαίρες
    κ’ οι άλλες, όσες βρέθηκαν στο Κλάντνο, μέσα στις φόρμες
    των ανθρακωρύχων,
    αυτή η φωτογραφία των παιδιών στο τέλος του σχολικού έτους
    με τον Ζντένεκ Πέτρικ
    λίγο πριν απ’ τους θαλάμους αερίων του Χέλμν.
    […]
    Θα σας πω – οι πεθαμένοι δε θυμούνται,
    κάθονται πλαγιασμένοι σε σκοτεινές σειρές μέσα στη μνήμη μας
    σ’ ένα ψηλό σανιδένιο πατάρι∙ – λιγάκι αν δεν προσέξεις
    λιγάκι να σκοντάψεις, μπορεί και να πέσουν τα μακριά καδρόνια
    ολόγυρά σου, να σου φράξουν το δρόμο, να σε φράξουν∙
    όμως κι ίδιοι οι πεθαμένοι προσέχουν – το νοιώθεις
    απ’ την ακινησία που δεν είναι ακαμψία
    μα ισορροπία μας διδάσκουν τον ευθύγραμμο δρόμο∙
    κι όσο κι αν δεν θυμούνται μας θυμίζουν
    και συμμετέχουν στην ευθύνη του μέλλοντος. Αυτά έμειναν.
    […]
    Παλιές φτωχές ώρες, χωρίς την υποψία του κινδύνου, χωρίς τη
    γνώση του πλούτου τους
    και της βαθειάς τους απλότητας, – γι’ αυτό φτωχές. Αυτά
    μονάχα απόμειναν
    και μερικές λάμπες των ανθρακωρύχων κ’ οι σκεβρωμένες
    μπότες τους
    σε μικρά γυάλινα φέρετρα.
    […]
    Τίποτ’ άλλο. Ολα τ’ αφάνισαν με τη φωτιά και το σίδερο
    ως και τη λίμνη ενταφιάσανε με μεγάλες φτυαριές μίσους.
    Σας δείχνω αυτά τα πράγματα που σώθηκαν, για ν’ αποφύγω
    να σας δείξω αυτά που δεν σώθηκαν. Το δάχτυλό μου
    τρομάζει ν’ αγγίξει τον ίσκιο του. Κι ούτε μπορώ καν να τον δω.
    […]
    Ενα σκοινί της μπουγάδας λαμπάδιασε σε μιαν αυλή
    κι απόμεινε αποτεφρωμένο στον αέρα, ολοφάνερο0 στο φως
    της πυρακαϊάς
    σα μαύρο φρύδι πάνω από βγλαμένο μάτι.
    Κανείς δεν τ’ άγγιξε. Ο θάνατος φοβήθηκε
    Το γδούπο της στάχτης. Θυμάμαι.
    Είταν μια νύχτα από κραυγές κι από πέτρες –
    το αίμα κυλούσε σιωπηλό μέσα στο μαύρο στόμιο του θανάτου.
    […]
    Ενα μεγάλο χρυσοκέντητο τραπεζομάντηλο
    σηκώθηκε απ’ την ’για Τράπεζα της εκκλησίας,
    ταλαντεύτηκε μετέωρο κάτω απ’ το θόλο,
    έσπασε με τη μια γωνιά του τα τζάμια του μεγάλου παράθυρου,
    βγήκε στη νύχτα σαν πλατύ κούφιο πουλί,
    σα μαδημένο, ακόκκαλο πουλί,
    λάμποντας όλο απ’ τη διάφανη γύμνια του
    και στάθη σ’ ένα δρόμο αντίκρυ στη μάντρα του Χόρακ.
    […]
    Υστερα πια δεν θυμάμαι. Σας μιλάω για τα πράγματα
    γιατί δε μου είναι βολετό να μιλήσω για τον άνθρωπο.
    Μια σειρά πτώματα απλωμένα στο χώμα,
    άκαμπτα σαν κομμένα δέντρα, σα μεγάλα σανίδια
    σ’ ένα έρημο ξυλουργείο για ένα μοναδικό, πελώριο φέρετρο,
    σα μεγάλα ματωμένα καρφιά.
    […]
    Τα παιδιά τάχαν πάρει. Τους άντρες τους είχαν σκοτώσει. Οι
    γυναίκες
    έμειναν μια σειρά κολώνες από στάχτη
    ενός μεγάλου ληστεμένου ναού – κι οι κολώνες κινήθηκαν
    βάδισαν όρθιες κατά φάλαγγα προς τα μαύρα καμιόνια
    βουβές κι αδάκρυτες με την άφοβη τώρα περηφάνια
    της απέραντης ορφάνιας.
    Μόνο την τελευταία στιγμή, μόνο για μια στιγμή, οι γυναίκες
    Εστρεψαν λίγο και κοίταξαν τα μέρη τους. Στο λοφίσκο
    του Λίντιτσε
    ένα άλογο ξύλινο παιδιάστικο, ξεχασμένο εκεί πάνω, καιγόταν
    διατηρώντας το σχήμα του μεγεθυσμένο –
    καιγόταν μόνο, σα μια μάταιη φωτεινή προσευχή, επιμένοντας
    σε κάτι άγνωστο,
    ώσπου τινάχτηκε μ’ ένα σπασμό πίσω απ’ το λόφο
    ή μες στη σκοτεινή καρδιά του ανθρώπου. Δεν ήξερες
    που βρίσκεται η καρδιά του ανθρώπου. Ενα παιδιάστικο παιχνίδι
    μόνο
    μέσα στην τελευταία του μοναξιά – ένα υπερφυσικό άλογο
    που βούλιαξε μέσα στη νύχτα. Ούτε που το θυμάμαι. Τι είταν;
    Δεν ήθελα να θυμάμαι. Βασανίστηκα
    να σκοτώσω τη μνήμη. Τώρα βασανίζομαι
    να σκοτώσω τη λησμοσύνη που απλώνεται
    μαλακιά μέσα στους κήπους.
    […]
    Και κανείς πια δεν επισκέπτεται το μουσείο του Λίντιτσε
    και τα ποιήματα που γράφτηκαν τότε λογαριάζονται «ποιήματα ευκαιρίας»
    […]
    Τώρα σκαλίζω και ποτίζω τούτον τον Τριανταφυλλώνα,
    κουβεντιάζω με τα τριαντάφυλλα – έχουν όλα μια γλώσσα
    μουσική, σχεδόν αποκαλυπτική. Ξέρετε αυτά τα τριαντάφυλλα,
    είναι η μεγάλη μας φιλία δεμένη σε μεγάλες ώρες –
    και πρέπει να τη διατηρήσουμε πιο πέρα
    από τη μεγάλη ώρα του πόνου
    ή τη μεγάλη ώρα του ενθουσιασμού – πιο πέρα
    απ’ την κρίση της σκλαβιάς ή της ελευθερίας, της μνήμης
    ή της λήθης,
    τις ώρες που λιγοστεύει το αίμα στους μίσχους
    των τριαντάφυλλων,
    το χειμώνα, με το ήσυχο, σκληρό χιόνι.
    […]
    Καλλιεργώ αυτόν τον κήπο και θυμάμαι και σκέφτομαι.
    […]
    Απ’ την κουζίνα μπαίνει
    Ο φιλικός αχνός του καφέ και του γάλακτος
    Ενα αίσθημα πλατειάς λευκότητας από στρωμένα κρεββάτια
    Κι από χέρια παιδιών που φαίνονται διάφανα στον ήλιο.
    Και τα παπούτσια μου που πάτησαν σε τάφους κ’ αίματα και λάσπες
    και που ανάμεσα στις πρόκες τους κρατούν ακόμη
    χώματα σάπια φύλλα και κουρέλια από λυμένα χιτώνια
    τα βλέπω μες στον ίσκιο της κάμαρας σα δυο πλοιάρια
    που πλέουν αργά σε μια ήσυχη, ανθισμένη λίμνη.
    […]
    Και το ότι διακρίνω κι ονομάζω τα πράγματα, μου δίνει μια γλυ-
    κειά ευτυχία,
    κι η ευτυχία μου δίνει την αίσθηση της ελευθερίας μου
    γιατί μονάχα οι ελεύθεροι μπορούν να διακρίνουν
    τα χρώματα, τις μυρωδιές, τη σιωπή και τα σχήματα.
    […]
    Τα βουνά είναι γαλάζια κι ο ουρανός γαλάζιος κι ο χρόνος
    γαλάζιος,
    κι όσο βαθιά και να κοιτάξεις όλα είναι γαλάζια απ’ το βάθος τους.
    Αυτόν τον Κήπο τώρα καλλιεργώ – γαλάζιος κήπος. Ισως και
    νάχω αργήσει.
    Και δε μου φτάνει η μέρα μου ούτε η νύχτα. Βλέπετε,
    σέβομαι πολύ τη δουλειά μου. Σέβομαι και το χρόνο σας –
    ο αλληλοσεβασμός μας. Κι ο κήπος μας. Καληνύχτα σας.
    Από τη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα [Γ’ Τόμος] (1978)

    – Γιῶργος Σεφέρης, «Η τελευταία μέρα»

    Ἦταν ἡ μέρα συννεφιασμένη. Κανεὶς δὲν ἀποφάσιζε
    φυσοῦσε ἕνας ἀγέρας ἀλαφρύς: «Δὲν εἶναι γρέγος εἶναι
    σιρόκος» εἶπε κάποιος.
    Κάτι λιγνὰ κυπαρίσσια καρφωμένα στὴν πλαγιὰ κι ἡ
    θάλασσα
    γκρίζα με λίμνες φωτεινές, πιὸ πέρα.
    Οἱ στρατιῶτες παρουσίαζαν ὅπλα σὰν ἄρχισε νὰ ψιχαλίζει.
    «Δὲν εἶναι γρέγος εἶναι σιρόκος» ἡ μόνη ἀπόφαση ποὺ
    ἀκούστηκε.
    Κι ὅμως τὸ ξέραμε πὼς τὴν ἄλλη αὐγὴ δὲ θὰ μᾶς ἔμενε
    τίποτε πιά, μήτε ἡ γυναίκα πίνοντας πλάι μας τὸν ὕπνο
    μήτε ἡ ἀνάμνηση πὼς ἤμασταν κάποτες ἄντρες,
    τίποτε πιὰ τὴν ἄλλη αὐγή.
    «Αὐτὸς ὁ ἀγέρας φέρνει στὸ νοῦ τὴν ἄνοιξη» ἔλεγε ἡ
    φίλη
    περπατώντας στὸ πλευρό μου κοιτάζοντας μακριὰ «τὴν
    ἄνοιξη
    ποὺ ἔπεσε ξαφνικὰ τὸ χειμώνα κοντὰ στὴν κλειστὴ
    θάλασσα.
    Τόσο ἀπροσδόκητα. Πέρασαν τόσα χρόνια. Πῶς θὰ
    πεθάνουμε;»
    Ἕνα νεκρώσιμο ἐμβατήριο τριγύριζε μὲς στὴν ψιλὴ βροχή.
    Πῶς πεθαίνει ἕνας ἄντρας; Παράξενο κανένας δὲν τὸ
    συλλογίστηκε.
    Κι ὅσοι τὸ σκέφτηκαν ἦταν σὰν ἀνάμνηση ἀπὸ παλιὰ
    χρονικὰ
    τῆς ἐποχῆς τῶν Σταυροφόρων ἢ τῆς ἐν – Σαλαμίνι – ναυ-
    μαχίας.
    Κι ὅμως ὁ θάνατος εἶναι κάτι ποὺ γίνεται- πῶς πεθαίνει
    ἕνας ἄντρας;
    Κι ὅμως κερδίζει κανεὶς τὸ θάνατό του, τὸ δικό του θά-
    νατο, ποὺ δὲν ἀνήκει σὲ κανέναν ἄλλον
    καὶ τοῦτο τὸ παιχνίδι εἶναι ἡ ζωή.
    Χαμήλωνε τὸ φῶς πάνω ἀπὸ τὴ συννεφιασμένη μέρα, κα-
    νεὶς δὲν ἀποφάσιζε.
    Τὴν ἄλλη αὐγὴ δὲ θὰ μᾶς ἔμενε τίποτε- ὅλα παραδομένα-
    μήτε τὰ χέρια μας-
    κι οἱ γυναῖκες μας ξενοδουλεύοντας στὰ κεφαλόβρυσα καὶ
    τὰ παιδιά μας
    στὰ λατομεῖα.
    Ἡ φίλη μου τραγουδοῦσε περπατώντας στὸ πλευρό μου
    ἕνα τραγούδι σακατεμένο:
    «Τὴν ἄνοιξη, τὸ καλοκαίρι, ραγιάδες…»
    Θυμότανε κανεὶς γέροντες δασκάλους ποὺ μᾶς ἄφησαν
    ὀρφανούς.
    Ἕνα ζευγάρι πέρασε κουβεντιάζοντας:
    «Βαρέθηκα τὸ δειλινό, πᾶμε στὸ σπίτι μας
    πᾶμε στὸ σπίτι μας ν᾿ ἀνάψουμε τὸ φῶς».
    (Γ. Σεφέρης, Ποιήματα, Ίκαρος)

  6. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    41. Μια ερωτική ιστοριούλα με καλό τέλος

    Αυτή η ιστοριούλα έγινε Αύγουστο μήνα
    -Θα φύγω, είπε ένα πρωινό μια λέξη,
    ουφ, βαρέθηκα στη γειτονιά του άλφα.
    -Τρελάθηκες; τη μάλωσαν οι γείτονες,
    για σοβαρέψου λίγο, η θέση είναι εδώ, μαζί μας…
    Αυτά κι άλλα πολλά της έλεγαν.
    Μα εκείνη έκανε πως δεν άκουσε.
    Φόρεσε τα καλά της και μια και δυο ξεκίνησε.
    -Γύρνα πίσω, α γ α π ώ έεει… γύρνα πίσω
    Ήταν η λέξη ΑΓΑΠΩ.

    Μεσάνυχτα και κάτι
    Γλίστρησε αθόρυβη στη γειτονιά του βήτα
    Βάσανα, βογκητά, βουή εδώ,
    Της μαύρισε η καρδιά στη γειτονιά του βήτα
    Άνοιξε βήμα και τσουπ…

    Να ’τηνε στη γειτονιά του γάμα
    Ούτε κι εδώ της άρεσε
    Στη γειτονιά του δέλτα ξάπλωσε αποσταμένη
    Στον ίσκιο κάποιου δέντρου
    Είπε να ονειρευτεί και ονειρεύτηκε
    να σεργιανούνε με πανσέληνο σ’ ένα λιβάδι ασημί
    Κι ήταν καλό σημάδι

    Κολύμπησε στη θάλασσα του θήτα ύστερα
    Και μάζεψε μια αγκαλιά λουλούδια στου λάμδα τα λιβάδια
    Αύγουστος μήνας κι άνθισαν
    Στο πέρασμά της τα λουλούδια
    Κι ήταν κι αυτό καλό σημάδι
    Μια αγκαλιά λουλούδια…
    «Σε ποιον να τα χαρίσω;» συλλογίστηκε, «μια αγκαλιά
    λουλούδια και δεν έχω κανέναν»

    Τότε κατάλαβε, πρώτη φορά, πως ήταν μόνη,
    Πως μοναξιά, ίσως, πήγαινε να πει
    Να τριγυρνάς δίχως σκοπό
    Με μια αγκαλιά λουλούδια
    Μπαινόβγαινε ανόρεχτα
    Στις γειτονιές τώρα

    Απ’ όπου πέρναγε «μείνε μαζί μας, αγαπώ»,
    της έλεγαν
    Μια λέξη της ψιθύρισε «α γ α π ώ σε θέλω»
    «κοίταξέ με, αγαπώ» της λέει η μια άλλη
    Μα το α γ α π ώ ήταν αλλού,
    Μόνο σκεφτότανε πώς θα τη βρει
    Τη λέξη που της ταίριαζε,
    Κι όταν την έβρισκε, αν την έβρισκε,
    αλήθεια πώς θα καταλάβαινε πώς ήταν αυτή και όχι άλλη;

    Έπρεπε να τα συναντήσει πριν μαραθούνε τα λουλούδια
    Έτσι έπρεπε να γίνει κι έτσι έγινε
    Μια νύχτα που έσταζε φεγγαρόφωτο
    Ξεστράτισε στη γειτονία του σίγμα
    Κάτι της έλεγε: εδώ, εδώ…
    Και ξαφνικά άρχισε η καρδιά της να ΧΟΡΕΥΕΙ
    μ’ ένα γλυκό ρυθμό κάτι σαν θρόισμα μαζί και φλοίσβος

    Ήταν μια λέξη τόση δα, και το ‘νιωσε αμέσως πως αυτή ζητούσε
    μόνο αυτή
    -Πώς σε λένε;
    -Σε.
    -Σκέτο Σ ε;
    -Ναι, σκέτο. Και σένα;
    -Α Γ Α Π Ω.
    Με μια υπόκλιση της γέμισε την αγκαλιά λουλούδια…
    Κι εκείνη, με φωνή που λίγο έλειψε να σβήσει,
    τη ρώτησε
    -Και γιατί διάλεξες εμένα;
    -Γιατί είσαι συ, γιατί ‘μαι εγώ, γι’ αυτό.

    Γι’ αυτό, λοιπόν τη μια νύχτα ήρθανε κοντά
    την άλλη ακόμη πιο κοντά την Τρίτη γίναν ένα και μείναν έτσι
    Μοιράζονταν στα δύο ένα πορτοκάλι ένα κρουασάν,
    κι ένα φαρφουρένιο γέλιο μοιράζονταν στα δύο,
    φορούσανε το ίδιο κόκκινο πουλόβερ
    Κι ένα σωρό άλλα πράγματα

    Κι ένα πρωί, χαράματα,
    τρυπώσανε στη γειτονιά του δέλτα
    να σβήσουνε το δεν
    Περνώντας απ’ το λάμδα
    μουτζούρωσαν στα γρήγορα το λίγο
    και πήρανε μαζί τους
    το πολύ, το πάντα

    Ύστερα, ζωγράφισαν ένα μεγάλο θαύμα θαυμαστικό,
    το φούσκωσαν σαν αερόστατο και ταξιδεύουν από τότε
    σ’ ερωτικές ιστοριούλες
    Με… καλό τέλος!

    ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΠΟΥΛΩΤΗΣ

  7. Πολύ Ωραίο!!!!!!!!!!!!

    -«…Ασήμαντες απαριθμήσεις
    -Τίποτα, λέξεις μόνο για τους άλλους.
    Μα πού τελειώνει η μοναξιά;»
    (Μ. Αναγνωστάκης)

    -«Γιὰ τοὺς ἐρωτευμένους ποὺ παντρεύτηκαν
    Γιὰ τὸ σπίτι ποὺ χτίστηκε
    Γιὰ τὰ παιδάκια ποὺ μεγάλωσαν
    Γιὰ τὰ πλοῖα ποὺ ἄραξαν
    Γιὰ τὴ μάχη ποὺ κερδήθηκε
    Γιὰ τὸν ἄσωτο ποὺ ἐπέστρεψε
    Γιὰ ὅλα ὅσα τέλειωσαν χωρὶς ἐλπίδα πιά.»
    (Μ.Αναγνωστακης)

    -«Οι μέρες που ζητιάνευα το χαμόγελό σου
    τέλειωσαν.
    Μαζί τους εξατμίστηκαν
    Νιάτα, λαχτάρες, κι άνθρωποι
    Σαν βρόχινες λιμνούλες…»
    (Δημήτρης Παπαστεργίου)

    -«Η απελπισία δεν είναι συναίσθημα διαρκείας
    Αφού υπάρχω
    Και υπάρχεις
    Η απελπισία τελειώνει σύντομα
    Έτσι
    Ή
    Αλλιώς»
    (Μηνάς Δημάκης)

    -Ν. Κρανιδιώτη, «Η ζωή δεν τελειώνει στο βαθύ πηγάδι»

    «Η ζωή δεν τελειώνει στο βαθύ πηγάδι
    αν σημαδέψεις το πέρασμα σου με αγώνες
    αν αφήσεις πίσω σου
    ριζωμένο το σπόρο της αγάπης
    αν αναστήσεις στο μικρό κήπο
    τα δέντρα της δικαιοσύνης και της Λευτεριάς».
    (http://archive.philenews.com/el-gr/)

    -Τάσος Θεοφίλου, [Κάποτε θα τελειώσουν όλα αυτά]

    Κάποτε θα τελειώσουν όλα αυτά.
    Και θα λέμε ότι τουλάχιστον προσπαθήσαμε.
    Ότι δεν ήρθαμε άδικα στη ζωή.
    Ότι δε γίναμε άδικα βάρος στη γη.
    Ότι κάτι αφήσαμε πίσω μας.

    Και θα’ χουμε ρυτίδες στα πρόσωπα.
    Κάθε ρυτίδα και μια χαρακιά.
    Για κάθε στιγμή αγωνίας.
    Για κάθε αιωνιότητα μοναξιάς.

    Όσοι φοβούνται τις ρυτίδες,
    φοβούνται το παρελθόν τους,
    το ανούσιο παρόν τους,
    το προδιαγεγραμμένο μέλλον τους.
    Μισούν τον εαυτό τους. Αυτό που γίνονται.

    Ο χρόνος αφήνει τα σημάδια του.
    Κι εμείς θα τα φέρουμε περήφανα.
    (https://astop.espivblogs.net/?cat=397087)

  8. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    42. ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

    Κάτω από φώτα γκριζοκίτρινα καμπόσα
    (και πελιδνά) χοροπηδά η Ζωή και γνέθει
    αστόχαστη, άνευ λόγου, ασύνετη, βοώσα.
    Και στον ορίζοντα, όταν με τρανά μεγέθη

    η νύχτα σκαρφαλώνει (κι είν’ πελώρια νήσος)
    –γλυκαίνοντας τα πάντα, ακόμα και την πείνα,
    και σβήνοντας τα πάντα, ακόμα και το μίσος–
    ο Ποιητής μονολογεί: «Επί τέλους! Κίνα,

    ω πνεύμα… κινηθείτε τώρα, ω σπόνδυλοί μου,
    και διεκδικήστε την ανάπαυση με ζέση!
    Με πέπλους όνειρου κατ’ εξοχήν πενθίμου

    στα σώψυχα κοιμάμαι: ανάσκελα έχω πέσει,
    και στα σεντόνια σας θα τυλιχτώ ν’ ανέβει
    ξανά η έμπνευσή μου, ω ακμαία, ω δροσερά μου ερέβη!»

    CHARLES BAUDELAIRE, Μετ: Γιώργος Κεντρωτής.

    ***

    43. ΤΕΛΟΣ ΔΙΑΔΡΟΜΗΣ

    Η αργή πορεία ενός νυχτερινού τρένου
    σαν πιθανή απεικόνιση της ζωής μου.
    Μακριά έσβηναν οι σταθμοί
    όπου δεν σταμάτησα:
    φοβόμουν το σκοτάδι
    ή την ιδέα ότι δεν θα με περίμενε κανείς.

    Και παρ’ όλα αυτά βρισκόμουν εκεί,
    στο τέρμα της διαδρομής,
    ανυπόμονη ομορφιά,
    στα μελαγχολικά της μάτια
    γραμμένη η απόφαση:
    δεν θ’ αντέξω τη λησμονιά
    και η επιστροφή μού απαγορεύεται.

    José Gutiérrez, μετ: Στέλιος Καραγιάννης

    ***

    44. ΤΕΛΟΣ ΕΝΟΣ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ

    Μα ποιός θα ’θελε να ζει δίχως να ’χει παρηγοριά απ’ τα δέντρα;
    Τί ωραία να συμμετείχαν στον θάνατο!

    Τα ροδάκινα μαζεύτηκαν, τα δαμάσκηνα παίρνουνε χρώμα,
    ενώ κάτω απ’ των γεφυρών τις καμάρες βουίζει ο χρόνος.
    Την απελπισία μου την εμπιστεύομαι σ’ ένα σμάρι αποδημητικά πουλιά.
    Αμέριμνο σταθμίζει το μερτικό του στην αιωνιότητα.

    Οι πορείες του
    φαίνονται πάνω στα πράσινα φυλλώματα
    νά ’ναι σαν σκοτεινός εξαναγκασμός,
    των φτερών του η κίνηση δίνει χρώμα στους καρπούς.

    Που σημαίνει: έχουμε πάντα υπομονή.
    Και ότι γρήγορα θ’ αποσφραγισθεί των πουλιών η γραφή,
    τα διάφορα ορνιθοσκαλίσματά τους,
    και ότι κάτω από τη γλώσσα μας εμείς θα έχουμε πια
    τη γεύση που σου αφήνουνε τα πενηνταράκια.

    GÜNTER EICH , Μετ: Γιώργος Κεντρωτής.

    ***

    45. Το τέλος του τοπίου
    VII
    Ξέρεις έτσι κι αλλιώς
    Πως κι ύστερα από αυτό
    Θα τριγυρνάς και πάλι
    Μέσα στο άδειο
    Κι όμως στέκεις ένθεος
    Μπροστά στη νέα υπόσχεση
    Άλλη μια φορά!

    Αχ! η κρυφή σου πίστη για το πλήρωμα των εναντίων.
    Που κάποτε φτάνει
    Και τότε
    Το κατακτημένο σε χλευάζει
    Τα λάφυρά σου
    Ήχοι φυλακισμένοι
    Που δεν τολμάς να ελευθερώσεις
    Νομίσματα
    Με την κεφαλή του έκπτωτου αυτοκράτορα

    Σιγά σιγά τα δέχεσαι όλα
    Οι εμπειρίες της φαντασίας σου
    Κρυσταλλοποιούνται
    Μα το άδειο
    Δεν γεμίζει με φαντάσματα.

    Λιοντάκης Χριστόφορος

    ***

    46.
    …Με ρωτάει ο καιρός
    από πού θέλω να περάσει
    πού ακριβώς τονίζομαι
    στο γέρνω ή στο γερνώ.
    Αστειότητες.
    Κανένα τέλος δεν γνωρίζει ορθογραφία.

    Κική Δημουλά- Απροσδοκίες (απόσπασμα)

    ***

    47. Το τέλος

    Αν μπορούσα να φέρω την ελαφρότητα, να λύγιζαν τα χείλια της Ελένης για λίγο,
    να γούρλωναν τα μάτια της, λίγο τη προσοχή μου να ‘χε.
    Το Χαζάιν πιρουίτ να ‘βρισκα του Καζαντζάκη, για τη στιγμή που παίζονταν όλα.
    Είμαι τόσο αδούλευτος στη χαρά και το πληρώνω. Πάει πια.

    Οι μέρες περνούσαν κι ο χείμαρρος του πένθους έχανε την ορμή του.
    Μα δεν έφευγε και δεν έφυγε ποτέ.
    Κατακάθισε αιώνια στα μάτια της, σφραγίζοντας το τέλος.
    Τι να αγαπήσει, δεν έκανα κουβέντα. Ήθελε να υποφέρει.
    Τη κοιτούσα καθώς απομακρυνόταν, καθώς χανόταν σε στιγμές δικές της.
    Σε κόσμο ενδόμυχο καθώς πέτρωνε. Δεν έκανα τίποτα να το εμποδίσω.

    Κάποιες φορές νόμιζα πως μέσα στο θρήνο της απογοητευόταν,
    νομίζοντας πως δε θρηνούσε πραγματικά.
    Κι αυτό τη βάραινε κι όλο και προσπαθούσε.
    Σμίλευε τη λύπη, την έκανε πιο κοφτερή.
    Ο ρόλος της γινόταν πιο σπαραχτικός, ξορκισμός ίδιος.

    Κάθε μεγάλος άνθρωπος είναι ηθοποιός του εαυτού του.
    Ήθελε να φτάσει στα άκρα, να αυτοπαιδευτεί, να αποτεφρώσει το εγκόσμιο.
    Να βγάλει τον κόσμο από μέσα της και ν’ απογυμνωθεί.
    Τώρα πια ήξερα πως ο θάνατος ήταν η αφορμή που έψαχνε σε όλη της τη ζωή.
    Αυτός που την οδήγησε στην απελευθέρωση.
    Λίγες μέρες μετά της είπα πως θα ήταν καλύτερα να φύγω.

    « Εγώ θα φύγω, όχι εσύ» απάντησε σκληρά.
    Της είπα πως «με αγαπούσες».
    «Σε αγαπώ, για πάντα θα σ’ αγαπώ»
    Σε δέκα μέρες ακριβώς ετοίμασε τα πράγματα της και πήρε το πρωινό πλοίο.
    Η τελευταία φράση που της είπα κοιτώντας την στα μάτια
    ικετικά ήταν να «μη φύγεις». Τα ύστερα μου βούλιαξαν.

    Καθώς κατέβαινε το μονοπάτι την έβλεπα να πεταλουδίζει.
    Να τηνε προβοδίζουν σμήνη νεράιδων με πέπλα μαύρα.
    Το ‘χα προβλέψει. Δε θα την έφτανα ποτέ.
    Εκείνο το πρωινό η Ελένη λήστεψε το ταξίδι μου.
    Εγώ, ο απολλώνιος ταξιδευτής έγινα αυτόχθων θεριστής του πάθους.
    Ο νοσταλγός αγόνου τρύγου,
    απολωλώς βιγλάτορας της νοσταλγίας.
    Με κάρφωσε στη γη, με στέριωσε.

    ΣΑΜΣΩΝ ΡΑΚΑΣ

    ***

    48. δίχως τέλος

    άρχισε να βρέχει
    δίχως τέλος
    έσταζε ο χρόνος
    πρόσωπα ληστών και αγίων
    μάτια τυφλών
    που φυλάκισαν την αθωότητα
    για πάντα
    κραυγές χαμένων από λάθος
    στα σκοτάδια

    έβρεχε λάσπη
    κι άλλα τέτοια αντικείμενα

    Έφη Καλογεροπούλου, «Σκεύη ταξιδίου», Eνδυμίων 2007

    ***

    49. ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΡΑΠΗΣ

    Μ’ ένα σκοινί τον δέσανε για να μην πέσει χάμω
    Μ’ ένα καρφί τον κάρφωσαν επάνω στην καρέκλα
    Τον χτύπησαν πολλές φορές πριν σωριαστεί κατάχαμα
    Είδηση που μαθεύτηκε τριάντα χρόνια αργότερα
    Και κυκλοφόρησε αργά σαν τραίνο εμπορευμάτων
    Κι ανάμεσα στις όμορφες γυναίκες της Αθήνας
    Ένα κορίτσι νόστιμο που τίποτα δεν σκέπτεται
    Κι όμως εγώ τη σκέπτομαι νύχτα και μέρα αδιάκοπα
    Είναι της κάλτσας το κριτς κριτς στης γάμπας τη θηλιά
    Ζεστή όπως τ’ αντρόγυνο που ζύμωσε η φραντζόλα
    Είν’ ένα χέρι πονηρό που φτάνει ως το μηρό
    Και προχωρούσε μόνο του χωρίς ν’ αποτραβιούνται
    Της περιέργειας τα καλλίγραμμα ακουμπισμένα μπράτσα
    Ένα πεδίο άσκησης για κανονιές αγάπης
    Ένα πεδίο μαγνητικό γύρω απ’ τα δυο βυζιά.

    ΝΑΝΟΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ

    ***

    50. Το τέλος του παιχνιδιού

    Έστησα με προσοχή όλα μου τα πιόνια. Τοποθέτησα το βασιλιά, τη βασίλισσα, τους ευγενείς, τους αυλικούς. Τους αξιωματικούς, τους υπαξιωματικούς, τους απλούς φαντάρους… Έβαλα στην κατάλληλη θέση τα κανόνια, τις βόμβες και τις νάρκες. Στάθηκα και τα κοίταξα: Ήταν όλα όπως ακριβώς θα έπρεπε να είναι.

    «Η σειρά σου», είπα. «Τι περιμένεις;»
    Με κοίταξες περίεργα. «Ποτέ δε μαθαίνεις από τα λάθη σου», είπες και σηκώθηκες από το τραπέζι θριαμβευτικά.
    «Τι θέλεις να πεις;» ρώτησα. «Τι έκανα πάλι λάθος;»
    Χαμογέλασες και μου έδειξες ένα χοντρό βιβλίο. «Ξέχασες τους κανόνες του παιχνιδιού», είπες.

    Άνοιξα με προσοχή το βιβλίο. Ήταν δερμάτινο, με χρυσά γράμματα, και φάνταζε πελώριο. Το ξεφύλλισα. Εκατοντάδες σελίδες, όλες λευκές.
    Και μόνο στην πρώτη σελίδα, με μεγάλα κόκκινα γράμματα, έγραφε: «ΚΑΝΟΝΑΣ ΠΡΩΤΟΣ: ΕΧΕΙΣ ΧΑΣΕΙ»

    Νικολόπουλος Γιώργος

    ***

    51. Τέλος Εποχής

    Το χάος απλώνει τα μαύρα του φτερά,
    για να μη φαίνεται η ντροπή
    για εκείνους τους αριθμούς τους άψυχους
    που βαδίζουν μηχανικά
    στους δρόμους με τα πολύχρωμα φώτα,
    που άλλο δεν κάνουν απ’ το να κρύβουν
    τους βρυχηθμούς του σκοταδιού

    Ροκανίζουν μονάχες τα όνειρά τους
    και τα όμορφα φτερά,
    που μπορούσαν να τις πάνε
    σε τόπους φαντασίας μακρινούς,
    ξεφτίζουνε σιγά-σιγά,
    από την άγνοια προδομένα.

    Μα η άγνοια φέρνει τον πόνο πιο κοντά
    και τα άφτερα πλάσματα της γης
    μονάχα να βλέπουν μπορούν τον ουρανό,
    νοσταλγικά για κάτι που άφησαν εκεί,
    μα πια δεν το θυμούνται.

    Το σκοτάδι πολιόρκησε την πόλη,
    τα οχυρά της δεν ήταν άλλο από χαμόσπιτα
    κι ας φάνταζαν παλάτια!

    Μαζεύονται οι ψυχές φοβισμένες,
    μα ακόμη δεν ξέρουν
    πως δεν είναι νούμερα για τα σχέδια της πλάνης,
    κι η γνώση αυτή τις περιμένει
    στο πέρασμα των εποχών,
    τότε που θα καταλάβουν
    πως νούμερα δεν υπάρχουν,
    …μονάχα μια Αδελφοσύνη
    που περιμένει να δείξει την ισχύ της.

    Ιωάννα Μουτσοπούλου, 8/10/2011

    ***

    52. «Ένα τελευταίο»

    Όχι άλλο να γράφω στίχους για μιαν
    άγρια άνοιξη
    «κάθε άνοιξη πεθαίνω»
    και κουράστηκα
    όμως σ’ αυτήν εδώ
    ν’ ανοίξουν τα πατώματα
    πετάγονται τα σάβανα
    και σκόνη να γίνονται
    ανθίζοντας ήλιους κατάμεσα στα μάτια

    κι αν δεν είναι έτσι ακριβώς τα πράγματα
    εγώ έτσι τ’ αποφάσισα
    όχι άλλα χώματα όλο φτυσιές και κόκαλα
    καμένων πεταλούδων
    μόνο τη φτέρνα μου γνωρίζω
    από την κόψη του καιρού
    (ως την άκρη της γλώσσας φοβερή)

    αγαπημένοι μου
    κι ας μην χανόμαστε

    Ναταλία Κατσού, (Δημοσιευμένο στο vakxikon.gr, τεύχος 18, σε μια επιλογή υπό τον τίτλο «ετοιμόρροπα συνθήματα», Απρίλιος 2012).

    • Τόσα πολλά και τόσο ωραία!!!! Bravissima, Aggeliki!!!

      *Εγώ δεν έχω χρόνο να το ψάξω περισσότερο, ήδη ετοιμάζω την αυριανή ανάρτηση με το επίκαιρο θέμα «Το ’21 και οι ήρωές του».

  9. 53. Για να τελειώνουμε μ’ αυτή την υπόθεση

    Όχι εμένα, όχι το πρόσωπό
    Μου, όχι αυτό που κρύβεται κάτω
    Απ’ το πουκάμισο.

    Μιλάω κι ας ξέρω ότι η φωνή
    Θα πνιγεί μες στα ψυγεία που
    Παγώνουν τα σφαγμένα
    Ζώα.

    Υπάρχει δεν υπάρχει, τι με ενδιαφέρει.
    Έτσι στο βρόντο κουνάω τα χέρια προς
    Τον ουρανό.

    Τι όμορφα που είναι τ’ αγγελούδια
    Σκοτωμένα
    Με τα θλιμμένα μάτια τους, να μας κοιτούν.

    ΕΛΕΝΑ ΠΟΛΥΓΕΝΗ. Η θλίψη μου είναι μια γυναίκα,
    (.poema..) 2012

    ***

    54. Το τέλος ενός καλοκαιριού

    Ποιος θα ΄θελε να ζει χωρίς των δέντρων την παρηγοριά!
    Α, τι καλά που έχουν κι εκείνα μερτικό στο θάνατο!
    Μαζεύτηκαν τα ροδάκινα, οι προύνοι αλλάζουν χρώμα,
    κάτω απ΄ το τόξο της γέφυρας ο χρόνος βουίζει.

    Στ΄ αποδημητικά αφήνω την απελπισία μου.
    Μετρούν το μερίδιο τους στην αιωνιότητα ατάραχα.
    Τα ταξίδια τους
    διαγράφονται στις φυλλωσιές σαν ίσκιος βιασύνης,
    η κίνηση των φτερών βάφει τους καρπούς.

    Τώρα χρειάζεται υπομονή.
    Σύντομα θα φανερωθεί τι γράφουν εκεί πάνω τα πουλιά,
    μα νιώθεις κιόλας μιας πεντάρας για οβολό τη γεύση κάτω απ΄ τη γλώσσα.

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΡΤΑΚΗΣ

    ***

    55. Τέλος Αυγούστου

    Τα ψόφια ψάρια ακίνητα μ΄άσπρες κοιλιές
    ανάμεσα στους σπόρους για τις πάπιες και τις καλαμιές της όχθης.
    Οι πελαργοί έχουν φτερά να διαφύγουν το θάνατο.
    Ξέρω καμιά φορά, πως τον Θεό
    τον νοιάζουν περισσότερο τα σαλιγκάρια.
    Σ΄αυτά χτίζει σπίτι. Εμάς όμως δεν μας αγαπά.

    Το λεωφορείο που φέρνει την ποδοσφαιρική ομάδα πίσω
    σηκώνει ένα σύννεφο σκόνης το βράδυ.
    Το φεγγάρι γυαλίζει στις ιτιές,
    σμίγει με τον αποσπερίτη.

    Πόσο κοντά είσαι, αθανασία, στης νυχτερίδας το φτερό,
    σ΄αυτά τα φώτα προβολείς που σαν δυο μάτια
    κατηφορίζουνε το λόφο προς τα δω.

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΡΤΑΚΗΣ

    ***

    56. «Φωτογραφία του τέλους»

    Εδώ φωτογραφία είναι του τέλους
    η θάλασσα γαληνεμένη ο ήλιος δύει
    χρυσίζουν τα νερά λόφοι χαριτωμένοι
    κι αυτός ας πούμε εσύ να τα μαζεύεις
    τα σύνεργα της γραφικότητας και πάλι
    στο δρόμο πίσω σπίτι φιλαράκια
    ουζάκια στην αυλή ψάρια στη θράκα
    του δειλινού τραβώντας την αυλαία
    παρατυχών Τραπεζικός και Ποιητής

    Πλην της σκιάς σου αυτής που πάει
    στα σίγουρα με το κεφάλι προς τα κάτω
    σαν κάτι εκεί να ξέχασε να πάρει
    ή κάποιος να της νεύει απ’ το σκοτάδι
    από αυτούς που δεν σηκώνουνε κουβέντα
    μια προσημείωση κρυφή για τα ως άνω
    και να μη μένει αφωτογράφιστο και τ’ Άλλο
    κάτι η Μαύρη Θάλασσα των Στεναγμών
    και προπαντός ο Εύξεινος ο Πόνος

    ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΤΙΛΗΣ, Ακτή Καλλιμασιώτη  (σ. 42)

    ***

    57. Για να τελειώνουμε με τα ψέματα

    Ήταν ειλικρινής
    συγκρατημένος
    εύθυμος
    αυτάρκης
    δυνατός
    γαλήνιος
    θαυμάσιος.

    Αυτός;
    Δε λύγιζε ποτέ του όπως όλοι μας
    στους 3 ή και στους 4 βαθμούς.
    Όμως κι αυτός
    λύγιζε στους 7 ή στους 8 ή έστω
    στους 100.
    Λύγιζε πάντως διάβολε κι αυτός.

    1985 Γιάννης Υφαντής, Ποιήματα Κεντήματα στο Δέρμα του Διαβόλου (1988)

    ***

    58. Ο έσχατος

    Κι όταν η πόλη νεκρώθηκε οριστικά και στις μεγάλες άδειες
    λεωφόρους έμειναν μόνο τενεκέδες σκουπιδιών και
    γάτες εξαγριωμένες που θρηνούσαν

    Εκείνος γλύστρησε απαλά σαν ίσκιος μέσ’ από την παλιά
    νεκροκασέλα κι υπνοβατώντας αλαφρά στο χώρο
    Έφτασε πια στη μέση της πλατείας-ευτυχισμένος που αξιώθηκε επιτέλους τόση συγκομιδή απεραντοσύνης

    Μετά γονάτισε και κλείνοντας τα μάτια δόθηκε στα βαθιά
    μαγεία των ήχων-αυτών που μόνο οι πονεμένοι ακούνε
    Κι έτσι δεν ένιωσε καθόλου τα σκυλιά που πεινασμένα
    σύρθηκαν κοντά του
    Κι έτρωγαν τρυφερά τις σάπιες σάρκες του
    Καθώς πιο κει το νέο του σώμα-φορτισμένο
    με αγνότητα ουρανού
    Φεγγοβολούσε

    Ορέστης Αλεξάκης, Οι Κόνδορες και το Αντιπρανές, Πόρφυρας, 1982

    ***

    59. ΤΕΛΟΣ

    Ανάμεσα στο πλήθος που γκρεμίστηκε
    από τα σκαλοπάτια της Οδησσού, μόνο εγώ
    επέζησα για να διηγηθώ την ιστορία.

    Στον κόσμο υπάρχουν ακόμα χιλιάδες
    που περιμένουν μάταια να γεννηθούν έπειτα
    από μας. Υπάρχει το απαλό χιόνι
    που μας σκεπάζει και η εικόνα
    ενός σκελετωμένου αλόγου
    καθώς το τρένο μου διασχίζει
    για τελευταία φορά το Χάρκοβο.

    Μπροστά στην ίδια σκοτεινή άβυσσο
    θα στεκόμαστε για πάντα
    σύντροφε Μπουχάριν.
    Ήμουν κι εγώ ανάμεσα σ’ εκείνους
    που δεν επέστρεψαν ποτέ.
    Που έκοψαν, με παγωμένα χέρια, ξύλα
    στο αρκτικό δάσος.

    Σταμάτης Πολενάκης, Τα σκαλοπάτια της Οδησσού

    ***

    60. ΚΑΙ ΤΕΛΟΣ

    Δε θυμάται
    πώς ακριβώς έγινε αυτό.
    Τον γκρέμισαν; Έπεσε μοναχός του;
    Ή μήπως τον κατέβασαν προσεχτικά
    όπως στις εκκλησιές τους πολυελαίους.
    Αυτός δε θυμάται, δεν μπορεί να θυμηθεί.

    Ήταν κουρασμένος, τόσο…
    Μόλις πρόφτασε να ψελλίσει:
    «Θεέ μου τι λίγη που ήταν η ζωή…»
    Κι ύστερα.
    Ύστερα… τίποτα. Κάθισε στη χλόη
    κι έφαγε το τελευταίο του ξεροκόμματο.
    (Αυτό που ‘φερε απ’ τον απάνω κόσμο).

    Αμέσως ήρθαν τα μερμήγκια.
    Ύστερα.
    Ύστερα πάλι τίποτα.
    Ακολούθησε το «πένθιμο εμβατήριο».
    Ξοπίσω του σύρθηκε ένα ποτάμι
    από διατεταγμένα δάκρυα
    και μετά, τίποτα.

    Μόνο… Κάτι βουρκωμένα σύννεφα
    ντράπηκαν να χύσουν το νερό τους
    δίπλα στα ψεύτικα δάκρυα
    και πήγαν να κλάψουν αλλού.
    Αργά. Πάνω απ’ το κοιμητήρι
    έπεσε συλλογισμένο το βράδυ
    και του ‘ραψε τα μάτια.

    Τα μερμήγκια τούτη τη φορά δεν ήρθαν.
    Ήρθαν τα σκουλήκια.

    MENΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ

    ***

    61. ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΠΑΤΗ

    Στο τέλος θα συμμαχήσω μ’ αυτόν το δύστροπο χειμώνα
    θα υποκύψω στα καπρίτσια του
    την αχαλίνωτη ορμή του
    και δε θα δώσω αφορμή για υποψίες·

    αρκεί να υπάρχει πάντα το κρυφό παράθυρο
    και στο πρώτο χτύπημα στο τζάμι
    και μόνο στην ιδέα ενός κελαϊδισμού
    εκεί, αθόρυβα κι αδίστακτα
    θα τον προδώσω.

    © ΑΜΑΛΙΑ ΤΣΑΚΝΙΑ, ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΤΙΓΜΗ, 2000

    ***

    62. Το Τέλος της Αθωότητας

    Οι τοίχοι είναι γεμάτοι μ’ ένοχα μυστικά
    Το κρεβάτι σκεπασμένο με σεντόνια φτιαγμένα από αράχνης ιστό
    Η γέρικη θάλασσα καυτηριάζει την πληγή
    Το σούρουπο οι γύπες μετασχηματίζονται
    σε πεφταστέρια

    Η υπόσχεση βρίσκει στόχο στην καρδιά του φρέατος
    Τα πήλινα ψάρια των ενοίκων με τις τρύπιες κάλτσες
    Οι αυγουστιάτικες κυκλοθυμικές λεξιμαχίες
    Φευγαλέα λιθόστρωτα που ακουμπούν την αύρα
    του αυγερινού
    Ο παλιός κόσμος αχνοφέγγει παλινόρθωση πάνω
    στην γέννα του καινούργιου

    Τα δαμάσκηνα εκτοξεύουν ματαιοπονία
    Τα δαμάσκηνα ζωγραφίζουν σε κίτρινες πορείες
    Τα δαμάσκηνα – αχ τα δαμάσκηνα!

    Πολυαγαπημένη μου κοινοπραξία της φυγής
    Το κουνούπι δίδαξε την αιμόπτυση στη βελόνα
    Το παγώνι άπλωσε τα φτερά του και αγκάλιασε
    τον ήχο της καταιγίδας
    Οι κραδασμοί ενός τζιτζικιού πάνω στο μωλωπισμένο
    δάσος

    Η πόλη των ποιητών βουλιάζει στον καθρέφτη του αίματός της
    Ήρθε του Breton η δικαίωση στο πενταπλάσιο:
    Είδα πέντε άλογα να καλπάζουν πάνω
    σε μια τομάτα!
    Πάνω στα σαμάρια τους μυδραλιοβόλα συγκολλημένα
    διαγγέλματα-ψυχοφάρμακα

    Μα εγώ αγαπώ τις κουκουβάγιες που βραχνιάζουν
    από το χνούδι της αποκάλυψης
    Ο θάνατος έχει πολύ ανεπτυγμένη αίσθηση του μαύρου χιούμορ
    Την ημέρα που ο ζωδιακός κύκλος έπαιξε τις ψυχές μας στα ζάρια
    οι Κήποι της Βαβυλώνας ξανανθίσαν

    Η μπουρζουαζία πάντα ρίχνει φόλες για να πιάσει γεμάτα
    Τόσες μορφές σκιών που σωριάζονται σε κεχριμπαρένια τριφύλλια
    Και αναρωτιούνται αν στα κατοπινά τα χρόνια τα κανόνια
    θα στάζουν μέλι
    Η στενωπός που με καταβάλλει αύριο θα με βγάλει στον ορίζοντα
    της απείθαρχης αρχής
    Είμαι πάντα το παμμέγιστο της πατρίδας μου μίασμα
    Και μέσα από ψυχασθενικές κατακτήσεις διαπερνώ τους βελουδένιους
    μαστούς της πέτρας
    Καθώς και το ανάγλυφο μελάνι των χρυσανθέμων

    Η γυναίκα που βάδιζε στην στερεμένη γνώση
    Τόσο όμορφη!
    Τόσο πιο όμορφη απ’ ολάκερη την γνώση των ανθρώπων!
    Πρέπει να ξεπεράσουμε τα δόντια των νεκρών πειραμάτων
    Αν θέλουμε ειλικρινά ν’ αποκτήσουμε της γυναίκας αυτής
    την γνώση
    Της γυναίκας αυτής την ομορφιά!
    Τόσο πιο όμορφη από τα νυχτοπούλια των γιασεμιών!
    Τόσο πιο όμορφη από τα δαμάσκηνα!
    Αχ τα δαμάσκηνα!

    Θ.Δ. Τυπάλδος

    ***

    63. Εν τέλει

    Έπειτα από γερή
    φιλονικία μεταξύ τους
    να γίνει πιο σύντομη,
    την είχε πείσει,
    πιο τελειωμένη.

    Να καταργήσει
    τις μακρηγορίες των ονείρων,
    και να κρατήσει
    την ετυμηγορία τους.
    Την είχε πείσει.
    Ο χρόνος.

    Κική Δημουλά -Ερήμην (1958)

    ***

    64. Τέλος Αυγούστου

    Τέλος Αυγούστου και το φεγγάρι του απολογητικό,
    που λέει, όσοι πρόλαβαν ενθύμια σπείραν,
    και τώρα μνήμη.

    Τέλος Αυγούστου η καρδιά μαύρο λιθάρι
    τα τσίπουρα θα βγουν στον νέο τρύγο
    από σταφύλια μαύρα.

    Τέλος Αυγούστου τα τραγούδια έχουν πια σωθεί
    οι αναμονές δεν έχουν τίποτα να δουν
    πλην του χειμώνα.

    Τέλος Αυγούστου μας φορτώσαν σαν σακιά
    με μια μπουκιά κατάστρωμα κι άλλοι αμπάρι
    στη μαύρη Ελλάδα.

    Τέλος Αυγούστου πάντα κλαίγανε οι μάνες γοερά
    για τα τσιφλίκια και τα σύκα της πατρίδας
    για τους χαμένους.

    Τέλος Αυγούστου μ’ άφησες και μπήκα φυλακή
    χρόνους οκτώ σε κάτεργα εκδίκησης
    χωρίς αγάπη.

    Γιάννης Καρατζόγλου, [Από την ενότητα Διαβατήριος έρωτας]
    Αποτελέσματα χρήσεως (2006)

    ***

    65. Μετά το τέρμα

    Εδώ που φτάσαμε θέλω κάτι να κρατήσω,
    λίγο απ’ τα φιλιά μας, λίγο απ’ τα θραύσματα,
    ας μείνει κάτι, έστω ανεπαίσθητο μες στην κοιλιά μου,
    ή λίγα ζωντανά μικρόβια απ’ την παρουσία σου.

    Λέω, και πιστεύω, πόσο ο ερωτάς μας ήταν ανώφελος:
    δεν τα κατάφερε, ας πούμε, να μη στείλουν τον Γιάννη στα νησιά,
    δεν είχε να κάνει με το ξύπνημα της εργατιάς,
    δε βοήθησε καν σε επίπεδο τοπικής ανταρσίας.

    Μα τι τα θες, τα κανόνια κανόνια κι η καρδιά καρδιά∙
    και να ‘μαι εγώ, ικέτης της μνήμης σου, προσπαθώντας
    να κλείσω στη χούφτα μου λίγη τελευταία περιγραφή σου
    να ανασυνθέσω παλιά παιδικά μας παιχνίδια
    να βρω κανένα ξεχασμένο σου γραμμάτιο που έληξε
    να το κρατήσω.

    Γιάννης Καρατζόγλου, Πρατήριο καυσίμων (1982)

    ***

    66. Αρχή και τέλος

    Φάνηκα, δεν χάθηκα
    Χάνομαι, έχω φανεί
    Ποια νύχτα έχω πληρώσει
    Ποιο τέλος
    Ποιαν αρχή να ζωντανέψω

    Αρχή και τέλος δεν είναι μόνο φως

    Δεν είναι ήχος, άνεμος
    Έρωτας μεταμορφωμένος

    Είναι πέτρες, ξύλα, χρώματα, ξέφωτα
    Σ’ ό,τι μετέωροι ανασταίνουμε
    Σ’ ό,τι ανήκουμε και μας ανήκει

    Το βάρος το ανεκπλήρωτο.

    Μυρτώ Αναγνωστοπούλου, [Ενότητα Terminal] Βαθμίδες (1973)

    ***

    67. ΤΕΛΙKΑ ΖΩ ΘΑ ΠΕΙ ΘΥΜΑΜΑΙ

    Τελικά ζῶ θά πεῖ θυμᾶμαι
    ἄς εἶναι ἡ λεηλασία τέτοιων ρημάτων παροιμιώδης
    οἱ διηγήσεις μου ἀκατάστατες
    βρέξει χιονίσει ἐγώ, στό πόστο μου
    κι ἄν τό πῶ ρητορικά, στόν προορισμό μου.

    Αὐτό τό σκαμνί, τό βλέπεις;
    μποροῦμε νά καθόμαστε ἐκ περιτροπῆς
    νύχτες ἰδίως πού μεγαλώνομε τόσο παράλογα
    ὥστε διανύομε μίλια
    νά ξαναχωρέσομε στήν ἡλικία μας.
    Ἐγώ τό ᾿φτιαξα.

    Τό παράθυρο ἐπίσης, ἄς εἶναι βορινό,
    συχνά κάνομε πράγματα μέ μπορντοῦρες ἀκλόνητες
    ἴσα ἴσα γιά νά μᾶς παιδεύουν.
    Πιάνουν τά χέρια μου.
    Ὄχι κεντήματα καί τέτοια.
    Ἀντρικές δουλειές (ὅπως λέν οἱ ἄντρες)
    ζόρι, χαμαλίκι, ἀτυχήματα, σέ ὅλα μέσα,
    πῶς νά γίνει ἡ μέρα ἀληθινή;
    πῶς νά ξεπέσεις, ἀλλά
    σέ διαστάσεις ἰδεολογίας;

    Καιροί πού μπάζουν ἀπό παντοῦ
    ἀπ᾿ ἐκεῖ πού κατοικεῖς
    ὥς ἐκεῖ πού σέ λησμονοῦν νυχτώνει
    ὥρα νά δεχτοῦμε τά ὅριά μας
    μέ ταπεινοφροσύνη
    οὔτε ζύμη σιωπή πού πλάθει τίς σημασίες
    οὔτε τήν κρίσιμη στιγμή τραυματιοφορέας.

    Γιολάντα Πέγκλη (Ἄς σταθοῦμε ἐδῶ)

    ***

    68. Ιστορία χωρίς τέλος

    Πώς άραγε πεθαίνει ένας μοναχικός άνθρωπος
    πώς μεταλλάσσεται η ψυχή του
    σε αστρικά γονίδια
    το χέρι του θεού μες στους αιώνες
    που αναδεύει τη νιότη

    Τι να θυμάται η αρχέγονη ψυχή του
    καταρρέοντα χρώματα
    κι αναγεννήσεις πόνων
    το σφύριγμα του ανέμου εκσφενδονίζει
    κωδικούς μηνυμάτων
    στις ρίζες των κυττάρων όπου
    η ζωή κάμπτεται
    στην άκρη του ράμφους τους πουλιά
    μεταφέρουν ανταύγειες
    και παφλασμούς κυμάτων

    Ποια είναι η ταυτότητά του
    ο προορισμός του έστω
    έτσι γυμνός και μόνος που αιωρείται
    στις σήραγγες του χρόνου
    έπαθλο αναπότρεπτα
    της αιωνιότητας.

    Βασίλης Φαϊτάς

    ***

    69. Τέλος του Κόσμου

    Φεύγει το καπέλο του αστού απ’ το μυτερό κεφάλι,
    Παντού αντηχούν ουρλιαχτά σαν από αγρίμια.
    Στέγες πέφτουν και γίνονται συντρίμμια,
    Η θάλασσα –διαβάζουμε- φουσκώνει στ’ ακρογιάλι.

    Έφτασε η θύελλα, αγριεμένα κύματα χορεύουν
    Στη στεριά, φράγματα πελώρια βυθίζονται.
    Με το συνάχι τους οι άνθρωποι παλεύουν,
    Από γέφυρες σιδηρόδρομοι γκρεμίζονται.

    Jakob van Hoddis [μετ : Νίκος Βουτυρόπουλος]

    ***

    70. Τέλος

    Θα κρατήσω για πάντα στο κέντρο μου
    το ουράνιο τόξο που μου χάρισες
    να βάφω τις αναμνήσεις και τα όνειρα
    Ήλιε μου
    Και θα φαντάζομαι πως ταξιδεύεις μαζί μου
    μέχρι το τέλος της διαδρομής
    εκεί που τελειώνουν τα ψέματα

    Θα ονειρεύομαι πως φτάνεις μαζί μου
    στη χώρα του «κάποτε» εκεί που διαγράφονται
    όλες οι προηγούμενες διαδρομές
    Στα σταυροδρόμια και στα ξέφωτα της ουτοπίας
    εκεί που όλες ελπίδες γίνονται βροχή και χιόνι
    στα χέρια σου
    Ήλιε μου
    Εκεί που τελειώνει ο δρόμος

    Αγγέλα Καϊμακλιώτη, Στιγμές Αλκυονίδες, 2012

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: