Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (175ο): «Βράδυ»…

 

-«…Όλο το βράδυ ακουγόταν μια φωνή:

Οι μέρες περνούν
το χιόνι μένει»

(Μ. Σαχτούρης)

 

-«…Τήν ώρα πού βραδιάζει στών βράχων το απλησίαστο

Πενθώ το ρούχο πού άγγιξα καί μού ήρθε ο κόσμος.»

(Ο. Ελύτης)

 

-«…και το βράδυ που πέφτει

ολοένα στην πόλη,

στων ανθρώπων την όψη,

στ’ ουρανού τον καθρέφτη,

στη ζωή μου τώρα όλη…»
(Κ. Καρυωτάκης)

 

-«Σάββατο βράδυ: ἀνοίγουνε στὸ δρόμο σὰ λουλούδια
οἱ ἁπλὲς καρδιές, παθητικὰ ν᾿ ἀνέβουνε τραγούδια
ποὺ γιὰ τὴ χαρὰ ἢ τὸν ἁπαλὸ τοῦ ἔρωτα ψάλλουν πόνο,
ἐνῷ γιὰ μένα ἡ ἑβδομάδα ἐτελείωσε καὶ μόνο.»

(Κ. Καρυωτάκης)

 

-«…Ας ήταν να βρεθούμε

έξω από μένα

έξω από σένα

γιατί περνάει η ώρα και βραδιάζω.»

(Βύρων Λεοντάρης)

 

-«…Γιατί φτάνει όπου να ‘ναι
το βράδυ μου, Κύριε, και πρέπει
να ‘χω κάμει πριν φύγω την καλύβα μου εκκλησιά
για τους τσοπάνηδες της αγάπης.»

(Ν. Βρεττάκος)

 

-«Βράδιαζε και στο βάθος του φθινοπωρινού δρόμου λιγόστευε
όλο και πιο πολύ το φως
σα να τέλειωνε για πάντα ο κόσμος.»

(Τάσος Λειβαδίτης)

 

-Κ. Καρυωτάκης, «Βράδυ»

Στον κ. Κλ. Παράσχο

«Τα παιδάκια που παίζουν στ’ ανοιξιάτικο δείλι
–μια ιαχή μακρυσμένη–,
τ’ αεράκι που λόγια με των ρόδων τα χείλη
ψιθυρίζει και μένει,

τ’ ανοιχτά παραθύρια που ανασαίνουν την ώρα,
η αδειανή κάμαρά μου,
ένα τρένο που θα ‘ρχεται από μια άγνωστη χώρα,
τα χαμένα όνειρά μου,

οι καμπάνες που σβήνουν, και το βράδυ που πέφτει
ολοένα στην πόλη,
στων ανθρώπων την όψη, στ’ ουρανού τον καθρέφτη,
στη ζωή μου τώρα όλη…»

(Κ.Γ. Καρυωτάκης, Ποιήματα και πεζά, Ερμής)

 

 

-Τάσος Λειβαδίτης, «Περιμένοντας το βράδυ»

«Δεν ξέρω πώς, δεν ξέρω πού, δεν ξέρω πότε, όμως τα βράδια
κάποιος κλαίει πίσω από την πόρτα
κι η μουσική είναι φίλη μας, και συχνά μέσα στον ύπνο
ακούμε τα βήματα παλιών πνιγμένων ή περνούν μες
στον καθρέφτη πρόσωπα
που τα είδαμε κάποτε σ’ ένα δρόμο η ένα παράθυρο
και ξανάρχονται επίμονα
σαν ένα άρωμα απ’ τη νιότη μας, το μέλλον είναι άγνωστο
το παρελθόν ένα αίνιγμα,
η στιγμή βιαστική κι ανεξήγητη.
Οι ταξιδιώτες χάθηκαν στο βάθος..
άλλους τους κράτησε για πάντα το φεγγάρι..
οι καγκελόπορτες το βράδυ ανοίγουνε μ’ ένα λυγμό,
οι ταχυδρόμοι ξέχασαν το δρόμο,
κι η εξήγηση θα ‘ρθει κάποτε,
όταν δεν θα χρειάζεται πια καμία εξήγηση

Α, πόσα ρόδα στο ηλιοβασίλεμα, τι έρωτες Θέε μου, τι ηδονές
τι όνειρα, ας πάμε τώρα να εξαγνιστούμε μες στη λησμονιά..»

(Τάσος Λειβαδίτης, Ποίηση, Κέδρος)

 

-Ν. Λαπαθιώτης, «Όταν βραδιάζει»

«Όταν βραδιάζει, μέσα μου, ξυπνούν τα περασμένα·
ξυπνούν αργά, σα μουσικές νεκρές από καιρό,
– σα μουσικές που χάθηκαν, και που τις λαχταρώ,
κι έρχονται πάλι, μαγικά κι ανέλπιδα, σε μένα·

πόθοι, παράπονα παλιά, νοσταλγικές φωνές,
λόγια βαθιά κι αξέχαστα, κι ωστόσο ξεχασμένα,
παράξενα, χιμαιρικές αγάπες μακρινές,
όπως η φλόγα μιας αυγής, υψώνονται σε μένα!

Μια βρύση, τότε, μαγική, μου λύνεται ξανά,
και το τραγούδι ρυθμικό στα χείλη μου ανεβαίνει,
– ένα τραγούδι καθαρό, καθώς τα δειλινά
που μέσα του λυτρώνονται, και ζουν οι πεθαμένοι.»

(http://www.potheg.gr/ProjectDetails.aspx?id=2367&lan=1)

 

 

-Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, [Πέντε η ώρα που βραδιάζει]

Πέντε η ώρα που βραδιάζει
πέντε ακριβώς, την ώρα που βραδιάζει
φέρνει έν΄ αγόρι το νεκροσέντονο
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Έτοιμος κι ο κουβάς με τον ασβέστη
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Θάνατος τ΄ άλλα, θάνατος μονάχα
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Ψηλά παίρνει ο αγέρας τα βαμπάκια
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Το οξείδιο σπέρνει κρύσταλλο και νίκελ
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Παλεύει η περιστέρα με το αγρίμι
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Κι η σάρκα μ΄ ένα κέρατο θλιμμένο
πέντε η ώρα που βραδιάζει.

Χορδή τυμπάνου αρχίζει να χτυπά
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Αρσενικού καμπάνες κι ο καπνός
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Βουβοί συντρόφοι στ΄ άχαρα σοκάκια
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Του ταύρου η καρδιά μονάχα ολόρθη
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Όταν ο ιδρώτας χιόνι αργά γινόταν
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Όταν η αρένα γέμισε με ιώδιο
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Τ΄ αυγά του στην πληγή άφησε ο θάνατος
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Πέντε η ώρα που βραδιάζει,
πέντε ακριβώς, την ώρα που βραδιάζει.

Μια κάσα από καρούλια το κρεβάτι
πέντε η ώρα που βριαδιάζει.
Σουραύλια ηχούν και κόκαλα στ’ αυτί του
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Στο μέτωπό του ο ταύρος μουγκανίζει
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Η κάμαρα ιριδίζει από αγωνία
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Από μακριά σιμώνει κι όλα η σήψη
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Σάλπιγγα κρίνου στον χλοερό βουβώνα
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Οι πληγές του εκαίγανε σαν ήλιοι
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Και το πλήθος να σπάει τα παραθύρια
πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Πέντε η ώρα που βραδιάζει.
Αχ! Τι φριχτά στις πέντε που βραδιάζει.
Ήτανε πέντε σ΄ όλα τα ρολόγια,
ήτανε πέντε κι έπεφτε το βράδυ.
(Φ. Γκ. Λόρκα, απόσπασμα από το «Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσιεθ Μεχίας», μτφρ. Ν. Γκάτσος)

*Το ποίημα γράφτηκε από το Λόρκα το 1934, με αφορμή το θάνατο του καλύτερου του φίλου, Ignacio Sanchez Mejias σε ταυρομαχία.

 

-Γ. Ρίτσος, «Καμμιὰ φορὰ ποὺ βραδιάζει…»
«…Καμμιὰ φορὰ ποὺ βραδυάζει, καὶ σηκώνουμε τὸ κεφάλι, []

εἶναι μιὰ μυγδαλιά ποὺ σεργιανάει σά νύφη στὸ περβόλι,

φωτάει μὲ τ’ ἄσπρα της λουλούδια τὸ πηγάδι, τὸ γουρούνι,

φωτάει τὴ ροῦγα κ’ ἡ ροῦγα μεγαλώνει,

πιὸ πέρα φέγγει τὸ βουνό σὰ γυάλινο ποτήρι,

πιὸ πέρα ἡ θάλασσα, ποὔχει στὸν ἀργαλειό της χτένι τὸ φεγγάρι…»

 

 

-Γ. Ρίτσος, «Σπάνια, κατὰ τὸ βράδυ…»

«Σπάνια, κατὰ τὸ βράδυ, ἐρχόταν κάποιο πλοῖο, / φώτιζε μὲ τοὺς ξένους φανούς του τὴν προκυμαία, / φώτιζε τοὺς βαρκάρηδες μὲ τ’ ἄγρια ἠλιοκαμμένα πρόσωπα… Τότε / [] τὸ κουρεῖο διέσχιζε τὸ στενό δρόμο σὰν κλειστό τετράγωνο καράβι, / μὲ τὶς δυό πολυθρόνες του, τοὺς δυό στενόμακρους καθρέφτες, τὰ δυό κομοδίνα του, / μὲ τὰ δυό κίτρινα λαμπιόνια του σὰ δυό μικρές σκουριασμένες ἄγκυρες / μόλις ἀνεβασμένες ἀπ’ τὸ βυθό, μὲ τὶς πετσέτες του / ἀπαθεῖς ἀπ’ τὸ ἄγγιγμα τόσων ξένων προσώπων / νωπές ἀκόμη… []

– – – -Καὶ τότε / ἔνιωθες πὼς σωπάσαν μονομιᾶς τὰ τζιτζίκια (σὰ νὰ κλείσαν κι ἄλλες πόρτες) / – ὥσπου ἔπεφτε ὁλότελα ἡ νύχτα κ’ ἔμενε ἡ ἐρημιά ἁπλωμένη / [] ἀσάλευτη κι ἄσπρη σὰ νεκρή… Τὸ φεγγάρι / κυριαρχοῦσε σὰν κραυγή ἀκατανόητης εὐτυχίας / ψηλά, πάνω ἀπ’ τοὺς καπνοδόχους τῶν ψαρόσπιτων… / Ἕνα κατάρτι κάτι ἔδειχνε, ἐδῶ ἢ ἐκεῖ, ἀκαθόριστο, σταματοῦσε..- / τίποτα δὲν εἶχε συνέχεια, / τίποτα δὲν εἶχε ἀρχή καὶ τέλος… Τ’ ἀστέρια / ἦταν μεγάλα καὶ φωτεινά πάνω ἀπ’ τὰ δέντρα…»

(Γ. Ρίτσος, Ποιήματα, Κέδρος)

 

 

-Μ. Αναγνωστάκης, [Όταν τα βράδια…]

«Όταν τα βράδια

Τρυπάς το στήθος μου μ’ ένα μαχαίρι

Και ψάχνεις να βρεις

Εδώ ένα περίπατο στ’ ακροθαλάσσι

Εκεί ένα καφενείο που το λέγαμε η «Συνάντηση»

Εκεί ένα σούρουπο ή ένα κρυμμένο βιβλίο —

Όχι, μα δεν την είχα εγώ αγαπήσει.

Αύριο, το ξέρεις, πως δε θα ’μαστε πια εμείς

Κι ύστερα θα σβηστεί κι η θύμησή μας

Και μια γυναίκα θα γερνά ύστερα από χρόνια

Μ’ ένα φορτίο ζωής αβάσταχτο ατέλειωτο

Και μια γυναίκα ίσως να κλαίει σε μια γωνιά

Το στήθος της να το τρυπά μ’ ένα μαχαίρι

Να ψάχνει νά βρει έναν περίπατο στ’ ακροθαλάσσι

Ένα βιβλίο κρυμμένο ή ένα σούρουπο.

(Και δε θα ’ναι για σένα, ούτε για μένα).»

(Μ. Αναγνωστάκης, Τα ποιήματα, Νεφέλη)

 

 

-Μ. Αναγνωστάκης, «Ποιήματα ποὺ μᾶς διάβασε ἕνα βράδυ ὁ λοχίας Οtto V…»

I

Σὲ δυὸ λεπτὰ θὰ ἀκουστεῖ τὸ παράγγελμα «Ἐμπρός»
Δὲν πρέπει νὰ σκεφτεῖ κανένας τίποτε ἄλλο
Ἐμπρὸς ἡ σημαία μας κι ἐμεῖς ἐφ᾿ ὅπλου λόγχη ἀπὸ πίσω
Ἀπόψε θὰ χτυπήσεις ἀνελέητα καὶ θὰ θὰ χτυπηθεῖς

Θὰ τραβήξεις μπροστὰ τραγουδώντας ρυθμικὰ ἐμβατήρια
Θὰ τραβήξεις μπροστὰ ποὺ μαντεύονται χιλιάδες ἀνήσυχα μάτια
Ἐκεῖ ποὺ χιλιάδες χέρια σφίγγονται γύρω ἀπὸ μία ἄλλη σημαία
Ἕτοιμα νὰ χτυπήσουν καὶ νὰ χτυπηθοῦν.

Σ᾿ ἕνα λεφτὸ πρέπει νὰ μᾶς δώσουν τὸ σύνθημα
Μιὰ λεξούλα μικρὴ ποὺ σὲ λίγο ἐξαίσια θὰ λάμψει.

(Κι ἐγὼ ποὺ ἔχω μία ψυχὴ παιδικὴ καὶ δειλὴ
Ποὺ δὲν θέλει τίποτε ἄλλο νὰ ξέρει ἀπὸ τὴν ἀγάπη
Κι ἐγὼ πολεμῶ τόσα χρόνια χωρίς, Θέ μου, νὰ μάθω γιατί
Καὶ δὲ βλέπω μπροστὰ τόσα χρόνια παρὰ μόνο τὸ δίδυμο ἀδερφό μου.)

II

Σὲ τούτη τὴ φωτογραφία ἤμουνα νέος κοντὰ 22
χρονῶ. ἐδῶ εἶναι ἡ γυναῖκα π᾿ ἀγαποῦσα: ἡ
γυναῖκα μου
Τὴ λέγανε Μάρθα· ἔσφιγγε τὸ γιό μου μὲ λαχτάρα
στὴν ἀγκαλιά της
Δὲ μοῦ ῾πε: «χαίρομαι ποὺ πᾶς νὰ πολεμήσεις».
Ἔκλαιγε σὰν ἕνα μικρὸ κοριτσάκι.
Κι ἐδῶ κάποιο σπίτι παλιὸ μ᾿ ἕναν κῆπο στὴ μέση
καὶ μ᾿ ἄνθη…
…Θυμᾶσαι ὅταν ἤμασταν παιδιὰ εἴχαμε ἕνα ξύλι-
νο ἄλογο καὶ μία γυαλιστερὴ τρομπέτα
Τὰ βράδια ξαγρυπνούσαμε στὰ βιβλία μὲ τὶς ἀρ-
χαῖες ἡρωικὲς ἱστορίες
Τὸν ἀθῷο μας ὕπνο τυράννησαν οἱ ἀντίλαλοι τῶν
φημισμένων πολεμιστῶν
Ὕστερα τὰ ξεχάσαμε ὅλα αὐτὰ σὲ μία γωνιὰ γε-
λώντας γιὰ τὰ παιδιάστικα καμώματα.
Ἴσως αὔριο μιὰ τόση τρυπίτσα μοῦ χαράξει τό μέ-
τωπο
Ὢ μία τρυπίτσα ποὺ χωρᾷ ὅλο τὸν πόνο τῶν ἀν-
θρώπων
Ποιὸς εἶμαι; Ποῦ βρίσκομαι; Σκίστε τὰ ροῦχα
μου ἐδῶ μπροστὰ στὸ στῆθος
Ἴσως θὰ βρεῖτε ἀκόμα τ᾿ ὄνομά μου σκαλισμένο.
Ποιὸς τὸ θυμᾶται;
Ψάξτε τὰ ροῦχα μου ἀκόμα… Ἐδῶ ἤμουνα νέος
22 μόλις χρονῶ
Κι ἐδῶ μιὰ γυναῖκα ποὺ σφίγγει μὲ λαχτάρα ἕνα
παιδὶ στὴν ἀγκαλιά της.

(Ἔκλαιγε ἀλήθεια ὅταν ἔφευγα σὰν ἕνα μικρὸ κο-
ριτσάκι).

(Μ. Αναγνωστάκης, Τα ποιήματα, Νεφέλη)

 

 

-Ν. Βρεττάκος, «Βραδιάζει»

Βραδιάζει στόν κόσμο, τά παράθυρα κλείνουν
ἀνάβει τό φῶς καί τό ξένο δωμάτιο γίνεται
ὁ κόσμος. Τά λίγα βιβλία μου πᾶνε
κ’ ἔρχονται τότε, διασχίζουν τό χῶρο,
σά νἆναι πρόσωπα φιλικά πού στά χέρια τους
κρατᾶνε ψωμί, νερό φροῦτα, φάρμακα.
Κ’ ἕνα ἀπ’ ὅλα τή νύχτα, ἀνοιχτό στίς σελίδες
πού κλείνουν τά μάτια μου, μένει κοντά μου,
στήν κουβέρτα μου πάνω– φύλακας ἅγγελος
πού ἕπεσε μπρούμυτα κι ἀκούει τήν καρδιά μου.

(http://nikiforosvrettakos.gr/post/vradini-exomologisi-2014-05-24)

 

-Ν. Βρεττάκος, «Βραδινή ἐξομολόγηση»

«Κάθισε δίπλα μου, ἀντίκρυ στή δύση.
Ὁ ἥλιος χαμήλωσε κ’ ἔχω
πολλά νά σοῦ εἰπῶ.
Λοιπόν,
ὁ Ταΰγετος δέν ἦταν βουνό.
Δέν σέ ὑποψίασε τό ἀπίθανο ὕψος
καί τό ἀπίθανο φῶς πού τόν κάνουν
νά μοιάζει ὅπως ἕνα, πότε χρυσό
καί πότε γαλάζιο, πολυπτέρυγο
στόν ὁρίζοντα; Κι αὐτή του ἡ ἔξαρση
πού ἀνελίσσεται κάποτε καί χωρίζει
τ’ αστέρια σέ ἀπό κεῖ κι ἀπό δῶ;

Δέν ἦταν βουνό. Ἠταν τό πρῶτο ποίημα
πού ἀνοίγοντας τά μάτια μου
διάβασα, ὁ πρῶτος μου φίλος
πού συνόριαζε μέ τό φῶς.
Καί γι’ αὐτό:
μετονόμασα σέ Ταΰγετο τό ὅρος Ἀγάπη.»

(http://nikiforosvrettakos.gr/post/vradini-exomologisi-2014-05-24)

 

 

-«Μαρία Σκαμπαρδώνη, «Βραδιάζει…»

Βραδιάζει και απόψε.

Οι δρόμοι αδειάζουν, είναι η ώρα της μέθης του ύπνου.

Ώρα να μείνει η ψυχή μου γυμνή, τώρα όλα σιωπούν.

Εαυτέ μου μην κρύβεσαι άλλο πια, φανερώσου.

Βραδιάζει και απόψε.

Λίγα αυτοκίνητα, σπάνια περνούν στους δρόμους.

Στο δρόμο κανείς δε περπατεί.

Ποιος την ψυχή μου που πονάει άραγε θα δει;

Βραδιάζει και απόψε.

Στη μέθη του ύπνου όλοι έχουν ζαλιστεί.

Μόνο εγώ είμαι ξύπνια,

Πάλι μου λείπεις εσύ…

Κοιτάζω ψηλά τα αστέρια-

Πόσο μικρή είμαι άραγε!

Όλοι οι σεβντάδες και οι πίκρες

Χάνονται μεμιάς.

Φαντάσματα αποκτούν σώμα

Τύψεις και λόγια ανείπωτα με κυνηγούν.

Λόγια που είπα ή δεν είπα

Τις ώρες που οι άλλοι δε θα τα δουν.

Βραδιάζει.

Με εσένα πάλι ξενυχτώ.

Τη θύμησή σου μόνο

Έχω και στη μνήμη μου κρατώ.

Βραδιάζει.

Ποιος με βλέπει ,κανείς.

Τώρα θα κλάψω για σένα

,δε φοβάμαι μήπως με δεις.

Τα μέσα μου σπαράζουν

Ακόμα μία μέρα μακριά σου

Θα έδινα τα πάντα

Αυτό το βράδυ να ήμουν κοντά σου.

Βραδιάζει.

Τα μάτια μου κλείνουν.

Δεν αντέχουν άλλο ανοιχτά,

Ποθούν την ώρα εκείνη που στον ύπνο θα σε δουν.

Βραδιάζει…..»

(http://fractalart.gr/vradiazei/)

Advertisements

Single Post Navigation

12 thoughts on “Πες το με ποίηση (175ο): «Βράδυ»…

  1. Γιατί άλλαξε ο τρόπος σχολιασμού δεν μπορώ να καταλάβω….
    Ο.κ. επανήλθε στον προηγούμενο τρόπο σχολιασμού.

  2. Έλα, βρε Γιάννη, άσε τίποτα και για μας.

    *

    1. Το Πρωί και το Βράδυ

    Το πρωί
    βλέπεις το θάνατο
    να κοιτάζει απ’ το παράθυρο
    τον κήπο
    το σκληρό πουλί
    και την ήσυχη γάτα
    πάνω στο κλαδί
    έξω στο δρόμο
    περνάει
    τ’ αυτοκίνητο-φάντασμα
    ο υποθετικός σωφέρ
    ο άνθρωπος με τη σκούπα
    τα χρυσά δόντια
    γελάει

    και το βράδυ
    στον κινηματογράφο
    βλέπεις
    ό,τι δεν είδες το πρωί
    το χαρούμενο κηπουρό
    το αληθινό αυτοκίνητο
    τα φιλιά με το αληθινό ζευγάρι
    ότι δεν αγαπάει το θάνατο
    ο κινηματογράφος.

    ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ

    Βράδιασε (Δήμος Μούτσης & Νίκος Γκάτσος)

    2. Το βράδυ

    Τι ήταν αυτή η ξαφνική ευτυχία
    Άναβαν φώτα στις βεράντες της ψυχής μου
    ανέμιζε στα ολάνοιχτα παράθυρα
    μ’ ένα προχώρημα της άνοιξης
    δειλά μες στο αθέατο καλοκαίρι
    Τότε κατάλαβα τη νιότη μου ν’ ανοίγει
    σαν τα λουλούδια και τους στίχους να καρπίζει
    κήποι και ποιήματα ποτιστικά πλημμύρα
    όχι καρδιά μου τόση ευτυχία

    Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου

    ***

    3. Βραδινή πλάνη

    Αδέσποτες χορεύουν οι ζωές μας
    Ξηλώνουν και τους εφτά ουρανούς
    Κι οι πρόστυχες φοβισμένες ματιές μας
    Σφηνώνουν σ’ άδειους καιρούς

    Υγραίνοντας τη βραδινή μας πλάνη
    Μόνοι γλυκοφιλάμε το σκοτάδι

    Ανέραστες σβήνουν οι ηδονές μας
    Μαυρίζουν διψασμένα κορμιά
    Ψεύτικες τρομαγμένες οι φωνές μας
    Γκρεμίζουν τείχη φανταστικά

    Υγραίνοντας τη βραδινή μας πλάνη
    Μόνοι γλυκοφιλάμε το σκοτάδι

    Όταν ο χώρος με κυκλώνει σαν πνεύμα
    Με καθηλώνει η αλήθεια που σπρώχνω
    Καθώς αγγίζω το πιο όμορφο ψέμα
    Τελειώνω

    Γιάννης Αγγελάκας, Σάλια, μισόλογα και τρύπιοι στίχοι (1995)

    ***

    4.
    (7)
    Σκύβω εκεί κάθε βράδυ
    και αμολάω τα παραπονεμένα δίχτυα μου
    στα ωκεάνια μάτια σου.
    Εκεί απλώνεται και εκεί φουντώνει με φλόγες πανύψηλες
    η μοναξιά μου, πέρα δώθε στον αέρα
    υψώνοντας τα χέρια της σαν ναυαγός.
    Ανάβω κόκκινες φρυκτωρίες
    πάνω από τα εξόριστα μάτια σου
    που σαν τα κύματα έρχονται της θάλασσας
    και σκάνε στην ποδιά του φάρου.
    Αγναντεύεις μοναχή τα ερέβη,
    γυναίκα εσύ η αλαργινή και η πλησίον.
    μες απ’ το βλέμμα σου
    ώρες ώρες αναδύεται ο μακρύς γιαλός του τρόμου.

    Σκύβω εκεί κάθε βράδυ
    και μαζεύω τα παραπονεμένα δίχτυα μου
    από τη θάλασσα εκείνη
    που κλυδωνίζει τα ωκεάνια μάτια σου.
    Νυχτερινά πουλιά ραμφίζουνε τα πρώτα αστέρια
    που λάμπουν εκεί απάνω
    όπως λάμπει η ψυχή μου την ώρα που σ’ αγαπάω.
    Καλπάζει στη ράχη του μαύρου της κέλητα η νύχτα
    και τσαλαπατάει τα στάχια τα γαλαζιανά στον κάμπο.

    ΠΑΜΠΛΟ ΝΕΡΟΥΔΑ

    Σαβίνα Γιαννάτου ~ Το βράδυ

    5. ΤΑ ΚΛΕΙΣΤΑ ΠΑΡΑΘΥΡΑ

    Σάν ἔρχεται ἥσυχα τό βράδυ
    καί τό παιχνίδι σταματᾶ,
    γύρω –τριγύρω τό σκοτάδι
    βλέπω παράθυρα κλειστά.

    Εἶναι σέ πολυκατοικίες
    καί σέ σπιτάκια φτωχικά.
    Ποιός ξέρει πόσες δυστυχίες
    νά κλείνουν, Θέ μου, μυστικά.

    Καί μές ἀπό τά ξώφυλλά τους,
    -πράσινα καί καφέ καί γκρί-,
    πόσοι νά ζοῦν στή μοναξιά τους,
    νά νοιώσει τάχα, ποιός μπορεῖ;

    Σάν ἔρχεται ἥσυχα τό βράδυ
    καί τό παιχνίδι σταματᾶ,
    κοίταξε, Θέ μου, στό σκοτάδι,
    πόσα πάράθυρα κλειστά,

    Προσμένουν μές ἀπό τίς γρίλιες,
    ἄχ, τή δική Σου τή χαρά,
    καί πόσες – μιά καί δυό καί χίλιες;-
    καρδιές ζητᾶνε δυό φτερά,

    γιά νά τ᾽ ἀνοίξουν μές στό βράδυ,
    Θέ μου, στή χάρη Σου μπροστά
    κι ἄς εἶναι γύρω τους σκοτάδι
    καί τά παράθυρα κλειστά.

    Ἀντώνης Σαμαράκης, Ποιήματα, Καστανιώτη, Ἀθήνα 2008

    ***

    6. ΕΨΕΣ ΤΟ ΒΡΑΔΥ ΣΕ ΕΙΔΑ ΣΤ’ ΟΝΕΙΡΟ ΜΟΥ

    Φωνή και ούτι
    Αμάν!
    Βγήκε κι αυτή η ανάσα…
    μνήμες την έπνιγαν
    πείσματα τη σπρώχναν,
    ουλές την ομορφαίναν.
    Έρωτες πόνου,
    κρυφοί σαν
    την ελπίδα
    άγριοι
    όπως κάθε σαρκοφάγου,
    που συνήθως
    πεινά.
    Αμάν !
    Κι απ΄ εδώ και κάτω
    δάκρυα βγαίνουν
    Χασούρες
    λάθη
    γλύκα υγρή,
    γι΄ αυτό
    ‘’κοίτα με
    κι από τη μέση
    και χάμω’’
    Τσιφτετέλι,
    επιτάφιος.

    Νίκος Κυριακίδης

    7.
    Ι
    […]
    Ὅλα ἔχουν τώρα τὴν εὐπρέπεια αὐτῶν ποὺ ἀποσύρονται
    τὰ χέρια τῶν ἀγαπημένων μας ψάχνοντας γιὰ ἄλλες χειροπέδες
    κι ἡ ἄμπωτη ἀπ’ τὰ σπασμένα κρύσταλλα τοῦ ἔρωτα
    κι ὁ δήμιος ποὺ τελειώνει τὴ δουλειά του καὶ κάνει τὸ σταυρό του
    καὶ γυρνάει κι αὐτὸς στὸ σπιτικό του
    ὅλα ἔχουν τὴν εὐπρέπεια αὐτῶν ποὺ ἀποσύρονται
    καὶ μόνο ἡ φωνὴ μίας γυναίκας νὰ τρέμει καὶ νὰ τρίζει σὰ σπασμένη σκάλα

    «… τὸ βράδυ μὴν ἀργήσεις…»
    ποιὸ βράδυ, θεέ μου, τί νὰ μὴν ἀργήσω
    μέσα σ’ αὐτὸ τὸ ἀβυσσαλέο παθητικὸ τοῦ χρόνου[…]

    Βύρων Λεοντάρης, απόσπασμα

    Βίκυ Μοσχολιού – Σήμερα βράδιασε νωρίς

    8. Μόνος ήρθα κάποιο βράδυ….

    Μόνος ήρθα κάποιο βράδυ, –κι ήσαν όλοι, γύρω μόνοι,
    κι όλοι ξένοι, τραγουδάμε, μες στη νύχτα που σιμώνει

    Κι όσο ζω, κι όσο μαθαίνω, τόσο νιώθω, αλίμονο μου,
    το βαθύ και το μεγάλο κι απροσμέτρητο κενό μου!

    Tη στιγμή του σταυρωμού μου και για μόνη συντροφιά μου,
    μόλις ένιωσα τα χέρια που σταυρώσαν τα καρφιά μου.

    Μόνος ήρθα, κάποιο βράδυ, μόνος πόνεσα για λίγο,
    μόνος έζησα του κάκου, –κι όπως ήρθα και θα φύγω.

    Τ’ είναι τάχα, για τους άλλους, ο χαμός ενός ατόμου;
    –κι όπως ήρθα, και θα φύγω, μόνος μες στο θάνατό μου.

    Ναπολέων Λαπαθιώτης

    ***

    9. ΡΟΔΟΔΑΦΝΕΣ

    Βραδιάζει. Μια ρομβία ακούγεται να παίζει πίσω απ’ τα δέντρα.
    Δυο ζητιάνοι στέκονται έξω απ’ την πόρτα του δειλινού.
    Κοιτάω τις ροδοδάφνες και κλαίω.

    Τάσος Λειβαδίτης: Τα Χειρόγραφα του Φθινοπώρου

    ***

    10. Είσοδος

    Όποιος και να ‘σαι : Το βράδυ να βγεις έξω απ’ το δωμάτιο σου
    εκεί μέσα τα γνωρίζεις όλα
    σαν τον ουρανό, πριν από τον ορίζοντα, το σπίτι σου είναι
    Όποιος και να ‘σαι
    Με τα μάτια σου , τα κουρασμένα,
    μόλις λευτερωθούν από το φαγωμένο σου κατώφλι,
    Σιγά-σιγά σηκώνεις ένα δέντρο μαύρο και μπρος στον ουρανό το στήνεις
    λυγερό , μονάχο,
    Και τον κόσμο δημιούργησες,. Κι είναι μεγάλος
    Κι είναι σαν λόγος , που ακόμη, στην σιωπή, ωριμάζει.
    Κι όπως την έννοια του συλλαβαίνει η θέλησή σου,
    τρυφερά, τα μάτια σου, τον απολευτερώνουν.

    Rainer Maria Rilke, Από το βιβλίο των Εικόνων, Μετ: Άρης Δικταίος

  3. Και για να συνδράμω κι εγώ κατά το ελάχιστο… :

    http://pistos-petra.blogspot.gr/2015/10/ta-vradia-klaime.html

    • Σ’ ευχαριστούμε πολύ, Petra!!!..Ωραιότατο το κείμενό σου με το συδυασμό του δικού σου λόγου με τον ποιητικό λόγο του Λειβαδίτη!!!

  4. Ciao Aggeliki!!!… Μα πώς δε σ’ αφήνω, τόσα πολλά ωραία που παρέθεσες ξεπέρασες και την κύρια ανάρτησή μου!!!

    -«Τι παγερή βραδιά πέρασα γυρεύοντας σε…
    Χτύπησα όλες τις πόρτες ρωτώντας τους ανθρώπους
    – μα δε σε ήξεραν.
    Κι όμως σ’ αυτών των ανθρώπων τα μάτια
    Εγώ σε γνώρισα
    Κι όμως σ’ αυτών των ανθρώπων τα μάτια
    Σ’ αγάπησα δίχως όνομα και δίχως δόξα.»
    (Βύρων Λεοντάρης)

    -«Τὸ βράδυ ἔχω βρεῖ ἕναν ὡραῖο τρόπο νὰ κοιμᾶμαι.
    Τοὺς συγχωρῶ ἕναν-ἕναν ὅλους.
    Ἄλλοτε πάλι θέλω νὰ σώσω τὴν ἀνθρωπότητα,
    ἀλλὰ ἐκείνη ἀρνεῖται.»
    (Τάσος Λειβαδίτης)

    -«Για να πάρει τέλος πια η αδικία στον κόσμο…
    Θα ξαναβρεθούμε μια μέρα.
    Και τότε
    όλα τα βράδια κι όλα τ’ άστρα κι όλα τα τραγούδια
    θα ’ναι δικά μας».
    (Τάσος Λειβαδίτης)

    -«Το βράδι έπεσε αθόρυβα κι ανέκκλητα
    σαν τη σκιά του αιώνιου χωρισμού πάνω από έναν μεγάλον έρωτα.
    Ανάβουν τα φώτα, οι απίθανες ρεκλάμες στους κινηματογράφους,
    οι βιτρίνες με τους απαγορευμένους παραδείσους ,
    μεταξωτά, μισόγυμνα φορέματα με πόδια και κεφάλι
    παριστάνοντας απεγνωσμένα τις γυναίκες, λαχεία, νοσταλγίες,
    τα μπαρ με τα ξένα ονόματα, κι οι τράπεζες που κλείνουν,
    τα σκοτεινά χρηματοκιβώτια σα μεγάλα υδρωπικά φέρετρα
    κι οι υπάλληλοι που πηγαινόρχονται πάνω στις άσπρες
    και μαύρες πλάκες, σαν τα θλιβερά πιόνια
    σ’ ένα πελώριο φανταστικό σκάκι – αόρατα χέρια
    παίζουν ένα παιχνίδι τρομερό.

    Είναι αργά, αύριο », λέει ο θυρωρός της πολυκατοικίας,
    η γυναίκα κρατάει αγκαλιασμένο ένα παλιό, ξεθωριασμένο εικόνισμα μιας αγίας,
    «μα είναι θαυματουργό », κλαίει εκείνη, σ’ έναν κόσμο
    που κανείς δεν πιστεύει
    κι ο θυρωρός κλείνει τη βαρειά τζαμωτή πόρτα
    κατάμουτρα στις δυο άγιες θλιμμένες γυναίκες. Και πέφτει το βράδυ.»
    (Τάσος Λειβαδίτης)

    -«Φορές-φορές, τὴν ὥρα ποὺ βραδιάζει, ἔχω τὴν αἴσθηση πὼς ἔξω ἀπ᾿ τὰ παράθυρα περνάει ὁ ἀρκουδιάρης μὲ τὴν γριὰ βαριά του ἀρκούδα μὲ τὸ μαλλί της ὅλο ἀγκάθια καὶ τριβόλια σηκώνοντας σκόνη στὸ συνοικιακὸ δρόμο ἕνα ἐρημικὸ σύννεφο σκόνη ποὺ θυμιάζει τὸ σούρουπο καὶ τὰ παιδιὰ ἔχουν γυρίσει σπίτια τους γιὰ τὸ δεῖπνο καὶ δὲν τ᾿ ἀφήνουν πιὰ νὰ βγοῦν ἔξω μ᾿ ὅλο ποὺ πίσω ἀπ᾿ τοὺς τοίχους μαντεύουν τὸ περπάτημα τῆς γριᾶς ἀρκούδας -κ᾿ ἡ ἀρκούδα κουρασμένη πορεύεται μὲς στὴ σοφία τῆς μοναξιᾶς της, μὴν ξέροντας γιὰ ποῦ καὶ γιατί -ἔχει βαρύνει, δὲν μπορεῖ πιὰ νὰ χορεύει στὰ πισινά της πόδια δὲν μπορεῖ νὰ φοράει τὴ δαντελένια σκουφίτσα της νὰ διασκεδάζει τὰ παιδιά, τοὺς ἀργόσχολους τοὺς ἀπαιτητικοὺς καὶ τὸ μόνο ποὺ θέλει εἶναι νὰ πλαγιάσει στὸ χῶμα ἀφήνοντας νὰ τὴν πατᾶνε στὴν κοιλιά, παίζοντας ἔτσι τὸ τελευταῖο παιχνίδι της, δείχνοντας τὴν τρομερή της δύναμη γιὰ παραίτηση, τὴν ἀνυπακοή της στὰ συμφέροντα τῶν ἄλλων, στοὺς κρίκους τῶν χειλιῶν της, στὴν ἀνάγκη τῶν δοντιῶν της, τὴν ἀνυπακοή της στὸν πόνο καὶ στὴ ζωὴ μὲ τὴ σίγουρη συμμαχία τοῦ θανάτου -ἔστω κ᾿ ἑνὸς ἀργοῦ θανάτου- τὴν τελική της ἀνυπακοὴ στὸ θάνατο μὲ τὴ συνέχεια καὶ τὴ γνώση τῆς ζωῆς ποὺ ἀνηφοράει μὲ γνώση καὶ μὲ πράξη πάνω ἀπ᾿ τὴ σκλαβιά της.»
    (Γ. Ρίτσος, Η σονάτα του σεληνόφωτος [Απόσπασμα])

    -«Χτες βράδυ δεν κοιμήθηκαν καθόλου τα παιδιά. Είχανε κλείσει
    ένα σωρό τζιτζίκια στο κουτί των μολυβιών, και τα τζιτζίκια
    τραγουδούσαν κάτου απ’ το προσκεφάλι τους ένα τραγούδι
    που το ξέραν τα παιδιά από πάντα και το ξεχνούσαν
    με τον ήλιο.
    Χρυσά βατράχια κάθονταν στις άκρες των ποδιών χωρίς να βλέπουν
    στα νερά τη σκιά τους, κι ήτανε σαν αγάλματα μικρά
    της ερημιάς και της γαλήνης.
    Τότε το φεγγάρι σκόνταψε στις ιτιές κι έπεσε στο πυκνό χορτάρι.
    Μεγάλο σούσουρο έγινε στα φύλλα.
    Τρέξανε τα παιδιά, πήραν στα παχουλά τους χέρια το φεγγάρι
    κι όλη τη νύχτα παίζανε στον κάμπο.
    Τώρα τα χέρια τους είναι χρυσά, τα πόδια τους χρυσά, κι όπου
    πατούν αφήνουνε κάτι μικρά φεγγάρια στο νοτισμένο
    χώμα.
    Μα, ευτυχώς, οι μεγάλοι που ξέρουν πολλά, δεν καλοβλέπουν.
    Μονάχα οι μάνες κάτι υποψιάστηκαν.
    Γι’ αυτό τα παιδιά κρύβουνε τα χρυσωμένα χέρια τους στις
    άδειες τσέπες, μην τα μαλώσει η μάνα τους που όλη τη
    νύχτα παίζανε κρυφά με το φεγγάρι.»
    (Γ. Ρίτσος, Ονειρο καλοκαιρινού μεσημεριού [απόσπασμα])

    -Θωμάς Γκόρπας, «Το βράδυ»

    «Φεύγει το βράδυ
    σαν το νερό της θάλασσας σαν το ποτάμι
    σαν το βαπόρι της γραμμής στο βραδινό κανάλι
    σαν δάκρυ από το μάτι σαν τον πόνο και σαν κάτι
    πολύ αγαπημένο τόσο αγαπημέ νο που έμεινε μακρινό και ξένο
    φεύγει το βράδυ αυτό σαν τον ξεζουμισμένο υπηρέτη απ’ το παλάτι
    τ’ άλλο σαν γκόμενα μιας νύχτας σε διπλό κρεβάτι νοικιασμένο
    σαν τα πικρά τα λόγια απ’ τα γλυκά της χείλια σαν τα χείλια
    και σαν το χρόνο που κυλάει μες στα πλούσια σαλόνια
    σαν την άνοιξη και σαν τ’ αηδόνια
    σαν τους φίλους σαν τα φύλλα σαν τα χρώματα
    τα καρδιοχτύπια τα παράπονα τα χρόνια…

    θέλω κ’ εγώ να φύγω μες στο βράδυ και να χαθώ
    αλλά θυμάμαι σένανε που λιώνεις το σκοτάδι
    δεν κλαις δεν παίρνεις πίσω τη βαριά κουβέντα
    δε λες το ναι να τελειώνεις πια και να γλιτώσεις
    δεν υπογράφεις δεν αντέχεις να ξεχάσεις…

    θέλω να φύγω κ’ εγώ σαν ένα βράδυ και να χαθώ
    μα έλα που θυμάμαι σένανε που έχεις ξεχάσει
    ωραία μέρη κυριακές και γλύκες κ’ έγινες
    έκπαγλο κόντρα ανάμεσα σε μένα και το βράδυ
    σπάζοντας πράσινα άλογα γιορτές και παραμύθια…

    μου έρχεσαι σαν παιδί μ’ αληθινά φτερά στην πλάτη
    σαν άντρας αμετάπειστος μες σε βαθύ γαλάζιο
    πατάς πάνω στο βράδυ σάμπως να πατάς σε πτώμα
    τι λαϊκό περπάτημα τι αέρας και τι μάτια
    τι φλόγα πως με σκίζεις μ’ έκανες κομμάτια.
    Ποιος είναι αυτός που σε καταφρονεί καλέ μου
    για την τρελή σου αγάπη για ένα πρόσωπο δικό σου
    βασανισμένο μα δικό σου ποιος να τον καρφώσω!»
    (Θ. Γκόρπας, Τα ποιήματα, Κέδρος)

    -Κωσταντίνου Χατζόπουλου, «Και θαμπό ήρθε το βράδυ»

    Και θαμπό ήρθε το βράδυ
    και θλιμμένο και αχνό —
    Σου είναι ο πόνος μου χάδι
    κι ας θαρρής δεν πονώ.
    Και το θρύλο σού λέει
    σιγαλά του βραδιού,
    και το λέει και κλαίει
    σαν αχός τραγουδιού,
    σαν καμπάνα που σπάζει
    με αργό θρήνο σιγό
    και στο δρόμο με κράζει,
    και σε κράζω κι εγώ.
    [Κωσταντίνος Χατζόπουλος, Τα ποιήματα, Νεοελληνική Βιβλιοθήκη-Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήνα 1992, σ. 296]

  5. Περιμένοντας τὸ βράδυ

    Δὲν ξέρω πῶς, δὲν ξέρω ποῦ, δὲν ξέρω πότε, ὅμως τὰ βραδιὰ
    κάποιος κλαίει πίσω ἀπὸ τὴν πόρτα
    κι ἡ μουσικὴ εἶναι φίλη μας – καὶ συχνὰ μέσα στὸν ὕπνο
    ἀκοῦμε τὰ βήματα παλιῶν πνιγμένων ἢ περνοῦν μὲς
    στὸν καθρέφτη πρόσωπα
    ποῦ τὰ εἴδαμε κάποτε σ᾿ ἕνα δρόμο ἡ ἕνα παράθυρο
    καὶ ξανάρχονται ἐπίμονα
    σὰν ἕνα ἄρωμα ἀπ᾿ τὴ νιότη μᾶς – τὸ μέλλον εἶναι ἄγνωστο
    τὸ παρελθὸν ἕνα αἴνιγμα
    ἡ στιγμὴ βιαστικὴ κι ἀνεξήγητη.
    Οἱ ταξιδιῶτες χάθηκαν στὸ βάθος
    ἄλλους τοὺς κράτησε γιὰ πάντα τὸ φεγγάρι
    οἱ καγκελόπορτες τὸ βράδυ ἀνοίγουνε μ᾿ ἕνα λυγμὸ
    οἱ ταχυδρόμοι ξέχασαν τὸ δρόμο
    κι ἡ ἐξήγηση θὰ ᾿ρθεῖ κάποτε
    ὅταν δὲν θὰ χρειάζεται πιὰ καμία ἐξήγηση

    Ά, πόσα ρόδα στὸ ἡλιοβασίλεμα – τί ἔρωτες Θέε μου, τί ἡδονὲς
    τί ὄνειρα,
    ἂς πᾶμε τώρα νὰ ἐξαγνιστοῦμε μὲς στὴ λησμονιά.

    Τ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

    Ἀναστολή

    Ὅ,τι ὀνειρεύτηκα τόσα καὶ τόσα βράδια,
    ὅ,τι πεθύμησα μὲ τόση ἀλλοφροσύνη,
    ὅ,τι σχεδίασα μὲ τόσο πυρετό,
    μόλις σὲ δῶ, γλυκιά μου ἐξουθένωση,
    στὰ μάτια καὶ τὰ χείλη τὸ ἀναστέλλω,
    γιὰ μία στιγμὴ πιὸ ἀπελπισμένη τὸ ἀναβάλλω,
    γιατί μονάχα ὅταν τὰ χέρια μου σὲ χάνουν,
    ἡ πονεμένη φαντασία μου σὲ κερδίζει.
    Ντῖνος Χριστιανόπουλος
    (ἀπὸ τὴ Συλλογή: «Ξένα Γόνατα»)

    Τι όνειρα αντέχεις να ονειρεύεσαι;

    Ένα βράδυ είδα ένα τρομακτικό όνειρο: η πραγματικότητα είχε γίνει ένας απόκρημνος βράχος που πάνω του ήταν αλυσοδεμένοι οι άνθρωποι. Ένας γύπας κάθε πρωί τους έτρωγε τη μνήμη: δίχως το βάρος του χθες άρχιζαν εύκολα την κάθε μέρα και μπορούσαν στη χαρά να δίνονται. Δίχως τη γνώση του χθες κόπιαζαν κάθε φορά από την αρχή στη λύπη. Τη νύχτα όμως το φεγγάρι ξανάτρεφε τη μνήμη. Έρχονταν λέξεις εύθυμες, όπως και λέξεις του θυμού, της απορίας, της ντροπής, και γνώση της ζωής διαβάζονταν τα λάθη… ώσπου ο γύπας ελευθέρωνε απ” τον πόνο και τιμωρούσε απ” την αρχή με νέα λήθη. Ξύπνησα ιδρωμένη. Όλη τη μέρα έσκαβα στη μνήμη χαμένα ονόματα και απολεσμένους τόπους. Όλη τη νύχτα λύπες επούλωνα

    ΜΑΡΙΑ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ

    Ένα βράδυ ο κόσμος

    Ηρεμία, βαθιά, ελαφρό τοπίο
    που θαρρείς πως στηρίζεται στο φως
    κ’ επιπλέει και μαζί του ο ουρανός
    μετακινιέται απάνω του όλος θείο
    χρώμα απ’ τη δύση. Τι ‘ναι ένα βιβλίο;
    Τι’ ναι ένας ποιητής εμπρός σ’ αυτό;
    Αεράκι έχει γίνει φωτεινό
    το βαρύ που είχα πάνω μου φορτίο.
    Και δεν ξέρω που πρέπει να στραφώ
    και δεν ξέρω σε ποιον πρέπει να ειναι.
    Νικηφόρου Βρεττάκου

  6. Καλά, καλά, καλά. Καλά, καλά καλά.

    «Μια βραδιά στο Λεβερκούζεν», Γιώργος Νταλάρας-Πυξ Λαξ

    Το βράδυ της γιορτής

    Νύχτα γλυκιά και ξάστερη, χωρίς αέρα
    Πάνω από τις σκεπές και μέσα στις αυλές
    Ήσυχη στέκεται η σελήνη, και φαίνονται μακριά
    Γαλήνια τα βουνά. Αγαπημένη μου
    Τώρα σιωπούν τα μονοπάτια, και στα μπαλκόνια
    Έμειναν λίγα φώτα, εδώ κι εκεί.

    Εσύ κοιμάσαι, με εύκολο ύπνο
    Στα ήσυχα δωμάτιά σου, χωρίς έγνοιες
    Κι ούτε φαντάζεσαι ούτε ξέρεις την πληγή
    Που μου άνοιξες στο στήθος.
    Κοιμάσαι. Βγαίνω να χαιρετήσω
    Αυτόν τον ουρανό, που μοιάζει τόσο ευγενικός
    Και την αρχαία φύση, την παντοδύναμη
    Που μ’ έπλασε για πόνο.

    Σε σένα αρνούμαι την ελπίδα, μου λέει
    Και την ελπίδα ακόμα, και τα μάτια σου
    Θα λάμπουν μόνο από το κλάμα.

    Ήταν μια μέρα γιορτινή. Τώρα από τα παιχνίδια
    Αναπαύεσαι, κι ίσως στα όνειρά σου
    Θυμάσαι πόσους γοήτευσες, και πόσους θαύμασες
    Εμένα όχι, δεν το ελπίζω
    Να βρίσκομαι στη σκέψη σου. Κι ενώ ρωτώ
    Πόση ζωή μου μένει, εδώ στο χώμα πέφτω
    Φωνάζω, τρέμω. Αχ, μαύρες μέρες, τρομερές
    Σε τόσο πράσινη ηλικία! Από το δρόμο
    Ακούω του εργάτη το μοναχικό τραγούδι
    Που αργά τη νύχτα στο φτωχό του πανδοχείο
    Επιστρέφει μετά τις διασκεδάσεις
    Και σφίγγεται η καρδιά μου, σκέφτομαι
    Πως όλα στον κόσμο περνούν
    Και δεν αφήνουν πίσω σχεδόν τίποτα.

    Έφυγε η γιορτή, κι έρχεται αμέσως
    Η μέρα η κοινή, κι ο χρόνος παίρνει
    Ό, τι έχει συμβεί. Πού είναι τώρα ο ήχος
    Των αρχαίων λαών; Πού είναι η κραυγή
    Των διάσημων προγόνων μας, η Ρώμη εκείνη
    Η αυτοκρατορία, πού είναι οι στρατοί
    Ο αχός τους, που ταξίδεψε σε γη και ωκεανό;
    Όλα είναι ειρήνη και σιωπή, ακίνητος ο κόσμος
    Κανείς πια δεν μιλά γι’ αυτούς.

    Όταν ήμουν παιδί και με λαχτάρα
    Περίμενα τη μέρα της γιορτής
    Έμενα ξύπνιος, αφού είχε τελειώσει
    Κι υπέφερα, πάνω στο μαξιλάρι. Αργά τη νύχτα
    Ένα τραγούδι που ακουγόταν απ’ το δρόμο
    Μακριά, και να πεθαίνει λίγο-λίγο
    Μου έσφιγγε όπως τώρα την καρδιά.

    Τζιάκομο Λεοπάρντι, “Η νύχτα απομένει”, μετ. Λένα Καλλέργη, Γαβριηλίδης

    Πάνος Κατσιμίχας – Μια βραδιά στο λούκι

  7. Σ’ ευχαριστώ πολύ, φίλε Γρηγόρη!!!

    -Γ. Ρίτσος, «Κίτρινο βράδυ»
    «Ένα φεγγάρι – ψάρι κρέμεται στον ουρανό
    ένα μικρό μαχαίρι – σύννεφο το ξελεπιάζει
    ένα ποτάμι χρυσά λέπια τρέμουνε στη θάλασσα.

    Το φεγγάρι δεν έχει αίμα, -κίτρινο σαν πεθαμένο.
    Το ‘να στόμα είναι κλειστό. Τα’ άλλο φιλάει. Α, κίτρινα
    φιλιά, κι ο πεθαμένος δεν μπορεί να πεθάνει.»
    (Γ. Ρίτσος, Ποιήματα, τ. 3ος, Κέδρος)

  8. Ciao Aggeliki!!!

    *Επανέρχομαι με Ρίτσο και Λεοντάρη και πάλι…

    -«…Kάθε που βραδιάζει με το θυμάρι τσουρουφλισμένο στον κόρφο
    της πέτρας
    είναι μια σταγόνα νερό που σκάβει από παλιά τη σιωπή ώς το
    μεδούλι
    είναι μια καμπάνα κρεμασμένη στο γερο-πλάτανο που φωνάζει
    τα χρόνια…»
    (Γ. Ρίτσος)

    -Γ. Ρίτσος, «Βραδινό»

    «Δυο γυναίκες ανηφορίζουν στο βουνό. Κουρασμένες.
    Η μια κρατάει ένα παλιό λαδοφάναρο. Το δείλι έχει σβήσει.
    Θα νυχτωθούν καταμεσής στο δάσος. Ο άνεμος
    δε θ’ αφήσει ν’ ανάψουν το φανάρι. Βάλε το χέρι σου- είπε-
    μπροστά σ’ εκείνο τ’ άστρο, μη το σβήσει ο αγέρας.
    Όχι μόνο για σένα. Οι δυο γυναίκες ανεβαίνουν μόνες μες στη
    νύχτα.»
    (Γ. Ρίτσος, Ποιήματα, τ. 3ος, Κέδρος)

    -Γ. Ρίτσος, «Βραδιάζει»

    «Έσβησε η δύση αντίκρυ στον καθρέφτη της κρεβατοκάμαρας.
    Απ’ ώρα έχουν γυρίσει πίσω οι γυμνασιόπαιδες.
    Βαθύς, θλιμμένος ουρανός, αμίλητος,
    κι ο γαλατένιος ίσκιος του στα τζάμια.

    Τα σπίτια των ψαράδων λυπημένα
    σαν όταν ήμαστε παιδιά κι έφευγε καταμόναχη η μητέρα
    και βούιζε το σφύριγμα του πλοίου μες στις κάμαρες
    εκεί ακριβώς στις άδειες θέσεις απ’ τις καφετιές βαλίτσες της.

    Ύστερα ο υπηρέτης άναβε τη λάμπα της τραπεζαρίας
    και βγαίναν απ’ τον ίσκιο μακρινά τα πρόσωπα
    όπως αδειάζει ο κυνηγός το σάκο του στο μπλε τραπεζομάντηλο
    και πέφτουν πέντε κίτρινα πουλιά με κλεισμένες φτερούγες.»
    (Γ. Ρίτσος, Ποιήματα, τ. 3ος, Κέδρος)

    -Βύρων Λεοντάρης, «VII»

    Ο φίλος με τα τριαντάφυλλα

    Ήτανε βράδυ ήταν καπνός πολύς μες στο δωμάτιο δεν έβλε-
    πα καλά
    καθώς μιλούσαμε το φως θρυμματιζόταν μες στα λόγια μας
    «…πάντα μας λέγανε να χτίσουμε, μα ωστόσο
    στο οικόπεδο εγώ φύτεψα τριαντάφυλλα
    φέρνω νερό από μακριά και το ποτίζω χρόνια τώρα.
    Ξέρω πως θα μου πεις: το σπίτι,
    πότε θα χτίσουμε το σπίτι; Μα φοβάμαι,
    φοβάμαι το κουβαλητό της πέτρας, το τσιμέντο,
    τη σκόνη που θα πνίξει τα τριαντάφυλλα…».

    Ήτανε βράδυ ήταν καπνός πολύς δεν έβλεπα καλά
    και τα σκοτάδια όλο και σε κερδίζανε από μένα.
    Το χέρι σου ‘σφιξα, καλέ μου φίλε
    κι απ’ των χεριών το σφίξιμο, άξαφνα
    ένα πουλί παράξενο πετάχτηκε
    και το σπαραχτικό του φτεροκόπημα
    γέμισε το δωμάτιο, τον αγέρα, γέμισε τον κόσμο
    -ω, ποιος θ’ αντέξει τη ζωή του ως το τέλος;»
    (Β. Λεοντάρης, Ψυχοστασία, ύψιλον/βιβλία)

  9. Νατάσσα Μποφίλιου – Βραδιάζει γύρω

    12. «Ένα βράδυ στο σταθμό»

    «Τι θλιβερό πράμμα ο Σταθμός,
    που μόλις νάχη φύγει το τραίνο.
    Ούτε στιγμή, μόλις που εδώ
    στις ράγιες του βαριά σταματημένο
    και πηγαινόρχονταν γοργά,
    ανίδεα γελώντας ταξειδιώτες.
    Κι όσοι που μείνανε κι αυτοί
    δεν έχουνε την όψη τους σαν τότες.

    Η άδεια θέση κ’ η σιωπή
    μεσ’ στο Σταθμό που τούφυγε το τραίνο.
    Κι αυτοί που μείνανε σκορπούν
    κ’ έχουν το βήμα το αποφασισμένο
    όσων τη μοίρα ακολουθούν.
    Κάθε φορά τους φεύγει κι από κάτι
    και κείνοι μένουν στο Σταθμό
    λυγίζοντας το θολωμένο μάτι.

    Στρέφουν στα ίδια θαρρετοί
    δήθεν κ’ η πλάτη τους κυρτώνει πίσω.
    -Καταραμένε χωρισμέ,
    όμως και σένα απόψε θα αγαπήσω.
    Γιατί το “χαίρε” ήταν γλυκό
    καθώς το χέρι σειόταν στον αέρα,
    απ’ το μαντίλι πιο λευκό
    κι απ’ τον ανθό, σα φως που έφευγε πέρα,
    που δεν το είχα δει ποτέ,
    τόσο γαλήνια ωραίο τ’ όραμά σου.
    Καταραμένε χωρισμέ,
    μου τρέμουν τα χείλη στ’ όνομά σου.»

    (Μαρία Πολυδούρη, Τα ποιήματα, γράμματα)

    Βασίλης Παπακωνσταντίνου – Βράδυ Σαββάτου

    13. BΡΑΔΥ, ΜΕ ΤΟ ΤΡΕΝΟ

    Να ‘χα έστω μια φωτογραφία σου στο πορτοφόλι
    Να σκύψω στα κρυφά να τη φιλήσω,

    Τώρα που περνάμε, βράδυ, με το τρένο
    Απ’ την Ξάνθη
    Κι έξω οι λάμπες του σταθμού
    Φωτίζουνε τις άδειες λεμονάδες
    Που αφήσανε οι φαντάροι στα τραπέζια.

    ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ

    Γ. ΝΤΑΛΑΡΑΣ : ΚΑΘΕ ΒΡΑΔΥ ΘΑ ΣΕ ΠΕΡΙΜΕΝΩ

    14. Βραδινὴ Φωτιά

    – Θυμᾶσαι τὴ φτωχούλα τὴν καλύβα
    στὸ πλούσιο δάσος, πέρα ἀπ᾿ τὸ χωριό;
    – Θυμᾶμαι τὴν καλύβα τὴ φτωχούλα, σὰν ξωκλήσι καὶ σὰν ἀσκηταριό.

    —Τον ἀσκητὴ θυμᾶσαι τῆς καλύβας; (Τάχα κλέφτης; καλόγερος; βοσκός;)
    – Θυμᾶμαι. Ἀκόμα κλαίει μὲς στὸν ἀγέρα τῆς φλογέρας του ὁ πόνος, μυστικός.

    – Θυμᾶσαι τὴ χλωμὴ σωμένη του ὄψη καὶ τ᾿ ἀλαφροσκυμμένο του κορμί;
    – Θυμᾶμαι κάτου ἀπ᾿ τὰ δασά του φρύδια τὴ σαγηνεύτρα τῆς ματιᾶς του ὁρμή.

    – Θυμᾶσαι τὴ φωτιὰ στὸ πλούσιο δάσος, τὴ βραδινὴ φωτιὰ τὴν ξαφνική;
    – Θυμᾶμαι. Λάμια. Στάχτη καὶ ἡ καλύβα. Τὸ πλούσιο δάσος πάει. Ὥρα κακή.

    – Θυμᾶσαι; Τί ν᾿ ἀπόγινε; Κανένας δὲν τὸν ξανάειδε πιὰ τὸν ἀσκητή.
    —Δεν ξέρω. Ὅμως ἀπάνου ἀπ᾿ ὅλα ὁ νοῦς μου τῆς καλύβας τὴ θύμηση κρατεῖ,
    γιατὶ στ᾿ ἀποκαΐδια της γερμένος ἕνας Ἔρωτας, ξέγνοιαστα, σκληρά,
    τὰ βρεφικά του ζέσταινε τὰ χέρια καὶ τ᾿ ἀρχαγγελικά του τὰ φτερά.

    ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ

    Μελίνα Κανά-Βραδινές περιπολίες

    15. Ο Αισχύλος με το βράδυ γύρω του σαν περικάρπιο
    Της Τατιάνας Γκρίτση Μιλλιέξ

    Λένε που ο Αισχύλος ήταν πάντα του υγρός
    τόσο που οι λέξεις φύτρωναν
    από μέσα του κι ήταν κλεισμένος στη γη του
    με παχιά ζέστη σιτηρών μέσα του
    που όπου άγγιζε ήταν σύλληψη

    Το απόγευμα των μύρων έπεφτε στα οργωμένα
    και μυρίζονταν μ’ άλλα ζωντανά
    να βρει από ποιες ζυμώσεις έρχονται οι μυρουδιές
    Οι κήποι είναι για αδύναμες οσφρήσεις έλεγε
    κι έβγαινε με χωματόδερμα κλεισμένος στη γη του
    και με παχιά ζέστη σιτηρών μέσα του

    Αλλάζω το δωμάτιο με τον πρώτο στάβλο
    να βαφτίσω τις μυρουδιές τα όργανα
    και τις πράξεις τους
    Και μάζευαν γύρω του τα παιδιά κομμάτια από αγρούς
    που έπεφταν από μέσα του με φυσική αποδέσμευση
    και καινούργιους γενέθλιους ήχους

    —————————————-Αφήστε το νέο μελίσσι
    να κατοικήσει μέσα σας τον άκουαν
    Κάποτε ακούμπησε την ασπίδα του
    στα ριζώματα της μέρας κι ΕΓΡΑΦΕ
    καλοτυχίζοντας τις χελώνες κι άλλα ποταμοπούλια
    που χώνευαν τα αυγά τους σε εδαφοσχισμές
    για να καρπίσουν σε παχιά ζέστη

    Είναι τα φυτοπούλια που εμπιστεύομαι έλεγε
    και πίσω από την όρθια ασπίδα του
    που έπιανε τα ριζώματα της μέρας
    κι έκλεινε τον ορίζοντα με φως που ΕΓΡΑΦΕ
    περίμενε η νύχτα
    ——————–να
    ———————-τελειώσει
    ———————————τη
    ————————————γραφή
    ——————————————του
    και ν’ αποσύρει την ασπίδα του με τον ορίζοντα
    για να ‘ρθει γύρω του το βράδυ σαν περικάρπιο

    ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΖΟΥΛΗΣ

  10. 16. ΤΑ ΦΩΤΑ ΛΙΓΟ ΠΡΙΝ ΒΡΑΔΙΑΣΕΙ

    Τα φώτα λίγο πριν βραδιάσει…

    Με τον ιδιόκτητο στο λουράκι του σκύλο
    ν’ αφήνει περιττώματα στο πεζοδρόμιο
    Με στοιβαγμένους σε υπόγεια μετανάστες με μπίρες
    Με ναρκωμένους τους πόνους
    στο δικό σου το σώμα
    που νανουρίζει η συνεχής ροή της τιβί.

    Τα φώτα λίγο πριν βραδιάσει…

    Με τ’ αυτοκίνητα που ψάχνουν να παρκάρουν
    Με τις ειδήσεις που φωνάζουν και φρικάρουν
    Με τους εφήβους των αγγλικών και των γυμναστηρίων
    με τα πατίνια στα πόδια
    Με τα χέρια στο σώμα του καλοριφέρ
    που το χαϊδεύανε κάποτε άλλα χέρια
    κι αυτά τα χέρια πια να μην κρατά αυτό το σώμα.

    Τα φώτα λίγο πριν βραδιάσει…

    Με την πατρίδα να κοιμάται στα παγκάκια
    Με τη σημαία που κερδίζει το σπαστικό παιδί

    Με τα μωρά να αθωώνουν στα χέρια τους μεταλλαγμένα τέρατα
    Με τις νυχτερινές επιφάνειες αγίων
    Με το σπρωξίδι του αγριοπροσκυνητή, με τραβεστί
    που μετανόησε και ψάχνει το δικό του μοναστήρι.

    Τα φώτα λίγο πριν βραδιάσει…

    Απόψε μια σειρήνα θα σημάνει
    απόψε μια καμπάνα θ’ ακουστεί
    Κάντε στην άκρη· περνάει ο Μέγας Τελετάρχης
    Με την κάμερα
    κι ο μακιγιέρ των νεκρών·
    ο αποτριχωμένος αθλητής
    θα κόψει την κορδέλα.

    Άγγελος Καλογερόπουλος

    ΞΗΜΕΡΩΝΕΙ ΚΑΙ ΒΡΑΔΙΑΖΕΙ ❀ Νταλάρας – Βιτάλη

    • …Ciao Aggeliki!!!…Όλο και κάτι βρίσκεις!… Bravissima!!!

      *Κι από μένα δυο ακόμα ποιήματα του Ρίτσου:

      -Γ. Ρίτσος, «Έτσι βράδιασε»

      «Πίσω απ’ τις πικροδάφνες πέρασε η γριά με τα μαύρα.
      Ύστερα ολόκληρη σειρά μοτοσυκλετιστές.
      Ύστερα οι περιπατητές του Σαββατόβραδου.
      Τα τζιτζίκια φωνάζαν ακόμα. Δεν καταλάβαινες τίποτα.
      Στο κάτω μέρος του δρόμου φύσαγε θαλασσινός αγέρας.
      Στο πάνω μέρος, στους αγρούς, είχε ησυχία.
      Αργότερα δε φαίνονταν πια τίποτα. Η γριά
      έβγαλε απ’ το κεφάλι το μαντίλι της και σκέπασε τις πικροδάφνες.»
      (Γ. Ρίτσος, Ποιήματα, τ. 4ος, Κέδρος)

      -Γ. Ρίτσος, «Κάθε βράδυ»

      «Το χώμα είναι σκληρό.
      Κατά το βράδυ, σαν καταλαγιάζει ο αγέρας
      Μένουμε κάτι λιγοστές σπασμένες βέργες
      Και μια σκισμένη φανέλα στα βράχια.

      Δω πέρα ο θάνατος πολλές φορές περπάτησε.
      Τούτες οι τρύπες στην πέτρα
      είναι από τα καρφιά των παπουτσιών του,
      τούτες οι άλλες τρύπες στην καρδιά
      απ’ το ίδιο είναι.

      Κάθε βράδυ τ’ αστέρια σα να γίνονται πιότερα.
      Κάτι χρονολογίες, κάτι υπογραφές, κάτι μισόλογα, σύντομα μηνύματα,
      τούτα τ’ αστέρια στον ουρανό – τα διαβάζουμε κάθε βραδάκι
      όπως διαβάζουμε τα ονόματα των αγωνιστών σ’ ένα ντουβάρι φυλακής.

      Τα μάτια αυτουνού του συντρόφου είναι δυο καπνισμένες πέτρες
      σαν εκείνες τις μαύρες πέτρες στην ερημιά του δειλινού
      όπου μια φαμίλια πρόσφυγες έβρασε τα ραδίκια της.

      Και του αλλουνού του συντρόφου τα μάτια
      είναι μια φωτιά ανάμεσα στις δυο μαυρισμένες πέτρες.
      Και του αλλουνού το ίδιο είναι.
      Κάτι μεγάλο μαγειρεύει ο κόσμος μέσα σε τούτα τα μάταια.»
      (Γ. Ρίτσος, Ποιήματα, τ. 5ος, Κέδρος)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: