Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (169ο): «Γεννιέμαι – γέννηση»…

 

-«Ό,τι αγαπώ γεννιέται αδιάκοπα
Ό,τι αγαπώ βρίσκεται στην αρχή του πάντα.»

(Ο. Ελύτης)

 

-«…Ένα νησί γεννήθηκε να σε γεννήσει, ένα νησί, ή μήπως γέννησες εσύ τον τόπο αυτόν, για να ’χεις πού να κατοικεί η αθανασία σου; Άλλωστε – κι είν’ αυτό το πιο πικρό μα, πρίγκιπά μου, αληθινό– ποιος από μας θα καταφέρει να πιαστεί στα χείλη κοριτσιού αφίλητου που για μετά δεν έχει ακόμα του νοιαστεί;…»

(ΓΙΑΝΝΗΣ ΕΥΘΥΜΙΑΔΗΣ, Γράμματα στον Πρίγκιπα)

 

-Τάσος Λειβαδίτης, “Γένεσις”

«Στην αρχή ήταν το χάος.

Μετά γεννήθηκα εγώ, μονάχος, σ’ έναν κόσμο ραγισμένο,

μ’ έναν κουρελιασμένο Θεό που γύριζε από πόρτα σε πόρτα

ζητιανεύοντας την ύπαρξή του.

Ύστερα γίναμε ξαφνικά δυο.
Φιληθήκαμε.

Κι άρχισε να σκοτώνει ο ένας τον άλλον.»

 

-ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ, “Η ΓΕΝΝΗΣΗ”

«Ένα άλλο βράδυ τον άκουσα να κλαίει δίπλα.

Χτύπησα την πόρτα και μπήκα. Μου ‘δειξε πάνω στο κομοδίνο ένα μικρό ξύλινο σταυρό.

«Είδες –μου λέει- γεννήθηκε η ευσπλαχνία! Έσκυψα τότε το κεφάλι κι έκλαψα κι εγώ.

Γιατί θα περνούσαν αιώνες και αιώνες και δε θα ‘χαμε να πούμε τίποτα ωραιότερο απ’ αυτό.»

 

 -Ρ. Μ. Ρίλκε, «Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ ΑΦΡΟΔΙΤΗΣ»

«Εκείνο το πρωί
Ύστερα από μια νύχτα γιομάτη αντάρα καλέσματα και ταραχή
για μια ακόμη φορά ανέβηκε το πέλαγο στην κορυφή
και βόγγηξε.
Κι όταν αργά η κραυγή καταλάγιασε πάλι
βουλιάζοντας μέσα στην άβυσσο τη βουβή
η θάλασσα γέννησε.

Στον ήλιο τον πρώτο λαμποκόπησε ο αφρός της κόμης
και το κορίτσι υψώθηκε στην ούγια των γλαυκών
κυμάτων,
κατάλευκο αμήχανο και υγρό.
Έτσι σαν ένα πράσινο φύλλο ανάδεψε,
τεντώθηκε και καμπυλώνοντας σε μια πρόκληση
νωχελική ξεδίπλωσε το σώμα του
μέσα στο δροσάτο αγέρι της αυγής.

Καθαρά ξεπρόβαλλαν τα γόνατα,
δυο φεγγάρια ανεβασμένα από τα δαχτυλιδωτά σύγνεφα
των μηρών.
Οι κνήμες υποχώρησαν μέσα σε ίσκιους αχνούς.
Και οι αρμοί του πήραν να ζωντανεύουν
όπως το λαρύγγι του πότη.

Και το σώμα έγειρε ανάγερτο στο γύρο ποτηριού
όπως ο νέος καρπός σ’ ενού παιδιού τα χέρια.
Η μικρή δαχτυλήθρα του αφαλού
φύλαγε όλο το σκοτάδι εκείνου του ολόφωτου σώματος.
Πιο κάτου κύμα μικρό σηκώθη αχνογελόχαρο
κύλησε σίγουρο και κύκλωσε τα ισχία
όπου ένα ήσυχο κελάρυσμα θρόιζε.
Διάφανο όμως και χωρίς ίσκιους ακόμη
σαν το απόσταγμα από σημύδες του Απρίλη
πρόβαλε το αιδοίο
άδειο, ζεστό και αναμένοντας.

Τώρα οι ώμοι ζυγαριάστηκαν τέλεια
πάνω στο λυγερό κορμί.
Από το δοχείο του θηλυκού σαν συντριβάνι
τινάχτηκε ο ρυθμός
και γκρεμίζονταν τρέμοντας
στους καταρράχτες των μαλλιών
και στα μακρυά ωραία χέρια.

Ύστερα αργά – αργά προσπέρασε η όψη της.
Η θηλυκάδα, ακατανίκητη ροπή,
έγινε αδιόρατη μες στο σκοτάδι
και ετελείωνε ήρεμα στο θεληματικό της πηγούνι.

Τώρα ο λαιμός άστραφτε όπως αχτίνα,
και μέσαθέ του ανεβήκαν οι χυμοί
όπως στο ύπερο του λουλουδιού.
Σύγκαιρα τεντώθηκαν οι δύο βραχίονες,
κύκνων λαιμοί
όταν πλένε κατά την όχθη.

Και τότε σ’ εκείνου του σώματος το σκοτεινό
ξύπνημα εκίνησε σαν αύρα πρωινή
η πρώτη αναπνοή.

Τα κλαδιά των φλεβών σχημάτισαν ψιθυρίζοντας
ένα δέντρο τρυφερό.
Και το αίμα άρχισε να βουίζει
μέσα από το βαθύ μυχό του.
Και τούτος ο άνεμος αύξαινε.
τόσο που χύθηκε με όλη τη βία του
στα νέα στήθη.
Τα γέμισε και τα φούσκωσε σαν δυο πανιά
τεντωμένα από την προσδοκία του μακρυνού.
Και αλάφριο το κορίτσι το σπρώξανε στην στεριά.

Έτσι καταπλέοντας άραξε η θεά.
(So landete die Göttin)

Πίσω της αναμεριάζοντας πλατιά προς την
καινούργια όχθη ανέβαιναν όλο το πρωινό
τα λουλούδια και τα καλάμια
βρυαρά μπερδεμένα και ανεβάσταγα
όπως οι αφές στο αγκάλιασμα.
Κι αυτή προχωρούσε να φτάσει.

Όμως το μεσημέρι, εκείνη την ώρα τη βαριά,
σηκώθηκε το πέλαγο μια ακόμη φορά
και στην ίδια εκείνη θέση που γέννησε τη θεά
ξέβρασε ένα δελφίνι
νεκρό, πορφυρό, και ανοιγμένο.»

(Απόδοση στην ελληνική από το Δ. Λιαντίνη)

(Πηγή: http://liantinis-o-daskalos-mas.blogspot.gr/2010/02/blog-post_4185.html)

 

-Κωστή Παλαμά, «Το σπίτι που γεννήθηκα»

«Το σπίτι που γεννήθηκα κι ας το πατούν οι ξένοι,

στοιχειό είναι και με προσκαλεί ψυχή και με προσμένει.

Το σπίτι που γεννήθηκα, ίδιο στην ίδια στράτα

στα μάτια μου όλο υψώνεται και μ’ όλα του τα νιάτα.

Το σπίτι, ας του νοθέψανε το σχήμα και το χρώμα

και ανόθευτο και αχάλαστο, και με προσμένει ακόμα.

Της πόρτας του η παλαιική κορώνα, ώ! να, ή καμάρα!

Μόνο οι χορδές της λείπουνε για να γενή κιθάρα

να συνοδέψει του σπιτιού τ’ ολόχαρο τραγούδι,

προς το παιδί, γυρίζω ανθός, δροσιά, ξεπεταρούδι,

πάω στη φωλιά, στη γάστρα μου, στο πρωί μου, στο μαγνήτη,

στη ζέστα της μητέρας μου, στο πατρικό άγιο σπίτι.

Ας ήρθαν τα γεράματα κι ας κύλησαν οι χρόνοι,

Απ’ το ψιμύθρι του αλλασμού κι απ’ του χαμού τη σκόνη,

και απείραχτο κι ανέγγιχτο στη Μοίρα αγνάντια στέκει,

κι από τον κήπο του για με χλωρά στεφάνια πλέκει.

Του κάκου οι έγνοιες, οι καιροί, πληγές καρδιών και τόπων.

Τα μάτια μου άλλα, κι άλλα είναι τα μάτια των ανθρώπων.

Από την ισκιερή εμπατή στη φωτισμένη σάλα

Με τ’ ακριβό ρόλοϊ χρυσό στην κρυσταλλένια γυάλα,

Όλα βαλμένα ρυθμικά, γιορτιάτικα ντυμένα,

προσώπατα, αντικείμενα, με καρτερούν εμένα.

Στο πλάϊ της δούλας της πιστής η αρχόντισσα γιαγιά μου

και η ρήγισσα της προκοπής, η μάνα μου, ω χαρά μου!

το στερνογέννητο καρπό στην αγκαλιά, και πέρα,

μπρός σε χαρτιά το φάντασμα γνοιασμένο του πατέρα.

Και μεσ’ απ’ τους ανασασμούς του ρόδου και του δυόσμου

και δουλευτής και φυτευτής του κήπου, ο αδελφός μου.

Και πιο βαθιά ,κατάβαθα, σαν άλλου κόσμου πλάση

να! Ολόρθο, αξήγητο, κρυφό, στον κήπο ένα κοράσι.

Του πρώτου πόθου το ιερό προφήτεμα, η παιδούλα!

Στη χαραυγή μου γέλασμα, στη δύση μου τρεμούλα.

Το σπίτι που γεννήθηκα κι ας το πατούν οι ξένοι.

Στοιχειό και σαν απάτητο, με ζη και με προσμένει.»

[πηγή: Κωστής Παλαμάς, Άπαντα, τ. Ζ΄, Μπίρης, Αθήνα]

 

 

Joseph Brodsky, «Η ΘΕΙΑ ΓΕΝΝΗΣΗ»

«Δεν έχει σημασία τι ήταν γύρω τους και δεν έχει σημασία
περί τίνος ουρλιαζ’ η χιονοθύελλα με μανία,
ή ότι ένιωθαν στριμωγμένοι στο κονάκι του βοσκού
κι ότι γωνιά στον κόσμο γι’ αυτούς δεν υπήρχε αλλού.

Πρώτα – πρώτα ήσαν όλοι μαζί. Δεύτερο
ήσαν τρεις, το σπουδαιότερο,
και ό,τι κι αν γινόταν, μαγειρευόταν, χαριζόταν
στο εξής, τουλάχιστον στα τρία θα μοιραζόταν.

Ο παγωμένος ουρανός πάνω απ’ το δικό τους καταυλισμό
με τη συνήθεια που ’χει το μεγάλο να γέρνει πάνω στο μικρό
έλαμπ’ έν’ αστέρι και που να πάει τώρα πια
παρά στου βρέφους τη ματιά.

Η φωτιά σιγόκαιγε. Το κούτσουρο τελείωνε κι αυτό·
όλοι κοιμόντουσαν. Το άστρο ξεχώριζε, ήταν διαφορετικό,
πιο δυνατό απ’ την πυρά, είχε μια ικανότητα μοναδική
να μπερδεύει την παρουσία τη μακρινή με την κοντινή.»

(Ιωσήφ Μπρόντσκι, Τα ποιήματα της θείας γέννησης, Καστανιώτης)

 

 

Joseph Brodsky, «ΤΟ ΑΣΤΡΟ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΓΕΝΝΗΣΗΣ»

«Σε εποχή παγωνιάς, σε τόπο συνηθισμένο στο ζεστό καιρό,
όχι στο κρύο, σ’ επιφάνεια επίπεδη, όχι σε βουνό,
ένα παιδάκι γεννήθηκε σε φάτνη, τον κόσμο για να σώσει·
φυσούσε όπως μόνο στη χειμωνιάτικ’ έρημο μπορεί αέρας
να σαρώσει.

Ολα του φαίνονταν τεράστια: το στήθος της μάνας, η κίτρινη πάχνη
που ’βγαινε απ’ τα ρουθούνια των βοδιών, οι μάγοι:
Μπαλταζάρ, Κασπάρ, Μελχιόρ, τα δώρα στοιβαγμένα στη γωνία.
Αυτός ήταν μόνο μια τελεία. Κι ήταν αστέρι αυτή η τελεία.

Προσεχτικά, χωρίς να τρεμοπαίζει, μεσ’ από σύννεφ’ αραιά
πάνω απ’ το μωρό στο παχνί από μακριά,
από τα βάθη της οικουμένης, απ’ την άλλη της την άκρη,
τ’ αστέρι κοίταζε τη φάτνη. Κι αυτό ήταν του πατέρα του το μάτι.»

(Ιωσήφ Μπρόντσκι, Τα ποιήματα της θείας γέννησης, Καστανιώτης)

 

 

-ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ, “ΕΝΑΣ ΘΕΟΣ”

«Ω! μέσα μου γεννιέται ένας Θεός!
και το κορμί μου γίνεται ναός,
δεν είναι ως πρώτα φάτνη ταπεινή·
μέσα μου λάμπουν ξάστεροι ουρανοί,

το μέτωπο μου λάμπει σαν αστέρι…
Στο Θεό φανείτε τώρα, ήρθεν η ώρα,
από τ’ άγνωστα μυστικά σας μέρη,
Μάγοι, φέρτε στο Θεό τα πλούσια δώρα.

Φέρτε μου Μάγοι —θεία βουλή το γράφει—
τη σμύρνα της ελπίδας, το λιβάνι
της πίστης, της αγάπης το χρυσάφι
Μυστήρια τέτοια ανθρώπου νους δε βάνει!

Και σεις, Θρόνοι πανάχραντοι, αγγελούδια,
στην καρδιά μου —στην κούνια του— σκυμμένα,
με της αθανασίας τα τραγούδια
υμνολογείτε εσείς τη θεία τη γέννα.

Μέσα μου λάμπουν ξάστεροι ουρανοί,
και το κορμί μου, φάτνη ταπεινή,
βλέπω κι αλλάζει, γίνεται ναός·
ω! μέσα μου γεννιέται ένας Θεός!»

 

 

-ΤΑΚΗΣ ΠΑΠΑΤΣΩΝΗΣ, “ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΓΕΝΝΗΣΙΝ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ”

«Ποιμένας ταπεινότατος, και όχι αυλητρίδα εταίρα,
και θεάρεστη και συνετή κάμνω του αυλού μου χρήση,
αλλά έπαψεν απόψε πια η γαλήνη των προβάτων
νάναι ο σκοπός της γλυκερής μου εσπερινής λατρείας,
και ούτε η πομπή του Ωρίωνα, ούτε η όψη της Κασσιόπης
δεν μούθηκαν παραμικρή διανόηση στ’ όραμά μου.
Μ’ ελκύει το κάτι Απώτερο, που παιδεμός ναν’ τόβρω,
αλλά, και χάρη περισσή το στέφει, ώστε να λέω,
Ας μου χαθούν κι ένα και δυο από τα βοσκήματά μου,
και ας πλανηθούν δυσεύρετα στο σκότος της Σελήνης,
και ας κράζουσι τα υπόλοιπα σαν Αστραπές της Νύχτας,
αλλά είναι κάτι Αλλόκοτον εμένα η προσμονή μου:
δεν περιμένω να ορθωθεί το Εωθινό Φεγγάρι,
ούτε του τάδε, ούτε του δείνα Αστερισμού το αχνάρι.
Δεν περιμένω την οσμή καμίας σπανίας βοτάνης,
αλλά το Υπερουράνιο, που, θεέ μου, θα με ράνεις,
και θα φανώ ποιμενικόν θαύμα, θα φανώ φάσμα,
που φέρνει το Αρχαγγελικό της νύχτας τούτης άσμα.
Παρ’ όλα τα τρισκόταδα, λαμπρά το παν διακρίνω,
ώστε και θέλοντας, και μη, κάτι να μεγαλύνω.
Η γενική αναστάτωση των υπεργείων Ταγμάτων,
έκαμε μέτοχο κι’ εμέ, κι’ οι αχτίνες των ομμάτων
φθάνουν αυτού, που πριν λαμπροί οι ταχτικοί αστέρες
με φέρναν σε υπολογισμούς για Ετη, Μήνες, Ημέρες.
Φόβος, ούτε καν φαίνεται, και χαρά με συνέχει
και βλέπω Ηλίους νυχτερινούς, κι’ η Ιδέα μου όλο τρέχει.
Εορτάζω. Μα είμαι πάνσοφος ποιμένας, για τρελάθη
ο λογισμός μου, ώστε να ιδώ παρόμοια ένδοξα λάθη;»

(https://antonispetrides.wordpress.com/2013/12/25/modern_greek_christmas_poems/)

 

 

-Ζωή Καρέλλη, «Παραμονή της Γέννησης»
1ο
Στον όγκο του χρόνου υπάρχει η στιγμή.
Επίσημη την τοιμάσαμε, τη θελήσαμε,
τοιμάσαμε την έκσταση, θελήσαμε τον θαυμασμό.
τοιμάσαμε την ανάταση, θελήσαμε τη χαρά,
τοιμάσαμε τη γιορτή, θελήσαμε τον εαυτό μας
γεμάτον έκσταση, θαυμασμό και χαρά.

«Εν ανθρώποις ευδοκία».
Βγαίνουν οι άνθρωποι,
λαλούν οι άνθρωποι στην παγερή έναστρη νύχτα
που λάμπει ιώδης και μαύρη,
κρυστάλλινη, διαυγής, διάφανη, άυλη.

Οι άνθρωποι είναι πολλοί μαζί
και μιλούν, γελούν κι απαντούν ο ένας στον άλλο,
πηγαίνουν ν’ ακούσουν και δεν ακούν
τη φωνή του ανθρώπου καν μέσα τους.
Ήσυχοι, κουρασμένοι, ανύποπτοι,
στέκονται και περπατούν, διαβαίνουν.
Οι άνθρωποι είναι γελαστοί.

Αύριο είναι γιορτή,
αύριο είναι διασκέδαση,
αύριο είναι ανάπαψη.
Οι άνθρωποι χαίρονται, χαίρονται,
πηγαίνουν, περπατούν, διαβαίνουν,
βλέπουν ό,τι έμαθαν να βλέπουν.

2ο

Δάκρυα εμποδίστε μου το βλέμμα.
Δάκρυα κλείστε μου τα μάτια.
Δάκρυα σκοτίστε μου το κοίταγμα.

Ψυχή χτυπημένη,
νικημένη απ’ τον ίδιον εαυτό μου,
ψυχή μου αφανισμένη απ’ το βάρος,
του ανθρώπινου σώματος δύσκολο βάρος,
δεν έχεις φωνή, ψυχή μου, ν’ ακουστεί,
για ν’ ακούσεις στης νύχτας το φέγγος
υπερούσια λόγια, ψυχή μου, δεν τοίμασες
συνοδεία αγγέλων στη νύχτα του σκότους δεν τοίμασες,
συνοδεία μέσ’ τη νύχτα για σένα δεν τοίμασες.
Σωπαίνεις και δεν ακούς
τη φωνή της έναστρης νύχτας ακόμα,
κινούνται τάστρα, το φέγγος κινείται
ιώδες και μαύρο, γαλάζιο,
κινούνται τακίνητα πάντα ακόμα,
ψυχή μονάχη, δίχως φωνή
παραμένεις, δίχως ακοή περιμένεις ακόμα
δεν έχεις φωνή να φωνάξεις
τον εαυτό σου στους άλλους
ανάμεσα να χαθείς, να βρεθείς
να μην είσαι μονάχη, ψυχή μοναχή.

3ο

Γέλια και μιλήματα,
φωνές γλυκές παιδιάτικες,
ψιλές φωνές γυναικείες
και βαριές αντρικές.
Ακούν όλοι∙ εκκλησία
τους κλείνει η έκκληση,
καλούν το παιδί
που υπάρχει υπέροχο,
την ασώματη υπερέχουσα ύλη

που το γεννά απείραχτη,
άφθαρτη, αειπάρθενη, διαρκής
παρθένος στους αιώνες των αιώνων.

4ο

Αμήν αμήν λέγω, Κύριε,
συγχώρησε την αδυναμία μου,
χώρον χάρισε στην αδυναμία μου, Κύριε,
με την αδυναμία μου να χωρέσω στην έκκληση
της ψυχής μου. Συγχώρεσε
την σκληρή κατάπτωση,
της σκληρότητας ψυχρής την κατάσταση,
της στείρας ψυχρότητας την κατάκτηση,
της σκληρότατης πτώσης τη στάση,
της ψυχής τη στειρότητα.

Εκείνος που δεν γεννά, δεν γεννάται,
δεν αναγεννάται ποτέ, Κύριε,
της Γέννησης «σκήνωσον εν εμοί»,
ο την Σάρραν και την Ελισσάβετ
γονίμους διδάξας, προς δόξαν σου αιώνιαν.
(Από τη συλλογή Πορεία, 1940)

(https://www.translatum.gr/forum/index.php/topic,1559.msg109334.html#msg109334)

Single Post Navigation

9 thoughts on “Πες το με ποίηση (169ο): «Γεννιέμαι – γέννηση»…

  1. 1. Η γέννηση του κόσμου

    ΛΕΝΕ ΠΟΛΛΟΙ ότι ο Κόσμος γεννήθηκε ανάποδα.
    Μ΄αυτό δεν είναι αλήθεια.
    Όσοι ήταν εκεί είπανε ότι γεννήθηκε κανονικά,
    με το κεφάλι κάτω κι όχι με τα πόδια απάνω.

    Η μάνα του Κόσμου ήταν μια φοβερή,
    μια μέγαιρα με τριχωτό κεφάλι,
    με νύχια και με δόντια σουβλερά σαν βελόνες.
    Αλλά ο Κόσμος ήταν όμορφος
    -ωραίος από την πρώτη στιγμή
    και τον καμάρωσε πρώτα ο ήλιος,
    ο θείος του και η σελήνη η θεία του
    κι ύστερα όλα τ΄ άστρα τ΄ουρανού
    τα ξαδέρφια του.

    Κατόπιν τον καμάρωσαν η θάλασσα και τα βουνά
    ύστερα τον καμάρωσαν τα ποτάμια, οι βράχοι,
    τα δέντρα, οι βροχές, τα σύννεφα.
    Όλοι τον καμάρωναν ίσαμε και τ΄ άγρια
    και τα ήμερα θεριά
    και τα πουλιά και τα ερπετά
    και στο βυθό της θάλασσας τα ψάρια.

    Μόνο ένας δεν τον καμάρωνε, ο Πατέρας του.
    Αυτός ήταν ζηλιάρης και φθονερός και λεγόταν Άβυσσος.
    Ήρθε μια μέρα στη μάνα του
    και προσπάθησε να ρίξει τον Κόσμο
    κάτω από ΄να μεγάλο γκρεμνό
    που του άνοιξε μπροστά του.

    Μα οι άγγελοι δώσανε στον Κόσμο φτερά
    και πέταξε.
    Και οι δαίμονες ακόμα τον μακάριζαν καθώς πετούσε.
    Τότες για να εκδικηθεί ο ΄Αβυσσος
    πήγε κι έκανε τρία άλλα παιδιά με τη Μέγαιρα τη μάνα του
    – έκανε το Χρόνο, τη Φθορά και το Κενό.

    Από τότες οι τρεις αυτοί συναγωνίζονται
    ποιος θα καταλύσει πρώτος τον ωραίο Κόσμο
    – που για μια στιγμή τον έχουμε κι ύστερα τον χάνουμε
    όλα εμείς τα πλάσματα της Στιγμής
    που μας τρώει η Φθορά μετά από λίγα Χρόνια
    και ξαναγυρίζουμε στο Κενό.

    Βαλαωρίτης Νάνος

    Johnny Mathis – When A Child Is Born

    2. Γέννηση

    Κανείς δε με ρώτησε από πού έρχομαι
    αιμοσφαίριο της αιωνιότητας
    εκσφενδονισμένο
    ανάμεσα σ’ αυτούς τους τοίχους

    Μπορώ κι ακούω την καρδιά μου να χτυπάει
    το αίμα μου να κυλάει
    και τη μνήμη μου κάποιες λέξεις να τυραννούν,
    ζωή και θάνατος
    ελευθερία.

    Βασίλης Φαϊτάς, Από τη συλλογή Γράμματα στον κόσμο (1980)

    ***

    3. Γέννηση

    Οδύνη το σκέπασμα
    Να κάθεσαι να υπάρχης
    Μέσα στο στήθος

    Με παιδεύουν λυγμοί
    Ραγισμένες καμπάνες

    Να είχα το θάρρος
    Αγάπη ακούραστη
    Να μπορούσα να ψάλλω
    – Ειρήνη!… Ευδοκία!

    Έκλεισαν οι φωνές
    Τα μάτια έχουν στεγνώσει
    Μοναξιά μεγαλόπρεπη

    Έντομα φριχτά φτερά βυθισμένα στη λάσπη
    Αλλού το κεφάλι, αλλού τα μέλη
    Θρεμμένα με το ίδιο τους το αίμα

    Δεν υπάρχουν πια ποιμένες
    Άστρα που ψάλλουν στο βαθύ ουρανό
    Οι Άγγελοι τραβήχτηκαν σε απρόσιτα ύψη

    Δε βρίσκεται στη γη παρθένος
    Να εγκυμονή το γυιό του ανθρώπου
    Αγκαλιά ουρανού με τη νύχτα

    Πότε θα περιμένουν νάρθη
    Η Δεύτερη Παρουσία

    Γιώργος Θέμελης, Γυμνό παράθυρο (1945)

    ***

    4. «Γένεσις»

    «Εν αρχή ήταν η αρχή
    βγαίνοντας μέσ’ απ’ το τίποτα
    από ένα στρώμα σκοταδιού παχύ
    με κηλίδες κόκκινες, π.χ.
    τα τοπία του Οιδίποδα

    Κι έπειτα η Σφίγγα, με φτερά
    Αδαμαντοκόλλητα
    -πριν ακόμα τρέξουν τα νερά-
    καταστρώνοντας νοερά
    όλα τα υπόλοιπα».

    Νάσος Βαγενάς, «Σκοτεινές Μπαλάντες»

    ***

    5. Άρρητη γέννηση

    Σημαίες πολύχρωμες
    Έσυραν τα λουλούδια
    Στον ουρανό

    Δε φαίνεται πια τίποτα

    Μονάχα ένα δάσος
    Από ελευθερωμένα ονόματα

    Και ο κρίνος της προσευχής

    Δάκρυα
    Φύλλα που ανοίγουν
    Πάνω στο τζάμι

    Δροσερά ολοκαίνουργα φύλλα

    Οι κοπέλες φιλιούνται με τους καθρέφτες
    Γίνονται άστρα

    Και πέφτουν στο νερό

    Τάκης Βαρβιτσιώτης , Φύλλα ύπνου (1949)

    ***

    6. Η γέννηση

    Τι άνεμος, Θεέ μου! Πώς μούσκεψες έτσι;
    Πώς μπλέχτηκαν έτσι τα μαλλιά σου, Μαρία;
    Τι στέκεις στην πόρτα; Πέρασε μέσα.
    Έχω λίγη φωτιά. Θα σου κάνω ένα τσάι.
    (Ο μισθός μας μικρός κι’ οι φίλοι μας άμισθοι.
    Αυτός είναι ο κόσμος μας). Περισσεύει ένα σάλι.
    Το σπίτι είναι ανάστατο. Κοιτάζεις περίεργα.
    Πέρασε μέσα.
    Λίγο πριν έρθεις,
    σε τούτη τη φάτνη, εγεννήθη ένα ποίημα.
    Λίγο πριν έρθεις ήρθε και γέννησεν
    η λύπη του κόσμου.

    ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

    ***

    7. Γένεση

    Αυτό το γαρύφαλλο, που κρατώντας το
    ανάμεσα στα τρία μου δάχτυλα
    το σηκώνω στο φως, μου μίλησε και
    παρά τον κοινό νου μου το κατανόησα.
    Μι’ αλυσίδα από ατέλειωτους γαλαξίες συνεργάστηκαν,
    διασταύρωσαν κάτω στη γη φωταψίες
    – το σύμπιαν ολόκληρο πήρε μέρος στη γέννηση
    αυτού του γαρύφαλλου.
    Κι’ αυτό που ακούω είναι οι φωνές
    των μαστόρων του μέσα του.

    Νικηφόρος Βρεττάκος

    ***

    8. Το μπλουζ της γέννησης

    Γεννήθηκε η κόρη μου με ματωμένο το πρόσωπο
    και να την δω ήσυχα δεν μ’ άφησαν.
    Γεννήθηκε η κόρη μου με ματωμένο το πρόσωπο
    μα μου την πήραν απ’ τα χέρια.
    Η κόρη μου κλείνει τα τρία της χρόνια
    και μου μιλάει και βλέπει το πρόσωπό μου.
    Η κόρη μου κλείνει τα τρία της χρόνια
    και τραγουδάει και σκέφτεται μα βλέπει το πρόσωπό μου.
    Τώρα πια δεν αναρωτιέμαι
    γιατί αγαπάει κανείς ένα πρόσωπο ματωμένο.

    Αντόνιο Γκαμονέδα [από το “Η σκουριά κατακάθισε στη γλώσσα μου και άλλα ποιήματα”, Μετάφραση Κώστας Βραχνός, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, Εκδόσεις Instituto Cervantes]

    Μελίνα Κανά – Λένε (Μα εγώ γεννιέμαι και πεθαίνω μαζί)

    9. Γεννημένος από γυναίκα

    Ώστε αυτή είναι η μάνα του.
    Αυτή η μικρή γυναίκα.
    Ο γκριζομάλλης αυτουργός.

    Η βάρκα που μέσα της χρόνια πριν
    αρμένισε για την ακτή.

    Που έξω απ’ αυτήν εμόχθησε
    μες στον κόσμο,
    μες στη μη-αιωνιότητα.

    Ο γεννήτορας του άνδρα
    που μαζί του διασχίζω φωτιές.

    Ώστε αυτή είναι εκείνη, η μοναδική
    που δεν τον διάλεξε
    ετοιμοπαράδοτο, τελειωμένο.

    Η ίδια που τον στρίμωξε
    μες στο δέρμα που ξέρω,
    που τον πρόσδεσε στ’ άγνωστα
    σε μένα οστά του.

    Η ίδια που ανάστησε
    τα γκρίζα μάτια του,
    αυτά που ύψωσε σε μένα.

    Ώστε αυτή είναι εκείνη, το άλφα του.
    Το γιατί μου την έδειξε.

    Γεννημένος από γυναίκα.
    Έτσι γεννήθηκε κι αυτός.
    Γεννημένος σαν όλους τους άλλους.
    Σαν εμένα που θα πεθάνω.

    Ο γιος μιας πραγματικής γυναίκας.
    Ένας νιόφερτος απ’ τα βάθη του πνεύματος.
    Ένας ταξιδιώτης προς το ωμέγα.

    Απειλούμενος
    από τη δική του ανυπαρξία
    απ’ όλες τις πλευρές
    την κάθε στιγμή.

    Και το κεφάλι του
    είναι ένα κεφάλι που χτυπιέται στον τοίχο
    που υποχωρεί αλλά μόνο προσωρινά.

    Και οι κινήσεις του είναι όλες προσπάθειες να ξεφύγει
    την καθολική ετυμηγορία.

    Κατάλαβα
    πως έχει διανύσει κιόλας τον μισό δρόμο.

    Όμως δεν μου είπε αυτό.
    Όχι.

    «Αυτή είναι η μάνα μου»,
    ήταν όλο που μου είπε.

    Wislawa Szymborska, (μτφ. Βασίλης Καραβίτης)

    ***

    10. Γέννηση και θάνατος του Αλέξη Τραϊανού

    Φυσάει απόψε στο παλιό Βυρσοδεψείο
    Και τα παράθυρά μας ανοιχτά
    Ηχούν ακόμα σαν κακό κακόγουστο αστείο
    Τα τελικά σου λόγια τα ζεστά

    Τούτο το τρεχαντήρι πού τραβάει
    Δεν ξέρω Αλέξη – μαχαιριά εαρινή
    Μ’ ανάμεσα μεσάνυχτα κι αυγή
    Τρίαινα μαύρη η Χαλκιδική
    Μες στα πιστά της δόντια μας κρατάει

    Τώρα μ’ άσπρα χέρια ηλεκτροφόρα
    Ανάβεις σιωπηλός σημαίες μυστικές
    Κι η Σαλονίκη αναμετράει την ώρα
    Που θαρθει να μας γιάνει τις πληγές

    AΛΚΗΣ ΑΛΚΑΙΟΣ (Ασκήσεις επί πάγου, 1983)

    ***

    11. ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΑ ΓΕΝΕΘΛΙΑ

    Ποιός έχει στην καρέκλα μου καθίσει
    Ποιός έχει από το πιάτο μου δειπνήσει

    Ποιός έχει στο κρεβάτι μου ξαπλώσει
    Ποιός πήρε δίχως πίσω να μου δώσει

    Ποιός μ’ έχει εμέ στην τύχη εγκαταλείψει
    Ποιόν δεν μπορεί η μνήμη μου να κρύψει

    Ποιός μ’ έχει φέρει στη δική σου μέρα
    Ποιός για να κάτσεις έκανε πιο πέρα
    Ο χρόνος όλα ο χρόνος

    ELISABETH BORCHERS, Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

    ***

    12. Γενέθλια

    Η μέρα που γεννήθηκες
    αναπαρίσταται, Θεάνθρωπέ μου

    κάποιο άστρο
    θαμπό από το άθεον όζον
    σε ψάχνει

    οι μάγοι δε θυμούνται
    αν γέρασαν ή έχουν πεθάνει

    τα ξυλιασμένα δάχτυλα του θαύματος
    ρωτούν πού είναι η φάτνη

    κι εγώ εκεί σκυμμένη
    μες στο προσκύνημα της αναζήτησής σου
    σε μια συμμετοχή απαρατήρητη
    μοναχική

    δεν το αρνούμαι νιώθω να διαπερνά
    και του δικού μου σώματος
    την ξυλιασμένη δυσπιστία

    η σεβαστή, ασύλληπτη του θαύματος
    θερμαντική ανάγκη
    ……..
    Κική Δημουλά [Από την ποιητική συλλογή «Τα εύρετρα», απόσπασμα]

    ***

    13. Γενέθλιον

    Η ενηλικίωση
    (έχει κάτι από το μεγαλείο
    μιας τελετουργικής καρατόμησης.
    Το κάρο, το κούτσουρο, ο ιεροεξεταστής,
    ο καλόγερος, ο στρατιώτης,
    μια μεγάλη κραυγή πλεούμενη
    πάνω απ’ τις στέγες.
    Δεν προφταίνεις να τους πεις
    ούτε τ’ όνομά σου.
    Πίσω σού φωνάζουν να προχωρήσεις
    ο δήμιος ξεμπερδεύει με τον επόμενο
    ενώ το πλήθος αλαλάζει
    γενέθλιους ύμνους.

    ΤΖΕΝΗ ΜΑΣΤΟΡΑΚΗ

  2. Ciao Aggeliki!!!!…Ploysiotato to sxolio soy!!! Grazie mille!!!

    *Τα δυο επόμενα Σαββατοκύριακα, λόγω εορτών, δε θα ‘χουμε αναρτήσεις…

    -«Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα,
    γι’ αυτό η ζωή μου εδόθη.
    Στην άχαρη ζωή την ανεκπλήρωτη
    μένα η ζωή πληρώθη.
    Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα.»
    (Μαρία Πολυδούρη)

    -«Αχ, για να γεννηθείς εσύ κι εγώ
    γι’ αυτό, για να σε συναντήσω.
    Γι’ αυτό έγινε ο κόσμος μάτια μου,
    γι’ αυτό, για να σε συναντήσω.»
    (Τάσος Λειβαδίτης)

    -[ Την ημέρα εκείνη γεννήθηκα μόνος μου, δεν είχα βιολογικό
    προηγούμενο. Σούρθηκα στην τρώγλη της απλής αριθμητικής .
    Εκεί διαλάμποντας ενωτίστηκα κόκαλα . ]
    (Ν. Καρούζος)

    -«XIV
    Τὸ ξέρω ὅτι ἤσουν καὶ πρὶν
    γεννηθῶ. Τὸ ὕψος σου
    πάντως βγῆκε ἀπὸ μέσα μου.»
    (Ν. Βρεττάκος, Ποιήματα για το ίδιο βουνό)

    -«…Ετσι μακριά στη γη. Ροές της θάλασσας
    Και βασκανείες του καπνού των κήπων. Αλλά τι
    Κόπος ο ποιητής με τ’ αδειανά του χείλη
    Ολοένα πίσω από τη θλίψη του: το Ανείπωτο.
    Πάρε με πάρε με στην αγκαλιά σου
    Kαι παρηγόρησέ με που γεννήθηκα.»
    (Ο. Ελύτης)

    -«…Πότε θα ξανοιχτούμε πέρα απ’ τις ακτές και τα βουνά, να αγναντέψουμε τη γέννηση της νέας εργασίας, τη νέα γνώση, τη φυγή των τυράννων και των δαιμόνων, το τέλος των προλήψεων, να λατρέψουμε -πρώτοι εμείς!- την του Χριστού επί γης γέννηση!»
    [Arthur Rimbaud, «Une saison en enfer»
    (=Μια εποχή στην κόλαση)

    -Τάσος Λειβαδίτης, «Έτσι γεννήθηκαν οι σημαίες μας»

    «Πάνω στα ματωμένα πουκάμισα των σκοτωμένων
    εμείς καθόμασταν τα βράδια
    και ζωγραφίζαμε σκηνές απ’ την αυριανή ευτυχία του κόσμου
    Έτσι γεννήθηκαν οι σημαίες μας».

    -Τάκη Βαρβιτσιώτη, «Χριστούγεννα»

    «Χριστούγεννα άφωνα και παγωμένα
    Έθαψαν το μαντήλι της μητέρας
    που σκούπιζε τα μάτια τους κάθε πρωί
    Το μαντήλι το λεκιασμένο απ’ το αίμα
    Το σπίτι έρημο αγρυπνεί
    Τ’ αδέρφια παίζουνε κρυφτούλι
    Η νύχτα φθάνει επίβουλη κρυφή
    Οι ίσκιοι κατεβαίνουνε πάνω στους τοίχους
    Όλο και κατεβαίνουν
    Και τ’ αδέρφια τούς μετρούνε
    Τούς μετρούν και κλαίνε»
    (Τ. Βαρβιτσιώτης, Από τη συλλογή «Το ξύλινο άλογο», 1955)

    -Χόρχε Μπουκάι, «Συντομία»

    «Γεννήθηκα σήμερα το ξημέρωμα
    έζησα την παιδική μου ηλικία το πρωί
    και γύρω στο μεσημέρι
    έμπαινα ήδη στην εφηβεία μου.

    Και δεν είναι ότι τρόμαξα
    που ο χρόνος μου περνάει τόσο βιαστικά.

    Μόνο με ανησυχεί λίγο να σκέφτομαι
    ότι ίσως αύριο
    να είμαι πολύ γέρος
    για να κάνω όλα όσα άφησα σ’ εκκρεμότητα.»
    (http://poihsh-logotexnia.blogspot.gr/2012/04/blog-post_8877.html)

    -Ο. Ελύτης, «ΤΟ ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ»

    «Η ΓΕΝΝΗΣΙΣ» (απόσπασμα)

    Πλεονάκις επολέμησάν με εκ νεότητός μου
    και γαρ ουκ ηδυνήθησάν μοι
    ΨΑΛΜΟΣ ΡΚΗ’

    ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ το φως Και η ώρα η πρώτη
    που τα χείλη ακόμη στον πηλό
    δοκιμάζουν τα πράγματα του κόσμου
    Αίμα πράσινο και βολβοί στη γη χρυσοί
    Πανωραία στον ύπνο της άπλωσε και η θάλασσα
    γάζες αιθέρος τις αλεύκαντες
    κάτω απ’ τις χαρουπιές και τους μεγάλους όρθιους φοίνικες
    Εκεί μόνος αντίκρισα
    τον κόσμο
    κλαίγοντας γοερά
    Η ψυχή μου ζητούσε Σηματωρό και Κήρυκα
    Είδα τότε θυμάμαι
    τις τρεις Μαύρες Γυναίκες
    να σηκώνουν τα χέρια κατά την Ανατολή
    Χρυσωμένη τη ράχη τους και το νέφος που άφηναν
    λίγο λίγο σβήνοντας
    δεξιά Και φυτά σχημάτων άλλων
    Ήταν ο ήλιος με τον άξονά του μέσα μου
    πολυάχτιδος όλος που καλούσε Και
    αυτός αλήθεια που ήμουνα Ο πολλούς αιώνες πριν
    Ο ακόμη χλωρός μες στη φωτιά Ο άκοπος απ’ τον ουρανό
    Ένιωσα ήρθε κι έσκυψε
    πάνω απ’ το λίκνο μου
    ίδια η μνήμη γινάμενη παρόν
    τη φωνή πήρε των δέντρων, των κυμάτων:
    Εντολή σου είπε αυτός ο κόσμος
    και γραμμένος μες στα σπλάχνα σου είναι
    Διάβασε και προσπάθησε
    και πολέμησε είπε
    Ο καθείς και τα όπλα του είπε
    Και τα χέρια του άπλωσε όπως κάνει
    νέος δόκιμος Θεός για να πλάσει μαζί αλγηδόνα κι ευφροσύνη.
    Πρώτα σύρθηκαν με δύναμη
    και ψηλά πάνω από τα μπεντένια ξεκαρφώθηκαν πέφτοντας
    οι Εφτά Μπαλτάδες
    καταπώς η Καταιγίδα
    στο σημείο μηδέν όπου ευωδιάζει
    απαρχής πάλι ένα πουλί
    καθαρό παλιννοστούσε το αίμα
    και τα τέρατα έπαιρναν την όψη ανθρώπου
    Τόσο εύλογο το Ακατανόητο
    Ύστερα και οι άνεμοι όλοι της φαμίλιας μου έφτασαν
    τ’ αγόρια με τα φουσκωμένα μάγουλα
    και τις πράσινες πλατιές ουρές όμοια Γοργόνες
    και άλλοι γέροντες γνώριμοι παλαιοί
    οστρακόδερμοι γενειοφόροι
    Και το νέφος εχώρισαν στα δύο Και αυτό πάλι στα τέσσερα
    και το λίγο που απόμεινε φύσηξαν και ξαπόστειλαν στο Βορρά
    Με πλατύ πάτησε πόδι στα νερά και αγέρωχος ο μέγας Κούλες
    Η γραμμή του ορίζοντα έλαμψε
    ορατή και πυκνή και αδιαπέραστη
    ΑΥΤΟΣ ο πρώτος ύμνος.

    ΚΑΙ ΑΥΤΟΣ αλήθεια που ήμουνα Ο πολλούς αιώνες πριν
    Ο ακόμη χλωρός μες στη φωτιά Ο Αχειροποίητος
    με το δάχτυλο έσυρε τις μακρινές
    γραμμές
    ανεβαίνοντας κάποτε ψηλά με οξύτητα
    και φορές πιο χαμηλά οι καμπύλες απαλές
    μία μέσα στην άλλη
    στεριές μεγάλες που ένιωσα
    να μυρίζουνε χώμα όπως η νόηση
    Τόσο ήταν αλήθεια
    που πιστά μ’ ακολούθησε το χώμα
    έγινε σε μεριές κρυφές πιο κόκκινο
    και άλλου με πολλές μικρές πευκοβελόνες
    Ύστερα πιο νωχελικά
    οι λόφοι οι κατωφέρειες
    άλλοτε και το χέρι αργό σε ανάπαυση
    τα λαγκάδια οι κάμποι
    κι άξαφνα πάλι βράχοι άγριοι και γυμνοί
    δυνατές πολύ παρορμήσεις
    Μια στιγμή που εστάθηκε να στοχαστεί
    κάτι δύσκολο ή κάτι το υψηλό:
    ο Όλυμπος, ο Ταΰγετος
    Κάτι που να σου σταθεί βοηθός
    και αφού πεθάνεις είπε
    Και στις πέτρες μέσα τράβηξε κλωστές
    κι απ’ τα σπλάχνα της γης ανέβασε σχιστόλιθο
    ένα γύρο σ’ όλη την πλαγιά τα πλατιά στερέωσε σκαλοπάτια
    Εκεί μόνος απίθωσε
    κρήνες λευκές μαρμάρινες
    μύλους ανέμων
    τρούλους ρόδινους μικρούς
    και ψηλούς διάτρητους περιστεριώνες
    Αρετή με τις τέσσερις ορθές γωνίες
    Κι επειδή συλλογίστηκεν
    ωραία που είναι στην αγκαλιά ο ένας του άλλου
    γέμισαν έρωτα οι μεγάλες γούρνες
    αγαθά σκύψανε τα ζώα μοσκάρια και αγελάδες
    σαν να μην ήτανε στον κόσμο πειρασμός κανένας
    και να μην είχαν γίνει ακόμη τα μαχαίρια
    Η ειρήνη θέλει δύναμη να την αντέξεις είπε
    και στροφή γύρω του κάνοντας μ’ ανοιχτές παλάμες έσπειρε
    φλόμους κρόκους καμπανούλες
    όλων των ειδών της γης τ’ αστέρια
    τρυπημένα στο ένα φύλλο τους για σημείο καταγωγής
    και υπεροχή και δύναμη

    ΑΥΤΟΣ
    ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας!…»

  3. Μου αρέσουν οι ανακοινώσεις σου, Γιάννη, κάθε φορά που μένει κλειστό το …μαγαζί. Χαχαχα.

    *

    14. Ο κόσμος είναι ένα ωραίο μέρος για να γεννηθείτε…

    Ο κόσμος είναι ωραίο μέρος
    για να γεννηθείτε
    αν δεν σας νοιάζει που η ευτυχία
    δεν είναι πάντα
    και τόσο διασκεδαστική
    αν δεν σας νοιάζει μια δόση κόλασης
    πού και πού
    όταν όλα πάνε καλά
    γιατί ακόμα και στον παράδεισο
    δεν τραγουδούν
    όλη την ώρα

    Ο κόσμος είναι ωραίο μέρος
    για να γεννηθείτε
    αν δεν σας νοιάζει που μερικοί άνθρωποι πεθαίνουν
    όλη την ώρα
    ή έστω απλώς λιμοκτονούν
    κάποιες ώρες
    στο κάτω κάτω δεν πειράζει
    αφού δεν είστε εσείς

    Α, ο κόσμος είναι ωραίο μέρος
    για να γεννηθείτε
    αν δεν σας πολυνοιάζουν
    λίγα ψόφια μυαλά
    στις ψηλότερες θέσεις
    ή μια δυο βόμβες
    πού και πού
    στα ανεστραμμένα σας πρόσωπα
    ή άλλες τέτοιες απρέπειες
    απ’ τις οποίες μαστίζεται η κοινωνία μας
    με τους διακεκριμένους άνδρες της
    και τους κληρικούς της
    και τους λοιπούς αστυφύλακες
    και τις διάφορες φυλετικές διακρίσεις της
    και τις κοινοβουλευτικές ανακρίσεις της
    και τις άλλες δυσκοιλιότητες
    που η τρελή μας σάρκα
    θα κληρονομήσει

    Ναι ο κόσμος είναι το καλύτερο μέρος
    για ένα σωρό πράγματα όπως το να κάνεις κουταμάρες
    και να κάνεις έρωτα
    και να είσαι λυπημένος
    και να τραγουδάς φτηνά τραγούδια και να έχεις εμπνεύσεις

    Λόρενς Φερλινγκέτι, (Μετάφραση: Ρούμπη Θεοφανοπούλου)

    ***

    15. Στον κόσμο που γεννήθηκα τα χάνει κανείς όλα

    Στον κόσμο που γεννήθηκα τα χάνει
    κανείς όλα
    τις λέξεις τρώει ο καιρός
    και μέσα από τις λέξεις
    φαγώνονται τα μάτια
    τα φιλιά
    ακόμα κι η ανάγκη να υποφέρεις.

    Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Τα σκόρπια χαρτιά της Πηνελόπης (1977)

    ***

    16. Γέννηση της μέρας

    Όταν η μέρα τεντωθεί από το κοτσάνι της κι ανοίξει όλα
    τα χρώματα πάνω στη γη
    Όταν από φωνή σε στόμα σπάσει ο σταλαγμίτης
    Όταν ο ήλιος κολυμπήσει σαν ποτάμι σ’ έναν κάμπο αθέριστο
    Και τρέξει ένα πανί βοσκόπουλο των μελτεμιών μακριά

    Πάντα η στολή σου είναι στολή νησιού είναι μύλος που γυρίζει ανάποδα τα χρόνια
    Τα χρόνια που έζησες και που τα ξαναβρίσκω να πονούν
    στο στήθος μου τη ζωγραφιά τους
    Η μια βερικοκιά σκύβει στην άλλη και το χώμα πέφτει από
    την αγκαλιά του ξυπνητού νερού
    Η σφήκα στο κορμί του φλόμου ανοίγει τα φτερά της

    Ύστερα ξαφνικά πετάει και χάνεται βουίζοντας
    Κι από σταλαγματιά σε φύλλο κι από φύλλο σε άγαλμα όσο πάει
    και πιο πολύ μεταμορφώνεται ο καιρός
    Παίρνει τα πράγματα που σε θυμίζουν κι όσο πάει και πιο πολύ
    τα συγγενεύει μες στον έρωτά μου
    Ο ίδιος πόθος ξαναϋφαίνεται
    Ο κορμός όλος φλέγεται του δέντρου του ήλιου της καλής καρδιάς

    Έτσι σε βλέπω ακόμη στην αχτίδα της αιώνιας μέρας
    Ν’ ακούς το χτυποκάρδι της στεριάς
    Η γέννηση δεν άλλαξε ούτε μια χαρά σου
    Άφηνες μια μεγάλη νύφη αφρού ανεβαίνοντας
    Τίναζες το κεφάλι σου σαπουνισμένο από την πρωινή ομορφιά
    Η αιθρία πλάταινε τα μάτια σου
    Δεν ήταν αίνιγμα που να μη σβήνει πια που να μη γίνεται καπνός
    σε στόμα αιόλου
    Άλλαζες με τα χέρια σου τις εποχές
    Βάζοντας χιόνια και βροχές, λουλούδια, θάλασσες
    Κι η μέρα χώριζε από το κορμί σου, ανέβαινε, άνοιγε, μεγάλη
    ευχή πάνω στα ηλιοτρόπια

    Τι ξέρει τώρα ο τζίτζικας από την ιστορία που άφησες, τι ξέρει ο γρύλος
    Η καμπάνα του χωρίου που ανοίγεται στον άνεμο
    Η κάμπια, ο κρόκος, ο αχινός, το αλφάκι του νερού
    Μυριάδες στόματα φωνάζουνε και σε καλούν

    Έλα λοιπόν απ’ την αρχή να ζήσουμε τα χρώματα
    Ν’ ανακαλύψουμε τα δώρα του γυμνού νησιού
    Ρόδινοι και γαλάζιοι τρούλοι θ’ αναστήσουν το αίσθημα
    Γενναίο σαν στήθος το αίσθημα έτοιμο να ξαναπετάξει

    Έλα λοιπόν να στρώσουμε το φως
    Να κοιμηθούμε το γαλάζιο φως στα πέτρινα σκαλιά του Αυγούστου
    Ξέρεις, κάθε ταξίδι ανοίγεται στα περιστέρια
    Όλος ο κόσμος ακουμπάει στη θάλασσα και τη στεριά

    Θα πιάσουμε το σύννεφο θα βγούμε από τη συμφορά του χρόνου
    Από την άλλην όψη της κακοτυχιάς
    Θα παίξουμε τον ήλιο μας στα δάχτυλα
    Στις εξοχές της ανοιχτής καρδιάς
    Θα δούμε να ξαναγεννιέται ο κόσμος.

    ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ (Οδυσσέας Ελύτης)

    ***

    17. Η Γένεσις

    Τότε είπε και γεννήθηκεν η θάλασσα
    Και είδα και θαύμασα
    Και στη μέση της έσπειρε κόσμους μικρούς κατ’ εικόνα και ομοίωσή μου:
    Ίπποι πέτρινοι με τη χαίτη ορθή
    και γαλήνιοι αμφορείς
    και λοξές δελφινιών ράχες
    η Ίος η Σίκινος η Σέριφος η Μήλος
    «Κάθε λέξη κι από ‘να χελιδόνι
    για να σου φέρνει την άνοιξη μέσα στο θέρος» είπε

    Και πολλά τα λιόδεντρα
    που να κρησάρουν στα χέρια τους το φως
    κι ελαφρό ν’ απλώνεται στον ύπνο σου
    και πολλά τα τζιτζίκια
    που να μην τα νιώθεις
    όπως δε νιώθεις το σφυγμό στο χέρι σου
    αλλά λίγο το νερό
    για να το ‘χεις Θεό και να κατέχεις τι σημαίνει ο λόγος του

    και το δέντρο μονάχο του
    χωρίς κοπάδι
    για να το κάνεις φίλο σου
    και να γνωρίζεις τ’ ακριβό του τ’ όνομα φτενό στα πόδια σου το χώμα
    για να μην έχεις πού ν’ απλώσεις ρίζα
    και να τραβάς του βάθους ολοένα
    και πλατύς επάνου ο ουρανός
    για να διαβάζεις μόνος σου την απεραντοσύνη.
    ΑΥΤOΣ
    ο κόσμος ο μικρός, ο μέγας!

    Ο. Ελύτης, Το Άξιον Εστί, Ίκαρος

    **

    18. Γεννώντας

    Ξέρω τι σημαίνει να γεννάω τέρατα
    Και να τα αναγνωρίζω μέσα μου.
    – Τσέσλαβ Μίλος

    Αν γεννάμε τέρατα τότε πώς αυτά συλλαμβάνονται;
    Μήπως μια τραγική, προγονική μοίρα αναβλύζει από τις λαγόνες μας
    και αντικαθιστά τα σώματά μας με σατανικές προθέσεις;

    Μήπως είμαστε οι ανυποψίαστοι πεζικάριοι και υπηρέτριες
    στο έλεος αυτών που κάθονται γύρω απ’ το επίσημο τραπέζι;
    Ό,τι περιδρομιάζουν εμείς το καταπίνουμε αμάσητο, ο μανδύας
    που ενδύονται οι μοχθηρές πράξεις σκεπάζει και τους δικούς μας ώμους.

    Όταν σηκωθούν απ’ το τραπέζι,
    ποιο εργαλείο θα πρέπει να διαλέξουμε για τους εαυτούς μας;
    Αν αναγνωρίσω ένα τέρας μέσα μου,
    άραγε το κατατρώγω εγώ ή με κατατρώγει εκείνο;

    Αν γεννάμε τέρατα τότε πώς αυτά συλλαμβάνονται;

    Daniel Simon- μτφρ. TEΦΛON

    ***

    19. «Η Σίβυλλα στο παιδί»

    «Η Σίβυλλα στο παιδί»

    σφίξου, παιδί μου,
    πάνω στο στήθος μου:
    Η γέννηση είναι μία πτώση μέσα στις μέρες.
    Από τα βράχια του πουθενά, πιο πάνω κι από τα σύννεφα,
    παιδί μου,
    πώς έπεσες χαμηλά!
    Ήσουν πνεύμα, έγινες σκόνη!
    Κλάψε, μικρό μου, για αυτούς και για μας!
    Η γέννηση είναι μια πτώση μέσα στις ώρες!

    Κλάψε, μικρό μου, προς το μέλλον, και ακόμα:
    Η γέννηση είναι μια πτώση μέσα στο αίμα!
    Και μέσα στη σκόνη,
    και μέσα στις ώρες…
    Πού οι λάμψεις των θαυμάτων του;

    Κλάψε, μικρό μου: γέννηση μέσα στη βαρύτητα!
    Πού τα ορυκτά της γενναιοδωρίας του;
    Κλάψε, μικρό μου: γέννηση μέσα στους υπολογισμούς,
    Και μέσα στο αίμα,
    και μες στον ιδρώτα…

    Αλλά θα σηκωθείς! Αυτό που σε τούτο τον κόσμο ονομάζουμε
    θάνατο, είναι μια πτώση στο στερέωμα.
    Αλλά θα δεις! Σε τούτο τον κόσμο, να κλείνεις
    τα βλέφαρα, είναι μια γέννηση στο φως.
    Ο θάνατος, μικρό μου, δεν είναι να κοιμάσαι, αλλά να εγείρεσαι:
    Δεν είναι να κοιμάσαι, αλλά να επιστρέφεις.
    Αρμένισε, μικρό μου! Ενα σκαλοπάτι ήδη το έχεις
    διαβεί…

    -Έγερση προς την ημέρα!

    ΜαρίναΤσβετάγεβα, μτφρ. ΦοίβηΓιαννίση

    ***

    20. ΓΕΝΕΣΙΣ

    Ποιος ξέρει πόσους ζοφερούς
    αιώνες των αιώνων
    χαμένος μέσα στη φρικτή του καθημερινότητα
    δέσμιος ανελέητου βιοπορισμού
    σπαταλημένος σε φθοροποιές δουλειές βαρβαρικές

    –μπορεί σε κάτεργο ή σε λατομείο
    έρποντας ίσως μέσα σε χαμηλές στοές
    ή και πνιγμένος σε χαρτιά, λογαριασμούς και προθεσμίες
    μπορεί και να ’τανε τελώνης ή φοροεισπράκτορας
    μπορεί ακόμα και δακτυλογράφος ή και δάσκαλος
    σε κακομαθημένους μαθητές ή γεωργός
    σ’ άγονα πετροχώραφα· δεν έχουν τελειωμό
    τα απαίσια ενδεχόμενα – το βέβαιο
    είναι πως κάποτε με αγώνες σκληρούς κι αιματηρούς
    με απεργίες κι εξεγέρσεις εξασφάλισε
    ένα επταήμερο διακοπών
    τότε ακριβώς
    σήμανε η πρώτη μέρα της Δημιουργίας.

    (Κύριε,
    γνωρίζω την εξωπραγματική θεολογία που σε θέλει
    αιώνες των αιώνων για χαμένον μέσα
    σ’ εκείνη τη μακάρια ακινησία του απείρου
    σε ιδανική απραξία κι ύστερα ξαφνικά να σε τσιμπούσε
    μια μύγα και ν’ αρχίσεις να φωνάζεις «γενηθήτω»
    Κύριε,
    συγχώρεσέ τους δε γνωρίζουν
    τι λένε – όχι τι ποιούσι
    διότι τίποτε ποτέ τους δεν εποίησαν).

    ΣΩΤΗΡΗΣ ΣΑΡΑΚΗΣ, (Αγγειογραφία, 2000)

    ***

    21. Ο τοκετός του θανάτου

    Ένας άνθρωπος ήτανε
    τον είχανε
    σε μία κατάψυξη
    πάγος ήτανε.

    Άνοιξε το ψυγείο της
    η μάνα του
    απόψυξη
    κρακ κρακ
    τσακίστηκε
    κάτω έξω
    και
    -συναισθηματικός-
    πάει
    έλιωσε
    ο άνθρωπος.

    ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣ

    ***

    22. ΑΜΗΧΑΝΟΙ ΕΚ ΓΕΝΕΤΗΣ

    Αμήχανοι εκ γενετής
    Δεν ξέρουμε
    Τι να κάνουμε
    Το στόμα και τα χέρια μας
    Και καπνίζουμε τον ένα φόβο
    Πάνω στον άλλο

    Δεν ξέρουμε
    Να μιλάμε και να γράφουμε
    Και χρησιμοποιούμε την ποίηση
    Αυτή τη διάλεκτο των νεκρών
    Κάνοντας σήματα καπνού στο πουθενά

    Δεν ξέρουμε
    Να φιλάμε και ν’ αγγίζουμε
    Κι έγινε η αγάπη
    Στάχτη που τίναξε
    Απ’ τα ρούχα του ο Θεός

    ΘΩΜΑΣ ΙΩΑΝΝΟΥ, Από την ποιητική συλλογή ΙΠΠΟΚΡΑΤΟΥΣ 15, Εκδόσεις Σαιξπηρικόν-2011

    ***

    23. Τρομάζοντας από γέννηση

    Κάθε πρωί ξαφνιάζομαι
    ξυπνώντας απότομα,
    σκέφτομαι λίγα δευτερόλεπτα
    λέγοντας υπάρχω λίγο ακόμη.
    Τέτοιος ο τρόμος που με
    συνέχει από λίκνου.

    Νίκος Καρούζος -Ράμπα 15.02.88 (ανέκδοτο)

    ***

    24. ΓΕΝΕΣΙΣ

    Εγώ είμαι από τάρανδο.
    Δεν ανακατεύομαι πια στα όνειρα.
    Νιώθω ψύχος.
    Βόρειος όσο κι ο καυστικός πάγος.

    Τ’ αφτιά μου επωτίδες λέμβοι
    για να αισθάνομαι
    ναυαγός και ν’ ακούω κυκλώνες
    Εκατοντάδες Αγάπης
    με χορωδιακή μεγάλη ελεημοσύνη
    κατακαίω κατακαίομαι κι αντίστροφα
    – παντρεύτηκα λέξεις.

    Ας ενωτίζομαι φλύαρο σπαραχτικό κλαρίνο…
    Κατακαίομαι κατακαίω
    ξανακοιμήθηκα.
    Ξυραφιές.

    Ο έρωτας κρέμεται από μια κλωστή στο γαλάζιο.
    τι θεσπέσια όμως που έχασα!
    Δε βγάζω γλώσσα. βγαίνω απ’ τη γλώσσα.

    Κι αν σας έκοψα το βήχα του τυχαίου σακάτηδες
    μνημονεύω πάντοτε την αμφιβολία.
    υπάρχει άλκιμο αναγκαστικό μέλλον εκείθε;

    Φαίνεται πως μου μένει μονάχα ο Θεός αλλ’ όμως
    αντικρίζοντας άνθη
    λέω και ξαναλέω: χρώματα είμαστε. τίποτα
    πιότερο.

    Βραδυφλεγής χορτώδης επανερχόμενος νύκτωρ
    από αρχαία σε έξαρση πυρκαγιά
    λιγοστεύω τ’ αστέρια μειώνω τους γαλαξίες.
    Τι λανθασμένο πλάσμα που είμαι!

    ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ

  4. Ciao Aggeliki!!!!…..

    -«Δυστυχία σου, Ελλάς,
    με τα τέκνα που γεννάς!
    Ώ Ελλάς, ηρώων χώρα,
    τί γαϊδάρους βγάζεις τώρα;»
    (Γ. Σουρής)

    -«Όνειρα κι όνειρα ήρθανε
    Στα γενέθλια των γιασεμιών
    Νύχτες και νύχτες στις λευκές
    Αϋπνίες των κύκνων
    Η δροσιά γεννιέται μες στα φύλλα
    Όπως μες στον απέραντο ουρανό
    Το ξάστερο συναίσθημα.»
    (Ο. Ελύτης)

    -Φερνάντο Πεσσόα, «Γενέθλια»

    “Τότε που τα γενέθλιά μου γιόρταζαν, εγώ ήμουν ευτυχής
    και κανένας δεν ήταν πεθαμένος στο παλιό σπίτι
    και μέχρι τότε υπήρχε μια παράδοση από αιώνες,
    και η χαρά όλων και η δική μου
    ταίριαζαν όμορφα παρέα, σαν θρησκεία.
    Τότε που τα γενέθλιά μου γιόρταζαν,
    εγώ είχα τη μεγάλη τύχη να μην καταλαβαίνω τίποτα
    να είμαι έξυπνος για τους δικούς μου και να μην έχω
    τις ελπίδες που είχαν οι άλλοι για μένα.
    Όταν ήρθε η ώρα να έχω ελπίδες
    τότε δεν ήξερα να ελπίσω.
    Όταν ήρθε η ώρα να αντιμετωπίσω τη ζωή,
    έχασα το νόημά της.
    Ναι, αυτό που ήταν το προσδόκημο για μένα,
    αυτό που ήταν της καρδιάς,
    αυτό που ήταν για τους επαρχιώτικους χορούς
    αυτό που ήταν για κείνους που μ’ αγαπούσαν
    όταν ήμουν παιδί
    αυτό που ήταν- α, Θεέ μου!-
    μόνο σήμερα ξέρω τι ήταν…
    Τι απόσταση! (Πια δεν το συναντώ…)
    Τότε που τα γενέθλιά μου γιόρταζαν…”

    -Στέβη Σαμέλη, «Γενέθλια»

    Μη μου μιλάς για τα χρόνια που φύγαν
    Τ’αγαπώ…
    Μαζί και τις ρυτίδες μου
    Δεν τις φοβάμαι ούτε αυτές!
    Μονάχα εκείνες της ψυχής έμαθα να φοβάμαι
    μα τις απέφυγα αυτές…
    Ξέρω πως έφταιξα, πως έκλαψα, λάθη πως έκανα πολλά
    μα εκείνα μ’έφεραν εδώ
    Για να μπορώ τώρα να πω, πως είμαι ευτυχισμένη.
    Για να μπορώ τώρα να δω
    όσα η ζωή αληθινά, να δώσει περιμένει.
    Μα όταν έρθει η στιγμή!
    Να νιώσεις, να εκτιμήσεις
    κάθε της δώρο και γιορτή, που φέρνει για να ζήσεις.
    Κι εμένα μου ΄φερε πολλά
    μα μη βιαστείς να κρίνεις…
    Όχι, δεν είναι η ομορφιά, τα πλούτη που ελπίζεις,
    Αγάπη είναι, αληθινή
    που αν θέλεις να τη ζήσεις, μάθε εσύ πρώτα ν’αγαπάς.
    Κι αν πρέπει χρόνια να μετράς προτού να τη γνωρίσεις,
    ας είναι …
    Ας είναι ο λόγος που γερνάς !
    (http://poihsh-logotexnia.blogspot.gr/2013/01/blog-post_496.html)

    -Ρ. Μ. Ρίλκε, «Η γέννηση της Μαρίας»

    «Ω πόσο στους Αγγέλους στοίχισε, που σε ψαλμούς
    δεν έσπευσαν καθώς κανείς ξεσπάζει σε λυγμούς,
    παρ’ ότι γνώριζαν: τη νύχτα αυτή θα γεννηθεί
    Μητέρα για τον Γιο, τον Έναν, που σύντομα θα εμφα-
    νιστεί.
    Σιωπηλοί ψηλά αιωρούνταν κι έδειχνε το χέρι τους εκεί
    που, απόμερη, βρισκόταν η αγροικία του Ιωακείμ-
    κι ένιωθαν εντός τους και στο χώρο να πυκνώνει κάτι
    αγνό,
    μα δεν έπρεπε κανείς τους να κατέλθει σε Αυτόν.
    Γιατί είχε ήδη το ζευγάρι ταραχθεί από το γεγονός.
    Και μια γειτόνισσα ήλθε, κι έκανε πως ήξερε τα πάντα,
    και δεν γνώριζε το πως-
    κι ο γέροντας, προσεκτικός, πήγε και έπαψε τον μυκηθ-
    μό
    μιας σκούρας αγελάδας. Αφού ποτέ κάτι παρόμοιο δεν
    είχε συμβεί στο παρελθόν.»
    (http://www.poiein.gr/archives/666/index.html)

    -Ρ. Μ. Ρίλκε, «Πρόσωπο»

    «Αχ να γεννιόμουν ένας απλός μουζίκος,
    τότε θα ‘χα ένα μεγάλο χαρούμενο πρόσωπο:
    δεν θα πρόδιδα στους δαίμονες μου,
    εκείνο που δύσκολα τα σκέφτεσαι, εκείνο
    που απαγορεύεται να πεις …
    Και μόνο τα χέρια θα γέμιζαν
    από την αγάπη και την υπομονή μου, –
    την μέρα όμως θα δούλευαν πολύ
    και τη νύχτα θα σταύρωναν για να προσευχηθώ.
    Κανείς γύρω μου δε θα ‘ξερε ποιος είμαι.
    Γέρασα, και το κεφάλι μου
    κρέμασε προς τα κάτω, στα στήθη μου, και μάλιστα πολύ.
    Σα να μου φαίνεται πιο ελαφρύ.
    Τότε κατάλαβα που πλησιάζει του αποχωρισμού η μέρα,
    κι άνοιξα, σα βιβλίο, τα χέρια μου
    και τα απώθησα στα μάγουλα, το στόμα και το μέτωπο…
    Άδεια θα τα πάρω και θα τα βάλω στο φέρετρο, –
    στο πρόσωπο μου όμως τα εγγόνια θα αναγνωρίσουν
    όλα όσα ήμουν … παρόλα αυτά όμως δεν είμαι εγώ•
    Στα χαρακτηριστικά αυτά είναι χαρές κι οι λύπες μου
    τεράστιες και ανυπόφορες για μένα:
    αυτό είναι το αιώνιο πρόσωπο της εργασίας.»
    (http://www.poiein.gr/archives/13588)

  5. 25. ΓΕΝΝΗΣΗ

    Βουνά: μαύρο, σιωπή και χιόνι.
    Κόκκινο κατεβαίνει το θήραμα απ’ το δάσος·
    Ω, τα βρυώδη μάτια του θηρίου.

    Η γαλήνη της μητέρας· όταν προβάλλει έκπτωτη
    η παγωμένη σελήνη κι ανοίγουν τ’ αποκοιμισμένα χέρια
    κάτω απ’ τα μαύρα έλατα.

    Ω, η γέννηση του ανθρώπου· σκοτεινά παφλάζουν
    τα γαλάζια νερά στον βραχώδη βυθό.
    Στενάζοντας κοιτάζει την εικόνα του ο έκπτωτος άγγελος,

    στο πνιγηρό δωμάτιο ξυπνάει κάτι χλωμό.
    Δύο φεγγάρια λάμπουνε
    τα μάτια της πέτρινης γριάς.

    Αλίμονο, η κραυγή της γέννας· με μαύρη φτερούγα
    η νύχτα αγγίζει τον κρόταφο του αγοριού,
    χιόνι, που πέφτει σιγανά από πορφυρό σύννεφο.

    ΓΚΕΟΡΓΚ ΤΡΑΚΛ, μτφρ. Μιχ. Παπαντωνόπουλος

    ***

    26. Η ΓΕΝΝΗΣΗ

    Βγαίνω τη νύχτα διψώντας
    Δεν έχω μάτια σχεδόν πουθενά
    Σέρνομαι με τις στρεβλωμένες ρίζες μου
    Πάνω απ’ το χώμα.
    Κρατάω άλιωτο
    Μόνο το ερωτικό μου στόμα με το αίμα του
    Το άγνωστό μου φύλο

    Και σε βαθιά εγκατάλειψη αναπαράγομαι
    Ο πρώτος απ’ το τέλος του είδους μου –

    Παυλίνα Παμπούδη, ΑΥΤΟΣ ΕΓΩ, εκδόσεις Εγνατία σειρά ΤΡΑΜ 1977

    ***

    Ο κόσμος είναι μικρότερος σήμερα
    μόνο στη γλώσσα του συμβολισμού ακόμα απτός…
    Είναι η γλώσσα του χιονιού
    του φωτός και
    η ζεστασιά της ελπίδας
    κατά τη γέννηση.

    Elzbieta Stüdemann, μετάφραση: Γιώργος Λίλλης

    ***

    27. [Το παράπονο της επίτοκης]

    Κυοφορώ έναν κόσμο
    δακρυσμένο μια γιαγιά υφαντό
    και μια τεμαχισμένη μάνα
    το ένα το πόδι της κρέμεται στον λαιμό μου
    τ΄άλλο το χέρι της θηλάζω μη με
    παραδώσει στον μασκοφόρο
    με τις χειρουργικές λαβίδες

    [δεν κατανόησα ποτέ
    τούτο το αλλόκοτο φετίχ με τα ψαλίδια]

    ΧΑΡΑ ΝΑΟΥΜ, Από την ενότητα «Τετράχορδος Φορέ», Άγρυπνες αντιλόπες, εκδ. Μανδραγόρας, 2013.

    ***

    28. Η Γέννηση

    Μες σ’ ένα σπίτι γεμάτο κατάρες …
    Ποιος δίνει σημασία στις ευχές;
    Ακόμα ξετυλίγουν το κουβάρι οι Μοίρες …
    Ποιος δίνει σημασία στις ευχές;

    Ακόμη καίει το λάδι στο καντήλι…
    Κατάρες ψιθυρίζουν ή τις ξορκίζουν;
    Ποιος μεριμνά για τις ευχές;

    Το φως από το λυχνάρι τους,
    κάνει τεράστια τη σκιά του κρεβατιού μου…
    Μοιάζει με κάστρο απόρθητο, άβατο όρος των Αγίων.
    Ποιος μεριμνά για τους αμαρτωλούς;

    Νερό ζητάω.
    Πολύ.
    Διψάω.
    Νερό καταραμένο και λάδι αγιασμένο…
    τα δώρα που μου φέρανε οι Μοίρες.
    Ποιος μεριμνά για τους αμαρτωλούς;

    Μες σ’ ένα σπίτι γεμάτο νεκροθάφτες …
    Ποιος δίνει σημασία στους ζωντανούς:

    Άτη Σολέρτη, Εβένινη δίνη, 2007

  6. Πολύ όμορφα, Αγγελική!!!!

    -Τίτος Πατρίκιος, «Η πόλη που γεννήθηκα»

    «Αγγίζω τους τοίχους των σπιτιών
    δεν αποκρίνεται κανείς.
    Βρέθηκα σε μια πόλη δίχως όνομα.
    Ψάχνω τον ουρανό να βρω το στίγμα της
    και με τυφλώνουν ρεκλάμες.
    Η πόλη που γεννήθηκα είχε δυο απλές συντεταγμένες.
    Βόρειο πλάτος, αίμα.
    Βόρειο μήκος, θάνατο.»
    (http://www.sarantakos.com/kibwtos/patrikios16.htm#poli)

    -Γιώργος Σεφέρης, «Η μορφή της μοίρας»

    Ιστορισμένα παραμύθια στην καρδιά μας
    σαν ασημένια σκούνα μπρος στο τέμπλο
    μιας άδειας εκκλησίας, Ιούλιο στο νησί.
    Γ.Σ.

    Η μορφή της μοίρας πάνω απ’ τη γέννηση ενός παιδιού,
    γύροι των άστρων κι ο άνεμος μιας σκοτεινή βραδιά του
    Φλεβάρη,
    γερόντισσες με γιατροσόφια ανεβαίνοντας τις σκάλες που
    τρίζουν
    και τα ξερά κλωνάρια της κληματαριάς ολόγυμνα στην
    αυλή.

    Η μορφή πάνω απ’ την κούνια ενός παιδιού μιας μοίρας
    μαυρομαντιλούσας
    χαμόγελο ανεξήγητο και βλέφαρα χαμηλωμένα και στή-
    θος άσπρο σαν το γάλα
    κι η πόρτα που άνοιξε κι ο καραβοκύρης θαλασσοδαρ-
    μένος
    πετώντας σε μια μαύρη κασέλα το βρεμένο σκουφί του.

    Αυτά τα πρόσωπα κι αυτά τα περιστατικά σ’ ακολουθού-
    σαν
    καθώς ξετύλιγες το νήμα στην ακρογιαλιά για τα δίχτυα
    κι όταν ακόμη ανεμίζοντας δευτερόπριμα κοίταζες το
    λάκκο των κυμμάτων∙
    σ’ όλες τις θάλασσες, σ’ όλους τους κόρφους
    ήταν μαζί σου, κι ήταν η δύσκολη ζωή κι ήταν η χαρά.

    Τώρα δεν ξέρω να διαβάσω παρακάτω,
    γιατί σε δέσαν με τις αλυσίδες, γιατί σε τρύπησαν με τη
    λόγχη,
    γιατί σε χώρισαν μια νύχτα μέσα στο δάσος από τη
    γυναίκα
    που κοίταξε στυλώνοντας τα μάτια και δεν ήξερε καθόλου
    να μιλήσει,
    γιατί σου στέρησαν το φως, το πέλαγο, το ψωμί.

    Πώς πέσαμε, σύντροφε, μέσα στο λαγούμι του φόβου;
    Δεν ήταν της δικής σου μοίρας, μήτε της δικής μου τα
    γραμμένα,
    ποτές μας δεν πουλήσαμε μήτε αγοράσαμε τέτοια πρα-
    μάτεια∙
    ποιος είναι εκείνος που προστάζει και σκοτώνει πίσω
    από μας;

    Άφησε μη ρωτάς∙ τρία κόκκινα άλογα στ’ αλώνι
    γυρίζουν πάνω σ’ ανθρώπινα κόκαλα κι έχουν τα μάτια
    δεμένα,
    άφησε μη ρωτάς, περίμενε∙ το αίμα, το αίμα
    ένα πρωί θα σηκωθεί σαν τον Αι-Γιώργη τον καβαλάρη
    για να καρφώσει με το κοντάρι πάνω στο χώμα το
    δράκοντα.
    (Γ. Σεφέρης, Ποιήματα, Ίκαρος)

  7. 29. Ο θρύλος της ομίχλης

    Γεννιούμαι απ’ τον πόνο·
    κι απλώνω κι απλώνω
    κι απλώνομαι πέρα
    σε οχτιές και σε βύθη
    συντρίμια να σπείρω.
    Κι απλώνομαι πέρα
    κι απλώνομαι γύρου
    και με είπανε η άχνα
    πως είμαι του ονείρου!
    Κι απλώνομαι γύρου
    κι απλώνω κι απλώνω
    και το όνειρο λιώνω.

    Γεννιούμαι απ’ τον πόνο·
    κι απλώνω κι απλώνω
    κι απλώνομαι πέρα
    κι απλώνομαι γύρου
    σαν άχνα του ονείρου.
    Σα νύφη με χαίρονται
    οχτιές και γιαλοί-
    ρωτάτε τα ρόδα
    και τ’ άρμενα, αλί!
    Γεννιέμαι απ’ τον πόνο
    κι απλώνω κι απλώνω
    και στάζω τον πόνο.

    Κι απλώνω κι απλώνω·
    κι απλώνομαι πέρα
    κι απλώνομαι γύρου-
    η άχνα ποιος με είπε
    πως είμαι του ονείρου;
    Σα νύφη με χαίρονται
    οχτιές και γιαλοί
    κι απλώνω κι απλώνω,
    στους κλώνους κρεμιούμαι,
    στους θόλους ριζώνω·
    ποιος λέει ένας ήλιος
    πως τάχα με σβει;
    Ρωτάτε τα ρόδα
    κι οϊμέ την ψυχή.

    Κ. Χατζόπουλος, «Ίσκιοι του Φθινοπώρου», ποιητική συλλογή «Βραδινοί Θρύλοι».

    ***

    30. «Αφού είμαι γεννημένη απ’ την πλευρά του
    τού μοιάζω -με βήμα ριγηλό κι εγώ
    στο τέλος μου πηγαίνω.
    Ομοίως η Δήμητρα μ’ έχει ευλογήσει
    γιατί συντήρησα το στάρι
    κι όπως η γη ανανεώνομαι κι ελπίζω
    στον κύκλο της Ταφής και Βλάστησης
    και κάπου στα σιωπηλά βάθη μιας Βαϊκάλης
    μέσα στ’ αδιαπέραστα πέδιλα των πάγων
    τον παλμό διαισθάνομαι μιας απαρχής
    και μιας ισορροπίας
    που η Φύσις επιτάσσει.
    Γιατί σ’ αυτήν ανήκει -παρά την έπαρσή μου-
    η τελευταία λέξη η τελευταία πράξη»

    Βικτωρία Θεοδώρου, “Μειλίγματα”, Διάττων, σελ. 41, Αθήνα, 1990

    ***

    31.
    …Γεννιέσαι και μπαίνεις μεσ’ στο αίνιγμα
    πεθαίνεις και τ’ αφήνεις ανέπαφο.
    Τι άλλο να προσθέσω πια στη δύναμη του έαρος;
    Πλήρης από έλλειψη νοήματος
    υπερέχω.
    Τίποτ’ άλλο δεν έχω να εκπροσωπήσω
    τη χαρά μου μονάχα και μονάχα τη θλίψη μου
    σ’ αυτό τον κόσμο που τον παγιδεύει θανάσιμα
    όχι το σκοτάδι κ’ η μαυρίλα
    μα το βαθύ χαντάκι της προοπτικής…
    Ο χρόνος είχε μόλις ανατείλει.

    Νίκος Καρούζος «Η Αντίκρουση του χειμώνα»

  8. Καλά Χριστούγεννα, Αγγελική, καλές, ποιητικές, γιορτές, με υγεία!!!!

    -Φερνάντο Πεσσόα, «Χριστούγεννα»

    “Γεννιέται ένας Θεός. Άλλοι πεθαίνουν. Η αλήθεια
    ούτε ήρθε, ούτε υπήρξε: το λάθος άλλαξε
    έχουμε τώρα μια ανταλλάξιμη αιωνιότητα
    κι ήταν πάντα καλύτερο αυτό που συνέβη.
    Τυφλή γνώση οργώνει το άχρηστο χώμα
    τρελή πίστη ζει της λατρείας το όνειρο.
    Ένας νέος Θεός είναι μόνο μια έκφραση,
    κι αυτό είναι όλο.
    Μην ερευνάς, μην εμπιστεύεσαι:
    όλα είναι άλυτο αίνιγμα.”

    -Νίκος Καρούζος, «Τα Χριστούγεννα του σταλαγμίτη»
    (απόσπασμα)

    “Μια μέρα γεννήθηκε στη μακρινή Βηθλεέμ ο έρωτας
    στην κοιλιά του καρπού λησμονημένος
    και του έδωσαν το όνομα Καρπός
    όλα τ’ άστρα των παιδιών αγαπημένων
    με τους ανέμους όταν λευκάζουν το χειμώνα.
    Εντούτοις άκουσα το σπήλαιο
    κι ανεβαίνοντας
    σ’ ένα βαθύ άλογο πήγαινα σ’ αυτό
    κρατώντας ευωδιαστή φασκομηλιά προς τη θέρμη
    του βρεφικού δέρματος όνομα βαθύ κι ανάερο.
    Δεν έβρισκε λαλιά ο πλατύς ελαιώνας για να φωνάξει
    κι ο θάνατος έφευγε στ’ αστέρια
    μονάχα το άστρο νικούσε το πλήθος που είναι τ’ αστέρια
    λάμποντας το Ένα.
    Ο Θεός έκραζε τη λαλιά:
    Δίδαξέ με
    στο άστρο στρεφόμενος, είπε,
    και τα μαρτύρια γεννήθηκαν απάνω απ’ τις λάμψεις
    χαρίζοντας ηρεμία στην έμψυχη κλίμακα. […]
    ιδού λοιπόν ο χρόνος είναι χιόνι δεν είναι ρολόγι-
    και κρατούσε το θήλυ πότε τα φεγγιστά νερά
    πότε μαύρες πέτρες της Δήλου.
    Σαν είδα το σπήλαιο
    συγκρατήθηκα στην πρώτη φλέβα του βράχου μας
    ενώ με κάλεσε το ακέραιο γαϊδούρι κινώντας
    και τα δυο του χέρια
    μα όμως ευγένεια φανερώνοντας ήρθε και το βόδι
    πειθήνιο στον ήλιο της νύχτας
    για να δω το δοκιμασμένο χρυσάφι.
    Κι αντίκρισα το χρυσάφι
    καθώς ένα φτωχαδάκι του τόπου μας
    ήτανε το βρέφος στη μητρική βύθιση
    ολομόναχο με τ’ άστρα.
    Ώσπου χάραξε…
    Στο σπήλαιο – μιας ηλικίας χαμένης – δεν υπήρχαν
    ειμή μόνο σταλακτίτες που κρέμονταν, δεν υπήρχαν
    ειμή μόνο σταλακτίτες ανυψούμενοι.
    Εγώ ο σταλαγμίτης, ολοένα,
    πλησιάζω το σταλαχτίτη που με κράζει απεγνωσμένα
    για να εγγίσουν κάποτε τα στάγματα τη μεγάλη ένωση…”
    (Νίκος Καρούζος, Τα ποιήματα, τ. Α’, Ίκαρος)

  9. Χρόνια πολλά για τις μέρες!

    *

    λάμπουν σαν δάκρυα τα Χριστούγεννα

    ένας μικρός χριστός γεννιέται πάλι αύριο,
    μόνος στον κόσμο.
    ένας μικρός χριστός που ζωγραφίζει θαμπά
    στο τζάμι δέντρα για τα παιδιά,
    καράβια για τα όνειρα,
    ένα παραμύθι της αγάπης για τους απελπισμένους.

    παραμονή
    και τα χιλιάδες φώτα της πλατείας
    στα μάτια του λάμπουν σαν δάκρυα

    Τόλης Νικηφόρου, Γαλάζιο βαθύ σαν αντίο (1999)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: