Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (173ο): «Έλληνας – ελληνικός»…

-«…Μπολιβάρ, είσαι ωραίος σαν Έλληνας.»
(Ν. Εγγονοπουλος)

 

-“Όταν θα θέλουν οι Έλληνες να καυχηθούν

«Τέτοιους βγάζει το έθνος μας» θα λένε

για σας. Κι έτσι θαυμάσιος θα είναι ο έπαινός σας.”

(Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ)

 

-«Φτώχεια, φωτιά, φαρμάκι ο τόπος.

Μονόξυλα οι έλληνες μεσ’ στα χρώματα των επιγραφών

Κι ο έρωτας τελευταία ελπίδα»

(Ν. Καρούζος)

 

 

-“Κακότυχοι έλληνες με τρύπιο μεροκάματο

χρόνια και χρόνια ραγιάδες

γύρω κλαίνε μητέρες γύρω κλαίνε κορίτσια

ο ένας τραγουδά τη λησμονιά ο άλλος την αγάπη.

«Όσο βαριά είν’ τα σίδερα

είν’ η καρδιά μου σήμερα»…”

(Ν. Καρούζος)

 

 

-Γιώργου Σαραντάρη, [Εμείς οι Έλληνες]

«Εμείς οι Έλληνες
Με τις ελιές με τα πεύκα
Με τα μάρμαρα με τη θάλασσα
Φυλάξαμε και άλλες αρετές
Δεν εξοφλήσαμε την ευφυΐα μας
Σ’ έναν καιρό πιο ήμερο
Και πιο γενναίο
Δεν θα διστάσουμε
Δεν θα δειλιάσουμε
Από τις κρύπτες θα βγάλουμε τα όργανα
Στην ορχήστρα και στο χορό
Οι φωνές μας θα προσφέρουν
Κάτι σαν το επιούσιον
Το δικό μας πάθος»

                                (29/3/1936)

[πηγή: Γιώργος Σαραντάρης, «[Εμείς οι Έλληνες]», Έργα 2 – Κατάλοιπα (1932-1940), εισαγωγή-επιμέλεια Σοφία Σκοπετέα, Βικελαία Δημοτική Πινακοθήκη, Ηράκλειο 2006, σ. 132]

 

 

-Κ. Π. Καβάφης, «Φιλέλλην»

«Την χάραξι φρόντισε τεχνικά να γίνει.
Έκφρασις σοβαρή και μεγαλοπρεπής.
Το διάδημα καλλίτερα μάλλον στενό·
εκείνα τα φαρδιά των Πάρθων δεν με αρέσουν.
Η επιγραφή, ως σύνηθες, ελληνικά·
οχ’ υπερβολική, όχι πομπώδης-
μην τα παρεξηγήσει ο ανθύπατος
που όλο σκαλίζει και μηνά στη Ρώμη-
αλλ’ όμως βέβαια τιμητική.
Κάτι πολύ εκλεκτό απ’ το άλλο μέρος·
κανένας δισκοβόλος έφηβος ωραίος.
Προ πάντων σε συστείνω να κυττάξεις
(Σιθάσπη, προς θεού, να μη λησμονηθεί)
μετά το Βασιλεύς και το Σωτήρ,
να χαραχθεί με γράμματα κομψά, Φιλέλλην.
Και τώρα μη με αρχίζεις ευφυολογίες,
τα «Πού οι Έλληνες;» και «Πού τα Ελληνικά;
πίσω απ’ τον Ζάγρο εδώ, από τα Φράατα πέρα».
Τόσοι και τόσοι βαρβαρότεροί μας άλλοι
αφού το γράφουν, θα το γράψουμε κ’ εμείς.
Και τέλος μη ξεχνάς που ενίοτε
μας έρχοντ’ από την Συρία σοφισταί,
και στιχοπλόκοι, κι άλλοι ματαιόσπουδοι.
Ώστε ανελλήνιστοι δεν είμεθα, θαρρώ.»

(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

 

 

-Κωστῆς Παλαμᾶς, [ΓΝΩΜΕΣ, ΚΑΡΔΙΕΣ, ΟΣΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ]

«Γνῶμες, καρδιές, ὅσοι Ἕλληνες,

ἀκοῦστε με κ’ ἐμένα:

Μᾶς ηὗραν χρόνια δίσεχτα,

στερνά, καταραμένα.

Ἔργα δὲν ἔχω, τίποτε

ποὺ ἀξίζει νὰ σᾶς φέρω·

κρύος, ἄπραγος δὲν ξέρω

παρὰ νὰ τραγουδῶ.

 

Γνῶμες, καρδιές, ὅσοι Ἕλληνες,

κ’ ἐσεῖς, οἱ φυτρωμένοι

στὴ γῆ ποὺ ἀρήμαχτη ἔμεινε,

κ’ ἐσεῖς, ξερριζωμένοι,

– χώματα, ὀϊμέ! αἱματόπνιχτα

τῆς Θράκης, τῆς Ἰωνίας! –

ρημάδια τῆς μανίας

καὶ τῆς καταστροφῆς.

 

Ἄντρες κ’ ἐσεῖς τῆς Ρούμελης

καὶ τοῦ Μωριᾶ βλαστάρια,

χοροὶ τοῦ Αἰγαίου, τῆς Ἤπειρος

βουνὰ καὶ παλληκάρια,

κ’ ἐσεῖς, παρθένες Ἰόνιες,

πάντα καὶ ἡρώϊσσα Κρήτη,

καὶ ὦ Ρήγισσα Ἀφροδίτη,

πού εἰσαι τῆς Κύπρος πνοή.

 

Κ’ ἐσύ, Μακεδονίτισσα,

θεία ματιασμένη χώρα,

καὶ ἡ Ρόδος, Δωδεκάνησα

χρυσὰ καὶ μέσ’ στὴ μπόρα,

καὶ ὅπου ναοί, κάμποι, μάρμαρα,

δάφνες ξερές, νέα κρίνα,

τὸ Μισολόγγι! Ἀθήνα,

ποὺ πάντα ζοῦν οἱ θεοί!

 

Κ’ ἐσύ, γῆ, ποὺ ηὗραν Ὅμηροι

σ’ ἐσὲ τὸν Ἀχιλλέα,

καὶ ποὺ τὸ Ρήγα γέννησες

μὲ τὴ μεγάλη ἰδέα,

χαίρετε, δρόμοι, ἐρείπια,

ρουμάνια, περιβόλια,

ποτάμια, ἀραξοβόλια,

ριζώματα, κορφές.

 

Πατρίδα! Ἑλλάδες, παίρνετε

νόημ’ ἀπὸ μιὰ καὶ μόνη

λέξη, καὶ αὐτὴ τὸ χαῖρε μου

τὸ ἐκστατικὸ πυρώνει.

Στὴ λέξη, ποὺ σὰν ἄγαλμα

βωμοῦ φαντάζει, φέρνω

τὸν ὕμνο, βάγια σπέρνω.

Π α τ ρ ί δ α! Εἶν’ ὅλα ἐκεῖ.

 

Γνῶμες, καρδιές, ὅσοι Ἕλληνες,

ρυθμὸς οὐρανοδρόμος

ἥλιος ἀπαραστράτιστος

γιὰ τὰ Ἔθνη κάποιος Νόμος

θὰ ὑπάρχῃ. Καὶ καλότυχος

γύρω ὁ λαὸς πλανήτης

τοῦ Νόμου ποὺ μαγνήτης

ὑπάκουο τὸν κρατᾶ.

 

Δὲν ἀπομένει ἀσάλευτο

τίποτε, δὲ γεννιέται,

ποὺ νὰ μὴ ρεύῃ, τίποτε

καὶ ποὺ νὰ μὴ χαλιέται.

Μὰ πῶς ἀπὸ τὸ χάλασμα

πετιέται ξεδιψάστρα

πηγή! Πῶς ξαναπλάστρα

εἶναι κ’ ἡ ὀργή, ἡ πληγή!

 

Πὼς εἶναι μιὰ ἡ πατρίδα μας

κ’ εἶναι παντοῦ ὅπου πᾶμε,

καὶ ὅπου σταθοῦμε, μέσα μας

πατρίδα μία γρικᾶμε,

μία μὲ λογῆς ὀνόματα,

πρόσωπα, προσωπίδες.

Δὲ ζῆ χωρὶς πατρίδες

ἡ ἀνθρώπινη ψυχή.

 

Πλάστης τοῦ κόσμου ὁ Πόλεμος,

ὅραμα ἡ εὐτυχία.

Μὲ τὰ στοιχιὰ πᾶς, πάλεμα

σὲ τρώει μὲ τὰ στοιχεῖα,

Πατρίδα! Ὀρθή! Μὴ λυώνεσαι,

σὰ δέησης ἁγιοκέρι!

Μὲ τὸ δαυλὶ στὸ χέρι

σὲ σφιχτοζώνει ἐχθρός.

 

Γνῶμες, καρδιές, ὅσοι Ἕλληνες,

καὶ μέσα στὴν κοιλάδα

τοῦ δάκρυου ἐδῶ, κι ἀντρειεύοντας

ἀπὸ μιὰ πίστη, Ἑ λ λ α δ ἀ!

κράχτε, στὸ νοῦ ριζῶστε τη

μὲ τὸ Σταυρό, μὲ δόρυ,

Σοφία, Μητέρα, Κόρη,

Παντάνασσα, Ἀθηνᾶ.

 

Καὶ ὦ Βασιλεῖες γερόντισσες

ἄγριες Δημοκρατίες,

κάστρα, φυτειὲς κ’ ἐλεύτερων

καὶ σκλάβων, Πολιτεῖες

καὶ ἀπ’ ὅποια ἀπάνου ὀνόματα,

καὶ ἀπ’ ὅποιο ἀπάνου ἀγώνα,

μιὰ ὑψῶστε, μιὰ κορώνα

καὶ βλέπετε ἴσα ἐκεῖ.

 

Γνῶμες, καρδιές, ὅσοι Ἕλληνες,

ὅ,τι εἶστε, μὴν ξεχνᾶτε,

δὲν εἶστε ἀπὸ τὰ χέρια σας

μονάχα, ὄχι. Χρωστᾶτε

καὶ σὲ ὅσους ἦρθαν, πέρασαν,

θὰ ‘ρθοῦνε, θὰ περάσουν.

Κριτές, θὰ μᾶς δικάσουν

οἱ ἀγέννητοι, οἱ νεκροί.

 

Κόκκαλα πάτρια μέσα μας

θαφτά, ἱερά, μαζί μας

καὶ ὅπου σεισμοὶ μᾶς τίναξαν

οἱ ἐφέστιοι πάντα θεοί μας.

Πολίτες ἄς τὴ χτίσουμε

καὶ ὁπλίτες ἐδῶ καὶ ὅλοι

τοῦ ὀνείρου ἐδῶ τὴν Πόλη

μὲ τὴν Ἁγιὰ Σοφιά.

 

Ἡ λειτουργία δὲν τέλειωσε

κομμένη· γιὰ τὸ τέρμα

κι ἄν ξαναρχίσῃ, ἀτέλειωτη

ξανά θὰ βρῇ τὸ γέρμα,

γιὰ νὰ προσμένουμε ἄγρυπνοι

στὴ νύχτα νὰ προβάλῃ

τοῦ ὄρθρου τὸ γέλιο πάλι

ποὺ προμηνάει τὸ φῶς.»

1925.

(Πηγή: Κ. Παλαμᾶ, Ἅπαντα, Τόμος Θ΄. Β΄ ΕΚΔΟΣΗ, ΓΚΟΒΟΣΤΗΣ)

 

 

-Δ. Σολωμός, “Η Ελληνίδα μητέρα”

 «Κρέμεται το σπαθί κοντά στην κούνια σου, καλό μου, αλλά το χέρι δεν είναι που το ‘σφιγγε στη νίκη.

Μακρύς ο λάκκος π’ άνοιξε και κλει το γίγαντά μου.

Κάμπους, βουνά, χωρίς αυτόν μάχης καπνοί σκεπάζουν.

.

αλλ’ αυτό τώρα που κουνώ τ’ αμέριμνο κορμάκι

αύριο θα γίνει δύναμη που ο λογισμός κινάει,

και στήθι αντρίκειο θα σταθεί στες σαϊτιές της μοίρας.

Βρέχει τα βέλη της αυτή στα ύψη των ανδρείων,

που εκεί στημένοι στερεοί λάμπουν στη μάχη θείοι.

.

Χαρές και πλούτη να χαθούν, και τα βασίλεια, κι όλα,

τίποτε δεν είναι, αν στητή μέν’ η ψυχή κι ολόρθη.

Όλα τα ερείπια γύρω της κοιτά χαμογελώντας,

κι ανθοί σ’ αυτά, παντού κι αργά, βλασταίνουν ως τον τάφο.

φυτρώνει και στο σκότος του του Παραδείσου τ’ άνθι.

.

Του κόρφου συ, της αγκαλιάς αγαπημένο βάρος,

σπούδαξε, μην αργοπορείς βάρος να γίνεις τρόμου

εκεί που οι χείμαρροι του εχθρού τρομαχτικά βρυχίζουν.

Αλλά το χέρι σου ζωστό πλια στο λαιμό μου γύρω

δε θα ‘ναι τότε, αλλά σ’ αυτό τ’ ολεθροφόρο ξίφος.

.

Της Μοίρας έτσ’ οι δύναμες, όσο τρανές κι αν είναι,

κι αν πέσεις συ στον πόλεμο, μένουν εκείνες, όπως

της κούνιας τα κινήματα που τώρα σε κοιμίζουν.

Μεγάλωσε, μεγάλωσε, μη δίχως μάνα μείνεις.

Θα ζώσει εκείνη το σπαθί μες στο βυζί αποκάτου,

κι εμπρός ! σημαία και σπαθί, ψυχή, ψυχή, και νίκη !

.

Την ψυχή μέσα μου γρικώ του ποθητού πατρός σου,

και χίλιες, χίλιες γύρω μου ξαστράφτουν Αμαζόνες.

Άντρες, γυναίκες είν’, κανείς δε θα ρωτά στη μάχη.

Κοίτα τους λάκκους ! – αλλά τι μπορείς συ να κοιτάξεις;

.

Άπειρους λάκκους, άπειρους γεμίζουν οι νεκροί μας.

πέφτουμ’ εμείς, το έργο μας για την πατρίδα μένει,

και σ’ όλα ζει τα στήθη μας τούτ’ η πνοή και μόνη,

που φλόγα γίνεται φριχτή καθολικού πολέμου,

που κάθε γη και θάλασσα παντού περιλαβαίνει,

που ζώνει εσέ και σκίρτημα και της κουνιάς σου δίνει.

.

Σκίρτα, κουνιά, μ’ ευχή χαράς για το καλό που θα ‘ρθει !

Γλυκά κι η τύχη μού γελά, γιατί η στιγμή ‘ναι τούτη

που τ’ ακριβά σου βλέφαρα σηκώνονται κι αφήνουν

το χαμογέλιο της ματιάς να λάμψει, σ’ όλα τ’ άλλα

αβέβαιο και τρεμάμενο, αλλ’ όχι και σ’ εμένα.

.

Έλα σ’ εμέ, των σπλάχνων μου γλυκό βλαστάρι. θέλω

για μια στιγμή γοργά ‘π’ αυτό το σπίτι να μακρύνω.

θέλω το μέτωπ’ ο καπνός της μάχης να σου ‘γγίξει,

πλατιά το στήθος σου, βαθιά, να πνέξει ολέθρου φλόγα.

(«Νεοελληνικά Αναγνώσματα Β΄ Λυκείου»,Ο.Ε.Δ.Β., Αθήνα 1978)

 

 

-Βίκτωρ Ουγκώ, «Το Ελληνόπουλο»

«Τούρκοι διαβήκαν. Χαλασμός, θάνατος πέρα ως πέρα.
Η Χίο, τα’ όμορφο νησί, μαύρη απομένει ξέρα,
με τα κρασιά, με τα δεντρά
τ’ αρχοντονήσι, που βουνά και σπίτια και λαγκάδια
και στο χορό τις λυγερές καμιά φορά τα βράδια
καθρέφτιζε μεσ’ τα νερά.

Ερμιά παντού. Μα κοίταξε κι απάνου εκεί στο βράχο,
στου κάστρου τα χαλάσματα κάποιο παιδί μονάχο
κάθεται, σκύβει θλιβερά
το κεφαλάκι στήριγμα και σκέπη του απομένει
μόνο μιαν άσπρη αγράμπελη σαν αυτό ξεχασμένη
μεσ’ την αφάνταστη φθορά.

Φτωχό παιδί, που κάθεσαι ξυπόλυτο στις ράχες
για να μην κλαις λυπητερά, τ’ ήθελες τάχα να ‘χες
για να τα ιδώ τα θαλασσά
ματάκια σου ν’ αστράψουνε, να ξαστερώσουν πάλι
και να σηκώσεις χαρωπά σαν πρώτα το κεφάλι
με τα μαλλάκια τα χρυσά;

Τι θέλεις άτυχο παιδί, τι θέλεις να σου δώσω
για να τα πλέξης ξέγνοιαστα, για να τα καμαρώσω
ριχτά στους ώμους σου πλατιά
μαλλάκια που του ψαλιδιού δεν τάχει αγγίξει η κόψη
και σκόρπια στη δροσάτη σου τριγύρω γέρνουν όψη
και σαν την κλαίουσα την ιτιά;

Σαν τι μπορούσε να σου διώξει τάχα το μαράζι;
Μήπως το κρίνο απ` το Ιράν, που του ματιού σου μοιάζει;
Μην ο καρπός απ’ το δεντρί
που μεσ’ στη μουσουλμανική παράδεισο φυτρώνει,
κ’ έν’ άλογο χρόνια εκατό κι αν πιλαλάει, Δεν σώνει
μεσ’ απ’ τον ίσκιο του να βγει;

Μη το πουλί που κελαηδάει στο δάσος νύκτα μέρα
και με τη γλύκα του περνάει και ντέφι και φλογέρα;
Τι θες κι απ’ όλα τα αγαθά
τούτα; Πες. Τα` άνθος, τον καρπό; Θες το πουλί;
-Διαβάτη,
μου κράζει το Ελληνόπουλο με το γαλάζιο μάτι:
Βόλια, μπαρούτι θέλω. Νά.»

(Γ. Π. Τζήκας, Σύγχρονη σχολική ανθολογία, Ατραπός)

 

 

-Ν. Εγγονόπουλος, «Μπολιβάρ, ένα ελληνικό ποίημα»

(απόσπασμα)

ΦΑΣΜΑ ΘΗΣΕΩΣ ΕΝ ΟΠΛΟΙΣ ΚΑΘΟΡΑΝ, ΠΡΟ
ΑΥΤΩΝ ΕΠΙ ΤΟΥΣ ΒΑΡΒΑΡΟΥΣ ΦΕΡΟΜΕΝΟΝ

Le cuer d’un home vaut tout l’or d’un païs

Για τους μεγάλους, για τους ελεύθερους,
για τους γενναίους, τους δυνατούς,
Αρμόζουν τα λόγια τα μεγάλα, τα ελεύθερα,
τα γενναία, τα δυνατά,
Γι’ αυτούς η απόλυτη υποταγή κάθε στοιχείου, η σιγή,
γι’ αυτούς τα δάκρυα, γι’ αυτούς οι φάροι,
κι οι κλάδοι ελιάς, και τα φανάρια
Όπου χοροπηδούνε με το λίκνισμα των καραβιών και
γράφουνε στους σκοτεινούς ορίζοντες των λιμανιών,
Γι’ αυτούς είναι τ’ άδεια βαρέλια που σωριαστήκανε στο
πιο στενό, πάλι του λιμανιού, σοκάκι,
Γι’ αυτούς οι κουλούρες τ’ άσπρα σκοινιά, κι οι αλυσίδες,
οι άγκυρες, τ’ άλλα μανόμετρα,
Μέσα στην εκνευριστικιάν οσμή του πετρελαίου,
Για ν’ αρματώσουνε καράβι, ν’ ανοιχτούν, να φύγουνε,
Όμοιοι με τραμ που ξεκινάει, άδειο κι ολόφωτο μέσ’ στη
νυχτερινή γαλήνη των μπαχτσέδων,
Μ’ ένα σκοπό του ταξειδιού: προς τ’ άστρα.

Γι’ αυτούς θα πω τα λόγια τα ωραία, που μου τα υπαγόρευσε
η Έμπνευσις,
Καθώς εφώλιασε μέσα στα βάθια του μυαλού μου όλο
συγκίνηση
Για τις μορφές, τις αυστηρές και τις υπέροχες, του
Οδυσσέα Ανδρούτσου και του Σίμωνος Μπολιβάρ.

Όμως για τώρα θα ψάλω μοναχά τον Σίμωνα, αφήνοντας
τον άλλο για κατάλληλο καιρό,
Αφήνοντάς τον για ναν τ’ αφιερώσω, σαν έρθ’ η ώρα,
ίσως το πιο ωραίο τραγούδι που έψαλα ποτέ,
Ίσως τ’ ωραιότερο τραγούδι που ποτές εψάλανε σ’ όλο τον κόσμο.
Κι αυτά όχι για τα ότι κι οι δυο τους υπήρξαν για τις
πατρίδες, και τα έθνη, και τα σύνολα,
κι άλλα παρόμοια, που δεν εμπνέουν,
Παρά γιατί σταθήκανε μέσ’ στους αιώνες, κι οι δυο τους,
μονάχοι πάντα, κι ελεύθεροι, μεγάλοι,
γενναίοι και δυνατοί.

Και τώρα ν’ απελπίζουμαι που ίσαμε σήμερα
δεν με κατάλαβε, δεν θέλησε, δε μπόρεσε να καταλάβη
τι λέω, κανείς;
Βέβαια την ίδια τύχη νάχουνε κι αυτά που λέω τώρα
για τον Μπολιβάρ, που θα πω αύριο για τον Ανδρούτσο;
Δεν είναι κι εύκολο, άλλωστε, να γίνουν τόσο γλήγορα
αντιληπτές μορφές της σημασίας τ’ Ανδρούτσου και του Μπολιβάρ,
Παρόμοια σύμβολα.
Αλλ’ ας περνούμε γρήγορα: προς Θεού, όχι συγκινήσεις,
κι υπερβολές, κι απελπισίες.
Αδιάφορο, η φωνή μου είτανε προωρισμένη μόνο για τους αιώνες.
(Στο μέλλον, το κοντινό, το μακρυνό, σε χρόνια, λίγα,
πολλά, ίσως από μεθαύριο, κι αντιμεθαύριο,
Ίσαμε την ώρα που θε ν’ αρχινίση η Γης να κυλάη
άδεια, κι άχρηστη, και νεκρή, στο στερέωμα,
Νέοι θα ξυπνάνε, με μαθηματικήν ακρίβεια, τις άγριες
νύχτες, πάνω στην κλίνη τους,
Να βρέχουνε με δάκρυα το προσκέφαλό τους,
αναλογιζόμενοι ποιος είμουν, σκεφτόμενοι
Πως υπήρξα κάποτες, τι λόγια είπα, τι ύμνους έψαλα.
Και τα θεόρατα κύματα, όπου ξεσπούνε κάθε βράδυ στα
εφτά της Ύδρας ακρογιάλια,
Κι οι άγριοι βράχοι, και το ψηλό βουνό που κατεβάζει τα δρολάπια,
Αέναα, ακούραστα, θε να βροντοφωνούνε τ’ όνομά μου.)

Ας επανέλθουμε όμως στον Σίμωνα Μπολιβάρ.

Μπολιβάρ! Όνομα από μέταλλο και ξύλο, είσουνα
ένα λουλούδι μέσ’ στους μπαχτσέδες της Νότιας Αμερικής.
Είχες όλη την ευγένεια των λουλουδιών μέσ’ στην καρδιά σου,
μέσ’ στα μαλλιά σου, μέσα στο βλέμμα σου.
Η χέρα σου είτανε μεγάλη σαν την καρδιά σου,
και σκορπούσε το καλό και το κακό.
Ροβόλαγες τα βουνά κι ετρέμαν τ’ άστρα, κατέβαινες
στους κάμπους, με τα χρυσά, τις επωμίδες,
όλα τα διακριτικά του βαθμού σου,
Με το ντουφέκι στον ώμο αναρτημένο, με τα στήθια
ξέσκεπα, με τις λαβωματιές γιομάτο το κορμί σου,
Κι εκαθόσουν ολόγυμνος σε πέτρα χαμηλή, στ’ ακροθαλάσσι,
Κι έρχονταν και σ’ έβαφαν με τις συνήθειες των πολεμιστών Ινδιάνων,
Μ’ ασβέστη, μισόνε άσπρο, μισό γαλάζιο, για να φαντάζης
σα ρημοκκλήσι σε περιγιάλι της Αττικής,
Σαν εκκλησιά στις γειτονιές των Ταταούλων,
ωσάν ανάχτορο σε πόλη της Μακεδονίας ερημική.

Μπολιβάρ! Είσουνα πραγματικότητα, και είσαι,
και τώρα, δεν είσαι όνειρο.
Όταν οι άγριοι κυνηγοί καρφώνουνε τους άγριους αετούς,
και τ’ άλλα άγρια πουλιά και ζώα,
Πάν’ απ’ τις ξύλινες τις πόρτες στ’ άγρια δάση,
Ξαναζής, και φωνάζεις, και δέρνεσαι,
Κι είσαι ο ίδιος εσύ το σφυρί, το καρφί, κι ο αητός.

Αν στα νησιά των κοραλλιών φυσούνε ανέμοι,
κι αναποδογυρίζουνε τα έρημα καΐκια,
Κι οι παπαγάλοι οργιάζουνε με τις φωνές σαν πέφτει
η μέρα, κι οι κήποι ειρηνεύουνε πνιγμένοι σ’ υγρασία,
Και στα ψηλά δεντρά κουρνιάζουν τα κοράκια,
Σκεφτήτε, κοντά στο κύμα, του καφφενείου τα σιδερένια τα τραπέζια,
Μέσ’ στη μαυρίλα πώς τα τρώει τ’ αγιάζι, και μακρυά
το φως π’ ανάβει, σβύνει, ξανανάβει, και γυρνάει πέρα δώθε,
Και ξημερώνει ― τι φριχτή αγωνία ― ύστερα από μια νύχτα
δίχως ύπνο,
Και το νερό δεν λέει τίποτε από τα μυστικά του.
Έτσ’ η ζωή.
Κι έρχετ’ ο ήλιος, και της προκυμαίας τα σπίτια, με
τις νησιώτικες καμάρες,
Βαμμένα ροζ, και πράσινα, μ’ άσπρα περβάζια
(η Νάξο, η Χίος),
Πώς ζουν! Πώς λάμπουνε σα διάφανες νεράιδες! Αυτός
ο Μπολιβάρ!
Μπολιβάρ! Κράζω τ’ όνομά σου ξαπλωμένος
στην κορφή του βουνού Έρε,
Την πιο ψηλή κορφή της νήσου Ύδρας.
Από δω η θέα εκτείνεται μαγευτική μέχρι των νήσων
του Σαρωνικού, τη Θήβα,
Μέχρι κει κάτω, πέρα απ’ τη Μονεβασιά, το τρανό
Μισίρι,
Αλλά και μέχρι του Παναμά, της Γκουατεμάλα, της
Νικαράγκουα, του Οντουράς, της Αϊτής,
του Σαν Ντομίγκο, της Βολιβίας,
της Κολομβίας, του Περού, της Βενεζουέλας,
της Χιλής, της Αργεντινής, της Βραζιλίας,
Ουρουγουάη, Παραγουάη, του Ισημερινού,
Ακόμη και του Μεξικού.
Μ’ ένα σκληρό λιθάρι χαράζω τ’ όνομά σου πάνω στην
πέτρα, νάρχουνται αργότερα οι ανθρώποι να προσκυνούν.
Τινάζονται σπίθες καθώς χαράζω ― έτσι είτανε, λεν, ο
Μπολιβάρ ― και παρακολουθώ
Το χέρι μου καθώς γράφει, λαμπρό μέσα στον ήλιο.

Είδες για πρώτη φορά το φως στο Καρακάς. Το φως το δικό σου,
Μπολιβάρ, γιατί ώς νάρθης η Νότια Αμερική
ολόκληρη είτανε βυθισμένη στα πικρά σκοτάδια.
Τ’ όνομά σου τώρα είναι δαυλός αναμμένος, που φωτίζει
την Αμερική, και τη Βόρεια και τη Νότια, και την οικουμένη!
Οι ποταμοί Αμαζόνιος και Ορινόκος πηγάζουν από τα μάτια σου.
Τα ψηλά βουνά έχουν τις ρίζες στο στέρνο σου,
Η οροσειρά των Άνδεων είναι η ραχοκοκκαλιά σου.
Στην κορφή της κεφαλής σου, παλληκαρά, τρέχουν
τ’ ανήμερα άτια και τ’ άγρια βόδια,
Ο πλούτος της Αργεντινής.
Πάνω στην κοιλιά σου εκτείνονται οι απέραντες φυτείες του καφφέ.

Σαν μιλάς, φοβεροί σεισμοί ρημάζουνε το παν,
Από τις επιβλητικές ερημιές της Παταγονίας
μέχρι τα πολύχρωμα νησιά,
Ηφαίστεια ξεπετιούνται στο Περού και ξερνάνε
στα ουράνια την οργή τους,
Σειούνται τα χώματα παντού και τρίζουν
τα εικονίσματα στην Καστοριά,
Τη σιωπηλή πόλη κοντά στη λίμνη.
Μπολιβάρ, είσαι ωραίος σαν Έλληνας….»

(Ν. Εγγονόπουλος, Ποιήματα, Ίκαρος)

 

 

-Fréderic Mistral, «Ο ελληνικός ύμνος»

(Μετάφραση: Κωστής Παλαμάς)

«Με την αυγή και η θάλασσα μενεξεδένια

λάμπει, και με το φως τα πάντα ξανανιώνουν.

Να η άνοιξη γυρίζει, να το χελιδόνι

στον Παρθενώνα ξαναχτίζει τη φωλιά του!

Πανίερη Αθηνά, τίναξε το πουλί σου

στ’ αμπέλια μας απάνω τα σαρακωμένα.

Κι αν πρέπει να πεθάνουμε για την Ελλάδα,

θεία είν’ η δάφνη! Μια φορά κανείς πεθαίνει.

 

Αγάλια αγάλια αποχρυσώνεται το κύμα,

να η άνοιξη γυρίζει, μεσ’ στα κορφοβούνια

του Προμηθέα τα σπλάχνα σκίζοντας ένα όρνιο

μεγάλο, ασάλευτο ξανοίγεται μακριάθε

για να διώξεις το μαύρο γύπα που σε τρώει,

αρμάτωσέ μας, νέε νησιώτη, το καράβι.

Κι αν πρέπει να πεθάνουμε για την Ελλάδα,

θεία είν’η δάφνη! Μια φορά κανείς πεθαίνει.

 

Τ’ ανάκρασμα τ΄ακούτε της αρχαίας Πυθείας;

«Νίκη στων ημιθέων τ’ αγγόνια!» Από τη ‘ Ιδη

ως της Νικαίας τ’ ακρογιάλια ξανανθίζουν

αιώνιες οι ελιές. Με τ’ άρματα στα χέρια

εμπρός! Τα ύψη των βουνών ας τ’ ανεβούμε,

τους Σαλαμίνικους αντίλαλους ξυπνώντας!

Αν πρέπει να πεθάνουμε για την Ελλάδα,

θεία είν΄η δάφνη! Μια φορά κανείς πεθαίνει.

 

Κ’ έλα, ετοιμάστε τα λευκά φορέματά σας,

αρραβωνιαστικές, για να στεφανωθήτε

στο γυρισμό τους ακριβούς σας μεσ’ στο λόγγο

γι’ αυτούς που σας γλυτώσανε κόφτε τη δάφνη.

Αγνάντια στη σκυφτή και ντροπιασμένη Ευρώπη,

ας πιούμε ξεχειλη τη δόξα παλληκάρια.

Κι αν πρέπει να πεθάνουμε για την Ελλάδα,

θεία είν’ η δάφνη! Μια φορά κανείς πεθαίνει.

 

Ό,τι έγινε μπορεί να ξαναγίνει, αδέρφια!

Στων πυρωμένων τούτων βράχων την λαμπάδα

με σάρκα θεία μπόρεσ’ ο άνθρωπος να νοιώση

το φωτερώτερο κι απ’ όλα τα όνειρά του.

Κι η χριστιανή ψυχή βωβή εκεί πέρα θα είναι;

Κ’ εμείς ενός κορμιού ξερόκλαδα εκεί πέρα;

Κι αν πρέπει να πεθάνουμε για την Ελλάδα,

θεία είν’ η δάφνη! Μια φορά κανείς πεθαίνει.

 

Το Μαραθώνιο πεζοδρόμο ακολουθώντας

κι αν πέσουμε, το χρέος μας έχουμε κάμει!

Και με το αίμα του προγόνου μας Λεωνίδα

το αίμα μας , θριαμβων αίμα, ταιριασμένο,

θα πορφυρώσει τον καρπό τον κοραλλένιο

και το σταφύλι το κρεμάμενο στο κλήμα.

Κι αν πρέπει να πεθάνουμε για την Ελλάδα,

θεία είναι η δάφνη! Μια φορά κανείς πεθαίνει.

 

Της ιστορίας μάς φέγγουν τρεις χιλιάδες χρόνια,

Ορθοί! Και πρόβαλε από τώρα το παλάτι

στον τόπο εκεί που λύθηκαν τα κακά μάγια,

κι ο φοίνικας ξαναγεννιέται από τη στάχτη.

Στις αμμουδιές της Μέκκας διώξε το ήλιε,

το μισοφέγγαρο μακριά απ΄τον ουρανό μας…

Αν πρέπει να πεθάνουμε για την Ελλάδα,

θεία είν΄η δάφνη! Μια φορά κανείς πεθαίνει.

(http://www.palmografos.com/permalink/16981.html)
(-Fréderic Mistral,βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας 1904)

 

 

-Βισουάβα Σιμπόρσκα, «ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΑΓΑΛΜΑ»

«Με τη βοήθεια των ανθρώπων και των άλλων στοιχείων
ο χρόνος δεν έκανε κακή δουλειά πάνω του.
Πρώτα απομάκρυνε τη μύτη, μετά τα γεννητικά όργανα,
στη συνέχεια, ένα προς ένα, τα δάχτυλα στα πόδια
και τα χέρια,
τον αριστερό μηρό, τον δεξιό,
τους ώμους, γοφούς, κεφάλι και γλουτούς,
και οτιδήποτε διασκορπίστηκε έχει από τότε
καταρρεύσει σε κομμάτια
σε μπάζα, χαλίκι και άμμο.

Όταν κάποιος ζωντανός πεθαίνει μ’ αυτό
τον τρόπο
το αίμα ρέει σε κάθε χτύπημα.

Όμως τα μαρμάρινα αγάλματα
πεθαίνουν λευκά
και όχι πάντοτε εντελώς.

Από το άγαλμα που συζητάμε μόνο
ο κορμός χρονοτριβεί
και μοιάζει με μιαν ανάσα συγκρατημένη
με μεγάλη προσπάθεια,
αφού τώρα πρέπει
να προσελκύσει στον εαυτό του
ακέραιη την χάρη και την βαρύτητα
απ’ αυτό που χάθηκε.

Και τα προσελκύει.

Και τα προσελκύει,
για την ώρα το κατορθώνει,
το κατορθώνει και καταυγάζει
καταυγάζει και διαρκεί.

Εδώ ο χρόνος δικαιούται κάποιο χειροκρότημα
αφού σταμάτησε το έργο του νωρίς
και άφησε ένα μέρος του γι’ αργότερα.»

(https://tapoiitika.wordpress.com/)

 

 

-Γ. Δροσίνης, «Χῶμα ἑλληνικό»

«Τώρα ποὺ θὰ φύγω καὶ θὰ πάω στὰ ξένα
καὶ θὰ ζοῦμε μῆνες, χρόνους χωρισμένοι,
ἄφησε νὰ πάρω κάτι κι ἀπὸ σένα,
γαλανὴ πατρίδα πολυαγαπημένη,
ἄφησε μαζί μου φυλαχτὸ νὰ πάρω
γιὰ τὴν κάθε λύπη κάθε τι κακό,
φυλαχτὸ ἀπὸ ἀρρώστια, φυλαχτὸ ἀπὸ Χάρο,
μόνο λίγο χῶμα, χῶμα ἑλληνικό.

Χῶμα δροσισμένο μὲ νυχτιᾶς ἀγέρι,
χῶμα βαφτισμένο μὲ βροχὴ τοῦ Μάη,
χῶμα μυρισμένο ἀπ᾿ τὸ καλοκαίρι,
χῶμα εὐλογημένο, χῶμα ποὺ γεννάει
μόνο μὲ τῆς Πούλιας τὴν οὐράνια χάρη,
μόνο μὲ τοῦ ἥλιου τὰ θερμὰ φιλιά,
τὸ μοσχάτο κλῆμα τὸ ξανθὸ σιτάρι,
τὴ χλωρὴ τὴ δάφνη, τὴν πικρὴν ἐλιά.

Χῶμα τιμημένο, ποὔχουν ἀνασκάψει
γιὰ νὰ θεμελιώσουν ἕναν Παρθενώνα,
χῶμα δοξασμένο, ποὔχουν ροδοβάψει
αἵματα στὸ Σούλι καὶ στὸ Μαραθώνα,
χῶμα πὄχει θάψει λείψαν᾿ ἁγιασμένα
ἀπ᾿ τὸ Μεσολόγγι κι ἀπὸ τὰ Ψαρὰ
χῶμα ποὺ θὰ φέρνει στὸν μικρὸν ἐμένα
θάρρος, περηφάνια, δόξα καὶ χαρά.

Θὲ νὰ σὲ κρεμάσω φυλαχτὸ στὰ στήθια,
κι ὅταν ἡ καρδιά μου φυλαχτὸ σὲ βάλει
ἀπὸ σὲ θὰ παίρνει δύναμη βοήθεια,
μὴν τὴν ξεπλανέψουν ἄλλα, ξένα κάλλη.
Ἡ δική σου ἡ χάρη θὰ μὲ δυναμώνει,
κι ὅπου κι ἂν γυρίσω, κι ὅπου κι ἂν σταθῶ
σὺ θὲ νὰ μοῦ δίνεις μιὰ λαχτάρα μόνη,
πότε στὴν Ἑλλάδα πίσω θὲ νὰ ῾ρθῶ.

Κι ἂν τὸ ριζικό μου -ἔρημο καὶ μαῦρο-
μοὔγραψε νὰ φύγω καὶ νὰ μὴ γυρίσω,
τὸ στερνὸ συχώριο εἰς ἐσένα θἄβρω,
τὸ στερνὸ φιλί μου θὲ νὰ σοῦ χαρίσω.
Ἔτσι κι ἂν σὲ ξένα χώματα πεθάνω,
καὶ τὸ ξένο μνῆμα θἆναι πιὸ γλυκὸ
σὰ θαφτεῖς μαζί μου στὴν καρδιά μου ἐπάνω,
χῶμα ἀγαπημένο, χῶμα ἑλληνικό.»

(http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/gewrgios_drosinhs)

 

Advertisements

Single Post Navigation

12 thoughts on “Πες το με ποίηση (173ο): «Έλληνας – ελληνικός»…

  1. Friedrich Schiller . Στο ποίημα αυτό σαρκάζει το φθόνο των Ευρωπαίων απέναντι στους Έλληνες

    ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΕ ΕΛΛΗΝΑ

    Όπου και να γυρίσω τη σκέψη μου,
    Όπου και να στέψω την ψυχή μου

    Μπροστά μου σε βρίσκω….

    Τέχνη λαχταρώ, ποίηση, θέατρο,
    Αρχιτεκτονική, εσύ μπροστά μου.
    Μπροστάρης και αξεπέραστος.

    Επιστήμη ζητώ, Μαθηματικά,
    Φιλοσοφία, Ιατρική, εσύ μπροστάρης
    και αξεπέραστος.

    Για δημοκρατία διψώ,
    ισονομία και ισοπολιτεία,
    εσύ μπροστάρης και αξεπέραστος.

    Αθλητισμό γυρεύω, το γιατρικό
    Του κορμιού μου, εσύ μπροστάρης και
    αξεπέραστος.

    Καταραμένε Έλληνα,
    καταραμένη γνώση, γιατί να σε
    αγγίξω;

    Γιατί να καταλάβω πόσο μικρός είμαι;
    Ασήμαντος και μηδενικό,
    Γιατί δεν με αφήνετε στη δυστυχία μου;

    • @tsigros gregory :

      Το ποίημα «Καταραμένε Έλληνα» κυκλοφορεί στο διαδίκτυο και αποδίδεται στον Γερμανό ποιητή και συγγραφέα Φρίντριχ Σίλλερ. Όμως, ΔΕΝ ανευρίσκεται σε καμιά συλλογή, ούτε σε κανένα ποίημα (ως απόσπασμα) του κορυφαίου Γερμανού ποιητή.

  2. Eyxaristw poly, Gregory, καλή εβδομάδα!!!!

    -«Ξέρουμε με πόση μανιακή επιμονή το αισθανότανε το Έθνος ο Καβάφης. “Δεν είμαι Ελλην, είμαι Ελληνικός”, συνήθιζε να λέει», έγραφε το 1946 ο Γιώργος Σεφέρης…Το μεγάλο ιστορικό γεγονός που ενέπνευσε τον Καβάφη είναι ο ελληνισμός με την ευρεία έννοια κι όχι ο εθνοκεντρισμός. Κανείς δεν ήταν καταλληλότερος από αυτόν για να αναλάβει αυτό το έργο…Το ότι ο Καβάφης δεν μπορεί να θεωρηθεί πατριωτικός ποιητής, ίσως λυπήσει μερικούς, ίσως τους ενοχλεί που δεν βρίσκουν στην ποίησή του ποιο είναι “το χρέος προς την πατρίδα, κι άλλα ηχηρά παρόμοια”».
    (Π. Μπουκάλας, Καθημερινή)

  3. 1. Εν μεγάλη Eλληνική αποικία, 200 π.X.

    Ότι τα πράγματα δεν βαίνουν κατ’ ευχήν στην Aποικία
    δεν μέν’ η ελαχίστη αμφιβολία,
    και μ’ όλο που οπωσούν τραβούμ’ εμπρός,
    ίσως, καθώς νομίζουν ουκ ολίγοι, να έφθασε ο καιρός
    να φέρουμε Πολιτικό Aναμορφωτή.

    Όμως το πρόσκομμα κ’ η δυσκολία
    είναι που κάμνουνε μια ιστορία
    μεγάλη κάθε πράγμα οι Aναμορφωταί
    αυτοί. (Ευτύχημα θα ήταν αν ποτέ
    δεν τους χρειάζονταν κανείς.) Για κάθε τι,
    για το παραμικρό ρωτούνε κ’ εξετάζουν,
    κ’ ευθύς στον νου τους ριζικές μεταρρυθμίσεις βάζουν,
    με την απαίτησι να εκτελεσθούν άνευ αναβολής.

    Έχουνε και μια κλίσι στες θυσίες.
    Παραιτηθείτε από την κτήσιν σας εκείνη·
    η κατοχή σας είν’ επισφαλής:
    η τέτοιες κτήσεις ακριβώς βλάπτουν τες Aποικίες.
    Παραιτηθείτε από την πρόσοδον αυτή,
    κι από την άλληνα την συναφή,
    κι από την τρίτη τούτην: ως συνέπεια φυσική·
    είναι μεν ουσιώδεις, αλλά τί να γίνει;
    σας δημιουργούν μια επιβλαβή ευθύνη.

    Κι όσο στον έλεγχό τους προχωρούνε,
    βρίσκουν και βρίσκουν περιττά, και να παυθούν ζητούνε·
    πράγματα που όμως δύσκολα τα καταργεί κανείς.

    Κι όταν, με το καλό, τελειώσουνε την εργασία,
    κι ορίσαντες και περικόψαντες το παν λεπτομερώς,
    απέλθουν, παίρνοντας και την δικαία μισθοδοσία,
    να δούμε τι απομένει πια, μετά
    τόση δεινότητα χειρουργική.—

    Ίσως δεν έφθασεν ακόμη ο καιρός.
    Να μη βιαζόμεθα· είν’ επικίνδυνον πράγμα η βία.
    Τα πρόωρα μέτρα φέρνουν μεταμέλεια.
    Έχει άτοπα πολλά, βεβαίως και δυστυχώς, η Aποικία.
    Όμως υπάρχει τι το ανθρώπινον χωρίς ατέλεια;
    Και τέλος πάντων, να, τραβούμ’ εμπρός.

    Κ.Π.ΚΑΒΑΦΗΣ, Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984

    ***

    2. ΤΗΝ ΓΛΩΣΣΑ ΜΟΥ ΕΔΩΣΑΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ

    Την γλώσσα μου έδωσαν ελληνική
    το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Ομήρου.

    Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου στις αμμουδιές του Ομήρου.

    Εκεί σπάροι και πέρκες
    ανεμόδαρτα ρήματα
    ρεύματα πράσινα μες τα γαλάζια
    όσα είδα στα σπλάχνα μου ν’ ανάβουνε
    σφουγγάρια, μέδουσες
    με τα πρώτα λόγια των Σειρήνων
    όστρακα ρόδινα με τα πρώτα μαύρα ρίγη.

    Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου με τα πρώτα μαύρα ρίγη.
    Εκεί ρόδια, κυδώνια
    θεοί μελαχρινοί, θείοι κι εξάδελφοι
    το λάδι αδειάζοντας μες στα πελώρια κιούπια
    και πνοές από τη ρεματιά ευωδιάζοντας
    λυγαριά και σχίνο
    σπάρτο και πιπερόριζα
    με τα πρώτα πιπίσματα των σπίνων,
    ψαλμωδίες γλυκές με τα πρώτα-πρώτα Δόξα Σοι.

    Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου με τα πρώτα -πρώτα Δόξα Σοι!
    Εκεί δάφνες και βάγια
    θυμιατό και λιβάνισμα
    τις πάλες ευλογώντας και τα καρυοφύλλια.

    Στο χώμα το στρωμένο με τ’ αμπελομάντιλα
    κνίσες, τσουγκρίσματα
    και Χριστός Ανέστη
    με τα πρώτα σμπάρα των Ελλήνων.
    Αγάπες μυστικές με τα πρώτα λόγια του Ύμνου.

    Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα λόγια του Ύμνου.

    ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

    ***

    3. Έλληνες

    Θα προτιμούσα νάχω ζήσει στον καιρό της Τροίας.
    Μπορεί νάκανα τότε κάτι περισσότερο
    παρά αυτή η αναδουλειά κι αυτή η αβεβαιότητα
    κι αυτός ο φόβος κάθε μέρα, αυτές οι περιπέτειες
    στο τελευταίο ήμισυ του εικοστού αιώνα.

    Μπορεί με μια άρπα τότε, περιτρέχοντας
    απάνω – κάτω το στρατόπεδο, να τραγουδούσα
    άσματα ηρωικά, εμψυχώνοντας τους Έλληνες,
    μπορεί και να συμβούλευα τον Αχιλλέα
    κι ο πόλεμος να τέλειωνε πιο γρήγορα και μάλιστα
    με πιο πολλή γενναιοφροσύνη κι αξιοπρέπεια,
    χωρίς τους δούρειους ίππους, τις απάτες
    που εκθέτουν τους γενναίους και προ παντός χωρίς
    εκείνη τη φωτιά κ’ εκείνο το μαχαίρι
    που ξεκληρίσανε το Ίλιον. Τότε μπορεί
    να μη σκοτώνονταν κι ο Έκτορας κι άλλοι πολλοί,
    ωραίοι όσο και οι Έλληνες.

    ………..Μπορεί
    μετά να μ’ έπαιρνε και μένα ο Οδυσσέας,
    έναν ακόμη ανάμεσα στους άλλους του συντρόφους,
    για δέκα ή περισσότερα χρόνια -τι θα με πείραζε;
    δική μου Ιθάκη εγώ δεν είχα- κ’ ίσως κ’ οι θεοί
    τότε να μη θυμώνανε, αλλά να μας βοηθούσαν
    κρατώντας πρίμο τον καιρό για το καράβι μας.

    Θα προτιμούσα νάχω ζήσει στον καιρό της Τροίας,
    παρά τώρα που φεύγοντας απ’ την πατρίδα
    (χωρίς να πέσει η Τροία, με τις σημαίες μας
    ράκη σχεδόν, με την Ελένη
    παρατημένη πίσω μας) περιπλανιέμαι
    τριάντα χρόνια εδώ κ’ εκεί στις χώρες των συντρόφων,
    χωρίς Ιθάκη, χωρίς πίστη, χωρίς σύντροφο.

    Νικηφόρος Βρεττάκος -Διαμαρτυρία (1974)

    ***

    4. Ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα

    Ὅταν κάποτε φύγω ἀπὸ τοῦτο τὸ φῶς
    θὰ ἑλιχθῶ πρὸς τὰ πάνω ὅπως ἕνα
    ρυακάκι ποὺ μουρμουρίζει.
    Κι ἂν τυχὸν κάπου ἀνάμεσα
    στοὺς γαλάζιους διαδρόμους
    συναντήσω ἀγγέλους, θὰ τοὺς
    μιλήσω ἑλληνικά, ἐπειδὴ
    δὲν ξέρουνε γλῶσσες. Μιλᾶνε
    μεταξύ τους μὲ μουσική.

    ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

    ***

    5. Έλλην, όχι γραικός

    Φαίνεται πως ο πατέρας του τον αδίκησε
    ή η μάνα του τον τιμώρησε γιατί ήρπασε του μικρού αδελφού του
    τα αθύρματα

    Φαίνεται πως απεβλήθη επί τετραήμερον απ’ το σχολείο του κι ότι
    μεταξύ των άλλων ανεκρίθη και κάπως απότομα για κά-
    ποια μικροκλοπή εις είδος που έγινε στο Σούπερ Μάρκετ
    της συνοικίας
    κι αυτός εν τη παιδική του αφελεία (έτσι σκέφτηκε ο Καμπανίτης)
    διψών βαρείαν κατά πάντων εκδίκησιν
    πολέμους ονειρεύεται και αίματα.

    Και τώρα
    συνάγει τας οφρύς και επαίρει αγερώχως το μέτωπον και μόλις
    αξιοί να μας ακούσει
    – όχι γραικός, λέγει, έλλην
    και του έλληνος η κεφαλή δεν κύπτει, πίπτει.

    Κολοκύθια με τη ρίγανη. Κύψον τον αυχένα παιδάριον
    σύνελθε, κατάβα εκ του ύψους όπου σε πλανά η φαντασία
    την ξέρουμε δα και σένα την ιστορία σου στα γήπεδα
    (κι έξω απ’ τα γήπεδα)
    σε ξέρουν κι όλα τα ύποπτα φυλλώματα.

    Κι εσύ μη μου περνάς για καρδιογνώστης Γοδεφρείδε
    πως τάχα ανακάλυψες όαση στην έρημο της ξερής Ανατολής
    πως βρήκες επιτέλους μια θελκτική εξαίρεση στη φαύλη των γραι-
    κών φυλή.

    ουδέ ιώτα δεν αναιρώ της γνώμης μου
    Οπωσούν ωραίος κι υπερήφανος
    Γραικός πανούργος
    μα στο κάτω κάτω όχι κι Αχιλλέας ολοσώματος.

    Μάριος Μαρκίδης

    Ο Έλληνας – Χάρις Αλεξίου

    6. Νεοελληνική ιστορία

    Είκοσι χρόνια δούλεψα καπνά∙ είκοσι χρόνια
    φυντάνια, βοτανίσματα, ποτίσματα,
    όργωμα, ξαναόργωμα και σβάρνισμα
    και φύτεμα και σκάλισμα και πότισμα και μάζεμα κι
    αρμάθιασμα και διάλεγμα και λιάσιμο και κόψιμο
    και τέλος
    δεμάτιασμα
    για να ‘ρθει ο έμπορας και να βαθμολογήσει
    66 τοις εκατό στο κράτος
    27 τοις εκατό στην τσέπη του
    κι 7 τοις εκατό σ’ εμάς
    και μες σ’ αυτά τα εφτά τοις εκατό,
    να ‘ναι λιπάσματα, ποτίσματα, οργωτικά, εργατικά
    δικός μας μόχτος, χρέη, κ’ η ζωή
    που θέλει τη ζωή και τίποτε
    δεν την παρηγορεί έξω απ’ αυτή.

    Αν είναι που οι μισοί ξενιτευτήκαμε
    αν είναι που δεν έχουμε μια σιγουριά
    και δεν χορταίνουμε ξεκούραση και ύπνο και φαΐ
    δεν είναι που δεν εργαστήκαμε
    δεν είναι που δεν κάναμε οικονομίες
    δεν είναι που δεν ήμασταν οι τυχεροί∙
    είναι που μας ληστεύανε και μας ληστεύουν:

    Όχι οι Πέρσες μήτε οι Ενετοί
    μήτε οι Τούρκοι μήτε οι Γερμανοί
    μα οι δικοί μας
    γενίτσαροι του πλούτου και της μόρφωσης
    πολιτικοί κι ακαδημαϊκοί
    και Εκκλησία και βιομήχανοι.
    Είναι που μας ληστεύανε
    και μας ληστεύουν.

    1976 Γιάννης Υφαντής, Ποιήματα Κεντήματα στο Δέρμα του Διαβόλου (1988)

    ***

    7. Έλληνες

    Σαν Έλληνες που ξέμειναν
    σε άλλης γης πατρίδα.

    Χάθηκε αυτή στα βάθη της Ασίας
    σε παραλίες φιλοσόφων βούλιαξε
    και στα νησιά των ποιητών έγινε κύμα
    και αεράκι ήμαρ νοσταλγίας.

    Πατρίδα είναι ό,τι νοσταλγείς.

    Πέρα απ’ του Πύρρου την χαμένη ηδονή
    της Πίνδου τ’ αποκούμπι
    Πίσω απ’ του Αίμου τις κορφές
    στην Θράκη του Ορφέα η Ευρυδίκη
    μαύρο μαντίλι να φορεί
    ρούχο μακρύ του πένθους

    Γιατί πενθεί την μουσική.

    Και ψάχνει ψάχνει στα τρανζίστορ στα FM
    κι ύστερα πάλι αίματα μεσαία και
    στα βραχέα αίματα τα σκοτεινά και συμπαγή
    τα μέλη της το μέλος ψάχνει
    λόγο πλάγιο να πει
    την μελωδία που άστραψε
    και σαν ζωή τής φάνηκε.

    Και σαν ζωή τούς φάνηκε
    πως νοσταλγούν αυτήν την άλλη την ζωή.
    Πίσω από μάρμαρα ερείπια κρυφτήκαν
    στον Παρθενώνα γύρισαν Εκοίταξαν
    με τις Καρυάτιδες μαζί περπάτησαν
    τον βράχο άκρη άκρη στην πόλη του Ζαλόγγου.
    Μέσα σε κοίλα θέατρα παράστησαν.

    Όχι. Αυτοί δεν ξέρουν δεν νοούν
    Δεν ξέρουν ούτε νοσταλγούν

    και τα τρανζίστορ παίζουν άλλες μουσικές.

    Μαρία Κυρτζάκη, Μαύρη Θάλασσα (2000)

    ***

    8. έλα
    μην κάνεις έτσι
    είμαστε Έλληνες
    συ είσαι
    ―τι θαύμα!―
    μια κόρη
    Ελληνίς
    […]
    για να ξέρεις:
    σ’ έχω κάνει αθάνατη

    NIKOΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ, «Η νέα Λάουρα», 32-38, 56-57. Ελευσις, 1948. Ποιήματα, Β΄. Ίκαρος, 1977. 138-139

    Εμείς οι Έλληνες, Μαρίζα Κωχ

    9.
    [ΙΙ]
    Εμείς οι Έλληνες
    Που σε χαρούμενα νησιά έχουμε τόπο
    Σε άμοιρη στεγνή γη
    Που την υγραίνει ευλάβεια στον αιώνα
    Η πλούσια ανάμνηση
    Ο άφθονος ήλιος

    Εμείς ίσαμε τώρα δουλοπάροικοι
    Ξένων ξεμωραμένων εξουσιών
    Που γέρασαν σαν δέντρα
    Μελαγχολικά αγνάντια στον τάφο

    Και με παράξενο με αλλόφρονα εγωισμό
    Ακόμα μας κρατάν στην αγκαλιά τους
    Πουλιά που κρυώνουμε
    Και δεν νοιαζόμαστε να στήσουμε
    Σε πιο πράσινο χώρο
    Τη φωλιά μας

    Εμείς πότε θα διαβάσουμε
    Στην τύχη μας μια ώρα που δεν σβήνει
    Στα χέρια μας στα νιάτα μας
    Μια φούχτα δύναμη και θάρρος
    Που τηνε χρειάζεται και χαιρετάει
    Ο ζωντανός κόσμος

    Η Δύση πού θα βρει καινούργιο δρόμο
    Για τις ανθρώπινες ψυχές;

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ

    ***

    10. Οι Έλληνες

    Μάγειροι και χαροκόποι
    Βλάμηδες και ζητιάνοι
    Δίνουν-παίρνουν όρκο
    Τρώγονται
    Ζεσταίνονται σε ίδια φωτιά
    Στρώνονται στα χαστούκια
    Γκρινιάζουν και ανασταίνονται
    Παίζουν τη μέθη τους
    Μέρα και νύχτα
    Αλλά ξυπνάν με κέφι
    Στον όρθρο.

    Γιώργος Σαραντάρης

    ***

    11. «Πορτρέτο Νεοέλληνος»

    Στη θέση της καρδιάς είχε μια τρύπα
    και για πιστεύω του το είπα – ξείπα.

    Θωμάς Γκόρπας

    ***

    12. «Για γέλια και για κλάματα»

    Το παν σ’ αυτό τον τόπο είναι να λησμονάς
    να βρίσκεις και τον τρόπο να μασάς.
    Μπριζόλες «γκόμενες» και γιωταχί
    ιδού οι Έλληνες σκατοαστοί.

    Θωμάς Γκόρπας

    ***

    13. ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΛΑΟ ΛΟΓΟΣ ΠΡΟΤΡΕΠΤΙΚΟΣ

    Γενιές και γενιές τώρα πια
    της Ακρόπολης τα τζιτζίκια
    έχουν διδάξει στους Αθηναίους
    την τέχνη του ζην χωρίς φιλοδοξίες.

    Δύο αυτοκρατορίες κατάκτησαν αυτή τη γη,
    πλην όμως και οι δύο τους νικήθηκαν από τη χάρη της,
    από τη γαλήνη του αίθριου ουρανού της
    και από των ακτογραμμών της το εύγλωττο γαλάζιο.

    Και τώρα πάλι
    το ταμάχι κάτι εμπόρων
    ζητάει να σκλαβώσει όλη την Ελλάδα,
    να υποθηκεύσει τις προαιώνιες πέτρες της,
    τους αμφορείς της και τ’ αγάλματά της.

    Ανάγκη και πάλι οι παίδες των Ελλήνων
    ν’ αγωνιστούνε για τη Σαλαμίνα.

    FERNANDO DE VILLENA, Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

    ***

    14. Η ΕΛΛΗΝΙΔΑ

    Είδαμε μια γυναίκα μελαχρινή να χτίζει τον γκρεμό.
    Δεν της πήρε παραπάνω από ένα δευτερόλεπτο,
    όπως την εκάρφωνε το κοντάρι του ήλιου. Σαν
    τα πληγωμένα βλέφαρα του θεού, το παιδί που επίτηδες βγήκε
    από την ατελείωτη δική μας παραλία. Η ελληνίδα, η ελληνίδα,
    έλεγαν και ξανάλεγαν οι πουτάνες της Μεσογείου, η αύρα
    η ηγεμονική: αυτή που αυτοδιευθύνεται σαν άλλη φάλαγγα
    μαρμάρινων αγαλμάτων, λεκιασμένη με αίμα και βούληση,
    σαν σχέδιο διαβολικό και χαμογελαστό, κρατημένο από τον ουρανό
    και από τα μάτια σου. Αποστάτισσα των πόλεων και της Πολιτείας,
    όταν πιστέψω πως όλα έχουν πια χαθεί, θα εμπιστευθώ τα μάτια σου.

    Όταν η παραμυθητική μας ήττα θα μάς πείσει για το άχρηστο
    που σημαίνει συνεχίζω παλεύοντας, εγώ τα μάτια σου μόνο
       θα εμπιστεύομαι.

    ROBERTO BOLAÑO (1953-2003) Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

    ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΗΛΙΩΚΑΣ – Greko Maskara

    15. Επιτύμβιον Aντιόχου, βασιλέως Kομμαγηνής
    (απόσπασμα)

    «Του Aντιόχου του ευεργέτου βασιλέως
    να υμνηθεί επαξίως, ω Κομμαγηνοί, το κλέος.
    Ήταν της χώρας κυβερνήτης προνοητικός.
    Υπήρξε δίκαιος, σοφός, γενναίος.
    Υπήρξεν έτι το άριστον εκείνο, Ελληνικός—
    ιδιότητα δεν έχ’ η ανθρωπότης τιμιοτέραν·
    εις τους θεούς ευρίσκονται τα πέραν.»

    Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ, Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984

  4. Ciao Aggeliki!!!… Perfetto!!!

    -John Keats, «Ωδή σε μια ελληνική υδρία»

    «Παρθένα εσύ, αμόλευτη, ω νύφη της γαλήνης
    Βυζασταρούδι της σιγής και του αργοπόδη χρόνου
    Της Ιστορίας Σύλβανε, που ξέρεις να ξομπλιάζεις,
    Λεζάντα πιότερο γλυκιά κι απ’ του ποιητή τη ρίμα.
    Ποιο παραμύθι τάχατες, γύρω απ’ το κορμί σου,
    Πλέκουνε φύλλα κροσσωτά, παντοτινά ν’ ανθίζει
    Για τους θεούς ή τους θνητούς ή και τους δυο αντάμα
    Στης Αρκαδίας τις λαγκαδιές, στα δασωμένα Τέμπη;
    Τι λογής άνθρωποι ή θεοί και νέες που αποστρέφουν
    Το πρόσωπο και τι τρελό κυνηγητό, τι πάλη
    Και τι φλογέρες, τύμπανα και ψυχής έκσταση άγρια;»

    (Ανθολογία Άγγλων ποιητών εμπνευσμένων από την Ελλάδα,
    εκδ. Σύλλογος προς διάδωσιν ωφέλιμων βιβλίων)

    -Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ, «Ηρώδης Aττικός»

    A του Ηρώδη του Aττικού τι δόξα είν’ αυτή.

    Ο Aλέξανδρος της Σελευκείας, απ’ τους καλούς μας σοφιστάς,
    φθάνοντας στας Aθήνας να ομιλήσει,
    βρίσκει την πόλιν άδεια, επειδή ο Ηρώδης
    ήταν στην εξοχή. Κ’ η νεολαία
    όλη τον ακολούθησεν εκεί να τον ακούει.
    Ο σοφιστής Aλέξανδρος λοιπόν
    γράφει προς τον Ηρώδη επιστολή,
    και τον παρακαλεί τους Έλληνας να στείλει.
    Ο δε λεπτός Ηρώδης απαντά ευθύς,
    «Έρχομαι με τους Έλληνας μαζύ κ’ εγώ.»—

    Πόσα παιδιά στην Aλεξάνδρεια τώρα,
    στην Aντιόχεια, ή στην Βηρυτό
    (οι ρήτορές του οι αυριανοί που ετοιμάζει ο ελληνισμός),
    όταν μαζεύονται στα εκλεκτά τραπέζια
    που πότε η ομιλία είναι για τα ωραία σοφιστικά,
    και πότε για τα ερωτικά των τα εξαίσια,
    έξαφν’ αφηρημένα σιωπούν.
    Άγγιχτα τα ποτήρια αφίνουνε κοντά των,
    και συλλογίζονται την τύχη του Ηρώδη—
    ποιος άλλος σοφιστής τ’ αξιώθηκεν αυτά;—
    κατά πού θέλει και κατά πού κάμνει
    οι Έλληνες (οι Έλληνες!) να τον ακολουθούν,
    μήτε να κρίνουν ή να συζητούν,
    μήτε να εκλέγουν πια, ν’ ακολουθούνε μόνο.
    (Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

    -Οδυσσέας Ελύτης, «Το ελληνικό καλοκαίρι κατά τον Ε. Teriade»

    “Στάλα στάλα συνάζει μέσα της η καρυδιά τη σκοτεινή δροσιά. Το κυπαρίσσι ερημώνει γύρω του τα πάντα κι απομένει δασύ, κυρίαρχο. Ίδια και ο πλάτανος. Προστάτες φασματικοί των κάμπων της Αργολίδας και της Αρκαδίας.
    Η συκιά σταυρώνει τα χλωμά της μέλη, τεντώνεται μες στο πετσί της το γυαλιστερό και χνουδάτο, τέλος, κάποτε, στρογγυλοκάθεται μέσα στην ίδια της την ευωδιά.
    Οι ροδιές ανάβουνε σαν κοκόρια. Η ελιά, δίχως να το πολυσκεφτεί, δίνεται στον ήλιο, στον άνεμο, σ’ όλα τα στοιχεία που ρημάζουνε το κορμί της.
    Οι ροδοδάφνες, που μοσκοβολούνε πικραμύγδαλο, σαλεύουνε, όμοια νερό, βαθιά στις κοίτες των ξεροπόταμων.
    Σιγά σιγά, μες στο κατακαλόκαιρο, το φως αφανίζει την Ελλάδα. Χωνεύει τα νησιά, εξουδετερώνει τις θάλασσες, αχρηστεύει τους ουρανούς. Μήτε που βλέπεις πια βουνά, μήτε δέντρα, μήτε πολιτείες, μήτε χώμα και νερό. Άφαντα όλα.
    Πιωμένος φως – μονάχα μια σκιά μαύρη – ο άνθρωπος. Μια σκιά που μεγαλώνει, δυσανάλογα προστατευμένη από την ίδια του τη θυσία.
    Η αντίσταση σ’ ένα τέτοιο φως: να ποιο είναι το βαθύτερο νόημα της ελληνικής αρχιτεκτονικής.
    Μέσα στη διαφάνεια, ποιο διάφανος ακόμη, πιο λευκός, ο Παρθενώνας δικαιώνει μυστηριακά την ύπαρξή του την ώρα που το μεσημέρι το αττικό φτάνει στη μεγαλύτερή του ένταση κι όπου μονάχα νεράιδες τριγυρνάν μες στο θαμπωτικό διάστημα.
    Η Ελλάδα στους χάρτες ανύπαρχτη.
    Λες και βρήκε ο κόσμος το μακαρισμένο τέλος του σ’ αυτή την απόλυτη ισότητα.
    Κι όμως, το ίδιο αυτό φως, το αστραφταβόλο, το καταιγιστικό, που αναιρεί την Ελλάδα μες στα μεσημέρια, την αποκαθιστά πάλι το ηλιοβασίλεμα κάτω από τα φαντασμαγορικά πυροτεχνήματα του δειλινού και αργότερα κάτω από την τρυφερή παρουσία της Σελήνης.
    Τότε ξαναβρίσκει τον εαυτό της η Ελλάδα. Ξαναγίνεται αυτό που πραγματικά είναι. Ξαναπαίρνει στους χάρτες τη θέση που της αξίζει. Θέλω να πω τη θέση των ονείρων.”
    (Ο. Ελύτης, Εν λευκώ, Ίκαρος)

  5. Αποχαιρετισμός στον ελληνικό ήλιο

    Της πατρίδας μου ήλιε, καθαρέ,
    σαν ψυχή αγγέλου που σκέπτεται,
    πλούτε ακαταμέτρητα που θαυματουργείς
    χρώματα πάνω στις πέτρες μας,
    ψωμί και γάλα ενός φτωχού παιδιού
    που χρύσωσε τα χείλη του με τ’ όνομα σου
    γράφοντας στίχους να τιμήσει ετούτον τον ωραίο
    κόσμο’ που γινόσουν ουσία και πράγματα της ζωής
    φρούτα ή άνθη της μυρτιάς και σε χάιδευα,
    που δίπλωνα με σε τις λύπες μου όπως μ’ έναν
    μαντύα χρυσό που κουμπώνει στο στήθος
    κ’ ήμουν ο πιο καλοντυμένος πρίγκηπας-
    ήλιε μου, σε αποχαιρετώ σήμερα’ εγκαταλείπω
    τις προστατευτικές ετούτες πλάτες των βουνών
    που είναι γυμνά σαν τη μοίρα μου και τα βάσανα μου,
    σαν τη μοίρα και τα βάσανα ενός όμηρου λαού
    που μες στο σπαραγμό του, αβοήθητος,
    νέος κι ωραίος, συστρέφεται
    λαβωμένος ο Άδωνις.

    Παρά να ζω κάτω από το βλέμμα των εκπορνευτών
    της Παναγίας της Αθηνάς και της Δίκης,
    προτίμησα παίρνοντας ένα ραβδί
    κ’ ένα σάκο ν’ αφήσω τον υπόδουλο κλήρο μου.

    Πιο γλυκιά θάναι η έρημος και η εξορία’ η άμμος
    μαλακό χόρτο θάναι κάτω απ’ τα πόδια μου,
    αρκεί να σώσω την ψυχή μου, ήλιε μου, και το λόγο μου.

    Εσύ όμως ο πιστός που ποτέ δε θα φύγεις,
    αλλά το ίδιο διαυγής θα γυρίζεις απάνω
    απ’ αυτό το προαιώνιο λίκνο της πέτρας, επίβλεψε
    τα παιδιά που στα μάτια τους κατοπτρίζεται η μοίρα
    των Ψαρών και του Δίστομου’ επίβλεψε
    τον λαό Δωρητή
    που έχει στραγγίξει την καρδιά του μέσα στο παγκόσμιο
    θυσιαστήριο – κάτωχρον ανάμεσα στους ληστές.

    Εσύ μακροχρόνιος, κραταιός και ανεξάρτητος
    γυρνάς πάνω απ’ όλα, αλλά εγώ δεν μπορώ
    στα προσβλημένα ιερά να κάθομαι ανάμεσα
    με σκυμμένο το μέτωπο’ δεν αντέχω να βλέπω
    την αρετή γυμνή, με το ρούχο της
    κουρελιασμένο να κρέμεται
    απ’ τα δόντια του τσακαλιού,
    λεκέδες το φως σου να γιομίζει απ’ το ψεύδος.

    Εμπειρογνώμονες με ψυχή από νάιλον,
    πραιτωριανοί σπουδαγμένοι στο Άουσβιτς
    πυροβολούν την αλήθεια
    τραυματίζουν τον Παρθενώνα
    και τους «τήδε κειμένους», δεν επιτρέπουν
    να υπάρχουν ποιητές στο χώρο της Δάφνης,
    σβήνουν τα γράμματα του αλφαβήτου.

    Τα δάκρυα μου γέμισαν όλες τις κοίτες.
    Τα κόκαλα μου θα γίνουν αιώνια ποτάμια
    Αναζητώντας να βρουν μια συνείδηση που ν’ ακούει.

    Αφήνοντας τώρα τούτα τα πνεύματα
    -τους ξερόβραχους της πατρίδας μου-
    και την κορφή του Ταΰγετου
    που με δίδαξε το ύψος,
    ήλιε μου,
    φεύγω
    χωρίς μοίρα και χωρίς πατρίδα, ελπίζοντας
    στους απογόνους αυτών που σημείωσαν
    στη διαθήκη τους την Ελλάδα,
    γιατί είμαι μια πέτρα κ’ εγώ, ένα άνθος
    μια σπίθα της, μια κραυγή της:
    «μέσα σε όλα τα όνειρα των Ελλήνων
    στρατονιστήκανε οι βάρβαροι!

    Αν δεν είναι ώριμος ο κόσμος παρά μόνο για να καταστραφεί,
    λησμονήσετε τότε και την πατρίδα μου’ αν όμως
    ακόμα υπάρχουνε ψυχή και αγάπη, τότε απλώστε
    τα χέρια όλοι οι ευγενείς του κόσμου και βοηθείστε τη.»

    Αθήνα 1967 ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

    ***

    Νεοελληνικός Κούρος

    Ήρεμες οι βροχές κατά μήκος της οροσειράς.
    Τα έλατα ειρηνικά, φορτωμένα την καρτερία τους.
    Εκεί κοντά κάπου κοιμήθηκες, αν θυμάμαι καλά.
    Τώρα πια θα την έλιωσε τη σάρκα σου ο καιρός
    και θάτριψαν η έρημος τα κόκαλα σου.

    Μα μ’ όλο που σε αρνήθηκε η πατρίδα, δεν μου πάει
    να φανταστώ πως έλιωσε μαζί τους και το ωραίο,
    το αστραφτερό, το σαν από αργασμένο
    μέταλλο θείο, εκείνο σου χαμόγελο αλλά, λέω,
    πως αυτό απόμεινεν εκεί και πως τις νύχτες
    βγαίνει και δύει μες στο δρυμό –μικρό φεγγάρι.

    ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

    Γιάννης Μηλιώκας – Γκρέκο Μασκαρά

    Ὁ Ἕλληνας δυὸ δίκαια ἀσκεῖ
    πανελευθέρως,
    συνέρχεσθαί τε καὶ οὐρεῖν
    εἰς ὅποιο θέλει μέρος.

    ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΟΥΡΗΣ

    ***

    Ελληνική επαρχία μ.Χ.

    Έφριξε σαν πήγε ο ίδιος, με τα ίδια του τα μάτια και τα είδε.
    Τόση ρεμούλα, τέτοιο χάλι πού να το φανταστεί.
    Έβγαλε ευθύς διαταγές τη μια πάνω στην άλλη,
    ήλεγξε, καυτηρίασε, τιμώρησε, κάτι να διορθώσει,
    κάτι να περισώσει απ’ την καταστροφή.

    *

    Οι άλλοι, οι από πάνω, μάθαιναν βέβαια ταχτικά τα νέα
    τον ζήλο του λαμπρού νέου επάρχου
    την ακάθεκτη έφεσή του για ευποιία, χρηστή
    φιλόπτωχο διοίκηση κ.λπ.
    Μα δεν ανησυχήσαν. «Θα του περάσει» είπαν,
    «κι άμα δεν του περάσει
    και κάνει τώρα πως δεν ξέρει,
    τον αντικαθιστούμε, τον διαγράφουμε,
    τον εξαφανίζουμε στο κάτω-κάτω.

    Το ίδιο μας κάνει συνεπώς κι αν του περάσει
    κι αν δεν του περάσει».

    Η αλήθεια είναι, πως του πέρασε και του παραπέρασε.
    Ούτε να τον παραμερίσουνε χρειάστηκε
    ούτε βέβαια -τον άνθρωπο!- να τον εξαφανίσουν.

    Ήδη, γοργά ανέρχεται κι έχει λαμπρό το μέλλον.

    Πάνος Θασίτης, [Από την ενότητα α’] Ελεεινόν θέατρον (1980)

    ***

    ΓΛΩΣΣΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ
    Στον Θεοδόση Πυλαρινό

    Φρόντιζες να κρατήσεις την γλώσσα ελληνική κι εξευγενισμένη,
    όπως την είχες παραλάβει από χρόνους παλαιούς,
    σαν αρχαία συμφωνία μεταξύ Ελλήνων φιλοσόφων και ποιητών,
    καλυμμένη με σκόνη και θραύσματα μετεωριτών.

    Είχες βρει σύμμαχο ως προς αυτό τ’ απογεύματα,
    μετά από ισχυρές καταιγίδες που έπληξαν την Κέρκυρα,
    την τέχνη της ποίησης.

    Αποτραβιόσουν μερικές φορές με σκωπτική διάθεση
    ή και μ’ έναν άκρατο κι ακατανόητο θυμό
    από τους τριγμούς του έρωτα,
    που θύμιζε αποπλάνηση αγγέλων του Μπέρτολντ Μπρεχτ
    κι άπλωνες τ’ ανήσυχο σου πνεύμα, σαν καταπράσινο σενδόνι,
    ανάμεσα από τη μία άκρη του Αιγαίου στην άλλη του Ιονίου
    και σχημάτιζες μαθηματικούς συνδέσμους, τόπαν
    ή άλυτες εξισώσεις, κάποιοι άλλοι.
    Αληθινό αγκυροβόλιο, που σου επέτρεπε να εποπτεύεις
    εκ των άνω, τις αγέλες των ανθρώπων.

    Και σαν αρχαίος ιεροφάντης, αλλόκοτα
    ντυμένος στα μαύρα, εκτιμούσες με περισσή ασφάλεια,
    την ανασφάλεια των καιρών και την εκτροπή των λέξεων.

    Έτσι σαν ουράνιο τόξο συνθηκολόγησες
    εν μία νυκτί, με αμετάβατα ρήματα
    κι απαράβατους επιρρηματικούς προσδιορισμούς
    προς επίρρωσιν του χρέους να κρατήσεις την γλώσσα ελληνική κι εξευγενισμένη.

    Αλέξανδρος Αηδώνης

  6. Κωλοέλληνες – Διονύσης Σαββόπουλος

    ΚΩΛΟΕΛΛΗΝΕΣ

    Μελαμψές φυλές
    κοντοπόδαρες,
    Σειλινοί του κράτους
    που ξερνάει και να `τους,
    τσιφτετέλληνες
    με γονείς ληστές
    των συντρόφων τους θύτες
    για αμνηστία αλήτες
    τώρα διοικητές.
    Κράτος ασυστόλων
    και πεσμένων κώλων
    κωλοέλληνες.

    Η χάρτα αυτού του κράτους κρύβει απάτη
    που φτάνει στον γνωστό αγριορωμιό
    στο ντάτσουν μιας φυλής που ζει φευγάτη
    απ`ό, τι ελληνικό στον κόσμο αυτό.

    Κωλοέλληνες
    μασκαρλίκια δες
    στο Άλφα της Αξίας
    της Αρχής της Μίας
    λουτροκαμπινές.
    Τιμωρός καιρός
    πέντε αιώνες δύσης
    εθνικής θα ζήσεις
    από δω και μπρος
    με αγγλικές αλφαβήτες
    μαλλιαροί μου Ελλαδίτες
    θλιβερές μου πορδές.

    Πνεύμα αλήτικο
    Ελλαδίτικο
    σε μικρά Ασία,
    Κύπρο, Λευκωσία
    ΒόρειοΉπειρο.
    Δεν ακούει κανείς
    στο χειρότερο
    του Ελληνισμού κομμάτι
    στην Ελλάδα ζούμε

    Μια φάουσα καταπίνει τον αέρα,
    τη θάλασσα, την πόλη, το ιερό,
    πλημμύρισε σκουλίκια η μητέρα
    το ρόδο καταγής βγάζει καπνό.

    Δεν υπάρχει ελπίς
    στην Ελλάδα ζεις.

    Σκαλιστές σκιές
    μακρυχέρηδες
    με το φως σπασμένο
    κρατικοποιημένο,
    αχ, οι Έλληνες !
    Αλλά εκεί στην ξένη
    στην οθόνη σκυμμένοι
    θεϊκά δεμένοι
    με την οικουμένη
    στους απέναντι τόπους
    φωτοκολλημένοι
    απ`τον εδώ ουρανό τους.

    Κι ενώ εδώ θα ζούμε καταρρεύσεις
    ο έξω Ελληνισμός θα προχωρεί
    και φως και μουσική μιας άλλης σκέψης
    στη μείζονα Ελλάδα θα εκραγεί

    στους Πανέλληνες
    στους Πανέλληνες.

    ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ

  7. -Richard Aldigton, «Σε ένα ελληνικό μάρμαρο»

    «Πότνια, Πότνια,
    Λευκή, σεβάσμια θεά,
    Οίκτο για τη θλίψη μου
    Ω σιγή της Πάρου,
    Δεν είμαι ανάμεσα σ’ αυτούς που ντύνουν τα πόδια σου
    Με στολίδια ευρέπειας
    Είμαι ο αδερφός σου,
    Λάτρης σου του παλιού καιρού που σε φωνάζει
    Και συ δεν ακούς.
    Στη μοναξιά σου ψιθυριστά σου μίλησα
    Για τους έρωτές μας στη Φρυγία,
    Για την έκσταση στα φλογισμένα μεσημέρια,
    Όταν οι ευαίσθητες φλογέρες
    Σώπαιναν στον ίσκιο των κυπαρισσιών σου
    Και τα μελαμψά δάχτυλα του βοσκού
    Άγγιζαν τους λεπτοκαμωμένους ώμους
    Και μόνο ο τζίτζικας τραγουδούσε.
    Σου μίλησα για τους λόφους
    Και το σούσουρο των καλαμιών,
    Για τον ήλιο πάνω στα στήθεια σου
    Και συ, δε μ’ ακούς,
    Πότνια, Πότνια,
    Δε μ’ ακούς.»

    (Ανθολογία Άγγλων ποιητών εμπνευσμένων από την Ελλάδα,
    εκδ. Σύλλογος προς διάδωσιν ωφέλιμων βιβλίων)

    *Κι ένα πεζό ιστορικής σημασίας:

    -ΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΝΑΖΙΜ ΧΙΚΜΕΤ ΠΡΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΛΑΟ

    Αδέλφια έλληνες,

    Υπάρχουν δυό Τουρκίες και δυο Ελλάδες. Η αληθινή και η ψεύτικη. Η ανεξάρτητη και η δουλική. Η μια είναι η Ελλάδα του Μπελογιάννη και των χιλιάδων ελλήνων πατριωτών που υποφέρουν στις φυλακές. Η πατρίδα του ελληνικού λαού. Αυτή είναι η γνήσια Ελλάδα. Είναι η Τουρκία με τους χιλιάδες τούρκους πατριώτες, που σαπίζουν στα μπουντρούμια. Η Τουρκία του τούρκικου λαού. Αυτή είναι η γνήσια Τουρκία.
    Υπάρχουν και η Τουρκία και η Ελλάδα του Μεντερές και του Πλαστήρα. Είναι οι επίσημες, όχι οι πραγματικές. Είναι αυτές που με τους ελάχιστους υποστηριχτές τους, ξεπούλησαν και τις δυό χώρες στον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό.
    Τώρα τελευταία, κάτω απ’ τις αμερικάνικες ευλογίες, ο Μεντερές και ο Πλαστήρας έσφιξαν τα χέρια στην Αθήνα. Τα ματωβαμμένα χέρια τους, που στέλνουν τούρκους και έλληνες στρατιώτες στην Κορέα. Τα ματωβαμμένα χέρια τους που ετοιμάζουν νέο πόλεμο. Έβγαλαν και επίσημο ανακοινωθέν και μίλησαν για ελληνοτουρκική φιλία. Τη φιλία αυτή την καταλαβαίνουμε όλοι.
    Να χτυπούν μαζί τους αγωνιστές του τούρκικου και ελληνικού λαού, που παλεύουν για την ανεξαρτησία, ειρήνη και ελευθερία. Να αλέσουν στον ίδιο αμερικάνικο κρεατόμυλο, παιδιά του ελληνικού και του τούρκικου λαού. Να υποχρεώσουν το λαό της Τουρκίας και της Ελλάδας, να σκύβει το κεφάλι και να προσκυνάει τα αφεντικά τους και τα αφεντικά των αφεντικών τους.
    Όμως οι λαοί της Τουρκίας και της Ελλάδας, δίνουν πέρα για πέρα διαφορετικό νόημα στην ελληνο-τουρκική φιλία. Γι’ αυτούς η φιλία σημαίνει κοινό αγώνα για την απελευθέρωση της πατρίδας τους. Για την εθνική ανεξαρτησία, για την ευτυχία, για να μπορούν να γεύονται πλάι πλάι στο αδελφικό τραπέζι της φιλίας το ψωμί και τις ελιές του τόπου τους.
    Ο τούρκικος και ο ελληνικός λαός, θέλει να στείλει στο διάβολο τους ξένους καταχτητές. Τους εμπειρογνώμονες για τα βασανιστήρια, και τους εμπειρογνώμονες για την οικονομική καταστροφή.
    Στις καρδιές του τούρκικου και του ελληνικού λαού, υπάρχουν τα ίδια αισθήματα. Αγάπη στις πατρίδες τους, αγάπη στη Σ.Ε., τις Λ. Δημοκρατίες, τη Μεγάλη Λαϊκή Κίνα. Κάθε εξαρτημένο και μισοεξαρτημένο λαό, που αγωνίζεται για την εθνική ανεξαρτησία. Αγάπη για το Κορεάτικο λαό. Αγάπη για τους τίμιους αμερικανούς. Αυτή τη σημασία έχει η φιλία ανάμεσα στον τούρκικο και τον ελληνικό λαό.
    Φίλοι μου έλληνες.
    Πρέπει ν’ αγωνιστούμε μαζί, χέρι με χέρι για την εθνική ανεξαρτησία των χωρών μας, για τη δημοκρατία ενάντια σε κάθε εκδήλωση φασισμού, ενάντια στους ιμπεριαλιστές. Έτσι η φιλία μας θα γίνεται μέρα με τη μέρα πιο ισχυρή.
    Σαν εκπρόσωπος του λαού μου, μπορώ να σας πω, ότι ο τούρκικος λαός αγαπάει τον ελληνικό λαό και νοιώθει θαυμασμό, για τα ηρωικά του κατορθώματα. Μπορώ να σας πω, ότι οι τούρκοι αγωνιστές μάθαιναν ακόμα και μέσα στη φυλακή, τα νέα από τους απελευθερωτικούς αγώνες του λαού και του λαϊκού σας στρατού. Μπορώ να σας πω, ο,τι παρακολουθούσαν τα γεγονότα στην Ελλάδα με δάκρυα στα μάτια. Ο τούρκικος λαός ήταν στο πλευρό του ελληνικού λαού, στις τραγικές και ηρωικές αυτές μέρες και θα είναι και στο μέλλον πάντα στο πλευρό του.
    Αδέλφια μου Έλληνες.
    Εδώ και δέκα μέρες βρίσκομαι στην Ουγγαρία. Η Ουγγαρία είναι μια απ’ αυτές τις θαυμάσιες χώρες που μεσ’ τη λεύτερη και ειρηνική ζωή χτίζουν την ευτυχία τους. Σ’ αυτό το ανεξάρτητο και αυτοκυβερνούμενο κράτος, κανείς δεν κάνει προπαγάνδα για πόλεμο.
    Επισκέφθηκα μια θαυμάσια κατασκήνωση πιονέρων στην Βουδαπέστη, όπου βρήκα επίσης και ελληνόπουλα. Όλα ήταν ροδοκόκκινα σαν τα μήλα της πατρίδας μας. Πάιζαν, τρέχαν, τραγουδούσαν και μάθαιναν μαζί με τα αδελφάκια τους τα ουγγαρεζόπουλα. Όταν περνούσαμε από μπροστά τους ένα μικρο κοριτσάκι ρίχτηκε στο λαιμό μου, και φώναξε ζωηρά : «Να φτιάσετε τέτοιες κατασκηνώσεις, όσο μπορείτε γρήγορα και για τα αδέλφια μας στην Ελλάδα και την Τουρκία.» Δάκρυσα και της έδωσα την υπόσχεση ότι οι λαοί της Τουρκίας και της Ελλάδας, θα γίνουν γρήγορα ανεξάρτητοι και ελεύθεροι.
    Φίλοι μου
    Σας μιλώ σαν ένας τίμιος άνθρωπος, σαν φίλος, σαν ποιητής του λαού μου, σαν ένας πατέρας, και σας λέω, ότι τα παιδιά που ζούνε εδώ στη Ουγγαρία ζούνε κάτω από τις καλλίτερες συνθήκες. Είναι όλα γερά. Δεν κόβουν τους δεσμούς τους με το λαό τους. Μιλούν όλα θαυμάσια ελληνικά. Ο λαός της Ουγγαρίας τους παραστέκεται στοργικά. Όλα αυτά ζητούν από σας, να λευτερώσετε την Ελλάδα από τα νύχια των ιμπεριαλιστών και φασιστών. Να φτιάσετε μια ανεξάρτητη, λεύτερη, ευτυχισμένη Ελλάδα. Έτσι τα παιδιά του λαού θάχουν δικαίωμα στο γέλιο και στη χαρά.
    (ΔΗΜΟΚΡΑΤΗΣ, 19.08.1952)

  8. Just ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΟΣ ΑΘΗΝΑΙΟΣ
    Στον Δημοσθένη Κούρτοβικ

    Ούτε περήφανος, ούτε και μη περήφανος
    Είμαι επειδή γεννήθηκα και θα πεθάνω ως Έλλην
    Ήταν οι μέρες μου πολύ, πολύ μακριά
    Κι από τους «Επιτάφιους» κι απ’ τα «Ω ξείν’ αγγέλλειν».

    Δημήτρης Φύσσας, Εμένα μου λες, ΑΩ εκδόσεις, Αθήνα 2016.

  9. ΑΡΧΑΪΚΟΝ

    Με το χαμόγελο στα χείλη
    Κοιτώντας κατάματα τη Σιωπή
    Το αποφασιστικό βήμα έγινε.

    Στάση ζωής η κίνηση της ψυχής τους
    Πολεμώντας να ενώσουνε την αρχή με το τέλος
    Κι η κόψη του ξυραφιού το πιο σίγουρο έδαφος
    Ο τόπος τους. Τ΄ όνομα και το πρόσωπο η ομορφιά τους.

    Έλληνες αεί παίδες.
    Διαλέξανε να είν΄ αυτοί που δεν έχουνε το θεό τους.

    Διονύσης Μενίδης (1956 – 2014)

  10. Καμιά λέξη δεν ταιριάζει με τη λέξη έλλην

    Δε με πτοεί η λέξις έλλην- κι ούτε μένω τις νύχτες
    ξύπνιος αναλογιζόμενος ποιος ήμουν και ποιος θα ‘μαι
    στις συνειδήσεις των ανθρώπων που θα ζήσουνε
    εδώ και χίλια χρόνια -και θα δοκιμάζουν
    να θυμηθούν το πρόσωπό μου- που θα ‘χει τότε
    σβήσει από τη μνήμη τους λόγω ελλείψεως
    φωτογραφιών πορτραίτων και γλυπτών- η έλξη
    λοιπόν μιας στήλης ρεύματος ηλεκτρικού
    επενεργεί πάνω μας σιγά-σιγά και τέλος σβήνει
    οριστικά- η τραγική ετούτη μοίρα των πραγμάτων
    απηχεί το περιορισμένο της ζώής των όντων που αναπνέουν
    που βλέπουνε τον ήλιο, που τρώνε κι ονειρεύονται
    κι όμως δε νομίζω πως διαπράττω λάθος όταν λέω
    πως η λέξις έλλην ολίγην σχέσιν έχει με το μέλλον

    ΝΑΝΟΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ

  11. -Ν. Καρούζος, «Ο ΈΛΛΗΝΑΣ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ»

    Ένας χαμένος άνθρωπος
    πέρασε στα φώτα του κεντρικού δρόμου
    σκυφτός
    ακέραιος –
    των άστρων.
    Κ’ ενώ μοιράζουν τρόμο οι νυχτερινές επιγραφές
    μ’ αυτά τα χρώματα τα νευρικά σε μιαν ατμόσφαιρα
    που ανεβάζει το θόρυβο σε κίτρινα
    μωβ κόκκινα μόρια σκόνης –
    το χέρι που δεν το είδαμε ποτέ
    ένα σκοτεινό χέρι
    άρπαζε τις φωνές γύρω και τις έπνιγε
    στο πέρασμα του ανθρώπου
    κι όλοι ζητούσαν έλεος απ’ τον σπαραγμένο.
    Τότε ανάμεσα ουρανού και γης
    ο άγγελος στης πόλεως τα φώτα
    πως δε θα υπάρχει ο χρόνος μέσ’ στο Κράτος Εκεινού
    λέει δυνατά
    με τις φτερούγες ανοιχτές ώς πέρα
    κρατιέται στα ηλεκτροφόρα σύρματα με τα χέρια
    σπιθίζει ένα πράσινο θανάτου απ’ το βραχυκύκλωμα
    όμως δεν καίγεται ο άγγελος
    κάρβουνο δε γίνεται και δεν πέφτει
    ακούγεται σαν βεγγαλικό το βραχυκύκλωμα
    ο άγγελος δεν πέφτει.
    Κι ο άνθρωπος πέρασε στ’ όνειρο μου
    στο λάκκο της νύχτας
    εγώ ο ίδιος
    έτρεμα
    σφίγγοντας τη συνείδηση
    (κ’ ήτανε τα σπλάχνα μου μονάχα)
    όταν ακούστηκε η ουράνια φωνή
    που έλεγε μέσ’ στη χρωματιστή ύλη:
    Κουρελιάζεται ο θεός
    τον γκρεμίζει ο Αυθέντης
    μας κοροϊδεύουν
    ο άνθρωπος πέρασε αβοήθητος.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: