Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (172ο): «Ελλάδα»…

-«Κλείσε μέσα στην ψυχή σου την Ελλάδα [ή άλλο πράγμα],

και θα αισθανθείς μέσα σου να λαχταρίζει κάθε είδος μεγαλείου.»

(Δ. Σολωμός)

 

 

-«Ώ Ελλάς, ηρώων χώρα, τί γαϊδάρους βγάζεις τώρα;»

(Γιώργος Σουρής)

 

 

-«…Η Ελλάδα σέρνει το χορό, ψηλά, με τους αντάρτες,
– χιλιάδες δίπλες ο χορός, χιλιάδες τα τραπέζια, –
κ’ είν’ οι νεκροί στα ξάγναντα, πρωτοπανηγυριώτες!»

(Α. Σικελιανός)

 

 

-«Ομπρός, βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω από την Ελλάδα,

ομπρός βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω από τον κόσμο!…

Έτσι σαν έριξα και το στερνό δαυλί στο φωτογώνι

(δαυλί της ζωής μου της κλεισμένης μες στο χρόνο)

στο φωτογόνι της καινούριας λευτεριάς Σου, Ελλάδα..»

(Α. Σικελιανός, Πνευματικό εμβατήριο, απόσπασμα)

 

 

-«Ἔξω τοῦ ἀφέντη ἁρμάδα

φυλάει, μὲ μπούκα ὀρθή,

τὸ λείψανό σου, Ἑλλάδα,

μὴν ξάφνου ἀναστηθεῖ!»

(Κ. Βάρναλης)

 

 

-Κ. Π. Καβάφης, «Επάνοδος από την Ελλάδα»

Ώστε κοντεύουμε να φθάσουμ’, Έρμιππε.
Μεθαύριο, θαρρώ· έτσ’ είπε ο πλοίαρχος.
Τουλάχιστον στην θάλασσά μας πλέουμε·
νερά της Κύπρου, της Συρίας, και της Aιγύπτου,
αγαπημένα των πατρίδων μας νερά.
Γιατί έτσι σιωπηλός; Pώτησε την καρδιά σου,
όσο που απ’ την Ελλάδα μακρυνόμεθαν
δεν χαίροσουν και συ; Aξίζει να γελιούμαστε; —
αυτό δεν θα ’ταν βέβαια ελληνοπρεπές.

Aς την παραδεχθούμε την αλήθεια πια·
είμεθα Έλληνες κ’ εμείς — τι άλλο είμεθα; —
αλλά με αγάπες και με συγκινήσεις της Aσίας,
αλλά με αγάπες και με συγκινήσεις
που κάποτε ξενίζουν τον Ελληνισμό.

Δεν μας ταιριάζει, Έρμιππε, εμάς τους φιλοσόφους
να μοιάζουμε σαν κάτι μικροβασιλείς μας
(θυμάσαι πώς γελούσαμε με δαύτους
σαν επισκέπτονταν τα σπουδαστήριά μας)
που κάτω απ’ το εξωτερικό τους το επιδεικτικά
ελληνοποιημένο, και (τι λόγος!) μακεδονικό,
καμιά Aραβία ξεμυτίζει κάθε τόσο
καμιά Μηδία που δεν περιμαζεύεται,
και με τι κωμικά τεχνάσματα οι καημένοι
πασχίζουν να μη παρατηρηθεί.

A όχι δεν ταιριάζουνε σ’ εμάς αυτά.
Σ’ Έλληνας σαν κ’ εμάς δεν κάνουν τέτοιες μικροπρέπειες.
Το αίμα της Συρίας και της Aιγύπτου
που ρέει μες στες φλέβες μας να μη ντραπούμε,
να το τιμήσουμε και να το καυχηθούμε.

(Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993)

 

 

-Γ. Σεφέρης, [Όπου και  να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει]

 «Στο Πήλιο μέσα στις καστανιές το πουκάμισο του Κενταύρου
γλιστρούσε μέσα στα φύλλα για να τυλιχτεί στο κορμί μου
καθώς ανέβαινα την ανηφόρα κι η θάλασσα μ’ ακολουθούσε
ανεβαίνοντας κι αυτή σαν τον υδράργυρο θερμομέτρου
ως που να βρούμε τα νερά του βουνού.

Στη Σαντορίνη αγγίζοντας νησιά που βουλιάζαν
ακούγοντας να παίζει ένα σουραύλι κάπου στις αλαφρόπετρες
μου κάρφωσε το χέρι στην κουπαστή
μια σαΐτα τιναγμένη ξαφνικά
από τα πέρατα μιας νιότης βασιλεμένης.
Στις Μυκήνες σήκωσα τις μεγάλες πέτρες και τους θησαυρούς των Ατρειδών
και πλάγιασα μαζί τους στο ξενοδοχείο της «Ωραίας Ελένης του Μενελάου».
Χάθηκαν μόνο την αυγή που λάλησε η Κασσάνδρα
μ’ έναν κόκορα κρεμασμένο στο μαύρο λαιμό της.
Στις Σπέτσες στον Πόρο και στη Μύκονο
με χτίκιασαν οι βαρκαρόλες.

Τι θέλουν όλοι αυτοί που λένε
πως βρίσκουνται στην Αθήνα ή στον Πειραιά;
Ο ένας έρχεται από Σαλαμίνα και ρωτάει τον άλλο μήπως «έρχεται εξ Ομονοίας»
«Όχι έρχομαι εκ Συντάγματος» απαντά κι είν’ ευχαριστημένος
«βρήκα το Γιάννη και με κέρασε ένα παγωτό».
Στο μεταξύ η Ελλάδα ταξιδεύει
δεν ξέρουμε τίποτε δεν ξέρουμε πως είμαστε ξέμπαρκοι όλοι εμείς
δεν ξέρουμε την πίκρα του λιμανιού σαν ταξιδεύουν όλα τα καράβια,
περιγελάμε εκείνους που τη νιώθουν.

Παράξενος κόσμος που λέει πως βρίσκεται στην Αττική
και δε βρίσκεται πουθενά.
Αγοράζουν κουφέτα για να παντρευτούνε
κρατούν «σωσίτριχα» φωτογραφίζουνται.
Ο άνθρωπος που είδα σήμερα καθισμένος σ’ ένα φόντο με πιτσούνια και με λουλούδια
δέχουνταν το χέρι του γέρο φωτογράφου να του στρώνει τις ρυτίδες
που είχαν αφήσει στο πρόσωπό του
όλα τα πετεινά τ’ ουρανού.

Στο μεταξύ η Ελλάδα ταξιδεύει ολοένα ταξιδεύει
κι αν «ορώμεν ανθούν πέλαγος Αιγαίον νεκροίς»
είναι εκείνοι που θέλησαν να πιάσουν το μεγάλο καράβι με το κολύμπι
εκείνοι που βαρέθηκαν να περιμένουν τα καράβια που δεν μπορούν να κινήσουν
την ΕΛΣΗ τη ΣΑΜΟΘΡΑΚΗ τον ΑΜΒΡΑΚΙΚΟ.
Σφυρίζουν τα καράβια τώρα που βραδιάζει στον Πειραιά
σφυρίζουν ολοένα σφυρίζουν μα δεν κουνιέται κανένας αργάτης
καμμιά αλυσίδα δεν έλαμψε βρεμένη στο στερνό φως που βασιλεύει
ο καπετάνιος μένει μαρμαρωμένος μες στ’ άσπρα και στα χρυσά.

Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει
παραπετάσματα βουνών αρχιπέλαγα γυμνοί γρανίτες…
το καράβι που ταξιδεύει το λένε ΑΓΩΝΙΑ 937»

(Γ. Σεφέρης, Ποιήματα, Ίκαρος)

 

 

-Φ. Χέλντερλιν, [Ω μακαρία Ελλάς]

«…Ω μακαρία Ελλάς! συ ενδιαίτημα όλων των ουρανίων,
Είναι λοιπόν αλήθεια αυτό που άλλοτε, στη νιότη μας, είχαμε ακούσει;
Αίθουσα εορταστική! το πάτωμα είναι ωκεανός και τα τραπέζια όρη,
Αληθινά σε χρόνους μακρινούς για τούτη τη μοναδική στιγμή χτισμένη!
Όμως πού είν’ οι θρόνοι; πού οι ναοί και τα δοχεία πού
Τα πλήρη νέκταρος, πού τα άσματα προς τέρψιν των θεών;
Πού, μα πού λοιπόν αστράφτουν οι χρησμοί που προορίζονται να φτάσουν
μακριά;
Καθεύδουν οι Δελφοί και πού άραγε αντηχεί το μέγα πεπρωμένο;
Πού είναι το ταχύ; Πού αστράφτει πλήρες πανταχού παρούσης ευτυχίας
Με βροντές από αίθριο ουρανό ενώπιον των οφθαλμών μας;
Πάτερ Αιθήρ! Φώναξε κάποιος κι ο λόγος πέταξε από ένα στόμα
Σε χιλιάδες, κανένας δεν άντεχε μόνος του τη ζωή
Σαν το μοιράζεται κανείς δίνει χαρά τούτο το αγαθό και σαν το
ανταλάσσει, με ξένους,
Γίνεται αγαλλίαση, αυξάνει με τον ύπνο η δύναμη της λέξης:
Πατέρας! φως καθαρό! και αντηχεί, όσο μακριά μπορεί να φτάσει, το
πανάρχαιο
Σημείο, κληρονομιά απ’ τους γονείς, βρίσκει το στόχο και δημιουργεί.
Καθόσον έτσι βρίσκουν το κατάλυμά τους οι ουράνιοι, έτσι τα βάθη
συγκλονίζοντας
Κατέρχεται μέσα από τις σκιές μεταξύ των ανθρώπων η Ημέρα τους…»

(Φ. Χέλντερλιν, «Άρτος και οίνος», απόσπασμα)

 

 

-Α. ΠΟΥΣΚΙΝ, «ΕΜΠΡΟΣ ΕΛΛΑΔΑ»

Εμπρός στηλώσου, Ελλάδα επαναστάτισσα,

βάστα γερά στο χέρι τ’ άρματά σου !

Μάταια δεν ξεσηκώθηκεν ο Όλυμπος,

η Πίνδο, οι Θερμοπύλες – δόξασμά σου.

 

Απ’ τα βαθιά τους σπλάχνα ξεπετάχτηκεν

η λευτεριά σου ολόφωτη, γενναία

κι απ’ τον τάφο του Σοφοκλή, απ’ τα μάρμαρα

της Αθήνας, πάντα ιερή και νέα.

 

Θεών κ’ ηρώων πατρίδα, σπάζεις άξαφνα

το ζυγό σου και την ενάντια Μοίρα

με τον ήχο, που βγαίνει του Τυρταίου σου

του Μπάιρον και του Ρήγα η άξια λύρα.

(Γ. Π. Τζήκας, Σύγχρονη σχολική ανθολογία, Ατραπός,

μτφ. Κ. Βάρναλης)

 

 

-Άγγελος Σικελιανός, «Τo Πανανθρώπινο Εμβατήριο της Ελλάδας»

«Ὀμπρός! Μὲ ὀρθή, μεσούρανη

τῆς Λευτεριᾶς τὴ δᾴδα,

ἀνοίγεις δρόμο, Ἑλλάδα,

στὸν Ἄνθρωπον … Ὀμπρός!

 

Ὁρμᾶνε πρῶτοι οἱ Ἕλληνες

κι ὅλοι οἱ λαοὶ σιμά Σου

-μεγάλο τ᾿ ὄνομά Σου-

βροντοφωνᾶν: «Ὀμπρός,

 

ὀμπρός, νὰ γίνουμε ὁ τρανὸς

στρατὸς ποὺ θὰ νικήσει,

σ᾿ Ἀνατολὴ καὶ Δύση,

τὸ μαῦρο φίδι ὀμπρός,

 

«ὀμπρός, κ᾿ ἡ Ἑλλάδα σκώθηκε

καὶ διασκορπάει τὰ σκότη!

Ἀνάστα, ἡ Ἀνθρωπότη,

Κι ἀκλούθα την … Ὀμπρός!»

(Α. Σικελιανός, Ποιήματα, Ίκαρος)
 

 

-Ο. Ελύτης, «Ο ΜΙΚΡΟΣ ΝΑΥΤΙΛΟΣ»

(απόσπασμα)

«ΚΑΤΟΙΚΗΣΑ ΜΙΑ ΧΩΡΑ που ‘βγαινε από την άλλη, την
πραγματική, όπως τ’ όνειρο από τα γεγονότα της ζωής μου.
Την είπα κι αυτήν Ελλάδα και τη χάραξα πάνω στο χαρτί
να τηνε βλέπω.
Τόσο λίγη έμοιαζε΄ τόσο άπιαστη.
Περνώντας ο καιρός όλο και τη δοκίμαζα: με κάτι ξαφνικούς
σεισμούς, κάτι παλιές καθαρόαιμες θύελλες.
Άλλαζα θέση τ’ Ακοίμιστα και την Ερημική ν’ αξιωθώ να φκιάνω λόφους καστανούς, Μοναστηράκια, κρήνες.
Ως κι ένα περιβόλι ολόκληρο έβγαλα γιομάτο εσπεριδοειδή που μύριζαν Ηράκλειτο κι Αρχίλοχο.
Μά ‘ταν η ευωδία τόση που φοβήθηκα.
Κι έπιασα σιγά-σιγά να δένω λόγια σαν διαμαντικά να την
καλύψω τη χώρα που αγαπούσα.
Μην και κανείς ιδεί το κάλλος.
Ή κι υποψιαστεί πως ίσως δεν υπάρχει»

(Ο. Ελύτης, Ποίηση, Ίκαρος)

 

 

-ΗΛΙΑΣ ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ, [ΕΛΛΑΔΑ]

(Απόσπασμα από το ποίημα «Το Μέγα Μήνυμα»)

 

«ΤΟΝ τόπο τούτο που γεννήθηκα τον λεν

Ελλάδα!

 

Η χαραυγή καθώς πρωτάνοιξα τα μάτια μου

ήρθε γλυκά να μου χαμογελάσει.

Στους δρόμους των ανθρώπων πρωταντίκρυσα

τον Περικλή και το Φειδία.

Μα πάντα

μπρος στα μάτια μου ανυπέρβλητος υψώνουνταν

ο Λεωνίδας

σε μιαν αποθέωση μεγαλείου και δόξας.

Αυτός μας έμαθε το μέγα μυστικό,

πως δεν υπάρχει δρόμος συντομότερος

για να μας ανεβάσει στην κορφή του Ολύμπου!

 

Το δρόμο τούτο μόνο όποιος διαβεί

την ιστορία σου

που την επήραν οι άνθρωποι, τα πουλιά και οι άνεμοι

και μας την έκαμαν τραγούδι

και την τραγουδούν όλα τα στόματα

 

Το δρόμο τούτο μόνο όποιος διαβεί

την ιστορία σου θα μάθει

που πήρε η φήμη στ’ άσπρα της φτερά

και την ακούμπησε πα στο κατώφλι της αιωνιότητας.

 

Το δρόμο ετούτο μόνο όποιος διαβεί

το μήνυμα θ’ ακούσει το δικό σου.»

(Γ. Π. Τζήκας, Σύγχρονη σχολική ανθολογία, Ατραπός)

 

 

-ΓΙΩΡΓΗΣ ΚΟΤΖΙΟΥΛΑΣ, «ΕΛΛΑΔΑ»

«Η πατρίδα μας θα μένει

ξακουστή στην οικουμένη.

Γέρνουν οι λαοί το γόνα

μπρος στον Παρθενώνα.

 

Και με τη Χριστιανωσύνη

του Κυρίου ναός εγίνη.

Ο Χριστός μας είπε τόσα

στη δική μας γλώσσα.

 

Πιάσαν ύστερα οι προγόνοι

καριοφίλι και τρομπόνι.

Τ’ άρματά μας τιμημένα

είν’ απ’ το Εικοσιένα.

 

Κρύβει θησαυρούς το χώμα

και γεννάει θεούς ακόμα.

Ω Ελλάδα μας, κορώνα

μείνε στον αιώνα!»

(Γ. Π. Τζήκας, Σύγχρονη σχολική ανθολογία, Ατραπός)

 

 

Advertisements

Single Post Navigation

10 thoughts on “Πες το με ποίηση (172ο): «Ελλάδα»…

  1. 1. Κάτι από την Ελλάδα κάτι από τους ¨Ελληνες

    αρχαιοελληνικά ερείπια νεοελληνικά σκουπίδια
    η χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας -φέτα απ’ το πρόσωπό σου
    σπίτια με φαρδιά μπαλκόνια-καταστρώματα πλοία νερά
    πλένουν τον ορίζοντα πέτρινα γκριζόχρωμα βουνά
    τεντώνονται απλώνονται βραχότοποι καφετιά γη της ερήμου
    κάπου κάπου πρασινάδα ελιές το μυαλό του έλληνα -κουκούτσι ελιάς
    στυμμένο μέχρι την τελευταία σταγόνα ελαιόλαδου γλιστερό και λιγάκι επικίνδυνο
    μετά καφές καβάφης ελληνικός εξωτικό σκοτάδι ενώ προχωράς στην φωτισμένη
    ζώνη και πλησιάζεις τα πρόσωπα των ελλήνων εκείνοι σκέφτονται κάτι διαφορετικά

    Neringa Abrutyte (Νέρινγκα Αμπρουτίτε) Μετάφραση από τα Λιθουανικά:Σωτήρης Σουλιώτης

    ΠΕΤΡΙΝΑ ΧΡΟΝΙΑ – ΕΛΛΑΣ

    2. Η Ελλάδα…

    Η Ελλάδα η πατρίδα όλο νιάτα
    Όλο τραγούδια
    Ο σαρκασμός έπεσε απ’ τα χείλη
    Στους γέρους

    Κι είναι κοντά η στιγμή που θα φορέσουν
    Τα γιορτινά τους
    Οι γυναίκες

    Οι εποχές του χρόνου
    Στη χώρα μας
    Και στους τόπους που φωτίζει
    Μια δική μας σοφία
    Η πολυτέλεια δεν μας ταράζει πια

    Δεν ζηλεύουμε το χρήμα και τη σπατάλη
    Είμαστε βέβαιοι πως η ανθρώπινη αρμονία
    Πως η θρησκεία που συμφιλιώνει χωρίς ψέμα
    Μέσα στο στήθος της γενεάς μας κρύβεται
    Και μέσα στο έδαφός μας.

    Γιώργος Σαραντάρης

    Eλλάδα-Ελλάδα, Βασίλης Λέκκας

    3. Η Ελλάδα που λες…

    Η Ελλάδα που λες, δεν είναι μόνο πληγή.
    Στη μπόσικη ώρα καφές με καϊμάκι,
    ραδιόφωνα και Τι-Βι στις βεράντες,
    μπρούντζινο χρώμα, μπρούντζινο σώμα,
    μπρούντζινο πώμα η Ελλάδα στα χείλη μου.

    Στις μάντρες η ψαρόκολλα του ήλιου
    πιάνει σαν έντομα τα μάτια.
    Πίσω απ’ τις μάντρες τα ξεκοιλιασμένα σπίτια,
    γήπεδα, φυλακές, νοσοκομεία
    άνθρωποι του Θεού και ρόπτρα του διαβόλου
    κι οι τραμβαγέρηδες να πίνουν μόνοι
    κρασάκι της Αράχωβας στυφό.

    Εδώ κοιμήθηκαν παλικαράδες,
    με το ντουφέκι στο ’να τους πλευρό,
    με τα ξυπόλητα παιδιά στον ύπνο τους.

    Τσεμπέρια καλοτάξιδα περνούσαν κι έφευγαν,
    κελίμια και βελέντζες της νεροτρουβιάς.
    Τώρα γαρμπίλι κι άρβυλα
    σε τούτο το εκκοκκιστήριο των βράχων
    κι οι τραμβαγέρηδες να πίνουν μόνοι
    κρασάκι της Αράχωβας στυφό.

    ΜΙΧΑΛΗΣ ΓΚΑΝΑΣ

    Για την Ελλάδα – Σωκράτης Μάλαμας

    4. Ελλάδα 1979

    με το αίμα μου σε ιστορώ πατρίδα μου

    πολιτείες παραδομένες στο μπετόν
    δρόμοι σημαδεμένοι με ξενικές επιγραφές
    κάθε οικοδομή και μια τράπεζα
    κάθε γωνιά κι ένα φροντιστήριο
    κάθε διαμέρισμα κι ένα διαφθορείο
    οι νέοι με τα μηχανάκια
    τα αυτοκίνητα στο πεζοδρόμιο
    αναρίθμητα ξενοδοχεία και υπηρέτες
    εκτρώσεις σε ιδιωτικά ιατρεία
    οι άρρωστοι στους διαδρόμους των νοσοκομείων
    δεκατρείς χιλιάδες δικηγόροι στην πρωτεύουσα
    και οι εργολάβοι σε απεργία
    με παγάκια και ξηρούς καρπούς
    προδότες που δοξολογούνται
    δωσίλογοι που αμείβονται
    χαφιέδες που καταχωρούν τα ίχνη της αγωνίας μας

    στο καφενείο του χωριού ο λαός περιμένει
    πριν και μετά τις διαφημίσεις
    το επόμενο έμβασμα του μετανάστη
    το επόμενο αστυνομικό σήριαλ
    την επόμενη μοναδική διέξοδο
    κοινή ευρωπαϊκή εξαγορά
    τα ψάρια νεκρά
    ο αέρας μαύρος
    η γη πουλημένη
    ελεύθερο αστικό καθεστώς και ιδιωτική πρωτοβουλία

    κι η ελιά να γαντζώνεται με πείσμα
    ν’ απλώνει παλάμες στον απίστευτα γαλάζιο ουρανό
    αιώνες τώρα
    και τα πεύκα να χαϊδεύουν τη θάλασσα

    πατρίδα μου
    το μεγαλείο σου τέλος δεν έχει

    Τόλης Νικηφόρου, Ο μεθυσμένος ακροβάτης (1979)

    Θυμάσαι στην Ελλάδα, Βασιλική Λαβίνα

    5. Ελλάδα Παπάκι

    Η Ελλάδα ταξιδεύει με σαράντα
    Σαν το παπάκι στην παραλιακή.

    Η μεγίστη δυνατή ταχύτητα
    Συμπίπτει με τη δυνατότητα
    Του ερωτευμένου βλέμματος:

    Να καταγράφει, να χορταίνει,
    Να θυμάται. Το φως στις ελάχιστες
    Αποκλίσεις του, τον κυματισμό
    Της θάλασσας και τη φορά του ανέμου.

    Η Ελλάδα κι ο συνεπιβάτης της
    Που την αγκαλιάζει, κλείνουν
    Τα μάτια τους ταυτοχρόνως:
    Δεν θα μάθει ποτέ τι ήταν
    Αυτός για κείνη, ούτε κείνη
    Πόσα πολλά της χρωστάει.

    Χάρη στις χαμηλές ταχύτητες
    Η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα
    Όπου το σούρουπο
    Προς το Σούνιο, ή στην επιστροφή,
    Μπορεί να διαρκέσει ολόκληρη ζωή.

    ΣΩΤΗΡΗΣ ΠΑΣΤΑΚΑΣ

    Ψάχνω Ελλάδα να σε βρω — Θωμάς Μπακαλάκος

    6. ΕΛΛΗΝΙΚΟΤΗΣ

    Θαμποί ελαιώνες, κίτρινοι κάμποι
    ήλιος θρεμμένος με καρπούς κι αλάτι
    κι ανάμεσα ραγισμένα βράχια
    απ’ όπου ατέλειωτος ακούγεται
    ο στεναγμός της Περσεφόνης.

    ΤΑΣΟΣ ΡΟΥΣΣΟΣ

    7. Η ΕΛΛΑΔΑ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΠΕΘΑΙΝΕΙ

    Γιαγιά πριν πεθάνεις
    Στάσου ν’ ακούσεις το αληθινό παραμύθι

    Υπάρχουν δυο δράκοντες
    Ο ένας ονομάζεται δράκοντας νέτα σκέτα
    Και συ παίρνεις σπαθί να τον πολεμήσεις
    Ο άλλος ονομάζεται παλληκάρι της φακής
    Και συ παίρνεις λουλούδια να τον υποδεχθείς

    Είναι και οι δυο σούπερσταρ
    Κι εγώ έχω ένα ερείπιο μέσα στο κεφάλι μου
    Όπου να πάω μ’ ακολουθάει
    Πού είναι λοιπόν η Ελλάδα που ποτέ δεν πεθαίνει

    ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΟΤΑΜΙΤΗΣ

    Ελλοπία-Νταλάρας Γιώργος

    8. Ελλάδα

    Θα βάλω βαθυγάλαζο σ’ ένα χαρτί
    να παίζει η θάλασσα
    και με τα χρώματα
    θα ζωγραφίσω φύση:
    παπαρούνες, μαργαρίτες
    κρόκους κι ασπάλαθους.
    Στο βάθος
    μια κουρασμένη βελανιδιά.

    Μια γούρνα με τα περιστέρια
    στην καρδιά σου
    και έναν ήλιο καρφιτσωμένο
    στο πέτο σου.
    Τον άνεμο θα στείλω
    να κυνηγήσει τους ανεμόμυλους
    που έστησες και με περιπαίζεις.

    Θα το κοιτώ και θα θυμάμαι
    πόσο και πώς σ’ αγάπησα
    Παλιά μου άνοιξη, μικρή μου Ελλάδα
    ζωγραφιά μου εσύ
    σ’ ένα χαρτί άλφα τέσσερα.

    Μαρία Κοκκινάκη, Η γούρνα με τα περιστέρια, 2016

    Θωμάς Μπακαλάκος – Απ’ Την Ελλάδα Γειά Χαρά

    9. Αναζητώ την Ελλάδα

    Αναζητώ την Ελλάδα στις πέτρες
    που πετούν οι αγαναχτισμένοι,
    στις ανοιχτές παλάμες που τρέμουν υψωμένες
    την πλατεία Συντάγματος
    ξερνώντας οργή ή μήπως μια ύστατη ελπίδα, δεν ξέρω.

    Αναζητώ την Ελλάδα στις γειτονιές
    που προσδοκούν την επιστροφή των παιδιών,
    του φίλου μου τα θυμωμένα λόγια
    (έχω ακόμη το σπίτι μου, βλέπεις)
    στα σφραγισμένα στόματα όσων επέλεξαν τη σιωπή.

    Αναζητώ την Ελλάδα στη πόλη μου
    που με μισεί γιατί με ντρέπεται,
    στα κλεισμένα μαγαζιά,
    στο μαύρο αριθμό των φευγάτων,
    στ’ αποκαΐδια των οραμάτων μου
    και σ’ ενός αγνώστου τοίχου τη φιλία.

    Αναζητώ την Ελλάδα στη καλογυαλισμένη εικόνα
    των υποψήφιων βουλευτών,
    στις γωνιές των δρόμων όπου σφυρίζει ο θάνατος,
    στους αργόσυρτους ήχους μιας καμπάνας,
    στην αδύναμη φωνή του ψάλτη να ευαγγελίσει το
    «Χριστός Ανέστη»

    καθώς αργεί πολύ αυτή η ανάσταση.

    Μαρία Κοκκινάκη, Η γούρνα με τα περιστέρια, 2016

    Αχ Ελλάδα, σ’ αγαπώ -Μανόλης Ρασούλης

    10. ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

    Στην σκιάν ενός δένδρου ύπνον κειμένος
    ανέπνεον βαθύν, μα με καρδίαν
    περίλυπον, γιατί την ευτυχίαν
    της Ελλάδος στον νούν μου είχα, και σθένος.

    Όταν μίαν φωνήν έτζ’ υπνωμένος
    Σήκω, ξύπνα, γρυκώ, τί αθυμία,
    τι ύπνος είν’ αυτός; Ποιάν δυστυχίαν
    έχεις, καί κείττεσ’ έτζι τεθλιμμένος.

    Ξυπνώ, και βλέπω ευθύς άνω νά μένη
    η ίδια η Αθηνά μέ παρρησίαν,
    κί έτζι από ψηλά μού συντυχαίνει.

    Τής Ελλάδος τής πρίν τήν ευδοξίαν
    χρόνος τινάς ποτέ δέν τήν μαραίνει,
    γιατ’ αμάραντος είναι η σοφία.

    Αγνώστου [1708]

    ΣΗΜ. Το ποίημα γράφτηκε το 1708, τυπώθηκε σε τυπογραφείο της Βενετίας και εκπροσωπεί τις απαρχές της νεοελληνικής λογοτεχνίας
    Ανωνύμου από την ποιητική συλλογή Άνθη Ευλαβείας, Βενετία, 1708
    πηγή: Κ.Θ. Δημαρά, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, εκδ. Γνώση, 2000

  2. Ciao Aggeliki!!!… Καλή εβδομάδα!
    *Μην παραθέτεις ποιήματα για «Έλληνας – ελληνικός», γιατί θα είναι το επόμενο θέμα μας.

    -«Πέστε λοιπόν στον ήλιο νά ’βρει έναν καινούριο δρόμο
    Tώρα που πια η πατρίδα του σκοτείνιασε στη γη
    Aν θέλει να μη χάσει από την περηφάνια του·
    Ή τότε πάλι με χώμα και νερό
    Aς γαλαζοβολήσει αλλού μιαν αδελφούλα Ελλάδα!»
    (Ο. Ελύτης)

    -Α. Σικελιανός, «Στη μνήμη του Παλαμά»
    (Απόσπασμα)

    «…Σ’ αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα! Ένα βουνό
    με δάφνες αν υψώσουμε ως το Πήλιο κι ως την Όσσα,
    κι αν το πυργώσουμε ως τον έβδομο ουρανό,
    ποιόν κλεί, τι κι αν το πεί η δικιά μου γλώσσα;

    Σ’ αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα ! Ένας λαός,
    σηκώνοντας τα μάτια του τη βλέπει…
    κι ακέριος φλέγεται ως με τ’ άδυτο ο Ναός,
    κι από ψηλά νεφέλη Δόξας τονε σκέπει….»

    -Θωμάς Γκόρπας, «Κουφάλα Ελλάδα»

    «Φτωχιά Ελλάδα όπως γριά λουλουδού της Πλάκας
    λουλουδού μπαλονού νταραβεριτζού καλντεριμιτζού.»

    -Θωμάς Γκόρπας, «Η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες»

    «Πατρίδα σαν τον ήλιο σου ήλιος αλλού δεν λάμπει
    αλλά πληθύναν οι καπνιές τα «λάθη» και τα θάμπη».
    Πατρίδα σαν τον ήλιο σου ήλιος αλλού δε λάμπει
    αλλά από κάμπινγκ μαύρισαν ακρογιαλιές και κάμποι.»

    -Θωμάς Γκόρπας, «Ελλάδα χωρίς ανατολή»

    «Η σκέψη των προγόνων μας μοναδικών κι ωραίων
    αρχαίων αλεξανδρινών βυζαντινών και νέων
    παράκατσε στην ξενιτιά παράκατσε στη Δύση
    και η Δύση εκαρδάμωσε και η Ελλάδα πάει να σβήσει.»

    -Θωμάς Γκόρπας, «Η Ελλάδα έχει μεγάλη ποίηση που λένε»

    «Οι μισοί Έλληνες γράφουν ποιήματα
    οι άλλοι μισοί δε διαβάζουν τίποτα.»

    -Γ. Ρίτσος, «ΕΛΛΑΔΑ»
    (Οχτώβρης 1940)

    «Ακέρια η γης εσείστηκε κι εβρόντηξε όλη η πλάση –
    μια φούχτα άνθρωποι ανίσκιωτοι, μες σε μια φούχτα τόπο,
    κάτι σπασμένα μάρμαρα, κάτι φαρδιά πλατάνια,
    μόνο μπαρούτι τους το φως και σκάγια τους οι ελιές τους
    και δίπλα τους η Παναγιά, κι η Λευτεριά μπροστά τους
    να φέγγει απ’ το βαθύ καημό κι απ’ τα πορτοκαλάνθια.

    Κι εκεί, στου δρόμου το σταυρό, στο μυστικό δαφνώνα,
    να οι Θερμοπύλες έτοιμες, να και το Εικοσιένα,
    όρθια τ’ αλέτρια κι οι πηγές, όρθιοι κι οι αποθαμένοι,
    η Ελλάδα η μυριοπίκραντη με τα γαλάζια μάτια,
    μ’ ένα σταμνί στην κεφαλή, μ’ ένα σπαθί στο χέρι,
    κι απάνου στο χωμάτινο σπασμένο κεραμίδι
    δυο καρβουνάκια κόκκινα κι ένα κουκκί λιβάνι,
    η φλόγα της καλής αντρειάς, του δίκιου ο δυναμίτης –
    κι ακέρια η γης εβρόντηξε κι ο κόσμος εφωτίστη.»
    (Γ. Ρίτσος, Συντροφικά τραγούδια, Κέδρος)

  3. «Ύμνος εις την Ελλάδα»

    Εἰς τῆς χώρας κατὰ πρῶτον τῆς ἁγνῆς αὐτῆς τὰ στήθη
    Τῆς Ποιήσεως ὁ θεῖος σπόρος ἐκαλλιεργήθη.
    Καὶ τῆς Ὀρφικῆς κιθάρας ἐτιθάσσευον οἱ ἦχοι
    Λέοντας, καὶ αὐτομάτους πόλεις ἤγειρον καὶ τείχη.

    Ἡ Ἑλλὰς τὸ μέγα ἦτο στάδιον τῆς διανοίας.
    Τῶν Ἐπιστημῶν τὸ πάλαι καὶ Τεχνῶν τὰς αἰωνίας
    Ἔθηκεν ἡ πρώτη βάσεις,
    Καὶ διδάσκαλος κατέστη τῶν λαῶν τῆς γῆς ἁπάσης.

    Ἀλλά, φεῦ! τυφὼν ἐπῆλθεν ἄγριος, μανίαν πνέων,
    Καὶ ἀνέστρεψεν ἐκ ῥίζης πᾶν φυτὸν αὐτῆς γενναῖον.
    Τῶν ἐπιστημῶν ὁ σπόρος ἔπεσεν εἰς ἄλλας χώρας,
    Ὅπου οἱ λαοὶ τρυγῶντες τὰς γλυκείας του ὀπώρας,

    Καὶ τῶν εὐωδῶν ἀνθῶν του ἀναπνέοντες τὰ μύρα,
    Παρημέλουν ἀγνωμόνως τοῦ φυτεύσαντος τὴν χεῖρα·
    Ἡ Ἑλλὰς τοὺς εὐηργέτει,
    Καὶ ἠγνόουν ἂν ὑπῆρχεν εἰς τὸν κόσμον Ἑλλὰς ἔτι!

    Ποῦς ἀγρίων καὶ βαρβάρων Τουρκομάνων ἐβεβήλου
    Τοῦ πολιτισμοῦ τὸ λίκνον, τὴν πατρίδα τοῦ Αἰσχύλου,
    Ὅτε συγκεντρῶν τοῦ ἔθνους τὰς ἐλπίδας τὰς ὀλίγας
    Ἔκρουσε τὴν βάρβιτόν του ὁ μεγαλομάρτυς Ῥήγας.

    Τέμνει πέλεκυς δημίου τὴν δαφνοστεφῆ του κάραν·
    Ἀλλ’ ἀπὸ τὴν ἐλευθέραν τοῦ Τυρταίου μας κιθάραν,
    Ὡς ἀπὸ μητρὸς γαστέρα,
    βρέφος ἀγλαὸν ἐξῆλθεν, ἡ Ἑλλὰς ἡ ἐλευθέρα.

    Ἐπ’ αὐτὸ τὸ βρέφος στῆθι καὶ θεώρησον, Εὐρώπη·
    Ψαύσατέ το, διπλωμάται, σεῖς ἐθνῶν κρανιοσκόποι.
    Δὲν ἐμφαίνει λαμπροτάτου μέλλοντος σαφῆ σημεῖα
    Ἡ σοφὴ καὶ πνευματώδης αὕτη φυσιογνωμία;

    Τὸ ῥοδόχρουν φῶς ἰδέτε ὅπου τὴν περιαυγάζει·
    Τῆς Ἠοῦς τὸ ἱμερόεν σέλας δὲν παρομοιάζει,
    Ἥτις ἕωθεν ἀγγέλλει
    Τὸν λαμπρὸν ἀστέρα ὅστις νὰ φανῇ κατόπιν μέλλει;

    Ὦ Ἑλλὰς, τὴν μέλλουσάν σου εὔκλειαν προβλέπω πᾶσαν·
    Τὸ γλυκὺ δὲ λυκαυγές σου τὴν ψυχήν μου προαυγάσαν,
    Φαεινὴν, αἰθεροδρόμον, ὦ Πατρίς μου σὲ δεικνύει.
    Ὁ Τιτὰν θὰ ἦσαι ὅστις τὸ μακρόν του διανύει

    Στάδιον, τὴν φύσιν ὅλην καὶ θερμαίνων καὶ αὐγάζων,
    Καὶ ἡνίας χρυσηλάτου δίφρου ἀγλαὰς βαστάζων,
    Τὴν ἡμέραν ἔχει γέρας,
    Ὁδὸν τέμνων εἰς τὰ νέφη καὶ ὁδὸν εἰς τοὺς αἰθέρας!

    Βρέφος ἐσπαργανωμένον ἤσουν, ὦ Πατρὶς γλυκεῖα,
    Κ’ ἔδειξας τῆς ἀθανάτου φύσεώς σου τὰ σημεῖα.
    Τοὺς κατά σου ἐπελθόντας φοβεροὺς καὶ λευγαλέους
    Δράκοντας ἀπῆγξας, ἆθλον κατορθοῦσα Ἠρακλέους.

    Περὶ σὲ τὰς πολλαπλᾶς των ἥπλωσαν, ὤ φρίκη! σπείρας·
    Ἀλλ’ ἐφάνησαν, θραυσθέντες ὑπὸ τὰς ἁβράς σου χεῖρας,
    Εἴδωλα πηλοῦ εὐθρύπτου
    Καὶ ὁ δράκων τῆς Ἀσίας καὶ ὁ δράκων τῆς Αἰγύπτου.

    Τώρα δὲ εἰς νικηφόρου δάφνης μυροβόλον στρῶμα
    Ἀναπαύεις τὸ ἀνδρεῖον, πολυτραύματόν σου σῶμα.
    Τὴν βαθεῖαν μὴ ταράττων τοῦ πελάγους ἠρεμίαν
    Ἀπαράλλακτα κοιμᾶται ὁ ἀὴρ εἰς νηνεμίαν.

    Ἀλλ’ οὐαί! ἂν ἐκ τοῦ ὕπνου τοῦ μακροῦ του ἀνακύψῃ.
    Τρομερώτερον στοιχεῖον δὲν γνωρίζω· εἰς τὰ ὕψη
    Τὰς νεφέλας περιάγει,
    Καὶ μὲ κύματα σκεπάζει τὰ πολύφλοισβα πελάγη.

    Ἄκουσον! ὁ τῆς Τουρκίας λέων γηραιὸς βρυχᾶται·
    Ἡρακλέους μεγαθύμου ῥόπαλον, ὦ Ἕλλην, δράττε,
    Καὶ μὲ στιβαρὸν τὸν πόδα, καὶ ἀτρόμητον τὴν χεῖρα,
    Τραῦμα ἔνεγκε θανάτου εἰς τὸν αἱμοβόρον θῆρα.

    Ἂς ἐμέσῃ πίπτων ὅσον ἔπιεν ἀθώων αἷμα!
    Σὺ δ’ ἐνδὺς τὴν λεοντῆν του καὶ ἀναλαβὼν τὸ στέμμα
    Τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου,
    Τῆς Ἀνατολῆς ὁ μέγας Αὐτοκράτωρ πάλιν γίνου!

    Ιωάννης Καρασούτσας, Η βάρβιτος ήτοι Συλλογή των λυρικών αυτού ποιημάτων, Αθήναι, τύποις Π. Σούτσα και Α. Κτενά, 1860, σσ. 25-27

  4. -Elisabeth Barret Browning, «Στην Ελλάδα»

    «…Και στρέφοντας σε σένα, ω Ελλάδα
    Σε χαιρετίζω με αγάπη και περηφάνια
    Κι όλη τη φλόγα της καρδιάς μου
    σ’ ενθουσιασμού άλαλη ξεχύνω
    Για σένα, άλλη μου πατρίδα της ψυχής μου.
    Παιδί ακόμα πρωτολάλητο
    Τα χείλη μου, ανοίξανε για σένα.
    Τα πρώτα αρπίσματα ήχησαν για σένα.

    Σε σένα η φαντασία μου ταξιδεύει
    Να πει τα παραμύθια της
    Και τώρα, την καρδιά μου Συ μαγεύεις
    Και χαίρομαι σαν ένας που πεθαίνοντας
    Οραματίζεται τα ουράνια και χαμογελάει.»
    (Ανθολογία Άγγλων ποιητών εμπνευσμένων από την Ελλάδα)

    -Lord Byron, «Τα Νησιά της Ελλάδας»
    1.
    Νάτα, νάτα της Ελλάδος τα νησιά, νάτην η γη
    Που η πυρρή Σαπφώ κι αγάπες και τραγούδια έχει σκορπίσει,
    Όπου εφανερώθη ο Φοίβος κι όπου η Δήλος έχει βγη
    Κι όπου κάθε τέχνη ειρήνης και πολέμου έχει βλαστήσει,
    Ένα αιώνιο καλοκαίρι λες κι’ ως τώρα τα χρυσώνει,
    Μα όλα τους, εξόν τον Ήλιο, τα βασίλεψαν οι χρόνοι.
    2.
    Ω του Ομήρου η μούσα τώρα, του Ανακρέοντα η λαλιά,
    Οι παλικαρίσιες άρπες κι οι κιθάρες των ερώτων,
    Νιώθουν δόξες πώχει διώξει κάθε μια σου ακρογιαλιά,
    Κι οι μεριές που τις γεννήσαν δεν ακούνε τον ηχό των,
    Όπου μυριαντιλαλιέται, ξακουσμένος κι απ’ τη Δύση
    Πέρα, εκεί που στων Μακάρων τα νησιά γελάει η φύση.
    3.
    Βλέπουν μέσ’ στον Μαραθώνα τα ολοτρίγυρα βουνά
    Και θωράει κι ο Μαραθώνας το γιαλό που απλώνει χάμου.
    Στέκω, συλλογιέται ο νους μου ξεχασμένος, και γυρνά,
    Κι ονειρεύομαι σε Ελλάδα πάλι ελεύθερη μπροστά μου,
    Τί δεν το χωράει ο νους μου νάμαι ορθός στον τάφο ως τώρα
    Των Περσών, και νάμαι σκλάβος και σε σκλαβωμένη χώρα.
    4.
    Πα στους βράχους, κάποιος ρήγας εθρονιάστη έναν καιρό,
    Ξάγναντα στη Σαλαμίνα τη γιαλοβγαλμένη κάτου,
    Βλέπει αμέτρητα καράβια, παλικάρια ένα σωρό
    Κι έθνη, που όλα, κι άλλα τόσα, κι άλλα τόσα, είναι δικά του.
    Όταν χάραζε η μέρα τα μετρούσε ακέρια ώς πέρα,
    Τάχατες τί νάχαν γίνει σαν βασίλευεν η μέρα.
    5.
    Σαν πού νάναι; σαν πού νάσαι, πες, πατρίδα μου και Συ,
    Κι αν αχούν τραγούδια ηρώων στο άλαλό σου το ακρογιάλι
    Τώρα, ωιμέ, παραφωνία λες κι αυτό είναι περισσή,
    Τί καρδιά παλικαρίσια μια δε θε να βρεις να πάλλει,
    Κι ήτανε γραφτό στη θεία και γλυκόλαλή σου λύρα
    Τώρα στ’ αχαμνά μου χέρια να την καταντήσει η μοίρα.
    6.
    Στην ανεξοδιά τη μαύρη κάτι ακόμα μου απομένει
    Κι αν μέσ’ σε γενιά από δούλους αλυσόδετος, ω αλί μου,
    Της ντροπής το κοκκινάδι για πατρίδα σκλαβωμένη,
    Που με κάνει τραγουδώντας να σκεπάζω τη μορφή μου.
    Ποιητή, τί έχεις να κάνεις άλλο εδώ, μια κοκκινάδα
    Για κάθε Έλληνα να νιώθεις και να κλαις για την Ελλάδα.
    7.
    Το αίμα χύναν οι γονιοί μας κι εμάς άλλο απ’ της ντροπής
    Κι απ’ το θρήνο περασμένων μεγαλείων δε μας μένει;
    Γης, τα σωθικά σου σκίσε, να μας δώσεις πίσω, ω γης,
    Ένα λείψανο απ’ της Σπάρτης τη γενιά την ξακουσμένη.
    Από τους τριακόσιους δος μας τώρα τρεις μονάχα, ω χώμα,
    Και καινούριες Θερμοπύλες θε ν’ αναστηθούν ακόμα.
    8.
    Τι, σιωπή, και πάλι, ακόμα, παντού κι όλα σιωπηλά;
    Μα όχι, να! των πεθαμένων οι φωνές αχούν θλιμμένα,
    Σαν το βουητό χειμάρρου μακρυσμένου που κυλά,
    Κι αποκρένουνται, ένα μόνο ζωντανό και μόνον ένα,
    Ένα ανάστησε μονάχα, φτάνουμε. Μα οι ζωντανοί
    Πιο κι απ’ τους νεκρούς νεκροί είναι, πιο δεν έχουνε φωνή.
    9.
    Μάταια όλα, λύρας άλλης και συ βάρεσε χορδές,
    Φέρτε ώς πάνω τα ποτήρια με γλυκό κρασί της Σάμου,
    Μάχες κι άρματα στων Τούρκων παρατήστε τις ορδές,
    Κι αίματα απ’ της Χίου τ’ αμπέλια χύσετε μονάχα χάμου.
    Νά, προσέξτε, ακούστε, ακούστε, βακχοπούλες φλογισμένες
    Στο άτιμο το κάλεσμά μου ξεπετούνε φρενιασμένες.
    10.
    Σέρνετε ώς τα τώρα ακόμα τον Πυρρίχιο χορό,
    Των Πυρριχιστών η φάλαγξ όμως τώρα τί έχει γίνει,
    Απ’ τις δύο διδασκαλίες πιο αλησμόνητη, θαρρώ,
    Θάπρεπεν η πλέον αντρίκια κι ευγενέστερη να μείνει.
    Τα ψηφιά του Κάδμου ως τώρα πώχεις μπρος σου, στη ζωή σου,
    Μη και τάφερε για σκλάβους; Συλλογίσου! Συλλογίσου!
    11.
    Με γλυκό κρασί της Σάμου φέρτε ώς πάνου το κανάτι,
    Μακριά από μας να διώξει τέτοια λόγια σοβαρά.
    Του Ανακρέοντα τη λύρα με μαγείες πλημμυρά,
    Μη κι αυτός δεν ήταν δούλος, δούλος μα του Πολυκράτη;
    Τύραννος κι αυτός αλήθεια, μα ώς κι οι τύραννοι, στοχάσου,
    Πατριώτες ήταν τότες κι απ’ την ίδια τη γενιά σου.
    12.
    Τύραννο κι η Θράκη ωστόσο θε να πεις πως έχει ιδεί,
    Μα τον τύραννον εκείνον τον ελέγανε Μιλτιάδη,
    Ω! να μας δανείζαν τώρα τέτοιον ένα απ’ τον Άδη,
    Της ελευτεριάς το πρώτο, το πιο ολόλαμπρο παιδί.
    Γιατί οι αλυσίδες όλες που η αγάπη έχει πλεμμένες
    Λες πως μη τυχόν και φύγει την κρατούνε στεριωμένες.
    13.
    Τα ποτήρια όλα, ώς τ’ αχείλι, με Σαμιώτικο κρασί·
    Πάνω στου Σουλίου τα βράχια και στης Πάργας τ’ ακρογιάλι
    Θε να βρεις απομεινάρια της γενιάς που έχουνε βγάλει,
    Σπαρτιάτισσες μανάδες με λαχτάρα περισσή.
    Των Ηρακλειδών ο σπόρος ποιος το ξέρει αν κει πέρα
    Δεν προσμένει πιο γιγάντιος, για να κατεβεί μια μέρα.
    14.
    Λογαριάζετε στους ξένους για τη λευτεριά σας τάχα;
    Μα όλοι αυτοί έχουν βασιλιάδες που αγοράζουν και πουλούν·
    Στα παιδιά σας, στα σπαθιά σας τρέξτε, αρπάχτε, εκεί μονάχα
    Θε να βρείτε ελπίδες θάρρους όπου νίκες καρτερούν.
    Κι ας βιγλούν τα τουρκασκέρια κι η ψευτιά της φραγκοσύνης
    Για να σπάσουν τις ασπίδες κάθε παλικαροσύνης.
    15.
    Βάλτε ώς πάνω στα ποτήρια το Σαμιώτικο κρασί,
    Οι κοπέλες μας στον ίσκιο το χορό καλά βαστούνε,
    Μα θωρώντας κάθε μια τους τί ομορφιά έχει περισσή,
    Και τα μαύρα, ω τα πανώρια, μάτια που λαμποκοπούνε,
    Με φλογώνει, ωιμέ, το δάκρυ, γιατί ο κόρφος κάθε μιας
    Πικροβύζαστο ετοιμάζει γάλα δειλίας και σκλαβιάς.
    16.
    Φέρετέ με στου Σουνίου τα γκρεμνά τα μαρμαρένια,
    Όπου εκεί, με το δικό μου και το κλάμα του κυμάτου,
    Θα σαρώνουνται σμιγμένα δίχως καν αντίλαλου έννοια,
    Σαν τον κύκνο ας να πεθάνω τραγουδώντας εκεί κάτου,
    Τι δική μου δε θα γίνεις, ω των σκλάβων χώρα εσύ,
    Κάτω τα ποτήρια, χύστε το Σαμιώτικο κρασί.
    [πηγή: Τραγούδια για την Ελλάδα, μτφ. Στέφανος Μύρτας, Εκδόσεις Μπάυρον, Αθήνα 1983, σ. 63-68]

  5. Διάλεξη για την Ελλάδα

    Μείναν στο σπίτι τα παιδιά κι οι μέρες μας περνούσαν
    Μ’ ένταση λάγνων εραστών και μ’ αρμονία αγγέλων.
    Πώς μας φαινόταν μακρινό το πρώτο εκείνο βράδυ
    Τώρα σαν κάναμε έρωτα και σχέδια για το μέλλον!

    Σαν από κάποια επίδραση πειθήνιοι, υποταγμένοι
    Της κάναμε έρωτα κι οι δυο, είτε μαζί είτε χώρια·
    Λες κι όπως ήταν αέρινη, λευκή και μεταξένια
    Σαν πνεύμα μάς παράσερνε σ’ ακολασίες κι όργια…

    Μ’ άρχισε να μας ενοχλεί με τον καιρό η Αγγλία –
    Η βρώμα, η τυπικότητα, η ανήλια πρασινάδα.
    Σε μια συζήτηση λοιπόν που ’χαμε μεταξύ μας
    Τους έριξα την πρόταση: «Δεν πάμε στην Ελλάδα!»

    Καθόμασταν στο πάτωμα σε τρίγωνο (όπως πάντα
    Σε κάθε μας συζήτηση) πάνω σε μια φλοκάτη
    Που ‘χαμε πάρει επίτηδες πλατιά για κάθε χρήση
    Κι από τραπέζι αυτοστιγμεί γινότανε κρεβάτι.

    Μάλιστα μόλις λίγο πριν είχαμε φάει για βράδυ
    Κι είχε προσθέσει μια παχιά σάλτσα στο γεύμα η Μίλυ
    Που επενεργεί αναπόφευκτα μετά από δυο-τρεις ώρες
    (Καθώς με διαβεβαίωναν τουλάχιστον οι φίλοι).

    «Να πάμε στην Ελλάδα, πώς!» δεν ήξεραν ωστόσο
    τη χώρα και τα σχετικά για να ’χουν βέβαια γνώμη.
    Μόνο μια ιδέα είχαν θολή για Κρήτη και Μυκήνες,
    Για τ’ Άγιον Όρος, τους Δελφούς κι ένα δυο μέρη ακόμη.

    Τώρα, συμβαίνει κάποτε ν’ ανάβει μέσα μου αίφνης
    Λαμπτήρας άλλου χρώματος, άλλος εαυτός ν’ ανάβει
    Και πέφτει ο πρώτος σε βαθύ σκοτάδι ανυπαρξίας
    Σαν να ’παθε προσωρινή ο σιχαμένος βλάβη.

    Βάλθηκα μ’ έμπνευση λοιπόν να τους κατατοπίσω
    Μη θέλοντας τους αμαθείς εξάλλου να προσβάλλω.
    Μίλησα γι’ αρχαιότητα, Βυζάντιο, εικοσιένα
    Για θαύματα κι οράματα το ’να μετά από τ’ άλλο.

    Πέρασα συνεχίζοντας στη σύγχρονη Ιστορία,
    Στις δυναστείες, τα κόμματα, την εθνική υποτέλεια·
    Δικτατορίες, κινήματα, δόξες και ψευδαισθήσεις –
    Μιαν Ιστορία όλη μαζί για δάκρυα και για γέλια.

    Φτάνοντας και στην τωρινή κατάσταση της χώρας
    Των πόλεων, της παιδείας μας, της γλώσσας και του τύπου
    Κι ενώ μ’ ακούγαν σαν τρελό στην έξαρση του πάθους
    Συμπλήρωσα τη διάλεξη με τούτα δω περίπου.
    .
    «ΝΟΜΙΖΩ ότι είναι ζήτημα μιας-δυο γενιών ακόμα
    Καθώς ο κόσμος προχωρεί με τόση γρηγοράδα
    Δίχως αντίσταση ηθική στον υλισμό της Δύσης
    Να πάψει πια να υφίσταται η Ελλάδα σαν Ελλάδα.

    Μπροστά στην πολιτιστική την άνευ προηγουμένου
    Επίθεση που δέχεται χρόνια και χρόνια τώρα
    Αποκομμένος ο λαός απ’ την παράδοσή του,
    Χωρίς θρησκεία και χωρίς πνευματική ενδοχώρα,

    Δεν έχει τί αντιπρόταση στον κόσμο μας να κάνει·
    Δεν έχει μήνυμα καθώς, ας πούμε, το Βυζάντιο,
    Δική του δηλαδή εκδοχή του κόσμου και τ’ Ανθρώπου
    Που σ’ όποιες άλλες εκδοχές στέκει με πίστη ενάντιο.

    Και τώρα πώς ν’ αντισταθεί στη γοητεία της Δύσης
    Που από την ενδοχώρα της, Λάιπτσικ Ρώμη Οξφόρδη,
    Κίνησε ο ματεριαλισμός νά ’ρθει και στην Ελλάδα,
    Κι ας κάναν μεταφυσικές οι κόμητες κι οι λόρδοι!

    Η Λόκχηντ, η Γουνάιτεντ Φρουτ, η Τζένεραλ Ελέκτρικ,
    Η μπόμπα, το Έιτζ, η ρύπανση κι άλλα πολλά είναι απόρροια
    Των χρόνων του διαφωτισμού, του Χιουμ και του Βολταίρου –
    Δικά τους κακουργήματα, δικά τους πανωφόρια.

    Έτσι κι αν αποβλακωθούν στο τέλος οι Ευρωπαίοι
    Απ’ όποιο χολυγουντιανό ναρκωτικό ή σιρόπι,
    Αν το συλλογιστεί κανείς, τί ’χανε και τί χάσαν!
    Μήπως ο αμερικανισμός δεν βγήκε απ’ την Ευρώπη;

    Και νά η Ελλάδα, η κιβωτός της μνήμης των Αρχαίων,
    Η Ελλάδα των Βυζαντινών, η Ελλάδα τ’ Αγιονόρους
    Που ξεκωλιάρα και λωλή αναγνωρίζει τώρα
    Πνευματικούς προγόνους της κι αυτή τους σταυροφόρους.

    Χωρίς και να ’χουμε οι Ρωμιοί των Φράγκων την παιδεία
    Μήτε τις ικανότητες αλλού παρά στο τάβλι·
    Αγράμματοι κι ατομιστές σαν πίθηκοι στα δέντρα
    Κι όπως εκείνοι ευέλικτοι, μιμητικοί και φαύλοι.

    Διόλου παράδοξο λοιπόν που μια κι απαρνηθήκαν
    Το πρόσωπό τους οι Έλληνες σκαρτέψαν και τη φύση·
    Σαν εξουσία ανάλγητη κι εφιαλτική η Αθήνα
    Μας κυβερνά προσποιούμενη το Τόκιο ή το Παρίσι…

    Ψηλά πάνω απ’ την Αττική πετάς με τ’ αεροπλάνο
    Κι όλα είναι αγνά κάθε βουνό και κάθε λιμανάκι·
    Μα κάτω η πίκρα, ο κυνισμός, η ματαιωμένη ελπίδα·
    Κάτω η Σταδίου, η Αχαρνών, η Εμμανουήλ Μπενάκη.

    Έξω από πόρτα όταν περνάς σε διάδρομο ή σε δρόμο
    Μέσα θα διαπληκτίζονται σ’ αχρεία πάντα γλώσσα.
    Για χρήματα θα ’ναι ο καυγάς όπου σταθείς κι ακούσεις:
    Για μπάζα μάσα και λουφέ, για «πόσα» και για «τόσα»…

    Ανασφαλείς για χρήματα, δουλοπρεπείς για θέσεις,
    Γινόμαστε απ’ αντίδραση θρασείς και βωμολόχοι,
    Βρίζουν ανεύθυνα οι Ρωμιοί και βλαστημούν σαν βόθροι
    Αλλά την κρίσιμη στιγμή δεν έχουν «ναι» ή «όχι»!

    Με την κινητικότητα του νου πίσω απ’ το βλέμμα
    Την έλλειψη ειλικρίνειας, την απουσία σθένους
    Σου κουβεντιάζουν με διπλή στα μάτια τους εστία
    Εκτός μονάχα απ’ τους νεκρούς κι από τους πεθαμένους…

    Όπως εκείνοι είμαι κι εγώ, μην έχετε αυταπάτες·
    Όπως κι οι άλλοι της φυλής λέτσοι και καρκαλέτσοι·
    Μα στα κουσούρια τα εθνικά μού ’χει προσθέσει η φύση
    Μια διαστροφή πρωτότυπη του χαρακτήρα κι έτσι

    Μπορώ βαθιά να ερωτευτώ κάθε σημείο του κόσμου:
    Τον Καναδά το Μπαγκλαντές το Τσαντ το Νότιο Πόλο,
    Μόνο με μια προϋπόθεση: να ’ναι πατρίδα κάποιου
    Και σαν πατρίδα την πονεί – ας είναι αυτό όλο κι όλο!

    Μ’ αυτόν που των προγόνων του τιμάει σεμνά τους τάφους
    Μαζί του τους τιμώ κι εγώ, όποιος κι αν είναι εκείνος·
    Ένα τραγούδι άλλου λαού με κάνει να ξεχνιέμαι:
    Γίνομαι Ίνδός ή Νορβηγός ή Τούρκος ή Βεδουίνος.

    Ε νά λοιπόν, αισθάνομαι πως σήμερα η Ελλάδα,
    Του Μακρυγιάννη η Ρούμελη κι η Σπάρτη του Λεωνίδα,
    Κανένας δεν την αγαπά δεν την πονεί κανένας,
    Δεν είναι χώρα κανενός και κανενός πατρίδα.

    Αισθάνομαι (και κόμπιαζα) πως όπως ήδη η Αθήνα,
    Από την άγια Κρήτη μας μέχρι την άγια Θράκη,
    Και με το μπουμ του τουρισμού γίνεται χρόνο-χρόνο
    Ξενόγλωσσο κι απάτριδο και δούλο Κολωνάκι.

    Για μένα ο μεγαλύτερος πολιτικός της χώρας
    Θα ‘ναι ένας νέος Περικλής που με καημό και θάρρος
    Θα κάνει απλώς μια ένεση στον τόπο ευθανασίας
    Να ’ρθει ταχύς ο θάνατος και σπλαχνικός ο χάρος.

    Απ’ τα παρόντα κόμματα κι από τους κομματάρχες
    Αριστεράς και δεξιάς σχεδόν το περιμένω·
    Γι’ αυτό κι η ευγνωμοσύνη μου στη σύνολη ηγεσία
    Δεν είναι αδικαιολόγητη, καλοί μου, εν προκειμένω!»

    ΝΙΚΟΣ ΦΩΚΑΣ, Παρτούζα, 1991-απόσπασμα
    (πρώτη δημοσίευση: περ. Σπείρα, τχ. 8, 1981)

  6. Πολύ καλό!!!!!…..

    -«Μικρή Ελλάδα», Εύα Βόγλη-Απόστολος Καλτσάς

    «Θάλασσα κι ουρανός, στάχυα, τζίτζικες και πεύκα
    Να με κερνάνε φως και γλυκό του κουταλιού
    Σε μιαν αυλή καφές και ντομάτα απ’ το περβόλι
    Σταφύλι και φιλί, οίστρος του μεσημεριού
    Ό,τι αγαπώ, ό,τι πενθώ, ό,τι στην ψυχή μου μοιάζει
    Διάφανο είναι και μικρό και στο ύψος μου ταιριάζει
    Κόσμε μικρέ του Ανθρώπινου κόσμε μέγα του Αοράτου
    Μέσα μου σπάει η αλήθεια σου σαν απόηχος θανάτου
    Λέξεις πολύ μικρές: έρως, πυρ, ηχώ και έαρ
    Γράμματα μαγικά: θήτα, ύψιλον και φι
    Η φλόγα ενός λαού μέσα στη ματιά του Μίκη
    Και στα τραγούδια μας λυτρωμός και προσευχή
    Ό,τι αγαπώ, ό,τι πενθώ, ό,τι στην ψυχή μου μοιάζει
    Διάφανο είναι και μικρό και στο ύψος μου ταιριάζει
    Κόσμε μικρέ του Ανθρώπινου κόσμε μέγα του Αοράτου
    Τώρα η φωνή σου ακούγεται σαν απόηχος θανάτου
    Ό,τι αγαπώ, ό,τι πενθώ, ό,τι στην ψυχή μου μοιάζει
    Διάφανο είναι και μικρό και στο ύψος μου ταιριάζει
    Ήλιε νοητέ της χώρας μου έλα πάρε το σκοτάδι
    Κάνε τη σκέψη μου πανί την αγάπη μου καράβι
    Της μάνας την ευχή και του ποιητή το λόγο
    Θα ‘χω για φυλαχτό στην καταιγίδα που θα ‘ρθει»

    -Ζαννέτα Καλύβα-Παπαϊωάννου, «ΛΙΓΟ ΑΚΟΜΑ, ΕΛΛΑΔΑ ΜΟΥ»

    «… Λίγο ακόμα, Ελλάδα μου,
    για να δούμε τις αμυγδαλιές ν’ ανθίζουν,

    τα κυκλάμινα να φυτρώνουν,
    οι ανεμώνες να ξεπροβάλλουν στα δάση
    και το θυμάρι να ζωντανεύει και να μοσχοβολά.

    … Λίγο ακόμα, Ελλάδα μου,
    κι ο ήλιος θα ζεστάνει την ψυχή μας,
    το κορμί μας, την ύπαρξή μας
    για να νιώσουμε τον ερχομό της Άνοιξης,
    της ζεστασιάς, της ξενοιασιάς μα και της αναγέννησης.

    … Λίγο ακόμα, Ελλάδα μου,
    για να ιριδίσουν τα δέντρα στα βουνά,
    να κελαηδούνε τα πουλιά,
    να γυρίσουνε οι γλάροι,
    ακολουθώντας πιστά τα πλοία της γραμμής.

    … Λίγο ακόμα, Ελλάδα μου,
    και θα κυματίζει ήρεμα η θάλασσα
    μες του Αιγαίου και του Ιονίου τα νησιά
    και θα ονειροπολείς και θα πιστεύεις
    πως έφθασε η ώρα της απονομής της δικαιοσύνης.

    … Λίγο ακόμα, Ελλάδα μου,
    για να κεντήσουμε τον καμβά της ζωής μας
    με αλληλεγγύη, σεβασμό στον συνάνθρωπό μας,
    χαρά, ευτυχία, δημιουργία, φιλία
    και προπαντός, ελπίδα, πίστη και Αγάπη.

    … Τότε
    ο ήλιος θα φωτοδοτεί νέους ορίζοντες,
    ο ήχος της καμπάνας θα ακούγεται αναστάσιμος,
    ανθισμένα ρείκια, μυρτιές και κουμαριές
    θα μοσχοβολούν και θα ευωδιάζουν την ζωή μας!»
    (http://www.mcnews.gr/logotexnia/poihsh/ligo-akoma-ellada-mou-poihma-tis-zanetas-kaliva-papaioannou.html)

  7. Διονύσης Σαββόπουλος & Ελένη Βιτάλη – Μικρή Ελλάδα

    13. ΜΕΤΕΩΡΗ ΕΛΛΑΔΑ

    Μα τι ωραίο πρωινό, τι δροσερός αγέρας.
    Η νύχτα φόρεσε ξανά τ’ άμφια της ημέρας
    κι ο ήλιος που ξεπρόβαλε φωτίζει τις ψυχές
    θυμίζοντας σε όλους μας ένδοξες εποχές.

    Παντού τριγύρω θέληση, χαρά κι ευγνωμοσύνη.
    Τα πάντα άγαπη δέχονται με τόση καλοσύνη°
    άνθη, καρποί και πλάσματα. Θαρρείς πως και οι Βράχοι
    σαλεύουν με τη χαραυγή, παύουν να ζουν μονάχοι.

    Γαλήνια η ατμόσφαιρα, μα πέρα απ’ τη λιακάδα
    ένα κορίτσι στέκεται, με τ’ όνομα Ελλάδα.
    Είναι μικρό, περίλυπο, σύννεφα το σκεπάζουν.
    Δεν είναι σαν τ’ άλλα παιδιά, εκείνα διασκεδάζουν.

    Μα τούτο στέκει μοναχό και μες στην καταιγίδα
    ζυγώνει η μητέρα του, η όμορφη Ελπίδα:
    «Τι έχεις χελιδόνι μου και στην ψυχή σου βρέχει;
    Γιατί από τα μάτια σου ο ήλιος τόσο απέχει;

    Έλα, πλησίασε κοντά και πες μου τι συμβαίνει,
    δεν σου αξίζει κόρη μου να είσαι λυπημένη».
    Η κόρη τότε ύψωσε το βλέμμα της κάθαριο
    κι απήντησε μ’ ευλάβεια και θαυμαστό κουράγιο:

    «Σ’ ευχαριστώ μητέρα μου που νοιάζεσαι για μένα
    και από σε παράπονο δεν έχω ούτε ένα.
    Όμως πληγώνομαι γιατί τα υπόλοιπα παιδιά
    με αποφεύγουν και, μαμά, μου σπάνε την καρδιά.»

    «Το κάνουν αυτό μάτια μου κυρίως από ζήλεια,
    που ‘χεις κατάξανθα μαλλιά, σαν λαμπερά κοχύλια.
    Οπού ‘χεις πνεύμα ανήσυχο, οπού ‘χεις ευφυΐα.
    Αυτά θύμησου και δική σου χάραξε πορεία.»

    «Ίσως να έχεις δίκιο, ειλικρινά το ξέρω
    με πίστη και μ’ υπομονή πως θα τα καταφέρω.
    Αρκεί να είσαι πλάι μου, τότε δεν θα δακρύζω
    και αν και είναι δύσκολο, θα προσπαθώ να ελπίζω.»

    «Θέλει μεγάλη δύναμη για να το καταφέρεις.
    Αν αφεθείς απ’ τη ζωή, μάλλον θα υποφέρεις.
    Εγώ όμως θα ‘μαι έκει κοντά και πάντα στο πλευρό σου
    για να υπάρχω και να ζω μόνο για το καλό σου.»

    – «Το υπόσχεσαι;»
    – «Τ’ ορκίζομαι!»
    Κι οι Βράχοι εμειδίασαν, οι αστραπές κοπάσαν,
    τα σύννεφα ξεθώριασαν και οι φωνές σωπάσαν.
    Κι η μάνα εψιθύρισε στ’ αφτί της θυγατέρας:
    «Μα τι ωραίο πρωινό, τι δροσερός αγέρας»…

    ΑΓΓΕΛΟΣ ΒΛΙΩΡΑΣ

    ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ -΄Ετσι είμαστε
    Έτσι είμαστε, αδερφέ μου κι έτσι μένουμε,
    ταξιδιώτες στη λιακάδα
    κι ένα πλοίο η Ελλάδα και πηγαίνουμε…

  8. -Γιώργος Καραντώνης, «Ενα μικρό ποίημα για τη Μεγάλη Ελλάδα»

    «Εδώ σ’ αυτά τα χώματα
    τα ίδια πάντα χρώματα
    το πράσινο, το μπλε και το γαλάζιο
    με τα γερμένα δέντρα απ’ τους αγέρες των καιρών.
    Ενα άγγιγμα ελληνικό
    κάτω απ’ τον ίδιο απαράλλαχτο ουρανό
    τώρα που ανασταίνονται οι εφήμεροι θεοί
    σαν τ’ άνθη τ’ ανοιξιάτικα
    και η αθάνατη τέχνη συνέχεια μέσα απ’ τ’ αρχαία χαλάσματα
    πεθαίνει και ανασταίνεται,
    πάντα χτυπιούνται οι εποχές
    μέχρι ν’ αποκτήσει χρώμα ο χρόνος.
    Μα από των ναών τ’ ανοίγματα
    προβάλλει και λαμποκοπά
    η πιο μεγάλη ποίηση
    η πιο μεγάλη Ελλάδα
    η Μεσόγειος.

    Ολο πλαταίνει η θάλασσα ακούραστα μακραίνει η Ιστορία.»
    (http://douridasliterature.com/poihmata.html)

  9. Δήμος Μούτσης – Να!

    Να!

    Ιδού λοιπόν η εποχή των συμπλεγμάτων.
    Ο απέναντι με ακούει με απορία και μετά,
    «Να κι αν είναι κι αν δεν είναι» μου απαντά.
    «Να, να , να!…»
    Ιδού λοιπόν η εποχή των συμπλεγμάτων.
    Είναι τα οράματα που λείπουν
    «διότι», «δεν» και τα λοιπά,
    είν’ ο φόβος, όχι τίποτα σπουδαίο φυσικά,
    μα που μας κάνει ξαφνικά,
    για ό,τι υπάρχει ένα γύρω να μη δίνουμε μια
    και «Να, να , να!…»

    Για τα παιδιά που περιμένουν κι ελπίζουν
    νύχτα μέρα με παυσίπονα και ηρεμιστικά,
    μήπως έχουμε κάτι να πούμε; Ε, όχι δα!
    Εμείς «Να, να , να!…»
    Για τους φαντάρους που ονειρεύονται τις νύχτες
    κι έναν ύπνο ανεξύπνητο κοιμούνται στη σκοπιά,
    μήπως έχουμε κάτι να πούμε; Ε, όχι δα!
    Εμείς «Να, να , να!…»

    Κάθε φορά που η ζωή μας ακριβαίνει.
    Τι περίεργη λιτότης! Δύο μέτρα, δυο σταθμά.
    «Η Ελλάδα μας πληγώνει». Ε, καλά!
    Εμείς «Να, να , να!…»
    Εμένα πάντως η Ελλάδα με μουντζώνει,
    όμως εσένα πονηρούλη σε πληρώνει τελικά,
    μου αγοράζεις ένα ύφος ακριβά ή φτηνά
    και «Να, να , να!…»

    Αυτοκράτορας σκοτώνει τη μαμά του, λέει
    διαγράφονται οι λέξεις άγιος Μέγας και τα λοιπά.
    Ιστορίες θα λέμε τώρα; Ε, όχι δα!
    Εμείς «Να, να , να!…»
    Τετρακόσια χρόνια φάγαμε τους Τούρκους.
    Συνηθίσαμε και τρώμε και τους Έλληνες μετά.
    Τέτοιες ώρες, τέτοια λόγια. Ε, καλά!
    Εμείς «Να, να , να!…»

    Όλα αλλάζουν, ξαναλλάζουν κι αλαλάζουν.
    Ένας κόσμος σαν κοπάδι αλαφιασμένο τριγυρνά.
    Οι κερκίδες τι σημαίνουν; Ε, καλά.
    Εμείς «Να, να , να!…»
    «Το μυαλό μου είναι σε φάση να σαλτάρει».
    Τούτ’ η φράση μου ‘χει μείνει από τα Νέα Ελληνικά.
    «Πολυτέλειες» θα μου πείτε. Ε, καλά!
    Εμείς «Να, να , να!…»

    Ιδού λοιπόν η εποχή των συμπλεγμάτων.
    Ο απέναντι με ακούει, με κοιτάζει και μετά
    «Πόση αλήθεια κρύβει ετούτ’ η ιστορία μου απαντά».
    Κι εκεί τελείως ξαφνικά,
    Μου θυμίζει κάτι λόγια – κάτι λόγια γνωστά
    ωραία κι αληθινά.
    «Το λουλουδάκι αυτό δεν ήταν για μας.
    Το κόψαμε, το φάγαμε και το φτύσαμε μετά».
    αλλά για τέτοια θα λέμε τώρα; Ε, όχι δα!
    Εμείς «Να, να , να!…»

    Δήμος Μούτσης

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: