Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (176ο): «Αποκριά – Καθαρή Δευτέρα (καρναβάλι, μάσκα, χαρταετός)»…

 

-«…Κάθε απόκριες που μεταμφιέζω την έλλειψη σε πληρότητα
με τη μνήμη στην στάση του λωτού μήπως σε ξεχάσω
κόβω τις σελίδες τις άγραφες σε μικρά μικρά κομμάτια
και χαρτοπόλεμο κατάμουτρα στον χρόνο τα πετώ.»

(Μαρία Χαραλαμπίδη)

 

 

-Μίλτος Σαχτούρης, «Η Αποκριά»
«Μακριά σ’ έν’ άλλο κόσμο γίνηκε αυτή

η αποκριά

το γαϊδουράκι γύριζε μες στους έρημους δρόμους

όπου δεν ανάπνεε κανείς

πεθαμένα παιδιά ανέβαιναν ολοένα στον ουρανό

κατέβαιναν μια στιγμή να πάρουν τους αετούς τους

που τους είχαν ξεχάσει

έπεφτε χιόνι γυάλινος χαρτοπόλεμος

μάτωνε τις καρδιές

μια γυναίκα γονατισμένη

ανάστρεφε τα μάτια της σα νεκρή

μόνο περνούσαν φάλαγγες στρατιώτες εν δυο

εν δυο με παγωμένα δόντια

 

Το βράδυ βγήκε το φεγγάρι

αποκριάτικο

γεμάτο μίσος

το δέσαν και το πέταξαν στη θάλασσα

μαχαιρωμένο

Μακριά σ’ έν’ άλλο κόσμο γίνηκε αυτή

η αποκριά.»

(Μίλτος Σαχτούρης, Ποιήματα, 1945 – 1971, Κέδρος)

 

-Το Φεβρουάριο του 1886, ο Αστός έγραφε στο Άστυ για τον πόλεμο του Καρναβαλιού

 “ΚΑΡΝΑΒΑΛΙ’

– Ετέλειωσαν τα ψέματα· ο πόλεμος θα γίνει…

– Δε ντρέπεσαι! θα έχουμε παντοτινή ειρήνη!

– Μωρέ θα το βροντήξουμε κι ο κόσμος αν χαλάσει!

– Αϊ! βλέπω έμοιασες και συ του φίλου μου του Βλάση.

Μ’ αυτά και άλλα ο καιρός επέρασε και πάει,

Μ’ αυτά και πιο χειρότερα και σήμερα περνάει.

Εν τούτοις πριν ο πόλεμος τη μούρη του προβάλει

Ιδού οπού μας έφθασε τρελό το καρναβάλι.

Και τώρα δίχως χρήματα, φτωχοί και φουκαράδες

Εμπρός! Ας γίνουμε λοιπόν και πάλι μασκαράδες.

Εμπρός! Ας το γλεντήσουμε! Αν κι είναι φόβος…. – φρίκη!

Μήπως για πάντα μείνουμε με το μασκαραλίκι!

(http://ola-ta-kala.blogspot.gr/2016/03/blog-post_7.html)

 

 

-Γ. Σουρής, «ΚΑΡΝΑΒΑΛΙ»

«Τι θέλει ο λαός αυτός ο αποβλακωμένος,

που μασκαράς ξεκάλτσωτος εβγήκε στο σεργιάνι,

κι εδώ κι εκείθε πιλαλά καταμουντζουρωμένος;

Δεν θέλει τίποτα, καλό μουντζούρωμα του φθάνει

Μουντζούρα για τη μούρη του και άλλο δεν γυρεύει,

ο ίδιος μασκαρεύεται αντί να μασκαρεύει.

 

Ποτέ τους Κυβερνήτας του δεν θέλει να πειράξει,

κι αν κάποτε με τ’ όνομα του κλέφτη τους στολίζει,

όμως ως κάτω χαιρετά του κλέφτη το αμάξι,

και με τα δυο του γόνατα εμπρός του γονατίζει.

Έπειτα ο κυρίαρχος έχει κι αυτή τη χάρη,

να τρέμει για τη φυλακή, να φεύγει το στιλιάρι.

 

Μπορεί να μουντζουρώνεται με τιγανιού μουντζούρα,

να γίνεται και γάδαρος, να σέρνεται, να σέρνει,

αλλ’ όχι να φορεί ποτέ και άρχοντος φιγούρα….

δεν αγαπά να δέρνεται, δεν αγαπά να δέρνει.

Αφού αφήνει φανερά καθένας να τον κλέβει,

τι θα κερδίσει τάχατε και αν τους μασκαρεύει;

 

Για δέτε τι ξεκάλτσωτοι, για δέτε τι μουντζούρα!

για δέτε κι έναν απ’ εδώ με μια κοντή βελάδα,

για δέτε κι άλλον απ’ εκεί με ψεύτικη καμπούρα…

Μπορεί κανείς να μη γελά σε τόση εξυπνάδα;

Γελά ο τάδε κύριος κι η δείνα η κυρία,

μα ξεκαρδίζομαι κι εγώ από την… αηδία.»

(http://ola-ta-kala.blogspot.gr/2016/03/blog-post_7.html)

 

 

-Φερνάντο Πεσσόα, [Έβγαλα τη μάσκα]

“Έβγαλα τη μάσκα και στον καθρέφτη κοιτάχτηκα.

Είδα το παιδί που ήμουν εδώ και πολύ καιρό…

Αυτό είναι το πλεονέκτημα

το να ξέρεις τη μάσκα να βγάζεις.

Είμαστε πάντα παιδιά,

το παρελθόν που ήταν το παιδί αυτό.

Είναι καλύτερα έτσι/ έτσι χωρίς μάσκα.

Γυρίζω πίσω στην προσωπικότητά μου,

όπως στης γραμμής το τέλος.”

( Φερνάντο Πεσσόα, Ποιήματα, εκδ. Printa)

 

 

-Φερνάντο Πεσσόα, [Μάσκες]:

“Πόσες μάσκες, και πόσες άλλες

πάνω στο πρόσωπο της ψυχής μας φοράμε;

Άραγε, όταν γι αστείο η ψυχή τη μάσκα θελήσει να βγάλει

ξέρει  πως έτσι αφήνει το πρόσωπο γυμνό να φανεί;

Η μάσκα η πραγματική, δεν νιώθει τίποτα κάτω απ’ τη μάσκα

Αλλά κοιτάζει μέσα απ’ αυτή με μάτια κρυμμένα.”

( Φερνάντο Πεσσόα, Ποιήματα, εκδ. Printa)

 

 

-Βαλερύ Λαρμπώ (1881-1957), “Η μάσκα”:

“Γράφω φορώντας πάντα στο πρόσωπό μου μια μάσκα,

ναι, μια μακριά μάσκα, βενετσιάνικη, παλαιϊκή,

με στενό μέτωπο,

όμοια με λευκό μεταξωτό ρύγχος.

Κάθομαι στο τραπέζι και υψώνω το κεφάλι,

ατενίζω τον εαυτό μου στον καθρέφτη,

καταπρόσωπο, και μετά σε γωνία, παρατηρώ

την παιδική, κτηνώδικη κατατομή που αγαπώ.

Ω, αν ένας αναγνώστης, ο αδελφός μου, σ’ αυτόν

μιλώ μες απ’ τη χλωμή, γυαλιστερή μάσκα,

αν γινόταν να ‘ρθει και να φυτέψει ένα αργό,

βαρύ φιλί σ’ αυτό το στενό μέτωπο,

σ’ αυτό το πελιδνό μάγουλο,

για να προσδώσει στη μορφή μου όλο το βάρος

μιας άλλης μορφής, άδειας κι αυτής και μυρωμένης.”

(Ανθολογία Γαλλικής Ποίησης, εκδ. Καστανιώτης)

 

-Ανδρέας Εμπειρίκος, «Οι χαρταετοί»

Σε ορισμένους τόπους ονομάζουν τα χέρια χέρες. Στα Ακρο-

κεραύνεια πετούν γυπαετοί. Στις πανωσιές σουρώνει η θάλασ-

σα και αναγαλλιάζει. Στις ανοικτές πλατείες τα παιδιά πε-

τούν το Μάρτη χρωματιστούς αετούς από χαρτί.

Κόκκινοι, πράσινοι, κίτρινοι και κάποτε γαλάζιοι, οι

Χάρτινοι αετοί λυσίκομοι και με μακριές ουρές, πετούν επάνω

Από την πόλη, όπως επάνω από την φτέρη των υψηλών βου-

νών οπι αετοί.

Εκστατικά υψώνουν τα παιδιά τα χέρια. Δείχνουν τους

χάρτινους κομήτες με τις μακριές ουρές. Ουράνιοι δράκοι

πιο ψηλά τα αεροπλάνα, βροντούν και γράφουν στο στερέω-

μα με άσπρους καπνούς τις λέξεις:

ΚΑΛΑ ΛΕΟΝΑ ΝΟΛΑ ΠΥ.

Είναι η ώρα κάτασπρη, η έκστασις γαλάζια. Η πόλις

αχνίζει από ηδονή. Κουνούν τις χέρες τα παιδιά και, ακόμα,

από τα στόματά των πηδούν σαν πίδακες οι λέξεις:

ΚΑΛΑ ΛΕΟΝΑ ΝΟΛΑ ΠΥ.

(Α. Εμπειρίκος, Οκτάνα, εκδ. Ίκαρος)

 

 

 -Ο. Ελύτης, «Ο χαρταετός»

Κι όμως ήμουν πλασμένη για χαρταετός.

Τα ύψη μου άρεσαν ακόμη

και όταν έμενα στο προσκέφαλο μου μπρούμυτα

τιμωρημένη ώρες και ώρες.

ένιωθα το δωμάτιο μου ανέβαινε

-δεν ονειρευόμουν- ανέβαινε

φοβόμουνα και μου άρεσε.

Ήταν εκείνο που έβλεπα πως να το πω

κάτι σαν την «ανάμνηση τον μέλλοντος»

όλο δέντρα που έφευγαν βουνά πού άλλαζαν όψη

χωράφια γεωμετρικά με δασάκια σγουρά

σαν εφηβαία – φοβόμουνα και μου άρεσε-

ν’ αγγίζω μόλις τα καμπαναριά

να τους χαϊδεύω τις καμπάνες

σαν όρχεις και να χάνομαι. . .

Άνθρωποι μ’ ελαφρές ομπρέλες περνούσανε λοξά

και μου χαμογελουσανε·

κάποτε μου χτυπούσανε στο τζάμι:

«δεσποινίς» φοβόμουνα και μου άρεσε.

Ήταν οι «πάνω άνθρωποι» έτσι τους έλεγα

δεν ήταν σαν τους «κάτω»·είχανε γενειάδες

και πολλοί κρατούσανε στο χέρι μια γαρδένια

«μερικοί μισάνοιγαν την μπαλκονόπορτα

και μου ‘βαζαν αλλόκοτους δίσκους στο πικ-άπ.

Ήταν θυμάμαι » Ή Άννέτα με τα σάνταλα»

«Ό Γκέυζερ της Σπιτσβέργης»

το «Φρούτο δεν εδαγκώσαμε Μάης δεν θα μας έρθει»

(ναι θυμάμαι και αλλά)

το ξαναλέω — δεν ονειρευόμουν αίφνης εκείνο

το «Μισάνοιξε το ρούχο σου κι έχω πουλί για σένα»

Μου το ‘χε φέρει ο Ίππότης-ποδηλάτης

μια μέρα πού καθόμουνα κι έκανα πώς εδιάβαζα

το ποδήλατο του με άκρα προσοχή

το ‘χε ακουμπήσει πλάι στο κρεβάτι μου·

υστέρα τράβηξε τον σπάγκο

κι εγώ κολπώνομουν μες στον αέρα

φέγγανε τα χρωματιστά μου εσώρουχα

κοίταζα πόσο διάφανοι γίνονται κείνοι πού αγαπούνε

τροπικά φρούτα και μαντίλια μακρινής ηπείρου·

φοβόμουνα και μου άρεσε το δωμάτιο μου

ή εγώ — δεν το κατάλαβα ποτέ μου.

Είμαι από πορσελάνη καί

το χέρι μου κατάγεται από τους πανάρχαιους Ίνκας

ξεγλιστράω ανάμεσα στις πόρτες

όπως ένας απειροελάχιστος σεισμός

που τον νιώθουν μονάχα οι σκύλοι καί τα νήπια·

δεοντολογικά θα πρέπει να είμαι τέρας

και όμως η εναντίωση αείποτε μ’ έθρεψε

και αυτό εναπόκειται σ’ εκείνους με το μυτερό καπέλο

που συνομιλούν κρυφά με τη μητέρα μου

τις νύχτες να το κρίνουν.

Κάποτε η φωνή της σάλπιγγας

από τους μακρινούς στρατώνες

με ξετύλιγε σαν σερπαντίνα

και όλοι γύρω μου χειροκροτούσαν

-απίστευτων χρόνων θραύσματα μετέωρα όλα.

Στο λουτρό από δίπλα οι βρύσες ανοιχτές

μπρούμυτα στο προσκέφαλο μου

θωρούσα τις πηγές με το άσπιλο λευκό

πού με πιτσίλιζαν·τι ωραία Θεέ μου τι ωραία

χάμου στο χώμα ποδοπατημένη

να κρατάω ακόμη μες στα μάτια μου

ένα τέτοιο μακρινό του παρελθόντος πένθος.

(Οδυσσέας Ελύτης, Μαρία Νεφέλη)

 

 

Advertisements

Single Post Navigation

7 thoughts on “Πες το με ποίηση (176ο): «Αποκριά – Καθαρή Δευτέρα (καρναβάλι, μάσκα, χαρταετός)»…

  1. «να γίνομαι άνεμος για τον χαρταετό
    και χαρταετός για τον άνεμο,
    ακόμη και όταν ουρανός δεν υπάρχει.»
    (Ο. Ελύτης)

  2. Πολλά τα επίκαιρα θέματα σήμερα.
    Λέω να βάλουμε κάποια σειρά: Αποκριά-Καρναβάλι.
    Μάσκες για …όλο το χρόνο.
    Αφήνω για αύριο: Καθαρή Δευτέρα-χαρταετός.

    *

    1. ΑΠΟΚΡΙΑΤΙΚΟ

    Πω, πω, τι κρύο κάνει…
    επάγωσαν οι μάσκες στις βιτρίνες·
    ένα τριμμένο ντόμινο πώς να ζεστάνει
    την καρδιά μου την άδεια σαν κι εκείνες;

    Είχα μι’ αγάπη που πάει να σβήσει –
    δε θα μπορούσε ακόμα να κρατήσει;
    Αύριο θα ’χουμε Άνοιξη κι Απρίλη
    Κι εμείς δε θα ’μαστε ούτε φίλοι…

    Ήταν γραφτό της όμως να πεθάνει
    μέσα στην παγωμένη αποκριά,
    έτσι απ’ το κρύο, όπως μια γριά
    που δεν υπάρχει τίποτε να τη ζεστάνει.

    ΜΗΤΣΟΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ(1900-1943)

    ***

    2. ΔΕΙΛΙΝΟ

    Αγγιγμένη απ’ τους ίσκιους των νεκρών
    Στο χορτάρι όπου η μέρα ξεψυχάει
    Η αρλεκίνα γυμνή βγαίνει και κοιτάει
    Το κορμί της στον καθρέφτη των νερών

    Παρεκεί ένας τσαρλατάνος βραδινός
    Τα παιγνίδια που θα κάνουν διαφημίζει
    Ο άχρωμος απ’ άκρη σ’ άκρην ουρανός
    Άστρα σαν το γάλα ωχρά γεμίζει

    Ο χλωμός ο αρλεκίνος μ’ ευθυμία
    Πρώτα πρώτα χαιρετάει τους θεατές
    Μάγους που ’χουν έρθει από τη Βοημία
    Μερικές νεράιδες και τους γητευτές

    Και κατόπιν ξεκρεμώντας έν’ αστέρι
    Με το τεντωμένο του το παίζει χέρι
    Ενώ κάποιος κρεμασμένος ρυθμικά
    Με τα πόδια του τα κύμβαλα χτυπά

    Τ’ όμορφο παιδί η τυφλή κουνάει
    Η ελαφίνα με τα ελάφια της περνάει
    Βλέπει ο νάνος με το βλέμμα του θολό
    Τον τρισμέγιστο αρλεκίνο πιο ψηλό

    Γκυγιώμ Απολλιναίρ, Από το βιβλίο «Χριστόφορος Λιοντάκης – Ανθολογία Γαλλικής Ποίησης (Από τον Μπωντλαίρ ως τις μέρες μας)», γ΄ έκδοση, εκδ. Καστανιώτη, 2000 Σε μετάφραση του Μήτσου Παπανικολάου.

    ***

    3. Αποκριάτικο

    Με ξέσκεπα τα στήθια, με κρυμμένα
    τα μάγουλα στη μάσκα, τριγυρίζουν
    οι βλάχες, οι κοντέσες, και χαρίζουν
    ολούθε χαμογέλια ονειρεμένα.

    Πιερότοι κι αρλεκίνοι, μ’ αναμμένα
    τα μάτια τους, τις γύμνιες αντικρίζουν
    και —απόκριση στα γέλια— πλημμυρίζουν
    τη γλύκα πά’ στα χείλια τα βαμμένα,

    τη γλύκα του φιλιού. Κάποιος ιππότης
    με μια που ’ναι ντυμένη σα δεσπότης
    —παράξενο ζευγάρι— σιργιανάει.

    Κι ο διάολος μες στου ντόμινου τ’ ατλάζι
    φιλιά μ’ έν’ αγγελούδι σαν αλλάζει,
    ουρλιάζοντας τη μαύρη ουρά κουνάει.

    ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ [ΕΦΗΒΙΚΟΙ ΣΤΙΧΟΙ, 1913‒1916]

    Στις χαραυγές ξεχνιέμαι ( Mάσκα δεν έχω να γυρνώ/ στο καρναβάλι ετούτο)- Γιάννης Χαρούλης

    4. ΜΑΣΚÉ

    Στον τελευταίο χορό μεταμφιεσμένων
    καθένας θα ντυθεί το τολμηρότερο.
    Εδώ τις έχω τις στολές
    αναποφάσιστες:

    Άγγλος αποικιοκράτης στην Ινδία
    συγκλητικός του Κόμμοδου με πλήρη γούστα
    λόρδος απρόσιτος σε ιπποδρομίες του Άσκοτ
    κρουπιέρης μεγιστάνων στο Λας Βέγκας
    ποιητής μιας ρίζας άδικης, ξεριζωμένης.

    Αν όμως οι άποικοι ξεσηκωθούν;
    Κι αν τα’ όργιο κλείσει μ’ εντολή σφαγής;
    Τι πλήξη ο διαρκής θρίαμβος των αλόγων μου!
    Πάντα θα παίζουνε και πάντα θα μοιράζω;
    Και πώς να μου ριζώσει η ρίζα για καλά,
    αν πρώτα δεν την κόψω από τη ρίζα;

    Α μπα. Μ’ ό,τι φοράω θα πάω.
    Κανείς δεν αναγνώρισε ποτέ
    έναν εκ γενετής συνταξιούχο.

    ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣ, ΑΚΥΡΟ ΘΑΥΜΑ 1996

    ***

    5. ΜΑΣΚΕΣ

    Για να `μαι ευχάριστος σε όλους
    κι ακόμα και στον εαυτό μου,
    έκρυψα πάντοτε με μάσκες
    που αρέσουνε το πρόσωπό μου·

    κι άλλαξα τόσες στη ζωή μου,
    που τώρα πια να μην μπορώ
    τ’ αληθινό το πρόσωπό μου
    να πω ποιο είναι μήτ’ εγώ!

    Έτσι, ο θάνατος σα θα `ρθει,
    δε θα `ναι η στέρηση μεγάλη·
    θ’ αφήσω μιαν ανυπαρξία
    για να περάσω σε μιαν άλλη.

    (Κώστας Ουράνης, «Μάσκες»)

    The Mask and the Mirror

    6. Οι Τελευταίοι (απόσπασμα)

    Αλήθεια, αν μπει κανείς, ξαφνικά, στο δωμάτιο θα μας
    περάσει για θεατρίνους- η Κλυταιμνήστρα, ο Πυλάδης.
    Εξάλλου μια σειρά από μάσκες κρέμονται στον τοίχο,
    μάσκες που τις χρησιμοποιήσαμε
    άλλοτε για ν’ αρέσουμε ή να ωφεληθούμε
    κι άλλοτε μονάχα από συνήθεια ή σαν την αυτόματη κίνηση
    που κάνει κανείς
    για να σωθείς από΄ να κίνδυνο-η μάσκα του ανδρείου,
    του κυνικού, του αλαζόνα ή του σεμνού.

    Όμως οι μάσκες κάποτε θα τελειώσουν, σαν τα τραγούδια
    και τις γιορτές,
    και τότε θα φανεί αυτό το ανύπαρχτο πρόσωπο που υπήρ-
    ξαμε.

    Τάσος Λειβαδίτης

    ***

    7. Γύρεψα να ντυθώ όπως κι εσείς, αλλά δεν βρήκα τον τρόπο

    Ένα παιδί ντύθηκε απόγευμα Τετάρτης πριν το ωδείο γιατί ο πατέρας του είχε ντυθεί τρακτέρ
    Ένας εργάτης ντύθηκε Νοέμβριος προτού η γυναίκα του χαθεί στη στροφή
    του δρόμου ντυμένη λεωφορείο
    Ένας ταξιτζής ντύθηκε τον καπνό απ’ το τσιγάρο του εργάτη πριν
    αναληφθεί
    Ένα κορίτσι ντύθηκε κουδουνίζοντας χριστουγεννιάτικο δέντρο αλλά
    κανείς δεν το πρόσεξε
    Ένα δέντρο ντύθηκε πέντε κρεμασμένους και μια Αντιγόνη με φτυάρι
    Μια γυναίκα ντύθηκε γδύθηκε κι ύστερα ομολόγησε πως δεν τη
    λένε Μαρία
    Ο τρελός απ’ το άσυλο πήρε το τσεκούρι και ντύθηκε αγγελτήριο
    θανάτου
    Ένας σκύλος πέρασε από μπροστά μας ολόγυμνος
    Ένας άνθρωπος χωρίς σκύλο ντύθηκε άδειο δωμάτιο κι εγώ
    Δεν μπορώ να σε ντυθώ όταν γυρίζω στο σπίτι.
    Δεν έχει μείνει τίποτα πια να δοξάσεις.

    Δημήτρης Αγγελής, «Ένα ελάφι δακρύζει πάνω στο κρεβάτι μου» (Πόλις, 2015).

    ***

    8. Η ΠΡΟΣΩΠΙΔΑ

    Είχε ένα κομμάτι σίδερο για πρόσωπο.
    Ήταν μια ωραία πελεκητή προσωπίδα.
    Δεν το ξέραμε
    και ονειρευόμασταν κάτω,
    από τις γλυκές ρυτίδες της καλοσύνης του.

    Είχε δυό λευκά τριαντάφυλλα για μάτια,
    που χαμογελούσαν μέσα από τις κίτρινες φλόγες,
    μιας ύπουλης σαγηνευτικής αγάπης.

    Κάποιος γέροντας είπε πως ήταν προσωπίδα
    και ύστερα ξεψύχησε στην αποβάθρα.
    Δεν τον πιστέψαμε
    και ησυχάζαν τα κοπάδια μας,
    κάτω από τον ίσκιο της.

    Κάποιο βράδυ έπεσε η προσωπίδα.
    Οι κλειστές πόρτες ψιθύριζαν,
    για τα συντρίμμια και τα βογγητά που κρύβαν
    και τότε μόνο μερικοί,
    αγουροξυπνημένοι από την φρίκη της αλήθειας,
    διάβασαν στον ίσκιο της νυχτερίδας,
    πως κάθε βράδυ, όταν γεμίζει το φεγγάρι,
    ότι πέφτει και μια τέτοια σιδερένια προσωπίδα.

    (Βάσω Μπρατάκη, » ΤΑ ΕΡΩΤΙΚΑ – ΔΟΚΙΜΕΣ »)

    Η μάσκα που κρύβεις, Τρύπες

    9. [Οι μάσκες]

    Στα γέλια λύνομαι σαν βλέπω τους κοιλόκυρτους καθρέφτες
    Πού βρίσκομαι; Περνά η αλεπού, δίπλα της ο Μεσσίας.
    Μυτάρες, ράμφη κι ανοιχτά στόματα ως τ’ αυτιά
    Σαν βρέθηκα στο καρναβάλι το ετήσιο της Βενετίας.

    Ο κύκλος γρήγορα ολόγυρά μου κλείνει
    Με παρασύρουν στο χορό με κέρατα οι διαβόλοι,
    Φαίνεται πως το πρόσωπό μου το αληθινό
    Ίσως για προσωπίδα πήραν όλοι.

    Κροτίδες , κομφετί… Όμως δε μου αρέσει κάτι,
    Οι μάσκες με κοιτάνε με μομφή,
    Φωνάζουν πως χωρίς ρυθμό χορεύω,
    Και δεν έχω με τους άλλους που χορεύουν επαφή.

    Να κάνω τι; Καπνός να γίνω;
    Η μήπως να γλεντώ εδώ μαζί τους;
    Ελπίζω κάτω απ’ τις μάσκες των θεριών,
    Φάτσες ανθρώπινες να υπάρχουν επιτέλους.

    Όλοι φοράνε μάσκες και περούκες
    Η μία μάσκα του γνωστού παραμυθιού ο μάγκας,
    Ο διπλανός μου — λυπημένος αρλεκίνος,
    Ο άλλος δήμιος και ο κάθε τρίτος βλάκας.

    Ο ένας προσπαθεί τον εαυτό του ν’ αθωώσει,
    Άλλος τη φάτσα του να κρύψει κάτω απ’ τη μάσκα που χάσκει.
    Και κάποιος πλέον δεν μπορεί να ξεχωρίσει
    Τη φάτσα του από τη μάσκα του φτιαχτή.

    Μπαίνω στον κυκλικό χορό γελώντας
    Παρ’ όλα αυτά δεν είμαι ήσυχος και νιώθω ζάλη,
    Φοβάμαι κάποιον, που η μάσκα του δημίου θα του αρέσει
    Και δε θα θέλει να τη βγάλει.

    Μήπως ο αρλεκίνος θα θρηνεί για πάντα
    Θαυμάζοντας τη μάσκα του τη μελαγχολική;
    Μήπως ο βλάκας το βλακώδες ύφος θα κρατήσει
    Τη φάτσα του ξεχνώντας την πραγματική;

    Πώς να διακρίνω των άνθρωπο τον καλό;
    Πώς με την σιγουριά τον έντιμο να ξεχωρίσω;
    Έμαθαν όλοι μάσκες να φοράνε
    Τα πρόσωπα και τις καρδιές να μην τσακίζουν.

    Στο μυστικό των προσωπίδων τελικά διείσδυσα
    Και το συμπέρασμά μου είναι ακριβές:
    Οι μάσκες της αδιαφορίας για πολλούς
    Ασπίδα είναι από φάπες και φτυσιές.

    Βλαντιμίρ Βισότσκι, Μετάφραση : Γιώργος Σοϊλεμεζίδης

    ***

    10. «Πάρε τη μάσκα που φορώ
    και πάμε γι άλλους τόπους
    εκεί που τ΄ άστρα ξενυχτούν
    μ΄ ανθάκια κι άγιους πόθους.

    Τάκης Τσαντήλας

    ***

    11. ΦΟΡΩΝΤΑΣ ΜΑΣΚΕΣ

    Έχει ρυτίδες
    ο καιρός
    χαρτιά που
    ξέμειναν στους
    τοίχους
    συνθήματα ανορθόγραφα.

    Σφαίρες τα
    μεσημέρια μας
    όλο και κάποιον
    πετυχαίνουν.

    Κι εμείς
    περνάμε ανέμελα
    δίπλα από
    πυκνές εκρήξεις,
    παράνομα επιβιώνουμε
    λάθρα βαδίζουμε
    στις μέρες
    φορώντας μάσκες,
    προσωπεία
    μη μας αναγνωρίσει
    κάποιο τυχαίο
    δευτερόλεπτο
    ο κάθε καταδότης
    φόβος.

    (Ελένη Μαρινάκη)

    ***

    12. Έξω από αυτήν την κυρτωμένη, χοντροκομμένη Μάσκα,
    (Όλες οι ευθειότερες, οι ομοιότερες Μάσκες απαρνημένες—αυτή προτιμημένη,)
    Τούτη η κοινή αυλαία του προσώπου, περικλεισμένη σε μένα για εμένα, σε σένα για εσένα, σε κάθε έναν για καθέναν,

    (Τραγωδίες, λύπες, γέλιο, δάκρυα— ω ουρανέ!
    Τα παθιασμένα, συρρέοντα έργα που αυτή η αυλαία έκρυψε!)

    Αυτό το λούστρο απ’ του Θεού τον γαληνότερο, τον πιο καθάριο ουρανό,
    Αυτή η μεμβράνη από του Σατανά τον κοχλαστό τον λάκκο,
    O χάρτης της γεωγραφίας ετούτης της καρδιάς—αυτή η απέραντη μικρή χώρα—αυτή η άηχη θάλασσα•

    Έξω από τις περιελίξεις αυτής της σφαίρας,
    Αυτό το πιο δαιμόνιο ουράνιο σώμα από του ήλιου ή της σελήνης—από του Δία, της Αφροδίτης, του Άρη•

    Αυτή η συμπύκνωση του Σύμπαντος—(μάλιστα, να εδώ το μόνο Σύμπαν,
    Εδώ η ιδέα—όλη σ’ αυτή τη μυστηριακή αδραξιά σφιγμένη•)

    Αυτά τα σκαλισμένα μάτια, που αστράφτουν προς τα σένα, να περαστούν στους μέλλοντες καιρούς,
    Να εκτοξευτούν και να στροβιλιστούν πέρα για πέρα στο γειρτό, περιστρεφόμενο διάστημα—από αυτά για να πηγάσει,
    Προς Εσένα, όποιος και νά ‘σαι—ένα Βλέμμα.

    Γουόλτ Γουίτμαν, Μετ. Μαρία Θεοφιλάκου

    Mάσκες, Βαγγέλης Γερμανός

    13. Προσωπίδες

    Βάναμε τις παλιές προσωπίδες, και πάμε, τραγουδώντας,
    στο χορό.
    Ένας πιερότος σου μιλεί. Γελάς.
    Γνέφεις κρυφά σε κάποιον αρλεκίνο. Σου ρίχνει ένα μά-
    τσο μενεξέδες.
    Ωστόσο παίζουν πάντα τα βιολιά.

    Ένας ιππότης κάτι ψιθυρίζει.
    Καθώς περνάμε δίπλα στον μπουφέ, πέφτει μπροστά σου
    ένα λευκό ρόδο. Δε μάθαμε ποτέ ποιος το’ χει ρίξει…
    Ωστόσο παίζουν πάντα τα βιολιά…

    Κάνει ζέστη…πετώ τη μάσκα.
    Συ, όμως, δεν τη βγάζεις-τη φορείς.
    Και τότε, ξαφνικά, χωρίς να θέλω,-γεννιέται πάλι, μέσα
    μου, μια σκέψη: Νομίζω τη φορούσες από πάντα-νομίζω
    δεν την έβγαλες ποτέ!
    Η μάσκα που μου κρύβει τη μορφή σου βρίσκεται πιο πο-
    λύ μες στην ψυχή σου…

    Ν. Λαπαθιώτης, Περιοδικό Μπουκέτο, 16-05-1929.

    ***

    14. Η ΜΑΣΚΑ

    Δε χρειάζεται να φορέσεις μιαν άλλη μάσκα
    φτάνει να βγάλεις αυτή που φοράς
    χρόνια τώρα.
    Κανένας δεν πρόκειται να σ’ αναγνωρίσει
    με το πραγματικό σου πρόσωπο,
    αφού κανένας δεν σε ξέρει μ’ αυτό
    θα τους είσαι άγνωστος.

    ΒΑΣΙΛΗΣ ΔΗΜΟΥΛΑΣ

  3. 1. Καθαρά Δευτέρα

    Όταν ξυπνήσεις
    και δεις σκοτεινιασμένο ουρανό
    με σύντομες βροχές και
    με αέρα
    την ευκαιρία μη φοβηθείς
    και χάσεις να αμολήσεις
    πάλι τον χαρταετό
    κρατώντας από μέσα την
    καλούμπα.

    Γιάννης Πατίλης, «Η αποδρομή του αλκοόλ και άλλα ποιήματα»

    ***

    2. Η ιστορία ενός χαρταετού

    Αυτή είναι η ιστορία ενός χαρταετού
    που δεν είχα ποτέ.
    Μπορεί να έπαιζα στα μάρμαρα του Θησείου που άλλο δεν είχαν
    στο μυαλό τους παρά μόνο πώς
    –με χρόνια με καιρούς–
    θα ξαναγύριζαν στο χώμα
    Μπορεί να ήταν δικό μου το σινεμά Κόσμος (μηχανουργείο νομίζω σήμερα)
    που έσβησε μια Κυριακή απόγεμα τα φώτα του κι επρόβαλε
    το έργο Παπούτσι από τον τόπο σου

    Μπορεί να έφτανε και το πανηγύρι της Αγίας Μαρίνας οπότε άρχιζε να
    υποκύπτει το καλοκαίρι και μου αγόραζαν
    κάθε χρόνο ένα τόπι
    και παγωτό Έβγα και μαλλί της γριάς
    Το βράδυ στρώναμε να κοιμηθούμε στη ταράτσα κι άκουγα το τραμ
    να κατεβαίνει την οδό Ερμού τρικλίζοντας
    Χτυπώντας ένα γλυκό καμπανάκι μόλις φρέναρε στους Αγίους Ασωμάτους
    σα να το περίμεναν προκειμένου να συντάξουν την αναφορά τους
    οι λυμφατικοί άγιοι

    Τι άλλο θυμάμαι;
    Θυμάμαι το Σινεάκ όπου ο Άμποτ έπαιζε μισή ώρα σφαλιάρες με τον κουτό Κοστέλο
    ενώ λίγα λεπτά κατόπιν έρχονταν τα Επίκαιρα κι ο γενναίος εθνικός μας στρατός
    τσάκιζε τους συμμορίτες
    καθ’ ην ώραν η βασίλισσα Φρειδερίκη εγκαινίαζε αράδα παιδουπόλεις
    όπου χαρούμενα ορφανά φιλούσαν το χέρι της μ’ ευγνωμοσύνη

    Θυμάμαι επιπροσθέτως το βιβλιοπωλείο Αετός στην οδό Βουκουρεστίου
    που κάθε τρίτη του μηνός
    – όταν κατέφθανε η σύνταξη–
    η χοντρή γιαγιά μου αποκτούσε κύρος στον Οίκο των Άσερ και τότε είχαμε Μόγλη
    το παιδί της ζούγκλας, Δασκάλα με τα χρυσά μάτια και Φιλέας Φογκ
    Σιρκούφ τον Θαλασσινό
    Βουγ Ζαργάλ
    και λουκουμάδες κατά την επιστροφή στο Ζαχαροπλαστείον ο Κρίνος

    Θυμάμαι τις μπλε κόλλες που μου έντυναν κάθε Σεπτέμβρη τα τετράδια.
    Τις ετικέτες με το όνομά μου, την πλάκα και το κοντύλι μου, τις πένες
    χήνες μου, την απέραντη απελπισία μου όταν άπλωνε τρίχες το μελάνι

    Θυμάμαι μια φορά που έλειψε γiα λίγες μέρες η μάνα μου και νόμισα
    πως εγώ έφταιγα
    Τις γκαζές μου, τα μολυβένια στρατιωτάκια μου, τις χαλκομανίες μου,
    τη δασκάλα μου δεσποινίς Ουρανία
    – σαράντα χρόνια άκλιτη
    Όλα αυτά θυμάμαι πως τα είχα:
    Μα χαρταετό δεν αμόλυσα ποτέ.

    ΜΑΡΙΟΣ ΜΑΡΚΙΔΗΣ

    Χαρταετός – Τάνια Τσανακλίδου

    3. ΧΑΡΤΑΕΤΟΣ
    Στον Γιώργο Βέη

    Τρία χρώματα αρκούν
    της γης του νερού των δέντρων
    για να κάνει χώρο επιτέλους ο ουρανός
    ν’ ανεβούν όλα τα στοιχειά ψηλά στον αέρα
    όπως θέλει και στρίβει τα πανιά του ο άνεμος
    ή το γέλιο του παιδιού που κρατάει σφιχτά
    το βοηθητικό σκοινί με τα δαχτυλάκια του –
    μέχρι να μάθει την πτώση

    Πόλυ Μαμακάκη, “Νήματα ουτοΠοίησης’, Γαβριηλίδης, 2015

    ***

    4.
    Α. Το μικρό παιδί σε εικόνα
    λένε, πως την καθαρή Δεύτερα
    τον αετό πετούσε.
    Μεθυσμένο, δες το! αυτό το παιχνίδι
    ψηλά που σε ανεβάζει μαζί του
    σε βουτιές και τσακίσματα,
    ο χάρτινος αυτός κομήτης
    *
    Μπορεί καθ΄ένας ίσα να θυμάται
    πράσινα τα χρόνια σαν την χλόη
    τη σπαρμένη ακόμα σε ανεμώνες
    κι άστρα πεσμένα χαμομήλια.

    © Δ.Ι. ΑΝΤΩΝΙΟΥ, ΠΟΙΗΜΑΤΑ, Εκδόσεις Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού, 2009. ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΧΡΟΝΟΛΟΓΗΤΑ, Σελ. 412

    ***

    5. Ένας χαρταετός

    ‘Ενας χαρταετός στα ουράνια μάκρη
    κι ένα σκοτωμένο παιδί στην άλλη του άκρη.
    Κι οι δυο ξεκίνησαν μαζί απ’ το ίδιο δώμα,
    μα ο ένας πάει ψηλά κι ο άλλος στο χώμα.

    Πάει ο χαρταετός, ώσπου έχει νήμα,
    και το παιδί τραβάει κατά το μνήμα.
    Το νήμα της ζωής του εκόπη αιφνίδια
    πάνω στα παιδικά του τα παιχνίδια.

    Ούριος έπνευσε άνεμος προς την εσπέρα
    κι ο πολύχρωμος αετός, χαρά του αιθέρα,
    ‘Ολο και πιο μακριά και πιο αψηλά πηγαίνει,
    σαν να ’ναι του παιδιού η ψυχούλα και ανεβαίνει.

    Ανεβαίνει κι ανεβαίνει προς τα ουράνια,
    σαν με κρυφή χαρά και περηφάνια.
    Το παιχνίδι του επέτυχε! Ωραία φυσάει!
    Και πάει τ’ αψήλου ο αετός, και πάει, και πάει.

    ΔΙΑΛΕΧΤΗ ΖΕΥΓΩΛΗ-ΓΛΕΖΟΥ

    ***

    6. μοναχικό παιδί κάτω απ’ το δέντρο

    ένας πολύχρωμος χαρταετός που υψώνεται
    κι αστράφτει μαγικά πάνω απ’ τα κάστρα
    με ήχους φυσαρμόνικας, με μακρινές φωνές
    σχεδόν που αγγίζει κάποτε τον ουρανό
    κι ύστερα χάνεται αργά μες στην ομίχλη
    ύστερα στροβιλίζεται και πέφτει
    πέφτει, σκαλώνει, σκίζεται
    χάνει τα χρώματα και χάνει τα στολίδια του
    πάνω στα αιχμηρά κλαδιά του χρόνου

    αυτό είναι η μνήμη

    ένα μοναχικό παιδί κάτω απ’ το δέντρο
    βουβό και δακρυσμένο να κοιτάζει

    ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ

    ***

    7. Χαρταετός

    Αγαπημένε μου ποιητή,
    κ. Σαχτούρη
    διεκδικώ κι εγώ
    το ίδιο αίτημα για
    ουρανό… μα απορρίφθηκε.
    Άργησα να καταθέσω την αίτηση, είπαν.

    Μα έχω αθόρυβα
    αθροίσει τόσες αυταπάτες,
    σπασμένες φτερούγες
    απ’ τα σπουργίτια των δρόμων
    σύριγγες με αίμα ζεστό
    από τρυφερά και ισχνά
    αγαλματένια μπράτσα,
    βλέμματα χαμένα,
    χέρια απλωμένα,
    λιπόθυμες άδειες καρδιές
    έφτιαξα ένα χαρταετό
    από στάχυα
    από στάχυα μωβ
    θα τα δέσουμε όλα
    και θα πετάξουμε.

    Ναι, αγαπημένε ποιητή μου
    η ουρά του αετού μας
    είναι μεγάλη.

    Αικατερίνη Πεφάνη

    ***

    8. Χαρταετός

    Στο δρόμο ένα κορίτσι πουλούσε χαρταετούς.
    Πάρε κι ουρανό μαζί, μου είπε.
    Πού θα τον πετάξεις;

    Στον μαύρο ύπνο τους μικρή μου.
    Μήπως κι έτσι ονειρευτούν
    πώς είναι τα χρώματα.

    Γιώργος Μελάνθης

    ***

    9. Χαρταετός

    Μπορεί να μην ξέρω ποια είμαι
    ν’ αναζητώ τον εαυτό μου
    ανάμεσα στα σύννεφα και στα πουλιά
    – σίγουρα πάντως κάπου στον ουρανό –

    Μπορεί να τραγουδάω μόνη μου στους δρόμους
    τραγούδια που δεν λένε τίποτα
    κι έπειτα να βουβαίνομαι δια παντός
    – απάντηση δεν έχω για το πού πηγαίνω –

    Μπορεί να μην μπορώ να πω με σιγουριά
    ούτε βέβαια και μ’ επιφύλαξη
    ποιο είναι το νόημα της ζωής
    – ή η ματαιότητα του θανάτου –
    ωστόσο έχω κατακτήσει μέσα μου
    την πιο βαθιά, ου – τοπική αλήθεια:
    μόνη πατρίδα μας το σώμα του άλλου.

    Ιωάννα Λιούτσια, Αρρυθμίες, 2016

    ***

    10. [Ο χαρταϊτός]

    Ο χαρταϊτός είναι το σκλαβωμένο πουλί του ουρανού μου.
    Έχει τη χάρτινη χαίτη του να σκίζει τα ακίνητα σύννεφα,
    τη θλίψη του αλόγου όταν τρέχει στον πόλεμο
    με αναβάτη το μίσος των ανθρώπων,
    το βλέμμα του φυλακισμένου στον μάταιο περίπατό του.

    Κάποτε, τινάζει απότομα το κεφάλι,
    κάνει πως ορμά στην ελευθερία,
    τίποτα.
    Μόνο, ένα χοντρό σκοινί που λεηλατεί τις ελπίδες,
    ένας βουβός χορός στον πνιχτό αγέρα,
    η σιωπή της ελεύθερης πτώσης ενός ονείρου.

    Ο χαρταϊτός είναι η φρικτή επινόηση των μεγάλων
    όταν παριστάνουν πως είναι αθώοι.
    Μη με τραβάς.
    Άφησέ με να πετάξω.
    Άλλωστε, είναι άνοιξη τώρα
    κι όλα τα μεσόκοπα πουλιά βρίσκουν καταφύγιο
    στο κενό.

    Μη μου φοράς αλυσίδες.
    Μου φτάνει το βλέμμα του κόσμου
    στις πλατείες της γιορτής και του γλεντιού.
    Κοίτα. Κοίτα πώς φαίνεται η ζωή από ψηλά.
    Όλα μηδέν.

    Μονάχα, ανάμεσα στις τόσες μάσκες,
    διακρίνω, εγώ ο ερασιτέχνης αϊτός,
    ανυπόκριτο, καθαρό, τρυφερό,
    το χαμόγελό σου.

    Ο χαρταϊτός δεν έχει φτερά.
    Κι όμως, με όση φαντασία δανείστηκα
    απ’ το παιδί μέσα μου,
    αυτήν την περήφανη διαδρομή μου
    στα παραμύθια της νιότης,
    μπορώ να τη φτάσω ψηλά.

    Μη φοβάσαι.
    Η πτώση απ’ τον ουρανό,
    όταν δεν είναι μοναχική,
    θα μοιάζει με το ταξίδι που σχεδιάζαμε στο χρόνο…
    και που εκείνη την ύστατη στιγμή που θα σ’ έκλεβα,
    σε κράτησε η πραγματικότητα…

    Πέτρος Λυγίζος

    ***

    11. Χαρταετός

    Τις πρώτες ύλες
    από τον καλαμιώνα θ’ αποκόψω.
    Με ζυμάρι θα κολλήσω το χαρτί.
    Τον σπάγγο με προσοχή θα δέσω.
    Κι όταν θα φθάσω στην ουρά
    την έπαρσή μου θα υποτάξω
    μη με προδώσει
    κι ένα καλώδιο ηλεκτροφόρο
    ξεσκίσει τ’ όνειρό μου.

    Βάκης Λοϊζίδης, Σε ώρα αιχμής, 2005

    12. Χαρταετός

    Ένας χαρταετός περίμενε
    στα ορθωμένα παιδικά μας χέρια.
    Η ουρά του σκαλωμένη στα τριβόλια,
    ο χάρτινος κορμός του
    περηφάνια παιδική,
    πολύχρωμο εξάγωνο
    κι απάνω ένα μονόγραμμα,
    ίδιο σημαία, ολόιδιο η μοίρα μας.

    Ένας χαρταετός περιμένει
    σε ορθωμένα χέρια
    τον αγέρα να φυσήξει.
    «Αμόλα καλούμπα», να μας πούνε,
    να πάμε ψηλά τη μοίρα μας,
    ψηλότερα απ’ τον κόσμο,
    ψηλότερα απ’ τα τριβόλια κι ύστερα…
    ας κόψουμε το σπάγκο
    μια για πάντα.

    Θοδωρής Βοριάς, Το τρύπιο ταβάνι (2005)

    ***

    13. Ο Χαρταετός

    Ψηλά στηλωμένα τα μάτια στο χάρτινο σκαρί,
    τα χέρια την καλούμπα ν’ αφήνουν, ν’ αμολάνε
    πίσω να μαζεύουν, να τραβάνε, ν’ απογειωθεί.
    Κι εκείνος ν’ αρνιέται, να μη θέλει να μετεωριστεί,
    να στριβοτιμονιάζει, να τραμπαλίζεται,
    να προσγειώνετ’ αλίμονο στη γη.

    Τα ζύγια να ρυθμίσεις να ‘σορροπούν,
    την ουρά ν’ αλαφρώσεις, μην κόβει τη φόρα.
    Μα δε φυσάει ούριος αέρας κaι δε μπορούν
    όλα μαζί στην ανύψωση να συγχρονιστούν.
    Κι εσύ ν’ αναρωτιέσαι, ν’ αμφιβάλλεις
    για τις προθέσεις της συμβουλής!

    Ξανά στη δοκιμή, να βλέπεις ύψος να παίρνει,
    ν’ ανεμοζυγιάζετ’ έτοιμος να σου κάνει το κέφι,
    να χάνει ύψος όμως και πάλι, ν’ αγκομαχεί.
    Τράβα με δύναμη, νά ‘βρει αντίσταση, να κρατηθεί.
    Ας τον, ας τον να φύγει λεύτερος, ν’ ανεβεί.

    Και γύρω γύρω απ’ το ‘κκλησάκι στο λόφο τ’ ΄Αιλιά
    όπου δίναμε το ραντεβού μας τη Δευτέρα την Καθαρά
    έδιναν κι έπαιρναν οι φωνές,
    έπαινοι, ζήτω, προτροπές,
    επικρίσεις, αποτροπές, ιαχές.

    Κι όταν τύχαιν’ ο δικός σου να πάρει την ανηφόρα
    να ταλαντεύεται σε πτήσεως ομαλής κανόνα,
    να μη κινδυνεύει απ’ ανέμου πνοή, αδύναμ’ ή δυνατή,
    νά ‘χει οριστικά ξεφύγει την προσεδάφιση την ντροπιαστική,
    των χεριών η πολύχρωμ’ ελπίδα να σου μεσουρανεί,
    στο ζενίθ να τον βλέπεις συρρικνωμένο σε τελεία μικρή,
    ενθουσιασμένος από την πτήση την επιτυχή,
    άφηνες το μυαλό σου να πετάει μαζί στην ουράνια προοπτική
    κι ακούραστος ώρες ολόκληρες, ψηλά στον αέρα
    πλοηγούσες της δεξιότητάς σου τη σημαία.

    dimitrios galanis
    https://www.poemhunter.com/best-poems/dimitrios-galanis/-10697/

  4. *Τόσα πολλά και τόσο ωραία!!!… Bravissima, Aggeliki!…
    Και μ’ άφησες εμένα μόνο μ’ ένα στίχο του Γκόρπα κι ένα απόσπασμα του Κοσμά Πολίτη!…

    -«Ποίηση χαρταετός που ξέφυγε απ’ τα χέρια παιδιού…»
    (Θωμάς Γκόρπας)

    -«Είδες ποτέ σου πολιτεία να σηκώνεται ψηλά; Δεμένη από χιλιάδες σπάγγοι ν’ ανεβαίνει στα ουράνια; Ε, λοιπόν, ούτε είδες ούτε θα ματαδείς ένα τέτοιο θάμα. Αρχινούσανε την Καθαρή Δευτέρα -είτανε αντέτι- και συνέχεια την κάθε Κυριακή και σκόλη, ώσαμε των Βαγιών. Από του Χατζηφράγκου τ’ Αλάνι κι από το κάθε δώμα κι από τον κάθε ταρλά του κάθε μαχαλά της πολιτείας, αμολάρανε τσερκένια. Πήχτρα ο ουρανός. Τόσο, που δε βρίσκανε θέση τα πουλιά. […] Ολάκερη τη Μεγάλη Σαρακοστή, κάθε Κυριακή και σκόλη, η πολιτεία ταξίδευε στον ουρανό. Ανέβαινε στα ουράνια και τη βλόγαγε ο Θεός. Δε χώραγε το μυαλό σου πώς μπόραγε να μείνει κολλημένη χάμω στη γης, ύστερ’ από τόσο τράβηγμα στα ύψη. Και όπως κοιτάγαμε όλο ψηλά, τα μάτια μας γεμίζανε ουρανό, ανασαίναμε ουρανό, φαρδαίνανε τα στέρνα μας και κάναμε παρέα με αγγέλοι. Ίδια αγγέλοι κι αρχαγγέλοι κορονίζανε ψηλά. Θα που πεις, κι εδώ, την Καθαρή Δευτέρα, βγαίνουνε κάπου εδώ γύρω κι αμολάρουνε τσερκένια. Είδες όμως ποτέ σου τούτη την πολιτεία ν’ αρμενίζει στα ουράνια; Όχι. Εκεί, ούλα είταν λογαριασμένα με νου και γνώση, το κάθε σοκάκι δεμένο με τον ουρανό. Και χρειαζότανε μεγάλη μαστοριά και τέχνη για ν’ αμολάρεις το τσερκένι σου.»,
    (Κοσμάς Πολίτης, Στου Χατζηφράγκου, Εστία).

  5. [σαν ανεμοδαρμένος
    χαρταετός κρεμάστηκε
    στα σύννεφα
    ο χαμένος χρόνος]

    θυμάμαι εκείνες τις απόκριες
    που λάμπαμε γεμάτοι χαρά
    μπροστά στην αδιανόητη
    συνάντηση του εσύ κι εγώ

    ζαλισμένος από την ένταση
    του θέλω όσα δεν έχω
    να χαίρομαι όσα επιθυμούσα
    να λυπάμαι για όσα δεν μπόρεσα

    πως έσβησε με το θρόισμα
    του χρόνου η μουσική
    της φιλαρμονικής του δήμου
    σαν ο απόηχος των ημερών
    του χίλια εννιακόσια εβδομήντα

    να στέκεσαι παραπάνω
    και παρακάτω της ιστορίας
    με τα κοντά σγουρά μαλλιά
    στις πιο απόκρημνες γωνίες
    του μυαλού μου σατανικά

    να μεταμορφώνεσαι
    σε ώριμη γυναίκα που μυρίζει
    ευκάλυπτο προτού καν έρθει η
    άνοιξη και να ξαναγεννιέμαι
    κατάδικος να ζω όπως έζησα
    γράφοντας ποιήματα σαν
    τον εμπρόθετο ηττημένο κάθε
    επιρρηματικού προσδιορισμού

    να μη χορταίνω κοιτώντας σε
    να γελάς ενώ δακρύζω
    από μια λοξή ντροπή λόγω
    της νεαρής μου ηλικίας
    φοβόμουν τι θα πει ο κόσμος

    και δεν είχα το κουράγιο
    να γεμίσω τον κόσμο φιλιά
    να λυτρωθώ από σένα όπως
    λέει και ο καρούζος
    αγαπώντας σε περισσότερο
    να γίνει ο έρωτας μου μια
    μαύρη τρύπα να με εκτοξεύσει
    στα πέρατα του σύμπαντος

    ΒΑΣΟΣ ΓΕΩΡΓΑΣ

  6. AΓΓΕΛΙΚΗ on said:

    (MAΣΚΕΣ-συνέχεια)

    15. Οι έκφρονες

    Οι έκφρονες
    είχαν ακόμη μια φορά
    λοιπόν μεταμφιεσθεί;

    Ακόμη δεν τους ανεγνώριζα
    κι όμως όλα μου φαίνονταν ως εάν·
    ο ένας έλεγε: με υποκατέστησαν,
    ο άλλος: φυσικά δεν είμαι αυτός,
    ο Τίμων Συμφερόπολις, αυτός,
    υποψιασμένος έστριβε διακυβευόμενος
    από μια πάροδο στιγματισμένη.

    Φίλε, του φώναξα, δεν μου ξεφεύγεις.
    Δεν μου ξεφεύγεις πάλι
    με κρυφές γραμμές
    ύποπτες αφαιρέσεις
    είναι η ψυχή σου αστείρευτη πληγή
    που θα στερέψει.

    Μπορώ να δω τις λεπτομέρειες
    που σε συντηρούν, τις λεπτομέρειες
    που σ’ ακρωτηριάζουν
    πίσω απ’ τη μάσκα τούτη που ο Καιρός
    την αποτιτανώνει:
    δ ι ό τ ι μ ε μ ι α ν α ν ά λ υ σ η
    μ π ο ρ ώ ν α σ ε σ κ ο τ ώ σ ω .

    Αριστοτέλης Νικολαΐδης

    ***

    16. ΜΑΣΚΕΣ

    Αν ποτέ συναντηθούμε,
    στο ίδιο καφενείο με τα παλαιά πολύφωτα,
    θα φορέσω μάσκα και θα παριστάνω
    την αγάπη που σε εγκατέλειψε.

    Μόνο όταν φύγεις μακριά,
    τότε θ’ αφαιρέσω το προσωπείο
    πίνοντας στην υγειά σου το αγαπημένο σου ποτό,
    μήπως και ναρκωθεί για πάντα η μνήμη
    και σβήσουν επιτέλους απ’ τον νου μου
    οι εικόνες, οι κουβέντες και τα ψιθυρίσματα
    σε ήσυχα δωμάτια με έντονη τη μυρωδιά των σωμάτων
    που παραδόθηκαν τόσο εύκολα
    στα ηδονικά μυστικά της νύχτας.

    ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ

    ***

    17. [ΣΜΙΞΑΝ ΤΑ ΚΟΡΜΙΑ, ΠΕΦΤΕΙ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΕΙΟ]

    Σμίξαν τα κορμιά, πέφτει το προσωπείο
    για να φανερωθούμε δίχως Εγώ
    χάριν ασκήσεως αποβιβάσαμε το πάθος
    νέες διαστάσεις ίσως να βρεθούν
    Επιβολή κι υποβολή. Ακτινοβολεί
    η διγλωσσία. Μα τον κύνα!

    Τι σημασία έχει το πόθεν ξεκινήσαμε;
    Κάποιος θα ξαναρχίσει το «πρώτη φορά»
    με δισταγμούς και δυσκολίες άλλες.
    Οι ρόλοι μεταβάλλουν τις ορέξεις.

    ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΛΑΣ (1907-1988)»Οδός Νικήτα Ράντου», Ίκαρος, Αθήνα 1977.

    ***

    18. Προσωπείο

    Δεν έδειχνε σε κανέναν το τραύμα του
    Αναπηρία προχωρημένου βαθμού
    Κι ωστόσο υπεράνω πάσης υποψίας

    Τις νύχτες άνοιγε μυστικά συρτάρια
    Άπλωνε μέλη τεχνητά στον καθρέφτη
    Συναρμολογούσε ηλικίες χαμόγελα

    Το πρωί αναστέναζε νικημένος
    Αποσυρόταν
    Κάποτε θ’ ανακάλυπταν ήταν επόμενο την αδυναμία του
    Ασυμβίβαστη άλλωστε προς το επάγγελμά του

    Ήταν εκτιμητής του χρόνου.

    ΚΛΕΙΤΟΣ ΚΥΡΟΥ

    ***

    19. ΧΩΡΙΣ ΠΡΟΣΩΠΙΔΑ ΚΙ ΕΛΠΙΔΑ ΠΑΡΗΓΟΡΗ

    Είπες
    ίσως υπάρξει πέρασμα
    από μια πίεση ερμητική
    κι από έναν κόσμο γύψινο, ραμμένο, συντριμμένο.

    Ήρθαν σε λίγο τα τέρατα
    απ’ τ’ άνοιγμα του τραύματος και της γενναίας δειλίας.

    Είπες
    θα διαβείς τα σύνορα κρυφά
    τις αποστάσεις και τους όρους θα συμπτύξεις
    ν’ αντικρίσεις το γαλάζιο τ’ ουρανού
    ρουφώντας αμόλυντο αγέρα.

    Πώς μπορεί να ξεφύγει κανείς
    απ’ τα δικά του σύνορα
    γειτονεμένα επίμονα με τα οχυρά των άλλων;

    Τώρα κοιτάς
    χωρίς προσωπίδα ελπίδα παρήγορη
    δίχως αναβολής των αναχαίτιση
    ωραιότητα πεζή
    τη ριψοκίνδυνη ζωή σου.

    Γύρω κοινωνίες ιδέες και Κόμματα δεν καταργούν την Άβυσσο
    ούτε το πνεύμα ζωής υπεράνω των υδάτων.

    Ζήσης Οικονόμου

    ***

    20. ΣΚΥΘΡΩΠΕΣ ΜΑΣΚΕΣ (Τὰ οἰκόσημα τῆς Α.Μ. τοῦ θανάτου, 1947)
    Τοῦ ΚΑΙΣΑΡΟΣ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ
    Κυττάξετε. Ἕν’ ἀνούσιο καρναβάλι
    σέρνεται δυσμικὸ μέσα στοὺς δρόμους.
    Μιὰ danse macabre παιανίζει τὸ funébre
    τῆς παγερῆς σιγῆς μὲ νύχτια φρίκη.

    Πιερόττοι τραγικοὶ καὶ κολομπίνες
    μὲ μάσκες σκυθρωπὲς ἄγρια ἀλαλάζουν,
    σὰ μοχθηρὰ νευρόσπαστα τοῦ ἰλίγγου
    ὑποταγμένα στὴ βουλὴ τοῦ πάθους.

    Κι’ ἄλλοι, λογῆς-λογῆς, ἄμορφοι μίμοι
    – Πίνακες τραγικοὶ τοῦ Διδασκάλου –
    ἀλλόκοτα κι’ ἠλίθια παρασταίνουν
    τὴν τραγωδία ποὺ λέγεται ΖΩΗ.

    Παντοῦ φριχτὰ στοιχειὰ τοῦ λάγνου πόθου,
    μὲ πένθιμα κραγιὸν σαβανωμένα,
    χάσκουν ὀργιαστικὰ μπρὸς τὴν πλουτώνια
    ταριχευμένη σκιὰ τῆς Ἀφροδίτης.

    Μὰ ἰδέστε, μὲς τὰ ἰσχνὰ τοῦ ὄργιου πλήθη
    εἰσβάλλει τοῦ Θανάτου τὸ γιγάντιο
    ἀνάστημα μ’ ὁρμή. Περίτρομοι ὅλοι
    σὲ μιὰ ἀποτρόπαιη ἔσβυσαν νηνεμία.

    Φλεβάρης 1944
    ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΘΑΡΕΙΟΣ

    ***

    21. Ήρθε το πρώτο φως, ας φορέσουμε τις μάσκες μας

    Ήρθε το πρώτο φως, ας φορέσουμε τις μάσκες μας
    Ας καλύψουμε τα πρόσωπά μας, τα μάτια
    Ας οπλιστούμε με καλοδουλεμένα τεχνάσματα
    Ας αμυνθούμε στη ριψοκίνδυνη θωριά της αυτογνωσίας

    Δύσκολα μάθαμε να ζούμε με τους ανθρώπους
    να μιλούμε κομψά, να φερόμαστε συνηθισμένα
    Δύσκολα μάθαμε να κρατούμε ψυχραιμία
    να καταπίνουμε τον πιο ευαίσθητο εγωισμό μας

    Έτσι χαράχτηκαν αυτές οι μικρές ρυτίδες
    έτσι ζωγραφίστηκε αυτή η αδιόρατη πίκρα
    Ακόμα και οι μάσκες πια δεν την καλύπτουν
    και το χωλό ανδρείκελο μορφάζει οδυνηρά

    ΑΛΚΙΒΙΑΔΗΣ ΜΑΛΛΙΔΗΣ, Σκληρός κόσμος

    ***

    22. Μεταμφίεση

    Αυτοί οι άνθρωποι
    κυκλοφορούν με πρόσωπα πουλιών
    μεταμφιέζονται
    φορούν φτερά και δέρματα
    δανείζονται ξένες οσμές
    ντύνουν τα δάχτυλα
    με κόψεις μαχαιριών
    και γύρω τους
    ένα ποτάμι
    εκσφενδονίζει κάθετες ροές

    Μαρία Καραγιάννη, Δίδυμο όνειρο (1979)

    ***

    23. Αιμιλιανός Μονάη, Αλεξανδρεύς 628 – 655 μ.Χ.

    Με λόγια, με φυσιογνωμία, και με τρόπους
    μια εξαίρετη θα κάμω πανοπλία·
    και θ’ αντικρύζω έτσι τους κακούς ανθρώπους
    χωρίς να έχω φόβον ή αδυναμία.

    Θα θέλουν να με βλάψουν. Αλλά δεν θα ξέρει
    κανείς απ’ όσους θα με πλησιάζουν
    πού κείνται η πληγές μου, τα τρωτά μου μέρη,
    κάτω από τα ψεύδη που θα με σκεπάζουν.

    Ρήματα της καυχήσεως του Αιμιλιανού Μονάη.
    Άραγε νάκαμε ποτέ την πανοπλία αυτή;
    Εν πάση περιπτώσει, δεν την φόρεσε πολύ.
    Είκοσι επτά χρονώ, στην Σικελία πέθανε.

    Κ. Π. Καβάφης, «Ποιήματα»

    ***

    24. ΟΙ ΜΑΣΚΕΣ

    Αχ, αυτές οι μάσκες που κρύβουν, των ανθρώπων τις ψυχές
    πάντοτε είναι εύθυμες και πάντα γελαστές
    τι κρύβουν από πίσω τους ποτέ δεν θα το δεις
    εκτός κι αν έχεις όρεξη να ψάξεις να το βρεις

    Όσο πιο πλούσια και φανταχτερή
    τόσο και πιότερο θλιμμένη
    είναι η δύστυχη ψυχή,
    που πίσω της είναι κρυμμένη.

    ΑΚΟΥ !!!
    Θέλω για λίγο να σκεφτείς την μάσκα πριν φορέσεις
    κάθε πρωί που θα ξυπνάς, μέσα σε ψεύτικες ανέσεις
    τι όμορφος που θα ‘δειχνες χωρίς αυτό το πράμα
    αν το πετούσες κάποτε θα ήταν ένα θάμα.

    Να μάθεις να σαι αληθινός στο διάβα της ζωής σου
    κι ας είναι οι άλλοι ψεύτικοι και άδικοι μαζί σου
    και αν θα σε πικράνουνε εσύ μην τους πειράξεις
    και όταν εκείνοι σε χτυπούν Εσύ αγάπα τους …με πράξεις

    Σκέψου λοιπόν τα λόγια μου, άκου με και θυμήσου
    ίσως, για πρώτη σου φορά στην τόση δα ζωή σου
    τη μάσκα που χεις βγάλτηνε
    για πάντα απ΄ τη ψυχή σου

    Νικηφόρος Βυζαντινός

    ***

    25. Αρλεκίνος

    Τελευταία παράσταση μπροστά σας ο αρλεκίνος
    και η αυλαία φυσικά σημαία
    που ανεμίζει και ανεμίζει σε αχόρταγα μπροστά μάτια.

    Σκαλώνει σε κάνα δυο ερωτηματικά
    Πρώτη σκηνή
    του αρλεκίνου
    «Πόσο σας χρειάζομαι τόσο που η ανάγκη πια με πνίγει.
    Και οι αράχνες χαμηλώνουν τον ψηλοτάβανο ουρανό μου εδώ μέσα.»

    Την επαναλαμβάνει μην την ξεχάσει κοιτώντας τον ψηλοτάβανο ουρανό του.
    Μπροστά αυλαία, πίσω αυλαία,
    πέφτει η αυλαία,
    κάγκελα παντού,
    κάγκελα στα μάτια,
    κάγκελα στο στόμα,
    φυλάκισε τις λέξεις σου μη σε ακούσουν,
    ησυχία όταν πέφτει η αυλαία,
    η λατρεία μιας κλειστής αυλαίας, η λατρεία.

    Υπήρχαν στιγμές,
    μικρό αρλεκινάκι στα παρασκήνια όταν γυρνούσε
    και έπαιζε με τις μπογιές, τις μάσκες και τα αρώματα
    κοντούλης και ουρανό δεν έβλεπε,
    αναρωτιόταν που χρησίμευαν,
    γεμάτα με καθρέφτες τα παρασκήνια,
    δεν έφτανε να τους δει
    πατώματα μονάχα
    κι έπαιρνε τις μπογιές και έβαφε τα πατώματα
    και έχυνε τα αρώματα στις ξύλινες σανίδες
    και τις μάσκες κομμάτια έκοβε και τις πέταγε τριγύρω
    (πάντα τον μάλωναν).

    Μα η αυλαία πέφτει κατακόρυφα και το κοινό ποτέ δεν θα δει το αριστούργημά του.
    Έναν αρλεκίνο πίσω από κάγκελα χαζεύει «κάθε βράδυ στις εννιά, κυρίες και κύριοι»
    τα κάγκελά τους να γελοιοποιεί και αυτοί να χαίρονται.
    Πάντα να χαίρονται.

    Αργότερα που οι σκιές τους τον αφήνουν μόνο,
    πλαστελίνη γίνονται τα κάγκελα, μόνο τότε,
    και οι αράχνες που χρόνια τώρα το αριστούργημά του ζήλευαν
    όλο και χαμηλώνουν με κάτι χαιρέκακα χαμόγελα.

    Αυτός στα πατώματα τα ξύλινα τότε ξαπλώνει
    ένας μεγάλος το νιώθει πια πως είναι αρλεκίνος
    και προς τα πάνω εκεί κοιτάει
    ψάχνοντας τον μεγάλο του καθρέφτη
    τον ουρανό του τον μεγάλο να διακρίνει.
    Κάποτε τον νιώθει να βαραίνει
    και κάποτε τεντώνει να τον φτάσει.

    http://periergospiti.wordpress.com/

  7. …Συνεχίζεις ακάθεκτη!!!…Bravissima!!!

    *Κάτι βρήκα κι εγώ…

    *Η αποκριά ήταν αγαπημένο θέμα του Σουρή, ο οποίος κάθε χρονιά γέμιζε τις σελίδες της τετρασέλιδης, σατιρικής εφημερίδας του (Ο Ρωμηός) με στίχους, που είτε σατίριζαν την επικαιρότητα της εποχής στο πλαίσιο μιας υποτιθέμενης μασκαράτας είτε καυτηρίαζαν τις συμπεριφορές του Έλληνα, που παραδινόταν στο μεθύσι των εορτασμών.
    Κάποιες στροφές που δημοσιεύτηκαν – ανάμεσα σ’ άλλες – στο Ρωμηό στις 27.01.1901.

    -«Είσοδος του μεγάλου μασκαρο-Καρνάβαλου»

    Περιούσιε λαέ μου, που προς χάριν μου βροντάς,
    θεονήστικος χορεύεις, θεονήστικος γλεντάς.
    Δείχνεις πάλι τόσο κέφι…
    πού στο διάβολο το βρίσκεις!…
    ο λιμός σε καλοτρέφει
    κι έχεις μάγουλα παιδίσκης.

    Περιούσιε λαέ μου, την κακή μου, την κακή σου…
    κάθε τόσο τσαμπουνάς
    πως λιμώττεις και πεινάς,
    κι όμως δίνεις για τα γλέντια και το τρύπιο το βρακί σου.

    Περιούσιε λαέ μου, λες πως πάσχεις ολοένα,
    κι όμως χάνεσαι για μένα,
    κι ενώ σκούζεις κουρελής,
    με γενναίας προσφοράς
    και μ’ εράνους δαψιλείς
    βγαίνεις πρώτος μασκαράς.

    Ω λαέ των κωφαλάλων,
    που συχνά παραπονείσαι,
    μόνο για των Καρναβάλων
    τους θριάμβους συγκινείσαι.

    Ξεφωνίζεις πως σε ρεύουν, πως των φόρων σ’ έχουν σκλάβο,
    μα πού βρίσκεις τους παράδες
    για να κάνεις μασκαράδες
    δεν μπορώ να καταλάβω.

    *Σε τελείως διαφορετικό μήκος κύματος, πιο ρομαντικό και σίγουρα όχι σατιρικό ο «κ. Κοσμάς» δημοσίευσε μια σειρά από «Αποκριάτικα Τραγούδια» στο Νουμά το Φεβρουάριο του 1903. Τα παρακάτω τρία, που μιλούν για τους επιπόλαιους έρωτες της Αποκριάς, αλλά κρύβουν και μια ευαίσθητη, φιλοσοφική διάθεση, δημοσιεύτηκαν στις 16 Φεβρουαρίου.

    -ΑΠΟΚΡΙΑΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ

    Πάνω στο γλέντι επίστεψα
    πως σ’ έκανα δική μου.
    Κι όταν το γλέντι ετέλειωσε
    σε ρώτησα, ξανθή μου:

    – Θα μ’ αγαπάς; Θα ζήσουμε
    πάντα λοιπόν μαζί;
    Και μού πες λιγωμένη:

    – Αγάπη αποκριάτικη
    μια νύχτα μόνο ζει
    και την αυγή πεθαίνει.
    …………………………………………..

    Πίστεψε σ’ ό,τι σου λέω
    κι ας μην είναι αληθινά.
    Κι αν σου ότι για σένα
    θε να πάρω τα βουνά,

    Πίστεψέ το! Τις ημέρες
    του γλεντιού και της χαράς
    Μέσ’ στους άλλους μασκαράδες
    είν’ κι ο Έρως μασκαράς.
    ……………………………………………..

    Φιλόσοφε, τι χάνεσαι;
    τον νου σου τι ζαλίζεις;
    Το πρόβλημα το άλυτο
    να λύσεις τι πασκίζεις;

    Μι’ αποκριά είν’ η ζωή
    τη μάσκα όλοι φορούμε,
    Κι ένα τρανόν Καρνάβαλο
    – τον Χάρο – καρτερούμε!

    (http://ola-ta-kala.blogspot.gr/2016/03/blog-post_7.html)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: