Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (178ο): «Καλός – κακός»…

 

-«Οι κακοί ποιητές τρέφονται από τα γεγονότα,

οι μέτριοι από τα αισθήματα,

και οι καλοί από τη μετατροπή του τίποτε σε κάτι.»
(Ο. Ελύτης, Εκ του πλησίον)

 

 

-«Κανένα κύμα δεν κρατάει στο στήθος του κακία.»

(Ο. Ελύτης, Προσανατολισμοί)

 

 

-«Όπου και να σας βρίσκει το κακό,

αδελφοί όπου και να θολώνει ο νους σας

μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό

και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη.»

(Ο. Ελύτης, Άξιο εστί)

 

 

 

-Κ. Π. Καβάφης, «Καλός και Κακός Καιρός»

«Δεν με πειράζει αν απλώνη
έξω ο χειμώνας καταχνιά, σύννεφα, και κρυάδα.
Μέσα μου κάμνει άνοιξι, χαρά αληθινή.
Το γέλοιο είναι ακτίνα, μαλαματένια όλη,
σαν την αγάπη άλλο δεν είναι περιβόλι,
του τραγουδιού η ζέστη όλα τα χιόνια λυώνει.

Τι ωφελεί οπού φυτρώνει
λουλούδια έξω η άνοιξις και σπέρνει πρασινάδα!
Έχω χειμώνα μέσα μου σαν η καρδιά πονεί.
Ο στεναγμός τον ήλιο τον πιο λαμπρό σκεπάζει,
σαν έχεις λύπη ο Μάης με τον Δεκέμβρη μοιάζει,
πιο κρύα είναι τα δάκρυα από το κρύο χιόνι.»

(Από τα Αποκηρυγμένα, Ίκαρος 1983)

 

-Τόλης Νικηφόρου, «να είσαι καλός»

«κάτι σαν άγγιγμα ή χαμόγελο

κάτι σαν φύλλο

να είσαι καλός

ανυπεράσπιστος

μπροστά στην αθωότητα

εκστατικός

μπροστά στο θαύμα

αιώνια πιστός στην ουτοπία

στη χώρα που δεν έχει δρόμο

στον δρόμο που δεν έχει τέλος

στο τέλος που δεν έχει ελπίδα

να είσαι καλός»

(http://ploigos-tou-apeirou.blogspot.gr/2017/01/50-79_7.html)

 

 

-Κ. Παλαμάς, «Κακή φωτιά»

«Εγώ είμ’ εδώ ανυπόταχτος και παραστρατισμένος,
εγώ δαγκώνω με θυμό της φτώχειας το ψωμί,
νόθος της τέχνης είμ’ εγώ και της ιδέας διωγμένος
από μιαν έγνοια ο νους θολός, δαρμένο το κορμί.

Ο λύχνος μου στης ιερής μελέτης το τραπέζι
σαν ένα νεκροκάντηλο στα μάτια μου αχνοπαίζει
όλα πολέμια κρύα βιβλία, κοντύλια και χαρτιά.
Με καίει κακιά φωτιά.

Εμέ η ζωή μου πλάνεμα και η γέννησή μου λάθος
το λόγο δεν ορέγομαι, δεν ξέρω το ρυθμό
σέρνουν εμένα δυό άλογα, τ’ αράπικο το πάθος
και τ΄ αφροστάλαχτο όνειρο μπορεί και στο γκρεμό.»

(Κ. Παλαμά, Άπαντα, Γκοβόστης)

 

 

-Ζακ Πρεβέρ, «Ο κακός μαθητής»

«Ο κακός μαθητής
Λέει όχι με το κεφάλι
Μα λέει ναι με την καρδιά
Λέει ναι σε όσους αγαπάει
Λέει όχι στον καθηγητή
Είναι όρθιος
Τον ρωτούν
Και όλα τα προβλήματα έχουν δοθεί
Ξαφνικά τον πιάνουν ακατάσχετα γέλια
Και τα σβήνει όλα
Τα ψηφία και τις λέξεις
Τις ημερομηνίες και τα ονόματα
Τις φράσεις και τους γρίφους
Και παρά τις φοβέρες του καθηγητή
Κάτω από τα γιουχαΐσματα των καλών μαθητών
Με κιμωλίες όλων των χρωμάτων
Πάνω στον μαυροπίνακα της δυστυχίας
Ζωγραφίζει το πρόσωπο της ευτυχίας.»

[πηγή: Ζακ Πρεβέρ, Κουβέντες, μτφρ. Μ. Μεϊμάρης, εκδ. Καστανιώτη]

 

 

 -Ελένη Βακαλό «Πώς έγινε ένας κακός άνθρωπος»

«Θα σας πω πώς έγινε

Έτσι είναι η σειρά

Ένας μικρός καλός άνθρωπος αντάμωσε στο

δρόμο του έναν χτυπημένο

Τόσο δα μακριά από κείνον ήτανε πεσμένος και λυπήθηκε

Τόσο πολύ λυπήθηκε

που ύστερα φοβήθηκε

Πριν κοντά του να πλησιάσει για να σκύψει να

τον πιάσει, σκέφτηκε καλύτερα

Τι τα θες τι τα γυρεύεις

Κάποιος άλλος θα βρεθεί από τόσους εδώ γύρω,

να ψυχοπονέσει τον καημένο

Και καλύτερα να πούμε

Ούτε πως τον έχω δει

Και επειδή φοβήθηκε

Έτσι συλλογίστηκε

Τάχα δεν θα είναι φταίχτης, ποιον χτυπούν χωρίς να φταίξει;

Και καλά του κάνουνε αφού ήθελε να παίξει με τους άρχοντες

Άρχισε λοιπόν και κείνος

Από πάνω να χτυπά

Αρχή του παραμυθιού καλημέρα σας»

[Από τη Συλλογή Του κόσμου (1978).]

 

 

-Ν. Καρούζος, «Η κακία της ημέρας»

«Ανοίγω τα μάτια μου στο λιμάρικο φως

έχω πια ξημερώσει.

Σκέψη αλάξευτη χύνεις αιωνιότητα

χωρίς να στοχάζομαι

νικημένος απ’ του νου την εκκόλαψη.

Λοιπόν εκμαγείο;

Βεβαίως. αυτό που λέμε πρόσωπο

πάει στους δίκαιους.

εμείς έχουμε ξεμείνει δείξαντες

την τρέμουσα πραότητα.

Ορύσσω προφητείες ανασκάφτω διλήμματα

καίγοντας εγωτισμούς

αποτεφρώνοντας εμβατήρια

η κοινωνία που φαντάστηκα λέει όχι όχι

δεν πρόκειται να υπάρξω.

Συνεπώς η ανάσταση εγκλωβίζεται πάντα

στη λέξη της.

Αρκεί για σήμερα το κακό του έρωτα.

Ρυτίδες αλλοιώνουν οράματα.

Σείεται η νοόσφαιρα δίχως τροχιά της

ταρακουνιέται

χωρίς κύκλο άλλης ωραιότητας.

Ενυπάρχει στη μέγιστη φωτιά κ’ η δική μου

σπίθα.

Δώρα πολύτιμα. δώρα που ’χει τραγουδήσει

ο πιο άθεος θεός ο αθωότερος.»

(Ν. Καρούζος, Τα ποιήματα, τ. Β’, Ίκαρος)

 

 

-Κώστας Βάρναλης, «Ο “ΚΑΛΟΣ” ΛΑΟΣ»

Απ’ το χωριό κατέβηκα
μ’ όλη τη φαμελιά μου.
Καρδιά μου, τί ξαλάφρωμα!
Τι πρήξιμο, κοιλιά μου!
Βάντε κλήρο, ρίχτε ζάρι,
το μαντύ του ποιός θα πάρει.

Με γκάιδες και με πίπιζες
πήδα, κοράσι ντρέτο!
Σα μέστωσες κι ωρίμασες,
θανα κοπείς εφέτο.
Θα σε πάρει να σε πα
με καρότσα και παπά.

Μας σφίγγ’ η φλόγα, κόκκινη,
το λάρυγγα, θελιά.
Κι όσο μπορούν ουρλιάζουνε
κι ανθρώποι και σκυλιά.
Και σηκώνουν το φουστάνι
νιες και γράδες, όσο φτάνει.

Χλωμά και κακορίζικα
ο θάνατος κρεμνά σου
στην παγερή διχάλα του
τα μέλη τα στεγνά σου.
Σε τρυπώ με το καλάμι
και νερό δε βγάνεις δράμι.

Τί γρήγορα ξεψύχησες!
Μας χάλασες τη φέστα.
Πού ’ναι τα μεγαλεία σου,
της φαντασιάς σου η ζέστα;
Ήσουνα θεός και ρήγας
κι είχες την ψυχή μιας μύγας!

Εχάλα και ξανάχτιζ’ ε-
κκλησιές σ’ ένα μινούτο!
Ξύπνα λοιπόν, που σε βαρούν
κοτρόνια, λάσπη, κνούτο!
Άιντε λούσου και χτενίσου
κι όσο τρίχα μια, κουνήσου!

Πιάσου μ’ εμάς και χόρεψε,
ρετσίνα πιες αφράτη
και θα γενούν τσιφλίκια σου
Μισίρι και Μπαγδάτι.
Θα σε πάρω και μια δούλα
να τη λένε Σπυριδούλα.

Το χερομάχο σόγι σου
μες στην κοπριά σ’ εγέννα
κι εζήτας βασιλίκι σου
Γη κι Ουρανό ενωμένα!
Πίσκοπε του Δαμαλά,
τώρα το ’παθες καλά!

Χωρίς φουσάτα μπρούντζινα,
πεζούρα και καβάλα,
χωρίς καράβια στο γιαλό
και ματωμένη πάλα,
λιμάρης και ξυπόλυτος,
νά! βασιλιάς απόλυτος.

Φαινόσουνα καλό παιδί,
ζαβό τί πήρες δρόμο
και μια την Πίστη βάραγες
και μια τον άξιο Νόμο;
Εδώ χάμου δυο κορφές:
το Ζακόνι κι οι Γραφές!

Να ’σουνα κλέφτης στα βουνά,
φονιάς μέσα στην πόλη,
σπιούνος και ψευτομάρτυρας
θα σε τιμούσαν όλοι.
«Σαν του Βαραβά και σένα
όλα σου συμπαθημένα!»

(Μια γυναίκα με ψιλή και παθητική φωνή)

Στο πανεθύριν- έσκυβα
τη γλάστρα να ποτίσω,
σα διάβαινες περήφανος,
μάτι και πάτημα ίσο.
Τώρα ολόγδυτον, καλό
μια σε φτύνω, μια γελώ.

(Ξανά όλοι μαζί)

Πλερώνω τα δοσίματα
στο Κράτος και δε μνήσκω
και τα στερνά μου τα όβολα
στης Εκκλησιάς το δίσκο.
Ό,τι αφήσαν οι προγόνοι,
πάει από παιδί σ’ αγγόνι.

Μπροστά από χρυσοπάλατα
περνά η καρδιά και τρέμει.
Μέσα σουλτάνος και πασάς
μ’ αρίφνητο χαρέμι,
λαλήματα, θυμιάματα,
της Χαλιμάς τα θάματα.

Το μάτι μου δε δάκρυσε
κι ο νους δε σκανταλίστη.
Είν’ όλα τούτα πρόσκαιρα,
καθώς το λέγ’ η Πίστη.
Απ’ τη στράτα πάω την ίσα
στη χαρά την παραδείσα.

Χωρίς την ανισότητα,
πώς θα ’ταν δικιοσύνη,
χωρίς τον άγιο πόλεμο,
πώς θα ’ταν καλοσύνη!
Φρόνιμα και ταχτικά
πάω με κείνον που νικά.

Και σα μου παίρνουν κάποτε
καλύβα και χωράφι,
την τσούπα την αγούρμαστη,
της μάνας της χρυσάφι,
θαν τα βρω ψηλά ένα ένα
και τη Βαγγελιώ παρθένα!

………………………………….

Χάιντε, γυναίκα, νύχτωσε!
Μάζωξε στο πανέρι
μπουκάλες και ψωμότυρα.
Πιάσ’ τα παιδιά απ’ το χέρι
— κάνε δίπλα, μη σε πάρω,
θα τραβήξω διπλό σμπάρο.

Το μάθημα, που δώσαμε
για πάντα θα φωτίζει.
Μελίσσι ο λαός και θα χιμά
σ’ όποιον τον ερεθίζει.
Μια μονάχα υπάρχει αλήθεια:
Μαχμουρλίκι και Συνήθεια!

(Κ. Βάρναλης, Ποιητικά, Κέδρος)

Advertisements

Single Post Navigation

9 thoughts on “Πες το με ποίηση (178ο): «Καλός – κακός»…

  1. Το καλό και το κακό, η καλοσύνη και η κακία: οι δυο όψεις του ίδιου νομίσματος.
    Προσπαθώ να διαλέγω τα άτομα που μου βγάζουν την καλή πλευρά του χαρακτήρα μου.

    *

    1. ΚΑΛΟΣΥΝΗ

    H Καλοσύνη γλιστράει γύρω απ’ το σπίτι μου.
    Η κυρά Καλοσύνη είναι τόσο καλή!
    Τα μπλε και κόκκινα πετράδια των δαχτυλιδιών της αχνίζουν
    Μες στις βιτρίνες, οι καθρέφτες
    Γεμίζουν χαμόγελα.

    Τι είναι τόσο αληθινό όσο το κλάμα ενός παιδιού;
    Ίσως το κλάμα ενός λαγού να ‘ναι πιο άγριο
    Όμως δεν έχει ψυχή.
    Η ζάχαρη θεραπεύει τα πάντα, έτσι λέει η Καλοσύνη.
    Η ζάχαρη είναι αναγκαίον ρευστόν,
    Οι κρύσταλλοί της μικρό κατάπλασμα.

    Ω Καλοσύνη, Καλοσύνη
    Που με γλύκα μαζεύεις κομμάτια!
    Τα γιαπωνέζικα μεταξωτά μου, απελπισμένες πεταλούδες,
    Μπορεί να καρφιτσωθούν όποτε να ναι, έχοντας πάρει
    αναισθητικό.

    Και να σου έρχεσαι, μ’ ένα φλιτζάνι τσάι
    Στεφανωμένο με ατμούς.
    Ο αιμάτινος πίδακας είναι ποίηση,
    Τίποτε δεν τον σταματάει.
    Μου δίνεις να κρατήσω δυο παιδιά, δυο τριαντάφυλλα.

    SYLVIA PLATH, Απόδοση από τα αγγλικά: Κλεοπάτρα Λυμπέρη

    ***

    2. ΤΙ ΩΦΕΛΕΙ Η ΚΑΛΟΣΥΝΗ

    1
    Τί ωφελεί η καλοσύνη
    Όταν οι καλοί παρευτύς δολοφονούνται
    Ή δολοφονούνται αυτοί
    Που δέχονται την καλοσύνη;

    Τί ωφελεί η λευτεριά
    Όταν οι λεύτεροι αναγκάζονται να ζουν αντάμα
    με τους σκλάβους;

    Τι ωφελεί η λογική
    Όταν το παράλογο μονάχα εξασφαλίζει την τροφή
    που ο καθένας χρειάζεται;

    2
    Αντί να είστε καλοί μονάχα, προσπαθήστε
    Να δημιουργήσετε μια κατάσταση που να κάνει
    Δυνατή την καλοσύνη, ή καλύτερα
    Περιττή!

    Αντί να είστε λεύτεροι μονάχα, προσπαθήστε
    Να δημιουργήσετε μια κατάσταση που να λευτερώνει όλους
    Που να κάνει ακόμα και την αγάπη για λευτεριά
    Περιττή!

    Αντί να είστε λογικοί μονάχα, προσπαθήστε
    Να δημιουργήσετε μια κατάσταση
    Που να μεταβάλλει το παράλογο στον άνθρωπο
    Σε μια επιχείρηση κακή!
    (Μπέρτολτ Μπρεχτ, 76 ποιήματα, μετ: Πέτρος Μάρκαρης, Θεμέλιο, σ.36)

    Αλκίνοος Ιωαννίδης – Ήσουν καλός κι ήσουν γλυκός

    3. Ε’
    Η καλοσύνη του σαν νύχτα με χωράει
    Ο έρωτάς του σαν σώμα αφίλητο.
    Από το βάθος της ημέρας με πλησίασε
    άντρας σαν φύσημα ανέμου
    τους κόκκους μου σαν στρόβιλος εμπέρδεψε
    σύννεφο απλώθηκα να τον χωρέσω.
    (Σαν έρημος το θαύμα μου περνώ στην ιστορία)

    ΜΑΡΙΑ ΚΥΡΤΣΑΚΗ

    ***

    4. [Καλοσύνη]

    Ντρεπότανε να την πούνε μαλακή
    και να μην λυπηθεί δεν βάσταγε
    της έφερνε ψωμί που χε για τις κότες
    ένα πάκο μακαρόνια
    φασόλια που είχανε πιάσει σκουλήκι
    -ξεδιάλεγμα θέλουν, δεν έχουν τίποτα-

    της έχυνε από το λαδικό λάδι σε μια μποτίλια
    που μέχρι το βράδυ θα γέμιζε (τόσα σπίτια)
    -πόση μούργα μάζευε αυτή η μποτίλια
    πόσων νοικοκυριών κατακάθια-
    κι όσο πρασίνιζε το γυαλί
    τόσο την έβαζε μπροστά

    τί τα ήθελες τόσα παιδιά
    να πιάσεις να δουλέψεις
    εγώ ξέρεις από τί ώρα είμαι στο πόδι
    κι όσο της έσουρνε τόσο της γέμιζε
    σαν να κράταγε σιγόντο στον εξάψαλμο
    ότι ξεχάστηκε

    από λάθος της παραστεκόταν
    να μην το δέσει σκοινί κορδόνι η διακονιάρα
    και κάθε φορά που στενεύεται τσουπ
    με την μποτίλια στην αυλή
    κυρία, καλέ κυρία
    το βρήκαμε τώρα.

    Νάντια Δουλαβέρα, [Τα Ποιήματα της Καλοσύνης]

    ***

    5. ΟΙ ΔΟΥΛΕΙΕΣ ΤΗΣ ΚΑΛΟΣΥΝΗΣ

    -Πού ‘ναι η καλοσύνη;,
    ρώτησε τον κρίνο
    η τριανταφυλλιά.

    -Μπήκε στην καρδιά μου
    και μου ετοιμάζει
    τη μοσχοβολιά.

    -Πού ‘ναι η καλοσύνη;,
    ρώτησε ο σπίνος
    το κορυδαλλάκι.

    -Μπήκε στο λαιμό μου
    να μου φτιάξει νότες
    για το τραγουδάκι.

    -Πού ‘ναι η καλοσύνη;,
    στο ρυάκι λέει
    η βουνίσια βρύση.

    -Στο νερό μου μπήκε
    κι έφυγε και πάει
    κάποιους να δροσίσει.

    -Πού ‘ναι η καλοσύνη;,
    σκύβω και ρωτάω
    τώρα εγώ εσένα.

    Πέρα κει φιλιώνει
    κάποια φιλαράκια
    που σαν τσακωμένα.

    Μαρία Γουμενοπούλου

    ***

    6. Έχτρα στα μάτια κοίταξέ με
    βγαίνω με τα δικά σου τ’ άρματα
    Η Καλοσύνη εδώ που βρέθηκε μες στις λυκοποριές
    πρέπει να ’χει μπαρούτι στο σελάχι της
    και να δαγκάνει κάμες.

    ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ, «Η Καλοσύνη στις λυκοποριές», Ι, 31-35. Τετράδιο 1 (1947).

    Καλή τύχη- Μπάμπης Στόκας

    7. « Κι όμως ο πατέρας μου λέει πως εκείνος είναι
    Παντοδύναμος∙ τότε γιατί υπάρχει το κακό-
    εφόσον αυτός είναι αγαθός; Έκανα αυτή
    την ερώτηση στον πατέρα μου∙ και είπε, πως το
    κακό αυτό ήταν ο μόνος δρόμος προς το καλό.

    Παράξενο καλό που πρέπει να πηγάζει απ’ το
    μοιραίο του αντίθετο. Πρόσφατα είδα ένα
    ερπετό να δαγκώνει ένα αρνί∙ το καημένο
    το μικρούλι έπεσε στη γη αφρίζοντας, κάτω
    από το μάταιο κι αξιολύπητο βέλασμα
    της ανήσυχης μητέρας του∙ τότε ο πατέρας
    μου έκοψε μερικά βότανα, και τα έβαλε
    στην πληγή∙ σιγά- σιγά το ανήμπορο δύστυχο
    ζώο επανήλθε στην ξέγνοιαστη ζωή του, και
    σηκώθηκε να ρουφήξει το γάλα της μητέρας
    του, που στεκόταν δίπλα του τρεμάμενη κι έγλυφε
    τ’ αναζωογονημένα μέλη με χαρά. Κοίτα,
    γιέ μου! είπε ο Αδάμ, πώς από το κακό βγαίνει το καλό! »

    (Λόρδος Βύρωνας, «Κάιν», Πράξη δεύτερη)

    ***

    8. Επιτύμβιον

    Πέθανες — κι έγινες και συ: ο κ α λό ς,
    Ο λαμπρός άνθρωπος, ο οικογενειάρχης, ο πατριώτης.
    Τριάντα έξι στέφανα σε συνοδέψανε, τρεις λόγοι αντιπροέδρων,
    Εφτά ψηφίσματα για τις υπέροχες υπηρεσίες που προσέφερες.

    Α, ρε Λαυρέντη, εγώ που μόνο το ’ξερα τι κάθαρμα ήσουν,
    Τι κάλπικος παράς, μια ολόκληρη ζωή μέσα στο ψέμα
    Κοιμού εν ειρήνη, δεν θα ’ρθω την ησυχία σου να ταράξω.
    (Εγώ, μια ολόκληρη ζωή μες στη σιωπή θα την εξαγοράσω
    Πολύ ακριβά κι όχι με τίμημα το θλιβερό σου το σαρκίο).

    Κοιμού εν ειρήνη. Ως ήσουν πάντα στη ζωή: ο κ α λ ό ς,
    Ο λαμπρός άνθρωπος, ο οικογενειάρχης, ο πατριώτης.

    Δε θα ’σαι ο πρώτος ούτε δα κι ο τελευταίος.

    ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ, «Ο στόχος», 1970

    ***

    9. Ένας λύκος αισθηματίας

    Διψάω γι’ αγάπη, πεινάω γι’ αγάπη, πονάω γι’ αγάπη
    Ουρλιάζω γι’ αγάπη, πεθαίνω γι’ αγάπη αλλά
    Είμαι ο λύκος ο κ α κ ό ς λύκος και δε γίνεται
    Δεν είναι δυνατό τέτοια αισθήματα να έχω

    Γιατί αν μάθουνε τα πρόβατα
    Θα πέσουνε να με σπαράξουν.

    Αργύρης Χιόνης

  2. Ciao Aggeliki!!!!… Ευχαριστώ πολύ για τις ωραίες «καλοσύνες» σου!!!

    -«…Εγώ κάθομαι εδώ, ολομόναχος,
    μέσα σε τούτο το υγρό υπόγειο, έξω βρέχει,
    και μετράω τα σφάλματα που έκανα, τις μάχες που έδωσα,
    τις δίψες, τις παραχωρήσεις,
    μετράω τις κακίες μου, κάποτε θαυμαστές, τις καλοσύνες μου
    συχνά επηρμένες, μετράω, μετράω, δίχως ποτέ μου
    να τελειώνω…»
    (Τάσος Λειβαδίτης, Το υπόγειο)

    -Κώστας Βάρναλης, «Ο καλός πολίτης»

    Σαν ήρτε η ώρα να πεθάνω
    έλα κοντά μου, μπάρμπα Θάνο.
    Δώσε μου πρώτα ένα ποτήρι,
    ξέχειλο κι είναι το στερνό,
    άνοιξε και το πανεθύρι
    να μπει το φως το βραδινό.

    Και μην αρχέψεις φασαρία
    και μου ταράξεις το παιδί
    και την καημένη τη Μαρία,
    που φως ηλιού δεν έχει δει:
    του πλυσταριού την κλειούν οι τοίχοι
    να ξενοπλένει και να βήχει.

    Για να πληρώσεις τους παπάδες
    κάνε το γάιδαρο παράδες,
    καρέκλες, μπατανίες ξεπούλα
    κι απέ τη χήρα (πως πονώ!)
    βάν’ τη σε πλούσιο σπίτι δούλα,
    δος και το Λάμπη για ορφανό.

    Κι άμα θα φτάσω με πολλά
    μεγάλα σάλτα μακρουλά
    στον έφτατο ουρανόν απάνω,
    θα κάνω τούμπες εκατό
    στων ουρανών το δυνατό,
    το βασιλιά και το σουλτάνο.

    Ω! Τι λουλούδια στις βραγές
    και τι πουλιά μπουκλάτα!
    Εγώ ‘μαι ο Νικολός. Σταμάτα!
    Το παρατσούκλι μου Τζογές.
    Είχα συμπέθερο το Ρίζο
    κι είχα το γάιδαρο τον γκρίζο.

    Πάγαινα πάσα Κυριακή
    και πάσα μέρα σκόλη
    στον Άη Μηνά για προσευκή
    και με το σούρουπ’ όλοι
    σμίγαμε πάνου στο πατάρι
    να στούξουμε το γιοματάρι.

    Κάποτε τράβηξα το λάζο
    με το μανίκι το γαλάζο
    να μαχαιρώσω τον Τζανή
    τον άντρα της Κωνσταντινιάς,
    μα σκόνταψα σ’ ένα σκαμνί
    κι έτσι δε γέννηκα φονιάς.

    Βαριάν εσήκωσα τη χέρα
    από θυμό μαζί και γούστο
    κι έδειρα τη Μαριώ μια μέρα,
    γιατί ‘θελε καινούργιο μπούστο.
    Την έδερνα φορές πολλές
    να με φοβάται, καθώς λες.

    Και τι δεν έπραξα καλά!
    Μια νύχτα βρήκα ένα βερέμη
    μες στην κατώγα μου να τρέμει,
    να κλαίει και να παρακαλά.
    Ήταν φονιάς. Τον πήα στο Τμήμα
    για να μην έχω εγώ το κρίμα.

    Κάποτες ήρθε μες στα λούσα,
    τις πούδρες και τις μυρωδιές,
    στη γειτονιά μια κωλοσούσα.
    Τι ντόρος ούλες τις βραδιές!
    Πρι να μας κάψ’ η Αφροδίτη,
    φωτιά της έβανα στο σπίτι.

    Όντας με πήρανε στρατιώτη
    στον πόλεμο τον τελευταίο
    καθάρισα κάτι αιχμαλώτοι.
    Κι άμα κανείς (εγώ δε φταίω)!
    γκρίνιαζ’ ενάντια του πολέμου
    τον έστελνα μουσκέτο, θε μου.

    Κι αν αρρωστούσα κι αν πεινούσα,
    πλούσιον κι αφέντη προσκυνούσα
    (το θέλημά σου σεβαστό).
    Και τώρα, πόχω πια πεθάνει,
    του Παραδείσου που μου κάνει,
    άνοιχ’ την πόρτα δε βαστώ!
    (Κ. Βάρναλης, Ποιητικά, Κέδρος)

    -Κώστας Καρυωτάκης – Παιδικό

    Τώρα η βραδιά,
    γλυκιά που φτάνει,
    θα μου γλυκάνει
    και την καρδιά.

    Τ’ αστέρια εκεί
    θα δω, θα νιώσω
    οι άνθρωποι πόσο
    είναι κακοί.

    Κλαίοντας θα πω:
    “Άστρα μου, αστράκια
    τ’ άλλα παιδάκια
    θα τ’ αγαπώ.

    Ας με χτυπούν
    πάντα κι ακόμα.
    Θα ‘μαι το χώμα
    που το πατούν.

    Άστρα, καθώς
    άστρα και κρίνο,
    έτσι θα γίνω
    τώρα καλός.”
    (“Ελεγεία και Σάτιρες”, 1927 )

    -Φώτης Αγγουλές, «ΩΡΑ ΚΑΛΗ»

    «Ώρα καλή συνταξιδιώτες, ώρα σας καλή
    Που φεύγετε απ’ την άβυσσο και για τον ήλιο πάτε
    Την αλυσίδα μου κρατώ μη σέρνεται και κρουταλεί
    Ν’ ακούσω το τραγούδι σας, καθώς περνάτε.

    Βάλτε ρυθμό στο βήμα σας και στο τραγούδι σας θυμό
    Ξηπόλητοι περάσαμε της δυστυχίας τον ποταμό
    Κι ήταν το ρέμα δυνατό κι η θυμωμένη λάμια
    Είχε ριγμένα στο βυθό κοπανισμένα τζάμια

    Ώρα καλή συνταξιδιώτες, ώρα σας καλή.
    Κεντώ στο μισοσκόταδο έναν ήλιο για κονκάρδα,
    Την αλυσίδα μου κρατώ μη σέρνεται και κρουταλεί
    Απόψε που σταυρώνεται σαν το Χριστό η Ελλάδα.»
    ((Δημοσιεύτηκε στην «Επιθεώρηση Τέχνης», τ. 39, Μάρτης 1958)

  3. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    10. Τόση καλοσύνη

    Τόση καλοσύνη
    γύρω μου κι εντός
    από του παντός
    τη μεγαλοσύνη.

    Βάρκα με προσμένει
    μ’ ανοιχτό πανί
    κι οι εφτά ουρανοί
    πάνω μου ανοιγμένοι.

    Τραγουδώ βαθιά μου,
    σε ψιλή κλωστή
    έχει κρεμαστεί
    κι η στερνή χαρά μου.

    Μόνο, στο πλευρό μου,
    σύντροφο πιστό,
    απ’ τον κόσμο αυτόν,
    πήρα τ’ όνειρό μου.

    Γιάννης Χαρούλης-Τραγουδώ βαθιά μου (Τόση καλοσύνη)

    11. δεν υπάρχει βαρύτερη τιμωρία από τούτη:
    να απαντάς στην κάκητα με καλοσύνη
    ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ, Ο φτωχούλης του Θεού

    ***

    12. [ΚΑΙ ΚΑΚΟΣ ΑΕΡΑΣ]

    Και κακός αέρας
    στάθηκα για σε,
    που πνιγμένα πνέει
    και τα φύλλα καίει.

    Κι ήρθα και σου μάρανα
    ό,τι δροσερό
    κι ήρθα και σε θόλωσα,
    γάργαρο νερό.

    Κι έξω στην ολάνθιστη
    που στεκόσουνα θύρα
    πέρασα φθινόπωρο
    κι έμεινα σα μοίρα.

    ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ

    ***

    13. ΚΑΚΟ ΣΠΥΡΙ

    Κακό σπυρί στο κόκαλο
    Καλόγερους και μάγους
    Γονάτισε.
    Ρήμαξε και μιαν άνοιξη
    Κι ένα καλοκαιράκι.

    Τις μυστικές γραφές του
    Κληρονόμησε
    Ένας καμπούρης γυρολόγος
    Τις κάνει θράκα
    Και πυρώνεται
    Όταν το χιόνι
    Κλείνει τους δρόμους
    Για τα πανηγύρια.

    Γιάννης Ρηγόπουλος

    ***

    14. Οι δύο λύκοι

    Ένα βράδυ ένας γέρος ινδιάνος της φυλής Τσερόκι, μίλησε στον εγγονό του για τη μάχη που γίνεται μέσα στην ψυχή των ανθρώπων και του είπε:

    – Γιέ μου, η μάχη γίνεται ανάμεσα σε δυο λύκους που έχουμε όλοι μέσα μας.
    Ο ένας είναι το Κακό. Είναι ο θυμός, η ζήλια, η θλίψη, η απογοήτευση, η απληστία, η αλαζονεία, η ενοχή, η προσβολή, τα ψέματα, η ματαιοδοξία, η υπεροψία, και το εγώ.
    Ο άλλος είναι το Καλό. Είναι η χαρά, η ειρήνη, η αγάπη, η ελπίδα, η ηρεμία, η ταπεινοφροσύνη, η ευγένεια, η φιλανθρωπία, η συμπόνια, η γενναιοδωρία, η αλήθεια, η ευσπλαχνία.

    Ο εγγονός το σκέφτηκε για ένα λεπτό και μετά ρώτησε τον παππού του:
    – Και ποιος λύκος νικάει;

    Ο γέρος Ινδιάνος Τσερόκι απάντησε απλά:
    – Αυτός που ταΐζεις.

    ***

    15. Καλοσύνη

    Πριν μάθεις τι πραγματικά είναι η καλοσύνη
    πρέπει να χάσεις πράγματα,
    να νιώσεις το μέλλον να διαλύεται μέσα σε μια στιγμή
    σαν αλάτι σε αρύ ζουμί.

    Ό, τι κρατούσες μες στα χέρια σου,
    ό, τι λογάριαζες και προσεκτικά φυλούσες
    όλα αυτά πρέπει να φύγουν έτσι ώστε να μάθεις
    πόσο ερημικό μπορεί να είναι το τοπίο
    στις ενδιάμεσες περιοχές της καλοσύνης.
    Πως τριγυρνάς και τριγυρνάς
    λέγοντας δε θα σταματήσει ποτέ το λεωφορείο,
    οι επιβάτες που τρώνε καλαμπόκι και κοτόπουλο
    θα κοιτάνε έξω απ’ το παράθυρο για πάντα.

    Πριν μάθεις την τρυφερή βαρύτητα της καλοσύνης,
    πρέπει να ταξιδέψεις εκεί που ο Ινδιάνος με το άσπρο πόντσο
    κείτεται νεκρός στην άκρη του δρόμου.
    Πρέπει να δεις πως αυτό θα μπορούσε να είσαι εσύ,
    πως κι αυτός επίσης ήταν κάποιος
    που ταξίδευε μέσα στη νύχτα με σχέδια
    και την απλή ανάσα που τον κρατούσε ζωντανό.

    Πριν μάθεις την καλοσύνη σαν το βαθύτερο πράγμα μέσα σου,
    πρέπει να μάθεις τη θλίψη σαν το άλλο βαθύτερο πράγμα.
    Πρέπει να ξυπνήσεις με τη θλίψη.
    Πρέπει να μιλήσεις σ’ αυτήν μέχρι η φωνή σου
    να πιάσει τα νήματα όλων των θλίψεων
    και δεις το μέγεθος του πανιού.

    Τότε είναι που μόνο η καλοσύνη βγάζει νόημα πια,
    μόνο η καλοσύνη που δένει τα παπούτσια σου
    και σε στέλνει έξω μέσα στη μέρα
    να ταχυδρομήσεις γράμματα και
    ν’ αγοράσεις ψωμί,
    μόνο η καλοσύνη που σηκώνει κεφάλι
    από το πλήθος του κόσμου να πει
    εγώ είμαι αυτή που ψάχνετε,
    και μετά πάει μαζί σου παντού
    σαν σκιά ή σαν φίλη.

    Naomi Shihab Nye, 1980.
    http://skyvala.blogspot.gr/2013/02/blog-post_6832.html

  4. -«Κακή εποχή σε ξένο κι άγνωστο σκοτάδι
    οι δρόμοι χρόνια τώρα πεθαμένοι και σβησμένα τα σημάδια
    κακή εποχή, ανεμόβροχο σπάει τα τζάμια στις ψυχές μας
    κι οι σκιές των ανθρώπων μέσα μας φτερούγες τσακισμένες
    ένας καιρός ερείπιο
    κι η σκάλα που ανεβαίνω πότε να τυλίγεται στα πόδια μου
    σαν φίδι
    και πότε να βυθίζεται σαν βίδα στο μυαλό…»
    (Βύρων Λεοντάρης)

    -Χάιμε Χιλ Ντε Μπιετμα, «Για την κακή χρονιά»

    «Δεκέμβρης είναι αυτή η εικόνα
    της βροχής που πέφτει με βουητό τρένου
    και μυρίζει καρβουνόσκονη και χωράφι.
    Δεκέμβρης ειν’ ένας κήπος, είναι πλατεία
    χωμένη στην πόλη
    στο τέρμα μιας νύχτας
    και η φευγαλέα θέα κάποιων στοών.

    Και τα τεράστια μάτια
    –μουτζούρες σε μεγέθυνση-
    Στου κοριτσιού το μελιχρό κεφάλι
    Που τρέμει σαν σπουργίτης μουσκεμένος.
    Κρατά στο χέρι κάτι κόκκινα παπούτσια,
    κομψά που φλέγονται σαν εξωτικό πουλί.

    Ο ουρανός γκριζόμαυρος
    και ροζ στις παρυφές του,
    το φως των φαναριών κιτρινισμένο απολειφάδι.
    Κάτω απ’ τη μπόρα, κλαίγοντας, περνάω
    χαμερπής σαν κουρέλι, βρεμένος μέχρι τα κέρατά μου.»
    (Ξένη ποίηση του 20ου αιώνα, Ελληνικά γράμματα)

  5. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Τι ωραία που θυμήθηκες την κλασική πλέον μουσική του Ένιο Μορικόνε, Γιάννη!

    *

    16. Ἡ καλωσύνη

    Ἡ καλωσύνη εἶπε ἡ γιαγιά, μονάχα ἡ καλωσύνη,
    ὅλα στὸν κόσμο χάνονται, μόνη ἀπομένει ἐκείνη.
    Στὰ λόγια της μαζεύτηκαν προσεχτικὰ τὰ ἐγγόνια,
    ὦ, χρόνια τῶν παραμυθιῶν, ἀθῶα ὡραῖα χρόνια.

    Ἔξω τὸ χιόνι ἀναγελᾶ στὴν ἄγρια ἀνεμοζάλη
    κι ἐδῶ στὰ μισοσκότεινα, τριγύρω στὸ μαγκάλι
    ποὺ κρύβει ἀνάρια χόβολη κι ὀνείρατα ἀνασταίνει,
    ἄλλο ἀπ᾿ τὰ ἐγγόνια πρόσχαρο τὰ χέρια του ζεσταίνει

    κι ἄλλο στέκεται παρ᾿ ἔκει
    κι ὅλα μὲ μιὰ ψυχή, μὲ μιὰ καρδιά,
    κοιτοῦν στὰ μάτια τὴ γιαγιά, ποὺ ἀρχίζει παραμύθι.
    Ἡ ρόκα ξεκουράζεται στ᾿ ἄσαρκο μέσα χέρι,
    ὥσπου ν᾿ ἀρχίσει τὸ μακρὺ κι ἀκούραστο νυχτέρι.
    Ἦταν, τοὺς λέει, μιὰ φορὰ κι ἕναν καιρὸ
    μιὰ πόλη πανώρια, μαρμαρόχτιστη,
    καληώρα σὰν τὴν Ἀθήνα. Πιὸ τρανὴ κι ἄλλη τόση
    κι εἶχε ἕναν γέρο βασιλιὰ μὲ φρόνηση, μὲ γνώση.

    Κι αὐτὸς ὁ γερο-βασιλιάς, βλαστάρια του μονάχα
    εἶχε δυὸ βασιλόπουλα, δυὸ γιοὺς νὰ ποῦμε τάχα.
    Ὁ πρῶτος ἄγριος καὶ κακός, τὸν κόσμο τυραννοῦσε,
    μήτε φτωχὸ σπλαχνίζονταν μηδ᾿ ἄρχοντ᾿ ἀψηφοῦσε.

    Ὁ δεύτερος εὐγενικός, γενναῖος ὅσο πρέπει,
    ἤξερε χάρες νὰ σκορπᾶ, χαρὰ παντοῦ νὰ φέρνει.
    Κι ὁ πρῶτος τοὖπε κάποτε «τὸν κόσμο δὲν τὸν ξέρεις,
    εἶναι ἄκαρδος, εἶναι σκληρὸς κι ὅλα κακὰ τὰ βλέπει.

    Ἂν θὲς νὰ γίνεις βασιλιὰς κι ἂν θὲς καὶ δόξα,
    πρέπει νὰ γίνεις ἄκαρδος, σκληρὸς ὡσὰν ἐμένα.
    Ὁ φόβος μόνο κυβερνᾶ τὸν κόσμο καὶ τὰ πλούτη».
    Ἐγύρισεν ὁ δεύτερος κι εὐγενικὰ ἀπεκρίθη,

    «ὁ φόβος δὲν τὸν κυβερνᾶ, προσωρινὰ τὸν δένει,
    εἶναι νὰ ποῦμε φυλακὴ μὲ φρύγανα χτισμένη,
    ποὺ ἡ θύρα της συχνὰ κι εὔκολα ἀνοίγει
    κι ὁρμᾶ μὲ μιὰ ὁ κατάδικος καὶ τὸν φρουρό του πνίγει.
    Τὸ χαλινάρι βάλε του τῆς Θεϊκῆς ἀγάπης,
    γίνου πατέρας βασιλιὰς κι ὄχι σκληρὸς σατράπης».

    Νὰ μὴ σᾶς τὰ πολυλογῶ, ὕστερα ἀπὸ ἕνα χρόνο,
    πέθανε ὁ γερο-βασιλιὰς κι ἀνέβηκε στὸ θρόνο,
    ὁ γιός του ὁ πρῶτος ὁ κακός, τρόμος παντοῦ καὶ φρίκη,
    βασίλευε μὲ τὸ σπαθὶ βγαλμένο ἀπὸ τὴ θήκη.

    Οἱ φυλακὲς ἐγέμισαν, τὸ ψέμα, ἡ ἀδικία,
    ἡ ψευτιά, ἡ ἀπάτη, ἡ κολακεία,
    ὅ,τι κακὸν εὑρέθηκε τὴ μαύρη ἐκείνη ὥρα,
    ἐφούντωσε καὶ θέριεψε στὴ μαύρη ἐκείνη χώρα.

    Ὡσότου τὰ παράπονα ἐφτάσαν μιὰν ἡμέρα,
    ὡσὰν αὐτὸς ὁ βασιλιὰς δὲ θὲ ν᾿ ἀλλάξει γνώμη,
    νὰ κυβερνᾶ τὴ χώρα του μὲ τοῦ Θεοῦ τὸ νόμο,
    εὐθὺς αὐτὴ θὰ σηκωθεῖ γιὰ νὰ τὸν ξεθρονίσει,
    νὰ φέρει τὸ μικρότερο γιὰ νὰ τὴν κυβερνήσει.

    Σὰν τ᾿ ἄκουσε ὁ βασιλιάς, τὸν ἀδελφό του κράζει
    κι ἄδικα καὶ παράπονα μονάχος τὸν δικάζει.
    Τὸν βρῆκε ψεύτη κι ἔνοχο καὶ δίχως ἄλλα λόγια,
    τὸν ἔκλεισε στοῦ παλατιοῦ τὰ σκοτεινὰ κατώγια,
    τὶς μέρες καὶ τὶς νύχτες του μὲ πίκρες νὰ περνάει
    Μὰ τὸ ἄδικο δὲ ζεῖ πολὺ καὶ δὲν πολυχρονάει.

    Κάποιος μεγάλος βασιλιὰς ἀπὸ ἄλλη πολιτεία,
    κάκιωσε δίχως ἀφορμὴ καὶ δίχως ἄλλη αἰτία
    καὶ παίρνει τὰ φουσάτα του καὶ ξεκινάει καὶ μπαίνει,
    στὴ χώρα τὴν πολύπαθη, κακοκυβερνημένη
    καὶ σὲ μιὰ μάχη μοναχὰ νικάει καὶ δεκατίζει
    καὶ πιάνει καὶ τὸν βασιλιὰ καὶ σκλάβο τὸν ὁρίζει.

    «Καὶ ὁ ἀδελφός;», ἐρώτησαν τὰ ἐγγόνια μ᾿ ἕνα στόμα;
    «Τώρα θὰ δεῖτε μάτια μου, δὲν τέλειωσεν ἀκόμα».
    Ὅταν ἡ μάχη ἀπόσωσε καὶ εἰρήνευσε τὸ ἀσκέρι,
    ἔστειλε ὁ νέος βασιλιὰς τὴν κόρη του νὰ φέρει,
    μὲ ἄλογα χρυσοστόλιστα καὶ μὲ χιλιάδες ἄτια,
    νὰ δεῖ τὰ μαρμαρόχτιστα, νὰ δεῖ τὰ ὡραῖα παλάτια.

    Κι ἔτρεξε ἐκείνη βιαστικὴ νὰ δείξει τὴ χαρά της,
    σὲ κάθε τι πολύτιμο ποὺ βλέπει ὁλόγυρά της.
    Μὰ ὅταν ἔφτασε καὶ στοῦ παλατιοῦ τὰ σκοτεινὰ κατώγια,
    ὅπου ὁ ἀδελφὸς τοῦ βασιλιᾶ βρισκόταν ἕνα χρόνο,
    ἔνοιωσε θλίψη στὴν ψυχὴ καὶ στὴν καρδιά της πόνο.

    Καὶ δίχως νὰ τὸ στοχαστεῖ, δίχως νὰ ξέρει τὶ ἔχει,
    στὸ βασιλιὰ πατέρα της ἀλαφιασμένη τρέχει
    καὶ κλαίει, κλαίει γονατιστὴ μὲ τὸν κρυφό της πόθο
    κι ὁ βασιλιὰς πατέρας της «σήκω», τῆς λέει, «σὲ νοιώθω».

    Ἔφερε τὸ μικρὸ ἀδελφὸ ἀπ᾿ τὰ σκοτεινὰ κατώγια
    καὶ δίχως νὰ μακρηγορεῖ, δίχως μεγάλα λὀγια,
    τοῦ λέει: ἡ κόρη μου σ᾿ ἀγάπησε, γυναίκα σοῦ τὴ δίνω
    καὶ γίνανε οἱ γάμοι τους τὸ ἴδιο βράδυ ἐκεῖνο,
    μὲ ὄργανα μὲ τούμπανα καὶ μὲ χαρὲς μεγάλες.

    Καὶ τὸν κακὸ τὸ βασιλιὰ τὸν ξαναφέραν πάλι,
    μαζὶ μὲ δούλους νὰ κερνᾶ τὸ ἀσκέρι στὴ χαρά τους
    καὶ ζήσανε αὐτοὶ καλὰ κι ἐμεῖς καλύτερά τους.

    Ἀγνώστου δημιουργοῦ – Ἡ καλωσύνη (ἔμμετρο παραμύθι)

    ΥΓ. Aπὸ τὸν ἱστοχῶρο «Παιδικὴ Ἀνθολογία» τοῦ Ἀρχιμήδη Ἀναγνώστου, ο οποίος σημειώνει: «Δὲν γνωρίζω τὴν ἀκριβῆ προέλευση τοῦ παρακάτω ἐμμέτρου παραμυθιοῦ. Μᾶς τὸ ἐδιηγεῖτο ἡ μάννα μου, ποὺ τὸ ἤξερε ἀπὸ τὴ γιαγιά μου, ποὺ τὸ εἶχε μάθει ἀπὸ τὸν παπποῦ μου, ποὺ τοῦ τὸ ἔλεγε ἡ προγιαγιά μου ὅταν ἦταν μικρός. Εἶχε δημοσιευτεῖ σὲ κάποια παλιὰ ἐφημερίδα τοῦ προηγουμένου αἰώνα. Ἀποστηθίζεται πολὺ εὔκολα».

  6. Καλημέρα παιδιά. Διάβασα και πάλι πολύ ωραία πράγματα, θα σταθώ στης Αγγελικής το σχόλιο και στο ποίημα : ΟΙ ΔΟΥΛΕΙΕΣ ΤΗΣ ΚΑΛΟΣΥΝΗΣ. Μου άρεσε γιατί δημιουργεί πολλές και ωραίες εικόνες! Καλή και ποιητική συνέχεια

  7. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    Σήμερα ήταν η χειρότερη μέρα
    Και μην προσπαθήσεις να με πείσεις ότι
    Υπάρχει κάτι καλό σε κάθε ημέρα
    Γιατί, αν κοιτάξεις καλύτερα
    Αυτός ο κόσμος είναι ένα διαβολικό μέρος
    Ακόμα και αν
    Κάπου κάπου παρουσιάζεται λίγη καλοσύνη
    Η ευτυχία και η ικανοποίηση δεν έχουν διάρκεια
    Και δεν είναι αλήθεια ότι
    Όλα είναι στο μυαλό και την καρδιά
    Γιατί
    Η αληθινή ευτυχία μπορεί να βρεθεί
    Μόνο όταν το περιβάλλον είναι καλό
    Δεν είναι αλήθεια ότι το καλό υπάρχει
    Είμαι σίγουρη πως θα συμφωνήσεις ότι
    Η πραγματικότητα
    Επηρεάζει
    Τη συμπεριφορά μου
    Είναι πάνω από τις δυνάμεις μου
    Και δεν θα με ακούσεις ποτέ να λέω ότι
    Σήμερα ήταν μια καλή ημέρα

    Chanie Gorkin

    ΥΓ1. Τώρα διαβάστε το ποίημα από το τέλος προς την αρχή!

    ΥΓ2. «Η Chanie Gorkin πηγαίνει σχολείο στο Μπρούκλιν στη Νέα Υόρκη» γράφει το προφίλ της στο poetrynation.com. «Της αρέσει να γράφει και να ακούει μουσική».
    Στην ελληνική μετάφραση, η ανάποδη ανάγνωση έχει κάποια προβλήματα, ωστόσο η κεντρική ιδέα είναι εμφανής. Το ποίημα από απαισιόδοξο γίνεται αισιόδοξο!

  8. *Πολύ ωραίο κι έξυπνο το ποίημα, Αγγελική!!!!

    -«Όταν διαβάζουμε ένα καλό ποίημα,
    φανταζόμαστε πως κι εμείς
    θα μπορούσαμε να το έχουμε γράψει,
    πως το ποίημα προϋπήρχε μέσα μας.»
    (Μπόρχες)

    -Κρυσταλλία Κατσαρού, “Καλά κρυμμένο χάδι”

    “Παίρνεις χαρτιά, αραδιάζεις γράμματα
    Προσπαθείς να τα κάνεις όμορφα
    –να φαίνονται όμορφα–
    Να τα ντύσεις στον κόσμο γύρω σου
    Σαν πίνακας ζωγραφικής, σαν όνειρο
    –σαν ψέμα–
    Να το θαυμάζουν οι άνθρωποι
    Ποίημα να λεν
    –να κλαίνε–
    Πόσο τρυφερά της καρδιάς τα βάσανα
    Μέσα απ’ τη θλίψη των δικών σου ματιών
    Χωρίς να ξέρουν πως εσύ
    Παίζεις με λέξεις
    –νικητής στο κρυφτό τους –
    Για να καλύψεις τη στιγμή
    Μικρή
    – μικρούτσικη πολύ–
    Κάθεσαι γράφεις στίχους, αλλά
    Γιατί;
    Μόνο εκεί φανερώνεις το μυστικό
    Για όποιον σε κύματα αισθήσεων κουρνιάζει
    Το Εγώ βουλιάζει, αδρανεί
    Ποτίζει σαν μελάνι
    Μέχρι να γίνει
    Χάδι”
    (https://greekpoems.wordpress.com/2011/06/11/kala-krymmeno-hadi-poiima-poiimata-poiisi/)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: