Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (170ο): «Πάθος – πάθη»…

 

-«Με τι καρδιά, με τι πνοή,
τι πόθους και τι πάθος
πήραμε την ζωή μας.• λάθος!
κι αλλάξαμε ζωή»
(Γ. Σεφέρης)

 

-«…Σ᾿ αὐτὴν ἐδῶ τὴ γειτονιὰ
ἂς ἤμουν φωτογράφος
νὰ ὑπηρετῶ τὴν ὀμορφιὰ
μὲ τέχνη καὶ μὲ πάθος…»

(Ντ. Χριστιανόπουλος)

-«Δὲν ἔχει ἡ ἁπαλὴ ψυχὴ βραχώδη πάθη
καὶ πάντα λέει τὸ τραγούδι τῆς ὑπομονῆς.
Ὢ θὰ γυρίσουμε στὴν ὀμορφιὰ
μία μέρα…
Μὲ τὴ θυσία τοῦ γύρω φαινομένου
θὰ ἀνακαταλάβει, ἡ ψυχὴ τὴ μοναξιά της.»

(Ν. Καρούζος)

 

 

-Μιχάλης Γκανάς, «Η διάρκεια είναι πάθος»

«Να μην κοιτάς, λοιπόν, μα να παρατηρείς.
Γιατί η παρατήρηση έχει διάρκεια.
Κι η διάρκεια είναι πάθος.

Η διάρκεια είναι πάθος.
Ένα πάθος που σιγοκαίει.
Σύμφωνοι χωρίς φλόγες αφού τις καταπίνει.
Αλλά και χωρίς καπνούς. Με λιγότερη στάχτη.
Δεν κορώνει μου λες. Ούτε κρυώνει.
Αντιθέτως κρατάει ζωντανή τη φωτιά.
Έστω τη σπίθα. Είναι κάτι κι αυτό.
Είναι πολύ. Είναι αυτό που μας λείπει.

Η διάρκεια είναι πάθος.
Ένα πάθος που δεν βλέπεις στο σινεμά
γιατί οι ταινίες διαρκούν το πολύ δυο ώρες
κι όταν πέφτει το τέλος
η ζωή συνεχίζεται.
Είρήσθω εν παρόδω όχι όπως θέλουμε
αλλά όπως μπορούμε.

Η διάρκεια είναι πάθος.

Ιδιαίτερα στην αγάπη.
Σου το λέω εγώ που αγαπώ
τόσους ανθρώπους επί τόσα χρόνια
χωρίς να το ξέρουν.
Μεταξύ μας για μένα τους αγαπώ.
Μου κάνει καλό.
Όπως η αγάπη μου για σένα φερ’ ειπείν.
Με κάνει καλύτερο.
Καλύτερο κι από σένα ενίοτε.
Έλα, σε πειράζω.

 

Δώσ’ μου το χέρι σου να το κοιμίσω.
Είναι παλτό ξεκούμπωτο η νύχτα
προβιά σφαγμένου ζώου που ανασαίνει ακόμα.
Κοιμήσου – η καρδιά μου ξαγρυπνά.

(Μιχάλη Γκανά, «Ο ύπνος του καπνιστή»)

 

 

-Τίτος Πατρίκιος, «Πάθη»

Ποιο πάθος λες;
Αυτό ν’ αφήνεσαι ρευστός
σε κάθε ερεθισμό του χώρου σου;
Το πάθος ν’ απαντάς σα στρείδι;
Το πάθος να παλεύεις με τα πάθη σου
δε λογαριάζεις;
Κι έπειτα
για ποια λευτεριά του αδέσμευτου μιλάς;
Μες στη σκλαβιά τη θέλω εγώ τη λευτεριά σου.
Μες στη σκλαβιά, που για να καταλύσεις,
αναγνωρίζεις πρώτα κι αποδέχεσαι.

(http://3pointmagazine.gr/)

 

 

Ράινερ Μαρία Ρίλκε, «Πριν από τα πάθη»

 “Αν αυτό ‘χες θελήσει, δεν έπρεπε μέσα

από σπλάχνα γυναίκας να περάσεις:

ας έσκαβαν, σωτήρες για να βρουν τα σπλάχνα

των βουνών, όπου από το σκληρό το σκληρό βγαίνει.

Δεν νιώθεις πόνο εσύ, έτσι να ερημώνεις

την αγαπημένη κοιλάδα σου; δες την ανημποριά μου!

Δεν έχω παρά ρυάκια από γάλα κι από δάκρυα μόνο-

μα εσύ μέσα στο υπέρμετρο ήσουν πάντα…

Με πόση δε μου ευαγγελίστης πολυτέλεια!

Γιατί όμοια άγριος απ’ τα σπλάχνα μου δε βγήκες;

Αν μόνο τίγρεις χρειάζεσαι, να σε ξεσκίσουν,

γιατί μ’ έμαθαν, τότε, στον γυναικωνίτη,

ένα απαλό, καθάριο ρούχο να σου υφαίνω,

που, μήτε μια φορά, το πιο μικρό της ραφής ίχνος,

να σε στενοχωρά;- Η ζωή μου έτσι ήταν όλη,

και, τώρα, ξαφνικά, αναποδογύρισες τη φύση.”

(Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Ποιήματα, μτφ. Άρης Δικταίος, εκδ. Σ. Ι. Ζαχαρόπουλος)

 

 

-Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ, «Φόβος το νέο πάθος»

«Οι πληγές δεν ανθίζουν πια

σε ποιήματα και τραγούδια ·

κακοφορμίζουν μονάχα.

Η θάλασσα δεν είναι πόθος

που πλέει στ’ανοιχτά

αλλά φόβος του βυθού.

Τι έγινε η χαρά της ζωής

που καταχτούσε την κάθε στιγμή

ακόμη κι όταν η μέρα ξημέρωνε δυσοίωνη;

Τώρα πόνος κανένας

δε μαστίζει το κορμί

αλλά το μέσα το αλυσοδένει

ένας νέος παντοδύναμος τύρρανος:

ο φόβος.

Ήρθε ο φόβος και σάρωσε

όλα τα πάθη.

Ο έρωτας τώρα μοιάζει

πότε με ζητιάνο στη γωνιά

και πότε με γελωτοποιό χωρίς δουλειά

αφού κανέναν πια δεν κάνει να γελάσει.

Ένα είναι το πάθος · ο φόβος

π’απλώνεται σαν σάβανο

και όλα τα σκεπάζει.

Φόβος για την κατάρρευση

της φύσης, του κορμιού, του κόσμου.

Τώρα αντί να ουρλιάζει το μέσα

«Τι ωραίος που είναι αυτός!»

μια είναι η φωνή που κυριαρχεί:

«Πρόσεχε!»»

(http://kissmygrass.gr/)

 

 

-Κική Δημουλά, «Τα πάθη της βροχής»

«Εν μέσω λογισμών και παραλογισμών
άρχισε κι η βροχή να λιώνει τα μεσάνυχτα
μ’ αυτόν τον νικημένο πάντα ήχο
σι, σι, σι.
Ήχος συρτός, συλλογιστός, συνέρημος,
ήχος κανονικός κανονικής βροχής.
Όμως ο παραλογισμός
άλλη γραφή κι άλλην ανάγνωση
μου ‘μαθε για τους ήχους.
Κι όλη τη νύχτα ακούω και διαβάζω τη βροχή,
σίγμα πλάι σε γιώτα, γιώτα κοντά στο σίγμα,
κρυστάλλινα ψηφία που τσουγκρίζουν
και μουρμουρίζουν ένα εσύ, εσύ, εσύ.
Κάθε σταγόνα κι ένα εσύ,
όλη τη νύχτα
ο ίδιος παρεξηγημένος ήχος,
αξημέρωτος ήχος,
αξημέρωτη ανάγκη εσύ,
βραδύγλωσση βροχή,
σαν πρόθεση ναυαγισμένη
κάτι μακρύ να διηγηθεί
και λέει μόνο εσύ, εσύ,
νοσταλγία δισύλλαβη,
ένταση μονολεκτική,
το ένα εσύ σαν μνήμη,
το άλλο σαν μομφή
και σαν μοιρολατρία,
τόση βροχή για μια απουσία,
τόση αγρύπνια για μια λέξη,
πολύ με ζάλισε απόψε η βροχή
μ’ αυτή της τη μεροληψία
όλο εσύ, εσύ, εσύ,
σαν όλα τ’ άλλα να ‘ναι αμελητέα
και μόνο εσύ, εσύ, εσύ.»

(Κ. Δημουλά, Το λίγο του κοσμου, Στιγμή)

 

 

Μυρτιώτισσα, «Πάθος»

«Ω! τα μάτια, τα μάτια σου
που όλο χρώματ’ αλλάζουν,
με γητεύουν τα μάτια σου
και βαθιά με σπαράζουν.

Μες στα χέρια – τα χέρια σου –
τα γερά, τ’ ατσαλένια,
τρεμουλιάζουν τα χέρια μου
σαν πουλιά λαβωμένα!

Και το σώμα, το σώμα σου,
νευρικό κι ανδρειωμένο,
πώς το λιώνει το σώμα μου
το βαριά κουρασμένο.»

(http://www.poiein.gr/archives/5827)

Advertisements

Single Post Navigation

13 thoughts on “Πες το με ποίηση (170ο): «Πάθος – πάθη»…

  1. Γρυπάρης, Ιωάννης
    «ΠΑΘΟΣ»

    ΤΕΡΡΑΚΟΤΤΕΣ

    ΠΑΘΟΣ
    ΩΣ πότε πιὰ ἡ ζωή μας νὰ σαπίζῃ
    σὰν τὰ στεκάμενα νερά, ἡ θλιμμένη
    καὶ μὲς στὸ βοῦρκο τῆς λιμνιᾶς νἀνθίζῃ
    λευκὰ παρθενικὰ ἡ Νυμφαία ντυμένη;

    Τὸ πάθος τὸ τρανὸ ζητῶ ποὺ ὁρίζει
    τὴ μοῖρα τῆς ζωῆς σὰ νά εἰταν ξένη
    καὶ τὴν τυφλὴν ἀπόφαση χαρίζει
    ποῦ ρίχνουνται στὰ κύματα οἱ πνιγμένοι.

    Πόθοι νόθοι κρυφοὶ καὶ πόθοι στεῖροι
    ποῦ ἀποτρυγᾶτε τὸ ἄρρωστο ὄνειρό μου,
    ἦρθε τὸ πάθος τὸ τρανὸ νὰ σύρῃ

    Καὶ μένα σκλάβο του ἔξω νοῦ καὶ νόμου,
    νὰ μάθω καὶ νὰ πῶ πῶς εἶναι ἴσως
    πιὸ δυνατὴ ἡ ἀγάπη κι ἀπ’ τὸ μῖσος.

    Ι. Γρυπάρης, Σκαραβαίοι και Τερρακότες, Αθήνα, Εστία, 1928, σ. σ. 69−70

  2. Federico García Lorca

    Τα χέρια μου αν μπορούσαν να μαδήσουν

    Τ’ όνομά σου προφέρω
    μες στις σκοτεινές νύχτες,
    σαν έρχονται τ’ αστέρια
    να πιούνε στο φεγγάρι
    και τα κλαδιά κοιμούνται
    των κούφιων φυλλωμάτων.
    Νιώθω, μ’ έχει κοιλώσει
    η μουσική και το πάθος.
    Ρολόι τρελό, που ψάλλει
    ώρες νεκρές, αρχαίες.

    Τ’ όνομά σου προφέρω
    τη σκοτεινή τούτη νύχτα
    και μου ηχεί τ’ όνομά σου
    μακρινό όσο ποτέ.
    Μακρινότερο απ’ όλα
    τ’ άστρα και θρηνώδες
    κι από βροχή γαλήνια.

    Θα σε θέλω, όπως τότε,
    καμιά φορά; Ποιο λάθος
    έχει η καρδιά μου κάνει;
    Αν διαλύεται η καταχνιά,
    άραγε, ποιο άλλο πάθος
    με περιμένει; Θα ‘ναι
    ήρεμο κι αγνό, τάχα;
    Αχ, αν τα δάχτυλά μου
    μπορούσαν να μαδήσουν
    ετούτο το φεγγάρι!

    Ζωή Καρελη
             «ΥΠΑΡΚΤΙΚΑ»
                               IV

    Τόσο είναι το πάθος μου της ζωής
    που θα μπορούσα να πεθάνω.

    Τόσο ζω που καταλαβαίνω
    πόσο πεθαίνω.

    Τόση είναι η ζωή μου
    που με πεθαίνει.

    Τόσο μπορώ να ζήσω
    που μπορώ ν’ αδιαφορήσω αν ζω.

    Τόσο ζητώ να ζήσω
    που δεν αντέχω να ζω.

  3. ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΣΙΔΗΡΑ
     

    ΤΑ ΠΑΘΗ ΤΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗΣ

    Προστακτική 
    Ἀπ’ ὅλες τὶς Προστακτικές
    ἀγάπησα μιὰ λανθασμένη
    ἐκείνη τοῦ Ἀλεξανδρινοῦ
    μὲ τὰ σαγηνευτικὰ ἀπανωτὰ τέσσερα ἔψιλον
    κάθε καινούργιο νὰ ἐπιτείνει πιὸ πολὺ
    τὴν ἱκεσία τοῦ ἄλλου.
    Τὸ ἀνεπανάληπτο: 
    ΕΠΕΣΤΡΕΦΕ
     
    Συναιρέσεις

                   Δεν σ’ αγαπώ
               σ’ αγαπάω
                       Οδ. Ελύτης

    Νὰ συναιρεῖς πάντα τὶς λέξεις ἄμεσα
    τὰ ρήματα σὲ –άω, –έω, –όω
    ἀκόμα καὶ σὲ –ηω ῶ
    ὅπως τὸ ζῶ
    κι ἂς συντομεύεις ἔτσι
    τὴν ζωή σου.,,,
    Εἶν’ ἐπικίνδυνο
    νὰ ἐκτίθεσαι  σὲ χάσματα
    καὶ νὰ παλινωδεῖς.
    Καλύτερα νὰ κλειδωθείς
    στὴν στεγανὴ ἀσφάλεια
    τῆς συναίρεσης.

    “Σε αγαπάω” σού λεγα
    μα εσύ “σε αγαπώ” ἀντέλεγες
    και ακριβολογούσες
    κι αυτή η μία συλλαβή
    που εξοικονομήθηκε
    άναρθρη
    είναι ότι αληθινό περίσσεψε
    απ’ τον εφήμερο, τον βιαστικό
    έρωτά σου.

    Ἀττικὴ σύνταξη

    Ἐκεῖνο τὸ… «Παιδία παίζει»
    πόσο μ’ ἔχει κουράσει.
    Νὰ τριβελίζει στὸ μυαλό μου
    πάντα τὸ ἴδιο παράδειγμα
    καὶ τὸ Εὐαγγέλιο νὰ βρίθει
    ἀπὸ σύνταξη ἀττική:
    «Κατανοήσατε τὰ κρίνα
    πῶς αὐξάνει
    οὐ κοπιᾷ, οὐδὲ νήθει…»
    Μιὰ ἄποψη τριπλή, ἀποστομωτική.

    Τὰ κρίνα βέβαια μεγαλώνουνε
    καὶ τὰ παιδιὰ.
    Κι ἐμεῖς γεράσαμε
    κάπου ξεχάσαμε
    τὴν σύνταξη τὴν ἀττική
    καὶ ἀποροῦμε γιατὶ μᾶς γυροφέρνει
    ξεκρέμαστο
    ἐκεῖνο τὸ ἀνόητο …
    ξανὰ καὶ πάλι:
    «Τὰ παιδία παίζει»

  4. 1. Τα πάθη της αγάπης

    Παντού νερά, σαν τα φλαμανδικά τοπία που
    δεν περνάει φως ή ψάρι, κι από τα έγκατα φωνές,
    θούρια πολιορκητών, ραγίσματα, λαβωματιές
    από τους μέσους χρόνους, όψεις βαρβάρων
    χρυσωμένες και πονάνε.

    Με το λαγούτο σταυρωτά στο στήθος, και το
    καρφί στο μάτι, πέρα πέρα, άντρες γενναίοι,
    κόρη ευγενική, και γύρω μαίνονται φουσάτα-

    Ωραία ζωγραφιά και πράσινη, που θα την πω
    τα πάθη της αγάπης.

    ΤΖΕΝΗ ΜΑΣΤΟΡΑΚΗ, «Ιστορίες για τα βαθιά», Κέδρος, 1983

    ***

    2. H ερωταγάπη είναι πάθος σπάνιο

    Η ερωταγάπη είναι πάθος σπάνιο
    για την άγονη ζωή μου∙
    δεν θυμάμαι να αφέθηκα ποτέ
    το ευτυχές παραλήρημα της μέθης δεν μ’ άγγιξε∙
    αχνοθυμάμαι μόνο, στην εφηβική μου ηλικία
    την αναμονή, την ένταση σαν καρτερούσα,
    και κατόπιν, σε λησμονημένα χείλια τα φιλιά…

    Γιώργος Σαραντάρης, 24-07-1932

    ***

    Πάθη από τον έρωτα -Φλέρυ Νταντωνάκη

    3. ΤΟ ΝΕΟ ΠΑΘΟΣ

    Έρχεται σαν τον ξαφνικό άνεμο
    του καλοκαιριού· όμως δεν δροσίζει
    μόνο φουσκώνει τα καυτά κύματα τού νου.
    Το σώμα ακολουθεί
    σαν τρελαμένος σαλτιμπάγκος·
    χειρονομεί αφύσικα
    για να πείσει το κοινό πως θριαμβεύει.

    «Τι είναι; Τι σου λείπει;»
    ρωτάω τα διάφορα μέρη του προσώπου
    με την ειρωνεία που παράγει
    η πίκρα της πείρας,
    η πίκρα της απεριόριστης απώλειας.

    Απαντώ: Κοιτώ τη θάλασσα
    κι όλο μου αφαιρείται η έννοιά της
    αφού όλα τα γαλάζια ξεχάστηκαν
    κι εγώ λησμόνησα τα μπλε…
    Ζητώ εξηγήσεις από την πλάση
    μα με στέλνουν αλλού
    σε άλλη υπηρεσία συναλλαγών·
    καμιά σχέση με το μέλλον.

    Λέω: Θα ‘μαι γλυκιά
    θ’ αποδείξω πόσο μακάρια είναι η καλοσύνη
    πόσο μακρόβια η γενναιοδωρία…
    Μου απαντάει για φωνή στεγνή
    αποθηκευμένη στο αμπάρι της στέρησης:
    «Τι θες; Σου ζήτησε κανείς τίποτα;»

    Και τότε έρχεται
    -όπως παλιά η επιθυμία ερχόταν-
    ένας αέρας, ένα κρύο κύμα
    ένα μαύρο φως, ένα τυφλό πάθος
    χωρίς μάτι· αστραφτερά στο τέλος του σπασμού
    μ’ ένα αγκίστρι μπηγμένο στο στομάχι
    που ματώνει όλο και πιο βαθιά
    μεταλλάζει τις θρεφτικές ουσίες
    ασχημίζει τα ιερά πρόσωπα
    του γάμου, της φιλίας,
    ενώ σε κάποια κρυφή αυλή της ύπαρξης
    μαζεύονται τα σκουπίδια γέλια
    τα σκασμένα λάστιχα της κίνησης.

    Έρχεται, ανεβαίνει, δεν επιβαίνει
    γιατί είναι ανάπηρος, πεζός
    δεν επιβάλλεται σαν επιθυμία
    γιατί δεν υπάρχει επί
    είναι μόνο θυμός…
    Ή μήπως ο Θεός που ‘χει κακοφορμίσει;

    Αθήνα, 1/11/2000
    ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ-ΡΟΥΚ

    ***

    4. Μπορεί και να΄ναι ψυχρότητα όλο το πάθος

    «Μπορεί και να΄ναι ψυχρότητα όλο το πάθος»
    σκεφτόμουνα περπατώντας άκρη άκρη στον γκρεμό…
    σιωπή και μέσα μου πιο άσπρη αχνιστή,
    γαλακτερή μ΄ακέφαλες τις λέξεις να πλένε να λιώνουν οι έννοιες,
    τα πρόσωπα ενώ στον πάτο πέφτουν και ξαπλώνουν τα πράγματα.

    Κύματα στην καταχνιά
    μια φάλαινα που είδα από μακριά
    να πετάει το υγρό τραγούδι της στον πάνω ωκεανό
    και τη χαράδρα πράσινη κλειστή με το μουσούδι της μονάχα
    ν΄ακουμπάει στην άμμο ο άγιος που ποτέ δεν πίστεψα
    άκουσα μόνο τα κουδουνάκια του
    κι αλάφρωσα λιγάκι αυτά μόνο τα λίγα σκοτάδια τα σχισμένα.

    Το πάθος μοιάζει να έρχεται από την αλχημεία του πάγου μια κρυάδα
    που κρατάει αμοίραστο τον πόνο και την ουσία του καλού τόσο βαθιά θαμμένη.

    Στέκει πίσω απ΄τα πράγματα σαν ένα κόκαλο σαν νεύρο αλύγιστο,
    σκληρό π΄ούτε φωτιά δεν πιάνει κάτι σαν ζώο-
    θυρωρός μ΄ένα μονάχα μάτι ακίνητο το χάος να κοιτάει μ΄ένα μονάχα αυτί ν΄ακούει τη σιωπή.

    ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ ΡΟΥΚ

    Πάθος, EKEINOΣ & EKEINOΣ

    5. Τα πάθη μου ποτέ δεν απείχαν πολύ από την τρέλα

    Α εσείς οι λογικοί άνθρωποι!
    Πάθος! Μέθη! Παραφροσύνη!
    Κάθεστε εκεί ήρεμοι και απαθείς, εσείς οι ενάρετοι, κατακρίνετε τον πότη, απεχθάνεστε τον τρελό, προσπερνάτε σαν τους ιερείς, και, σαν τους Φαρισαίους, ευχαριστείτε το Θεό που δεν σας έκανε όμοιους μ’ εκείνους.
    Έχω μεθύσει πολλές φορές, τα πάθη μου ποτέ δεν απείχαν πολύ από την τρέλα και δεν μετανιώνω ούτε για το ένα ούτε για το άλλο, γιατί, στο μέτρο των δυνατοτήτων μου, έμαθα να κατανοώ ότι όλους τους ξεχωριστούς ανθρώπους, αυτούς που πραγματοποίησαν κάτι μεγάλο, κάτι που έμοιαζε ακατόρθωτο, ανέκαθεν τους θεωρούσαν μεθυσμένους και τρελούς.

    JOHANN WOLFGANG VON GOETHE: ΤΑ ΠΑΘΗ ΤΟΥ ΝΕΑΡΟΥ ΒΕΡΘΕΡΟΥ

    ***

    6. ΠΑΘΟΣ

    Κυττάξτε με στοιχεῖα τῆς Φύσης
    ψυχρὰ στοιχεῖα χωρὶς ψυχή.
    Ὡραῖε Ὑμηττὲ σὺ θὰ μὲ ἀφήσης
    ἢ ἐγὼ θὰ φύγω μοναχή;

    Κυττάξτε με, ἔχω ἕνα τρυπάνι
    μέσ᾿ στὸ κεφάλι μου βαθιά.
    Τίποτα τοῦτο δὲ σᾶς κάνει;
    Στοιχεῖα χωρὶς σταλιὰ καρδιά.

    Εἶχα ζήσει νὰ μαντέψω
    τὸ μυστικό σας μία ἐποχή.
    Τὴ θλίψη σας νὰ γαληνέψω
    σεῖς δυνατὰ καὶ γὼ φτωχή.

    Εἶχε ἡ καρδιά μου κ᾿ ἕνα δάκρι
    γιὰ κάθε σας κρυφὸ χαμό.
    Χωρὶς ἐσᾶς, σὲ καμμιὰν ἄκρη,
    ποτὲ δὲν εἶχα ἀναπαμό.

    Ἐδῶ οἱ κροτάφοι μου ποὺ ἰσκιώνουν
    γέμιζαν σκέψη τρυφερὴ
    τότε γιὰ σᾶς. Μὰ τώρα λυώνουν
    κ᾿ ἡ σκέψη εἶναι ζοφερή.

    Κυττᾶξτε τὸ τρυπάνι ποὺ ἔχω,
    πονῶ φριχτὰ στὴν κεφαλὴ
    καὶ νὰ σᾶς στείλω δὲν ἀντέχω
    τὸ τελευταῖο μου φιλί.

    Ἀγάλια θὰ συρθῶ ὡς τὰ πόδια
    ἐκεῖ τοῦ ἀντικρυνοῦ βουνοῦ
    κι᾿ ἀπ᾿ τὰ στερνά μου ἀκόμα ἐφόδια
    θὰ σᾶς μοιράσω καθενοῦ.

    Ἔπειτα στὸ αἷμα βουτηγμένη
    τοῦ πληγωμένου κεφαλιοῦ,
    θ᾿ ἀφήσω μία κραυγὴ πνιγμένη
    σὰν κρώξιμο ἄγριου πουλιοῦ.

    ΜΑΡΙΑ ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ

    ***

    7. Πρήστηκαν απ’ τα πάθη

    Πρήστηκαν απ’ τα πάθη τα λαιμά μου,
    όπως απ’ το πολύ νερό οι γάτες
    που σεργιανούν στης Λομβαρδίας τις στράτες,
    κι έφτασε το πηγούνι ως την κοιλιά μου.

    Κρεμιέται Άρπυια φτερωτή το σώμα,
    τα γένια ανάστροφα, στο σβέρκο η μνήμη,
    και στάζοντας στο πρόσωπο με ρύμη
    απλώνει το πινέλο μου το χρώμα.

    Άγγιξαν οι γοφοί μου το στομάχι,
    καπούλι αλόγου μού ‘χει γίνει η ράχη,
    με βήμα αβέβαιο σαν τυφλός τρεκλίζω.

    Η σάρκα εμπρός μου πέφτει και σουφρώνει,
    και πίσω μου, όπως τρούλος που τεντώνει,
    λες κι είμαι αψίδα της Συρίας λυγίζω.

    Κι έτσι απ’ το νου μου η κρίση
    αλλόκοτη και σφαλερή αναβλύζει –
    κάννη στραβή το βόλι χαραμίζει.

    Νά πού ‘χω καταντήσει:
    για φούντο πάει της τέχνης μου το σκάφος.
    Τι θέλω εδώ; Δεν κάνω για ζωγράφος!

    Μιχαήλ Άγγελος (μετ. Κώστας Κουτσουρέλης)

    Μελίνα Ασλανίδου – Το Λάθος Και Το Πάθος

    8. ΠΑΘΟΣ

    Μου έτυχε χωρίς φιλί
    να απολαύσω τον έρωτα.
    Όμως εσύ ήσουν γενναιόδωρος,
    με πάθος με φίλησες στο στόμα, στο στήθος
    και στο αυτί.
    Η ανάσα και το στόμα σου στο αυτί μου.

    Ο αχαλίνωτος παλμός από τις συστροφές
    των χειλιών και της γλώσσας σου στις πτυχές του
    με διέγειραν.
    Άκρως τολμηρά και πρωτόγνωρα
    τα χάδια σου που ακολούθησαν.

    ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΠΑΚΟΝΙΚΑ

    ***

    9. Περί πάθους

    Αυτό που είδα το πρωί
    δεν είναι μέρα να το πω
    περνούσε κι ήταν μ’ άλλους τρεις
    εκείνος απ’ το ωτομοτρίς.

    Ήταν τα δέντρα πράσινα
    κι η σκάλα μέχρι το λιμάνι
    δυο τρεις περάσαν κι ήταν Σύριοι
    άλλοι πέντε έξι πιο μακριά (στη γωνία).

    Αυτό που είδα το πρωί
    δεν είναι μέρα να το πω
    μιλούσε κι ήταν μ’ άλλους τρεις
    εκείνος απ’ το ωτομοτρίς.

    Ήταν τα δέντρα πράσινα
    κι οι δρόμοι μέχρι το λιμάνι
    δυο τρεις περάσαν κι ήταν Σύριοι
    άλλοι πέντε έξι πιο μακριά (στη γωνία).

    Αυτό που είδα το πρωί
    δεν με βολεύει να το πω
    εκείνος φεύγει με το ωτομοτρίς
    και εγώ επιστρέφω με τους τρεις

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΡΟΝΑΣ

    ***

    10. Ερωτήσεις

    Μια που αρμενίζεις μες στο αίμα μου
    και ξέρεις τα όριά μου,
    και με ξυπνάς στη μέση της μέρας
    για να ξαπλώσω στη θύμησή σου
    και είσαι τρέλα της υπομονής για μένα,

    πες μου τί διάολο κάνω,
    γιατί σε αναζητάω,
    ποιά είσαι, βουβή, μονάχη, διατρέχοντας με,
    λόγε του πάθους μου,

    γιατί θέλω να σε γεμίσω μόνο από μένα,
    και να σε περικλείω, να σε τελειώσω,
    να ανακατευτώ μες στα μαλλιά σου,
    και είσαι η μοναδική πατρίδα
    κόντρα στα τέρατα της λησμονιάς.

    XOYAN XEΛΜΑΝ

    Παθητική σονάτα – Μπετόβεν

    11. Κεραυνοβόλος έρωτας

    Πίστευαν και οι δύο ακράδαντα
    ότι ένα ξαφνικό πάθος τούς ένωσε.
    Μια τέτοια βεβαιότητα είναι ωραία,
    αλλά η αβεβαιότητα είναι ακόμη πιο ωραία.

    Αφού δεν έτυχε να συναντηθούν ποτέ στο παρελθόν, ήταν πεπεισμένοι
    ότι τίποτα δεν είχε υπάρξει μεταξύ τους.
    Αλλά τι λένε οι δρόμοι, οι σκάλες, οι διάδρομοι –
    μήπως είχαν προσπεράσει εκεί ο ένας τον άλλον ένα εκατομμύριο φορές;

    Θα ’θελα να τους ρωτήσω
    αν θυμούνται –
    τη στιγμή που διασταυρώθηκαν τα βλέμματά τους
    σε κάποια περιστρεφόμενη πόρτα;

    Ίσως ένα «συγγνώμη» που ειπώθηκε μέσα στο πλήθος;
    Ένα κοφτό «λάθος νούμερο» στο ακουστικό του τηλεφώνου; –

    Αλλά ξέρω την απάντηση.
    Όχι, δεν θυμούνται.
    Θα τους ξάφνιαζε αν μάθαιναν
    ότι η Τύχη έπαιζε μαζί τους
    για χρόνια.

    Βισουάβα Σιμπόρσκα (μετάφραση: Χάρης Βλαβιανός)

    ***

    12.
    …Χαλαρά ν’ αγκαλιάζω
    κι όχι να σφίγγω όπως παλιά
    με πάθος
    το ίδιο λάθος

    ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ

    Το πάθος που διώκεται-Μ. Μητσιάς

    13. ΑΠΑΘΕΙΑ

    Ν’ αρχίζεις το πρωί με χαμόγελο
    είναι πια μια πολυτέλεια
    να τελειώνεις το βράδυ με λυγμό
    μια αναγκαστική συνήθεια.

    Να είσαι ο εαυτός σου δύσκολο
    να κρύβεσαι πίσω από σκιές θεμιτό.
    Έχουν αλλάξει οι ρόλοι
    μας έχουν καθυποτάξει οι μέτριοι
    κι εμείς θεατές των εξελίξεων.

    Φτάσαμε στα πρόθυρα του τίποτα
    με υποσχέσεις χωρίς προστατευτικό κάλυμμα.
    Οι ουρανοί διάτρητοι, το μέλλον αβέβαιο.

    Κι οι τουρίστες στο Σύνταγμα
    με το σακίδιο στον ώμο ν’ απορούν
    βλέποντας επαίτες στους δρόμους
    να εκλιπαρούν για βοήθεια.

    Η απάθεια είναι μια ακόμη ήττα.

    Γιώργος Γκανέλης

  5. Καλημέρα!!!… Καλή χρονιά!!!
    Ευχαριστώ πολύ, ntinagrigoris1214, για το ωραίο σχόλιό σου! Καλώς ήρθες στην παρέα μας!!!

    -Νίκος Καροῦζος, Ἀπολέλυσαι τῆς ἀσθενείας σου

    Νηστεύει ἡ ψυχή μου ἀπὸ πάθη
    καὶ τὸ σῶμα μου ὁλόκληρο τὴν ἀκολουθεῖ.
    Οἱ ἀπαραίτητες μόνο ἐπιθυμίες –
    καὶ τὸ κρανίο μου ὁλημερὶς χῶρος μετανοίας
    ὅπου ἡ προσευχὴ παίρνει τὸ σχῆμα θόλου.

    Κύριε, ἀνῆκα στοὺς ἐχθρούς σου.
    Σὺ εἶσαι ὅμως τώρα ποὺ δροσίζεις
    τὸ μέτωπό μου ὡς γλυκύτατη αὔρα.
    Ἔβαλες μέσα μου πένθος χαρωπὸ
    καὶ γύρω μου
    ὅλα πιὰ ζοῦν καὶ λάμπουν.
    Σηκώνεις τὴν πέτρα – καὶ τὸ φίδι
    φεύγει καὶ χάνεται.
    Ἀπ’ τὴν ἀνατολὴ ὡς τὸ βασίλεμμα τοῦ ἥλιου
    θυμᾶμαι πὼς εἶχες κάποτε σάρκα καὶ ὀστὰ γιὰ μένα.
    Ἡ νύχτα καθὼς τὴν πρόσταξες ἀπαλὰ μὲ σκεπάζει
    κι ὁ ὕπνος – ποὺ ἄλλοτε ἔλεγα πὼς ὁ μανδύας του
    μὲ χίλια σκοτάδια εἶναι καμωμένος,
    ὁ μικρὸς λυτρωτής, ὅπως ἄλλοτε ἔλεγα –
    μὲ παραδίδει ταπεινὰ στὰ χέρια σου…
    Μὲ τὴ χάρη σου ζῶ τὴν πρώτη λύτρωσή μου.

    -Γιάννης Βαρβέρης, «Η πλήξη χασμουριέται και αφυπνίζεται»

    «Βουίζει γύρω η πλήξη
    βουίζω κι εγώ ο ίσκιος της.
    βουίζει γιατί νηστεύουνε τα πάθη
    προφήτες ευμετάβλητης νομοθεσίας
    απλώνοντας ευδαιμονία στις νέες αφίξεις.
    Θα παρελάσουν, δεν μπορεί, οι αναστημένοι
    ευγνώμονες για τόση διαύγεια
    μετά από φοβερή τρομάρα.
    Θα παρελάσουνε χορευτικοί με πατερίτσες
    υπνωτισμένοι ακόμη απ’ τους βυθούς των ναυαγίων
    όλοι τους τραυματίες των πράξεών τους
    επουλωμένοι, γελαστοί μέσα στις γάζες
    με μπρίο ζωής αιώνιας.
    Υποδοχή. Εν’ άσυλο με σάπια περιβόλια
    φιλήδονες ακτές με διψασμένες γραίες
    βραχάκια με λεπρούς της Βίβλου
    χρήματα, ακίνητα
    κι ακίνητα με χρήματα γεμάτα
    και με κλειστά δια βίου
    τα καταστήματα.
    Βουίζει γύρω η πλήξη
    και γλεντά
    γλεντάω κι εγώ, ο ίσκιος της.»
    (Γιάννης Βαρβέρης, Πεταμένα λεφτά, εκδ. Κέδρος)

  6. Ευχαριστώ πολύ, tsigros gregory!!!! Καλή χρονιά γεμάτη ποίηση κι αισιοδοξία!!!

    -Κωνσταντίνος Καβάφης «Τα Επικίνδυνα»

    Είπε ο Μυρτίας (Σύρος σπουδαστής
    στην Aλεξάνδρεια· επί βασιλείας
    αυγούστου Κώνσταντος και αυγούστου Κωνσταντίου·
    εν μέρει εθνικός, κ’ εν μέρει χριστιανίζων)·
    «Δυναμωμένος με θεωρία και μελέτη,
    εγώ τα πάθη μου δεν θα φοβούμαι σα δειλός.
    Το σώμα μου στες ηδονές θα δώσω,
    στες απολαύσεις τες ονειρεμένες,
    στες τολμηρότερες ερωτικές επιθυμίες,
    στες λάγνες του αίματός μου ορμές, χωρίς
    κανέναν φόβο, γιατί όταν θέλω —
    και θάχω θέλησι, δυναμωμένος
    ως θάμαι με θεωρία και μελέτη —
    στες κρίσιμες στιγμές θα ξαναβρίσκω
    το πνεύμα μου, σαν πριν, ασκητικό.»
    (Κ. Π. Καβάφης, Ποιήματα, ύψιλον/βιβλία)

    -IDEA VILARIÑO, «Στην αγκαλιά σου…»

    «Μέσα στην αγκαλιά σου
    μέσα στην αγκαλιά μου
    μέσα στα απαλά σεντόνια
    μέσα στη νύχτα
    τρυφεροί
    ξεχασμένοι
    παθιασμένοι
    ανάμεσα στους ίσκιους
    ανάμεσα στις ώρες
    ανάμεσα
    στο πριν και το μετά.»
    (http://www.poeticanet.gr/dekatessera-poiimata-a-389.html)

  7. «Με τι καρδιά, με τι πνοή,
    τι πόθους και τι πάθος
    πήραμε την ζωή μας.• λάθος!
    κι αλλάξαμε ζωή»
    …γιατί νομίζω ότι μας έχει
    τυλίξει όλους με την αλήθεια του…
    Καλή χρονιά κι από εδώ Γιάννη!

  8. Ciao Aggeliki!!!.. Καλή χρονιά γεμάτη ποίηση και αγάπη!!!

    -“Για μένα η ποίηση δεν ήταν ένας σκοπός, αλλά ένα πάθος· και τα πάθη θα ‘πρεπε να ‘ναι σεβαστά» – μ’ αυτά τα λόγια προλογίζει ο Ε. Α. Πόε μια από τις εκδόσεις των ποιημάτων του, και σ’ αυτά τα λόγια βρίσκεται αρκετά η εξήγηση και του έργου του και της ζωής του.

    -“Κι αγάπησα με πάθος καθετί που δεν ήταν γραφτό να ζήσω.
    Κι έζησα όλη τη ζωή μου σε ένα όνειρο και την αθανασία σε μερικά κονιάκ»
    (Τάσος Λειβαδίτης)

    -«Κι αν νικηθήκαμε δεν ήταν απ’ την τύχη ή τις αντιξοότητες, αλλά
    απ’ αυτό το πάθος για κάτι πιο μακρινό.»
    (Τάσος Λειβαδίτης)

    -«Εγώ ο δειλός, ο σκοτεινός, ο αμήχανος
    σου γράφω παθιασμένα ποιήματα.»
    (Θανάσης Κωσταβάρας)

    -Δέσποινας Κοντάκη, «Η Ελεγεία των Παθών»

    «Στάχυα που ξέμειναν στις χούφτες του καλοκαιριού θρυμματίζονται λέξεις και μνήμες. Όλες οι καταφάσεις που ξέμειναν στον δρόμο αργοπορημένες από την πλάνη μιας κάποιας σιγουριάς κάποτε. Και δεν θα έρθει καμιά τους να δηλώσει μετάνοια.
    Είναι κρύες αυτές οι νύχτες στον κόσμο. Και πορευόμαστε γυμνοί. Αφήσαμε τα σώματα να κυλήσουν στις πέτρες σαν νερό βροχής. Μέσα σε βάτα κι αγκάθια, νεκρές φύσεις. Και τώρα ζητάμε την μεγάλη θάλασσα να απλωθούμε στην απεραντοσύνη της. Να πλυθούμε από ό,τι μας πίκρανε.
    Μείνε αν θες. Τώρα μείνε. Χωρίς δηλητήριο. Με χέρια άδεια από όπλα πια. Θα έχω ιστορίες να πω με λέξεις καινούριες από εκείνη την αρχαία γλώσσα της ευγένειας που χάνεται μέσα σε τόσους πολέμους. Γιατί στο κατώφλι της ψυχής στέκει πάντα ένα παράξενο φως που έρχεται από πολύ μακριά. Και πάντα νεογέννητο είναι μέσα από σκοτάδια βαθιά.
    Μείνε! Σου λέω μείνε αν θες, όσο θες. Και μη μιλάς. Αν δεν θες μη μιλάς. Για όλους εμάς τους ανένταχτους στη ροή του κόσμου τούτου, απαρνιέμαι την δόξα των ουρανών και δέχομαι όλες τις σιωπές ως θεία μεταλαβή. Σ αυτόν τον κόσμο εδώ. Γιατί εδώ τα πάθη, εδώ και η συγχώρεση, εδώ η δικαίωση για κάθε ομορφιά.
    Θα γίνουμε κάποτε άστρα σ’ αυτόν τον ίδιο ουρανό που απαρνιόμαστε. Αυτή είναι η μοίρα του ανθρώπου. Θα τα δεχτούμε όλα γιατί τίποτα άλλο πια δεν θα έχουμε για ανταλλαγή. Κοντά στο τέλος μας, η νύχτα θα κλέβει το φως τής μέρας και θ’ αλλάζει ο τόπος μας. Θα γίνεται φως.
    Όλα είναι μια αδιάκοπη αλλαγή καθώς οι δείχτες κινούνται σκουριασμένοι κι όμως χωρίς να χάνουν λεπτό. Κι όλο αλλάζω κι όλο αλλάζω και γίνομαι άλλη χωρίς να ‘μαι άλλη. Κι όλο γυρεύω να είμαι ό,τι υπήρξα. Και πάντα κάτι μένει μισό. Και πάντα κάτι ζητά ολοκλήρωση.
    Τώρα μέσα από αυτές τις σιωπές, πιστεύω πως κερδίζω τον χρόνο που έχασα σε άγριες νύχτες με την πανσέληνο να χαράζει ένα άγνωστο μονόγραμμα κρυφά στο στήθος μου. Με τους λύκους να ουρλιάζουν στο όνομα της αγάπης, το μένος τους για όλα όσα δεν κατασπάραξαν.
    Όλα τα χρόνια που ζήσαμε γεμάτοι αυταπάτες, ο καιρός θρηνούσε για μας με ένα βουβό αργόσυρτο κλάμα. Σε ώρες που ξημέρωναν άγνωστες σε μένα, σε σένα σε όλους. Υπήρχαμε δεν υπήρχαμε. Αυτός ο κόσμος κουβαλάει πολλά μυστικά. Κι ο άνθρωπος μόνος πιο πολλά.
    Όλες οι εποχές μας, ήταν ένα αδιάκοπο ταξίδι χωρίς κοινό προορισμό. Παράλληλες ουτοπίες που λαμπύριζαν από ψεύτικα άστρα. Και δεν έφτανα στο βλέμμα σου. Και δεν έφτανες στον τόπο μου. Πάντα σε τόπους άλλους ξόδευες τα ομορφότερα δάκρυα. Κι όμως γνωρίζαμε. Και τα μυστικά καλά κρατούσαμε κι ακόμα κρατάμε.
    Πως κάτι άλλο υπήρχε πέρα από το ορατό του τρόμου. Της μοναξιάς την οδύνη. Κάτι άλλο υπάρχει. Και το γνωρίζαμε. Τότε που κρύβαμε την λάμψη τής αστραπής, της καταιγίδα που μαινόταν μέσα μας, κλείνοντας σφικτά τα μάτια για να μην τρομάξουν εκείνοι που είχαν άγνοια. Να μην τρομάξουν οι αδαείς που γέμισαν τους τόπους μας.
    Ο καθένας στο δικό του ανάχωμα με τα όπλα μας να παλιώνουν. Και ας μη συναντηθήκαμε ποτέ. Το γνωρίζαμε από εκείνον τον στείρο καιρό. Τότε που εκεί στους κήπους των ανθρώπων με το μονόγραμμα ενός άγνωστου ονόματος να φέγγει στο στήθος χαραγμένο και κόκκινο, φύτευα μια μικρή ελπίδα.
    Κι εσύ κάπου αλλού κάνοντας ακριβώς το ίδιο. Προσμένοντας κάτι που λείπει. Και ήξερα τι ήταν. Και δεν ήξερα τι και πώς να στο εξηγήσω. Γιατί ο καθένας άλλα θέλει. Όσοι άνθρωποι τόσες ανάγκες. Ανθρώπινες μα κι έξω από τ’ ανθρώπινα. Και τί να πεις για τις απουσίες; Τί να πεις για τα άδεια χέρια; Τί να γράψεις;
    Πώς να παρηγορήσεις την ύπαρξη γι αυτό που υπάρχει αλλά πουθενά δεν φαίνεται; Και πώς συνεχίζεις να πορεύεσαι μόνο με τ’ όνειρο; Φύτευα εκεί στην άκρη του κήπου μια ελπίδα. Τόσα δέντρα θέριευαν! Τόσα λουλούδια από ένα μυστήριο τίποτα. Μια ελπίδα ήταν μόνο. Ίσως μεγάλη αφού ονειρευόμουν να καλύψει άδειο χρόνο. Μα κι από ένα μυστήριο τίποτα γίνονται όλα.
    Μείνε, την πότισα με όλο το πένθος που ταίριαζε στα αμίλητα στόματα. Στα μάτια που κοιτούσαν μακριά. Ακόμα και για εκείνους που δεν ήρθαν ποτέ. Έχουμε ξεχρεώσει για όλα όσα θα ‘ρθουν. Και τίποτα δεν οφείλουμε κανενός. Κι έχουμε πενθήσει για όλα τα χαμένα.

    Ήταν η μόνη αξιοπρέπεια που μας έμενε.
    Γιατί το πένθος πάντα προηγείται των όλων.»
    (http://fractalart.gr/geometria-tou-chronou/)

    -Παραδοσιακό, “Πάθη του Κυρίου»

    «Κάτω στα Ιεροσόλυμα
    στον τάφο του Κυρίου
    εκεί δέντρο δεν ήτανε
    και δέντρο εφυτρώθη.

    Το δέντρο ήταν ο Χριστός
    και ρίζα η Παναγία
    κι αυτά τα ριζοκλώναρα
    ήταν οι μάρτυρές του
    που μαρτυρούσαν κι έλεγαν
    τα πάθη του Κυρίου.

    Σήμερον μαύρος ουρανός,
    σήμερον μαύρη μέρα,
    σήμερον όλοι χλίβονται
    και τα βουνά λυπούνται.

    Σήμερον έβαλαν βουλή
    οι άνομοι Οβραίοι,
    οι άνομοι και τα σκυλιά
    κι οι τρισκαταραμένοι
    για να σταυρώσουν τον Χριστό
    τον πάντα Βασιλέα.

    Και Κύριος εθέλησε
    να μπει σε περιβόλι
    να λάβει Δείπνο Μυστικό,
    να τον συλλάβουν όλοι.

    Κι η Παναγιά η Δέσποινα
    καθόταν μοναχή Της
    τας προσευχάς της έκανε
    για Τον μονογενή Της.

    – Σώνουν κυρά μου οι προσευχές ,
    σώνουν και οι μετάνοιες
    και Τον Υιόν σου πιάσανε
    και στον φονιά Τον πάνε
    και στου Πιλάτου τας αυλάς
    κι εκεί Τον τυραγνάνε.

    Τετάρτη Τον επιάσανε
    Πέμπτη Τον τυραγνάνε
    Παρασκευή τ’ αποταχύ
    πάνε να Τον σταυρώσουν.

    – Χαλκιά χαλκιά, φτιάσε καρφιά
    φτιάσε τρία περόνια.
    Και ‘κείνος ο παράνομος
    βάνει και φτιάνει πέντε.
    – Συ παραγιέ που τα ‘φτιασες
    πρέπει να μας διατάξεις.

    – Βάλτε τα δυο στα χέρια Του
    τ’ άλλα τα δυο στα πόδια,
    το πέμπτο το φαρμακερό
    βάλτε το στην καρδιά Του,
    να τρέξει αίμα και νερό
    να λιγωθεί η καρδιά Του.

    Κι η Παναγιά σαν τ’ άκουσε
    εβρέθει λιγωμένη.
    – Φέρτε μαχαίρια να σφαχτώ
    φωτιά να πάω να πέσω.
    Σε τί γκρεμό να γκρεμιστώ
    για Τον Μονογενή μου ;

    Στάμνα νερό Της ρίξανε
    τρία κανάτια μούστο
    και τρία με ροδόσταμνα
    για να Της έρθει ο νους Της .

    Όταν Της ήρθ’ ο λογισμός,
    όταν Της ήρθ’ ο νους Της
    φωνή Της ήρθε εξ’ ουρανού
    κι απ’ Αρχαγγέλου στόμα:

    -Λάβε Κυρά μου υπομονή,
    λάβε Κυρά μου ανέχεια.
    – Το πώς να λάβω υπομονή,
    το πώς να λάβω ανέχεια
    είχα υιό Μονογενή
    κι Εκείνον σταυρωμένον.
    Τον εσταυρώσαν τα σκυλιά
    κι οι τρισκαταραμένοι.

    Κι η Μάρθα κι η Μαγδαληνή
    κι η μάνα του Λαζάρου
    και του Ιακώβου η αδερφή
    κι οι τέσσερις αντάμα
    σαν πήραν το στρατί στρατί,
    στρατί το μονοπάτι ,
    το μονοπάτ’ τις έβγαλε
    μεσ’ του ληστού την πόρτα .

    – Άνοιξε πόρτα του ληστού
    και πόρτα του Πιλάτου
    κι η πόρτα απ’ το φόβο της
    ανοίγει μοναχή της.

    Κοιτάει δεξιά, κοιτάει ζερβά
    κανένα δεν γνωρίζει.
    Κοιτάει και δεξιότερα
    και βλέπ’ τον Άη-Γιάννη.

    – Αφέντη αη-Γιάννη Πρόδρομε
    που βάφτισες Τον γιο μου
    μην είδες τον υιόκα μου
    Τον μένε Δάσκαλό σου;

    – Δεν έχω χείλη να σου πω,
    γλώσσα να σου μιλήσω,
    δεν έχω χειροπάλαμο
    για να σου Τονε δείξω.

    Βλέπεις εκείνο τον γυμνό
    τον παραπονεμένο
    όπου φορεί στην κεφαλή
    αγκάθινο στεφάνι;

    Εκείνος ειν’ο γιόκας σου
    και μένα ο Δάσκαλός μου.
    Η Παναγιά πλησίασε
    γλυκά τον ερωτάει:

    – Δε μου μιλάς παιδάκι μου,
    δε μου μιλάς παιδί μου;
    – Τί να σου πω μανούλα μου
    που διάφορο δεν έχεις;

    Μόνο το Μέγα Σάββατο
    μετά το μεσονύχτι
    που θα λαλήσει ο πετεινός
    σημαίνουν τα ουράνια.

    Σημαίνει κι η Αγιά Σοφιά
    το Μέγα Μοναστήρι
    με τετρακόσια σήμαντρα
    κι εξήντα δυο καμπάνες
    κάθε καμπάνα και παπάς
    κάθε παπάς και διάκος.

    Όποιος τ’ ακούει σώζεται
    κι όποιος το λέει αγιάζει
    κι όποιος το παρακουρμαστεί
    Παράδεισο θα λάβει.
    Παράδεισο και λίβανο
    από τον Άγιο Τάφο».

    -Δημήτρη Δημητριάδη, «Γιατί η ζωή είναι πάθος απαγορευμένο…»

    (Κατάλογοι. 2 -απόσπασμα)

    Γιατί η ζωή είναι πάθος απαγορευμένο, εξαγριωμένο απ’ τις δορυώσεις,
    κυνηγημένο μέσα στη λάσπη και στα βρεμένα δέντρα,
    από χώρα σε χώρα,
    μπερδεύοντας τα σύνορα που σα σύρματα μπλέκονται στα πόδια του,
    με τα μαλλιά απ’ τον ιδρώτα κολλημένα
    στο μέτωπο, στον τράχηλο, στους κροτάφους,
    με μια κορυφωμένη πίκρα στο στόμα,
    με το αίμα να θέλει να πεταχτεί μέσα από τους διεσταλμένους πόρους,
    πεισματικά εμπνευσμένο από την καταδίκη του,
    μεταρσιωμένο από τον ίλιγγο της δυστυχίας του,
    από τη μέθη του ίδιου του τού αίματος,
    βλέποντας εκτυφλωτικά οράματα μέσα στη σκοτεινή περιδίνηση του φόβου του,
    με την ακαταμάχητη γονιμότητα της καταδιωγμένης κοιλιάς του,
    πάθος ακάλυπτο, ουρλιάζοντας, χωρίς στρώμα, εκτεθειμένο, βρίζοντας,
    μέρα νύχτα βρίζοντας, βρίζοντας σαν αφόδευση θεών,
    αρπάζοντας και μην τίποτα πιάνοντας,
    οργασμένο από τον μαγνητισμό της υπέρβασης των όρων,
    πάθος με τη δική του θεολογία
    και δικούς του τρόπους εξαϋλώσεων
    του χλωράνθιου, του δοξαίσθητου σώματος,
    του λατρευτικού, του μυραιώνιου,
    που σαλεύει γλυκά και ξιφιαία σαν μάταιος έρωτας
    και σαν αίμα της μνήμης σε φλογισμένο κρόταφο, πάθος
    που ζει λιμασμένο,
    σα δαρμένο σκυλί των τεκέδων, σαν άρρωστη γάτα των μπορντέλων,
    εξομοιωμένο με το αβυσσαλέο κενό
    που είναι η άλλη όψη της πληρότητας και των ανεξάντλητων εικόνων,
    αινιγματικό, άλυτο, απόρθητο, ακατάβλητο, μυστικοπαθές και δημοφάγο,
    δοσμένο στο μαρτύριο της ανέγερση του ανείπωτου και του απρόσιτου,
    με τα βυζιά του καμένα, τη μήτρα του κλεμμένη, τη γλώσσα φαγωμένη,
    όλες τις αισθήσεις μαντρωμένες
    κι όλες τις διαισθήσεις οξυμένες στο έπακρο,
    στο έπακρο όλες τις διαισθήσεις,
    όλες οι διαισθήσεις οξυμένες στο έπακρο.
    Εν όψει του καταιγισμού των προφητειών.
    Εν όψει της ανατολής των νέων ιερέων.
    Για ν’ ακούσουν οι συναθροίσεις τον λόγο
    και να δοξάσουν το όνομα τού μέχρι τότε ακατονόμαστου.
    (Από τη συλλογή Κατάλογοι 1-4 (1980) του Δημήτρη Δημητριάδη)

  9. Καλή χρονιά, Γιάννη! Πάντα με ποίηση.

    14. «Εις Λεύκωμα Κόρης»

    («Αχ, όλα έπρεπε να ‘ρθουν καθώς ήρθαν». Καρυωτάκης)

    «Δεν έπρεπε να ‘ρθεις αυτήν την ώρα
    που μόλις είχα κάψει τα χαρτιά μου
    κι ήταν τα χέρια μου γεμάτα στάχτες…
    που μόλις είχα κάψει την καρδιά μου

    Δεν έπρεπε να ‘ρθεις αυτήν την ώρα
    που έλεγα πια πως όλα έχουν τελειώσει.
    Δεν έπρεπε να ‘ρθεις, να μου θυμίσεις
    πως μένει κάτι που δεν το ‘χω δώσει.
    Σε μια ζωή που κύλησε στα πάθη
    το πάθος έφερες το πιο μεγάλο:
    να σ’ αγαπώ. Να σ’ αγαπώ. Και πάλι
    να σ’ αγαπώ. Κι ύστερα, τίποτ’ άλλο!

    Δεν έπρεπε όλα να ‘ρθουν καθώς ήρθαν
    και να ‘χω πει τη σκληρή λέξη: «Φτάνει».
    Δεν έπρεπε να ‘ρθεις αυτήν την ώρα
    που μόλις είχα πια κι εγώ πεθάνει».

    ΑΝΤΩΝΗΣ ΣΑΜΑΡΑΚΗΣ

    ***

    15. «Η μνήμη των Σωμάτων»

    Απ’ τα γαλάζια χρώματα κι απ’ τους μεγάλους κήπους
    απ’ τα ανοιχτά παράθυρα, το σκάνε ξωτικά
    Στους ίσκιους των βελανιδιών, και στης καρδιάς τους χτύπους,
    γυρνάν και ψάχνουν για ψυχές, που κρύβουν μυστικά.

    Και ζουν εκεί και τρέφονται με μέλι και με στάχτη
    μέχρι να φτάσει ο καιρός που θ’ αποκτήσουν στόμα,
    που θα μπορούν να τραγουδούν τ’ ανθρώπινα τα πάθη,
    μέχρι να πάρουνε φτερά, να φύγουν απ’ το χώμα .

    Τα πιο μεγάλα μυστικά θα κρίνουν να σφαλίσουν,
    σε τοίχους πέτρας και σιωπής, αιώνιας, των πνευμάτων,
    και στο χορό τον πρώτο τους για πάντα θα σφραγίσουν,
    την αλυσίδα που κρατά, την μνήμη των σωμάτων…

    Παναγιώτα Ιωάννου

    ***

    16. ΤΕΛΕΤΗ

    Είχαν τελειώσει τα αντισηπτικά
    λιγόστευε το πάθος
    καθώς ανοίγανε κονσέρβες μπίρα
    το πένθος ύψωνε φυσαλίδες
    στα ανοιχτά τους στόματα.

    Τότε κατάλαβες: το φως στα χέρια σου
    δεν ήταν δικό σου
    κι όμως δεν έφυγες έκανες κριτική
    ρυθμίζοντας το φόβο σου με δόσεις.

    Και μην απολογείσαι:
    και τώρα κινδυνεύεις
    να γράψεις στίχους
    ίσως και ποίημα.

    ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΛΙΟΝΤΑΚΗΣ

    ***

    17. ΖΩΗ ΟΠΩΣ ΤΟ ΠΑΘΟΣ

    Οι καλοί τρόποι κρύβουν τον πόνο μου
    Πού είσαι άραγε
    και πόσο θα κρατήσει αυτό

    Θα έλεγα όχι πια
    μα λέω
    όχι ακόμα

    Και πάλι νυχτώνει
    πάλι αγγίζουν τα κλαδιά
    το φεγγάρι

    Κι εγώ προσφέρω ευκάλυπτο
    με ατάραχη όψη
    Φθονώντας τα κλαδιά

    ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΠΛΑΣΤΗΡΑ

    ***

    18. Ανθρώπινα πάθη

    Θρύψαλα και αίμα με κάμποση δόση απόγνωσης
    Η φρίκη χάραξε με μανία αδρές πινελιές στα μάτια
    Θεέ μου, πόσα προσωπεία φορά ο φόβος!

    Σίδερα και κορμιά σε κοινό κοιτώνα
    Πίκρα και οργή ένα θλιβερό χαρμάνι

    Πώς να οικοδομήσεις τον κόσμο πάνω σε ράκη;
    Πώς να κάνεις το σταυρό σου χωρίς χέρια;
    Πώς να σχεδιάσεις το αύριο με πληγωμένο το χθες;
    Που να βρεις τη δύναμη να απεγκλωβιστείς απ’ τα πάθη;
    Χάθηκε ο μίτος της ελπίδας μες στο λαβύρινθο του μίσους;

    Σφίγγεις τα δόντια για να μη φρενιάσεις λυσσασμένος
    Προσφέρεις ακούσια την ανάσα σου σε ένα «Ιερό Τίποτα»
    Αναζητάς μια και μόνο πνοή χωμένη στη σκόνη μιας έκρηξης
    Ψαχουλεύεις γύρω σου ζητώντας τον Άνθρωπο μάταια
    Κολυμπάς στο πέλαγος της βαρβαρότητας τσακισμένος Οδυσσέας
    Ως πότε πηγή μιας έμπνευσης θα έχω το Χάος;

    Πότε θα ξεκολλήσει το ρημαγμένο σκάφος του Νου από τη λάσπη
    και θα γυρίσει μεσοπέλαγα το πηδάλιο της Ελπίδας;
    Πότε;
    Κάποτε;
    Ποτέ;

    Διονύσης Λεϊμονής

  10. Ciao Aggeliki!!!… Να σημειώσω ότι ο Διονύσης Λεϊμονής, ποίημα του οποίου παραθέτεις είναι συμπατριώτης μου (από το Βόλο)…

    *Κι ένα ωραίο κείμενο του Μπέρτραντ Ράσελ :

    -Μπέρτραντ Ράσελ «Τα πάθη της ζωής μου»

    «Τρία πάθη, απλά αλλά εξαιρετικά δυνατά, έχουν εξουσιάσει τη ζωή μου: η λαχτάρα για έρωτα, η αναζήτηση για γνώση και η αβάσταχτη λύπη για τα δεινά του κόσμου.
    Με στριφογυρίζoυν αυτά τα πάθη όπως ένας σίφουνας, μια από ‘δω, μια από ‘κει, σε μια απρόβλεπτη διαδρομή μέσα σ’ ένα ωκεανό μαρτυρίου, συχνά μέχρι τα τελευταία όρια της απελπισίας.
    Καταρχήν αναζήτησα την αγάπη γιατί φέρνει την έκσταση, έκσταση τόσο μεγάλη ώστε κάποιες φορές αισθάνομαι ότι θα μπορούσα να θυσιάσω το υπόλοιπο της ζωής μου για λίγες μόνο ώρες αυτής της χαράς. Επιπλέον την αναζήτησα γιατί ανακουφίζει από τη μοναξιά, αυτή τη τρομερή μοναξιά κατά την οποία μια τρεμάμενη συνείδηση διακρίνεται στο χείλος του κόσμου μέσα σε μία κρύα αβυσσαλέα άψυχη άβυσσο. Τέλος την αναζήτησα, γιατί στoν έρωτα είδα , σε μια μυστικιστική μικρογραφία, την προεικόνιση του οράματος του παραδείσου, αυτό που φαντάστηκαν οι άγιοι και οι ποιητές. Αυτό είναι που αναζήτησα, και παρόλο που φαίνεται πολύ καλό για την ανθρώπινη ζωή, αυτό είναι – τελικά – που βρήκα. Με το ίδια πάθος αναζήτησα και τη γνώση. Επιθυμούσα να κατανοήσω τις καρδιές των ανθρώπων. ‘Ήθελα να μάθω γιατί λάμπουν τα αστέρια. Και προσπάθησα να κατανοήσω τη Πυθαγόρεια φιλοσοφική θεωρία κατά την οποία κυριαρχούν οι φυσικοί αριθμοί. Λίγα από αυτά, αλλά όχι σε μεγάλο βαθμό, τα έχω επιτύχει.
    Ο έρωτας και η γνώση, στο μέτρο του δυνατού, μας ωθούν προς τα πάνω, στους ουρανούς. Αλλά πάντα η πίκρα με γυρνούσε πίσω στη γη. Αντίλαλοι κραυγών πόνου αντηχούν στην καρδιά μου. Τα παιδιά που πεινάνε, τα θύματα που βασανίζονται από τους καταπιεστές, ανήμποροι ηλικιωμένοι, και όλος ο κόσμος που είναι γεμάτος με μοναξιά, φτώχεια και πόνο, κάνουν παρωδία αυτό που θα έπρεπε να είναι η ανθρώπινη ζωή. Λαχταρώ να προσφέρω ανακούφιση από το κακό, αλλά δεν μπορώ και υποφέρω. Αυτή είναι η ζωή μου. Διαπίστωσα ότι αξίζει να ζεις, και εφόσον μου προσφερόταν αυτή η δυνατότητα, θα ζούσα με χαρά και πάλι .»
    (Από την αυτοβιογραφία του Μπέτραντ Ράσελ, που γράφτηκε το 1956.)

    -Μπέρτραντ Ράσελ [1872-1970], Άγγλος μαθηματικός, φιλόσοφος και διακεκριμένος εκπρόσωπος του ειρηνιστικού κινήματος. Βραβεύτηκε με Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1950.)

  11. Πάθος – Αλέκα Μαβίλη

    Κι αγάπησα με πάθος καθετί που δεν ήταν γραφτό να ζήσω.
    Κι έζησα όλη τη ζωή μου σε ένα όνειρο και την αθανασία σε μερικά κονιάκ.

    ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ ( Το πουλί με τις αλήθειες)

  12. Ciao Aggeliki!!!!… Ξέμεινα από ποίηση, γι αυτό περιορίζομαι στο «Passion» του Rod Steawrt…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: