Λόγος Παράταιρος

«Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός/ μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει» (Γ. Ρίτσος)

Πες το με ποίηση (167ο): «Μπορώ»….

-“Ας μπορούσε ανάβοντας το παιδί  μου ένα σπίρτο
να φωτίσει τον κόσμο”.

(Ν. Βρεττάκος)

 

-«Αν δεν μπορέσω να το δεις κι εσύ, μοιάζει σαν να μην το ’χω»

(Γ. Ρίτσος)

 

-«Δεν μπορώ να κρεμαστώ, έλεγε με παράπονο ‒η μεγάλη πυρκαγιά του δειλινού
μου καίει το σκοινί.»

(Τάσος Λειβαδίτης)

 

-“Μπορείς να κόψεις όλα τα λουλούδια, αλλά δεν μπορείς να εμποδίσεις την Άνοιξη να ‘ρθει” 

(Pablo Neruda)

 

 

-Κ. Π. Καβάφης, «Όσο μπορείς»

Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.

Μην την εξευτελίζεις πηαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνά κ’ εκθέτοντάς την
στων σχέσεων και των συναναστροφών
την καθημερινήν ανοησία,
ώς που να γίνει σα μια ξένη φορτική.

(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

 

 

-Γιώργος Σαραντάρης, «Ακόμα δεν μπόρεσα»

Ακόμα δεν μπόρεσα να χύσω ένα δάκρυ

πάνω στην καταστροφή

δεν κοίταξα ακόμα καλά τους πεθαμένους,

δεν πρόφτασα να δω πως λείπουνε

από τη συντροφιά μου,

πως έχασαν τον αέρα που εγώ αναπνέω

και πως η μουσική των λουλουδιών,

ο βόμβος των ονομάτων που έχουνε τα πράγματα

δεν έρχεται στ’ αυτιά τους·

ακόμα δεν χλιμίντρισαν τ’ άλογα

που θα με φέρουν πλάι τους.

Να τους μιλήσω,

να κλάψω μαζί τους

και ύστερα να τους σηκώσω όρθιους·

όλοι να σηκωθούμε σαν ένας άνθρωπος,

σαν τίποτα να μην είχε γίνει

σαν η μάχη να μην είχε περάσει πάνω από τα κεφάλια μας.

(http://www.sarantakos.com/kibwtos/sarantarhs_akoma.html)

 

 

-Ράντυαρντ Κίπλινγκ, «ΑΝ…»

Αν μπορείς να κρατάς το κεφάλι ψηλά όταν γύρω σου όλοι

τον εαυτό τους εχάσαν δειλά, και για τούτο μαζί σου τα βάζουν,

στον εαυτό σου αν μπορείς να ‘χεις πίστη όταν όλοι για σένα αμφιβάλλουν

μα κι αδιάφορος να ‘σαι κι ορθός στις δικές τους μπροστά αμφιβολίες,

αν μπορείς να υπομένεις χωρίς ν’ αποστάσεις ποτέ καρτερώντας,

ή μπλεγμένος με ψεύτες, μακριά να σταθείς, αν μπορείς απ’ το ψέμα

κι αν γενείς μισητός, να μη δείξεις στρατί στο δικό σου το μίσος,

κι ούτε τόσο καλός να φανείς κι ούτε τόσο σοφά να μιλήσεις,

αν μπορείς να ονειρεύεσαι δίχως να γίνεις του ονείρου σου σκλάβος,

αν μπορείς να στοχάζεσαι δίχως τη σκέψη να κάνεις σκοπό σου,

αν μπορείς την λαμπρήν ανταμώνοντας Νίκη ή τη μαύρη φουρτούνα,

να φερθείς με τον ίδιο τον τρόπο στους δυο κατεργάρηδες τούτους,

αν μπορείς να υποφέρεις ν’ ακούς την αλήθεια που ο ίδιος σου είπες,

στρεβλωμένη από αχρείους, να γενεί μια παγίδα για ηλίθιους ανθρώπους,

ή αν τα όσα η ζωή σού έχει δώσει αντικρίσεις συντρίμμια μπροστά σου,

κι αφού σκύψεις, ν’ αρχίσεις ξανά να τα χτίζεις με σκάρτα εργαλεία,

αν μπορείς να σωριάσεις μαζί τ’ αγαθά και τα κέρδη σου όλα,

κι αν τολμήσεις με μια σου ζαριά όλα για όλα να παίξεις

και να χάσεις τα πάντα και πάλι απ’ την πρώτη σου αρχή να κινήσεις,

και να μην ψιθυρίσεις ποτές ούτε λέξη για τα όσα έχεις χάσει,

κι αν μπορείς ν’ αναγκάσεις με βία, την καρδιά σου, τα νεύρα, το νου σου,

να δουλέψουν για σέναν ακόμα κι αφού τσακιστούνε στο μόχθο,

και ν’ αντέξεις σ’ αυτό σταθερά όταν τίποτε εντός σου δεν θα ‘χεις

άλλο εξόν απ’ τη θέληση που όρθια θα κράζει σε τούτα «Κρατάτε»,

αν μπορείς να μιλάς με τα πλήθη κι ακέριος στο ήθος να μένεις,

ή αν βρεθείς με ρηγάδες χωρίς τα μυαλά σου να πάρουν αέρα,

κι αν ποτέ, ούτε οι φίλοι ούτε οι εχθροί να σε κάνουν μπορούν να πονέσεις,

τον καθένα αν ζυγιάζεις σωστά και κανέναν πιο πρόσβαρα απ’ άλλον,

αν μπορείς να γεμίζεις το αμείλιχτο ένα λεφτό της κάθε ώρας

στην αξία των εξήντα μοιραίων δευτερόλεφτων της διαδρομής του,

τότε θα ‘ναι όλη η Γη σα δικιά σου, ως και κάθε που υπάρχει σε τούτη,

και —περισσότερο ακόμα— θε να ‘σαι ένας άνθρωπος πλέριος, παιδί μου.

http://users.sch.gr/symfo/sholio/kimena/xeni/kiplig_an.htm)

 

-ΕΜΙΛΥ ΝΤΙΚΙΝΣΟΝ, «ΑΝ ΜΠΟΡΩ»

Αν μπορώ να σταματήσω

μια καρδιά που πάει να σπάσει

Δεν θα ζήσω μάταια

.Αν μπορώ να απαλύνω

μιας ζωής την Οδύνη

Ή ηρεμήσω άλλου τον Πόνο

Ή να βοηθήσω

ένα μισολιπόθυμο Κοκκινολαίμη

Να μπει ξανά μες στη Φωλιά του

Δεν θα ζήσω μάταια

(http://hallofpeople.com/gr/text/ntikinson.pdf)

 

 

-Πάμπλο Νερούδα – Το Εικοστό από τα Ερωτικά Ποιήματα

Μπορώ να γράψω τους πιο θλιμμένους στίχους απόψε.

Να γράψω για παράδειγμα: ” Η νύχτα είν’ αστερόεσσα,
και τρέμουνε, γαλάζια, τ’ αστέρια μακριά”.

Ο άνεμος της νύχτας γυρνάει στον ουρανό και τραγουδά.

Μπορώ να γράψω τους πιο θλιμμένους στίχους απόψε.
Την αγάπησα και φόρες κι εκείνη μ’ αγαπούσε.

Νύχτες όπως αυτή την είχα μες στα χέρια μου.
Τη φίλησα τόσες φορές κάτω από τον απέραντο ουρανό.

Μ’ αγάπησε, κάποιες φορές κι εγώ την αγαπούσα.
Πως να μην αγαπήσω τα μεγάλα μάτια της τα έντονα.

Μπορώ να γράψω τους πιο θλιμμένους στίχους απόψε.
Να σκεφτώ πως δεν την έχω. να νιώσω πως την έχω χάσει.

Ν΄ακούσω την τεράστια νύχτα, πιο τεράστια χωρίς αυτήν.
Κι ο στίχος πέφτει στην ψυχή όπως στη χλόη η δροσιά.

Τί πειράζει που η αγάπη μου δεν γινόταν να την κρατήσει.
η νύχτα είν’ αστερόεσσα κι αυτή δεν είναι πια μαζί μου.

Αυτό ειν’ όλο. Στο βάθος κάποιος τραγουδά. Στο βάθος.
Δεν το δέχεται η ψυχή μου ότι πια την έχει χάσει.

Σαν για να την πλησιάσει η ματιά μου την ψάχνει.
Η καρδιά μου την ψάχνει, και δεν είναι πια μαζί μου.

Ίδια η νύχτα που λευκαίνει τα ίδια δέντρα
Εμείς, εκείνοι από το παρελθον, δεν είμαστε πια ίδιοι.

Πια δεν την θέλω, είναι σίγουρο, μα πόσο την αγάπησα.
Γύρευε άνεμο η φωνή μου την ακοή της για ν’ αγγίξει.

Του άλλου. Θα ‘ναι του άλλου. Όπως πριν των φιλιών μου.
Η φωνή, το φωτεινό κορμί της. Τ’ απέραντα μάτια της.

Πια δεν την αγαπώ, είναι σίγουρο, μα ίσως να την αγαπώ.
Είναι τόσο μικρή η αγάπη, κι είναι μεγάλη η λησμιονιά.

Γιατί νύχτες όπως αυτή την είχα μες στα χέρια μου,
και δεν το δέχεται η ψυχή μου ότι πια την έχει χάσει.

Αν και αυτός θα’ ναι ο τελευταίος πόνος που μου δίνει,
κι αυτοί θα’ ναι οι τελευταίοι στίχοι που τις γράφω.

(Πάμπλο Νερούδα: Είκοσι Ερωτικά Ποιήματα κι Ενα Τραγούδι Απελπισμένο,

μετ. Βασίλης Λαλιώτης)

 

 

-Μάριο Μαντούκα Γκόμεθ, «ΑΝ ΜΠΟΡΟΥΣΑ»

Αν μπορούσα μορφή να σου δώσω
όταν μονάχα στα όνειρα εμφανίζεσαι.
αν έστω μόνο μπορούσα να σε πλησιάσω
όταν πολύ μακριά σε νιώθω.
αν μπορούσα, μόνο με το να το επιθυμώ,
να σου μιλήσω όσο διαρκεί ένα σύντομο λεπτό,
αν μπορούσα μέσα σε σένα να εγκλωβιστώ
όταν φτάνει ο χειμώνας ο σκληρός
όλα θα άξιζαν τον κόπο…..Αν ήξερες πόσο καιρό περιπλανιόμουν
δίχως να συναντώ ένα δρόμο.
αν ήξερες την ένδεια ενός κόσμου
που την ισορροπία του έχει χάσει.
αν μπορούσες να μ’ ακούσεις στη σιωπή
δίχως έναν ήχο να προφέρεις.
θα ήξερες πως να κατανοήσεις αυτό που νιώθω
πως πια το ‘χεις κατανοήσει, ξέρω….

http://www.vakxikon.gr/

 

-ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΓΓΕΛΑΚΗΣ, «ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΑ»

«Θα μπορούσα ώρες ολόκληρες να ρουφώ
την αναπνοή σου αμίλητος ακούγοντάς σε
να μιλάς σαν ήχος βροχής σε λουλούδι
για θέματα αδιάφορα. Τόσο λίγο καταλαβαίνει
ο ένας τον άλλον, αλλά, ξέρεις, φθάνει
να βλέπω τό χέρι σου νά γυρνά
μια σελίδα βιβλίου μισοφωτισμένο απ’ τή λάμπα
ή την πλάτη σου να σκεπάζει την κάμαρα
και να σωπαίνω. Ο χρόνος έφερε
αυτό το απροσδόκητο μέσα μου:
σ’ έλαμψε τίμια και τώρα σε νιώθω
σαν πράσινη φωτιά να μεγαλώνεις.
Αθόρυβα που πατά η νύχτα, προνοητική
για ό,τι αφέθηκε ανεκπλήρωτο η ανείπωτο.»

http://www.poiein.gr/archives/197/index.html

 

 

-Ράινερ Μαρία ΡΙΛΚΕ, […Σβήσε τα μάτια μου…]

«Σβήσε τα μάτια μου, μπορώ να σε κοιτάζω

Τ’ αυτιά μου σφράγισε, να σ’ ακούω μπορώ.

Χωρίς τα πόδια μου μπορώ να ‘ρθω σ’ εσένα,

Και δίχως στόμα, θα μπορώ να σε παρακαλώ.

Κόψε τα χέρια μου, θα σε σφιχταγκαλιάζω,

Σαν να ήταν χέρια, όμοια καλά, με την καρδιά.

Σταμάτησέ μου την καρδιά

Και θα καρδιοχτυπώ με το κεφάλι

Κι αν κάμεις το κεφάλι μου συντρίμμια, στάχτη

Εγώ μέσα στο αίμα μου θα σ’ έχω πάλι.»

(Πηγή: https://itzikas.wordpress.com/)

 

 

-Γιώργης Παυλόπουλος, «ΤΗΣ ΓΥΦΤΙΣΣΑΣ»

Στην Ανθή

«Είπα σε μια Γύφτισσα
θέλω να γίνω γύφτος
να σε πάρω
Μπορείς μου λέει να φας για βράδυ
χόρτα πικρά χωρίς αλάτι
κι έπειτα να πλαγιάσεις;
Μπορώ της λέω
Μπορείς μου λέει να πλαγιάσεις
χωρίς να κλαις από το κρύο
πάνω στην παγωμένη λάσπη;
Μπορώ της λέω
Μπορείς μου λέει πάνω στη λάσπη
να μου ανάψεις το κορμί
και να το κάνεις στάχτη;
Αυτό κι’ αν το μπορώ της λέω
Μπορείς μου λέει τη στάχτη μου
να τη ρίχνεις στο κρασί σου
για να μεθάς πολύ, να με ξεχνάς;
Όχι αυτό, δεν το μπορώ της λέω
Γύφτος δε γίνεσαι μου λέει.»

(Περιοδικό ΟΡΟΠΕΔΙΟ #1, Αύγουστος 2006)

Advertisements

Single Post Navigation

10 thoughts on “Πες το με ποίηση (167ο): «Μπορώ»….

  1. καλό μήνα ΔΕΚΕΜΒΡΙΟ να εχουμε

    Χόρχε Λουίς Μπόρχες, «Ποίημα στους φίλους»

    Δεν μπορώ να σου δώσω λύσεις
    για όλα τα προβλήματα της ζωής σου,
    ούτε έχω απαντήσεις
    για τις αμφιβολίες και τους φόβους σου ˙
    όμως μπορώ να σ’ ακούσω
    και να τα μοιραστώ μαζί σου.

    Δεν μπορώ ν’ αλλάξω
    το παρελθόν ή το μέλλον σου.
    Όμως όταν με χρειάζεσαι
    θα είμαι εκεί μαζί σου.

    Δεν μπορώ να αποτρέψω τα παραπατήματα σου.
    Μόνο μπορώ να σου προσφέρω το χέρι μου
    να κρατηθείς και να μη πέσεις.

    Οι χαρές σου, οι θρίαμβοι και οι επιτυχίες σου
    δεν είναι δικές μου.
    Όμως ειλικρινά απολαμβάνω να σε βλέπω ευτυχισμένο.

    Δεν μπορώ να περιορίσω μέσα σε όρια
    αυτά που πρέπει να πραγματοποιήσεις,
    όμως θα σου προσφέρω τον ελεύθερο χώρο
    που χρειάζεσαι για να μεγαλουργήσεις.

    Δεν μπορώ να αποτρέψω τις οδύνες σου
    όταν κάποιες θλίψεις
    σου σκίζουν την καρδιά,
    όμως μπορώ να κλάψω μαζί σου
    και να μαζέψω τα κομμάτια της
    για να την φτιάξουμε ξανά πιο δυνατή.

    Δεν μπορώ να σου πω ποιος είσαι
    ούτε ποιος πρέπει να γίνεις.
    Μόνο μπορώ
    να σ’ αγαπώ όπως είσαι
    και να είμαι φίλος σου.

    Αυτές τις μέρες σκεφτόμουν
    τους φίλους μου και τις φίλες μου,
    δεν ήσουν πάνω
    ή κάτω ή στη μέση.

    Δεν ήσουν πρώτος
    ούτε τελευταίος στη λίστα.
    Δεν ήσουν το νούμερο ένα ούτε το τελευταίο.

    Να κοιμάσαι ευτυχισμένος.
    Να εκπέμπεις αγάπη.
    Να ξέρεις ότι είμαστε εδώ περαστικοί.

    Ας βελτιώσουμε τις σχέσεις με τους άλλους.

    Να αρπάζουμε τις ευκαιρίες.
    Να ακούμε την καρδιά μας.
    Να εκτιμούμε τη ζωή.

    Πάντως δεν έχω την αξίωση να είμαι
    ο πρώτος, ο δεύτερος ή ο τρίτος
    στη λίστα σου.

    Μου αρκεί που με θέλεις για φίλο.
    Ευχαριστώ που είμαι.
    [πηγή: Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Ποιήματα, μετάφρ. Δ. Καλομοίρης , Ελληνικά Γράμματα, 1995 ]

    Παραίτηση
    Δε μπόρεσα να σε δημιουργήσω.
    έμεινες μέσα μου μία
    μοναχική κραυγή,
    μια πρώτη πρόταση.
    Χρίστος Λάσκαρης: Ποιήματα

    Δεν μπορώ

    Δεν μπορώ με το καλάσνικοφ να γράφω ποιήματα
    Δεν μπορώ με κοκτέιλ μολότοφ να ζωγραφίζω πάνω στο χαρτί
    Δεν μπορώ με το τουφέκι να…

    Φτου στο τουφέκι
    Φτου στη μολότοφ
    Φτου στο καλάσνικοφ
    Φτου σε όλες αυτές τις λέξεις

    Δεν έχουν τίποτα ποιητικό
    Θέλω να γράψω για σένα

    Ήταν όμως με αυτές τις λέξεις που σ’έριξαν
    Χάμω
    Shahab Mogharabin

  2. Τα πήρες όλα κι έφυγες. ..
    Ω, Γιάννη, ψάχνω, ψάχνω, αλλά πολύ λίγα έχουν απομείνει.
    Δική σου ολόκληρη η παρουσίαση σήμερα. Μπράβο!

    *

    1. Δεν μπορώ να ζήσω μαζί σου

    Δεν μπορώ να ζήσω μαζί σου
    γιατί αυτό θα ’ταν ζωή
    και η ζωή μου είν’ εκεί
    ακίνητη στο ράφι.

    Ο νεωκόρος κρατάει το κλειδί
    φυλάγοντας τη ζωή μας,
    την πορσελάνη του,
    σαν μια κούπα, ξεχασμένη

    από την οικοδέσποινα, σπασμένη
    ή πολυκαιρινή.
    Μια πιο καινούργια τώρα
    άλλη εκείνη προτιμά.

    Δεν μπορώ να πεθάνω μαζί σου
    γιατί ο ένας πρέπει να περιμένει
    του άλλου να κλείσει τα μάτια, –
    εσύ δεν θα μπορούσες.

    Κι εγώ πώς θα στεκόμουν
    βλέποντάς σε λίγο λίγο να παγώνεις,
    χωρίς να έχω δικαίωμα να παγώσω κι εγώ,
    προνόμιο μόνο του θανάτου;

    Ούτε θα μπορούσα ν’ αναστηθώ μαζί σου,
    γιατί το πρόσωπό σου
    θα υποκαθιστούσε το Χριστό!
    Εκείνη τη νέα Χάρη

    λαμπερή και ξένη
    στο νοσταλγικό μου μάτι,
    εκτός αν ήσουνα εσύ
    αυτός που άστραψε πλάι μου.

    Θα μας δικάζανε – αλλά πώς;
    Γιατί υπηρέτησες τους ουρανούς – ξέρεις,
    ή τουλάχιστον το ζήτησες·
    εγώ δεν θα μπορούσα.

    Γιατί θα διαπότιζες το βλέμμα μου
    κι εγώ δεν θα είχα μάτια πια
    για τη μίζερη τελειότητα
    σαν αυτή του Παραδείσου.

    Κι αν χανόσουνα, εγώ θα υπήρχα,
    μόλο που τ’ όνομά μου
    ηχούσε εκκωφαντικά
    στην ουράνια δόξα.

    Κι αν σωζόσουνα, εγώ θα ήμουν
    καταδικασμένη να υπάρχω
    εκεί που δεν ήσουν εσύ.
    Αυτή μου η ύπαρξη
    θα ήταν και η κόλασή μου.

    Έτσι πρέπει να μείνουμε χωρισμένοι,
    εσύ εκεί, εγώ εδώ,
    με μόνο την πόρτα μισάνοιχτη
    στους ωκεανούς και την Προσευχή,
    αυτήν τη χλωμή στήριξη.
    Απελπισία!

    (1862) Emily Dickinson, Μετάφραση από τα Αγγλικά: Αγγελική Σιδηρά

    ΜΑΡΙΝΕΛΛΑ – ΓΙΑ ΣΕΝΑΝΕ ΜΠΟΡΩ

    2. MINIMA POETICA [Αποσπάσματα]

    17.
    Μπορώ να παζαρεύω, όχι να τοκίζω λέξεις.
    18.
    Τρίτον από της αληθείας… όχι βέβαια, αλλά σίγουρα πρώτον από της σιωπής. Μόνο το ποίημα μπορεί ν’ αποτελείται από μια και μόνο λέξη, ενίοτε δε από καμία.
    56.
    Το ποίημα δεν μπορεί να δραπετεύσει από τον εαυτό του με τα μέσα του ποιήματος.

    Χάρης Βλαβιανός

    ***

    3. Πιστεύω

    Ἡ Ἀγάπη, μόνο, βαστάζει ὅλα τὰ φορτία.
    Μπορῶ νὰ βαστάζω ὅλα τὰ φορτία.
    Γιατί ἡ Ἀγάπη εἶναι τὸ μέγα φορτίο!
    Ἡ Ἀγάπη σηκώνει τὸ βάρος τ’οὐρανοῦ.
    Μπορῶ νὰ σηκώνω τὸ βάρος τ’οὐρανοῦ.
    Ἡ Ἀγάπη ὑπομένει τὰ μαρτύρια τῆς πυρᾶς.
    Μπορῶ νὰ ὑπομένω τὰ μαρτύρια τῆς πυρᾶς.
    Γιατί ἡ Ἀγάπη εἶναι ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ πυρά!
    Ἡ Ἀγάπη πιστεύει στὴ ζωὴ καὶ στὸ θάνατο.
    ἡ Ἀγάπη πιστεύει στὸ θαῦμα.
    Μπορῶ νὰ πιστεύω στὴ ζωὴ καὶ στὸ θάνατο.
    μπορῶ νὰ πιστεύω στὸ θαῦμα.
    Γιατί ἡ Ἀγάπη εἶναι ἡ ζωὴ καὶ ὁ θάνατος!
    Γιατί ἡ Ἀγάπη εἶναι τὸ θαῦμα!
    Ἡ Ἀγάπη προσεύχεται κ’ ἐνεργεῖ.
    ἡ Ἀγάπη ἀγρυπνεῖ.
    Μπορῶ νὰ προσεύχωμαι καὶ νὰ ἐνεργῶ.
    μπορῶ νὰ ἀγρυπνῶ.
    Γιατί ἡ ‘Αγάπη εἶναι προσευχὴ καὶ πράξη!
    Γιατί ἡ ‘Αγάπη εἶναι ἡ μυστικὴ ἀγρυπνία!
    Ἡ Ἀγάπη κρατάει ὅλα τὰ χαμόγελα καὶ ὅλα τὰ δάκρυα.
    Μπορῶ νὰ χαμογελῶ καὶ νὰ κλαiω ὅλα τὰ δάκρυα –
    γιατί ἡ Ἀγάπη εἶναι ἡ χαρούμενη θλίψη!
    Ἡ Ἀγάπη δίνει τὸν ἄρτο καὶ τὸν οἶνο
    ἐγγύηση γιὰ τὴν αἰωνιότητα.
    Μπορῶ νὰ μεταλάβω τὸν ἄρτο καὶ τὸν oἶvo
    ἐγγύηση γιὰ τὴν αἰωνιότητα.
    Γιατί ἡ Ἀγάπη εἶναι ὁ Μυστικὸς Δεῖπνος!
    Κ΄ἡ μεγάλη ὑπόσχεση!
    Ἡ Ἀγάπη ἔπλασε τὸν ἄνθρωπο.
    ἡ Ἀγάπη ἐδώρησε τὸ φῶς.
    Πιστεύω στὸν ἄνθρωπο.
    πιστεύω στὴν Ἀγάπη.
    Γιατί ἡ Ἀγάπη εἶναι τὸ φῶς καὶ ἡ δωρεά!
    Γιατί ἡ Ἀγάπη εἶναι ὁ Ἄνθρωπος!

    Μελισσάνθη

    ***

    4. Αλλά με τις ξόβεργες μπορεί να πιάνεις πουλιά,
    δεν πιάνεις ποτέ το κελαηδητό τους.
    Χρειάζεται η άλλη βέργα, της μαγείας,
    και ποιος μπορεί να την κατασκευάσει
    αν δεν του ’χει από μιας αρχής δοθεί;

    Οδυσσέας Ελύτης «Πρώτα-πρώτα», Α. Ανοιχτά Χαρτιά. Αστερίας, 1974

    ***

    5. In memoriam

    Τελικά μπορεί και να μην είχε κατέβει ποτέ από κανένα τραίνο
    και να ‘ταν πριν από μένα εκεί να περιμένει κάποιον
    κανέναν ή τίποτα. Μπορεί και να ‘ταν ένα βαλσαμωμένο πουλί
    στην οδό Πειραιώς ή ένα απολιθωμένο ελάφι πάνω στους βράχους
    – τούτοι οι θάνατοι είναι ζωγραφισμένοι μέσα μας δίχως φτερά,
    δίχως μουσική, δίχως εισόδους και εξόδους, έτσι μένουν θάνατοι
    σε όλους τους καιρούς κάτω στο χώμα, στη γη.

    Τελικά μπορεί και να μην ήμουν εγώ, αλλά ένας άλλος
    που είχε φτάσει πριν από μέρες στο σταθμό κάτω από
    το σταματημένο ρολόι περιμένοντας μέσα στο απόγευμα
    της Κυριακής μια συνάντηση. Μπορεί και να ‘μουν η προδομένη
    διαδήλωση, ο λιποτάκτης, η είσοδος του νικημένου μέσα από το
    πορτρέτο της υστεροφημίας του, η πρέζα.

    Εκείνο το απόγευμα βρήκαμε το πρόσωπό μας. Δεν ήμασταν πια
    εμείς. Ήμαστε ωραίοι τότε. Κάτι το σπάνιο.

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΡΟΝΑΣ, «Τα ποιήματα 1973-2008, εκδόσεις Οδός Πανός, 2008

    Όταν έχω εσένα, μπορώ να ονειρεύομαι ξανά

    6. Η Μικρή Σου Πόλη

    Αλήθεια, δεν μπόρεσες να ξεπεράσεις την εποχή
    που φοβόσουν το λύκο και καρτερούσες τον άγγελο.

    Μελέτησες τα ήθη και έθιμα της ιστορίας,
    πέρασες κάτω απ’ τα τόξα των σύγχρονων γεγονότων
    ταξίδεψες. Ωστόσο, δεν μπόρεσες ν’αποβάλεις
    τη μικρή παιδική πόλη από μέσα σου,
    τη γινομένη από αγαθά πρόσωπα, τόπους
    γυμνούς ή κατάφυτους, ουράνια πράγματα,
    με τον σεβάσμιο γέροντα γιομάτον στοχασμό
    και ύψος, τον Ταΰγετο, στην πρωτοκαθεδρία.

    Κι αλήθεια, πόσο αναπαυμένα θα ένοιωθες αν μπορούσες,
    γυρίζοντας τις πλάτες στις γιγάντιες πόλεις,
    να επέστρεφες εκεί, στα πράγματα που σου έδωσαν
    και ύφανες το ωραίο σου όνειρο, στο λόφο που κάθισες
    ένα καιρό στο θρόνο του και βασίλεψες στην ειρήνη,
    να επέστρεφες, να επέστρεφες κάτω από τα ιλαρά τους
    βλέμματα να μαζέψεις ξύλα για το βράδυ σου.

    Βρεττάκος Νικηφόρος ~ Ποιήματα

    ***

    7. Αποχαιρετισμός (απόσπασμα)
    (Ο Γρηγόρης Αυξεντίου αποκλεισμένος στη σπηλιά της Μονής Μαχαιρά)

    […]

    Ποτέ δεν θα μπορούσα να πιστέψω πως η στενότητα μιας σπηλιάς
    Μπορούσε νάχει τόση ευρυχωρία, μπορούσε να χωρέσει
    την πατρίδα με τις ελιές της, τ’ ακρογιάλια της, τα βάσανά της,
    με τα καΐκια της μ’ ολάνοιχτα πανιά στον αντρίκιο αγέρα της,
    τον κόσμο με τα φλάμπουρά του, τα όνειρά του, τις καμπάνες του, και τα μικρά αγριόχορτα

    Γιάννης Ρίτσος

    ***

    8. ΟΤΑΝ ΑΓΝΑΝΤΕΥΩ απόσπασμα

    …Ξέρεις,
    από παιδί δεν μπορούσα ν’ αντέξω
    την τόση Ποίηση, αλλά,
    πώς να γινόμουν πιστευτή
    πώς να μ’ ακούγανε
    με τόσο σιγανή φωνή…

    Μαίρη Πέστροβα

    ***

    9. Τι μπορούμε να κάνουμε

    Τι μπορούμε να κάνουμε
    ο κόσμος ήταν αυτό το ερείπιο
    που μας έδωσαν
    κι εμείς τον κάναμε χειρότερο με τα ίδια μας τα χέρια

    Δεν κάναμε ειρήνη
    και χτίσαμε καθένας ένα σπίτι
    με τοίχους και μία πόρτα
    που κρυφτήκαμε πίσω τους

    Και κάθε που βαριόμαστε
    ανοίγαμε την πόρτα
    ελπίζοντας
    να συναντιόμαστε με τον απέναντι τοίχο

    Shahab Mogharabin, Μετάφραση: Babak Sadeq Khanjani

    ***

    10. «Δεν μπορώ να σταθώ, δεν μπορώ να καώ, κανένας δεν μπορεί να με σβήσει»
    ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ

    ***

    11. «ΥΠΑΡΚΤΙΚΑ»
    IV

    Τόσο είναι το πάθος μου της ζωής
    που θα μπορούσα να πεθάνω.

    Τόσο ζω που καταλαβαίνω
    πόσο πεθαίνω.

    Τόση είναι η ζωή μου
    που με πεθαίνει.

    Τόσο μπορώ να ζήσω
    που μπορώ ν’ αδιαφορήσω αν ζω.

    Τόσο ζητώ να ζήσω
    που δεν αντέχω να ζω.

    ΖΩΗ ΚΑΡΕΛΛΗ

    Aχ να μπορούσα τα λιμάνια να τα κλείσω – Γιάννης Πουλόπουλος

    12. Ποτέ δε θα μπορέσω να σου δώσω κάτι περ-
    σότερο από τον πανικό μου. Κρυμμένος θα
    ‘μαι και την ώρα την πιο άγρια, όταν το πά-
    θος θα με τανύει ώς τη ρήξη. Ατεχνα κρυμ-
    μένος. Σαν και τον κλέφτη που επαιτεί τη
    σύλληψή του, να λυτρωθεί.
    Ποτέ δε θα μπορέσω να σου δώσω κάτι περ-
    σότερο από τον πανικό σου. Και τη στιγμή
    την άγια θα ξεμακραίνεις μέσα σου, θα χά-
    νεσαι, στον κόμπο που σε γέννησε θα επι-
    στρέφεις, λατρεύοντάς τον με μιαν αγάπη
    σπαραγμού.
    Ποτέ δε θα μπορέσω να σου δοθώ υπέρτερος
    του σκηνοθέτη πανικού μου.

    ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ (Ο μάντης, 1994)

    ***

    13. Ποιητικό Υστερόγραφο

    Τα ποιήματα δεν μπορούν πια
    να ‘ναι ωραία
    αφού η αλήθεια έχει ασχημύνει.

    Η πείρα είναι τώρα
    το μόνο σώμα των ποιημάτων
    κι όσο η πείρα πλουταίνει
    τόσο το ποίημα τρέφεται και ίσως δυναμώσει.

    Πονάν τα γόνατά μου
    και την Ποίηση δεν μπορώ πια να προσκυνήσω,
    μόνο τις έμπειρες πληγές μου
    μπορώ να της χαρίσω.

    Τα επίθετα μαράθηκαν
    μόνο με τις φαντασιώσεις μου
    μπορώ τώρα την Ποίηση να διανθίσω.

    Όμως πάντα θα την υπηρετώ
    όσο βέβαια εκείνη με θέλει
    γιατί μόνο αυτή με κάνει λίγο να ξεχνώ
    τον κλειστό ορίζοντα του μέλλοντός μου.

    Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ

    ***

    14. ΜΑΤΑΙΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ

    Κάθομαι μερικές φορές και σκέφτομαι:
    να μπορούσα, λέει, να ξαναγυρίσω
    στο παρελθόν
    να τακτοποιήσω μερικά πράγματα,
    ν’ αποτελειώσω κάποια άλλα.
    Όμως τί σημασία θα ’χε;

    Είμαι κουρασμένος από τόσους χωρισμούς,
    τόσα πρωινά,
    τόσα απογεύματα.

    Τάσος Λειβαδίτης, Τα Χειρόγραφα του Φθινοπώρου

    Γλυκερία – Αχ ας μπορούσα

  3. Ευχαριστούμε πολύ, Γρηγόρη, για τη συμμετοχή σου με ωραία ποιήματα και τραγούδια στην παρέα μας… Να ‘σαι πάντα καλά!!!

    -«…Πιότερο απ’ τους ανθρώπους
    τα τραγούδια τους αγάπησα.
    Χωρίς ανθρώπους μπόρεσα να ζήσω,
    όμως ποτέ χωρίς τραγούδια…

    Σ’ αυτόν τον κόσμο τίποτα
    απ’ όσα μπόρεσα να πιω
    και να γευτώ
    απ’ όσες χώρες γνώρισα
    απ’ όσα μπόρεσα να αγγίξω
    και να νιώσω
    τίποτα, τίποτα
    δε μ’ έκανε έτσι ευτυχισμένον
    όσο τα τραγούδια..»
    (Ναζίμ Χικμέτ)

  4. Ciao Aggeliki!!!…. Θεώρησα το θέμα αρκετά εύκολο, αλλά απ’ ό,τι διαπίστωσα κι εγώ παρά το ψάξιμο δεν βρίσκεις πολλά σχετικά ποιήματα.
    Παρ’ όλα αυτά εσύ τα πήγες πολύ καλά!… Bravissima!!!

    -«Όσα Μπορείς δεν είναι ποτέ λίγα. Όσα Μπορείς δεν είναι ποτέ πολλά. Όσα Μπορείς δεν είναι ποτέ αρκετά. Αρκεί όμως να προσπαθήσεις…»

    -«…Δεν μπορείς
    ούτε μια βροχή να ζυγίσεις στο χέρι σου,
    ούτε μια ελαφριά μαργαρίτα.
    Δεμένα είναι τα χέρια σου….»
    (Κική Δημουλά, Σημείο αναγνωρίσεως)

    -«Η μοίρα μας, χυμένο μολύβι, δεν μπορεί ν’ αλλάξει
    δεν μπορεί να γίνει τίποτε.
    Έχυσαν το μολύβι μέσα στο νερό κάτω από τ’ αστέρια κι
    ας ανάβουν οι φωτιές….»
    (Γ. Σεφέρης, Φωτιές του Αϊ Γιάννη)

    -«αν δεν μπορείς να χτίσεις
    μπορείς να σκάψεις

    αν δεν μπορείς να γίνεις
    μπορείς να είσαι»
    (Ντίνος Χριστιανόπουλος)

    -«Μπορεί ένας από μας ν’ αγαπήσει μια γυναίκα;
    Ας βγει έξω
    Ας περπατήσει προς τη θάλασσα
    Ας τραγουδήσει
    Από τα κύματα θ’ ανθίσουν γυναίκες
    ‘Οχι μοναχά για κείνον που τραγουδά
    Αλλά για όλους μας
    ‘Ολοι θα μάθουμε ξανά τον έρωτα
    Σαν να μην τον ξέραμε ποτέ
    Σαν να τον είχαμε λησμονήσει

    Γιατί τον είχαμε λησμονήσει»
    (Γ. Σαραντάρης)

    -«…Ὅμως ἐσὺ σωπαίνεις…
    Γιατί δὲ μιλᾷς;
    Πές μου!
    Γιατί ἤρθαμε ἐδῶ;
    Ἀπὸ ποῦ ἤρθαμε;
    Κι αὐτὰ τὰ ἱερογλυφικὰ τῆς βροχῆς πάνω στὸ χῶμα;
    Τί θέλουν νὰ ποῦν;

    Ὤ, ἂν μποροῦσες νὰ τὰ διαβάσεις!!!
    Ὅλα θὰ ἄλλαζαν…»
    (Τάσος Λειβαδίτης)

    -«Γιατί της έγραψε «Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα»;
    Και γιατί του έγραψε «Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα»;
    Αφού αυτός πήγε ανατολικά
    Αυτή πήγε δεξιά.
    Και ζήσαν κι οι δύο…»
    ~Οδυσσέας Ελύτης~

    -«…Λες: πολύν καιρό αγωνίστηκες.
    δε μπορείς άλλο πια ν’ αγωνιστείς.
    Άκου λοιπόν: είτε φταις, είτε όχι
    σαν δεν μπορείς άλλο να παλέψεις θα πεθάνεις.

    Λες: πολύν καιρό ήλπιζες,
    δεν μπορείς άλλο πια να ελπίσεις.
    Ήλπιζες τι;
    Πώς ο αγώνας θαν’ εύκολος;

    Δεν είν’ έτσι.
    Η θέση μας είναι χειρότερη απ’ όσο νόμιζες.

    Είναι τέτοια που: αν δεν καταφέρουμε το αδύνατο
    δεν έχουμε ελπίδα.
    Αν δεν κάνουμε αυτό που κανείς δεν μπορεί να μας ζητήσει
    θα χαθούμε.

    Οι εχθροί μας περιμένουν να κουραστούμε.»
    (Μπέρτολτ Μπρεχτ)

    -«Όλα αλλάζουν
    Να ξαναρχίσεις
    μπορείς και με την τελευταία σου πνοή.
    Μα ό,τι έγινε έγινε.
    Και το νερό που έριξες στο κρασί σου
    δεν μπορείς να το ξαναβγάλεις.
    Ό,τι έγινε έγινε.
    Το νερό που έριξες στο κρασί σου
    δεν μπορείς να το ξαναβγάλεις.
    Όλα ομως αλλάζουν.
    Να ξαναρχίσεις
    Μπορείς και με την τελευταία σου πνοή. «
    (Μπέρτολτ Μπρεχτ)

    -Μυρτιώτισσα, , Σ’ αγαπώ

    Σ’ αγαπώ, δεν μπορώ
    Τίποτ’ άλλο να πω
    Πιο βαθύ, πιο απλό
    Πιο μεγάλο!
    Μπρος στα πόδια σου εδώ
    Με λαχτάρα σκορπώ
    Τον πολύφυλλο ανθό
    Της ζωής μου
    Τα δυο χέρια μου, να…
    Στα προσφέρω δετά
    Για να γείρεις γλυκά
    Το κεφάλι
    Κι η καρδιά μου σκιρτά
    Κι όλη ζήλια ζητά
    Να σου γίνει ως αυτά
    Προσκεφάλι
    Ω μελίσσι μου, πιες
    Απ’ αυτόν τις γλυκές
    Τις αγνές ευωδιές
    Της ψυχής μου!
    Σ’ αγαπώ τι μπορώ
    Ακριβέ να σου πω
    Πιο βαθύ, πιο απλό
    Πιο μεγάλο;

    -Αλμπέρτο Καέιρο, Ασύνδετα Ποιήματα

    Όταν θα ξαναδώ την άνοιξη
    Μπορεί πια να μη βρίσκομαι σ’ αυτό τον κόσμο.
    Και τι δεν θα’ δινα για να’ ναι η άνοιξη άνθρωπος
    Και να μπορώ να σκέφτομαι πως θα ’κλαιγε
    Γιατί έχασε το μοναδικό της φίλο.
    Αλλά η άνοιξη δεν είναι κάποιο πράγμα:
    Είναι ένας τρόπος του λέγειν.
    Μήτε τα άνθη ξανάρχονται, μήτε τα πράσινα φύλλα.
    Καινούργια είναι τα άνθη, καινούργια τα πράσινα φύλλα
    Άλλες οι γλυκές μέρες.
    Τίποτα δεν επιστρέφει, τίποτα δεν επαναλαμβάνεται, γιατί όλα είναι πραγματικά.
    *
    (http://www.poeticanet.gr/dyo-poiimata-a-525.html)

  5. Aπελπίστηκα.
    Δεν μ π ο ρ ώ να βρω τίποτα.

    *

    15. κι αφού μπορούμε να γράφουμε ακόμα ποιήματα

    ανάγκη να ζουν έχουν μόνο
    όσοι δεν έχουν φαντασία
    οι εμπειρίες συνήθως ελάχιστες
    μπρος στην αναμονή τους
    (γι’ αυτό) οι απαισιόδοξοι
    πιο παθιασμένα αναπνέουν

    Ηγέτης μας, η ψευδαίσθηση
    να προσέχεις ό,τι μπορεί να σε ανατρέψει
    συνήθως πρώτα σε γοητεύει
    όπλο μας λοιπόν, η ανατροπή μας

    Κρίση σημαίνει επανάσταση
    κι αφού μπορούμε να γράφουμε ακόμα ποιήματα
    μπορούμε τα πάντα

    ΝΙΚΟΣ ΕΡΗΝΑΚΗΣ , Σύντομα όλα θα καίγονται και θα φωτίζουν τα μάτια σου, Printa/Ροές

    ***

    16. «Θα ‘ρθει μια μέρα που θα μπορέσουμε να τους δώσουμε τη γαλήνη;
    Θα μπορέσουμε και μεις και κείνοι καθώς είπε κι ο ποιητής
    να ησυχάσουμε κάποτε;
    Θα μπορέσουμε να πεθάνουμε κανονικά;»

    Θανάσης Κωσταβάρας («Ο μακρινός δρόμος», 1963)

    Κανείς δεν θα μπορέσει, μου ‘χες πει,
    να με πονέσει πάλι όπως εσύ..

    17. Μετά την Τουρκική εισβολή

    Τώρα πια πώς θα μπορέσουμε να πεθάνουμε,
    τώρα πια πώς θα μπορέσουμε να πεθάνουμε
    μ’ αυτή την έγνοια πίσω μας;
    Αναγκαστικώς θ’ αναβάλλουμε.

    ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΝΤΗΣ

  6. -«Αν δεν μπορέσω να το δεις κι εσύ, μοιάζει σαν να μην το ’χω»…
    Ο,τι πιο συγκλονιστικό έχω διαβάσει τελευταία….!
    Καλησπέρα Γιάννη μου και καλή εβδομάδα!

    Υ.Γ Θα χαρώ πολύ να δεις κι αυτό:
    http://pistos-petra.blogspot.gr/2016/12/oi-skepseis-mou-kanoun-thorivo.html

  7. Ciao Aggeliki!!!!
    Ψάχνοντας, ψάχνοντας κάτι βρήκα κι εγώ:

    -“Πως μπόρεσαν αιώνες τώρα
    να συμβιβάζονται οι άνθρωποι με πορτρέτα;
    Τι ακρωτηριασμός, τι αφαίρεση – και να σκεφτείς,
    τα μάτια που μ’ ατένισαν
    τα δάκτυλα που με ζωγράφισαν
    μ’ αγάπησαν μ’ αγάπησαν στ’ αλήθεια.
    Όμως τι έμεινε από μένα, τι έσωσαν,
    τι μπόρεσαν να σώσουν;»
    (Βύρων Λεοντάρης)

    -Βύρων Λεοντάρης, «Δεν μπόρεσαν»
    VII
    «Υπάρχουν στο κόσμο αυτόν δρόμοι στρωμένοι καλοσύνη
    με χλόη από φεγγάρι κι ήλιο και χαμόγελο,
    υπάρχουν δρόμοι μες στη σκάψη μας
    απ’ όπου θα μπορούσε να περνά λεύτερα η σκέψη καθενός,
    κι όμως μας κλείδωσαν όλα τα πανηγύρια των ματιών
    μας κλείδωσαν τα χέρια
    -Να τους βρούμε δε μας άφησαν.

    Για πεθαμένον είχαμε λουλούδια,
    για κάθε μια κοπέλα ένα χαμόγελο,
    τα βήματά μας φλοίσβιζαν τ’ όνομα της αγάπης
    -Να περάσουμε δε μας άφησαν.

    Πίσω απ’ τα σίδερα άνθρωποι διψούσαν
    μια καλημέρα, ένα χέρι, ένα όνομα.
    -Βουβοί κι απαρηγόρητοι περάσαμε,
    να τους μιλήσουμε δε μας άφησαν.

    Τα ωραία τοπία πλαγιάζουν αγκαλιά με ναρκοπέδια
    κάτω απ’ το γαλάζιο συρματόπλεγμα του γαλαξία.
    Κάηκαν τα δάση, σβήσαν τα λιβάδια
    μια ελπίδα στην καρδιά μας δε μας άφησαν.

    Δεν έχει πια η νοσταλγία παράθυρα
    ούτε η ελευθερία πλατείες…
    Η όψη μας είναι ένα απαρηγόρητο χρώμα
    η αναπνοή μας ένα άγριο αναφιλητό
    που πνίγεται σ’ αυτό το φως, σ’ αυτό το φως…
    -ο κόσμος όλος είναι ένα φως, που δε μας άφησαν
    Να το χαρούμε, δε μας άφησαν.

    Όμως δεν μπόρεσαν.
    Δεν μπόρεσαν κι ούτε ποτέ τους θα μπορέσουν να μας εμποδίσουν
    να γεννηθούμε άνθρωποι
    να ζήσουμε άνθρωποι
    να πεθάνουμε άνθρωποι.»
    (Βύρων Λεοντάρης, Ψυχοστασία, ύψιλον/βιβλία)

    -Γιάννης Ρίτσος, «Μπορείς;»

    «Τον είδαμε γονατισμένο στην πιο όρθια στάση, να φυσάει με την
    ανάσα του
    κάτω απ’ το μεγάλο καζάνι, να συντηρεί τη φωτιά
    καταναλίσκοντας τη φωτιά του. Ανυπόμονος- λαχάνιαζε
    πιεσμένος από το δέρμα του, μη χωρώντας μέσα στο δέρμα του.

    Το φως έτρεμε πέρα στον ορίζοντα καθώς ανοιγοκλείναν τα πλευ-
    ρά του.
    Ο σφυγμός του φούσκωνε τις ρώγες των σταφυλιών
    κι έκανε τα καινούρια φύλλα να στροβιλίζονται ασάλευτα.

    Έτσι, σκυμμένος, ξοδεύτηκε για να μείνουμε όρθιοι,
    εσύ κι εγώ, χωρίς ποτέ του να σκεφτεί
    πως θάπρεπε μια μέρα να του χρωστάμε κάτι.

    Μπορείς, λοιπόν, να μείνεις τουλάχιστον όρθιος;»
    (Γ. Ρίτσος, Ποιήματα, τ. 2ος, Κέδρος)

    -Πάουλ Τσέλαν, [Μπορώ ακόμη]

    Μπορώ ακόμη να σε βλέπω: μια ηχώ,
    ψηλαφητή με λόγια
    αισθητά στο γκρεμό
    του αποχαιρετισμού.

    Το πρόσωπό σου δειλιάζει σιγαλά
    όταν έξαφνα
    φεγγοβολάει το φως
    μέσα μου, στο μέρος
    όπου λέει κανείς με βαθιά οδύνη. ΠΟΤΕ.
    (Ξένη ποίηση του 20ου αιώνα, Ελληνικά γράμματα)

  8. Πού τα βρίσκεις όλα τα ωραία, βρε Γιάννη; Μπράβο.

    *

    18. μια ανάσα από την απουσία τους

    αν θα μπορούσες να με συγχωρήσεις
    για όσα είναι αδύνατον πια να διορθώσω,

    για κείνους που άφησα να φύγουν μέσα στη νύχτα
    και τους καλώ με δάκρυα
    να μ’ αξιώσουν λίγα λεπτά από το θάνατό τους,
    μια ανάσα από την απουσία τους,
    ένα μονάχα κύμα από το ωκεάνιο ταξίδι τους,
    για να σωριάσω όλα μου τα υπάρχοντα στα πόδια τους,
    να στρώσω τη ζωή μου και τις λέξεις μου κιλίμι να πατήσουν,
    να οδηγηθώ από ένα ξέφτι φως στα σφραγισμένα μάτια τους.

    ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ, Χώμα στον ουρανό, 1998

    ***

    19. ΑΝΗΜΠΟΡΙΑ

    Τ’ έεις και στραβογέρασες ρε καψοχρόνη Αυγερινέ,
    κι όλα σου φαίνονται στυφά, κι όλα ζαβά τα βρίσκεις,
    κι όλο βηχάς, κι όλο βογκάς, κι όλο γραμμή φυραίνεις;

    Μην έεις σφάχτη στο πλευρό, κι αντράλα στο κεφάλι;
    Μην έεις ψώρα στο πετσί κι αγκίδα στο πλατάρι;
    Μην έεις «σφίξη» στ’ άντερο και πέτρα στο φλεγμόνι;
    Μην ανημπόρεψες μωρέ κι η θερμασά σε ψένει;

    Αν ειν’ η αρρώστια σου μικρή και παίρνει γεροσύνη
    να πα να κράξουμε γιατρό να σε γιατροπορέψει.

    – Απαρατάτε με παιδιά, έτσι καλό να ιδείτε.
    Τον έχω αμάχη το γιατρό και το σινάφι του όλο
    απ’ όντας έστειλ’ άναυλη την καψερή γριγιά μου.
    Άλλου λογιού ανημπόρεψη μου τρώει τα σωθικά μου.

    Έχω θελιά στην αναπνιά, μπερδούκλα στο ποδάρι.
    Έχω στο στόμα κλειδωνιά και δόκανο στη γλώσσα.
    Αυτήνη ειν’ η αρρώστια μου κι η ανημπόρεψή μου.
    Μα χτες που αποκοιμήθηκα στ’ αστέρι, στο χαγιάτι,
    ήρτε και με συντρόφεψε στο μισοΰπνι απάνου
    του Παναγού μας η ψυχή, του μοναχαδερφού μου
    και μόδωκε το γιατρικό και την τρανή τη διάτα.

    – Και ποια ‘ναι η διάτα, Αυγερινέ, να ζήσεις, κρίνε μας την
    γιατί μας καίει τα σωθικά και μας το ίδιο ντέρτι.

    – Θα σας την πω μα –τήρα εδώ!- κανείς μην αντισκόψει.
    Συνάχτε τα παρτάλια σας κι ελάτε αντάμα μου όλοι!

    – Και πού θα πάμε, Αυγερινέ, κι από κοντά μάς κράζεις;
    Θα πάμε για τα ρέματα, θα πάμε για τις στάνες;
    Θα πάμε τον κατήφορο με τα τρανά σπιτάλια;

    – Δεν πάμε για τα ρέματα, δεν πάμε για τις στάνες.
    Ούτε και τον κατήφορο με τα τρανά σπιτάλια.
    Μον’ πάμε τον α ν ή φ ο ρ ο με τα τρανά τα ελάτια!

    ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ

    **

    20.
    …Ω! ανήμπορο ποίημα, ανήμπορο, ανήμπορο, ατελέσφορο
    επάνω από δύο στίχους σταυρωμένους σταυρώνω τα χέρια και σωπαίνω
    βράχος, το μέγα κόκκινο, δεύτερη πόρτα, πέμπτη πόρτα κι η δωδέκατη κλεισμένη
    χτύπημα της γροθιάς στον τοίχο χτύπημα της πέτρας στην πέτρα

    -μ΄ακούς; άκουσέ με, εγώ σ΄ακούω,
    δύο σιωπές κάνουν μια φωνή κι ένα μεγάλο τεντωμένο χέρι.

    ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ, “Ημερολόγιο μιας εβδομάδας” (απόσπασμα) –Κάλαμος 18 Νοεμβρίου 1973

    Να μπορούσα στα σύννεφα

  9. Ciao Aggeliki! Eyxaristw!…
    *Και κάτι ακόμη, τελευταίο νομίζω, πολύ γνωστό που θα ‘πρεπε να το σκεφτούμε νωρίτερα…

    -Γ. Ρίτσος, «Αύριο μπορεί να μας σκοτώσουν»

    «Χαμογελάμε κατά μέσα. Αυτό το χαμόγελο, το κρύβουμε τώρα.
    Παράνομο χαμόγελο, όπως παράνομος έγινε κι ο ήλιος,
    παράνομη και η αλήθεια. Κρύβουμε το χαμόγελο,
    όπως κρύβουμε στην τσέπη μας, τη φωτογραφία της αγαπημένης μας,
    όπως κρύβουμε την ιδέα της λευτεριάς, ανάμεσα στα δυο φύλλα της καρδιάς μας.
    Όλοι εδώ πέρα έχουμε έναν ουρανό και το ίδιο χαμόγελο.

    Αύριο μπορεί να μας σκοτώσουν. Αυτό το χαμόγελο,
    κι αυτόν τον ουρανό, δεν μπορούν να μας τα πάρουν.»
    (Γ. Ρίτσος, Καπνισμένο τσουκάλι, Κέδρος)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: