Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (174ο): «Αθήνα»…

 

-«Πρωί, και λιοπερίχυτη και λιόκαλ’ είναι η μέρα,
κ’ η Aθήνα ζαφειρόπετρα στης γης το δαχτυλίδι.»
(Κ. Παλαμάς)

 

 

-Κωστής Παλαμάς, «Ύμνος εις την Αθήνα»

«Χαρά σ’ εσέ, χώρα λευκή και χώρα ευτυχισμένη!
Καμιά χώρα σ’ όλη τη γη, καμιά στην οικουμένη
δεν ηύρε τέτοιο φυλαχτό σαν το δικό μου μάτι.
Απ’ άλλες χώρες πέρασα γοργά – γοργά τρεχάτη
και μ’ είδαν της Ελλάδας μου τ’ αγαπημένα μέρη
σαν άνεμο και σαν αϊτό και σύννεφο κι αστέρι.
Όμως σ’ εσέ το θρόνο μου αιώνια θεμελιώνω
και ρίζωσ’ η αγάπη μου στα χώματά σου μόνο.»

(Άπαντα Κωστή Παλαμά, Γκοβόστης)

 

 

 -Ν. Καρούζος, «ΣΤΙΓΜΕΣ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ»

Ανάερος ουρανός όπως η αγάπη
νέες παρθένες
ανοίγουν ελαφρά τα στήθη μέσ’ στην Άνοιξη
στον κόσμο που έπαψε να λατρεύει.

Αθήνα πόλις
όνειρα δροσερά
φωνές της νεότητας οπού κύλησε στο θάνατο –
νύχτα πέρασεν ο θεός απ’ τη δική σου ομορφιά.

Μέσ’ στη χαμένη ελπίδα σα να κρέμεται ο σκελετωμένος ήλιος
έρχονται δειλινές γυναίκες απ’ τα όνειρα
κινημένες ιερά –
τι σημάδια που έφερεν ο ελαφρότερος αυτός θάνατος
όσο μια ευτυχία πιο βαθειά κι απ’ το πνεύσιμο των φύλλων
όταν ο φτερωτός γαλάζιος δαίμονας
ίδιος μ’ ευαίσθητο θηλαστικό την όραση πλουτίζει
από δρόμον αιώνιο μεθώντας.

Πρώτος χαρούμενος ο ποιητής
χαίρεται της Ανοίξεως τα δίχως τέλος άνθη
μόνος αγγίζοντας
το τρυφερό έπος των χρωμάτων.

Είναι μια δύναμη ψηλά στ’ αστέρια
είναι στο κουρασμένο σύννεφο η παρηγοριά
της Αττικής ουράνια ευαισθησία.

Ο Γιάννης πάλι σαν ζεστό ελάφι
τραγουδά τη μοναξιά
κρατώντας μέσ’ στα δάχτυλα τους ύπνους
ελπίδων ιδεών ονείρων
από μετάξι.

Ω νύχτα τόσον αθώα
βασιλεύεις με τα ύψη –
των άστρων ερωτικός είν’ ο μεγάλος ποταμός –
κ’ η θλίψη πάντα του φθαρτού μέσ’ στην καρδιά μας.

Αν πω την Άνοιξη μυστήριο
το λικνιστό της ευωδιάς κοράσι αν φωνάξω
σαν περπατεί μονάχο στην απόλυτη σιωπή
δεν έχω πάλι τ’ άχραντα
της καθαρής κι απρόσμενης στιγμής
που οδηγεί στο θαύμα.

Βρομίζουν εκατό φορές οι ερωτευμένοι
στην πνοή του έαρος
ή
μακριά στο φθινόπωρο με λίγη τέφρα.
Ένα λουτρό της μοναξιάς αδιάκοπα σώζει.

Πέρ’ απ’ τα κάθ’ αισθήματα
συνάντησα το πρόβατο σε λάμψεις.
Έχει χορτάρι πάντα η γη
κι αυτό με ριζωμένα μάτια τρώει.

Κύριε σε βλέπω χωρίς τις πληγές
ώς την πορφύρα του μεγάλου θάνατου
μετρώντας την αγάπη.

Δειλινό
ψιθυρίζουν οι κήποι
πεθαίνει ολοένα η ώρα
κ’ οι νεκροί θα ξυπνήσουν εμορφότεροι
στη γλυκειά τυραννίδα της μνήμης.

Μάγια να δείχνει ο αττικός αιγιαλός
με την ορμή του κύματος
εσύ ξανθή και χίμαιρα
βγαίνεις απ’ το ζησμένο σου κορμί.

Χάραμα της Αθήνας οι δρόμοι χαμηλόφωνοι
καθώς πάει ο χρόνος για τον ήλιο πάλι
μέσ’ στην ερήμωση πώς αναπαύονται
μοιάζοντας των ανέμων.

Θέλω νά ’βρω το πράγμα, την ανάσα του Υιού ν’ ακούσω
να σας δείξω τη λουλουδένια γραφή.
Ν’ απολαύσω πτηνά
τους θεούς υποφέροντας
των ελλήνων ο πρόθυμος
να σας δείξω τη λουλουδένια γραφή.

Θ’ αναγγείλω μια νέα ελπίδα.
Χαρίζω στην πόλη το πολύτιμο βλέμμα μου.

(Ν. Καρούζος, Τα ποιήματα, τ. Α’, Ίκαρος

 

 

-Ν. Καρούζος, «ΕΝΝΕΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΜΕΣ’ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ»

ΑΓΓΙΖΟΝΤΑΣ
Είναι κορμί ο ουρανός της Αττικής χαίρεται και λυπάται
δείχνει τα μαύρα γερατειά
καθώς η νύχτα ομοούσια με τη θλίψη
κλώθει τα δικά της πετεινά
η νύχτα η καθίζηση του θείου
και θυμάμαι το γενετήσιο αίμα της.

ΣΤΗΝ ΟΔΟ ΣΤΑΔΙΟΥ
Τρέχει μια ξανθομάλλα
δυο φλόγες τριανταφυλλένιες
ανεβαίνουν απ’ το στήθος στο λαιμό της –
άραγε που πηγαίνει.
Και συ παιδί της λησμονιάς
ευωδιασμένο μέσ’ στα βάσανα
μικρέ έλληνα στρατιώτη της δυστυχίας
ανάμεσα περνάς απ’ τις δυνάμεις της οδού
κρατώντας λίγη πούληση στα χέρια.
Χάρισέ μου το μενεξεδένιο τραγούδι που λένε τα μάτια σου
γνωρίζω ’να κοράσι μ’ όνειρα στα χέρια
χαίρεται στο πιάνο κάποιες ώρες μακρινές
τα ξέρεις αυτά τα χέρια
που δεν έχουν την τόλμη του σώματος
αλλά μονάχα
τα πλήκτρα βυθίζοντας
μιαν εξαίσια ομορφιά απελευθερώνουν;
Με γιασεμί παράπονο στα χείλη
τρέχεις εμπρός, γυρίζεις πίσω
παρακαλείς τον κύριο με το καπέλο –
μικρέ φωνακλά του δρόμου
πληγώνεις την καρδιά.
Είν’ η μοίρα μας έτσι
ώς το θεό φτάνοντας μέσ’ στον ήλιο.
Αντίο αγόρι
για σένα λυπάμαι
εγώ πλάστηκα με πόνο για κάθε τόπο και καιρό.
Δεν είναι τίποτα η ξανθομάλλα το κατάλαβα
με τριάντα δραχμές ησυχάζω.

ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ
Γυρίζει ο έφηβος με τα σφουγγάρια
της ψυχής πραμάτεια. είναι μονάχα ένας γέρος τ’ ουρανού μας
και δροσερός ο πανικός σε τέτοια πατρίδα.
Όλοι πηγαίνουν έχοντας τη φτώχεια ή τον πλούτο
αυτοκίνητα διασχίζουν τους δρόμους
με στεφάνια κηδείας φορτωμένα
όμως
ο γέρος που τον περονιάζει σαν κρύο η νεότητα
με απούλητα σφουγγάρια ψάχνει το κακό
να τ’ αφανίσει θα ’λεγες
απ’ τα σφουγγάρια τραβηγμένο σαν υγρό.

ΜΟΝΑΣΤΗΡΑΚΙ
Τρώει ο ρωμιός απάνω στο μάρμαρο
– μεσημεριάτικες απογνώσεις –
κ’ είναι σα μοναστηράκι του σώματος
γεμάτο φύλλα και πουλιά.
Έχει τον ήλιο το φτωχό εστιατόριο και τον διασπαθίζει
μέσα στη σκόνη του φωτεινού αέρα
γαλάζιες μύγες ωσάν ανθάκια
κομμένα γύρω μας βομβίζουν.
Τρώει με μια πικρή ματιά ο ταπεινός απάνω στο μάρμαρο
σκύβει κρατώντας το ζεστό ψωμί
και συλλογιέται
την πλάκα του τάφου.
Κοντό κριθάρι αγκυλώνει τη θύμηση
τα σπίτια οι δρόμοι και τα δίκαια χέρια
φυλλώματα κόκκινα δίχως ελπίδα…
Ήχοι και θάνατος
η ερωτική ασπράδα που πύκνωσε τα νέφη
ταυτισμένα στους κήπους με τα δέντρα.

Ο ΚΗΠΟΣ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ ΑΝΑΣΑΙΝΕΙ
Θάλασσα πίνεις τα ποτάμια πίνεις όλα τα νερά
μέσ’ στον καιρό της υπάρξεως ανάστροφα νέμεσαι την ομορφιά
πέρα στη δύναμη που κλείνει ο ουράνιος αέρας
όπως εδώ στην άνομη πόλη
ο Εθνικός Κήπος καθαρίζει την ψυχή με ήλιο και με δέντρα.
Ένα μεγάλο φύλλωμα σκέπει την καρδιά μου
κλειδώνει τα πουλιά
σχίζοντας απ’ τις ευωδιές χιλιάδες αναστάσιμα
κ’ η γυναίκα βαθύ βασίλειο σκλαβώνει το δέρμα μου.
Όποιος έριξε τ’ αστέρια στην αγριότητα
νιώθει τον πλούτο του άνθους
οι θεοί κατεβαίνουν απ’ τους μίσχους ώς τη μοναξιά
και τους χυμούς ανεβάζουν με γαλάζια όργανα
γενετήσια.
Ω σιωπή βγαλμένη στα παράθυρα του αιθέρα
σα να δείχνεις
τις κυματιστές ρίζες του κήπου,
άλλη ματιά δεν εχάρισε το αόρατο μέσ’ στο αίμα πρόβατο
που σκύβει στο χορτάρι σου ψηλά, μονάχα των αγγέλων.
Κρήνη θανάτου ανθίζει με χρυσάφι
κ’ η όμορφη φτέρη ψιθυρίζει νέους ύμνους
φανερώνοντας τη σοφία της αναπνοής
ολόκληρο το θάμβος ωσά σώμα.

ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΙΟ ΤΟΠΟ
Νύχτα βεγγαλική φαιδρύνει τους θορύβους της Αθήνας
όπου σπιθίζουν ίμεροι
κι αεράκι σαλεύει τις φυλλωσιές απ’ τα όνειρα.
Χτες το φεγγάρι να ’βλεπες – χάνεται μα η κίνηση τ’ ανασταίνει
τυλιγμένο σε σύννεφα όμοια με καπνούς
γκρίζους και μαύρους…
Πού είναι μέσ’ στη μνήμη το άκαρι
θαλάσσια η ταπεινή αθερίνα
μέρες του χαρταετού νερά της Κυριακής ερωτευμένα
και μια κραυγή απ’ τα βάθη: Αχ να λησμονηθώ με τη μητέρα!
Δεν ανεμίζει τώρα ένας παιδικός Επιτάφιος
όταν ακολουθούσαμε σα να ’μασταν όλοι
σταματημένοι σε κάποιο σημείο του αέρα
κι ανάμεσα στα σιδερόφραχτα ένστικτα
πέρα στο δρόμο βάθαινε η κηδεία του Χριστού
σα λείψανο ένας γέρος ανοίγοντας κάποια ξύλινη πόρτα
βγήκε να χύσει λίγη κολόνια στο χρυσοκέντητο πανί
λευκά λουλούδια πάμφωτα και οι ψαλμωδίες
ελαφρός ουρανός αθώα κορίτσια…
Ω χώμα πότε άρχισες αν ρωτήσω
πάντα ατελείωτη και πάντα φτάνει
στους θάμνους η ωραιότητα.
Με τα τριζόνια λούζομαι
καθώς υγραίνει ο έρωτας το χρόνο
τη νύχτα που παντρεύονται οι γάτες στ’ αγιοκλήματα
τη μέρα σαν κοιμούνται στους κήπους οι φωτογράφοι με άσπρα
και μένει ο βραδινός Άγιος
στην υπαίθρια εκκλησιά με τ’ άφωνα καντήλια
μέσ’ στο μακρύ και σκούρο ρούχο του
ο Άγιος Δημήτριος ίδιος με κορασίδα.
Είν’ ο τόπος ουράνιος.

ΕΣΠΕΡΑ ΤΩΝ ΦΥΛΛΩΝ
Το σήμαντρο αναστενάζει.
Με την αγάπη στην καρδιά
στους φιλικούς δρόμους ανοίγω την ύπαρξή μου
κατεβαίνω μεγάλη σιωπή κι ακούω τα σκαλιά της
είμ’ ένα πρόβατο αγγίζω δειλινά
μα φεύγουν όλα
σκοτεινιά που θα μας οδηγήσεις.
Αγγελικέ μου θάνατε
προσφέρω τη θυσία.

ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ
Κάθε πρωί χαμογελά στα κυπαρίσσια ο ήλιος
είναι παλιά η δύναμη των τάφων
όπου χαίρομαι πέρ’ απ’ τα μάρμαρα
τους γυμνούς πεθαμένους
ολημέρα τους ακούω να λένε για το χώμα με κούφια μάτια
ολημέρα λάμπει το ψωμί
που δεν έφαγαν οι έρημοι φτωχοί στη ζήση
και μονάχα τον Άδη χορταίνουν.
Έτσι χανόμασταν έτσι θα χαθούμε
στους λύκους ανάμεσα και στο θάνατο.
Μ’ αρέσει να περπατώ σε τάφους
μ’ ένα τραγούδι στη φτώχεια δοσμένο
και πάντα ενάντιο
στους κλέφτες της ανθρώπινης τύχης.

ΗΧΗΡΟ
Σύρματα τιμημένα της ζωής μου
οπού με ζώνετε τόσα χρόνια
σκλάβος ανέβηκα ώς τ’ αστέρια
τη ζωωδία των ανθρώπων έχοντας ακυρώσει
μέσ’ στην ορμή για ποίηση
μέσ’ στην ορμή για έρωτα
σύρματα της ζωής μου.

(Ν. Καρούζος, Τα ποιήματα, τ. Α’, Ίκαρος

 

 

-Κωνσταντίνος Π. Καβάφης, «Ο Oράτιος εν Aθήναις»

 «Εις της εταίρας Λέας το δωμάτιον,
όπου κομψότης, πλούτος, κλίνη απαλή,
νέος, με ιάσμας εις τας χείρας, ομιλεί.
Κοσμούσι τους δακτύλους του λίθοι πολλοί,

κ’ εκ σηρικού λευκού φορεί ιμάτιον
με ανατολικά κεντήματ’ ερυθρά.
Η γλώσσα του είν’ Aττική και καθαρά,
αλλ’ ελαφρός τις τόνος εν τη προφορά

τον Τίβεριν προδίδει και το Λάτιον.
Ο νέος την αγάπην του ομολογεί,
κ’ η Aθηναία τον ακούει εν σιγή

τον εύγλωττόν της εραστήν Οράτιον·
κ’ έκθαμβος βλέπει νέους κόσμους του Καλού
εντός του πάθους του μεγάλου Ιταλού.»
(Από τα Αποκηρυγμένα, Ίκαρος 1983)
 

 

-Κ. Καρυωτάκης, «Αθήνα»

Ώρα γλυκιά. Ξαπλώνει ωραία δομένη
η Αθν Απρίλη σαν εταίρα.
Είναι ηδονές τα μύρα στον αιθέρα,
και τίποτε η ψυχή πια δεν προσμένει.
Στα σπίτια σκύβει απάνω και βαραίνει
το ασήμι του βλεφάρου της η εσπέρα.
Βασίλισσα η Ακρόπολη εκεί πέρα
πορφύρα έχει τη δύση φορεμένη.

Φιλί φωτός και σκάει το πρωταστέρι.
Στον Ιλισσό ερωτεύεται τ’ αγέρι
ροδονυφούλες δάφνες που ριγούνε.
Ώρα γλυκιά χαράς και αγάπης, όντας
πουλάκια το ένα τ’ άλλο κυνηγούνε
τ’ Ολύμπιου Δία μια στήλη αεροχτυπώντας..

(Άπαντα Καρυωτάκη, ΠΕΛΛΑ)

 

 

-Λευτέρης Πούλιος, «Αθήνα»

(απόσπασμα)

«Τσιμέντο και σίδερο στον πνιγμένο αέρα

πανάρχαια γόησσα Αθήνα

γυαλίζει τ’ άσπρο σου στήθος απόψε

άσε με να σου το σφίξω μέχρι να πονέσεις

χύνοντας κόκκινο γάλα

καθώς θ’ ακούς το τραγούδι της συνουσίας

παράμερα στα δεντράκια δύο μαθητών

του γυμνασίου και το ρυθμό της καρδιάς μου

σ’ αυτό το βράδυ των μεθυσμένων συντριβανιών

του αμύγδαλου-κόσμου

……………………………………………………………………..

Ακου το ουρλιαχτό του περιπολικού και κοίτα

Αυτούς που οτυς βάζουν στο αυτοκίνητο και

Βιαστικά τους οδηγούν στο τμήμα .

Με προβολείς στο μάτι τους  ρίχνουν κάτω

Τους ψάχνουν κι η μέση τους σπάει στο τραπέζι

Και τους αφήνουν με το στόμα πεταμένο

Στον ουρανό πάνω σ’ ένα κολοσιαίο

Κλάξον αυτοκινήτου πάνω στο δάπεδο του γραφείου

Τα παιδιά με τα γυαλιστερά εξαρτήματα

Ειδικευμένα στον τρόμο και τα μεγαλοπρεπή

Σειρήτια στα μάτια τους.

Κι αυτοί που

Έχουν δολοφονηθεί αδιαμαρτύρητα ή πετάχτηκαν

Απ’ την ταράτσα του κτιρίου μετά το πέρας

Των ανακρίσεων όπως γίνεται στο σινεμά

Κι αυτοί που αφανίστηκαν μες στη θάλασσα

Θέλοντας να το σκάσουν και οι καιροί

Αποθρασύνοντας τον ισχυρό

Σ’ αυτό τον κόσμο τον παράφρονα της φυλακής.

 

Κι αυτοί που πολτοποιήθηκαν απ’ τα τανκς

Μέσα στο Πολυτεχνείο ή έσκασαν απ’ τα

καπνογόνα κι αυτοί που σταυρώθηκαν

Στα διασταυρούμενα πυρά

Φωνάζοντας μέχρι τον άλλο κόσμο

«ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ»»

(Λ. Πούλιος, Ο γυμνός ομιλητής, Κέδρος)

 

 

-Στρατής Τσίρκας, «Αθήνα του 1938»

«Ένα ταξίδι στην Αθήνα,
όνειρο χαδεμένο
είκοσι χρόνια.
Ω θύμησες παιδιάστικες με το τραγούδι
«Στο Ζάππειο μια μέρα…»
και νοσταλγίες νεανικές- τα γράμματα
τα γράμματα σου άγνωστη, αθηναία κόρη…

Ω Αθήνα, ω πόλη που απάνω σου
των αιώνων τα όνειρα φέγγουν.
εγώ που περίμενα
ν ’αποχτήσω κοντά σου
τα μάτια τα μενεξελιά,
της ψυχής σου τα μάτια τ ’αθάνατα
και το ήθος που ξέρει
φωτεινά και απέριττα
μες στο χρόνο να στήνει
αγάλματα…
Για να γκρεμίσω τα όνειρα
Είκοσι χρόνων
Ήρθα μια μέρα στην Αθηνά.

Πενήντα χιλιάδες ζεύγη ματιά
Με υποδέχτηκαν
Οι πενήντα χιλιάδες χαφιέδες σου
Με υποδέχτηκαν
Τα νεκρωμένα καφενεία σου
Με υποδέχτηκαν
Τα τρομαγμένα πρόσωπα των πολιτών σου
Με υποδέχτηκαν
Οι καημοί, το μαράζι κ’ οι ψίθυροι των φοιτητών σου
Με υποδέχτηκαν,
Κ’ οι αγωνίες των εξορισμένων στα νησιά
Με χαιρέτησαν

Και μου κουνήσανε την κεφαλή,
Σαν αηδόνια βουβά και περίλυπα
Οι ποιητές σου
Και με βλαστήμησε
Η μούρη ενός βατράχου βρομερού κι απαίσιου
Σ’ όλους τους δρόμους, σ’ όλες τις προθήκες.»
(http://www.24grammata.com/?p=25727)

 

 

-Νίκος Καββαδίας, «Αθήνα 1943»
«Οι δρόμοι κόκκινες γιομάτοι επιγραφές
τρανά την ώρα διαλαλούν την ορισμένη.
Αγέρας πνέει βορεινός απ’ τις κορφές
κι αργοσαλεύουνε στα πάρκα οι κρεμασμένοι.

Μες στην Αθήνα όλα τα πρόσωπα βουβά
και περπατάν αργά στους δρόμους «ἐν κινδύνῳ»
ως τις εφτά που θ᾿ ακουστεί «Σιστάς Μοσκβὰ»
και στις οχτώ (βαλ᾿ το σιγά) «Εδώ Λονδίνο».

Φύσα ταχιά σπιλιάδα, φύσα βορεινή.
Γραίγο μου κατρακύλα απ᾿ την Κριμαία.
Κατά τετράδας πάν στο δρόμο οι γερμανοὶ
κάτου από μαύρη, κακορίζικη σημαία.

Μήνα το μήνα και πληθαίνουν οι πιστοί,
ώρα την ώρα και φουντώνει το μελίσσι
ως τη στιγμή που μες στους δρόμους θ᾿ ακουστεί
η μουσική που κάθε στόμα θα λαλήσει.»
(http://www.24grammata.com/?p=25727)

 

Advertisements

Single Post Navigation

11 thoughts on “Πες το με ποίηση (174ο): «Αθήνα»…

  1. 1. «Συμπτώματα»

    Αθήνα προπολεμική-μεταπολεμική
    Και συ καφενείο-το καρύδι μέσα στο κλουβί

    Αθήνα προπολεμική
    Αθήνα υπερτονική
    Αθήνα κατατονική
    με το χρυσό σου δάχτυλο στ’ αυτί
    την τελευταία μου διεύθυνση
    την ξέχασα στο ωρολογοπωλείο
    και θάνατος στο Πρίντεζι
    Ω, Βενετία.

    Μίλτος Σαχτούρης

    Αθήνα – Γιώργος Νταλάρας

    2. ΑΜΕΡΙΚΑΝ ΜΠΑΡ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ

    Του Κίμον Φράιερ

    Ανάμεσα στα περιπλανώμενα, βιαστικά, ηλίθια, πρόσωπα του δρόμου, σε είδα απόψε Κωστή Παλαμά.
    σεργιανίζοντας πάνω-κάτω στη μεθυσμένη μου απογοήτευση·
    γυρεύοντας μια πόρνη ή ένα φίλο ή την ανάσταση.

    Τι βιτρίνες και τι φεγγάρι! άνθρωποι λογής-λογής
    βολτάρουν τη νύχτα· και σιδερένια σκυλιά που κορνάρουν·
    γάτες στους σκουπιδοτενεκέδες και συ παραμυθά Βερν
    τι γύρευες στην είσοδο της πολυκατοικίας;

    Νοιώθω τις σκέψεις σου Κωστή Παλαμά· άμυαλε
    γεροξεφαντωτή καθώς έμπαινες μέσα στο μπαρ
    γλυκοκυττάζοντας τις πουτάνες. και πίνοντας ένα
    διπλό ουίσκυ. Σ’ ακολούθησα μέσα από ομίχλες
    από τσιγάρα και χάχανα λόγω των γυναικείων
    μαλλιών μου. Κάθησα να με κεράσεις
    πάνω στο σανιδένιο πάγκο. Δίπλα σε μια σειρά
    καθισμένα αγάλματα.

    – Είμαστε οι ζωντανότεροι τούτης της νύχτας –
    Οι χαφιέδες μάς κοιτάζουν καχύποπτα και
    τα φώτα σβύνουνε σε μια ώρα.
    Ποιος θα μας κουβαλήσει στο σπίτι;

    Κωστή Παλαμά, έρημε φωνακλά, άσωτη
    κλήρα μου. Τι ρωμιοσύνη δασκάλευες με φωτιά
    και βουή, ανεβασμένος στη κορφή της ελπίδας,
    όταν ξαφνικά η νύχτα πετάχτηκε σα μαχαίρι
    απ’ τη θήκη. Κι απόμεινες στη καρέκλα
    παράλυτος με τ’ όραμα μιας αυγούλας
    που άχνιζε.

    Νοιώθω σκολιαρόπαιδο που τούλαχε στραβόξυλο
    δάσκαλος. Καιρό λογάριαζα μαζί σου πώς
    θα τα πάω. Φρικτό γερασμένο σκυλί πάμε
    να ξεράσουμε τ’ αποψινό μας μεθύσι,
    σ’ όλες τις πόρτες των κλειστών βιβλιοπωλείων.

    Πάμε να κατουρήσουμε όλα τα αγάλματα
    της Αθήνας· προσκυνώντας μονάχα
    του Ρήγα. Και να χωρίσουμε ο καθένας στο
    δρόμο του σα παππούς κι εγγονός που
    βριστήκανε. Φυλάξου καλά απ’ τη τρέλλα
    μου γέρο· όποτε μου τη δώσει θα
    σε σκοτώσω.

    Λευτέρης Πούλιος, από τον τόμο: Ποίηση 2, 1973

    Νατάσσα Μποφίλιου – Η Ομορφιά Στην Αθήνα

    3. Μέσ᾽ σε χαλάσματα, και στάχτη κείτονταν της Αθηνάς η πόλη,
    κλαίγοντας κοίταζε η θεά τα ερείπια,
    τις νύχτες αντηχούσε ο θρήνος της κουκουβάγιας,
    αποξηραμένο ήταν το φύλλο της ιερής ελιᾶς.

    Κι όμως δεν έσβησε για πάντα το σεπτό της φως,
    που έφεγγε μπροστά οδηγητής του κόσμου·
    έν᾽ αμυδρό φως, αβέβαιο πρώτα και θολό,
    θα λάμψει σύντομα σαν φωτεινή, καινούργια αναλαμπή.

    Adolf Ellissen -Μετ: Π. Σιδερά-Λύτρα

    ***

    4. ΑΘΗΝΑ

    Έλληνα λαέ βασιλιά απελπισμένε
    Να χάσεις άλλο πια δεν έχεις πάρεξ τη λευτεριά
    Τον έρωτά σου για την λευτεριά και την δικαιοσύνη
    Και τον άπειρο σεβασμό του ίδιου του εαυτού σου

    Βασιλιά λαέ δε σε απειλεί ο θάνατος
    Στον έρωτά σου είσαι όμοιος είσαι αγαθός
    Και το κορμί σου και η καρδιά πεινούν για αιωνιότητα
    Βασιλιά λαέ που πίστεψες πως σου χρωστούν το ψωμί

    Και πως σου δίναν τίμια τ’ άρματα να σηκώσεις
    Τίμια δικιά σου σώζοντας βάζοντας τον δικό σου νόμο
    Λαέ απελπισμένε στα δικά σου μόνο άρματα εμπιστέψου
    Ελεημοσύνη σαν τα δώσανε κάνε τα εσύ ελπίδα

    Και την ελπίδα όρθωσε στο μαύρο φως αντίκρυ
    Στον ανελέητο Χάροντα που δίπλα σου δε βολεύεται
    Λαέ απελπισμένε ήρωα λαέ
    Λαέ πεινασμένων λαίμαργων της πατρίδας

    Μικρέ και μεγάλε στα μέτρα του λαού σου
    Έλληνα λαέ αφέντη παντοτινέ των πόθων σου
    Συνταιριασμένα το ιδανικό της σάρκας και η σάρκα η ίδια
    Η φυσική λαχτάρα το ψωμί και η λευτεριά

    Η λευτεριά όμορφη με την ηλιόλουστη θάλασσα
    Το ψωμί όμοιο με τους θεούς το ψωμί που σμίγει τους ανθρώπους
    Το αληθινό ολόφωτο αγαθό πιο δυνατό απ’ όλα
    Πιο δυνατό απ’ τον πόνο και απ’ τους εχθρούς μας όλους

    9 Δεκέμβρη 1944
    Πωλ Ελυάρ (Paul Éluard)

    Αθήνα κόρη τ’ ουρανού – Μαίρη Λίντα

    5. Αλλά κανείς δεν φεύγει

    Πόλη κρυόκωλη και πόλη αργόμισθη και πόλη σαφρακιασμένη πρόωρα

    γερασμένη κιτρινιάρα κομπλεξικιά φτωχοπουτάνα… Πάντες

    οι χτεσινοί πρεντζόβλαχοι και βρωμοποδαράδες ριγούν από ευτυχία

    μέσα στην αγκαλιά σου πλήρως ικανοποιημένοι γαμώντας τα μοτοσακό τους

    τα μηχανάκια τους τις μηχανάρες τα αυτοκίνητά τους

    πληρώνοντας την βεντζίνα τους σαν κατσικίσιο γάλα και οι μαμάδες

    απαυτώνονται τηλεοπτικώς αγοράζουν στα σούπερ μάρκετ το καταπέτασμα

    για τα… παιδάκια τους…

    Κι ω Ποίηση ζητιάνα των ρυθμών που δεν υπάρχουν πια προδομένη των μαγικών

    λέξεων που μαγαρίστηκαν από τους μαγαρισμένους του κώλου….

    Κι ω μολόχες χάραμα κρύο νερό γλυκά φιλιά σπουργίτια ευκάλυπτα

    νεράντζια μούρα αγκινάρες και κεράσια τριφύλλια και σανά χρώματα

    ξεθωριασμένα ήχων πια άλλων αστέρων τι να κάνετε πια καημένα

    πώς να πολεμήσετε…

    Βλαχιά της πόλεως λέπρα της πόλεως νέφος της πόλεως τα στήθια

    σάπιες βάρκες κι ο καθαρός αέρας μόνο στ’ απομονωμένα χωριά κι αυτά μόνο για τους τουρίστες …

    Λες αυτό το τσιμέντο να πεθάνει μια μέρα; Λες κάποτε η μέρα να

    ξημερώσει νύχτα και η νύχτα να πέσει μέρα;

    Κι ω εργατικές τραγιάσκες φαρμάκια και περηφάνιες και τα λουλούδια

    της μανούλας σου Απόστολε Χατζηχρήστο κι ω κόλπα μαγικά κι

    ονειρεμένοι καφενέδες και το μπαγλαμαδάκι σου ρε Γιώργο Μπάτη.

    Χαθήκαμε

    Χεστήκαμε στο τάληρο

    Μπερδεύτηκαν τα μπούτια μας.

    Θωμάς Γκόρπας

    ***

    6. ΨΑΛΜΟΣ ΚΑΙ ΨΗΦΙΔΩΤΟ
    ΓΙΑ ΜΙΑΝ ΑΝΟΙΞΗ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ
    (απόσπασμα)

    Άνοιξη θρύψαλο μενεξεδί
    Άνοιξη χνούδι περιστέρας
    Άνοιξη σκόνη μυριόχρωμη

    Στ’ ανοιχτά χαρτιά και στα βιβλία

    Κιόλας φυσούσε χλιαρό αεράκι

    Με τσιγγάνες που άρπαζε

    Σαν

    Χαρταετούς

    Ψηλά

    Και πουλιά που δοκίμαζαν το νέο τιμόνι τους

    Άνοιξη πίκρισμα του σκίνου
    Άνοιξη άζωτο της αμασχάλης
    Άνοιξη σουσάμι αόρατο

    Από σύρμα που άξαφνα έσυρνε φωτιά
    Στη γωνιά του δρόμου με τις Καρυάτιδες
    Στρίβοντας
    Ένα τραμ
    Εστρίγκλιζε

    Στ’ άδεια οικόπεδα η μασιά του ήλιου εσκάλιζε
    Την τσουκνίδα και το σαλιγκαρόχορτο

    Άνοιξη μυρμηκιά της μέρας
    Άνοιξη αίμα του βολβού
    Άνοιξη οπλοπολυβόλο απύλωτο

    Στων ωραίων γυναικών τα χέρια
    Όπου τύχει

    Ριπές

    Θάνατοι

    Εκατομμύρια σπερματοζωάρια

    Στων ωραίων γυναικών τα χέρια

    Τα δυνατά λουλούδια με τον ήλιο μέσα τους

    Άνοιξη τσίτι τσιτωμένο

    Άνοιξη σφήκα του χεριού

    Άνοιξη «μη» «θα μας δούνε» «τέρας»

    Και το τέρας που γύριζε σαν τη λαντέρνα
    Μια παράξενη
    Άλλη
    Γειτονιά

    Οδυσσέας Ελύτης, «Τα ετεροθαλή», 1939

    Μπελίντα – Το ταγκό της Αθήνας

    7. Τις νύχτες η Αθήνα

    Όμορφη πόλη η Αθήνα τη νύχτα
    Ακρόπολη έως Φιλοπάππου
    και Πνύκα
    κι ανάμεσα εκεί
    κάτι σπίτια
    που’ χουν κάτι σφίγγες
    σιρίτια,
    αδειανά από χρόνια κι ανθρώπους,
    κάποιες διάσπαρτες σκάλες,
    δυο σκάλες γεμάτες με χώμα
    κι ακόμα,
    στα σκαλιά ξεψυχάει
    ο μαραμένος κισσός,
    καθώς είναι στη πόρτα
    ο σύρτης κλειστός
    κι ένας κωδωνοκρούστης
    στέκει σκυφτός,
    τα παράθυρα χάσκουν λιγάκι
    και τρίζουν
    απ’ τον καιρό ή τ’ αλάτι.

    Όμορφη πόλη η Αθήνα τη νύχτα.

    Σελάνα Γραίκα

  2. Ciao Aggeliki!!!!… grazie mille!!!!

    *Επανέρχομαι μόνο με Καρούζο:

    «εγώ στην τρομερή Αθήνα της αναδουλειάς
    επέστρεφα μεσ’ απ’ την τσακισμένη μνήμη.»
    (Ν. Καρούζος)

    -Ν. Καρούζος, «ΑΘΗΝΑ, Η ΦΛΟΓΑ ΠΟΥ ΤΟ ΧΡΩΜΑ ΤΗΣ ΕΙΝΑΙ ΓΑΛΑΖΙΟ»

    Ομορφιά στου δειλινού τον πλαγίαυλο
    αργά που πάνε οι λυπημένοι μέσ’ στα φυλλώματα του Εθνικού Κήπου
    κι όταν κάθονται
    στα γαλανά παγκάκια ταξιδεύουν
    σε καλύτερες ημέρες του μέλλοντος
    ένας τινάζοντας τον ύπνο απ’ τα μαλλιά του
    κ’ εκείνος κει στον τζίτζικ’ από κάτω
    κι ο πιο πέρα
    όλοι μοναχικοί
    και συ το ίδιο
    μόνος
    εναγκαλίζεσαι τα δέντρα από έρωτα.
    Ώρα επτά σφυρίζουν οι φύλακες
    τελειώνει πια κ’ εδώ ο κόσμος.
    Ύστερα στους δρόμους
    πάλι κρατούν άδεια κλουβιά
    γυρίζουν
    χάνονται
    οι λυπημένοι.
    Στα σύννεφα κρέμονται πουλιά
    κι αυτοί βλέπουν το κέρδος:
    αμνό και τρόμο.
    Ηλεκτροφόρα σύρματα φράζουν τα όνειρα
    μα θα ’θελαν –
    Κ’ ενώ δε σώνεται η φωνή στο μέσα μάκρος
    ακούγονται καμπάνες
    απ’ τα εκκλησάκια της ορθοδοξίας αιχμάλωτα.
    Μα πώς κυματίζει ο ουρανός
    στην ακοή των λυπημένων…
    Ώρα επτά κ’ οι σοφέρ
    με τα ραδιόφωνα ανοιχτά
    για είκοσι λεπτά τραγούδι αθάνατο
    «απόψε θα ’ρθει ο θάνατος να πάρει τους καημούς μου».
    Πάνω τους η νύχτα παλαιό ρούχο
    ο πλάστης
    με την άσπρη αγάπη.

    -Ν. Καρούζος, «ΒΡΑΔΙΝΗ ΑΘΗΝΑ»

    Με τον ουράνιο Μπαχ
    ερωτεύομαι νύχτες της πικρής Αττικής
    ακούω γαλήνια κονσέρτα
    που αναστρέφουν τον πόνο
    σε χαλασμένα ραδιόφωνα χωρίς κουμπιά
    σκονισμένα
    συντριμμένα
    των λυπημένων –
    (βράδια μυρωμένα
    η Αττική ανέβαινε ψηλά
    κι ανέβαιναν
    τα βάσανα κ’ οι έγνοιες…).
    Είχα μιαν αγάπη
    χάθηκε
    την έφραξαν πάθη καιρικά
    μα όμως κάποτε
    λέω θ’ ανταμώσουμε ψηλά
    μέσ’ στη γαλάζια σκόνη του αιθέρα.
    Έχει άνθος στα μαλλιά
    είναι τα μάτια της εφιαλτικά και σύρουν.
    Άλλ’ εγώ με τη δύναμη του αθώου
    στους κινδύνους
    ανεβαίνω.
    Είχαν μιαν αγάπη
    τώρα ταξιδεύει μακριά
    κ’ η σελήνη γέμισε κίτρινα πουλιά.
    Έχει άνθος
    και φέρνει
    όνειρα στον ερειπωμένο μου
    ύπνο.

    -Ν. Καρούζος, «ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ»

    Είμαστε πάντα το χώμα του καλού
    έχουμε στην καρδιά μας ένα σήμαντρο.
    Να ο Λυκαβηττός με τα ουράνια πράσινα
    της χειμωνιάτικης μέρας η γλυκύτητα
    του ανεβάζουν δέντρα μέσ’ στην καθαρή γέννησή του.
    Εδώ πάλι εξαίσια ουράνια τυλίγουν κάτω απ’ τον Ιερό Βράχο
    εμπρός στα μάτια τη γυμνή συκιά
    ωσάν ανήσυχο σκελέτωμα
    που κόβει την ανάσα –
    γκρίζο λευκάζει
    και τη θύρα της απελπισίας ανοίγει.
    Ταξίδεψε σώμα γοερό μέσα στη μαύρη πόλη.
    Οι σκουριασμένοι κίονες το σπήλαιο του Πανός
    οράματα
    πληγές
    αίματα των πατέρων.
    Ιδού ο Κήπος πέρα στην κίνηση των δρόμων
    κρύβεται στα φυλλώματα της θλίψεως
    κι ο ήλιος έμεινε στη μια πλευρά του δέντρου για πάντα
    την κεντημένη κίτρινα φύλλα
    ο ήλιος πόσων ημερών, αλήθεια, έχει κολλήσει
    τις αχτίδες του πάνω στα υπάρχοντα φύλλα
    και το νεκρώσιμο φεγγάρι βγάζει άσπρο…
    Να θυμηθείς τον κόσμο πάλι
    θυμήσου το παρόν
    οι ξύλινες σκάλες που προσμένουν άλικα
    τα μανταρίνια είναι κίτρινος Χριστός μέσ’ στις αυλές.
    Αγνά παραθυρόφυλλα
    κόκκινα σα βερνίκι
    τα κεραμίδια χλοϊσμένα στις χοές του χρόνου
    χωρίς λαλιά με ωχρό κερί ζητώντας τη δική σου
    καθώς πίνεις της το μοναξιάς το ηδύποτο.

    -Ν. Καρούζος, «ΠΕΡΠΑΤΩΝΤΑΣ»

    Φασματική Αθήνα σε χειμέριον όρθο
    ποιος θα ζυγίσει το δικό μας πόνο
    μέρες
    νύχτες
    ώρες βροχερές
    όταν μας έκλεινε η σιωπή σαν παλαιά παράθυρα
    δίχως τα δέντρα
    δίχως της γυναίκας το φιλί
    μέρες
    νύχτες
    ώρες βροχερές…

    Να περιμένεις την πνοή π’ ανοίγει τις οράσεις
    ο ποιητής ανθίζει
    δεν τρέχει πίσω απ’ τις λέξεις
    έχει σαν το λουλούδι μια μοίρα
    είν’ ο αθέλητος
    έρχετ’ η βροχή νοτίζει το χώμα ο ήλιος
    θα ‘ρθει κ’ η νύχτα θα ‘ρθει κ’ η μέρα
    και πάντα το φως.

    (Νίκος Καρούζος, Τα ποιήματα, Ίκαρος)

  3. καλησπέρα θεώρησα οτι αυτά τα ποιήματα είναι σωστό να ανέβουν οπως δημοσιευτηκαν απο τα 24grammata.

    24grammata.com – Στρατής Τσίρκας
    εάν (ένθετο του 24grammata.com) ιστορίες της Αθήνας

    γράφει η Εύα Γαλατσάνου

    Η Αθήνα στο πέρασμα του χρόνου.
    Κάθε σύγχρονη πόλη αποτελεί ένα μωσαϊκό που εμπεριέχει, ορατές ή αφανείς, τις διαδοχικές στιγμές της ιστορικής της διάρκειας. Είναι ένας τόπος που εκτείνεται από το παρελθόν στο παρόν και ύστερα στο μέλλον. Η ιστορία της πόλης της Αθήνας ανάγεται στην αρχαιότητα και εκτείνεται μέχρι τη σύγχρονη εποχή, περιλαμβάνει την ίδρυσή της, την εξέλιξή της, την πνευματική της ακτινοβολία. Ωστόσο η ιστορική της εξέλιξη δεν είναι συνεχόμενη και ευθύγραμμη, διακόπτεται από την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και τέλος την Τουρκοκρατία. Αυτά είναι ιστορικά βιώματα που έχουν ενσωματωθεί στη ζωή του αθηναϊκού τοπίου και εμφανίζονται στην μετέπειτα εξέλιξή του. Η νεότερη Αθήνα έρχεται στο προσκήνιο και εμφανίζεται ξανά όταν αποφασίστηκε από τους Βαυαρούς ηγεμόνες να αποτελέσει την πρωτεύουσα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Η εικόνα της πόλης σύμφωνα με τον Σούρμελη ήταν: «εύρον την πόλιν όλην ερείπιον», πλήρης ερήμωση, καταστροφή όσων σπιτιών υπήρχαν, πλήθος αγροτικών δρόμων. Ωστόσο επιλέχθηκε για πρωτεύουσα λόγω της αρχαίας αίγλης αλλά και των ωφελημάτων που θα είχε αυτή η επιλογή. Ουσιαστικά θα κτιζόταν μια πόλη εκ του μηδενός συνδυάζοντας το αρχαίο της παρελθόν αλλά και τους δυτικούς, σύγχρονους επηρεασμούς, μια ετερόκλητη νεοελληνική πολιτεία.
    Το σήμα της εκκίνησης για τη δόμηση της νέας πόλης δόθηκε στην αρχή του δεύτερου τρίτου του 19ου αιώνα, πολεοδομικά σχέδια, μικρές κοινωνικές ομάδες και εύρωστες οικονομικά οικογένειες έδωσαν το στίγμα τους στην διαμόρφωσή της. Το αρχαίο παρελθόν κυριαρχούσε ακόμα και έδινε τον ρυθμό στην κτηριακή ανάπτυξη ενώ ταυτόχρονα σταδιακά ο πληθυσμός αυξάνεται, τελούνται οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 1896 και εμφανίζονται τα πρώτα δείγματα εκσυγχρονισμού με πολιτικό εκφραστή τον Χαρίλαο Τρικούπη, όπως ήταν ο σιδηρόδρομος και ο ηλεκτροφωτισμός.
    Η ατμόσφαιρα της παλιάς Αθήνας έχει αρχίσει να εκτοπίζεται στο ξεκίνημα του 20ου αιώνα και κατά τη διάρκειά του το μωσαϊκό του πληθυσμού της Αθήνας αυξάνεται, οι πρόσφυγες που εισρέουν στη πόλη μετά τη Μικρασιατική καταστροφή μεταφέρουν τις γνώσεις τους στην βιομηχανία, ο μηχανισμός της αγοράς αναπτύσσεται, ο υλικός πλούτος αυξάνεται, οι άνθρωποι προσδιορίζουν την «αστική» τους ταυτότητα και αποκόβονται από τα πατροπαράδοτα ήθη.
    Η τεχνολογία έχει εισέλθει στην καθημερινότητα, η ανέγερση κτηρίων αυξάνεται, οι δρόμοι γίνονται πολυσύχναστοι και η πόλη διευρύνεται γεωγραφικά. Μια νέα εποχή ξεκινά η οποία διακόπτεται από τις συνέπειες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, της κατοχής, της εμφύλιας διαμάχης. Σε αυτό το χρονικό σημείο η Αθήνα προσδιορίζεται από τα έντονα ιστορικά γεγονότα που λαμβάνουν χώραν σε αυτή. Η κρίσιμη περίοδος συνεχίζεται τις επόμενες δεκαετίες με τις ασταθείς κυβερνήσεις, τη χούντα, το αντιδικτατορικό κίνημα, τη μεταπολίτευση. Αυτή είναι εποχή που σημαίνει την έναρξη της περιόδου αστάθειας και κρίσης. Ο αστικός χώρος επηρεάζεται, αναπτύσσεται άναρχα, πληθαίνουν οι γκρίζες προσόψεις των πολυκατοικιών, ο ζωτικός χώρος μειώνεται και το φυσικό τοπίο υποβαθμίζεται.
    Στους πολυδαίδαλους δρόμους της Αθήνας, την αισθητική της, την ιστορία της, τον συγκρουσιακό της χαρακτήρα αλλά και τη γοητεία της αναπτύσσονται οι ζωές των ανθρώπων της, εξελίσσονται, διαμορφώνονται και διαμορφώνουν τον χώρο μέσα στον οποίο δρουν.
    Η δημιουργία της πόλης αποτελεί σημαντικό θέμα στην ιστορία του ανθρώπινου είδους από τα αρχαία χρόνια, όταν ο φιλόσοφος Πλάτωνας στο έργο του Πρωταγόρας γράφει εξ ονόματος του Σωκράτη ότι όταν οι άνθρωποι ζούσαν διασκορπισμένοι και πόλεις δεν υπήρχαν, «πόλεις δε ουκ ἦσαν». Αφανίζονταν από τα θηρία, τους εξωτερικούς εχθρούς. Ήταν πιο ανίσχυροι, ανεπαρκείς στον πόλεμο με τα θηρία. Αυτό συνέβαινε διότι δεν είχαν ακόμη την πολιτική τέχνη, την τέχνη για την οργάνωση μιας πολιτείας, γι’ αυτό κάθε φορά που συναθροίζονταν για να σωθούν κτίζοντας πόλεις, αδικούσαν ο ένας τον άλλον, διασκορπίζονταν και εξολοθρεύονταν. Η ανάγκη ύπαρξης της πόλης είναι τόσο σημαντική, ώστε η λύση δίνεται με την θεϊκή παρέμβαση του Δία ο οποίος δωρίζει στο ανθρώπινο γένος την πολιτική τέχνη. Στη συνέχεια, σε επόμενο έργο του Πλάτωνα της ώριμης περιόδου του την «Πολιτεία», πραγματεύεται τους όρους για να δομηθεί μια όμορφη πόλη (Καλλίπολη) που θα κάνει καλό στους ανθρώπους της αλλά και οι άνθρωποι θα κάνουν καλό στην πόλη. Καθορίζει το σύστημα δικαιοσύνης, την ανάγκη του φιλοσόφου να λειτουργεί ως νομοθέτης, την ιδιωτική ζωή. Τον ρόλο των γυναικών, την χρησιμότητα της τέχνης. Οι ιδέες αυτές είναι άρρηκτα δεμένες με τις πόλεις-κράτη της αρχαιότητας. Η αρχαία Ελλάδα δεν υπήρξε ποτέ ένα ενιαίο κράτος, κάθε μία πόλη ήταν ένα ανεξάρτητο και αυτόνομο κράτος.
    Η «πόλις» για να δημιουργηθεί έπρεπε να έχει ένα οχυρωμένο καταφύγιο για τις περιόδους πολέμου ενώ οι πολίτες της αισθάνονταν ότι αποτελούσαν μια φυλή. Η πόλη-κράτος της Αθήνας, συνειδητοποιώντας την ανάγκη συνεργασίας και με άλλες πόλεις-κράτη, ίδρυσε την Αθηναϊκή Συμμαχία για την προστασία των συμμαχικών κρατών από τις σπαρτιατικές επεμβάσεις. Ωστόσο ο ρήτορας Ισοκράτης στον Πανηγυρικό του προσπαθεί να ενώσει τους Έλληνες υπό τη σκέπη της Αθηναϊκής ηγεμονίας που επειδή τότε παρήκμαζε στρατιωτικά καλούσε τους Έλληνες να ενωθούν υπό τη πνευματική στέγη της Αθήνας. Η σκέψη των αρχαίων φιλοσόφων για την ανάγκη ύπαρξης της πόλης, την δομή και τη λειτουργία της ανακόπηκε στο διάστημα κυριαρχίας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και της κυριαρχίας των Τούρκων στον ελλαδικό χώρο για τέσσερις αιώνες. Στο διάστημα αυτό ο ελληνικός χώρος δέχεται επιδράσεις από την Ανατολή η οποία δεν έχει ανεπτυγμένη την ιδέα της πόλης με αποτέλεσμα να μην συνεισφέρει τόσο στη διαμόρφωσή της. Στη Δύση όμως τελούνται σημαντικά γεγονότα που ωθούν στην άνθηση της κοινωνιολογίας, της μελέτης της δομής και της κοινωνίας. Η βιομηχανική επανάσταση, η εισαγωγή των μηχανών για τη μαζική παραγωγή αγαθών έχει ως συνέπεια την όξυνση των κοινωνικών προβλημάτων, την φτώχεια, την ανεργία, την ανυπαρξία εργατικών δικαιωμάτων, που απαιτούν λύση, ενώ ταυτόχρονα η Γαλλική Επανάσταση το 1789 αποτελεί την κοινωνική επανάσταση ενάντια στην απόλυτη μοναρχία και τα εκ γενετής προνόμια των ευγενών. Το σύνθημα Ελευθερία, Ισότητα, Αδελφοσύνη εισάγει νέους προβληματισμούς για τον τρόπο δόμησης και λειτουργίας των πόλεων. Οι νέες αυτές συνθήκες εγείρουν την ανάγκη μελέτης της ουσίας ύπαρξης των πόλεων και τον ρόλο της ανερχόμενης αστικής τάξης κατά τη περίοδο αποσύνθεσης της φεουδαρχίας. Όλα αυτά οδηγούν στην ανάγκη σύναψης ενός Κοινωνικού Συμβολαίου, στη σύναψη και τήρηση μιας συμφωνίας μεταξύ των ανταγωνιζομένων τάξεων για την ισότιμη ανάληψη και επιμερισμό κοινωνικών υποχρεώσεων και δικαιωμάτων για την καθιέρωση ρυθμιστικών κανόνων της ανθρώπινης συμβίωσης και συνεργασίας.
    Οι κοινωνιολόγοι που ασχολήθηκαν, προβληματίστηκαν και έγραψαν μελέτες για τις καινούριες συνθήκες που αναδύονται στη δυτική κοινωνία είναι πολλοί, μεταξύ των οποίων ο Γερμανός Καρλ Μαρξ. Η πόλη για τον Μαρξ καθορίζεται από τον χώρο. Ο καταμερισμός της εργασίας στα διάφορα στάδια εξέλιξης της διαδικασίας παραγωγής, διακρίνει την βιομηχανική-εμπορική εργασία από την αγροτική εργασία που οδηγεί στον διαχωρισμό πόλης και υπαίθρου.
    Η πόλη ωστόσο για τον Μαξ Βέμπερ βασίζεται στην έννοια της οικονομίας. Είναι ένας οικονομικός σύνδεσμος, μια αγορά οχυρωμένη που διαχωρίζεται από την τριγύρω ύπαιθρο και ταυτόχρονα εμφανίζεται παντού στον κόσμο. Οι φεουδαλικοί και δεσποτικοί δεσμοί της υπαίθρου διαρρηγνύονται, η γη είναι ελεύθερα εκποιήσιμη, το ελεύθερο και το ανελεύθερο συγχέεται. Συχνά επαναλαμβάνει το βορειοευρωπαϊκό ρητό: «ο αέρας της πόλης σε κάνει ελεύθερο». Από την άλλη πλευρά ο Ντύρκαϊμ συνδέει την έννοια της πόλης με την υλική και ηθική της πυκνότητα. Προβληματίζεται για τη συγκρότηση της συλλογικής ζωής, την αλληλεγγύη, τις σχέσεις, τις δραστηριότητες, την ηθική συνείδηση και καταγράφει τις διαφορές της μηχανικής αλληλεγγύης που κυριαρχεί στις προβιομηχανικές κοινωνίες με την οργανική αλληλεγγύη που εμφανίζεται στις σύγχρονες κοινωνίες και τις μεγαλουπόλεις.
    Οι κοινωνιολογικές προσεγγίσεις για την υφή τής υπό διαμόρφωση πόλης της Δύσης υπήρξαν πολλές οι οποίες σε συνδυασμό με τα ανατολικά στοιχεία επιρροής που δέχθηκε η Ελλάδα επί Τουρκοκρατίας διαμόρφωσαν τη μορφή της νεοσύστατης Αθήνας, της πρωτεύουσας του απελευθερωμένου ελληνικού κράτους από τον 19ο αιώνα και ύστερα.

    Η ποιητική Αθήνα

    Η πόλη της Αθήνας από το αχνό αστικό περίγραμμα γύρω από το βράχο της Ακρόπολης, σταδιακά εξελίσσεται σε μεγαλούπολη με έντονη την παρουσία κτηρίων, εργαζομένων, αστικής ζωής, σπουδάζουσας νεολαίας, λαϊκής τάξης, υψηλής κοινωνίας. Η ανάπτυξή της είναι ραγδαία, γίνεται πολύβουη, μηχανιστική και διαβρωτική για τον άνθρωπο που ζει σε αυτήν. Η δυναμική της εξέλιξη μέσα στο χρόνο εκφράζεται μέσα από την ποίηση που αναφέρεται σε αυτήν.
    Η έννοια της ποίησης είναι ρευστή, δεν μπορεί να οριστεί απόλυτα καθώς εξαρτάται από την ευαισθησία και την οπτική γωνία εκείνου που την ορίζει. Σίγουρα πάντως δεν μπορεί να οριστεί πέρα από τις πολιτισμικές-ιστορικές συνθήκες καθώς και τις αισθητικές αξίες κάθε εποχής. Αυτό που αποτελεί ίσως «αληθινή» ποίηση είναι όταν ένα ποίημα περιέχει κάποια αισθητική αξία, απευθύνεται στον μυστηριακό χώρο των συναισθημάτων και διεγείρει την ψυχή του αναγνώστη. Η διοχέτευση του πόνου, της απόγνωσης, του μηδενισμού, της χαράς, της αισιοδοξίας καταλήγει στη μεταφυσική διάσταση του ποιητικού βιώματος. Ο ποιητής τελεί το ρόλο του παρατηρητή και αυτού που καταγράφει τις δονήσεις της εποχής του. Αυτή τη μορφή θα έχουν τα ποιήματα που θα προσεγγίσει.

    Ύμνος εις την Αθήνα
    Χαρά σ εσέ, χώρα λευκή καὶ χώρα ευτυχισμένη!
    Καμία χώρα σ όλη τη γη, καμιά στην οικουμένη
    δεν ηὖρε τέτοιο φυλαχτὸ σαν το δικό μου μάτι.
    Απ άλλες χώρες πέρασα γοργά – γοργά τρεχάτη
    και μ είδαν της Ελλάδας μου τ αγαπημένα μέρη
    σαν άνεμο και σαν ἀϊτὸ και σύννεφο κι αστέρι.
    Όμως σ᾿ ἐσὲ το θρόνο μου αιώνια θεμελιώνω
    και ρίζωσε ἡ αγάπη μου στα χώματά σου μόνο
    Κωστής Παλαμάς

    Ο ύμνος είναι ένα ποιητικό είδος που καλλιεργείται ήδη από τα αρχαία χρόνια και πρόκειται για ένα τραγούδι γραμμένο για να τιμηθεί κάποιος θεός, ημίθεος ή ήρωας. Εδώ όμως συμβαίνει αντίστροφα, η θεά Αθηνά εκφράζει εγκώμια και υμνεί την πόλη της την Αθήνα. Με ένα εγκωμιαστικό τραγούδι γεμάτο πάθος στοχεύει στην πνευματική και ψυχική ανάταση της ίδιας της της πόλης. Κυριαρχεί η έξαρση, το υψηλό περιεχόμενο και δημιουργεί στον αναγνώστη δέος ή, όπως διαχωρίζει ο Καντ, το αίσθημα του υπέροχου. Σε μια εποχή κατά την οποία η Αθήνα έχει αρχίσει να αναπτύσσεται, να εκσυγχρονίζεται κοινωνικά και πολιτικά, ο Παλαμάς καταγράφει τα λόγια της θεάς Αθηνάς στην ιερή της πόλη σε μια έξαρση της ρομαντικής εξιδανίκευσης του αρχαίου παρελθόντος. Με αυτό τον τρόπο εκφράζει το πάθος του για την Αθήνα αλλά ταυτόχρονα και την σκεπτικιστική του διάθεση απέναντι στην αρχαία πόλη που πλέον γίνεται αποδέκτης του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού.
    Ο Κωστής Παλαμάς ενσωματώνει τον πλούτο της ελληνικής παράδοσης, τη βυζαντινή ποίηση, τον λυρισμό και εκφράζει τους πόθους και τους οραματισμούς της φυλής του εκείνη την εποχή. Στο ποίημά του ζωντανεύει ο μύθος της «φιλονικίας» που είχε η θεά Αθηνά με τον θεό Ποσειδώνα για την κατοχή της Αθήνας. Ο Ποσειδώνας χτυπώντας την τρίαινά του στον βράχο της Ακρόπολης αναβλύζει αλμυρό νερό ενώ η θεά Αθηνά δημιουργεί μια ελιά. Η υπόθεση αφού παραπέμφθηκε στο δικαστήριο του Ολύμπου, αποφασίστηκε η θεά Αθηνά να πάρει την πόλη. Η θεά Αθηνά λοιπόν απευθύνεται στην πόλη της και της λέει ότι πέρασε από πολλές πόλεις, από όλες όμως γρήγορα έφυγε, καμία δεν έλαμψε και την ήλκυσε όσο η Αθήνα. Στα λόγια της ζωντανεύει η κλασική αρχαιότητα, το πνευματικό κάλλος που καλλιεργήθηκε στα χώματα αυτού του τόπου και αποτέλεσε τη βάση του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Στρέφεται στα μεγάλα, τα υψηλά, εγείρει ψυχές και αφυπνίζει συνειδήσεις. Η φιλοσοφία, οι θετικές επιστήμες, η αρχιτεκτονική, η γλυπτική βρήκαν γόνιμο έδαφος, αναπτύχθηκαν και τροφοδότησαν τον πολιτισμό. Δεν μυθοποιεί την Αθήνα σε αυτό το ποίημα, απλά από μέσα της, την πολεοδομία, τα σπίτια, τους δρόμους, τους ανθρώπους της, εξάγει το μυθικό της νόημα. Ο τόπος αυτός είναι συνυφασμένος με τους ανθρώπους που έζησαν σε αυτή, τις ιδέες που δημιουργήθηκαν, το εκθαμβωτικό φως, γι’ αυτό ο,τιδήποτε καινούριο θα πρέπει πρώτα να προσαρμοστεί στις ανάγκες τής υπό διαμόρφωση Αθήνας.

  4. Της Αθηνάς ανάγλυφο
    Πώς ακούμπησες άπραγα το δόρυ;
    Τη φοβερή σου περικεφαλαία
    βαριά πώς γέρνεις προς το στήθος, Κόρη;
    Ποιός πόνος τόσο είναι τρανός, ω Ιδέα,
    για να σε φτάση! Οχτροί κεραυνοφόροι
    δεν είναι για δικά σου τρόπαια νέα;
    Δεν οδηγεί στο Βράχο σου την πλώρη
    του καραβιού σου πλέον πομπή αθηναία;
    Σε ταφόπετρα βλέπω να την έχη
    καρφωμένη μία πίκρα την Παλλάδα.
    Ὤ! κάτι μέγα, απίστευτο θα τρέχη …
    Χαμένη κλαις την ιερή σου πόλη
    ή νεκρή μες στο μνήμα και την όλη
    του τότε και του τώρα, ὠιμένα! Ελλάδα;
    Κωστής Παλαμάς

    Το μυθικό πρόσωπο της θεάς Αθηνάς στέκει άπραγο και αποκαρδιωμένο πάνω στο ανάγλυφο που έχει φτιαχτεί γι’ αυτήν. Ο πόνος είναι τόσο μεγάλος που αποκαρδιώνει, εκφράζεται έτσι η παρακμή της Ιδέας. Είναι η εποχή όπου η Ελλάδα υπέστη την εθνική χρεοκοπία του 1893, την ήττα στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 καθώς και τον έλεγχο που επέβαλαν οι Μεγάλες Δυνάμεις για το χρέος στους ξένους την ίδια χρονιά. Η Αθήνα ταυτίζεται με την Ελλάδα και βρίσκεται νεκρή στο μνήμα. Αποτελεί τον καθρέφτη της και αντικατοπτρίζει τον φόβο της για την ζωή των ανθρώπων της, την δυστυχία τους, τους πόνους τους, την οργή τους. Η θεά Αθηνά πικραμένη παρατηρεί τον απόηχο της κρίσης που τεμαχίζει την κοινωνία και βασανίζει τους ανθρώπους τους. Ο Παλαμάς με το ποίημά του στοχάζεται, προβληματίζεται, κρίνει και αναιρεί. Μέσα από αυτό το έργο φιλοσοφεί, καυτηριάζει την πραγματικότητα και ακριβώς επειδή χρησιμοποιεί τις μεγαλειώδεις εικόνες της θεάς Αθηνάς στο ομώνυμο μνημείο να θρηνεί, η κατάρριψη της πραγματικότητας είναι ακόμα πιο έντονη και βίαιη. Τα αισθήματα του αναγνώστη είναι το δέος αλλά και η λύπη. Ωστόσο ο ίδιος ο ποιητής παρά τις ιστορικές περιπέτειες της ιερής του πόλης, έζησε μια «ασάλευτη ζωή» σε αυτήν.
    Ιερά Οδός
    Απο τη νέα πληγή που μ᾿ άνοιξεν η μοίρα
    έμπαιν᾿ ο ήλιος, θαρρούσα, στην καρδιά μου
    με τόση όρμή, καθὼς βασίλευε, ὅπως
    ἀπὸ ραγισματιὰν αἰφνίδια μπαίνει
    τὸ κύμα σὲ καράβι π᾿ ὁλοένα
    βουλιάζει.
    Γιὰ ἐκεῖνο πιὰ τὸ δείλι,
    σὰν ἄρρωστος, καιρό, ποὺ πρωτοβγαίνει
    ν᾿ ἀρμέξει ζωὴ ἀπ᾿ τὸν ἔξω κόσμον, ἤμουν
    περπατητὴς μοναχικὸς στὸ δρόμο
    ποὺ ξεκινᾶ ἀπὸ τὴν Ἀθήνα κ᾿ ἔχει
    σημάδι του ἱερὸ τὴν Ἐλευσίνα.
    Τί ἦταν γιὰ μένα αὐτὸς ὁ δρόμος πάντα
    σὰ δρόμος τῆς Ψυχῆς.
    Φανερωμένος
    μεγάλος ποταμός, κυλοῦσε ἐδῶθε
    ἀργὰ συρμένα ἀπὸ τὰ βόδια ἁμάξια
    γεμάτα ἀθεμωνιὲς ἢ ξύλα, κι ἄλλα
    ἁμάξια, γοργὰ ποὺ προσπερνοῦσαν,
    μὲ τοὺς ἀνθρώπους μέσα τοὺς σὰν ἴσκιους.
    Μὰ παραπέρα, σὰ νὰ χάθη ὁ κόσμος
    κ᾿ ἔμειν᾿ ἡ φύση μόνη, ὥρα κι ὥρα
    μίαν ἡσυχία βασίλεψε. K᾿ ἡ πέτρα
    π᾿ ἀντίκρισα σὲ μία ἄκρη ριζωμένη,
    θρονί μου φάνη μοιραμένο μου ἦταν
    ἀπ᾿ τοὺς αἰῶνες. K᾿ ἔπλεξα τὰ χέρια,
    σὰν κάθισα, στὰ γόνατα, ξεχνώντας
    ἂν κίνησα τὴ μέρα αὐτὴ ἢ ἂν πῆρα
    αἰῶνες πίσω αὐτὸ τὸν ἴδιο δρόμο.
    Μὰ νά· στὴν ἡσυχία αὐτή, ἀπ᾿ τὸ γύρο
    τὸν κοντινό, προβάλανε τρεῖς ἴσκιοι.
    Ἕνας Ἀτσίγγανος ἀγνάντια ἐρχόταν,
    καὶ πίσωθέ του ἀκλούθααν, μ᾿ ἁλυσίδες
    συρμένες, δυὸ ἀργοβάδιστες ἀρκοῦδες.
    Καὶ νά· ὡς σὲ λίγο ζύγωσαν μπροστά μου
    καὶ μ᾿ εἶδε ὁ Γύφτος, πρὶν καλὰ προφτάσω
    νὰ τὸν κοιτάξω, τράβηξε ἀπ᾿ τὸν ὦμο
    τὸ ντέφι καί, χτυπώντας το μὲ τό ῾να
    χέρι, μὲ τ᾿ ἄλλον ἔσυρε μὲ βία
    τὶς ἁλυσίδες. K᾿ οἱ δυὸ ἀρκοῦδες τότε
    στὰ δυό τους σκώθηκαν, βαριά.
    Ἡ μία,

    (ἤτανε ἡ μάνα, φανερά), ἡ μεγάλη,
    μὲ πλεχτὲς χάντρες ὅλο στολισμένο
    τὸ μέτωπο γαλάζιες, κι ἀπὸ πάνω
    μίαν ἄσπρη ἀβασκαντήρα, ἀνασηκώθη
    ξάφνου τρανή, σὰν προαιώνιο νά ῾ταν
    ξόανο Μεγάλης Θεάς, της αιώνιας Μάνας,
    αὐτῆς της ιδίας ποὺ ἱερὰ θλιμμένη,
    μὲ τὸν καιρὸν ὡς πῆρε ἀνθρώπινη ὄψη,
    γιὰ τὸν καημὸ τῆς κόρης της λεγόνταν
    Δήμητρα ἐδῶ, γιὰ τὸν καημὸ τοῦ γιοῦ της
    πιὸ πέρα ἦταν Ἀλκμήνη ἢ Παναγία.
    Καὶ τὸ μικρὸ στὸ πλάγι της ἀρκούδι,
    σὰ μεγάλο παιχνίδι, σὰν ἀνίδεο
    μικρὸ παιδί, ἀνασκώθηκε κ᾿ ἐκεῖνο
    ὑπάκοο, μὴ μαντεύοντας ἀκόμα
    τοῦ πόνου του τὸ μάκρος, καὶ τὴν πίκρα
    τῆς σκλαβιᾶς, ποὺ καθρέφτιζεν ἡ μάνα
    στὰ δυὸ πυρά της ποὺ τὸ κοίτααν μάτια!
    Ἀλλ᾿ ὡς ἀπὸ τὸν κάματον ἐκείνη
    ὀκνοῦσε νὰ χορέψει, ὁ Γύφτος, μ᾿ ἕνα
    ῾πιδέξιο τράβηγμα τῆς ἁλυσίδας
    στοῦ μικροῦ τὸ ρουθούνι, ματωμένο
    ἀκόμα ἀπ᾿ τὸ χαλκὰ ποὺ λίγες μέρες
    φαινόνταν πὼς τοῦ τρύπησεν, αἰφνίδια
    τὴν ἔκαμε, μουγκρίζοντας μὲ πόνο,
    νὰ ὀρθώνεται ψηλά, πρὸς τὸ παιδί της
    γυρνώντας τὸ κεφάλι, καὶ νὰ ὀρχιέται
    ζωηρά.
    K᾿ ἐγώ, ὡς ἐκοίταζα, τραβοῦσα
    ἔξω ἀπ᾿ τὸ χρόνο, μακριὰ ἀπ᾿ τὸ χρόνο,
    ἐλεύτερος ἀπὸ μορφὲς κλεισμένες
    στὸν καιρό, ἀπὸ ἀγάλματα κ᾿ εἰκόνες·
    ἤμουν ἔξω, ἤμουν ἔξω ἀπὸ τὸ χρόνο.
    Μὰ μπροστά μου, ὀρθωμένη ἀπὸ τὴ βία
    τοῦ χαλκὰ καὶ τῆς ἄμοιρης στοργῆς της,
    δὲν ἔβλεπα ἄλλο ἀπ᾿ τὴν τρανὴν ἀρκούδα
    μὲ τὶς γαλάζιες χάντρες στὸ κεφάλι,
    μαρτυρικὸ τεράστιο σύμβολο ὅλου
    τοῦ κόσμου, τωρινοῦ καὶ περασμένου,
    μαρτυρικὸ τεράστιο σύμβολο ὄλου

    τοῦ πόνου τοῦ πανάρχαιου, ὁπ᾿ ἀκόμα
    δὲν τοῦ πληρώθη ἀπ᾿ τοὺς θνητοὺς αἰῶνες
    ὁ φόρος τῆς ψυχῆς.
    Τί ἐτούτη ἀκόμα
    ἦταν κ᾿ εἶναι στὸν Ἅδη.
    Καὶ σκυμμένο
    τὸ κεφάλι μου κράτησα ὁλοένα,
    καθὼς στὸ ντέφι μέσα ἔριχνα, σκλάβος
    κ᾿ ἐγὼ τοῦ κόσμου, μιὰ δραχμή.
    Μὰ ὡς, τέλος,
    ὁ Ἀτσίγγανος ξεμάκρυνε, τραβώντας
    ξανὰ τὶς δυὸ ἀργοβάδιστες ἀρκοῦδες,
    καὶ χάθηκε στὸ μούχρωμα, ἡ καρδιά μου
    μὲ σήκωσε νὰ ξαναπάρω πάλι
    τὸ δρόμον ὁποὺ τέλειωνε στὰ ῾ρείπια
    τοῦ Ἱεροῦ τῆς Ψυχῆς, στὴν Ἐλευσίνα.
    K᾿ ἡ καρδιά μου, ὡς ἐβάδιζα, βογγοῦσε:
    «Θά ῾ρτει τάχα ποτέ, θὲ νά ῾ρτει ἡ ὥρα
    ποὺ ἡ ψυχὴ τῆς ἀρκούδας καὶ τοῦ Γύφτου,
    κ᾿ ἡ ψυχή μου, ποὺ Μυημένη τηνὲ κράζω,
    θὰ γιορτάσουν μαζί;»
    Κι ὡς προχωροῦσα,
    καὶ βράδιαζε, ξανάνιωσα ἀπ᾿ τὴν ἴδια
    πληγή, ποὺ ἡ μοίρα μ᾿ ἄνοιξε, τὸ σκότος
    νὰ μπαίνει ὁρμητικὰ μὲς στὴν καρδιά μου,
    καθὼς ἀπὸ ραγισματιὰν αἰφνίδια μπαίνει
    τὸ κύμα σὲ καράβι ποὺ ὁλοένα
    βουλιάζει. Κι ὅμως τέτοια ὡς νὰ διψοῦσε
    πλημμύραν ἡ καρδιά μου, σᾶ βυθίστη
    ὡς νὰ πνίγηκε ἀκέρια στὰ σκοτάδια,
    σὰ βυθίστηκε ἀκέρια στὰ σκοτάδια,
    ἕνα μούρμουρο ἁπλώθη ἀπάνωθέ μου,
    ἕνα μούρμουρο,
    κ᾿ ἔμοιαζ᾿ ἔλλε:
    «Θὰ ῾ρτει.»
    Άγγελος Σικελιανός

    Η μη ιστορική συγχρονικότητα διαφορετικών φαινομενικά θρησκευτικών εμπειριών φαίνεται σ’ αυτό το ποίημα. Όπως αναφέρει ο Θ. Σ. Έλιοτ «όλος ο χρόνος είναι αιώνια παρών». Το παρελθόν ενυπάρχει στο παρόν και όλα αυτά συνυπάρχουν με το μέλλον. Η Ιερά Οδός είναι ο δρόμος προς το αρχαίο ιερό της Δήμητρας στην Ελευσίνα όπου περνούσε η πομπή των Ελευσινίων μυστηρίων. Σ’ αυτό το δρόμο ο ποιητής συναντά ένα γύφτο που οδηγεί δυο αρκούδες, την μητέρα και το παιδί της προς το ιερό της Δήμητρας. Αισθάνεται το παροντικό βίωμα που ξαφνικά διαστέλλεται από το παρελθόν μέχρι το μέλλον καταλήγοντας στην αχρονία. Ο δρόμος αυτός αποτελεί τη σύνδεση του παρελθόντος με το παρόν αλλά και του εξωτερικού ερεθίσματος με την ουσιαστική επαφή, με την ψυχή του. Ο αρκουδιάρης είναι ο εξουσιαστής που κρατά τις αρκούδες-εξουσιαζόμενους σκλαβωμένες. Ο Ατσίγγανος συμβολίζει τους ανθρώπους που κρατούν τις αλυσίδες και αναγκάζουν το ανθρώπινο γένος να εκτελεί διαταγές. Ο συμβολισμός αυτός είναι διαχρονικός και εκφράζει το εναγώνιο ερώτημα, μέχρι πότε θα υπάρχουν καταπιεστές και καταπιεζόμενοι στη διάρκεια της ανθρώπινης ιστορίας, από τα αρχαία χρόνια μέχρι σήμερα. Ο τωρινός πόνος που βιώνει ο ποιητής είναι ταυτόχρονα και περασμένος πόνος, «μαρτυρικό τεράστιο σύμβολο όλου του πόνου του πανάρχαιου». Τελικά πολλές ψυχές ενώνονται σε μια απόλυτη συνοχή με το ερώτημα να αιωρείται. Ο μυστικισμός είναι έντονος, το μυστήριο της ζωής και του θανάτου κυριαρχεί ενώ ταυτόχρονα η αίσθηση του αρχαίου κόσμου σε συνδυασμό με τον τραγικό χορό της αρκούδας μοιάζει με αυτό που υποστηρίζει ο Nietzsche, η ζωή είναι αυτό και τίποτα πέραν αυτού, γι’ αυτό πρέπει να καταπολεμηθεί το ασκητικό ιδεώδες και οι άνθρωποι να ζουν σύμφωνα με το διονυσιακό πρότυπο.

    Αθήνα
    Ώρα γλυκιά. Ξαπλώνει ωραία δομένη
    η Αθήνα στον Απρίλη σαν εταίρα.
    Είναι ηδονές τα μύρα στον αιθέρα,
    και τίποτε η ψυχή πια δεν προσμένει.
    Στα σπίτια σκύβει απάνω και βαραίνει
    το ασήμι του βλεφάρου της η εσπέρα.
    Βασίλισσα η Ακρόπολη εκεί πέρα
    πορφύρα έχει τη δύση φορεμένη.

    Φιλί φωτός και σκάει το πρωταστέρι.
    Στον Ιλισσό ερωτεύεται τ’ αγέρι
    ροδονυφούλες δάφνες που ριγούνε.
    Ώρα γλυκιά χαράς και αγάπης, όντας
    πουλάκια το ένα τ’ άλλο κυνηγούνε
    τ’ Ολύμπιου Δία μια στήλη αεροχτυπώντας..
    Κώστας Καρυωτάκης

    Ανάμεσα στο τέλος του 19ου αιώνα και τις αρχές του 20ου, η Αθήνα ζει την belle époque της. Ο ηλεκτρισμός έχει έλθει και φωτίζει τις νύχτες των Αθηναίων που κατεβαίνουν στο Φάληρο για να περπατήσουν συνοδευόμενοι από τη μουσική υπόκρουση της μπάντας του δήμου ή για να ακούσουν υπαίθριες οπερέτες. Οι νικηφόροι Βαλκανικοί Πόλεμοι (1912-1913) επέκτειναν τα βόρεια σύνορα της Ελλάδας και διασφάλισαν την Κρήτη και τα περισσότερα από τα νησιά του Αιγαίου ενώ ταυτόχρονα το όραμα της Μεγάλης Ιδέας που είχε ξεκινήσει από το 1870 φαινόταν περισσότερο από ποτέ πραγματοποιήσιμο. Ωστόσο ο Εθνικός Διχασμός (1915-1917), οι συνέπειες του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και η Μικρασιατική Καταστροφή σημαίνουν το τέλος της επεκτατικής αισιοδοξίας των Ελλήνων. Σε αυτό το κλίμα, το αθηναϊκό τοπίο απεικονίζεται στο ποίημα σε όλο του το μεγαλείο την ώρα του δειλινού. Οι καιροί αλλάζουν και οι εξελίξεις στον τρόπο ζωής στην πόλη μεταβάλλονται, ωστόσο το φυσικό περιβάλλον παραμένει όμορφο και γοητευτικό. η Αθήνα είναι μια γοητευτική πόλη που μπορεί να ξελογιάσει τον γηγενή ή τον περαστικό με τα χρώματά της, τα αρώματά της από τα λουλούδια και τα δέντρα που είναι ανθισμένα την άνοιξη. Σιγά-σιγά όπως προχωρά η ώρα, η νύχτα πέφτει βαριά πάνω στα σπιτάκια ενώ η Ακρόπολη λούζεται στο πυροκόκκινο φως της δύσης. Κάθε γωνιά της Αθήνας ντύνεται το βραδυνό της ρούχο και ευφραίνει την ψυχή του παρατηρητή.
    Ο Καρυωτάκης επιστρατεύει αληθινά δοξαστικούς τόνους, ωστόσο επειδή διαθέτει μια γενική αίσθηση των πραγμάτων και των συνθηκών της εποχής του, της διάψευσης του οράματος, του κατακερματισμένου κόσμου χωρίς καμία προοπτική, ασκεί κοινωνική ποίηση θέτοντας στο στόχαστρό του ακόμα και το λαό. Έτσι εκφράζει πόσο ειδυλλιακά φαινόντουσαν όλα ένα χρόνο πριν την Μικρασιατική Καταστροφή παρά τις συνέπειες του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Σχολιάζει πώς οι πολίτες βιώνουν την κατάσταση και σύμφωνα με την άποψή του για τις γυναίκες, η θηλυκή Αθήνα μοιάζει με τη γυναίκα της πόλης που είναι ένα ανυποψίαστο πλάσμα και γι’ αυτό προνομιούχο, δεν αντιλαμβάνεται τη σύμβαση μέσα στην οποία ζει.

    «1925»
    Στη Νέα Σμύρνη μια γριά
    απ’ τα χωριά της Προύσας
    -νοικοκυρές το νου σας-
    μαζεύει γέρους και παιδιά
    τριγύρω στο ντιβάνι
    κι αινίγματα τους βάνει.

    Ποιος είναι αυτός που περπατεί στα τέσσερα καβάλα
    με ήλιο και ψιχάλα
    κρατεί στο χέρι το σπαθί φορεί λουριά στα στήθια
    και λέει παραμύθια.

    Εκεί στα παραπήγματα
    πες το να μην το πω
    θα λύσουν τα αινίγματα
    και θα γενεί κακό.

    Ποιος είναι αυτός με το λειρί και την χρυσή καδένα
    που κολυμπάει στη στέρνα.
    Ποιος είναι αυτός με το φλουρί τη σμύρνα το λιβάνι
    που τρώει και δε φτάνει.

    Στη Νέα Σμύρνη μια γριά
    ρωτά με τα σωστά της
    την αναδεξιμιά της.

    Πόσο κρατάνε τα βουνά την άνοιξη το χιόνι
    και ποιος νοτιάς το λιώνει.
    Κ. Χ. Μύρης

    Το συγκλονιστικό γεγονός που άνοιξε μεγάλες πληγές και έφερε κοινωνική, πολιτική, κοινωνική και οικονομική κρίση ήταν η Μικρασιατική Καταστροφή (1922). Η συνεχής εμπόλεμη κατάσταση, η εγκατάλειψη της Μεγάλης Ιδέας και η εισροή ενός εκατομμυρίου προσφύγων στην Ελλάδα, με τους περισσότερους να καταφεύγουν στην Αθήνα, συνέθεσαν το κλίμα της ανασφάλειας, της ματαίωσης και της απογοήτευσης. Εκτός από την πικρή ιστορική εμπειρία της Καταστροφής, η Αθήνα βρισκόταν αντιμέτωπη με το σημαντικό θέμα της στέγασης των προσφύγων, της αποκατάστασής τους και της εύρεσης εργασίας. Ο μεγάλος αριθμός προσφύγων έπρεπε να προσαρμοστεί στη ζωή της Αθήνας και ταυτόχρονα οι Αθηναίοι να τους αποδεχθούν. Ωστόσο αυτό δεν αποδείχθηκε εύκολο καθώς τους αντιμετώπιζαν με πολλές προκαταλήψεις, ενώ ταυτόχρονα οι πρόσφυγες από την πλευρά τους τους θεωρούσαν όχι τόσο εξελιγμένους σε οικονομικά και πολιτισμικά θέματα. Η εγκατάστασή τους έγινε σε διάφορες περιοχές της Αθήνας όπου ανεγέρθηκαν συνοικισμοί που έπαιρναν το όνομά τους από την πόλη που προέρχονταν στη Μικρά Ασία. Ένας από αυτούς τους συνοικισμούς είναι η Νέα Σμύρνη, όπως περιγράφει το ποίημα. Η γριά έχει συγκεντρώσει στο ντιβάνι γέρους και παιδιά βάζοντάς τους αινίγματα. Αινίγματα για την κατάστασή τους αλλά και την αμφιβολία για τις μελλοντικές εξελίξεις. Ωστόσο οι πρόσφυγες μετέφεραν μαζί με την ταλαιπωρία τους γνώσεις οικονομικές καθώς και πολλά πολιτισμικά στοιχεία που μπολιάστηκαν στον αθηναϊκό πολιτισμό και τον εξέλιξαν.

    «Αθήνα του 1938»
    Ένα ταξίδι στην Αθήνα,
    όνειρο χαδεμένο
    είκοσι χρόνια.
    Ω θύμησες παιδιάστικες με το τραγούδι
    «Στο Ζάππειο μια μέρα…»
    και νοσταλγίες νεανικές- τα γράμματα
    τα γράμματα σου άγνωστη, αθηναία κόρη…

    Ω Αθήνα, ω πόλη που απάνω σου
    των αιώνων τα όνειρα φέγγουν.
    εγώ που περίμενα
    ν ’αποχτήσω κοντά σου
    τα μάτια τα μενεξελιά,
    της ψυχής σου τα μάτια τ ’αθάνατα
    και το ήθος που ξέρει
    φωτεινά και απέριττα
    μες στο χρόνο να στήνει
    αγάλματα…
    Για να γκρεμίσω τα όνειρα
    Είκοσι χρόνων
    Ήρθα μια μέρα στην Αθηνά.

    Πενήντα χιλιάδες ζεύγη ματιά
    Με υποδέχτηκαν
    Οι πενήντα χιλιάδες χαφιέδες σου
    Με υποδέχτηκαν
    Τα νεκρωμένα καφενεία σου
    Με υποδέχτηκαν
    Τα τρομαγμένα πρόσωπα των πολιτών σου
    Με υποδέχτηκαν
    Οι καημοί, το μαράζι κ’ οι ψίθυροι των φοιτητών σου
    Με υποδέχτηκαν,
    Κ’ οι αγωνίες των εξορισμένων στα νησιά
    Με χαιρέτησαν

    Και μου κουνήσανε την κεφαλή,
    Σαν αηδόνια βουβά και περίλυπα
    Οι ποιητές σου
    Και με βλαστήμησε
    Η μούρη ενός βατράχου βρομερού κι απαίσιου
    Σ’ όλους τους δρόμους, σ’ όλες τις προθήκες.
    Στρατής Τσίρκας

    Η περίοδος του Μεσοπολέμου σήμανε την έναρξη της πόλωσης των εσωτερικών συγκρούσεων στον ελλαδικό χώρο και φυσικά αυτό φάνηκε πολύ έντονα στην πρωτεύουσα της Αθήνας. Μετά τον Εθνικό Διχασμό και την κατάρριψη της Μεγάλης Ιδέας ήρθαν στην επιφάνεια παλαιότερες και βαθύτερες διχόνοιες για το ζήτημα διακυβέρνησης της Ελλάδας. Έχει αρχίσει η οργάνωση της αριστεράς (ΣΕΚΕ, ίδρυση 1918) αλλά ταυτόχρονα εντείνεται η παραβίαση των βασικών ατομικών ελευθεριών, η κρατική βία, η παρακρατική και οι διώξεις κατά των πολιτικών αντιπάλων βενιζελικών και αντιβενιζελικών. Ενώ συμβαίνουν αυτά την δεκαετία του 1930, θεσπίζεται το «ιδιώνυμο», ένας αντικομουνιστικός νόμος και το 1936 με την βασιλική αποδοχή του Γεωργίου του Α’, ο Μεταξάς αναλαμβάνει την εξουσία εγκαθιδρύοντας δικτατορία για την αντιμετώπιση του κινδύνου κοινωνικών ανατροπών.
    Ο ποιητής-περιηγητής ύστερα από χρόνια επισκέπτεται την Αθήνα το 1938. Αυτό που συναντά είναι τελείως διαφορετικό από τις προσδοκίες που είχε, την ονειρικά φτιαγμένη εικόνα του για αυτήν. Περιγράφει την τοπική αστική κοινωνία όπως έχει διαμορφωθεί από τις ιστορικές-κοινωνικές συνθήκες. Η πόλη από φιλόξενη και ελκυστική έχει μεταμορφωθεί σε απειλητική, σε κάθε γωνία οι «χαφιέδες» της παραμονεύουν για να αντιληφθούν κάθε παράνομη κίνηση. Είναι ερημική και νεκρωμένη, τα σημεία συνάντησης των ανθρώπων όπως τα καφενεία είναι άδεια. Οι μυστηριώδεις δρόμοι και η περίεργη ατμόσφαιρα της πόλης αντικατοπτρίζουν την συναισθηματική κατάσταση των πολιτών της. Ο τρόμος έχει καταλάβει τις εκφράσεις των προσώπων τους ενώ ταυτόχρονα οι νέοι φοιτητές, οι προβληματιζόμενοι, οι ανήσυχοι, οι σκεπτόμενοι κοιτούν το παρόν με λύπη και απογοήτευση. Μια πόλη κατακερματισμένη, διαιρεμένη με πολλούς απόντες που εξορίστηκαν σε νησιά λόγω των ιδεών τους. Σε αυτό το σκηνικό της πραγματικότητας οι ποιητές γίνονται αποδέκτες των τραυμάτων της πόλης της Αθήνας εκφράζοντας την λύπη τους σαν αηδόνια. Στην πόλη λοιπόν έχουν μείνει οι διάφοροι βάτραχοι, τα αμφίβια που έχουν διπλή ζωή, οι άνθρωποι που μεταμορφώθηκαν, πούλησαν τις ιδέες τους και έρπουν στους σκοτεινούς δρόμους. Πουλάνε την εικόνα τους στις βρωμερές βιτρίνες βλαστημώντας τον ποιητή.

    «Αθήνα 1943»
    Οι δρόμοι κόκκινες γιομάτοι επιγραφές
    τρανά την ώρα διαλαλούν την ορισμένη.
    Αγέρας πνέει βορεινός απ τις κορφές
    κι αργοσαλεύουνε στα πάρκα οι κρεμασμένοι.

    Μες στην Αθήνα όλα τα πρόσωπα βουβά
    και περπατάν αργά στους δρόμους «ἐν κινδύνῳ»
    ως τις εφτά που θ᾿ ακουστεί «Σιστάς Μοσκβὰ»
    και στις οχτώ (βαλ᾿ το σιγά) «Εδώ Λονδίνο».

    Φύσα ταχιά σπιλιάδα, φύσα βορεινή.
    Γραίγο μου κατρακύλα απ᾿ την Κριμαία.
    Κατά τετράδας πάν στο δρόμο οι γερμανοὶ
    κάτου από μαύρη, κακορίζικη σημαία.

    Μήνα το μήνα και πληθαίνουν οι πιστοί,
    ώρα την ώρα και φουντώνει το μελίσσι
    ως τη στιγμή που μες στους δρόμους θ᾿ ακουστεί
    η μουσική που κάθε στόμα θα λαλήσει.
    Νίκος Καββαδίας

    Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος σημάδεψε το σύνολο της ανθρωπότητας. Οι κατοχικοί μήνες στην Αθήνα εξαθλίωσαν τη ζωή των ανθρώπων της, η διατροφή και η περίθαλψη σχεδόν ανύπαρκτα και οδηγούσαν στην απόλυτη στέρηση. Παράλληλα η αντιστασιακή δράση στα βουνά της κεντρικής Ελλάδας εξελισσόταν, όμως οι αντιθέσεις μεταξύ των αντιστασιακών ομάδων άρχισαν ήδη από το 1943. Με την επιστροφή της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης στην Αθήνα και την πίεση που ασκούσε η φιλομοναρχική πολιτική της Αγγλίας, δημιουργήθηκαν αντιθέσεις για το πολιτειακό ζήτημα. Μετά την ειρηνική πορεία του ΕΑΜ το Δεκέμβρη του 1944 στην πλατεία Συντάγματος και τη δολοφονία διαδηλωτών ο εμφύλιος πόλεμος ξέσπασε και οι συγκρούσεις συνεχίστηκαν στα βουνά της ηπειρωτικής Ελλάδας που έληξαν το 1949 με τη νίκη του Εθνικού Στρατού έναντι του Δημοκρατικού Στρατού.
    Στο ποίημα απεικονίζεται το τοπίο της Αθήνας παγωμένο και ανατριχιαστικό. Στις διάφορες γειτονιές όλα είναι σε κατάσταση διάλυσης ενώ η εικόνα των κρεμασμένων στα πάρκα προκαλεί στον περαστικό φρίκη. Οι άνθρωποι είναι βουβοί και ομοιάζουν με σκιές που περιπλανιούνται στο κατεστραμμένο αστικό τοπίο. Ο κίνδυνος παραμονεύει από παντού και η ανασφάλεια είναι κυρίαρχη. Ωστόσο, φωνές διαμαρτυρίας και αντίστασης έχουν αρχίσει να διαφαίνονται και το αθηναϊκό τοπίο ομορφαίνει λόγω της ελπίδας που γεννιέται.
    «Δρόμοι»
    Δρόμοι – στιλπνά σκούρα χταπόδια τούτης της χώρας μου,
    που πάνω σας δίχως μορφή και δίχως βάρος
    πορεύεται το μέλλον. Κούρσες, πούλμαν, δεξαμενόπλοια,
    κάποιο ποδήλατο και κανένα σπουργίτι
    που κυλά τις αόρατες ρόδες του πάνω στην άσφαλτο.
    Από κάτω υπόγειοι δρόμοι. Από πάνω
    αέρινες σήραγγες παίζοντας τζαζ.
    Δρόμοι πλάι σε αστραφτερές βιτρίνες, πλάι
    σ’ αγάλματα ή ανάμεσα από μαγαζιά κι
    εργοστάσια. Δρόμε έξω απ’ το πανεπιστήμιο.
    Έξω απ’ το κτίριο της Βουλής. Δρόμε εθνικέ.
    Δρόμοι της συνοικίας. Δρόμοι μαστιγωμένοι
    από πίσσα και αίμα. Φτιαγμένοι με φωνές
    και χαλίκια. Κάτω απ’ το βάρος
    οδοστρωτήρων και χιλιάδων διαδηλώσεων.
    Δρόμε, σάβανο του Γρηγόρη, του Σωτήρη, του Τάσου.
    Δρόμοι- παίανες. Δρόμοι γιορτής.
    Δρόμοι-αγωνία. Δρόμοι-φονιάδες.
    Ποια κατάρα πάνω σας έχει πέσει;

    Περιμένουμε ο καθένας στη στάση του.
    Περιμένουμε όλοι μαζί στο τσίγκινο υπόστεγο.
    Γιάννης Πούλιος

    «Το σώμα και το αίμα»
    ΙΙ
    Ο ένας γράφει συνθήματα στους τοίχους ο άλλος
    φωνάζει συνθήματα πάνω απ’ τους δρόμους ο τρίτος
    φοράει το παράθυρο τραγουδάει ανοιχτός Ρωμιοσύνη Ρωμιοσύνη
    τους τραυματίες τους κουβάλησαν στη βιβλιοθήκη
    η μια παλάμη αμπελόφυλλου στο χτυπημένο γόνατο
    αγάλματα λυπημένα μες στους καπνούς -πού τον ξεχάσατε τον
    έρωτα
    σπουδαστές οικοδόμοι κατάρες πλακάτ ζητωκραυγές σημαίες
    έρωτας είναι τ’ όνειρο έρωτας είναι ο κόσμος
    χαμηλωμένο κούτελο του ταύρου έρχονται κι άλλοι κι άλλοι
    μικρά μεγάλα σκολιαρόπαιδα με μια φούχτα στραγάλια με τσάντες
    δυο κόκκινα πουλιά σταυρωτά ζωγραφισμένα στα τετράδιά τους
    οι νεόνυμφοι βγήκαν απ’ το φωτογραφείο δένουν τις άσπρες ταινίες
    στο κιγκλίδωμα
    τυφλοί λαχειοπώλες μια όρθια κιθάρα λαμπιόνια φαρμακείων
    νυχτώνει η πολιτεία ηλεκτρικοί αριθμοί κλεισμένα θέατρα
    κλεισμένα τα μικρά τεφτέρια τα υπόγεια ποιήματα τα τρύπια λουλούδια
    η μυστική γεωγραφία ανεβαίνει βουβή πάνω απ’ τη νύχτα απ’ το
    απόρθητο βάθος
    απόψε είναι ο καιρός για όλα λέει
    απόψε είναι η συνέχεια όλων λέει
    αύριο για όλο τον άνθρωπο για όλο το μέλλον
    έτσι είπε πάνω στη στέγη
    κράταγε ένα μεγάλο αόρατο τιμόνι κι έστριβε την πολιτεία
    κάτω απ την άσφαλτο ακουγόταν ο θόρυβος του κόσμου
    ένα μαύρο σκυλί ένα καλάθι ένας μικρός καθρέφτης
    δυο τεράστια παπούτσια του πικρού γελωτοποιού και το
    σπασμένο ποτήρι
    κι η μυρωδιά απ’ τη φουφού του καστανά μεγάλη σαν καράβι
    Γιάννης Ρίτσος.
    Η ιστορία της πόλης της Αθήνας εκτείνεται από την υλική της υπόσταση σε μια άλλη υπερβατική που περιλαμβάνει τη ζωή των ανθρώπων της, τις ιδέες τους και τους αγώνες τους. Οι δρόμοι της πόλης εξυπηρετούν την συγκοινωνία με άλλες περιοχές και την επικοινωνία των ανθρώπων μεταξύ τους. Ο ποιητής περιδιαβαίνει στους διάφορους δρόμους της Αθήνας, έξω από το Πανεπιστήμιο, έξω από την Βουλή, τον εθνικό, τον συνοικιακό. Είναι ευαίσθητος δέκτης της σημασίας τους στην εξέλιξη της αστικής ιστορίας. Σε αυτούς τους δρόμους βγήκαν, βγαίνουν και θα βγαίνουν άνθρωποι για να διαμαρτυρηθούν και να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους για μια ελεύθερη ζωή. Το βάρος της μνήμης είναι μεγάλο, χαλίκια, τσιμέντο, πίσσα και ανθρώπινο αίμα. Στους δρόμους της Αθήνας σκοτώθηκε ο Σωτήρης Πέτρουλας σε διαδήλωση κατά τα Ιουλιανά το 1965. Οι δρόμοι αυτοί αποτελούν το σάβανο και το μνημείο για τους αγώνες τους. Ο ποιητής τελεί μια μορφή μνημόσυνου για τα πρόσωπα που αγωνίστηκαν. Ξεκινώντας από τον δρόμο μια ιστορική αναδρομή, εκφράζει πράγματα που θέλει να τα νοιώσει και ο άλλος, αφυπνίζει τις ατομικές συνειδήσεις με στόχο τη δημιουργία συλλογικών συνειδήσεων για το δημόσιο βίο. Εκκινώντας από την απτή εμπειρία του δρόμου η σκέψη του καταλήγει στην υπερβατική φύση του δρόμου εκφράζοντας την έννοια της αυταπάρνησης για την υπεράσπιση των ιδανικών του ανθρώπου. Όπως οι δρόμοι έτσι και τα κτίρια πάλλονται από τους αγώνες των ανθρώπων που βιώνουν μέσα σε αυτά και τελικά αυτές οι ιστορικές στιγμές τα πλαισιώνουν. Στο ποίημα «Το σώμα και το αίμα» περιγράφεται η λαϊκη κινητοποίηση και η εξέγερση ενάντια στη βία και τον αυταρχισμό της δικτατορίας του Παπαδόπουλου. Μέσα στο Πολυτεχνείο τελούνται συνεδριάσεις, φοιτητές γράφουν συνθήματα αντιδικτατορικά και ο κόσμος συγκεντρώνεται μέσα και έξω από το κτίριο του Πολυτεχνείου. Ήταν η κορυφαία φανερή μέχρι τότε εκδήλωση αντίστασης κατά της Χούντας και τα οράματα της για Ψωμί-Παιδεία-Ελευθερία-Δημοκρατία συνεχίζουν να είναι επίκαιρα μέχρι σήμερα.

    «Συμπτώματα»
    Αθήνα προπολεμική-μεταπολεμική
    Και συ καφενείο-το καρύδι μέσα στο κλουβί

    Αθήνα προπολεμική
    Αθήνα υπερτονική
    Αθήνα κατατονική
    με το χρυσό σου δάχτυλο στ’ αυτί

    την τελευταία μου διεύθυνση
    την ξέχασα στο ωρολογοπωλείο

    και θάνατος στο Πρίντεζι
    Ω, Βενετία.
    Μίλτος Σαχτούρης

    Το ποίημα αυτό είναι η αντανάκλαση και οι επιπτώσεις των ιστορικών και κοινωνικών δεδομένων στη ζωή των ανθρώπων της Αθήνας. Στο ποίημα φαίνονται θραυσματικά οι περίοδοι της Αθήνας εκφράζοντας την κατακερματισμένη ανθρώπινη ύπαρξη μέσα σε αυτή. Τα συμπτώματά της είναι πολλά, εναλλάσσονται και μετουσιώνονται, πότε προπολεμική, πότε μεταπολεμική, ίσως υπερτονική όσο και κατατονική. Τίποτα δεν είναι σταθερό, όλη της η εξέλιξη είναι αποτέλεσμα συγκρούσεων, των υποτακτικών ή των διεκδικητικών διαθέσεών της. Το καφενείο, τόπος συνάντησης του λαού, είναι το «καρύδι μέσα στο κλουβί» ίσως γιατί η μοίρα της Αθήνας και της Ελλάδας ήταν διακύβευμα και υπόθεση άλλων εξωτερικών δυνάμεων. Αυτόν τον κατακερματισμό το άτομο τον βιώνει στον αθηναϊκό τόπο. Χάνεται, μπερδεύεται, διασπάται και αποπροσανατολίζεται από το σπίτι του, την βάση, εν όσω ο χρόνος πάντα περνά και ρέει, «την τελευταία μου διεύθυνση την ξέχασα στο ωρολογοποιείο».

    Το δικαίωμα στη συν-δημιουργία της πόλης.

    ΑΛΛΑΞΤΕ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΕΙΠΕ Ο ΜΑΡΞ
    ΑΛΛΑΞΤΕ ΤΗ ΖΩΗ ΕΙΠΕ Ο ΡΕΜΠΩ
    ΓΙΑ ΕΜΑΣ ΑΥΤΑ ΤΑ ΔΥΟ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ
    ΕΙΝΑΙ ΟΜΟΙΑ
    Andre Breton

    Η πόλη σύμφωνα με τον αστικό κοινωνιολόγο Robert Park σχετίζεται με την ανακατασκευή του κόσμου που ζει ο άνθρωπος. Ο άνθρωπος προσπαθεί να την κάνει όσο το δυνατόν περισσότερο κοντά στις επιθυμίες του και τις ανάγκες του. Η πόλη στην οποία ζει αποτελεί ουσιαστικά κομμάτι του εαυτού του γι’ αυτό είναι σαν να ξαναφτιάχνει τον εαυτό του. Η μορφή της πόλης λοιπόν εξαρτάται από τις ευαισθησίες, τις ιδέες, τις αισθητικές αξίες και τις κοινωνικές σχέσεις των ανθρώπων της. Ο τρόπος κατασκευής της εκφράζει τη σχέση των ανθρώπων με τη φύση, το ιστορικό παρελθόν, τις τεχνολογικές πρωτοπορίες. Είναι σημαντικό στις σημερινές συνθήκες να διεκδικήσουμε το δικαίωμά μας για τη συνδιαμόρφωση της πόλης στην οποία ζούμε, ενός είδους δηλαδή εξουσίας απέναντι στους όρους με τους οποίους η πόλη φτιάχνεται και ξαναφτιάχνεται.
    Στην Αθήνα οι ανάγκες , ατομικές και κοινωνικές, οδηγούν στην διατήρηση των μνημείων του παρελθόντος αλλά και την κατασκευή σύγχρονων που λειτουργούν ως ανάμνηση πρόσφατων γεγονότων, ατόμων και προβολής ιδεών. Με την ενοποίηση των αρχαιολογικών χώρων, από τους σημαντικότερους στον κόσμο, οι αθηναίοι και οι επισκέπτες της πόλης έρχονται σε επαφή με ανακαινισμένα μνημεία και κτίρια από τη γέννηση της πόλης μέχρι σήμερα. Η διαμόρφωση αυτού του «ανοικτού μουσείου» επιτρέπει στους ανθρώπους να εντάξουν στην καθημερινότητα τους έναν περίπατο στην ιστορία της Αθήνας . Η Αθήνα στην αρχαιότητα υπήρξε ο χώρος ανάπτυξης των ιδεών της δημοκρατίας και της ελεύθερης σκέψης, χαρακτηριστικά που αποτυπώνονται στα μνημεία της.
    Το φως της πόλης δίνει πλαστικότητα στο αστικό τοπίο, στους αρχαιολογικούς χώρους, τα στενά δρομάκια και τις μεγάλες λεωφόρους, τις σύγχρονες πολυκατοικίες και τα νεοκλασικά κτίρια και όπως αναφέρει ο Εμπειρίκος: «Θεέ ! O καύσων αυτός χρειάζεται για να υπάρξη τέτοιο φως ! Tο φως αυτό χρειάζεται, μια μέρα για να γίνη μια δόξα κοινή, μια δόξα πανανθρώπινη, η δόξα των Ελλήνων, που πρώτοι, θαρρώ, αυτοί, στον κόσμον εδώ κάτω, έκαμαν οίστρο της ζωής τον φόβο του θανάτου».

  5. Ευρωπαϊκή Εταιρεία Νεοελληνικών ΣπουδώνEuropean Society of Modern Greek Studies
    Nέες εκδόσεις

    Περίπατος στην αρχαία Αθήνα. Ποιήματα και εικόνες από την ελληνική πρωτεύουσα.Αθήνα, Κύκλος σονέττων υπό Adolf Ellissen (1815–1872). Πρώτη έκδοση: Βασιλικό Τυπογραφείο, Αθήνα 1838. Έκδοση, σχόλια, διακόσμηση με απεικονίσεις από τον 18ο και τον 19ο αιώνα: Αλέξανδρος Σιδεράς και Παρασκευή Σιδερά-Λύτρα. Πρόλογος: Άγις Σιδεράς. Μετάφραση: Π. Σιδερά-Λύτρα. Αθήνα: Εκδοτικός οίκος Griechenland Zeitung (GZ) 2014 (ISBN: 978-618-80711-1-7)

    Ο Adolf Ellissen είναι μόλις 23 ετών, όταν στιχουργεί τα Αθηναϊκά Σονέττα του. Ο νεαρός άνδρας, που επισκέπτεται το 1837/38 τους αρχαίους τόπους και διατρέχει την από την τουρκική κυριαρχία απελευθερωμένη χώρα, δεν είναι ακόμη ο λόγιος που επρόκειτο να γίνει. Το ταξίδι θέτει τον θεμέλιο λίθο για ένα μεγάλο μέρος της δημιουργίας του. Ο κύκλος των σονέττων για την Αθήνα είναι το λυρικό τεκμήριο αυτού του ταξιδιού και συγχρόνως ένα μοναδικό ιστορικό ντοκουμέντο: το πρώτο γερμανικό βιβλίο, που τυπώθηκε στην Ελλάδα (Αθήνα, Βασιλικό Τυπογραφείο, 1838), γραμμένο από τον πρωτοπόρο της Βυζαντινής και Νεοελληνικής Φιλολογίας στη Γερμανία. Όχι ένα θεωρητικό έργο, αλλά ένας ποιητικός τόμος! Το βιβλίο σημαδεύει την αρχή της γοητείας, που άσκησε στον Έλλισσεν η Νέα Ελλάδα, και αποτελεί το κέντρισμα για την τεράστια ερευνητική και εκδοτική δραστηριότητά του τις επόμενες δεκαετίες.

    Μέσ᾽ σε χαλάσματα, και στάχτη κείτονταν της Αθηνάς η πόλη,
    κλαίγοντας κοίταζε η θεά τα ερείπια,
    τις νύχτες αντηχούσε ο θρήνος της κουκουβάγιας,
    αποξηραμένο ήταν το φύλλο της ιερής ελιᾶς.

    Κι όμως δεν έσβησε για πάντα το σεπτό της φως,
    που έφεγγε μπροστά οδηγητής του κόσμου·
    έν᾽ αμυδρό φως, αβέβαιο πρώτα και θολό,
    θα λάμψει σύντομα σαν φωτεινή, καινούργια αναλαμπή.

    Με τους πρώτους στίχους του ποιήματος, που τιτλοφορεί τη συλλογή, ο Έλλισσεν δίνει τον τόνο, που κυριαρχεί σ᾽ αυτή. Είναι ο τόνος της αναγέννησης. Περίπου το ήμισυ των ποιημάτων του κυρίου μέρους μπορούν να χαρακτηριστούν ως „Ποιήματα αναγέννησης“· περιγράφουν σχεδόν πάντα την ίδια διαδικασία: Τη γένεση νέου μεγαλείου από τα μνήματα της αρχαιότητας και από τις καταστροφές που προξένησαν οι κτακτητές – τους ονομάζει „βαρβάρους“.

    Επὶ του προκειμένου ο Έλλισσεν ξεκινάει από μιαν αδιάσπαστη εθνική ταυτότητα των Ελλήνων. Ήδη εδώ φαίνεται η οξεία αντίθεση προς τις θέσεις του αργότερα επιστημονικού άσπονδου εχθρού του, του Γιάκομπ Φίλιππ Φαλλμεράϋερ (Jakob Philipp Fallmerayer). Η νεωτερικότητα του Έλλισσεν έγκειται στο ότι δεν επιχειρηματολογεί „ρατσιστικά“, αλλά επί τη βάσει του πνεύματος και του φρονήματος:

    Ο αρχαίος κορμός της Ελλάδας ήταν κατακερματισμένος,
    όχι όμως και ο μυελός του: Το πνεύμα, το ύψιστο, το άριστο,
    έμενε όπως η Ακρόπολη, το αιώνιο οχυρό.
    (Ακρόπολις)

    Ο Έλλισσεν θα διατυπώσει αργότερα, ότι οι αποφασιστικές εθνικές αρχές δεν είναι το αίμα και η καταγωγή, αλλά το πνεύμα και το ήθος. Οι φιλελεύθερες πεποιθήσεις του μαζί με την πρωτοποριακή ερευνητική δραστηριότητά του τον κατέστησαν έναν από τους πιο διακεκριμένους φιλέλληνες.

    Δίπλα στα „Ποιήματα αναγέννησης“ υπάρχει στο βιβλίο του Έλλισσεν μια δεύτερη μεγάλη ομάδα κειμένων. Μπορεί να τα ονομάσει κανεὶς „Ποιήματα της αρχαιότητας“. Αφορμή είναι επίσης κι εδώ σχεδόν πάντα η παρατήρηση των μνημείων, εντούτοις όχι με το νόημα της διαδικασίας που περιγράψαμε πιο πάνω. Ο ποιητής μένει στον „παρελθόντα κόσμο“ (Παρθενών) και συναντά την αντανάκλαση του αρχαίου μεγαλείου σε διάφορες μορφές κατανυκτικής αυτοσυγκέντρωσης και ανάκλησης στη μνήμη. Αυτά τα ποιήματα, όπως και τα ποιήματα αναγέννησης, αναφέρονται σε μορφές της μυθολογίας και της αρχαίας ιστορίας. Αυτό το σύνολο συνοδεύει και τη διαδικασία της αναγέννησης – με την οποία ο Έλλισσεν κλείνει τη συλλογή: Στον Ναό του Θησέα μιλάει πανηγυρικά για τη Νέα Αθήνα και περιγράφει κατόπιν μια σκηνή στην αγορά, στην οποία το λυρικό εγώ, όπως ο Φάουστ στον Πασχαλινό περίπατο (Osterspaziergang), παρακολουθεί χαρούμενος την πολύχρωμη κίνηση του λαού:

    Από τάφους της μνήμης αφανισμένων αιώνων,
    απ᾽ τον λειμώνα των ασφοδέλων μπροστά στου Πλούτωνα το σκοτεινό
    κατώφλι,
    με τραβά η χαρούμενη λάμψη της ζωής στο φρέσκο της ημέρας φως,
    εκεί που λαμπυρίζοντας κυματίζει θάλασσα χρωμάτων, αγρός γεμάτος
    ανεμώνες.

    Είναι το πλήθος του συνωστισμένου λαού σε ασίγαστο ζωντανό κύμα,
    με πολύχρωμες στολές πολέμου και ειρήνης, παιδιά όλων των τόπων,
    με ελαφροΰφαντο ένδυμα του ναυτικού οι νησιώτες,
    το παλληκάρι στολισμένο με τ᾽ άρματά του, φέσι και φουστανέλλα.

    Αυτό δεν είναι πλέον το χαμένο μεγαλείο των αρχαίων μορφών, αυτό είναι το εδώ και τώρα της Νέας Ελλάδας, η μάζα του λαού στη νεοεκπορθημένη πρωτεύουσα. Ούτε ο Θησέας, ούτε οι αρχαίοι ήρωες, αλλά το παλληκάρι προβάλλει στην εικόνα.

    Διότι ο Έλλισσεν είχε συνειδητοποιήσει πλήρως, ότι το βλέμμα το εστραμμένο προς τα πίσω, που θα έκανε αργότερα το ελληνικό γλωσσικό ζήτημα τόσο οδυνηρό, είναι εσφαλμένο. Ο κύκλος των σονέττων τελειώνει με τη μετάβαση στην επικαιρότητα της απελευθερωμένης Ελλάδας, από την Αγορά στον Λυκαβηττό, από τον Πειραιά στον Ελαιώνα. Στο παράρτημα κάνει τελικά υπόμνηση της επιστροφής των γλυπτών του Παρθενώνα, που άρπαξε ο Λόρδος Ελγίνος, και κλείνει με έναν ύμνο στον Καραϊσκάκη και στον ηρωικό απελευθερωτικό αγώνα.

    Άγις Σιδεράς

  6. Eντάξει. Αφαιρώ το (γείτονα) Καρούζο. Σου τον έχω παραχωρήσει σιωπηρά. Έτσι κι αλλιώς, έχεις πιάσει όλα τα πόστα. Κάτι θα βρεθεί και για μας το φτωχό λαό.

    ΣΟΦΙΑ ΒΕΜΠΟ, »ΑΘΗΝΑ ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΑΘΗΝΑ»

    8. «Αθήνα»

    Ω Αθήνα, πόλις από φως, στέμμα λαμπρό της Αττικής,
    που ένα πανάρχαιο παρελθόν στα στέρνα σου βαραίνει,
    αν σαν εταίρα αδιάντροπη σε διαγουμίζει ο Χασεκής
    της «προόδου» κι ο «πολιτισμός» το αρχαίο σου κλέος μαραίνει,

    εγώ, μιας χώρας σκυθικής βάρβαρο τέκνο, μια φορά
    ξεκίνησα προσκυνητής των ένδοξών σου χρόνων,
    μα αδιάφορος επέρασα, τυφλός, τη σύγχρονη αγορά,
    ανάμεσ’ από αλαλαγμούς ανάξιων απογόνων.

    Γ.Θ. Βαφόπουλος, Τα ποιήματα, Κέδρος, Αθήνα 1996, σ. 29

    ***

    9. «Αθήνα 1933»

    Καιρός είναι εμείς να εγκαταλείψουμε τον περίβολο των γκρεμισμένων τειχών της.
    Μόνη πια τα βράδια των θερινών μηνών ας παρακολουθεί
    τον ήλιο να κρύβεται πίσω από σκουριασμένες στήλες
    ενώ για τελευταία φορά παίζει με τις υδάτινες εικόνες του Ιλισού.

    Έχουν κατασκευασθεί για να ποτισθούν τα πέρατα της γης με τη δόξα πόλης που πλένεται σε άνυδρο ποτάμι
    με ό,τι απομένει από τη δόξα αυτή.

    Και δεν υπάρχει ελπίδα να αλλάξει η σύνθεσή των
    η κοίτη να σκεπασθεί με πιο πολύ νερό.
    Για να πνιγούνε τώρα οι Αθηναίοι πρέπει αλλού να αναζητήσουνε για το λουτρό τους τάφο.

    Ράντος Νικήτας

    ***

    10. «Αφήκα τους περιπάτους μου σε γνωστούς μου αρχαιολογικούς
    tόπους
    και αυτό το άφησα-
    Ίχνος παρηγοριάς δε βρίσκω πια στα ερείπια
    στις ίδιες εκείνες πέτρες ακόμα χτες καθόμουνα και εγώ.

    Αυτά συλλογιέμαι-όχι τους Αθηναίους του πέμπτου προ Χριστού
    αιώνα.
    Ούτε αξίζει πάλι να πάω αλλού-Καρνάκ ή Περσέπολη
    θα είναι τόσο φανερό πως έφυγα από εκδίκηση
    εκδίκηση που μόνο εμένα βλάπτει».

    Νικόλαος Κάλας, Οδός Νικήτα Ράντου

    Όμορφη μου Αθήνα-Ν. Γούναρης& Τ. Μαρούδας_ Αθήνα του 1900

    11. «Οδηγός των Αθηνών, χρήσιμος εις το κοινόν»

    Εν πρώτοις μόλις κατεβής εκ του σιδηροδρόμου,
    ευρίσκεσαι απέναντι βαθείας υπονόμου.
    Αλλά καθόσουν προχωρείς ο δρόμος μεγαλώνει
    και σε κυττάζουν βλοσυρώς και άνθρωποι και όνοι.

    Είσαι στον δρόμο του Ερμού, που είθε να μην ήσο,
    γιατ’ είναι σκόνη από μπρος και λάσπη από πίσω.

    Αίφνης το πεζοδρόμιον αρχίζει να στενεύη,
    κι ο ταξιδιώτης παρευθύς οφείλει να κατέβη.

    Πλην μόλις το φρικτόν αυτό επιχειρήση βήμα
    ευρίσκει εις τα πρόθυρα των Αθηνών το μνήμα,
    διότι κάρα τρέχοντα παντού από ρυτήρος,
    νεκρόν τον ρίπτουν κατά γης ενώπιον κλητήρος.

    ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΟΥΡΗΣ

    ***

    12. Για την Πλάκα

    Η Πλάκα πάλαι ήτον
    Εστία των χαρίτων
    Και των ευπατριδών
    Στην Πλάκα μόνον είναι
    Αι αληθείς Αθήναι
    Των Πεισιστρατηδών.

    Μα τώρα ποιος το ξέρει
    Αν των σοφών τα μέρη
    Δεν είναι καπηλειά,
    Κι οι βλάμηδες με γέλια
    Αδειάζουνε βαρέλια
    Και παίζουνε βιολιά;

    ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΟΥΡΗΣ

    ***

    13. Απ’ την παληά σου εποχή τίποτε δε σου μένει
    Και κάθε μέρα κι από μια ανάμνησίς σου σβύνει,
    Οι πιο αρχαίοι κάτοικοι περνούνε πια για ξένοι
    Κι ένα σπιτάκι σου μικρό ολόρθο δε θα μείνει.

    Και θαύμα πώς εσώθησαν μέσα στα τόσα νέα
    Οι άγιοι Θεόδωροι και η Καπνικαρέα.

    Φαντάζομαι τον πληθυσμόν δεκαπλασιασμένον
    Τον Πειραιά να ενωθή με την κλεινήν Παλλάδα
    Τον σύμπαντα Ελληνισμό εδώ συγκεντρωμένον
    Και ούτε ένα κάτοικον εις την λοιπήν Ελλάδα.

    Να μην υπάρχουν Θεσσαλοί, Κρήτες, Μυτιληναίοι
    Και να γενούμε όλοι μας πολίται Αθηναίοι.

    ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΟΥΡΗΣ

    ***

    14. Πλατεία Ομονοίας –Τι πρίμαις! Τι τενόροι!
    Τι όμορφα κομμάτια και τι σουλατσαδόροι!
    Πηγαίνει τόσος κόσμος το θέαμα να ίδη
    και σπρώχνεται και σπρώχνει και γίνεται μουσκίδι.

    Και όσοι δεν καθίζουν δι’ έλλειψιν χρημάτων,
    όρθιοι απολαμβάνουν των πέριξ θεαμάτων.
    Απάνω κάτω τρέχουν με δίσκους τα γκαρσόνια
    και πέφτουν κάπου κάπου και μερικά κανόνια.

    Τουτέστιν μ’ άλλους λόγους μες στο πολύ ασκέρι,
    μέσα στων καφενείων το τόσο νταραβέρι
    μες στις φωναίς, στα πιάνα, στους κρότους, στην κουβέντα,
    ξεχάνουν να πληρώσουν πολλοί τα τραταμέντα.

    ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΟΥΡΗΣ

    Νίκος Γούναρης& Τ. Μαρούδας (Το τραγούδι της Αθήνας)

    15. Ὁ Νέος Τρουβαδόρος ἐν Ἀθήναις

    Μα τοῦ Παρνασσοῦ τὰς κίσσας,
    καὶ τὸ δέρμα τοῦ Μαρσύου,
    κι ἐγὼ πρέπω μεταξύ σας,
    ποιηταὶ ἀπὸ γραφείου!
    Δόξαν ἐπαιτῶν καὶ κλέος,
    σύρ᾿ ἐκ τετριμμένης πήρας
    τρουβαδόρος κι ἐγὼ νέος,
    λείψανον θραυσθείσης λύρας,
    καὶ σᾶς ψάλλω καθαρά,
    τραλλαλὰ τραλλαλλαρά,

    «ἄρες μάρες
    κουκουνάρες».

    Κι ἐγὼ μέλπων καταισχύνω
    τὰς Ἀρκαδικὰς Σειρῆνας
    καὶ γενναῖον ζῦθον πίνω
    εἰς τὰς κλασικὰς Ἀθήνας,
    καὶ σοβῶ διὰ τοῦ πλήθους
    ὑψηλαύχην μουσοπόλος,
    ὑπὸ θέρμης κακοήθους
    παρακρούων ἀσυστόλως
    δεξιὰ κι ἀριστερά,
    τραλλαλὰ τραλλαλλαρὰ

    «ἄρες μάρες
    κουκουνάρες».

    Ἐν ἐκστάσει κι ἐγὼ θῶκον
    ποιητοῦ καὶ δάφνην εἶδον
    καὶ οἰστρήλατος διώκων
    τὸν χορὸν τῶν Ἰλισίδων.
    Ἄχ! προσκρούσας ἐκυλίσθην
    εἰς τοῦ ποταμοῦ τοὺς βράχους,
    καὶ ὁπόταν ἀφυπνίσθην
    ἔψαλον μὲ τοὺς βατράχους,
    εἰς τ᾿ ἀκάθαρτα νερὰ
    τραλλαλὰ τραλλαλλαρὰ

    «ἄρες μάρες
    κουκουνάρες».

    Κι ἐγὼ ὁσάκις εἰς τὴν πόλιν
    μείν᾿ ἡ Μοῦσ᾿ ἄνευ ζωπύρου,
    ἀνταλλάσσω τὴν ἀσβόλην
    μὲ τὴν δρόσον τοῦ Φαλήρου,
    κι ἀσπασθεὶς διὰ τῆς αὔρας
    τὰς γυμνὰς τῶν Ναϊάδων
    κυνηγῶ χελώνας, σαύρας,
    δι᾿ ἀκάρπων πεδιάδων
    τονθορύζων σοβαρὰ
    τραλλαλὰ τραλλαλλαρὰ

    «ἄρες μάρες
    κουκουνάρες».

    Κι ἐγὼ γράφω. Κι ἂν ὁ χάρτης
    λείψ᾿ ἐκ τῆς πολυγραφίας
    (ὁ πιστός μου κύων μάρτυς,
    μετασχὼν τῆς ἐργασίας)
    πᾶσαν θύραν, πάντα τοῖχον,
    πρὸς τὸ πεῖσμα τῶν κυρίων,
    καταβρέχω διὰ στίχων,
    καὶ τὸν κάλαμόν μου ξύων,
    σχεδιάζω τολμηρὰ
    τραλλαλὰ τραλλαλλαρὰ

    «ἄρες μάρες
    κουκουνάρες».

    Τοὺς κριτὰς κι ἐγὼ φορτίζω,
    ὡς τὸν Ἡρακλῆν Αὐγείας,
    καὶ τὴν δάφνην τοῖς χαρίζω,
    ἂν μοὶ δώσουν τὰς χιλίας.
    Ἂν μ᾿ ἐκδάρουν πλὴν τὸ δέρμα,
    παρ᾿ ἀξίαν ἐννοεῖται,
    καὶ τὸ τελευταῖον σπέρμα
    τοῦ νοός μου ἐξαντλεῖται
    ἐν τῷ σπείρειν μοχθηρά,
    τραλλαλὰ τραλλαλλαρὰ

    «ἄρες μάρες
    κουκουνάρες».

    Λοιπόν, μὰ τὰς λάλους κίσσας,
    καὶ τὸν μάρτυρα Μαρσύαν,
    κι ἐγὼ πρέπω μεταξύ σας,
    κύκνοι κατὰ φαντασίαν,
    ἀφοῦ πρὸς κοινόν μας κλέος,
    τὴν πατρῴαν λύραν σύρας,
    τρουβαδόρος ἐγὼ νέος
    ἐκ τῆς Παλαιᾶς μου πήρας,
    σᾶς τὰ εἶπον φανερὰ
    τραλλαλὰ τραλλαλλαρὰ

    «ἄρες μάρες
    κουκουνάρες».

    Γεώργιος Βιζυηνός – Ποιήματα (ἀπὸ τὸ Τὸ τέλος τοῦ παραμυθιοῦ
    ἢ ἡ ἀρχὴ τοῦ ὀνείρου, Ἑρμῆς 2001)

  7. Ciao Aggeliki!!!… Grazie mille!!!

    -Βύρων Λεοντάρης, «Φύγε πια λυσσασμένο καλοκαίρι»

    Φύγε πια λυσσασμένο καλοκαίρι
    πάρε από πάνω μου τα γηρατειά σου
    ιδρωμένα κορμιά καλλυντικές γυναίκες
    γέμισε κοκκινάδια και μπλεγμένα άσπρα μαλλιά η ψυχή
    μου…
    Η Αθήνα μασάει σουβλάκια μες στους δρόμους
    μασάει καλαμπόκια
    παίρνει το παγωτό της στις πλατείες
    η Αθήνα ρουφάει τον ουρανό με καλαμάκι
    Μέγαρον Γενικών Ασφαλειών Α.Ε. Μια δήλωση ατυχή-
    ματος μια δήλωση ημερομηνίας ώρα τόπος τόπος γεν-
    νήσεως έτος γεννήσεως όνομα αριθμός κυκλοφορίας
    αριθμός φακέλου όνομα οδός αριθμός αριθμός τηλε-
    φώνου ώρα παρευθέντα πρόσωπα όνομα όνομα…
    Η Αθήνα μασάει σουβλάκια μες στους δρόμους
    Σ.Α.Β. το όνομα δεν υπάρχει στο βιβλίο
    αν δεν είναι στα συμβάντα δεν συνέβη
    αποτανθείτε Υπηρεσίαν Αναζητήσεων
    Υπηρεσίαν Καταζητήσεων Ε.Ε.Σ.
    Μέγαρον Γενικών Ασφαλειών Α.Ε. όροφος 3
    γραφείον 50 όροφος γραφείος 118
    γραφείον 3 γραφείον 50 γραφείον 6
    γραφείον 118 3 όροφος 50
    όροφος 6 όροφος 118
    Πενταμελές Επταμελές Οκταμελές… Η δίκη συνεχι-
    ζεται
    η δίκη αναβάλλεται η δίκη διακόπτεται.
    Η Αθήνα μασάει σουβλάκια μες στους δρόμους μασάει κα-
    λαμπόκι
    -ένας μεσόκοπος αγοράζει βρωμόνερο για ελιξήριο στην
    Ομόνοια
    ένα ασανσέρ πνίγεται στο πηγάδι του
    μια κοπέλα τσαλακώνει τα μάτια της και τα πετάει σαν
    γράμμα που επιστρέφεται
    ένας υπαίθριος αργυραμοιβός αγοράζει βέρες και χρυσά δό-
    ντια
    αυτόματοι ανθρωποζυγοί στους δρόμους
    παίζουν το βάρος μιας ζωής με το ωροσκόπιο
    Πενταμελές Επταμελές Οκταμελές… Η απόφασις συ-
    νεχίζεται η απόφασις αναβάλλεται η απόφασις δια-
    κόπτεται.
    Μέγαρον Γενικών Ασφαλειών Α.Ε. …ο δρόμος διαμελί-
    στηκε εξετινάχθη απ’ τους τροχούς απ’ τους φανούς
    απ’ τις φωνές 50 αιώνες πίσω…
    Σ.Α.Β. όνομα ημερωμηνία ώρα τόπος οι σειρήνες ξεκολ-
    λάνε το δέρμα οι επίδεσμοι ξεκολλάνε το δέρμα ονό-
    μα πρόσωπο – ποιό πρόσωπο γυαλιά στο πρόσωπο
    καρφιά στο πρόσωπο.
    Μέγαρον Γενικών Ασφαλειών Α.Ε. μιά δήλωση ατυχή-
    ματος μιά δήλωση μιά δήλωση.
    Πενταμελές Επταμελές Οκταμελές… Πεντάκις επτά-
    κις οκτάκις.
    Η Αθήνα μασάει σουβλάκια μες στους δρόμους
    μασάει καλαμπόκια
    κατεβαίνει στη θάλασσα με ψαροτούφεκα
    ιδρωμένα κορμιά καλλυντικές γυναίκες
    -ένα κύμα ξεβρασμένο στην ακτή σαν ψόφιο κήτος
    ένας δύτης γυμνός κρεμασμένος ανάποδα στα υπόγεια του νε
    ρού…
    Η Αθήνα ρουφάει τον ουρανό με καλαμάκι
    -μιά πόρτα βιάστηκε
    ένα παράθυρο αυτοκτόνησε
    ο παπαγάλος σκότωσε τον ποιητή στου Λουμίδη
    γέμισε κοκκινάδια και μπλεγμένα άσπρα μαλλιά η ψυχή
    μου…
    Φύγε πια λυσσασμένο καλοκαίρι.
    (Βύρων Λεοντάρης, Ψυχοστασία, ύψιλον/βιβλία)

    -Γ. Ρίτσος, «Ημερολόγιο μιας εβδομάδας»

    ΑΘΗΝΑ 16 Νοεμβρίου 1973
    Ωραία παιδιά με τα μεγάλα μάτια σαν εκκλησίες χωρίς στασίδια
    ωραία παιδιά δικά μας με τη μεγάλη θλίψη των ανδρείων
    αψήφιστοι, όρθιοι στα Προπύλαια στον πέτρινο αέρα, έτοιμο χέρι, έτοιμο μάτι
    πως μεγαλώνει το μπόι, το βήμα κι η παλάμη του ανθρώπου
    17 Νοεμβρίου
    Βαριά σιωπή διάτρητη απ΄τους πυροβολισμούς, πικρή πολιτεία,
    αίμα, φωτιά, η πεσμένη πόρτα, ο καπνός, το ξύδι,
    ποιός θα πει περιμένω μέσα απ το μέσα μαύρο.
    Μικροί σχοινοβάτες με τα μεγάλα παπούτσια μ΄έναν επίδεσμο φωτιά στο κούτελο,
    κόκκινο σύρμα, κόκκινο πουλί και το μοναχικό σκυλί στ΄ αποκλεισμένα προάστια
    ενώ χαράζει η χλωμότερη μέρα πίσω απ΄τα καπνισμένα αγάλματα
    κι ακούγεται ακόμη η τελευταία κραυγή διαλυμένη στις λεωφόρους
    πάνω απ΄τα τανκς μέσα στους σκόρπιους πυροβολισμούς..
    Πως μπορείτε λοιπόν να κοιμάστε; πως μπορείτε λοιπόν να κοιμάστε;
    ΚΑΛΑΜΟΣ 18 Νοεμβρίου
    Ηλιόλουστη μέρα. Κάλαμος.
    Η θάλασσα, σπουργίτια στον ελαιώνα
    Κάλεσμα. Πρόκληση. Κάλλος. Μακρινή προδομένη μακαριότητα
    α εσύ δραπέτη λιποτάκτη κρυμμένε ανάμεσα στ΄ αγάλματα, πίσω απ΄τ΄ αγάλματα
    μέσα στ΄αγάλματα, αγάλματα κούφια χωρίς χέρια, χωρίς πέος, χωρίς αμπελόφυλλα
    αρνήσου, αρνήσου, όχι να ξεχαστείς και να ξεχάσεις το δένδρο το πουλί το γαλάζιο
    αμαρτία, αμαρτία, πως μπορείτε λοιπόν να κοιμάστε εσείς, ο ίδιος ο έρωτας
    κι ο έρωτας αμαρτία, Ελένη, Μάρω, Ηλέκτρα, Δήμητρα, παιδιά μας, τα παιδιά μας
    πόσες γενιές παιδιά μας σε αδιαίρετο χρόνο χωρίς χρόνο
    στα στάχυα και στα σύρματα στη γραφομηχανή, στον τηλεβόα
    έρωτές μας, παιδιά μας,σκοτωμένα παιδιά μας, έρωτές μας
    Για τίποτε άλλο να μην έχουμε μάτια παρά μόνο για σας. Τιποτ΄άλλο.
    Ω! ανήμπορο ποίημα, ανήμπορο, ανήμπορο, ατελέσφορο
    επάνω από δύο στίχους σταυρωμένους σταυρώνω τα χέρια και σωπαίνω
    βράχος, το μέγα κόκκινο, δεύτερη πόρτα, πέμπτη πόρτα κι η δωδέκατη κλεισμένη
    χτύπημα της γροθιάς στον τοίχο χτύπημα της πέτρας στην πέτρα
    -μ΄ακούς; άκουσέ με, εγώ σ΄ακούω,
    δύο σιωπές κάνουν μια φωνή κι ένα μεγάλο τεντωμένο χέρι.
    ΑΘΗΝΑ 19 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ
    Με τους αγκώνες στηριγμένους στην ποίηση, με τα μάτια κλεισμένα στις παλάμες
    ακούω τη φωτιά. Ανεβαίνει. Σκοτωμένοι επί τόπου μπροστά στο παράνομο μικρόφωνο
    κι η φωνή τους ακόμα.. – Αδέρφια, αδέρφια, πάνω απ΄το αίμα τους, με το αίμα τους
    πάνω από την αγρυπνισμένη Αθήνα
    Πως μπορείτε λοιπόν; Πως μπορείτε;
    20 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ
    Μάζεψαν τα οδοφράγματα, πλύναν τα αίματα, τα μισά παιδιά πήγαν σχολείο
    οι γυναίκες βγήκαν για ψώνια, στη γωνιά ένα καμένο αυτοκίνητο
    πλύναν τα ρούχα τ΄απλώσαν στις ταράτσες μυστικά-μυστικά μη φανούνε σαν άλλες σημαίες
    κλειστά νοικοκυριά, το κρεμμύδι, η πατάτα, το λάδι
    το αλάτι χυμένο στο δρόμο το ίδιο και τ΄αλεύρι,
    μες στο ψυγείο το κόκκινο πουλί μ΄όλα του τα φτερά
    Απ΄το θάνατο αρχίζουμε – έτσι έλεγε- απ΄το θάνατο αρχίζουμε πάλι
    επάνω από τη μεγάλη γκρεμισμένη σκάλα
    “τι να κάνουμε -είπε- να ξεχαστούμε; θα ξεχάσουμε πάλι;
    Σκεπασμένοι στην τρύπια κουβέρτα ως πάνω στα μάτια
    λίγο λίγο θα βγάλεις το ΄να πόδι δοκιμάζοντας τον αέρα τη σιωπή το σκοτάδι
    αργότερα τα χέρια, τελευταίο το κεφάλι.
    Απέναντι η καρέκλα, τα τσιγάρα τα σπίρτα και το φως κολλημένο στον τοίχο
    μια τεράστια κίτρινη αφίσα
    Ώρα μεγάλη! ώρα σκληρή! ώρα αδειασμένη απ΄την δειλή μακροθυμία των στίχων
    εδώ ό,τι πια θα πει θα ΄ναι το αίμα
    Ω! κακόφημη ζωή ληστεμένη
    22 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ
    Αργά που μεγαλώνει το μαχαίρι, αυτός που σιωπεί
    δεν είναι που δεν έχει τίποτα να πει
    δεν είναι τα δώδεκα καρφιά στον τοίχο, η ακρίδα στο ποτήρι
    είναι που περιμένει να ξεσφίξουν τα σαγόνια του
    (Γ. Ρίτσος, Ποιήματα, Κέδρος)

    -Εμπειρίκος Aνδρέας, «Εις την Οδόν των Φιλελλήνων»

    Στον Conrad Russel Rooks

    Mια μέρα που κατέβαινα στην οδόν των Φιλελλήνων, μαλάκωνε η άσφαλτος κάτω απ’ τα πόδια και από τα δένδρα της πλατείας ηκούοντο τζιτζίκια, μέσ’ στην καρδιά των Aθηνών, μέσ’ στην καρδιά του θέρους.
    Παρά την υψηλήν θερμοκρασίαν, η κίνησις ήτο ζωηρά. Aίφνης μία κηδεία πέρασε. Oπίσω της ακολουθούσαν πέντε-έξη αυτοκίνητα με μελανειμονούσας, και ενώ στα αυτιά μου έφθαναν ριπαί πνιγμένων θρήνων, για μια στιγμή η κίνησις διεκόπη. Tότε, μερικοί από μας (άγνωστοι μεταξύ μας μέσ’ στο πλήθος) με άγχος κοιταχθήκαμε στα μάτια, ο ένας του άλλου προσπαθώντας την σκέψι να μαντεύση. Έπειτα, διαμιάς, ως μία επέλασις πυκνών κυμάτων, η κίνησις εξηκολούθησε.
    Ήτο Iούλιος. Eις την οδόν διήρχοντο τα λεωφορεία, κατάμεστα από ιδρωμένον κόσμο ― από άνδρας λογής-λογής, κούρους λιγνούς και άρρενας βαρείς, μυστακοφόρους, από οικοκυράς χονδράς, ή σκελετώδεις, και από πολλάς νεάνιδας και μαθητρίας, εις των οποίων τους σφικτούς γλουτούς και τα σφύζοντα στήθη, πολλοί εκ των συνωθουμένων, ως ήτο φυσικόν, επάσχιζαν (όλοι φλεγόμενοι, όλοι στητοί ως Hρακλείς ροπαλοφόροι) να κάμουν με στόματα ανοικτά και μάτια ονειροπόλα, τας συνήθεις εις παρομοίους χώρους επαφάς, τας τόσον βαρυσημάντους και τελετουργικάς, άπαντες προσποιούμενοι ότι τυχαίως, ως εκ του συνωστισμού, εγίνοντο επί των σφαιρικών θελγήτρων των δεκτικών μαθητριών και κορασίδων αυταί αι σκόπιμοι και εκστατικοί μέσα εις τα οχήματα επαφαί – ψαύσεις, συνθλίψεις και προστρίψεις.
    Nαι, ήτο Iούλιος· και όχι μόνον η οδός των Φιλελλήνων, μα και η Nτάπια του Mεσολογγιού και ο Mαραθών και οι Φαλλοί της Δήλου επάλλοντο σφύζοντες στο φως, όπως στου Mεξικού τας αυχμηράς εκτάσεις πάλλονται ευθυτενείς οι κάκτοι της ερήμου, στην μυστηριακή σιγή που περιβάλλει τας πυραμίδας των Aζτέκων.
    Tο θερμόμετρον ανήρχετο συνεχώς. Δεν ήτο θάλπος, αλλά ζέστη – η ζέστη που την γεννά το κάθετο λιοπύρι. Kαι όμως, παρά τον καύσωνα και την γοργήν αναπνοήν των πνευστιώντων, παρά την διέλευσιν της νεκρικής πομπής προ ολίγου, κανείς διαβάτης δεν ησθάνετο βαρύς, ούτε εγώ, παρ’ όλον ότι εφλέγετο ο δρόμος. Kάτι σαν τέττιξ ζωηρός μέσ’ στην ψυχή μου, με ηνάγκαζε να προχωρώ, με βήμα ελαφρόν υψίσυχνον. Tα πάντα ήσαν τριγύρω μου εναργή, απτά και δια της οράσεως ακόμη, και όμως, συγχρόνως, σχεδόν εξαϋλούντο μέσα στον καύσωνα τα πάντα – οι άνθρωποι και τα κτίσματα – τόσον πολύ, που και η λύπη ακόμη ενίων τεθλιμμένων, λες και εξητμίζετο σχεδόν ολοσχερώς, υπό το ίσον φως.
    Tότε εγώ, με ισχυρόν παλμόν καρδίας, σταμάτησα για μια στιγμή, ακίνητος μέσα στο πλήθος, ως άνθρωπος που δέχεται αποκάλυψιν ακαριαίαν, ή ως κάποιος που βλέπει να γίνεται μπροστά του ένα θαύμα και ανέκραξα κάθιδρως:
    «Θεέ ! O καύσων αυτός χρειάζεται για να υπάρξη τέτοιο φως ! Tο φως αυτό χρειάζεται, μια μέρα για να γίνη μια δόξα κοινή, μια δόξα πανανθρώπινη, η δόξα των Eλλήνων, που πρώτοι, θαρρώ, αυτοί, στον κόσμον εδώ κάτω, έκαμαν οίστρο της ζωής τον φόβο του θανάτου».

  8. Παραθέτω ΜΟΝΟ τη Στρογγυλή συμφωνία του Κάλας γραμμένη το 1933 για την Πλατεία Ομονοίας, γιατί θεωρώ ότι είναι συγκλονιστικό ποίημα:

    *

    Στρογγυλή Συμφωνία

    Γυρίζει γυρίζει φριχτά
    ο στρογγυλός ο δρόμος
    γυρίζουν γυρίζουν φριχτά
    στο στρογγυλό το δρόμο
    χιλίων ειδών ανθρώποι
    μηχανές ποικίλων μορφών
    γυρίζουν γυρίζουν σιγά
    οι κουτσοί οι τυφλοί και οι γέροι
    το δίτροχο με το μισόνεκρο μουλάρι
    το τραμ τρία που σταθμεύει εκεί κοντά
    το κίτρινο τραμ ανάμνηση βελγικής εταιρίας
    γυρίζει γυρίζει σιγά
    η κοκότα που κάνει τροτουάρ
    και ο ομοφυλόφιλος νέος
    και πίσω από το νέο
    απόστρατος ανθυπολοχαγός
    ήρωας σε δυο νικηφόρους πολέμους
    και πρώην μπράβος στη Σμύρνη μέσα

    γυρίζει σιγά σιγά
    το παιδί που δεν αγαπάει το σχολειό
    κι ο άνεργος που από κάπου περιμένει δουλειά
    πλήθος κόσμου γυρίζει συχνά
    τα πρωινά στην πλατεία της Ομόνοιας
    πλήθος πραγμάτων γυρίζουν σιγά
    ολημερίς στην κεντρική την πλατεία

    χαντάκια μικρά κάθε είδους
    κουρελάκια που άλλοτε ίσως νάταν ωραία
    κι η σκόνη κι αυτή γυρίζει σιγά
    κι η πλάκα του φωνογράφου
    σιγά γυρίζει ένα παλιό ταγκό
    πάμπολλες σκέψεις γυρίζουν
    γύρω – γύρω στην πλατεία της Ομόνοιας

    συναντιούνται καμιά φορά
    στον κυκλοτερό τους δρόμο
    πριν χαθούν σε μια πάροδο
    μαζί ή χωριστά
    πριν χαθούν μεσ’ τη γη-
    της γης οι δρόμοι
    που ενώνουν την Αθήνα με τον Πειραιά

    σε μερικούς δίνουν τη θάλασσα
    -ποιος θα ποτέ γιατί τη θέλουν-
    σ’ άλλους χρήματα έρωτα
    στην πλατεία της Ομόνοιας δίνουν ζωή
    βγαίνει ξετρυπάει με πόνο το πλήθος
    έτοιμο να γυρίσει σα μπάλα
    -ποιος δρόμος είναι τάχα ο τυχερός αριθμός;

    φωνάζει ο λούστρος το λαχείο του στόλου
    γυρίζει με βία τη μεγάλη πλατεία
    ανδρείκελα σε πλάκα φωνογράφου
    που κραυγάζει Εστία και Έθνος
    την αξία γραβάτας που πουλούν σε τιμή ανεργίας
    μυτερή η βελόνα που βγάζει τους ήχους
    μ’ ελατήριο το χρήμα

    και γυρίζει η πλατεία
    ενώ οι δύστυχοι άνθρωποι προσπαθούν να μην κινηθούν
    τι τους σπρώχνει κει κάτω στη γη
    μακριά από κάθε αέρα
    ποιες ελπίδες ή ποια φριχτήν αιτία
    να μπορούσε να σταθεί όλος ο κόσμος
    που περνάει τα βράδυα από την Ομόνοια
    να κάτσει για μια στιγμή
    και να δώσει ζωή στις πέτρες
    και να πουν μεταξύ τους οι άνθρωποι
    δυο λόγια απλά
    σαν άνθρωποι

    και τα φώτα που ξελαρυγγώνουν πλούσιες ιδιότητες
    να πνιγούν με καρδιές-
    να σταματήσουν για μια στιγμή τα λεωφορεία
    να ξεκουραστούν και τα κακόμοιρα ταξί
    και η άσφαλτος για λίγο να πάψει να υποφέρει

    ας ησυχάσει η πλατεία από τους κόπους των κορμιών
    και η Εστία ας μη βγει για μια μέρα
    ας έρθει η σειρά των φτωχών να γυρίσουν λεύτερα
    αδιάφορο αν ίσια ή κυκλοτερά
    γύρω στην πλατεία της Ομόνοιας
    ας γυρίσουν σε κύκλους πελώριους
    σε σφαίρες ασάλευτες και ξένες-
    και ο φωνόγραφος ας μην παίξει ένα παλιό τανγκό

    τι ωραία που θα ‘ναι τότε η πλατεία
    που θα φορούν οι άνθρωποι
    και δέντρα τα λεωφορεία
    πώς θα γλυκομιλούν λέγοντας
    όσα όταν περνούσαν βιαστικά
    σκοντάφτοντας ο ένας στον άλλον
    ποτέ δεν είχανε σκεφτεί
    θα περπατούν οι λέξεις
    θα φτιάχνουν………..
    τι δε θα φτιάχνουν….
    ………στη γενική ανθρώπινη αρμονία
    ………………………………..

    Αλλά πού!
    ποιος σήμερα ταράζει τους κύκλους
    που μας ταράζουν όλους εμάς
    δεκάρες πεντάρες και λίρες χρυσές
    κινούν την Ομόνοια γύρω σε άξονα
    γυρίζουν σα σβούρα κυκλικά σε πλατεία
    εργάτες και πλούσιοι φτωχοί και φτωχοί
    και στους διαβολικούς εκείνους γύρους
    ο αγέρας σηκώνει φουστάνια
    ανεμίζει χαρές και πόνους

    όλη η Αθήνα βρίσκεται στην Ομόνοια μέσα
    κι οι πιο κρυφοί πόθοι εκεί πέρα ζουν
    εκεί αρχίζει ο έρωτας που πληρώνεται
    εκεί οι διαδηλώσεις για πληρωμή
    εκεί αρχίζουν οι ζάλες
    που σε κάνουν όλα να τα δεις να γυρίζουν

    αγαπώ τις πλατείες σαν την Ομόνοια γυμνές
    αφήνουν να θωρήσεις την κάθε σκιά
    που πετιέται στους δρόμους
    και λιμνάζουν εκεί θολά νερά
    κυκλοτερά
    μες στα νερά καθρεφτίζονται σπίτια
    της Ομόνοιας τ’ άσκημα σπίτια
    δίπατα τρίπατα και πιο ψηλά ακόμα
    περίεργα τα σπίτια της Ομόνοιας
    δε μιλούν όπως άλλα κτίρια
    αλλά ποιος ακούει τι λένε;

    τα λυπάμαι πολύ
    θα ‘ναι φριχτά ζαλισμένα
    απ’ την πλάκα που γυρίζει όλη μέρα
    και τα βράδυα δεν τ’ αφήνουν να κοιμηθούν
    μαζί με τους δρόμους τ’ ανάβουν φριχτά
    όπως η σαμπάνια χορεύτρες φτωχές
    και γυρίζουν τότε κι αυτά μεθυσμένα
    ολόκληρη η πλατεία πηδάει
    στην παραζάλη κείνη.

    Νικήτας Ράντος (ή Νικόλαος Κάλας) γραμμένο το 1933 για την πλατεία Ομονοίας.

    Υ.Γ. Μα δεν είναι εκπληκτικό;

  9. Ciao Aggeliki!… Όντως εκπληκτικό, δεν το είχα διαβάσει!…

    *Μέρη της Αθήνας από το Θωμά Γκόρπα:

    -Θωμάς Γκόρπας, «Καφενεία της Αθήνας»

    Δύσκολο να βρεις τώρα καφενείο που να ‘ναι ένας χώρος ζεστός, «δικός μας». Δύσκολο να βρεις την Αθήνα τώρα.
    Ο Κάπταιν Μοντεσάντος τώρα είναι σε μιαν άκρη της μνήμης μας: ζαρωμένος, χλωμός, πεινασμένος και φοβισμένος…

    Τότε, στο καφενείον «Η Ακρόπολις», στην πλατεία Καρύτση, μεσημέρι-βράδυ καλλιγραφούσε τους στίχους του σ’ εκλεκτά χασαπόχαρτα, μας έλεγε ιστορίες παλιές απ’ τα πέλαγα, μας έλεγε γι’ αρχοντικά της οδού Νικοδήμου και για τις γυναίκες τους, μας έλεγε Μπωντλαίρ, Βερλαίν και Ρεμπώ στην δική του μετάφραση, μας έλεγε για μιαν ωραία ανηψιά του που ντρέπονταν γι’ αυτόν επειδή ήταν ξέμπαρκος, μας έλεγε για το τελευταίο μεγάλο χαρτοπαικτικό παιγνίδι του στην Μαρσίλια, μας έλεγε…
    Κι ο Φάνης κι ο Παναγής κ’ εγώ γράφαμε «μοντέρνο» στίχο, αλλά τα έργα μας τα κρύβαμε απ’ το γέρο. Αυτό μας έλειπε – να μην τα κρύβαμε… Θα χάναμε τις ιστορίες του και τ’ άλλα και κυρίως αυτόν τον ίδιο το γέρο – καπετάνιο…

    Ο Φάνης κι ο Παναγής από χρόνια και χρόνια έχουν ξεχάσει ότι κάποτε, τότε, έγραφαν στίχους.

    Καφενείον «η Ακρόπολις», μέτριος βραστός, τσιγάρα «Τέλειον», παπούτσια μοκασέν, μαλλιά χαίτη, μουστάκι α λα Τσε, τότε.
    Η βροχή της Αθήνας, η βροχή πίσω απ’ την τζαμαρία του καφενείου, η Αθήνα μετά την βροχή, εμείς μες στην ψιλή αθηναϊκή βροχή.
    Το εργένικο δωμάτιο είχε ένα ντιβάνι, ένα τραπεζάκι πτυσσόμενο, μια κρεμάστρα, μια βαλίτσα ξεκοιλιασμένη κι ανοιγμένη πάντα, το καλάθι «απ’ το χωριό». Μήτε μια καρέκλα -για κάμποσο καιρό.

    Το δωμάτιο τον χειμώνα ήταν κρύο, ήταν υγρό, έπιανε και μούχλα. Μόνο με το τσιγάρο το πολεμούσες. Και συχνά, όταν δεν υπήρχε ούτε τσιγάρο, με την ανάμνηση τοπίων απ’ τη γενέθλια γη.

    Έτσι εύκολα μαθαίνει κανείς το ξενύχτι. Η επιστροφή στο «σπίτι» παρετείνετο επ’ αόριστον… Τα ταβερνάκια της Πλάκας, τα διανυκτερεύοντα καφενεία της πλατείας Συντάγματος, Ζαχαράτου και Αντωνιάδη, το Βυζάντιον, τα «γαλακτοτροφεία» της πλατείας Ομονοίας Γαλλία και Ολύμπια και Μέγας Αλέξανδρος ήταν πιο σπίτι απ’ το «σπίτι».

    Οι θρύλοι συνήθως γίνονται από πολύ καθημερινά πράγματα κι απ’ ανθρώπους που τότε ούτε που υποψιάζονταν πως θα γίνουν θρύλοι κάποτε: το Βυζάντιον, το Ελληνικόν…

    Τα βιβλία μας απ’ το Μοναστηράκι κι απ’ τα καρότσια: Αθηνάς, Αιόλου, Χαυτεία. Το φαΐ μας απ’ τα υπόλοιπα των «…με κρέας».
    Η Αθήνα τότε τέλειωνε στου Μαυρομάτη – στα σίδερα, στο Παγκράτι – στου Μπαμπέτα, στα Πετράλωνα, στην οδό Πανόρμου, στην Πλατεία Κυριακού…
    Η Αθήνα κάποτε κάποτε άρχιζε και τέλειωνε στην οδό Σταδίου.
    Δεν μπόρεσα να μάθω ακόμα τι αγαπάει κανείς τελικά στη ζωή του.
    Αλλοι λένε για μας ότι αγαπήσαμε τόσα και τόσα. Οταν ο ίδιος λες πως αγάπησες κάτι το λες και το ξαναλές και καμαρώνεις αυτό το κάτι, σίγουρα δεν τ’ αγάπησες πραγματικά.

    Εμείς λέμε: Η Αθήνα μάς αγάπησε…
    Την ευχαριστούμε για την αγάπη της. Είμαστε συγκινημένοι απ’ την αγάπη της.
    Τα παλιά καφενεία της Αθήνας κατεδαφίστηκαν μέσα μας. Και τα λίγα που μένουν κι αυτά όπου να ‘ναι θα κατεδαφιστούν μέσα μας.
    Είναι πάντα καινούργιο ό,τι δεν παλιώνει μέσα μας.
    (http://douridasliterature.com/gkorpas.html)

    -Θωμάς Γκόρπας, «Περιστατικό στην οδό Σταδίου»

    Ένα παιδί σωριάστηκε μες στη γιορτή του δρόμου.
    Ήταν τα μάτια του άγρια ξένα και βυθισμένα.
    Το κεφάλι του στην πέτρα βρόντηξε ξεβρόντηξε
    το κορμί του σαν το ελάφι και σαν τ’ άλογο.
    απ’ το στόμα του πετάχτηκαν αφροί
    κι έπαιξαν στα μάτια σας
    απ’ το στόμα κι απ’ τη μύτη τίναξε το αίμα του
    που έκατσε στα μάτια σας κι άρχισε να κλαίει.
    – Από πείνα. Είπατε.
    Τα πόδια σας πως είναι ακόμα ανάλαφρα για τον περίπατό σας;
    – Από πείνα. Είπατε.
    Τα χέρια σας πώς ξεριζώθηκαν ωραίοι μου από τους ώμους σας;
    – Από πείνα. Είπατε.
    Τα μάτια σας πώς σκοτεινιάσαν μπρος σε τόσα χρώματα και φώτα;
    – Από πείνα. Είπατε.
    Σηκώστε το λοιπόν να μη βουλιάξει ο δρόμος
    (Θωμάς Γκόρπας, Τα ποιήματα, Κέδρος)

    -Θωμάς Γκόρπας, «Το πατάρι»

    Στον Τέο Σαλαπασίδη

    Ο Λουμίδης τω καιρώ εκείνω ήταν ένας μόντζος. Εκεί καθόμαστε πρωιά μεσημέρια βράδια και χαζέυαμε ήλιους και φεγγάρια μέσα απ’ τα τζάμια του και τα μελλοντικά τραγούδια μέσα απ τα σπλάχνα μας. Χαμηλοτάβανο σκοτεινό βρόμικο πατάρι ραϊσμένα μάρμαρα ταπεζιών μαδημένες καρέκλες ξεκοιλιασμένοι καναπέδες απαίσιο ντεκόρ και μόνο ο Τάκης χαμογελούσε. Χαμογελούσε για όλους μας μας πίστωνε μας έφερνε στη ζούλα και καμιά σοκολάτα κανένα μπισκότο.
    Αλήθεια τι απόγιναν όλοι εκείνοι οι άνθρωποι; πως απεστατεύθη ο θρυλικός ιερός λόχος των ωραίων καταραμένων; Μαλλιά χαίτες μαύρες μπλούζες πανταλόνια φανέλα γρι ή μαύρη μαύρα ή καφέ μοκασέν κάλτσες γκρι γκρενά ή μαύρες λετιασμένα γοητευτικά τρενς κοτ… Οι ποιηταί και οι ζωγράφοι. Οι περισσότεροι κάτι έπαθαν λίγο πριν τα τριάντα λίγο πριν τα σαράντα. Ό, τι παθαίνουν τόσοι και τόσοι με το χωριό τους με το ξενύχτι με το φόβο της ζωής που το λένε φόβο του θανάτου με τα ποιήματα με το μαρξισμό – με την επανάσταση. Το πατάρι ήταν δικό μας κι όλα τα άλλα στην Αθήνα ξένα. Κι απ’ τους παλιούς μόνο ένας Βάρναλης ή ένας Εμπειρίκος άντεχαν ν’ ανεβαίνουν κάπου κάπου.
    Περνούσαν τα χρόνια λιγόστευαν οι φωνές θόλωναν τα μάτια το Πατάρι και ο Τάκης του δεν πάθαιναν τίποτε. Άλλοι παντρεύονταν βλαχοπούλες άλλοι χάνονταν στα πέρατα άλλοι στις νευρολογικές κλινικές άλλοι επέστρεφαν στο κόμμα άλλοι άρχιζαν ν’ ασχολούνται με αμερικάνικες δουλειές άλλοι άρχιζαν να συχνάζουν στου κ. Ελύτη και στου κ. Ρίτσου άλλοι το γύριζαν στο πεζό άλλοι στο καλαματιανό άλλοι πήγαιναν να φάνε μαζί με το κ. Θεοδωράκη άλλοι πήγαιναν στο συσσίτιο της Χρήστου Λαδά άλλοι το’ ριχναν στο πιοτό άλλοι έπεφταν στα σκατά κι άλλοι την κοπάναγαν στα Παρίσια για σπουδές τάχα.
    Ο προφήτης από δεύτερο χέρι Μιχάλης Κατσαρός όταν το ποίημα για τους για τους χαμένους ήταν κι αυτός ένας χαμένος ήδη.
    Μετά τις φωτιές του 1965 μερικοί που απεδείχθησαν ατάλαντοι ή εξ επαγγέλματος πεινασμένοι και καλλοί με όλους άρχισαν να βάζουν χέρι και στο θρύλο του Παταριού. Κι όταν έφεξε η 21 Απριλίου για πρώην και νυν αριστερούς το Πατάρι του Λουμίδη ήταν προ πολλού ένα ακόμα κωλάδικο ένα ακόμα πουτανάδικο κι ο Τάκης τους είχε πάψει να πιστεύει να πιστώνει να φέρνει να χαμογελάει.
    Που λέτε παιδιά ήταν μεγάλη υπόθεση τότε να φωτογραφίζεσαι με στο ομαδικό χνότο ωραίος μεγαλειώδης πεινασμένος πικρός – όχι πικραμένος – καταραμένος καταραμένος καταραμένος. Έξω απ’’ τα μαντριά μακριά απ΄τις γλυκές της εποχής μαθαίνουμε τη μοναξιά της επιστροφής εμείς είκοσι τριάντα ένδοξοι καταναλωταί μακεδονικών τσιγάρων και καφέ εσπρέσο.
    Εγώ που ήμουνα ο πιο νέος και ο πιο χωριάτης απεδείχθη πως ήμουνα το πιο γέρο κόκαλο το πιο βαθύ μάτι. Ανάμεσα στο Μεσολόγγι των ιερών κοκάλων και του Παλαμά και στο Μεσολόγγι της ατελείωτης βροχής και των καημών είχα διαλέξει το δεύτερο. Ήμουν και λίγο πονηρός μίλαγα τελευταίος ή δεν μίλαγα καθόλου. Έτσι μπορώ σήμερα να θυμάμαι την αγαπημένη Σταδίου το Βυζάντιον του Μπάμπη και των εργατικών της αυγής τα πλακιώτικα κουτούκια τα κολωνακιώτικα καρβουνιάρικα τα διανυκερεύοντα της Ομόνοιας πανσελήνους επί της Ακροπόλεως κατουρήματα επί της Πλατείας Συντάγματος ολίγα μακαρόνια με σάλτσα και ένα ψωμί γωνιά ένα πακέτο Κιρέτσιλερ για όλη την παρέα αναμνήσεις ξερονησιών για όλη την παρέακαι τον Τέο Σαλαπασίδη τον καλύτερο όλων μας.
    Θυμάμαι χωρίς να κατεβάζω τα μάτια χωρίς να μπερδεύω τα πράγματα. Εσύ Μεγάλη Μικρά μπορείς να χαμογελάς και να σκέφτεσαι τα δικά σου εγώ πάντως τώρα είμαι πάλι δεκαεννιά είκοσι και είκοσι πέντε χρονώ πάλι ονειρεύομαι τα ίδια και τα ίδια μόνο που έχω σταματήσει νισάφι να κουβαλάω νερό…
    Χολερικά ανθρωπάκια στερημένα και λειψά πρώην σύντροφοί μου στη δίψα και στην πείνα στα όνειρα και στα φαρμάκια φαίνεται πως πριν είκοσι και πριν δέκα χρόνια επένδυαν σε ζωγραφιές και ποιήματα μιλώντας για τη ζωή και για το θάνατο για τη φιλία και για τον έρωτα για… και για… στη δική μου ποίηση δεν υπάρχει ούτε ένα για.. μέσα της έβαζα και βάζω όλα αυτά που οι άλλοι λένε χωρίς να το πιστεύουν ότι δεν μπαίνουν μέσα.
    Η Ποίηση περ’ απ’ τα βιβλία και τις εποχές περ’ απ’ τους γαμπρίζοντες και τα βεγγαλικά μέρα μεσημέρι όπως όλα αυτού του Κόσμου κοιτάει πίσω για να βλέπει μπροστά. Και τα πατάρια και οι λεγόμενοι φιλολογικοί καφενέδες γίνονται το σπίτι των ποιητών κάποτε και το ταμπούρι της ελευθερίας κι όποιος το ρίξει πέφτει και τον πλακώνει.
    Τα κόκαλα του θρύλου της παρέας μου τώρα τα γλείφουν σκυλιά και κοπρόσκυλα. Που λέτε παιδιά τα ράσα δεν κάνουν το παπά ο παπάς κάνει τα ράσα. Θυμάμαι πως λειτούργησα πριν τυπώσω στίχους μου. Τώρα μερικοί δεν ξέρουν που να με βάλουν άλλοι με ανακαλύπτουν με μαύρη ευχαρίστηση άλλοι με τρόμο άλλοι λένε πως και τότε μ’ αγαπούσαν άλλοι πως και τώρα μ’ αγαπάνε και ας μην τους αγαπάω εγώ πια άλλοι που το ‘ κοψαν το γράψιμο με ρωτούν αν γράφω ακόμα άλλοι που το ξανάρχισαν αποκαταστημένοι στην κοινωνία με ρωτάν γιατί δεν τυπώνω τα’ αριστουργήματά μου κι αυτοί που έκοψαν και το γράψιμο και τη γλώσσα τους και το πουλί τους Δε μου λένε τίποτε με νοήματα τα θέλουν πάλι.
    Στο Λουμίδη τω καιρώ εκείνω δεν ονειρευόμασταν τίποτε για τον εαυτό μας. Τω καιρώ εκείνω που να φανταζόμαστε πως η Αθήνα μας θα γέμιζε κωλάδικα σκατοβραβεία συνταξιούχους ποιητάς του Δημοσίου και δηλωμένους ποιητάς κ’ αιτούντας. .. αν όντως θάβω ζωγράφους ποιητές και φίλους μου καθώς λένε καμπόσοι αποτυχημένοι ζωγράφοι ποιητές και φίλοι μου φαίνεται πως υπάρχουν πεθαμένοι
    Και
    Σκατά στο λάκκο τους.
    (Αθήνα 1972)

    (Θωμάς Γκόρπας, Τα ποιήματα, Κέδρος)

    -Θωμάς Γκόρπας, «Ομόνοια – Άνω Πετράλωνα»

    Κορίτσι-εξουσία του λεωφορείου μέσα στο βράδυ
    κάθεσαι πλάι μου όπως
    ξανθό άνθος πίσω από φράχτην όπως
    άστρο που περπατάει στον κόρφο μου
    κι όμως μου λέει: Θα φύγω.
    Κάθεσαι πλάι μου βουλιάζεις μες στα μάτια μου
    όπως σ’ ένα τοπίο που θέλεις μα δεν μπορείς να τ’ αγαπήσεις
    σχεδιάζοντας μες στη σιωπή που σε κρατάει δεμένη
    τον αγαπημένο σου.
    Πάντα πνιγμένη μες στα μάτια μου
    πάντα δεμένη απ’ τη σιωπή
    αναπολώντας μουσικές παλιές να ‘ρθουν και να σε λευτερώσουν
    μα οι μουσικές δεν έρχονται κι εσύ
    κάθεσαι πλάι μου
    πάντα πνιγμένη μες στα μάτια μου
    πάντα δεμένη απ’ τη σιωπή
    με την καρδιά σου λαβωμένη σαν μικρό πουλί
    με την ομορφιά σου ακυβέρνητη σαν μικρό παιδί
    κάθεσαι πλάι μου
    σαν άνθος και σαν άστρο και σαν έρωτας που θέλει
    μα δεν μπορεί.
    (Θωμάς Γκόρπας, Τα ποιήματα, Κέδρος)

    -Θωμάς Γκόρπας, «Γιουσουρούμ ή απεφυλακίσθη ένα πουλί»

    Φωτογραφίες λησμονημένων βασιλέων
    Γενοβέφες Παπουλάκηδες Κουταλιανοί
    καρτ ποστάλ του μεσοπολέμου της απελευθερώσεως
    καλλονές αντίκες και νεότερες χύμα
    καντηλέρια υπόλοιπα από πλούσια δείπνα
    μπουκάλια κηροπήγια σακατεμένοι πίνακες
    μαραμένα μπιμπελό σταφιδωμένα τραπουλόχαρτα
    βιβλία παλιά αρωματισμένα με μέλλον
    βιβλία σημερινά αζήτητα αραχνιασμένα
    παράνομα βιβλία και βιβλία τρυφερά
    αφιερωμένα σε τομάρια που δεν έκοψαν ούτε τα πρώτα φύλλα
    και περιοδικά τα πάντα: φασιστικά ιατρικά λαϊκά λογοτεχνικά
    κομμουνιστικά
    βάζα σαν κινέζικα πιάτα σαν βοημικά
    οικογενειακά δελτάρια με πιτσιλισμένα τοπία
    πρώην πολύτιμη αλληλογραφία ξεφτιλισμένη τώρα
    γλυπτά χοντροκομμένα που επί γεννεές ξεκούραζαν μάτια
    τα είχε κόρη ξανθιά που πέθανε στα 17 της φυματικιά
    τα είχε γεροστρατηγός με 7 παράσημα και 17 εξώγαμα
    τα είχε σαραντάρα που πηδιότανε με τον δεκαοχτάρη ανιψιό του κερατά
    τα είχε χορεύτρια που άφησε εποχή αλλά πέθανε από πείνα στην κατοχή
    τα είχε κουραμπιές απόγονος του ’21
    τα είχε γαλανό παιδί που αν ζούσε θα πέθαινε πλέυ μπόυ
    παλιά πράγματα αγγίγματα συναπαντήματα και χτυποκάρδια
    φαντασιώσεις προπολεμικού σεξ ονειρώξεις κινηματογραφικού
    παλιακά δάκρυα και πέταλα σαβανωμένα φύλλα
    φύλλα κραυγές παλιές σιωπές αθώες εν συγκρίσει με τις σημερινές
    παλιές στιγμές που απέδρασαν από μια βολεμένη ζωή
    παλιές ώρες από παλιές μοναξιές παλιές μοναξιές από δύσκολες εποχές
    φθινόπωρα καλοκαίρια ελαφρές εκπλήξεις άγριες προσμονές
    χωρισμοί έρωτες αγνοί έρωτες εκβιαστές επιστροφές
    από γλέντια αποκριάτικα και από νεκροταφεία
    μοιραίες γυναίκες τραγικές λιποταξίες εκδρομές
    κυριακάτικες και καθημερινές φοιτητικές ταραχές
    ψευδοδιανυκτερεύσεις σε κρεβάτια ξένα
    κίτρινα φύλλα φύλλα μοβ φύλλα της στάχτης της βροχής
    καρδιές απλωμένες στο σούρουπο ανοικονόμητες καρδιές
    τρελές φυλακισμένες μες στο μυστικό τους
    πουλιά και λουλούδια φιλιά και λουλούδια βιολιά και λουλούδια
    βιολιά και φώτα μπάνια και λάμπες γραμματόσημα χαλκομανίες
    πλάκες μ’ ωραίες πλάκες μ’ ηλίθιες μουσικές
    νέες εξαδέλφες μελαγχολικές υπερσεξουαλικές θείες
    κορμιά κορμιά κορμιά απόηχοι εγκαταλείψεις φωτιά και δροσιά φτερά
    κλεμμένα φιλιά κλεμμένα λόγια κλεμμένα λεφτά κλεμμένα δώρα
    κλεμμένα
    μοναξιασμένα απαυδισμένα πουλημένα πουλημένα αγορασμένα
    αγορασμένα
    και μια λατέρνα γλυκιά κι αδίστακτη στην ερημιά της Κυριακής μου
    και της Κυριακής σας…
    (Θωμάς Γκόρπας, Τα ποιήματα, Κέδρος)

  10. 17. «Στήλες Ολυμπίου Διός» (1933)

    Χλωμιάσανε τη νύχτα οι γλαυκές στήλες του ναού
    αλλ’ άσκοπα υψώνουν το λαβωμένο ανάστημά τους σε ουρανούς απρόσιτους

    κανείς δε νογά την άλαλη δέηση παλιάς λατρείας
    που υποβλητικές γραμμές λαξευμένης πέτρας οδηγούσανε στον Δία
    εσκούριασαν οι άκανθες και τα άτρομα κιονόκρανα φυσιούνται σύγκορμα
    από πνοές ερωτικές που καταφεύγουν εδώ πέρα

    λειτουργοί του υμεναίου κατάντησαν τα μάρμαρα
    κάθε άλλο τους νόημα εχάθη
    άδικα πασχίζουν αρχαιολόγοι να βρουν έναν ειρμό
    σε τεμάχια που η ιστορία μακριά της πέταξε
    τα βουβαμένα θρύψαλα κείτονται στη γη
    ούτε ένα βήμα πιστού δεν τα ταράζει
    καμιά σκιά δεν αντηχεί στα ερείπια

    κι αυτά προδώσαν τον περίπατό μου
    ο σκοπός του χάθηκε στη μακρυσμένη από την άναστρη σκεπή της νύχτα
    και της ιστορίας μου ο ειρμός χάθηκε, δεν αναβρίσκεται.

    Εζήλεψα τους κρύους λίθινους όγκους
    που στέκουν εδώ αμίλητοι αιώνες τώρα
    γρικώντας περασμένων συγκινήσεων τη γλυκιά αχώ.

    Νικόλαος Κάλας, «Στήλες Ολυμπίου Διός», Ποιήματα (1933). Γραφή και φως, Αθήνα, Ίκαρος 1983, σ. 68.

    ***

    18. «Στους Στύλους»

    Βαριά εξαπλωμένος εις του Διός τους Στύλους
    σαν θεριακλής Σουλτάνος το ναργιλέ ρουφώ,
    κυττάζω πότε πότε και τους ανεμομύλους,
    και πότε μ’ ένα κι άλλο καταφιλοσοφώ.

    Ω! σεις παληαίς κολώναις, αμέσως γκρεμισθήτε!
    Μη βλέπετε το αίσχος αυτών των νέων χρόνων…
    Κι αν στέκεστε ολόρθαις, ποτέ σας δεν θα δήτε
    πολεμιστάς και νίκας αρχαίων Μαραθώνων.
    Δεν θα ιδήτε δόξαν και Περικλή κανένα,
    θα βλέπετε μονάχα τον καφετζή κι εμένα.

    ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΟΥΡΗΣ

  11. Ας Παραθέσουμε κι ένα ποίημα για την ονοματοδότρια της πόλης, τη θεά Αθηνά:

    -Κωστής Παλαμάς, «Ύμνος εις την Αθηνά»
    (απόσπασμα)

    Ω μεγίστης Παλλάδος καλούμεναι,
    πασών Αθήναι τιμιωτάτη πόλις!
    Σοφοκλής

    Θα τραγουδήσω τη Θεά του κόσμου τη μεγάλη,
    την παρθενιά, την προκοπή, τη γνώσι, τη σοφία·
    ‘σ τα χώματά σου τα ιερά, θεοχτισμένη Αθήνα,
    τέτοιο τραγούδι αιώνια ταιριάζει να γροικιέται.
    Θα τραγουδήσω τη Θεά του κόσμου τη μεγάλη
    και το δικό σου τ’ όνομα μαζή με το δικό της
    θα πλέξω ‘ς το τραγούδι μου ζευγαρωμένο, χώρα
    που βγήκες απ’ τα χέρια της κ’ είσαι του νου της λάμψι.
    Αέρα γαλανόφτερε και μοσχοβολισμένε
    οπ’ αγκαλιάζεις πατρικά την γην αυτήν και κάνεις
    ολόλαμπραις ταις ‘μέραις μας κι’ αχνόξανθαις ταις νύχταις,
    πάρε και το τραγούδι μου και λάμπρυνε κ’ εκείνο
    και σκόρπισέ το σε βουνά, και δάση, κι’ ακρογιάλια.
    Κάμποι, απ’ την άφθαρτην εληά λευκοπρασινισμένοι,
    ταπεινοί βράχοι που καιρούς θυμίζετ’ ακουσμένους,
    δεχθήτε το λαχταριστό κι’ ακούστε το με πόνο,
    κι’ αντιλαλείτε το σκοπό, κρατάτε μου το ίσο
    απ’ ταις οχθιαίς κι’ απ’ ταις σπηλιαίς, καλόβουλαις νεράιδες.

    Και δος μου δύναμι, Θεά, και καλοτύχισέ με,
    κι’ άλλα τραγούδια έχω για σε, πάντα για σε τραγούδια.
    […………………………………………………………………….]

    ΙΑ’.

    Κι’ απ’ τη στιγμή που υψώθηκες κι’ αστραφτερή αφανίσθης
    Ως τη στιγμή που ανάλαμψε λευκός ο Γαλαξίας,
    η πλάσις απ’ την άφραστην εικόνα σου γεμάτη,
    η πλάσις, άνθρωποι, θεοί και πλάσματα και πλάσταις,
    Ταστέρια τα τετράψηλα κ’ η χαμηλαίς βιολέτταις,
    Άνεμοι, θάλασσαις, στεριαίς, βουνά, ποτάμια, λόγγοι,
    Ό,τι έχει χρώμα και ζωή και ‘μίλημα και σχήμα,
    Κάθε πνοή, μουρμουρητό, δροσούλα κ’ ευωδία,
    Ταιριάζουνε ταταίριαστα και τάσμιχτ’ αποσμίγουν,
    Κ’ έτσι, θεά, σε υμνολογούν, έτσι σε τραγουδούνε:

    «Σαν τι τραγούδι να βρεθή που να ταιριάζη εσένα;
    ‘Σ’ τ’ ολόλευκό σου φόρεμα που το ‘χουν υφασμένο
    Τα χέρια τα σοφώτερα και τα δικά σου χέρια
    Φαίνεται χρυσοκεντηστός ο ουρανός με τάστρα.
    Η δίπλαις του ταράζονται ‘ς το κάθε κίνημά σου
    ‘Σαν κύματα που τα φιλούν του φεγγαριού η ακτίνες,
    Και τρέμοντας λαμποκοπούν ‘ς το κάθε φίλημά τους.
    ‘Σ’ της περικεφαλαίας σου τον ίσκιον αποκάτου
    Χωρούν να βρούνε σκέπασμα χιλιάδες παλληκάρια.
    ‘Σ’ τον ίσκιο σου χαρούμενα ‘μερεύουν τα λιοντάρια.
    Το μέτωπό σου ασκέπαστο ξανοίγετ’ από πέρα
    ‘Σαν τ’ άστρο του Ωρίωνος, πρώτο ‘ς τ’ αστέρια τάλλα.
    Απάνου ‘ς της ασπίδας σου ταπάρθενο χρυσάφι
    Εσκάλισε τους Γίγαντας ένας θεός τεχνίτης
    Την ώρα που τον Όλυμπο χυμάν και φοβερίζουν,
    Κ’ έτσι εκεί πάνου μια ζωή εχάρισεν η Τέχνη
    Αιώνια ‘ς τη λύσσα τους και ‘ς τη δική σου νίκη!
    Στη μέση από τ’ αμόλυντο και τ’ αγκιχτό σου στήθος
    Όπου σκορπίζει μυστική μοσκοβολιά από κρίνα,
    Κ’ ασάλευτο, καμαρωτό τεντώνει, ξεχωρίζει,
    Το στοιχειωμένο δείχνεται κεφάλι της Γοργόνας.
    Αλλοίμονο ‘ς τους πονηρούς! το βλέπουν; μαρμαρώνουν.
    Έτσι ό,τι ‘γγίξη ο κεραυνός το κάνει μαύρη στάχτη,
    Και της αλήθειας η πνοή το ψέμμ’ αποστομώνει.
    Γύρω ‘ς τα πόδια σου γλυστρούν και σου φιλούν τα χέρια
    Όρνια άλλου κόσμου και πουλιά και φείδια μαγεμμένα,
    Και των φειδιών τα στόματα λαλούνε ‘σαν αηδόνια
    Και κρέμοντ’ όλα υπήκοα μονάχ’ απ’ τη ματιά σου.
    Κι’ ο Φόβος κι’ ο Κατατρεγμός κ’ η Δύναμις κ’ η Νίκη
    Λάμπουν, μαυρίζουν, στέκονται σιμά σου καρφωμένα.
    Τριγύρω σου λιγοθυμά τ’ αγέρι φοβισμένο.
    Το στόμα σου κι’ όποιος το ιδή, και δίχως να τ’ ανοίξης,
    Νοιώθει πως λόγια γνωστικά, λόγια σοφά θα βγάλη.
    Κ’ ενώ είσαι ‘σαν την άδολη των βράχων ανεμώνη,
    Ένας σου λόγος τους λαούς γεννάει και μεγαλώνει.
    Τα μάτια σου τα γαλανά ‘μέρα σκορπούν ‘ς τη μέρα,
    Δόξα σοι, δόξα σοι, θεά παρθένα και Μητέρα!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: